Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2007

Ο ΚΑΤΑ HERZOG "ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ"


To 1979 προστίθεται ένας ακόμα κρίκος (από τους λαμπρότερους) στην σλυσσίδα των συνεργασιών Werner Herzog - Κλάους Κίνσκι: Το "Νοσφεράτου" (Nosferatu: Phantom der Nacht). Πρόκειται για μια ακόμα μεταφορά στην οθόνη του κλασικού "Δράκουλα", του περίφημου μυθιστορήματος του Μπραμ Στόουκερ. Είχαν προηγηθεί ο Μπέλα Λουγκόζι, ο Κρίστοφερ Λι και άλλοι ακόμα. Ο Herzog όμως επιλέγει να "πατήσει" πάνω στον βουβό "Νοσφεράτου" του 1922 του F.W. Murnau, προφανώς λόγω συγγενούς γερμανικότητας και αγάπης για τον εξπρεσιονισμό. Αυτό όμως που διακρίνεται άμεσα στο αποτέλεσμα είναι η ιδιαιτερότητα του ίδιου του Herzog, άσχετα αν η "υπόθεση" της ταινίας μοιάζει αρκετά τόσο στο παλιό "Νοσφεράτου" όσο και στο πρωτότυπο βιβλίο.
Το έργο του Herzog βρίθει βέβαια από κάθε λογής καταραμένους χαρακτήρες: Ο Αγκίρε, ο Φιτζγκαράλντο, ο Βόιτσεκ, είναι μερικοί απ' αυτούς. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να αντισταθεί στον πειρασμό να προσθέσει δύο ακόμα: Τον ίδιο τον Νοσφεράτου προφανώς(τον κόμη Δράκουλα δηλαδή), αλλά και τον Τζόναθαν, τον νεαρό που επισκέπτεται τον φρικτό πύργο στα Καρπάθια, απεσταλμένος του μεσίτη στον οποίο δουλεύει, για να πουλήσει στον κόμη ένα σπίτι στην γερμανική πόλη όπου ζει ο ίδιος και η όμορφη Λούσι, η γυναίκα του. Ο Νοσφεράτου κατά τον Herzog δεν είναι απλώς ο φορέας, η προσωποποίηση του κακού. Είναι και ο ίδιος μια βαθύτατα δυστυχισμένη ύπαρξη. Θέλει, αλλά δεν μπορεί να πεθάνει. Η υπέρτατη καταδίκη, όπως λέει ο ίδιος. Όσο για τον Τζόναθαν, εκπρόσωπο του καλού στο βιβλίο, ο Herzog του επιφυλάσσει κι αυτού μια ζοφερή μοίρα: Να διαδεχτεί τον Δράκουλα, σπείροντας ο ίδιος το κακό. Έχει ετσι δραστικά απομακρυνθεί τόσο από το βιβλίο όσο και από τις προηγούμενες βερσιόν, επιβάλλοντας μια πολύ σκοτεινότερη δική του εκδοχή. Θυμηθείτε πώς τελειώνουν οι υπόλοιπες ταινίες του Herzog. Δεν θα μπορούσε λοιπόν κι εδώ να δεχτεί καθησυχαστικό τέλος: Άρα; Το Κακό θριαμβεύει!
Όλα αυτά βέβαια δεν είναι παρά αναλύσεις επί αναλύσεων και απλώς λόγια. Αυτό που κυρίως καθηλώνει στην ταινία είναι οι υπέροχες εικόνες που στήνει ο σκηνοθέτης. Η αλησμόνητη φιγούρα του Κίνσκι - Νοσφεράτου, τα χιλιάδες ποντίκια να κατακλύζουν την πόλη, οι αποκαλυπτικές, σουρεαλιστικές εικόνες που σηματοδοτούν το ξέσπασμα της πανούκλας και την επακόλουθη τρέλα, η εξαϋλωμένη μορφή της Ιζαμπέλ Αντζανί... είναι λίγες μόνο απ' όσες μπορώ να θυμηθώ.
Αν λοιπόν πέσει στα χέρια σας, μην διστάσετε: Δείτε πώς "ξαναδιαβάζεται" ένας πασίγνωστος μύθος από ένα μεγάλο δημιουργό.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 30, 2007

ΤΟ ΚΛΑΣΣΙΚΟ "ΓΕΡΑΚΙ ΤΗΣ ΜΑΛΤΑΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΥΑΡ


Η πρώτη ταινία του John Huston (1906-1987) το 1941 έμελλε να είναι και μια από τις πιο κλασσικές του: "Το Γεράκι της Μάλτας" θεωρείται μέχρι σήμερα ένα από τα σημαντικότερα φιλμ νουάρ στην ιστορία του σινεμά - και ένας από τους καλύτερους ρόλους του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Βλέποντάς το σήμερα, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε ότι πρόκειται για μια αρχετυπική ταινία του είδους ή, για πολλούς, για την ταινία που καθόρισε το είδος.
Στο "Γεράκι" υπάρχει ο σκληρός ντετέκτιβ, η μοιραία γυναίκα, η μπερδεμένη, γεμάτη ανατροπές και "γυρίσματα" πλοκή, οι φόνοι, οι μοναχικοί χαρακτήρες, το αντικείμενο του πόθου (δεν μιλώ εδώ για τη γυναίκα, αλλά για το χρήμα, δηλαδή για το πολύτιμο αντικείμενο που όλοι κυνηγάνε στο συγκεκριμένο φιλμ).
Η πλοκή, που αναφέραμε και παραπάνω ότι είναι καταιγιστική (στο πρώτο δεκάλεπτο έχουν συμβεί τόσα που στα χέρια άλλων θα μπορούσαν να έχουν αποτελέσει υλικό για μια ολόκληρη ταινία) και μπερδεμένη, από ένα σημείο και πέρα αποκτά μάλλον δευτερεύουσα σημασία μπροστά στους χαρακτήρες των ηρώων και τις αντιδράσεις τους. Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής είναι ένα παράξενο κράμα καλού και κακού που σπάνια συνατάμε στο σημερινό σινεμά: Σκληρός, κυνικός και ρεαλιστής, αρκετά "κάθαρμα", αλλά και με έναν δικό του κώδικα τιμής, που είναι ικανός να παρακάμψει τους πειρασμούς. Ίσως αγαπά την γυναίκα (ποτέ αυτό δεν γίνεται ξεκάθαρο), αλλά οι εσωτερικές του ιεραρχήσεις αξιών εμποδίζουν τον θρίαμβο του ρομαντισμού. Αυτό όμως που κυρίως έμεινε σε μένα τουλάχιστον είναι η μάταιη αναζήτηση του πλούτου και των υλικών αγαθών γενικότερα. Αυτό που νομίζω ότι τονίζεται κατά βάση είναι η ματαιότητά τους, η ανικανότητά τους να φέρουν την ευτυχία - και η ικανότητά τους να ξεγλιστρούν μέσα από τα χέρια μας, αφήνοντας όσους επένδυσαν τα πάντα σ' αυτά ακόμα πιο κενούς και αποτυχημένους από πριν. Και, βέβαια, θα μπορούσε η διαπίστωση αυτή να αφορά πολύ ευρύτερα πράγματα: Το μάταιο κυνήγι της ευτυχίας στη ζωή αυτή, ας πούμε. Θυμηθείτε: Όταν κάποιος ρωτά από τι είναι κατασκευασμένο το περίφημο Γεράκι, η απάντηση είναι "Από το υλικό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα".
Ακούγονται τετριμμένα αυτά; Διάβολε, βρισκόμαστε στα 1941 (και μάλιστα στην ταινία ενός πρωτοεμφανιζόμενου) και το σινεμά σχετικά στην αρχή του. Πολλά από αυτά που σήμερα θεωρούμε δεδομένα δεν έχουν ακόμα ειπωθεί. Θα πρότεινα να αφεθείτε στη γοητεία της ασπρόμαυρης εικόνας... κι αν ακόμα θεωρήσετε κάποια στοιχεία ξεπερασμένα, οι περσόνες του Μπόγκαρτ, του Πίτερ Λόρε ή του "Χοντρού" μπορούν να σας αποζημειώσουν.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 27, 2007

ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ "ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟΥ" ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ


Να λοιπόν που μπορούμε πλέον να μιλάμε για ένα νέο φαινόμενο στο σινεμά: Τον ισπανόφωνο τρόμο. "Η ραχοκοκαλιά του διαβόλου", "Οι άλλοι", "Ο λαβύρινθος του Πάνα" και τώρα "Το Ορφανοτροφείο", το επιβεβαιώνουν. Κοινά χαρακτηριστικά; Η κλασσική αντίληψη του θρίλερ, που ενδιαφέρεται κυρίως για την ανησυχητική / τρομακτική ατμόσφαιρα, τα υποβλητικά σκηνικά, το διάχυτο κλίμα ανησυχίας και απειλής, η σταθερά κορυφούμενη ένταση. Χαρακτηριστικά που τοποθετούν τη "σχολή" αυτή μακριά από τα σύγχρονα αμερικάνικα στάνταρς του είδους (της πλειοψηφίας, εννοείται, του είδους, για να είμαστε ακριβείς), που βασίζονται στα εντυπωσιακά, ψηφιακά κυρίως εφφέ, στα αλλεπάλληλα "μπου" για να τρομάξει πάσει θυσία ο θεατής, στη βινεοκλιπάδικη αισθητική και, όλο και συχνότερα, στο σπλάτερ.
Η ικανοποίηση είναι ακόμα μεγαλύτερη αν σκεφτεί κανείς ότι ο Juan Antonio Bayona
είναι πρωτοεμφανιζόμενος, κι όμως δείχνει να κατέχει τόσο βαθειά τα μυστικά του καλού θρίλερ. Στο υποβλητικό "Ορφανοτροφείο" ο τρόμος υπονοείται, δεν δείχνεται φάτσα - κάρτα, το παιχνίδι γίνεται περισσότερο με τις σκιές, τους ανησυχητικούς ήχους, το διφορούμενο φανταστικό, που δεν είσαι σίγουρος αν υφίσταται στην πραγματικότητα ή μόνο στη φαντασία των ηρώων. Ταυτόχρονα μιλά με έμμεσο τρόπο για την παιδική ηλικία και την την δυσκολία της ενηλικίωσης, δυσκολία που ενίοτε γίνεται τραυματική, για την απόφαση κάποιου να γυρίσει πίσω, στα ευτυχισμένα χρόνια, με τους μόνους φίλους που πραγματικά αγάπησε και που σημάδεψαν τη ζωή του. Είναι πολύ ενδιαφέρον το πώς κάτω από τον τρόμο και την ανατριχιαστική ατμόσφαιρα κρύβεται η τρυφερότητα. Στις αρετές και το ότι το φιλμ δεν κάνει κατά τη γνώμη μου πουθενά "κοιλιά". Παρακολουθείται "μονορούφι" με αμείωτη ένταση - και συχνά με κομμένη την ανάσα.
Ας καλωσορίσουμε λοιπόν ένα νέο σκηνοθέτη με αναμφισβήτητο ταλέντο. Όσο για μένα, επιτρέψτε μου να περιμένω πολλά ακόμα από το ισπανόφωνο σινεμά (όχι μόνο τρόμου), που περιλαμβάνει τόσο την Ισπανία όσο και τη Λατινική Αμερική.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 26, 2007

"ΝΥΧΤΕΣ ΜΑΚΡΙΑ ΣΟΥ" ΜΕ ΥΨΗΛΗ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ, ΑΛΛΑ...


Αναμφισβήτητα από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες ο Wong Kar-Wai, πάντοτε ξετυλίγει μπροστά μας μια σειρά από πανέμορφες εικόνες, πλημμυρισμένες από ιδιαίτερη ευαισθησία. Μόνο που, φοβάμαι, αυτό το προσωπικό στυλ τείνει τελευταία να γίνει ένα είδος μανιέρας, που έχει αρχίσει να με κουράζει.
Το "My blueberry nights" (Οι νύχτες μου μακριά σου, 2007), η πρώτη αμερικάνικη ταινία του, διαθέτει όλες αυτές τις αρετές και, συγχρόνως, μέσα του καραδοκούν οι κίνδυνοι που ανέφερα. Η ιστορία της ερωτικά πληγωμένης Ελίζαμπεθ, που κάνει ένα δίχως προορισμό ταξίδι αυτογνωσίας, λήθης και αναζήτησης, είναι μια τρυφερή ιστορία, γεμάτη συγκίνηση. Η ηρωίδα συναντά στην περιπλάνησή της διάφορους χαρακτήρες, πληγωμένους κι αυτούς, δίνει και παίρνει απ' αυτούς και τελικά, όταν επιστρέφει εκεί απ' όπου ξεκίνησε, στο μικρό νεοϋορκέζικο καφέ και στον ιδιοκτήτη του που την περιμένει, μοιάζει θεραπευμένη από τις πληγές της. Για μια ακόμα φορά το ταξίδι είναι αυτό που έχει σημασία, όχι ο προορισμός.
Ωστόσο βρήκα το φιλμ λίγο "ξεχειλωμένο", δίχως κέντρο, κάτι ανάμεσα σε σπονδυλωτό και ενιαίο. Γενικά έχω την αίσθηση ότι το πρόβλημα στον Kar-Wai είναι περισσότερο σεναριακό, καθώς οι ταινίες του δεν είναι συμπαγείς αλλά κάπως "σκόρπιες", με αποκορύφωμα το "χαμένο" "2046". Αυτό βέβαια ίσως για κάποιους να αποτελεί αρετή, προσωπικά όμως συνήθως με κουράζει.
Ανεξαρτήτως αυτών όμως οι εικόνες είναι και πάλι όμορφες, όπως και η Νόρα Τζόουνς στον πρώτο της ρόλο, με τα νυχτερινά να κυριαρχούν, με τους φωτισμούς των νέον και τα έντονα χρώματα να είναι πανταχού παρόντα και να τονίζουν την ατμοσφαιρικότητα του όλου εγχειρήματος, με τα εξ ίσου όμορφα τραγούδια να υπογραμμίζουν τις καταστάσεις. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα απόλυτα συναισθηματικό σινεμά. Αυτό που πάντοτε κάνει ο Kar-Wai. Ωστόσο, θα μου επιτρέψετε να περιμένω περισσότερα από την επόμενη ταινία του. Τελικά για μένα η "Ερωτική επιθυμία" παραμένει το αριστούργημά του.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 25, 2007

ΑΣΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΚΕΣ ΑΡΚΟΥΔΕΣ


Ε, ναι, μετά τα Lord of the Rings, τους Harry Potter, το Lemony Snicket και πλήθος άλλων τέτοιων, σιγά μη δεν γινόταν ταινία (τριλογία για την ακρίβεια) και η "Τριλογία του Κόσμου", μεγάλη επιτυχία ως βιβλίο του Φίλιπ Πούλμαν. Μόνο που το πρώτο μέρος της, το "Αστέρι του Βορρά" (The Golden Compass), δεν διαθέτει ένα σκηνοθέτη του επιπέδου του Peter Jackson ας πούμε, για να κάνει τη διαφορά. Ο Chris Weitz όσο κι αν προσπαθεί, απλώς εικονογραφεί (με εντυπωσιακό μερικές φορές τρόπο, αλλά αυτό δεν αρκεί) την ιστορία. Είναι και κάπως μπερδεμένο σεναριακά το όλο εγχείρημα, κάπου δεν ξεκαθαρίζονται οι σχέσεις, οι χαρακτήρες, οι στόχοι κλπ. οπότε, όχι, δεν μου φάνηκε και καμιά φοβερή ταινία (έστω και στα πλαίσια του είδους).
Όμορφες εικόνες, όπως είπα και πιο πάνω, υπάρχουν αρκετές. Οι αρκούδες είναι εντυπωσιακές, οι πτήσεις με το σαν Ζέπελιν σκάφος όμορφες και η Νικόλ Κίντμαν ακόμα πιο όμορφη. Είναι όμως σίγουρο νομίζω ότι τέτοιου είδους ομορφιά δεν είναι αρκετή για να απογειώσει ένα φιλμ. Δεν έχω διαβάσει τα βιβλία, αλλά υποψιάζομαι ότι πρέπει να είναι καλύτερα από την κινηματογραφική τους μεταφορά (χωρίς αυτό να είναι υποχρεωτικά κακό σε άλλες περιπτώσεις). Γενικότερα μου φάνηκε ότι το όλο εγχείρημα προορίζεται κυρίως για παιδικό κοινό και δεν καταφέρνει να προσελκύσει το ενδιαφέρον των μεγάλων (όπως, για παράδειγμα, το Lord of the Rings ή οι αντίστοιχες ταινίες φαντασίας του Tim Burton). Συνολικά, νομίζω ότι ακόμα κι αν περάσεις σχετικά ευχάριστα το δίωρο, το "Αστέρι του Βορρά" προορίζεται να περάσει ως κομήτης και σύντομα να εξαφανιστεί από τη μνήμη σου.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 22, 2007

Ο ΑΛΛΟΠΑΡΜΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ WOYZECK


Το 1979 ο Werner Herzog συνεργάζεται και πάλι με τον ηθοποιό - φετίχ του, τον Κλάους Κίνσκι, για τη μεταφορά στην οθόνη του γνωστού θεατρικού έργου του Georg Buchner "Woyzeck".
Ακόμα μια "στοιχειωμένη" περίπτωση ανθρώπου, ο ομώνυμος ήρωας είναι ένας φτωχός στρατιώτης με άχαρη ζωή, που ζει σε μια όμορφη και ήσυχη μικρή πόλη και έχει μια νέα γυναίκα και μικρό παιδί. Όλη αυτή όμως η φαινομενική ηρεμία μόνο πρόχειρα μπορεί να καλύψει τα "φαντάσματα" που στοιχειώνουν τον ήρωα και ό,τι άλλο υποβόσκει. Ο Βόιτσεκ είναι αυτό που λέμε "ασταθής", ονειροπαρμένος, κάπως "στα όρια". Ακούει φωνές και φαντάζεται πράγματα, κρύβει μέσα του φόβους για διάφορα κοινά πράγματα... Αυτό που δεν ξέρουμε είναι αν όλα αυτά είναι "εκ γενετής" ή αν προέρχονται από το καταπιεστικό και πνιγηρό περιβάλλον της καθημερινότητάς του. Πράγματι ο αξιωματικός τον οποίο υπηρετεί, ασυνήθιστη προσωπικότητα και ο ίδιος, τον καταπιέζει ασκώντας - σε σχεδόν σαδιστικό βαθμό - όσο περισσότερη εξουσία μπορεί πάνω του, στην οποία βέβαια ο Βόιτσεκ είναι αδύνατο να αντιδράσει. Από την άλλη ένας γιατρός τον θεωρεί κάτι σαν πειραματόζωο και τον μελετά ή τον υποβάλλει σε διάφορα τεστ, ταπεινώνοντάς τον κι αυτός συχνά. Η δε γυναίκα του τον απατά με νέους και όμορφους αξιωματικούς. Έτσι, σωματικά και ψυχικά τσακισμένος, ο Βόιτσεκ, έρμαιο ήδη των "ανωτέρων" του καιμιάς άκαμπτης κοινωνικής ιεραρχίας, γίνεται βαθμιαία και έρμαιο της τρέλας του που μεγαλώνει, έως την τραγική κατάληξη.
Αυτό που νομίζω ότι κυρίως μένει στον θεατή είναι η αληθινά στοιχειωμένη ερμηνεία του Κίνσκι, που είναι ιδανικός για τον ρόλο. Συνολικά όμως η ταινία μου αρέσει λιγότερο από άλλες του Herzog, καθώς οι θεατρικές της καταβολές είναι πασιφανείς: Δράση που περιορίζεται σε λίγους χώρους (όχι βέβαια ότι είναι υποχρεωτικά κακό αυτό), συχνοί μονόλογοι και "θεατρικοί" διάλογοι. Πρόκειται για προσωπική γνώμη βέβαια, καθώς πολλοί την θεωρούν μεγάλη ταινία. Πέραν της δικής σας γνώμης όμως, αξίζει να το δει κανείς λόγω του Κίνσκι.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 19, 2007

ΚΑΤΑΜΑΥΡΗ "ΟΜΙΧΛΗ"


Λίγο καιρό πριν γκρίνιαζα για την παρακμή των ταινιών τρόμου στις μέρες μας. Ευτυχώς οι διαψεύσεις αυτής μου της θέσης είναι συχνές τελευταία (και περιμένουμε και το "Ορφανοτροφείο"), πράγμα που με κάνει να χαίρομαι, χωρίς βεβαίως να ανατρέπεται ακόμα η γενική αρνητική εικόνα του είδους στην εποχή μας.
Άρχικά λοιπόν υπήρξε το διήγημα του Stephen King "Η Ομίχλη". Ο Τζον Κάρπεντερ, όταν ακόμα ήταν στις δόξες του, το μετέφερε στην οθόνη το 1980 αλλάζοντάς το σχεδόν ολοκληρωτικά. Με την τωρινή του "Ομίχλη" (The Mist, 2007), ο ικανός Frank Darabont, στην 4η μόλις μεγάλου μήκους ταινία του, βρίσκεται κοντύτερα στο κείμενο του Κινγκ (αν και όχι απόλυτα) και κάνει μια κατά τη γνώμη μου πιο ενδιαφέρουσα ταινία από αυτήν του Κάρπεντερ.
Φυσικά και αυτή εδώ έχει αρκετά στοιχεία που έχουμε ξαναδεί σε ταινίες του είδους. Από την πολιορκία μιας σχετικά μεγάλης ομάδας ανθρώπων σε ένα σούπερ μάρκετ από τα εφιαλτικά τέρατα που ξεπηδούν από μια πυκνή ομίχλη μέχρι τις γιγάντιες αράχνες και τις alienοειδείς σκηνές. Αυτά όμως δεν εμποδίζουν την "Ομίχλη" από το να είναι μια από τις πιο εντυπωσιακες ταινίες στο είδος της. Ο Darabont με έξυπνο τρόπο μετατοπίζει το ενδιαφέρον της δράσης από τα εξωτερικά στοιχεια (τα τέρατα που λέγαμε) στα εσωτερικά, στη συμπεριφορά δηλαδή και τη διαμάχη ανάμεσα στους παγιδευμένους ανθρώπους και στις αντιδράσεις τους απέναντι σε μια απρόβλεπτη κατάσταση "έκτακτης ανάγκης". Οι έγκλειστοι αποτελούν μια μικρογραφία της κοινωνίας και ανάμεσά τους συνυπάρχουν κάθε είδους στοιχεία. Ο σκηνοθέτης δείχνεται απόλυτα πεσιμιστής, δηλώνοντας, πολύ απλά, ότι σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις ο άνθρωπος γίνεται κτήνος, έρμαιο των ενστίκτων του, ενώ η λογική εκλείπει σιγά - σιγά. Ταυτόχρονα κάνει και μια έντονη κριτική της σύγχρονης αμερικάνικης (και όχι μόνο, φοβάμαι) καινωνίας, καυτηριάζοντας τον θρησκευτικό φανατισμό και τις ολέθριες επιπτώσεις του, τη μισσαλοδοξία, τον μιλιταρισμό, αλλά και την απλή βλακεία του λεγόμενου "μέσου πολίτη", που παραδίδεται δίχως αντίσταση σε όλα τα παραπάνω.
Εκεί όμως που φαίνεται περισσότερο απαισιόδοξος από ποτέ είναι στο συγκλονιστικό και απρόβλεπτο τέλος, που κυριολεκτικά σε αφήνει άναυδο, παγωμένο, ακόμα και ενοχλημένο, με μια αίσθηση του στυλ "Ε, όχι! Αυτό πάει πάρα πολύ". Βλέπετε, έχει καταφέρει να επινοήσει ένα τέλος που, αφού κορυφώνει το συνεχές σασπένς, πάει πολύ πιο πέρα από το απλό "τελικά οι ήρωες πεθαίνουν" και γινεται κάτι πολύ χειρότερο, που δεν θα σας πω φυσικά. Ένοιωσα έκπληξη για το πώς μια χολιγουντιανή ταινία επέτρεψε στον εαυτό της ένα τέτοιο φινάλε, ίσως το σκοτεινότερο που έχω δει ποτέ σε τέτοιο φιλμ.
Για τους φίλους του είδους νομίζω ότι η ταινία είναι must. Οι υπόλοιποι και οι ανύποπτοι, ίσως αργήσουν να συνέλθουν.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 17, 2007

ΥΠΝΩΤΙΚΗ "ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ ΓΥΑΛΙ"


Ο γερμανός Werner Herzog παραμένει για μένα ένας από τους πιο ενδιαφέροντες σκηνοθέτες, ήδη από το έργο του της δεκαετίας του 70, όταν έκανε και τις γνωστότερες ταινίες του. Το σινεμά του είναι μυστηριώδες, παραισθητικό, σα να αναζητά διαρκώς ένα είδος έκστασης, κυρίως σε απομονωμένες γωνιές της γης ή σε απίστευτα, ζεν θα μπορούσα να τα χαρακτηρίσω, τοπία. Ίσως να είναι ένας δημιουργός που περισσότερο από πολλούς άλλους του ταιριάζει ο χαρακτηρισμός του "φευγάτου" (αν αυτό είναι καλό ή κακό τώρα, ας το κρίνει ο καθένας. Ενδιαφέρον πάντως είναι σίγουρα).
Το 1976 ο Herzog γυρίζει μια από τις πιο παράξενες ταινίες του - από τις πιο παράξενες στην ιστορία του σινεμά, θα έλεγα - την "Καρδιά από γυαλί" (Herz aus Glas). Μια ιστορία δίχως πολύ σαφή ροή και στρωτή αφήγηση, ίσως περισσότερο μια καταγραφή εμμονών ή πραγμάτων που βίωσε ή αγάπησε ο δημιουργός της παρά οτιδήποτε άλλο. Στα τέλη του 17ου αιώνα ένα απομονωμένο βαυαρικό χωριό (από εκεί κατάγεται ο Herzog) ζει κυρίως από ένα εργοστάσιο που παράγει το θρυλικό και πολύτιμο κόκκινο γυαλί. Όταν ο αρχιτεχνίτης του πεθαίνει παίρνοντας το μυστικό του κόκκινου γυαλιού στον τάφο, ο "αφέντης" (= ευγενής, φεουδάρχης ή κάτι τέτοιο) του χωριού καταλαμβάνεται από μια έμμονη ιδέα - με μεταφυσικές προεκτάσεις - να βρει πάσει θυσία το χαμένο μυστικό. Συγχρόνως, ένα είδος προφήτη που ζει στα δασωμένα βουνά έξω από το χωριό, προλέγει τα μελλούμενα - που κυρίως είναι καταστροφικά.
Γιατί είναι μια από τις πιο παράξενες ταινίες όλων των εποχών; Επειδή οι ηθοποιοί είναι όλοι ερασιτέχνες, που βρέθηκαν από αγγελίες στις εφημερίδες. Έπρεπε να είναι έτσι, γιατί όλοι δέχτηκαν εθελοντικά να παίζουν στην ταινία υπνωτισμένοι. Υπνωτίζονταν κανονικά, ο σκηνοθέτης έδινε τις εντολές του για το τι έπρεπε να κάνουν και από εκεί και πέρα οι κινήσεις ή τα λόγια τους δεν ελέγχονταν απόλυτα. Όταν ο Herzog ρωτήθηκε γιατί το έκανε αυτό, απάντησε ότι "η ταινία έχει τόσο εκστατικό περιεχόμενο, ώστε αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να αποδώσω αυτή την έκσταση" (με δικά μου λόγια). Το αποτέλεσμα είναι όντως παράδοξο - ανατριχιαστικό μερικές φορές. Όλοι σχεδόν οι ηθοποιοί (σχεδόν διότι σε ορισμένες σκηνές παίζουν "φυσιολογικά") παίζουν με έναν τρόπο που δεν μοιάζει με τίποτα που έχετε δει: Κάτι σαν σε slow motion, με ασυνήθιστες, αργές, αναιτιολόγητες μερικές φορές κινήσεις, συχνά με μισόκλειστα μάτια. Και όλο αυτό όντως συμβάλλει στο παράδοξο κλίμα του φιλμ, γεμάτο προφητείες, θρύλους και μυστηριώδεις, ανεξήγητες ενίοτε εικόνες.
Προειδοποιώ ότι η ταινία είναι αρκετά αργή, η αφήγηση παρουσιάζει μερικές φορές χάσματα, τα κίνητρα των πράξεων των ηρώων είναι συχνά ανεξήγητα. Οι εικόνες όμως είναι πανέμορφες. Κυρίως οι εικόνες από τοπία, που πολλές φορές κόβουν την ανάσα (άλλωστε ο Herzog λατρεύει τη φύση στις πιο απόκοσμες, αποκαλυπτικές εκφάνσεις της). Όλα αυτά όμως, σε συνδυασμό με το προαναφερθλεν παίξιμο, συμβάλλουν στην απόλυτα ονειρική ατμόσφαιρα του φιλμ και δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό "ενός από τα πιο παράξενα" που έγιναν ποτέ.
Θα ήταν κρίμα, τέλος, να μη γίνει ιδιαίτερη αναφορά στη μυσταγωγική μουσική των Popol Vuh, του συγκροτήματος που έντυσε μουσικά όλες σχεδόν τις γνωστές ταινίες του Herzog και συνέβαλλε κατά πολύ στην ιδιάιτερη ατμόσφαιρά τους. Αν δεν τους ξέρετε, ανακαλύψτε τους.
Είχα γράψει μια ακόμα φορά, για μια εντελώς διαφορετική ταινία, τη "Διπλή ζωή της Βερονίκ" του Κισλόφσκι, ότι ορισμένα πράγματα δεν χρειάζονται σαφείς εξηγήσεις. Απλώς αφήνεσαι στην ομορφιά τους (ή, τέλος πάντων, βρίσκεις τις δικές σου, προσωπικές ερμηνείες που δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι σύμφωνούν μ' αυτές του δημιουργού). Πολύ σπάνια γράφω κάτι τέτοιο για ένα φιλμ. Η "Καρδιά από γυαλί" όμως αποτελεί σίγουρα μια τέτοια περίπτωση.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 15, 2007

