Το 1964 ένας σημαντικός αμερικανός σκηνοθέτης, ο John Frankenheimer (1930-2002) γυρίζει το "The Train", μεταφέροντάς μας στα χρόνια του πολέμου. Η ταινία βασίζεται σε αληθινό γεγονός - με τις αναπόφευκτες ηρωικές σάλτσες βεβαίως.
Καθώς ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του, όλοι, ακόμα και οι ίδιοι οι ναζί, αντιλαμβάνονται ότι η ήττα του Άξονα είναι πλέον θέμα χρόνου. Τότε ένας φιλότεχνος γερμανός συνταγματάρχης (ο οποίος, μάλιστα, παρά τον ναζισμό του, διαφωνεί με την άποψη του Χίτλερ που καταδίκαζε την μοντέρνα τέχνη ως "εκφυλισμένη", και γίνεται έτσι ένας ενδιαφέρον και αντιφατικός χαρακτήρας), γεμίζει ένα ολόκληρο τρένο με τους καλύτερους μοντέρνους πίνακες του παρισινού μουσείου Jeu de Paume (Πικάσο, Ντεγκά, Γκογκέν, Ρενουάρ, Σεζάν και πλήθος άλλων) και επιχειρεί να το φυγαδεύσει στη Γερμανία, ώστε οι θησαυροί αυτοί να μείνουν για πάντα εκεί. Η γαλλική αντίσταση, απρόθυμη αρχικά να ασχοληθεί με ένα θέμα που δεν άπτεται άμεσα των πολεμικών συγκρούσεων, αποφασίζει τελικά να κάνει τα πάντα για να εμποδίσει το τρένο να φτάσει στο εχθρικό έδαφος και ένας απίστευτος αγώνας αρχίζει.
Η ταινία, ασπρόμαυρη και με τον Μπαρτ Λάνκαστερ στο βασικό ρόλο, είναι βεβαίως σε πρώτη ανάγνωση ιδιαίτερα ηρωική, με ανθρώπους να θυσιάζονται οικειοθελώς για τον ανώτερο σκοπό (ανθρώπους μάλιστα που δεν αντιλαμβάνονται ακριβώς γιατί πεθαίνουν, αφού δεν έχουν ιδέα από τέχνη). Ωστόσο κατά βάθος στοχάζεται πάνω σε ένα πολύ δύσκολο ερώτημα: Τι έχει μεγαλύτερη αξία; Η μεγάλη τέχνη ή η ανθρώπινη ζωή; Με άλλα λόγια, θα προτιμούσατε να χαθούν ανθρώπινες ζωές (και πόσες;) για να σωθεί, ας πούμε, η Καπέλα Σιστίνα; Το πολύ δυνατό, πικρό φινάλε, δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία για το ότι αυτό είναι το βασικό θέμα που απασχολεί τον σκηνοθέτη. Απαντήσεις; Δεν υπάρχουν. Οι θεατές ας βγάλουν τα συμπεράσματά τους και ας αποφασίσουν. Νομίζω ότι όντως πρόκειται για ένα από τα δυσκολότερο να απαντηθούν ερωτήματα.
Το φιλμ είναι από τα πιο "βρώμικα" που έχετε δει, με την έννοια ότι είναι βουτηγμένο στην κάπνα, την μουτζούρα, τη λάσπη, τους άσχημους σιδηροδρομικούς σταθμούς, τα βομβαρδισμένα, ρημαγμένα τοπία. Λογικό, αφού το μεγαλύτερο μέρος του διαδραματίζεται σε παλιά, μουτζούρικα τρένα εν κινήσει (συνήθως). Ενδιαφέρον στοιχείο για μια ταινία που στο επίκεντρό της βρίσκεται η απόλυτη ομορφιά και τα πάντα γίνονται για τη διάσωσή της.
Συνολικά μπορώ να πω ότι η μεγάλη διάρκεια με κούρασε αρκετά. Σίγουρα θα προτιμούσα να ήταν πιο σύντομο, πράγμα που θα δυνάμωνε το σασπένς. Κάπου στα μέσα βαρέθηκα κάπως. Το τέλος όμως με αποζημίωσε. Και, το ξαναλέω, βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέροντα τον προβληματισμό του. Και, παρά τις αντιρρήσεις που σας ανέφερα, θεωρώ τελικά τον Φρανκενχάιμερ πολύ σημαντικό και μάλλον παραγνωρισμένο δημιουργό.
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 05, 2015
Τρίτη, Φεβρουαρίου 03, 2015
Ο "ΚΑΦΚΑ" ΩΣ ΗΡΩΑΣ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ
Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Steven Sonderbergh μετά το εντυπωσιακό ντεμπούτο του, το "Σεξ, Ψέματα και Βιντεοταινίες", ήταν το "Kafka" του 1991. Ο Sonderbergh είναι ένας δημιουργός που άλλοτε μου αρέσει και άλλοτε μ' αφήνει παντελώς αδιάφορο. Η συγκεκριμένη ταινία, όταν την είχα πρωτοδεί τουλάχιστον, με είχε εντυπωσιάσει.
Η ιδέα είναι ασυνήθιστη. Ο Τζέρεμι Άιρονς ερμηνεύει τον Κάφκα, τον πραγματικό συγγραφέα Κάφκα, και όντως πολλά στοιχεία είναι βασισμένα στη ζωή του. Μόνο που ο Κάφκα της ταινίας γίνεται ήρωας των ίδιων του των βιβλίων, μπλέκεται στις υποθέσεις τους. Το περιβάλλον είναι μια ακαθόριστη πόλη (σαν την Πράγα), στην οποία όμως επικρατεί ένα μυστηριώδες, καταπιεστικό καθεστώς και μια ατμόσφαιρα ύπουλου τρόμου. Το επίκεντρο όλων αυτών μοιάζει να βρίσκεται στον απροσπέλαστο Πύργο, όπου ο μοναχικός συγγραφέας θα επιχειρήσει να μπει κρυφά αναζητώντας τα ίχνη ενός εξαφανισμένου φίλου και συναδέλφου του στην καταπιεστική (και ανώνυμη) εταιρία όπου δουλεύει.
Έτσι το φιλμ κινείται ανάμεσα στην επιστημονική φαντασία και σε μια βιογραφία του Κάφκα. Υπάρχουν στοιχεία και από τα δύο. Στο μεταξύ κομμάτια και ίχνη από τα έργα του μεγάλου συγγραφέα βρίσκονται σκόρπια παντού στην πλοκή, ενσωματωμένα βεβαίως στο φανταστικό σενάριο. Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο και πρωτότυπο. Ωστόσο το βασικό μέλημα του Sonderbergh δεν είναι η πλοκή, αλλά η δημιουργία ατμόσφαιρας. Ουσιαστικά ολόκληρο το φιλμ δεν είναι παρά ένα αφιέρωμα στο γερμανικό εξπρεσιονισμό. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία (η οποία στις σκηνές εντός του Πύργου γίνεται έγχρωμη), οι γωνίες, οι μακριές σκιές, τα στενά δρομάκια, το ασφυκτικό περιβάλλον, το κλειστοφοβικό κλίμα, όλα παραπέμπουν εκεί. Αλλά και τα ονόματα δεν είναι παρά ένα διαρκές παιχνίδι με τον κινηματογραφικό εξπρεσιονισμό: Ο κακός επιστήμονας λέγεται Μουρνάου, μια εταιρία Ορλόκ και υπάρχουν κι άλλα πολλά τέτοια. Οι παραπομπές στον Καλιγκάρι, το Γκόλεμ κλπ. δεν σταματούν.
Παράξενο φιλμ, γοητευτικό θα έλεγα και, θυμηθείτε το, αρκετά καταθλιπτικό. Το καταπιεστικό καθεστώς δεν μοιάζει ακριβώς με κάποια στυγνή δικτατορία. Είναι η γκριζάδα, η μουχλιασμένη καθημερινότητα, η έλλειψη ανθρώπινων σχέσεων, η αφόρητη τυπικότητα και τυπολατρεία που δημιουργούν την αρρώστια και τον διάχυτο φόβο. Όπως συχνά συμβαίνει με την επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα δηλαδή. Ίσως λοιπόν η ταινία να έχει τα προβλήματά της και την μάλλον εύκολη λύση λίγο πριν το τέλος, όπου σχεδόν μετατρέπεται σε περιπέτεια (ευτυχώς στο τέλος αλλάζει και πάλι), αλλά νομίζω ότι αξίζει να την ψάξετε αν την αγνοείτε.
Η ιδέα είναι ασυνήθιστη. Ο Τζέρεμι Άιρονς ερμηνεύει τον Κάφκα, τον πραγματικό συγγραφέα Κάφκα, και όντως πολλά στοιχεία είναι βασισμένα στη ζωή του. Μόνο που ο Κάφκα της ταινίας γίνεται ήρωας των ίδιων του των βιβλίων, μπλέκεται στις υποθέσεις τους. Το περιβάλλον είναι μια ακαθόριστη πόλη (σαν την Πράγα), στην οποία όμως επικρατεί ένα μυστηριώδες, καταπιεστικό καθεστώς και μια ατμόσφαιρα ύπουλου τρόμου. Το επίκεντρο όλων αυτών μοιάζει να βρίσκεται στον απροσπέλαστο Πύργο, όπου ο μοναχικός συγγραφέας θα επιχειρήσει να μπει κρυφά αναζητώντας τα ίχνη ενός εξαφανισμένου φίλου και συναδέλφου του στην καταπιεστική (και ανώνυμη) εταιρία όπου δουλεύει.
Έτσι το φιλμ κινείται ανάμεσα στην επιστημονική φαντασία και σε μια βιογραφία του Κάφκα. Υπάρχουν στοιχεία και από τα δύο. Στο μεταξύ κομμάτια και ίχνη από τα έργα του μεγάλου συγγραφέα βρίσκονται σκόρπια παντού στην πλοκή, ενσωματωμένα βεβαίως στο φανταστικό σενάριο. Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο και πρωτότυπο. Ωστόσο το βασικό μέλημα του Sonderbergh δεν είναι η πλοκή, αλλά η δημιουργία ατμόσφαιρας. Ουσιαστικά ολόκληρο το φιλμ δεν είναι παρά ένα αφιέρωμα στο γερμανικό εξπρεσιονισμό. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία (η οποία στις σκηνές εντός του Πύργου γίνεται έγχρωμη), οι γωνίες, οι μακριές σκιές, τα στενά δρομάκια, το ασφυκτικό περιβάλλον, το κλειστοφοβικό κλίμα, όλα παραπέμπουν εκεί. Αλλά και τα ονόματα δεν είναι παρά ένα διαρκές παιχνίδι με τον κινηματογραφικό εξπρεσιονισμό: Ο κακός επιστήμονας λέγεται Μουρνάου, μια εταιρία Ορλόκ και υπάρχουν κι άλλα πολλά τέτοια. Οι παραπομπές στον Καλιγκάρι, το Γκόλεμ κλπ. δεν σταματούν.
Παράξενο φιλμ, γοητευτικό θα έλεγα και, θυμηθείτε το, αρκετά καταθλιπτικό. Το καταπιεστικό καθεστώς δεν μοιάζει ακριβώς με κάποια στυγνή δικτατορία. Είναι η γκριζάδα, η μουχλιασμένη καθημερινότητα, η έλλειψη ανθρώπινων σχέσεων, η αφόρητη τυπικότητα και τυπολατρεία που δημιουργούν την αρρώστια και τον διάχυτο φόβο. Όπως συχνά συμβαίνει με την επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα δηλαδή. Ίσως λοιπόν η ταινία να έχει τα προβλήματά της και την μάλλον εύκολη λύση λίγο πριν το τέλος, όπου σχεδόν μετατρέπεται σε περιπέτεια (ευτυχώς στο τέλος αλλάζει και πάλι), αλλά νομίζω ότι αξίζει να την ψάξετε αν την αγνοείτε.
Κυριακή, Φεβρουαρίου 01, 2015
"ΑΜΝΗΣΙΑ" : ΘΡΙΛΕΡ Α ΛΑ "ΜΟΜΕΝΤΟ"
Η Νικόλ Κίντμαν υποδύεται μια γυναίκα της οποίας η μνήμη, μετά από κάποιο ατύχημα, διαρκεί ένα μόλις εικοσιτετράωρο. Αυτό λοιπόν που συμβαίνει είναι ότι κάθε πρωί ξυπνά δίχως να θυμάται τίποτα από τη ζωή της και, κατά τη διάρκεια της μέρας, πρέπει να μάθει από τον σύζυγό της τα πάντα γι' αυτήν και τη μέχρι τώρα ζωή της, για να τα ξεχάσει ξανά τη νύχτα και να τα ξαναμάθει - ως tabula rasa - το επόμενο πρωί. Ώσπου κι αυτός ακόμα ο παράδοξος κόσμος της αρχίζει να τρίζει και υποψίες γεννιούνται μέσα της.
Αυτά συμβαίνουν στο θρίλερ του Rowan Joffe (γιου του επίσης σκηνοθέτη Roland Joffe του "Mission") "Before I go to Sleep" ("Αμνησία" στα ελληνικά) του 2014. Φυσικά το πρώτο που αντιλαμβνεται κανείς είναι οι σεναριακές επιροές από το γνωστό "Memento". Αλλά, κατά τη γνώμη μου, εδώ τα πράγματα δεν πάνε τόσο καλά όσο στο παλιότερο κλασικό πλέον θρίλερ. Εδώ κάπως οι καταστάσεις είναι πιο απίθανες, πιο τραβηγμένες από τα μαλλιά θα λέγαμε, και μάλλον λείπει η ένταση του "Memento" (συγνώμη για τις διαρκείς συγκρίσεις ανάμεσα στις δύο ταινίες, αλλά ο νους πάει κατ' ευθείαν εκεί), η ατμόσφαιρα είναι κάπως ψυχρή (στοιχείο όχι απαραίτητα κακό για θρίλερ), ενώ το τέλος μου φάνηκε μάλλον ξενέρωτο. Από την άλλη η επανάληψη των ίδιων συμβάντων κάθε μέρα θυμίζει και τη "Μέρα της Μαρμότας" (σε καθόλου κωμική βερσιόν βεβαίως, κάθε άλλο).
Πάντως ανατροπές σίγουρα υπάρχουν (αυτό μας έλειπε να μην), ο Κόλιν Φερθ ερμηνεύει έναν ασυνήθιστο για την μέχρι τώρα καριέρα του ρόλο, και γενικά το φιλμ παρακολουθείται με σχετικό ενδιαφέρον. Θα περάσετε πιστεύω δύο μάλλον ευχάριστες ώρες προσπαθώντας να καταλάβετε τι ακριβώς συμβαίνει και πώς έπαθε ό,τι έπαθε η ηρωίδα, αλλά μέχρις εκεί. Για μένα τουλάχιστον δεν υπήρχε κάτι περισσότερο.
Αυτά συμβαίνουν στο θρίλερ του Rowan Joffe (γιου του επίσης σκηνοθέτη Roland Joffe του "Mission") "Before I go to Sleep" ("Αμνησία" στα ελληνικά) του 2014. Φυσικά το πρώτο που αντιλαμβνεται κανείς είναι οι σεναριακές επιροές από το γνωστό "Memento". Αλλά, κατά τη γνώμη μου, εδώ τα πράγματα δεν πάνε τόσο καλά όσο στο παλιότερο κλασικό πλέον θρίλερ. Εδώ κάπως οι καταστάσεις είναι πιο απίθανες, πιο τραβηγμένες από τα μαλλιά θα λέγαμε, και μάλλον λείπει η ένταση του "Memento" (συγνώμη για τις διαρκείς συγκρίσεις ανάμεσα στις δύο ταινίες, αλλά ο νους πάει κατ' ευθείαν εκεί), η ατμόσφαιρα είναι κάπως ψυχρή (στοιχείο όχι απαραίτητα κακό για θρίλερ), ενώ το τέλος μου φάνηκε μάλλον ξενέρωτο. Από την άλλη η επανάληψη των ίδιων συμβάντων κάθε μέρα θυμίζει και τη "Μέρα της Μαρμότας" (σε καθόλου κωμική βερσιόν βεβαίως, κάθε άλλο).
Πάντως ανατροπές σίγουρα υπάρχουν (αυτό μας έλειπε να μην), ο Κόλιν Φερθ ερμηνεύει έναν ασυνήθιστο για την μέχρι τώρα καριέρα του ρόλο, και γενικά το φιλμ παρακολουθείται με σχετικό ενδιαφέρον. Θα περάσετε πιστεύω δύο μάλλον ευχάριστες ώρες προσπαθώντας να καταλάβετε τι ακριβώς συμβαίνει και πώς έπαθε ό,τι έπαθε η ηρωίδα, αλλά μέχρις εκεί. Για μένα τουλάχιστον δεν υπήρχε κάτι περισσότερο.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 30, 2015
O "BIRDMAN" ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΥΣΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Ο Ρίγκαν Τόμσον είναι ένας διάσημος ηθοποιός των 90ς εξ αιτίας του ρόλου του στη σειρά σουπερ ηρωικών ταινιών με υπερήρωα Birdman. Τώρα όμως έχει ξεχαστεί και η καριέρα του κατρακυλά. Κάνοντας απότομη "ποιοτική" στροφή, τα παίζει όλα για όλα ανεβάζοντας στο Μπρόντγουέι το σοβαρό διήγημα του Κάρβερ "Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη", σε δική του μάλιστα διασκευή και σκηνοθεσία. Η πρώην σύζυγός του τον επισκέπτεται πού και πού, η κόρη του δουλεύει στο θέατρο, ένας ταλαντούχος ηθοποιός που έχει εμμονή με την με-κάθε-τρόπο-ρεαλιστική ερμηνεία προσλαμβάνεται (και συνήθως συγκρούεται μαζί του) και ο ίδιος διαθέτει μια διχασμένη προσωπικότητα αφού συχνά πιστεύει ότι όντως είναι ο Birdman...
Όλα αυτά συμβαίνουν στο φιλμ του μεξικανού Alejandro Inarritu "Birdman" (2014), ο οποίος έτσι κάνει μια αλλαγή στην καριέρα του γυρίζοντας μια παράξενη, πικρόχολη και σουρεαλιστική σάτιρα του κόσμου του θεάματος (θεάτρου και κινηματογράφου). Πολλά στοιχεία στο φιλμ είναι αμφίσημα: Η φαντασία και η πραγματικότητα μπερδεύονται (έχει όντως "δυνάμεις" ο ήρωας ή όλα βρίσκονται στη φαντασία του;), το δραματικό και το κωμικό στοιχείο επίσης, ενώ το φινάλε μένει ανοιχτό. Στο στόχαστρο, πάνω απ' όλα, βρίσκεται η παράνοια και η ανασφάλεια του κόσμου του θεάματος. Το αφόρητο άγχος για την επιτυχία, η αγωνία για την τέλεια ερμηνεία, τα ναρκωτικά και το (μπερδεμένο) σεξ, οι στριφνοί και σκληροί κριτικοί... Όπως επίσης και ο προβληματισμός για τις έννοιες της "υψηλής" και "χαμηλής" κουλτούρας (τα υπερηρωικά φιλμ από τη μία, το σοβαρό θέατρο από την άλλη). Ταυτόχρονα πολλά αληθινά ονόματα του θεάματος αναφέρονται συχνά, δημιουργώντας ένα παιχνίδι που θυμίζει τον "Παίχτη" του Altman.
Γυρισμένη κυρίως στα παρασκήνια ενός όντως ιστορικού θεάτρου της Νέας Υόρκης, η ταινία αποδεικνύει και τη σκηνοθετική ικανότητα του δημουργού της: Μοιάζει να είναι ολόκληρη γυρισμένη με ένα ατελείωτο μονοπλάνο. Ακόμα και οι μέρες και νύχτες αλλάζουν με έναν "συνεχή" τρόπο γυρίσματος. Όλα αυτά, καθώς και τα δαιδαλώδη θεατρικά παρασκήνια, προσδίδουν στην ταινία ένα είδος ρευστότητας και επιτείνουν την αγχωτική ατμόσφαιρα (το ίδιο και η μουσική, που βασίζεται σε έναν αυτοσχεδιασμό στα ντραμς).
Από τις πολύ καλές ταινίες που είδα τελευταία (κατά τη γνώμη μου πάντοτε), το "Birdman", άλλοτε κωμικό κι άλλοτε τραγικό, πιάνει όλη την παράνοια και τη σκληρότητα της showbiz ("υψηλής" ή "χαμηλής"), η οποία, ωστόσο, παρ' όλα αυτά εξακολουθεί να μας χαρίζει όνειρα.
Όλα αυτά συμβαίνουν στο φιλμ του μεξικανού Alejandro Inarritu "Birdman" (2014), ο οποίος έτσι κάνει μια αλλαγή στην καριέρα του γυρίζοντας μια παράξενη, πικρόχολη και σουρεαλιστική σάτιρα του κόσμου του θεάματος (θεάτρου και κινηματογράφου). Πολλά στοιχεία στο φιλμ είναι αμφίσημα: Η φαντασία και η πραγματικότητα μπερδεύονται (έχει όντως "δυνάμεις" ο ήρωας ή όλα βρίσκονται στη φαντασία του;), το δραματικό και το κωμικό στοιχείο επίσης, ενώ το φινάλε μένει ανοιχτό. Στο στόχαστρο, πάνω απ' όλα, βρίσκεται η παράνοια και η ανασφάλεια του κόσμου του θεάματος. Το αφόρητο άγχος για την επιτυχία, η αγωνία για την τέλεια ερμηνεία, τα ναρκωτικά και το (μπερδεμένο) σεξ, οι στριφνοί και σκληροί κριτικοί... Όπως επίσης και ο προβληματισμός για τις έννοιες της "υψηλής" και "χαμηλής" κουλτούρας (τα υπερηρωικά φιλμ από τη μία, το σοβαρό θέατρο από την άλλη). Ταυτόχρονα πολλά αληθινά ονόματα του θεάματος αναφέρονται συχνά, δημιουργώντας ένα παιχνίδι που θυμίζει τον "Παίχτη" του Altman.
Γυρισμένη κυρίως στα παρασκήνια ενός όντως ιστορικού θεάτρου της Νέας Υόρκης, η ταινία αποδεικνύει και τη σκηνοθετική ικανότητα του δημουργού της: Μοιάζει να είναι ολόκληρη γυρισμένη με ένα ατελείωτο μονοπλάνο. Ακόμα και οι μέρες και νύχτες αλλάζουν με έναν "συνεχή" τρόπο γυρίσματος. Όλα αυτά, καθώς και τα δαιδαλώδη θεατρικά παρασκήνια, προσδίδουν στην ταινία ένα είδος ρευστότητας και επιτείνουν την αγχωτική ατμόσφαιρα (το ίδιο και η μουσική, που βασίζεται σε έναν αυτοσχεδιασμό στα ντραμς).
Από τις πολύ καλές ταινίες που είδα τελευταία (κατά τη γνώμη μου πάντοτε), το "Birdman", άλλοτε κωμικό κι άλλοτε τραγικό, πιάνει όλη την παράνοια και τη σκληρότητα της showbiz ("υψηλής" ή "χαμηλής"), η οποία, ωστόσο, παρ' όλα αυτά εξακολουθεί να μας χαρίζει όνειρα.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 29, 2015
Ο ΤΟΥΡΙΝΓΚ, ΤΟ "ΑΙΝΙΓΜΑ", Η ΜΙΜΗΣΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΚΡΥΨΗ
Ποιος ήταν ο Άλαν Τούρινγκ; Ιδιοφυής μαθηματικός, μοναχικός, αντικοινωνικός, μάλλον αλαζονικός τύπος, ομοφυλόφιλος, θεωρείται ο "πατέρας" των ηλεκτρονικών υπολογιστών και - είναι αλήθεια αυτό - κατά κάποιον τρόπο χάρη σ' εκείνον οι Σύμμαχοι κέρδισαν τον πόλεμο ενάντια στους ναζί. Αυτό συνέβη επειδή η ομάδα του κατάφερε να σπάσει τον περίφημο και θεωρούμενο "άσπαστο" κώδικα των γερμανών "Enigma" κι έτσι οι Σύμμαχοι υπέκλεπταν τα μηνύματα (δίχως ποτέ να το αντιληφθούν οι εχθροί) και επιχειρούσαν ανάλογα.
