Φυσικά και θα γινόταν. Η μυθολογία των Star Wars, μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες της ποπ κουλτούρας από τη δεκαετία του 70 μέχρι σήμερα, έχει ακόμα πολύ ψωμί και εκατομμύρια φανς παγκοσμίως. Μετά τη μέτρια δεύτερη πρίκουελ τριλογία λοιπόν, που σκηνοθέτησε με αδιάφορο τρόπο ο ίδιος ο Λούκας μεταξύ 1999 - 2005, η ιστορία ξεκινά και πάλι από εκεί που είχε μείνει στο τέλος της πρώτης κλασικής τριλογίας - 30τόσα χρόνια μετά για την ακρίβεια. Αυτή τη φορά σκηνοθέτης είναι ο ικανότατος σε περιπέτειες J.J. Abrams και έτσι το 2015 "προσγειώνεται" το "Star Wars: Η Δύναμη Ξυπνάει" και κυριολεκτικά σπάει ταμεία και ρεκόρ εμπορικότητας.
Η Αυτοκρατορία έχει αντικατασταθεί από το αντίστοιχο, παντοδύναμο (και φασιστικό. Η σκηνή όπου ο στρατηγός μιλά στα πλήθη παραπέμπει κατευθείαν σε ναζιστικές συγκεντρώσεις) Πρώτο Τάγμα. Υπάρχει η Δημοκρατία, υπάρχουν επαναστάτες που αντιστέκονται με όσα μέσα διαθέτουν, αλλά ο τελευταίος Τζεντάι, ο Λουκ Σκάιγουόκερ, έχει εξαφανιστεί (έχει κάπου αποσυρθεί). Το φιλμ κινείται γύρω από τις προσπάθειες καλών και κακών να τον εντοπίσουν, ενώ η νέα ηρωίδα είναι μια ρακοσυλλέκτρια από έναν ξεχασμένο πλανήτη - έρημο, η οποία σιγά-σιγά θα ανακαλύψει ότι μέσα της υπάρχει η, ανεξέλεγκτη ακόμα, Δύναμη.
Φυσικά η περιπέτεια, η δράση, το σασπένς, τα εφέ, οι μάχες με διαστημόπλοια, είναι απόλυτα εγγυημένα και κάτι παραπάνω από χορταστικά. Και το ρομάντσο επίσης, και οι συγκινητικές σκηνές. Ο Abrams σοφά (όπως αποδεικνύουν τα ταμεία) επιλέγει όχι μόνο να μην πρωτοτυπήσει σεναριακά, αλλά και να επαναφέρει με απόλυτα νοσταλγικό τρόπο τους γερασμένους πλέον ήρωες της πρώτης κλασικής τριλογίας. Λέα, Χανς Σόλο, Λουκ, Τσουμπάκα, ρομπότ, σκάφη, είναι και πάλι εδώ (και ο Χάρισον Φορντ και η Κάρι Φίσερ βεβαίως). Προφανως ο συνδυασμός νοσταλγίας και φρέσκων προσώπων (η κοπέλα και ο έγχρωμος αποστάτης των Στορμτρούπερ) λειτούργησε άψογα.
Δεν υπήρξα ποτέ φανατικός των Star Wars και δεν θα δώσω 4 αστεράκια όπως έκαναν πολλοί κριτικοί. Ωστοσο διασκέδασα και δεν βαρέθηκα καθόλου και σίγουρα θεωρώ την επανεκκίνηση αυτή καλύτερη από τη δεύτερη τριλογία που προαναφέραμε. Μέχρις εκεί. Και με δεδομένο βέβαια ότι αποδεχόμεστε μια σειρά σεναριακών ευκολιών (από δραπετεύσεις έως οι "καλοί πάντα ευστοχούν ενώ οι κακοί όχι"). Εντάξει όμως. Από πάντοτε η αφέλεια ήταν χαριτωμένη και "μέσα στο παιχνίδι" των Star Wars. Γι' αυτό άλλωστε και το πρώτο φιλμ του 77 είχε θεωρηθεί ότι επαναφέρει στο σινεμά μια ξεχασμένη τότε παιδικότητα και ευπρόσδεκτη, απολαυστική αφέλεια.
Και μια τελευταία παρατήρηση: Η ταινία σεναριακά είναι σχεδόν όμοια με τον πρώτο κλασικό "Πόλεμο των Άστρων" του 1977: Μια εφιαλτική "Αυτοκρατορία", αντάρτες που αντιστέκονται, επίθεση στο κολοσιαίο διαστημόπλοιο - αρχηγείο των κακών, συγγένειες που αποκαλύπτονται σιγά - σιγά (ποιος είναι γιος ποιου κ.ο.κ.), μασκοφόρος και μαυροφορεμένος αρχι-κακός στη θέση του Νταρθ, ηρωίδα που βαθμιαία ανακαλύπτει τη Δύναμη μέσα της, μονομαχία με φωτόσπαθα... όλη η δομή του φιλμ είναι καρμπόν της πρώτης ταινίας και βέβαια αυτό γίνεται συνειδητά. Να λοιπόν που η επανάληψη αποδείχτηκε ασφαλέστερη και καλύτερη (και σαν ταινία και εισπρακτικά) από τα πρίκουελ ή τα τυχόν εντελώς διαφορετικά σίκουελ. Η νοσταλγία είναι προφανώς ακατανίκητη.
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 31, 2015
Κυριακή, Δεκεμβρίου 27, 2015
ΕΝΑΣ ΣΤΙΛΙΖΑΡΙΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙ (ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ) ΧΑΒΑΛΕΤΖΙΔΙΚΟΣ "ΔΙΑΙΤΗΤΗΣ"
"Ο Διαιτητής" (L' Arbitro) του 2013 είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του ιταλού Paolo Zucca. Πρόκειται για μια απρόβλεπτη... ποδοσφαιρική κωμωδία, η οποία από την αρχή δείχνει τις σουρεαλιστικές, σινεφίλ και στιλιζαρισμένες τάσεις της.
Απο τη μία έχουμε δύο μικρά και φτωχά χωριά στη Σαρδηνία, τα οποία "δένει" άσπονδο μίσος. Το μίσος αυτό βρίσκει έκφραση κυρίως στις ομάδες τους, που παίζουν στην τρίτη κατηγορία της Σαρδηνίας. Όταν επιστρέφει από την Αργεντινή ένας νεαρός ντόπιος, κάνει τη διαφορά και καταφέρνει να απογειώσει την ουραγό μέχρι τότε ομάδα του χωριού του. Από την άλλη υπάρχει ένας σούπερ ντούπερ διαιτητής - σταρ, ο οποίος ωστόσο δεν διστάζει να ζητήσει τη βοήθεια ποδοσφαιρικού μεγαλοπαράγοντα για να πραγματοποιήσει την υπέρτατη φιλοδοξία του: Να σφυρίξει σε τελικό κυπέλου Ευρώπης. Κάποια στιγμή, με κάποιον τρόπο, οι δρόμοι των δύο παράλληλων αυτών ιστοριών θα συναντηθούν με απρόβλεπτα αποτελέσματα.
Αυτό που εκπλήσσει από την αρχή είναι το στιλ της ταινίας. Με πολύ εντυπωσιακή ασπρόμαυρη φωτογραφία, ο σκηνοθέτης δεν διστάζει να αλλάζει διαρκώς ύφος, να κάνει κινηματογραφοφιλικές αναφορές, να περνά από τη λαϊκή κωμωδία στο... μιούζικαλ ή στο βιντεοκλίπ και, πάνω απ' όλα, να παίζει με τον σουρεαλισμό και το παράλογο, αποφεύγοντας κάθε προσπάθεια ρεαλισμού ή αληθοφάνειας.
Το αποτέλεσμα αρχικά με εντυπωσίασε και σίγουρα περιμένω το επόμενο βήμα του δημιουργού. Υπάρχει βεβαίως και η προφανής σάτιρα του όλου ποδοσφαιρικού συστήματος, των στημένων αποτελεσμάτων και εν γένει της βρώμας που αποπνέει το δημοφιλές άθλημα, από τα υψηλότερα ως τα χαμηλότερα κλιμάκιά του. Καθώς και μια προσπάθεια στηλίτευσης ταξικών διαφορών, που εδώ εκφράζονται μέσα από το ποδόσφαιρο. Ωστόσο έχω αρκετές ενστάσεις: Νομίζω ότι η ταινία πολύ συχνά ξεπέφτει στον κοινό "χαβαλέ" και απλώς προσπαθεί να κάνει πλάκα. Επίσης, ενώ άλλα μας έδειχνε στο μεγαλύτερο μέρος, στο τελευταίο τέταρτο αφήνεται πολύ απότομα, θα έλεγα, στο απόλυτο παράλογο και στην κατάργηση κάθε αληθοφανούς εξήγησης ή αλήθειας. Τόσο, που θα έλεγα ότι με ξένισε. Όχι το παράλογο καθ' εαυτό, αλλά η τόσο απότομη συσσώρευσή του (γιατί το στοιχείο αυτό ενυπάρχει σε πολύ μικρότερο βαθμό από την αρχή). Έτσι τελικά θεωρώ ότι το φιλμ "ξέφυγε" από τον δημιουργό του και έγινε υπερβολικό, παρά τις αρκετές καλές έως ξεκαρδιστικές στιγμές του. Κρίμα. Ωστόσο, το ξαναλέω, πρόκειται για ενδιαφέρουσα πρώτη εμφάνιση. Είδομεν.
Απο τη μία έχουμε δύο μικρά και φτωχά χωριά στη Σαρδηνία, τα οποία "δένει" άσπονδο μίσος. Το μίσος αυτό βρίσκει έκφραση κυρίως στις ομάδες τους, που παίζουν στην τρίτη κατηγορία της Σαρδηνίας. Όταν επιστρέφει από την Αργεντινή ένας νεαρός ντόπιος, κάνει τη διαφορά και καταφέρνει να απογειώσει την ουραγό μέχρι τότε ομάδα του χωριού του. Από την άλλη υπάρχει ένας σούπερ ντούπερ διαιτητής - σταρ, ο οποίος ωστόσο δεν διστάζει να ζητήσει τη βοήθεια ποδοσφαιρικού μεγαλοπαράγοντα για να πραγματοποιήσει την υπέρτατη φιλοδοξία του: Να σφυρίξει σε τελικό κυπέλου Ευρώπης. Κάποια στιγμή, με κάποιον τρόπο, οι δρόμοι των δύο παράλληλων αυτών ιστοριών θα συναντηθούν με απρόβλεπτα αποτελέσματα.
Αυτό που εκπλήσσει από την αρχή είναι το στιλ της ταινίας. Με πολύ εντυπωσιακή ασπρόμαυρη φωτογραφία, ο σκηνοθέτης δεν διστάζει να αλλάζει διαρκώς ύφος, να κάνει κινηματογραφοφιλικές αναφορές, να περνά από τη λαϊκή κωμωδία στο... μιούζικαλ ή στο βιντεοκλίπ και, πάνω απ' όλα, να παίζει με τον σουρεαλισμό και το παράλογο, αποφεύγοντας κάθε προσπάθεια ρεαλισμού ή αληθοφάνειας.
Το αποτέλεσμα αρχικά με εντυπωσίασε και σίγουρα περιμένω το επόμενο βήμα του δημιουργού. Υπάρχει βεβαίως και η προφανής σάτιρα του όλου ποδοσφαιρικού συστήματος, των στημένων αποτελεσμάτων και εν γένει της βρώμας που αποπνέει το δημοφιλές άθλημα, από τα υψηλότερα ως τα χαμηλότερα κλιμάκιά του. Καθώς και μια προσπάθεια στηλίτευσης ταξικών διαφορών, που εδώ εκφράζονται μέσα από το ποδόσφαιρο. Ωστόσο έχω αρκετές ενστάσεις: Νομίζω ότι η ταινία πολύ συχνά ξεπέφτει στον κοινό "χαβαλέ" και απλώς προσπαθεί να κάνει πλάκα. Επίσης, ενώ άλλα μας έδειχνε στο μεγαλύτερο μέρος, στο τελευταίο τέταρτο αφήνεται πολύ απότομα, θα έλεγα, στο απόλυτο παράλογο και στην κατάργηση κάθε αληθοφανούς εξήγησης ή αλήθειας. Τόσο, που θα έλεγα ότι με ξένισε. Όχι το παράλογο καθ' εαυτό, αλλά η τόσο απότομη συσσώρευσή του (γιατί το στοιχείο αυτό ενυπάρχει σε πολύ μικρότερο βαθμό από την αρχή). Έτσι τελικά θεωρώ ότι το φιλμ "ξέφυγε" από τον δημιουργό του και έγινε υπερβολικό, παρά τις αρκετές καλές έως ξεκαρδιστικές στιγμές του. Κρίμα. Ωστόσο, το ξαναλέω, πρόκειται για ενδιαφέρουσα πρώτη εμφάνιση. Είδομεν.
Σάββατο, Δεκεμβρίου 26, 2015
ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΙΚΗ, ΣΤΙΛΑΤΗ ΚΑΙ ΟΛΙΓΟΝ ΤΟΛΜΗΡΗ "CAROL"
Πολύ λίγο παραγωγικός, πλην όμως σημαντικός αμερικανός δημιουργός, ο Todd Haynes επανέρχεται το 2015 με το δράμα "Carol", βασισμένο στο δεύτερο μυθιστόρημα (πριν γίνει γνωστή από τα αστυνομικά) της Πατρίτσια Χάισμιθ. Και φτιάχνει μια κομψή, χαμηλότονη ταινία εποχής, στα χνάρια του δικού του "Far from Heaven" του 2002.
Η ταινία αφηγείται την ερωτική σχέση δύο γυναικών στη δεκαετία τυ 50: Μιας νεαρής, φτωχής πωλήτριας σε πολυκατάστημα και μιας πλούσιας, όμορφης και μεγαλύτερής της γυναίκας, μητέρας ενός κοριτσιού, η οποία ωστόσο είναι εγκλωβισμένη σε έναν συμβατικό, μη επιθυμητό γάμο με έναν εξ ίσου μεγαλοαστό σύζυγο. Οι δύο γυναίκες νοιώθουν από την πρώτη στιγμή έλξη η μία για την άλλη, μια στενή φιλική σχέση ξεκινά, ώσπου η πλούσια, σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από την ασφυκτική της καθημερινότητα, προσκαλεί την άλλη σε ένα ταξίδι με αυτοκίνητο. Εκεί, κάποια στιγμή, θα βρεθούν η μία στην αγκαλιά της άλλης. Και μετά θα αρχίσει το δράμα, καθώς ο σύζυγος, μη μπορώντας να αποδεχτεί την "αφύσικη" σχέση, θα απειλήσει να πάρει μακριά από τη σύζυγο το παιδί της.
Το φιλμ αποφεύγει τις κραυγαλέα δραματικές σκηνές και τις εξάρσεις. Όυτε και τολμηρές ερωτικές σκηνές υπάρχουν. Παραμένει χαμηλότονο, ήσυχο, έχοντας σαν κύριο στόχο να αποτυπώσει τόσο τον έρωτα των γυναικών, όσο και να καταγγείλει τις απαγορεύσεις, τα ταμπού και, τελικά, την ασφυκτική ηθική της εποχής - μέρος των οποίων εξακολουθεί βεβαίως να υπάρχει και σήμερα, σε πολύ μικρότερο βαθμό ωστόσο. Και μάλιστα μιας εποχής της οποίας η επιφάνεια ήταν πραγματικά απαστράπτουσα και το αμερικάνικο όνειρο βρισκόταν στα ύψη και με πολύ λίγες αμφισβητήσεις. Ωστόσο κάτω από την στιλπνή επιφάνεια τα πάθη και οι εξαιρέσεις από τον κανόνα υπήρχαν πάντοτε. Με εικόνες υψηλής αισθητικής, με υπέροχα χρώματα, με λεπτομερέστατη αναπαράσταση των 50ς, με εξαιρετικά σκηνικά και κοστούμια και, κυρίως, με θαυμάσιες ηθοποιίες από την Κέιτ Μπλάνσετ και τη Ρούνι Μάρα, μοιάζει να βρίσκεται πολύ κοντά στο "Far from Heaven" που προαναφέραμε, το οποίο ασχολιόταν με μια ανδρική gay ιστορία της ίδιας εποχής.
Όσο για την αναπόφευκτη - έστω και συνειρμικά - σύγκριση με το "Brokeback Mountain", νομίζω ότι η "Carol" παραμένει πιο χαμηλότονη, αποφεύγοντας το έντονο άγχος της παλιότερης ταινίας περί μη αποκάλυψης του μυστικού, άγχος που μεταδιδόταν και στον θεατή. Έτσι λοιπόν καλείσθε, πέραν της προφανούς καταγγελίας, κυρίως να απολαύσετε μια ατμοσφαιρική και αισθητικά εξαιρετικά στιλάτη ταινία.
Η ταινία αφηγείται την ερωτική σχέση δύο γυναικών στη δεκαετία τυ 50: Μιας νεαρής, φτωχής πωλήτριας σε πολυκατάστημα και μιας πλούσιας, όμορφης και μεγαλύτερής της γυναίκας, μητέρας ενός κοριτσιού, η οποία ωστόσο είναι εγκλωβισμένη σε έναν συμβατικό, μη επιθυμητό γάμο με έναν εξ ίσου μεγαλοαστό σύζυγο. Οι δύο γυναίκες νοιώθουν από την πρώτη στιγμή έλξη η μία για την άλλη, μια στενή φιλική σχέση ξεκινά, ώσπου η πλούσια, σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από την ασφυκτική της καθημερινότητα, προσκαλεί την άλλη σε ένα ταξίδι με αυτοκίνητο. Εκεί, κάποια στιγμή, θα βρεθούν η μία στην αγκαλιά της άλλης. Και μετά θα αρχίσει το δράμα, καθώς ο σύζυγος, μη μπορώντας να αποδεχτεί την "αφύσικη" σχέση, θα απειλήσει να πάρει μακριά από τη σύζυγο το παιδί της.
Το φιλμ αποφεύγει τις κραυγαλέα δραματικές σκηνές και τις εξάρσεις. Όυτε και τολμηρές ερωτικές σκηνές υπάρχουν. Παραμένει χαμηλότονο, ήσυχο, έχοντας σαν κύριο στόχο να αποτυπώσει τόσο τον έρωτα των γυναικών, όσο και να καταγγείλει τις απαγορεύσεις, τα ταμπού και, τελικά, την ασφυκτική ηθική της εποχής - μέρος των οποίων εξακολουθεί βεβαίως να υπάρχει και σήμερα, σε πολύ μικρότερο βαθμό ωστόσο. Και μάλιστα μιας εποχής της οποίας η επιφάνεια ήταν πραγματικά απαστράπτουσα και το αμερικάνικο όνειρο βρισκόταν στα ύψη και με πολύ λίγες αμφισβητήσεις. Ωστόσο κάτω από την στιλπνή επιφάνεια τα πάθη και οι εξαιρέσεις από τον κανόνα υπήρχαν πάντοτε. Με εικόνες υψηλής αισθητικής, με υπέροχα χρώματα, με λεπτομερέστατη αναπαράσταση των 50ς, με εξαιρετικά σκηνικά και κοστούμια και, κυρίως, με θαυμάσιες ηθοποιίες από την Κέιτ Μπλάνσετ και τη Ρούνι Μάρα, μοιάζει να βρίσκεται πολύ κοντά στο "Far from Heaven" που προαναφέραμε, το οποίο ασχολιόταν με μια ανδρική gay ιστορία της ίδιας εποχής.
Όσο για την αναπόφευκτη - έστω και συνειρμικά - σύγκριση με το "Brokeback Mountain", νομίζω ότι η "Carol" παραμένει πιο χαμηλότονη, αποφεύγοντας το έντονο άγχος της παλιότερης ταινίας περί μη αποκάλυψης του μυστικού, άγχος που μεταδιδόταν και στον θεατή. Έτσι λοιπόν καλείσθε, πέραν της προφανούς καταγγελίας, κυρίως να απολαύσετε μια ατμοσφαιρική και αισθητικά εξαιρετικά στιλάτη ταινία.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 23, 2015
"Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΤΟΥ ΒΟΡΑ" ΚΑΙ ΟΙ ΕΜΜΟΝΕΣ
Το 1973 ο Robert Aldrich (1918-1983) γυρίζει μια ταινία που μέχρι πρότινος αγνοούσα: Το "Emperor of the North" (Ο Αυτοκράτωρ του Βορρά), μια πολύ ενδιαφέρουσα σπουδή πάνω στις ανθρώπινες εμμονές και τις ανταγωνιστικές συνθήκες μέσα σε έναν κλειστό μικρόκοσμο: Αυτόν των τρένων και των οδηγών τους και των περιπλανόμενων άστεγων (των λεγόμενων hobos).
Βρισκόμαστε στη Αμερική της μεγάλης κρίσης, στα 1933 συγκεκριμένα. Πλήθος άστεγων περιπλανιέται από μέρος σε μέρος ψάχνοντας για ένα μεροκάματο κι ένα κομμάτι ψωμί. Αγαπημένος τρόπος μετακίνησης είναι τα τρένα, ατμοκίνητα και πολύ αργά την εποχή εκείνη. Λεφτά για εισιτήριο; Ούτε λόγος βέβαια. Έτσι οι hobos επιβιβάζονται σ' αυτά λαθραία, κρυμμένοι σε αποθήκες, ανάμεσα σε εμπορεύματα ή πιασμένοι κάτω απ' αυτά. Στα περισσότερα. Όχι όμως και στο περιβόητο "τρένο 19", του οποίου ελεγκτής είναι ο θηριώδης και σαδιστής "Shack", ο οποίος δεν διστάζει ακόμα και να σκοτώσει λαθρεπιβάτες. Από την άλλη ο πιο γνωστός, κάτι σαν "άρχοντας" των hobos, είναι ο επιλεγόμενος Number 1, ο οποίος έχει βάλει σκοπό της ζωής του να ταξιδέψει λαθραία στο διαβόητο τρένο δίχως να καταφέρει να τον πετάξει έξω ο Shack. Πολύ γρήγορα η ιστορία θα εξελιχτεί σε μια σχεδόν θανατηφόρα βεντέτα ανάμεσα στους δύο, ενώ στο παιχνίδι μπαίνει και ένας νεαρός, υπερφιλόδοξος hobo, που σκοπό έχει να πάρει την σεβάσμια θέση του Number 1 ανάμεσα στην παναμερικανική κοινότητα των αστέγων, επιτελώντας αυτός τον παραπάνω άθλο. Μόνο που εκείνος ξέρει να παίζει μόνο για πάρτη του...
Στη ραχοκοκαλιά του φιλμ βρίσκεται η βεντέτα - και η παρουσία - των δύο: Έρνεστ Μποργκνάιν και Λι Μάρβιν τα δίνουν όλα σε ένα θανατερό παιχνίδι επικράτησης και prestige. Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι η ταινία δεν μιλά για την κρίση, δεν είναι κοινωνικοπολιτική, δεν ενδιαφέρεται για τα πώς και τα γιατί της εφιαλτικής κατάστασης της χώρας. Επικεντρώνεται σε ένα ατομικό παιχνίδι εξουσίας, που δεν διστάζει να φτάσει μέχρι τα άκρα. Από ένα σημείο και πέρα οι δύο βασικοί ήρωες δρουν παράλογα, αψηφούν κάθε κανόνα και κάθε ασφάλεια. Μοναδικός στόχος η επικράτηση του ενός πάνω στον άλλον, η διατήρηση του γοήτρου. Έτσι φτάνουμε σε μια μελέτη του εγωκεντρισμού, αλλά και των ανθρώπινων εμμονών, που μπορεί να οδηγήσουν στα πιο ακραία όρια.
