Πέμπτη, Δεκεμβρίου 22, 2011
"IN TIME" ΑΛΛΑ... ΕΚΤΟΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΟΥΣ ΠΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 19, 2011
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ "ΜΙΚΡΟΥΣ" ΦΟΝΟΥΣ Ή Ο ΕΝΤ, ΡΟΜΠΙΝΣΟΝ ΩΣ ΚΩΜΙΚΟΣ
Ο Lloyd Bacon (1889–1955) υπήρξε ένας παραγωγικός χολιγουντιανός σκηνοθέτης που έδρασε κυρίως στις δεκαετίες από '30 έως '50. Δεν είναι από τους γνωστότερους, δεν έχει κλασικά αριστουργήματα στο ενεργητικό του, υπήρξε όμως ένας συνεπής "εργάτης" του σινεμά με ταινίες που αντέχουν μέχρι σήμερα (όλα αυτά τα διαβάζω από κείμενα γι' αυτόν, γιατί πολύ λίγα φιλμ του έχω δει ώστε να έχω απόλυτα προσωπική άποψη). Το 1938 γυρίζει το "A Slight Case of Murder", μια ταινία με μια ιδιορυθμία: Πρωταγωνιστεί ο περίφημος Έντουαρντ Ρόμπινσον, τυποποιημένος σε ρόλους σκληρών γκάνγκστερ, στο φιλμ αυτό είναι επίσης γκάνγκστερ, πλην όμως πρόκειται για κωμωδία ή, αν προτιμάτε, για σάτιρα της τότε πραγματικότητας. Για μαύρη κωμωδία βέβαια, διότι τι άλλο θα μπορούσε να είναι με τόσα πτώματα που συσσωρεύονται... Ο ήρωας λοιπόν, μεσήλικας πλέον και οικογενειάρχης, είναι πρώην γκάνγκστερ που αποφασίζει μετά το τέλος της ποτοαπαγόρευσης να περάσει στη νόμιμη πλευρά, να κάνει δηλαδή νόμιμες μπίζνες ανοίγοντας μια ζυθοποιία, κοινώς επενδύοντας τα πάμπολλα παράνομα λεφτά που κέρδισε από το έγκλημα σε κάτι απόλυτα νόμιμο. Μήπως σας θυμίζει αυτό σύγχρονες καταστάσεις; Η ταινία βλέπει τον πρώην παράνομο και τη συμμορία του (που έχουν μετατραπεί σε αθώους πωλητές, υπηρέτες κλπ.) με συμπάθεια και βγάζει το γέλιο από την αλλαγή τους και τη δυσκολία να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες νομιμότητας, αφού τα παλιά είναι δύσκολο να ξεχαστούν. Ωστόσο η αστυνομική πλοκή υπάρχει, ένας τραυματίας φυγάς κουβαλά μια βαλίτσα με λεφτά, τέσσερεις αδίστακτοι γκάνγκστερς δολοφονούνται και, σα να μην έφταναν όλα, η κόρη του νεόκοπου μπιζνεσμαν τα φτιάχνει με... πλούσιο και τίμιο μπάτσο! Χωρίς κατά τη γνώμη μου να πρόκειται για κάτι εξαιρετικό, η ταινία βγάζει αρκετό γέλιο τοσο σε επιμέρους σκηνές, όσο και με τη γενικότερη πλοκή της και τα μπερδέματα που συμβαίνουν, οπότε τη βρήκα γενικά διασκεδαστική. Εντυπωσιακή πάντως παραμένει η καταγγελία που κάνει - μέσα στην πλάκα: Πλήθος από τους νέους πλούσιους επιχειρηματίες έχουν ένα εγκληματικό παρελθόν. Τα χρήματά τους, ή έστω η αρχική μαγιά, είναι προϊόντα εγκλήματος που επενδύθηκαν στη συνέχεια σε νόμιμες επιχειρήσεις. Ξέρουμε σήμερα ότι αυτό το έχει κάνει κατά κόρον η Μαφία στις ΗΠΑ, και η προέλευση πάμπολλων ζάπλουτων "κυρίων" της υψηλής κοινωνίας, κάθε λογής εκατομμυριούχων τέλος πάντων, είναι, για να το θέσω κομψά, σκοτεινή. Ίσως μάλιστα η παγκόσμια οικονομία να κυριαρχείται από τέτοιους. Εδώ βλέπουμε το ξεκίνημα της κατάστασης αυτής ή, τέλος πάντων, μια μικρογραφία αυτού που συμβαίνει σήμερα σε ολόκληρο τον πλανητη. Οπότε η σάτιρα τουλάχιστον του φιλμ παραμένει κάτι παραπάνω από επίκαιρη.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 18, 2011
"ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ" ΚΑΙ Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 14, 2011
Ο "ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ" ΚΑΙ Η ΑΦΕΛΕΙΑ ΤΩΝ 50'ς
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 12, 2011
ΕΝΑΣ "ΤΥΡΑΝΟΣΑΥΡΟΣ" ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟΣ
Οι βρετανοί έχουν τελικά έναν πολύ ιδιαίτερο, δικό τους τρόπο να παρουσιάζουν την κοινωνική μιζέρια (μια αναγνωρίσιμη, "βρετανική" μιζέρια θα έλεγε κανείς), συχνά με συγκλονιστικά αποτελέσματα. Έτσι και αυτός εδώ ο "Τυραννόσαυρος" (2011) του πρωτοεμφανιζόμενου πίσω από την κάμερα Paddy Considine, κατάφερε να μου αφήσει, τελικά, μια πολύ δυνατή γεύση, πατώντας στέρεα στα κλασικά χνάρια σκηνοθετών όπως ο Μάικ Λι ή ο Κεν Λόουτς.