Μυθιστορηματική προσωπικότητα λοιπόν, ήταν φυσικό να βρει το δρόμο για τη μεγάλη οθόνη. Το 2014 ο νορβηγός Morten Tyldum γυρίζει "Το Παιχνίδι της Μίμησης" (The Imitation Game) και βαδίζει ολοταχώς προς τα Όσκαρ. Η ταινία παρακολουθεί τον Τούρινγκ σε τρεις φάσεις της ζωής του: Στα εφηβικά του χρόνια στο σχολείο, κατά τη διάρκεια του πολέμου και στον αγώνα του να σπάσει τον κώδικα (το μεγαλύτερο μέρος) και στα τραγικά γι' αυτόν χρόνια των αρχών της δεκαετίας του 50. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, αλλά κινείται μπρος - πίσω στο χρόνο.
Βρήκα το αποτέλεσμα πολύ ενδιαφέρον (και σας το λέει κάποιος που συνήθως βαριέται τις κινηματογραφικές βιογραφίες). Η ταινία κατορθώνει νομίζω να έχει διαρκές σασπένς, καθώς παίζει με τα ασφυκτικά χρονικά πλαίσια, με την απόρριψη του ιδιοφυούς μαθηματικού (αλλά μάλλον αντιπαθούς τύπου) από κάποιους από τους ανωτέρους του και βέβαια με το διαρκές παιχνίδι των διπλών ταυτοτήτων (κατάσκοποι και διπλοί κατάσκοποι, ίντριγκες όλο και πολυπλοκότερες, μυστικά που κρύβονται ή - επίτηδες - αποκαλύπτονται, με σκοπό πάντα να επιτευχθεί ο "μεγάλος στόχος"). Το παιχνίδι αυτό παίζεται και στις προσωπικές ζωές των ηρώων (του Τούρινγκ που πασχίζει να κρύψει την ομοφυλοφιλία του, της κοπέλας, αλλά και όλων όσων δουλεύουν στο project, που κρύβουν την αληθινή φύση της δουλειάς τους, των κατασκόπων κλπ.). Τελικά το φιλμ γίνεται μια μελέτη των ποικίλων αποκρύψεων, παραλλαγών, ψευδών ρόλων, "κρυπτογραφημένων" συμπεριφορών που αναγκάζονται οι άνθρωποι να υιοθετούν στη ζωή τους. Και, πολύ πιο εμφανώς, διακηρύσσει την ανάγκη αποδοχής κάθε λογής διαφορετικότητας, η οποία μάλιστα εδώ δεν είναι απλώς ζήτημα (αυτονόητου) σεβασμού, αλλά καταλήγει να έχει ευεργετικά αποτελέσματα στο κοινωνικό σύνολο.
Φυσικά ο παράδοξος, κλειστός και μπλοκαρισμένος χαρακτήρας του ήρωα σκιαγραφείται ανάγλυφα, ενώ ο Μπένεντικτ Κάμπερματς είναι πολύ καλός. Χολιγουντιανό βεβαίως, αν και σχετικά τολμηρό, με κάποιες σεναριακές ευκολίες και παραχωρήσεις, αλλά από τα καλά δείγματα του σύγχρονου mainstream αμερικάνικου σινεμά. Νομίζω τουλάχιστον.
Μυθιστορηματική προσωπικότητα λοιπόν, ήταν φυσικό να βρει το δρόμο για τη μεγάλη οθόνη. Το 2014 ο νορβηγός Morten Tyldum γυρίζει "Το Παιχνίδι της Μίμησης" (The Imitation Game) και βαδίζει ολοταχώς προς τα Όσκαρ. Η ταινία παρακολουθεί τον Τούρινγκ σε τρεις φάσεις της ζωής του: Στα εφηβικά του χρόνια στο σχολείο, κατά τη διάρκεια του πολέμου και στον αγώνα του να σπάσει τον κώδικα (το μεγαλύτερο μέρος) και στα τραγικά γι' αυτόν χρόνια των αρχών της δεκαετίας του 50. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, αλλά κινείται μπρος - πίσω στο χρόνο.
Βρήκα το αποτέλεσμα πολύ ενδιαφέρον (και σας το λέει κάποιος που συνήθως βαριέται τις κινηματογραφικές βιογραφίες). Η ταινία κατορθώνει νομίζω να έχει διαρκές σασπένς, καθώς παίζει με τα ασφυκτικά χρονικά πλαίσια, με την απόρριψη του ιδιοφυούς μαθηματικού (αλλά μάλλον αντιπαθούς τύπου) από κάποιους από τους ανωτέρους του και βέβαια με το διαρκές παιχνίδι των διπλών ταυτοτήτων (κατάσκοποι και διπλοί κατάσκοποι, ίντριγκες όλο και πολυπλοκότερες, μυστικά που κρύβονται ή - επίτηδες - αποκαλύπτονται, με σκοπό πάντα να επιτευχθεί ο "μεγάλος στόχος"). Το παιχνίδι αυτό παίζεται και στις προσωπικές ζωές των ηρώων (του Τούρινγκ που πασχίζει να κρύψει την ομοφυλοφιλία του, της κοπέλας, αλλά και όλων όσων δουλεύουν στο project, που κρύβουν την αληθινή φύση της δουλειάς τους, των κατασκόπων κλπ.). Τελικά το φιλμ γίνεται μια μελέτη των ποικίλων αποκρύψεων, παραλλαγών, ψευδών ρόλων, "κρυπτογραφημένων" συμπεριφορών που αναγκάζονται οι άνθρωποι να υιοθετούν στη ζωή τους. Και, πολύ πιο εμφανώς, διακηρύσσει την ανάγκη αποδοχής κάθε λογής διαφορετικότητας, η οποία μάλιστα εδώ δεν είναι απλώς ζήτημα (αυτονόητου) σεβασμού, αλλά καταλήγει να έχει ευεργετικά αποτελέσματα στο κοινωνικό σύνολο.
Φυσικά ο παράδοξος, κλειστός και μπλοκαρισμένος χαρακτήρας του ήρωα σκιαγραφείται ανάγλυφα, ενώ ο Μπένεντικτ Κάμπερματς είναι πολύ καλός. Χολιγουντιανό βεβαίως, αν και σχετικά τολμηρό, με κάποιες σεναριακές ευκολίες και παραχωρήσεις, αλλά από τα καλά δείγματα του σύγχρονου mainstream αμερικάνικου σινεμά. Νομίζω τουλάχιστον.
Δευτέρα, Ιανουαρίου 26, 2015
"ΕΤΟΙΜΗ ΓΙΑ ΟΛΑ" Ή ΟΙ (ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ) ΕΜΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΗΜΟΤΗΤΑΣ
To 1995 o Gus Van Sant γυρίζει μια από τις πιο έξυπνες κατά τη γνωμη μου ταινίες του, το "Έτοιμη για Όλα" (To Die For), με μια εξαιρετική νεαρή τότε Νικόλ Κίντμαν στον πλέον... αντιπαθή ρόλο της καριέρας της.
Η όμορφη ηρωίδα είναι μια αμερικανίδα της επαρχίας ψωνισμένη κυριολεκτικά με την τηλεόραση και κάθε τι που σχετίζεται μ' αυτήν και με μοναδικό όνειρο και στόχο να γίνει μια διάσημη τηλεοπτική περσόνα, κάτι σαν την Όφρα ας πούμε. Κάποια στιγμή παντρεύεται έναν macho ιταλικής καταγωγής νεαρό, ιδιοκτήτη εστιατορίου και όλα πάνε καλά, μέχρις ότου αυτός αρχίζει να γίνεται εμπόδιο στα μεγαλεπήβολα σχέδιά της. Μέχρι πού είναι ικανή να φτάσει η ηρωίδα μας για να πετύχει τον σκοπό της;
Πρόκειται για μαύρη κωμωδία γυρισμένη ακριβώς με την αισθητική και το στιλ του τηλεοπτικού ρεπορτάζ, καθώς κάποιος υποτίθεται ότι παίρνει συνεντέυξεις από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων, ενώ όλα έχουν πλέον τελειώσει. Παράλληλα βέβαια εμείς βλέπουμε και πώς εξελίχθηκαν τα αληθινά γεγονότα. Η Κίντμαν είναι πολύ καλή καθώς επαναλαμβάνει εμμονικά ηλίθιες ή/και ανούσιες απόψεις, ιδέες και φράσεις που όλες σχετίζονται με την τηλεόραση και τις περί διασημότητας ιδέες, με αποκορύφωμα το αμίμητο "Δεν έχει νόημα να κάνεις οτιδήποτε αν κάποιος δεν σε βλέπει"! (και βεβαίως συμπεριφέρεται αντίστοιχα, με μοναδικό στόχο το φαίνεσθαι)
Η εμμονή με τη φήμη, τη διασημότητα και τα τηλεοπτικά σόου ως μοναδικό σκοπό ζωής, η απύθμενη κενότητα και το ουσιαστικό τίποτα που αυτά συνεπάγονται, η πλήρως απροσανατόλιστη και (και πάλι) κενή αμερικάνικη νεολαία ενσαρκωμένη από τους έφηβους της ταινίας (μεταξύ τους οι πιτσιρικάδες τότε και άγνωστοι Γιοακίν Φίνιξ και Κέισι Άφλεκ), η παντελής έλλειψη ηθικής, που έχει απλώς αντικατασταθεί παντελώς από το οραμα της διασημότητας, όλα - καί άλλα - θίγονται και καυτηριάζονται με έξυπνο τρόπο στο φιλμ. Νομίζω ότι πρόκειται για ένα από τα καυστικότερα φιλμ του Βαν Σαντ στις αρχές σχετικά της καριέρας του.
Η όμορφη ηρωίδα είναι μια αμερικανίδα της επαρχίας ψωνισμένη κυριολεκτικά με την τηλεόραση και κάθε τι που σχετίζεται μ' αυτήν και με μοναδικό όνειρο και στόχο να γίνει μια διάσημη τηλεοπτική περσόνα, κάτι σαν την Όφρα ας πούμε. Κάποια στιγμή παντρεύεται έναν macho ιταλικής καταγωγής νεαρό, ιδιοκτήτη εστιατορίου και όλα πάνε καλά, μέχρις ότου αυτός αρχίζει να γίνεται εμπόδιο στα μεγαλεπήβολα σχέδιά της. Μέχρι πού είναι ικανή να φτάσει η ηρωίδα μας για να πετύχει τον σκοπό της;
Πρόκειται για μαύρη κωμωδία γυρισμένη ακριβώς με την αισθητική και το στιλ του τηλεοπτικού ρεπορτάζ, καθώς κάποιος υποτίθεται ότι παίρνει συνεντέυξεις από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων, ενώ όλα έχουν πλέον τελειώσει. Παράλληλα βέβαια εμείς βλέπουμε και πώς εξελίχθηκαν τα αληθινά γεγονότα. Η Κίντμαν είναι πολύ καλή καθώς επαναλαμβάνει εμμονικά ηλίθιες ή/και ανούσιες απόψεις, ιδέες και φράσεις που όλες σχετίζονται με την τηλεόραση και τις περί διασημότητας ιδέες, με αποκορύφωμα το αμίμητο "Δεν έχει νόημα να κάνεις οτιδήποτε αν κάποιος δεν σε βλέπει"! (και βεβαίως συμπεριφέρεται αντίστοιχα, με μοναδικό στόχο το φαίνεσθαι)
Η εμμονή με τη φήμη, τη διασημότητα και τα τηλεοπτικά σόου ως μοναδικό σκοπό ζωής, η απύθμενη κενότητα και το ουσιαστικό τίποτα που αυτά συνεπάγονται, η πλήρως απροσανατόλιστη και (και πάλι) κενή αμερικάνικη νεολαία ενσαρκωμένη από τους έφηβους της ταινίας (μεταξύ τους οι πιτσιρικάδες τότε και άγνωστοι Γιοακίν Φίνιξ και Κέισι Άφλεκ), η παντελής έλλειψη ηθικής, που έχει απλώς αντικατασταθεί παντελώς από το οραμα της διασημότητας, όλα - καί άλλα - θίγονται και καυτηριάζονται με έξυπνο τρόπο στο φιλμ. Νομίζω ότι πρόκειται για ένα από τα καυστικότερα φιλμ του Βαν Σαντ στις αρχές σχετικά της καριέρας του.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 23, 2015
Ο ΙΔΙΟΦΥΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ Mr. TURNER
Ο βρετανός Mike Leigh είναι βεβαίως περισσότερο γνωστός για τις κοινωνικές ταινίες του, ωστόσο κατά καιρούς κάνει και ταινίες εποχής. Το 2014 αποφασίζει να ασχοληθεί με τον μεγάλο (συμπατριώτη του) ζωγράφο William Turner (1775-1851) - για την ακρίβεια με το τελευταίο τέταρτο της ζωής του, γυρίζοντας το εικαστικότατο "Mr. Turner".
Ο Τέρνερ θεωρείται μεγάλος όχι μόνο για του αναπαραστατικούς, "ρεαλιστικούς" πίνακές του, αλλά και επειδή οι πίνακες της τελευταίας περιόδου του προοιωνίζουν τον επερχόμενο ιμπρεσιονισμό (οι ιμπρεσιονιστές τον θεωρούσαν πρόδρομό τους). Κι όχι μόνο αυτό. Ορισμένα από τα τελευταία έργα του σχεδόν αγγίζουν τα όρια του αφηρημένου, πριν καν υπάρξει οποιαδήποτε σκέψη για τέτοια ζωγραφική. Όσο ζούσε ήταν ήδη διάσημος και πετυχημένος και θεωρούνταν "μετρ" στην απόδοση του φωτός, το οποίο αποτυπώνεται εκπληκτικά στα υπέροχα τοπία του. Ωστόσο σαν άνθρωπος ήταν αντισυμβατικός και αντιφατικός. "Μονόχνωτος", ακοινώνητος, συχνά αγενής και αλαζόνας, δεν παντρεύτηκε ποτέ αν και είχε κάποιους σταθερούς και μακροχρόνιους δεσμούς. Ζούσε δοσμένος στο πάθος του για τη ζωγραφική, διαθέτοντας εκπληκτική ευαισθησία. Και - σύμφωνα με την ταινία τουλάχιστον - διέθετε ταυτόχρονα και εσωτερικές αρετές (π.χ. η άρνησή του να πουλήσει σε υψηλότατη τιμή όλα τα έργα του σε συλλέκτη, επειδή ήθελε να τα χαρίσει σε μουσεία "για να τα βλέπουν δωρεάν οι φτωχοί").
Στην ταινία αυτές οι αντιφάσεις δίνονται ανάγλυφα. Φυσικά το φιλμ στηρίζεται κυρίως στην εκπληκτική ερμηνεία του Τίμοθι Σπαλ, ηθοποιού, μεταξύ άλλων, και άλλων ταινιών του Λι. Νομίζω ότι πρόκειται για μία από τις καλύτερες των τελευταίων χρόνων. Εκπληκτική επίσης είναι η εικαστικότατη φωτογραφία, που συχνά μας κάνει να νομίζουμε ότι βρισκόμαστε "μέσα" σε πίνακες του ζωγράφου.
Τελικά νομίζω ότι αυτό που θέλει να δείξει ο σκηνοθέτης - εκτός από την θαυμάσια καταγραφή της εποχής - είναι το παράδοξο της τέχνης: Ένας σχεδόν "βάρβαρος" και αντιπαθής τύπος, που περισσότερο μουγκρίζει παρά μιλάει, διαθέτει μια εξαιρετική εσωτερική ευαισθησία, είναι οξυδερκής όχι μόνο σε σχέση με την τέχνη, αλλά και με τις επερχόμενες εποχές και παράγει υψηλής αισθητικής αριστουργήματα. Αυτές οι αντιφάσεις αποτελούν κομμάτι της τέχνης γενικότατα και επιτείνουν το μυστήριό της (φυσικά ο Τέρνερ δεν υπήρξε η μοναδική τέτοια περίπτωση, κάθε άλλο μάλιστα).
Η ταινία μου άρεσε, προειδοποιώ όμως ότι είναι σχετικά αργή, ενώ η "έλλειψη πλοκής" - πρόκειται απλώς για την γραμμική χρονικά καταγραφή των τελευταίων χρόνων του ζωγράφου - ίσως κουράσει κάποιους. Κυρίως όσους δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την τέχνη. Για μένα όμως, για την εκπληκτική της ατμόσφαιρα και για την κατάδειξη του μυστηρίου και των αντιφάσεων της τέχνης, αποτελεί μια από τις καλύτερες της χρονιάς του 14.
Τρίτη, Ιανουαρίου 20, 2015
ΣΤΗ ΒΡΩΜΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ "GONE BABY GONE"
Το έχω ξαναπεί: Ο Ben Affleck είναι ένας αξιόλογος σκηνοθέτης (και με περισσότερο ενδιαφέρον απ' όσο σαν ηθοποιός). Το απέδειξε από την πρώτη του κιόλας σκηνοθετική δουλειά, το "Gone Baby Gone" (Χωρίς Ίχνη) του 2007.
Ένα 4χρονο κοριτσάκι εξαφανίζεται σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά της Βοστώνης. Η θεία του προσλαμβάνει ένα ζεύγος ντετέκτιβ, παρά το ότι οι ίδιοι της λένε καθαρά ότι δεν έχουν καμιά εμπειρία από τέτοιου είδους υποθέσεις.Οι έρευνες αρχίζουν - στην ίδια τη γειτονιά κυρίως - αφού οι ντετέκτιβ αξιοποιούν κατά βάση τις προσωπικές τους γνωριμίες εκεί, συνεργαζόμενοι και με δύο αστυνομικούς, ενώ οι αποκαλύψεις γίνονται όλο και πιο περίπλοκες και βρώμικες. Όλη αυτή η ιστορία θα έχει τελικά βαθιές επιδράσεις και στην ίδια τους τη σχέση.
Με όχημα μια αστυνομική σε πρώτο επίπεδο ιστορία, ο Άφλεκ επιχειρεί μια κατάβαση στην πιο σκοτεινή πλευρά της Αμερικής, εκεί όπου ούτε κατά διάνοια δεν υφίσταται το "αμερικάνικο όνειρο". Η όλη εικόνα φέρνει στο νου το "Mystic River" του Ίστγουντ (και τα δύο προέρχονται από βιβλία του ίδιου συγγραφέα). Εδώ η αμερικάνικη γειτονιά κατοικείται από απαράδεκτες (και ναρκομανείς) μητέρες, μικρούς και μεγάλους ντίλερ, φουκαράδες έτοιμους για όλα, ύποπτους αστυνομικούς... Μια κοινωνία πέρα για πέρα δίχως τίποτα όμορφο, όπου το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό και - το χειρότερο - δίχως καμιά ελπίδα για βελτίωση. Το αδιέξοδο είναι απόλυτο και από παντού. Για πολλούς η κάθε λογής παρανομία αποτελεί τη μόνη ορατή λύση. Το κοινωνικό σχόλιο είναι σαφές. Και δοσμένο με απόλυτο ρεαλισμό και πειστικότητα.
Βρήκα την ταινία ιδιαίτερα σκοτεινή, δυνατή (και περίπλοκη σεναριακά) και με αναπάντεχο τέλος, που θολώνει ακόμα περισσότερο τα όρια ανάμεσα σε "καλούς" και "κακούς". Ταυτόχρονα το ηθικό δίλημμα του τέλους παραμένει ανοιχτό στον θεατή. Εσείς τι θα επιλέγατε στη θέση του ήρωα; Φυσικά, όπως είπα, νομίζω ότι πρωταγωνιστής δεν είναι οι ντετέκτιβ ή οι αστυνομικοί ή όποιος άλλος από τους χαρακτήρες, αλλά ο ίδιος ο κοινωνικός περίγυρος. ΄Ένας από τους πλέον ασφυκτικούς και βρώμικους που σκιαγράφησε ποτέ το (mainstream) αμερικάνικο σινεμά. Μπράβο στον Άφλεκ και την τόλμη του.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 16, 2015
ΤΟ "ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΚΤΗΝΟΣ" ΩΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΝΟΥΑΡ
O Jean Renoir (1894-1979) είναι βέβαια ένας απο τους μεγαλύτερους δημιουργούς στην ιστορία του σινεμά και πολλές από τις ταινίες του θεωρούνται κλασικές. Μια απ' αυτές είναι και η απόπειρά του να μεταφέρει στην οθόνη το μυθιστόρημα του Ζολά "Το Ανθρώπινο Κτήνος" (La Bete Humaine), που έλαβε χώρα το 1938, με πρωταγωνιστή τον μεγάλο Ζαν Γκαμπέν και την πανέμορφη Σιμόν Σιμόν, που ίσως γνωρίζετε από το κλασικό αυθεντικό "Cat People".
Ένας μηχανοδηγός τρένων που υποφέρει από ψυχολογικές κρίσεις (κατάλοιπο των αλκοολικών γονιών του, πιστεύει ο ίδιος) ερωτεύεται τη γυναίκα του σταθμάρχη του, ο οποίος σταθμάρχης έχει δολοφονήσει έναν πλούσιο γέρο από ζήλεια, παρουσία της συζύγου του. Ο ήρωας από έλξη στην κοπέλα, αν και γνωρίζει τι έχει συμβεί, δεν αποκαλύπτει τίποτα στην ανάκριση και ένα επικίνδυνο παιχνίδι - ερωτικό, αλλά εγκληματικό - ξεκινά ανάμεσά τους.
Ο Ρενουάρ χαρακτηρίζεται συχνά σκηνοθέτης "ποιητικού ρεαλισμού". Εδώ τα τρένα διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην ιστορία, αποτελούν αναφαίρετο κομμάτι της. Εν κινήσει ή σταματημένα, με τα πληρώματα μεταξύ τους όταν δεν δουλεύουν, με το σταθμό, συχνά υποβλητικά νυχτερινό, σαν μόνιμο σχεδόν φόντο, είναι κάτι παραπάνω από απλό ντεκόρ. Άλλωστε όλοι οι ήρωες του φιλμ σχετίζονται μ' αυτά. Οι χαρακτήρες είναι κυρίως αμφιλεγόμενοι, ποτέ καθαρά "καλοί" ή "κακοί". Όμως το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό του φιλμ είναι ότι αποτελεί έναν σαφέστατο πρόδρομο των περίφημων ταινιών νουάρ, που θα ήκμαζαν την επόμενη δεκαετία στην απέναντι πλευρα του Ατλαντικού. Τα κοινά είναι πολλά: Ο μοναχικός ήρωας που υποφέρει, ο φόνος, τα υποβλητικά, ασπρόμαυρα σκηνικά και, βέβαια, κυρίως η παρουσία της "μοιραίας γυναίκας" εν μέσω όλων αυτών, η οποία ουσιαστικά από ένα σημείο και μετά κινεί τα νήματα των όσων συμβαίνουν - ενώ εμείς θα παραμείνουμε εν αμφιβολία: Είναι πολύ ερωτευμένη ή σατανική; Και, φυσικά, κυρίαρχο στοιχείο είναι ο έρωτας, παθιασμένος, ρομαντικός, βασανισμένος.
Και μόνο γι' αυτό και την επιρροή του στο αμερικάνικο σινεμά, η ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί κλασική. Αλλά και πέραν αυτών νομίζω ότι πρόκειται για εξαιρετικό φιλμ. Αν δεν φοβάστε τα "παλιά", απολαύστε το ανεπιφύλακτα.
Ένας μηχανοδηγός τρένων που υποφέρει από ψυχολογικές κρίσεις (κατάλοιπο των αλκοολικών γονιών του, πιστεύει ο ίδιος) ερωτεύεται τη γυναίκα του σταθμάρχη του, ο οποίος σταθμάρχης έχει δολοφονήσει έναν πλούσιο γέρο από ζήλεια, παρουσία της συζύγου του. Ο ήρωας από έλξη στην κοπέλα, αν και γνωρίζει τι έχει συμβεί, δεν αποκαλύπτει τίποτα στην ανάκριση και ένα επικίνδυνο παιχνίδι - ερωτικό, αλλά εγκληματικό - ξεκινά ανάμεσά τους.