Εξαιρετικοί οι δύο πρωταγωνιστές, καθώς και ο "τρίτος", ο Κιθ Καραντάιν, ενώ το σασπένς και οι όλο και πιο παράλογες (και συχνά βίαιες) καταστάσεις συνιστούν ένα πολύ ενδιαφέρον φιλμ πάνω στην ανθρώπινη εμμονή, την πάσει θυσία επιδίωξη του γοήτρου και την - σχεδόν - τρέλα. Και βέβαια πρόκειται για μια από τις χαρακτηριστικότερες ταινίες με αληθινούς ήρωες τα ίδια τα τρένα, που μοιάζουν να διασχίζουν αργά ένα ερημικό φυσικό τοπίο και πάνω στα οποία είναι γυρισμένο το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας.
Βρισκόμαστε στη Αμερική της μεγάλης κρίσης, στα 1933 συγκεκριμένα. Πλήθος άστεγων περιπλανιέται από μέρος σε μέρος ψάχνοντας για ένα μεροκάματο κι ένα κομμάτι ψωμί. Αγαπημένος τρόπος μετακίνησης είναι τα τρένα, ατμοκίνητα και πολύ αργά την εποχή εκείνη. Λεφτά για εισιτήριο; Ούτε λόγος βέβαια. Έτσι οι hobos επιβιβάζονται σ' αυτά λαθραία, κρυμμένοι σε αποθήκες, ανάμεσα σε εμπορεύματα ή πιασμένοι κάτω απ' αυτά. Στα περισσότερα. Όχι όμως και στο περιβόητο "τρένο 19", του οποίου ελεγκτής είναι ο θηριώδης και σαδιστής "Shack", ο οποίος δεν διστάζει ακόμα και να σκοτώσει λαθρεπιβάτες. Από την άλλη ο πιο γνωστός, κάτι σαν "άρχοντας" των hobos, είναι ο επιλεγόμενος Number 1, ο οποίος έχει βάλει σκοπό της ζωής του να ταξιδέψει λαθραία στο διαβόητο τρένο δίχως να καταφέρει να τον πετάξει έξω ο Shack. Πολύ γρήγορα η ιστορία θα εξελιχτεί σε μια σχεδόν θανατηφόρα βεντέτα ανάμεσα στους δύο, ενώ στο παιχνίδι μπαίνει και ένας νεαρός, υπερφιλόδοξος hobo, που σκοπό έχει να πάρει την σεβάσμια θέση του Number 1 ανάμεσα στην παναμερικανική κοινότητα των αστέγων, επιτελώντας αυτός τον παραπάνω άθλο. Μόνο που εκείνος ξέρει να παίζει μόνο για πάρτη του...
Στη ραχοκοκαλιά του φιλμ βρίσκεται η βεντέτα - και η παρουσία - των δύο: Έρνεστ Μποργκνάιν και Λι Μάρβιν τα δίνουν όλα σε ένα θανατερό παιχνίδι επικράτησης και prestige. Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι η ταινία δεν μιλά για την κρίση, δεν είναι κοινωνικοπολιτική, δεν ενδιαφέρεται για τα πώς και τα γιατί της εφιαλτικής κατάστασης της χώρας. Επικεντρώνεται σε ένα ατομικό παιχνίδι εξουσίας, που δεν διστάζει να φτάσει μέχρι τα άκρα. Από ένα σημείο και πέρα οι δύο βασικοί ήρωες δρουν παράλογα, αψηφούν κάθε κανόνα και κάθε ασφάλεια. Μοναδικός στόχος η επικράτηση του ενός πάνω στον άλλον, η διατήρηση του γοήτρου. Έτσι φτάνουμε σε μια μελέτη του εγωκεντρισμού, αλλά και των ανθρώπινων εμμονών, που μπορεί να οδηγήσουν στα πιο ακραία όρια.
Εξαιρετικοί οι δύο πρωταγωνιστές, καθώς και ο "τρίτος", ο Κιθ Καραντάιν, ενώ το σασπένς και οι όλο και πιο παράλογες (και συχνά βίαιες) καταστάσεις συνιστούν ένα πολύ ενδιαφέρον φιλμ πάνω στην ανθρώπινη εμμονή, την πάσει θυσία επιδίωξη του γοήτρου και την - σχεδόν - τρέλα. Και βέβαια πρόκειται για μια από τις χαρακτηριστικότερες ταινίες με αληθινούς ήρωες τα ίδια τα τρένα, που μοιάζουν να διασχίζουν αργά ένα ερημικό φυσικό τοπίο και πάνω στα οποία είναι γυρισμένο το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 22, 2015
ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΞΑΙΣΙΑΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ "ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΕΝΙΟ ΚΟΥΜΠΙ"
Ο Patricio Guzman είναι ο μεγάλος χιλιανός ντοκιμαντερίστας που από τη δεκαετία του 70 καταγράφει με τρόπο συγκλονιστικό την ιστορία της πολύπαθης χώρας του. Η αριστουργηματική "Νοσταλγία του Φωτός" του 2010 ήταν ένα πανέμορφο, ποιητικό ντοκιμαντέρ με επίκεντρο την έρημο Ατακάμα της Χιλής, όπου υπάρχει ένα από τα ισχυρότερα τηλεσκόπια του πλανήτη και όπου συναντιούνται αστρονόμοι, αρχαιολόγοι και γυναίκες που ψάχνουν ακόμα τους νεκρούς τους από τη χούντα. Στα χνάρια του υπέροχου αυτού φιλμ βρίσκεται και το "Μαργαριταρένιο Κουμπί" (El Boton de Nacar) του 2015, αποτελώντας ένα είδος συνέχειάς του.
Αυτή τη φορά στο επίκεντρο βρίσκεται ο ωκεανός, το νερό εν γένει. Ο ωκεανός περιζώνει τη Χιλή. Αποτελεί ταυτόχρονα πηγή ζωής, αλλά και καταστροφής. Από εκεί, από υδάτινους δρόμους, ήρθαν τον 18ο αιώνα βρετανοί άποικοι που αφάνισαν τους αυτόχθονες. Και εκεί βρίσκονται τα πτώματα πολιτικών κρατουμένων της αιμοσταγούς χούντας, αφού τα πετούσαν σ' αυτόν για να τα ξεφορτωθούν δίχως να αφήσουν ίχνη. Επίκεντρο της ταινίας είναι αυτή τη φορά η Παταγωνία. Ο Guzman δένει με μαγικό τρόπο (και με off αφήγηση του ίδιου) το κοσμολογικό στοιχείο του νερού, τη συγκλονιστική ιστορία της εξάλειψης των ιθαγενών φυλών (μόλις 20 άτομα απομένουν σήμερα, που μιλάνε ακόμα την παλιά γλώσσα) και της ενσωμάτωσής τους στα δυτικά πρότυπα και την νωπή ακόμα τραυματική εμπειρία της φριχτής δικτατορίας.
Όλα αυτά δίνονται με μια σπάνια ποιητικότητα και έμπνευση και με απίστευτης ομορφιάς εικόνες από την Παταγωνία, που πραγματικά κόβουν την ανάσα. Η κοσμολογία, η παλιότερη ιστορία (ο αποικισμός) και η πολιτική (μόνιμο ενδιαφέρον του σκηνοθέτη) δένουν με έναν ανεπανάληπτο τρόπο που μόνο σ' εκείνον έχω συναντήσει. Γενικά, όπως και η "Νοσταλγία...", καταλάβατε νομίζω ότι η ταινία με ενθουσίασε.
Αν έχετε κάποια προκατάληψη για το ντοκιμαντέρ, σας προτείνω τις δύο αυτές ταινίες για να αλλάξετε γνώμη. Θα διαπιστώσετε ότι το είδος αυτό μπορεί να είναι πανέμορφο, να σε καθηλώνει, να είναι πλημμυρισμένο από σπάνια ποιητικότητα και όχι απλώς από παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες ή φιλμ και συνεντεύξεις. Για μένα ο Guzman είναι ο σημαντικότερος εν ζωή ντοκιμαντερίστας. (Προσοχή: Η γνώμη αυτή μάλλον είναι αυθαίρετη γιατί δεν έχω βαθιές γνώσεις για το είδος. Ίσως να υπάρχουν κι άλλες τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις που αγνοώ). Πάντως συστήνω ανεπιφύλακτα την ταινία. Το τονίζω ξανά: Μην τρομάξετε επειδή πρόκειται για ντοκιμαντέρ.
Αυτή τη φορά στο επίκεντρο βρίσκεται ο ωκεανός, το νερό εν γένει. Ο ωκεανός περιζώνει τη Χιλή. Αποτελεί ταυτόχρονα πηγή ζωής, αλλά και καταστροφής. Από εκεί, από υδάτινους δρόμους, ήρθαν τον 18ο αιώνα βρετανοί άποικοι που αφάνισαν τους αυτόχθονες. Και εκεί βρίσκονται τα πτώματα πολιτικών κρατουμένων της αιμοσταγούς χούντας, αφού τα πετούσαν σ' αυτόν για να τα ξεφορτωθούν δίχως να αφήσουν ίχνη. Επίκεντρο της ταινίας είναι αυτή τη φορά η Παταγωνία. Ο Guzman δένει με μαγικό τρόπο (και με off αφήγηση του ίδιου) το κοσμολογικό στοιχείο του νερού, τη συγκλονιστική ιστορία της εξάλειψης των ιθαγενών φυλών (μόλις 20 άτομα απομένουν σήμερα, που μιλάνε ακόμα την παλιά γλώσσα) και της ενσωμάτωσής τους στα δυτικά πρότυπα και την νωπή ακόμα τραυματική εμπειρία της φριχτής δικτατορίας.
Όλα αυτά δίνονται με μια σπάνια ποιητικότητα και έμπνευση και με απίστευτης ομορφιάς εικόνες από την Παταγωνία, που πραγματικά κόβουν την ανάσα. Η κοσμολογία, η παλιότερη ιστορία (ο αποικισμός) και η πολιτική (μόνιμο ενδιαφέρον του σκηνοθέτη) δένουν με έναν ανεπανάληπτο τρόπο που μόνο σ' εκείνον έχω συναντήσει. Γενικά, όπως και η "Νοσταλγία...", καταλάβατε νομίζω ότι η ταινία με ενθουσίασε.
Αν έχετε κάποια προκατάληψη για το ντοκιμαντέρ, σας προτείνω τις δύο αυτές ταινίες για να αλλάξετε γνώμη. Θα διαπιστώσετε ότι το είδος αυτό μπορεί να είναι πανέμορφο, να σε καθηλώνει, να είναι πλημμυρισμένο από σπάνια ποιητικότητα και όχι απλώς από παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες ή φιλμ και συνεντεύξεις. Για μένα ο Guzman είναι ο σημαντικότερος εν ζωή ντοκιμαντερίστας. (Προσοχή: Η γνώμη αυτή μάλλον είναι αυθαίρετη γιατί δεν έχω βαθιές γνώσεις για το είδος. Ίσως να υπάρχουν κι άλλες τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις που αγνοώ). Πάντως συστήνω ανεπιφύλακτα την ταινία. Το τονίζω ξανά: Μην τρομάξετε επειδή πρόκειται για ντοκιμαντέρ.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 20, 2015
ΚΑΙ ΤΡΙΤΟΣ "ΜΠΑΤΣΟΣ ΤΟΥ ΜΠΕΒΕΡΛΙ ΧΙΛΣ"!
Ο John Landis υπήρξε ένας χαρακτηριστικός σκηνοθέτης του τέλους των 70ς και, κυρίως, των 80ς. Είχε κάνει μάλιστα ένα σερί από συμπαθέστατες ταινίες, ανάμεσα στις οποίες οι "Blues Brothers" και το "Τρελό Θηριοτροφείο". Και κάπου εκεί, γύρω στα 1987, ξαφνικά "το έχασε" και έπεσε σε απόλυτη παρακμή. Με σποραδικές εξαιρέσεις ασχολείται πλέον με την τηλεόραση και την παραγωγή ταινιών.
Ήδη σε παρακμή λοιπόν και μάλλον σε έλλειψη ιδεών, φτιάχνει το 1994 τον "Μπάτσο του Μπέβερλι Χιλς Νο 3", προσπαθώντας να αναβιώσει την επιτυχία και του Έντι Μέρφι, που κι αυτή είχε αρχίσει να παίρνει την κατιούσα. Και μόνο αυτό το Νο 3 δείχνει, νομίζω, την κατάσταση.
Αυτή τη φορά ο επίμονος, φασαριόζος και μάλλον ενοχλητικός μπάτσος ξαναπάει από το Ντιτρόιτ στο Μπέβερλι Χιλς και βρίσκεται στα ίχνη μιας αδίστακτης συμμορίας που κρύβεται πίσω από τη βιτρίνα ενός μεγάλου λούνα παρκ - θεματικού παιδότοπου. Τέλειο καμουφλάζ αθωότητας για βρώμικες δουλειές... Αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι σοβαρότερα από τα προηγούμενα "επεισόδια", αφού ένα από τα πρώτα θύματα θα είναι ο ίδιος ο προϊστάμενος του ήρωά μας. Μπαίνει και το στοιχείο του έρωτα, κι έτσι όλα γίνονται πιο προσωπικά από ποτέ και, φυσικά, όλα γίνονται άνω - κάτω, πάντα με πρωτοβουλία του Άξελ, που αψηφά επιδεικτικά τις εντολές των ανωτέρων του. Αλήθεια, πριν θριαμβεύσει και δικαιωθεί στο τέλος, έχει κανείς αναρωτηθεί πόσο κακό έχει προκαλέσει αυτός ο μπάτσος με τις συνεχείς "πρωτοβουλίες" του;
Στην τρίτη αυτή συνέχεια το χιούμορ, παραδόξως, είναι μειωμένο και το βάρος πέφτει στη δράση και στην ίντριγκα. Αυτό για πολλούς είναι κακό, ωστόσο, επειδή προσωπικά αντιπαθώ την εντιμερφική πλάκα, για μένα ήταν μάλλον θετικό στοιχείο. Κατά τα άλλα πολλά μη πιστευτά συμβαίνουν, αρκετό ξύλο πέφτει, οι κακοί είναι πάντοτε πολύ κακοί και το τέλος, ό,τι και να συμβεί στο μεταξύ, απόλυτα προβλέψιμο. Ως εκ τούτου δείτε το φιλμ μόνο αν δεν έχετε τίποτα καλύτερο να κάνετε και πλήττετε αφόρητα.
Θα ξαναπώ όμως ότι προσωπικά, αν και σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται για κάτι στοιχειωδώς αξιόλογο, το βρήκα κάπως προτιμότερο από τη δεύτερη συνέχεια του Tony Scott. Καθαρά προσωπική γνώμη βεβαίως. Μη σας πάρω και στο λαιμό μου...
Ήδη σε παρακμή λοιπόν και μάλλον σε έλλειψη ιδεών, φτιάχνει το 1994 τον "Μπάτσο του Μπέβερλι Χιλς Νο 3", προσπαθώντας να αναβιώσει την επιτυχία και του Έντι Μέρφι, που κι αυτή είχε αρχίσει να παίρνει την κατιούσα. Και μόνο αυτό το Νο 3 δείχνει, νομίζω, την κατάσταση.
Αυτή τη φορά ο επίμονος, φασαριόζος και μάλλον ενοχλητικός μπάτσος ξαναπάει από το Ντιτρόιτ στο Μπέβερλι Χιλς και βρίσκεται στα ίχνη μιας αδίστακτης συμμορίας που κρύβεται πίσω από τη βιτρίνα ενός μεγάλου λούνα παρκ - θεματικού παιδότοπου. Τέλειο καμουφλάζ αθωότητας για βρώμικες δουλειές... Αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι σοβαρότερα από τα προηγούμενα "επεισόδια", αφού ένα από τα πρώτα θύματα θα είναι ο ίδιος ο προϊστάμενος του ήρωά μας. Μπαίνει και το στοιχείο του έρωτα, κι έτσι όλα γίνονται πιο προσωπικά από ποτέ και, φυσικά, όλα γίνονται άνω - κάτω, πάντα με πρωτοβουλία του Άξελ, που αψηφά επιδεικτικά τις εντολές των ανωτέρων του. Αλήθεια, πριν θριαμβεύσει και δικαιωθεί στο τέλος, έχει κανείς αναρωτηθεί πόσο κακό έχει προκαλέσει αυτός ο μπάτσος με τις συνεχείς "πρωτοβουλίες" του;
Στην τρίτη αυτή συνέχεια το χιούμορ, παραδόξως, είναι μειωμένο και το βάρος πέφτει στη δράση και στην ίντριγκα. Αυτό για πολλούς είναι κακό, ωστόσο, επειδή προσωπικά αντιπαθώ την εντιμερφική πλάκα, για μένα ήταν μάλλον θετικό στοιχείο. Κατά τα άλλα πολλά μη πιστευτά συμβαίνουν, αρκετό ξύλο πέφτει, οι κακοί είναι πάντοτε πολύ κακοί και το τέλος, ό,τι και να συμβεί στο μεταξύ, απόλυτα προβλέψιμο. Ως εκ τούτου δείτε το φιλμ μόνο αν δεν έχετε τίποτα καλύτερο να κάνετε και πλήττετε αφόρητα.
Θα ξαναπώ όμως ότι προσωπικά, αν και σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται για κάτι στοιχειωδώς αξιόλογο, το βρήκα κάπως προτιμότερο από τη δεύτερη συνέχεια του Tony Scott. Καθαρά προσωπική γνώμη βεβαίως. Μη σας πάρω και στο λαιμό μου...
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 18, 2015
Η "ΓΕΦΥΡΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΟΠΩΝ" ΚΑΙ Ο "ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΣ" ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ
Ναι, ο Steven Spielberg παραμένει ένας "κλασικός" χολιγουντιανός σκηνοθέτης, διατηρώντας τη μακρά παράδοση του "τακτοποιημένου" και "για όλους" αμερικάνικου σινεμά. "Η Γέφυρα των Κατασκόπων" του 2015 το αποδεικνύει περίτρανα. Λίγα για την υπόθεση και μετά συζητάμε τα υπέρ και τα κατά των παραπάνω ισχυρισμών μου.
Η ιστορία βασίζεται (χαλαρά) σε αληθινά γεγονότα: Στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου και της υστερικής κομουνιστοφοβίας στις ΗΠΑ, στα 1957, συλλαμβάνεται σοβιετικός κατάσκοπος στη χώρα. Ένας πετυχημένος δικηγόρος επιστρατεύεται από την πολιτεία να τον υπερασπιστεί στη δίκη. Βλέπετε, η Αμερική πρέπει να δείξει άψογο πρόσωπο και να τηρήσει απόλυτα τις δημοκρατικές διαδικασίες. Η ιστορία γίνεται πρωτοσέλιδο. Ο Άμπελ, ο κατάσκοπος, γίνεται το πιο μισητό πρόσωπο στη χώρα και ο συνήγορός του, ο οποίος επιμένει να τηρήσει άψογα το νόμο, το δεύτερο πιο μισητό πρόσωπο μετά απ' αυτόν. Η δίκη τελείώνει - πρόκειται για χαμένη υπόθεση - αλλά ο δικηγόρος καταφέρνει να γλυτώσει τον ακούσιο πελάτη του από τη θανατική ποινή και να τον κάνει να "τη γλυτώσει" με ισόβια.Τρία χρόνια μετά η κυβέρνηση αναγκάζεται να ανταλλάξει τον σοβιετικό με έναν αμερικάο πιλότο κατασκοπευτικού αεροπλάνου που έχει συλληφθεί στη Ρωσία. Ο δικηγόρος στέλνεται στο Ανατολικό Βερολίνο για να διαπραγματευτεί και το πραγματικό θρίλερ αρχίζει.
Δικαστικό δράμα αρχικά, η ταινία μετατρέπεται σύντομα σε ψυχολογικό θρίλερ χαρακτήρων (προσοχή: μην περιμένετε πολλή δράση και περιπέτεια, είναι η αγχωτική ατμόσφαιρα και οι ψυχολογίες των χαρακτήρων όπου πέφτει το βάρος). Ας το πούμε λοιπόν από την αρχή: Ούτε κάτι πρωτότυπο ή πειραματικό υπάρχει ούτε καμιά συγκλονιστική ιδεολογική ή άλλη ανατροπή. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ο Spielberg κάνει μια ακόμα "αγιογραφία", κάνοντας πραγματικό ήρωα τον πρωταγωνιστή του Τομ Χανκς, ο οποίος με την ευφυία, την αυτοθυσία (είπαμε ότι γίνεται μισητός στη χώρα του και καταστρέφει κάθε αρμονία στους κόλπους της οικογένειάς του), αλλά κυρίως με την προσήλωση στο νόμο και τη δικαιοσύνη (το αναφαίρετο δικαίωμα να έχει υπεράσπιση ακόμα και ο εχθρός), γίνεται ο υπέρτατος ήρωας, ο τέλειος χαρακτήρας. Προφανώς τα πράγματα δεν έγιναν έτσι στην πραγματικότητα και τέτοιοι ακέραιοι και συγχρόνως ικανότατοι άνθρωποι μάλλον δεν υπάρχουν. Αυτό είναι δεδομένο. Όπως δεδομένος είναι ο διαχωρισμός της καλής δυτικής δημοκρατίας και του κακού κομουνισμού. Αυτά καλό είναι να τα γνωρίζετε από την αρχή για να μην εκνευριστείτε. Όμως, διάβολε, είναι τέτοια η αφηγηματική δεινότητα, τέτοια η άψογη (με τον κλασικό, "πεπατημένο" αν θέλετε τρόπο του χολιγουντιανού αφηγηματικού σινεμα) δημιουργία ατμόσφαιρας, τέτοιες οι συγκρούσεις - συχνά συναισθηματικές - που δημιουργούνται, ώστε τελικά απόλαυσα κάθε λεπτό του φιλμ. Πρόκειται νομίζω για τη δύναμη του "κλασικού μοντέλου".
Από αυτή την άποψη το συνιστώ. Παρά τις όποιες πιθανές ιδεολογικές διαφωνίες.
ΥΓ: Εντάξει, μια κάποια κριτική και στο αμερικάνικο μοντέλο γίνεται, καθώς πολλοί υψηλά ιστάμενοι είναι πρόθυμοι να "σταυρώσουν" δίχως αναστολές και καταπατώντας τις διαδικασίες τον μισητό κομουνιστή. Σιγά μην υπάρχει και γι' αυτούς ισότητα...
Η ιστορία βασίζεται (χαλαρά) σε αληθινά γεγονότα: Στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου και της υστερικής κομουνιστοφοβίας στις ΗΠΑ, στα 1957, συλλαμβάνεται σοβιετικός κατάσκοπος στη χώρα. Ένας πετυχημένος δικηγόρος επιστρατεύεται από την πολιτεία να τον υπερασπιστεί στη δίκη. Βλέπετε, η Αμερική πρέπει να δείξει άψογο πρόσωπο και να τηρήσει απόλυτα τις δημοκρατικές διαδικασίες. Η ιστορία γίνεται πρωτοσέλιδο. Ο Άμπελ, ο κατάσκοπος, γίνεται το πιο μισητό πρόσωπο στη χώρα και ο συνήγορός του, ο οποίος επιμένει να τηρήσει άψογα το νόμο, το δεύτερο πιο μισητό πρόσωπο μετά απ' αυτόν. Η δίκη τελείώνει - πρόκειται για χαμένη υπόθεση - αλλά ο δικηγόρος καταφέρνει να γλυτώσει τον ακούσιο πελάτη του από τη θανατική ποινή και να τον κάνει να "τη γλυτώσει" με ισόβια.Τρία χρόνια μετά η κυβέρνηση αναγκάζεται να ανταλλάξει τον σοβιετικό με έναν αμερικάο πιλότο κατασκοπευτικού αεροπλάνου που έχει συλληφθεί στη Ρωσία. Ο δικηγόρος στέλνεται στο Ανατολικό Βερολίνο για να διαπραγματευτεί και το πραγματικό θρίλερ αρχίζει.