ΕΝΑ ΠΑΓΟΒΟΥΝΟ ΠΟΥ ΣΕ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣ


"L'Iceberg" ("Το Παγόβουνο") είναι μια βελγική ταινία του 2005 σε συνσκηνοθεσία των Dominique Abel, Fiona Gordon και Bruno Romy. Οι δύο πρώτοι είναι και οι πρωταγωνιστές και έχουν κάνει μαζί τρεις μικρού μήκους, ενώ αυτή είναι η πρώτη τους μεγάλη.
Μια παντρεμένη γυναίκα παγιδεύεται μια νύχτα στο ψυγείο του φαστφουντάδικου όπου δουλεύει και όταν τη σώζουν το άλλο πρωί έχει αμ φισβητήσει (με το δίκιο της, όπως θα δείτε) τις οικογενειακές αξίες, ενώ έχει καταληφθεί από μια παράξενη έλξη για τον πάγο και τα παγόβουνα. Θα φύγει λοιπόν με έναν απίστευτο ναυτικό και το μικρό του σκάφος, αλλά ο σύζυγος... Αρκετά όμως με το στόρι.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να τονίσουμε γι' αυτό εδώ το "Παγόβουνο" είναι ότι πρόκειται για μια εντελώς feel good ταινία. Απόλυτα στυλιζαρισμένη, τόσο σκηνοθετικά όσο και σεναριακά, έχει σαν βασικό στόχο να διασκεδάσει τους θεατές της, πράγμα που κατά τη γνώμη μου πετυχαίνει, χάρη σ' ένα ιδιόρυθμο, ευαίσθητο και πανταχού παρόν χιούμορ, που παραπέμπει σ' αυτό του Jacques Tati. Ίσως ο Tati και σκηνοθετικά να είναι η βασική επιρροή, αλλά και ο Kaurismaki, δίχως όμως την χαρακτηριστική μελαγχολία του, καθώς και ολόκληρο το βουβό σινεμά βρίσκονται εδώ. Πράγματι, οι απόλυτα στυλιζαρισμένες κινήσεις των ηθοποιών, το ηθελημένα υπερβολικό του σεναρίου και οι ελάχιστοι διάλογοι θυμίζουν συνειδητά βουβή κωμωδία. Εδώ όμως έχουμε και μερικές πολύ όμορφες εικόνες - μινιμαλιστικές ενίοτε - και ορισμένα χρωματικά παιχνίδια, που ανεβάζουν τον αισθητικό πήχυ του φιλμ. Καθώς επίσης κι ένα παράξενο παιχνίδι με τους ήχους: Οι ομιλίες και οι ήχοι ακούγονται ετεροχρονισμένα, μερικά δευτερόλεπτα αφού έχει συμβεί ό,τι τους προκαλεί. Απόλυτα μέσα στο κλίμα και οι ηθοποιοί, με απολαυστικότερο κατά τη γνώμη μου τον μονίμως εκτός τόπου και χρόνο ναυτικό, τον δεύτερο έρωτα της ηρωίδας.
Για μένα ήταν μια ευχάριστη έκπληξη (αγνοούσα μέχρι πρότινος την ύπαρξη της ταινίας). Αν το πετύχετε κάπου και δεν υπάρχουν υπότιτλοι, μην πτοηθείτε. Ακόμα κι αν δεν ξέρετε λέξη γαλλικά, είναι τόσο ελάχιστοι οι διάλογοι που δεν θα δυσκολευτείτε να το παρακολουθήσετε με άνεση.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 14, 2007

2010: 9 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΞΕΘΩΡΙΑΖΟΥΝ


16 χρόνια μετά τη θρυλική "2001: Οδύσσσεια του Διαστήματος" του Κιούμπρικ, στα 1984, ο Peter Hyams γυρίζει το δεύτερο μέρος, με τον απλό τίτλο "2010" (και με την προσθήκη ενίοτε "The Year We Make Contact"). Και με μια απλή σκέψη πίσω από το όλο εγχείρημα: Αφού οι περισσότεροι δεν κατάλαβαν τι έγινε στην πρώτη ταινία, ας εξηγήσουμε τα πράγματα όσο καλύτερα μπορούμε. Είχε προηγηθεί το 1982 το ομώνυμο βιβλίου του Arthur Clarke.
Επειδή όμως τα αριστουργήματα σπάνια επαναλαμβάνονται, αυτή εδώ η δεύτερη Οδύσσεια φαντάζει λίγο σαν ξαναζεσταμένο φαγητό. Αν και, πρέπει να ομολογήσω, οι προθέσεις ήταν σχετικά καλές: Οι δύο τότε αντίπαλοι στην ηγεμονία του κόσμου στέλνουν εκεί πάνω, 9 χρόνια μετά, μια από κοινού αποστολή για να ερευνησει το τι απέγινε το προηγούμενο σκάφος, το πλήρωμα και ο HAL, ο υπερυπολογιστής του. Η αμερικάνικη κυβέρνηση είναι αντίθετη - γίνεται και έμμεση πλην σαφής κριτική στον τότε πρόεδρο Ρίγκαν - αλλά οι επιστήμονες είναι υπεράνω μικροπολιτικών και πείθουν τις κυβερνήσεις τους να ενώσουν τις προσπάθειές τους. Έτσι το μεικτό αμερικανοσοβιετικό πλήρωμα φτάνει στον Δία, όπου απερίγραπτα κοσμικά μυστήρια περιμένουν την αποκάλυψή τους.
Παρά το ότι η ταινία παρακολουθείται σχετικά ευχάριστα - σχετικά όμως - διάφορες καταφανείς "αμερικανιές" παραμονεύουν ύπουλα: Πολλοί ρώσοι του πληρώματος μιλάνε αγγλικά αλλά ουδείς αμερικάνος ρώσικα, μια όμορφη ρωσίδα βρίσκει σε μια κρίσιμη στιγμή καταφύγιο στην αγκαλιά του, αμερικανού φυσικά, Ρόι Σνάιντερ και όχι σ' αυτήν κάποιου από τους πολλούς συμπατριώτες της και γενικά οι σοβιετικοί είναι πιο ψυχροί και τετράγωνα λογικοί, ανίκανοι να δουν έξω από τα συνηθισμένα, ενώ οι αμερικάνοι πιο μεταφυσικοί, "ευαίσθητοι" και ευέλικτοι. Ενώ ο Bowman, ο αξέχαστος ήρωας - αστροναύτης της πρώτης ταινίας περιφέρεται ως φάντασμα μοιράζοντας χρησμούς και προειδοποιήσεις.
Γενικά μερικά από τα ερωτήματα που αιωρούνται στην πρώτη ταινία απαντώνται εδώ (σε ένα απ' αυτά μάλιστα για την αποτυχία της πρώτης αποστολής αποκαλύπτεται ότι φταίει η αμερικάνικη κυβέρνηση που, όπως είπαμε, από την αρχή παρουσιάζεται αρνητική και στενόμυαλη), ενώ ενδιαφέρον έχει το ότι κάτω στη γη είναι έτοιμος να ξεσπάσει ο Γ' Παγκόσμιος, πράγμα που δείχνεται (δικαίως) ως απόλυτα ηλίθιο, μηδαμηνό και γελοίο μπροστά στις ασύλληπτες αποκαλύψεις που περιμένουν εκεί πάνω - και που τείνουν να οδηγήσουν το σύμπαν προς τον "σωστό δρόμο" ξεπερνώντας κάθε λογής μικρόμυαλη σκέψη. Δεν παύουμε όμως να βρισκόμαστε μπροστά σε ένα "νο 2" και, φυσικά, ο Hyams κάθε άλλο παρά Κιούμπρικ είναι. Οπότε... καλύτρα να αποφύγουμε τις (αναπόφευκτες) συγκρίσεις...

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 12, 2007

ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΜΕ 1000 ΜΙΛΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


Πρόσφατα είχα αναφερθεί σε μερικές ταινίες της δεκαετίας του 60 που αποτύπωναν το πνεύμα της εποχής, με αφορμή το σχετικό αφιέρωμα στα πλαίσια του φεστιβάλ της Ελευθεροτυπίας. Να που, συμπτωματικά, άλλη μία ταινία, του 2007 αυτή τη φορά, αναφέρεται στη μυθική δεκαετία και στο πνεύμα της. Το "1000 μίλια έρωτα" (2007) του Achim Bornhak είναι ένα γερμανικό φιλμ που μεταφέρει στο σινεμά τα απομνημονεύματα της Ούσι Ομπερμάγιερ, πανέμορφου φωτομοντέλου, ακτιβίστριας του τέλους των 60ς, ερωμένης του Μικ Τζάγκερ και, κυρίως, του Κιθ Ρίτσαρντς και ελεύθερου πνεύματος εν γένει.
Η πρώτη επανάσταση της νεαρής Ούσι - τέλη 60ς - γίνεται ενάντια στους μικροαστούς γονείς και το ασφυκτικό, καταπιεστικό περιβάλλον της πόλης της. Αρχικά λοιπόν, μετά τη φυγή από το σπίτι, τη βρίσκουμε να συμμετέχει στο Κοινόβιο 1 του Βερολίνου, που τότε είχε απασχολήσει πολύ τα media με τις επαναστατικές πρακτικές και την πίστη στον ελεύθερο έρωτα που πρέσβευε. Στη συνέχεια, διάσημο μοντέλο ήδη, γίνεται γκρούπι των Rolling Stones, τολμά να αρνηθεί δεκαετές συμβόλαιο του μεγάλου τότε παραγωγού Κάρλο Πόντι, που υποσχόταν να την κάνει μια νέα Σοφία Λόρεν ή Μπριζίτ Μπαρντό και, αφού τίποτα απ' αυτά δεν την ικανοποιεί πραγματικά, καταλήγει να ζήσει για 10 και πλέον χρόνια μια νομαδική ζωή, γυρίζοντας τον κόσμο με τον μεγάλο της έρωτα και με ένα πούλμαν - τροχόσπιτο, που θυμίζει φάσεις από το θρυλικό Magic Bus, μέχρι το 1985 στο Μεξικό, όπου όλα θα τελειώσουν απότομα (ακούσια συμβολικό για τη νέα εποχή "επιστροφής στις παλιές αξίες" και στον καπιταλισμό που έρχεται;)
Η ταινία δεν είναι ιδιαίτερα σπουδαία και αν δεν σας ενδιαφέρουν όλα αυτά πιθανόν να βαρεθείτε. Η πρωταγωνίστρια όμως Νατάλια Άβελον, εκτός από όμορφη και ως επί το πλείστον γυμνή, είναι και καλή ηθοποιός, σκιαγραφώντας μια Ούσι που αρνείται να λειτουργήσει εγκεφαλικά και προτιμά να αφήνεται στα ένστικτά της κυνηγώντας ακούραστα τη χαρά της ζωής. Χαρακτηριστικές αυτής της παντελούς έλλειψης διανοουμενισμού και θριάμβου του "ζωώδους" ενστίκτου είναι οι αρχικές σκηνές στο κοινόβιο και η διαφωνία της με τα υπόλοιπα πολιτικοποιημένα μέλη του.
Είπαμε, δεν το βρήκα σπουδαίο. Απλώς με κάποια επί μέρους ενδιαφέροντα στοιχεία.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 10, 2007

RINGU 0 : ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΣΑΝ ΟΛΑ


Κι έτσι, το 2000, ήταν επόμενο να γυριστεί κι ένα τρίτο γιαπωνέζικο Ring, αφού η επιτυχία συνεχιζόταν. Μόνο που το "Ringu 0 : Basudei" είχε δύο ιδιομορφίες: 1. Δεν ήταν ένα ακόμα sequel, αλλά ένα prequel, γυρίζει δηλαδή πίσω στο χρόνο και μας διηγείται πώς ξεκίνησαν όλα και 2. Δεν ήταν γυρισμένο από τον Nakata, όπως τα δύο πρώτα, αλλά από τον Norio Tsuruta.
Αν και τρίτο και καταϊδρωμένο (κανονικά δεν θα το έβλεπα, αλλά το έκανα αφού έτυχε να έχω το πακέτο για λίγες μέρες στο σπίτι), ομολογώ ότι το βρήκα συμπαθητικό. Δεν είναι το ότι μας εξηγεί τα πάντα - πώς, τι και γιατί έγινε κλπ. κλπ. Είναι ότι είναι πιο στρωτό από τα άλλα, πιο σαφές. Τώρα, θα μου πείτε, αυτό δεν είναι πάντοτε αρετή. Συμφωνώ, αλλά η συγκεκριμένη περίπτωση μάλλον μου άρεσε.
Στο Ringu 0 λοιπόν, πάμε μερικές δεκαετίες πίσω και παρακολουθούμε την τραγική κατά βάθος ιστορία της φοβερής Sadako, μιας όμορφης κοπέλας που γεννιέται με υπερφυσικές δυνάμεις, τις οποίες συνήθως δεν μπορεί να ελέγξει και δεν κατανοεί - έχει πάρει, βλέπετε, από τη μαμά της... Ζει λοιπόν απομονωμένη, κλειστή, φοβισμένη. Μοναδική της διέξοδος η θεατρική ομάδα στην οποία γράφεται, όπου και ξεχωρίζει, και ένας έρωτας που πάει να γεννηθεί. Οι ιδιαιτερότητές της όμως, καθώς και ο κόσμος γύρω της που δεν αντέχει το διαφορετικό, οδηγούν σε τραγικές όσο και εφιαλτικές καταστάσεις.
Η αρετή, κατά τη γνώμη μου, της ταινίας, είναι η παρουσίαση της Sadako όχι ως φρικιαστικού τέρατος, αλλά σαν μιας ευαίσθητης και φοβισμένης κοπέλας - και η τρυφερότητα και τραγικότητα με την οποία ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει την περίπτωσή της. Ταυτόχρονα βέβαια, οι τρομακτικές σκηνές εξακολουθούν να υπάρχουν και η ατμόσφαιρα παραμένει λίγο - πολύ ίδια με τα άλλα φιλμ της σειράς.
Το βρήκα λοιπόν συμπαθητικό, αν και βέβαια όχι κανένα αριστούργημα. Δεν θα μπορούσε να είναι άλλωστε, αφού, όπως και να το κάνουμε, παραμένει ένα νο 3. Κι αυτό σημαίνει ότι η έκπληξη της πρώτης ματιάς και η όποια πρωτοτυπία έχουν πλέον χαθεί.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 09, 2007

Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΚΑΛΟΥ ΥΠΗΡΕΤΗ


Το τσέχικο σινεμά γνώρισε δόξες στη δεκαετία του 60 με την "Άνοιξη της Πράγας" και "χάθηκε" (τουλάχιστον από τις δικές μας οθόνες) στη συνέχεια, με σποραδικές πάντοτε εξαιρέσεις (θυμηθείτε πάντως ότι ο Milos Forman και ο μεγάλος Svankmayer είναι Τσέχοι). Ο Jirí Menzel είναι από τους πρωτεργάτες του νέου τότε τσέχικου σινεμά. Στα 70 του σχεδόν σήμερα κάνει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες φετινές ταινίες.
Το "Υπηρέτησα το βασιλιά της Αγγλίας" (2007) είναι ένα είδος πολιτικής αλληγορίας ή, αν θέλετε, αλληγορίας της ιστορίας της πατρίδας του. Αυτό που το κένει να ξεχωρίζει είναι το ύφος: Ο Menzel επιλέγει το στιλ και τα "κόλπα" της βουβής κωμωδίας, τον ρυθμό, τις κινήσεις, το γενικό κλίμα της. Η ταινία βέβαια δεν είναι βουβή, αλλά όλα παραπέμπουν εκεί. Ο ήρωας, ένα πολύ κοντό γκαρσόνι, ξεκινάει από το χωριό του δουλεύοντας σε ένα μικρό εστιατόριο αρχικά και, χάρη στην πονηριά, την τύχη και το σταθερό του όνειρο να γίνει εκατομμυριούχος, ανεβαίνει συνεχώς, δουλεύει σε όλο και μεγαλύτερα ξενοδοχεία στην Πράγα και τελικά γίνεται ιδιοκτήτης ενός από τα πολυτελέστερα. Συγρόνως παρακολουθούμε τους έρωτές του με δάφορες όμορφες κοπέλες, που, θα έλεγε κανείς, κάθε μία αντιστοιχεί και σε μία φάση της ανόδου του. Και, τελικά, στο ζενίθ της καριέρας του, καταλήγει για 15 χρόνια στη φυλακή από το καινούριο τότε κομμουνιστικό καθεστώς (μην ανησυχείτε, δεν προδίδω το τέλος, η ταινία ξεκινά με την αποφυλάκισή του σε σχετικά προχωρημένη ηλικία).
Στο φιλμ καταφέρνει να συνυπάρξει το κωμικό στοιχείο και η συγκίνηση, έτσι ώστε να θυμίζει κάπως το κλίμα των ταινιών του Τσάπλιν. Αυτό που ουσιαστικά καυτηριάζεται είναι η άνευ όρων και ορίων δίψα για άνοδο, η εσωτερική κενότητα του ήρωα, την οποία στην ουσία αντιλαμβανόμαστε στο δεύτερο μόλις μέρος της ταινίας, με τη στάση του απέναντι στους ναζί κατακτητές, που ενώ όλοι στην Πράγα μισούν, εκείνος τους χρησιμοποιεί για να ανέλθει κοινωνικά. Ο αληθινός του εαυτός, η απελευθέρωση επιτέλους από όλα τα μάταια και κούφια όνειρα, περιμένει στο τέλος, στη μοναξιά και την οριμότητα της ηλικίας, που για πρώτη φορά θα τον κάνουν να σκεφτεί τι έχει κάνει στη ζωή του.
Από τις ευχάριστες εκπλήξεις της χρονιάς για μένα (αφού αγνοούσα την ύπαρξή της μέχρι πρόσφατα), συνδυάζει την απόλυτη διασκέδαση, τον ερωτισμό και τη συγκίνηση.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 07, 2007