Κοινωνική απομόνωση, προσωπική μοναξιά, αποτυχημένος (εφιαλτικός καλύτερα να λέγαμε) γάμος, ακραίες πράξεις, όλα συνυπάρχουν στο δραματικό πορτρέτο ενός μόνιμα οργισμένου - και συχνά μεθυσμένου - ηλικιωμένου λούζερ, που ξεσπά το καταπιεσμένο μίσος του για ό,τι συνέβει (ή δεν κατάφερε να συμβεί) στη φτωχική, συνηθισμένη ζωή του, επί διακίων και αδίκων. Και, επειδή συνήθως κάθε δράση δημιουργεί και αντίδραση, υφίσταται ουκ ολίγες φορές το τίμημα των πράξεών του και συνήθως μετανοιώνει όταν είναι αργά.
Σκληρό φιλμ, απόλυτα ρεαλιστικό (ξέρετε τώρα την αγγλική ματιά στις κατώτερες τάξεις, τα έχουμε πει από την αρχή), καταφέρνει, δίχως να προχωρά σε ανοιχτές πολιτικές καταγγελίες, να σκιαγραφήσει αδρά τον αβάσταχτο κοινωνικό περίγυρο και, τελικά, ενώ επικεντρώνεται στο ποτρέτο του ήρωα και της εντελώς διαφορετικής από αυτόν γυναίκας που συναντά, να μας κάνει να σκεφτούμε: "Ε, βέβαια, έτσι που είναι δομημένο αυτό το σύστημα και τόσο άσχημο που είναι το εξωτερικό περιβάλλον, λογικό είναι να γεννά τέτοιους τύπους". Φυσικά έχουμε και τα ψυχολογικά ποτρέτα των δύο ηρώων, καθώς και την πολύπλοκη σχέση τους, που περνά από διάφορα στάδια. Εντέλει το φιλμ μας αφήνει μια νότα αισιοδοξίας, μια ζεστασιά, μια ελπίδα: Δυο άνθρώπινα ναυάγια, για εντελώς διαφορετικούς λόγους και με εντελώς διαφορετικά background, μπορούν τελικά να βρουν γαλήνη όταν αφεθούν στην ανθρώπινη επαφή ή όταν - θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς - αποφασίσουν επιτέλους, διοχετεύοντας σε κάτι πιο αποτελεσματικό την οργή ή την απελπισία τους, να δράσουν, κερδίζοντας έτσι τη λύτρωση.
Η ταινία βασίζεται στην ηθοποιία του Πίτερ Μάλαν σε έναν εξαιρετικό ρόλο και, τελικά, όση δυστυχία κι αν κουβαλά, όσο κι αν υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να σε "ρίξει", σου αφήνει νομίζω μια πολύ δυνατή γεύση. Με λίγα λόγια μου άρεσε αρκετά.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 06, 2011
Η ΠΑΡΑΙΣΘΗΤΙΚΗ "FATA MORGANA"
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 05, 2011
"ΕΥΤΥΧΩς ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ"... Ή ΜΗΠΩΣ ΟΧΙ;
Σάββατο, Δεκεμβρίου 03, 2011
Ο ΓΙΟΥΝΓΚ, Ο ΦΡΟΪΝΤ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΤΟΥΣ
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 01, 2011
Ο ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΚΟΡΕΣΤΟΣ ΠΟΘΟΣ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Από το 1973, όταν ο Franklin J. Schaffner (1920–1989) γύρισε τον θρυλικό "Πεταλούδα" (Papillion), η ταινία παραμένει μια από τις γνωστότερες ταινίες με θέμα την απόδραση που έγιναν ποτέ. Αφηγείται την ιστορία ενός κατάδικου στις φριχτές φυλακές της Γουιάνας, γνωστού σαν "Πεταλούδα", εξ αιτίας ενός τατού που έχει στο στήθος. Αντίθετα με άλλους κρατούμενους, που, μοιράια "σπάνε" από όσα υφίστανται, και παρά τις κακουχίες και τις φριχτές τιμωρίες που του επιβάλλονται μετά από κάθε απόδραση και επανασύλληψή του, αυτός εξακολουθεί να κουβαλά μέσα του άσβηστη τη φλόγα της ελευθερίας και δεν σταματά ποτέ να καταστρώνει καινούρια σχέδια για να δραπετεύσει.
Φυσικά το φιλμ μένει στη μνήμη λόγω (ίσως μάλιστα κυρίως) των πρωταγωνιστών του Στιβ Μακ Κουίν και Ντάστιν Χόφμαν σε δύο από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας τους. Αλλά και σαν στόρι - και παρά τη μεγάλη διάρκειά του - δεν νομίζω ότι κουράζει. Αν μάλιστα προσθέσουμε και τον εξωτισμό που το διακρίνει, με τα πανταχού παρόντα τροπικά τοπία, το πράγμα γίνεται πιο ελκυστικό. Προσωπικά βρίσκω συγκλονιστικές - και συγκινητικές - τις τελευταίες σκηνές στο Νησί του Διαβόλου, όπου οι δυο φίλοι, γερασμένοι και μισότρελλοι από τα όσα έχου υποστεί τόσα χρόνια, εξακολουθούν να σκέφτονται ενάντια σε κάθε ελπίδα και πιθανότητα για το πώς θα το σκάσουν (και) από εκεί. Ο Πεταλούδας κυρίως δηλαδή, γιατί ο σύντροφός του δεν ξέρω αν επικοινωνεί και πολύ... Αυτή η απελπισμένη ανάγκη για ελευθερία, ακόμα κι όταν όλα βεβαιώνουν ότι δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα, είναι που κάνει τόσο δυνατές τις σκηνές αυτές για μένα.