Ο Ρενουάρ χαρακτηρίζεται συχνά σκηνοθέτης "ποιητικού ρεαλισμού". Εδώ τα τρένα διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην ιστορία, αποτελούν αναφαίρετο κομμάτι της. Εν κινήσει ή σταματημένα, με τα πληρώματα μεταξύ τους όταν δεν δουλεύουν, με το σταθμό, συχνά υποβλητικά νυχτερινό, σαν μόνιμο σχεδόν φόντο, είναι κάτι παραπάνω από απλό ντεκόρ. Άλλωστε όλοι οι ήρωες του φιλμ σχετίζονται μ' αυτά. Οι χαρακτήρες είναι κυρίως αμφιλεγόμενοι, ποτέ καθαρά "καλοί" ή "κακοί". Όμως το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό του φιλμ είναι ότι αποτελεί έναν σαφέστατο πρόδρομο των περίφημων ταινιών νουάρ, που θα ήκμαζαν την επόμενη δεκαετία στην απέναντι πλευρα του Ατλαντικού. Τα κοινά είναι πολλά: Ο μοναχικός ήρωας που υποφέρει, ο φόνος, τα υποβλητικά, ασπρόμαυρα σκηνικά και, βέβαια, κυρίως η παρουσία της "μοιραίας γυναίκας" εν μέσω όλων αυτών, η οποία ουσιαστικά από ένα σημείο και μετά κινεί τα νήματα των όσων συμβαίνουν - ενώ εμείς θα παραμείνουμε εν αμφιβολία: Είναι πολύ ερωτευμένη ή σατανική; Και, φυσικά, κυρίαρχο στοιχείο είναι ο έρωτας, παθιασμένος, ρομαντικός, βασανισμένος.
Και μόνο γι' αυτό και την επιρροή του στο αμερικάνικο σινεμά, η ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί κλασική. Αλλά και πέραν αυτών νομίζω ότι πρόκειται για εξαιρετικό φιλμ. Αν δεν φοβάστε τα "παλιά", απολαύστε το ανεπιφύλακτα.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 15, 2015
ΑΓΧΩΤΙΚΗ "ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ"
Ο Νίκος Παπατάκης (1918-2010), έλληνας που κυρίως έζησε στο Παρίσι, υπήρξε πολυσχιδής προσωπικότητα. Στον κινηματογράφο γύρισε 5 μόνο ταινίες, οι οποίες - παρά τις πιθανές διαφωνίες - δεν μπορούν να αφήσουν κανέναν αδιάφορο. Προσωπικά (και υποκειμενικά βεβαίως) οι δύο ελληνικές του ("Βοσκοί", "Φωτογραφία") είναι οι αγαπημένες μου.
"Η Φωτογραφία" γυρίστηκε το 1987 και την θεωρώ μια από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες. Στα τελευταία χρόνια της χούντας ένας νεαρός από την Καστοριά, μην αντέχοντας να μείνει άλλο στη χώρα του αφού τον κυνηγάνε τα αριστερά φρονήματα του... πεθαμένου πατέρα του, φεύγει για το Παρίσι με σκοπό να συναντήσει έναν μοναχικό συχωριανό του που ζει εκεί για χρόνια (και θεωρείται μονόχνωτος και στρυφνός) και να μάθει την τέχνη του γουναρά. Οι σχέσεις ανάμεσα στους δύο θα πάρουν απρόσμενη τροπή, καθώς μια τυχαία φωτογραφία θα τα αλλάξει όλα.
Η ταινία ξεκινά με την κατάδειξη της μίζερης ελληνικής επαρχίας επί χούντας, μεταφέρεται στο Παρίσι και σταδιακά αποκτά έναν διαρκώς εντεινόμενο αγχωτικό ρυθμό. Έτσι μετατρέπεται σε ένα εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ. Στο κέντρο όλου αυτού υπάρχει η "τυφλή" αγάπη για ένα ψέμα, για μια ιδέα που στην πραγματικότητα είναι ανύπαρκτη, το ατελέσφορο κυνήγι μιας χίμαιρας, οι χαμένες, μοναχικές ανθρώπινες ζωές, οι ανθρώπινες εμμονές. Από την άλλη καταδεικνύεται η "μετατροπή" ενός αθώου και γελοίου ψέματος σε κεντρικό θέμα που θα στοιχειώσει και θα αλλάξει με τραγικό τρόπο τις ζωές των δύο ηρώων - άρα η πάντοτε πιθανή εισβολή του τυχαίου στη ζωή μας και οι δραματικές επιπτώσεις του .Όσο το φιλμ προχωρά, οι καταστάσεις γίνονται όλο και πιο αγχωτικές, το αδιέξοδο διαφαίνεται από παντού, μέχρι να φτάσουμε στη δυνατή κατάληξη. Ποιος λέει ότι ο θάνατος δεν μπορεί να αποτελεί πράξη αγάπης;
Ο Παπατάκης χρησιμοποιεί σε κάποια σημεία ακόμα και χιούμορ και περιλαμβάνει στην ταινία του κάποιες γκροτέσκες καταστάσεις. Ωστόσο η αγχωτική ατμόσφαιρα κυριαρχεί. Αυτό που επίσης επιτυγχάνει με εξαιρετικό, "υπόγειο" τρόπο, δίχως σεναριακά να επικεντρώσει σ' αυτό, είναι να μιλήσει καίρια για την ασφυκτική πολιτική κατάσταση και την καθημερινότητα της ελληνικής κοινωνίας επί χούντας και να καταδείξει τα δεινά που αυτή έφερε στην ζωή των απλών ανθρώπων. Η Ιστορία (με κεφαλαίο γιώτα) υπάρχει διαρκώς στο φόντο, πάνω σ' αυτή - ως διαρκές background - χτίζεται στέρεα η τραγική προσωπική ιστορία των δύο ανδρών. Η Ιστορία θα φτάσει (δίχως ποτέ, επαναλαμβάνω, να γίνει το κυρίαρχο θέμα) έως τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης, το 1974, όπου, με φόντο τα ερείπια που πίσω του αφήνει ο απερχόμενος φασισμός, θα παιχτεί η τελική πράξη, στην Ελλάδα και πάλι.
Συστήνω τη "Φωτογραφία" ως μία από τις καλύτερες, πλην όμως σχετικά άγνωστες, ταινίες του ελληνικού σινεμά. Αν ποτέ την πετύχετε...
Δευτέρα, Ιανουαρίου 12, 2015
"ΟΙ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΕΣ": ΜΙΑ ΒΟΥΤΙΑ ΣΤΟΝ ΥΠΟΚΟΣΜΟ
Το 2014 ο Νίκος Τριανραφυλλίδης επανέρχεται μετά από πολλά χρόνια στη σκηνοθεσία με τους "Αισθηματίες", μια νεο-νουάρ απόπειρα που διαδραματίζεται στη σύγχρονη Αθήνα.
Στα κέντρο της ιστορίας βρίσκονται δύο νεαροί πληρωμένοι δολοφόνοι, οι οποίοι κάνουν τις βρώμικες δουλειές για έναν υπεράνω πάσης υποψίας πλούσιο, ο οποίος ζει απομονωμένος στη βίλα του με την έφηβη κόρη του, στην πραγματικότητα όμως είναι αρχαιοκάπηλος και άλλα σκοτεινά. Φυσικά οι "αισθηματίες" του τίτλου είναι οι δύο νεαροί, αφού ο ένας ερωτεύεται την "απαγορευμένη" κόρη του αφεντικού, ενώ ο άλλος μία πόρνη πολυτελείας. Στο επάγγελμά τους όμως τα συναισθήματα απαγορεύονται αυστηρά....
Η ταινία είναι θα έλεγα καλογυρισμένη, με σαφές σενάριο και στρωτή αφήγηση και, αν μη τι άλλο, παρακολουθείται μάλλον ευχάριστα. Παράλληλα ο Τριανταφυλλίδης ξεδιπλώνει κάποιες εμμονές του, κάποια cult στοιχεία (πολύ καλή και σουρεαλιστική η σκηνή με τον λαϊκό βάρδο Λευτέρη Μυτηληναίονε εμφανίζεται από το πουθενά και να τραγουδά live σε ένα "κωλόμπαρο" όταν ένας από τους ήρωες ζητά από τη μπαργούμαν να ακούσει ένα τραγούδι του), ενώ επιχειρεί μια καταβύθιση στον υπόκοσμο και τη νύχτα: Ύποπτα μπαρ, πόρνες, σκυλάδες, "βρώμικοι" πλούσιοι, fast food, εσωτερικά ξεκαθαρίσματα και άλλα συνθέτουν μια καθόλου κολακευτική εικόνα της νυχτερινής (κυρίως) σύγχρονης μεγαλούπολης (της Αθήνας στη συγκεκριμένη περίπτωση). Ίσως κάπως πιο "γραφικά" από την πραγματικότητα, αλλά κάπως έτσι. Και εν μέσω όλης αυτής της βρωμιάς ο ρομαντισμός (τι "αισθηματίες" θα ήταν άλλωστε) και ο αγνός έρωτας, που είναι αδύνατο φυσικά να ανθίσει και να θριαμβεύσει. Όπως είπαμε, βρισκόμαστε για τα καλά στο νουάρ.
ΟΚ, το είδα ευχάριστα, όπως είπα, είναι μια σχετικά ευπρόσωπη ελληνική παραγωγή, ο Τριανταφυλλίδης είναι "αξιοπρεπής" σκηνοθέτης, αλλά - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - μέχρις εκεί. Τίποτα που να με συγκλονίσει ή να μην έχω ξαναδεί (εντάξει, το τελευταίο μάλλον γίνεται επίτηδες, αφού πρόκειται για ταινία συγκεκριμένου είδους). Δεν νομίζω ότι θα βαρεθείτε, ούτε όμως και θα εκστασιαστείτε.
Στα κέντρο της ιστορίας βρίσκονται δύο νεαροί πληρωμένοι δολοφόνοι, οι οποίοι κάνουν τις βρώμικες δουλειές για έναν υπεράνω πάσης υποψίας πλούσιο, ο οποίος ζει απομονωμένος στη βίλα του με την έφηβη κόρη του, στην πραγματικότητα όμως είναι αρχαιοκάπηλος και άλλα σκοτεινά. Φυσικά οι "αισθηματίες" του τίτλου είναι οι δύο νεαροί, αφού ο ένας ερωτεύεται την "απαγορευμένη" κόρη του αφεντικού, ενώ ο άλλος μία πόρνη πολυτελείας. Στο επάγγελμά τους όμως τα συναισθήματα απαγορεύονται αυστηρά....
Η ταινία είναι θα έλεγα καλογυρισμένη, με σαφές σενάριο και στρωτή αφήγηση και, αν μη τι άλλο, παρακολουθείται μάλλον ευχάριστα. Παράλληλα ο Τριανταφυλλίδης ξεδιπλώνει κάποιες εμμονές του, κάποια cult στοιχεία (πολύ καλή και σουρεαλιστική η σκηνή με τον λαϊκό βάρδο Λευτέρη Μυτηληναίονε εμφανίζεται από το πουθενά και να τραγουδά live σε ένα "κωλόμπαρο" όταν ένας από τους ήρωες ζητά από τη μπαργούμαν να ακούσει ένα τραγούδι του), ενώ επιχειρεί μια καταβύθιση στον υπόκοσμο και τη νύχτα: Ύποπτα μπαρ, πόρνες, σκυλάδες, "βρώμικοι" πλούσιοι, fast food, εσωτερικά ξεκαθαρίσματα και άλλα συνθέτουν μια καθόλου κολακευτική εικόνα της νυχτερινής (κυρίως) σύγχρονης μεγαλούπολης (της Αθήνας στη συγκεκριμένη περίπτωση). Ίσως κάπως πιο "γραφικά" από την πραγματικότητα, αλλά κάπως έτσι. Και εν μέσω όλης αυτής της βρωμιάς ο ρομαντισμός (τι "αισθηματίες" θα ήταν άλλωστε) και ο αγνός έρωτας, που είναι αδύνατο φυσικά να ανθίσει και να θριαμβεύσει. Όπως είπαμε, βρισκόμαστε για τα καλά στο νουάρ.
ΟΚ, το είδα ευχάριστα, όπως είπα, είναι μια σχετικά ευπρόσωπη ελληνική παραγωγή, ο Τριανταφυλλίδης είναι "αξιοπρεπής" σκηνοθέτης, αλλά - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - μέχρις εκεί. Τίποτα που να με συγκλονίσει ή να μην έχω ξαναδεί (εντάξει, το τελευταίο μάλλον γίνεται επίτηδες, αφού πρόκειται για ταινία συγκεκριμένου είδους). Δεν νομίζω ότι θα βαρεθείτε, ούτε όμως και θα εκστασιαστείτε.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 08, 2015
ΕΝΑΣ ΕΞΠΡΕΣΙΟΝΙΣΤΙΚΟΣ "ΚΥΑΝΟΠΩΓΩΝΑΣ" ΤΟΥ 1944
Στην ιστορία του κινηματογράφου έχουν γυριστεί αρκετές παραλλαγές του "Κυανοπώγωνα", όρος που τελικά σημαίνει απλώς τον κατά συρροήν δολοφόνο γυναικών. Μια από αυτές είναι και "Κυανοπώγων" (Bluebeard) του 1944 από τον γεννημένο στην τότε Αυστροουγγαρία Edgar G. Ulmer (1904-1972), ο οποίος από το 1930 δούλεψε στις ΗΠΑ.
Με τον "σκοτεινό" Τζον Καραντάιν στον βασικο ρόλο (που του ταιριάζει πολύ), η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός μαριονετίστα στο Παρίσι του 19ου αιώνα, ο οποίος είναι πρώην ζωγράφος και ο οποίος στραγγαλίζει τα θηλυκά μοντέλα του. Όταν κάποτε ερωτεύεται μια κοπέλα που είναι πρόθυμη να του ποζάρει, πασχίζει να αποφύγει το αναπόφευκτο... Στην ιστορία όμως θα εμπλακεί και η αδελφή της κοπέλας και τα γεγονότα θα γίνουν φριχτά.
Η ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί εξπρεσιονιστική, αφού ο Ούλμερ στην ασπρόμαυρη εικόνα του παίζει με τις σκιές, τις προοπτικές, την παράδοξη και ανησυχητική ατμόσφαιρα. Άλλωστε η καταγωγή του ταιριάζει απόλυτα με τις επιροές αυτές. Οι φόνοι τελούνται συνήθως εκτός πλάνου, μια κάποια σεναριακή αφέλεια υπάρχει, αλλά νομίζω ότι το όλο σκοτεινό κλίμα που δημιουργείται αξίζει μιας θέασης - και την κατάταξη του φιλμ στην ομάδα των μάλλον άγνωστων εξπρεσιονιστικών ταινιών του σινεμά. Αρκετά ενοχλητική βρήκα πάντως την μουσική του Erdody (διακεκριμένου και επιτυχημένου συνθέτη μουσικής και τραγουδιών στην εποχή του), η οποία παίζει κυριολεκτικά ασταμάτητα, "καλύπτοντας" ηχητικά κάθε λεπτό του φιλμ.
Γενικά προκειται για καθαρό b-movie της δεκαετίας του 40 (ο Ούλμερ έφτιαξε κυρίως τέτοια), το οποίο πάντως είναι από τα συμπαθητικά του είδους. Φυσικά σήμερα δεν πρόκειται να τρομάξετε με τα τεκταινόμενα. Άλλοι όμως είναι οι λόγοι που βλέπουμε τέτοια παλιά, σχετικά αξιόλογα φιλμ...
Με τον "σκοτεινό" Τζον Καραντάιν στον βασικο ρόλο (που του ταιριάζει πολύ), η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός μαριονετίστα στο Παρίσι του 19ου αιώνα, ο οποίος είναι πρώην ζωγράφος και ο οποίος στραγγαλίζει τα θηλυκά μοντέλα του. Όταν κάποτε ερωτεύεται μια κοπέλα που είναι πρόθυμη να του ποζάρει, πασχίζει να αποφύγει το αναπόφευκτο... Στην ιστορία όμως θα εμπλακεί και η αδελφή της κοπέλας και τα γεγονότα θα γίνουν φριχτά.
Η ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί εξπρεσιονιστική, αφού ο Ούλμερ στην ασπρόμαυρη εικόνα του παίζει με τις σκιές, τις προοπτικές, την παράδοξη και ανησυχητική ατμόσφαιρα. Άλλωστε η καταγωγή του ταιριάζει απόλυτα με τις επιροές αυτές. Οι φόνοι τελούνται συνήθως εκτός πλάνου, μια κάποια σεναριακή αφέλεια υπάρχει, αλλά νομίζω ότι το όλο σκοτεινό κλίμα που δημιουργείται αξίζει μιας θέασης - και την κατάταξη του φιλμ στην ομάδα των μάλλον άγνωστων εξπρεσιονιστικών ταινιών του σινεμά. Αρκετά ενοχλητική βρήκα πάντως την μουσική του Erdody (διακεκριμένου και επιτυχημένου συνθέτη μουσικής και τραγουδιών στην εποχή του), η οποία παίζει κυριολεκτικά ασταμάτητα, "καλύπτοντας" ηχητικά κάθε λεπτό του φιλμ.
Γενικά προκειται για καθαρό b-movie της δεκαετίας του 40 (ο Ούλμερ έφτιαξε κυρίως τέτοια), το οποίο πάντως είναι από τα συμπαθητικά του είδους. Φυσικά σήμερα δεν πρόκειται να τρομάξετε με τα τεκταινόμενα. Άλλοι όμως είναι οι λόγοι που βλέπουμε τέτοια παλιά, σχετικά αξιόλογα φιλμ...
Δευτέρα, Ιανουαρίου 05, 2015
H CULT "ΝΟΡΒΗΓΙΑ" ΚΑΙ ΤΑ ΒΑΜΠΙΡ ΤΗΣ
Ο Γιάννης Βεσλεμές είναι γνωστός για μερικές ιδιόρυθμης αισθητικής μικρού μήκους ταινίες ("Γκολ", "Φωταγωγός") και για αρκετές ηλεκτρονικές μουσικές ως Felizol. Το 2014 γυρίζει την πρώτη του μεγάλου μήκους, τη "Νορβηγία", και φτιάχνει, αν μη τι άλλο, ένα φιλμ που όμοιό του δεν υπάρχει στην ελληνική φιλμογραφία.
1984. Ο βρικόλακας Ζανό, δεινός χορευτής ντίσκο, κατεβαίνει στην Αθήνα από την επαρχία διψασμένος για σεξ, χορό και περιπέτειες. Στην ντίσκο "Ζαρντόζ" θα συναντήσει έναν άλλον βρικόλακα, μια πόρνη, έναν νορβηγό, τον ιδιοκτήτη Μάρκο και άλλους και μετά θα περιπλανηθεί στην ύπαιθρο (στην Πάρνηθα για την ακρίβεια) και σε υπόγειες στοές για μια μυστηριώδη δουλειά της κοπέλας.
Η ταινία δεν διαθέτει και πολύ ξεκάθαρο σεναριο, οι φάσεις διαδέχονται η μία την άλλη κάπως ασύνδετα, οι χαρακτήρες είναι ανολοκλήρωτοι. Στο μέσον όλων αυτών ένας απίστευτης εμφάνισης (με... ξανθιά περούκα) Βαγγέλης Μουρίκης, από τις πλέον συχνές (και εξαιρετικές) παρουσίες του σύγχρονου ελληνικού σινεμά. Αυτό που απασχολεί τον σκηνοθέτη από την αρχή ως το τέλος είναι η δημιουργία ενός απόλυτα cult φιλμ. Το κιτς της δεκαετίας του 80 (η "Αυριανή", ο Μάρκος Λεζές σε βασικό ρόλο και οι βιντεοταινίες του, η Σόφη Ζανίνου, οι παρακμιακές ντίσκο, τα μεγάλα κασετόφωνα και ένα σωρό άλλα στοιχεία) συναντούν τον βαμπιρικό μύθο, την πολιτική αλληγορία, την ηλεκτρονική (πλήν όμως ντισκίζουσα) μουσική του ίδιου του Βεσλεμέ φυσικά, το συγκρότημα της εποχής Χωρίς Περιδέραιο, τις α λα Νικολαϊδη ατάκες και τα ατμοσφαιρικά, συχνά παράδοξα σκηνικά.
Η αντιρρήσεις μου εστιάζονται στο ότι ολο αυτό είναι κυριολεκτικά το cult για το cult. Τίποτα άλλο. Ωστόσο ο Βεσλεμές και καλός σκηνοθέτης είναι, και κινηματογραφικό τσαμπουκά διαθέτει, και κόντρα στην πεπατημένη του ελληνικου σινεμά πηγαίνει και ατμοσφαιρικός είναι και ιδέες έχει. Απλώς βρήκα όλο αυτό το πόνημα ανολοκλήρωτο. Γι΄αυτό περιμένω εναγωνίως τις επόμενες δουλειές του, που είμαι σίγουρος ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα ξεχωρίσουν από την υπόλοιπη παραγωγή. Δείτε το, επαναλαμβάνω, μόνο όσοι ενδιαφέρεστε για κάτι πέρα για πέρα cult και να είστε προετοιμασμένοι να αγνοήσετε τα όποια άλλα στοιχεία.
1984. Ο βρικόλακας Ζανό, δεινός χορευτής ντίσκο, κατεβαίνει στην Αθήνα από την επαρχία διψασμένος για σεξ, χορό και περιπέτειες. Στην ντίσκο "Ζαρντόζ" θα συναντήσει έναν άλλον βρικόλακα, μια πόρνη, έναν νορβηγό, τον ιδιοκτήτη Μάρκο και άλλους και μετά θα περιπλανηθεί στην ύπαιθρο (στην Πάρνηθα για την ακρίβεια) και σε υπόγειες στοές για μια μυστηριώδη δουλειά της κοπέλας.
Η ταινία δεν διαθέτει και πολύ ξεκάθαρο σεναριο, οι φάσεις διαδέχονται η μία την άλλη κάπως ασύνδετα, οι χαρακτήρες είναι ανολοκλήρωτοι. Στο μέσον όλων αυτών ένας απίστευτης εμφάνισης (με... ξανθιά περούκα) Βαγγέλης Μουρίκης, από τις πλέον συχνές (και εξαιρετικές) παρουσίες του σύγχρονου ελληνικού σινεμά. Αυτό που απασχολεί τον σκηνοθέτη από την αρχή ως το τέλος είναι η δημιουργία ενός απόλυτα cult φιλμ. Το κιτς της δεκαετίας του 80 (η "Αυριανή", ο Μάρκος Λεζές σε βασικό ρόλο και οι βιντεοταινίες του, η Σόφη Ζανίνου, οι παρακμιακές ντίσκο, τα μεγάλα κασετόφωνα και ένα σωρό άλλα στοιχεία) συναντούν τον βαμπιρικό μύθο, την πολιτική αλληγορία, την ηλεκτρονική (πλήν όμως ντισκίζουσα) μουσική του ίδιου του Βεσλεμέ φυσικά, το συγκρότημα της εποχής Χωρίς Περιδέραιο, τις α λα Νικολαϊδη ατάκες και τα ατμοσφαιρικά, συχνά παράδοξα σκηνικά.
Η αντιρρήσεις μου εστιάζονται στο ότι ολο αυτό είναι κυριολεκτικά το cult για το cult. Τίποτα άλλο. Ωστόσο ο Βεσλεμές και καλός σκηνοθέτης είναι, και κινηματογραφικό τσαμπουκά διαθέτει, και κόντρα στην πεπατημένη του ελληνικου σινεμά πηγαίνει και ατμοσφαιρικός είναι και ιδέες έχει. Απλώς βρήκα όλο αυτό το πόνημα ανολοκλήρωτο. Γι΄αυτό περιμένω εναγωνίως τις επόμενες δουλειές του, που είμαι σίγουρος ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα ξεχωρίσουν από την υπόλοιπη παραγωγή. Δείτε το, επαναλαμβάνω, μόνο όσοι ενδιαφέρεστε για κάτι πέρα για πέρα cult και να είστε προετοιμασμένοι να αγνοήσετε τα όποια άλλα στοιχεία.