ΟΙ ΕΦΗΒΟΙ ΠΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝΟΥΝ ΤΟ PARANOID PARK


Εκτιμώ τη συνολική στάση του Gus Van Sant, που ξεκίνησε σαν ανεξάρτητος σκηνοθέτης, βούτηξε για κάποιον καιρό στο mainstream και, τα τελευταία χρόνια, επέστρεψε στο ανεξάρτητο σινεμά και μάλιστα με δύσκολες και σαφώς αντιεμπορικές ταινίες. Ωστόσο, η ενδιαφέρουσα αυτή γενική στάση δεν είναι αρκετή για να με κάνει και οπαδό (όλων τουλάχιστον) των ταινιών του. Γενικά, παρά τις αναμφισβήτητες αρετές των τελευταίων αυτών ταινιών, υπάρχει κάτι που συνολικά με κάνει μάλλον να βαριέμαι.
Στο Paranoid Park (2007), όπως σε όλα τα πρόσφατα φιλμ του, ασχολείται με το αγαπημένο του θέμα: Τους έφηβους, που αγαπά και καταγράφει πιστά τη ζωή και τα αδιέξοδά τους, συγχρόνως όμως δείχνει και την αδιαφορία τους απέναντι στα πράγματα, την κενότητά τους ενίοτε. Φυσικά μιλάμε για μια μερίδα της αμερικάνικης νεολαίας και όχι για όλους (είναι προφανές αυτό), αλλά το κομμάτι αυτό είναι, φοβάμαι, αρκετά μεγάλο. Εδώ λοιπόν μας μιλά γι το κακόφημο Paranoid Park, όπου συγκεντρώνονται οι κάθε λογής περιθωριακοί νέοι της πόλης με τα σκέιτμππόρντ τους και με μοναδικό σκοπό να απολαύσουν το skating και μοναδικό ίσως στόχο να γίνουν ένα είδος μικρής κλίμακας σταρ στον συγκεκριμένο κλειστό μικρόκοσμο. Τα πράγματα θα σοβαρέψουν απότομα όταν ο νεαρός ήρωας και ο κολλητός του θα προκαλέσουν τον θάνατο ενός φύλακα.
Η ταινία κυλά αργά, οι σκηνές του skating δίνονται σε slow motion, το οποίο δημιουργεί έναν υποκειμενικό, ονειρικό κόσμο και η ποίηση προβάλλει συχνά στις σκηνές καθημερινότητας. Συγχρόνως οι αναφορές στην πολιτική κατάσταση (Ιράκ) και την άγνοιά της από πολλούς μας κάνουν να επιστρέψουμε στην σκληρή πραγματικότητα, ενώ το τραγικό συμβάν και η σχεδόν αδιάφορη αντιμετώπισή του από τους υπαίτιους μας παγώνει το αίμα. Έτσι ο Van Sant δεν χαρίζεται: Αγαπά τους εφήβους του - και δη τους περιθωριακούς -, αλλά δεν διστάζει να καταγράψει και τη σκοτεινή πλευρά (παρά την συνολική τρυφερότητα που δείχνει γι΄ αυτούς).
Όλα αυτά είναι καλά, αλλά προσωπικά βαρέθηκα αρκετά (όπως μου συνέβει σε μεγαλύτερο βαθμό και με τις "Τελευταίες Μέρες"). Λίγο οι αργοί ρυθμοί, λίγο η καθημερινότητα, λίγο η μινιμαλιστική αφήγηση και το γενικό μινιμαλιστικό στυλ... Θεωρείστε ωστόσο την στάση μου αυτή υποκειμενική. Απλώς δεν μου πάει πολύ το στυλ του Van Sant, παρά το ότι, επαναλαμβάνω, εκτιμώ την ιδιομορφία του. Πιθανόν οι φίλοι του ανεξάρτητου και μη εμπορικού σινεμά να μην συμμεριστούν τη γνώμη μου και να απολαύσουν το φιλμ. Ούτως ή άλλως, ο σκηνοθέτης του γενικά το αξίζει.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 05, 2007

ΟΤΑΝ ΤΟ "ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΚΑΣΑΝΔΡΑΣ" ΒΟΥΛΙΑΖΕΙ


Δεν ξέρω αν το έχετε πάρει είδηση, αλλά "Το όνειρο της Κασάνδρας" (2007) είναι αισίως η 38η μεγάλου μήκους ταινία του ανεξάντλητου Woody Allen. Η παραγωγικότητα του αυτού του δημιουργού είναι πραγματικά απίστευτη. Και σχεδόν ποτέ δεν έχει κάτι κακό. Μπορεί να κάνει από "απλώς χαριτωμένο" (βλ. Scoop) έως αριστούργημα (Match Point) για να ασχοληθούμε μόνο με τις πρόσφατες δουλειές του. Ξέρω, πολλοί τον βαριέστε πλέον αφόρητα και - παραδόξως - κατανοώ την αίσθηση αυτή, παρά το ότι δεν τη συμμερίζομαι: Οι ταινίες του όντως μοιάζουν κάπως - ή τουλάχιστον χωρίζονται σε ομάδες που τα "μέλη" της κάθε μιας μοιάζουν μεταξύ τους. Αφού όμως αυτό το πιθανόν επαναλαμβανόμενο στυλ προσωπικά με γοητεύει, προς τι η γκρίνια;
Το προαναφερθέν "Όνειρο" ας πούμε, μοιάζει σαν προβληματική με το Match Point, αν και το βρήκα λιγότερο καλό από αυτό. Προειδποιώ από την αρχή ότι δεν έχει σχέση με τις κωμωδίες / κομεντί του Allen. Πρόκειται για καθαρό δράμα. Όπου δύο αδέρφια, διαφορετικών χαρακτήρων μεν, πολύ αγαπημένα δε, δέχονται μια "βρώμικη" πρόταση προκειμένου να πιάσουν την καλή. Αλλά, ακτός του να εκτελέσεις σωστά την φοβερή αυτή αποστολή, πρέπει να υπολογίσεις και το τι γίνεται μετά. Και το μετά είναι ανεξέλεγκτο. Είναι αυτό που συχνά επαναλαμβάνεται στο φιλμ (με δικά μου λόγια): "Όταν περάσεις κάποιο όριο, τίποτα δεν μπορεί να είναι όπως πριν" ή, αν το θέλετε αλλιώς, "Για όλα υπάρχει κάποιο όριο, πέρα από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή". Ίσως να πρόκειται και για μια παραβολή πάνω στο αμερικάνικο όνειρο (ο θείος που τους κάνει την πρόταση έρχεται από εκεί), όπου όλοι πασχίζουν να πιάσουν την καλή και (θεωρητικά) έχουν πολύ συχνά την ευκαιρία να το πετύχουν. Αυτό που συνήθως αποκρύπτεται όμως είναι το τίμημα.
Ναι, εδώ ο Γούντι ηθικολογεί, αναφέρεται συχνά στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, μας μιλά για καλό και κακό, ανακατώνει τις - ξεχασμένες από το σύγχρονο σινεμά - τύψεις. Τον βρήκα όμως για μια ακόμα φορά καίριο. Σύμφωνοι, "καλό" και "κακό" είναι αμφισβητήσιμες έννοιες, και δεν είναι όλοι σύμφωνοι για το τι είναι τι. Μερικές φορές όμως, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα από την θεωρία και όλοι γνωρίζουμε ποιο είναι το ένα και ποιο το άλλο. Από εκεί και πέρα το θέμα είναι τι επιλέγει κανείς.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 02, 2007

Ο "ΨΕΥΤΟΤΑΞΙΤΖΗΣ" ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ


"El Taxista ful" (Ο ψευτο-ταξιτζής, 2005) είναι ένα ισπανικό ντοκιμαντέρ του Jo Sol. Πιθανόν δεν έχει ιδιαίτερο κινηματογραφικό ενδιαφέρον (εννοώ σαν σκηνοθεσία, παραγωγή κλπ.), είναι όμως πολύ ενδιαφέρουσα η ιστορία που πραγματεύεται:
Ένας 50άρης άνεργος με γυναίκα και 16χρονο γιο, συντηρητικός στις αποψεις του, απελπισμένος από τη φτώχια, αναγκάζεται να καταφύγει σε έναν ιδιαίτερο (δικής του επινόησης, όπως περηφανεύεται) τρόπο για να ζήσει: Τις νύχτες κλέβει ταξί, τα δουλεύει όλονυχτίς και μετά τα παρατά σε εμφανή σημεία της πόλης, αφήνοντας μάλιστα και λίγα λεφτά απ' όσα έβγαλε στον ιδιοκτήτη "για τη βενζίνη και για αποζημίωση". Συνεχίζει αυτή τη "δουλειά" κι όταν χωρίζει και μετακομίζει στη Βαρκελώνη, ενώ η οικογένειά του δεν θέλει ούτε να τον δει, θεωρώντας τον άχρηστο.
Όλα αυτά συμβαίνουν στην αρχή. Η ταινία ασχολείται κυρίως με το τι γίνεται από τη στιγμή που συλλαμβάνεται και, ελεύθερος προς το παρόν, περιμένει να δικαστεί. Κάπου εκεί ανακαλύπτουν την παράξενη αυτή ιστορία αριστερές και αυτόνομες οργανώσεις, τον γνωρίζουν σε αριστερούς δικηγόρους που δέχονται να τον υπερασπιστούν χωρίς αμοιβή και έτσι, άθελά του, γίνεται κάτι σαν σύμβολο αντίστασης ενάντια στη φτώχια, την ανεργία και τον άγριο καπιταλισμό που δεν δίνει δεκάρα για τις ζωές των "υπηκόων" του. Δίχως πόρους πλέον, αναγκάζεται, παρά τη θέλησή του, να μετακομίσει σε κατάληψη αναρχικής ομάδας, η οποία είναι εναντίον της εργασίας και ζει με τα περισσεύματα που πετά η κοινωνία, όπου του παρέχουν δωμάτιο και τροφή.
Ενδιαφέρον είναι ότι ο συντηρητικός, όπως είπαμε, ήρωας δεν γουστάρει τίποτα απ' όλα αυτά: Είναι εναντίον των καταλήψεων άδειων σπιτιών, δεν του αρέσει να ζει από τα σκουπίδια της κοινωνίας και το μόνο που θέλει, όπως επανειλημμένα δηλώνει, είναι να μην πάει φυλακή και να τα φτιάξει και πάλι με την οικογένειά του. Ήσυχος και μειλίχιος, εκφράζει συχνά την ευγνωμοσύνη του στους αριστερούς δικηγόρους που τον υπερασπίζονται και τις αυτόνομες ομάδες που του παρέχουν τροφή και στέγη (τους βοηθά μάλιστα πρόθυμα στις δουλειές του κοινόβιου), αλλά δεν συμφωνεί ιδεολογικά μαζί τους. Είναι απολαυστικό να τον βλέπεις να παρακολουθεί σε συγκεντρώσεις αγορεύσεις διανοούμενων που μιλάνε ενάντια στη μισθωτή εργασία κι εκείνος να δηλώνει αφοπλιστικά "δεν καταλαβαίνω τι λέει". Παράλληλα παρακολουθούμε τον 16χρονο γιο, που, παρά το ότι έχει να τον δει καιρό, υπερασπίζεται το "παράπτωμα" του πατέρα του.
Η ταινία ξεκίνησε χλιαρά, το ενδιαφέρον όμως ανέβηκε σύντομα. Τελικά κατάφερε να με κρατήσει μέχρι τέλους αυτή πορεία σταδιακής πολιτικοποίησης ενός ανθρώπου. Καθως έρχεται για πρώτη του φορά σε επαφή με ομάδες και ιδέες των οποίων την ύπαρξη μέχρι τα 50 του αγνοούσε, μοιάζει σιγά - σιγά και παρά τις αντιρήσεις του να έρχεται όλο και πιο κοντά τους (παραμένοντας ωστόσο κατά βάθος συντηρητικός) και στο τέλος δείχνει να κάνει τα πρώτα βήματα μιας συνειδητής πολιτικοποίησης.
Μια παράξενη αληθινή ιστορία που λέει αρκετά και διαφωτιστικά για τη δυτική κοινωνία, όπως έχει διαμορφωθεί στις μέρες μας.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 30, 2007

ΠΟΣΟ ΚΟΝΤΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ Ο BEOWULF ΚΑΙ ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ;