Φυσικά ένα τέτοιο φιλμ, όπως είναι αναμενόμενο, παύει σύντομα να αφορά την προσωπική ιστορία του συγκεκριμένου κατάδικου και μετατρέπεται - όπως πολύ συχνά έχει επισημανθεί - σε σύμβολο της ακόρεστης ανάγκης του ανθρώπου για ελευθερία. Του ανθρώπου; Δεν ξέρω αν είναι σωστό να γενικεύουμε τόσο. Ορισμένων ανθρώπων, θα έπρεπε μάλλον να πούμε, αφού πλήθος άλλοι γύρω μας μοιάζουν να μην ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το θέμα. Τέλος πάντων, το θέμα της ελευθερίας κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος της ταινίας, σε βαθμό σχεδόν εμμονικό. Αλλά είπαμε: Κάποιοι άνθρωποι προτιμούν, πολύ απλά, να πεθάνουν παρά να ζουν κάτω από συνθήκες στέρησής της. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν οι συνθήκες αυτές είναι απάνθρωπες. Κι εδώ έρχεται το δεύτερο θέμα που κυριαρχεί: Η διαμαρτυρία ενάντια στις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης στις φυλακές σε πάμπολλα μέρη του κόσμου. Θέμα που, βέβαια, δεν αφορά μόνο στην εποχή που διαδραματίζεται η ταινία, αλλά ισχύει πέρα για πέρα μέχρι σήμερα.
Γι΄αυτά, και για άλλα στοιχεία που πιθανόν θα εντοπίσετε, ο "Πεταλούδας" παραμένει νομίζω από τις πολύ δυνατές στιγμές του σινεμά, κυρίως σαν κραυγή για την, ανέφικτη συνήθως, κατάκτηση της απόλυτης ελευθερίας.
Δευτέρα, Νοεμβρίου 28, 2011
ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ
Η Isabel Coixet είναι ισπανίδα, η ταινία της όμως "Η Μυστική Ζωή των Λέξεων" του 2005 είναι μάλλον διεθνής παραγωγή, αγγλόφωνη, και μάλιστα με πρωταγωνιστές τον Τιμ Ρόμπινς, τη Σάρα Πόλεϊ και τη Τζούλι Κρίστι. Πρόκειται για ένα πυκνό, βαρύ δράμα, που νομίζω ότι τελικά αφήνει μια συγκλονιστική σχεδόν "επίγευση" στον θεατή.
Είναι η ιστορία μιας κουφής, κάθε άλλο παρά κοινωνικής κοπέλας, που θέλοντας να αφήσει πίσω της την ούτως ή άλλως άχαρη και μοναχική ζωή της, πιάνει δουλειά ως νοσοκόμα σε μια πλωτή πλατφόρμα άντλησης πετρελαίου κυριολεκτικά στο μέσον του πουθενά (του ωκεανού για την ακρίβεια), με αποστολή να φροντίζει έναν προσωρινά τυφλό άντρα.
Εκείνη δεν ακούει καλά, εκείνος δεν βλέπει προσωρινά. Η επαφή τους, η σχέση τους, χαρακτηρίζεται από την έλλειψη μιας βασικής αίσθησης - έστω και προσωρινής, αφού εκείνος ξέρουμε από την αρχή ότι κάποια στιγμή θα ξαναδεί κι εκείνη μπορεί να ακούσει φορώντας σύγχρονα ακουστικά. Ωστόσο, η περίοδος της γνωριμίας τους χαρακτηρίζεται από σκοτάδι και σιωπή. Καθώς η υποχρεωτική καθημερινή τους επαφή γκρεμίζει τα αρχικά τείχη, η σχέση τους περνά από διάφορα στάδια. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε πλήρως στο συγκλονιστικό πραγματικά τέλος (στη συγκλονιστική κυρίως εξομολόγηση της κοπέλας) είναι ότι και οι δύο αυτοί άνθρωποι έχουν ανοιχτές πληγές (ο άντρας μάλιστα και κυριολεκτικά) και μάλιστα πολύ βαθιές. Όλο το ζήτημα είναι αν αυτές, μετά την τεράστια φθορά που προξένησαν, μπορούν ακόμα να επουλωθούν, αν η ανθρώπινη επαφή μπορεί να κλείσει και τα πιο βαθιά τραύματα.
Η ταινία υπογραμμίζει τέλεια την ερημιά των ψυχών με την ερημιά του τοπίου, αφού το μεγαλύτερο μέρος της είναι γυρισμένο στην γιγάντια πλατφόρμα που την δέρνουν ασταμάτητα τα τιτάνια κύματα του ωκεανού. Τέλειο μέρος για μοναχικές ψυχές ή/και για ανθρώπους που προσπαθούν να ξεχάσουν... Τέλειο μέρος για πιο ζεστή ανθρώπινη επαφή ή για κατ' ευθείαν εισιτήριο στην τρέλα. Ποιο απ' τα δύο τελικά θα επικρατήσει; όσο για τις τραυματισμένες ψυχές, που τόσο έχουν υποφέρει, τι πιο φυσικό από το να αρπαχτούν, σαν να βρήκαν σανίδα σωτηρίας, η μία από την άλλη;
Δυνατό δράμα με συγκλονιστικές πραγματικά (το είπα ήδη) αποκαλύψεις στο τέλος, που ταυτόχρονα λειτουργεί και σαν αντιπολεμική κραυγή ή σαν διαμαρτυρία ενάντια στην ανθρώπινη κτηνωδία και τις αδιανόητες διαστάσεις που μπορεί αυτή να πάρει, το φιλμ διαθέτει και εξαίρετες ηθοποιίες. Αν είστε φίλοι τέτοιων "κλειστών" και ίσως και κλειστοφοβικών ταινιών, μην το χάσετε. Για την ιστορία, έχει κερδίσει και πλήθος από τα σημαντικότερα βραβεία του ισπανόφωνου κόσμου (Γκόγια κ.ά.)