Δικαστικό δράμα αρχικά, η ταινία μετατρέπεται σύντομα σε ψυχολογικό θρίλερ χαρακτήρων (προσοχή: μην περιμένετε πολλή δράση και περιπέτεια, είναι η αγχωτική ατμόσφαιρα και οι ψυχολογίες των χαρακτήρων όπου πέφτει το βάρος). Ας το πούμε λοιπόν από την αρχή: Ούτε κάτι πρωτότυπο ή πειραματικό υπάρχει ούτε καμιά συγκλονιστική ιδεολογική ή άλλη ανατροπή. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ο Spielberg κάνει μια ακόμα "αγιογραφία", κάνοντας πραγματικό ήρωα τον πρωταγωνιστή του Τομ Χανκς, ο οποίος με την ευφυία, την αυτοθυσία (είπαμε ότι γίνεται μισητός στη χώρα του και καταστρέφει κάθε αρμονία στους κόλπους της οικογένειάς του), αλλά κυρίως με την προσήλωση στο νόμο και τη δικαιοσύνη (το αναφαίρετο δικαίωμα να έχει υπεράσπιση ακόμα και ο εχθρός), γίνεται ο υπέρτατος ήρωας, ο τέλειος χαρακτήρας. Προφανώς τα πράγματα δεν έγιναν έτσι στην πραγματικότητα και τέτοιοι ακέραιοι και συγχρόνως ικανότατοι άνθρωποι μάλλον δεν υπάρχουν. Αυτό είναι δεδομένο. Όπως δεδομένος είναι ο διαχωρισμός της καλής δυτικής δημοκρατίας και του κακού κομουνισμού. Αυτά καλό είναι να τα γνωρίζετε από την αρχή για να μην εκνευριστείτε. Όμως, διάβολε, είναι τέτοια η αφηγηματική δεινότητα, τέτοια η άψογη (με τον κλασικό, "πεπατημένο" αν θέλετε τρόπο του χολιγουντιανού αφηγηματικού σινεμα) δημιουργία ατμόσφαιρας, τέτοιες οι συγκρούσεις - συχνά συναισθηματικές - που δημιουργούνται, ώστε τελικά απόλαυσα κάθε λεπτό του φιλμ. Πρόκειται νομίζω για τη δύναμη του "κλασικού μοντέλου".
Από αυτή την άποψη το συνιστώ. Παρά τις όποιες πιθανές ιδεολογικές διαφωνίες.
ΥΓ: Εντάξει, μια κάποια κριτική και στο αμερικάνικο μοντέλο γίνεται, καθώς πολλοί υψηλά ιστάμενοι είναι πρόθυμοι να "σταυρώσουν" δίχως αναστολές και καταπατώντας τις διαδικασίες τον μισητό κομουνιστή. Σιγά μην υπάρχει και γι' αυτούς ισότητα...
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 16, 2015
Ο ΦΕΛΙΝΙ, ΤΑ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ ΚΑΙ Η ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ "SWEET CHARITY"
Βρισκόμαστε στα 1969. Ο Bob Fosse (1927-1987) είναι ήδη από τη δεκαετία του 50 ένας πασίγνωστος και πολυβραβευμένος θεατρικός σκηνοθέτης μιούζικαλ (το ίνδαλμά του είναι ο Φρεντ Αστέρ). Τη χρονιά αυτή αποφασίζει να ασχοληθεί και με το σινεμά. Το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη θα γίνει με τη μεταφορά μιας δικής του μεγάλης θεατρικής επιτυχίας, του "Sweet Charity". Και δείχνει από αυτή την πρώτη φορά ότι είναι ένας εξ ίσου ικανός κινηματογραφικός σκηνοθέτης.
Η πλοκή της ταινίας (και του παλιότερου θεατρικού βεβαίως) βασίζονται στις "Νύχτες της Καμπίρια" του Φελίνι. Και εδώ παρακολουθούμε τις άλλοτε τρυφερές και αστείες και άλλοτε τραγικές και συγκινητικές ερωτικές ιστορίες μιας καλόκαρδης και μονίμως αισιόδοξης πόρνης (εδώ είναι "πριβέ χορεύτρια" σε καμπαρέ, αλλά συχνά...), μεταφερμένες βεβαίως στις ΗΠΑ.Όπως η Καμπίρια της κλασικής ταινίας, έτσι και η Τσάριτι είναι γλυκειά, μάλλον λιγάκι αφελής, συναισθηματική, ρομαντική και ξέρει να συγχωρεί. Πάνω απ' όλα όμως είναι αισιόδοξη. Περιμένει ένα καλύτερο μέλλον, πιστεύει ότι κάποια στιγμή θα ξεφύγει από την τρύπα που δουλεύει, από το όχι και τόσο αξιοπρεπές επάγγελμά της. Ότι θα βρει τον άντρα της ζωής της, θα έχει επιτέλους μια κανονική ζωή. Στο μεταξύ όμως, πάντα με την ελπίδα, ο χρόνος κυλά αμείλικτος... Οι συνάδελφοι και φίλες της συμμερίζονται τα αισθήματά και τα όνειρά της, ίσως όμως είναι λίγο πιο προσγειωμένες.
Το φιλμ μεταλλάσσεται από αστείο σε τραγικό, από γλυκό σε πικρό και, σε κάποια σημεία, γίνεται αληθινά συγκινητικό. Ακόμα και στο τέλος πάντως, μέσα στην τραγικότητα, αφήνει και πάλι να διαφανεί η ελπίδα. Αυτό άλλωστε είναι και το μήνυμά του, το σήμα κατατεθέν της Τσάριτι (και της Καμπίρια βεβαίως). Όλα αυτά όμως, που πιθανόν ακούγονται και κάπως "ξενέρωτα" σε κάποιους, έχουν μικρότερη σημασία από την κινηματογραφική γραφή. Ας μη ξεχνάμε ότι πάνω απ' όλα πρόκειται για μιούζικαλ, από τα πλέον διάσημα μάλιστα, με μερικά πολύ γνωστά τραγούδια. Γι' αυτό ο Fosse βρίσκεται στο στοιχείο του. Η πινελιά και το στιλ των 60ς υπάρχει έντονη και είναι εύκολα ορατή και για πολλούς νοσταλγική - προσέξτε και τους χίπις στο τέλος του φιλμ. Μερικά από τα χορευτικά / τραγουδιστικά νούμερα είναι πανέμορφα, σέξι και υπέροχα χορογραφημένα και φέρουν τη σφραγίδα του δημιουργού τους. Στην εποχή τους ήταν μοντέρνα. Κυρίως γι' αυτά, νομίζω, αξίζει η ταινία. Και για τη Σίρλεϊ ΜακΛέιν, τη γλυκειά και τραγική συγχρόνως.
Αν είστε φαν των μιούζικαλ δείτε το οπωσδήποτε - έστω κι αν βαριέστε τις "αισθηματικές" ταινίες. Δεν είναι από αυτά των 30ς και 40ς, αλλά της "νέας γενιάς". Και είναι και Fosse. Κι αυτό αυξάνει σίγουρα το ενδιαφερον.
Η πλοκή της ταινίας (και του παλιότερου θεατρικού βεβαίως) βασίζονται στις "Νύχτες της Καμπίρια" του Φελίνι. Και εδώ παρακολουθούμε τις άλλοτε τρυφερές και αστείες και άλλοτε τραγικές και συγκινητικές ερωτικές ιστορίες μιας καλόκαρδης και μονίμως αισιόδοξης πόρνης (εδώ είναι "πριβέ χορεύτρια" σε καμπαρέ, αλλά συχνά...), μεταφερμένες βεβαίως στις ΗΠΑ.Όπως η Καμπίρια της κλασικής ταινίας, έτσι και η Τσάριτι είναι γλυκειά, μάλλον λιγάκι αφελής, συναισθηματική, ρομαντική και ξέρει να συγχωρεί. Πάνω απ' όλα όμως είναι αισιόδοξη. Περιμένει ένα καλύτερο μέλλον, πιστεύει ότι κάποια στιγμή θα ξεφύγει από την τρύπα που δουλεύει, από το όχι και τόσο αξιοπρεπές επάγγελμά της. Ότι θα βρει τον άντρα της ζωής της, θα έχει επιτέλους μια κανονική ζωή. Στο μεταξύ όμως, πάντα με την ελπίδα, ο χρόνος κυλά αμείλικτος... Οι συνάδελφοι και φίλες της συμμερίζονται τα αισθήματά και τα όνειρά της, ίσως όμως είναι λίγο πιο προσγειωμένες.
Το φιλμ μεταλλάσσεται από αστείο σε τραγικό, από γλυκό σε πικρό και, σε κάποια σημεία, γίνεται αληθινά συγκινητικό. Ακόμα και στο τέλος πάντως, μέσα στην τραγικότητα, αφήνει και πάλι να διαφανεί η ελπίδα. Αυτό άλλωστε είναι και το μήνυμά του, το σήμα κατατεθέν της Τσάριτι (και της Καμπίρια βεβαίως). Όλα αυτά όμως, που πιθανόν ακούγονται και κάπως "ξενέρωτα" σε κάποιους, έχουν μικρότερη σημασία από την κινηματογραφική γραφή. Ας μη ξεχνάμε ότι πάνω απ' όλα πρόκειται για μιούζικαλ, από τα πλέον διάσημα μάλιστα, με μερικά πολύ γνωστά τραγούδια. Γι' αυτό ο Fosse βρίσκεται στο στοιχείο του. Η πινελιά και το στιλ των 60ς υπάρχει έντονη και είναι εύκολα ορατή και για πολλούς νοσταλγική - προσέξτε και τους χίπις στο τέλος του φιλμ. Μερικά από τα χορευτικά / τραγουδιστικά νούμερα είναι πανέμορφα, σέξι και υπέροχα χορογραφημένα και φέρουν τη σφραγίδα του δημιουργού τους. Στην εποχή τους ήταν μοντέρνα. Κυρίως γι' αυτά, νομίζω, αξίζει η ταινία. Και για τη Σίρλεϊ ΜακΛέιν, τη γλυκειά και τραγική συγχρόνως.
Αν είστε φαν των μιούζικαλ δείτε το οπωσδήποτε - έστω κι αν βαριέστε τις "αισθηματικές" ταινίες. Δεν είναι από αυτά των 30ς και 40ς, αλλά της "νέας γενιάς". Και είναι και Fosse. Κι αυτό αυξάνει σίγουρα το ενδιαφερον.
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 10, 2015
ΤΟ "AMERICAN GUN" ΚΑΙ ΟΙ ΟΔΥΝΗΡΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΟΠΛΟΚΑΤΟΧΗΣ
Η εμμονή των Ηνωμένων Πολιτειών με την ελεύθερη πώληση και κατοχή όπλων αποτελεί βεβαίως μόνιμο θέμα συζήτησης (και οργής για πολλούς, ευτυχώς). Το 2005 ο παντελώς άγνωστος Aric Avelino (ο οποίος από τότε δεν γύρισε κάτι άλλο) κάνει το "American Gun". Άγνωστος μεν, αλλά η ταινία διαθέτει καστ που περιλαμβάνει τον Ντόναλντ Σάντερλαντ, την Μάρσια Γκέι Χάρντεν και τον Φόρεστ Γουαϊτέκερ!
Πρόκειται για ένα "βαρύ" δράμα. Μια αναίτια και παράλογη σφαγή σε σχολείο (που θυμίζει έντονα το Columbine) έχει συμβεί. Το φιλμ δεν εξετάζει τα αίτια και το πώς έγινε η σφαγή. Αντίθετα ασχολείται με τις οδυνηρές επιπτώσεις της στις ζωές μιας ομάδας ετερόκλητων ανθρώπων πολύ λίγα χρόνια μετά. Στην ομάδα αυτή (μερικοί δεν γνωρίζονται καν μεταξύ τους) περιλαμβάνονται η μητέρα και ο μικρός αδελφός ενός από τους δολοφόνους, ένας γυμνασιάρχης που προσπαθεί να αποτρέψει τους μαθητές του από το να κουβαλούν όπλα, ένας αστυνομικός - μάρτυρας της σφαγής και άλλοι. Οι ιστορίες τους μερικές φορές διαπλέκονται. Αυτό που δείχνεται όμως είναι ότι το τραγικό γεγονός τους έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια με πολλούς τρόπους.
Οι ηθοποιίες είναι πολύ καλές, το δράμα λειτουργεί και η ιδέα να μην δειχτεί το γεγονός αλλά οι εφιαλτικές επιπτώσεις του είναι έξυπνη. Από την άλλη στηλιτεύεται ο κοινωνικός ρατσισμός και οι επιπτώσεις ακόμα και σε παντελώς αθώους, που έτυχε να έχουν κάποια σχέση με τους παράλογους δολοφόνους, αλλά και τα αδηφάγα media που δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα. Έτσι οι προθέσεις της ταινίας είναι για μένα απόλυτα θετικές.
Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε ένα πολύ βαρύ δράμα, απ' αυτά που συχνά φτιάχνουν οι αμερικάνοι. Φυσικά πολλοί μπορεί να προβληματιστούν για το αμερικάνικο φαινόμενο της οπλοκατοχής και τις τραγικές του επιπτώσεις, ωστόσο για μένα τουλάχιστον είναι ένα θέμα πάνω στο οποίο έχω ξεκάθαρη άποψη και δεν χρειάζεται να δω κάτι τέτοιο για να σκεφτώ πάνω σ' αυτό. Πάντως η προσπάθεια είναι μάλλον καλή. Αν βεβαίως σας αρέσουν τα μαύρα δράματα (ναι, τις κόβεις λίγο τις φλέβες σου με τις απελπισμένες καταστάσεις που παρακολουθείς, αλλά κάπως έτσι είναι τα πράγματα...)
Πρόκειται για ένα "βαρύ" δράμα. Μια αναίτια και παράλογη σφαγή σε σχολείο (που θυμίζει έντονα το Columbine) έχει συμβεί. Το φιλμ δεν εξετάζει τα αίτια και το πώς έγινε η σφαγή. Αντίθετα ασχολείται με τις οδυνηρές επιπτώσεις της στις ζωές μιας ομάδας ετερόκλητων ανθρώπων πολύ λίγα χρόνια μετά. Στην ομάδα αυτή (μερικοί δεν γνωρίζονται καν μεταξύ τους) περιλαμβάνονται η μητέρα και ο μικρός αδελφός ενός από τους δολοφόνους, ένας γυμνασιάρχης που προσπαθεί να αποτρέψει τους μαθητές του από το να κουβαλούν όπλα, ένας αστυνομικός - μάρτυρας της σφαγής και άλλοι. Οι ιστορίες τους μερικές φορές διαπλέκονται. Αυτό που δείχνεται όμως είναι ότι το τραγικό γεγονός τους έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια με πολλούς τρόπους.
Οι ηθοποιίες είναι πολύ καλές, το δράμα λειτουργεί και η ιδέα να μην δειχτεί το γεγονός αλλά οι εφιαλτικές επιπτώσεις του είναι έξυπνη. Από την άλλη στηλιτεύεται ο κοινωνικός ρατσισμός και οι επιπτώσεις ακόμα και σε παντελώς αθώους, που έτυχε να έχουν κάποια σχέση με τους παράλογους δολοφόνους, αλλά και τα αδηφάγα media που δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα. Έτσι οι προθέσεις της ταινίας είναι για μένα απόλυτα θετικές.
Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε ένα πολύ βαρύ δράμα, απ' αυτά που συχνά φτιάχνουν οι αμερικάνοι. Φυσικά πολλοί μπορεί να προβληματιστούν για το αμερικάνικο φαινόμενο της οπλοκατοχής και τις τραγικές του επιπτώσεις, ωστόσο για μένα τουλάχιστον είναι ένα θέμα πάνω στο οποίο έχω ξεκάθαρη άποψη και δεν χρειάζεται να δω κάτι τέτοιο για να σκεφτώ πάνω σ' αυτό. Πάντως η προσπάθεια είναι μάλλον καλή. Αν βεβαίως σας αρέσουν τα μαύρα δράματα (ναι, τις κόβεις λίγο τις φλέβες σου με τις απελπισμένες καταστάσεις που παρακολουθείς, αλλά κάπως έτσι είναι τα πράγματα...)
Τρίτη, Δεκεμβρίου 08, 2015
Ο "DHEEPAN" ΚΑΙ Ο ΔΥΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
Ο Jacques Audiard είναι από τους σημαντικούς σύγχρονους γάλλους δημιουργούς. Νομίζω ότι ο "Dheepan" ("Dheepan: Ο Άνθρωπος Χωρίς Πατρίδα" στα ελληνικά) του 2015 το επιβεβαιώνει. Όχι μόνο φυσικά επειδή είναι επίκαιρο λόγω προσφύγων, αλλά κυρίως επειδή πρόκειται για πολύ δυνατή ταινία.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι από τη Σρι Λάνκα, μια ακόμα χώρα που βρίσκεται σε εμφύλιο, και πολεμ΄στις τάξεις των ανταρτών "Τίγρεις Ταμίλ". Όταν δεν αντέχει άλλο την κόλαση στην πατρίδα του καταφεύγει σε στρατόπεδο προσφύγων του ΟΗΕ, συναντά μια άγνωστη νεαρή γυναίκα και ένα εξ ίσου άγνωστο κοριτσάκι και οι τρεις τους παριστάνουν την οικογένεια. Τελικά καταφέρνουν να φτάσουν στη Γαλλία, εγκαθίστανται σε υποβαθμισμένο προάστιο του Παρισιού και ο Ντιπάν γίνεται επιστάτης σε μια τεράστια, μάλλον εξαθλιωμένη πολυκατοικία. Εκεί θα έρθει αντιμέτωπος με τη βία των ντόπιων συμμοριών που λυμαίνονται την περιοχή, αλλά και με το παρελθόν του που τόσο έχει πασχίσει να ξεπεράσει.
Η ταινία κατ' αρχήν είναι ρεαλιστική, θυμίζει μάλιστα κάπου το ντοκιμαντερίστικο κλίμα των Νταρντέν. Σιγά - σιγά όμως γίνεται πιο παράξενη και καταλήγει σε ένα μάλλον απρόσμενο πολύ δυνατό (και βίαιο) φινάλε. Το φιλμ παρακολουθεί τόσο τη δική του καθημερινότητα όσο και της κοπέλας που παριστάνει τη σύζυγο. Ο πρωταγωνιστής στον νέο κόσμο - παράδεισο γι' αυτόν - όπου φτάνει, έχει κατ' αρχήν να αντιμετωπίσει την κατάσταση και τις εντάσεις στο ίδιο του το σπίτι, όπου είναι υποχρεωμένος να μένει με δύο άγνωστες, παριστάνοντας την οικογένεια. Απο εκεί και πέρα υπάρχει η βία του περιβάλλοντος (οι συμμορίες, η φτώχεια) που προαναφέραμε. Έτσι το τελικό ξέσπασμα είναι κατά κάποιον τρόπο αναμενόμενο. Κι έτσι κι εμείς αναρωτιόμαστε αν ο δικός μας, ο δυτικός κόσμος, διαφερει στην ουσία από τον άγριο τριτοκοσμικό. Το ενδιαφέρον για μένα όμως βρίσκεται ακριβώς εδώ: Σύμφωνοι, η ουσία και η δομή της δύσης είναι παρόμοια με τις πιο άγριες καταστάσεις "εκεί έξω", ωστόσο ο Audiard δεν παρασύρεται από ένα τυφλό "αντιδυτικισμό" (συγχωρείστε με για την μάλλον αδόκιμη λέξη). Αντίθετα η ταινία διαθέτει και την διάσταση που δείχνει ότι παρά τη σκληρότητα και τις δυσκολίες, ο κόσμος αυτός δοαθέτει γοητευτικά στοιχεία για τους πρώην εξαθλιωμένους μετανάστες (ο μισθός, ο μη πόλεμος, το σχολείο του μικρού κοριτσιού κλπ.). Για πολλούς από εμάς η ζωή των τριών στο άθλιο και υποβιβασμένο προάστιο φαίνεται εφιαλτική. Γι' αυτούς όμως σε αρκετά σημεία είναι καλύτερη απ' ό,τι άφησαν πίσω τους. Με τον τρόπο αυτόν το φιλμ γίνεται πολυδιάστατο. Ναι, η δύση είναι "κακιά" και πολύ απέχει από τον παράδεισο που οι καταtρεγμένοι ονειρεύονται, κι όμως παραμένει κάτι καλύτερο από την εκεί κόλαση... ϊσως αυτό να εξηγεί και την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη χώρα μας.
Θα επαναλάβω ότι, πέραν των αναλύσεων, πρόκειται κατά τη γνώμη μου για πολύ δυνατή ταινία, η οποία, ως γνωστόν, κέρδισε το μεγάλο βραβείο στις Κάννες.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι από τη Σρι Λάνκα, μια ακόμα χώρα που βρίσκεται σε εμφύλιο, και πολεμ΄στις τάξεις των ανταρτών "Τίγρεις Ταμίλ". Όταν δεν αντέχει άλλο την κόλαση στην πατρίδα του καταφεύγει σε στρατόπεδο προσφύγων του ΟΗΕ, συναντά μια άγνωστη νεαρή γυναίκα και ένα εξ ίσου άγνωστο κοριτσάκι και οι τρεις τους παριστάνουν την οικογένεια. Τελικά καταφέρνουν να φτάσουν στη Γαλλία, εγκαθίστανται σε υποβαθμισμένο προάστιο του Παρισιού και ο Ντιπάν γίνεται επιστάτης σε μια τεράστια, μάλλον εξαθλιωμένη πολυκατοικία. Εκεί θα έρθει αντιμέτωπος με τη βία των ντόπιων συμμοριών που λυμαίνονται την περιοχή, αλλά και με το παρελθόν του που τόσο έχει πασχίσει να ξεπεράσει.
Η ταινία κατ' αρχήν είναι ρεαλιστική, θυμίζει μάλιστα κάπου το ντοκιμαντερίστικο κλίμα των Νταρντέν. Σιγά - σιγά όμως γίνεται πιο παράξενη και καταλήγει σε ένα μάλλον απρόσμενο πολύ δυνατό (και βίαιο) φινάλε. Το φιλμ παρακολουθεί τόσο τη δική του καθημερινότητα όσο και της κοπέλας που παριστάνει τη σύζυγο. Ο πρωταγωνιστής στον νέο κόσμο - παράδεισο γι' αυτόν - όπου φτάνει, έχει κατ' αρχήν να αντιμετωπίσει την κατάσταση και τις εντάσεις στο ίδιο του το σπίτι, όπου είναι υποχρεωμένος να μένει με δύο άγνωστες, παριστάνοντας την οικογένεια. Απο εκεί και πέρα υπάρχει η βία του περιβάλλοντος (οι συμμορίες, η φτώχεια) που προαναφέραμε. Έτσι το τελικό ξέσπασμα είναι κατά κάποιον τρόπο αναμενόμενο. Κι έτσι κι εμείς αναρωτιόμαστε αν ο δικός μας, ο δυτικός κόσμος, διαφερει στην ουσία από τον άγριο τριτοκοσμικό. Το ενδιαφέρον για μένα όμως βρίσκεται ακριβώς εδώ: Σύμφωνοι, η ουσία και η δομή της δύσης είναι παρόμοια με τις πιο άγριες καταστάσεις "εκεί έξω", ωστόσο ο Audiard δεν παρασύρεται από ένα τυφλό "αντιδυτικισμό" (συγχωρείστε με για την μάλλον αδόκιμη λέξη). Αντίθετα η ταινία διαθέτει και την διάσταση που δείχνει ότι παρά τη σκληρότητα και τις δυσκολίες, ο κόσμος αυτός δοαθέτει γοητευτικά στοιχεία για τους πρώην εξαθλιωμένους μετανάστες (ο μισθός, ο μη πόλεμος, το σχολείο του μικρού κοριτσιού κλπ.). Για πολλούς από εμάς η ζωή των τριών στο άθλιο και υποβιβασμένο προάστιο φαίνεται εφιαλτική. Γι' αυτούς όμως σε αρκετά σημεία είναι καλύτερη απ' ό,τι άφησαν πίσω τους. Με τον τρόπο αυτόν το φιλμ γίνεται πολυδιάστατο. Ναι, η δύση είναι "κακιά" και πολύ απέχει από τον παράδεισο που οι καταtρεγμένοι ονειρεύονται, κι όμως παραμένει κάτι καλύτερο από την εκεί κόλαση... ϊσως αυτό να εξηγεί και την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη χώρα μας.