Αρχικά θα πω ότι δεν εκτιμώ ιδιαίτερα τα ψηφιακά an;imation, και μάλιστα αυτά που πασχίζουν με κάθε τρόπο να γίνουν όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται, σκανάροντας αληθινούς (γνωστούς συνήθως) ηθοποιούς και στη συνέχεια κινουμενοσχεδιοποιώντας τους. Εννοώ ότι δεν μ' αρέσουν από καθαρά αισθητική άποψη - και δεν καταλαβαίνω ακριβώς και τον λόγο ύπαρξής τους. Αν θέλουν να είναι τόσο ρεαλιστικά, ας γυρίσουν το φιλμ με κανονικούς ηθοποιούς.
Τέλος η γκρίνια. Παρά την αντίρησή μου αυτή, ο Beowulf (2007) του Robert Zemeckis έχει πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία (καθαρά ενήλικα) που τον κάνουν να διαφέρει αρκετά (σεναριακά πάντοτε) από τα συνήθη animation οποιασδήποτε τεχνικής. Μεταφέρει στην οθόνη το ομώνυμο αγγλικό έπος, που θεωρείται και το πρώτο αγγλόφωνο έπος στην ιστορία και εμφανίστηκε από ανώνυμο ποιητή γύρω στον 10ο αιώνα. Δεν ξέρω πόσο πιστό μένει στο πρωτότυπο κείμενο του έπους κι ούτε με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Με ενδιαφέρουν όμως οι σύγχρονες αρετές αυτής της μεταφοράς:
Πρώτα - πρώτα η ουσιαστική αμφισβήτηση του "ήρωα" (όχι του ήρωα της ταινίας, του "ήρωα" ως έννοια). Ο Beowulf είναι ο αναμφισβήτητος ήρωας, ατρόμητος, δυνατός, που βοηθά αυτούς που έχουν ανάγκη και παλεύει με ανθρώπους και τέρατα με αμοιβή κυρίως τη δόξα και όχι το χρήμα. Πλήν όμως είναι ταυτόχρονα κτηνώδης, βάναυσος ενίοτε, καθώς κομπάζει με τους συντρόφους του για τις σφαγές, τις λεηλασίες και τους βιασμούς που έχουν διαπράξει, και ματαιόδοξος, καθώς "φουσκώνει" τα κατορθώματά του κάθε φορά που τα αφηγείται. Γενικά στην ταινία απομυθοποείται πλήρως η έννοια της παρέας των ηρώων, που παρουσιάζονται περισότερο ως βάρβαροι παρά ως οτιδήποτε άλλο. Έπειτα, η ταινία μιλά για τον άσβεστο πόθο για εξουσία. Ίσως ο Beowulf να είναι υπεράνω χρημάτων, όχι όμως και υπεράνω της δίψας γι΄αυτήν. Γι΄αυτό άλλωστε την αποδέχεται αμέσως. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά την κρατά επί χρόνια βασισμένος σ' ένα ψέμα, το οποίο έχουν πιστέψει οι υπήκοοί του. Και επι πλέον, το πρώτο, όντως φριχτό τέρας, ο Γκρέντελ, παρουσιάζεται μάλλον συμπαθής, παρά την αποκρουστική του εμφάνιση. Υπάρχει άλλωστε κι ένα επτασφράγιστο μυστικό που μόνο το εκάστοτε τέρας και ο εκάστοτε βασιλιάς ξέρουν...
Έτσι ο ήρωας δεν είναι πλέον ο μονοδιάστατος "καλός", αλλά κατατρώγεται εσωτερικά από αγωνία και ενίοτε τύψεις, γνωρίζοντας ότι η δόξα του στηρίζεται σ΄ένα ψέμα. Ένας ήρωας με υπαρξιακά προβλήματα λοιπόν; Αν αυτό δεν είναι απομυθοποίηση, τότε τι είναι; Γενικά, όλοι οι χαρακτήρες δύσκολα κατατάσονται σε "καλούς" και "κακούς". Είναι και τα δύο, όπως ακριβώς συμβαίνει στην πραγματικότητα. Αφείστε που ένας από τους πιο αρνητικούς είναι ο πρώτος χριστιανός σε ένα παγανιστικό ακόμα βασίλειο.
Γενικά πρόκειται για ωμό σε πολλά σημεία φιλμ, πράγμα που το κάνει να απευθύνεται σε ενήλικο κοινό. Τα παιδιά ας το αποφύγουν, κι ας διαθέτει και μερικές θεαματικές σκηνές με την δενξερωποιά νέα τεχνική animation (ο Zemeckis, πετυχημένος εμπορικός σκηνοθέτης κατά τα άλλα, υπήρξε κι άλλες φορές τεχνικά πρωτοπόρος με ταινίες όπως ο Roger Rabbitt ή το Polar Express). Παρά τις αισθητικές ενστάσεις μου λοιπόν, βρήκα την ταινία απροσδόκητα ενδιαφέρουσα, πράγμα στο οποίο σίγουρα έχει παίξει ρόλο η σεναριακή πινελιά του Neil Gaiman.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 29, 2007

RINGU 2 Ή ΤΑ ΦΡΙΧΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΠΗΓΑΔΙΟΥ


Μετά τη μεγάλη επιτυχία στην Ιαπωνία του πρώτου Ring (Ringu) του 1998, πάλι ο Hideo Nakata γυρίζει το 1999 και το απαραίτητο νο 2, το "Ringu 2" φυσικά, το οποίο είναι απόλυτη συνέχεια του πρώτου. Η ιστορία της εφιαλτικής Sadako με τις τεράστιες ψυχικές δυνάμεις, που τις χρησιμοποιεί ακόμα και νεκρή, συνεχίζεται, τα θύματα πληθαίνουν, η περίφημη βιντεοκασέτα εξακολουθεί να κάνει καλά τη δουλειά της σκοτώνοντας ακριβώς σε μια εβδομάδα όποιον την έχει δει. Μόνο που εδώ ο μικρός Γιοϊτσι έχει πλέον κεντρικό ρόλο στα τεκταινόμενα.
Η ταινία διαθέτει κάποιες ανατριχιαστικές στιγμές, διατηρεί το σασπένς του πρώτου, αλλά έχει το προφανές βασικό μειονέκτημα: Δεν είναι παρά ένα νο 2 κι αυτό ποτέ (σχεδόν ποτέ τέλος πάντων) δεν είναι πολύ καλό. Η συγκίνηση της πρώτης θέασης, η βαθμιαία ανακάλυψη του τι συμβαίνει, έχει εξ ορισμού χαθεί. Στο τέλος δε, στη σκηνή με το πείραμα, τα πράγματα μπερδεύονται αρκετά και διάφορα σεναριακά ερωτήματα μένουν αναπάντητα (αλήθεια, γιατί δεν σκοτώνεται η ηρωίδα;), ενώ σε κάποια άλλα οι λύσεις είναι μάλλον απλοϊκές ("από μηχανής" βοήθεια του νεκρού πατέρα κλπ.). ΟΚ, βλέπεται με σχετικό ενδιαφέρον, δεν θα το κατέτασα όμως και στα καλύτερά μου.
Προσοχή: Μην το δείτε αν δεν έχετε δει το νο 1, αφού αυτή η δεύτερη ταινία προϋποθέτει ότι γνωρίζει ο θεατής τι έχει συμβεί πριν. Είναι εντελώς συνέχεια, ξεκινά ακριβώς από εκεί που τελείωνε το πρώτο, οι χαρακτήρες (και οι ηθοποιοί) είναι ίδιοι, οπότε όσοι επιχειρήσουν να δουν το νο 2 και μόνο θα έχουν τεράστια κενά.

Τρίτη, Νοεμβρίου 27, 2007

30 ΜΕΡΕΣ ΝΥΧΤΑ; Ο,ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΓΙΑ ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ


Νομίζω ότι το έχω κάπου ξαναπεί: Πιστεύω ότι το σινεμά τρόμου περνά μια μεγάλη κρίση ήδη από τη δεκετία του 90. Καμιά σχέση με τις παλιότερες, μέχρι και αυτή του 80. Σήμερα η πλειοψηφία του είδους ανήκει σε ταινίες του στυλ Saw και Hostel και "Σε βλέπω", που το μόνο που κάνουν είναι να επινοούν όλο και πιο σαδιστικά βασανιστήρια για να καταφέρει να γυριστεί και το νο 18 της σειράς. Δεν ξέρω πόσοι το έχουν καταλάβει, αλλά αυτό δεν είναι τρόμος...
Μ' αυτά τα δεδομένα, μια ταινία όπως το "30 μέρες Νύχτα" (2007) του David Slade είναι κάτι παραπDavidάνω από ευπρόσδεκτη. Εδώ οι βρικόλακες είναι πραγματικά τρομακτικοί, τόσο σαν εμφάνιση όσο και σαν "συμπεριφορά", η ατμόσφαιρα είναι γνήσια κλειστοφοβική και αδιέξοδη, το τέλος καθόλου καθησυχαστικό και ο τρόμος δεν χρειάζεται τα δεκανίκια των σούπερ ντούπερ εφφέ για να απλωθεί. Πιθανόν μάλιστα να είναι η καλύτερη του είδους των 1 - 2 τελευταίων χρόνων, μαζί με την "Κάθοδο" και μια - δυο άλλες που ίσως μου διαφεύγουν.
Ίσως πάλι να έχω εκθειάσει υπερβολικά το φιλμ. Στην πραγματικότητα και τα κλισέ του τα έχει, και το σενάριο δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο και μπορεί ξενερώσει λιγάκι τον θεατή με τις "οικογενειακκές αξίες" (λίγο όμως. Καμιά σχέση με άλλες τέτοιες δοξολογίες που κατά καιρούς έχουμε υποστεί). Δεν είναι λοιπόν μια "μεγάλη" ταινία. Είναι όμως τίμια, που πετυχαίνει απόλυτα τον στόχο της, καθώς δεν ανήκει ούτε στα παραπάνω σπλατεροειδή, αλλά ούτε και στα κενά ουσίας και πλήρη βιντεοκλιπάδικης επίδειξης της κατηγορίας των Van Helsing ή Underworld, που στην καλύτερη περίπτωση καταφέρνουν απλώς να είναι διασκεδαστικά και να μας εντυπωσιάσουν με κάποια ψηφιακά εφφέ. Εδώ πιστεύω ότι οι φανς θα εκτιμήσουν τη βαθειά σκοτεινιά και τη ζοφερότητά της. Η παγωνιά που επικρατεί στην Αλάσκα, όπου διαδραματίζεται, ταιριάζει με την εσωτερική παγωνιά που θέλει να μας μεταδωσει. Και, στο κάτω - κάτω, το είπαμε: Το είδος περνά εποχές ξηρασίας, οπότε...

Σάββατο, Νοεμβρίου 24, 2007

Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΞΕΦΕΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΑΦΑΝΔΡΟ


Ο Julian Schnabel είναι ένας πολύ γνωστός ζωγράφος, αφηρημένος κυρίως, ήδη από τη δεκαετία του 80. Τα τελευταία όμως χρόνια αφήνει για λίγο τον εικαστικό χώρο για να κάνει αραιές, αλλά πολύ ενδιαφέρουσες επισκέψεις σ' αυτόν της 7ης Τέχνης. Οι ταινίες του πραγματεύονται πάντα τις ζωές υπαρκτών ανθρώπων (του ζωγράφου Μπασκιά, του συγγραφέα Αρένας, του αρχισυντάκτη του Elle Jean-Dominique Bauby). Αυτή που μιλά για τη ζωή του τελευταίου, η τρίτη του, είναι "Το σκάφανδρο και η πεταλούδα" (2007).
Ο Bauby, bon viveur, πετυχημένος, δημοφιλής στους κύκλους του, παθαίνει ξαφνικά βαρύ εγκεφαλικό και μένει παράλυτος σ' όλο το σώμα. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να ανοιγοκλείνει τα μάτια. Το εφιαλτικό στην περίπτωσή του είναι ότι ο εγκέφαλός του δεν έχει πειραχτεί καθόλου. Έχει πλήρη διάυγεια σκέψης, αντιλαμβάνεται τα πάντα γύρω του, γνωρίζει καλά την κατάστασή του, αλλά...
Αρχικά θέλει να πεθάνει. Απόλυτα φυσιολογικό. Αλλά, βέβαια, κανείς δεν του κάνει τη "χάρη". Από εκεί και πέρα, το πάνω χέρι παίρνει η ζωή και η επιθυμία γι' αυτήν. Πρώτα καταφέρνει να επικοινωνήσει με τους άλλους με ένα επίπονο σύστημα ανοιγοκλεισίματος του ματιού. Και μετά, φτάνει στο σημείο να "γράψει" ένα ολόκληρο βιβλίο, που μάλιστα είναι πολύ καλό.
Η ταινία έχει πολλά θετικά: Πολλοί θα πείτε: "Ωχ, πάλι η δύναμη της θέλησης και άλλα τέτοια. Τα ξέρουμε". Κι όμως, χωρίς φυσικά να λείπει το στοιχείο αυτό, κατορθώνει να είναι πολύ περισσότερα. Από την άλλη, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, καταφέρνει να μην είναι ψυχοπλακωτική, μόνιμος φόβος πολλών θεατών μπροστά σε ένα τέτοιο θέμα. Ίσως η ενίοτε αυτοκριτική διάθεση του πρωταγωνιστή, ακόμα και κάποιο χιούμορ παρά την κατάστασή του, συμβάλλουν σ' αυτό. Κι έπειτα, ο Schnabel επινοεί ευφάνταστες κινηματογραφικές λύσεις για να δώσει το δράμα του ανθρώπου αυτού και να μεταδώσει τα συναισθήματά του. Ειδικά το πρώτο μέρος, με το υποκειμενικό βλέμμα του Bauby, είναι εξαιρετικό (και παίρνει και λίγο χρόνο να καταλάβει ο θεατής ότι βλέπουμε μέσα από το μάτι του ήρωα και δεν έχει πάθει κάτι η κόπια).
Στο δεύτερο μέρος το δύσκολο παρόν του Bauby εναλάσσεται με σκόρπιες αναμνήσεις απ' την προηγούμενη ζωή του (εξαιρετικός ο Max von Syndow στο ρόλο του πατέρα), που φωτίζουν το χαρακτήρα του, κάνουν ακόμα πιο τραγική την αντίθεση του τότε με το τώρα και επισημαίνουν την τεράστια αξία των μικρών, καθημερινών στιγμών ή απολαύσεων στις οποίες δεν δίνουμε καμιά σημασία, αποτελούν ρουτίνα, όταν όμως χαθούν...
Γενικό συμπέρασμα: Δεν βαρέθηκα καθόλου, δεν ψυχοπλακώθηκα, αντίθετα βγήκα αισιόδοξος μετά την θέαση ενός τέτοιου δράματος. Μπράβο στον Schnabel.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 23, 2007

ΛΕΟΝΤΕΣ, ΑΜΝΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΞΕΡΟΥΜΕ ΗΔΗ ΚΑΛΑ


Ένας γερουσιαστής - γεράκι (θα μπορούσε να είναι το δεξί χέρι του Μπους) ανταλλάσει επιχειρήματα με μια "αριστερή" (για τα αμερικάνικα δεδομένα) δημοσιογράφο. Ένας καθηγητής πανεπιστημίου ανταλλάσει άλλα επιχειρήματα με έναν προικισμένο φοιτητή που έχει "αποσυρθεί" αηδιασμένος από την κατάσταση των πραγμάτων και πιστεύοντας ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Δύο άλλοι φοιτητές ταπεινής καταγωγής κατατάσονται, πάνε "ηρωικά" και εθελοντικά στο Αφγανιστάν και... τους τρώει η μαρμάγκα. Πάνω σ' αυτούς τους τρεις άξονες κινείται το "Λέοντες αντί Αμνών" του αξιόλογου και σαν σκηνοθέτη (και από τους πλέον προοδευτικούς σταρ) Robert Redford, που διαθέτει στα συν του κι ένα λαμπρό καστ.
Δυστυχώς όμως βρήκα το φιλμ μάλλον το χειρότερό του. Κατ' αρχάς νομίζω ότι πάσχει από υπερβολική θεατρικότητα. Πρόκειται για σινεμά που διαδραματίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε κλειστά δωμάτια με ανθρώπους που μιλάνε ακατάπαυστα. Ίσως λειτουργεί στο θέατρο, στην οθόνη όμως... Σημαντικότερο αρνητικό στοιχείο όμως είναι οι αρκετές ιδεολογικές μου αντιρρήσεις - παρά το ότι η πρόθεση του Redford είναι σαφώς να αφυπνίσει τους αμερικάνους ενάντια στην τρέχουσα πολιτική της χώρας τους. Διευκρινίζω: Από τη μία τάσσεται ενάντια στους βρώμικους πολέμους Ιράκ και Αφγανιστάν, από την άλλη όμως ηρωοποιεί τους δύο φαντάρους που δίνουν τη ζωή τους εθελοντικά "για την πατρίδα" (;;;;), πράξη που στηρίζουν με θολά και ασαφή επιχειρήματα που δεν πολυέπιασα. Προσωπικά θα είχα την σαφέστατη και "σκληρή" άποψη ότι, ακόμα κι αν κινούνται από "καλές προθέσεις", τα ήθελαν και τα έπαθαν. Ας πρόσεχαν. Από την άλλη, μου φαίνεται άτοπο να αφιερώνει κανείς τη μισή σχεδόν ταινία στον διαλογο της προοδευτικής δημοσιογράφου και του σκληροπυρηνικού ημιφασίστα γερουσιαστή και στα επιχειρήματά τους κατά και υπέρ των πολέμων. Πώς να σας το πω; Είναι σα να θέλω να κάνω μια αντιρατσιστική π.χ. ταινία και για πάνω απο μισή ώρα να βάζω να ανταλλάσουν επιχειρήματα υπέρ ή κατά του ρατσισμού ένας του Συνασπισμού και, ας πούμε, ο Πλεύρης. Δεν έχει νόημα. Θεωρώ ορισμένα απλά πράγματα λυμένα εξ αρχής και δεν έχω καμιά όρεξη να σπαταλώ τεράστιο χρόνο στα επιχειρήματα του κάθε Πλεύρη, που πρεσβεύουν κάτι προφανώς ψευδές και επικίνδυνο. Και μη μου πείτε το γνωστό "οι αμερικάνοι είναι τόσο ουγκ ώστε πρέπει να ακούσουν από την αρχή ακόμα κι αυτά τα προφανή για μας πράγματα". Διότι, απλούστατα, η ταινία είναι έτσι φτιαγμένη (το "καθιστικό" και η έλλειψη δράσης και πλοκής που λέγαμε) ώστε εξ ορισμού θα τη δουν πολύ λίγοι και ήδη "ψαγμένοι". Οποτε, ποιο το νόημα;
Για μια ακόμα φορά λοιπόν επιβεβαιώθηκε για μένα η αλήθεια ότι οι καλές προθέσεις δεν αρκούν στην τέχνη για να παραχθούν και καλά αποτελέσματα. Θα το ξεχάσω και θα περιμένω την επόμενη σκηνοθετική δουλειά του Redford.
ΥΓ: Επιβεβαίωσα για μια ακόμα φορά το πόσο ταιριάζει στον Τομ Κρουζ να παίζει ρόλους μαλάκα. Είναι ιδανικός.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 22, 2007

