Κυριακή, Ιουνίου 04, 2006

ΤΡΕΙΣ ΥΠΕΡΟΧΕΣ ΤΑΦΕΣ ΕΝΟΣ "ΑΣΗΜΑΝΤΟΥ" ΜΕΞΙΚΑΝΟΥ


Η πρώτη κιόλας σκηνοθετική προσπάθεια του Tommy Lee Jones "Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα", καταφέρνει να πλασαριστεί ως μια από τις καλύτερες φετινές ταινίες! Θαυμάσιο σύγχρονο γουέστερν, δανείζεται σίγουρα κάτι από την θεματολογία του Πέκινπα, όχι όμως και τον κυνισμό του. Αντίθετα εδώ κυριαρχεί μια βαθειά ανθρωπιά, που, παραδόξως, εκφράζεται ακόμα και μέσα από τη βία. Ο πεισματικός σκοπός του μοναχικού ήρωα (που ενσαρκώνει ο ίδιος ο Τόμι Λι Τζόουνς), να θάψει τον ασήμαντο για όλους τους άλλους μεξικάνο φίλο του (που, σαν φτωχός λαθρομετανάστης γίνεται ακόμα πιο ασήμαντος), έχει κάτι από αρχαία τραγωδία. Οι χαρακτήρες είναι εξαιρετικά δουλεμένοι, το πώς και το γιατί γίνεται "κακός" ο κακός μπάτσος σκιαγραφούνται ανάγλυφα, η αφόρητη μιζέρια της σύγχρονης, συντηρητικής αμερικάνικης επαρχίας δίνεται με τρόπο συγκλονιστικό, ενώ η αφήγηση είναι πολύπλοκη και κινείται διαρκώς μπρος - πίσω στον χρόνο, αποκαλύπτοντάς μας βαθμιαία τι ακριβώς έχει συμβεί. Αυτό που μένει τελικά είναι ότι δεν υπάρχουν ασήμαντοι άνθρωποι. Ακόμα και ο τελευταίος κουβαλά την προσωπική του ιστορία, διαφορετική από οποιουδήποτε άλλου, έχει τις δικές του σχέσεις και αγάπες και κάπου, κάποιοι τον περιμένουν...
Όχι, μην πάει ο νους σας στο μελό. Κάθε άλλο. Η δομή της ταινίας και το τοπίο της ερήμου είναι αυτά των κλασσικών γουέστερν, οι ήρωες είναι σκληροτράχηλοι, ο πρωταγωνιστής, μόνος εναντίον όλων, δεν διστάζει να πάει κόντρα στις αρχές που "θάβουν" την όλη υπόθεση για να μην προδώσει τις δικές του αρχές, η μελέτη των χαρακτήρων πάει πλάι πλάι με την έντονη και πολυεπίπεδη κοινωνική κριτική, το γκροτέσκο και η βία συγκατοικούν με τη συγκίνηση.
Το ξαναλέω: Μια απο τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς (τουλάχιστον για μένα).

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΣΙΝΕΑΠΟΛΑΥΣΕΙΣ

Καλοκαίρι είναι, ανοίξανε όλα τα θερινά, βαριόμαστε ακόμα περισσότερο τα Village και τα συναφή, οπότε λέω να γράφω πού και πού και για παλιότερες ταινίες (είτε του χειμώνα είτε προηγούμενων χρόνων) που παίζονται σε επαναλήψεις αυτόν τον καιρό, στα θερινά κυρίως ή οπουδήποτε τέλος πάντων. Καλό κουράγιο.

Σάββατο, Ιουνίου 03, 2006

X-MEN 3: ΜΕΧΡΙΣ ΕΔΩ, ΚΑΛΑ ΠΑΜΕ


Παρά την ενασχόλησή μου με τα κόμικς, δεν υπήρξα ποτέ φανατικός αναγνώστης των X-Men, ούτε των υπερηρωικών κόμικς γενικότερα. Εξετάζοντας λοιπόν μόνο κινηματογραφικά τη σειρά, οφείλω να πω ότι τα πάει μια χαρά. Βέβαια, η προηγούμενη δουλειά του Brett Ratner, το Red Dragon, με είχε αφήσει αδιάφορο και γενικά προτιμώ σαν σκηνοθέτη τον Bryan Singer των 2 προηγούμενων 2 X-Men, ωστόσο και το τρίτο βλέπεται ευχάριστα, είναι συνεπές και, τέλος πάντων, εκπληρώνει απόλυτα τον βασικό προορισμό του: Να περάσεις καλά 2 ώρες. Οπότε δεν έχω παράπονο. Μην περιμένετε φυσικά τεράστιο βάθος και προβληματισμούς. Οι περισσότερες χολιγουντιανές ταινίες άλλωστε (και ιδιαίτερα οι υπερπαραγωγές), έχουν αυτόν ακριβώς τον στόχο: Να περάσει καλά ο θεατής. Άλλες όμως αποτυγχάνουν (βλ. Κώδικας Da Vinci) και άλλες το πετυχαίνουν, όπως αυτή εδώ.
Η κόμικς ατμόσφαιρα διατηρείται, τα εφφέ είναι καλά, η δράση κρατά τον θεατή, ο κακός δεν είναι απλώς καρικατούρα κακού, που ντε και καλά θέλει το κακό όλων, αλλά έχει κατανοητές, συμπαθητικές πλευρές... και πέφτουν στοιχήματα για το ποιοι μεταλλαγμένοι - καλοί ή κακοί - θα επιζήσουν τελικά. Διότι, σας προειδοποιώ, πολλοί από τους βασικούς ήρωες της σειράς πεθαίνουν (δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά ποιοι). Το πόρισμα λοιπόν για ολόκληρη την (μέχρι στιγμής) τριλογία, είναι ότι πρόκειται για σπάνια περίπτωση σειράς που διατηρείται σε αρκετά καλό επίπεδο.
Και μια αντίρρηση: Ο Ian McKellen, άριστος κατά τα άλλα ηθοποιός, έχω την αίσθηση ότι παίζει με υπερβάλλοντα στόμφο και υπερβολικές κινήσεις, κινδυνεύοντας να γίνει ελαφρά γελοίος.

