Κυριακή, Δεκεμβρίου 31, 2006

ΠΙΓΚΟΥΙΝΟΙ, ΚΛΑΚΕΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ


Ανάμεσα στην πληθώρα κινουμένων σχεδίων που κατέκλυσαν φέτος τις οθόνες, και που πολλά απ' αυτά ήταν αδιάφορα, το Happy Feet, αν μη τι άλλο, διαθέτει σχετική πρωτοτυπία. Ψηφιακό, γυρισμένο από τον George Miller (ναι, τον ίδιο Miller που έκανε τα Mad Max και τις Μάγισσες του Ίστγουικ), εκμεταλλεύεται στο έπακρο το χαριτωμένο στυλ των πιγκουίνων για να μας δώσει ένα αρκετά διασκεδαστικό καρτούν. Μιούζικαλ στην ουσία, αφού πάρα πολλές γνωστές επιτυχίες (μαύρης μουσικής κυρίως), εμπορικές και ποπίζουσες βεβαίως - μην περιμένει κανείς "προχωρημένα κομμάτια - τραγουδιούνται και χορεύονται διασκευασμένες από πλήθη των συμπαθών πτηνών και από το εντυπωσιακό καστ γνωστών ηθοποιών που δανείζουν τις φωνές τους.
Η ταινία βλέπεται με σχετικό ενδιαφέρον, αφού διαθέτει μερικές εξαιρετικά εντυπωσιακές σκηνές σλάλομ, κυνηγητών κλπ. ανάμεσα σε τρομακτικά παγόβουνα, χαράδρες και σπηλιές, υποβρύχιες και μη, και εξίσου εντυπωσιακές σκηνές πλήθους (πιγκουίνων φυσικά), που είναι συγκεντρωμένοι σε τόσο απίστευτους αριθμούς που σχεδόν προκαλούν δέος. Ενδιαφέροντα και τα "μηνύματα", τόσο αυτό υπέρ της διαφορετικότητας, αφού ο ήρωας είναι ο μόνος από το πλήθος που χορεύει αντί να τραγουδά όπως όλοι - και φυσικά δικαιώνεται -, όσο και το οικολογικό. Μόνο που το τελευταίο δίνεται με πολύ αφελή τρόπο, που γίνεται ακόμα αφελέστερος με την τελική λύση. (Αλήθεια, κατάλαβε κανείς γιατί οι άνθρωποι πείθονται τόσο εύκολα και απλά να σταματήσουν τις αντιοικολογικές τους δραστηριότητες στον πόλο;)
Τέλος πάντων, τα παιδιά νομίζω ότι θα το διασκεδάσουν, όπως άλλωστε και αρκετοί μεγάλοι.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 28, 2006

ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ, ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Κοιτάξτε: Ξέρω πολύ καλά ότι πολλοί (κυρίως άντρες) έχουν απόλυτη αλλεργία στο είδος που λέγεται "ρομαντική κομεντί". Ούτε και γω, άλλωστε, είμαι φανατικός. Πάντως το The Holiday της εξειδικευμένης σ' αυτό σεναριογράφου και σκηνοθέτιδας Nancy Meyers, χωρίς να είναι και τίποτα σπουδαίο, είναι από τα συμπαθητικά του είδους. Βλέπεται ευχάριστα τέλος πάντων. Κι αν δεν φτάνει τα σύγχρονα "ορόσημα" των εν λόγω κομεντί "Τέσσερεις γάμοι και μια κηδεία" και "Όταν ο Χάρυ γνώρισε τη Σάλυ", ωστόσο κινείται σε αξιοπρεπή επίπεδα.
Χιούμορ υπάρχει, ρομαντισμός και ερωτικά μπερδέματα, διλήμματα και άλλα τέτοια, με τη σέσουλα (σ' αυτά βασίζεατι άλλωστε το στόρυ), οι ηθοποιοί (και ίδίως οι πρωταγωνίστριες) είναι χάρμα οφθαλμών, οπότε περνάει το δίωρο άνετα. Άτολμο βέβαια, κυρίως στο τέλος, θυσία στο βωμό της εμπορικότητας και του πάσει θυσία feel good κλίματος, αλλά τι να κάνουμε; Έτσι είναι αυτά. Αν δεν έχει αυτό το είδος συμβάσεις, τότε ποιο έχει;
Στα συν η πληθώρα ενδοκινηματογραφικών σχολίων: Ο γέρος σεναριογράφος του Χόλυγουντ, η πετυχημένη δημιουργός τρέιλερ, ο συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής - φοβερός ο Τζακ Μπλακ και τα σχόλιά του για τα σάουντρακ - οι συζητήσεις για το παλιό και το καινούριο σινεμά, όλα συμβάλλουν σ' αυτό το light σινεφίλ κλίμα.
Οπότε, αν δεν έχετε τίποτα καλύτερο να κάνετε, περάστε κι από κει. Οι υπόλοιποι, με την αλλεργία που λέγαμε στην αρχή, ας αλλάξουν γρήγορα σινεμά, γιατί αυτά τα πράγματα είναι και κολλητικά.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 26, 2006

DEJA VU ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ


Ο Tony Scott είναι ένας σκηνοθέτης που έχει κάνει ενδιαφέροντα, αλλά και παντελώς αδιάφορα εμπορικά φιλμς. Το Deja Vu (4 ημέρες 6 ωρες πίσω) είναι από τα σχετικά καλά του. Όχι ότι έπεσα κάτω δηλαδή, αλλά πάντως βλέπεται ευχάριστα - και έχει και κάτι να προσθέσει στις περί χρονοταξιδιών μυθολογίες της επιστημονικής φαντασίας. Μία από τις πρωτοτυπίες μάλιστα είναι ότι στο πρώτο τέταρτο (ίσως και λίγο περισσότερο) δεν καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για φιλμ του φανταστικού.
Δοσμένη με ρεαλισμό, αποφεύγοντας τα εφφέ και κινηματογραφώντας τους ηθοποιούς με πολύ συχνά κοντινά πλάνα, δημιουργεί περισσότερο αστυνομική ατμόσφαιρα, όπου εμπλέκονται εθνικιστές - βλέπε φασίστες - τρομοκράτες (ο βομβιστής της Οκλαχόμα πριν κάμποσα χρόνια μας έρχεται αμέσως στο μυαλό), μπάτσοι που τους κυνηγούν και ο απαραίτητος έρωτας. Στα συν και η κινηματογράφηση στη σύγχρονη, μεταπλημμυρική Νέα Ορλεάνη - είναι η πρώτη ταινία γυρισμένη σ' αυτούς τους χώρους που έχω δει, αλλά και ο συνδυασμός μιας απόλυτα Big Brother εφεύρεσης με το ταξίδι στο χρόνο.
Στα μείον, οι αρκετές συμβάσεις της ταινίας με αποκορύφωμα το τέλος, το οποίο δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά, θα σας πω όμως ότι με ξενέρωσε αφάνταστα - και συγχρόνως είναι και πολύ συζητήσιμο σεναριακά όσον αφορά τη λογική των παράλληλων συμπάντων και τα παράδοξα που προκύπτουν απ' αυτό. Επίσης ιδεολογικά με ενόχλησε το ότι πέρασε απόλυτα ξώφαλτσα, χωρίς σχεδόν καθόλου σχολιασμό, το τεράστιο θέμα της αλα Big Brother παρακολούθησης κάθε "ύποπτου" (με τη γνωστή σχετικότητα της λέξης που μπορεί να δώσει μια κρατική υπηρεσία). Εδώ είχαμε να κάνουμε με το απόλυτο μηχάνημα καταγραφής κάθε κίνησης, πράξης, κουβέντας, κυριολεκτικά οποιουδήποτε (και μάλιστα και μέσα από τους τοίχους του σπιτιού του) και όλες οι συζητήσεις αναλώθηκαν στο επιστημονικό μέρος της εφεύρεσης και στην ποινική χρήση του - την παρακολούθηση δηλ. υπόπτων του κοινού ποινικού δικαίου, δίχως κανενός το μυαλό να πάει σε κάτι πιο πονηρό...
Τέλος πάντων, αν τα ξεχάσετε αυτά, η ταινία, όπως είπα, βλέπεται ευχάριστα και κρατά το ενδιαφέρον του θεατή.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 24, 2006

ΜΠΟΡΕΙ Ο BIG BROTHER ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ;



"Οι ζωές των άλλων" (Das Leben der Anderen) του πρωτοεμφανιζόμενου γερμανού με το όνομα - σιδηρόδρομος Florian Henckel von Donnersmarck έχουν από τώρα ήδη εξασφαλίσει τη θέση τους μέσα στις 5 καλύτερες ταινίες της χρονιάς στις προσωπικές μου προτιμήσεις. Βαθειά συγκινητικό χωρίς να είναι μελό, βαθειά πολιτικό χωρίς ρητορείες και κραυγές και πάνω απ΄όλα ανθρώπινο, είναι ένα από τα καλύτερα ντεμπούτα σκηνοθέτη που έχω δει ποτέ.
Στην εφιαλτική Ανατολική Γερμανία της δεκαετίας του 80, που θυμίζει έντονα το οργουελιανό 1984, η πανίσχυρη μυστική αστυνομία Στάζι, από τις αγριότερες του λεγόμενου ανατολικού μπλοκ, ελέγχει πέρα για πέρα κάθε πτυχή των ζωών των ανθρώπων, ιδιωτική ή δημόσια. Ένας πράκτορας αναλαμβάνει να παρακολουθεί έναν πετυχημένο και διάσημο θεατρικό συγγραφέα, ο οποίος θεωρείται ύποπτος για "αντικαθεστωτικές δραστηριότητες". Όταν όμως η ασφυκτική παρακολούθηση αρχίζει, τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου όπως περιμένουμε, καθώς ο στυγνός πράκτορας ανακαλύπτει βαθμιαία ξεχασμένες γωνιές του εαυτού του και ο θύτης επωμίζεατι εκούσια το ρόλο του θύματος.
Η πολιτική καταγγελία ενός απάνθρωπου καθεστώτος, η οποία ούτως ή άλλως υπάρχει, περνά σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο ανθρώπινο δράμα που σιγά σιγά ξετυλίγεται, μπροστά στη σταδιακή μεταμόρφωση του πράκτορα, που ανακαλύπτει ότι υπάρχουν και άλλα πράγματα στη ζωή πέρα από το καθήκον. Πιθανόν όσα γράφω να ακούγονται κοινότοπα, σας διαβεβαιώνω όμως ότι η ταινία δεν σ' αφήνει να βαρεθείς ούτε λεπτό καθώς είναι γεμάτη ένταση και σασπένς, ενώ τα τεκταινόμενα είναι πολύ πολυπλοκότερα όσων φαίνονται. Και, βέβαια, είναι και η εκπληκτική ηθοποιία του κεντρικού ρόλου, του πράκτορα, που κυριολεκτικά σ' αφήνει άναυδο, καθώς καστορθώνει να παίζει με κάθε βλέμμα, με κάθε μικρή σύσπαση των χαρακτηριστικών του.
Ανεξάρτητα από το αν σας ενδιαφέρει ή όχι το θέμα, το οποίο ούτως ή άλλως αποτελεί πρόσχημα για βαθύτερες αναλύσεις, μην το χάσετε. Συνίσταται ανεπιφύλακτα.

Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ, Ο ΜΠΛΕΡ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


Συμβαίνει το εξής: Η Queen του Steven Frears είναι καλή ταινία, οι ηθοποιοί, με επικεφαλής την Έλεν Μίρεν, είναι άψογοι, πλην όμως είναι το είδος ταινιών που δεν μ' ενδιαφέρει. Προσωπικό είναι αυτό και μόνο. Αν τώρα θέλετε να μάθετε τις σχέσεις βασιλισσας - Νταϊάνας, τι έκανε η πρώτη μετά το θάνατό της, ποια ήταν η στάση του νεοεκλεγέντος Μπλερ και άλλα τέτοια, ΟΚ. Είναι η καλύτερή σας.
Ωστόσο για μένα συνέβει αυτό περίπου που έγραψα και για το Flight 929 του Greengras: Βαριέμαι το τόσο ωμό κινηματογραφικό "ρεπορτάζ", όσο καλογυρισμένο κι αν είναι. Είναι σα να γυρίζεις μια πολύ καλη και ρεαλιστικότατη ταινία για τις σχέσεις π.χ. Καραμανλή - Παπανδρέου στη δεκαετία του 80 και να αποκαλύπτεις, ας πούμε, ότι τα είχαν κάνει πλακάκια και η κόντρα τους ήταν για τα μάτια του κόσμου. Θα γίνει σκάνδαλο, θα βουίξουν οι εφημερίδες, αλλά... νομίζω ότι αυτά όλα είναι δουλειά των δημοσιογράφων. Προσωπικά δεν θα κατανοήσω ποτέ γιατί ένας θαυμάσιος σκηνοθέτης όπως ο Frears καταπιάνεται με τέτοια θέματα.
Αρκετά γκρίνιαξα όμως. Αν δεν σας ενοχλούν όλα αυτά - που βεβαίως είναι δικαίωμά σας - το φιλμ είναι εντυπωσιακό από πολλές απόψεις. Κατ' αρχάς η ομοιότητα των ηθοποιών με τα πραγματικά πρόσωπα είναι εκπληκτική. Έπειτα, οι ηθοποιίες είναι εξαίρετες - με πρώτη και καλύτερη, όπως είπαμε, τη Μίρεν, που σε πείθει συνεχώς ότι μπρος σου αντικρύζεις την Ελισσάβετ. Τρίτο, καταδεικνύει καθαρά πόσο αποκομμένη από τον λαό είναι τόσο η βασίλισσα, όσο και το Παλάτι γενικότερα, που παραμένει κολημμένο σε σχεδόν μεσαιωνικούς τύπους και συμπεριφορές. Και, το εντυπωσιακότερο όλων, επικεντρώνει στην προσωπικότητα και συμπεριφορά του "σοσιαλιστή" Μπλερ (κεντρικό πρόσωπο της ιστοριας κατά τη γνώμη μου). Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την εκλογή του ο Μπλερ μετατρέπεται σε ένθερμο μοναρχικό, κάνοντας τα πάντα για να σώσει το παλάτι, που κλονίζεται και παραπαίει εξ αιτίας ης αρτηριοσκληρωτικής συμπεριφοράς των ενοίκων του μπρος στον απρόσμενο θάνατο της "πριγκήπισας του λαού" Νταϊάνας, φτάνοντας να αμφισβητηθεί για πρώτη φορά - το παλάτι - από τους μισούς σχεδόν άγγλους (και μάλιστα ο όψιμος αυτός φιλομοναρχισμός εκδηλώνεται σε άντίθεση με τη γνώμη πολλών συνεργατών του στο κόμμα και της ίδιας της συζύγου του). Είναι σαν να θαυμάζει αιφνιδίως (ο Μπλερ) τη βασιλισσα, βλέποντάς την κάπως σαν μητέρα.
Αν σας καίνε όλα αυτά... είπαμε, είναι καλή σαν ταινία.
ΥΓ: Το ποστ αυτό είναι καταραμένο. Το ανεβάζω στο blog κι αυτό εξαφανίζεται. Η κατάρα της βασίλισσας ίσως;

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΙΟΥΜΟΡ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ ΣΤΟΥΣ "ΣΥΝΩΜΟΤΕΣ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ"


Το 1996 ο Jan Svankmajer κάνει ίσως τη σουρεαλιστικότερη ταινία του, τους "Συνωμότες της Ηδονής". Είναι δύσκολο να μιλήσεις για ένα φιλμ τόσο πλημμυρισμένο από χιούμορ του παράλογου και κάθε λογής παραδοξότητες, ώστε κάθε λογική ερμηνεία να γίνεται μάλλον αδύνατη.
Στην ταινία υπάρχουν 6 συνηθισμένοι, καθημερινοί άνθρωποι, που ζουν στις τόσο προσφιλείς στον σκηνοθέτη παλιές, φθαρμένες πολυκατοικίες της Πράγας: Μια ταχυδρόμος, μια παρουσιάστρια δελτίου ειδήσεων στην TV, ο απίστευτος σύζυγός της, ο ιδιοκτήτης ενός ψιλικατζίδικου, ένας απροσδιορίστου ασχολίας τριαντάρης και η σχετικά ηλικιωμένη - αλλά νταρντάνα - γειτόνισά του. Όλοι αυτοί είναι συνηθισμένοι τύποι, το είπαμε, που ζουν σε συνηθισμένα σπίτια. Πλην όμως, όταν είναι μόνοι, επιδίδονται σε εξωφρενικά απίθανες ασχολίες, μονομανίες θα ήταν η σωστότερη έκφραση, με απίστευτη ένταση και πάθος, δημιουργώντας προσωπικά φετίχ. Δραστηριότητες παράλογες, που αδυνατούμε να μαντέψουμε τη χρησιμότητά τους - και οι οποίες συγχρόνως μας προκαλούν γέλιο εξ αιτίας ακριβώς της απιθανότητάς τους: Η μία φτιάχνει ασταμάτητα μπαλάκια από ψύχα ψωμιού, ο άλλος κατασκευάζει... μηχανές αυνανισμού, άλλος φτιάχνει μια τεράστια κότα από ποικίλα υλικά... Στο τέλος, σε μια γκροτέσκα και ξεκαρδιστική ταυτόχρονα σειρά σκηνών, ο καθένας τους θέτει σε λειτουργία τους κόπους των μόχθων του, χρησιμοποιώντας τους με απίθανους τρόπους. Παράλογο, στοιχεία βουντού και σκοτεινές και κωμικοτραγικές καταστάσεις μπλέκονται αξεδιάλυτα δημιουργώντας ένα από τα πιο παράδοξα φιλμς που έγιναν ποτέ.
Ταινία που κινείται στα όρια του πειραματικού, με λίγα animation και, κυρίως, αληθινούς ηθοποιούς, μόνο με ήχους, μουσική και χωρίς λόγο, είναι μια πιστότατη στο σουρεαλιστικό πνεύμα δημιουργία, που μιλά έμμεσα για την υποκειμενικότητα της ηδονής (και είναι αφιερωμένη από τον δημιουργό της στον μαρκήσιο Ντε Σαντ). Ας την αποφύγουν όσοι ψάχνουν για σαφείς ερμηνείες, λογική και συγκροτημένη δομή. Για τους λίγους υπόλοιπους, πρόκειται για αληθινό πανηγύρι.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 20, 2006

ΟΥΡΑΝΙΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΤΑ ΣΥΡΡΟΗΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ


Η Uranya, δεύτερη ταινία του Κώστα Καπάκα, είναι μάρκα τηλεόρασης των 60ς-70ς, αλλά και μια λαχταριστή πόρνη στο χωριό όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Ανάμεσα στον πόθο τους για αμφότερα πρέπει να διαλέξουν τα πιτσιρίκια της ταινίας: Προσελήνωση από την TV ή ηδονή live;
Ο Καπάκας προσπαθεί απεγνωσμένα να επαναλάβει τη συνταγή και την επιτυχία του Pepermint, πλην όμως το κάνει τόσο βεβιασμένα και "επί τούτου", που μάλλον καρικατούρα όσων θα ήθελε προκύπτει. Λίγος Φελίνι, λίγο "Σινεμά ο Παράδεισος", λίγο "Δέντρο που πληγώναμε"... πολύ κάτω βεβαίως απ' όλα αυτά, κακοχωνεμένα και πρόχειρα αναμεμειγμένα. Επί πλέον, τα παιδάκια παίζουν άτεχνα (και μάλιστα το καθένα μ' έναν δικό του, προσωπικό, άτεχνο τρόπο), το σενάριο είναι προσχηματικό, η αναπαράσταση της εποχής της χούντας στην επαρχία μπάζει από αρκετές πλευρές... και έχω και κάποιες μικρές ιδεολογικές αντιρρήσεις (που πιο πολύ αφορούν το τραγούδι των τίτλων παρά την ίδια την ταινία). ΟΚ, υπάρχουν και μερικές αστείες και διασκεδαστικές σκηνές, δεν νομίζω όμως ότι αρκούν για να ανεβάσουν το σύνολο. Όσο για την Cucinotta, ο ρόλος της είναι καθαρά διακοσμητικός - άντε, να βάλουμε και μια demi σταρ - και παίζει και κακά (και μεταγλωττισμένη). Μου άρεσε πάντως η μουσική του Καλατζόπουλου.
Η αναπαράσταση της εποχής που λέγαμε, φτάνει σε αρνητική κορύφωση στη σκηνή όπου κοτζάμ αντιπρόεδρος των ΗΠΑ επισκέπτεται το χωριό (όντως ο ελληνικής καταγωγής αντιπρόεδρος Άγκνιου, αναμεμειγμένος στο σκάνδαλο Watergate και άρον-άρον παραιτηθείς παρέα με τον Νίξον, είχε περιοδεύσει στην ελληνική επαρχία). Εδώ όμως τον βλέπουμε να φτάνει σχεδόν μόνος, με μια λιμουζίνα, συνοδευόμενος μόνο από έναν έλληνα αξιωματούχο και δύο γελοίους μπάτσους με μηχανές (!!!), λες και είναι ένας απλός αμερικάνος τουρίστας. Όσο για τις ιδεολογικές αντιρρήσεις (κυρίως στους στίχους του τραγουδιού της Νικολακοπούλου, που τραγουδά η Πρωτοψάλτη) όλο αυτό το νοσταλγικό κλίμα - αναπόληση της "ευτυχισμένης" παρά τα προβληματάκια παιδικής ηλικίας, αποδυναμώνει το θέμα της καταπιεστικής χούντας και - χωρίς φυσικά τίποτα τέτοιο να δηλώνεται ρητά - αποπνέει κάτι του στυλ "αχ τι καλά που ήταν όλα τότε, μακάρι να είμαστε πάλι εκεί - ε, ας μην ήταν κι αυτή παλιοχούντα..."
Δε νομίζω ότι φτάνει η θέληση, το χιούμορ και η νοσταλγία. Χρειάζεται και κάτι άλλο ώστε να "δέσει το φαγητό".

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 18, 2006

ΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΠΩΣ CRAZY


Το C.R.A.Z.Y. του καναδού Jean-Marc Vallee θα μπορούσε να είναι ένα ζοφερό δράμα στους κόλπους μιας σχετικά συνηθισμένης πολυμελούς οικογένειας, στην οποία συνυπάρχουν ναρκομανείς, gay, θρησκόληπτοι και macho. Πλην όμως, υπάρχει το διάχυτο χιούμορ, που την μετατρέπει σε άκρως ευχάριστη και, ενίοτε, διασκεδαστική, παρ' όλα τα δράματα που συμβαίνουν και την υποβόσκουσα συγκίνηση. Επίκεντρο ο τρίτος από τους 5 γιους της γαλλόφωνης οικογένειας, που, παρά τις ομοφυλοφιλικές του κλίσεις, αγωνίζεται με νύχια και με δόντια να πείσει τον περίγυρό του, οικογενειακό και μη, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό, ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Βλέπετε, η αποκλίνουσα σεξουαλική συμπεριφορά παραμένει ταμπού μεγαλύτερο από άλλες καταστάσεις, που, αν εξεταστούν αντικειμενικά, είναι πολύ σοβαρότερες.
Γύρω από τον άξονα αυτόν, οι δεκαετίες του 60, του 70 και του 80, με τις μουσικές, τις μόδες και τα στιλ τους, αποτελούν έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα φόντο, που δίνει και μια νοσταλγική (καθόλου γλυκερή όμως) πινελιά. Οι μουσικές κυρίως είναι εξαιρετικά επιλεγμένες, αποτελώντας ένα αγαπημένο σάουντρακ που θα θυμίσει πολλά σε πολλούς.
Κριτική - με ευχάριστο πάντα τρόπο - απέναντι στην οικογένεια, τα κοινωνικά ταμπού, τη θρησκεία (όλα τα λεφτά η ατάκα που μάτσο πατέρα που, ενώ είναι αρκετά συντηρητικός, αρχίζει να αμφιβάλλει απέναντι σε μια θρησκεία "της οποίας ο ιδρυτής φορούσε φουστάνια") και μελέτη των σχέσεων πατέρα - γιου, κάνουν το C.R.A.Z.Y. μια από τις πιο ευχάριστες φετινές εκπλήξεις, επιβεβαιώνοντας ότι, τελικά, το Κεμπέκ παράγει συχνότατα πολύ καλούς κινηματογραφικούς καρπούς.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 17, 2006

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΛΧΗΜΙΣΤΙΚΟΣ ΦΑΟΥΣΤ


O Faust (1994) είναι η ταινία του Jan Svankmajer που μάλλον μου άρεσε λιγότερο. Όχι ότι με απογοήτευσε, αλλά με κούρασε κάπως με κάποιες επαναλήψεις που περιέχει. Ο σουρεαλιστής Svankmajer δείχνει εδώ τον πιο "αλχημιστικό" του εαυτό, μεταφέροντας την ιστορία του Faust - πού αλλού;- στη σύγχρονη Πράγα. Ο μοντέρνος Faust κάνει τη συμφωνία του με τον διάβολο και πραγματοποιεί τις μαγικές του τελετουργίες μέσα σε φθαρμένα υπόγεια εγκαταλειμένων σπιτιών και παρακμασμένες πολυκατοικίες. Η εντροπία και η φθορά είναι για μια ακόμα φορά παρούσες, καθώς και μια έντονη αλχημιστική αίσθηση - και αισθητική. Ο Φάουστ δημιουργεί, μεταξύ άλλων, ένα ον από πηλό, στο οποίο εμφυσά ζωή, σε μια πιστή, σύντομη απεικόνιση του μύθου του Γκόλεμ, μεταφέρεται, όπως συμβαίνει στα όνειρα, από χώρο σε χώρο δίχως λογικό ειρμό (από ένα ερειπωμένο υπόγειο βρίσκεται σ' ένα παλιό κουκλοθέατρο κι από κει, δίχως προειδοποίηση, απλώς ανοίγοντας πόρτες, στη σκηνή ενός θεάτρου κλπ.) και γενικά δίνει την ευκαιρία στο δημιουργό για μια σειρά από αξέχαστες, σουρεαλιστικές εικόνες με την προσωπική σφραγίδα της αισθητικής του.
Αυτό που κάπως με κούρασε, όπως είπα στην αρχή, είναι οι συχνές μεταφορές της δράσης σε κουκλοθέατρο με γιγάντιες μαριονέτες, όπου ο μύθος κατά κάποιο τρόπο επαναλαμβάνεται, παιγμένος από κούκλες. Το χιούμορ - άλλο σήμα κατατεθέν του Svankmajer - δεν λείπει ούτε από αυτή του την ταινία, όπου για μια ακόμα φορά παρακολουθούμε έκπληκτοι έναν συνδυασμό από ηθοποιούς, μαριονέτες, πηλό και κάθε λογής κινούμενα αντικείμενα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 15, 2006

"ΕΚΕΙΝΟΙ" ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΣΑΣ ΤΡΟΜΑΞΟΥΝ


Το γαλλικό Ils ((Εκείνοι) των David Moreau και Xavier Palud είναι μια καθαρόαιμη, απόλυτα low budget ταινία τρόμου. Ένα ζευγάρι Γάλλων που ζει σ' ένα μεγάλο, απομονωμένο σπίτι κάπου στη Ρουμανία, δέχεται κατά τη διάρκεια μιας νύχτας τη λυσσασμένη επίθεση κάποιων που τα πρόσωπά τους δεν φαίνονται... μέχρι τις τελευταίες σκηνές. Δεν υπάρχουν εφφέ, δεν υπάρχουν εντυπωσιακές κορυφώσεις, υπάρχει μονάχα ένα αδιάκοπο σασπένς από την αρχή μέχρι το τέλος, που, με την τελική αποκάλυψη (που φυσικά δεν θα σας αποκαλύψω) γίνεται ακόμα πιο ανατριχιαστικό στην ωμότητά του.
Δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για αριστούργημα, είναι όμως μια αξιοπρεπέστατη ταινία ενός είδους με πιστούς θαυμαστές (οι υπόλοιποι ας μην κάνουν καν τον κόπο). Και μάλιστα του υποείδους αυτού που πετυχαίνει να τρομάξει τους θεατές με πολύ λίγα μέσα, δηλαδή ουσιαστικά με την ατμόσφαιρα, την υποβλητική σκηνοθεσία και μια "ντοκιμαντερίστικη" εικόνα, που κάνει το πράγμα πιο τρομαχτικό, καθώς δίνει την ψευδαίσθηση ρεαλισμού. Πολύ περισσότερο που, σύμφωνα με τα λεγόμενα στην αρχή και στο τέλος, πρόκειται για αληθινή ιστορία...

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 11, 2006

OTESANEK Ή ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΠΟΥ ΠΑΓΩΝΟΥΝ ΤΟ ΑΙΜΑ


Το 2000 ο Jan Svankmajer γυρίζει το Otesanek (Ο μικρός Οtik), όπου σπρώχνει το γκροτέσκο, που πάντοτε τον χαρακτηρίζει, στα απώτατα όριά του. Ο Μικρός Otik είναι κωμωδία, είναι παραμύθι... και συγχρόνως είναι ένας αληθινός εφιάλτης. Βασίζεται σε ένα λαϊκό παραμύθι, όπου ένα άτεκνο ζευγάρι φέρνει σπίτι ένα κομμάτι ξύλου με κλαδιά, που μοιάζει κάπως με ανθρώπινη φιγούρα. Το "υιοθετούν" ως το παιδί που δεν έχουν, κι αυτό κάποια στιγμή ζωντανεύει και... ας μη σας πω τι κάνει αφού ζωντανέψει.
Ο σατανικός Svankmajer μεταφέρει την ιστορία στη σύγχρονη Πράγα, σε μια καταθλιπτική, παλιά πολυκατοικία. Το ζευγάρι επισκέπτεται γυναικολόγους, κάνει ό,τι μπορεί, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Όταν το κούτσουρο μπαίνει στη ζωή τους, η γυναίκα είναι έτοιμη να το δεχτεί σαν αληθινό της παιδί και... ο εφιάλτης αρχίζει. Με μια διαφορά: Ότι θα γελάσετε πολύ, πάρα πολύ, μ' αυτόν τον εφιάλτη. Το πρώτο μέρος του φιλμ είναι αληθινά τρομαχτικό, καθώς παρακολουθούμε τη σύζυγο να βυθίζεται όλο και περισσότερο στην παράνοια, αντιμετωπίζοντας το ξύλο σαν αληθινό βρέφος. Είναι στιγμές που στο μυαλό μας έρχονται ταινίες όπως η "Αποστροφή" του Πολάνσκι. Στη συνέχεια όμως, το φανταστικό (χέρι - χέρι με το κατάμαυρο χιούμορ) εισβάλλει ανεπιστρεπτί.
Την παράσταση κλέβει η απίθανη οικογένεια των γειτόνων, και κυρίως το μικρό κοριτσάκι τους, η πρωταγωνίστρια ουσιαστικά της ταινίας και η μόνη που αντιλαμβάνεται όλη την αλήθεια, όταν οι μεγάλοι γύρω της έχουν μεσάνυχτα. Το κοριτσάκι αυτό είναι και αστείρευτη πηγή γέλιου με τα μικρομέγαλα καμώματά του, όπως και ο πατέρας του, εμβληματική φιγούρα που ο σκηνοθέτης έχει χρησιμοποιήσει κι άλλες φορές.
Αντίθετα με την "Αλίκη" ο S. εδω χρησιμοποιεί κανονικούς ηθοποιούς και περιβάλλοντα (με την απαραίτητη δόση κλειστοφοβίας και φθοράς βεβαίως), ενώ με animation δίνει μόνο το πλάσμα και το λαϊκό παραμύθι πάνω στο οποίο βασίζεται όλη η ιστορία. Ίσως η πιο στρωτή αφηγηματικά ταινία του σκηνοθέτη, αποτελεί must για τους φίλους του σουρεαλισμού και του κινηματογραφικού παράδοξου.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 10, 2006

Η "ΑΛΙΚΗ" ΣΑΝ ΕΦΙΑΛΤΗΣ


Πριν δείτε οποιαδήποτε ταινία του, καλό είναι να ξέρετε λίγα πράγματα για τον Τσέχο Jan Svankmajer. Γεννημένος το 1934, θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους animators του σινεμά. Χρησιμοποιεί ποικίλες τεχνικές (οτιδήποτε εκτός από κλασσικό κινούμενο σχέδιο): Κούκλες, πλαστελίνες, κίνηση αντικειμένων, μαριονέτες και πλήθος άλλες που επινοεί η αστείρευτη φαντασία του. Σουρεαλιστής μέχρι το κόκαλο (βασικό μέλος άλλωστε της σουρεαλιστικής ομάδας της Πράγας, που είναι ακόμα ενεργή), ασεβής, με κατάμαυρο χιούμορ, δημιουργεί απίστευτες εικόνες, που κινούνται ανάμεσα στην ποίηση και το... σπλάτερ, την ομορφιά και την απέχθεια. Το παράλογο, το γκροτέσκο, αλλά και το ιδιόρυθμο μαύρο χιούμορ που λέγαμε, κυριαρχούν στις ταινίες του, πολλές μικρού μήκους κυρίως (οι περισσότερες εξαιρετικές), αλλά και 5 μεγάλες.
Η "Αλίκη" (Neco z Alenky) του 1988 είναι ίσως η γνωστότερή του. Πρόκειται για το περίφημο παραμύθι του Λούις Κάρολ "Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων" σε μια απόλυτα Svankmajerική, ιδιόρυθμη εκδοχή. Χρησιμοποιώντας μία και μόνη "κανονική" ηθοποιό, τη μικρή Αλίκη, στήνει γύρω της έναν απίστευτο χορό από κάθε λογής κινούμενα αντικείμενα - καθημερινά ή φτιαχτά, υπαρκτά ή επινοημένα. Μόνο που ο φοβερός τσέχος "διαβάζει" το όνειρο της Αλίκης ως καθαρό εφιάλτη, μετατρέποντάς το έτσι στην πιο σκοτεινή ίσως "παιδική" (εντός πολλών εισαγωγικών) ταινία που έγινε ποτέ. Κλειστοφοβική, με ιδιαίτερη τάση - όπως σε όλα τα έργα του δημιουργού - προς τη φθορά και την εντροπία των πραγμάτων, δημιουργεί ένα απόλυτα γκροτέσκο, αλλόκοτο και εφιαλτικό αποτέλεσμα: Ο λαγός είναι ένας βαλσαμωμένος λαγός που ζωντανεύει, με ροκανίδια να χύνονται σαν αίμα από τα σωθικά του, τα τραπουλόχαρτα αποκεφαλίζονται στ' αλήθεια, τα κάθε λογής ζώα και πλάσματα του παραμυθιού αποτελούνται από αλλόκοτους, σαν μεταλλαγμένους, σκελετούς ζώων που θυμίζουν Bosch και δεν είναι ιδιαίτερα φιλικά προς την Αλίκη, κάλτσες ζωντανεύουν και γίνονται σκουλήκια, νύξεις για το ξύπνημα της σεξουαλικότητας υπάρχουν παντού, ανάκατες με σύμβολα - κλειδιά της ψυχανάλυσης... Και, μόνη ανθρώπινη φιγούρα ανάμεσα σ' όλα αυτά τα παράδοξα, η Αλίκη δεν γελά ποτέ σ΄όλο αυτό το βγαλμένο από εφιάλτες παραμύθι.
Δείτε το αν μπορέσετε - ξέροντας εκ των προτέρων ότι η εμπειρία δεν είναι ακριβώς ευχάριστη - θαυμάστε την καλπάζουσα φαντασία του Svankmajer και γνωρίστε τον δημιουργό που επηρέασε καλλιτέχνες όπως Burton ή ο Gilliam, που μου έρχονται πρόχειρα στο νου.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2006

Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ JAN SVANKMAJER




Στο Μικρόκοσμο, στη Συγγρού, υπάρχει ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στο έργο του μεγάλου Τσέχου Jan Svankmajer. Από τους μεγαλύτερους animators του παγκόσμιου σινεμά, 72 χρονών σήμερα, έχει χρησιμοποιήσει πλήθος τεχνικών (τα πάντα εκτός από κλασσικό κινούμενο σχέδιο): Πλαστελίνες, κούκλες, αντικείμενα που κινούνται με καρέ - καρέ κίνηση κλπ.), καθώς και "κανονικούς" ηθοποιούς. Σουρεαλιστής, με κατάμαυρο χιούμορ και απόλυτα γκροτέσκα ματιά, κινείται με άνεση ανάμεσα στην καθαρή ποίηση και στα όρια του... σπλάτερ, δημιουργώντας έναν προσωπικό, μαγικό κόσμο. Ζωντανός μύθος στον χώρο του, δουλεύει πρωτοποριακά από τη δεκαετία του 60 και θεωρείται κάτι σαν σύγχρονος αλχημιστής.
Στο αφιέρωμα περιλαμβάνονται 5 μεγάλου και πάρα πολλές μικρού μήκους ταινίες του. Ξεκινά από την Πέμπτη 7/12 και τελειώνει την Τρίτη 12/12 (δύο προβολές καθημερικά, 6.30 και 8.30). Μην το χάσετε!
Θα επανέλθω εν καιρώ με εντυπώσεις από συγκεκριμένες ταινίες του που΄θα έχω δει.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 06, 2006

ΕΚΔΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ Ή PECKINPAH ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Δεν έχω εντρυφήσει όσο θα έπρεπε στα γουέστερν. Μερικές βασικές ταινίες έχω δει μόνο. Αυτές όμως και μόνο αρκούν να με πείσουν ότι το σχεδόν ξεχασμένο αυτό είδος είναι και αρκετά παρεξηγημένο. Υπάρχουν περισσότερα φιλμ απ' όσα νομίζουμε που ΔΕΝ εξυμνούν τον ηρωισμό των πιονιέρων, την γενναιότητα της Άγριας Δύσης, τη γέννηση της μεγάλης Αμερικής. Αυτές οι σκέψεις δεν αφορούν μόνο τον μεγάλο Sam Reckinpah (αυτός είναι πασίγνωστος "αιρετικός", που καμία σχέση δεν έχει με τις παραπάνω "αμερικάνικες" αρετές). Αφορούν και άλλα γουέστερν.
Ωστόσο ο Peckinpah και ο "Εκδικητής της Ερήμου" (Ride the high country) του 1962, υπήρξε η αφορμή γι' αυτές. Μια ταινία που ξεκινά χαλαρά, σαν ένα ακόμα γουέστερν, πολύ σύντομα όμως καταλαβαίνουμε ότι τίποτα "παραδοσιακό" και συνηθισμένο δεν κομίζει με την εξέλιξή του. Δύο είναι τα σημεία που με άγγιξαν περισσότερο:
α: Οι χαρακτήρες. Πολύ γρήγορα οποιοσδήποτε σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε "καλούς" και "κακούς" εξαφανίζεται, ανατρέπεται. Πριν παγιώσεις την άποψή σου για τους ήρωες, πριν προλάβεις να τους κατατάξεις, ξύνεις με αμηχανία το κεφάλι παρακολουθώντας την εξέλιξή τους, τις αποφάσεις τους, τους "καλούς" και "κακούς" ρόλους που εναλάσσονται στις συμπεριφορές τους. Τι μας λέει εδώ ο Πέκινπα; Αυτό που όλοι λίγο - πολύ γνωρίζουμε, σπάνια όμως βλέπουμε σε ταινίες - και δη αμερικάνικες: Ότι οι διαχωρισμοί σε καλούς και κακούς στην πραγματική ζωή δεν υφίστανται, ότι όλοι μας κάποιες στιγμές μπορεί να αλλάξουμε ρόλους ή να εξελιχθούμε διαφορετικά απ' ό,τι αρχικά φαίνεται (ή νομίζουμε).
β: Ο χώρος. Η Αμερική των πιονιέρων, του άγριου Γουεστ, καθόλου ειδυλιακή και ηρωική δεν είναι. Κάθε άλλο. Παλιοί φίλοι ετοιμάζονται να ληστέψουν ο ένας τον άλλον, πιτσιρικάδες έχουν σαν όνειρο να σκοτώσουν με την πρώτη αφορμή για τον τσαμπουκά και μόνο, κι όσο για τα απομακρυσμένα χωριά που οι κάτοικοί τους ψάχνουν για χρυσό... μακάρι να μην περάσετε ποτέ από κει. Αποτελούνται από βιαστές, δολοφόνους, χαρτοκλέφτες, μέθυσους και άλλα τέτοια ωραία και - εκτός από εκκλησία - τα μόνα κτίρια για το κοινό που διαθέτουν είναι μπαρ - χαρτοπαικτική λέσχη και πορνείο (ίσως και φυλακή). Από κατοίκους σαν κι αυτούς "κατακτήθηκε η δύση".
Πέραν όλων αυτών όμως των θεωρητικών, η ταινία βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον, μέχρι την επική της κορύφωση, που, 7-8 χρόνια πριν, προαναγγέλει την αντίστοιχη - και πολύ πιο διάσημη - της αξεπέραστης "Άγριας Συμμορίας".

Κυριακή, Δεκεμβρίου 03, 2006

ΜΕΣΑ ΚΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ


Το Science of sleep (Σε είδα στ' όνειρό μου) του Michel Gondry κινείται στο ίδιο κλίμα με το πολύ καλό δικό του "Η αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού". Η σχέση με την προηγούμενη είναι φυσικά η ενασχόληση με τα όνειρα, το ασυνείδητο και γενικά τις "κρυμμένες" γωνιές του ανθρώπινου νου. Μόνο που εδώ γίνεται εμφανής προσπάθεια όλο αυτό να γίνει μέσα σε ένα απόλυτα feel good κλίμα, οπότε, μπορούμε να πούμε ότι το αποτέλεσμα είναι κάτι μεταξύ "Αιώνιας λιακάδας..." και "Αμελί", δίχως όμως να καταφέρνει να φτάσει κανένα από τα δύο.
Δεν είναι ακριβώς κακή ταινία. Ίσα - ίσα που διασκεδάζεις σε πολλά σημεία και, φεύγοντας, σου έχει μείνει αυτό το συναίσθημα ευφορίας που επιδιώκεται. Μέχρι τότε όμως, έπιασα πολλές φορές τον εαυτό μου να σκέφτεται "Πάλι τα ίδια;" κάθε φορά που ο ευαίσθητος, ρομαντικός και ονειροπόλος ήρωας μπαίνει ξανά και ξανά στον προσωπικό ονειρικό του κόσμο. Ο οποίος (και αυτό ανήκει στις πρωτοτυπίες της ταινίας) καμιά σχέση δεν έχει με ψηφιακές κατασκευές και υπολογιστές. Είναι όλος χειροποίητος, φτιαγμένος θάλεγες από παιδάκια που κάνουν χαρτοκοπτική και κάθε λογής άλλες κατασκευές με πρόχειρα υλικά, για να τονιστεί έτσι η αθωότητα και ο ρομαντισμός που λέγαμε.
Ωστόσο το σενάριο - εδώ λείπει ο Κάουφμαν, βλέπετε - επαναλαμβάνεται, πολυλογεί άνευ λόγου και μπερδεύεται όλο και περισσότερο με τα συνεχή πήγαιν΄- έλα στον ονειρόκοσμο , με αποτέλεσμα τη βαρεμάρα που προανέφερα.
Παρά το ότι λοιπόν το συγκεκριμένο φιλμ δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, περιμένω με ενδιαφέρον κάθε καινούρια δουλειά του Gondry, ο οποίος έχει αποδείξει ότι νοιάζεται, αν μη τι άλλο, για την πρωτοτυπία στη δουλειά του.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 01, 2006

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΟΔΟΤΕΣ ΔΥΟ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΩΝ


Μετά από δυο - τρία σκαμπανεβάσματα, ο Martin Scorsese "το έκανε". "Ο Πληροφοριοδότης" (The departed) είναι μια ταινία που μάλλον θα γραφεί στις χρυσές σελίδες του αστυνομικού φιλμ. Γυριμένο με στιβαρότητα, καταφέρνει να μην αφήσει τον θεατή να πάρει ανάσα επί δυόμιση ώρες (και πάνω που είχα αρχίσει να γκρινιάζω για τις αδικαιολόγητα μακρές διάρκειες αρκετών πρόσφατων ταινιών...) Και επιπλέον - ή μάλλον ταυτόχρονα - φτιάχνει έναν ζοφερό κόσμο όπου το Κακό κυριαρχεί και Καλό μάλλον δεν υπάρχει. Τι σημασία έχει αν ο Ντι Κάπριο αγωνίζεται στις τάξεις των "καλών", όταν έχει πέρα για πέρα χάσει τον εαυτό του και η ζωή του είναι κόλαση; Και τι νόημα έχει η τιμιότητα του μπάτσου που θα πει την "τελευταία λέξη" στο τελευταίο λεπτό, όταν στην καθημερινότητά του είναι ένας από τους αντιπαθέστερους χαρακτήρες που έχουμε δει; Και, τελικά, τι νόημα έχει ο όποιος διαχωρισμός καλού και κακού, όταν όλα είναι τόσο βρώμικα, τόσο αξεδιάλυτα μπερδεμένα (όλοι έχουν διπλές ταυτότητες, δουλεύουν κρυφά για άλλους, καρφώνουν αυτούς στους οποίους παρουσιάζονται σαν φίλοι και συνέταιροι κλπ.), ώστε σε τελευταία ανάλυση οι πάντες, μπάτσοι και γκάνγκστερς, ζουν την ίδια ουσιαστικά ζωή, κυλιούνται στον ίδιο βούρκο, άσχετα με το ποιον υπηρετούν στην πραγματικότητα; Μόνος, και πάνω απ' όλους, ο Νίκολσον, η απόλυτη ενσάρκωση του Κακού: Γι΄αυτόν τα πράγματα είναι ξακάθαρα. Είναι κακός επειδή το γουστάρει.
Ενδιαφέρον έχει το φως που ρίχνει ο Scorsese στις επιπτώσεις αυτής της βρώμικης καθημερινότητας στις ιδιωτικές ζωές των ηρώων. Είναι κάτι που εύκολα ξεχνιέται σε πιο σχηματικές ταινίες του είδους. Τελικά, αν όλο αυτό το μπάχαλο είναι η "επαγγελματική" σου ζωή, ε, τα προσωπικά σου δεν μπορεί να είναι και τόσο νορμάλ...
Αρκετά με το μπλα μπλά όμως. Ο "Πληροφοριοδότης" είναι πάνω απ' όλα μια απολαυστική ταινία, που με κράτησε από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, αυτό με την φοβερή κάθαρση, κι αυτό είναι που μετρά πάνω απ' όλα.

Τρίτη, Νοεμβρίου 28, 2006

ΜΙΑ PERFORMANCE ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΩΝ 60ς



Πρόσφατα είδα μια απ' τις θεωρούμενες ως πιο cult ταινίες ever: Την Performance (1970) των Donald Cammell (1934-1996) και Nicolas Roeg. Το cult status της ταινίας οφείλεται βέβαια κατά πολύ στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μικ Τζάγκερ. Πριν πάμε όμως σ' αυτό, θα ομολογήσω από την αρχή ότι με κούρασε αρκετά και βρήκα τη θέασή της μάλλον δύσκολη - παρά το ότι μ' αρέσει γενικά ο Ρεγκ.
Η ταινία χωρίζεται σε δύο εντελώς διαφορετικά μέρη. Στο πρώτο, ένα άγριο γκαγκστερικό δράμα, παρακολουθούμε τα εξαιρετικά βίαια έργα ενός λονδρέζου γκάνγκστερ, που αγγίζει τα όρια της ψυχοπάθειας. Φόνοι, βασανιστήρια, συμμορίες και ένας αδίστακτος James Fox συνθέτουν μια εφιαλτική εικόνα του λονδρέζικου υποκόσμου. Καμία σχέση με τα 60ς, των οποίων "ντοκουμέντο" θεωρείται το φιλμ. Παράξενο μοντάζ - χαρακτηριστικό του Ρεγκ, θυμηθείτε και το Don't look now - κουραστικό ωστόσο μέσα στην πρωτοπορία του, μπερδεμένη (ηθελημένα) αφήγηση, φοβερές φάτσες. Στο δεύτερο μέρος τα πράγματα αλλάζουν απότομα. Ο γκάγκστερ κρύβεται άθελά του στο διαμέρισμα του Τζάγκερ και από εκεί και πέρα βουτάμε για τα καλά στην παράνοια, αλλά και τη ριζοσπαστικότητα και την πρωτοπορία και την ανέμελη τρέλλα των 60ς. Ναρκωτικά, ελεύθερος έρωτας, κοινοβιακός τρόπος ζωής, εκκεντρικά ντυσίματα, πανταχού παρούσα μουσική, ινδικές επιρροές, περιφρόνηση για το αύριο και το μέλλον - ο απόλυτος θρίαμβος του "εδώ και τώρα" - δικαιώνουν τη φήμη της Performance ως μια από τις πιο πιστές καταγραφές της πολυσήμαντης αυτής εποχής. Ο ήρωας - εντελώς από άλλο ανέκδοτο - βουτά (μαζί με τον θεατή) σχεδόν με το ζόρι σ' αυτά, πλήρης θαυμασμού και αηδίας ταυτόχρονα. Και στο μέσον όλου αυτού του χάους, ένας αμφισεξουαλικός Τζάγκερ, απόλυτη ενσάρκωση των καιρών του.
Αν κάτι μου επιβεβαίωσε η ταινία είναι ότι όλο αυτό το απίστευτο κλίμα αφορούσε ένα μέρος μονάχα της τότε κοινωνίας - νέων κυρίως. Γύρω τους ζούσε και βασίλευε ένας κόσμος φοβερά συντηρητικός, καταπιεστικός και δίχως ανοχές. Θα μου πείτε, μα πάντα συμβαίνει αυτό. Και τώρα υπάρχουν "προχωρημένες" ομάδες (δώστε όποιον ορισμό θέλετε στον όρο αυτό, θετικό ή και αρνητικό) που ζουν σε κάποια περιθώρια, ενώ η κοινωνική δομή είναι πάντα αυτή που είναι. Σύμφωνοι. Η διαφορά όμως είναι ότι την εποχή αυτή το φαινόμενο της "διαφορετικότητας" σε όλα τα επίπεδα είχε γίνει μαζικότερο από ποτέ. Αυτή νομίζω είναι η βασική διαφορά των 60ς σε σχέση με το πριν και το μετά.
Αυτό που είναι πάντως ενδιαφέρον στην Performance είναι η καταγραφή δύο απόλυτα αντίθετων κόσμων, που έρχονται ξαφνικά δίπλα - δίπλα, ώστε να διαγραφούν ακόμα περισσότερο οι τερατώδεις διαφορές τους. Κατά τα άλλα, σας είπα, μάλλον κουράστηκα. Σας προτείνω όμως να το δείτε κυρίως σαν ένα είδος ντοκουμέντου μιας εποχής που, όπως όλα δείχνουν, μάλλον παρήλθε ανεπιστρεπτί.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 24, 2006

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΠΟΥ ΣΑΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ


Ο πόλεμος είναι ίσως η φριχτότερη ανθρώπινη κατάσταση. Ο εμφύλιος πόλεμος όμως είναι κάτι ακόμα χειρότερο. Δεν το πιστεύετε; Δείτε το "Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι" του Ken Loach. Όπου ο άγγλος σκηνοθέτης, με τον γνωστό ρεαλισμό και τη στέρεα γραφή του, μας δίνει ανάγλυφα το δράμα του ιρλανδικού λαού, από τον αγώνα για ανεξαρτησία μέχρι τον εμφύλιο που ακολουθεί.
Η ταινία χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο παρακολουθούμε το αντάρτικο των Ιρλανδών ενάντια στους Άγγλους κατακτητές. Εδώ τα πράγματα είναι καθαρά. Υπάρχουν καλοί και κακοί, είναι σαφές με ποιον είσαι και ποιον μισείς (πολύ περισσότερο μάλιστα όταν οι Άγγλοι παρουσιάζονται σαν κτήνη που καταπιέζουν με κάθε τρόπο τους Ιρλανδούς). Το μέρος αυτό δεν μου άρεσε τόσο, παρά τη δύναμη της γραφής του. Το βρήκα... πώς να το πω... πολύ ηρωικό για τα γούστα μου, ίσως και κάπως απόλυτο. Η άποψη αυτή ανατράπηκε πλήρως στο δεύτερο μισό, όπου ο Loach παρουσιάζει με συγκλονιστικό τρόπο τον άγριο εμφύλιο που ακολούθησε, καθώς οι Ιρλανδοί χωρίζονται σε μετριοπαθείς και επαναστάτες. Εδώ ο σκηνοθέτης δίνει αμερόληπτα και τις δύο απόψεις, αναδεικνύει θαυμάσια το δίκιο της κάθε πλευράς. Μ' αυτόν τον τρόπο είναι σχεδόν αδύνατο να ταυτιστείς με κάποια απ' αυτές (όπως ξεκάθαρα γίνεται στο πρώτο μισό) και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να βυθιστείς στη φρίκη, βιώνοντας απόλυτα τον βαθύτατο πόνο του αλληλοσπαρασόμενου λαού. Αυτή η σχετικά ουδέτερη στάση είναι που επιτείνει τη φρίκη και το αδιέξοδο, αλλά και δηλώνει ότι δεν υπάρχει μόνο άσπρο και μαύρο, καλό και κακό, αλλά τα πράγματα - δυστυχώς ορισμένες φορές - είναι πολύ πιο περίπλοκα.
Όλα αυτά δεν συμβαίνουν με βαρύγδουπες δηλώσεις. Κάθε στόμφος απουσιάζει. Η ταινία είναι ανθρώπινη, καθώς παρακολουθούμε το ιστορικό στοιχείο μέσα από τα μάτια των δύο αδελφών και των γύρω τους. Κι αυτό την κάνει πολύ πιο δυνατή από κάθε ρητορεία, μέχρι το ακόμα δυνατότερο - σαν γροθιά - φινάλε.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 23, 2006

ΕΡΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ


Το Desert Hearts είναι μια ταινία του 1985, που γύρισε η Donna Deitch και έχει πολλαπλό ενδιαφέρον. Πρώτα πρώτα είναι μια ταινία που πραγματεύεται έναν λεσβιακό έρωτα. Δεύτερον, τοποθετείται βαθιά στην αμερικάνικη επαρχία (στη Νεβάδα, αν θυμάμαι καλά), κάνοντας έτσι τα πράγματα "δύσκολα". Τρίτον, διαδραματίζεται σε παλιότερη εποχή (50'ς ή 60'ς), οπότε... ακόμα χειρότερα. Σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά; Ναι, πρόκειται για ένα ειδος Brokeback Mountain 20 χρόνια πριν - μόνο που οι ηρωίδες είναι γυναίκες (και φυσικά προηγείται κατά πολύ και του Boys don't cry).
Αντίθετα με το Brokeback Mountain πάντως, εδώ έχουμε μια πιο ρομαντική προσέγγιση - και τη βασική διαφορά ότι η ερωτική ιστορία των δύο γυναικών είναι αρκετά γνωστή στη μικρή κοινωνία, καθώς η μία, η νεότερη, είναι ανοιχτά λεσβία, που έχει καταφέρει να απολαμβάνει μιας κάποιας ανοχής απο τον περίγυρο - μέχρι που μπλέκει με την "σοβαρή" μεγαλύτερή της γυναίκα. Σημαντικό ρόλο στο φιλμ παίζει το μεγαλόπρεπο, ερημικό και ορεινό τοπίο που περιβάλλει το ράντσο όπου διαδραματίζεται η ιστορία, καθώς και η όλη "country" ατμόσφαιρα.
Ερωτικό δράμα στην ουσία, τρυφερό και ρομαντικό, όπως είπαμε, βλέπεται ευχάριστα, διαθέτει δύναμη και συγκίνηση και - όπως έμαθα στις "Νύχτες Πρεμιέρας" όπου το είδα, αφού, ομολογώ, αγνοούσα την ύπαρξή του πριν - αποτελεί ορόσημο του gay κινηματογράφου.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 22, 2006

ΜΑΓΟΙ, ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΛΑΒΡΑΚΙΑ


Το Scoop, η νέα (κιόλας) ταινία του ασταμάτητου Woody Allen είναι χαριτωμένη. Έχει αρκετή πλάκα, έχει φαντάσματα (!), έχει χιτσκοκικό σασπένς και αστυνομικό μυστήριο για το ποιός είναι ο δολοφόνος (σίγουρα το αστυνομικό μέρος είναι επηρεασμένο από το σεναριακό ύφος ταινιών του Χίτσκοκ), έχει δημοσιογράφους στο κυνήγι της μεγάλης επιτυχίας, έχει και Σκάρλετ Γιόχανσον ως σχετικά χαζή αμερικάνα wannabe δημοσιογράφο σε ένα κυριλέ και ψηλομύτικο Λονδίνο. Σίγουρα παρακολουθείται ευχάριστα (εγώ τουλάχιστον το απόλαυσα αρκετά), σε καμιά περίπτωση όμως δεν νομίζω ότι μπορεί να θεωρηθεί από τις πολύ καλές ταινίες του Woody (αφείστε δα και το γεγονός ότι οι εχθροί του ή όσοι τον βαριούνται τέλος πάντων θα βγάλουν σπυράκια βλέποντάς τον να ενσαρκώνει έναν ρόλο "από τα ίδια", τουτέστιν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του). Αλλά εγώ σας έχω ξαναπεί κάπου ότι συγκαταλέγομαι στους φίλους του, οπότε μπορώ να απολαμβάνω και μια σχετικά μέτρια ταινιούλα του.
Αν, τέλος πάντων, δεν σας κουράζει, δείτε το για τη fell good αίσθηση που αποπνέει και την όλη εύθυμη ατμόσφαιρα. Να μη ξεχνάτε όμως, ότι σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για "Matchpoint".

Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2006

Ο ΑΗΔΗΣ BORAT ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ


Η ταινία "Borat: Cultural Learnings of America for Make Benefit Glorious Nation of Kazakhstan" (ναι, όλο αυτό) του Larry Charles είναι κάτι που δεν σου επιτρέπει να εκφέρεις γνώμη έτσι εύκολα. Χοντρό χιούμορ, δυναμίτης στα θεμέλια κάθε έννοιας πολιτικής ορθότητας, φόρμα ψευδοντοκιμαντέρ, αρκετές ξεκαρδιστικές σκηνές κι άλλες τόσες τόσο, μα τόσο, χοντρές, που φτάνουν στα όρια της αηδίας, σάτιρα των αμερικάνων (κυρίως) που σπάει κόκκαλα και, γενικά, ένα συνοθύλευμα από έξυπνα και καθόλου έξυπνα στοιχεία, που στο τέλος με άφησε να ξύνω αμήχανα το κεφάλι δίχως να μπορώ να αποφασίσω αν μου άρεσε ή όχι.
Ο Sacha Baron Cohen, γνωστός και ως Ali G, κωμικός εβραϊκής προφανώς καταγωγής, ντύνεται την περσόνα του εκ Καζακστάν τηλεδημοσιογράφου Borat, που πάει στις ΗΠΑ "για να μάθει στους άξεστους συμπατριώτες του τον προχωρημένο αμερικάνικο τρόπο ζωής"... κι ό,τι ακολουθεί είναι απερίγραπτο. Φυσικά, πέραν της χοντρότητας του χιούμορ, οι βασικές ενστάσεις περιστρέφονται γύρω από τον ρατσισμό της ταινίας, ο οποίος είναι προφανής και δηλωμένος. Το θέμα είναι ότι ο ρατσισμός αυτός μοιράζεται εξ ίσου (ή μάλλον πέφτει εξ ίσου πάνω σε) αμερικανούς, καζαχστανιανούς (ή όπως τέλος πάντων λέγονται), εβραίους, ουζμπέκους, γυναίκες (!) και ίσως και να ξέχασα μερικούς. Ίσως τώρα να μη μπορεί να θεωρηθεί ρατσισμός η στάση προς τους αμερικάνους, αφού ο Borat επιλέγει πολύ συγκεκριμένα ηλίθια-έως-και-φασιστικά target group (φανατικούς ευαγγελιστές, δάσκαλους του σαβουάρ βιβρ, μισογύνηδες μπεκρήδες νεαρούς, νότιους που συχνάζουν στα ροντέο και τραγουδούν τον εθνικό ύμνο και άλλα τετοια ωραία) - αν και η υστερία προς την τρομοκρατία μοιάζει να είναι πανταχού παρούσα. Ίσως και να μην μπορεί να θεωρηθεί ρατσιστική ούτε και η στάση του προς τους εβραίους, αφού ο αντισημιτισμός παρουσιάζεται ως ιδεολογία ενός εξ ορισμού μαλάκα και ρατσιστή, όπως είναι η προσωπικότητα του Borat. Αλλά το καημένο, άσχετο Καζαχστάν τι έφταιγε (το οποίο, άνευ κανενός λόγου - ή μάλλον για λόγους πλάκας - γίνεται ρεντίκωλο με κάθε πιθανό τρόπο από την αρχή ως το τέλος);
Δεν ξέρω επίσης αν οι σκηνές με τους δεκάδες αμερικάνους τους οποίους ξεμπροστιάζει είναι όντως αυθεντικές ή στημένες. Αν ισχύει το πρώτο, κερδίζει πόντους λόγω τόλμης και κατάδειξης της απύθμενης ηλιθιότητας και ρατσισμού μεγάλου μέρους της αμερικάνικης κοινωνίας.
Σίγουρα θα γελάσετε σε κάποια σημεία, πιθανότατα θα ενοχληθείτε σε άλλα. Αν το δείτε πάντως, δείτε το από περιέργεια ως προς το πού μπορεί να φτάσει ο Borat και, εν πάσει περιπτώσει, ως ένα φιλμικό αξιοπερίεργο.

Κυριακή, Νοεμβρίου 19, 2006

BABEL Ή Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ ΣΤΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ


Η Babel του μεξικάνου Alejandro Gonzalez Inarritu είναι μία από τις συγκλονιστικότερες φετινές ταινίες. Τρεις φαινομενικά άσχετες ιστορίες σε τρία απομακρυσμένα μέρη του κόσμου, το Μεξικό, την Ιαπωνία και το Μαρόκο, "δένουν" με απροσδόκητο τρόπο καθώς, σιγά - σιγά, αποκαλύπτεται η τυχαία μερικές φορές σχέση τους. Ίσως είναι η πιο έξυπνη "εικονογράφηση" της θεωρίας του χάους που έχω δει στο σινεμά, αυτής δηλαδή που δηλώνει ότι "το πέταγμα μιας πεταλούδας στο Πεκίνο μπορεί να προκαλέσει μια καταιγίδα στη Νέα Υόρκη" ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων - μόνο που εδώ αυτή η θεωρία εφαρμόζεται σε αθρώπους και στις σχέσεις τους. Μια αόρατη αρχικά γραμμή συνδέει την ιστορία του πυροβολισμού μιας αμερικανίδας τουρίστριας στο Μαρόκο (που δημιουργεί διπλωματικό επεισόδιο) με αυτή μιας κωφάλαλης έφηβης γιαπωνέζας, που βιώνει την ερωτική απόρριψη των αγοριών, που τη θεωρούν "τέρας", ενώ η πρώτη συδέεται άμεσα μ' αυτήν μιας φτωχής μεξικάνας γκουβερνάντας που παίρνει για μια μέρα τα πλούσια αδελφάκια που προσέχει στο Μεξικό, για το γάμο του γιού της, με απρόβλεπτες συνέπειες.
Το καταπληκτικό στην ταινία είναι - πέραν της δεδομένης ευαισθησίας του Inarritu - το κλιμακούμενο σασπένς, το γεωμετρικά αυξανόμενο αδιέξοδο στις παράλληλες ιστορίες, αδιέξοδο στο οποίο εγκλωβίζονται όλοι οι τόσο διαφορετικοί ήρωες. Ο θεατής καθηλώνεται, το στομάχι σφίγγεται, το αυξανόμενο άγχος των πρωταγωνιστών μεταδίδεται απόλυτα και σε μας. Αν επρόκειτο για θρίλερ ή ταινία τρόμου, θα έλεγα ότι πέτυχε άριστα το στόχο της. Η "Βαβέλ" όμως καταφέρνει να πετύχει τα ίδια ακριβώς αποτελέσματα σε μια απόλυτα ρεαλιστική ταινία. Και ταυτόχρονα, να κοιτάξει από κάθε δυνατή οπτική γωνία τους χαρακτήρες, δικαιώνοντας τον καθένα τους, αφού κανείς ουσιαστικά δεν φταίει για τις πολλαπλές επαπειλούμενες τραγωδίες.
Περιμένουμε πολλά από τον Inarritu, που κατάφερε να κάνει και τρίτη καλή ταινία, ενώ, αν συνυπολογίσουμε τον Cuaron με τα "Παιδιά των ανθρώπων" και τα πολύ καλά λόγια που ακούμε για τον καινούριο Del Toro, ίσως να πρέπει να μιλάμε για μεξικάνικη άνθηση.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2006

ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ


Το Paris, je t'aime είναι ένα φιλμ όπου γύρω στους 20 σκηνοθέτες, αρκετοί απ' αυτούς πολύ γνωστοί, κάνουν από ένα πεντάλεπτο φιλμάκι με θέμα το Παρίσι. Ανάμεσά τους ονόματα όπως αυτά του Tom Tykwer, των αδελφών Coen, του Alexander Payne, του Walter Salles, του Gus van Sant, του Wes Craven, του Alfonso Cuaron, του Olivier Assayas και άλλων. Είναι φυσικό από μία τέτοια συγκέντρωση ανόμοιων δημιουργών, να προκύπτουν άνισα αποτελέσματα, με πολύ καλές αλλά και αδιάφορες στιγμές. Τα θετικά όμως είναι δύο: Α. Τα φιλμάκια είναι μόλις πεντάλεπτα, με αποτέλεσμα ακόμα και τα πιο αδιάφορα να τελείώνουν πολύ γρήγορα και να περνάς αμέσως στο επόμενο, πριν προλάβεις να βαρεθείς. Β. Το κοινό θέμα, το Παρίσι δηλαδή, κάνουν το συνολικό φιλμ αρκετά ομοιογενές, παρά την ετερόκλητη ματιά των δημιουργών.
Υπάρχουν φυσικά και οι καλές στιγμές που λέγαμε (του Salles, του Payne, το αστείο των Coen και αρκετές άλλες), είναι και η πλειάδα πασίγνωστων ηθοποιών, ευρωπαίων και αμερικάνων, που παρελαύνει (μια ματιά στα ζενερίκ θα σας πείσει), οπότε το όλο project αφήνει τον θεατή σε καλή διάθεση, παρά την ύπαρξη ορισμένων σπαρακτικών (πλην όμως καλών) σκετς. Αν μάλιστα αγαπάτε το Παρίσι, περιπλανιέστε και στις διάφορες γωνιές του, αφού ο κάθε δημιουργός επιλέγει μια συγκεκριμένη περιοχή για να στήσει τη μικρή του ιστορία. Αρκετά συμπαθητική λοιπόν προσπάθεια συνολικά, πολύ λίγο τουριστική, που αξίζει την προσοχή μας. Έχετε υπ' όψη βέβαια ότι η αγάπη των περισσότερων από τους σκηνοθέτες για το Παρίσι είναι δεδομένη, οπότε αν εσείς μισείτε το Παρίσι, αλλάξτε πόλη ή κινηματογράφο.
ΥΓ: Α, ναι. Υπάρχει και σκετσάκι με βρυκόλακες!