Θα επαναλάβω ότι, πέραν των αναλύσεων, πρόκειται κατά τη γνώμη μου για πολύ δυνατή ταινία, η οποία, ως γνωστόν, κέρδισε το μεγάλο βραβείο στις Κάννες.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 06, 2015
ΣΑΤΙΡΙΚΟ - ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟ - "CHEVALIER"
Η Αθηνά Ραχή Τσαγκάρη παραμένει στις επάλξεις του λεγόμενου Weird Greek Cinema. Μετά το "Attenberg" έρχεται το "Chevalier" του 2015, μια μάλλον σουρεαλιστική στην εξέλιξή της σάτιρα των ανδρών γενικά.
Σε πολύτελές γιωτ στον Σαρωνικό βρίσκονται για να κάνουν χειμερινό ψαροντούφεκο έξι φίλοι και τα τρία μέλη του πληρώματος. Εύποροι όλοι - μεγαλογιατρός ο πιο ηλικιωμένος - δείχνουν να γνωρίζονται από παλιά. Όταν το σκάφος ακινητοποιείται σε ένα ήσυχο λιμάνι λόγω προσωρινής βλάβης και για να σκοτώσουν την ώρα τους, οι έξι αποφασίζουν να παίξουν ένα αυτοσχέδιο παιχνίδι που θα αναδείξει "τον καλύτρο σε όλα", τTsον καλύτερο γενικώς δηλαδή. Οι δοκιμασίες επινοούνται επί τόπου και πρέπει να εκτελεστούν απ' όλους, ενώ ο καθένας τους βαθμολογεί τους υπόλοιπους. Τι δοκιμασίες; Από το ποιος έχει καλύτερες εξετάσεις αίματος και μεγαλύτερη στύση έως ποιος μπορεί να συναρμολογήσει γρηγορότερα ένα έπιπλο ΙΚΕΑ. Όσο περνάνε οι μέρες οι ανταγωνιστές μπαίνουν όλο και πιο βαθιά στο παιχνίδι, το παίρνουν όλο και πιο σοβαρά, αρχίζουν πλέον να κάνουν τα πάντα για να νικήσουν, ενώ οι δοκιμασίες και η κατάσταση εν γένει γίνεται όλο και πιο σουρεαλιστική. Και, βέβαια, διαφορες "σκοτεινές πτυχές" του χαρακτήρα τους αποκαλύπτονται.
Πρόκειται φυσικά για μια σάτιρα των ανδρών γενικά. Της ανδρικής ματαιοδοξίας, της ανδρικής μεγαλομανίας αν θέλετε, της ανταγωνιστικότητάς τους, της μανίας τους να είναι πρώτοι σε όλα. Δεν είναι τυχαίο το ότι μιλάμε για εκπροσώπους ανώτερης τάξης, οπότε όλα τα παραπάνω ενισχύονται. Το σχόλιο για τις κατώτερες τάξεις (το προσωπικό του γιωτ) είναι έξυπνο, δείχνοντάς μας ξεκάθαρα ότι και αυτές έχουν προσβληθεί από το "μικρόβιο" της ανταγωνιστικότητας. Η ιδέα, υποβοηθούμενη και από το παράξενο κλίμα που δημιουργεί η απομόνωση και ο εγκλεισμός των ηρώων στο σκάφος, λειτουργεί αρκετά, ενώ προσπαθούν να σκιαγραφηθούν οι χαρακτήρες τους (ο πιο παράξενος είναι ο μάλλον συγκινητικός Μάκης Παπαδημητρίου). Ωστοσο νομίζω ότι απο ένα σημείο και πέρα το όλο πράγμα αρχίζει να επαναλαμβάνεται, αποκτά τα χαρακτηριστικά εμμονής και, τελικά, μάλλον κουράζει.
Συνολικά το βρήκα μεν ενδιαφέρον, αλλά μέχρις ενός σημείου. Μάλλον δεν με ικανοποίησε απόλυτα.
Σε πολύτελές γιωτ στον Σαρωνικό βρίσκονται για να κάνουν χειμερινό ψαροντούφεκο έξι φίλοι και τα τρία μέλη του πληρώματος. Εύποροι όλοι - μεγαλογιατρός ο πιο ηλικιωμένος - δείχνουν να γνωρίζονται από παλιά. Όταν το σκάφος ακινητοποιείται σε ένα ήσυχο λιμάνι λόγω προσωρινής βλάβης και για να σκοτώσουν την ώρα τους, οι έξι αποφασίζουν να παίξουν ένα αυτοσχέδιο παιχνίδι που θα αναδείξει "τον καλύτρο σε όλα", τTsον καλύτερο γενικώς δηλαδή. Οι δοκιμασίες επινοούνται επί τόπου και πρέπει να εκτελεστούν απ' όλους, ενώ ο καθένας τους βαθμολογεί τους υπόλοιπους. Τι δοκιμασίες; Από το ποιος έχει καλύτερες εξετάσεις αίματος και μεγαλύτερη στύση έως ποιος μπορεί να συναρμολογήσει γρηγορότερα ένα έπιπλο ΙΚΕΑ. Όσο περνάνε οι μέρες οι ανταγωνιστές μπαίνουν όλο και πιο βαθιά στο παιχνίδι, το παίρνουν όλο και πιο σοβαρά, αρχίζουν πλέον να κάνουν τα πάντα για να νικήσουν, ενώ οι δοκιμασίες και η κατάσταση εν γένει γίνεται όλο και πιο σουρεαλιστική. Και, βέβαια, διαφορες "σκοτεινές πτυχές" του χαρακτήρα τους αποκαλύπτονται.
Πρόκειται φυσικά για μια σάτιρα των ανδρών γενικά. Της ανδρικής ματαιοδοξίας, της ανδρικής μεγαλομανίας αν θέλετε, της ανταγωνιστικότητάς τους, της μανίας τους να είναι πρώτοι σε όλα. Δεν είναι τυχαίο το ότι μιλάμε για εκπροσώπους ανώτερης τάξης, οπότε όλα τα παραπάνω ενισχύονται. Το σχόλιο για τις κατώτερες τάξεις (το προσωπικό του γιωτ) είναι έξυπνο, δείχνοντάς μας ξεκάθαρα ότι και αυτές έχουν προσβληθεί από το "μικρόβιο" της ανταγωνιστικότητας. Η ιδέα, υποβοηθούμενη και από το παράξενο κλίμα που δημιουργεί η απομόνωση και ο εγκλεισμός των ηρώων στο σκάφος, λειτουργεί αρκετά, ενώ προσπαθούν να σκιαγραφηθούν οι χαρακτήρες τους (ο πιο παράξενος είναι ο μάλλον συγκινητικός Μάκης Παπαδημητρίου). Ωστοσο νομίζω ότι απο ένα σημείο και πέρα το όλο πράγμα αρχίζει να επαναλαμβάνεται, αποκτά τα χαρακτηριστικά εμμονής και, τελικά, μάλλον κουράζει.
Συνολικά το βρήκα μεν ενδιαφέρον, αλλά μέχρις ενός σημείου. Μάλλον δεν με ικανοποίησε απόλυτα.
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 04, 2015
"Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ" ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΊ (ΑΚΟΥΣΙΩΣ) ΧΑΜΟΓΕΛΑ
Η Hammer είναι βεβαίως η cult βρετανική εταιρία που, με μικρές παραγωγές, αναβίωσε την ταινία τρόμου και, φυσικά, καθιέρωσε τον Κρίστοφερ Λι ως τον εμβληματικότερο Δράκουλα της οθόνης. Η εταιρία φυσικά έφτιαξε και πολλές άλλες ταινίες τρόμου. Βασικότερος σκηνοθέτης της ήταν ο Terence Fisher (1904-1980). Φυσικά δεν είναι καλές όλες οι ταινίες της, αν και πάντα διαθέτουν κάποια ατμόσφαιρα.
Ο Fisher γυρίζει το "The Devil Rides Out" (ή "Devil's Bride" ή "Η Ερωμένη του Διαβόλου" στην Ελλάδα) το 1968. Πρωταγωνιστεί και πάλι ο Κρίστοφερ Λι, αυτή τη φορά όμως σε ρόλο - έκπληξη, που συμβάλλει στην ιδιορρυθμία της ταινίας: Είναι μια από τις λίγες φορές που ερμηνεύει τον "καλό"! Αυτό κι αν είναι σπάνιο!
Πρόκειται για μια ιστορία μαύρης μαγείας, στην οποία βεβαίως εμπλέκεται και ο Σατανάς (ο οποίος μάλιστα εμφανίζεται αυτοπροσώπως). Ο δούκας Νίκολας (ο Λι) ανακαλύπτει ότι ο γιος ενός μακαρίτη παλιού του φίλου είναι αναμεμειγμένος με τη μαύρη μαγεία και τη λατρεία του Διαβόλου, ετοιμάζεται μάλιστα να βαπτιστεί σ' αυτόν. Με τη βοήθεια ενός άλλου στενού του φίλου κάνουν τα πάντα για να τον σώσουν από τα νύχια των σατανιστών, και μαζί του και μια νέα κοπέλα, η οποία επίσης ετοιμάζεται να βαπτιστεί. Από εκεί και πέρα η μια κατάσταση φέρνει την άλλη και όλα γίνονται όλο και πιο επικίνδυνα.
Εντάξει, πρόκειται για ταινία που σήμερα μάλλον προκαλεί μειδιάματα. Η τροπή είναι απίθανη, διάφορα γεγονότα συμβαίνουν με πρωτοφανή ευκολία, ο από μηχανής θεός και τα πολύ χαλαρά εξηγήσιμα συμβάντα εξασφαλίζουν μάλλον αχρείαστο τέλος... ενώ ο πολέμιος της μαύρης μαγείας δούκας μοιάζει (φυσικά) να ξέρει τα πάντα γι' αυτήν. Χαρακτηριστικό του φιλμ (ούτε καλό ούτε κακό) είναι ότι συχνά νομίζει κανείς ότι φτάσαμε στο τέλος, όμως μια ακόμα πιο δύσκολη ή/και φριχτή εμπειρία μας περιμένει κι ένα καινούριο κεφάλαιο ξεκινά.
Εντάξει, μπορεί κάποιοι να τη θεωρήσουν cult, όπως πολλές τέτοιες ταινίες. Η αφέλεια πάντως (γοητευτική για πολλούς) είναι το βασικό της χαρακτηριστικό. Δίχως αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι συνολικά (μάλλον) διασκεδαστική, ιδιαίτερα αν είστε φίλος των παλιών ταινιών τρόμου. Με τις οποίες, βεβαίως, ουδείς πλέον τρομάζει σήμερα.
ΥΓ: Ίσως απολαύσετε την εμφάνιση στο ρόλο του κακού του Charles Gray, που δεν είναι άλλος από τον "καθηγητή" (criminologist) στο αληθινά cult "Rocky Horror".
Ο Fisher γυρίζει το "The Devil Rides Out" (ή "Devil's Bride" ή "Η Ερωμένη του Διαβόλου" στην Ελλάδα) το 1968. Πρωταγωνιστεί και πάλι ο Κρίστοφερ Λι, αυτή τη φορά όμως σε ρόλο - έκπληξη, που συμβάλλει στην ιδιορρυθμία της ταινίας: Είναι μια από τις λίγες φορές που ερμηνεύει τον "καλό"! Αυτό κι αν είναι σπάνιο!
Πρόκειται για μια ιστορία μαύρης μαγείας, στην οποία βεβαίως εμπλέκεται και ο Σατανάς (ο οποίος μάλιστα εμφανίζεται αυτοπροσώπως). Ο δούκας Νίκολας (ο Λι) ανακαλύπτει ότι ο γιος ενός μακαρίτη παλιού του φίλου είναι αναμεμειγμένος με τη μαύρη μαγεία και τη λατρεία του Διαβόλου, ετοιμάζεται μάλιστα να βαπτιστεί σ' αυτόν. Με τη βοήθεια ενός άλλου στενού του φίλου κάνουν τα πάντα για να τον σώσουν από τα νύχια των σατανιστών, και μαζί του και μια νέα κοπέλα, η οποία επίσης ετοιμάζεται να βαπτιστεί. Από εκεί και πέρα η μια κατάσταση φέρνει την άλλη και όλα γίνονται όλο και πιο επικίνδυνα.
Εντάξει, πρόκειται για ταινία που σήμερα μάλλον προκαλεί μειδιάματα. Η τροπή είναι απίθανη, διάφορα γεγονότα συμβαίνουν με πρωτοφανή ευκολία, ο από μηχανής θεός και τα πολύ χαλαρά εξηγήσιμα συμβάντα εξασφαλίζουν μάλλον αχρείαστο τέλος... ενώ ο πολέμιος της μαύρης μαγείας δούκας μοιάζει (φυσικά) να ξέρει τα πάντα γι' αυτήν. Χαρακτηριστικό του φιλμ (ούτε καλό ούτε κακό) είναι ότι συχνά νομίζει κανείς ότι φτάσαμε στο τέλος, όμως μια ακόμα πιο δύσκολη ή/και φριχτή εμπειρία μας περιμένει κι ένα καινούριο κεφάλαιο ξεκινά.
Εντάξει, μπορεί κάποιοι να τη θεωρήσουν cult, όπως πολλές τέτοιες ταινίες. Η αφέλεια πάντως (γοητευτική για πολλούς) είναι το βασικό της χαρακτηριστικό. Δίχως αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι συνολικά (μάλλον) διασκεδαστική, ιδιαίτερα αν είστε φίλος των παλιών ταινιών τρόμου. Με τις οποίες, βεβαίως, ουδείς πλέον τρομάζει σήμερα.
ΥΓ: Ίσως απολαύσετε την εμφάνιση στο ρόλο του κακού του Charles Gray, που δεν είναι άλλος από τον "καθηγητή" (criminologist) στο αληθινά cult "Rocky Horror".
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 02, 2015
ΛΙΤΟ ΚΑΙ (ΣΧΕΤΙΚΑ) ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ "ΤΕΛΟΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ"
Ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, με μικρό σχετικά συγγραφικό έργο, θεωρείται από τους μεγαλύτερους σύγχρονους αμερικανούς συγγραφείς, κυρίως με το μεγάλο σε όγκο μυθιστόρημά του Infinite jest. Το έργο του είναι μικρό, επειδή ο Γουάλας αυτοκτόνησε το 2008 σε ηλικία μόλις 48 ετών. Η ταινία του James Ponsoldt "Τέλος Διαδρομής" (End of the Tour) του 2015 βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία, παρακολουθεί τη σχέση του δημοσιογράφου Λίπσκι με τον συγγραφέα και βασίζεται στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πρώτου (του Λϊπσκι δηαλαδή) που καταγράφει αυτή τη σχέση.
Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ντέιβιντ Λϊπσκι μαθαίνει στην πρώτη σκηνή την αυτοκτονία του Γουάλας. Συγκινημένος και ταραγμένος ξεθάβει παλιές κασέτες από πενθήμερη συνέντευξη που είχε πάρει απο τον αυτόχειρα 12 χρόνια πριν. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε σε flash back τα όσα συνέβησαν μεταξύ τους τις παλιές αυτές μέρες: Μετά την επιτυχία του Γουάλας ο δημοσιογράφος του Rolling Stone Λίπσκι ταξιδεύει στην επαρχία για να τον συναντήσει στο σπίτι του. Στη συνέχεια θα τον ακολουθήσει στην περιδεία που θα κάνει για την προώθηση του βιβλίου μέχρι τη Μινεάπολι, τελευταίο σταθμό της. Οι σχέσεις τους, γεμάτες αμοιβαία καχυποψία αρχικά, περνάν από μεγάλη συναισθηματική γκάμα, από τη φιλία και τη συμπάθεια έως καυγάδες και παρεξηγήσεις.
Αυτό που φαίνεται αμέσως είναι ότι πρόκειται για ταινία χαρακτήρων. Ο συγγραφέας Γουάλας διαθέτει μια παράξενη προσωπικότητα: Ενώ είναι ευφυέστατος, πολυδιαβασμένος και πρόσφατα διάσημος, με διθυραμβικές κριτικές για το έργο του, αρνείται να ακολουθήσει μια "διανοουμενίστικη" ζωή. Ζει μόνος (με τον σκύλο του) στο επαρχιακό του σπίτι σε μια συνηθισμένη πόλη και προσπαθεί να ακολουθήσει το life style ενός συνηθισμένου, μέσου αμερικάνου. Πολλές απο τις συζητήσεις του περιστρέφονται γύρω από καθημερινά, κοινότοπα θέματα, μεταξύ των οποίων και το σεξ και οι εν γένει σχέσεις με τις γυναίκες. Γεμάτος άγχη και φοβίες, ιδιόρρυθμος και συχνά συνεσταλμένος, άλλοτε έλκεται και άλλοτε απωθείται από τη σχετικά δύσκολη (επίσης) προσωπικότητα του δημοσιογράφου.
Συνολικά λοιπόν αυτό που βλέπουμε είναι ένας συνδυασμός road movie και buddy movie με καλές ηθοποιίες. Συνειδητά μάλλον το φιλμ παραμένει χαμηλότονο και δίχως κορυφώσεις και εξάρσεις. Είναι προσεχτικό και καλοφτιαγμένο, διαθέτει χιουμοριστικές στιγμές, το είδα χωρίς να κουραστώ, αλλά τελικά δεν το θεωρώ κάτι φοβερό. Περισσότερο συνίσταται για τους φίλους του συγγραφέα Γουάλας, οι οποίοι, έκτός από το έργο του, ενδιαφέρονται και για την παράξενη προσωπικότητά του. Οι υπόλοιποι μάλλον θα το ξεχάσουν σύντομα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για κακή ταινία.
Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ντέιβιντ Λϊπσκι μαθαίνει στην πρώτη σκηνή την αυτοκτονία του Γουάλας. Συγκινημένος και ταραγμένος ξεθάβει παλιές κασέτες από πενθήμερη συνέντευξη που είχε πάρει απο τον αυτόχειρα 12 χρόνια πριν. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε σε flash back τα όσα συνέβησαν μεταξύ τους τις παλιές αυτές μέρες: Μετά την επιτυχία του Γουάλας ο δημοσιογράφος του Rolling Stone Λίπσκι ταξιδεύει στην επαρχία για να τον συναντήσει στο σπίτι του. Στη συνέχεια θα τον ακολουθήσει στην περιδεία που θα κάνει για την προώθηση του βιβλίου μέχρι τη Μινεάπολι, τελευταίο σταθμό της. Οι σχέσεις τους, γεμάτες αμοιβαία καχυποψία αρχικά, περνάν από μεγάλη συναισθηματική γκάμα, από τη φιλία και τη συμπάθεια έως καυγάδες και παρεξηγήσεις.
Αυτό που φαίνεται αμέσως είναι ότι πρόκειται για ταινία χαρακτήρων. Ο συγγραφέας Γουάλας διαθέτει μια παράξενη προσωπικότητα: Ενώ είναι ευφυέστατος, πολυδιαβασμένος και πρόσφατα διάσημος, με διθυραμβικές κριτικές για το έργο του, αρνείται να ακολουθήσει μια "διανοουμενίστικη" ζωή. Ζει μόνος (με τον σκύλο του) στο επαρχιακό του σπίτι σε μια συνηθισμένη πόλη και προσπαθεί να ακολουθήσει το life style ενός συνηθισμένου, μέσου αμερικάνου. Πολλές απο τις συζητήσεις του περιστρέφονται γύρω από καθημερινά, κοινότοπα θέματα, μεταξύ των οποίων και το σεξ και οι εν γένει σχέσεις με τις γυναίκες. Γεμάτος άγχη και φοβίες, ιδιόρρυθμος και συχνά συνεσταλμένος, άλλοτε έλκεται και άλλοτε απωθείται από τη σχετικά δύσκολη (επίσης) προσωπικότητα του δημοσιογράφου.
Συνολικά λοιπόν αυτό που βλέπουμε είναι ένας συνδυασμός road movie και buddy movie με καλές ηθοποιίες. Συνειδητά μάλλον το φιλμ παραμένει χαμηλότονο και δίχως κορυφώσεις και εξάρσεις. Είναι προσεχτικό και καλοφτιαγμένο, διαθέτει χιουμοριστικές στιγμές, το είδα χωρίς να κουραστώ, αλλά τελικά δεν το θεωρώ κάτι φοβερό. Περισσότερο συνίσταται για τους φίλους του συγγραφέα Γουάλας, οι οποίοι, έκτός από το έργο του, ενδιαφέρονται και για την παράξενη προσωπικότητά του. Οι υπόλοιποι μάλλον θα το ξεχάσουν σύντομα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για κακή ταινία.
Δευτέρα, Νοεμβρίου 30, 2015
Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ "ΚΑΖΑΜΠΛΑΝΚΑ"
Υπάρχουν ταινίες που δεν παλιώνουν με τα χρόνια που περνούν, που διατηρούν αμείωτη τη γοητεία τους. Είμαι σίγουρος ότι μία απ' αυτές είναι η θρυλική "Καζαμπλάνκα", που γύρισε το 1942 ο Michael Curtiz (1886-1962), ένας ούγγρος που, όταν πήγε στην Αμερική έγινε ένας από τους πιο πετυχημένους και παραγωγικούς σκηνοθέτες της. Ξαναβλέποντάς την μετά από καιρό επιβεβαίωσα αυτή μου την πεποίθηση. Η ταινία αποτελεί δείγμα νομίζω του αρχετυπικού Χόλιγουντ στα καλύτερά του, συνδυάζοντας σασπένς, βαθείς έρωτες που συγκρούονται με το καθήκον και, φυσικά, πολύ, πολύ ρομαντισμό. Και, βέβαια, ο αντιναζισμός - βρισκόμαστε στην καρδιά του πολέμου γαρ - υπάρχει και με το παραπάνω.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο αμερικανός Ρικ διατηρεί διάσημο μπαρ στην ουδέτερη Καζαμπλάνκα του Μαρόκου. Κυνικός, απόμακρος, ουδέτερος κι ο ίδιος αλλά δίκαιος, μοιάζει να βρίσκεται πολύ μακριά από τα φριχτά γεγονότα του πολέμου. Ώσπου στην πόλη φτάνει ο παλιός, μεγάλος έρωτάς του και το κυνικό προσωπείο καταρρέει. Από εκεί και πέρα θα αρχίσει ένα πολύπλοκο παιχνίδι ανάμεσα στον πόθο και τον έρωτα από τη μία και το καθήκον προς την πατρίδα - και, τέλος πάντων, την ανάγκη να πάρει θέση - από την άλλη. Κι αυτά δεν συμβαδίζουν πάντοτε. Τα διλήμματα γίνονται όλο και πιο δύσκολα...
Η γοητεία της ασπρόμαυρης φωτογραφίας, των μυθικών ηθοποιών (Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Πίτερ Λόρε, Κλοντ Ρέινς) και των αξέχαστων, δυνατών και συχνά διχασμένων χαρακτήρων είναι ανυπέρβλητη. Ο ψυχρός εξωτερικά, αλλά κατά βάθος ευαλωτος και πληγωμένος Μπόγκαρντ, η διχασμένη ανάμεσα σε ένα μεγάλο έρωτα και έναν υπέροχο σύζυγο Μπέργκμαν, ο πονηρός και επιτήδειος Ρέινς... Ίσως οι χαρακτήρες αυτοί να μην είναι και τόσο καθημερινοί, να είναι "more than life" και, τελικά, παρά τα όσα δείχνουν εξωτερικά, να είναι "καλοί" κατά βάθος, αλλά, δίάβολε, η γοητεία και το παραμύθι αν θέλετε είναι τόσο καλοστημένο που αιχμαλωτίζει σχεδόν κάθε θεατή. Γι' αυτό μίλησα προηγουμένως για Χόλιγουντ (άρα παραμύθι, άρα ρομαντισμός, άρα όχι και τόσος ρεαλισμός), αλλά, το είπαμε, Χόλιγουντ στα καλύτερά του.