TAXIDERMIA: ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΝΟΣΗΡΟΤΗΤΑΣ


Τρεις γενιές, τρεις απίστευτοι τύποι που τις εκπροσωπούν, με διαφορετικά βίτσια και μορφές νοσηρότητας ο καθένας, συνθέτουν την ουγγρική Taxidermia, δεύτερη μόλις ταινία του 33χρονου György Pálfi.
Τι μπορείς να πεις τώρα για μια ταινία που κυριολεκτικά επιτίθεται στις αισθήσεις και τις αντοχές του θεατή; Ίσως ο Pálfi κάνει κατά βάθος μια αλληγορία της πατρίδας του (στον πόλεμο, στην κομμουνιστική περίοδο και σήμερα), όπως έγραψε το Αθηνόραμα. Ίσως πάλι να έχει και άλλους, ακόμα βαθύτερους συμβολισμούς, οι περισσότεροι απ' τους οποίους ομολογώ ότι μου διέφυγαν. Δεν ξέρω. Σίγουρα όμως πρόκειται για μια από τις πιο "άρρωστες" ταινίες που έχω δει ποτέ. Όχι, η αρρώστεια της δεν έγκειται στο - συνηθισμένο πλέον - σπλάτερ (υπάρχει κι απ' αυτό πάντως, μην ανησυχείτε), αλλά στην απόλυτη αηδία. Τόννοι από εμετούς, αργά και σε γκρο πλαν πετσοκόματα και εγχειρίσεις, απίστευτα χοντροί τύποι και άλλα τέτοια ωραία συνθέτουν το φιλμ. Ειλικρινά δεν ξέρω πόσοι θα το αντέξετε μέχρι τέλους.
Κατά τα άλλα, υπάρχει μπόλικος σουρεαλισμός και παράλογο, υπάρχει και μαύρο χιούμορ και διάθεση σάτιρας ενός κόσμου που μόνο ως το άκρον άωτον του γκροτέσκου και του αποκρουστικού μπορεί να χαρακτηριστεί. Το μεσαίο μέρος μάλιστα, μια ασεβέστατη σάτιρα του κομμουνιστικού καθεστώτος, που δείχνει επίσημους αγώνες (κάτι σαν Ολυμπιακούς) που παρακολουθούν επίσημοι, φανατικό κοινό, σχολεία ολόκληρα με παιδάκια με στολές που τραγουδάν πατριωτικά άσματα και κραδαίνουν σημαίες κλπ., αλλά το βασικό αγώνισμα είναι μια σειρά αηδιαστικά πάνχοντρων "αθλητών" που διαγωνίζονται στο ποιος θα φάει περισσότερο και γρηγορότερα, θα μπορούσε να είναι απολαυστικό αν δεν ήταν τόσο αηδές. Γενικά νομίζω ότι η ταινία δεν είναι παρά μια άνευ λόγου συσσώρευση νοσηρότητας με μοναδικό ουσιαστικό λόγο να ενοχλήσει όσο περισσότερο μπορεί τους θεατές.
Κρίμα, γιατί ο Pálfi είναι πραγματικά εντυπωσιακός σκηνοθέτης και το ταλέντο του φαίνεται από την πρώτη στιγμή. Πολύ δυνατές εικόνες, απίστευτες λήψεις, έξυπνες λύσεις, με κάνουν να θαυμάζω τις ικανότητές του και - παρά την απωθητικότητα της Taxidermia - να περιμένω με ενδιαφέρον τις επόμενες δουλειές του (που θα επιθυμούσα να είναι λίγο πιο cool και ουσιαστικές).

Τρίτη, Νοεμβρίου 20, 2007

2-3 ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΞΕΡΩ ΓΙΑ ΤΗΝ POLLY MAGOO


Ο William Klein είναι αμερικανός, ζει όμως εδώ και πολλές δεκαετίες στο Παρίσι. Τον ήξερα σαν διάσημο φωτογράφο. Αγνοούσα την κινηματογραφική του δουλειά. Ωστόσο κάνει και σινεμά (κυρίως ντοκιμαντέρ) ήδη από τη δεκαετία του 50. Το "Qui êtes-vous, Polly Maggoo?" του 1966 είναι από τις λίγες μη ντοκιμαντερίστικες ταινίες του.
Ασπρόμαυρη, πειραματική, απόλυτα στο πνεύμα των 60ς, καταπιάνεται με τον χώρο της μόδας, χώρο που γνωρίζει καλά ο Klein, αφού για χρόνια υπήρξε ο βασικός φωτογράφος μόδας του Vogue. Και καταπιάνεται μ' αυτόν για να τον σατιρίσει. Η Polly Magoo είναι ένα όμορφο και πασίγνωστο μοντέλο με αρκετές ανησυχίες. Όλοι την ερωτεύονται, ανάμεσά τους όμως υπάρχει και ένας πάμπλουτος πρίγκιπας κάποιας (πιθανόν) τριτοκοσμικής χώρας. Μέσα από μια πολύ χαλαρή, αποσπασματική και συχνά σουρεαλιστική αφήγηση, παρακολουθούμε σκόρπια περιστατικά της ζωής της - και της ζωής των γύρω της. Η σάτιρα στοχεύει στον κενό, μάταιο - κρατιέμαι να μην πω ηλίθιο - κόσμο της μόδας, με τους "μετρ", τους "ειδικούς", τις πλούσιες κυρίες και όλους τους άλλους φελλούς που περιστρέφονται γύρω της. Συγχρόνως, με φεμινιστική ματιά, κάνει πλάκα με τις συντηρητικές, στερεοτυπικές γυναικείες φαντασιώσεις (π.χ. τον πρίγκηπα που φτάνει καβάλα στο άλογο), αλλά και με τους διανοούμενους (ή ψευτοδιανοούμενους) και γενικά με όλη την κενότητα που κυριαρχεί σε χώρους σαν κι αυτόν.
Ωστόσο, όλη αυτή η πειραματική, ηθελημένα "σκόρπια" ματιά με κούρασε αρκετά και βρήκα την ταινία (παρά το ότι περιέχει μερικές αστείες στιγμές) αρκετά ξεπερασμένη. Παραμένει μια ακόμα μαρτυρία του ελεύθερου πνεύματος της δεκαετίας του 60 και των ποικίλων πειραματισμών που έλαβαν χώρα τότε... αλλά μόνον αυτό. Δεν νομίζω ότι αντέχει σήμερα.
Στα συν η μουσική του Μισέλ Λεγκράν και οι εμφανίσεις των νεαρών τότε Ζαν Ροσφόρ και Φιλίπ Νουαρέ.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 19, 2007

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΥΣ (;)


Ο νοτιοκορεάτης Chang-dong Lee έχει στο ενεργητικό του λίγες ταινίες, μερικές απ' αυτές βραβευμένες. Η "Όαση" του 2002 είναι η πρώτη του που βλέπω.
Καταπιάνεται με ένα ιδιαίτερο και δύσκολο θέμα: Τον έρωτα δύο "καταραμένων", ακούσια περιθωριοποιημένων ανθρώπων. Εκείνος θα λέγαμε στην καθομιλουμένη ότι "χάνει" κάπως. Παραβατική συμπεριφορά, απρόβλεπτες αντιδράσεις, όχι ιδιαίτερη εξυπνάδα, έχει ήδη στα 29 του κάνει δυο - τρεις φορές φυλακή. Εκείνη, σαφώς βαρύτερη περίπτωση, είναι σπαστική, με τεράστιες δυσκολίες στην κίνηση και την ομιλία. Οι δικοί της την έχουν παραπεταμένη σε ένα μικρό διαμέρισμα και πληρώνουν τους γείτονες για να την περιποιούνται στοιχειδώς. Κι όμως. Ανάμεσα στα δύο αυτά πλάσματα, που όλοι βρίσκουμε βολικό να ξεχνάμε ότι υπάρχουν κάπου ανάμεσά μας, αναπτύσεται ένας μεγάλος έρωτας, που περνά από διάφορα στάδια. Από τη σταδιακή απόκτηση της εμπιστοσύνης της κοπέλας, που πρώτη της φορά νοιώθει ότι κάποιος την αγαπά παρά την εμφάνισή της, μέχρι την ολοκλήρωσή του και τις συνέπειες που φέρνει αυτή και στους δύο.
Η ταινία είναι γεμάτη από τρυφερότητα και συχνά συγκίνηση, παρά τις σκληρές της εικόνες. Τελικά είναι ο οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρος, με τις προκαταλήψεις του, τη στενομυαλιά και, αρκετές φορές, τη σκληρότητά του, που θα απαγορεύσει την ευτυχία, που βρίσκεται τόσο κοντά, από τα δύο ιδιαίτερα πλάσματα. Με την έννοια αυτή, η ταινία έχει κοινωνικό περιεχόμενο. Πάνω απ' όλα όμως την κάνουν να ξεχωρίζει ο ίδιος ο απροσδόκητος αυτός έρωτας, η τρυφερότητα που τη διαπερνά, η εφευρετικότητα του ήρωα - που στην περίπτωση αυτή και μόνο αποδεικνύεται έξυπνος - και οι σκηνές φαντασίας, όπου η κοπέλα είτε ονειρεύεται ότι είναι υγιής σαν όλες τις άλλες είτε πλάθει με το μυαλό της όμορφες εικόνες από ασήμαντες αφορμές κλεισμένη ολομόναχη και μονίμως στο διαμέρισμα. Η τελική σκηνή, με την απόδραση του ήρωα, είναι μάλιστα από τις πιο συγκινητικές. Παρ' όλα αυτά πάντως, βλέπεται μάλλον δύσκολα, ίσως λόγω της εμφάνισης της ηρωίδας (η οποία, παρεπιπτόντως, δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας, καθώς σε ορισμένες σκηνές βλέπουμε έκπληκτοι ότι πρόκειται για φυσιολογική και μάλιστα όμορφη κοπέλα και όχι για αληθινή σπαστική).

Κυριακή, Νοεμβρίου 18, 2007

H SILVER CITY ΚΑΙ ΤΑ ΑΠΛΥΤΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


O John Sayles είναι ο γνωστότερος ίσως εκπρόσωπος του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά, αφού ακολουθεί χωρίς χολιγουντιανές "παρεκτροπές" τον δρόμο αυτόν από την πρώτη του ταινία (1980) μέχρι σήμερα. Έντονα πολιτικοποιημένος, αρέσκεται να βγάζει στη φόρα κάθε άπλυτο, υποκριτικό ή στραβό της αμερικάνικης (και δυτικής γενικότερα) κοινωνίας. Το "Silver City" του 2004 ακολουθεί πιστά τη γενική αυτή γραμμή.
Εδώ παρακολουθεί το με κάθε κόστος αδίστακτο "σπρώξιμο" ενός ηλίθιου, ακροδεξιού υποψήφιου (πλην όμως γόνου ισχυρής και πλούσιας οικογένειας) στη θέση του κυβερνήτη μιας πολιτείας. Σας θυμίζει τίποτα αυτό; Εμένα δε μου βγάζετε από το μυαλό ότι ο Sayles είχε στο μυαλό του τον Bush (αν σκεφτείτε ότι ο τελευταίος είναι ουσιαστικά κυβερνήτης όλου του πλανήτη - έστω και εικονικός - τα πράγματα στην πραγματικότητα είναι ακόμα χειρότερα...)
Αυτό που μας δείχνει λοιπόν στο Silver City είναι αυτό που όλοι υποψιαζόμαστε: Ολόκληρο το οικοδόμημα της πολιτικής δομείται (και εξυπηρετεί φυσικά) πάνω σε οικονομικά συμφέροντα. Και ότι σε ακραιφνώς καπιταλιστικές κοινωνίες (όπως η αμερικάνικη, αλλά και η δική μας σιγά - σιγά) τείνει πλέον να εξυπηρετεί μόνο αυτά και τίποτα άλλο. Όλο το κόλπο είναι πώς θα πείσεις τον κόσμο ότι όλα αυτά γίνονται για το δικό του συμφέρον. Ο Sayles παρακολουθεί όλο τον μηχανισμό, που φυσικά δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα: Μίζες δίνονται, ατυχήματα ή "ατυχήματα" κουκουλώνονται, μπάτσοι λαδώνονται, παμπόνηροι κάθε είδους σύμβουλοι οργιάζουν (η δική τους δουλειά είναι κυρίως να πειστεί ο κόσμος να εκλέξει τον κατάλληλο), πανίσχυροι οικονομικά άνθρωποι κινούν τα νήματα... Όταν η ταινία τελειώνει δεν μπορείς παρά να νοιώθεις βαθιά αηδιασμένος για όλα όσα συμβαίνουν εις βάρος σου. Μπορεί το φιλμ να αφορά την Αμερική, είναι όμως σαφές όλο όλο αυτό το πολύπλοκο πλέγμα λειτουργεί (ίσως σε κάπως μικρότερο βαθμό) και στην Ευρώπη και γενικά σ' όλη τη Δύση.
Η ταινία (όπως και άλλες του Sayles) είναι ίσως κάπως "στεγνή" και άχαρη και σχετικά βαρυφορτωμένη σεναριακά, καθώς φαίνεται ότι βασικό μέλημα του δημιουργού της είναι να αποκαλύψει όλον αυτόν τον καλοκουρδισμένο, πολύπλοκο μηχανισμό εξαπάτησης και όχι να κάνει κάτι κινηματογραφικά ιδιαίτερο. Έχοντας αυτό σαν δεδομένο, νομίζω ότι πετυχαίνει τον (ιδεολογικό) στόχο της. Όσο για το εντυπωσιακό καστ, περιλαμβάνει ονόματα όπως ο Κρις Κριστόφερσον, ο Τιμ Ροθ, ο Ρίτσαρντ Ντρέιφους, η Ντάριλ Χάννα, ο Μπίλι Ζέιν και ο σταθερός συνεργάτης του σκηνοθέτη Κρις Κούπερ.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2007

Η ΚΑΤΑ KAURISMAKI "ΜΠΟΕΜΙΚΗ ΖΩΗ"