Δευτέρα, Νοεμβρίου 13, 2006

SHORTBUS: ΑΚΡΟΒΑΤΩΝΤΑΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ


Το Shortbus του John Cameron Mitchell έχει αποκτήσει την φήμη ενός πορνογραφικού φιλμ. Κι αυτό έχει κάποια βάση, αφού περιέχει σκηνές σκληρού σεξ (με τα σχετικά γκρο πλαν, τις κανονικότατες εκσπερματώσεις, τους ποικίλους συνδυασμούς κλπ.) Πλην όμως σε καμία περίπτωση δεν αρκείται σ' αυτό. Διότι πέραν αυτών των "τολμηρών" σκηνών, ξεχειλίζει από ευαισθησία και χιούμορ. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που συνωστίζονται στο περίφημο Shortbus, ένα κλαμπ που συνδυάζει προχωρημένα σόου, καλή μουσική και... παρτούζες, κατά βάθος αναζητούν απεγνωσμένα κάτι που θα τους ολοκληρώσει. Αγάπη, επιβεβαίωση αγάπης, αληθινά συναισθήματα, οργασμούς (στην περίπτωση της ψυχολόγου που δεν μπορεί να φτάσει σε οργασμό) και πολλούς συνδυασμούς όλων των παραπάνω κι άλλων ακόμα, όπως πολλοί είναι και οι συνδυασμοί κορμιών, στάσεων και αριθμού συμμετεχόντων που συμβαίνουν εκεί - με προτίμηση στο gay σεξ, αν και όχι μόνο. Προβληματικοί λοιπόν κατά βάθος οι περισσότεροι από τους θαμώνες, αναζητούν να ολοκληρωθούν - και ενίοτε να ολοκληρώσουν - μέσα από το σεξ, αν και πίσω απ΄αυτή κρύβονται και πολλές άλλες αναζητήσεις.
Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, όλα αυτά δίνονται με χιούμορ (πάρχουν μάλιστα και πολύ αστείες σκηνές), το οποίο όμως εναλάσσεται με τη συγκίνηση και την τρυφερότητα. Όντως το κωμικό και το σπαρακτικό στοιχείο καταφέρνουν να βρίσκονται σε ισορροπία. Απολαυστικά τα μουσικά και χορευτικά μέρη που διανθίζουν το φιλμ - η μουσική άλλωστε είναι σημαντικότατο στοιχείο του, όπως και στο Hedwig and the Angry Inch, την πρώτη ταινία του C. Mitchell.
Δείτε το μόνο αν δεν ενοχλείστε από τις σκηνές σκληρού πορνό που περιέχει (gay και μη). Αλλιώς, μάλλον δεν είναι η ταινία σας (είδα κύριο 35 με 40 να φεύγει έξαλλος στο διάλειμμα, ενώ η κοπέλα του πάσχιζε μισογελώντας να τον πείσει να μείνει λέγοντας: "Μα πώς κάνεις έτσι; Δεν έχεις δει ταινίες με τη Divine"; Τελικά ο κύριος έφυγε στα μισά και κείνη τον ακολούθησε με βαρειά καρδιά).
ΥΓ: Προσέξτε τα ζενερίκ στο τέλος. Πάμπολλα ονόματα της μουσικής κυρίως, αλλά και άλλων χώρων, εμφανίζονται στο φιλμ. Προσωπικά ελάχιστα κατάφερα να εντοπίσω. Ίσως να είναι ένας λόγος για να το δει κανείς σε DVD ψάχνοντας, ας πούμε, τον Moby και πολλούς άλλους.

Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2006

ΠΕΡΙ ΗΡΩΩΝ ΚΑΙ ΣΗΜΑΙΑΣ


Είναι από τις λίγες φορές που με απογοητεύει μια από τις ταινίες που σκηνοθετεί ο Clint Eastwood. "Οι σημαίες των προγόνων μας" ταλαντεύονται αναποφάσιστα ανάμεσα στον πατριωτισμό και την απομυθποποίηση των ηρώων, στον ηρωισμό και την αντιπολεμική ματιά. Με αφορμή την περίφημη φωτογραφία που δείχνει αμερικανούς στρατιώτες να καρφώνουν τη σημαία τους σε ένα ύψωμα που κατέλαβαν, αφηγείται την αληθινή ιστορία της φριχτής μάχης της Ιβοζίμα, μιας από πιο αιματηρές του Β' παγκόσμιου, αλλά και αυτήν των τριών από τους στρατιώτες της φωτογραφίας που επιβίωσαν μετά την επιστροφή τους στην πατρίδα.
Η ταινία έχει σίγουρα κάποια καλά στοιχεία. Η αντιπολεμική ματιά είναι σαφέστατη στις (ατέλειωτες) σκηνές μάχης, που δίνονται με τρόπο που ορισμένες φορές αγγίζει τα όρια του σπλάτερ (αν και, θα μπορούσε να αντικρούσει κανείς, έχουμε δει χιλιάδες τέτοιες πολεμικές - αντιπολεμικές σκηνές τα τελευταία 30τόσα χρόνια). Υπάρχει επίσης ο προβληματισμός περί του τι σημαίνει (αν σημαίνει κάτι τελικά) η έννοια του ηρωισμού, καταλήγοντας, σωστά νομίζω, ότι οποιοσδήποτε κάτω από κατάλληλες συνθήκες μπορεί να γίνει ήρωας (ή κατά λάθος ήρωας) κι ας είναι ο κοινότερος των ανθρώπων. Το πιο ενδιαφέρον όμως κομμάτι είναι η κατάδειξη της αδίστακτης εκμετάλλευσης από το κράτος και τους κάθε λογής πολιτικούς και επιχειρηματίες των "ηρώων" (με ή χωρίς εισαγωγικά, αποφασείστε) όταν επιστρέφουν στις ΗΠΑ και η χρησιμοποίησή τους σαν ατραξιόν σε ένα είδος περιοδεύοντος τσίρκου με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων, ενώ ο ένας απ' αυτούς, που τυχαίνει να είναι ινδιάνος, υφίσταται από πάνω και όλον το ρατσισμό της χώρας του.
Καλά όλα αυτά. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η ταινία δεν "τσουλάει". Πολύ γρήγορα γίνεται βαρετή και επαναλαμβανόμενη, με αδικαιολόγητα μακρά διάρκεια. Ξανά τα φλας μπακ των μαχών, ξανά πίσω στο "τσίρκο", και πάλι στη μάχη... επί 132' ατέλειωτα λεπτά. Ο συνήθως στιβαρός Eastwood εδώ μοιάζει να πλατειάζει αδικαιολόγητα, λέγοντας και ξαναλέγοντας τα ίδια. Κουράστηκα. Αφείστε που, τελικά, παρά το αντιπολεμικό που λέγαμε, η στρατιωτική ανδρεία μοιάζει εξακολουθεί να αποτελεί ύψιστη αρετή...

Σάββατο, Νοεμβρίου 11, 2006

ΘΑΥΜΑ ΣΤΟ MORGAN'S CREEK Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES Nο4


Ο Preston Sturges (1898-1959) γύρισε το "The miracle at Morgan's Creek" το 1944. Η Αμερική βρίσκεται σε πόλεμο, η ηθική είναι συντηρητικότερη από ποτέ. Οι ταινίες μιλάνε για ηρωισμούς και πασχίζουν να εμψυχώσουν φαντάρους, αλλά και όσους έχουν μείνει πίσω, πείθοντάς τους για τον ηρωισμό και το άξιον της θυσίας των παιδιών τους. Μέσα σ' αυτό το φορτισμένο κλίμα ο σαρδόνιος Sturges γυρίζει μια κωμωδία (από τις καλύτερές του) που κυριολεκτικά γράφει στα παλιά της τα παπούτσια όλα τα παραπάνω.
Υπάρχουν κι εδώ φαντάροι που ετοιμάζονται να φύγουν για τον πόλεμο, υπάρχουν οικογένειες που μένουν πίσω και εύχονται να γυρίσουν ζωντανοί, όλα αυτά όμως χρησιμοποιούνται σαν απλά υλικά για μια τολμηρότατη για την εποχή κωμωδία, που σε κάνει να απορείς για το πώς ξέφυγε από τις δαγκάνες της λογοκρισίας του καιρού της.
Γιατί εδώ, πάνω απ' όλα, υπάρχει μια νόστιμη και πεταχτούλα ξανθειά που τη βρίσκει με όποιον φορά στολή, ο αυστηρός σερίφης πατέρας της, η παμπόνηρη και μπασμένη από μικρή στα κόλπα 16χρονη (!) αδελφή της και ο -σχεδόν- ηλίθιος του χωριού που είναι ερωτευμένος με τη μεγάλη και έχει τύψεις που, παρά τις προσπάθειές της δεν τον έστειλαν στο μέτωπο, στερώντας του την ευκαιρία να γίνει ήρωας και να αρέσει επιτέλους στις γυναίκες. Μέσα από σπινταριστούς διαλόγους και διάφορα ευτράπελα, η κοπέλα το σκάει από τον κέρβερο μπαμπά, πηγαίνει με 5-6 φαντάρους σε πάρτι με αλκοόλ και άλλα και σύντομα διαπιστώνει ότι έχει μείνει έγκυος, αποφασίζοντας μάλιστα να κρατήσει το παιδί παρά το άγνωστο της πατρότητας. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά υπονοείται ότι μάλλον πηδήχτηκε και με τους 5-6 που λέγαμε. Από εκεί και πέρα οι ίντριγκες συνεχίζονται μέχρι την απροσδόκητη και εξαιρετικά αστεία και σουρεαλιστική κατάληξη.
Το έχουμε ξαναπεί. Ίσως σε μερικούς οι κωμωδίες του Sturges να φαίνονται ξεπερασμένες και παλιομοδίτικες. Όπως όμως ισχύει με όλα τα έργα τέχνης, είναι κανείς υποχρεωμένος να τα τοποθετήσει στο πλαίσιο της εποχής κατά την οποία δημιουργήθηκαν. Και τότε μένει έκπληκτος από την τόλμη και το "μπροστά" ταινιών σαν αυτή. Και, στο κάτω-κάτω, τα φιλμ αυτά παραμένουν, αν μη τι άλλο διασκεδαστικά. Κυρίως αυτό εδώ (ίσως το πιο τολμηρό του).

Παρασκευή, Νοεμβρίου 10, 2006

VOLVER: Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΣΕ ΕΝΑ


Ο Pedro Almodovar είναι πάλι εδώ και μάλιστα με μια από τις καλύτερες ταινίες του. Αν και, θα μπορούσε να πει κανείς, αυτό δεν έχει και τόση σημασία: Όλες του οι ταινίες κάπου μοιάζουν ή, τέλος πάντων, είναι άμεσα αναγνωρίσιμες, όπως αυτές του Woody Allen, του Kaurismaki και άλλων από το είδος που αποκαλούμε "προσωπικούς δημιουργούς". Έτσι, είναι καλύτερα να μιλάμε για ένα σύνολο ταινιών που δημιουργούν ένα προσωπικό σύμπαν, μια οικεία σε όσους το παρακολουθούν "μυθολογία": Ιστορίες πολύπλοκες, στα όρια σχεδόν του απίθανου, ηθελημένη χρήση του κιτς, γυναικείοι χαρακτήρες που έχουν το "πάνω χέρι" και - πάνω απ' όλα - μια απίστευτη ικανότητα στην ανάμειξη του τραγικού με το γελοίο, του σπαρακτικού δράματος και της ξεκαρδιστικής - "χοντρής" ενίοτε - κωμωδίας, είναι μερικά από τα βασικά στοιχεία του έργου του. Κι όλα αυτά δίχως το τελικό αποτέλεσμα να "κλωτσά". Αντίθετα εμφανίζεται πάντοτε ενιαίο, αρμονικό και ισορροπήμένο στα έκθαμβα μάτια μας κι όχι σαν ένα κολλάζ ετερόκλητων στοιχείων. Ίσως μερικοί θεωρούν τον Almodovar σκηνοθέτη "γυναικείων" ταινιών. Πιθανόν έχουν δίκιο, πλην όμως το αποτέλεσμα ξεπερνά κατά πολύ το χαρακτηριστικό αυτό, κάνοντας τα φιλμ του "κατάλληλα" για όλους.
Στο Volver όλα αυτά τα στοιχεία βρίσκονται στα καλύτερά τους. Πρόκειται για μια ταινία καθαρά γυναικών, που, μάλιστα, οι ηλικίες τους κυμαίνονται από 16 έως 80 χρόνων - εντάξει, εμφανίζεται και ένας άντρας για κανένα δεκάλεπτο... Οι χαρακτήρες τους είναι άψογα δομημένοι, ο ρυθμός δεν χαλαρώνει καθώς το σπαρακτικό δράμα μπλέκεται, όπως πάντα, με το εξωφρενικά αστείες καταστάσεις, οι αποκαλύψεις ακολουθούν η μια την άλλη φτάνοντας προς το τέλος σε κρεσέντο και κρατώντας έτσι αμείωτο το ενδιαφέρον μας, το φανταστικό πάει χέρι χέρι με τον ρεαλισμό, το μελό με τον χαβαλέ - δίχως όμως ποτέ να γίνεται αυτό που εύκολα θα αναγνωρίζαμε ως παρωδία. Οι γυναίκες δολοφονούν τους άντρες σε διάφορες εποχές της αφήγησης κι όμως, αυτό δίνεται τόσο ομαλά, φαίνεται τόσο νορμάλ και δικαιολογημένο στα μάτια μας... Και, το ξαναείπαμε, μέσα σ' όλα αυτά τα δράματα, τους φόνους και τις ψυχολογικές μελέτες, η ταινία παραμένει, πάνω απ' όλα, διασκεδαστικότατη.
Μετά από 25 και βάλε χρόνια στην πιάτσα ο Almodovar εξακολουθεί να κάνει πολύ καλές ταινίες - ίσως και να γίνεται μάλιστα όλο και καλύτερος. Και μόνο το γεγονός αυτό θα αρκούσε για να συστήσουμε ανεπιφύλακτα το Volver.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2006

ΣΤΟ ΧΑΟΣ ΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΠΑΙΔΙΑ


Το "Children of men" του Alfonso Cuaron αποτέλεσε για μένα μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις της μέχρι τώρα σεζόν. Δυστοπική επιστημονική φαντασία με πολλές σαφείς αναφορές στην τωρινή κατάσταση του κόσμου, καταφέρνει να δημιουργήσει μια αληθινά εφιαλτική ατμόσφαιρα παρακμής, σχεδόν μετακαταστροφική, και μάλιστα δίχως να έχει υπάρξει καταστροφή. Το απλό εύρημα που δημιουργεί όλο αυτό το ζοφερό κλίμα είναι ότι οι άνθρωποι, για άγνωστους λόγους, παύουν ξαφνικά να αναπαράγονται. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρωπότητα βαδίζει μαθηματικά προς το τέλος της, έχει κανονική "ημερομηνία λήξης".
Το φοβερό αυτό γεγονός δημιουργεί, όπως είναι φυσικό, απόλυτο χάος, αλλά και απελπισία. Οι αυτοκτονίες πολλαπλασιάζονται, διευκολύνονται μάλιστα από την κυβέρνηση, τα κράτη και σχεδόν κάθε μορφή οργάνωσης καταρρέουν. Ό,τι απομένει είναι ένα σχεδόν φασιστικό και ρατσιστικό καθεστώς στη Βρετανία και εκατομμύρια ανθρώπινα ερείπια, που αργοσέρνονται στα ερείπια των πόλεων. Οργανώσεις διεκδικούν απελπισμένα την (τελευταία) εξουσία, αχανή στρατόπεδα έγκλειστων προσφύγων λειτουργούν σαν νέες εξαθλιωμένες πόλεις και γενικότερα ό,τι έχει απομείνει μπορεί να περιγραφεί με μια λέξη: Χάος. Η ταινία παρακολουθεί τις αντιδράσεις, συγκρούσεις και χορούς συμφερόντων όταν μια ακτίνα ελπίδας εμφανίζεται σ' όλο αυτό το χάος.
Το πολύ ενδιαφέρον, πέρα από την καθηλωτική ιστορία, είναι η εκπληκτική ατμόσφαιρα της ταινίας. Μια που μιλάμε για κοντινό σχετικά μέλλον, ο Cuaron στήνει ένα εξαιρετικά ρεαλιστικό περιβάλλον καταστροφής και παρακμής. Τα πάντα θυμίζουν οικείες - δυστυχώς - εικόνες που όλοι ξέρουμε καλά από τηλεόραση ή ντοκιμαντέρ και αφορούν πόλεις μετά από πόλεμο, φυσικές καταστροφές, πάμφτωχες τριτοκοσμικές καταστάσεις ή στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Παλαιστίνη, οι βομβαρδισμένες πόλεις του Β' παγκόσμιου, οι καθημερινοί εξαθλιωμένοι λαθρομετανάστες, βρίσκονται - αναγνωρίσιμα - εδώ. Η μουντή, γκρίζα φωτογραφία επιτείνει την απελπισία, αλλά και δημιουργεί μια δυνατή αίσθηση νοσταλγίας όταν φεύγει γαι λίγο από τις κατεστραμένες πόλεις για να περιπλανηθεί σε λίγα ανέγγιχτα καμμάτια υπαίθρου και σε απομεινάρια του παρελθόντος που ζουν εκεί (έναν γέρο πρώην χίπη για την ακρίβεια). Οι εικόνες της ταινίας είναι συχνά αποκαλυπτικές, γεμάτες ζοφερή ομορφιά. Κια η συγκίνηση, χωρίς κατά τη γνώμη μου να γίνεται μελό, δίνει επίσης το παρόν.
Προσωπικά τη θεωρώ μια από τις καλύτερες εκδοχές τέλους του κόσμου (ή σχεδόν) που έχουμε δει στο σινεμά.
ΥΓ: Ο μεξικανός Cuaron ανήκει στην κατηγορία των απρόβλεπτων σκηνοθετών, που αρέσκονται να διατρέχουν τα είδη. Από το "Και τη μαμά σου επίσης" έως την ταινία αυτή, περνώντας από τον τελευταίο Χάρυ Πότερ, έχει κάνει πολύ διαφορετικά, αλλά πάντοτε ενδιαφέροντα πράγματα. Περιμένω με αγωνία τη συνέχεια.

Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2006

ΚΥΡΙΑ ΠΝΙΓΜΕΝΗ ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΦΕΛΕΙΑ


Φαίνεται ότι ο Night Shyamalan κάνει εναλλάξ μια καλή ταινία και μια που δεν βλέπεται. Μετά το ατμοσφαιρικό "Village" ήρθε δυστυχώς η σειρά της κακής "Lady in the Water". Μιας άνευρης απόπειρας δημιουργίας παραμυθιού και μαγείας στον σύγχρονο κόσμο, με μεσιανικά μηνύματα, μελό κορώνες και τόννους αφέλειας, που την κάνουν τόσο κακή όσο και ο απίστευτος "Οιωνός", μερικά χρόνια πριν. Το στόρι είναι από την αρχή γλυκερό, καθώς η Νύμφη θέλει να φέρει "μήνυμα αγάπης και ειρήνης" στην ανθρωπότητα και να βρει κάτι σαν "αυτόν που θα προετοιμάσει με τη διδασκαλία του την έλευση του ανθρώπου που θα αλλάξει τον κόσμο", ο οποίος μάλιστα, σα να μην έφταναν όλα, θα είναι ένας μελλοντικός αμερικανός πρόεδρος (!!!) Είπατε τίποτα;
Δεν θέλω να αναλύσω όλα τα σημεία που αυξάνουν την αφέλεια του φιλμ, γιατί είναι τόσο πολλά, που δικαίως θα θεωρηθεί ότι προδίδουν όλο το στόρι (πράγμα που ίσως έκανα ήδη ως ένα βαθμό και συγχωρείστε με γι' αυτό). Αλλά όλη αυτή η μεταφυσική πίστη για τις κρυμμένες σπουδαίες ιδιότητες σχεδόν του κάθε τυχαίου ανθρώπου, που δεν μένει παρά να αποκαλυφθεί κάποια στιγμή και να αναδειχτεί το μεγαλείο του, η παντελής έλλειψη ερωτισμού ανάμεσα στον καλό Πολ Τζαμάτι (που εδώ χαραμίζεται) και την Νύμφη των Νερών, το γενικό υποτονικό και ξενέρωτο κλίμα, συντελούν στην όλη αποτυχία. Και ο ίδιος ο Shyamalan στο ρόλο του ανθρώπου που θα αλλάξει τον κόσμο τι σας λέει;
Δυστυχώς δεν μπορώ να πω ιδιαίτερα καλά λόγια ούτε για τη σκηνοθεσία, αν εξαιρέσει κανείς κάποιες στιγμές τρόμου (ή επικείμενου τρόμου) με το Θηρίο που καραδοκεί. Κατά τα άλλα η ταινία κυλά, όπως είπα στην αρχή, άνευρα και χωρίς ουσιαστικό σασπένς. Κρίμα...
Το μόνο καλό είναι ότι, αν ο εν λόγω σκηνοθέτης (είμαι φαν τόσο της "'Εκτης Αίσθησης" όσο και του "Σκοτεινού Χωριού" του) συνεχίσει την παράδοση που ο ίδιος δημιούργησε, η επόμενη ταινία του θα είναι από τις πολύ καλές!

Σάββατο, Νοεμβρίου 04, 2006

THE LADY EVE Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES No 3


To 1941, από τις πλύ παραγωγικές του χρονιές, ο Preston Sturges (1898-1959) γυρίζει το Lady Eve. H Barbara Stanwyck, μέρος ενός τρίο απατεώνων, "τυλίγει" τον Henry Fonda, πλούσιο και διάσημο... ερπετολόγο άρτι αφιχθέντα εξ Αμαζονίου και παντελώς άσχετου και γκαφατζή σε ό,τι αφορά γυναίκες, σαβουάρ βιβρ και "πολιτισμένη" κοινωνία εν γένει. Οι παρεξηγήσεις, οι γκάφες, οι έξυπνες ατάκες και τα γκαγκς πέφτουν κι εδώ βροχή, κυρίως όταν αυτή παρουσιάζεται ως δήθεν λαίδη, πείθοντάς τον ότι δεν πρόκειται για κείνη που γνώρισε και ερωτεύθηκε αρχικά πάνω σε ένα πλοίο (όπου διαδραματίζεται το πρώτο μέρος της ταινίας), αλλά για άλλο πρόσωπο που απλώς της μοιάζει.
Εκτός από μια πετυχημένη κωμωδία, το Lady Eve είναι και αρκετά φεμινιστικό - και ως εκ τούτου πριν την εποχή του - αφού για μια ακόμα φορά η γυναίκα είναι αυτή που κινεί τα νήματα της ιστορίας και αποφασίζει μια ιδιότυπη εκδίκηση, ενώ ο άντρας, όπως συχνά στις ταινίες του Sturges, είναι από απλώς άβουλος έως σχετικά χαζός. Δείτε την, αν πέσει στα χέρια σας και δεν είστε αλλεργικοί στις παλιές, ασπρόμαυρες ταινίες, και θυμηθείτε ότι ο Sturges υπήρξε, πριν από οτιδήποτε άλλο, ένας εξαιρετικός και πανέξυπνος σεναριογράφος.

Η ΜΟΔΑ ΩΣ ΑΠΟΛΥΤΟ ΚΕΝΟ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ


"Ο Διάβολος φορά Πράδα" του David Frankel, ως ταινία που κινείται στους χώρους της υψηλής μόδας, ακούγεται κατ΄αρχάς ως ξενέρωτη και αδιάφορη. Πλην όμως, αν αποφασίσετε να πάτε παρά το ότι δεν είστε γυναίκα που όλη της η ζωή περιστρέφεται γύρω από το τι θα φορεθεί τον επόμενο χειμώνα, νομίζω ότι θα το βρείτε αρκετά συμπαθητικό και διασκεδαστικό.
Όχι, μην περιμένετε ότι η κριτική του είναι φοβερά βαθειά και "βάζει το μαχαίρι στο κόκκαλο". Ωστόσο η απόλυτη κενότητα και ηλιθιότητα αυτού που ονομάζεται "υψηλή μόδα" και όλου του άχρηστου κυκλώματος που κινείται γύρω απ' αυτήν (μόδιστροι, μοντέλα, περιοδικά, κριτικοί κλπ.) καταδεικνύεται απόλυτα. Θα μου πείτε: Μα καλά, περιμέναμε από μια ταινία να μας αποδείξει την γελοιότητα όλων αυτών - καθώς και των κάθε λογής fashion victims που την περιβάλλουν; Όχι βέβαια, όλα αυτά είναι προφανή γα κάθε στοιχειωδώς σκεπτόμενο άνθρωπο. Ωστόσο, όπως είπα στην αρχή, το θετικό είναι ότι δείχνονται με αρκετά έξυπνο, ευχάριστο και αστείο τρόπο, ώστε να μην πλήξουν (απόλυτα τουλάχιστον) ακόμα και παντελώς άσχετοι με το όλο πράγμα, όπως εγώ. Και επί πλέον, αν ξεχάσουμε το θέμα μόδα, το βαθύτερο νόημα του φιλμ είναι η αλλοτρίωση που προκαλεί ο σύγχρονος, αγχωτικός τρόπος δουλειάς, το αδιάκοπο κυνήγι της επιτυχίας, ο τρόμος της απόλυσης και της αποτυχίας. Ώσπου, κάποια στιγμή, "ξυπνάς", όπως η ηρωίδα, και αντιλαμβάνεσαι ότι πλέον δεν έχεις προσωπική ζωή, ότι οι φίλοι σου δεν είναι αυτοί που ήταν, ότι οι σχέσεις σου με τους ανθρώπους έχουν υποταχθεί απόλυτα στις προτεραιότητες της δουλειάς.
Η κριτική σε όλα αυτά μπορεί να πει κανείς, βέβαια, ότι είναι σχετικά άτολμη. Ακόμα και η σκύλα / δικτάτορας εργοδότης, φαίνεται να έχει, κάπου στο βάθος, ένα κρυμμένο "ανθρώπινο πρόσωπο" (στοιχειώδες, μη φανταστείτε τίποτα φοβερό) και να γίνεται ακόμα και κάπως (κάπως, τονίζω) συμπαθητική. Οπότε, μπορούν να διαμαρτυρηθούν οι σκληροπυρηνικοί πολέμιοι, οι δημιουργοί έχουν βάλει νερό στο κρασί τους. Θα συμφωνήσω. Αλλά το όλο αποτέλεσμα δεν παύει να παρακολουθείται ευχάριστα. Και υπάρχει και η φοβερή και τρομερή Μέριλ Στριπ στο ρόλο της απόλυτης "σκύλας" που λέγαμε, που δίνει αληθινό ρεσιτάλ. Ακόμα και γι΄αυτό μόνο, η κατ' αρχάς ξενέρωτη αυτή ταινιούλα, κάτι αξίζει.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 01, 2006

UNFAITHFULLY YOURS Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES Νο 2


Το 1948 ο Preston Sturges (1898-1959) γυρίζει το Unfaithfully yours, μια ακόμα ξεκαρδιστική κωμωδία. Εδώ η έκπληξη έρχεται κάπου στα μέσα του φιλμ. Ο Rex Harrisson, διάσημος διευθυντής ορχήστρας, αρχίζει σιγά σιγά να υποπτεύεται ότι η όμορφη και πολύ νεότερη γυναίκα του τον απατά. Κι ενώ συμβαίνουν διάφορα χαριτωμένα, ξαφνικά η ταινία μετατρέπεται σε κάτι σαν Χιτσκοκικό θρίλερ, καθώς παρακολουθούμε το σατανικό του σχέδιο να τη στραγγαλίσει, ενοχοποιώντας μάλιστα τον πιθανό εραστή. Στη συνέχεια όλα αλλάζουν και πάλι, καθώς ακολουθεί μια από τις πιο αστείες σκηνές που έχω δει: Το τέλειο πραγματικά σχέδιό του τίθεται σε εφαρμογή και τότε, στην πράξη πλέον, τίποτα απολύτως δεν πάει όπως με τόση εφευρετικότητα το είχε σχεδιάσει...
Εδώ ο Sturges δεν είναι ακριβώς μπροστά από την εποχή του, όπως σε άλλες του ταινίες, πλην όμως κάνει μια εξαιρετική παρωδία αστυνομικού φιλμ. Δεν ξέρω αν το 1948 υπήρχαν ήδη παρωδίες δημοφιλέστατων και επιτυχημένων κινηματογραφικών ειδών. Αν όχι, τότε η πρωτοπορία του έγγειται σ' αυτό ακριβώς το γεγονός. Είναι επίσης πιθανό να μπορούμε να θεωρήσουμε την ταινία ως ένα είδος ενδοκινηματογραφικού σχόλιου, αφού δείχνει ότι πολλά απ' όσα βλέπουμε στο σινεμά - και τα θεωρούμε πανέξυπνα - δεν μπορούν να συμβούν στην πραγματικότητα, η οποία κατορθώνει πάντοτε, με τις μικρές, βρώμικες και ανεξέλεγκτες λεπτομέρειές της, να ανατρέπει και να προσγειώνει κάθε ιδιοφυή - πλην όμως εξωπραγματική - σεναριακή έμπνευση. Όπως και να΄ χει πάντως, η ταινία παραμένει εξαιρετικά διασκεδαστική. Αυτο νομίζω είναι που μετρά για να πετύχει μια κωμωδία.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2006

ΒΛΑΣΦΗΜΟ ΚΑΙ ΥΠΟΥΛΑ ΑΣΤΕΙΟ SILENTIUM


Το Silentium του αυστριακού Wolfgang Murnberger δεν είναι ακριβώς μια καλή ταινία. Μερικοί από τους χαρακτήρες είναι ξεκάρφωτοι, η υπόθεση αδικαιολόγητα μπερδεμένη, η διάρκεια θα μπορούσε να είναι μικρότερη. Ωστόσο, διαθέτει και πολλές αρετές, που την κάνουν ενδιαφέρουσα.
Πρόκειται για ένα σκοτεινό θρίλερ μυστηρίου, ενίοτε ατμοσφαιρικό, όπου φόνοι(ορισμένοι ανατριχιαστικοί), μοναστήρια και διεστραμένοι παπάδες, φεστιβάλ κλασικής μουσικής με εξίσου διεστραμένους αρχιτραγουδιστές και αυστριακές μεσαιωνικές πόλεις μπλέκονται αξεδιάλυτα, αιχμαλωτίζοντας την προσοχή μας. Αυτό όμως που μου άρεσε περισσότερο - και παραδόξως διέφυγε εντελώς από μερικές κριτικές που διάβασα - είναι το σαρδόνιο, ύπουλο χιούμορ του και η εξαιρετικά βλάσφημη διάθεσή του. Δεν είναι μόνο οι διεστραμένοι και διεφθαρμένοι ιερωμένοι που προαναφέραμε και τα βρώμικα μυστικά που κρύβονται πίσω από τους τοίχους σύγχρονων μοναστηριών. Είναι κυρίως οι επί μέρους εικόνες και σκηνές που, αν τις προσέξει κανείς, θα πειστεί ότι σίγουρα θα εξόργιζαν τα διάφορα Χριστοδουλοειδή, που θα απαιτούσαν για μια ακόμα φορά να οδηγηθεί ο σκηνοθέτης στην πυρά: Ένας βαρύς σταυρός που πέφτει κατά λάθος στο κεφάλι του αλκοολικού, χασικλή και σχεδόν κλοσάρ ήρωα - ντετέκτιβ, ένας ξύλινος Χριστός που αποκαθηλώνεται από τον σταυρό με... Black & Decker για να επιδιορθωθεί, ένα σοβαρότατο και εξαιρετικά σημαντικό υπαρκτό φεστιβάλ κλασικής μουσικής (αυτό του Σάλτσμπουργκ) που γίνεται μπάχαλο και άλλες λεπτομέρειες που απαιτούν τη συνεχή προσοχή του θεατή για να γίνουν αντιληπτές, θα τον πείσουν για τη χλευαστική διάθεση της ταινίας - τουλάχιστον ως προς την οργανωμένη θρησκεία -, αλλά και για το συγκαλυμένο, ύπουλο χιούμορ της, που κρύβεται κάτω από τη βλοσηρή ατμόσφαιρα. Όσο για τον μάλλον γελοίο λόγο που, όπως τελικά αποδεικνύεται, γίνονται όλοι αυτοί οι φριχτοί φόνοι, μόνο ως μέρος του καλά κρυμένου χιούμορ του σκηνοθέτη θα μπορούσα να το δεχτώ. Αλλιώς, πρόκειται για άλλο ένα τρωτό σημείο του φιλμ.
Όχι, δεν τη βρήκα πολύ σπουδαία ταινία. Ωστόσο δεν θάπρεπε να περάσει απαρατήρητη. Αξίζει σίγουρα μιας ευκαιρίας.