Πέμπτη, Ιουνίου 01, 2006

ΟΣΑ ΚΡΥΒΟΝΤΑΙ ΣΤΟ SILENT HILL


Το Silent Hill του γάλλου Christophe Gans, που παλιότερα είχε κάνει την "Αδελφότητα των Λύκων", είναι μάλλον η καλύτερη μεταφορά videogame στην οθόνη. Αυτό βέβαια δεν αποτελεί και ιδιαίτερο τίτλο τιμής, αν σκεφτούμε ότι άλλες μεταφορές του είδους περιλαμβάνουν ταινίες όπως τα ανεκδιήγητα Resident Evil, Mortal Combat και δεν συμμαζεύεται. Εδώ τα πράγματα είναι πιο σοβαρά, κυρίως στο οπτικό μέρος. Αφήνοντας κατά μέρος την συνεχή - και βαρετή - δράση, ο σκηνοθέτης έριξε το βάρος στην ατμόσφαιρα. Τα εφφέ είναι εντυπωσιακά, οι εικόνες πολλές φορές όμορφες, στοιχειωμένες και ατμοσφαιρικές, η φωτογραφία υποβλητική. Γενικά, φαίνεται η προσεγμένη εικόνα και σκηνοθεσία.
Σεναριακά τώρα, τα πράγματα δεν είναι τόσο καλά. Η καταγωγή της ταινίας από παιχνίδι προδίδεται, καθώς έχεις την αίσθηση, κυρίως στο πρώτο μέρος, ότι αλλάζεις πίστες (τέλειωσε αυτό, πάμε τώρα στο επόμενο). Τα στοιχειώματα, τα κακά πνεύματα και όλα τα σχετικά είναι αρκετά μπερδεμένα και δεν ξεκαθαρίζονται απόλυτα. Και, κυρίως, ο υποβλητικός, αληθινός τρόμος, που είναι και το ζητούμενο στις ταινίες του είδους, απουσιάζει, παρά την ατμοσφαιρικότητα των εικόνων που προαναφέραμε.
Συνολικά πάντως έχει κάποιο ενδιαφέρον. Δείτε το κυρίως για το οπτικό μέρος.
ΥΓ: Η Τζοντέλ Φέρλαντ, το κοριτσάκι που παίζει και στο Tideland του Γκίλιαμ, μήπως είναι το επόμενο παιδί - σταρ;

Κυριακή, Μαΐου 28, 2006

Ο ΔΥΣΤΥΧΟΣ DA VINCI ΤΙ ΕΦΤΑΙΓΕ;


Να πω αρχικά ότι δεν έχω διαβάσει το βιβλίο. Γι' αυτό και πήγα με προσδοκίες στην ταινία που προέκυψε (σιγά μην το άφηναν με τέτοιο σουξέ) από τον περίφημο "Κώδικα Da Vinci". Πρώτο, για να βγάλω την "υποχρέωση" και να αποφύγω το διάβασμα ενός τόμου που ήξερα ότι δεν θα μου άρεσε (αφ' ενός διότι ο Έκο έχει γράψει απείρως καλύτερα για παρόμοια θέματα, αφ΄ετέρου επειδή έχω διαβάσει τους Ιλουμινάτους του Brown και το στιλ του δεν μου άρεσε καθόλου). Δεύτερο, για να περάσω τουλάχιστον 2 ώρες καλά, με την έννοια του χαβαλετζίδικου και διασκεδαστικού Χόλιγουντ, αυτού με τα ποπ κορν και τις εντυπωσιακές σκηνές δράσης και τις απίθανες καταστάσεις κι όλα τα σχετικά. Όσον αφορά την πρώτη μου προσδοκία, κάτι έγινε: Είμαι πλέον σίγουρος ότι δεν θα διαβάσω ποτέ το βιβλίο. Στη δεύτερη όμως, απέτυχα παταγωδώς. Θεωρώ ότι - εκτός από παντελή έλλειψη βάθους, αλλά είπαμε, αυτό το περίμενα - η ταινία είναι πολύ απλά, ΚΑΚΟ Χόλιγουντ. Έπληξα αφόρητα. Οι (συγκλονιστικές υποτίθεται) αποκαλύψεις έπεφταν βροχή, ο Χανκς κάθε λίγα λεπτά έλυνε και έναν απίθανο γρίφο και προχωρούσε στον επόμενο, όταν επιτέλους πλησιάζε το τέλος είχα υποστεί ένα αφόρητο overdose αποκαλύψεων και όλα αυτά με μια σκηνοθεσία επίπεδη και πλαδαρή (όπως συνήθως συμβαίνει με τον Ron Howard).
Ρεκόρ πλαδαρότητας όμως κατέρριψε και ο Τομ Χανκς, που έδειχνε να βαριέται αφόρητα. Το ίδιο βαριόταν προφανώς και η Τοτού, που ο ρόλος της περιοριζόταν σε συνεχείς ερωτήσεις για το τι σημαίνουν όσα έβρισκαν, ώστε να μπορεί ο ιδιοφυής Τομ να της (μας) εξηγεί πώς τα σκέφτηκε όλα αυτά και τι ιλιγγιώδεις και εξωπραγματικούς συνειρμούς έκανε... Συνολικά, θεωρώ τους χειρότερους ρόλους της καριέρας αμφοτέρων των καλών κατά τα άλλα ηθοποιών.
Θα πρότεινα να μην το δείτε ούτε σε θερινό. Δεν νομίζω ότι αξίζει τα ποπ κορν του.
ΥΓ. Για να πω και ένα θετικό, το μόνο καλό που βγαίνει είναι η αρκετά τολμηρή καταγγελία του βρώμικου ρόλου που έχει παίξει και εξακολουθεί να παίζει η Εκκλησία ανά τους αιώνες (η πανίσχυρη καθολική ιδιαίτερα, αλλά και γενικότερα). Αν δεν το είχατε ακόμα αντιληφτεί αυτό, τότε, αληθινά, ένας νέος κόσμος θα ανοίξει μπροστά στα έκπληκτα μάτια σας!