Σάββατο, Νοεμβρίου 26, 2011
Η "ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΕΡΑΥΝΟΣ" ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΡΧΑΡΙΕΣ
Παρασκευή, Νοεμβρίου 25, 2011
ΣΚΟΤΕΙΝΟ ROAD MOVIE ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΑ
Ας πούμε από την πρώτη στιγμή ότι το διάρκειας δυόμισι ωρών "Κάποτε στην Ανατολία" του 2011 του πολύ ενδιαφέροντα τούρκου Nuri Bilge Ceylan είναι μια ταινία "αγγελοπουλική" όσον αφορά τους ρυθμούς. Μεγάλα πλάνα, υπνωτικοί ρυθμοί, αργή ή και καθόλου κίνηση της κάμερας, βουβές σκηνές... Οπότε όσοι δεν αντέχουν αυτό το είδος σινεμά σταματάνε εδώ.
Ωστόσο, σε μένα τουλάχιστον, το φιλμ εξασκεί μια έντονη γοητεία. Το γυμνό, έρημο τοπίο, οι νυχτερινοί φωτισμοί (συχνά από τους κιτρινωπούς προβολείς των αυτοκινήτων και μόνο), τα πρόσωπα, τα βουβά δράματα που συντελούνται, όλα συγκλίνουν σε ένα αποτέλεσμα που καθόλου αδιάφορο δεν με άφησε.
Μια ομάδα από διαφορετικούς ανθρώπους - σε χαρακτήρες, σε επάγγελμα, σε ιδιοσυγκρασίες - διασχίζει τα έρημα τοπία της μακρινής Ανατολίας, κουβαλώντας έναν δολοφόνο, ο οποίος προσπαθεί να τους υποδείξει (αν καταφέρει να το θυμηθεί) πού ακριβώς, μέσα σ' αυτό το απόλυτο τίποτα, έθαψε το θύμα. Η νύχτα πέφτει, ο εκνευριμός μεγαλώνει, αλλά και η εξομολογητική διάθεση των μελών της ομάδας αυξάνεται. Η επίσκεψη σ' ένα ξεχασμένο χωριό και η καθημερινότητα της επόμενης μέρας θα ακολουθήσουν το αργό road movie του πρώτου (και παραπάνω) μισού μέρους της ταινίας.
Το γυμνό, λιτό τοπίο της Ανατολίας (που είναι η περιοχή βαθιά στην Τουρκία, κοντά στην Άγκυρα) κυριαρχεί απόλυτα, στο πρώτο μέρος τουλάχιστον. Μοιάζει να είναι ο αληθινός πρωταγωνιστής. Η ερημιά του είναι θαρρείς αυτή που κάνει τους ανθρώπους να έρθουν πιο κοντά. Ταυτόχρονα, μέσα από τις αντιθέσεις του γιατρού, του εισαγγελέα, του αστυνομικού, του κοινοτάρχη του χωριού κλπ. ο σκηνοθέτης μιλά για τις αντιθέσεις της χώρας του με το διπλό πρόσωπο: Το ευρωπαϊκό και το σχεδόν τριτοκοσμικό. Αλλά το πιο ενδιαφέρον μάλλον είναι ότι ανεπαίσθητα, δίχως καλά - καλά να το καταλάβουμε, χτίζει αποσπασματικά τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων, αποκαλύπτει τα προσωπικά τους δράματα. Διαπιστώνουμε τότε ότι όλοι αυτοί οι ετερόκλητοι χαρακτήρες έχουν την προσωπική τους κόλαση, τις δικές τους τραγωδίες. Τις έχουν ζήσει ή τις ζουν ακόμα. Παύουν έτσι βαθμιαία να είναι απρόσωποι (ο εισαγγελέας, ο γιατρός κλπ.) και γίνονται άνθρωποι που πάσχουν, άνθρωποι με σάρκα και οστά δηλαδή. Έτσι δεν είναι και στη ζωή άλλωστε; Αδύνατο να ξέρεις τι κρύβει ο καθένας με την πρώτη ματιά. Το τελευταίο πλάνο είναι διφορούμενο, ανοιχτό σε αναγνώσεις. Αναμενόμενο. Δεν θα περίμενα από τον Ceylan ξεκάθαρες απαντήσεις.
Γοητευτική ταινία από έναν - το είπαμε - πολύ αξιόλογο δημιουργό. Αλλά - το είπαμε κι αυτό - αποκλειστικά για σινεφίλ. Οι εθισμένοι σε πιο "συνηθισμένα" κινηματογραφικά στιλ, μάλλον ας μείνουν μακριά. Για την ιστορία, το φιλμ κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο στις Κάννες.