Δεν νομίζω ότι έχει νόημα να πούμε περισσότερα για ένα πασίγνωστο και κλασικό φιλμ. Μπορεί να διαβάσετε γι' αυτό οπουδήποτε και δεν χρειάζεστε τη δική μου γνώμη. Αν πάντως δεν το έχετε δει, κάντε το οπωσδήποτε.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο αμερικανός Ρικ διατηρεί διάσημο μπαρ στην ουδέτερη Καζαμπλάνκα του Μαρόκου. Κυνικός, απόμακρος, ουδέτερος κι ο ίδιος αλλά δίκαιος, μοιάζει να βρίσκεται πολύ μακριά από τα φριχτά γεγονότα του πολέμου. Ώσπου στην πόλη φτάνει ο παλιός, μεγάλος έρωτάς του και το κυνικό προσωπείο καταρρέει. Από εκεί και πέρα θα αρχίσει ένα πολύπλοκο παιχνίδι ανάμεσα στον πόθο και τον έρωτα από τη μία και το καθήκον προς την πατρίδα - και, τέλος πάντων, την ανάγκη να πάρει θέση - από την άλλη. Κι αυτά δεν συμβαδίζουν πάντοτε. Τα διλήμματα γίνονται όλο και πιο δύσκολα...
Η γοητεία της ασπρόμαυρης φωτογραφίας, των μυθικών ηθοποιών (Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Πίτερ Λόρε, Κλοντ Ρέινς) και των αξέχαστων, δυνατών και συχνά διχασμένων χαρακτήρων είναι ανυπέρβλητη. Ο ψυχρός εξωτερικά, αλλά κατά βάθος ευαλωτος και πληγωμένος Μπόγκαρντ, η διχασμένη ανάμεσα σε ένα μεγάλο έρωτα και έναν υπέροχο σύζυγο Μπέργκμαν, ο πονηρός και επιτήδειος Ρέινς... Ίσως οι χαρακτήρες αυτοί να μην είναι και τόσο καθημερινοί, να είναι "more than life" και, τελικά, παρά τα όσα δείχνουν εξωτερικά, να είναι "καλοί" κατά βάθος, αλλά, δίάβολε, η γοητεία και το παραμύθι αν θέλετε είναι τόσο καλοστημένο που αιχμαλωτίζει σχεδόν κάθε θεατή. Γι' αυτό μίλησα προηγουμένως για Χόλιγουντ (άρα παραμύθι, άρα ρομαντισμός, άρα όχι και τόσος ρεαλισμός), αλλά, το είπαμε, Χόλιγουντ στα καλύτερά του.
Δεν νομίζω ότι έχει νόημα να πούμε περισσότερα για ένα πασίγνωστο και κλασικό φιλμ. Μπορεί να διαβάσετε γι' αυτό οπουδήποτε και δεν χρειάζεστε τη δική μου γνώμη. Αν πάντως δεν το έχετε δει, κάντε το οπωσδήποτε.
Κυριακή, Νοεμβρίου 29, 2015
ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ ΕΠΟΧΗΣ, ΑΛΛΑ ΜΑΛΛΟΝ ΕΠΙΠΕΔΟ "TOPSY TURVY"
Οι Gilbert και Sullivan (στιχουργός ο πρώτος, συνθέτης ο δεύτερος) είναι οι διάσημοι βρετανοί δημιουργοί μιούζικαλ και μάλλον "ελαφρών" οπερών της βικτοριανής εποχής. Τα έργα τους γνώρισαν τότε τεράστια επιτυχία και οι ίδιοι έζησαν οικονομικά άνετα. Το 1999 ο Mike Leigh αποφασίζει να ασχοληθεί μ' αυτούς στο "Topsy Turvy" ("Η Παράσταση μιας Ζωής" στην Ελλάδα). Topsy Turvy, σημειωτέον, σημαίνει "άνω - κάτω", κάτι σαν χάος δηλαδή.
Ο Leigh εξετάζει μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή της καριέρας τους. Έχουν ήδη ανεβάσει αρκετές όπερες με μεγάλη επιτυχία, η τελευταία τους όμως, "Princess Ida", παίρνει αρνητικές κριτικές και οι εφημερίδες τους κατηγορούν ότι επαναλαμβάνονται. Το ντουέτο βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης, καθώς ο Σαλιβαν καίγεται από την επιθυμία να γράψει κάτι πιο "σοβαρό", όχι με τη συνεργασία πλέον του Γκίλμπερτ. Το οικογενειακό και επαγγελματικό τους περιβάλλον προσπαθεί να τον μεταπείσει. Κάπου εκεί συλλαμβάνουν την ιδέα μιας όπερας με γιαπωνέζικη πλοκή. Παρά τους δισταγμούς ο Σάλιβαν αποφασίζει να συνθέσει και το "Mikado" γίνεται η μεγαλύτερη επιτυχία τους και για πολλούς το καλύτερο έργο τους.
Η ταινία κυλά μεταξύ πρόζας και εκτενών μουσικών αποσπασμάτων από τα έργα των δύο συνεργατών. Ο Leigh εστιάζει κυρίως στους διαφορετικούς χαρακτήρες τους. Βαρύς, αυστηρός, μάλλον καταπιεστικός και μάλλον απαισιόδοξος ο Γκίλμπερτ, χαλαρός, εύθυμος, έτοιμος να γευτεί κάθε χαρά της ζωής ο Σάλιβαν, αποτελούν δύο αντίθετα που έλκονται και, τελικά, δένουν μεταξύ τους αποτελεσματικά. Ο σκηνοθέτης μοιάζει να αγαπά τους βασικούς χαρακτήρες, αλλά και ολους τους άλλους που περνούν από το φιλμ, εστιάζοντας στην προσωπικότητα,. την ιδιοσυγκρασία και τις θετικές ή αρνητικές πλευρές - συχνά αντιοκρουόμενες - του καθενός απ' αυτούς. Τελικά φτιάχνει ένα ανθρωπιστικό φιλμ, που μοιάζει αισιόδοξο, δίχως ωστόσο να κρύβει και τις σκοτεινές πτυχές ορισμένων καταστάσεων.
Το πρόβλημα είναι ότι το βρήκα μάλλον επίπεδο, δίχως κορυφώσεις, και, βέβαια, γνωστό σαν ιστορία για όσους γνωρίζουν τη μουσική και την εποχή αυτή. Ίσως και να με κούρασε σε κάποια σημεία. Τελικά, εκτός από την πιθανή αγάπη του Leigh για τη μουσική των G.& S, μάλλον δεν βρήκα άλλο λόγο να ασχοληθεί με κάτι τέτοιο ένας βαθύς μελετητής συνήθως των σύγχρονων κοινωνικών καταστάσεων. Φυσικά η αναπαράσταση της εποχής είναι άψογη. Ωστόσο το θεωρώ το πιο αδιάφορο φιλμ του Leigh που έχω δει και το συνιστώ κυρίως σε όσους λατρεύουν τα έργα του βικτωριανού ντουέτου.
Ο Leigh εξετάζει μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή της καριέρας τους. Έχουν ήδη ανεβάσει αρκετές όπερες με μεγάλη επιτυχία, η τελευταία τους όμως, "Princess Ida", παίρνει αρνητικές κριτικές και οι εφημερίδες τους κατηγορούν ότι επαναλαμβάνονται. Το ντουέτο βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης, καθώς ο Σαλιβαν καίγεται από την επιθυμία να γράψει κάτι πιο "σοβαρό", όχι με τη συνεργασία πλέον του Γκίλμπερτ. Το οικογενειακό και επαγγελματικό τους περιβάλλον προσπαθεί να τον μεταπείσει. Κάπου εκεί συλλαμβάνουν την ιδέα μιας όπερας με γιαπωνέζικη πλοκή. Παρά τους δισταγμούς ο Σάλιβαν αποφασίζει να συνθέσει και το "Mikado" γίνεται η μεγαλύτερη επιτυχία τους και για πολλούς το καλύτερο έργο τους.
Η ταινία κυλά μεταξύ πρόζας και εκτενών μουσικών αποσπασμάτων από τα έργα των δύο συνεργατών. Ο Leigh εστιάζει κυρίως στους διαφορετικούς χαρακτήρες τους. Βαρύς, αυστηρός, μάλλον καταπιεστικός και μάλλον απαισιόδοξος ο Γκίλμπερτ, χαλαρός, εύθυμος, έτοιμος να γευτεί κάθε χαρά της ζωής ο Σάλιβαν, αποτελούν δύο αντίθετα που έλκονται και, τελικά, δένουν μεταξύ τους αποτελεσματικά. Ο σκηνοθέτης μοιάζει να αγαπά τους βασικούς χαρακτήρες, αλλά και ολους τους άλλους που περνούν από το φιλμ, εστιάζοντας στην προσωπικότητα,. την ιδιοσυγκρασία και τις θετικές ή αρνητικές πλευρές - συχνά αντιοκρουόμενες - του καθενός απ' αυτούς. Τελικά φτιάχνει ένα ανθρωπιστικό φιλμ, που μοιάζει αισιόδοξο, δίχως ωστόσο να κρύβει και τις σκοτεινές πτυχές ορισμένων καταστάσεων.
Το πρόβλημα είναι ότι το βρήκα μάλλον επίπεδο, δίχως κορυφώσεις, και, βέβαια, γνωστό σαν ιστορία για όσους γνωρίζουν τη μουσική και την εποχή αυτή. Ίσως και να με κούρασε σε κάποια σημεία. Τελικά, εκτός από την πιθανή αγάπη του Leigh για τη μουσική των G.& S, μάλλον δεν βρήκα άλλο λόγο να ασχοληθεί με κάτι τέτοιο ένας βαθύς μελετητής συνήθως των σύγχρονων κοινωνικών καταστάσεων. Φυσικά η αναπαράσταση της εποχής είναι άψογη. Ωστόσο το θεωρώ το πιο αδιάφορο φιλμ του Leigh που έχω δει και το συνιστώ κυρίως σε όσους λατρεύουν τα έργα του βικτωριανού ντουέτου.
Σάββατο, Νοεμβρίου 28, 2015
Η "ΜΥΣΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ" ΚΑΙ ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Νομίζω ότι ο χιλιανός Pablo Larrain εξελίσσεται σε έναν από του σημαντικούς σκηνοθέτες του καιρού μας και, βέβαια, σε έναν σκληρό ανατόμο όχι και τόσο φωτεινών πτυχών της πολύπαθης χώρας του. Με τη "Μυστική Λέσχη" (El Club) του 2015 η πρακτική αυτή συνεχίζεται.
Αυτή τη φορά στο στόχαστρο βρίσκεται η καθολική εκκλησία της πατρίδας του και οι όχι και τόσο ξεκάθαρες πρακτικές της. Η εκκλησία αυτή συνηθίζει εδώ και δεκαετίες να μην τιμωρεί δημόσια ή έστω να αποκαλύπτει τις πράξεις επίορκων ιερέων. Αντίθετα, αν επιβεβαιωθεί κάθε λογής σοβαρό παράπτωμα, οι ιερείς στέλνονται σε ένα είδος εξορίας σε μακρινές πόλεις ή χωριά της επαρχίας, όπου ζουν σε σπίτια που ανήκουν στην εκκλησία, εξόριστοι μεν, αλλά ουσιαστικά ελεύθεροι και δίχως τιμωρία. Σε ένα τέτοιο μελαγχολικό παραθαλάσσιο χωριό, σε ένα μεγάλο σπίτι, ζουν τέσσερεις ιερείς και μια καλόγρια. Σιγά - σιγά μαθαίνουμε ότι ο καθένας είναι ένοχος σοβαρού εγκλήματος: Παιδεραστία κατ' εξακολούθηση, συνεργασία με την αιματοβαμμένη χούντα, εμπόριο βρεφών, κατάχρηση κλπ. Η ζωή τους είναι ήσυχη και κυλά ανάμεσα σε μαγείρεμα, βόλτες στην παραλία, προσευχές και, κυρίως, εκπαίδευση σκύλου για κυνοδρομίες, από τις οποίες κερδίζουν πάντοτε αρκετά. Ώσπου ένα θύμα κακοποίησης όταν ήταν παιδί, μισότρελος και με παράξενες σεξουαλικές προτιμήσεις σήμερα, εγκαθίσταται στο χωριό και αρχίζει να τους προκαλεί άγρια και χυδαία, κινδυνεύοντας έτσι να δημιουργήσει σκάνδαλο. Ένας ιησουίτης ψυχαναλυτής - παπάς, ειδικός στο χειρισμό τέτοιων θεματων, στέλνεται τότε από την εκλησία και ζει μαζί τους προσπαθώντας να ξεκαθαρίσει το τι έχει συμβεί στο παρελθόν, αλλά και στο παρόν (υπάρχει και μια αυτοκτονία στη μέση), ανατρέποντας έτσι τις ισορροπίες της μέχρι τότε ζωής τους.
Το φιλμ είναι σκληρό, άγριο σε κάποια σημεία, και έντονα καταγγελτικό. Η επίθεση του Larrain στην εκκλησία είναι πολυμέτωπη. Όχι μόνο καταγγέλλει την πρακτική τής μη δημοσιοποίησης εγκλημάτων από κληρικούς, αλλά σιγά - σιγά αντιλαμβανόμαστε ότι τα μέλη της ομάδας δεν έχουν καν μετανοιώσει για όσα έχουν πράξει στο παρελθόν και είναι μάλιστα έτοιμα να προχωρήσουν σε νέες ανήθικες πρακτικές για να διαφυλάξουν τον ήσυχο τρόπο ζωής τους. Οι χαρακτήρες είναι πολύπλοκοι, κινούνται ανάμεσα στο κακό και τη μετάνοια, το σκοτάδι και το φως, ενώ το τέλος είναι μάλλον ανοιχτό (πρόκειται για μια ακόμα συγκάλυψη της αλήθειας ή για ένα είδος ιδιόρρυθμης τιμωρίας;) Γενικά το σκοτεινό στοιχείο κυριαρχεί, κάνοντας τη θέαση συχνά ακόμα και ενοχλητική.
Ενδιαφέρον βρισκω το ότι το στοιχείο της καταγγελίας συνοδεύεται από την καθαρά προσωπική κινηματογραφική ματιά του δημιουργού, ο οποίος φτιάχνει μια μουντή, καταθλιπτική ατμόσφαιρα γκριζομπλέ χρώματος, χρησιμοποιώντας φίλτρα και κινηματογραφώντας την αυγή ή το λυκόφως (η πειραγμένη φωτογραφία άλλωστε είναι συνηθισμένη στη μέχρι τώρα δουλειά του). Έτσι η άμεση καταγγελτική ματιά συνυπάρχει με την καλλιτεχνική άποψη. Αξιόλογος συνδυασμός.
Βρήκα δυνατή και ενδιαφέρουσα την ταινία, αλλά, προειδοποιώ, θα είναι πολύ ενοχλητική για πολλούς.
Αυτή τη φορά στο στόχαστρο βρίσκεται η καθολική εκκλησία της πατρίδας του και οι όχι και τόσο ξεκάθαρες πρακτικές της. Η εκκλησία αυτή συνηθίζει εδώ και δεκαετίες να μην τιμωρεί δημόσια ή έστω να αποκαλύπτει τις πράξεις επίορκων ιερέων. Αντίθετα, αν επιβεβαιωθεί κάθε λογής σοβαρό παράπτωμα, οι ιερείς στέλνονται σε ένα είδος εξορίας σε μακρινές πόλεις ή χωριά της επαρχίας, όπου ζουν σε σπίτια που ανήκουν στην εκκλησία, εξόριστοι μεν, αλλά ουσιαστικά ελεύθεροι και δίχως τιμωρία. Σε ένα τέτοιο μελαγχολικό παραθαλάσσιο χωριό, σε ένα μεγάλο σπίτι, ζουν τέσσερεις ιερείς και μια καλόγρια. Σιγά - σιγά μαθαίνουμε ότι ο καθένας είναι ένοχος σοβαρού εγκλήματος: Παιδεραστία κατ' εξακολούθηση, συνεργασία με την αιματοβαμμένη χούντα, εμπόριο βρεφών, κατάχρηση κλπ. Η ζωή τους είναι ήσυχη και κυλά ανάμεσα σε μαγείρεμα, βόλτες στην παραλία, προσευχές και, κυρίως, εκπαίδευση σκύλου για κυνοδρομίες, από τις οποίες κερδίζουν πάντοτε αρκετά. Ώσπου ένα θύμα κακοποίησης όταν ήταν παιδί, μισότρελος και με παράξενες σεξουαλικές προτιμήσεις σήμερα, εγκαθίσταται στο χωριό και αρχίζει να τους προκαλεί άγρια και χυδαία, κινδυνεύοντας έτσι να δημιουργήσει σκάνδαλο. Ένας ιησουίτης ψυχαναλυτής - παπάς, ειδικός στο χειρισμό τέτοιων θεματων, στέλνεται τότε από την εκλησία και ζει μαζί τους προσπαθώντας να ξεκαθαρίσει το τι έχει συμβεί στο παρελθόν, αλλά και στο παρόν (υπάρχει και μια αυτοκτονία στη μέση), ανατρέποντας έτσι τις ισορροπίες της μέχρι τότε ζωής τους.
Το φιλμ είναι σκληρό, άγριο σε κάποια σημεία, και έντονα καταγγελτικό. Η επίθεση του Larrain στην εκκλησία είναι πολυμέτωπη. Όχι μόνο καταγγέλλει την πρακτική τής μη δημοσιοποίησης εγκλημάτων από κληρικούς, αλλά σιγά - σιγά αντιλαμβανόμαστε ότι τα μέλη της ομάδας δεν έχουν καν μετανοιώσει για όσα έχουν πράξει στο παρελθόν και είναι μάλιστα έτοιμα να προχωρήσουν σε νέες ανήθικες πρακτικές για να διαφυλάξουν τον ήσυχο τρόπο ζωής τους. Οι χαρακτήρες είναι πολύπλοκοι, κινούνται ανάμεσα στο κακό και τη μετάνοια, το σκοτάδι και το φως, ενώ το τέλος είναι μάλλον ανοιχτό (πρόκειται για μια ακόμα συγκάλυψη της αλήθειας ή για ένα είδος ιδιόρρυθμης τιμωρίας;) Γενικά το σκοτεινό στοιχείο κυριαρχεί, κάνοντας τη θέαση συχνά ακόμα και ενοχλητική.
Ενδιαφέρον βρισκω το ότι το στοιχείο της καταγγελίας συνοδεύεται από την καθαρά προσωπική κινηματογραφική ματιά του δημιουργού, ο οποίος φτιάχνει μια μουντή, καταθλιπτική ατμόσφαιρα γκριζομπλέ χρώματος, χρησιμοποιώντας φίλτρα και κινηματογραφώντας την αυγή ή το λυκόφως (η πειραγμένη φωτογραφία άλλωστε είναι συνηθισμένη στη μέχρι τώρα δουλειά του). Έτσι η άμεση καταγγελτική ματιά συνυπάρχει με την καλλιτεχνική άποψη. Αξιόλογος συνδυασμός.
Βρήκα δυνατή και ενδιαφέρουσα την ταινία, αλλά, προειδοποιώ, θα είναι πολύ ενοχλητική για πολλούς.
Τρίτη, Νοεμβρίου 24, 2015
ΜΙΑ ΓΕΛΟΙΑ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΣΠΑΡΑΞΙΚΑΡΔΙΑ "ΜΑΡΓΚΕΡΙΤ"
Η Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς είναι υπαρκτό πρόσωπο. Ήταν μια πλούσια αμερικάνα της δεκαετίας του '10, η οποία όχι μόνο αγαπούσε παθιασμένα την όπερα, αλλά πίστευε ότι είχε και η ίδια μεγάλη φωνή, ενώ στην πραγματικότητα ήταν εντελώς φάλτσα. Οι ερμηνείες της την έκαναν ακούσιο κωμικό θέαμα και οι ηχογραφήσεις της προκαλούν και σήμερα γέλιο. Η γαλλική ταινία "Μαργκερίτ" του Xavier Giannoli (2015) εμπνέεται ελεύθερα από αυτή την κωμικοτραγική ιστορία, τη μεταφέρει στη Γαλλία αλλάζοντας ονόματα και φτιάχνοντας μια φανταστική ιστορία βασισμένη στην απίθανη αυτή προσωπικότητα, η οποία είναι κάτι σαν τον Εντ Γουντ της όπερας.Στο φιλμ η ηρωίδα είναι πλούσια βαρόνη. Δίνει τα απαράδεκτα ρεσιτάλ της (προς μεγάλη ντροπή του συζύγου της) στον πύργο της, με ακροατές έναν στενό κύκλο αριστοκρατών και πλουσίων, που ανήκουν σε μια λέσχη μουσικής . Όλοι κρατάνε μετά βίας τα γέλια τους και κανείς δεν τολμά να της πει την αλήθεια, αντίθετα την συγχαίρουν θερμά στο τέλος κάθε τέτοιας βραδιάς. Ώσπου, με την ενθάρρυνση ενός νεαρού δημοσιογράφου και του ντανταϊστή φίλου του, αποφασίζει να δώσει ένα αληθινό ρεσιτάλ, με αληθινό κοινό. Μάταια ο σύζυγος πασχίζει να αποτρέψει την καταστροφή. Εκείνη είναι απτόητη και προσλαμβάνει μάλιστα έναν γνωστό, αλλά παρακμασμένο τενόρο για να της κάνει μαθήματα.
Η ταινία ξεκινά μάλλον αστεία, αλλά όσο προχωρά γίνεται τραγική. Ουσιαστικά είναι μια μελέτη των ανθρώπων που κοινώς αποκαλούμε "ψώνια". Είναι αυτοί που, κυριολεκτικά εδώ, είναι "για γέλια και για κλάματα". Ο σκηνοθέτης όμως μοιάζει να αγαπά πραγματικά την αλλοπαρμένη ηρωίδα του, η οποία όντως είναι αφελής, ρομαντική και καλόκαρδη, δίχως να υποψιάζεται καν τη γελοιότητά της. Αυτό είναι που συγκινεί και τον θεατή και δεν τον αφήνει να γελάσει αβίαστα. Στο δεύτερο μισό πάντως νομίζω ότι το φιλμ χάνει τον ρυθμό του και το τραγικό στοιχείο παίρνει το πάνω χέρι, ενώ κεντρικό ρόλο αρχίζει να παίζει ο σχεδόν ανεκπλήρωτος έρωτας της πρωταγωνίστριας (εξαιρετική η Κατρίν Φρο) για τον σύζυγό της. Ωστόσο στο πιο ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου πρώτο μέρος προλαβαίνει να σατιρίσει και να κατακεραυνώσει μια απόλυτα υποκριτική "υψηλή κοινωνία", η οποία κάποια στιγμή δεν διστάζει να αποβάλλει από τις τάξεις της την πρώην εκλεκτή της, από την οποία είχε λάβει πολλά.
Ενδιαφέρουσα (λόγω κεντρικής ηρωίδας κυρίως) ταινία, αλλά, όπως είπα, μάλλον άνιση. Πάντως η Μαργκερίτ είναι τελικά από τους πιο παράδοξους και ενδιαφέροντες χαρακτήρες που έχουμε δει.
Κυριακή, Νοεμβρίου 22, 2015
"SCARLET STREET" 'Η Ο ΕΡΩΤΑΣ ΩΣ ΑΙΤΙΑ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ
O Fritz Lang (1890-1976), αντιναζί, φεύγει κρυφά από τη ναζιστική Γερμανία το 1933, όταν ο Γκέμπελς του προτείνει να γίνει επικεφαλής της γερμανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Μετά από ένα χρόνο στη Γαλλία καταφεύγει το 1934 στις ΗΠΑ, όπου γυρίζει πολλές σημαντικές ταινίες μέχρι τη δεκαετία του 50. Μία απ' αυτές είναι και η "Scarlet Street" του 1945, ένα σκοτεινό νουάρ με τον εξαιρετικό Έντουαρντ Ρόμπινσον στον βασικό ρόλο.