Κυριακή, Ιανουαρίου 04, 2015
ΤΑ ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ "MAGICAL GIRL"
Το "Magical Girl" (2014) είναι η δεύτερη ταινία του ισπανού πρώην δημιουργού κόμικς Carlos Vermut και δείχνει για πολλοστή φορά την άνοδο του ισπανικού σινεμά. Βασισμένη σε ένα πολύπλοκο και στέρεο σενάριο, είναι δραματική, γκροτέσκα σε κάποια σημεία και συγχρόνως δεν παραλείπει να μιλά για τη σύγχρονη πραγματικότητα της κρίσης.
Παρακολουθούμε τις ιστορίες τριών διαφορετικών ανθρώπων, φαινομενικά άσχετων μεταξύ τους: Ενός πρώην καθηγητή και νυν άνεργου, του οποίου η κόρη πάσχει από ανίατη ασθένεια. Εκείνος αποφασίζει να φτάσει μέχρι τα άκρα για να βρει λεφτά και να της δωρίσει αυτό που επιθυμεί περισσότερο (και που πιθανόν θα είναι η τελευταία της επιθυμία): Μια πανάκριβη κούκλα από γιαπωνέζικο manga ή anime, το ομώνυμο "Μagical girl". Μιας όμορφης, αλλά διαταραγμένης ψυχικά κοπέλας με σκοτεινό παρελθόν, συζύγου ενός ψυχίατρου, που ζει κυρίως κλεισμένη στο σπίτι της. Ενός μοναχικού ηλικιωμένου που συμπληρώνει γιγάντια παζλ, και κάποια σχέση φαίνεται να έχει με την κοπέλα... Όλες αυτές οι ιστορίες δένουν με απροσδόκητο τρόπο και με σίγουρα δραματικά αποτελέσματα.
Το δραματικό και ταυτόχρονα φορτωμένο σεναριακά κλίμα του Αλμοδοβάρ είναι παρόν, η βία είναι έντονη και καθισταται δυνατότερη καθώς ποτέ δεν δείχνεται αυτούσια στην οθόνη (στο στιλ του Χάνεκε), η πλοκή κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, η λογική και το συναίσθημα, οι επιθυμίες και οι ανάγκες συγκρούονται. Επίσης η πλοκή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που λέμε "buterfly effect": Του πώς δηλαδή άσχετα γεγονότα μπορεί να πυροδοτήσουν μια αλυσίδα γεγονότων με επιπτώσεις απόλυτα απρόβλεπτες. Σημειωτέον ότι κατά βάθος οι περισσότεροι χαρακτήρερς δεν έχουν κακά κίνητρα, κι ας συμβαίνου τόσο πολλά και τραγικά. Ταυτόχρονα η οικονονική κρίση αποτελεί ένα σταθερό background (πολλά οφείλονται σ' αυτήν), οπότε μέσα από το ακραίο σενάριο η ταινία μπορεί να μας μιλά και για την παγματικότητα που όλοι βιώνουμε.
Κάποιες αντιρρήσειςπάντως τις έχω. Δεν κατάφερα να ανακαλύψω το μαύρο χιούμορ για το οποίο μιλούσαν οι κριτικές. Είδα μόνο ένα σχεδόν ακραίο δράμα, που ναι μεν θυμίζει τις τραβηγμένες καταστάσεις του Αλμοδοβάρ, μάλλον όχι όμως το υπόγειο χιούμορ του. Επίσης μου φάνηκαν αδικαιολόγητες οι πράξεις του ηλικιωμένου ήρωα στο τέλος του φιλμ. Συγνώμη, αλλά δεν κατάφερα να ψυχολογήσω τις τόσο βίαιες αντιδράσεις του. Πέραν αυτών όμως βρίσκω πολύ δυνατό το φιλμ. Και πολύ σκοτεινό ταυτόχρονα.
Παρακολουθούμε τις ιστορίες τριών διαφορετικών ανθρώπων, φαινομενικά άσχετων μεταξύ τους: Ενός πρώην καθηγητή και νυν άνεργου, του οποίου η κόρη πάσχει από ανίατη ασθένεια. Εκείνος αποφασίζει να φτάσει μέχρι τα άκρα για να βρει λεφτά και να της δωρίσει αυτό που επιθυμεί περισσότερο (και που πιθανόν θα είναι η τελευταία της επιθυμία): Μια πανάκριβη κούκλα από γιαπωνέζικο manga ή anime, το ομώνυμο "Μagical girl". Μιας όμορφης, αλλά διαταραγμένης ψυχικά κοπέλας με σκοτεινό παρελθόν, συζύγου ενός ψυχίατρου, που ζει κυρίως κλεισμένη στο σπίτι της. Ενός μοναχικού ηλικιωμένου που συμπληρώνει γιγάντια παζλ, και κάποια σχέση φαίνεται να έχει με την κοπέλα... Όλες αυτές οι ιστορίες δένουν με απροσδόκητο τρόπο και με σίγουρα δραματικά αποτελέσματα.
Το δραματικό και ταυτόχρονα φορτωμένο σεναριακά κλίμα του Αλμοδοβάρ είναι παρόν, η βία είναι έντονη και καθισταται δυνατότερη καθώς ποτέ δεν δείχνεται αυτούσια στην οθόνη (στο στιλ του Χάνεκε), η πλοκή κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, η λογική και το συναίσθημα, οι επιθυμίες και οι ανάγκες συγκρούονται. Επίσης η πλοκή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που λέμε "buterfly effect": Του πώς δηλαδή άσχετα γεγονότα μπορεί να πυροδοτήσουν μια αλυσίδα γεγονότων με επιπτώσεις απόλυτα απρόβλεπτες. Σημειωτέον ότι κατά βάθος οι περισσότεροι χαρακτήρερς δεν έχουν κακά κίνητρα, κι ας συμβαίνου τόσο πολλά και τραγικά. Ταυτόχρονα η οικονονική κρίση αποτελεί ένα σταθερό background (πολλά οφείλονται σ' αυτήν), οπότε μέσα από το ακραίο σενάριο η ταινία μπορεί να μας μιλά και για την παγματικότητα που όλοι βιώνουμε.
Κάποιες αντιρρήσειςπάντως τις έχω. Δεν κατάφερα να ανακαλύψω το μαύρο χιούμορ για το οποίο μιλούσαν οι κριτικές. Είδα μόνο ένα σχεδόν ακραίο δράμα, που ναι μεν θυμίζει τις τραβηγμένες καταστάσεις του Αλμοδοβάρ, μάλλον όχι όμως το υπόγειο χιούμορ του. Επίσης μου φάνηκαν αδικαιολόγητες οι πράξεις του ηλικιωμένου ήρωα στο τέλος του φιλμ. Συγνώμη, αλλά δεν κατάφερα να ψυχολογήσω τις τόσο βίαιες αντιδράσεις του. Πέραν αυτών όμως βρίσκω πολύ δυνατό το φιλμ. Και πολύ σκοτεινό ταυτόχρονα.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 31, 2014
Η ΑΝΘΡΩΠΙΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
H Lorene Scafaria μαθαίνω ότι είναι κυρίως ηθοποιός. Ωστόσο με την πρώτη της κιόλας σκηνοθεσία, το φιλμ του 2012 "Seeking a Friend for the End of the World" (στα ελληνικά "Χάρηκα που σε γνώρισα"), καταφέρνει να ξεχωρίσει, αφού κάνει μια συμπαθέστατη κομεντί, που διαφέρει αρκετά από άλλα δείγματα του τόσο ταλαιπωρημένου στην Αμερική αυτού είδους.
Από την πρώτη κιόλας σκηνή ξέρουμε ότι ο κόσμος θα τελειώσει σε λίγες μόλις μέρες, αφού ένας αστεροειδής θα συγκρουστεί με τη γη. Ο ήρωας, ένας συνηθισμένος άνθρωπος (ο Στιβ Καρέλ), ανακαλύπτει ότι μόλις ανακοινώθηκε το συγκλονιστικό νέο η γυναίκα του τον εγκατέλειψε (δεν είχαν και την καλύτερη σχέση. Τότε στο σκηνικό θα μπει η κοπέλα που μένει στο επάνω πάτωμα και την οποία ως τώρα αγνοούσε και μαζί θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι, αυτή για να πάει στους γονείς της και να πεθάνει εκεί κι αυτός για να βρει τον μεγάλο έρωτα της ζωής του (με την οποία δεν έχουν συναντηθεί εδώ και πολλά χρόνια),για να περάσουν μεζί τις τελευταίες ώρες, ενώ, βεβαίως, γύρω τους επικρατεί χάος.
Η ταινία συνδυάζει νομίζω σε πολύ σωστές δόσεις χιούμορ και συγκίνηση, δίχως ωστόσο να γίνεται μελό. Η μελαγχολική ατμόσφαιρα του τέλους διαποτίζει τα πάντα, αλλά το χιούμορ που προαναφέραμε καταφέρνει να ισορροπεί τα πράγματα. Έτσι τελικά η ταινία μετατρέπεται σε έναν ύμνο όχι απλώς στον έρωτα, αλλά στην ουσιαστική ανθρώπινη επαφή, στη φιλία, την ανθρωπιά. Συγχρόνως διατηρεί το σχετικό σασπένς, καθώς ο θεατής δεν ξέρει πού θα καταλήξουν όλα αυτά και δεν υποκύπτει σε φτηνές παραχωρήσεις στο τέλος. Και υπάρχει βεβαίως και το στοιχειο της επιστημονικής φαντασίας που δίνει την πρωτοτυπία στην ιστορία.
Τη βρήκα από τις πολύ συμπαθητικές κομεντί - πολύ περισσότερο επειδή, όπως είπα στην αρχή, πρόκειται για φθαρμένο και συχνά ξενέρωτο είδος - και περιμένω την επόμενη σκηνοθετική προσπάθεια της Scafaria. Ελπίζω να διαθέτει παρόμοια φρεσκάδα.
Από την πρώτη κιόλας σκηνή ξέρουμε ότι ο κόσμος θα τελειώσει σε λίγες μόλις μέρες, αφού ένας αστεροειδής θα συγκρουστεί με τη γη. Ο ήρωας, ένας συνηθισμένος άνθρωπος (ο Στιβ Καρέλ), ανακαλύπτει ότι μόλις ανακοινώθηκε το συγκλονιστικό νέο η γυναίκα του τον εγκατέλειψε (δεν είχαν και την καλύτερη σχέση. Τότε στο σκηνικό θα μπει η κοπέλα που μένει στο επάνω πάτωμα και την οποία ως τώρα αγνοούσε και μαζί θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι, αυτή για να πάει στους γονείς της και να πεθάνει εκεί κι αυτός για να βρει τον μεγάλο έρωτα της ζωής του (με την οποία δεν έχουν συναντηθεί εδώ και πολλά χρόνια),για να περάσουν μεζί τις τελευταίες ώρες, ενώ, βεβαίως, γύρω τους επικρατεί χάος.
Η ταινία συνδυάζει νομίζω σε πολύ σωστές δόσεις χιούμορ και συγκίνηση, δίχως ωστόσο να γίνεται μελό. Η μελαγχολική ατμόσφαιρα του τέλους διαποτίζει τα πάντα, αλλά το χιούμορ που προαναφέραμε καταφέρνει να ισορροπεί τα πράγματα. Έτσι τελικά η ταινία μετατρέπεται σε έναν ύμνο όχι απλώς στον έρωτα, αλλά στην ουσιαστική ανθρώπινη επαφή, στη φιλία, την ανθρωπιά. Συγχρόνως διατηρεί το σχετικό σασπένς, καθώς ο θεατής δεν ξέρει πού θα καταλήξουν όλα αυτά και δεν υποκύπτει σε φτηνές παραχωρήσεις στο τέλος. Και υπάρχει βεβαίως και το στοιχειο της επιστημονικής φαντασίας που δίνει την πρωτοτυπία στην ιστορία.
Τη βρήκα από τις πολύ συμπαθητικές κομεντί - πολύ περισσότερο επειδή, όπως είπα στην αρχή, πρόκειται για φθαρμένο και συχνά ξενέρωτο είδος - και περιμένω την επόμενη σκηνοθετική προσπάθεια της Scafaria. Ελπίζω να διαθέτει παρόμοια φρεσκάδα.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 30, 2014
ΗΟΒΒΙΤ 3 : Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΜΙΑΣ "ΞΕΧΕΙΛΩΜΕΝΗΣ" ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ
Το 2014 ο Peter Jackson ολοκληρώνει την αξέχαστη επίσκεψή του στη Μέση Γη με το "Χόμπιτ. Η Μάχη των Πέντε Στρατών". Όχι με τον ιδανικότερο τρόπο κατά τη γνώμη μου, αλλά σίγουρα το εξαπλό έπος (ή οι δύο περίπου οκτάωρες ταινίες) θα καθορίζουν για πολύ καιρό τα όρια του θεάματος στο σινεμά.
Ας δούμε όμως τα του "Χόμπιτ": Κατ' αρχήν - το έχω ξαναγράψει - με ενόχλησε πολύ η απόφαση να γίνει και το "Χόμπιτ" τριλογία. Εκεί που το πράγμα ήταν απόλυτα δικαιολογημένο στον "Άρχοντα των Δαχτυλιδιών" (ένα όντως τρίτομο έπος), σε ένα βιβλίο τριακοσίωντόσων σελίδων ήταν κάτι παραπάνω απο σαφές ότι η μετατροπή σε τριλογία είχε μοναδικό στόχο να κρατάμε με το ζόρι το ενδιαφέρον του θεατή και να βγάζουμε όλο και περισσότερα λεφτά (πράγμα που επετεύχθη απόλυτα φυσικά). Έτσι λοιπόν επρόκειτο για μια εκ των προτέρων "ξεχειλωμένη" τριλογία, πράγμα που έγινε ακόμα πιο φανερό με την άτεχνη προσθήκη διάφορω ανύπαρκτων στο βιβλίο υποπλοκών (ο έρωτας ξωτικής και νάνου ήταν το χειρότερο απ' αυτά, για να βάλουμε και λίγη δακρύβρεκτη ερωτική ιστορία, να έχουμε και λίγο "Ρωμαίο και Ιουλιέτα", αλλά και η αυθαίρετη προσθήκη του Λέγκολας, ενός από τους ήρωες του μετέπειτα "Άρχοντα"). Αφού λοιπόν στο τέλος του 2ου φιλμ είχαμε ήδη φτάσει στον δράκο, τι μας έμενε στο 3ο μέρος; Μια άνευ προηγουμένου μάχη, που κρατά πραγματικά πάνω από την μισή ταινία και που δεν λέει να τελειώσει με τίποτα. Και, κερασάκι στην τούρτα, οι κάθε είδους ταρζανιές του Λέγκολας κυρίως, αλλά και άλλων, που θύμιζαν φτηνές σουπερηρωικές ταινίες.
Μην τα βάφετε όλα μαύρα πάντως. Η βιρτουοζιτέ του Τζάκσον είναι δεδομένη, το υπερθέαμα απόλυτα εγγυημένο, τα τοπία και τα σκηνικά μαγευτικά, η διασκέδαση (αν και βαρέθηκα κάπως στη μάχη) απολυτη. Και υπάρχει βέβαια και το πιο ενδιαφέρον σημείο της προβληματικής του Τόλκιν, το θέμα της ανθρώπινης απληστίας μπροστά στο χρήμα και την εκμαυλιστική εξουσία, που αντιπροσωπεύεται βέβαια από το πάθος του Θόριν για τον αμύθητο θησαυρό, αλλά και την σύγκρουση Ξωτικών, Ανθρώπων και Νάνων γι' αυτόν, που οδηγούν στην απόλυτη παράνοια. Το καλύτερο σημείο για μένα.
Οπότε ναι, χορταστικότατο, αλλά και ένα είδος "αρπαχτής" ταυτόχρονα. Φυσικά αν έπρεπε να διαλέξω από τις δύο τριλογίες θα προτιμούσα την πρώτη, αυτή του "Άρχοντα". Το άλλο έγινε δεξιοτεχνικά μεν, αλλά για να τα οικονομήσουμε.
ΥΓ: Εκτιμώ πάντως το ότι διατηρήθηκε απόλυτα ενιαία η αισθητική και στις δύο τριλογίες.
Ας δούμε όμως τα του "Χόμπιτ": Κατ' αρχήν - το έχω ξαναγράψει - με ενόχλησε πολύ η απόφαση να γίνει και το "Χόμπιτ" τριλογία. Εκεί που το πράγμα ήταν απόλυτα δικαιολογημένο στον "Άρχοντα των Δαχτυλιδιών" (ένα όντως τρίτομο έπος), σε ένα βιβλίο τριακοσίωντόσων σελίδων ήταν κάτι παραπάνω απο σαφές ότι η μετατροπή σε τριλογία είχε μοναδικό στόχο να κρατάμε με το ζόρι το ενδιαφέρον του θεατή και να βγάζουμε όλο και περισσότερα λεφτά (πράγμα που επετεύχθη απόλυτα φυσικά). Έτσι λοιπόν επρόκειτο για μια εκ των προτέρων "ξεχειλωμένη" τριλογία, πράγμα που έγινε ακόμα πιο φανερό με την άτεχνη προσθήκη διάφορω ανύπαρκτων στο βιβλίο υποπλοκών (ο έρωτας ξωτικής και νάνου ήταν το χειρότερο απ' αυτά, για να βάλουμε και λίγη δακρύβρεκτη ερωτική ιστορία, να έχουμε και λίγο "Ρωμαίο και Ιουλιέτα", αλλά και η αυθαίρετη προσθήκη του Λέγκολας, ενός από τους ήρωες του μετέπειτα "Άρχοντα"). Αφού λοιπόν στο τέλος του 2ου φιλμ είχαμε ήδη φτάσει στον δράκο, τι μας έμενε στο 3ο μέρος; Μια άνευ προηγουμένου μάχη, που κρατά πραγματικά πάνω από την μισή ταινία και που δεν λέει να τελειώσει με τίποτα. Και, κερασάκι στην τούρτα, οι κάθε είδους ταρζανιές του Λέγκολας κυρίως, αλλά και άλλων, που θύμιζαν φτηνές σουπερηρωικές ταινίες.
Μην τα βάφετε όλα μαύρα πάντως. Η βιρτουοζιτέ του Τζάκσον είναι δεδομένη, το υπερθέαμα απόλυτα εγγυημένο, τα τοπία και τα σκηνικά μαγευτικά, η διασκέδαση (αν και βαρέθηκα κάπως στη μάχη) απολυτη. Και υπάρχει βέβαια και το πιο ενδιαφέρον σημείο της προβληματικής του Τόλκιν, το θέμα της ανθρώπινης απληστίας μπροστά στο χρήμα και την εκμαυλιστική εξουσία, που αντιπροσωπεύεται βέβαια από το πάθος του Θόριν για τον αμύθητο θησαυρό, αλλά και την σύγκρουση Ξωτικών, Ανθρώπων και Νάνων γι' αυτόν, που οδηγούν στην απόλυτη παράνοια. Το καλύτερο σημείο για μένα.
Οπότε ναι, χορταστικότατο, αλλά και ένα είδος "αρπαχτής" ταυτόχρονα. Φυσικά αν έπρεπε να διαλέξω από τις δύο τριλογίες θα προτιμούσα την πρώτη, αυτή του "Άρχοντα". Το άλλο έγινε δεξιοτεχνικά μεν, αλλά για να τα οικονομήσουμε.
ΥΓ: Εκτιμώ πάντως το ότι διατηρήθηκε απόλυτα ενιαία η αισθητική και στις δύο τριλογίες.
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 26, 2014
ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΥΓΙΕΙΣ ΣΤΟ STONEHEARST ASYLUM;
Ο Brad Anderson μας είναι γνωστός απο κάποια παλιότερα θρίλερ, ενώ ταυτόχρονα κάνει και πολλή τηλεόραση. Το 2014 πάντως γυρίζει το "Stonehearst Asylum", ένα θρίλερ που βασίζεται (πολύ χαλαρά) σε διήγημα του Πόε, στο οποίο πάντως μοιάζει μόνο κατά το ένα τρίτο της ταινίας.
Στα τέλη του 19ου αιώνα ένας νεαρός γιατρός φτάνει σε ένα απομονωμένο άσυλο για ψυχικά ασθενείς. Πολύ σύντομα θα αντιληφτεί ότι κάτι δεν πάει καλά εκεί, ενώ συγχρόνως νοιώθει ακατανίκητη έλξη για μία από τις ασθενείς. Από εκεί και πέρα υπάρχουν αρκετές ανατροπές μέχρι την τελική.
Η ατμόσφαιρα της ταινίας είναι καθαρά γοτθική. Ο πύργος - άσυλο, η μουντή, ομιχλώδης φύση που το περιβάλλει, τα ανησυχητικά, ζοφερά θα έλεγα, σκηνικά στο εσωτερικό, οι τρελοί, όλα ενισχύουν την ατμόσφαιρα αυτή. Συγχρόνως υπάρχει ένα εντυπωσιακό καστ: Μπεν Κινγκσλεϊ, Κέιτ Μπέκινσέϊλ, Μάικλ Κέιν, Ντέιβιντ Θιούλις, Μπρένταν Γκλίσον... Αυτό όμως που μου άρεσε περισσότερο, πέρα από μερικές ενδιαφέρουσες ανατροπές που προανέφερα, είναι ο προβληματισμός πάνω στις έννοιες του καλού και του κακού, του τρελού και του υγιούς, του εξουσιαστή και του εξουσιαζόμενου. Βλέπετε, τίποτα δεν είναι οπως φαίνεται αρχικά. Αυτό θα το διαπιστώσετε πολύ σύντομα, στο πρώτο τρίτο κιόλας του φιλμ. Ο προβληματισμός όμως και η αμφισβήτηση των εννοιών που ανέφερα πιο πάνω συνεχίζονται σε όλη τη διάρκειά του και πάνε πολύ βαθύτερα. Και τελικά, αυτό που κυρίως αμφισβητείται είναι οι ίδιες οι "ψυχοθεραπευτικές" μέθοδοι, της εποχής τουλάχιστον και η αντιμετώπισή της τρέλας εν γένει. Η τρέλα και η σκληρότητα εδώ είναι έννοιες που θα προβληματίσουν και δεν θα αποδοθούν ξεκάθαρα στη μία μόνο πλευρά...
Τελικά το φιλμ μπορεί να ειδωθεί και ως μία ευρύτερη αλληγορία πάνω στην ελευθερία, την επανάσταση, τις συνέπειές της, την ίδια την έννοια της εξουσίας. Και γι' αυτό το βρήκα ενδιαφέρον, δίχως φυσικά να το θεωρώ αριστούργημα. Και, σαν ειρωνικό σχόλιο, όλα αυτά τοποθετούνται στην έναρξη ακριβώς του 20ού αιώνα (πράγμα που παίζει ρόλο στην ιστορία), του αιώνα της λογικής, της ειστήμης, των φώτων (υποτίθεται). Η κατάληξη του αιώνα αυτού βέβαια άλλα μας έδειξε για την ανθρώπινη παράνοια και αυτοκαταστροφικότητα.
Στα τέλη του 19ου αιώνα ένας νεαρός γιατρός φτάνει σε ένα απομονωμένο άσυλο για ψυχικά ασθενείς. Πολύ σύντομα θα αντιληφτεί ότι κάτι δεν πάει καλά εκεί, ενώ συγχρόνως νοιώθει ακατανίκητη έλξη για μία από τις ασθενείς. Από εκεί και πέρα υπάρχουν αρκετές ανατροπές μέχρι την τελική.