Το 1992 ο Aki Kaurismaki γυρίζει στη Γαλλία μια από τις καλύτερες ταινίες του, το La Vie de bohème ("Μποέμικη ζωή"). Κι αφού η ζωή είναι μποέμικη, δεν θα μπορούσε παρά να διαδραματίζεται στο Παρίσι. Καθώς μάλιστα και ο ίδιος είναι κάπως έτσι στην προσωπική του ζωή, είναι φυσικό να βρίσκεται στο στοιχείο του.
Υπάρχουν τρεις καλλιτέχνες: Ένας λογοτέχνης, ένας μουσικός κι ένας ζωγράφος. Οι δύο πρώτοι είναι γάλλοι και ο τρίτος είναι αλβανός, που ζει παράνομα στο Παρίσι. Και οι τρεις είναι μονίμως πάμπτωχοι, ζουν σε άθλια διαμερίσματα, συζητάνε για τέχνη και όχι μόνο, τους αρέσει το ποτό, πολύ συχνά πεινάνε... αλλά φυσικά αρνούνται να δουλέψουν και πασχίζουν να ζήσουν από την τέχνη τους και μόνο. Όταν (σπανίως) πιάσουν κάποια λεφτά, τα σπαταλάνε ταχύτατα για να ξαναβουτήξουν στην προηγούμενη φτώχεια. Οι σχέσεις τους με τις γυναίκες είναι κι αυτές βουτηγμένες στην ανέχεια, πλην όμως συχνά γλυκιές και ρομαντικές.
Το χιούμορ είναι κυρίαρχο στην ταινία. Στην καθημερινότητα, στις συζητήσεις, στις μικροκομπίνες που σκαρφίζονται οι τρεις ήρωες για να επιβιώσουν. Αλλά, επειδή μιλάμε για Καουρισμάκι, το δράμα υπάρχει κι αυτό. Εισβάλλει ξαφνικά και απρόβλεπτα και καταφέρνει να συγκινήσει τους απροετοίμαστους θεατές. Πέρα από το διάχυτο χιούμορ όμως, ο ιδιοσυγκρασιακός φινλανδός βλέπει με τρυφερότητα και απεριόριστη συμπάθεια τους φτωχούς καλλιτέχνες του, μοιάζει να συμμερίζεται ολόψυχα τις ρομαντικές και αστείες ταυτόχρονα ζωές και τις αγωνίες τους.
Εδώ πάντως, ίσως επειδή η ταινία περιέχει πιθανόν και αυτοβιογραφικά στοιχεία, η σκηνοθεσία είναι λιγότερο ιδιόρυθμη από άλλες δουλειές του - κάπως πιο βατή θα έλεγα ή ίσως, πάλι, για πρώτη φορά να λείπει αυτή η χαρακτηριστική "ψυχρότητα" που τον διακρίνει (τα ανέκφραστα πρόσωπα, οι κοφτές ατάκες, ο μινιμαλισμός κλπ.) Η ασπρόμαυρη φωτογραφία συντελεί στη δημιουργία της επιθυμητής ατμόσφαιρας και το Παρίσι μοιάζει ρομαντικότερο από ποτέ, δίχως ίχνος όμως εξωραϊσμού, όπως συνειδητά συνέβαινε, για παράδειγμα, στην Amelie.
Δείτε το σαν ξεχωριστό δείγμα ευρωπαϊκού σινεμά στις καλές στιγμές του. Δεν έχει καμία σχέση με Χόλιγουντ κι αυτό ίσως δυσαρεστήσει τους πιο "mainstream" θεατές. Οι υπόλοιποι όμως νομίζω ότι θα διασκεδάσουν πολύ και, συγχρόνως, θα συγκινηθούν αρκετά.

Τρίτη, Νοεμβρίου 13, 2007

LENINGRAD COWBOYS ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Πρέπει κατ' αρχήν να είστε φανς του ιδιόρυθμου σινεμά του φοβερού Φινανδού Aki Kaurismaki για να εκτιμήσετε ταινίες όπως το "Leningrad Cowboys Go America" του 1989. Κι αυτό για πολλούς λόγους: Επειδή το άμεσα αναγνωρίσιμο στιλ του διαθέτει ένα πολύ προσωπικό χιούμορ, που ή λατρεύεις ή σε αφήνει αδιάφορο, και έναν εξ ίσου προσωπικό σουρεαλισμό. Επειδή οι ήρωές του είναι πάντοτε λακωνικοί, ψυχροί, και κάνουν τα πιο απίθανα πράγματα, μπλέκονται στις πιο κουφές καταστάσεις ή παίρνουν τις πιο αλλόκοτες αποφάσεις εντελώς ανέκφραστοι, σα να μη συμβαίνει τίποτα. Επειδή οι σκηνές του είναι μικρές και κοφτές, σαν οι ταινίες του να αποτελούνται από σύντομα ανέκδοτα. Ο μινιμαλισμός στα πάντα είναι διάχυτος. Οι δραματικές, συχνά και τραγικές καταστάσεις, προκύπτουν στα καλά καθούμενα και πολλές φορές ανατρέπουν την μέχρι τότε ιλαρή διάθεση. Οι ταινίες του, με κάποιο τρόπο, μοιάζουν με το σινεμά του Τζάρμους, που είναι και φίλος του και εκτιμούν ο ένας το έργο του άλλου. Ο ίδιος ο Τζάρμους άλλωστε κάνει και έναν μικρό ρόλο στους Leningrad Cowboys.
Ακούγονται πολύ "βόρεια" όλα αυτά, και κυρίως αυτή η ηθελημένη ψυχρότητα, αλλά νομίζω ότι αν κανείς μπει στο εξ ορισμού αλλόκοτο κλίμα του Kaurismaki θα το διασκεδάσει πραγματικά (και ενίοτε θα μελαγχολήσει βαθειά, αφού η μελαγχολία είναι άλλο ένα στοιχείο που το χαρακτηρίζει και πολλές φορές γίνεται κυρίαρχη).
Στους Leningrad Cowboys πάντως ο σουρεαλισμός και η πλάκα έχουν το πάνω χέρι. Το όλο εγχείρημα είναι μια παρωδία του ροκ, της μυθολογίας και όλων των στερεοτύπων του. Διότι οι Leningrad Cowboys είναι ένα 8μελές φιλανδικό (ή πιθανόν ρωσικό) συγκρότημα που παίζει.. πόλκες, έχει απίστευτη εμφάνιση που παραπέμπει σε καρικατούρα ροκαμπιλά και με επικεφαλής τον πονηρό και τυρανικό μάνατζέρ του πάει να γνωρίσει τη δόξα και τα πλούτη στην Αμερική, μεταφέροντας μάλιστα μονίμως και το πτώμα ενός μέλους που πέθανε από το κρύο πίσω στην πατρίδα. Περιπλανιούνται λοιπόν στις νότιες πολιτείες, συνήθως πεινασμένοι, οδεύοντας για το Μεξικό, όπου θα παίξουν σε ένα γάμο, παίζουν όπου (και ό,τι) μπορούν και, εξ ίσου συνήθως, δεν αρέσουν ιδιαίτερα στο κοινό. Στο αεροπλάνο μαθαίνουν αγγλικά (!), στην Αμερική ακούν πρώτη τους φορά για το ροκ εντ ρολ - αλλά μπορούν να το παίξουν άμεσα - και άλλα τέτοια. Και όταν ένας αμερικάνος ατζέντης λέει στο μάνατζερ οτι πρέπει να ακούσει το γκρουπ πριν κλείσει το συμβόλαιο, εκείνος απαντά φυσικότατα: "Είναι απαραίτητο;"
Κατά τη διάρκεια του φιλμ το συγκρότημα παίζει όλα τα είδη αμερικάνικης (και όχι μόνο) μουσικής: Πόλκες, ροκ εντ ρολ, ντου - γουόπ, χαρντ ροκ, κάντρι, ακόμα και μεξικάνικα. Όσο για την Αμερική, ο Kaurismaki μας δείχνει την άσχημη, σχεδόν εγκατελειμένη πλευρά της: Μισοερειπωμένα σπίτια, άθλια μπαρ, σχεδόν έρημες κωμοπόλεις, παρατημένα και σκουριασμένα αυτοκίνητα, εργοστάσια, έρημοι. Κανένα κλασικό αμερικάνικο τοπίο, καμιά εντυπωσιακή μεγαλούπολη. Σαν ο χρόνος να έχει παγώσει, όλα να έχουν μείνει πίσω σε μια γλυκειά και μελαγχολική χαύνωση.
Θα το επαναλάβω: Το σινεμά του Kaurismaki είναι πολύ ιδιόρυθμο και μπορεί να σας ξενίσει. Αν μπείτε όμως στο κλίμα του, μπορεί να το ερωτευθείτε. Έτσι συνέβει και με μένα. Όσο για το συγκεκριμένο φιλμ, είναι ίσως το πιο χαβαλετζίδικό του. Πάντα με το δικό του, πολύ προσωπικό χιούμορ βέβαια.

RINGU Ή ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ


Αρχικά ήταν το ομώνυμο βιβλίο του γιαπωνέζου Koji Suzuki. Η ταινία "Ringu" του Hideo Nakata γυρίστηκε το 1998, ήταν σχετικά πιστή στο βιβλίο και, λόγω της μεγάλης επιτυχίας της στην Ιαπωνία, απέκτησε ένα σίκουελ, ένα πρίκουελ και 2 ριμέικ: Το γνωστό αμερικάνικο και ένα κορεάτικο.
Το αυθεντικό γιαπωνέζικο Ring του Nakata λοιπόν, κατέχει για μένα ένα μοναδικό αρνητικό ρεκόρ: Είναι η μοναδική φορά (απ' όσο θυμάμαι τυλάχιστον) που ένα αμερικάνικο ριμέικ μου αρέσει περισσότερο από το πρωτότυπο. Όχι ότι το γιαπωνέζικο ορίτζιναλ είναι κακό, αλλά να, το αμερικάνικο ήταν πιο ατμοσφαιρικό και πιο τρομακτικό ενίοτε. Πάντως η ιδέα παραμένει πρωτότυπηκαι βασίζεται στην ύπαρξη ενός μυστηριώδους βίντεο με ασπρόμαυρες, δίχως ειρμό και νόημα εικόνες, που όποιος το δει πεθαίνει σε μια εβδομάδα.
Πάνω σ' αυτό το μοτίβο ο σκηνοθέτης χτίζει και σασπένς - αφού εξ ορισμού υπάρχει dead line - και τρόμο, καθώς σιγά - σιγά ξετυλίγεται η τρομαχτική, υπερφυσική αλήθεια και μια αστυνομικού τύπου ίντριγκα, αφού το καταδικασμένο (εφόσον έχει δει το μοιραίο βίντεο) πρώην ζεύγος κλιμακώνει τις έρευνές του για να αποκαλύψει το σκοτεινό μυστικό. Βέβαια δεν βρήκα την τελική εξήγηση ιδιαίτερα ξεκάθαρη και το όλο φιλμ μου φάνηκε ίσως κάπως πιο "επίπεδο" απ' όσο η έξυπνη ιδέα θα μπορούσε να το κάνει. Ίσως όμως και πάλι, όλη αυτή η γκρίνια να οφείλεται στο ότι θεωρώ, όπως έλεγα, καλύτερο το ριμέικ. Αν δεν υπήρχε αυτό, πιθανόν θα μιλούσα για μια από τις πιο πρωτότυπες ταινίες τρόμου, που εμπλέκει έξυπνα τις γιαπωνέζικες παραδόσεις για κατάρες και φαντάσματα με τη σύγχρονη τεχνολογία και ερευνά το πώς η δεύτερη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν "όχημα" από τις πρώτες. Έτσι, συνολικά και παρά την εις βάρος του σύγκριση, παραμένει μια ενδιαφέρουσα ταινία τρόμου.

Κυριακή, Νοεμβρίου 11, 2007

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΜΙΑΣ "ΗΣΥΧΗΣ ΓΗΣ"


Το 1985, όταν ο Geoff Murphy γύρισε το φιλμ επιστημονικής φαντασίας "The Quiet Earth", η Νέα Ζηλανδία δεν είχε ακόμα μπει στον κινηματογραφικό χάρτη, όπως έγινε κυρίως μετά τα Lord of the Rings. Αυτό όμως δεν εμποδίζει το φιλμ αυτό να είναι ένα καλό - και ξεχασμένο σήμερα - b-movie, το οποίο μάλιστα ξαφνιάζει με τα έντονα μεταφυσικά του στοιχεία.
Ένας άνθρωπος ξυπνά μια μέρα για να διαπιστώσει ότι, ενώ οι πόλεις και όλα τα άλλα γύρω του είναι άθικτα, ο ίδιος είναι μάλλον το μοναδικό ζωντανό πλάσμα στον κόσμο (και τα ζώα έχουν εξαφανιστεί). Το πρώτο μέρος επικεντρώνεται στις αντιδράσεις του καθώς αντιμετωπίζει έναν πρωτόγνωρο συνδυασμό απόλυτης ελευθερίας, αλλά και ακόμα πιο απόλυτης μοναξιάς. Οδηγείται έτσι στα πρόθυρα της τρέλας και σε σκέψεις αυτοκτονίας. Οι σκηνές αυτές της σχεδόν τρέλας είναι από τις γοητευτικές της ταινίας. Στη συνέχεια δύο ακόμα επιζήσαντες εμφανίζονται και την προσοχή του σκηνοθέτη απασχολούν πια οι μεταξύ τους σχέσεις, καθώς και οι λόγοι που οδήγησαν στην καταστροφή της ανθρωπότητας.
Το σενάριο είναι μάλλον προσχηματικό και, ακόμα και στο τέλος, αφήνει αρκετά αναπάντητα ερωτήματα ως προς το τι ακριβώς έχει συμβεί. Όσο για επιστημονική - ή έστω επιστημονικοφανή - τεκμηρίωση... ξεχάστε το καλύτερα. Ωστόσο όλα αυτά μοιάζουν συνειδητά να μην ενδιαφέρουν τον σκηνοθέτη. Το κύριο ενδιαφέρον του είναι οι αντιδράσεις ενός ανθρώπου μόνου αρχικά, οι σχέσεις τριών ανθρώπων μόνων στον κόσμο στη συνέχεια, καθώς κι αυτό το πανταχού παρόν μεταφυσικό στοιχείο που λέγαμε, που κορυφώνεται στην τελευταία σκηνή (άμεσα επηρεασμένη από το "2001: Οδύσσεια του Διαστήματος", αλλά βέβαια μη συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα). Πάντως, παρά το low budget και τις ασάφειες, η ταινία μου κράτησε το ενδιαφέρον και γενικά τη βρήκα αρκετά αξιόλογη και πρωτότυπη - χωρίς φυσικά να πρόκειται για αριστούργημα.