Ένας επί 25 χρόνια λογιστής σε μια εταιρία, συνειδητοποιεί σε μια κρίση μέσης ηλικίας πόσο δυστυχισμένη ειναι η ζωή του. Καταπιεστική σύζυγος, καθημερινή ρουτίνα, μίζερη ζωή, κι όλα αυτά δίχως ποτέ να έχει γνωρίσει τον έρωτα. Μοναδική του παρηγοριά η ζωγραφική, μια απόλυτα ναϊφ ζωγραφική, η οποία βεβαίως λοιδωρείται από τη μέγαιρα σύζυγο. Μια νύχτα συναντά στο δρόμο μια όμορφη νέα γυναίκα. Πρόκειται για πόρνη (το ξέρουμε σχεδόν από την αρχή), η οποία του πουλά έρωτα και μια δήθεν δυστυχισμένη ιστορία και τον εκμεταλλεύεται ασύστολα με τον απατεώνα εραστή και προαγωγό της, με τον οποίο παραμένει τρελά ερωτευμένη. Η παρακμή για τον αφελή λογιστή θα αρχίσει και σύντομα η κατηφόρα θα γίνει όλο και πιο ολισθηρή, καθώς στο χορό της εκμετάλλευσης και του ψέματος θα μπει ακόμα και το μοναδικό του πάθος, η ζωγραφική.
Ταινία βαθειά απελπισμένη, δίχως καμιά χαραμάδα για να μπει φως, γίνεται όλα και πιο συγκινητική καθώς παρακολουθούμε το δράμα του στερημένου, μοναχικού πρωταγωνιστή. Το όλο κλίμα θυμίζει κάπως τον "Γαλάζιο Άγγελο" (εδώ σε πιο νουάρ αποχρώσεις), καθώς και οι δύο ταινίες μιλάνε για τον τρελό, αταίριαστο έρωτα, που οδηγεί σε απόλυτη δυστυχία και παρακμή τον ερωτευμένο. Και φυσικά η μοιραία, αδίστακτη γυναίκα είναι αναπόσπαστο μέρος της πλοκής. Ο Lang δεν αφήνει καμιά ελπίδα στον ήρωά του. Ακόμα και το τελικό του ξέσπασμα θα είναι άδοξο. Από την άλλη δεν μπορούμε παρά να συγκινηθούμε από τον δυστυχισμένο αυτόν χαρακτήρα, που πασχίζει απελπισμένα, μη βλέποντας τα προφανή, να αρπαχτεί από μια ακτίδα φωτός που μοιάζει να μπαίνει για πρώτη φορά στη ζωή του. Από εκεί και πέρα ο έρωτας, εκ πρώτης όψεως λυτρωτικός, στην πραγματικότητα όμως βαθειά καταστροφικός, έχει το πάνω χέρι.
Από τις καλές αμερικάνικες ταινίες του γερμανού δημιουργού - και από τις πλέον μαύρες συγχρόνως - νομίζω ότι κρατά μέχρι σήμερα τη δύναμή της, όπως άλλωστε όλα τα κλασικά φιλμ.
Ένας επί 25 χρόνια λογιστής σε μια εταιρία, συνειδητοποιεί σε μια κρίση μέσης ηλικίας πόσο δυστυχισμένη ειναι η ζωή του. Καταπιεστική σύζυγος, καθημερινή ρουτίνα, μίζερη ζωή, κι όλα αυτά δίχως ποτέ να έχει γνωρίσει τον έρωτα. Μοναδική του παρηγοριά η ζωγραφική, μια απόλυτα ναϊφ ζωγραφική, η οποία βεβαίως λοιδωρείται από τη μέγαιρα σύζυγο. Μια νύχτα συναντά στο δρόμο μια όμορφη νέα γυναίκα. Πρόκειται για πόρνη (το ξέρουμε σχεδόν από την αρχή), η οποία του πουλά έρωτα και μια δήθεν δυστυχισμένη ιστορία και τον εκμεταλλεύεται ασύστολα με τον απατεώνα εραστή και προαγωγό της, με τον οποίο παραμένει τρελά ερωτευμένη. Η παρακμή για τον αφελή λογιστή θα αρχίσει και σύντομα η κατηφόρα θα γίνει όλο και πιο ολισθηρή, καθώς στο χορό της εκμετάλλευσης και του ψέματος θα μπει ακόμα και το μοναδικό του πάθος, η ζωγραφική.
Ταινία βαθειά απελπισμένη, δίχως καμιά χαραμάδα για να μπει φως, γίνεται όλα και πιο συγκινητική καθώς παρακολουθούμε το δράμα του στερημένου, μοναχικού πρωταγωνιστή. Το όλο κλίμα θυμίζει κάπως τον "Γαλάζιο Άγγελο" (εδώ σε πιο νουάρ αποχρώσεις), καθώς και οι δύο ταινίες μιλάνε για τον τρελό, αταίριαστο έρωτα, που οδηγεί σε απόλυτη δυστυχία και παρακμή τον ερωτευμένο. Και φυσικά η μοιραία, αδίστακτη γυναίκα είναι αναπόσπαστο μέρος της πλοκής. Ο Lang δεν αφήνει καμιά ελπίδα στον ήρωά του. Ακόμα και το τελικό του ξέσπασμα θα είναι άδοξο. Από την άλλη δεν μπορούμε παρά να συγκινηθούμε από τον δυστυχισμένο αυτόν χαρακτήρα, που πασχίζει απελπισμένα, μη βλέποντας τα προφανή, να αρπαχτεί από μια ακτίδα φωτός που μοιάζει να μπαίνει για πρώτη φορά στη ζωή του. Από εκεί και πέρα ο έρωτας, εκ πρώτης όψεως λυτρωτικός, στην πραγματικότητα όμως βαθειά καταστροφικός, έχει το πάνω χέρι.
Από τις καλές αμερικάνικες ταινίες του γερμανού δημιουργού - και από τις πλέον μαύρες συγχρόνως - νομίζω ότι κρατά μέχρι σήμερα τη δύναμή της, όπως άλλωστε όλα τα κλασικά φιλμ.
Παρασκευή, Νοεμβρίου 20, 2015
ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ "ΠΟΡΦΥΡΟΥ ΛΟΦΟΥ"
Είχα ανησυχήσει με το κακό κατά τη γνώμη μου "Pacific Rim" και φοβόμουν ότι ο Guillermo Del Toro είχε πάρει την κάτω βόλτα. Ευτυχώς ο "Πορφυρός Λόφος" ("Crimson Peak) του 2015 βελτιώνει πολύ τα πράγματα.
Ως γνωστόν ο μεξικάνος Del Toro γυρίζει άλλοτε mainstream χολιγουντιανές υπερπαραγωγές με ποικίλα αποτελέσματα και άλλοτε μικρότερες, ισπανόφωνες ταινίες, που είναι πολύ καλές ("Η Ραχοκοκαλιά του Διαβόλου", "Ο Λαβύρινθος του Πάνα"). Ο "Λόφος" είναι μεν χολιγουντιανή παραγωγή, ευτυχώς όμως είναι αρκετά τολμηρός και "άρρωστος" και αρκετά Del Toro, ώστε με κάνει να πιστέψω ότι ο δημιουργός ξαναβρήκε τη φόρμα του και ότι μπορεί να κάνει και καλές αμερικάνικες ταινίες (τρόμου).
Μια πλούσια αμερικανίδα κληρονόμος που θέλει να γίνει συγγραφέας (ιστοριών με φαντάσματα μάλιστα) ερωτεύεται χλωμό και ρομαντικό βρετανό αριστοκράτη (μάλλον δίχως χρήματα όμως). Μετά μια άγρια οικογενειακή τραγωδία, τον παντρεύεται και τον ακολουθεί στον ερειπωμένο και μισοεγκαταλειμένο πύργο του στην κορυφή του Πορφυρού Λόφου", όπου αυτός ζει με την αδελφή του σε κατάσταση σχεδόν απομόνωσης. Εκεί τα μυστήρια αρχίζουν να πληθαίνουν, ο τρόμος (μεταφυσικός και μη) κάνει αισθητή την παρουσία του και παλιά μυστικά αρχίζουν να αποκαλύπτονται...
Το πρώτο που εντυπωσιάζει είναι το μπαρόκ και απόλυτα gothic σκηνικό. Ο πύργος και όσα κρύβει και ο κόκκινος λόφος πάνω στον οποίο βρίσκεται δημιουργούν αμέσως μια "βαριά", τρομακτική ατμόσφαιρα. Τα φαντάσματα προσθέτουν τρόμο βεβαίως, δίχως σε καμία περίπτωση όμως να αποτελούν το κεντρικό σημείο του φιλμ. Απλώς εμφανίζονται μάλλον για να προειδοποιήσουν. Όπως συνέβαινε και στον "Λαβύρινθο του Πάνα", αυτά που συμβαίνουν στον πραγματικό κόσμο, οι "ρεαλιστικές" φρίκες και τα σκοτεινά μυστικά, είναι χειρότερα και τρομακτικότερα από τα αντίστοιχα υπερφυσικά. Ίσως αυτή να είναι η άποψη του σκηνοθέτη για τον κόσμο.
Ο Πόε, οι παλιές γοτθικού κλίματος ταινίες τρόμου με στοιχειωμένα σπίτια, η γοτθική λογοτεχνία, βρίσκονται όλα εδώ και νομίζω ότι δένουν μεταξύ τους. Ταυτόχρονα συνυπάρχουν το σχόλιο πάνω στις ταξικές καταστάσεις της εποχής (η σχέση αριστοκρατίας - χρηματικού πλούτου), αλλά και η μελέτη της ψυχολογίας των ηρώων (πολύ καλό το καστ με επικεφαλής την Τζέσικα Τσαστέιν). Μόνη μου γκρίνια η μάλλον άνευ λόγου τρομακτική εικόνα των φαντασμάτων που εμφανίζονται, μόνο και μόνο για να δώσουν μια εφετζίδικη νότα τρόμου στο φιλμ. Πιστεύω ότι με πιο νορμάλ εμφάνιση και κατάλληλη σκηνοθεσία θα μπορούσαν να λειτουργούν με τρομακτικότερο τρόπο. Πέραν αυτού πάντως απόλαυσα αρκετά την ταινία και την σκοτεινή της ατμόσφαιρα και τη συστήνω στους φίλους του γοτθικού τρόμου - αλλά, όπως είπαμε, όχι μόνον αυτού, διότι η ουσία και τα όσα αποκαλύπτονται βρίσκονται αλλού και όχι στο μεταφυσικό στοιχείο.
Ως γνωστόν ο μεξικάνος Del Toro γυρίζει άλλοτε mainstream χολιγουντιανές υπερπαραγωγές με ποικίλα αποτελέσματα και άλλοτε μικρότερες, ισπανόφωνες ταινίες, που είναι πολύ καλές ("Η Ραχοκοκαλιά του Διαβόλου", "Ο Λαβύρινθος του Πάνα"). Ο "Λόφος" είναι μεν χολιγουντιανή παραγωγή, ευτυχώς όμως είναι αρκετά τολμηρός και "άρρωστος" και αρκετά Del Toro, ώστε με κάνει να πιστέψω ότι ο δημιουργός ξαναβρήκε τη φόρμα του και ότι μπορεί να κάνει και καλές αμερικάνικες ταινίες (τρόμου).
Μια πλούσια αμερικανίδα κληρονόμος που θέλει να γίνει συγγραφέας (ιστοριών με φαντάσματα μάλιστα) ερωτεύεται χλωμό και ρομαντικό βρετανό αριστοκράτη (μάλλον δίχως χρήματα όμως). Μετά μια άγρια οικογενειακή τραγωδία, τον παντρεύεται και τον ακολουθεί στον ερειπωμένο και μισοεγκαταλειμένο πύργο του στην κορυφή του Πορφυρού Λόφου", όπου αυτός ζει με την αδελφή του σε κατάσταση σχεδόν απομόνωσης. Εκεί τα μυστήρια αρχίζουν να πληθαίνουν, ο τρόμος (μεταφυσικός και μη) κάνει αισθητή την παρουσία του και παλιά μυστικά αρχίζουν να αποκαλύπτονται...
Το πρώτο που εντυπωσιάζει είναι το μπαρόκ και απόλυτα gothic σκηνικό. Ο πύργος και όσα κρύβει και ο κόκκινος λόφος πάνω στον οποίο βρίσκεται δημιουργούν αμέσως μια "βαριά", τρομακτική ατμόσφαιρα. Τα φαντάσματα προσθέτουν τρόμο βεβαίως, δίχως σε καμία περίπτωση όμως να αποτελούν το κεντρικό σημείο του φιλμ. Απλώς εμφανίζονται μάλλον για να προειδοποιήσουν. Όπως συνέβαινε και στον "Λαβύρινθο του Πάνα", αυτά που συμβαίνουν στον πραγματικό κόσμο, οι "ρεαλιστικές" φρίκες και τα σκοτεινά μυστικά, είναι χειρότερα και τρομακτικότερα από τα αντίστοιχα υπερφυσικά. Ίσως αυτή να είναι η άποψη του σκηνοθέτη για τον κόσμο.
Ο Πόε, οι παλιές γοτθικού κλίματος ταινίες τρόμου με στοιχειωμένα σπίτια, η γοτθική λογοτεχνία, βρίσκονται όλα εδώ και νομίζω ότι δένουν μεταξύ τους. Ταυτόχρονα συνυπάρχουν το σχόλιο πάνω στις ταξικές καταστάσεις της εποχής (η σχέση αριστοκρατίας - χρηματικού πλούτου), αλλά και η μελέτη της ψυχολογίας των ηρώων (πολύ καλό το καστ με επικεφαλής την Τζέσικα Τσαστέιν). Μόνη μου γκρίνια η μάλλον άνευ λόγου τρομακτική εικόνα των φαντασμάτων που εμφανίζονται, μόνο και μόνο για να δώσουν μια εφετζίδικη νότα τρόμου στο φιλμ. Πιστεύω ότι με πιο νορμάλ εμφάνιση και κατάλληλη σκηνοθεσία θα μπορούσαν να λειτουργούν με τρομακτικότερο τρόπο. Πέραν αυτού πάντως απόλαυσα αρκετά την ταινία και την σκοτεινή της ατμόσφαιρα και τη συστήνω στους φίλους του γοτθικού τρόμου - αλλά, όπως είπαμε, όχι μόνον αυτού, διότι η ουσία και τα όσα αποκαλύπτονται βρίσκονται αλλού και όχι στο μεταφυσικό στοιχείο.
Δευτέρα, Νοεμβρίου 16, 2015
Ο ΠΙΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ "ΑΣΤΑΚΟΣ" ΠΟΥ ΕΧΕΤΕ ΔΕΙ ΠΟΤΕ
Τελικά ο Γιώργος Λάνθιμος έχει ήδη δημιουργήσει ένα απόλυτα προσωπικό και αναγνωρίσιμο σύμπαν, πράγμα που αποτελεί επίτευγμα είτε σας αρέσει το σύμπαν αυτό είτε όχι. Με την τέταρτη ταινία του, τον "Αστακό" του 2015, περνά τα ελληνικά σύνορα και φτιάχνει ένα αγγλόφωνο φιλμ με διεθνείς σταρ: Κόλιν Φαρέλ, Ρέιτσελ Βάις, Λεά Σεϊντού, Τζον Ράιλι! Ωστόσο, παρά το πλούσιο καστ και την πολυεθνική παραγωγή, παραμένει 100% Λάνθιμος.
Σε κάποιο απροσδιόριστο μέλλον, το μεγαλύτερο έγκλημα είναι να είσαι... μόνος. Σε έναν κόσμο όπου μόνο ζευγάρια επιτρέπονται, κάθε "διαφορετικός" μοναχικός συλλαμβάνεται και στέλνεται σε ένα ξενοδοχείο, όπου πρέπει να βρει ταίρι εντός 45 ημερών, αλλιώς μετατρέπεται σε ζώο της αρεσκείας του και αφήνεται στο δάσος. Ο διαζευγμένος ήρωας δεν καταφέρνει να ταιριάσει με καμία (παρά την προσπάθειά του να "κοροϊδέψει" το σύστημα) και τελικά δραπετεύει στο δάσος, όπου συναντά τους μοναχικούς επαναστάτες που ζουν εκεί ανάμεσα σε ζώα - πρώην - μοναχικούς. Τότε όμως θα ανακαλύψει μια νέα καταπίεση...
Φυσικά μιλάμε για ένα σουρεαλιστικό στο στόρι του φιλμ (το σενάριο είναι και πάλι γραμμένο με τον μόνιμο συνεργάτη του Λάνθιμου Ευθύμη Φιλίππου). Το παράδοξο, ιδιόρρυθμο και σαρκαστικό χιούμορ συνυπάρχει με τη σκληρότητα και τη ζοφερή και αγχωτική ατμόσφαιρα, αλλά και τις καθόλου φυσικές ηθοποιίες (άλλο σήμα κατατεθέν του σκηνοθέτη) και τελικά το μείγμα γίνεται μια ταινία που έχει όλα τα χαρακτηριστικά του cult. Το πιο ενδιαφέρον όμως κατά τη γνώμη μου είναι η έντονη κοινωνική αλληγορία και σάτιρα. Το φιλμ μιλά για έναν κόσμο όπου ο κομφορμισμός είναι θεσμοθετημένος και υποχρεωτικός και κάθε παρέκκλιση από το επιβεβλημένο τιμωρείται. Η κριτική του όμως πάει ακόμα πιο πέρα: Σύντομα θα ανακαλύψουμε ότι η "άλλη πλευρά", οι επαναστάτες - μοναχικοί (οι οποίοι, παρεπιπτόντως, μου θύμισαν τους επαναστάτες του "Φαρενάιτ 431" του Τριφό, που όμως, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει εδώ, είναι απόλυτα "θετικοί"), οι επαναστάτες λοιπόν, αποδεικνύονται εξ ίσου καταπιεστικοί και φανατικοί στα δικά τους πιστεύω, αποτελώντας τελικά όχι μια εναλλακτική κοινωνία, αλλά την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Και εν τέλει, αιφνιδίως, προβάλλει - εν μέσω σκληρότητας και μαύρου χιούμορ πάντοτε - ένας απροσδόκητα τρυφερός ρομαντισμός, μια πίστη στον έρωτα που θυσιάζει τα πάντα για να επιβιώσει!
Μην το δείτε αν είστε οπαδός αποκλειστικά του mainstream σινεμά. Προσωπικά όμως βρήκα τον "Αστακό" την καλύτερη ταινία του Λάνθιμου και με έκανε να πιστέψω στο μέλλον του δημιουργού αυτού ως ιδιαίτερου κεφάλαιου του παγκόσμιου σινεμά (ναι, του παγκόσμιου, όχι του ελληνικού). Και θαύμασα την ισορροπία ανάμεσα στην πιο νορμάλ κινηματογραφική γραφή από τις προηγούμενες δουλειές του αφ' ενός και στην εμμονή στον προσωπικό κόσμο και στιλ που έχει δημιουργήσει αφ' ετέρου. Αν ψάχνετε για κάτι ασυνήθιστο (και σκληρό, προσέξτε), όχι μόνο όμως "ασυνήθιστου για το ασυνήθιστο", αλλά και με ποικίλες προεκτάσεις και αλληγορίες, μην το χάσετε.
Σε κάποιο απροσδιόριστο μέλλον, το μεγαλύτερο έγκλημα είναι να είσαι... μόνος. Σε έναν κόσμο όπου μόνο ζευγάρια επιτρέπονται, κάθε "διαφορετικός" μοναχικός συλλαμβάνεται και στέλνεται σε ένα ξενοδοχείο, όπου πρέπει να βρει ταίρι εντός 45 ημερών, αλλιώς μετατρέπεται σε ζώο της αρεσκείας του και αφήνεται στο δάσος. Ο διαζευγμένος ήρωας δεν καταφέρνει να ταιριάσει με καμία (παρά την προσπάθειά του να "κοροϊδέψει" το σύστημα) και τελικά δραπετεύει στο δάσος, όπου συναντά τους μοναχικούς επαναστάτες που ζουν εκεί ανάμεσα σε ζώα - πρώην - μοναχικούς. Τότε όμως θα ανακαλύψει μια νέα καταπίεση...
Φυσικά μιλάμε για ένα σουρεαλιστικό στο στόρι του φιλμ (το σενάριο είναι και πάλι γραμμένο με τον μόνιμο συνεργάτη του Λάνθιμου Ευθύμη Φιλίππου). Το παράδοξο, ιδιόρρυθμο και σαρκαστικό χιούμορ συνυπάρχει με τη σκληρότητα και τη ζοφερή και αγχωτική ατμόσφαιρα, αλλά και τις καθόλου φυσικές ηθοποιίες (άλλο σήμα κατατεθέν του σκηνοθέτη) και τελικά το μείγμα γίνεται μια ταινία που έχει όλα τα χαρακτηριστικά του cult. Το πιο ενδιαφέρον όμως κατά τη γνώμη μου είναι η έντονη κοινωνική αλληγορία και σάτιρα. Το φιλμ μιλά για έναν κόσμο όπου ο κομφορμισμός είναι θεσμοθετημένος και υποχρεωτικός και κάθε παρέκκλιση από το επιβεβλημένο τιμωρείται. Η κριτική του όμως πάει ακόμα πιο πέρα: Σύντομα θα ανακαλύψουμε ότι η "άλλη πλευρά", οι επαναστάτες - μοναχικοί (οι οποίοι, παρεπιπτόντως, μου θύμισαν τους επαναστάτες του "Φαρενάιτ 431" του Τριφό, που όμως, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει εδώ, είναι απόλυτα "θετικοί"), οι επαναστάτες λοιπόν, αποδεικνύονται εξ ίσου καταπιεστικοί και φανατικοί στα δικά τους πιστεύω, αποτελώντας τελικά όχι μια εναλλακτική κοινωνία, αλλά την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Και εν τέλει, αιφνιδίως, προβάλλει - εν μέσω σκληρότητας και μαύρου χιούμορ πάντοτε - ένας απροσδόκητα τρυφερός ρομαντισμός, μια πίστη στον έρωτα που θυσιάζει τα πάντα για να επιβιώσει!
Μην το δείτε αν είστε οπαδός αποκλειστικά του mainstream σινεμά. Προσωπικά όμως βρήκα τον "Αστακό" την καλύτερη ταινία του Λάνθιμου και με έκανε να πιστέψω στο μέλλον του δημιουργού αυτού ως ιδιαίτερου κεφάλαιου του παγκόσμιου σινεμά (ναι, του παγκόσμιου, όχι του ελληνικού). Και θαύμασα την ισορροπία ανάμεσα στην πιο νορμάλ κινηματογραφική γραφή από τις προηγούμενες δουλειές του αφ' ενός και στην εμμονή στον προσωπικό κόσμο και στιλ που έχει δημιουργήσει αφ' ετέρου. Αν ψάχνετε για κάτι ασυνήθιστο (και σκληρό, προσέξτε), όχι μόνο όμως "ασυνήθιστου για το ασυνήθιστο", αλλά και με ποικίλες προεκτάσεις και αλληγορίες, μην το χάσετε.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 12, 2015
Ο "ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΚΕΡΑΤΑΣ" ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΝΟΪΚΗ ΖΗΛΕΙΑ
Οι εποχές που η ιταλική κωμωδία έβγαζε τη μία αξιόλογη ταινία μετά την άλλη έχουν βέβαια προ πολλού παρέλθει (από τη δεκαετία του 70 νομίζω). Το 1964 ωστόσο βρισκόταν στα πάνω της και αυτός εδώ ο ασπρόμαυρος "Υπέροχος Κερατάς" (Il Magnifico cornuto) το επιβεβαιώνει. Τον γύρισε ο Antonio Pietrangeli (1919-1968), ένας σκηνοθέτης που πέθανε νέος και του οποίου το υπόλοιπο έργο (όχι μεγάλο βεβαίως λόγω σύντομου βίου) αγνοώ.
Οι πρωταγωνιστές είναι ένα εύπορο ζευγάρι που αγαπιέται (στο παλιό ιταλικό στιλ, με τον σύζυγο να "έχει το πάνω χέρι" βεβαίως). Ώσπου εκείνος, παρά τον έρωτά του για τη γυναίκα του, κάνει την πρώτη και μοναδική του απιστία δίχως εκείνη να αντιληφθεί τίποτα... και από τότε όλα αλλάζουν. Από εδώ και πέρα του μπαίνει για τα καλά η ιδέα ότι, όπως εκείνος την απάτησε εύκολα, μπορεί κι εκείνη να κάνει το ίδιο (είναι βέβαια και φοβερή γυναίκα, αφού μιλάμε για την Κλαούντια Καρντινάλε). Καθώς οι φόβοι του αυξάνονται και η ζήλια του μεγαλώνει, από ένα σημείο και πέρα, οδηγείται στην απόλυτη παράνοια. Αυτό που συμβαίνει στο τέλος (το οποίο δεν θα σας αποκαλύψω βεβαίως), μου φάνηκε, εκτός από αστείο, και ιδιοφυές.
Με τον Ούγκο Τονιάτσι να σηκώνει το φιλμ στις πλάτες του, η θέαση καθίσταται νομίζω απολαυστική. Αστεία ταινία, που ωστόσο γίνεται όλο και πιο παρανοϊκή, διαθέτει και ένα ιδιαίτερο ψυχαναλυτικό βάθος: Ο σύζυγος προβάλλει τις δικές του ενοχές στη γυναίκα του και φτάνει να γίνεται κακός μαζί της για κάτι που ο ίδιος έπραξε. Κι όσο εκείνη αποδεικνύεται κάθε στιγμή όλο και πιο αθώα, τόσο εκείνος την υποψιάζεται περισσότερο. Το βρίσκω ενδιαφέρον. Φυσικά η ταινία μιλά πρώτιστα για τη ζήλια, που μπορεί να οδηγήσει σε αληθινή παράνοια, αλλά και σε απρόβλεπτη τροπή, όπως θα δείτε. Εκτός αυτού σχολιάζει την υποκριτική κοινωνία των ανώτερων τάξεων, με τα (παντρεμένα) ζευγάρια να "μπερδεύονται" διαρκώς το ένα με το άλλο και, επιφανειακά, να μη συμβαίνει τίποτα απολύτως καθώς οι "φιλίες", οι τυπικότητες και οι κοινωνικές σχέσεις εξακολουθούν να λειτουργούν άψογα.
Αν είστε φίλοι της παλιάς ιταλικής κωμωδιας, πρόκειται για αξιόλογο δείγμα, με έξυπνο σενάριο. Και, βεβαίως, ο Τονιάτσι παραμένει πάντοτε απολαυστικός ως κατά φαντασίαν κερατάς.
Οι πρωταγωνιστές είναι ένα εύπορο ζευγάρι που αγαπιέται (στο παλιό ιταλικό στιλ, με τον σύζυγο να "έχει το πάνω χέρι" βεβαίως). Ώσπου εκείνος, παρά τον έρωτά του για τη γυναίκα του, κάνει την πρώτη και μοναδική του απιστία δίχως εκείνη να αντιληφθεί τίποτα... και από τότε όλα αλλάζουν. Από εδώ και πέρα του μπαίνει για τα καλά η ιδέα ότι, όπως εκείνος την απάτησε εύκολα, μπορεί κι εκείνη να κάνει το ίδιο (είναι βέβαια και φοβερή γυναίκα, αφού μιλάμε για την Κλαούντια Καρντινάλε). Καθώς οι φόβοι του αυξάνονται και η ζήλια του μεγαλώνει, από ένα σημείο και πέρα, οδηγείται στην απόλυτη παράνοια. Αυτό που συμβαίνει στο τέλος (το οποίο δεν θα σας αποκαλύψω βεβαίως), μου φάνηκε, εκτός από αστείο, και ιδιοφυές.
Με τον Ούγκο Τονιάτσι να σηκώνει το φιλμ στις πλάτες του, η θέαση καθίσταται νομίζω απολαυστική. Αστεία ταινία, που ωστόσο γίνεται όλο και πιο παρανοϊκή, διαθέτει και ένα ιδιαίτερο ψυχαναλυτικό βάθος: Ο σύζυγος προβάλλει τις δικές του ενοχές στη γυναίκα του και φτάνει να γίνεται κακός μαζί της για κάτι που ο ίδιος έπραξε. Κι όσο εκείνη αποδεικνύεται κάθε στιγμή όλο και πιο αθώα, τόσο εκείνος την υποψιάζεται περισσότερο. Το βρίσκω ενδιαφέρον. Φυσικά η ταινία μιλά πρώτιστα για τη ζήλια, που μπορεί να οδηγήσει σε αληθινή παράνοια, αλλά και σε απρόβλεπτη τροπή, όπως θα δείτε. Εκτός αυτού σχολιάζει την υποκριτική κοινωνία των ανώτερων τάξεων, με τα (παντρεμένα) ζευγάρια να "μπερδεύονται" διαρκώς το ένα με το άλλο και, επιφανειακά, να μη συμβαίνει τίποτα απολύτως καθώς οι "φιλίες", οι τυπικότητες και οι κοινωνικές σχέσεις εξακολουθούν να λειτουργούν άψογα.
Αν είστε φίλοι της παλιάς ιταλικής κωμωδιας, πρόκειται για αξιόλογο δείγμα, με έξυπνο σενάριο. Και, βεβαίως, ο Τονιάτσι παραμένει πάντοτε απολαυστικός ως κατά φαντασίαν κερατάς.
Τρίτη, Νοεμβρίου 10, 2015
ΟΤΑΝ ΒΑΡΙΕΣΑΙ ΣΕ ΜΙΑ "DROP ZONE"
Όπου εγκληματική ομάδα από... sky divers (είναι αυτοί που πέφτουν από αεροπλάνα και κάνουν διάφορα ουράνια κόλπα πριν ανοίξουν τα αλεξίπτωτά τους) επιδίδεται σε αεροπλανικές ληστείες. Ο Γουέσλι Σνάιπς είναι σκληροτράχηλος μπάτσος, συνοδεύει με τον επίσης μπάτσο αδελφό του έναν πολύτιμο κρατούμενο χάκερ σε αεροπλάνο, γίνεται της τρελής και ο κρατούμενος το σκάει... αεροπορικώς. Από εκεί και πέρα ο ήρωάς μας θα συγκρουστεί με τη συμμορία, θα γίνει και ο ίδιος sky diver για να μπει πιο εύκολα στον κόσμο τους και άλλα ευτράπελα.
Εντάξει, πολύ λίγα έχω να πω για το φιλμ, το οποίο είδα απο περιέργεια, επειδή ουσιαστικά αγνοούσα ότι ο σκηνοθέτης ήταν ακόμα ενεργός το 94. Το σενάριο είναι γελοίο, οι απιθανότητες συμβαίνουν η μία μετά την άλλη, οι κακοί είναι πολύ κακοί, οι καλοί είναι ηρωικοί, αλεξίπτωτα ανοίγουν (ή δεν ανοίγουν), άλλοι κρέμονται από αεροπλάνα (εν κινήσει εννοείται) και πολλά άλλα τέτοια. Υπάρχει και το κλασικό χιούμορ για να σπάσουμε τη δράση και, φυσικά, δεν υπάρχει καμιά πρωτοτυπία στην ιστορία. Α, ναι, ξέχασα και τη σούπερ γκόμενα - πρωταθλήτρια κλπ. Και, μέσα σ' όλα, παρακολουθούμε και διάφορες επιδείξεις sky divers, των οποίων ο μικρόκοσμος υποτίθεται ότι "μελετάται" στην ταινία.
Το φιλμ προσπαθεί να είναι τουλάχιστον θεαματικό, λόγω των επιδείξεων και των σχετικών που προαναφέραμε. Αν σας αρέσει το συγκεκριμένο extreme sport μπορεί και να χαζέψετε τις σκηνές (και μόνο αυτές, όχι ολόκληρο το φιλμ). Κατά τα άλλα, μόνο με πολύ ποτό, πολλά ποπ κορν ή ό,τι άλλο, πολλούς φίλους που θέλουν να κάνουν χαβαλέ... και τίποτα παραπάνω.
Παρασκευή, Νοεμβρίου 06, 2015
Ο ΑΠΟΛΥΤΑ ΠΕΣΙΜΙΣΤΙΚΟΣ "ΑΛΦΡΕΝΤΟ ΓΚΑΡΣΙΑ"
Το 1974 ο Sam Peckinpah (1925-1984) γυρίζει την πλέον "μαύρη" κατά τη γνώμη μου ταινία του : "Φέρτε μου το Κεφάλι του Αλφρέντο Γκαρσία".
Ένας πάμπλουτος και πανίσχυρος μεξικάνος ιδιοκτήτης ράντσου επικηρύσσει για "λόγους τιμής" τον πρώην έμπιστό του Αλφρέντο Γκαρσία. Ένας μάλλον παρακμιακός πιανίστας σε μπαρ δέχεται την προσφορά αδίστακτων εκπροσώπων του γαιοκτήμονα να τους παραδώσει, ζωντανό ή νεκρό (το κεφάλι του για την ακρίβεια) τον επικηρυγμένο. Ξεκινά λοιπόν με την πόρνη φίλη του ένα μακρύ οδοιπορικό στο σκονισμένο και καυτό από τον ήλιο Μεξικό για να βρει το θήραμά του. Οι ανατροπές όμως έρχονται η μία μετά την άλλη. Η πρώτη και σημαντική είναι ότι ο Αλφρέντο μάλλον είναι ήδη νεκρός...
Στον Πέκινπα αρέσει η βία, η ενστικτώδης επανάσταση ενάντια σε κάθε καταπίεση και αδικία και η κάθαρση. Μια κάθαρση που πάντοτε στις ταινίες του έρχεται με λουτρά αίματος. Ο "Αλφρέντο Γκαρσία" δεν αποτελεί βεβαίως εξαίρεση. Κάθε άλλο μάλιστα. Η βία είναι μπόλικη και εντυπωσιακά χορογραφημένη, η αντίδραση ενάντια σε όλους και όλα του ήρωα είναι, από ένα σημείο και μετά τουλάχιστον, κάτι περισσότερο εμφανής, προδιαγεγραμμένη θα έλεγα και η κάθαρση με πολύ αίμα αναμενόμενη. Μόνο που εδώ, περισσότερο από ποτέ, ο σκηνοθέτης τονίζει ένα πραγματικά δυσβάστακτο κοινωνικό περιβάλλον. Στον κόσμο της ταινίας δεν υπάρχει πουθενά χώρος για το καλό. Πρόκειται για ένα από τα λίγα φιλμ όπου όλοι οι χαρακτήρες, σημαντικοί ή λιγότερο σημαντικοί, είναι αρνητικοί. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν δύο γυναίκες, η νεαρή κόρη του γαικτήμονα και η καλόκαρδη πόρνη - φίλη του πρωταγωνιστή. Η μοίρα όμως (ή η δομή του κόσμου) ούτε και σ' αυτές επιφυλάσσει κάτι καλό... Υπάρχουν βεβαίως και οι αθώοι, ανώνυμοι και πάμφτωχοι χωρικοί, οι οποίοι δεν έχουν φταίξει σε τίποτα. Ε, λοιπόν κι αυτοί θα σφαγιαστούν δίχως καν να γνωρίζουν γιατί, πληρώνοντας με τη ζωή τους έναν πόλεμο συμφερόντων ανάμεσα σε ξένους. Σε έναν τέτοιο εφιαλτικό κόσμο λοιπόν, το αναπόφευκτο ξέσπασμα της βίας μοιάζει καλοδεχούμενο. Μιας επαναστατικής πλην όμως απόλυτα απελπισμένης και ενστικτώδους βίας, που απλώς σαν στόχο έχει να εξαλείψει οσο περισσότερο κακό μπορεί, δίχως να έχει να κερδίσει τίποτα και που, βέβαια, είναι και απόλυτα αυτοκαταστροφική γι' αυτόν που την εξασκεί.
Πέρα για πέρα πεσιμιστική και απελπισμένη, μακάβρια (με το περιβόητο κεφάλι να σαπίζει αργά στο σακούλι του από τη ζέστη), ασφυκτική, βρώμικη και σκονισμένη, η ταινία κατέχει νομίζω μια εξέχουσα θέση στο πάνθεον των εντελώς σκοτεινών και απαισιόδοξων δημιουργιών του κινηματογράφου. Όχι, δεν υπάρχει φως από πουθενά.
Έχοντας σαφώς υπ' όψιν σας όλα τα παραπάνω, απολαύστε (αν αυτό είναι η σωστή λέξη) μια από τις καλύτερες ταινίες του δημιουργού αυτού.
Ένας πάμπλουτος και πανίσχυρος μεξικάνος ιδιοκτήτης ράντσου επικηρύσσει για "λόγους τιμής" τον πρώην έμπιστό του Αλφρέντο Γκαρσία. Ένας μάλλον παρακμιακός πιανίστας σε μπαρ δέχεται την προσφορά αδίστακτων εκπροσώπων του γαιοκτήμονα να τους παραδώσει, ζωντανό ή νεκρό (το κεφάλι του για την ακρίβεια) τον επικηρυγμένο. Ξεκινά λοιπόν με την πόρνη φίλη του ένα μακρύ οδοιπορικό στο σκονισμένο και καυτό από τον ήλιο Μεξικό για να βρει το θήραμά του. Οι ανατροπές όμως έρχονται η μία μετά την άλλη. Η πρώτη και σημαντική είναι ότι ο Αλφρέντο μάλλον είναι ήδη νεκρός...
Στον Πέκινπα αρέσει η βία, η ενστικτώδης επανάσταση ενάντια σε κάθε καταπίεση και αδικία και η κάθαρση. Μια κάθαρση που πάντοτε στις ταινίες του έρχεται με λουτρά αίματος. Ο "Αλφρέντο Γκαρσία" δεν αποτελεί βεβαίως εξαίρεση. Κάθε άλλο μάλιστα. Η βία είναι μπόλικη και εντυπωσιακά χορογραφημένη, η αντίδραση ενάντια σε όλους και όλα του ήρωα είναι, από ένα σημείο και μετά τουλάχιστον, κάτι περισσότερο εμφανής, προδιαγεγραμμένη θα έλεγα και η κάθαρση με πολύ αίμα αναμενόμενη. Μόνο που εδώ, περισσότερο από ποτέ, ο σκηνοθέτης τονίζει ένα πραγματικά δυσβάστακτο κοινωνικό περιβάλλον. Στον κόσμο της ταινίας δεν υπάρχει πουθενά χώρος για το καλό. Πρόκειται για ένα από τα λίγα φιλμ όπου όλοι οι χαρακτήρες, σημαντικοί ή λιγότερο σημαντικοί, είναι αρνητικοί. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν δύο γυναίκες, η νεαρή κόρη του γαικτήμονα και η καλόκαρδη πόρνη - φίλη του πρωταγωνιστή. Η μοίρα όμως (ή η δομή του κόσμου) ούτε και σ' αυτές επιφυλάσσει κάτι καλό... Υπάρχουν βεβαίως και οι αθώοι, ανώνυμοι και πάμφτωχοι χωρικοί, οι οποίοι δεν έχουν φταίξει σε τίποτα. Ε, λοιπόν κι αυτοί θα σφαγιαστούν δίχως καν να γνωρίζουν γιατί, πληρώνοντας με τη ζωή τους έναν πόλεμο συμφερόντων ανάμεσα σε ξένους. Σε έναν τέτοιο εφιαλτικό κόσμο λοιπόν, το αναπόφευκτο ξέσπασμα της βίας μοιάζει καλοδεχούμενο. Μιας επαναστατικής πλην όμως απόλυτα απελπισμένης και ενστικτώδους βίας, που απλώς σαν στόχο έχει να εξαλείψει οσο περισσότερο κακό μπορεί, δίχως να έχει να κερδίσει τίποτα και που, βέβαια, είναι και απόλυτα αυτοκαταστροφική γι' αυτόν που την εξασκεί.
Πέρα για πέρα πεσιμιστική και απελπισμένη, μακάβρια (με το περιβόητο κεφάλι να σαπίζει αργά στο σακούλι του από τη ζέστη), ασφυκτική, βρώμικη και σκονισμένη, η ταινία κατέχει νομίζω μια εξέχουσα θέση στο πάνθεον των εντελώς σκοτεινών και απαισιόδοξων δημιουργιών του κινηματογράφου. Όχι, δεν υπάρχει φως από πουθενά.
Έχοντας σαφώς υπ' όψιν σας όλα τα παραπάνω, απολαύστε (αν αυτό είναι η σωστή λέξη) μια από τις καλύτερες ταινίες του δημιουργού αυτού.
Τετάρτη, Νοεμβρίου 04, 2015
Ο ΑΜΕΙΛΙΚΤΟΣ "ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ"
Οι αδελφοί Νταρντέν έχουν σίγουρα δημιουργήσει παράδοση και έχουν επηρρεάσει πολλούς με το εντελώς ρεαλιστικό, καθημερινό, ντοκιμαντερίστικο σινεμά τους. Στις επιρροές αυτές ανήκει και ο γαλλικός "Νόμος της Αγοράς" που γύρισε το 2015 ο Stephane Brize.
Μεσήλικας οικογενειάρχης, πατέρας μάλιστα ενός γιου με κινητικά προβλήματα, είναι για μήνες άνεργος. Στο πρώτο μέρος η ταινία παρακολουθεί την επώδυνη ανεργία του. Κάποια στιγμή προσλαμβάνεται επιτέλους σε σούπερ μάρκετ ως υπεύθυνος να ελέγχει για κλοπές ή άλλα παραπτώματα πελατών αλλά και υπαλλήλων. Μια άλλη δύσκολη πορεία, αυτή τη φορά στον εργασιακό χώρο, ξεκινά γι' αυτόν.
Το φιλμ χρησιμοποιεί τον κλασικό, σχεδόν ντοκιμαντερίστικο τρόπο των ταινιών του είδους για να καταγράψει πρώτα πρώτα τις εφιαλτικές επιπτώσεις της κρίσης και στη συνέχεια την εξαιρετικά αλλοτριωτική καθημερινότητα της εργασίας. Ο ήρωας είναι σα να μην έχει προσωπικότητα ή μάλλον σαν να προσπαθούν όλοι να του αφαιρέσουν την προσωπικότητα, να του πουν πως πρέπει να ντύνεται, να συμπεριφέρεται, να μιλά, να φτιάχνει το βιογραφικό του... Για να επιβιώσεις πρέπει να μην είσαι ο εαυτός σου! Πρέπει να τα κάνεις όλα με έναν εκ των προτέρων δοσμένο τρόπο. Φυσικά όλες αυτές οι συμπεριφορές και η καθημερινή πίεση που ασκείται στον πρωταγωνιστή (και στους περισσότερους εργαζόμενους) είναι κι αυτά σε αρκετό βαθμό προϊόντα της κρίσης.
Η ταινία σχολιάζει όλα τα αποπνικτικά, καθημερινά κακώς κείμενα με απόλυτα χαμηλότονο τρόπο. Δεν υπάρχουν εξάρσεις ή δράματα ή μελοδραματισμοί. Όπως ακριβώς συμβαίνει συνήθως στην πραγματική ζωή. Και βρίσκεται φυσικά στον αντίποδα του "μεγάλου θεάματος". Μοιάζει να αποτελείται από επεισόδια καθημερινότητας, που όλο συντελούν στην αποκάλυψη της "μεγάλης εικόνας", της κρίσης και του αλλοτριωτικού, συχνά ασφυκτικού συστήματος, του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Όσο για τον πρωταγωνιστή Βερνάν Λιντόν είναι όντως πολύ καλός και εκφραστικός, αν και συχνά βουβός.
Απλώς, όπως έχω γράψει κι άλλες φορές, αυτό δεν είναι το στιλ του σινεμά που προσωπικά προτιμώ. Όλη αυτή η καταγραφή μιας τετριμμένης και άχαρης καθημερινότητας μάλλον με κούρασε. Πρόκειται για καθαρά προσωπική γνώμη, επαναλαμβάνω. Διότι αν είστε φίλος αυτού του είδους κινηματογράφου, σίγουρα η ταινία είναι από τις καλές και πετυχαίνει άψογα τους στόχους της. Μη διστάσετε λοιπόν να τη δείτε - αφού βέβαια γνωρίζετε καλά το κλίμα και το ύφος αυτού που θα δείτε. Εξ άλλου η αποφυγή κάθε δράματος ή κορύφωσης ή θεάματος αποτελεί μια σεβαστή επιλογή, άσχετα αν δεν θα την ακολουθούσα προσωπικά αν ήμουν σκηνοθέτης.
Και κάτι τελευταίο: Δεν ξέρω γιατί, αλλά οι καλύτερες - με διαφορά από οποιονδήποτε δεύτερο - ταινίες πάνω στην κρίση και τις επιπτώσεις της μας έρχονται από τη Γαλλία. Εδώ και πολλά χρόνια.
Μεσήλικας οικογενειάρχης, πατέρας μάλιστα ενός γιου με κινητικά προβλήματα, είναι για μήνες άνεργος. Στο πρώτο μέρος η ταινία παρακολουθεί την επώδυνη ανεργία του. Κάποια στιγμή προσλαμβάνεται επιτέλους σε σούπερ μάρκετ ως υπεύθυνος να ελέγχει για κλοπές ή άλλα παραπτώματα πελατών αλλά και υπαλλήλων. Μια άλλη δύσκολη πορεία, αυτή τη φορά στον εργασιακό χώρο, ξεκινά γι' αυτόν.
Το φιλμ χρησιμοποιεί τον κλασικό, σχεδόν ντοκιμαντερίστικο τρόπο των ταινιών του είδους για να καταγράψει πρώτα πρώτα τις εφιαλτικές επιπτώσεις της κρίσης και στη συνέχεια την εξαιρετικά αλλοτριωτική καθημερινότητα της εργασίας. Ο ήρωας είναι σα να μην έχει προσωπικότητα ή μάλλον σαν να προσπαθούν όλοι να του αφαιρέσουν την προσωπικότητα, να του πουν πως πρέπει να ντύνεται, να συμπεριφέρεται, να μιλά, να φτιάχνει το βιογραφικό του... Για να επιβιώσεις πρέπει να μην είσαι ο εαυτός σου! Πρέπει να τα κάνεις όλα με έναν εκ των προτέρων δοσμένο τρόπο. Φυσικά όλες αυτές οι συμπεριφορές και η καθημερινή πίεση που ασκείται στον πρωταγωνιστή (και στους περισσότερους εργαζόμενους) είναι κι αυτά σε αρκετό βαθμό προϊόντα της κρίσης.
Η ταινία σχολιάζει όλα τα αποπνικτικά, καθημερινά κακώς κείμενα με απόλυτα χαμηλότονο τρόπο. Δεν υπάρχουν εξάρσεις ή δράματα ή μελοδραματισμοί. Όπως ακριβώς συμβαίνει συνήθως στην πραγματική ζωή. Και βρίσκεται φυσικά στον αντίποδα του "μεγάλου θεάματος". Μοιάζει να αποτελείται από επεισόδια καθημερινότητας, που όλο συντελούν στην αποκάλυψη της "μεγάλης εικόνας", της κρίσης και του αλλοτριωτικού, συχνά ασφυκτικού συστήματος, του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Όσο για τον πρωταγωνιστή Βερνάν Λιντόν είναι όντως πολύ καλός και εκφραστικός, αν και συχνά βουβός.
Απλώς, όπως έχω γράψει κι άλλες φορές, αυτό δεν είναι το στιλ του σινεμά που προσωπικά προτιμώ. Όλη αυτή η καταγραφή μιας τετριμμένης και άχαρης καθημερινότητας μάλλον με κούρασε. Πρόκειται για καθαρά προσωπική γνώμη, επαναλαμβάνω. Διότι αν είστε φίλος αυτού του είδους κινηματογράφου, σίγουρα η ταινία είναι από τις καλές και πετυχαίνει άψογα τους στόχους της. Μη διστάσετε λοιπόν να τη δείτε - αφού βέβαια γνωρίζετε καλά το κλίμα και το ύφος αυτού που θα δείτε. Εξ άλλου η αποφυγή κάθε δράματος ή κορύφωσης ή θεάματος αποτελεί μια σεβαστή επιλογή, άσχετα αν δεν θα την ακολουθούσα προσωπικά αν ήμουν σκηνοθέτης.