Σάββατο, Μαΐου 27, 2006

TRIP ΣΤΗΝ TIDELAND


Να δηλώσω από την αρχή ότι είμαι φαν του Terry Gilliam. Μου άρέσουν όλες οι ταινίες του, εκτός από τους πρόσφατους "Αδελφούς Γκριμ". Έτσι, η γνώμη μου για την Tideland δεν μπορεί παρά να είναι έντονα προκατειλημμένη (θετικά).
Εδώ λοιπόν ο Γκίλιαμ συνεχίζει το trip που ξεκίνησε με το "Φόβος και παράνοια στο Λας Βέγκας". Μόνο που εδώ τα στοιχεία είναι πιο gothic, η νοσηρότητα περισσότερη... και γενικότερα το "ταξίδι" μοιάζει να εξελίσσεται σε πιο "κακό" από το προηγούμενο. Το χιούμορ υπάρχει, αλλά είναι κατάμαυρο - πιο μαύρο δεν γίνεται. Οι καταστάσεις ενοχλούν σίγουρα τον μέσο θεατή - γι΄αυτό δεν είναι ταινία για τον μέσο θεατή. Ποια είναι η ενδιαφέρουσα ανατροπή; Ότι όλα αυτά τα φριχτά που συμβαίνουν, το μικρό κοριτσάκι - πρωταγωνίστρια τα βιώνει απόλυτα θετικά, διασκεδάζει, παίζει, λες και η παιδική ματιά (ή αυτή των τρελών ή αυτή των αθώων) έχει τη δύναμη να αντιστρέψει μια εφιαλτική πραγματικότητα, μετατρέποντάς την σε ατέλιωτο παιχνίδι. Αντίθετα λοιπόν με τις κλασσικές ταινίες τρόμου, όπου η ηρωίδα ουρλιάζει έντρομη μπρος σε όσα συμβαίνουν, εδώ έχουμε μια ταινία (περίπου) τρόμου, όπου η ηρωίδα διασκεδάζει αφάνταστα με τα τεκταινόμενα.
Κατά τα άλλα μην περιμένετε εξέλιξη της ιστορίας, με κορυφώσεις, αποκαλύψεις κλπ. Ο Γκίλιαμ, με τη φοβερή σκηνοθετική δεξιοτεχνία του και τις παράδοξες και υπέροχες εικόνες του, αρκείται σε μια καταγραφή των όσων συμβαίνουν, στην καταγραφή δηλαδή του "ταξιδιού". Η "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων" είναι φυσικά παρούσα, ο σουρεαλισμός και το γκροτέσκο επίσης. Και το όλο κλίμα θυμίζει αρκετά το "Διάφανο δέρμα".
Δεν ξέρω πόσοι μπορούν να απολαύσουν μια τόσο αλλόκοτη και νοσηρή ταινία. Εγώ πάντως την απόλαυσα.
ΥΓ: Λένε ότι ο Γκίλιαμ σαλτάρει όλο και περισσότερο, ότι "το έχει χάσει". Τόσο το καλύτερο για το κοινό του. Το σαλτάρισμα υπόσχεται ακόμα πιο παράξενα ταξίδια...

Παρασκευή, Μαΐου 26, 2006

ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΜΙΑΣ ΠΑΡΕΛΘΟΥΣΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


Οι "Συνηθισμένοι Εραστές" του Philippe Garrel είναι μια ασπρόμαυρη ελεγεία πάνω στην επαναστατημένη γενιά της δεκαετίας του 60 και την περασμένη ανεπιστρεπτί αθωότητά της (αφέλεια, θα μπορούσε να πει κάποιος πιο προσγειωμένος, και φοβάμαι ότι - μέχρις ενός βαθμού τουλάχιστον - θα έχει δίκιο). Η ταινία καταγράφει με συγκίνηση, με μια "από τα μέσα" ματιά (αφού ο Γκαρέλ τα έζησε όλα αυτά), τον Μάη του 68, την έντονη πολιτικοποίηση, τον έρωτα, ελεύθερο και μη, τα ναρκωτικά, τους ποικίλους πειραματισμούς, τα κοινόβια, το όνειρο της επανάστασης. Απ΄ όλη αυτή την τόσο πλούσια σε γεγονότα, τόλμη και συναισθηματα εποχή, η αίσθηση που μένει είναι αυτή της αθωότητας των ανθρώπων αυτών, που πραγματικά πίστευαν ότι είχαν αλλάξει - ή, τέλος πάντων, θα άλλαζαν όπου νάναι - τον κόσμο. Η επιστροφή στη γη ήταν ανώμαλη. Πολλοί απ' αυτούς συντρίφτηκαν...
Παρά τις καλές προθέσεις και την τιμιότητά της πάντως, η ταινία, με την μινιμαλιστική γραφή και τους εξαιρετικά αργούς ρυθμούς της, κουράζει τον ανυποψίαστο θεατή. Είναι και τρίωρη, οπότε εφοδιαστείτε με πολλούς καφέδες.
Συνίσταται αυστηρά και μόνο σε σινεφίλ με ιδιαίτερες αντοχές. Απαγορεύεται εξ ίσου αυστηρά σε θαμώνες multiplex.