Τετάρτη, Νοεμβρίου 23, 2011
Ο ΑΛΜΟΔΟΒΑΡ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΥΡΩΤΙΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ
Κυριακή, Νοεμβρίου 20, 2011
Ο ΤΕΝ ΤΕΝ ΩΣ ΙΝΤΙΑΝΑ ΤΖΟΟΥΝΣ
Πέμπτη, Νοεμβρίου 17, 2011
ΝΑΖΙ, ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟΚΟΤΑ "ΟΧΥΡΑ"
Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2011
ΛΗΣΤΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΡΕΤΙΡΕ ΕΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΞΥΣΤΗ
Οι ταινίες με απίθανες ληστείες, που συχνά διαθέτουν μικρή ή μεγάλη δόση χιούμορ, είναι κοινός τόπος στο σινεμά και συχνά είναι, αν μη τι άλλο, διασκεδαστικές. Υπακούουν μάλιστα σε στάνταρ κανόνες, όπως δράση μάλλον εξωπραγματική (είναι απίθανο να συμβούν όλα αυτά και μάλιστα με τέτοια ακρίβεια), όπως η ύπαρξη ενός όσο πιο απίθανου στόχου ληστείας μπορούν να επινοήσουν οι σεναριογράφοι και βέβαια, σπάνια αποβλέπουν και κάπου αλλού πέραν της καθαρής διασκέδασης που λέγαμε. Από τις συμπαθητικες τέτοιες περιπτώσεις - δίχως πάντως να ξεφεύγει από τους κανόνες - βρήκα το "Tower Heist" (Πώς να κλέψετε έναν Ουρανοξύστη, 2011) του Brett Ratner.
Η ιδέα μάλιστα είναι αρκετά πρωτότυπη, στα πλαίσια πάντα του είδους. Το προσωπικό ενός πολυτελέστατου ουρανοξύστη (του ακριβότερου ίσως στη Νέα Υόρκη) φτιάχνει μια στα όρια του γελοίου συμμορία για να ληστέψει τον ζάμπλουτο και "σεβάσμιο" χρηματιστή κάτοικο του ρετιρέ, ο οποίος έχει αποδειχτεί όχι μόνο απατεώνας ολκής, έχοντας καταχραστεί ακόμα και τις δικές τους πενιχρές οικονομίες, αλλά κινδυνεύει να μείνει και ατιμώρητος από πάνω εξ αιτίας ενός διεφθαρμένου συστήματος. Από εκεί και πέρα, ξέρετε. Το σχέδιο είναι ιδιοφυές, αλλά και οι απιθανότητες πολλαπλασιάζονται. Πάντοτε όμως η ταινία παραμένει διασκεδαστική και με την πρέπουσα, νομίζω, δόση σασπένς.
Βλέπετε πάντως ότι η εποχή, με τα κυρίαρχα αρπακτικά του χρηματομεσιτικού τομέα να απειλούν ουσιαστικά με παγκόσμια δυστυχία, με την ανθρώπινη απληστία να έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη, με τις στρατιές νεόπτωχων παγκοσμίως, δεν αφήνει ασυγκίνητο ακόμα και τον mainstream, χολιγουντιανό κινηματογράφο, που πρωτίστως βέβαια αποβλέπει στα ταμεία. Γι' αυτό υπάρχει το έντονο κοινωνικό στοιχείο στο φιλμ, γι' αυτό ο "κακός" της ταινίας είναι ένα τέτοιο αδίσταχτο αρπακτικό, γι΄αυτό συμπαθείς ως θεατής τους αστείους και ποικίλων χαρακτήρων ήρωες και αυτόματα ταυτίζεσαι μαζί τους, ευχόμενος ολόψυχα να πετύχει το σχέδιό τους. Επειδή έχουν δίκιο κι όχι επειδή είναι "ωραίοι τύποι", όπως σε πολλές άλλες ταινίες του είδους (βλέπε "Ocean δεκατόσο").
Αν συνυπολογίσουμε και το απολαυστικό καστ (Μπεν Στίλερ, Κέισι Άφλεκ, Έντι Μέρφι, Άλαν Άλντα, Μάθιου Μπρόντερικ) βρήκα την ταινία (παρά, ξαναλέω, τα σημεία που θα αναφωνήσει κανείς "ε, όχι, αυτό δεν γίνεται") διασκεδαστική. Ό,τι πρέπει για ένα ευχάριστο δίωρο. Τίποτα παραπάνω.
Τρίτη, Νοεμβρίου 15, 2011
WEST SIDE STORY: ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ
Το "West Side Story" που γύρισαν το 1961 οι Jerome Robbins ((1918-1998)και Robert Wise (1914-2005) (ο πρώτος ήταν χορογράφος και σκηνοθέτησε τα χορευτικά), θεωρείται ένα από τα καλύτερα μιούζικαλ όλων των εποχών και, σίγουρα, είναι ένα από τα πιο πετυχημένα εμπορικά και καλλιτεχνικά (είχε σαρώσει στα Όσκαρ στην εποχή του).
Η ιδέα αποδείχτηκε θαυματουργή: Οι δημιουργοί μετέφεραν τον μύθο του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας στην (τότε) σύγχρονη εποχή, βάζοντας μάλιστα τους δύο τινέιτζερς ερωτευμένους να ανήκουν σε δύο αντίπαλες νεανικές συμμορίες, η μία αποτελούμενη από λευκούς και η άλλη από ισπανόφωνους πορτορικάνους. Η μουσική του Λέοναρντ Μπερνστάιν υπήρξε άλλο ένα βασικό στοιχείο επιτυχίας του φιλμ (ο δίσκος ήταν για πολύ καιρό νο 1 στα charts).
Νομίζω ότι μπορούμε να διακρίνουμε διάφορα επίπεδα στην ταινία. Από τη μία υπάρχει το όντως εντυπωσιακότατο οπτικό μέρος. Κατασκευασμένα σκηνικά που αναπαράγουν φτωχές, λαϊκές περιοχές της Νέας Υόρκης, πλημμυρισμένα από έντονα χρώματα με κυρίαρχο το πανταχού παρόν κόκκινο. Ωραία χορευτικά, άλλοτε πολυπρόσωπα, άλλοτε όχι, έντονο στυλιζάρισμα και, βέβαια, μια απεικόνιση της τότε νεανικής κουλτούρας, τόσο των "ροκάδων" λευκών όσο και των ισπανόφωνων, με τη δική τους μουσική και τρόπο ζωής. Η αναπαράσταση μάλιστα της βίας με χορευτικά είναι αξέχαστη.