Η ατμόσφαιρα της ταινίας είναι καθαρά γοτθική. Ο πύργος - άσυλο, η μουντή, ομιχλώδης φύση που το περιβάλλει, τα ανησυχητικά, ζοφερά θα έλεγα, σκηνικά στο εσωτερικό, οι τρελοί, όλα ενισχύουν την ατμόσφαιρα αυτή. Συγχρόνως υπάρχει ένα εντυπωσιακό καστ: Μπεν Κινγκσλεϊ, Κέιτ Μπέκινσέϊλ, Μάικλ Κέιν, Ντέιβιντ Θιούλις, Μπρένταν Γκλίσον... Αυτό όμως που μου άρεσε περισσότερο, πέρα από μερικές ενδιαφέρουσες ανατροπές που προανέφερα, είναι ο προβληματισμός πάνω στις έννοιες του καλού και του κακού, του τρελού και του υγιούς, του εξουσιαστή και του εξουσιαζόμενου. Βλέπετε, τίποτα δεν είναι οπως φαίνεται αρχικά. Αυτό θα το διαπιστώσετε πολύ σύντομα, στο πρώτο τρίτο κιόλας του φιλμ. Ο προβληματισμός όμως και η αμφισβήτηση των εννοιών που ανέφερα πιο πάνω συνεχίζονται σε όλη τη διάρκειά του και πάνε πολύ βαθύτερα. Και τελικά, αυτό που κυρίως αμφισβητείται είναι οι ίδιες οι "ψυχοθεραπευτικές" μέθοδοι, της εποχής τουλάχιστον και η αντιμετώπισή της τρέλας εν γένει. Η τρέλα και η σκληρότητα εδώ είναι έννοιες που θα προβληματίσουν και δεν θα αποδοθούν ξεκάθαρα στη μία μόνο πλευρά...
Τελικά το φιλμ μπορεί να ειδωθεί και ως μία ευρύτερη αλληγορία πάνω στην ελευθερία, την επανάσταση, τις συνέπειές της, την ίδια την έννοια της εξουσίας. Και γι' αυτό το βρήκα ενδιαφέρον, δίχως φυσικά να το θεωρώ αριστούργημα. Και, σαν ειρωνικό σχόλιο, όλα αυτά τοποθετούνται στην έναρξη ακριβώς του 20ού αιώνα (πράγμα που παίζει ρόλο στην ιστορία), του αιώνα της λογικής, της ειστήμης, των φώτων (υποτίθεται). Η κατάληξη του αιώνα αυτού βέβαια άλλα μας έδειξε για την ανθρώπινη παράνοια και αυτοκαταστροφικότητα.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 24, 2014
"Η ΠΤΗΣΗ ΤΟΥ ΦΟΙΝΙΚΑ" ΚΑΙ Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΕΠΙΒΙΩΣΗ
Ένας από τους καλούς χολιγουντιανούς σκηνοθέτες, ο Robert Aldrich (1918-1983) γυρίζει το 1965 μια all star ταινία, την "Πτήση του Φοίνικα". Σημειώστε: Τζέιμς Στιούαρτ, Ρίτσαρντ Ατένμπορο, Πίτερ Φιντς, Χάρντι Κρούγκερ, Έρνεστ Μποργκνάιν...
Ένα αεροπλάνο που μεταφέρει εργαζόμενους σε μια πετρελαϊκή εταιρία πέφτει σε καταιγίδα και προσγειώνεται ανώμαλα στην έρημο. Το σκάφος σχεδόν συντρίβεται, οι περισσότεροι όμως από τους επιβάτες επιζούν. Και από εδώ αρχίζει το δράμα: Ναι, επιζούν, αλλά βρίσκονται καθηλωμένοι στο πουθενά, στο μέσον της Σαχάρας, και οι πιθανότητες να τους εντοπίσουν ειναι μηδαμινές. Από εδώ και πέρα η ταινία θα μετατραπεί σε φιλμ επιβίωσης. Ενας γερμανός μηχανικός αεροπλάνων ισχυρίζεται ότι μπορεί να φτιάξει ένα σκάφος που μπορεί να πετάξει από τα συντρίμια του αρχικού αεροπλάνου και ο αγώνας αρχίζει.
Η ταινία με κράτησε αρκετά με το σασπένς της και, βέβαια, το θέμα είναι ποιοι τελικά θα επιβιώσουν και ποιοι όχι. Παράλληλα υπάρχουν κάμποσες υποπλοκές που αφορούν τους πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες και τις μεταξύ τους σχέσεις, οι οποίες δεν είναι πάντοτε οι καλύτερες. Λογικό, αφού ανάμεσά τους υπάρχει ένας μάλλον ξεροκέφαλος πιλότος, ένας αλκοολικός, ένας κυνικός εργάτης, ένας μηχανικός με ψυχρή λογική, ένας μάλλον διαταραγμένος τύπος, ένας σκληροπυρηνικός στρατιωτικός και κάμποσοι άλλοι. Καμιά ομοιομορφία. Σημειωτέον ότι οι χαρακτήρες αυτοί βρίσκονται πολύ μακριά από το σχηματικό διαχωρισμό σε "καλούς" και "κακούς". Αντίθετα διαθέτουν πολλές, συχνά αντικρουόμενες πλευρές, πράγμα που αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ταινίας.
Ίσως να κουράζει κάπως η μεγάλη διάρκεια, σε γενικές γραμμές όμως πρόκειται για ένα ενδιαφέρον δράμα χαρακτήρων / περιπέτεια επιβίωσης, που επικεντρώνεται στην ανθρώπινη εφευρετικότητα σε πολύ δύσκολες στιγμές και στη δύναμη της ελπίδας.
Ένα αεροπλάνο που μεταφέρει εργαζόμενους σε μια πετρελαϊκή εταιρία πέφτει σε καταιγίδα και προσγειώνεται ανώμαλα στην έρημο. Το σκάφος σχεδόν συντρίβεται, οι περισσότεροι όμως από τους επιβάτες επιζούν. Και από εδώ αρχίζει το δράμα: Ναι, επιζούν, αλλά βρίσκονται καθηλωμένοι στο πουθενά, στο μέσον της Σαχάρας, και οι πιθανότητες να τους εντοπίσουν ειναι μηδαμινές. Από εδώ και πέρα η ταινία θα μετατραπεί σε φιλμ επιβίωσης. Ενας γερμανός μηχανικός αεροπλάνων ισχυρίζεται ότι μπορεί να φτιάξει ένα σκάφος που μπορεί να πετάξει από τα συντρίμια του αρχικού αεροπλάνου και ο αγώνας αρχίζει.
Η ταινία με κράτησε αρκετά με το σασπένς της και, βέβαια, το θέμα είναι ποιοι τελικά θα επιβιώσουν και ποιοι όχι. Παράλληλα υπάρχουν κάμποσες υποπλοκές που αφορούν τους πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες και τις μεταξύ τους σχέσεις, οι οποίες δεν είναι πάντοτε οι καλύτερες. Λογικό, αφού ανάμεσά τους υπάρχει ένας μάλλον ξεροκέφαλος πιλότος, ένας αλκοολικός, ένας κυνικός εργάτης, ένας μηχανικός με ψυχρή λογική, ένας μάλλον διαταραγμένος τύπος, ένας σκληροπυρηνικός στρατιωτικός και κάμποσοι άλλοι. Καμιά ομοιομορφία. Σημειωτέον ότι οι χαρακτήρες αυτοί βρίσκονται πολύ μακριά από το σχηματικό διαχωρισμό σε "καλούς" και "κακούς". Αντίθετα διαθέτουν πολλές, συχνά αντικρουόμενες πλευρές, πράγμα που αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ταινίας.
Ίσως να κουράζει κάπως η μεγάλη διάρκεια, σε γενικές γραμμές όμως πρόκειται για ένα ενδιαφέρον δράμα χαρακτήρων / περιπέτεια επιβίωσης, που επικεντρώνεται στην ανθρώπινη εφευρετικότητα σε πολύ δύσκολες στιγμές και στη δύναμη της ελπίδας.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 22, 2014
FOXCATCHER : ΣΥΜΠΛΕΓΜΑΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΕΠΙΠΕΔΑ
Πατέρας - γιος; Πλούσιος - φτωχός; Αριστοκράτης - λαϊκός; Εκμεταλλευτής - εκμεταλλευόμενος; Μπορείτε να βρείτε και άλλα τέτοια δίπολα στις σχέσεις ανάμεσα στις δύο βασικές προσωπικότητες του "Foxcatcher", της θαυμάσιας για μένα ταινίας που γύρισε το 2014 ο Bennett Miller. Η οποία, μάλιστα, βασίζεται σε αληθινή ιστορία και η οποία, αν και μπορεί να διαφημιστεί (;) ως "αθλητικό δράμα", δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να σας τρομάξει. Ο αθλητισμός είναι εδώ ένα απλό πλαίσιο - πρόσχημα για να αναπτυχθούν όλα τα επίπεδα μιας αρρωστημένης σχέσης.
Ένας από τους πλουσιότερους γόνους της Αμερικής, ιδιόρρυθμος, μοναχικός, μεγαλομανής, παθιασμένος με την πάλη και βαθύτατα συντηρητικός πολιτικά, παίρνει υπό την προστασία του "παιδοβούβαλο" πρωταθλητή της ελεύθερης πάλης, εξ ίσου μοναχικό και μίζερο, ο οποίος (ο αθλητής) έχει βαθιά σχέση μόνο με τον μεγάλο αδελφό και προπονητή του, επίσης αθλητή της πάλης και τον μόνο "φυσιολογικό" χαρακτήρα της ταινίας, αφού πρόκειται για έναν ευτυχισμένο οικογενειάρχη. Στόχος ένα χρυσό μετάλιο στους επερχόμενους Ολυμπιακούς της Σεούλ (βρισκόμαστε στη δεκαετία του 80). Όταν όλα δείχνουν ότι ο "μικρός" δεν μπορεί να τα καταφέρει δίχως τον αδελφό του, ο εκατομμυριούχος προσπαθεί να "αγοράσει" τον μεγάλο αδελφό με κάθε τρόπο. Από εκεί και πέρα οι σχέσεις τους περιπλέκονται όλο και περισσότερο, έως την απροσδόκητα τραγική κατάληξη.
Φυσικά εδώ βρισκόμαστε στον αντίποδα του αμερικάνικου όνειρου. Πρόκειται περισσότερο για "κατοχή" ενός ανθρώπου από έναν άλλον. Ναι, όλα φαίνονται να πηγαίνουν καλά και να πλησιάζουν στο στόχο τους, αλλά ποιο θα ειναι το τίμημα; Μήπως τελικά δεν υπάρχει επιτυχία δίχως τίμημα και δίχως σκοτεινές, αθέατες πτυχές; Σημειωτέον ότι κάτω απ' όλα αυτά υποβόσκει και μια καταπιεσμένη ομοφυλόφιλη επιθυμία.
Για μια ακόμα φορά τα τελευταία χρόνια φωτίζεται άπλετα η σκοτεινή πλευρά της Αμερικής. Η ταινία μπορεί να είναι σχετικά χαμηλότονη, είναι όμως πραγματικά σκοτεινή, πραγματικά ανησυχητική, όπως η προσωπικότητα του εθνικιστή, φασίστα ουσιαστικά, εκατομμυριούχου, που ξεδιπλώνεται σταδιακά κατά τη διάρκεια του φιλμ. Όσο για τις ηθοποιίες, είναι πραγματικά εξαιρετικές, με κυρίαρχη αυτή του Στιβ Καρέλ στον έναν από τος δύο βασικούς ρόλους.
"Βαριά", πυκνή και, ξαναλέω για πολλοστή φορά, σκοτεινή ταινία, μου άρεσε ιδιαίτερα και τη θεωρώ ήδη από τις καλύτερες της χρονιάς. Αλλά, σας προειδοποιώ, δεν πρόκειται να χαμογελάσετε. Καθόλου!
Ένας από τους πλουσιότερους γόνους της Αμερικής, ιδιόρρυθμος, μοναχικός, μεγαλομανής, παθιασμένος με την πάλη και βαθύτατα συντηρητικός πολιτικά, παίρνει υπό την προστασία του "παιδοβούβαλο" πρωταθλητή της ελεύθερης πάλης, εξ ίσου μοναχικό και μίζερο, ο οποίος (ο αθλητής) έχει βαθιά σχέση μόνο με τον μεγάλο αδελφό και προπονητή του, επίσης αθλητή της πάλης και τον μόνο "φυσιολογικό" χαρακτήρα της ταινίας, αφού πρόκειται για έναν ευτυχισμένο οικογενειάρχη. Στόχος ένα χρυσό μετάλιο στους επερχόμενους Ολυμπιακούς της Σεούλ (βρισκόμαστε στη δεκαετία του 80). Όταν όλα δείχνουν ότι ο "μικρός" δεν μπορεί να τα καταφέρει δίχως τον αδελφό του, ο εκατομμυριούχος προσπαθεί να "αγοράσει" τον μεγάλο αδελφό με κάθε τρόπο. Από εκεί και πέρα οι σχέσεις τους περιπλέκονται όλο και περισσότερο, έως την απροσδόκητα τραγική κατάληξη.
Φυσικά εδώ βρισκόμαστε στον αντίποδα του αμερικάνικου όνειρου. Πρόκειται περισσότερο για "κατοχή" ενός ανθρώπου από έναν άλλον. Ναι, όλα φαίνονται να πηγαίνουν καλά και να πλησιάζουν στο στόχο τους, αλλά ποιο θα ειναι το τίμημα; Μήπως τελικά δεν υπάρχει επιτυχία δίχως τίμημα και δίχως σκοτεινές, αθέατες πτυχές; Σημειωτέον ότι κάτω απ' όλα αυτά υποβόσκει και μια καταπιεσμένη ομοφυλόφιλη επιθυμία.
Για μια ακόμα φορά τα τελευταία χρόνια φωτίζεται άπλετα η σκοτεινή πλευρά της Αμερικής. Η ταινία μπορεί να είναι σχετικά χαμηλότονη, είναι όμως πραγματικά σκοτεινή, πραγματικά ανησυχητική, όπως η προσωπικότητα του εθνικιστή, φασίστα ουσιαστικά, εκατομμυριούχου, που ξεδιπλώνεται σταδιακά κατά τη διάρκεια του φιλμ. Όσο για τις ηθοποιίες, είναι πραγματικά εξαιρετικές, με κυρίαρχη αυτή του Στιβ Καρέλ στον έναν από τος δύο βασικούς ρόλους.
"Βαριά", πυκνή και, ξαναλέω για πολλοστή φορά, σκοτεινή ταινία, μου άρεσε ιδιαίτερα και τη θεωρώ ήδη από τις καλύτερες της χρονιάς. Αλλά, σας προειδοποιώ, δεν πρόκειται να χαμογελάσετε. Καθόλου!
Κυριακή, Δεκεμβρίου 21, 2014
Ο "ΣΙΔΗΡΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΣ" ΚΑΙ Η ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΗ ΣΤΑΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ
To 1977 o Sam Peckinpah (1925-1984) γυρίζει μια από τις πιο εντυπωσιακές πολεμικές ταινίες, τον "Σιδηρούν Σταυρό" (Cross of Iron), με εξαιρετικό επιτελείο ηθοποιών (Τζέιμς Κόμπερν, Τζέιμς Μέισον, Μαξιμίλιαν Σελ, Ντέιβιντ Γουόρνερ, Σέντα Μπέργκερ).
Η ταινία - ασυνήθιστο για αμερικάνικο φιλμ - παρακολουθεί τον πόλεμο από τη μεριά των γερμανών και όχι των συμμάχων, καθώς πρωταγωνιστεί μια ομάδα γερμανών στρατιωτών στο ρωσικό μέτωπο. Ο ήρωας είναι γενναίος και παρασημοφορημένος, όταν όμως έρχεται ο νέος διοικητής, ένας πρώσος αριστοκράτης που το όνειρό τους είναι να τιμηθεί με τον Σιδηρό Σταυρό με οποιοδήποτε τίμημα, οι δύο άντρες αναπόφευκτα θα συγκρουστούν. Ο αξιωματικός θα φτάσει ως τον συνειδητό φόνο συνστρατιωτών του προκειμένου να πάρει το πολύτιμο γι' αυτόν παράσημο, αλλά ο Στάινερ (ο ήρωάς μας σηλαδή) δεν είναι οποιοσδήποτε...
Το φιλμ είναι εξαιρετικά σκηνοθετημένο, με εντυπωσιακές σκηνές μάχης, με τα προσφιλή στον Πέκινπα βίαια slow motion, με το σασπένς να παραμένει αμείωτο. Σίγουρα παρακολουθείται με έντονο ενδιαφέρον (εκτός βεβαίως αν μισείτε τα πολεμικά φιλμ, πράγμα απόλυτα κατανοητό). Δεν είναι τυχαίο ότι κατέχει εξέχουσα θέση ανάμεσα στις ταινίες του είδους. Κινηματογραφικά λοιπόν βρισκόμαστε αναμφισβήτητα μπροστά σε σημαντική ταινία. Ιδεολογικά όμως;
Ο εξαιρετικός σαν σκηνοθέτης Πέκινπα είναι γνωστός για την αγάπη του στη βία και τις macho καταστάσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πολύ δύσκολο να αποφανθεί κανέις αν κάνει μια καθαρά πολεμική ή μια αντιπολεμική ταινία. Ο ηρωισμός υπάρχει στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή Τζέιμς Κόμπερν, ο ξεκαθαρα "κακός" υπάρχει επίσης, η ταύτιση του θεατή με τον πρώτο είναι προφανής. Φυσικά ο πόλεμος είναι αιμοτοβαμένος και φριχτός, τα ηρωικά κατορθώματα όμως και η αυτοθυσία μειώνουν τα αντιπολεμικά αισθήματα. Υπάρχει βεβαίως μια "αναρχική" στάση του ήρωα, με το δηλωμένο μίσος του απέναντι στους αξιωματικούς γενικά (άρα απέναντι στην εξουσία) και αυτό είναι κάπως ανατρεπτικό. Μέχρις εκεί όμως. Βρισκόμαστε πολύ - πολύ μακριά νομίζω από ένα καθαρά αντιπολεμικό φιλμ, οπως οι εκπληκτικοί "Σταυροί στο Μέτωπο" (Paths of Glory) του Κιούμπρικ για παράδειγμα. Άλλωστε ο ήρωας εδώ, εκτός από αναμφισβήτητα γενναίος, μπορεί να θεωρηθεί και εθισμένος στον πόλεμο και τη βία, άρα όχι και τόσο νορμάλ...
Η ταινία αποτελεί αληθινό must για τους φίλους των πολεμικών περιπετειών. Προσωπικά πάντως προτιμώ την οπτική του Κιούμπρικ που προανέφερα. Η οποία, σημειωτέον, καυτηριάζει την εξουσία με πολύ βαθύτερο τρόπο.
Η ταινία - ασυνήθιστο για αμερικάνικο φιλμ - παρακολουθεί τον πόλεμο από τη μεριά των γερμανών και όχι των συμμάχων, καθώς πρωταγωνιστεί μια ομάδα γερμανών στρατιωτών στο ρωσικό μέτωπο. Ο ήρωας είναι γενναίος και παρασημοφορημένος, όταν όμως έρχεται ο νέος διοικητής, ένας πρώσος αριστοκράτης που το όνειρό τους είναι να τιμηθεί με τον Σιδηρό Σταυρό με οποιοδήποτε τίμημα, οι δύο άντρες αναπόφευκτα θα συγκρουστούν. Ο αξιωματικός θα φτάσει ως τον συνειδητό φόνο συνστρατιωτών του προκειμένου να πάρει το πολύτιμο γι' αυτόν παράσημο, αλλά ο Στάινερ (ο ήρωάς μας σηλαδή) δεν είναι οποιοσδήποτε...
Το φιλμ είναι εξαιρετικά σκηνοθετημένο, με εντυπωσιακές σκηνές μάχης, με τα προσφιλή στον Πέκινπα βίαια slow motion, με το σασπένς να παραμένει αμείωτο. Σίγουρα παρακολουθείται με έντονο ενδιαφέρον (εκτός βεβαίως αν μισείτε τα πολεμικά φιλμ, πράγμα απόλυτα κατανοητό). Δεν είναι τυχαίο ότι κατέχει εξέχουσα θέση ανάμεσα στις ταινίες του είδους. Κινηματογραφικά λοιπόν βρισκόμαστε αναμφισβήτητα μπροστά σε σημαντική ταινία. Ιδεολογικά όμως;
Ο εξαιρετικός σαν σκηνοθέτης Πέκινπα είναι γνωστός για την αγάπη του στη βία και τις macho καταστάσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πολύ δύσκολο να αποφανθεί κανέις αν κάνει μια καθαρά πολεμική ή μια αντιπολεμική ταινία. Ο ηρωισμός υπάρχει στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή Τζέιμς Κόμπερν, ο ξεκαθαρα "κακός" υπάρχει επίσης, η ταύτιση του θεατή με τον πρώτο είναι προφανής. Φυσικά ο πόλεμος είναι αιμοτοβαμένος και φριχτός, τα ηρωικά κατορθώματα όμως και η αυτοθυσία μειώνουν τα αντιπολεμικά αισθήματα. Υπάρχει βεβαίως μια "αναρχική" στάση του ήρωα, με το δηλωμένο μίσος του απέναντι στους αξιωματικούς γενικά (άρα απέναντι στην εξουσία) και αυτό είναι κάπως ανατρεπτικό. Μέχρις εκεί όμως. Βρισκόμαστε πολύ - πολύ μακριά νομίζω από ένα καθαρά αντιπολεμικό φιλμ, οπως οι εκπληκτικοί "Σταυροί στο Μέτωπο" (Paths of Glory) του Κιούμπρικ για παράδειγμα. Άλλωστε ο ήρωας εδώ, εκτός από αναμφισβήτητα γενναίος, μπορεί να θεωρηθεί και εθισμένος στον πόλεμο και τη βία, άρα όχι και τόσο νορμάλ...
Η ταινία αποτελεί αληθινό must για τους φίλους των πολεμικών περιπετειών. Προσωπικά πάντως προτιμώ την οπτική του Κιούμπρικ που προανέφερα. Η οποία, σημειωτέον, καυτηριάζει την εξουσία με πολύ βαθύτερο τρόπο.
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 18, 2014
Η "ΦΟΡΜΟΥΛΑ" ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΚΙΝΟΥΝ ΤΑ ΝΗΜΑΤΑ
Ένα από τα χαρακτηριστικά της δεκαετίας του 70 ήταν η έντονη - για τα αμερικάνικα δεδομένα τουλάχιστον - πολιτικοποίηση του κινηματογράφου της χώρας (θυμηθείτε φιλμς όπως "Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου", "Οι τρεις μέρες του κόνδορα" κλπ.) Στον απόηχο όλων αυτών κινείται και η "Φορμουλα", μια ταινία του John Avildsen του 1980. Η οποία μάλιστα διαθέτει δύο μεγάλους σταρ, τον Τζορτζ Σκοτ και τον Μάρλον Μπράντο (χοντρό και καραφλό, σχεδόν αγνώριστο).
Η ταινία είναι αστυνομική, οι πολιτικές προεκτάσεις όμως σαφέστατες. Όταν ένας υψηλόβαθμος αξιωματικός της αστυνομίας βρίσκεται νεκρός, ένας μάλλον βαριεστημένος ντετέκτιβ, αναλαμβάνει να διελευκάνει την υπόθεση. Όλα δείχνουν ότι ο μπάτσος πέθανε από υπερβολική δόση κοκαϊνης, αλλά εκείνος άλλα υποψιάζεται. Οι έρευνες θα τον φέρουν μέχρι το Βερολίνο, στην πορεία του θα συναντήσει εναν πάμπλουτο και πανίσχυρο πετρελαιά, αλλά και μια παλιά ναζιστική φόρμουλα τεράστιας σημασίας για τη μετατροπή συνθετικών προϊόντων σε καύσιμα.
Τελικά η ταινία μιλά για το ποιοι πραγματικά κυβερνούν τον κόσμο (όχι οι κυβερνήσεις που ξέρουμε πάντως) και, κυρίως, για την ανθρώπινη απληστία, πηγή των χειρότερων δεινών μας πιστεύω. Οι φόνοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον, αλλά όσο προχωράμε η εικόνα ξεκαθαρίζει: Βρισκόμαστε μπροστά σε κολοσσιαίες παγκόσμιες δυνάμεις,απέναντι στις οποίες το άτομο μοιάζει ανίσχυρο. Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολο (αν όχι ακατόρθωτο) να αλλάξουν.