Δευτέρα, Μαΐου 22, 2006

ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗ CARMEN


Ασυνήθιστη και έξω από κάθε κατηγοριοποίηση είναι η ταινία με τον εξ ίσου παράξενο τίτλο "U-Carmen, E-Khayelitsha" (!) του νοτιοαφρικανού Mark Donford May *2005). Ούτε λίγο ούτε πολύ πρόκειται για μια μεταφορά της πασίγνωστης όπερας Carmen του Bizet στη σύγχρονη νοτιοαφρικάνικη πραγματικότητα των μαύρων που ζουν σε άθλιες συνθήκες στις παραγκουπόλεις του Κέιπ Τάουν! Και μη νομίζετε ότι ο σκηνοθέτης δανείστηκε απλώς την υπόθεση της Carmen και τη μετέφερε στη σύγρονη Αφρική. Όχι. Πρόκειται για (200την αυθεντική όπερα, όπου οι μαύροι ηθοποιοί τραγουδούν με οπερετικές φωνές(στα αφρικάνικα) την κανονική, πρωτότυπη μουσική του Bizet.
Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο, καθώς βλέπει κανείς σύγχρονους αφρικανούς με τζιν, αθλητικά παπούτσια, αυτοκίνητα, κοκα κόλες, που ανήκουν σε συμμορίες ή είναι μπάτσοι και ζουν στις αφόρητες, πανταχού παρούσες παραγκουπόλεις, να τραγουδούν άριες, ντουέτα ή σόλο σε μουσική του 19ου αιώνα. Ο έρωτας, το πάθος που φτάνει μέχρι την αυτοκαταστροφή, η ζήλεια, όλα βρίσκονται εδώ, δεμένα με την δύσκολη καθημερινότητα, τη σκληρή δουλειά, αλλά και τις εγκληματικές δραστηριότητες των ηρώων. Και, βέβαια, αληθινοί πρωταγωνιστές είναι οι παραγκουπόλεις που λέγαμε και πιο πριν, ένα συγκλονιστικό σκηνικό που θυμίζει πολύ το (καλύτερο κατά τη γνώμη μου) Tsotsi και που, δυστυχώς, είναι πολύ συνηθισμένο στην Αφρική και αλλού.
Το πείραμα είναι μεν ενδιαφέρον, αλλά κατά την γνώμη μου δεν δένει. Ο συνδυασμός με ξένισε, ίσως μάλιστα κάποιες στιγμές να γινόταν αστείος. Πρόκειται για δύο ριζικά διαφορετικές κουλτούρες, τόσο χρονικά όσο και γεωγραφικά. Αρκετές φορές έπιανα τον εαυτό μου να σκέφτεται πόσο πιο ενδιαφέρον θα ήταν το όλο εγχείρημα αν ο σκηνοθέτης χρησιμοποιούσε μεν την μουσική της όπερας, διασκευασμένη όμως, "μεταλλαγμένη" δηλαδή σε σύγχρονο, αφρικάνικο ήχο. Τότε ίσως να βλέπαμε κάτι πραγματικά προχωρημένο.
Αν δεν αντέχετε καθόλου την όπερα, μην το ψάξετε καθόλου. Αν είστε συνηθισμένος στην ιδιόρυθμη αυτή μουσική φόρμα με τους ανά τον κόσμο φανατικούς, δείτε το ως ένα παράδοξο πείραμα και μόνο.

Σάββατο, Μαΐου 13, 2006

Η ΗΡΩΙΚΗ (ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΜΕΛΟ) SOPHIE SCHOLL


Είναι κατ΄αρχάς θετικό που οι Γερμανοί τολμούν να σκαλίσουν το θέμα που περισσότερο απ' όλα τους βαραίνει: τη ναζιστική περίοδο (την οποία, ως γνωστόν, οι ίδιοι - οι παππούδες τους τέλος πάντων - έφεραν στην εξουσία, με δημοκρατικές εκλογές). Τις προηγούμενες δεκαετίες, τέτοια θεματολογία αποτελούσε ουσιαστικά ταμπού για το γερμανικό σινεμά.
Η "Sophie Scholl" του Marc Rothemund είναι η καταγραφή της αντίστασης, σύλληψης, φυλάκισης και όσων ακολουθούν (για να μην σας αποκαλύψω το τέλος) της ομώνυμης φοιτήτριας, του επίσης φοιτητή αδελφού της και ενός συνεργάτη τους. Καθαρή γραφή, στέρεη, ρεαλιστική και λεπτομερήΜαρψς αφήγηση, καλές ερμηνείες και βάρος στη σχέση Sophie - ανακριτή, κάνουν τη ταινία να βλέπεται με ενδιαφέρον - πλην όμως χωρίς εκπλήξεις. Αυτός ο υπερβάλλων ηρωισμός, η προθυμία της ηρωίδας να θυσιαστεί για τα πιστεύω της, καθώς και μια γερή δόση μελό (η συγκινητική συνάντηση με τους γονείς της στο κελλί), είναι που την κάνουν κάπως διδακτική και υπέρ του δέοντος "καθώς πρέπει". Πρόκειται για το είδος ακριβώς της "καθαρής" ταινίας που πάει σούμπιτη για Ξενόγλωσσο Όσκαρ, για το οποίο άλλωστε είχε προταθεί.
Αλλά να μη γκρινιάζω πολύ. Καλή ταινία είναι. Μόνο κάπως υπερβολικά "ηρωική". Δείτε την και πάρτε καλού κακού μαζί σας και χαρτομάντηλα.

ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΒΡΩΜΙΚΗ "ΠΡΟΤΑΣΗ"


"Proposition" λέγεται η αυστραλέζικη ταινία του άγνωστού μου John Hillcoat, στα αξιομνημόνευτα της οποίας περιλαμβάνεται και το ότι το σενάριο έχει γράψει ο Nick Cave! Πρόκειται για ένα ωμό γουέστερν, που διαδραματίζεται στις αχανείς ερήμους της Αυστραλίας, οι οποίες, πιστέψτε με, είναι πολύ πιο αφιλόξενες και σκληρές από τις αντίστοιχες αμερικάνικες. Στην ταινία κυριαρχεί η σκόνη, η βρωμιά, η βία που σχεδόν αγγίζει τα όρια του σπλάτερ, η παρακμή - και η αίσθηση ότι όλοι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είναι "κακοί". Τα απάνθρωπα, ακραία βίαια μέλη της συμορίας, οι αδίστακτοι, ρατσιστές μπάτσοι, ο εξ ίσου απάνθρωπος δικαστής... Παρακμασμένος, άρρωστος, έχοντας και ο ίδιος υιοθετήσει σκληρές μεθόδους, περιφρονημένος από τους συνεργάτες του, ο σερίφης είναι ο μόνος που προσπαθεί κάπως να αντιδράσει σ' αυτό το νοσηρό κλίμα - και να κρατήσει την όμορφη γυναίκα του όσο γίνεται πιο αλώβητη απ' όλα αυτά. Μάταια. Το κοινωνικό περιβάλλον, σε απόλυτη αρμονία με το εφιαλτικό φυσικό, θα τον συντρίψουν, διατηρώντας έτσι ανέπαφη την κόλαση.
Ατμοσφαιρική φωτογραφία, "βρώμικη" αισθητική και με το θετικό στοιχείο να δείχνει τις ανθρώπινες, καθημερινές πτυχές και των πλέον "κακών", αποφεύγοντας έτσι να τους παρουσιάσει σαν καρικατούρες, συνθέτουν μια από τις πολύ δυνατές φετινές ταινίες. Φτάνει να μπορέσετε να υποφέρετε την διαβρωτική και πανταχού παρούσα νοσηρή και παρακμιακή του ατμόσφαιρα.

Παρασκευή, Μαΐου 12, 2006

A [COUNTRY] PRAIRIE [COUNTRY] HOME [COUNTRY] COMPANION


Φυσικά μιλώ για την τελευταία ταινία του Robert Altman A Prairie Home Copmanion, ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι 82 χρονών! Οπότε είμαι κάπως διατεθειμένος να του συγχωρήσω τον άπειρο συναισθηματισμό, τους τόνους νοσταλγίας, τη συγκίνηση που διατρέχει όλο το φιλμ. Όσο για την από-την-αρχή-μέχρι-το-τέλος κάντρι που ακούγεται και τραγουδιέται live, αυτό πια είναι θέμα γούστου. Αν σας αρέσει η μουσική αυτή, την έχετε κάνει λαχείο - και το σάουντρακ είναι απαραίτητο για σας. Αν πάλι τη μισείτε, πολύ απλά αλλάξτε ταινία.
Πάντως ο Altman έχει και στο παρελθόν (κάπου στα 70ς) ασχοληθεί με την κάντρι, στο φιλμ "Nashvill" (που δεν έχω δει). Προφανώς τον ενδιαφέρει το είδος - και βρίσκει και την ευκαιρία να βγάλει τη γεροντική του νοσταλγία.
Όλη η ταινία είναι ένα live ραδιοφωνικό σόου με πολλούς κάντρι μουσικούς, που μοιάζει να έχει ξεμείνει στην εποχή μας από τα 50ς. Παρακολουθούμε λοιπόν το τελευταίο show (όσα δηλαδή διαδραματίζονται επί σκηνής και όσα στα παρασκήνια), αφού κάποια εταιρία έχει αγοράσει τον σταθμό για να τον κάνει πάρκινγκ μετά από 30 αδιάκοπα χρόνια λειτουργίας. Το στοιχείο της συγκίνησης είναι προφανές, επιτείνεται μάλιστα από έναν θάνατο. Από εκεί και πέρα, αν δεν δακρύσετε, είναι πολύ πιθανόν να βαρεθείτε...
Στα συν το απίστευτο all stars cast (όπως συνηθίζει τα αρκετά τελευταία χρόνια ο σκηνοθέτης), που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων Μέριλ Στριπ, Τόμι Λι Τζόουνς, Κέβιν Κλάιν,Βιρζίνια Μάντσεν, Γούντι Χάρελσον κ.ά. Στα μείον, για μένα τουλάχιστον, ο άγγελος που περιφέρεται σε σκηνή και παρασκήνια, ορατός μόνον από λίγους, προσθέτοντας κι άλλο σιρόπι. Πολλά χαρτομάντηλα...

Πέμπτη, Μαΐου 11, 2006

ΑΟΡΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥ, ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ ΚΥΜΑΤΑ


Είναι απίστευτο, όμως η ταινία που είδα μετά την "Γλυκόπικρη Ζωή" (στην Berlinale αυτή τη φορά) είχε παρόμοιο μ' αυτήν θέμα. Ο έρωτας για τη γυναίκα του αφεντικού και οι βλαβερές συνέπειές του. Ένα ακόμα νουάρ δηλαδή. Πρόκειται για το ταϊλανδέζικο "Invisible waves" του Pan-Ek Ratanaruang (φοβερό όνομα, έτσι;), του οποίου η "Τελευταία ζωή στο σύμπαν" είχε προβληθεί το καλοκαίρι στην Αθήνα.
Και είναι ακόμα πιο απίστευτο το πώς δύο ταινίες με το ίδιο ουσιαστικά θέμα μπορεί να είναι τόσο, μα τόσο διαφορετικές, τόσο στη φιλοσοφία τους όσο και στην κινηματογραφική γραφή. Όσον αφορά τη φιλοσοφία, αυτή εδώ μου φάνηκε πιο ενδιαφέρουσα από την κορεάτικη "συνάδελφό" της, με ιδιαίτερο προβληματισμό πάνω στο θέμα της εκδίκησης και της (αμφίβολης) αξίας της. Για να καταλήξει όμως κανείς σ' αυτό το συμπέρασμα, πρέπει πρώτα να αντέξει τον εξοντωτικά αργό, αγγελοπουλικό ρυθμό, τα πλάνα όπου δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα και τις μακρόσυρτες σιωπές. Βρισκόμαστε δηλαδή στον αντίποδα της εξωφρενικής βίας της προηγούμενης ταινίας.
Συμπερασματικά, ενδιαφέρουσα δουλειά, με τη σφραγίδα της προσωπικής και αναγνωρίσιμης πλέον γραφής του Ratanaruang, αλλά όποιος αντέξει...