Από την άλλη υπάρχει το αισθηματικό, το ερωτικό μέρος, που, όπως σχεδόν κάθε νεανική ταινία, ιδιαίτερα περασμένων δεκαετιών, είναι μάλλον αφελές και υπερ-ρομαντικό. Έρωτας με την πρώτη (κυριολεκτικά) ματιά, όρκοι για αιώνια αγάπη, μελιστάλακτοι ερωτικοί διάλογοι... τέτοια πράγματα. [spoiler!! Spoiler!]Ναι, αλλά όλοι όσοι περιμένουν και το αντίστοιχο happy end που έχουν τέτοια φιλμ, νομίζω ότι μάλλον θα απογοητευτούν. Να λοιπόν μια πρώτη υπονόμευση των θεμελίων του είδους. Το φινάλε βέβαια, μπορεί να είναι εξ ίσου ρομαντικό με το όλο πνεύμα της ταινίας, βρίσκεται όμως πολύ - πολύ μακριά από το "έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα". [τέλος spoiler].
Εντάξει λοιπόν με τη ρομαντική πλευρά. Αν κοιτάξουμε όμως καλύτερα, θα ανακαλύψουμε και μια άλλη, έντονα κοινωνική ματιά. Αυτό που απροσδόκητα θα έλεγα περνά μέσα από ένα νεανικό μιούζικαλ με έρωτες και συμμορίες δεν είναι μόνο το θέμα της νεανικής βίας και εγκληματικότητας (το οποίο, καθόλου τυχαία βέβαια, επικεντρώνεται στα πιο φτωχά κοινωνικά στρώματα και το οποίο αποτελεί πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα απ' όσο τότε), αλλά και η καταγραφή των φυλετικών διαφορών και κατηγοριοποιήσεων. Ακούστε το "America", το γνωστότερο ίσως τραγούδι της ταινίας. Είναι ένα ειρωνικό σχόλιο πάνω στην Αμερική, την χώρα υποτίθεται των "ίσων ευκαιριών". Οι μεν μιλάνε για τα καλά της Αμερικής και οι άλλοι (οι ισπανόφωνοι και πιο "σκούροι" φυσικά) σχολιάζουν δηκτικά το τι ακριβώς ΔΕΝ περιλαμβάνει αυτή η υποτιθέμενη ισότητα, το πώς τους αντιμετωπίζουν οι λευκοί. Αν προσθέσετε σ' αυτό και την διάχυτο μείγμα νοσταλγίας/απέχθειας για την πατρίδα που άφησαν, και φυσικά την αντίστοιχη σχέση αγάπης/μίσους με τη νέα τους πατρίδα, τις ΗΠΑ, πράγμα που συμβαίνει με όλους τους μετανάστες σε μια "ανώτερη" οικονομικά χώρα, θα δείτε ότι η διάσημη αυτή ταινία περιέχει πολύ περισσότερα πράγματα από μια απλή και αφελή ρομαντική ιστορία και από εντυπωσιακά χορευτικά και τραγούδια.
Ο Wise είναι βέβαια ένας εξαίρετος σκηνοθέτης - χαμαιλέων, που πέρασε με επιτυχία απ' όλα σχεδόν τα είδη του κλασικού αμερικάνικου σινεμά, οπότε το άγγιγμά του είναι εγγυημένο. Προσωπικά βαρέθηκα κάπως στα overdose αισθηματικά μέρη, συνολικά όμως βρίσκω ότι η ταινία παραμένει μεγάλη. Και δεν με κούρασε καθόλου η τρίωρη διάρκειά της.
Κυριακή, Νοεμβρίου 13, 2011
Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΣΤΟ "LITTLE CAESAR"
Κλασικός σκηνοθέτης του αμερικάνικου σινεμά, με πάμπολλες ταινίες στο ενεργητικό του, ο Mervyn LeRoy (1900–1987) γυρίζει το 1931 το "Little Caesar" (Ο Άρχων του Εγκλήματος" στα ελληνικά), καθιερώνοντας τον Έντουαρντ Ρόμπινσον και συγχρόνως φτιάχνοντας μια από τις πρώτες και βασικές γκαγκστερικές ταινίας.
Ολόκληρο το φιλμ βασίζεται στην πρωσωπικότητα (και στην ηθοποία βέβαια) του ομώνυμου ήρωα. Μια εγκληματική, οξύθυμη, δίχως κανένα οίκτο περσόνα, που το μόνο που ποθεί στη ζωή είναι η άνοδος, η δύναμη, η εξουσία πάνω στους άλλους. Όπως λέει χαρακτηριστικά "οι γυναίκες είναι αδιάφορες και το χρήμα δεν είναι το παν". Η εξουσία όμως; Η δύναμη; Αυτά και μόνο είναι μεθυστικά γι' αυτόν. Η έλλειψη συναισθημάτων είναι απόλυτη (σχεδόν), η αποφασιστικότητά του να πετύχει δίχως να διστάζει μπροστά σε τίποτα τεράστια. Ο άνθρωπος αυτός λοιπόν, με τον κολλητό του φίλο, φεύγουν ως μικροεγκληματίες από την επαρχία για να πάνε στη "μεγάλη πόλη". Όπου ο ένας θα προσπαθήσει να βγει για πάντα από τον κόσμο του εγκλήματος, ενώ ο ήρωάς μας θα ανέλθει ταχύτατα τις βαθμίδες του και θα γίνει ο περιβόητος "Μικρός Καίσαρας", που φτάνει σχεδόν να ελέγχει την πόλη. Τίποτα όμως δεν κρατά πολύ, όπως σαφώς μας λέει πριν καν ξεκινήσει η ταινία, ένα απόσπασμα από την Αγία Γραφή που χρησιμοποιείται ως μότο.