Τρίτη, Οκτωβρίου 24, 2006

PALM BEACH STORY Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES No 1


Ήξερα το όνομα του Preston Sturges (1898-1959) ως ενός ακόμα παλιού αμερικάνου σκηνοθέτη, δεν είχα δει όμως ποτέ ταινίες του. Το αφιέρωμα σ' αυτόν από τις Νύχτες Πρεμιέρας με μετέτρεψε σε φαν ενός αθυρόστομου, τολμηρού και μπροστά από την εποχή του δημιουργού, που γύρισε καμιά δεκαριά μόνο ταινίες, όλες - εκτός από 2 - στη δεκαετία του 40. (Οι χαρακτηρισμοί που του απέδωσα αφορούν τα σενάριά του, γιατί σκηνοθετικά είναι ένας απλά καλός τεχνίτης, όπως τόσοι άλλοι ομότεχνοί του).
Το "Palm Beach Story" γυρίστηκε το 1942. Τι εννοώ μπροστά από την εποχή του; Μα πού αλλού έχετε δει μια κωμωδία όπου η σύζυγος, μετά μερικά χρόνια έρωτα και γάμου, ανακοινώνει στον εμβρόντητο αγαπημένο της (που τυγχάνει και εφευρέτης) ότι βαρέθηκε να ζει φτωχικά και θέλει να τον χωρίσει για να βρει και να παντρευτεί κάποιον εκατομμυριούχο; Και πραγματοποιεί τα όσα λέει, αφού το σκάει με το έτσι θέλω, και στο κυριλέ Palm Beach βρίσκει όντως τον εκατομμυριούχο της. Ο σύζυγος βέβαια την κυνηγά και παρουσιάζεται ως αδελφός της, για να ακολουθήσουν πλήθος ευτράπελα, παρεξηγήσεις και ερωτικά μπερδέματα που, εκτός των άλλων, δείχνουν να έχουν επηρεάσει αρκετά και τις γνωστές κωμωδίες παρεξηγήσεων του ελληνικού σινεμά της Φίνος Φιλμ - δίχως το τολμηρό όμως πνεύμα του Sturges.
Η γυναίκα, όπως εδώ η Claudette Colbert, μοιάζει να έχει το πάνω χέρι σε αρκετές ταινίες του Sturges, πράγμα επίσης πρωτόγνωρο για την εποχή. Οι ατάκες είναι πανέξυπνες και καταιγιστικές (αν δεν ξέρεις καλά αγγλικά χάνεις δυστυχώς μεγάλο μέρος της γοητείας τους) και γενικά είναι σίγουρο ότι ο θεατής θα διασκεδάσει ακόμα και 60τόσα χρόνια μετά.
Ήταν η πρώτη ταινία του που είδα, που μου αποκάλυψε, κυρίως, έναν εξαιρετικό σεναριογράφο, που δεν διστάζει μπροστά σε συμβάσεις που ισχύουν λίγο πολύ ακόμα και σήμερα. Ακολούθησαν άλλες 4, που επιβεβαίωσαν την καλή μου γνώμη για τον σχεδόν άγνωστο μέχρι πρότινος στην Ελλάδα (κυρίως στο νεότερο κοινό) δημιουργό.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2006

ΤΡΑΓΙΚΕΣ, ΜΑ ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΕΣ, ΜΕΡΕΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ


Οι "Μέρες της εγκατάλειψης" (I giorni dell' abandono) (2005) του ιταλού Roberto Faenza είναι μια αρκετά συμπαθητική ταινία, παρά το σχετικά κοινότοπο θέμα της: Μια γυναίκα εγκαταλείπεται ξαφνικά από τον σύζυγό της μετά 10 χρόνια γάμου και μένει μόνη με τα δύο παιδιά της. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε τη σταδιακή της κατάρρευση και, στο τέλος, την αργή επανάκαμψη και επανένταξή της στους "ζωντανούς".
Δύο είναι τα βασικά ατού της ταινίας: Αφ' ενός η εκπληκτική ερμηνεία της Margherita Buy (που έπαιζε και στο Il Caimano του Morretti) και αφ΄ετέρου η πολύ δυνατή καταγραφή του φοβερού κατήφορου, της παραίτησης από τη ζωή που ακολουθεί τον απρόσμενο χωρισμό. Προφανώς βρισκόμαστε μπροστά σε μια γυναίκα της οποίας ολόκληρη η ζωή περιστρέφεται γύρω από την οικογένειά της και όταν ο σύζυγος φεύγει, τα πάντα καταρρέουν. Η κατάρρευση αυτή δείχνεται όχι συμβατικά, αλλά με παραισθητικό σχεδόν τρόπο, που αγγίζει ενίοτε τα όρια του θρίλερ, καθώς η μόνη πλέον γυναίκα βαδίζει ολοταχώς προς την τρέλλα. Υπάρχουν σκηνές που η όλη κατάσταση γίνεται εφιαλτική, σε βαθμό που να θυμίζει την "Αποστροφή" του Πολάνσκι, με το παρατημένο σπίτι, τον ετοιμοθάνατο σκύλο και τα σχεδόν ξεχασμένα παιδιά (ποτέ δεν φτάνει σε τέτοιο σημείο παράνοιας, αλλά είπαμε, θυμίζει κάπως, καθώς η ηρωίδα βρίσκεται κυριολεκτικά στο χείλος της).
Τελικά πρόκειται για μια αισιόδοξη ταινία, αφού η σταδιακή επανένταξη στην κοινωνία και το ξεπέρασμα του τραύματος καταφέρνουν να αφήσουν μια γλυκειά γεύση. Έκπληξη η εμφάνιση του Goran Bregovic σε πρωταγωνιστικό ρόλο (ο οποίος, φυσικά, έχει γράψει και τη μουσική της ταινίας).

Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2006

KING KONG ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Υπάρχουν δύο τρόποι για να βλέπεις σινεμά: Είτε με οπτική καρφωμένη αποκλειστικά στο σήμερα είτε με μια πιο σφαιρική, "ιστορική" αν θέλετε ματιά. Στη δεύτερη περίπτωση, μια ταινία δεν κρίνεται μόνο από ό,τι βλέπουμε τώρα, αλλά και σαν συνάρτηση του χώρου και χρόνου που γυρίστηκε (εννοείται ότι αυτό ισχύει για όλες τις τέχνες).
Βλέποντας σήμερα (στο Πανόραμα της Ελευθεροτυπίας) τον αυθεντικό King Kong των Merian C.Cooper και Ernest B. Schoedsack, γυρισμένο το 1933, σε πρώτη φάση δεν μπορείς παρά να χαμογελάσεις σε αρκετά σημεία. Κυρίως βέβαια με τα πρωτόγονα ειδικά εφφέ, καθώς ο φοβερός γορίλας - και τα υπόλοιπα τέρατα - φαντάζουν στα κορεσμένα μάτια μας ψεύτικα και πλαστικά. Σίγουρα δεν τρομάζουμε πλέον απ' αυτά. Επίσης, η ηθοποιία είναι συχνά υπερβολική, η φυλή των μαύρων εντελώς άβουλη. Και τότε σκεφτόμαστε αυτό το "1933" και τα 70τόσα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, και η εικόνα δεν μπορεί παρά να αλλάξει άρδην.
Ήταν όντως τεράστιο σοκ για τους θεατές της εποχής όλη αυτή η εναλλαγή μικρών και μεγάλων μεγεθών, τα τρομακτικά τέρατα (με επί κεφαλής τον τερατώδη πίθηκο), τα διάσημα ουρλιαχτά της Fay Ray. Αλλά δεν είναι μόνο αυτά. Αυτό που και σήμερα αντέχει στον King Kong είναι η εντυπωσιακή παραβολή που κουβαλά η ιστορία: Όχι μόνο η επανανάγνωση του μύθου της Πεντάμορφης και του Τέρατος, αλλά κυρίως η παραβολή που αφορά τη σχέση φύσης - πολιτισμού. Ο τελευταίος εισβάλλει στο παρθένο νησί και ανατρέπει εντελώς την ισορροπία, προκαλώντας έτσι καταστροφή. Ταυτόχρονα όμως, καταλύει και μια μακροχρόνια βασιλεία τρόμου και τακτικών θυσιών. Στη σνέχεια η φύση αιχμαλωτίζεται, μεταφέρεται βίαια στην Νέα Υόρκη (στον πολιτισμό), όπου, αλυσσοδεμένη, μετατρέπεται σε τουριστικό αξιοθέατο. Κι όταν φτάνει το αναπόφευκτο ξέσπασμά της (αντίδραση δηλαδή στον "βιασμό" της) και ο πολιτισμός κινδυνεύει, δεν μένει παρά μία μόνο λύση: Η δολοφονία της. Σας θυμίζουν όλα αυτά όσα συμβαίνουν σήμερα σε σχέση με το περιβάλλον, την εκμετάλλευσή του, το αμφίβολο μέλλον του; Και μάλιστα, χωρίς να παραβλέπεται το γεγονός ότι, ανεξαρτήτως του κινδύνου παγκόσμιας καταστροφής που δημιούργησε η ανεξέλεγκτη λεηλασία της φύσης, ο πολιτισμός παραμένει από τη φύση του απελευθερωτικός, καθώς ανακουφίζει τον ανθρώπινο μόχθο και απελευθερώνει από τους αρχέγονους, άλογους τρόμους και προκαταλήψεις.
Συμπερασματικά, παρά τα επί μέρους ξεπερασμένα στοιχεία του, ο αυθεντικός King Kong παραμένει μια μεγάλη ταινία, σταθμός στην ιστορία του φανταστικού σινεμά. Δείτε το, αν ποτέ πέσει στα χέρια σας.
Και κάτι τελευταίο: Ο "αρχαίος" King Kong είναι σχετικά πιο σπλάτερ από τις δύο μεταγενέστερες εκδοχές του (η πρόσφατη του Jackson μου άρεσε, καθώς έμεινε πιστό στην αυθεντική εκδοχή). Ο φοβερός πίθηκος τρώει επανειλημμένα ανθρώπους, οι οποίοι σπαρταράνε καθώς τους μασάει, ενώ λειώνει άλλους πατώντας τους, σκηνές που δεν τόλμησαν να δείξουν στα ριμέικ.

Σάββατο, Οκτωβρίου 21, 2006

ΚΟΛΛΕΓΙΑΚΟ ΝΟΥΑΡ


Το Brick του πρωτοεμφανιζόμενου Rian Johnson (που παίζεται με τον τίτλο "Έγκλημα στο Κολλέγιο") διαθέτει μια αναμφισβήτητη πρωτοτυπία: Ο σκηνοθέτης μετέφερε ένα κανονικότατο νουάρ, σκοτεινό, με δολοφονίες, ίντριγγες, μοιραίες γυναίκες, ναρκωτικά, κλασσικό μοναχικό ντετέκτιβ, έξυπνες ατάκες κλπ. στη σύγχρονη εποχή, και μάλιστα μέσα σ' ένα αμερικάνικο κολλέγιο. Οι ήρωες είναι όλοι μαθητές (άντε μερικοί να αγγίζουν τα 25). Κλείνει το μάτι μάλιστα στο θεατή - συνεχίζοντας τις νουάρ αναφορές - με επι μέρους "λεπτομέρειες" του είδους, όπως π.χ. το ότι ο ήρωας "ντετέκτιβ" - μαθητής φορά ακριβώς τα ίδια ρούχα σ' όλη την ταινία. Μόνο που αντί τις παραδοσιακής καπαρντίνας, εδώ έχουμε ένα αιώνιο τζάκετ και τζιν.
Από εκεί και πέρα, η ιστορία είναι αρκετά μπερδεμένη - ίσως μάλιστα να αφήσει σε αρκετούς κάποια κενά -, οι ανατροπές πολλές, οι εκπλήξεις αρκετές. Το παρακολούθησα με ενδιαφέρον, το θεωρώ όμως μάλλον υπερεκτιμημένο (βραβείο Σάντανς κλπ.) - παρά το αναμφισβήτητο ταλέντο του νέου σκηνοθέτη. Το συνιστώ πάντως σαν μια φρέσκια και πρωτότυπη πρόταση.
Και μια παρατήρηση: Από όλη αυτή τη σκοτεινή και μπερδεμένη ιστορία, λείπει εντελώς, μα εντελώς, ο κοινωνικός περίγυρος. Είναι σαν να είναι το κολλέγιο απομονωμένο από τον κόσμο, κατοικημένο μόνο από τους μαθητές του, οι οποίοι κάνουν ό,τι θέλουν (συνωμοτούν, κυνηγιούνται, παίζουν ξύλο και ό,τι άλλο) χωρίς ποτέ κανείς να τους παίρνει χαμπάρι ή να τους ενοχλεί. Είναι κάτι παραπάνω από σαφής η σχεδόν παντελής απουσία καθηγητών (μια σύντομη εμφάνιση μόνο), γονιών, αστυνομικών, άλλων κάτοικων της πόλης (αλήθεια, υπάρχει πόλη εκεί κοντά;) κλπ. Δεν το θεωρώ υποχρεωτικά μειονέκτημα. Μάλλον πρόκειται για ηθελημένη σύμβαση του σκηνοθέτη, που συνειδητά απογύμνωσε την ίντριγγά του από κάθε "εξωτερική παρέμβαση", πετυχαίνοντας (;) έτσι ένα ελάχιστα ρεαλιστικό αποτέλεσμα. Αν αποδεχτείς αυτή τη σύμβαση πάντως, λειτουργεί μια χαρά.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 20, 2006

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΑ ΦΩΤΑ ΣΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ


Ο Φιλανδός Aki Kaurismaki είναι ένας σκηνοθέτης τόσο στυλάτος και αναγνωρίσιμος, που ή σου αρέσει πολύ ή καθόλου. Προσωπικά συγκαταλέγομαι στην πρώτη κατηγορία, και ως εκ τούτου χάρηκα που είδα μια ταινία του, τα "Φώτα στο σούρουπο" (Lights in the dusk), μετά από 4 χρόνια απουσίας. Προσοχή όμως: Οι περισσότεροι ξέρουν τον Kaurismaki από τις ιδιόρυθμα χιουμοριστικές του ταινίες. Πλην όμως, αυτός κατά καιρούς κάνει και δράματα, ενίοτε μάλιστα σπαραχτικά (το παγωμένο, νεκρό σχεδόν, φιλανδικό αστικό ή μη τοπίο συμβάλλει πολύ σ΄αυτό). Εδώ λοιπόν πρόκειται για δράμα, όχι ωστόσο τόσο σπαραχτικό όπως, ας πούμε, το "Κορίτσι με τα Σπίρτα". Εδώ το υπόγειο, ιδιοσυγκρασιακό χιούμορ του σκηνοθέτη υπάρχει σε μετρημένες δόσεις, για κωμωδία όμως δεν πρόκειται με τίποτα.
Η ιστορία του μοναχικού, κακομοίρη looser με τα αδύνατο να πραγματοποιηθούν όνειρα, που θαμπώνεται από τη μοιραία, όμορφη γυναίκα, η οποία όμως απλά τον χρησιμοποιεί για τους πονηρούς σκοπούς μιας συμμορίας, συγκινεί και έχει κάτι από νουάρ ατμόσφαιρα - ειδωμένη όμως μέσα από το ισχυρό προσωπικό φίλτρο του σκηνοθέτη, που "Καουρισμακοποιεί" το νουάρ και οποιοδήποτε άλλο είδος με το οποίο κατά καιρούς καταπιάνεται.
Άκαμπτο παίξιμο, σχεδόν μονολεκτικοί διάλογοι, άδεια αστικά τοπία, αμήχανες σιωπές ή κινήσεις, όλα τα γνώριμα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον τόσο οικείο στους φίλους κόσμο του βρίσκονται εδώ. Πάντως, παρά το ότι την είδα όπως πάντα με ενδιαφέρον και, τελικά, μου άρεσε, δεν τη θεωρώ από τις πολύ καλές του ταινίες. Ωστόσο οι φανς πρέπει να τη δουν - γνωρίζοντας, επαναλαμβάνω, ότι αυτή τη φορά δεν πρόκειται για κωμωδία.
Συνίσταται λοιπόν, αλλά μόνο για φίλους. Αυτούς που πρώτη φορά έρχονται σε επαφή με τό έργο του, ενδέχεται να τους ξενίσει η ιδιόρυθμη γραφή του.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 18, 2006

ΕΦΙΑΛΤΙΚΑ ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ


Το "War Game" του Peter Watkins είναι μια περίεργη, ασπρόμαυρη ταινία που γυρίστηκε το 1965. Ανήκει σ' αυτά που θα ονομάζαμε "φανταστικά ντοκιμαντέρ", φιλμ δηλαδή που ενώ κρατούν τη φόρμα του ντοκιμαντέρ, αναφέρονται σε μη πραγματικά θέματα.
Το συγκεκριμένο καταγράφει με εντελώς ντοκιμαντερίστικο λόγο τα όσα εφιαλτικά θα συνέβαιναν στη Βρετανία αν ξεσπούσε πυρηνικός πόλεμος με την (τότε υπερδύναμη) Ρωσία. Η διάρκειά της είναι μόλις 46΄, τα οποία όμως είναι ικανά να σας κάνουν να ξεχάσετε τις διάφορες "Επόμενες μέρες" και ό,τι άλλο έχετε δει για το θέμα.
Αυτό που κατ' αρχάς συγκλονίζει στην ταινία, είναι ο ωμός ρεαλισμός της. Είναι σαν να βλέπεις διαρκώς σκηνές αρχείου, όπως αυτές που βλέπουμε στα ντοκιμαντέρ για τον Β' Παγκ. πόλεμο ας πούμε. Οι σκηνές διακόπτονται από χάρτες, αριθμούς, στοιχεία (ποιοί είναι οι πιθανοί στόχοι, πόσοι νεκροί σε κάθε περίπτωση, ποιες πόλεις θα χτυπηθούν πρώτα, τι θα γίνει μετά το "πρώτο κύμα" βομβών κλπ.) Οι λεπτομέρειες είναι ανατριχιαστικές, καθώς προχωράμε σε όλα τα θέματα που σχετίζονται με τον πυρηνικό εφιάλτη (τι θα γίνουν τα χιλιάδες πτώματα όταν "ηρεμήσει" κάπως η κατάσταση, ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στη γεωργία, τι θα συμβεί με την πρωτοφανή πείνα που θα ακολουθήσει αφού κάθε παραγωγή έχει σταματήσει και τα περισσότερα από τα υπάρχοντα τρόφιμα είναι μολυσμένα κλπ. κλπ.) και, καθώς το μπαράζ των πληροφοριών για τις επόμενες μέρες - και χρόνια - συνεχίζεται ανελέητο, ο θεατής παρακολουθεί παγωμένος την απόλυτα αληθοφανή αυτή καταγραφή του "μετά".
Στο φιλμ εμφανίζονται διάφοροι χαρακτήρες σε διαφορετικές φάσεις του ολέθρου, δεν πρόκειται όμως, ξαναλέω, για ταινία fiction, αλλά για ένα κανονικό ντοκιμαντέρ, με την έρευνα και την συγκέντρωση των στοιχείων που απαιτεί το είδος, πλην όμως για ένα ντοκιμαντέρ για κάτι που δεν συνέβει ποτέ - και ελπίζουμε να μη συμβεί.
Γυρισμένο φυσικά στην εποχή του ψυχρού πολέμου, όταν ο πυρηνικός όλεθρος ήταν ο υπ΄αριθμόν ένα φόβος όλων, με τους εξοπλισμούς να καλπάζουν εκατέρωθεν, καταφέρνει ωστόσο να πει την "τελευταία λέξη" πάνω στο θέμα αυτό, ώστε να μη μείνει η παραμικρή αμφιβολία σε κανέναν για το πού πρέπει να βάλουν όλα αυτά τα όπλα που παράγουν όλοι αυτοί... Το θεωρώ το συγκλονιστικότερο φιλμ που γυρίστηκε ποτέ πάνω στο τόσο καυτό αυτό θέμα.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006

ΤΡΙΠΑΡΙΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΟΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ "SKANNER DARKLY"


Το "A Skanner Darkly" του πάντοτε ενδιαφέροντος και απρόβλεπτου Richard Linklater, βασίζεται στο ομώνυμο έργο του μεγάλου Philip Dick και μένει πιστό στο πνεύμα του, που για μια ακόμα φορά αφορά την διερεύνηση των ορίων (πάντοτε δυσδιάκριτων στον Dick) ανάμεσα στη φαντασία και την αλήθεια(;), το όνειρο και την πραγματικότητα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα πολύ εθιστικό ναρκωτικό του μέλλοντος, που καταργεί τα όρια όσων αναφεραμε παραπάνω - ίσως μάλιστα και να υλοποιεί τα όνειρα. Ένας ντετέκτιβ ψάχνει να βρει τις πηγές και τους μεγαλοπρομηθευτές του ναρκωτικού - στο οποίο και ο ίδιος είναι εθισμένος - καταλήγοντας να παρακολουθεί τον εαυτό του.
Η ταινία είναι γυρισμένη με την ίδια τεχνική που χρησιμοποίησε ο Linklater πριν μερικά χρόνια στο Waking life, ένα περίεργο δηλαδή "φιλτράρισμα" της εικόνας, που την μετατρέπει σε ένα είδος κινούμενου σχέδιου και της προσδίδει μια "ψυχεδελική" χροιά, η οποία, αν και για κάποιους γίνεται κουραστική, εδώ είναι ταιριαστή με το όλο κλίμα του έργου.
Σίγουρα δεν είναι αριστούργημα, βλέπεται όμως με ενδιαφέρον - και περιέργεια, αν δεν γνωρίζετε το εφφέ της μετατροπής σε κινούμενο σχέδιο. Όσο για το αρκετά ασαφές σενάριο... ε... στον κόσμο του Dick βρισκόμαστε...
ΥΓ: Για μένα όλα τα λεφτά - και το χιουμοριστικό μέρος μιας σκοτεινής κατά τα άλλα ταινίας - είναι οι απίστευτοι, παρανοϊκοί διάλογοι (και πράξεις) ανάμεσα στους μαστουρωμένους ήρωες, οι οποίοι αποτελούν μια από τις πιο παράξενες παρέες που καταγράφηκαν ποτέ σε φιλμ (Κιάνου Ριβς, Γούντι Χάρελσον, Ρόμπερτ Ντάουνι Jr. Ο τελευταίος ιδιαίτερα δίνει ένα παροξυσμικό ρεσιτάλ παράνοιας). Όσο για τον απρόβλεπτο, όπως είπα, Linklater, είμαι από τώρα περίεργος για το τι θα σκαρώσει στην επόμενη ταινία του...

Κυριακή, Οκτωβρίου 15, 2006

ΖΩΗ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ 10 ΚΑΝΟ


Τα "10 κανό" του ολλανδού Rolf de Heer, γυρισμένο στην Αυστραλία και με ηθοποιούς αποκλειστικά aboriginals (ερασιτέχνες οι περισσότεροι), είναι πρώτα απ' όλα μια ταινία εθνογραφικού ενδιαφέροντος. Κρατώντας αυτούσιο τον τρόπο αφήγησης των ιστοριών του λαού αυτού, μας μεταφέρει στο μακρινό παρελθόν, πριν ακόμα πατήσουν εκεί οι λευκοί, και μας μιλά για τον εντελώς ξένο σε μας τρόπο ζωής τους, τις συνήθειες τους, τις συγκρούσεις, τους μύθους και τη θρησκεία τους, τον έρωτα και τον θάνατο. Η πλοκή είναι απλή και περνά συνειδητά σε δεύτερη μοίρα, αφού, όπως είπαμε, πρωτεύοντα ρόλο παίζει η αναπαράσταση ενός οριστικά χαμένου πλέον τρόπου ζωής (οι αυτόχθονες aboriginals εξολοθρεύτηκαν από τους λευκούς άποικους και οι λίγοι που έχουν απομείνει ζουν σήμερα σε κατάσταση εξαθλίωσης στις πόλεις ή σε καταυλισμούς, χωρίς ποτέ να ενσωματωθούν απόλυτα στη σύγχρονη αυστραλιανή κοινωνία). Ενδιαφέρον, ανάμεσα στα άλλα, έχει και ο τρόπος διευθέτησης των μεταξύ τους διαφορών με έναν ιδιόρυθμο τρόπο "μονομαχίας" ανάμεσα σε δύο άτομα διαφορετικών φυλών που συγκρούστηκαν, προκειμένου να αποφευχθεί ένας πόλεμος.
Η γραφή είναι σχεδόν ντοκιμαντερίστικη και ο τρόπος αφήγησης ίσως ξενίσει αρκετούς θεατές. Συνολικά, αρκετά ενδιαφέρουσα ταινία, που απευθύνεται όμως αποκλειστικά σε κοινό που τον ενδιαφέρουν παρόμοια, εθνογραφικής φύσης θέματα. Κοινώς ταινία για λίγους.

Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΥ ΚΑΠΝΙΖΕΤΕ Ή ΡΕΣΙΤΑΛ ΜΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ


Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το "Thank you for smoking" ο Jason Reitman αψηφά κάθε έννοια πολιτικής ορθότητας και κάνει πλάκα με την καρδιά του με το κάπνισμα, το θέμα που μοιάζει να καίει σχεδόν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τους υστερικούς αμερικάνους. Βάβαια το κάπνισμα είναι μόνο η αφορμή. Κατά βάθος σατιρίζει ανελέητα όλους τους αδίστακτους καριερίστες της εποχής μας, που πατάνε επί πτωμάτων και με περισή αναίδεια (και ευφυία φυσικά, γιατί δίχως αυτήν δεν γίνεται) διαστρεβλώνουν πέρα για πέρα την όποια αλήθεια για το συμφέρον της εταιρείας (και μια που μιλάμε για spokesmen μεγάλων εταιριών ή λόμπι, το μυαλό μας συνειρμικά πάει και στους δικούς μας γελοίους κομματικούς εκπρόσωπους τύπου, που λένε ό,τι απίθανη μαλακία τους έρθει προκειμένου να δικαιολογήσουν αδικαιολόγητα).
Μια σάτιρα ενός κατ' εξοχήν καπιταλιστικού φαινομένου λοιπόν από τις ίδιες τις ΗΠΑ; Γιατί όχι; Εκεί όλα μπορούν να συμβούν. Και όλα είναι μέσα στο παιχνίδι. Δωροδοκίες, διαστρέβλωση επιχειρημάτων, ηλίθια μίντια, χτυπήματα κάτω από τη μέση, ξεζούμισμα και μετά πέταμα στα σκουπίδια ακόμα και των "δικών μας" ανθρώπων, όλα επιτρέπονται σ' αυτόν τον δίχως φραγμούς (ηθική; τι είναι αυτό;) αγώνα. Κάθε ιερό και όσιο θυσιάζεται στο βωμό του συμφέροντος: Καρκινοπαθείς, ηθική, έρωτες, αξιοπρέπεια... και μέσα σ' όλα ένα παιδί που διδάσκεται μεθοδικά να ακολουθήσει τον αδίστακτο δρόμο του πατέρα... Πέραν όλων αυτών όμως, η ταινία δεν παύει να είναι μια απολαυστική κωμωδία που βλέπεται ευχάριστα, ενώ μας αποκαλύπτει τον άγριο κόσμο των busines. Ελπίζω να ενοχλήσει πολλούς αμερικάνους.
ΥΓ: Δεν είμαι καπνιστής. Μερικές φορές με ενοχλεί όταν μπαίνω σε ντουμανιασμένους χώρους. Περισσότερο όμως με ενοχλεί η αμερικάνικη αντικαπνιστική υστερία, γι΄αυτό και απόλαυσα την εναντίον της σάτιρα. Νομίζω ότι σε λίγα χρόνια θα το απαγορεύσουν εντελώς, σαν το χασίς και τα ναρκωτικά (και πολύ φοβάμαι ότι και η Ευρώπη, αφού αντισταθεί λιγάκι αρχικά, θα ακολουθήσει σαν καλό σκυλάκι τον ίδιο δρόμο, με πρώτη και καλύτερη την υποτελή Αγγλία).

Κυριακή, Οκτωβρίου 08, 2006

MIAMI VICE ΚΑΙ ΠΑΛΙ (ΑΛΛΑ ΚΑΠΟΥ ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΞΑΝΑΔΕΙ)



Ο Michael Mann έχει στο παρελθόν κάνει εξαιρετικές ταινίες. Τώρα (φταίει άραγε η γενικότερη έλλειψη έμπνευσης που μαστίζει τον αρκετό τελευταίο καιρό στο Χόλυγουντ;) ξαναγυρίζει κι αυτός σε μια 80ς σειρά που τον έκανε γνωστό, το Miami Vice. Το πρόβλημα είναι, ότι ενώ η ταινία φέρει μερικά από τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα (στέρεη σκηνοθεσία, focus στις προσωπικές ζωές των ηρώων, καλές σκηνές δράσης) δεν παύει να είναι παρά ένα απλό αστυνομικό φιλμ, όπως πολλά άλλα, που δεν δικαιολογεί την γύρω στις δυόμιση ώρες διάρκειά του. Κατά τα άλλα, ίντριγκες πάνω στις ίντριγκες υπάρχουν, ρομαντικοί έρωτες υπάρχουν, εξωτικά τοπία και σκληροί μπάτσοι υπάρχουν (όπως και "επιτρεπτή" παραβατικότητα από μέρους τους), βαρώνοι των ναρκωτικών και μοιραίες γυναίκες επίσης, γενικά ό,τι κάνει ένα συνηθισμένο αστυνομικό (αν εξαιρέσεις τη διάρκειά του). Και σ' αυτό ακριβώς το "συνηθισμένο" βρίσκονται οι αντιρρήσεις μου. Το βλέπεις, ΟΚ, αλλά λες "γιατί όλος αυτός ο χαμός για μια ταινία που, λίγο πολύ, έχουμε ξαναδεί";
ΥΓ: Είναι σαφώς προσωπική και υποκειμενική άποψη, αλλά, είμαι ο μόνος που αντιπαθώ τον Κόλιν Φαρέλ; Ιδιαίτερα εδώ, με το γελοίο μαλλί, το μουστάκι και την μόνιμη macho αξυρισιά;

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2006

ΣΚΟΤΕΙΝΗ, ΝΟΣΗΡΗ - ΑΛΛΑ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ - ΜΑΥΡΗ ΝΤΑΛΙΑ


Όταν διάβασα ότι ο Brian De Palma θα έκανε την περίφημη "Black Dahlia", το σκοτεινό και νοσηρό νουάρ του Τζέιμς Ελρόι, χάρηκα γιατί πίστεψα ότι ο σκηνοθέτης θα επανέκαμπτε μετά από σειρά αποτυχημένων ταινιών. Δυστυχώς το ίδιο το φιλμ με απογοήτευσε.
Βασικό του μειονέκτημα είναι ότι το εξαιρετικά πολύπλοκο σενάριο μάλλον δεν γίνεται κατανοητό, κάτω από το βάρος πληθώρας ονομάτων που πέφτουν με αστραπιαία ταχύτητα, τόση, ώστε αρκετές φορές να μη θυμάμαι ποιον ακριβώς αφορούν. Επίσης, ενώ μένει πιστό στο γράμμα του βιβλίου, χάνει, φοβάμαι, το πνεύμα του: Αυτό που μου έμεινε από το σκοτεινό βιβλίο του Ελρόι ήταν η πλήρης υπονόμευση των θεμελίων που στηρίζουν την αμερικάνικη κοινωνία, το αμερικάνικο όνειρο, τον αμερικάνικο τρόπο ζωής. Στην ταινία πολύ λίγα εισέπραξα απ' αυτά. Νομίζω ότι έμεινε στην επιφάνεια, παρουσιάζοντας την όλη ιστορία σαν μια υπόθεση απίστευτης διαστροφής (-ών) και παρακμής, που δεν ξεπερνά ωστόσο τα όρια της πλούσιας οικογένειας.
Μένει η πάντα δεξιοτεχνική σκηνοθεσία του De Palma, με κάποιες καλές στιγμές, που δεν φτάνουν όμως να ανεβάσουν το σύνολο. Μένει επίσης και νοσηρή και "σάπια" ατμόσφαιρα που κυριαρχεί, όπως και στο βιβλίο, την οποία κατάφερε νομίζω να "πιάσει" και να μεταδώσει στον θεατή. Η σταδιακή καταβύθιση των δύο φίλων ντετέκτιβ στην αρρωστημένη εμμονή με την υπόθεση, η αποκάλυψη όλο και πιο βρώμικων μυστικών. Από το πλήθος των χαρακτήρων ξεχώρισα την Χίλαρι Σουόνκ, εξαιρετική στο ρόλο της μοιραίας, καταστροφικής γυναίκας. Ωστόσο, έχω την συνολική αίσθηση ότι χάθηκε μια καλή ευκαιρία.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2006

ΑΝΑΡΧΙΚΕΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ


Το "Daisies" της Vera Chytilova είναι μια μυθική τσέχικη ταινία που γυρίστηκε το 1966, κατά τη διάρκεια της "Άνοιξης της Πράγας", όταν ένας άνεμος ελευθερίας φυσούσε (προσωρινά) στη χώρα. Πειραματική, σουρεαλιστική και φεμινιστική κωμωδία, επηρεάζαται από το πνεύμα της ψυχεδέλειας που κυριαρχούσε τότε στη Δύση.
Η υπόθεση είναι απλή. Δύο νεαρές, σέξυ κοπέλες κάνουν οτιδήποτε αποτελεί κόκκινο πανί, ιδιαίτερα για το τότε αυστηρό κομμουνιστικό καθεστώς: Τεμπελιάζουν ασύστολα αρνούμενες να δουλέψουν, βγαίνουν ραντεβού με πολύ μεγαλύτερους πλούσιους τρώγοντας έτσι τσάμπα, ντύνονται εκκεντρικά, έχουν έντονες εφηβικές (ή λίγο μετά) ανησυχίες, πλήττουν με την καθημερινότητα γύρω τους και τελικά καταστρέφουν ολοσχερώς ένα πελώριο, πλουσιοπαροχο δείπνο, που, στρωμένο, περιμένει τους - προνομιούχους προφανώς - που θα το καταναλώσουν...
Θα μου πείτε, τα περισσότερα απ' αυτά όλοι τα κάναμε κάποτε. Ναι, όμως μιλάμε για μια απόλυτα διαφορετική εποχή και, κυρίως, για ένα εντελώς διαφορετικό καθεστώς, που πάθαινε αλλεργία με οποιαδήποτε αναφορά σ' όλα αυτά. Πέραν αυτού όμως, ιδιαίτερη αξία έχει η κινηματογράφηση: Πειραματική, αναρχική - όπως και οι δύο αυθάδεις ηρωίδες -, αλλάζει συνεχώς χρώματα, "παγώνει" τις εικόνες, χρησιμοποιεί κατά καιρούς σειρές από φωτογραφίες, πηδά αυθαίρετα από τη μια κατάσταση στην άλλη δίχως σαφή ειρμό, βάζει τις ηρωίδες να κινούνται και να μιλούν σαν κούκλες, τελικά όμως καταφέρνει να πιάσει απόλυτα το ατίθασο πνεύμα των νέων - και ιδιαίτερα των γυναικών, την αναρχική, ενστικτώδη επανάστασή τους ενάντια στην ανία και τους κανόνες που τους περιβάλλουν, τη δίψα για ζωή (αν και ουσιαστικά δεν ξερουν τι ακριβώς αναζητούν), αλλά και το συγκεκριμένο πνεύμα των 60ς. Κι όλα αυτά δοσμένα με χιούμορ και πρωτοποριακές ιδέες.
Σας είπα: Μην περιμένετε ένα σαφές σενάριο.Η ταινία είναι πειραματική. Αξίζει όμως, αν το βρείτε κάπου, να κάνετε μια προσπάθεια.
Περιττό να πούμε ότι η ταινία είχε απαγορευτεί στην τότε Τσεχοσλοβακία, ενώ στην Chetylova (που συνέχισε να κάνει ταινίες που ενοχλούσαν το καθεστώς) είχε απαγορευτεί να γυρίζει για 6 χρόνια.