Δευτέρα, Μαΐου 08, 2006

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΖΩΗ... ΠΟΥ ΜΑΛΛΟΝ ΚΛΙΝΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΙΚΡΟ


Η "Γλυκόπικρη Ζωή" του κορεάτη Kim Jee-woon είναι ένα ακόμα άψογα σκηνοθετημένο ρεσιτάλ βίας και αίματος, όπως τα αρκετά τελευταία χρόνια μας έχουν συνηθίσει οι ασιάτες δημιουργοί. Ωστόσο εδώ τα πράγματα δεν είναι και τόσο συγκλονιστικά. Φταίει μάλλον το απόλυτα προβλέψιμο και κοινότοπο σενάριο (ο καλύτερος, σκληρότερος και ψυχρός σαν βράχος μπράβος ερωτεύεται την κοπέλα του αιμοσταγούς αφεντικού, με αποτέλεσμα να βρεθούν αντιμέτωποι σ' έναν θανάσιμο αγώνα). Πόσες φορές το έχετε δει;
Η εντυπωσιακή σκηνοθεσία και οι καταιγιστικές σκηνές βίας δεν ξέρω αν μπορούν πλέον να ικανοποιήσουν έναν πιο απαιτητικό θεατή. Όπως και να το κάνουμε, πιστεύω ότι βρισκόμαστε μίλια μακριά από την τριλογία της εκδίκησης ενός Παρκ Τσαν Γουκ, την απίστευτη εναλλαγή βίας και ποίησης ενός Κιτάνο ή ακόμα και από τον πρώιμο σαρωτικό και κιτς ταυτόχρονα Τζον Γου (πρινα αυτός παρακμάσει στην Αμερική). Μήπως τελικά και το ασιατικό σινεμά (μάλλον το πιο ενδιαφέρον αυτή τη στιγμή παγκοσμίως) μπαίνει με τη σειρά του σε μια φάση μανιέρας ή, τέλος πάντων, βίας για τη βία, εφόσον "αυτό ξέρουμε καλύτερα, αυτό πουλάμε";

Σάββατο, Μαΐου 06, 2006

ICE AGE ΞΑΝΑ


Το Ice Age 2 του Carlos Saldanha έχει πολύ όμορφα - εντυπωσιακά σε κάποιες σκηνές - κινούμενα σχέδια, έχει αρκετό χιούμορ, αρκετό σαπένς, το γνωστό σκιουράκι να κυνηγά ξανά το βελανίδι του... όπως, δηλαδή, το πρώτο Ice Age. Κι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά του: ότι όλα είναι όπως στο πρώτο φιλμ. Αυτό άλλωστε είναι και το γενικότερο πρόβλημα του 90% (για να είμαι επιεικής) των Νο 2.
Νομίζω ότι η "επιχείρηση Νο 2" είναι σχεδόν εξ ορισμού χαμένη, τουλάχιστον όσον αφορά το ενδιαφέρον μας (εκτός του ότι δείχνει έλλειψη έμπνευσης πρωτότυπων ιδεών και αποδεικνύει ότι σχεδόν τα πάντα κινούνται γύρω από την επιθυμία να βγάλουμε κι άλλα λεφτά). Ναι, υπάρχουν αρκετές φορές που διασκεδάζω σε ένα σίκουελ (όπως και στο Ice Age). Και πάλι όμως, το στοιχείο της έκπληξης που είναι καθοριστικό στο πρώτο φιλμ, έχει χαθεί...
Άφησα, όπως είδατε, περιθώρια εξαιρέσεων. Οι εξαιρέσεις όμως υπάρχουν για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Δείτε το, αν θέλετε. Θα περάσετε αρκετά καλά. Αλλά θα το έχετε ξαναδεί.
ΥΓ: Από τις πιο καλές σκηνές - έως και τρομακτικές - οι σκηνές με τα κολοσιαία παγόβουνα που καταρρέουν, προξενώντας σχεδόν δέος.

Τετάρτη, Απριλίου 19, 2006

ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ Ή ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ


Η Ανθρωποκτονία του δανού Per Fly (του οποίου τις άλλες δύο ταινίες δεν κατάφερα δυστυχώς να δω), κερδίζει σίγουρα μια θέση μέσα στα 10 καλύτερα φετεινά φιλμ. Βαθειά και πολυεπίπεδη μελέτη της βίας και των αλυσιδωτών επιπτώσεών της σε μια σύγχρονη, ευνομούμενη κοινωνία, ειδωμένη μέσα από την ιστορία ενός ανθρώπου και του περίγυρού του, εξετάζει τόσο τα αδιέξοδα του ανθρώπου αυτού (έξυπνου και προοδευτικού μάλιστα), όσο και ολόκληρης της κοινωνίας που προαναφέραμε. Πρόκειται για μία από τις ευτυχείς περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει επιτευχθεί η άψογη καταγραφή των επιπτώσεων κοινωνικών προβλημάτων πάνω σε ατομικές περιπτώσεις - ή, αν θέλετε, του πώς ένα πολιτικών κινήτρων γεγονός μπορεί να οδηγήσει στην κατάρευση του ήρωα, αλλά και κάποιων άλλων ανθρώπων γύρω του. Δεν υπάρχουν ρητορείες, πολιτικής ή όποιας άλλης φύσης. Τα σχόλια, όπως είπαμε, γίνονται μέσα από την παρακολούθηση ατομικών περιπτώσεων.
Σοβαρή σκηνοθεσία, ιστορία που σε κρατά από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό και εξαιρετική κατάδειξη της πορείας του πρωταγωνιστή προς την απόλυτη παρακμή, ρεαλιστικές καταστάσεις, συνθέτουν μια ταινία που και με πολύ ενδιαφέρον παρακολουθείται, και πολλαπλούς προβληματισμούς και τροφή για σκέψη προκαλεί. Σκεφτόμουν μάλιστα ότι οποιοσδήποτε από τους χαρακτήρες να ήμουν, θα αντιδρούσα με παρόμοιο τρόπο, πράγμα που αποδεικνύει ότι τίποτα απ’ όσα βλέπουμε δεν είναι εξωπραγματικό ή τραβηγμένο.
Τελικά οι δανοί τα κατάφεραν πάλι!
ΥΓ: Αναρωτιέμαι: Αν ο φόνος ενός αστυνομικού προκαλεί όλα αυτά τα πολλαπλά τραύματα στον κοινωνικό ιστό, τι μπορεί να συμβαίνει σε χώρες όπου κυριαρχεί η βία σε καθημερινή βάση;