Μπορεί όμως ένας άνθρωπος να στερείται παντελώς συναισθημάτων; Όχι, μοιάζει να μας απαντά το φιλμ. Η αχίλλειος πτέρνα του διαβόητου εγκληματία είναι η αγάπη για τον πρώην αδελφικό του φίλο. Είναι αυτό που χρειάζεται, αφού όλοι οι άνθρωποι πρέπει κάπου να στηρίζονται. Η ρωγμή αυτή στην συναισθηματική του πανοπλία είναι αυτή ακριβώς που θα αποβεί μοιραία.
Πρόκειται για ένα από τα κλασικά γκαγκστερικά φιλμ που, μαζί με 2-3 άλλα, θεμελείωσαν το είδος που άνθισε σ΄αυτή και στην επόμενη δεκαετία στο αμερικάνικο σινεμά. Σήμερα η πλοκή μας φαίνεται ίσως κάπως απλοϊκή και είχα την αίσθηση ότι όλα γίνονται "πολύ εύκολα", πολύ γρήγορα. Επίσης ενοχλεί ίσως το overdose παίξιμο των ηθοποιών. Σκεφτείτε όμως: Βρισκόμαστε στο 1931 και ο ομιλών μόλις έχει ξεκινήσει. Οι ηθοποιοί δεν έχουν ακόμα αποβάλλει το υπερβολικό παίξιμο που χαρακτήριζε τον βωβό και που σ΄αυτόν ήταν απαραίτητο για να γίνεται κατανοητή η πλοκή. Δείτε το λοιπόν έχοντας στο μυαλό σας τα στοιχεία αυτά. Πρόκειται για κλασικό φιλμ που όχι μόνο καταδύεται στον υπόκοσμο, αλλά και διαπραγματεύεται το θέμα της ανόδου και της πτώσης (την οποία κατά βάση προκαλεί η απληστία).
Παρασκευή, Νοεμβρίου 11, 2011
Ο "ΧΡΥΣΟΔΑΚΤΥΛΟΣ", Ο ΜΠΟΝΤ ΚΑΙ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Η επιτυχία των δύο πρώτων ταινιών του πράκτορα 007, του Τζέιμς Μποντ δηλαδή, ήταν τέτοια, ώστε επιβαλλόταν η συνέχιση του σίριαλ (του μακροβιότερου, υπενθυμίζουμε, στην ιστορία του σινεμά, που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας). Έτσι λοιπόν, το 1964, η τρίτη συνέχεια είναι έτοιμη: "Goldfinger", σε σκηνοθεσία Guy Hamilton, ο οποίος διαδέχεται τον Terence Young, και που είναι ίσως η πλέον cult ταινία της σειράς: Οι φίλοι του Μποντ τη θεωρούν αν όχι την αγαπημένη τους, σίγουρα μια από τις αγαπημένες τους, ενώ άλλες ταινίες του υπερπράκτορα την έχουν σαν μέτρο σύγκρισης. Μάλιστα.
Όπου ο Μποντ, πιστός στον κοσμοπολιτισμό που διακρίνει τις περιπέτειές του, μεταφέρεται τώρα στις ελβετικές Άλπεις όπου κυνηγά τον σούπερ επιχειρηματία Χρυσοδάχτυλο (Golgfinger δηλαδή), ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, σχεδιάζει να χτυπήσει το ίδιο το Φορτ Νοξ, το κεντρικό θησαυροφυλάκιο των ΗΠΑ, και να καταστρέψει την (1964), παγκόσμια οικονομία (λες και αυτή δεν μπορεί να καταστραφεί από μόνη της, όπως αποδεικνύεται καμιά πενηνταριά χρόνια μετά). Και φυσικά ο πράκτοράς μας θα σώσει και πάλι τον κόσμο.
Η αλήθεια είναι ότι η ταινία περιέχει μια σειρά απο θεαματικές σκηνές έντονης δράσης (αεροπλάνα που οδηγούν μόνο σέξι γυναίκες - πιλότοι, αυτοκινητοκυνηγητά στα βουνά, εντυπωσιακές ληστείες και άλλα τέτοια), οι οποίες θα ήταν αναμφισβήτητα ακόμα πιο εντυπωσιακές στην εποχή τους. Γενικά πρόκειται σίγουρα γι' αυτό που αποκαλούμε "χορταστική περιπέτεια". Κατά τα άλλα, ο 007 είναι πάντα κομψότατος και κοσμοπολίτης, αθεράπευτα γυναικάς - οι γυναίκες, ακόμα και οι εχθροί, πέφτουν σαν ξερόφυλλα σχεδόν με τη μία, δυναμικός όσο δεν γίνεται, έξυπνος, με κλασικό βρετανικό φλεγματικό χιούμορ, δεν πεθαίνει με τίποτα, χρησιμοποιεί πλήθος γκάτζετ που κινούνται στα όρια της... επιστημονικής φαντασίας και, στο συγκεκριμένο φιλμ, είναι και τυχερός, αφού πέφτει στα ίχνη του υπερ-κακοποιού κατά τύχη και όχι εκτελώντας κάποια αποστολή. Κάποια στοιχειωδώς φεμινίστρια θα γινόταν φυσικά έξαλλη, ενώ κάποιος που επίσης στοιχειωδώς αμφισβητεί κάποιες από τις αξίες του "δυτικού ελεύθερου κόσμου" το ίδιο. Αλλά το ιδεολογικό περιεχόμενο είναι δεδομένο, τουλάχιστον στα 60ς. Ας μην ασχολούμαστε άλλο μ' αυτό. Καλύτερα να κρίνουμε τέτοιες ταινίες από το πόσο χορταστικές είναι και μόνο, αφού εκεί στοχεύουν και γι' αυτό περηφανεύονται. Και, είπαμε, αυτό το στοιχείο το διαθέτει και με το παραπάνω.