Η ιστορία ξετυλίγεται μάλλον αργά - δεν πρόκειται άλλωστε για ταινία δράσης - ενώ η απαισιοδοξία για τον κόσμο και την κυριαρχία της ωμής οικονομικής δύναμης πάνω στην όποια ιδεολογία ή ανθρωπιά είναι σαφής. Δεν τη θεωρώ μεγάλη ταινία, απλώς δείγμα του σινεμά της εποχής. Ίσως κάποιοι από τους θεατές να κουραστούν. Δυστυχώς όμως τα συμπεράσματά της ισχύουν απόλυτα και σήμερα.
ΥΓ: Το έχω ξανασυζητήσει: Ακόμα και το χολιγουντιανό σινεμά δεν φοβάται να καταγγείλει καταστάσεις που αποτελούν την πηγή της ανθρώπινης δυστυχίας και που είναι δομικά χαρακτηριστικά του συστήματος (την εποχή για την οποία μιλάμε το φαινόμενο ήταν συχνότερο). Πολύ φοβάμαι ότι
αυτό σημαίνει, πολύ απλά, ότι ο κινηματογράφος και η τέχνη γενικότερα δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτα. Αν μπορούσε, θα την απαγόρευαν.
Η ταινία είναι αστυνομική, οι πολιτικές προεκτάσεις όμως σαφέστατες. Όταν ένας υψηλόβαθμος αξιωματικός της αστυνομίας βρίσκεται νεκρός, ένας μάλλον βαριεστημένος ντετέκτιβ, αναλαμβάνει να διελευκάνει την υπόθεση. Όλα δείχνουν ότι ο μπάτσος πέθανε από υπερβολική δόση κοκαϊνης, αλλά εκείνος άλλα υποψιάζεται. Οι έρευνες θα τον φέρουν μέχρι το Βερολίνο, στην πορεία του θα συναντήσει εναν πάμπλουτο και πανίσχυρο πετρελαιά, αλλά και μια παλιά ναζιστική φόρμουλα τεράστιας σημασίας για τη μετατροπή συνθετικών προϊόντων σε καύσιμα.
Τελικά η ταινία μιλά για το ποιοι πραγματικά κυβερνούν τον κόσμο (όχι οι κυβερνήσεις που ξέρουμε πάντως) και, κυρίως, για την ανθρώπινη απληστία, πηγή των χειρότερων δεινών μας πιστεύω. Οι φόνοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον, αλλά όσο προχωράμε η εικόνα ξεκαθαρίζει: Βρισκόμαστε μπροστά σε κολοσσιαίες παγκόσμιες δυνάμεις,απέναντι στις οποίες το άτομο μοιάζει ανίσχυρο. Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολο (αν όχι ακατόρθωτο) να αλλάξουν.
Η ιστορία ξετυλίγεται μάλλον αργά - δεν πρόκειται άλλωστε για ταινία δράσης - ενώ η απαισιοδοξία για τον κόσμο και την κυριαρχία της ωμής οικονομικής δύναμης πάνω στην όποια ιδεολογία ή ανθρωπιά είναι σαφής. Δεν τη θεωρώ μεγάλη ταινία, απλώς δείγμα του σινεμά της εποχής. Ίσως κάποιοι από τους θεατές να κουραστούν. Δυστυχώς όμως τα συμπεράσματά της ισχύουν απόλυτα και σήμερα.
ΥΓ: Το έχω ξανασυζητήσει: Ακόμα και το χολιγουντιανό σινεμά δεν φοβάται να καταγγείλει καταστάσεις που αποτελούν την πηγή της ανθρώπινης δυστυχίας και που είναι δομικά χαρακτηριστικά του συστήματος (την εποχή για την οποία μιλάμε το φαινόμενο ήταν συχνότερο). Πολύ φοβάμαι ότι
αυτό σημαίνει, πολύ απλά, ότι ο κινηματογράφος και η τέχνη γενικότερα δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτα. Αν μπορούσε, θα την απαγόρευαν.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 17, 2014
Η ΕΚΠΛΗΞΗ ΤΟΥ "ΛΕΥΚΟΥ ΘΕΟΥ" ΚΑΙ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΩΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ
Αγνοούσα τον ούγγρο Kornel Mundruczo, ο οποίος έχει - όπως έμαθα - στο ενεργητικό του μια φιλμογραφία γεμάτη από παράδοξες ταινίες. Το 2014 πάντως γυρίζει τον "Λευκό Θεό" (Feher Isten), ο οποίος, είτε αρέσει είτε όχι, σίγουρα εντυπωσιάζει και αποτελεί για μένα μια "από το πουθενά" έκπληξη της χρονιάς.
Ένα 13χρονο κορίτσι αναγκάζεται να μείνει για μερικούς μήνες με τον χωρισμένο πατέρα της, αφού η μητέρα της θα λείψει. Ο αγαπημένος της σκύλος όμως, ο Χάγκεν, δεν είναι πουθενά ευπρόσδεκτος: Στην πολυκατοικία δεν τον δέχονται, στην ορχήστρα όπου συμμετέχει η μικρή τον διώχνουν... μέχρι που τελικά ο πατέρας της τον παρατά στη μέση του δρόμου για να τον ξεφορτωθεί. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε την οδύσσεια του σκύλου σε μια εχθρική ανθρώπινη κοινωνία... και όσο προχωρά το φιλμ τα πράγματα γίνονται όλο και πιο παράξενα.
Η ταινία ξεκινά σα μια συγκινητική ιστορία για την αγάπη ενός (σχεδόν) παιδιού και του ζώου του. Πολύ σύντομα όμως αντιλαμβανόμαστε ότι ξεφεύγει από εκεί, για να μπει ουσιαστικά στο χώρο του φανταστικού και να αποκτήσει πολλά στοιχεία θρίλερ. Καμία σχέση τελικά με "συγκινητική ιστορία για παιδιά". Σκοτεινό παραμύθι (μερικές σκηνές παραπέμπουν στον μαγικό φλογεροπαίχτη και τα ποντίκια / παιδιά), πολιτική αλληγορία, κριτική της σύγχρονης κοινωνίας, αρχίζει απόλυτα ρεαλιστικά για να απογειωθεί σχεδόν στο χώρο της ταινία τρόμου. Στο μεταξύ οι σκηνές με τα δεκάδες σκυλιά στους δρόμους της άδειας Βουδαπέστης είναι απ' αυτές που μένουν χαραγμένες στην κινηματογραφική μνήμη.
Φυσικά τα σκυλιά αντιμετωπίζονται εδώ σαν κοινωνική μειονότητα (μετανάστες; φτωχοί; άλλου είδους μειονότητα; διαλέξτε ό,τι θέλετε). Η ταινία περιγράφει την απόλυτη καταπίεση τους και στη συνέχεια την αναπόφευκτη εξέγερση. Το σίγουρο πάντως είναι ότι πρόκειται για "σφιχτό" φιλμ που κορυφώνεται όσο προχωρά, το οποίο με κράτησε από την αρχή ως το τέλος και - παρά τις κάποιες σεναριακές ευκολίες, που όμως μπορεί να είναι και απόλυτα συνειδητές - αποτελεί μια από τις μεγάλες εκπλήξεις του 2014. Και χρησιμοποιεί εμπνευσμένα την κλασική μουσική. Δοκιμάστε το!
Ένα 13χρονο κορίτσι αναγκάζεται να μείνει για μερικούς μήνες με τον χωρισμένο πατέρα της, αφού η μητέρα της θα λείψει. Ο αγαπημένος της σκύλος όμως, ο Χάγκεν, δεν είναι πουθενά ευπρόσδεκτος: Στην πολυκατοικία δεν τον δέχονται, στην ορχήστρα όπου συμμετέχει η μικρή τον διώχνουν... μέχρι που τελικά ο πατέρας της τον παρατά στη μέση του δρόμου για να τον ξεφορτωθεί. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε την οδύσσεια του σκύλου σε μια εχθρική ανθρώπινη κοινωνία... και όσο προχωρά το φιλμ τα πράγματα γίνονται όλο και πιο παράξενα.
Η ταινία ξεκινά σα μια συγκινητική ιστορία για την αγάπη ενός (σχεδόν) παιδιού και του ζώου του. Πολύ σύντομα όμως αντιλαμβανόμαστε ότι ξεφεύγει από εκεί, για να μπει ουσιαστικά στο χώρο του φανταστικού και να αποκτήσει πολλά στοιχεία θρίλερ. Καμία σχέση τελικά με "συγκινητική ιστορία για παιδιά". Σκοτεινό παραμύθι (μερικές σκηνές παραπέμπουν στον μαγικό φλογεροπαίχτη και τα ποντίκια / παιδιά), πολιτική αλληγορία, κριτική της σύγχρονης κοινωνίας, αρχίζει απόλυτα ρεαλιστικά για να απογειωθεί σχεδόν στο χώρο της ταινία τρόμου. Στο μεταξύ οι σκηνές με τα δεκάδες σκυλιά στους δρόμους της άδειας Βουδαπέστης είναι απ' αυτές που μένουν χαραγμένες στην κινηματογραφική μνήμη.
Φυσικά τα σκυλιά αντιμετωπίζονται εδώ σαν κοινωνική μειονότητα (μετανάστες; φτωχοί; άλλου είδους μειονότητα; διαλέξτε ό,τι θέλετε). Η ταινία περιγράφει την απόλυτη καταπίεση τους και στη συνέχεια την αναπόφευκτη εξέγερση. Το σίγουρο πάντως είναι ότι πρόκειται για "σφιχτό" φιλμ που κορυφώνεται όσο προχωρά, το οποίο με κράτησε από την αρχή ως το τέλος και - παρά τις κάποιες σεναριακές ευκολίες, που όμως μπορεί να είναι και απόλυτα συνειδητές - αποτελεί μια από τις μεγάλες εκπλήξεις του 2014. Και χρησιμοποιεί εμπνευσμένα την κλασική μουσική. Δοκιμάστε το!
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 15, 2014
Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΤΗ ΒΟΗΘΑ (ΑΥΤΗ ΚΑΙ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ)
Ξέρετε ποιος είναι ο Stuart Murdoch; Είναι ο βασικός των Belle and Sebastian, ενός από τα συγκροτήματα που μου αρέσουν πολύ. Το 2014 λοιπόν περνά πίσω από την κάμερα για να κάνει την πρώτη του ταινία, το "God Help the Girl". Μαθαίνω ότι το project αυτό ξεκίνησε σαν άλμπουμ, αλλά τελικά κατέληξε σε ταινία, ένα είδος pop μιούζικαλ.
Η Ιβ είναι μια ανασφαλής και όχι και πολύ ισοροπημένη (νοσηλεύεται, για να είμαστε ακριβείς) μουσικός - συνθέτης, με ταλέντο μάλιστα, για την οποία η μουσική λειτουργεί ως ψυχοθεραπαία. Ο Τζέιμς είναι κι αυτός ιδιόρυθμος και όχι πολύ πετυχημένος με τις γυναικες, η Κας είναι αυτό που λέμε... ε, χαζοχαρούμενη και μάλλον με μέτριο IQ. Οι τρεις τους θα φτιάξουν ένα γκρουπ και θα περάσουν ένα παράξενο και όμορφο - στα όρια του ονειρικού - καλοκαίρι, πριν φτάσει το φθινόπωρο και μαζευτούν πάλι τα σύννεφα.
Γυρισμένο στη Γλασκώβη, το φιλμ είναι αυτό που θα λέγαμε απόλυτα ποπ. Τρυφερό και θλιμένο, ανάλαφρο και αστείο, νεανικό αλλά και "προβληματισμένο", με χαριτωμένους, αλλά και προβληματικούς ήρωες. Και λίγο δήθεν, αν θέλετε τη γνώμη μου. Για μένα το καλύτερο σημείο είναι βέβαια - αναμενόμενο άλλωστε - η μουσική, καθώς το γκρουπ παίζει συχνά τα τραγούδια που γράφει η Ιβ. Μουσική ασφαλώς που αμέσως παραπέμπει στους Belle & Sebastian. Γι' αυτό κυρίως αξίζει - και το σάουντρακ του άλλωστε. Νομίζω πάντως ότι θα ενθουσιάσει ευαίσθητους νεαρούς/ές, που ψάχνονται και αγαπάνε την ποπ κουλτούρα. Ανθρώπους του γενικότερου κλίματος των Belle & Sebastian δηλαδή.
Προσωπικά το βρήκα σχετικά χαριτωμένο, απόλαυσα τη μουσική, αλλά μέχρις εκεί. Όχι κάτι παραπάνω. Άλλωστε έχουμε δει πολλές εύθραυστες και ελαφρώς ψυχο-τέτοιες νεαρές ποπ ηρωίδες...
ΥΓ: Σημειωτέον, η παράξενα όμορφη πρωταγωνίστρια Emily Browning είναι πράγματι ιδανική για το ρόλο.
Η Ιβ είναι μια ανασφαλής και όχι και πολύ ισοροπημένη (νοσηλεύεται, για να είμαστε ακριβείς) μουσικός - συνθέτης, με ταλέντο μάλιστα, για την οποία η μουσική λειτουργεί ως ψυχοθεραπαία. Ο Τζέιμς είναι κι αυτός ιδιόρυθμος και όχι πολύ πετυχημένος με τις γυναικες, η Κας είναι αυτό που λέμε... ε, χαζοχαρούμενη και μάλλον με μέτριο IQ. Οι τρεις τους θα φτιάξουν ένα γκρουπ και θα περάσουν ένα παράξενο και όμορφο - στα όρια του ονειρικού - καλοκαίρι, πριν φτάσει το φθινόπωρο και μαζευτούν πάλι τα σύννεφα.
Γυρισμένο στη Γλασκώβη, το φιλμ είναι αυτό που θα λέγαμε απόλυτα ποπ. Τρυφερό και θλιμένο, ανάλαφρο και αστείο, νεανικό αλλά και "προβληματισμένο", με χαριτωμένους, αλλά και προβληματικούς ήρωες. Και λίγο δήθεν, αν θέλετε τη γνώμη μου. Για μένα το καλύτερο σημείο είναι βέβαια - αναμενόμενο άλλωστε - η μουσική, καθώς το γκρουπ παίζει συχνά τα τραγούδια που γράφει η Ιβ. Μουσική ασφαλώς που αμέσως παραπέμπει στους Belle & Sebastian. Γι' αυτό κυρίως αξίζει - και το σάουντρακ του άλλωστε. Νομίζω πάντως ότι θα ενθουσιάσει ευαίσθητους νεαρούς/ές, που ψάχνονται και αγαπάνε την ποπ κουλτούρα. Ανθρώπους του γενικότερου κλίματος των Belle & Sebastian δηλαδή.
Προσωπικά το βρήκα σχετικά χαριτωμένο, απόλαυσα τη μουσική, αλλά μέχρις εκεί. Όχι κάτι παραπάνω. Άλλωστε έχουμε δει πολλές εύθραυστες και ελαφρώς ψυχο-τέτοιες νεαρές ποπ ηρωίδες...
ΥΓ: Σημειωτέον, η παράξενα όμορφη πρωταγωνίστρια Emily Browning είναι πράγματι ιδανική για το ρόλο.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 14, 2014
ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΣΤΟ "ANOTHER ME"
Η Isabel Coixet είναι ισπανίδα και έχει κάνει αρκετές ταινίες εκεί, αλλά οι τελευταίες της είναι αγγλόφωνες (μεταξύ τους και το αρκετά ενδιαφέρον "The Secret Life of Words"). Το 2013 γυρίζει ένα θρίλερ, το "Another Me".
Μια προικισμένη κοπέλα, πετυχημένη και δημοφιλής στην τάξη της, πρωταγωνίστρια του σχολικού θιάσου που θα ανεβάσει "Μάκβεθ", βλέπει ξαφνικά τη ζωή της να καταρρέει, καθώς ο πατέρας της χτυπιέται από ανίατη αρρώστια (σκλήρυνση κατά πλάκας), ενώ η μητέρα της, τσακισμένη, συμπεριφέρεται "ύποπτα" . Το πιο τρομαχτικό όμως είναι ότι μια μυστηριώδης σωσίας της (;) προσπαθεί με κάθε τρόπο να πάρει τη θέση της σε κάθε εκδήλωση της ζωής της, επιτείνοντας την εφηβική ανασφάλεια και "μπερδεύοντας" τις αλλαγές που το πέρασμα στην ενηλικίωση φέρνει στη ζωή των ανθρώπων.
Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα, η πρωταγωνίστρια Sophie Turner καλή (και με παράξενα ενδιαφέρον πρόσωπο), ωστόσο θα χαρακτήριζα το φιλμ αυτό, που θα ήθελε να είναι τρόμου, μάλλον βραδυφλεγές. Νομίζω ότι το σασπένς δεν διατηρείται και η αγωνία δεν κορυφώνεται. Βεβαίως είναι καλογυρισμένο και υπάρχουν στιγμές που προκαλούν κάποιο ρίγος, συνολικά όμως μάλλον άνευρο θα το χαρακτήριζα. Στο τέλος πάντως αποκαλύπτονται πολλά και η ταινία μπαίνει για τα καλά στο χώρο του μεταφυσικού τρόμου, ωστόσο η ατμόσφαιρα αυτή έχει χτιστεί μάλλον αργά.
Σε κάποια σημεία διαθέτει ωραία εικόνα και ανατριχιαστικό κλίμα, οπότε δεν το απορίπτω εντελώς, ωστόσο το θεωρώ από τα θρίλερ τρόμου που μάλλον δεν θα μας μείνουν ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη.
Μια προικισμένη κοπέλα, πετυχημένη και δημοφιλής στην τάξη της, πρωταγωνίστρια του σχολικού θιάσου που θα ανεβάσει "Μάκβεθ", βλέπει ξαφνικά τη ζωή της να καταρρέει, καθώς ο πατέρας της χτυπιέται από ανίατη αρρώστια (σκλήρυνση κατά πλάκας), ενώ η μητέρα της, τσακισμένη, συμπεριφέρεται "ύποπτα" . Το πιο τρομαχτικό όμως είναι ότι μια μυστηριώδης σωσίας της (;) προσπαθεί με κάθε τρόπο να πάρει τη θέση της σε κάθε εκδήλωση της ζωής της, επιτείνοντας την εφηβική ανασφάλεια και "μπερδεύοντας" τις αλλαγές που το πέρασμα στην ενηλικίωση φέρνει στη ζωή των ανθρώπων.
Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα, η πρωταγωνίστρια Sophie Turner καλή (και με παράξενα ενδιαφέρον πρόσωπο), ωστόσο θα χαρακτήριζα το φιλμ αυτό, που θα ήθελε να είναι τρόμου, μάλλον βραδυφλεγές. Νομίζω ότι το σασπένς δεν διατηρείται και η αγωνία δεν κορυφώνεται. Βεβαίως είναι καλογυρισμένο και υπάρχουν στιγμές που προκαλούν κάποιο ρίγος, συνολικά όμως μάλλον άνευρο θα το χαρακτήριζα. Στο τέλος πάντως αποκαλύπτονται πολλά και η ταινία μπαίνει για τα καλά στο χώρο του μεταφυσικού τρόμου, ωστόσο η ατμόσφαιρα αυτή έχει χτιστεί μάλλον αργά.
Σε κάποια σημεία διαθέτει ωραία εικόνα και ανατριχιαστικό κλίμα, οπότε δεν το απορίπτω εντελώς, ωστόσο το θεωρώ από τα θρίλερ τρόμου που μάλλον δεν θα μας μείνουν ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη.
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 12, 2014
ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΣΤΟ "BECKET"
Σήμερα το "Becket" είναι ένα μάλλον ξεχασμένο φιλμ. Στην εποχή του όμως, το 1964, είχε κάνει εντύπωση, είχε κερδίσει Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου και ήταν υποψήφιο για κάποια άλλα. Γυρίστηκε από τον Peter Glenville (1913-1996), θεατρικό κυρίως σκηνοθέτη με λίγες ταινίες στο ενεργητικό του. Και φέρει βεβαίως έντονη τη σφραγίδα της θεατρικότητας.
Πρόκειται για ιστορικό δράμα βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Ζαν Ανούιγ. Παρακολουθεί τη σχέση του άγγλου βασιλιά Ερίκου του 2ου και του καλύτερου φίλου του Μπάκετ - οι οποίοι μάλιστα ανήκουν σε διαφορετικές φυλές (Νορμανδοί και Σάξονες), που μισούν η μία την άλη στα πλαίσια του μεσαιωνικού φεουδαρχικού βρετανικού κράτους (12ος αιώνας). Ο βασιλιάς είναι ακόλαστος, σκληρός, δίχως να αγαπά και να υπολογίζει πολύ τους υπηκόους του. Ο φίλος του Τόμας Μπέκετ είναι η φωνή της λογικής, βρίσκεται πιο κοντά στο φτωχό λαό και προσπαθεί όσο μπορεί να μετριάσει τις πράξεις του βασιλιά. Όταν όμως ο τελευταίος αποφασίζει - παρά τις αντιρήσεις του φίλου του - να τον κάνει επίσκοπο του Καντέρμπουρι (ισχυροτερο επίσκοπο της Βρετανίας) για να τα έχει καλά με την εκκλησία , ο Μπέκετ διχάζεται ανάμεσα στα συμφέροντα της εκκλησίας και την πίστη του αφ' ενός και στα όσα του ζητά ο βασιλιάς αφ' ετέρο. Τελικά προτιμά να φτάσει μέχρι το τέλος για να υπηρετήσει τον θεό.
Οι δύο πρωταγωνιστές είναι υπαρκτά πρόσωπα. Η σαρκοφάγος του Μπεκετ βρίσκεται και σήμερα στον εντυπωσιακό καθεδρικό του Καντέρμπουρι. Φυσικά τα γεγονότα που περιγράφονται εδώ δεν βασίζονται απόλυτα στην πραγνματικότητα, αλλά στην πένα του Ανούιγ. Οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών (Ρίτσαρντ Μπάρτον, Πίτερ Ο' Τουλ) είναι πολύ καλές - θεατρικές βεβαίως. Γενικά η θεατρικότητα "βαραίνει" το φιλμ, που δείχνει αμέσως την καταγωγή του από τη σκηνή. Όσον αφορά την ιστορία τώρα (γεμάτη ίντριγκες και πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ άλλων) ενώ είδα με ενδιαφέρον το πρώτο μέρος, με το ωραίο ξεδιπλωμα των δύο διαφορετικών χαρακτήρων, στο δεύτερο με ξένισε κάπως η μάλλον απότομη στροφή του Μπέκετ προς την πίστη στο θεό και η απόφασή του να θυσιαστεί γι' αυτήν. Νομίζω ότι στην αρχή τίποτα δεν προετοίμαζε γι' αυτή την ξαφνική αλλαγή. Ο Μπέκετ εμφανιζόταν ως πραγματιστής, λογικός, εγκρατής, σοφός ίσως. Πουθενά όμως ως πιστός.
Τέλος πρέπει να επισημανθεί η υποβόσκουσα, πλην όμως έντονη ομοερωτική σχέση των δύο αντρών.Από τη μεριά του βασιλιά κυρίως, το πάθος προς τον Μπέκετ είναι ερωτικό και όχι (μόνο) φιλικό. Τίποτα τέτοιο δεν λέγεται ανοιχτά, νομίζω όμως ότι είναι αρκετά σαφές.
Ενδιαφέρον ως ένα βαθμό, αν και κάπως κουραστικό λόγω της μεγάλης διάρκειάς του (148'), το φιλμ συνίσταται οπωσδήποτε σε όσους αρέσκονται στη μεταφορά θεατρικών έργων στην οθόνη.
Πρόκειται για ιστορικό δράμα βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Ζαν Ανούιγ. Παρακολουθεί τη σχέση του άγγλου βασιλιά Ερίκου του 2ου και του καλύτερου φίλου του Μπάκετ - οι οποίοι μάλιστα ανήκουν σε διαφορετικές φυλές (Νορμανδοί και Σάξονες), που μισούν η μία την άλη στα πλαίσια του μεσαιωνικού φεουδαρχικού βρετανικού κράτους (12ος αιώνας). Ο βασιλιάς είναι ακόλαστος, σκληρός, δίχως να αγαπά και να υπολογίζει πολύ τους υπηκόους του. Ο φίλος του Τόμας Μπέκετ είναι η φωνή της λογικής, βρίσκεται πιο κοντά στο φτωχό λαό και προσπαθεί όσο μπορεί να μετριάσει τις πράξεις του βασιλιά. Όταν όμως ο τελευταίος αποφασίζει - παρά τις αντιρήσεις του φίλου του - να τον κάνει επίσκοπο του Καντέρμπουρι (ισχυροτερο επίσκοπο της Βρετανίας) για να τα έχει καλά με την εκκλησία , ο Μπέκετ διχάζεται ανάμεσα στα συμφέροντα της εκκλησίας και την πίστη του αφ' ενός και στα όσα του ζητά ο βασιλιάς αφ' ετέρο. Τελικά προτιμά να φτάσει μέχρι το τέλος για να υπηρετήσει τον θεό.