Και κάτι τελευταίο: Δεν ξέρω γιατί, αλλά οι καλύτερες - με διαφορά από οποιονδήποτε δεύτερο - ταινίες πάνω στην κρίση και τις επιπτώσεις της μας έρχονται από τη Γαλλία. Εδώ και πολλά χρόνια.
Δευτέρα, Νοεμβρίου 02, 2015
ΜΑΣΚΟΦΟΡΟΣ, ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΚΑΙ WANNABE CULT
Ο Larry Charles είναι αυτός που γύρισε τις 3 ταινίες με τον Σάσα Μπάρον Κοέν, αλλά και το "Religulous". Και είναι και σεναριογράφος και παραγωγός. Όπως καταλάβατε, τον αγαπάτε ή τον μισείτε. Πριν απ' αυτά όμως, το 2003 συγκεκριμένα, γύρισε το "Masked and Anonymous", μια εξαιρετικά περίεργη, καθόλου καλή όμως κατά τη γνώμη μου ταινία.
Πιστεύω ότι το φιλμ δημιουργήθηκε μόνο για να γίνει cult (και ίσως το έχει πετύχει, δεν ξέρω). Οι λόγοι είναι πολλοί. Θα μείνω όμως στον βασικό: Πρωταγωνιστής, σεναριογράφος (μαζί με τον σκηνιθετη) και, φυσικά, μουσικός είναι ο Μπομπ Ντίλαν. Αυτό και μόνο θα έφτανε. Υπάρχουν όμως κι άλλα, που θα δούμε μετά.
Σε μια χώρα της Λατινικής Αμερικής που δεν κατονομάζεται, η κάποτε επανάσταση έχει καταντήσει στυγνή δικτατορία υπό την εξουσία ενός γηραιού, ετοιμοθάνατου δικτάτορα. Δύο αμερικάνοι, άντρας και γυναίκα, προσπαθούν να διοργανώσουν μια ροκ συναυλία "υπέρ της επανάστασης", υποστηριζόμενη από το καθεστώς. Ο μοναδικός σταρ όμως που δέχεται να παίξει είναι ο κάποτε μυθικός Jack Fate, ο οποίος έχει εξαφανιστεί από χρόνια από την επικαιρότητα και ίσως είναι πια ξεχασμένος. Τέλος πάντων, μαθαίνουμε ότι ο Fate βρίσκεται στη φυλακή - στην ίδια πάντα χώρα. Βγαίνει από εκεί και παρουσιάζεται για να παίξει, αρχίζοντας μάλιστα πρόβες. Στο μεταξύ ένας αμερικανός δημοσιογράφος καταφθάνει για να καλύψει υποτίθεται τη συναυλία, στην πραγματικότητα όμως για να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω απ' αυτήν. Και διάφορα άλλα.
Το σενάριο είναι ένας αχταρμάς, τα σκοτεινά σημεία πολλά, η ροή ανύπαρκτη, οι αυθαιρεσίες πολλές και, σα να μην έφταναν όλα, ο Ντίλαν σε τακτά διαστήματα απαγγέλει μονόλογους γεμάτους, υποτίθεται, σοφία (ή μήπως αμπελοφιλοσοφία;) Με λίγα λόγια βαρέθηκα αρκετά βλέποντας το φιλμ και ούτε και κατάλαβα πολύ καλά πού το πήγαινε. Αν ψάχνετε λοιπόν για καλή ταινία, κατά τη γνώμη μου ξεχάστε το.
Είπα όμως ότι πρόκειται για cult. Είναι βεβαίως η πρωταγωνιστική παρουσια του Ντίλαν. Κι όχι μόνο. Στο σάουντρακ ακούγονται πολλά γνωστά κομμάτια του μεγάλου τραγουδοποιού σε άγνωστες και συχνά απίθανες εκτελέσεις από άλλους, ενώ άλλα τόσα κομμάτια του παίζονται live από τον ίδιο και μία μπάντα (στις πρόβες για τη συναυλία υποτίθεται). Έτσι το φιλμ είναι πλημμυρισμένο από ντιλανική μουσική. Με λίγα λόγια, αν είστε φαν του Ντίλαν, δεν το χάνετε με τίποτα, για καθαρά μουσικούς και όχι - επαναλαμβάνω - κινηματογραφικούς λόγους. Υπάρχει όμως και άλλο: Το απίστευτο πραγματικά καστ, που αποτελεί άλλον ένα λόγο να δει κανείς την κακή αυτή ταινία. Ίσως να μην έχω συναντήσει ποτέ τόσους γνωστούς ηθοποιούς μαζεμένους, άλλους σε πρωταγωνιστικούς, άλλους σε μικρούς ρόλους. Πάτρε ανάσα και πάμε (εκτος του Ντίλαν φυσικά): Τζον Γκούντμαν, Τζέσικα Λανγκ, Πενέλοπε Κρουζ, Τζεφ Μπρίτζες, Άντζελα Μπάσετ, Μπρους Ντερν, Εντ Χάρις, Μίκι Ρουρκ, Βαλ Κίλμερ, Τζοβάνι Ρίμπιζι, Κρίστιαν Σλέιτερ, Φρεντ Γουάρντ. Είπατε τίποτα; Πάντως αν αποφασίσετε να το δείτε κάντε το με δική σας ευθύνη...
Πιστεύω ότι το φιλμ δημιουργήθηκε μόνο για να γίνει cult (και ίσως το έχει πετύχει, δεν ξέρω). Οι λόγοι είναι πολλοί. Θα μείνω όμως στον βασικό: Πρωταγωνιστής, σεναριογράφος (μαζί με τον σκηνιθετη) και, φυσικά, μουσικός είναι ο Μπομπ Ντίλαν. Αυτό και μόνο θα έφτανε. Υπάρχουν όμως κι άλλα, που θα δούμε μετά.
Σε μια χώρα της Λατινικής Αμερικής που δεν κατονομάζεται, η κάποτε επανάσταση έχει καταντήσει στυγνή δικτατορία υπό την εξουσία ενός γηραιού, ετοιμοθάνατου δικτάτορα. Δύο αμερικάνοι, άντρας και γυναίκα, προσπαθούν να διοργανώσουν μια ροκ συναυλία "υπέρ της επανάστασης", υποστηριζόμενη από το καθεστώς. Ο μοναδικός σταρ όμως που δέχεται να παίξει είναι ο κάποτε μυθικός Jack Fate, ο οποίος έχει εξαφανιστεί από χρόνια από την επικαιρότητα και ίσως είναι πια ξεχασμένος. Τέλος πάντων, μαθαίνουμε ότι ο Fate βρίσκεται στη φυλακή - στην ίδια πάντα χώρα. Βγαίνει από εκεί και παρουσιάζεται για να παίξει, αρχίζοντας μάλιστα πρόβες. Στο μεταξύ ένας αμερικανός δημοσιογράφος καταφθάνει για να καλύψει υποτίθεται τη συναυλία, στην πραγματικότητα όμως για να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω απ' αυτήν. Και διάφορα άλλα.
Το σενάριο είναι ένας αχταρμάς, τα σκοτεινά σημεία πολλά, η ροή ανύπαρκτη, οι αυθαιρεσίες πολλές και, σα να μην έφταναν όλα, ο Ντίλαν σε τακτά διαστήματα απαγγέλει μονόλογους γεμάτους, υποτίθεται, σοφία (ή μήπως αμπελοφιλοσοφία;) Με λίγα λόγια βαρέθηκα αρκετά βλέποντας το φιλμ και ούτε και κατάλαβα πολύ καλά πού το πήγαινε. Αν ψάχνετε λοιπόν για καλή ταινία, κατά τη γνώμη μου ξεχάστε το.
Είπα όμως ότι πρόκειται για cult. Είναι βεβαίως η πρωταγωνιστική παρουσια του Ντίλαν. Κι όχι μόνο. Στο σάουντρακ ακούγονται πολλά γνωστά κομμάτια του μεγάλου τραγουδοποιού σε άγνωστες και συχνά απίθανες εκτελέσεις από άλλους, ενώ άλλα τόσα κομμάτια του παίζονται live από τον ίδιο και μία μπάντα (στις πρόβες για τη συναυλία υποτίθεται). Έτσι το φιλμ είναι πλημμυρισμένο από ντιλανική μουσική. Με λίγα λόγια, αν είστε φαν του Ντίλαν, δεν το χάνετε με τίποτα, για καθαρά μουσικούς και όχι - επαναλαμβάνω - κινηματογραφικούς λόγους. Υπάρχει όμως και άλλο: Το απίστευτο πραγματικά καστ, που αποτελεί άλλον ένα λόγο να δει κανείς την κακή αυτή ταινία. Ίσως να μην έχω συναντήσει ποτέ τόσους γνωστούς ηθοποιούς μαζεμένους, άλλους σε πρωταγωνιστικούς, άλλους σε μικρούς ρόλους. Πάτρε ανάσα και πάμε (εκτος του Ντίλαν φυσικά): Τζον Γκούντμαν, Τζέσικα Λανγκ, Πενέλοπε Κρουζ, Τζεφ Μπρίτζες, Άντζελα Μπάσετ, Μπρους Ντερν, Εντ Χάρις, Μίκι Ρουρκ, Βαλ Κίλμερ, Τζοβάνι Ρίμπιζι, Κρίστιαν Σλέιτερ, Φρεντ Γουάρντ. Είπατε τίποτα; Πάντως αν αποφασίσετε να το δείτε κάντε το με δική σας ευθύνη...
Κυριακή, Νοεμβρίου 01, 2015
ΣΤΟΝ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "BRIDGEND"
Το Bridgend είναι μια μικρή, μάλλον καταθλιπτική και δίχως ιδιαιτερότητες πόλη κάπου στην Ουαλία. Μεταξύ 2007 και 2012 στην πόλη αυτή συνέβησαν, ούτε λίγο ούτε πολύ, 79 (!) αυτοκτονίες, κυρίως εφήβων ή νέων ανθρώπων. Η ιστορία είναι αληθινή και το γιατί παραμένει μέχι σήμερα άγνωστο.
Τα συγκλονιστικά αυτά γεγονότα προσπαθεί να μεταφέρει στην οθόνη η δανέζικη (αλλά αγγλόφωνη) ταινία "Bridgend" του 2015, πρώτη fiction του μέχρι τώρα ντοκιμαντερίστα δανού Jeppe Ronde. Μια έφηβη μετακομίζει στην πόλη με τον πατέρα της, ο οποίος κατάγεται από εκεί και ειναι αστυνομικός, και με τον οποίο στην πορεία θα συγκρουστεί. Πολύ σύντομα, αν και ήσυχη η ίδια, θα βρεθεί να κάνει παρέα με μια μεγάλη ομάδα συνομιλήκων της. Αλκοόλ, περιστασιακοί και εφήμεροι έρωτες, βόλτες στο δάσος, όπου γίνονται κάποιου είδους - και μάλλον άνευ λόγου - "τελετουργίες", είναι η μοναδική διασκέδασή τους σε ένα μουντό, καταθλιπτικό περιβάλλον. Και βέβαια, κάθε λίγο, ένας ή μία από την ομάδα αυτοκτονεί! Οι υπόλοιποι δέχονται το τραγικό γεγονός σαν φυσιολογικό, ανταλλάσουν e-mails γι' αυτό και μαζεύονται στο δάσος για να πενθησουν με τον τρόπο τους το νέο θύμα της αλλόκοτης αυτής αλληλουχίας.
Η ταινία είναι κυρίως βασισμένη στην ατμόσφαιρα. Σκοτεινή, ζοφερή σχεδόν, με στιγμές μεγάλης ομορφιάς, αποτελεί το ατού της. Ο σκηνοθέτης δεν δίνει απαντήσεις στα μυστηριώδη γεγονότα, όπως άλλωστε δεν υπάρχουν και στην πραγματικότητα . Κάποιες φορές υπονοούνται ελάχιστα ακόμα και για μεταφυσικούς λόγους, ωστόσο σαφώς δεν επιβεβαιώνονται και σαφώς δεν είναι αυτός ο στόχος ή η πιθανή εξήγηση. Περισσότερο, αυτό που μένει είναι η βουβή και αδιέξοδη οργή των νέων για το απρόσωπο, καταθλιπτικό κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον, ένα είδος επανάστασης ενάντια στις μεγαλύτερες γενιές, στους γονείς ουσιαστικά, που βρίσκει διέξοδο με τον τραγικό τρόπο της αυτοκτονίας. Άλλωστε οι έφηβοι μοιάζουν να ανήκουν σε ένα είδος μυστικής σέχτας, σα να προσπαθούν να κρατήσουν μυστικά και να εμποδίσουν μέλη τους να φύγουν από την πόλη. Πάντως το αδιέξοδο, το σχεδόν κλειστοφοβικό κλίμα και η κατάθλιψη των νέων που δεν μπορούν να διοχετεύσουν αλλού την ενεργητικότητα και τη νεανική ορμή τους δίνεται ανάγλυφα.
Σκοτεινή ταινία, βαριά, βασισμένη κυρίως, όπως είπαμε, στην ατμόσφαιρα, μου κίνησε το ενδιαφέρον, δίχως όμως να τη βρω και εξαιρετική. Αξίζει πάντς μιας ευκαιρίας.
Τα συγκλονιστικά αυτά γεγονότα προσπαθεί να μεταφέρει στην οθόνη η δανέζικη (αλλά αγγλόφωνη) ταινία "Bridgend" του 2015, πρώτη fiction του μέχρι τώρα ντοκιμαντερίστα δανού Jeppe Ronde. Μια έφηβη μετακομίζει στην πόλη με τον πατέρα της, ο οποίος κατάγεται από εκεί και ειναι αστυνομικός, και με τον οποίο στην πορεία θα συγκρουστεί. Πολύ σύντομα, αν και ήσυχη η ίδια, θα βρεθεί να κάνει παρέα με μια μεγάλη ομάδα συνομιλήκων της. Αλκοόλ, περιστασιακοί και εφήμεροι έρωτες, βόλτες στο δάσος, όπου γίνονται κάποιου είδους - και μάλλον άνευ λόγου - "τελετουργίες", είναι η μοναδική διασκέδασή τους σε ένα μουντό, καταθλιπτικό περιβάλλον. Και βέβαια, κάθε λίγο, ένας ή μία από την ομάδα αυτοκτονεί! Οι υπόλοιποι δέχονται το τραγικό γεγονός σαν φυσιολογικό, ανταλλάσουν e-mails γι' αυτό και μαζεύονται στο δάσος για να πενθησουν με τον τρόπο τους το νέο θύμα της αλλόκοτης αυτής αλληλουχίας.
Η ταινία είναι κυρίως βασισμένη στην ατμόσφαιρα. Σκοτεινή, ζοφερή σχεδόν, με στιγμές μεγάλης ομορφιάς, αποτελεί το ατού της. Ο σκηνοθέτης δεν δίνει απαντήσεις στα μυστηριώδη γεγονότα, όπως άλλωστε δεν υπάρχουν και στην πραγματικότητα . Κάποιες φορές υπονοούνται ελάχιστα ακόμα και για μεταφυσικούς λόγους, ωστόσο σαφώς δεν επιβεβαιώνονται και σαφώς δεν είναι αυτός ο στόχος ή η πιθανή εξήγηση. Περισσότερο, αυτό που μένει είναι η βουβή και αδιέξοδη οργή των νέων για το απρόσωπο, καταθλιπτικό κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον, ένα είδος επανάστασης ενάντια στις μεγαλύτερες γενιές, στους γονείς ουσιαστικά, που βρίσκει διέξοδο με τον τραγικό τρόπο της αυτοκτονίας. Άλλωστε οι έφηβοι μοιάζουν να ανήκουν σε ένα είδος μυστικής σέχτας, σα να προσπαθούν να κρατήσουν μυστικά και να εμποδίσουν μέλη τους να φύγουν από την πόλη. Πάντως το αδιέξοδο, το σχεδόν κλειστοφοβικό κλίμα και η κατάθλιψη των νέων που δεν μπορούν να διοχετεύσουν αλλού την ενεργητικότητα και τη νεανική ορμή τους δίνεται ανάγλυφα.
Σκοτεινή ταινία, βαριά, βασισμένη κυρίως, όπως είπαμε, στην ατμόσφαιρα, μου κίνησε το ενδιαφέρον, δίχως όμως να τη βρω και εξαιρετική. Αξίζει πάντς μιας ευκαιρίας.
Παρασκευή, Οκτωβρίου 30, 2015
ΚΙ ΑΝ ΟΙ ΕΙΣΒΟΛΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΟΙ ΜΕ ΕΜΑΣ;
Στην αρχή υπήρξε ένα κλασικό b-movie επιστημονικής φαντασίας του 1956, το "Invasion of the Body Snatchers" του Don Segel. 20 και κάτι χρόνια μετά, το 1978 συγκεκριμένα, ο Philip Kaufman κάνει ένα από τα πιο πετυχημένα ριμέικ της ιστορίας του σινεμά, με τον ίδιο πάντα τίτλο.
Η ιστορία είναι από μόνη της ανατριχιαστική. Από την πρώτη κιόλας σκηνή (στα credits) ξέρουμε ότι ο κόσμος μας αντιμετωπίζει μια εξωγήινη εισβολή από κάποια σαν πλαγκτόν πλάσματα, που ταξιδεύουν στο διάστημα ψάχνοντας τον κατάλληλο πλανήτη. Πώς όμως εκδηλώνεται η εισβολή αυτή; Κατ' αρχήν "μολύνονται" τα φυτά, το πιο "αθώο" ίσως κομμάτι ζωής στη γη. Από εκεί και πέρα το "κακό" μεταδίδεται στον άνθρωπο. Οι άνθρωποι λοιπόν αντικαθίστανται από πανομοιότυπες ρέπλικες, που παίρνουν τη θέση του πρωτότυπου. Ναι, είναι ίδιοι εξωτερικά. Τι γίνεται όμως με τα συναισθήματά τους; Και τι μπορείς να κάνεις απέναντι σ' αυτό; Πώς να αντιμετωπίσεις τη ραγδαία εξάπλωση; Και, εν τέλει, είναι κανείς σίγουρος για το ποιος είναι πραγματικός και ποιος απομίμηση, ακόμα και από τους πιο δικούς του ανθρώπους (ή "ανθρώπους");
Η ταινία διαθέτει πολύ καλό ρυθμό και ισορροπεί με επιτυχία ανάμεσα στην επιστημονική φαντασία και τον τρόμο. Το διαρκώς αυξανόμενο σασπένς κρατά τον θεατή και η ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο απειλητική - και πιο αδιέξοδη για τους ήρωες. Φυσικά το θέμα από μόνο τους οδηγεί σε πολλαπλούς προβληματισμούς (ή συμβολισμούς). Μήπως το κακό βρίσκεται σε μας τους ίδιους ή, τέλος πάντων, στον ίδιο τον άνθρωπο και όχι σε κάποια τέρατα; Μήπως οδηγούμαστε σε μια ψυχρή, μηχανική κοινωνία (όπως είναι οι ρέπλικες), όπου το συναίσθημα εξαφανίζεται και όλα γίνονται με γνώμονα μια ανατριχιαστικά ψυχρή και μηχανιστική λογική (ή "λογική"); Τελικά όμως το ηθικό δίλημμα που κυριαρχεί είναι το ίδιο ουσιαστικά με τους "Ρινόκερους" του Ιονέσκο για παράδειγμα: Θα αφεθεί να ακολουθήσει κανείς τη μάζα και τις όποιες επιλογές της ή θα παραμείνει ο εαυτός του, σταθερός στα πιστεύω και τις απόψεις του, ακόμα κι αν αυτές αποτελούν μειοψηφία; Βλέπετε, τις περισσότερες φορές το να ακολουθήσεις το όποια μαζικά πρότυπα και πιο εύκολο και πιο συμφέρον είναι...
Στο τέλος, που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά, ο Kaufman αρνείται να "χρυσώσει το χάπι" και να υποκύψει σε εύκολες λύσεις. Κάθε άλλο. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα ακόμα συν σε μια από τις πιο ασφυκτικές, ουσιαστικά τρομακτικές (δίχως καθόλου "μπου") και απαισιόδοξες ταινίες του φανταστικού. Το συνιστώ.
ΥΓ: Εκτός του πρωταγωνιστή Ντόναλντ Σάντερλαντ, στο καστ θα ανακαλύψετε έναν νεαρότατο Τζεφ Γκόλντμπλουμ, αλλά και τον καλτ Λέοναρντ Νιμόι.
Η ιστορία είναι από μόνη της ανατριχιαστική. Από την πρώτη κιόλας σκηνή (στα credits) ξέρουμε ότι ο κόσμος μας αντιμετωπίζει μια εξωγήινη εισβολή από κάποια σαν πλαγκτόν πλάσματα, που ταξιδεύουν στο διάστημα ψάχνοντας τον κατάλληλο πλανήτη. Πώς όμως εκδηλώνεται η εισβολή αυτή; Κατ' αρχήν "μολύνονται" τα φυτά, το πιο "αθώο" ίσως κομμάτι ζωής στη γη. Από εκεί και πέρα το "κακό" μεταδίδεται στον άνθρωπο. Οι άνθρωποι λοιπόν αντικαθίστανται από πανομοιότυπες ρέπλικες, που παίρνουν τη θέση του πρωτότυπου. Ναι, είναι ίδιοι εξωτερικά. Τι γίνεται όμως με τα συναισθήματά τους; Και τι μπορείς να κάνεις απέναντι σ' αυτό; Πώς να αντιμετωπίσεις τη ραγδαία εξάπλωση; Και, εν τέλει, είναι κανείς σίγουρος για το ποιος είναι πραγματικός και ποιος απομίμηση, ακόμα και από τους πιο δικούς του ανθρώπους (ή "ανθρώπους");
Η ταινία διαθέτει πολύ καλό ρυθμό και ισορροπεί με επιτυχία ανάμεσα στην επιστημονική φαντασία και τον τρόμο. Το διαρκώς αυξανόμενο σασπένς κρατά τον θεατή και η ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο απειλητική - και πιο αδιέξοδη για τους ήρωες. Φυσικά το θέμα από μόνο τους οδηγεί σε πολλαπλούς προβληματισμούς (ή συμβολισμούς). Μήπως το κακό βρίσκεται σε μας τους ίδιους ή, τέλος πάντων, στον ίδιο τον άνθρωπο και όχι σε κάποια τέρατα; Μήπως οδηγούμαστε σε μια ψυχρή, μηχανική κοινωνία (όπως είναι οι ρέπλικες), όπου το συναίσθημα εξαφανίζεται και όλα γίνονται με γνώμονα μια ανατριχιαστικά ψυχρή και μηχανιστική λογική (ή "λογική"); Τελικά όμως το ηθικό δίλημμα που κυριαρχεί είναι το ίδιο ουσιαστικά με τους "Ρινόκερους" του Ιονέσκο για παράδειγμα: Θα αφεθεί να ακολουθήσει κανείς τη μάζα και τις όποιες επιλογές της ή θα παραμείνει ο εαυτός του, σταθερός στα πιστεύω και τις απόψεις του, ακόμα κι αν αυτές αποτελούν μειοψηφία; Βλέπετε, τις περισσότερες φορές το να ακολουθήσεις το όποια μαζικά πρότυπα και πιο εύκολο και πιο συμφέρον είναι...
Στο τέλος, που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά, ο Kaufman αρνείται να "χρυσώσει το χάπι" και να υποκύψει σε εύκολες λύσεις. Κάθε άλλο. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα ακόμα συν σε μια από τις πιο ασφυκτικές, ουσιαστικά τρομακτικές (δίχως καθόλου "μπου") και απαισιόδοξες ταινίες του φανταστικού. Το συνιστώ.
ΥΓ: Εκτός του πρωταγωνιστή Ντόναλντ Σάντερλαντ, στο καστ θα ανακαλύψετε έναν νεαρότατο Τζεφ Γκόλντμπλουμ, αλλά και τον καλτ Λέοναρντ Νιμόι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
