Τώρα εγώ τι να σας πω. Έγραψα και σε άλλα ποστ ότι ποτέ δεν υπήρξα ιδιαίτερος φαν του Μποντ, και, παρά τον καταιγισμό δράσης, κι αυτός εδώ ο "Χρυσοδάχτυλος" μου φαίνεται μία από τα ίδια (γενικά οι 007, παρά τη διαρκή αλλαγή τοπίων, μου φαίνονται πάντα περίπου ίδιοι μεταξύ τους). Αν όμως είστε φαν της σειράς, όντως είναι από τα καλά της.
ΥΓ: Respect στο κλασικό τραγούδι τίτλων του John Barry από την θαυμάσια Σίρλεϊ Μπάσεϊ.
ΕΝΑΣ ΧΩΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ
Το ιρανικό σινεμά είναι και πάλι εδώ και μάλιστα με ένα εξαιρετικό δείγμα του: Το "Ένας Χωρισμός" (2011) του Asghar Farhadi (που είχε κάνει και το "Τι Απέγινε η Έλι") μόνο ως κοινωνικό θρίλερ μπορεί να περιγραφεί.
Όλα ξεκινούν από ένα μορφωμένο, φιλελεύθερο ζευγάρι που χωρίζει (ναι, χωρίζουν και στις φανατικές ισλαμικές χώρες). Ο χωρισμός όμως αυτός θα φέρει μια αληθινή αλυσίδα συνεπειών. Μια φτωχή, θρήσκα γυναίκα προσλαμβάνεται να προσέχει τον γέρο πατέρα του συζύγου που πάσχει από αλτσχάιμερ, ένα ατύχημα θα συμβεί, το ένα θα φέρει το άλλο... και τα πάντα στη ζωή των ηρώων θα ανατραπούν.
Η ταινία λειτουργεί σε δύο επίπεδα: Από τη μια είναι δομημένη σα θρίλερ (θρίλερ της απόλυτης καθημερινότητας βεβαίως), με το σασπένς και την πνιγηρή ατμόσφαιρα να αυξάνονται κάθε λεπτό που περνά, καθώς τα πράγματα περιπλέκονται όλο και περισσότερο κυριολεκτικά από το τίποτα. Από την άλλη όλες αυτές οι ακούσιες επιπλοκές ενός χωρισμού λειτουργούν σαν μια αληθινή ακτινογραφία της ιρανικής κοινωνίας και των βαθιών της αντιθέσεων. Διαφορετικό οικονομικό και μορφωτικό επίπεδο και απόλυτα διαφορετικού βαθμού ανταπόκριση στα αυστηρά θρησκευτικά κελεύσματα, φτιάχνουν ένα διχασμένο κόσμο με λίγα κοινά σημεία. Από εκεί άλλωστε ξεκινά και το δράμα.
Στη ρίζα όλων των κακών βεβαίως μοιάζει να βρίσκεται η θρησκευτική πίστη, η αυστηρότατη ισλαμική θρησκευτική πίστη για να είμαστε ακριβέστεροι. Βλέπετε, τίποτα από αυτά δεν θα γινόταν αν η θρησκόληπτη γυναίκα που προσλαμβάνεται για να προσέχει τον γέρο δρούσε "φυσιολογικά", δίχως να κρύβεται και δίχως να ρωτά τον ιμάμη για το... αν επιτρέπεται να ξεσκατίσει έναν 80χρονο ανήμπορο γέρο που δεν αντιλαμβάνεται τίποτα γύρω του. Αυτό βεβαίως δεν είναι ίσως το κύριο σημείο του φιλμ, αλλά πιθανόν να αποτελεί κι αυτό μια συγκαλυμένη και μάλλον δυσδιάκριτη καταγγελία του δημιουργού του.
Ούτως ή άλλως όμως νομίζω ότι η ταινία είναι εξαιρετική, αφού όχι μόνο προσφέρει μια σπάνιας διεισδυτικότητας εικόνα της ιρανικής κοινωνίας, αλλά και δεν αφήνει τον θεατή να ησυχάσει από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, μ' αυτή την ένταση της καθημερινότητας να αυξάνεται ολοένα. Μακάρι και άλλες κινηματογραφίες να διέθεταν τόσο σφιχτοδεμένα και σφαιρικής ματιάς σενάρια, που να συνυπάρχουν με ένα φτηνής παραγωγής, "συνηθισμένο" και καθημερινό οπτικό μέρος. Ο Farhadi μάλιστα αποδεικνύει, αν σκεφτούμε και την "Έλι", ότι μπορεί να φτιάχνει άψογα κοινωνικά δράματα, που ενώ - το είπα αρκετές φορές φοβάμαι - βασίζονται 100% στην καθημερινότητα, μπορούν να λειτουργούν σαν θρίλερ με το αλάνθαστο σασπένς που διαθέτουν.
Η ταινία έχει κερδίσει τη "Χρυσή Άρκτο" στο φεστιβάλ του Βερολίνου, ένα από τα τρία σημαντικότερα του κόσμου.