Σάββατο, Νοεμβρίου 10, 2007

ΠΑΘΟΣ ΠΑΝΩ ΑΠ' ΟΛΑ


Το θέμα ουσιαστικά είναι το ίδιο με το Brokeback Mountain, κι ας είναι τόσο διαφορετικό το background και οι ιστορίες: Το πάθος, απαγορευμένο, παράλογο, που αψηφά κάθε περιορισμό και σύμβαση. Εκεί ήταν το ομοφυλόφιλο πάθος (και μάλιστα σε μια κατ' εξοχήν συντηρητική κοινωνία), εδώ είναι το πάθος για τον εχθρό εν μέσω πολέμου, διανθισμένο με περίπλοκες κατασκοπευτικές ίντριγγες.
Όπως καταλάβατε μιλώ για το "Προσοχή: Πόθος" (2007), την καινούρια ταινία του Ang Lee, που είναι πλέον ένας από τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες της εποχής μας. Βρισκόμαστε στα 1942, οι γιαπωνέζοι έχουν καταλάβει την Σαγκάη της Κίνας και μια αντιστασιακή ομάδα νεαρών κινέζων έχει σαν στόχο τη δολοφονία του επίσης κινέζου, δοσίλογου διοικητή της πόλης, που συνεργάζεται με τον κατακτητή. Το κλασικό δόλωμα είναι μια όμορφη γυναίκα. Η οποία, βέβαια, όντως τον σαγηνεύει. Από εκεί και πέρα όμως τον πρώτο λόγο έχει το ανεξέλεγκτο ερωτικό πάθος, που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει και να υπολογίσει από πριν, που είναι κόντρα σε κάθε λογική και "πρέπει", που μπορεί να οδηγήσει σε πολλά δεινά, ακόμα και στην προδοσία ή τον θάνατο. Δεν έχει σημασία η τελική έκβαση. Σίγουρο όμως είναι ότι αν κάποτε αυτό σταματήσει, όποιος από τους δύο μείνει μόνος θα είναι τσακισμένος, ίσως για όλη του τη ζωή. Όπως επίσης ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τη συνηθισμένη εκδοχή των μελό, όπου οι εραστές πρέπει να αψηφίσουν τις "κακές" απαγορεύσεις και να αφεθούν να κάνουν αυτό που πραγματικά θέλουν. Εδώ το να αφεθείς στο πάθος σημαίνει πολλά κακά για τους γύρω σου, σημαίνει προδοσία και καταπάτηση κάθε ιδεολογίας. Γι' αυτό, τούτο εδώ το πάθος, που κάθε στιγμή φλερτάρει με τον θάνατο, είναι καταστροφικό.
Η ταινία είναι ιδιαίτερα ατμοσφαιρική. Κυριαρχούν τα καφέ - ώχρα - κόκκινα ζεστά χρώματα, υπάρχει παντού μια διάχυτη κομψότητα. Και υπάρχουν και πολλές έντονες ερωτικές σκηνές, στα όρια σχεδόν της πορνογραφίας, οι οποίες όμως είναι απόλυτα ενταγμένες στο κλίμα και δεν ενοχλούν καθόλου.
Μου άρεσε η ταινία, ωστόσο δεν τη βρήκα πια και τόσο αριστουργηματική όσο πολλοί κριτικοί. Μία αντίρησή μου αφορά την αδικαιολόγητα μεγάλη κατά τη γνώμη μου διάρκειά της. Νομίζω ότι αυτό την κάνει να χάνει σε πυκνότητα. Δεν πειράζει όμως. Σίγουρα έχει κερδίσει μια θέση ανάμεσα στις καλύτερες και πιο ευαίσθητες ταινίες της χρονιάς.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 09, 2007

Η "PERSEPOLIS" ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΦΑΣΙΣΜΟΥΣ


Η Marjane Satrapi, ιρανή, έκανε αίσθηση στον κόσμο των κόμικς με το αυτοβιογραφικό, δίτομο έργο της "Persepolis". Η μεταφορά του κόμικς σε ασπρόμαυρα κινούμενα σχέδια από την ίδια και τον Vincent Paronnaud είναι εξ ίσου πετυχημένη.
Ας γίνει σαφές από την αρχή ότι, αν και κινούμενο σχέδιο, σε καμία περίπτωση δεν απευθύνεται σε παιδιά. Πρόκειται για απόλυτα ενήλικο έργο, που μιλά τόσο για την ταραγμένη πολιτική ιστορία του Ιράν όσο και για τη ζωή της δημιουργού, από τη παιδική ηλικία γύρω στα 1977 μέχρι την ωριμότητά της το 1994. Φυσικά όλα αυτά δεν μπορούν να γίνει κατανοητά αν δεν ξέρει κανείς τι συνέβει στη χώρα τα τελευταία 30 χρόνια: Η στυγνή καταπίεση του δυτικόφιλου δικτατορικού καθεστώτος του Σάχη (που ήταν αυτοκράτορας) κατέρρευσε από την ισλαμική επανάσταση του Χομεϊνί το 1979 για να αντικατασταθεί από ένα εξ ίσου καταπιεστικό θεοκρατικό καθεστώς, φανατικά αντιδυτικό αυτή τη φορά. Η μικρή Satrapi ανήκει σε μεσοαστική, αριστερή οικογένεια που εναντιώνεται στο σαχικό καθεστώς και ως έφηβη είναι απόλυτα μοντέρνα (με τη δυτική έννοια): Μπλουτζίν, πάρτι, Abba και ό,τι άλλο θα έκανε ένας έφηβος των 70ς. Και ξαφνικά, με την ισλαμική επανάσταση, όλα ανατρέπονται: Η νεαρή κοπέλα αναγκάζεται να φορά υποχρεωτικά μπούρκα, τα πάρτι και το ροκ απαγορεύονται αυστηρά, για σεξ... ούτε κατά διάνοια... και οι φυλακές των εχθρών του Σάχη γεμίζουν με εχθρούς των φανατικών ισλαμιστών. Η κοπέλα, με τη βοήθεια της οικογένειας που παραμένει αντίθετη και στο νέο καθεστώς, καταφεύγει στο Παρίσι, επισκέπτεται κατά καιρούς τη χώρα της που βουλιάζει στο φανατισμό και την καταπίεση και τελικά επιλέγει να ζήσει οριστικά στη Γαλλία.
Ως μικρή, πανέξυπνη μαθήτρια κόντρα σε θρησκόληπτες δασκάλες, θυμίζει πολύ τη Μαφάλντα από ένα άλλο, παλιότερο κόμικς. Ως νεαρή γυναίκα βιώνει όλα τα αδιέξοδα και τις απογοητεύσεις κάθε δυτικής κοπέλας στον έρωτα, στα ανεκπλήρωτα όνειρα κλπ. - συν την αποξένωση, αφού παραμένει ξένη, νε διαφορετική κουλτούρα και στο Παρίσι. Και στις δύο χώρες πασχίζει, για διαφορετικούς λόγους, να κάνει την προσωπική της επανάσταση. Και στις δύο περιπτώσεις, εκτός από την κριτική στα γύρω της, μπορεί και να αυτοσαρκάζεται. Όλα αυτά δείχνονται με συνεχή περάσματα από το χιούμορ στο δραματικό και το τραγικό, από το γέλιο στον τρόμο και την αγωνία. Βρήκα αυτά τα σκαμπανεβάσματα πολύ πετυχημένα.
Το σχέδιο είναι εντελώς απλό (καμιά σχέση με την περιπλοκότητα και το φόρτωμα της ντισνεϊκής σχολής), μινιμαλιστικό, με πλακάτες μαύρες - άσπρες επιφάνειες και χοντρά περιγράμματα. Το αποτέλεσμα είναι γοητευτικό και πολύ εκφραστικό. Δείτε το, χωρίς να κουβαλήσετε μαζί και τα παιδιά σας.
ΥΓ: Η ταινία κατηγορήθηκε από κάποιους ως φιλοδυτική. Διαφωνώ πλήρως. Μα, διάβολε, ένας "κανονικός" άνθρωπος που, από τη μια μέρα στην άλλη, του στερούν βίαια κάθε στοιχειώδη προσωπική ελευθερία - και μάλιστα εν ονόματι της θρησκείας, που, ως γνωστόν, είναι από τα καταπιεστικότερα ιδεολογήματα αν πάρει το πάνω χέρι και γίνει κράτος (σκεφτείτε πρωθυπουργό τον Χριστόδουλο, και πάλι είναι πιο light σε σχέση με τους φανατικούς μουσουλμάνους παπάδες) - ένας τέτοιος άνθρωπος λοιπόν, είναι πολύ λογικό και αναμενόμενο να θεωρήσει "παράδεισο" τη σχετικά φιλελεύθερη και σαφώς πιο ανεκτική Γαλλία (και οποιοδήποτε άλλη χώρα της δύσης). Δεν νομίζω ότι έχει κάτι φιλοδυτικό η απόλυτα φυσιολογική αυτή στάση. Αν διαπιστώσουμε ότι κάτι είναι "λιγότερο σκατά" από κάτι άλλο, αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι είμαστε υπέρμαχοι των "λιγότερων σκατών". Στόχος μας (θα έπρεπε τουλάχιστον) παραμένουν τα "καθόλου σκατά".

Τετάρτη, Νοεμβρίου 07, 2007

THE SHOOTING: ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΥΠΑΡΞΙΑΚΑ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ;


Ο Monte Hellman είναι ένας όχι πολύ γνωστός σκηνοθέτης ταινιών μικρού προϋπολογισμού, που μερικές απ' αυτές θεωρούνται διαμάντια. Η μοναδική δουλειά του που έχω δει είναι το γουέστερν "The Shooting" του 1967, με έναν νεαρό Τζακ Νίκολσον σε ρόλο κακού.
Πρόκειται για απόλυτα μινιμαλιστικό φιλμ, με την έννοια ότι χρησιμοποιούνται πολύ λίγοι ηθοποιοί, λιτά σκηνικά, έρημος και λίγη σχετικά δράση, ενώ η πλοκή παραμένει σε κάποια σημεία αρκετά σκοτεινή και αδιευκρίνιστη. Βασικός πρωταγωνιστής είναι, θα μπορούσε να πει κανείς, το απέραντο τοπίο της αμερικάνικης ερήμου, γυμνό, ξερό, κακοτράχαλο, γεμάτο βράχια και σκόνη.
Ο πρωταγωνιστής Warren Oates (τακτικός συνεργάτης του Hellman) και ο φίλος και συνεργάτης του πληρώνονται από μια μυστηριώδη γυναίκα, που αρνείται να τους πει το όνομά της, να ακολουθήσουν στην έρημο τα ίχνη κάποιου που, για άγνωστους επίσης λόγους, αυτή κυνηγά. Στην πορεία θα προστεθεί στη συντροφιά και ο σκληρός πιστολέρο Τζακ Νίκολσον, επίσης πληρωμένος από την κοπέλα, κι όλοι καταλαβαίνουν ότι σκοπός της είναι να εκτελέσει αυτόν που κυνηγά.
Η ταινία επικεντρώνεται στους χαρακτήρες και στις σχέσεις των δύο ανδρών και της κοπέλας, σχέσεις που κυμαίνονται από τον έρωτα έως το βαθύ μίσος, ενώ εκείνη παραμένει ψυχρή και αινιγματική, κι όλα αυτά κάτω από το άγρυπνο και επίσης ψυχρό βλέμμα του πιστολέρο. Ταυτόχρονα είναι και ένα είδος γουέστερν - road movie, καθώς όλο το φιλμ είναι ένα ταξίδι στην έρημη απεραντοσύνη της τότε Άγριας Δύσης. Μοιάζουν περισσότερο σα να ψάχνουν οι ήρωες τον εαυτό τους, σαν μια υπαρξιακή αναζήτηση, καθώς οι λόγοι της σεναριακής αναζήτησης δεν ξεκαθαρίζονται ποτέ. Το απροσδόκητο τέλος αφήνει τον θεατή προβληματισμένο - ίσως και μπερδεμένο - μάλλον συνειδητά. Πιστεύω ότι σκοπός του σκηνοθέτη είναι η ανάπτυξη των σχέσεων που είπαμε ή - αν το δούμε και κάπως μεταφυσικά - το ταξίδι καθεαυτό, η αναζήτηση του εαυτού μας.
Παράξενη, χαμηλότονη ταινία, που δεν ξέρω αν πραγματικά μου άρεσε ή όχι, που μένει όμως στη μνήμη του θεατή σαν κάτι ασυνήθιστο. Πάντως μου έκανε κλικ να ψάξω κι άλλες δουλειές του Monte Hellman.

Τρίτη, Νοεμβρίου 06, 2007

ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ, ΚΟΙΝΟΒΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ 60's ΙΣΤΟΡΙΕΣ


Λίγες συστάσεις για πρόσωπα και πράγματα κρίνονται αρχικά απαραίτητες: Ο Woody Guthrie θεωρείται ο μεγαλύτερος αμερικανός folk τραγουδιστής - τραγουδοποιός και επηρέασε βαθύτατα τον Bob Dylan, που ήταν δηλωμένος θαυμαστής του. Ο γιός του Arlo Guthrie είναι κι αυτός τραγουδιστής - συνθέτης, με επιτυχίες στις ΗΠΑ στις δεκαετίες 60 και 70. Ο Arthur Penn είναι βέβαια από τους σημαντικότερους αμερικανούς σκηνοθέτες, που τα αρκετά τελευταία χρόνια έχει αποσυρθεί.
Το "Alice's Restaurant" του 1969 είναι μια ακόμα προσπάθεια να "συλληφθεί" επί της οθόνης το περίφημο "πνεύμα των 60ς". Ο Arlo Guthrie παίζει εδώ τον εαυτό του με αρκετά αληθινά στοιχεία της τότε βιογραφίας του, ενώ η ιστορία βασίζεται στο πετυχημένο ομώνυμο τραγούδι του. Είναι η εποχή που ο πατέρας του Woody βρίσκεται ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο (εκεί τον είχε επισκεφτεί και ο Ντύλαν), ενώ ο Arlo, νεαρός και χίπυ, περιπλανιέται στην Αμερική και τελικά καταλήγει με πολλούς φίλους σε μια πρώην εκκλησία που έχει μετατραπεί σε εστιατόριο, αλλά και κοινόβιο, από ένα ζευγάρι, τον Ρέι και την Άλις του τίτλου. Εκεί καταφεύγουν κάθε λογής επαναστατημένοι, εκκεντρικοί, περιθωριακοί, χίπις και διάφορες άλλες κατηγορίες, βρίσκοντας πάντοτε ένα ζεστό καταφύγιο. Κι εκεί καταλήγει συχνά και ο Arlo, όταν κουράζεται από περιπλανήσεις, τουρνέ ή συναυλίες σε άλλες πόλεις.
Η ταινία είναι ένας μάλλον ασυνήθιστος συνδυασμός δράματος και κωμωδίας, που δεν είμαι πολύ σίγουρος ότι είναι απόλυτα πετυχημένος, καθώς μάλλον στερείται ενός γερού σεναρίου. Η αξία της όμως έγκειται στην καταγραφή της εποχής, το "πιάσιμο του σφιγμού" των τότε γεγονότων. Ο Penn προσπαθεί να φωτίσει και τις καλές και τις κακές πλευρές. Έτσι, πέρα από τις ευτυχισμένες στιγμές στο κοινόβιο - εστιατόριο, τους έρωτες, τις ομαδικές μαστούρες, τις ξέφρενες γιορτές και τα πάρτι, θίγονται και τα προβλήματα, όπως η πανταχού παρούσα αφέλεια των τότε νέων που πίστευαν στ' αλήθεια ότι αλλάζουν τον κόσμο για πάντα, το πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών (που πολλοί θεωρούν ότι υπήρξε η βασική αιτία της διάλυσης του κινήματος των 60ς στις ΗΠΑ), ή οι απαραίτητες εσωτερικές διαφωνίες και τριβές και τα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα των ηρώων. Όπως επίσης δείχνεται (με αστείο μερικές φορές τρόπο) και η απροκάλυπτη εχθρότητα της συντηρητικής Αμερικής στα τεκταινόμενα και τον επαναστατικό αέρα που έπνεε από παντού τότε.
Πολύ ενδιαφέρον λοιπόν σαν ντοκουμέντο της εποχής, αν και ίσως όχι από τις πιο πετυχημένες στιγμές του Arthur Penn. Στα συν και η εμφάνιση του του Pete Singer, που τραγουδά σε μια συγκινητική στιγμή δίπλα στο κρεβάτι του ετοιμοθάνατου Woody (ο Woody Guthrie πέθανε το 1967, τότε που διαδραματίζεται η ταινία).