Οι δύο πρωταγωνιστές είναι υπαρκτά πρόσωπα. Η σαρκοφάγος του Μπεκετ βρίσκεται και σήμερα στον εντυπωσιακό καθεδρικό του Καντέρμπουρι. Φυσικά τα γεγονότα που περιγράφονται εδώ δεν βασίζονται απόλυτα στην πραγνματικότητα, αλλά στην πένα του Ανούιγ. Οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών (Ρίτσαρντ Μπάρτον, Πίτερ Ο' Τουλ) είναι πολύ καλές - θεατρικές βεβαίως. Γενικά η θεατρικότητα "βαραίνει" το φιλμ, που δείχνει αμέσως την καταγωγή του από τη σκηνή. Όσον αφορά την ιστορία τώρα (γεμάτη ίντριγκες και πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ άλλων) ενώ είδα με ενδιαφέρον το πρώτο μέρος, με το ωραίο ξεδιπλωμα των δύο διαφορετικών χαρακτήρων, στο δεύτερο με ξένισε κάπως η μάλλον απότομη στροφή του Μπέκετ προς την πίστη στο θεό και η απόφασή του να θυσιαστεί γι' αυτήν. Νομίζω ότι στην αρχή τίποτα δεν προετοίμαζε γι' αυτή την ξαφνική αλλαγή. Ο Μπέκετ εμφανιζόταν ως πραγματιστής, λογικός, εγκρατής, σοφός ίσως. Πουθενά όμως ως πιστός.
Τέλος πρέπει να επισημανθεί η υποβόσκουσα, πλην όμως έντονη ομοερωτική σχέση των δύο αντρών.Από τη μεριά του βασιλιά κυρίως, το πάθος προς τον Μπέκετ είναι ερωτικό και όχι (μόνο) φιλικό. Τίποτα τέτοιο δεν λέγεται ανοιχτά, νομίζω όμως ότι είναι αρκετά σαφές.
Ενδιαφέρον ως ένα βαθμό, αν και κάπως κουραστικό λόγω της μεγάλης διάρκειάς του (148'), το φιλμ συνίσταται οπωσδήποτε σε όσους αρέσκονται στη μεταφορά θεατρικών έργων στην οθόνη.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 10, 2014
ΤΟ "ΗΡΩΙΚΟ" JIMMY'S HALL"
Για
πολλά – πολλά χρόνια ο Ken Loach ακολουθεί μια συνεπέστατη πορεία, κάνοντας
στρατευμένο σινεμά με καθαρά αριστερές θέσεις. Στον ίδιο δρόμο συνεχίζει και το
2014 με το «Jimmy’s Hall”, ένα φιλμ
που διαδραματίζεται στην Ιρλανδία της δεκαετίας του 30.
Ο
Τζέιμς Γκράλτον, υπαρκτό πρόσωπο, είναι κομουνιστής από ένα μικρό χωριό της
Ιρλανδίας. Λίγο καιρό αφότου ανοίγει ένα «κέντρο» (αίθουσα χορού και
πολιτιστικό κέντρο ταυτόχρονα), τον αναγκάζουν να το κλείσει και να
μεταναστεύσει στην Αμερική. Μετά δέκα χρόνια, το 1932 πλέον, επιστρέφει στο
χωριό πλουσιότερος σε εμπειρίες και ακόμα πιο μαχητικός και ξανανοίγει το
κέντρο – το οποίο, σημειωτέον, λατρεύουν οι νέοι της περιοχής. Η κίνηση αυτή θα
συναντήσει τη λυσσαλέα αντίδραση της εκκλησίας και των αρχών – πλούσιων της
περιοχής, οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι η λειτουργία του κέντρου δυναμιτίζει τα
θεμέλια της απόλυτης εξουσίας τους στην περιοχή (και στη χώρα γενικότερα). Ο
αγώνας ανάμεσα στις δύο πλευρές αρχίζει.
Ο
Loach, όπως πάντα, κάνει ένα ψυχωμένο σινεμά, απλό, κομψό,
σαφές, στοχευμένο. Παρακολούθησα την ταινία πολύ ευχάριστα, μπορώ να πω μάλιστα
ότι σε κάποια σημεία με συγκίνησε. Ενδιαφέρον έχει και το πολιτιστικό μέρος: Ο
ήρωας φέρνει στο κέντρο του μια παράλληλη αγάπη τόσο για τις ρίζες (τη φολκ
ιρλανδέζικη μουσική, ας πούμε), όσο και για το μοντέρνο (τη τζαζ, που τότε ήταν
η αιχμή της νεοτερικότητας στη μουσική). Αυτή ηα ακομπλεξάριστη πολιτιστική
θεώρηση μου άρεσε ιδιαίτερα. Μπορούμε ωστόσο, ιδεολογικά κυρίως, να εντοπίσουμε
κάποια προβλήματα: Ο δημιουργός χωρίζει τους πάντες σε απόλυτα καλούς – κακούς,
σε μαύρο – άσπρο, ενώ οι ενδιάμεσες αποχρώσεις μοιάζουν να λείπουν. Σε γενικές
γραμμές προσωπικά θεωρώ ότι κάπως έτσι έχουν τα πράγματα, ωστόσο ποτέ και τίποτα
δεν είναι τόσο μονοδιάστατο.
Αυτά
πάντως δεν σημαίνουν ότι δεν συνιστώ απόλυτα το φιλμ – ιδιαίτερα στην
(επιεικώς) δύσκολη εποχή μας, που τέτοια φαινόμενα τείνουν να επανεμφανιστούν.
Ο ήρωας γίνεται σύμβολο ελευθερίας και πάλης ενάντια στο σκοταδισμό και, εκτός
των άλλων, ενάντια σε μια «στεγνή» εκκλησία, η οποία πρεσβεύει ένα μαζοχιστικό
χριστιανισμό, απαλλαγμένο από κάθε έννοια ευχαρίστησης, και η οποία, φυσικά,
συνεργάζεται απόλυτα με την πολιτική – κοινωνική εξουσία για να διατηρήσει με
κάθε θυσία το υπάρχον status
quo. Ωστόσο αυτό δεν εμποδίζει τον γηραιό «κακό» παπά να
είναι ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας της ταινίας.
Επιμένω
στην περί μονοδιάστατου γκρίνια μου, ωστόσο σας προτείνω να το δείτε. Και για
να εκπλαγείτε για τον σκοταδισμό κάποιων κοινωνικών δομών τότε, παλιά, αλλά
κυρίως επειδή τέτοιες ξεκάθαρες και θαρραλέες «δηλώσεις» χρειάζονται στις μέρες
μας.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 08, 2014
ΣΤΟΝ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "BREWSTER McCLOUD"
Το 1970, τη χρονιά δηλαδή που έκανε το "MASH", ο Robert Altman (1925-2006) γυρίζει μια από τις πλέον παράδοξες και σουρεαλστικές ταινίες του, το για πολλούς cult "Brester McCloud".
Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς το τι συμβαίνει εκεί (και τι δεν συμβαίνει !). Ο ομώνυμος κεντρικός χαρακτήρας είναι ένα αγόρι με εμμονή με την πτήση. Προσπαθεί, απομονωμένος στο εσωτερικό ενός αστεροσκοπείου, να φτιάξει μια μηχανή πτήσης, κάτι σαν γιγάντια μηχανικά φτερά που θα προσαρμοστούν πάνω του, παραμένοντας παρθένος για να είναι ολότελα δοσμένος στο σκοπό του. Με μυστηριώδη τρόπο δίπλα του βρίσκεται μια όμορφη, μεγαλύτερή του γυναίκα, η οποία τον προστατεύει ως από μηχανής θεός από τον κάθε κακό που συναντά στη ζωή του ο ήρωας, καθώς αλλάζει κάθε λίγο επάγγελμα (σκοτώνοντάς τους μάλιστα). Η κορύφωση, μετά από πάμπολλα σουρεαλιστικά συμβάντα, θα έρθει όταν θα φτάσει η μεγάλη μέρα και ο ήρωας θα επιχειρήσει να πραγματοποιήσει το όνειρό του σε ένα κατάμεστο γήπεδο. Στο μεταξύ η εμμονή με τα πουλιά ξεχειλίζει - άλλωστε ο αμίμητος καθηγητής που εμφανίζεται εμβόλιμα μιλά γι' αυτά, μεταμορφώνεται βαθμιαία ο ίδιος σε πουλί...
Πρόκειται για μια απόλυτα αναρχική σάτιρα της Αμερικής της εποχής (60ς - αρχές 70ς). Πολιτικοί, μπάτσοι, κακοί εργοδότες, άπληστοι ζάπλουτοι γέροι και διάφοροι άλλοι γελοία αρνητικοί τύποι παρελαύνουν από το χαώδες αυτό φιλμ, το οποίο θα καταλήξει σε μια αναπάντεχα μεταφυσική νότα. Αλληγορία της μυθικής ιστορίας του Ίκαρου, ωδή στον πόθο για απόλυτη ελευθερία, μαύρη κωμωδία, η γκροτέσκα αυτή ταινία αντανακλά απόλυτα και φέρει ανεξίτηλα την σφραγίδα των τρελών 60ς και των χαμένων ονείρων τους (είχε γίνει νομίζω ήδη αντιληπτό ότι τα όνειρα αυτά είχαν ήδη ξεθωριάσει κάτω από την αμείλικτη πίεση της πραγματικότητας). Ταυτόχρονα ωστόσο θα την χαρακτήριζα βαρυφορτωμένη, με αρκετές "κοιλιές" και με όλη αυτή τη χαρακτηριστικά χαώδη ατμόσφαιρα που θα κάνει νομίζω αρκετούς θεατές να κουραστούν (τα αυτοκινητοκυνηγητά εναλλάσονται με το μεταφυσικό, τα αγνά όνειρα με γκροτέσκους θανάτους κ.ο.κ.) . Ίσως όμως όλο αυτό το συνονθύλευμα είναι που κάνει cult το φιλμ, το οποίο, παρά τα εμφανή σήμερα μειονεκτήματά του και το (πιθανόν) ξεπερασμένο του στιλ, αξίζει πραγματικά να ανακαλυφτεί από όσους το αγνοούν, ως μία από τις πλέον χαρακτηριστικές κινηματογραφικές παραδοξότητες.
Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς το τι συμβαίνει εκεί (και τι δεν συμβαίνει !). Ο ομώνυμος κεντρικός χαρακτήρας είναι ένα αγόρι με εμμονή με την πτήση. Προσπαθεί, απομονωμένος στο εσωτερικό ενός αστεροσκοπείου, να φτιάξει μια μηχανή πτήσης, κάτι σαν γιγάντια μηχανικά φτερά που θα προσαρμοστούν πάνω του, παραμένοντας παρθένος για να είναι ολότελα δοσμένος στο σκοπό του. Με μυστηριώδη τρόπο δίπλα του βρίσκεται μια όμορφη, μεγαλύτερή του γυναίκα, η οποία τον προστατεύει ως από μηχανής θεός από τον κάθε κακό που συναντά στη ζωή του ο ήρωας, καθώς αλλάζει κάθε λίγο επάγγελμα (σκοτώνοντάς τους μάλιστα). Η κορύφωση, μετά από πάμπολλα σουρεαλιστικά συμβάντα, θα έρθει όταν θα φτάσει η μεγάλη μέρα και ο ήρωας θα επιχειρήσει να πραγματοποιήσει το όνειρό του σε ένα κατάμεστο γήπεδο. Στο μεταξύ η εμμονή με τα πουλιά ξεχειλίζει - άλλωστε ο αμίμητος καθηγητής που εμφανίζεται εμβόλιμα μιλά γι' αυτά, μεταμορφώνεται βαθμιαία ο ίδιος σε πουλί...
Πρόκειται για μια απόλυτα αναρχική σάτιρα της Αμερικής της εποχής (60ς - αρχές 70ς). Πολιτικοί, μπάτσοι, κακοί εργοδότες, άπληστοι ζάπλουτοι γέροι και διάφοροι άλλοι γελοία αρνητικοί τύποι παρελαύνουν από το χαώδες αυτό φιλμ, το οποίο θα καταλήξει σε μια αναπάντεχα μεταφυσική νότα. Αλληγορία της μυθικής ιστορίας του Ίκαρου, ωδή στον πόθο για απόλυτη ελευθερία, μαύρη κωμωδία, η γκροτέσκα αυτή ταινία αντανακλά απόλυτα και φέρει ανεξίτηλα την σφραγίδα των τρελών 60ς και των χαμένων ονείρων τους (είχε γίνει νομίζω ήδη αντιληπτό ότι τα όνειρα αυτά είχαν ήδη ξεθωριάσει κάτω από την αμείλικτη πίεση της πραγματικότητας). Ταυτόχρονα ωστόσο θα την χαρακτήριζα βαρυφορτωμένη, με αρκετές "κοιλιές" και με όλη αυτή τη χαρακτηριστικά χαώδη ατμόσφαιρα που θα κάνει νομίζω αρκετούς θεατές να κουραστούν (τα αυτοκινητοκυνηγητά εναλλάσονται με το μεταφυσικό, τα αγνά όνειρα με γκροτέσκους θανάτους κ.ο.κ.) . Ίσως όμως όλο αυτό το συνονθύλευμα είναι που κάνει cult το φιλμ, το οποίο, παρά τα εμφανή σήμερα μειονεκτήματά του και το (πιθανόν) ξεπερασμένο του στιλ, αξίζει πραγματικά να ανακαλυφτεί από όσους το αγνοούν, ως μία από τις πλέον χαρακτηριστικές κινηματογραφικές παραδοξότητες.
Σάββατο, Δεκεμβρίου 06, 2014
ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ ΑΣΤΕΙΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΚΑΤΣΕ..."
Δεν ξέρω αν έχετε δει ποτέ ταινία του σουηδού Roy Andersson, ("Τραγούδια από τον Δεύτερο Όροφο" π.χ.) Ο σκηνοθέτης αυτός, που σπάνια κάνει ταινίες, δημιουργεί έναν σουρεαλιστικό, συχνά παράλογο κόσμο με φιλμ που δεν έχουν ακριβώς πλοκή, αλλά αποτελούνται από μια σειρά άσχετων μεταξύ τους "σκετς", πολλά από τα οποία σχεδόν παρανοϊκά και με πλήθος ανορθολογικών καταστάσεων. Το ίδιο ακριβώς στιλ κυριαρχεί και στο "Ένα Περιστέρι Έκατσε σε ένα Κλαδί και Συλλογίστηκε την Ύπαρξή του" του 2014.
Όλες οι μικρές ιστορίες χαρακτηρίζονται από ένα κατάπικρο και κατάμαυρο χιούμορ και αυτό συνυπάρχει με μια εξαιρετικά καταθλιπτική ατμόσφαιρα, που επιτείνεται απο τα μουντά, μπεζ - γκρίζα, "νεκρά" χρώματα (ακόμα και τα πρόσωπα των περισσότερων ηθοποιών είναι μακιγιαρισμένα σχεδόν νεκρικά), τα ψυχρά, άδεια ή με ελάχιστα έπιπλα, στενόχωρα δωμάτια ή χώρους, τη μόνιμη συννεφιά και την απολύτως ακίνητη κάμερα, που απλώς κινηματογραφεί όσα παράλογα συμβαίνουν σαν σκηνή θεάτρου, στην οποία μπαινοβγαίνουν τα πρόσωπα. Ακόμα και οι κινήσεις των χαρακτήρων είναι άτονες, μονοκόμματες, ενώ οι άνθρωποι στο βάθος στέκουν σχεδον ακίνητοι σε ένα είδος "ταμπλό βιβάν" που δημιουργεί η κάθε σκηνή.
Στο κέντρο βρίσκονται δύο άχαροι και ατσούμπαλοι μεσήλικοι πωλητές, ένα είδος πλασιέ που μάταια προσπαθούν να πουλήσουν γελοία και φτηνά τρικ (μάσκες, σακούλια γέλιου κλπ.) και των οποίων οι καταθλιπτικές φιγούρες έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα αστεία, υποτίθεται, είδη που πουλάνε και με όσα λένε. Γύρω τους στήνονται σκετς με γελοίους θανάτους - ή γελοίες αντιδράσεις ανθρώπων μετά από ένα θάνατο, με ιστορικούς αναχρονισμούς και στρατούς του 18ου αιώνα να μπαίνουν σε ένα σύγχρονο μπαρ, με μια συγκλονιστικά μακάβρια παραβολή της αποικιοκρατίας, με ένα στέλεχος επιχέιρησης που αυτοκτονεί λέγοντας στο τηλέφωνο "Χαίρομαι που ακούω ότι είσαι καλά" (φράση που επαναλαμβάνεται συχνά σε εντελώς στενόχωρες στιγμές) και πολλά άλλα.
Τι είναι τελικά όλο αυτό; Νομίζω μια σκοτεινή και "κακιά" αν θέλετε ματιά στη ματαιότητα, τη γελοιότητα, το παράλογο και το "άνευ λόγου" της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και στην ανθρώπινη κακία, σκληρότητα, μοναξιά και άλλα, αρνητικά πάντοτε, χαρακτηριστικά. Από εκεί πηγάζει και η όλη υπαρξιακή αγωνία και αδιέξοδο που εκπέμπει η ταινία.
Επιρροές; Πολλές. Το χιούμορ του Τατί, ο Μπουνιουέλ, ο Μπέργκμαν, αλλά κυρίως - θα σας φανεί παράξενο, αλλά αυτή μου φαίνεται η σημαντικότερη - οι Μόντι Πάιθον! Η όλη δομή των σκετς, το είδος του χιούμορ, ακόμα και συγκεκριμένες ατάκες ή καταστάσεις, μου φαίνεται ότι παρέπεμπαν σ' αυτούς. Ναι, χιούμορ, το οποίο όμως, οπως είπαμε, είναι κατάμαυρο, σαρκαστικό, κατάπικρο και, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί στα απίστευτα γέλια που μας προκαλούν οι εξ ίσου σουρεάλ καταστάσεις της περίφημης ομάδας.
Φυσικά πρόκειται για αυστηρά σινεφίλ ταινία, που προορίζεται για λίγους, ενώ φοβάμαι ότι θα εκνευρίσει πολλούς. Προσωπικά γοητεύομαι (κόβοντας παράλληλα τις φλέβες μου) από τον ιδιόρυθμο σουηδό, εσείς ωστόσο δείτε την με δική σας ευθύνη.
Όλες οι μικρές ιστορίες χαρακτηρίζονται από ένα κατάπικρο και κατάμαυρο χιούμορ και αυτό συνυπάρχει με μια εξαιρετικά καταθλιπτική ατμόσφαιρα, που επιτείνεται απο τα μουντά, μπεζ - γκρίζα, "νεκρά" χρώματα (ακόμα και τα πρόσωπα των περισσότερων ηθοποιών είναι μακιγιαρισμένα σχεδόν νεκρικά), τα ψυχρά, άδεια ή με ελάχιστα έπιπλα, στενόχωρα δωμάτια ή χώρους, τη μόνιμη συννεφιά και την απολύτως ακίνητη κάμερα, που απλώς κινηματογραφεί όσα παράλογα συμβαίνουν σαν σκηνή θεάτρου, στην οποία μπαινοβγαίνουν τα πρόσωπα. Ακόμα και οι κινήσεις των χαρακτήρων είναι άτονες, μονοκόμματες, ενώ οι άνθρωποι στο βάθος στέκουν σχεδον ακίνητοι σε ένα είδος "ταμπλό βιβάν" που δημιουργεί η κάθε σκηνή.
Στο κέντρο βρίσκονται δύο άχαροι και ατσούμπαλοι μεσήλικοι πωλητές, ένα είδος πλασιέ που μάταια προσπαθούν να πουλήσουν γελοία και φτηνά τρικ (μάσκες, σακούλια γέλιου κλπ.) και των οποίων οι καταθλιπτικές φιγούρες έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα αστεία, υποτίθεται, είδη που πουλάνε και με όσα λένε. Γύρω τους στήνονται σκετς με γελοίους θανάτους - ή γελοίες αντιδράσεις ανθρώπων μετά από ένα θάνατο, με ιστορικούς αναχρονισμούς και στρατούς του 18ου αιώνα να μπαίνουν σε ένα σύγχρονο μπαρ, με μια συγκλονιστικά μακάβρια παραβολή της αποικιοκρατίας, με ένα στέλεχος επιχέιρησης που αυτοκτονεί λέγοντας στο τηλέφωνο "Χαίρομαι που ακούω ότι είσαι καλά" (φράση που επαναλαμβάνεται συχνά σε εντελώς στενόχωρες στιγμές) και πολλά άλλα.
Τι είναι τελικά όλο αυτό; Νομίζω μια σκοτεινή και "κακιά" αν θέλετε ματιά στη ματαιότητα, τη γελοιότητα, το παράλογο και το "άνευ λόγου" της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και στην ανθρώπινη κακία, σκληρότητα, μοναξιά και άλλα, αρνητικά πάντοτε, χαρακτηριστικά. Από εκεί πηγάζει και η όλη υπαρξιακή αγωνία και αδιέξοδο που εκπέμπει η ταινία.
Επιρροές; Πολλές. Το χιούμορ του Τατί, ο Μπουνιουέλ, ο Μπέργκμαν, αλλά κυρίως - θα σας φανεί παράξενο, αλλά αυτή μου φαίνεται η σημαντικότερη - οι Μόντι Πάιθον! Η όλη δομή των σκετς, το είδος του χιούμορ, ακόμα και συγκεκριμένες ατάκες ή καταστάσεις, μου φαίνεται ότι παρέπεμπαν σ' αυτούς. Ναι, χιούμορ, το οποίο όμως, οπως είπαμε, είναι κατάμαυρο, σαρκαστικό, κατάπικρο και, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί στα απίστευτα γέλια που μας προκαλούν οι εξ ίσου σουρεάλ καταστάσεις της περίφημης ομάδας.
Φυσικά πρόκειται για αυστηρά σινεφίλ ταινία, που προορίζεται για λίγους, ενώ φοβάμαι ότι θα εκνευρίσει πολλούς. Προσωπικά γοητεύομαι (κόβοντας παράλληλα τις φλέβες μου) από τον ιδιόρυθμο σουηδό, εσείς ωστόσο δείτε την με δική σας ευθύνη.
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 04, 2014
Η ΒΡΩΜΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ "ΣΤΑΥΡΟΙ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ"
Λένε ότι ο Stanley Kubrick (1928-1999) θέλησε να κάνει μία ταινία από κάθε είδος και μ' αυτή να σφραγίσει ανεξίτηλα το είδος αυτό. Πολεμικές ταινίες έκανε δύο και ίσως πολλοί θυμούνται περισσότερο το "Full Metal Jacket", αλλά το "Paths of Glory" (Σταυροί στο Μέτωπο" στα ελληνικά) του 1957 είναι για μένα το (αντι)πολεμικό του αριστούργημα και μία από τις καλύτερες (αντι)πολεμικές ταινίες που έγιναν ποτέ.
Το παράξενο στα πολεμικά φιλμ είναι ότι πολλά απ' αυτά είναι δύσκολο να αποφασίσεις αν είναι πολεμικά ή αντιπολεμικά, με την έννοια ότι δεν ξέρεις αν η δράση, οι μάχες, το βίαιο θέαμα και η πολεμική αγωνία υπάρχουν ως ένα ακόμα βίαιο και θεαματικό, ελκυστικό υλικό ή ως καταγγελία όλης αυτής της φρίκης. Στους "Σταυρούς" το νόημα είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο: Εδώ ο πόλεμος δεν έχει τίποτα ηρωικό, οι στρατιώτες παραμένουν οι χαρακτήρες που είχαν πριν (ως άνθρωποι και όχι ως "κρέας") και μπορεί να είναι δειλοί ή γενναίοι, εκδικητικοί ή μη, να έχουν προσωπικές διαφορές κλπ. Και ο πόλεμος δεν είναι παρά βρωμιά, λάσπη, αίμα και φρίκη. Απολύτως τίποτα άλλο.