Κυριακή, Απριλίου 16, 2006

Ο ΥΠΟΚΙΝΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΥΜΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


Ο Spike Lee είναι άνισος σκηνοθέτης. Έχει κάνει πολύ καλές και πολύ μέτριες ταινίες - με έντονη τάση για δημαγωγία σ' αυτές τις τελευταίες. Το Inside man είναι από τις πολύ καλές του. Το κλασσικό θέμα της ληστείας τράπεζας, που έχουμε δει χιλιάδες φορές στο σινεμά, εδώ γνωρίζει μια από τις πιο ευρηματικές εκδοχές του. Σφιχτός ρυθμός, που σε κρατά από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, απρόσμενες ανατροπές - όχι όμως εξωπραγματικές και αναληθοφανείς, όπως συχνά συμβαίνει τελευταία - έξυπνο και πρωτότυπο σενάριο, καλές ηθοποιίες και κάμποση κριτική στην αμερικάνικη διαφθορά και τις βρώμικες βάσεις του συστήματος, ανανεώνουν το ενδιαφέρον για ένα τόσο τετριμμένο θέμα, για το οποίο θα πιστευαμε ότι τίποτα άλλο πια δεν μπορεί να προστεθεί.
Όσο για το εντυπωσιακό καστ (Ντέντζελ Ουάσινγκτον, Κλάιβ Όουενς, Τζόντι Φόστερ, Γουίλεμ Νταφόε, Κρίστοφερ Πλάμερ), χρησιμοποιείται για να ενσαρκώσει ουσιαστικούς, διακριτούς ρόλους, και όχι σαν μια γελοία παρέλαση σταρς, μόνο και μόνο για να λέμε ότι έχουμε ένα "all stars cast" (βλέπε τα διάφορα Ocean's 11, 12 και δεν συμμαζεύεται...)

Τετάρτη, Απριλίου 12, 2006

Ο ΒΕΝΣΑΝ ΚΑΣΕΛ ΩΣ "ΣΑΤΑΝΑΣ"


Το Sheitan του πρωτοεμφανιζόμενου Kim Chapiron είναι ταινία φτιαγμένη μάλλον για να ερμηνεύσει ο Β. Κασέλ (ο οποίος είναι και παραγωγός) τον ομώνυμο ρόλο, σε ένα ρεσιτάλ παράνοιας. Απο τις πιο "άρρωστες" ταινίες της χρονιάς - και με μια ελαφρά δόση μαύρου χιούμορ - δημιουργεί μέχρι τη μέση μια έντονα αγχωτική ατμόσφαιρα (όπου όμως στην ουσία δεν γίνεται τίποτα το φρικιαστικό), μέχρι που η βία ξεσπά στο δεύτερο μέρος. Φοβερή η επιλογή φατσών, που από μόνες τους αρκούν να δημιουργήσουν το ζητούμενο νοσηρό κλίμα... και να πάρετε για πάντα από φόβο τη γαλλική επαρχία. Σίγουρα ασυνήθιστη ταινία για τα δεδομένα του είδους, με έναν υπερβολικό Βενσάν Κασέλ που ή τον λατρεύετε ή τον βαριέστε, ωστόσο δεν είναι και για χόρταση...
Δείτε την περισσότερο ως ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο παρά ως μια όντως καλή ταινία.
ΥΓ: Εννοείται πως ό,τι θετικό έχω πει μέχρι τώρα για το φιλμ απευθύνεται αποκλειστικά στους φανς του είδους. Οι υπόλοιποι θα φύγουν κάπου στη μέση.

Δευτέρα, Απριλίου 10, 2006

ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ "ΟΤΑΝ ΦΟΥΣΚΩΝΕΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ"... ΦΤΑΝΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΝΕΙ


Στη 2η ταινία που είδα στο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, "Όταν φουσκώνει η θάλασσα" της Yolande Moreau και του Gille Porte, τα πράγματα ήταν σαφώς καλύτερα από την ανεκδιήγητη "Βασιλική Οικογένεια" (Palais Royale), πλην όμως όχι απόλυτα ικανοποιητικά. Διηγείται έναν απρόβλεπτο και αταίριαστο έρωτα στην επαρχία, ανάμεσα σε μια μεσήλικα (και παντρεμένη) πλανόδια ηθοποιό και έναν τύπο του οποίου οι συνθήκες διαβίωσης είναι λίγο καλλίτερες από αυτές ενός κλοσάρ. Σίγουρα το φιλμ διαθέτει πολλή τρυφερότητα και ευαισθησία, και υπάρχουν στιγμές που προκαλεί αληθινή συγκίνηση χωρίς, ευτυχώς, να πέφτει στο μελό. Η γκρίζα ζωή της γαλλικής ή βελγικής (και κάθε) επαρχίας, η μοναξιά του πρωταγωνιστή, η ζωή του πλανόδιου, όλα είναι εδώ. Και μετά αρχίζουν τα προβλήματα: Η ταινία εξαντλείται κάπου στη μέση και μετά αρχίζει να επαναλαμβάνεται. Γίνεται έτσι μάλλον βαρετή - αν και διανθίζεται από μερικές καλές στιγμές. Αν της έλειπαν 20 λεπτά (για να μην πω παραπάνω), τότε θα ήταν μια καλή ταινία. Αλλά μια καλή ταινία ΟΧΙ μεγάλου μήκους.
Δεν ξέρω αν φταίω εγώ και ένα σχετικό κινηματογραφικό overdose ή αν όντως έτσι συμβαίνει, νομίζω όμως ότι αυτό που όλο και συχνότερα με χαλάει σε ταινίες κάθε προέλευσης είναι η αδικαιολόγητα μακρά (κατά τη γνώμη μου) διάρκειά τους. Είναι μήπως δείγμα της εποχής η φλυαρία;

Πέμπτη, Απριλίου 06, 2006

O ΟΠΩΣ ORWELL, V ΟΠΩΣ VENDETTA


Ομολογώ ότι πήγαινα να το δω αρνητικά προκατειλημμένος. Αφ' ενός είμαι φαν του κόμικς απ' όπου προέρχεται και του Alan Moore γενικότερα, αφ' ετέρου δεν είμαι ιδιαίτερα φαν των παραγωγών αφών Γουακόφσκι (ή Γουατσόφσκι), των Matrix τους και του σεναριογράφου τους James McTeigue, που εδώ είναι σκηνοθέτης. Είχα υποστεί και την τραυματική εμπειρία του ανεκδιήγητου League of Extraordinary Men, της απόλυτης κατακρεούργησης κόμικς του Moore, είναι και το εξαιρετικά "επικίνδυνο" στην εποχή μας θέμα (τρομοκρατία, αντίσταση) οπότε... καταλαβαίνετε...
Ευτυχώς διαψεύστηκα. Η ταινία V for Vendetta, αν μη τι άλλο, είναι τίμια, αρκετά πιστή στο πρωτότυπο και - ω του θαύματος - αρκετά προχωρημένη στις πολιτικές της θέσεις. Θέλει τόλμη (στην εποχή μας, το ξαναλέω) να έχεις ως ήρωα και ως θετικό χαρακτήρα έναν τρομοκράτη, που βάζει βόμβες στο Κοινοβούλιο ή στα Δικαστήρια. Βέβαια οι πράξεις αυτές δικαιολογούνται και μπαίνουν στο απυρόβλητο εφόσον ο V αγωνίζεται εναντίον ενός απόλυτα φασιστικού μελλοντικού βρετανικού καθεστώτος, οπότε τα πράγματα γίνονται πολιτικά ευκολότερα (και ο Σημίτης έβαζε βόμβες κατά τη δικτατορία), αλλά και πάλι, το να θίξεις το καυτό αυτό θέμα σήμερα, με τους αναπόφευκτους συνειρμούς που προκαλεί, σίγουρα απαιτεί τόλμη. Αφείστε που οι συνειρμοί που λέγαμε, εκτός από την τρέχουσα τρομοϋστερία, εύκολα ξεστρατίζουν και προς ένα πολιτικά ζοφερό μέλλον που πιθανόν καραδοκεί (αν κρίνουμε από την Αμερική τουλάχιστον). Άλλωστε και το κόμικς, όταν γράφτηκε, αντανακλούσε τη γκρίζα θατσερική περίοδο της Βρετανίας...
Κατά τα άλλα, η σκοτεινή του ατμόσφαιρα διατηρείται στο ακέραιο, οι αλλαγές είναι μικρές και όχι ουσιώδεις κατά τη γνώμη μου, οι σκηνές εντυπωσιακής βίας είναι λίγες και σε σημεία που χρειάζονται, χωρίς σε καμία περίπτωση να γίνονται αυτοσκοπός και απλή επίδειξη εφετζίδικων δυνατοτήτων, οι ηθοποιοί είναι μια χαρά (τελικά είναι καλτ μορφή ο Στίβεν Ρία), οπότε ας μην παραπονιόμαστε. Όλα πήγαν κατ' ευχήν.
Προς μεγάλη μου έκπληξη...

Κυριακή, Απριλίου 02, 2006

Η "ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΖΩΗ" ΗΤΑΝ ΠΑΝΤΑ ΒΑΡΕΤΗ


Η ταινία της Valerie Lemercier "Palais Royale" (Βασιλική Ζωή όπως "μεταφράζεται" στα καθ' ημάς) που προβλήθηκε την πρώτη μέρα του Φεστβάλ Γαλλόφωνου Κιν/φου είναι μια από τις πλέον βαρετές που έχω δει τα τελευταία χρόνια. Κωμωδία υποτίθεται, σάτιρα της βασιλικής ζωής, ασχολείται με την καθημερινότητα και τις ίντριγκες της εν λόγω οικογένειας ενός φανταστικού ευρωπαϊκού κράτους, πλην όμως το χιούμορ είναι επιεικώς κρύο, η πλοκή παιδαριώδης - μάλλον θυμίζει παλιό ελληνικό σινεμά της Φίνος Φιλμ - και το τέλος άγαρμπο, καθώς δεν ταιριάζει με την μέχρι τότε δομή(;) της ταινίας. Οι προφανείς αναφορές στη Νταϊάνα και τη συνομωσιολογία που έχει αναπτυχθεί γύρω απ' αυτήν συναντούν τον... Άμλετ σε μια προσπάθεια για κωμωδία που με το ζόρι αποσπά μερικά χαμόγελα. Α, ναι, παίζει και η Κατρίν Ντενέβ (τι ανάγκη έχει τώρα αυτή να παίζει σε τέτοιες ταινίες... έ, την ίδια που έχει και ο Ντε Νίρο να παίζει σε αντίστοιχες αμερικάνικες).
Το Φεστιβάλ δεν ξεκίνησε και πολύ καλά...