Το φιλμ διαδραματίζεται στον Α' παγκόσμιο πόλεμο, στα εφιαλτικά χαρακώματα. Δύο φιλόδοξοι στρατηγοί - που αποφασίζουν, βεβαίως, πολύ πίσω από την πρώτη γραμμή - ο ένας πονηρός και ύπουλος και ο άλλος "στρατόκαυλος", οδηγούν ένα τάγμα σε μια από την αρχή καταδικασμένη επίθεση ενάντια σε ένα ύψωμα που κατέχουν οι γερμανοί. Όταν οι στρατιώτες υποχωρούν έντρομοι με τεράστιες απώλειες και κάποιοι αρνούνται να βγουν καν από τα χαρακώματα, αφού, απλούστατα, δεν μπορούν, οι στρατηγοί αποφασίζουν να περάσουν κάποιους από στρατοδικείο και να τους εκτελέσουν για "παραδειγματισμό" των υπολοίπων. Ο συνταγματάρχης τους, βλέποντας το άδικο και το παράλογο της υπόθεσης, προσπαθεί να τους υπερασπίσει.
Η ασπρόμαυρη ταινία μόνο στο πρώτο μέρος είναι καθαρά πολεμική, όταν διαδραματίζεται στα χαρακώματα και καταγράφει τις μάχες (αλλά και τις σχέσεις των στρατιωτών). Στο δεύτερο παρακολουθούμε (με μεγαλύτερο ίσως αποτροπιασμό από όταν βρισκόμαστε στο σφαγείο) όσα απιστευτα συμβαίνουν πίσω από το μέτωπο ή/και στο παρασκήνιο. Η πραγματική κόλαση και φρίκη βρίσκεται εδώ, γιατί εδώ οι αποφάσεις λαμβάνονται εν ψυχρώ, μετά από στυγνούς υπολογισμούς, εδώ όπου απουσιάζει η ενστικτώδης φρίκη της μάχης. Η ηγεσία (οι στρατηγοί) καταγγέλονται ως φιλόδοξοι, που χρησιμοποιούν τους ανθρώπους (είναι άνθρωποι οι στρατιώτες;) απλά σαν πιόνια για τους δικούς τους σκοπούς. Η ανθρώπινη ζωή έχει χάσει κάθε αξία, ο θάνατος είναι κοινός τόπος και κάτι παντελώς αδιάφορο. Ο στόχος μετρά, όση δυστυχία κι αν προκαλέσει η επίτευξή του (κι αν πάλι δεν επιτευχθεί, δεν πειράζει. Συμβαίνουν κι αυτά...).
Ο Κιούμπρικ καταγγέλει με τρόπο άμεσο την εξουσία, τον πόλεμο ως σκέτη κρετομηχανή, μίλια μακριά από ηρωισμούς και "αξίες" και τη στρατιωτική μηχανή σαν το άκρον άωτο του ανθρώπινου παραλογισμού και ηλιθιότητας. Το πορτρέτο του γηραιού, ύπουλου στρατηγού ειδικά, που μπορεί να ελίσσεται με απιστευτο τρόπο (και ο οποίος, σημειωτέον, δεν είναι καν εκδικητικός, είναι απλά ψυχρός και υπολογιστικός. Τα συναισθήματα δεν έχουν καμιά θέση στις κινήσεις του. Γιατί να εκδικηθεί κάποιον που τον πρόσβαλλε; Έτσι κι αλλιώς οι σκοποί του είναι πολύ υψηλότεροι) είναι εκπληκτικό και αντιπαρατίθεται υπέροχα με αυτό του άλλου, πιο "άγριου" στρατηγού.
Με το "Paths of Glory" ο μεγάλος δημιουργός φτιάχνει μια κυριολεκτικά συγκλονιστική ταινία που δεν δεν αφήνει τον θεατή να πάρει ανάσα από την αρχή ως το τέλος και τελικά σφραγίζει για πάντα το αντιπολεμικό σινεμά. Το θεωρώ αριστούργημα.
Το παράξενο στα πολεμικά φιλμ είναι ότι πολλά απ' αυτά είναι δύσκολο να αποφασίσεις αν είναι πολεμικά ή αντιπολεμικά, με την έννοια ότι δεν ξέρεις αν η δράση, οι μάχες, το βίαιο θέαμα και η πολεμική αγωνία υπάρχουν ως ένα ακόμα βίαιο και θεαματικό, ελκυστικό υλικό ή ως καταγγελία όλης αυτής της φρίκης. Στους "Σταυρούς" το νόημα είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο: Εδώ ο πόλεμος δεν έχει τίποτα ηρωικό, οι στρατιώτες παραμένουν οι χαρακτήρες που είχαν πριν (ως άνθρωποι και όχι ως "κρέας") και μπορεί να είναι δειλοί ή γενναίοι, εκδικητικοί ή μη, να έχουν προσωπικές διαφορές κλπ. Και ο πόλεμος δεν είναι παρά βρωμιά, λάσπη, αίμα και φρίκη. Απολύτως τίποτα άλλο.
Το φιλμ διαδραματίζεται στον Α' παγκόσμιο πόλεμο, στα εφιαλτικά χαρακώματα. Δύο φιλόδοξοι στρατηγοί - που αποφασίζουν, βεβαίως, πολύ πίσω από την πρώτη γραμμή - ο ένας πονηρός και ύπουλος και ο άλλος "στρατόκαυλος", οδηγούν ένα τάγμα σε μια από την αρχή καταδικασμένη επίθεση ενάντια σε ένα ύψωμα που κατέχουν οι γερμανοί. Όταν οι στρατιώτες υποχωρούν έντρομοι με τεράστιες απώλειες και κάποιοι αρνούνται να βγουν καν από τα χαρακώματα, αφού, απλούστατα, δεν μπορούν, οι στρατηγοί αποφασίζουν να περάσουν κάποιους από στρατοδικείο και να τους εκτελέσουν για "παραδειγματισμό" των υπολοίπων. Ο συνταγματάρχης τους, βλέποντας το άδικο και το παράλογο της υπόθεσης, προσπαθεί να τους υπερασπίσει.
Η ασπρόμαυρη ταινία μόνο στο πρώτο μέρος είναι καθαρά πολεμική, όταν διαδραματίζεται στα χαρακώματα και καταγράφει τις μάχες (αλλά και τις σχέσεις των στρατιωτών). Στο δεύτερο παρακολουθούμε (με μεγαλύτερο ίσως αποτροπιασμό από όταν βρισκόμαστε στο σφαγείο) όσα απιστευτα συμβαίνουν πίσω από το μέτωπο ή/και στο παρασκήνιο. Η πραγματική κόλαση και φρίκη βρίσκεται εδώ, γιατί εδώ οι αποφάσεις λαμβάνονται εν ψυχρώ, μετά από στυγνούς υπολογισμούς, εδώ όπου απουσιάζει η ενστικτώδης φρίκη της μάχης. Η ηγεσία (οι στρατηγοί) καταγγέλονται ως φιλόδοξοι, που χρησιμοποιούν τους ανθρώπους (είναι άνθρωποι οι στρατιώτες;) απλά σαν πιόνια για τους δικούς τους σκοπούς. Η ανθρώπινη ζωή έχει χάσει κάθε αξία, ο θάνατος είναι κοινός τόπος και κάτι παντελώς αδιάφορο. Ο στόχος μετρά, όση δυστυχία κι αν προκαλέσει η επίτευξή του (κι αν πάλι δεν επιτευχθεί, δεν πειράζει. Συμβαίνουν κι αυτά...).
Ο Κιούμπρικ καταγγέλει με τρόπο άμεσο την εξουσία, τον πόλεμο ως σκέτη κρετομηχανή, μίλια μακριά από ηρωισμούς και "αξίες" και τη στρατιωτική μηχανή σαν το άκρον άωτο του ανθρώπινου παραλογισμού και ηλιθιότητας. Το πορτρέτο του γηραιού, ύπουλου στρατηγού ειδικά, που μπορεί να ελίσσεται με απιστευτο τρόπο (και ο οποίος, σημειωτέον, δεν είναι καν εκδικητικός, είναι απλά ψυχρός και υπολογιστικός. Τα συναισθήματα δεν έχουν καμιά θέση στις κινήσεις του. Γιατί να εκδικηθεί κάποιον που τον πρόσβαλλε; Έτσι κι αλλιώς οι σκοποί του είναι πολύ υψηλότεροι) είναι εκπληκτικό και αντιπαρατίθεται υπέροχα με αυτό του άλλου, πιο "άγριου" στρατηγού.
Με το "Paths of Glory" ο μεγάλος δημιουργός φτιάχνει μια κυριολεκτικά συγκλονιστική ταινία που δεν δεν αφήνει τον θεατή να πάρει ανάσα από την αρχή ως το τέλος και τελικά σφραγίζει για πάντα το αντιπολεμικό σινεμά. Το θεωρώ αριστούργημα.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 02, 2014
ΑΦΟΠΛΙΣΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΚΟΣ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΣΕ "ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ"
Κάθε ταινία των Jean-Pierre και Luc Dardenne αποτελεί μια νέα κατάθεση σε έναν απόλυτο και λεπτομερή ρεαλισμό, με άμεση πολιτική ματιά και διερεύνηση καθημερινών προβλημάτων που κόβουν την ανάσα. Κι αυτό επειδή οι Dardenne συχνά διαπραγματεύονται τον ρεαλισμό τους σαν θρίλερ, θρίλερ της απόλυτης καθημερινότητας βεβαίως.
Έτσι και στο "Δύο Ημέρες, Μία Νύχτα" του 2014 μιλάνε για τα προβλήματα της εργατικης τάξης σε μια εποχή στυγνής κρίσης, δημιουργώντας όμως ένα καθηλωτικό σασπένς. Η ηρωίδα, παντρεμένη, μητέρα δύο παιδιών και μόλις θεραπευμένη (περίπου) από κρίση κατάθλιψης, πληροφορείται Παρασκευή απόγευμα ότι θα απολυθεί, εκτός αν οι 16 συνάδελφοί της στη δουλειά δεχτούν να χάσουν το ετήσιο μπόνους τους των 1000 ευρώ. Οι τελευταίοι αποφασίζουν αρχικά να μην το χάσουν. Όταν όμως δίνεται η δυνατότητα να επαναληφτεί μυστικά η ψηφοφορία το πρωί της Δευτέρας, η ηρωίδα θα αποδυθεί σε έναν αγχωτικό αγώνα (παλεύοντας πάντα με τη κατάθλιψη) για να τους αλλάξει γνώμη, συναντώντας τους έναν - έναν το Σαββατοκύριακο.
Η Μαριόν Κοτιγιάρ είναι εξαιρετική στον βασικό ρόλο. Συγχρόνως, όπως είπαμε, η τόσο ωμά ρεαλιστική αυτή ταινία κατάφερε να με κρατήσει με το σασπένς που δημιουργεί, με την εκπληκτική προσοχή στη λεπτομέρεια και στα συναισθήματα των ηρώων, με την μέχρι τέλους αγωνία. Φυσικά βρισκόμαστε σε εργασιακό μεσαίωνα, προϊόν της κρισης και της αντεπίθεσης του καπιταλισμού στην πιο στυγνή μορφή του, και βέβαια ισχύει απόλυτα το "ο θάνατός σου η ζωή μου", καθώς κάθε είδος συλλογικότητας μοιάζει να έχει χαθεί. Οι επάνω μεταθέτουν τις ευθύνες και τις σκληρές αποφάσεις στους κάτω και "νίπτουν τα χέρια τους". Ωστόσο, ενώ όλα αυτά δείχνονται ξεκάθαρα, οι Dardenne δεν γίνονται ποτέ διδακτικοί. Απλώς καταγράφουν τα γεγονότα (με σασπένς, το είπα), δίχως όμως να περιφρονούν τα συναισθήματα και την προσωπικότητα του κάθε χαρακτήρα.
Έχω ξαναπεί ότι δεν είμαι φανατικός του απόλυτα ρεαλιστικού σινεμά. Πιστέψτε με όμως, οι βέλγοι αδελφοί το κάνουν με εξαιρετικό τρόπο!
Έτσι και στο "Δύο Ημέρες, Μία Νύχτα" του 2014 μιλάνε για τα προβλήματα της εργατικης τάξης σε μια εποχή στυγνής κρίσης, δημιουργώντας όμως ένα καθηλωτικό σασπένς. Η ηρωίδα, παντρεμένη, μητέρα δύο παιδιών και μόλις θεραπευμένη (περίπου) από κρίση κατάθλιψης, πληροφορείται Παρασκευή απόγευμα ότι θα απολυθεί, εκτός αν οι 16 συνάδελφοί της στη δουλειά δεχτούν να χάσουν το ετήσιο μπόνους τους των 1000 ευρώ. Οι τελευταίοι αποφασίζουν αρχικά να μην το χάσουν. Όταν όμως δίνεται η δυνατότητα να επαναληφτεί μυστικά η ψηφοφορία το πρωί της Δευτέρας, η ηρωίδα θα αποδυθεί σε έναν αγχωτικό αγώνα (παλεύοντας πάντα με τη κατάθλιψη) για να τους αλλάξει γνώμη, συναντώντας τους έναν - έναν το Σαββατοκύριακο.
Η Μαριόν Κοτιγιάρ είναι εξαιρετική στον βασικό ρόλο. Συγχρόνως, όπως είπαμε, η τόσο ωμά ρεαλιστική αυτή ταινία κατάφερε να με κρατήσει με το σασπένς που δημιουργεί, με την εκπληκτική προσοχή στη λεπτομέρεια και στα συναισθήματα των ηρώων, με την μέχρι τέλους αγωνία. Φυσικά βρισκόμαστε σε εργασιακό μεσαίωνα, προϊόν της κρισης και της αντεπίθεσης του καπιταλισμού στην πιο στυγνή μορφή του, και βέβαια ισχύει απόλυτα το "ο θάνατός σου η ζωή μου", καθώς κάθε είδος συλλογικότητας μοιάζει να έχει χαθεί. Οι επάνω μεταθέτουν τις ευθύνες και τις σκληρές αποφάσεις στους κάτω και "νίπτουν τα χέρια τους". Ωστόσο, ενώ όλα αυτά δείχνονται ξεκάθαρα, οι Dardenne δεν γίνονται ποτέ διδακτικοί. Απλώς καταγράφουν τα γεγονότα (με σασπένς, το είπα), δίχως όμως να περιφρονούν τα συναισθήματα και την προσωπικότητα του κάθε χαρακτήρα.
Έχω ξαναπεί ότι δεν είμαι φανατικός του απόλυτα ρεαλιστικού σινεμά. Πιστέψτε με όμως, οι βέλγοι αδελφοί το κάνουν με εξαιρετικό τρόπο!
Κυριακή, Νοεμβρίου 30, 2014
Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΤΟ "FINAL CUT"
"The Final Cut" είναι μία ταινία επιστημονικής φαντασίας του 2004 του άγνωστού μου ιορδανού Omar Naim, ο οποίος προφανώς δούλευε ή δουλεύει στο Χόλιγουντ. Πρωταγωνιστής ο Ρόμπιν Ουίλιαμς, που παίρνει πάνω του όλο το φιλμ.
Αγνοούσα την ταινία, και έτσι χάρηκα επειδή τη βρήκα αρκετά ενδιαφέρουσα. Σε έναν μελλοντικό κόσμο, ένα τσιπάκι εμφυτεύεται από τη στιγμή της γέννησης στα βρέφη των οποίων οι γονείς έχουν να πληρώσουν για κάτι τέτοιο. Το τσιπάκι καταγράφει ολόκληρη τη ζωή τους, στιγμή - στιγμή. Μετά το θάνατό τους θεωρείται απόλυτα in οι συγγενείς τους (παιδιά, σύζυγοι κλπ.) να φτιάχνουν μια ταινία της ζωής του εκλιπόντος ως αναμνηστικό. Επειδή όμως προφανώς η ταινία δεν μπορεί να διαρκεί 80 χρόνια ή κάτι τέτοιο, ειδικοί ταλαντούχοι "μοντερ" φτιάχνουν μια δίωρη βερσιόν με τα highlights της ζωής του θανόντος. Και, φυσικά, αφαιρούν κάθε σκοτεινό και δυσάρεστο σημείο, ώστε να παρουσιάσουν τελικά μια εξιδανικευμένη βερσιόν της. Ο ήρωας είναι ο καλύτερος και πιο ακριβοπληρωμένος τέτοιος "μοντερ", όταν αρχίζει να έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με μία περίεργη υπόθεση, αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό του, τα ψυχικά του τραύματα και, τελικά, την ηθική του επαγγέλματός του.
Η ταινία διαθετει ανατροπές, ενδιαφέρον σενάριο και θέτει μια σειρά από ερωτήματα. Δεν υπάρχει μόνο το παιχνίδι με την ανθρώπινη μνήμη (τι ακριβώς θυμόμαστε; Τι διαγράφεται ή αλλάζει στις αναμνήσεις μας με την πάροδο του χρόνου; Είναι τελικά σωστά τα όσα θυμόμαστε;). Υπάρχει και η κριτική της "αγιοποίησης" κάποιων προσωπικοτήτων, υπάρχει, τελικά, το ίδιο το θέμα του πώς και από ποιους γράφεται η ιστορία. Τελικά, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό, θυμόμαστε ό,τι πραγματικά συνέβει ή ό,τι "πρέπει" να θυμόμαστε, ό,τι έχει καταφέρει να περάσει από μια είτε ατομική είτε συλλογική λογοκρισία;
Ενδιαφεροντα ερωτήματα σε μια ενδιαφέρουσα, μάλλον χαμηλότονη (και ξεχασμένη) ταινία, η οποία νομίζω αξίζει μιας παραπάνω ευκαιρίας.
Αγνοούσα την ταινία, και έτσι χάρηκα επειδή τη βρήκα αρκετά ενδιαφέρουσα. Σε έναν μελλοντικό κόσμο, ένα τσιπάκι εμφυτεύεται από τη στιγμή της γέννησης στα βρέφη των οποίων οι γονείς έχουν να πληρώσουν για κάτι τέτοιο. Το τσιπάκι καταγράφει ολόκληρη τη ζωή τους, στιγμή - στιγμή. Μετά το θάνατό τους θεωρείται απόλυτα in οι συγγενείς τους (παιδιά, σύζυγοι κλπ.) να φτιάχνουν μια ταινία της ζωής του εκλιπόντος ως αναμνηστικό. Επειδή όμως προφανώς η ταινία δεν μπορεί να διαρκεί 80 χρόνια ή κάτι τέτοιο, ειδικοί ταλαντούχοι "μοντερ" φτιάχνουν μια δίωρη βερσιόν με τα highlights της ζωής του θανόντος. Και, φυσικά, αφαιρούν κάθε σκοτεινό και δυσάρεστο σημείο, ώστε να παρουσιάσουν τελικά μια εξιδανικευμένη βερσιόν της. Ο ήρωας είναι ο καλύτερος και πιο ακριβοπληρωμένος τέτοιος "μοντερ", όταν αρχίζει να έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με μία περίεργη υπόθεση, αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό του, τα ψυχικά του τραύματα και, τελικά, την ηθική του επαγγέλματός του.
Η ταινία διαθετει ανατροπές, ενδιαφέρον σενάριο και θέτει μια σειρά από ερωτήματα. Δεν υπάρχει μόνο το παιχνίδι με την ανθρώπινη μνήμη (τι ακριβώς θυμόμαστε; Τι διαγράφεται ή αλλάζει στις αναμνήσεις μας με την πάροδο του χρόνου; Είναι τελικά σωστά τα όσα θυμόμαστε;). Υπάρχει και η κριτική της "αγιοποίησης" κάποιων προσωπικοτήτων, υπάρχει, τελικά, το ίδιο το θέμα του πώς και από ποιους γράφεται η ιστορία. Τελικά, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό, θυμόμαστε ό,τι πραγματικά συνέβει ή ό,τι "πρέπει" να θυμόμαστε, ό,τι έχει καταφέρει να περάσει από μια είτε ατομική είτε συλλογική λογοκρισία;
Ενδιαφεροντα ερωτήματα σε μια ενδιαφέρουσα, μάλλον χαμηλότονη (και ξεχασμένη) ταινία, η οποία νομίζω αξίζει μιας παραπάνω ευκαιρίας.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 27, 2014
ΣΤΟ ΚΛΑΣΙΚΟ "ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΑΓΩΝΙΑΣ"
Θα επαναλάβω πράγματα που έγραψα σε προηγούμενο ποστ για ταινία του: Ο Elia Kazan (1909-2003) μπορεί να θεωρήθηκε "προδότης" στην προσωπική του ζωή λόγω των γνωστών του "καρφωμάτων" στην περιβόητη ημιφασιστική επιτροπή Μακάρθι, πλην όμως οι ταινίες του τίποτα τέτοιο δεν φανερώνουν. Το αντίθετο μάλιστα!
Ας δούμε το κλασικό "Λιμάνι της Αγωνίας" (On the Waterfront) του 1954 (το οποίο, βέβαια, λέγεται ότι γυρίστηκε ακριβώς για να "εξιλεωθεί" ο Καζάν από το στίγμα του). Η ιστορία διαδραματίζεται ανάμεσα σε λιμενεργάτες, οι οποίοι καταπιέζονται και τρομοκρατούνται από το συνδικάτο "τους" (να σημειώσουμε ότι το εργατικό συνδικάτο εδώ, όπως συνέβαινε ή συμβαίνει στις ΗΠΑ, δεν έχει το πολιτικό βάρος των αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Εδώ μιλάμε για συνδικάτο υποτίθεται εργατικό, πλην όμως απόλυτα διαβρωμένο από τη Μαφία, που εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντά της και δεν διστάζει ακόμα και να δολοφονήσει αντιπάλους του). Ο ήρωας, μάλλον ανεγκέφαλος άνθρωπος του συνδικάτου αρχικά, οδηγείται βαθμιαία στη συνειδητοποίηση του ρόλου του και των αληθινών του συμφερόντων και τελικά επαναστατεί ηρωικά (και ανοιχτά) ενάντιά του.
Από τη μία υπάρχει η σταδιακή μετάλαξη του φιλοτομαριστή και αδιάφορου αρχικά πρωταγωνιστή (ο εξαιρετικός νεαρός Μάρλον Μπράντο) σε ηρωική φιγούρα, που δέχεται ακόμα και να θυσιστεί για τις (όψιμες) ιδέες του και γίνεται έτσι άθελά του σύμβολο και ηγέτης των λιμενεργατών (ως άλλος Ζαπάτα στην κατά δύο χρόνια παλιότερη ταινία του ίδιου). Ταυτόχρονα στα καθαρά φιλμικά στοιχεία περιλαμβάνεται το ότι ο Μπράντο κυρίως, αλλά και άλλοι ηθοποιοί, αυτοσχεδίαζαν τους διαλόγους τους σε κάποιες σκηνές, και το ότι οι κύριοι χαρακτήρες είναι βασισμένοι σε αληθινά πρόσωπα.
Πέραν αυτών όμως το δυνατό δράμα, οι συγκρούσεις, το σασπένς, η απεικόνιση της ζωής των λιμενεργατών της Νέας Υόρκης, η εξαιρετική σκηνοθεσία και η πολύ καλή ασπρόμαυρη φωτογραφία, καθιστούν την ταινία απόλυτα κλασική. Αν λοιπόν δεν την έχετε δει (αλλά έχετε ακούσει γι' αυτή) μη χάσετε την ευκαιρία.
Ας δούμε το κλασικό "Λιμάνι της Αγωνίας" (On the Waterfront) του 1954 (το οποίο, βέβαια, λέγεται ότι γυρίστηκε ακριβώς για να "εξιλεωθεί" ο Καζάν από το στίγμα του). Η ιστορία διαδραματίζεται ανάμεσα σε λιμενεργάτες, οι οποίοι καταπιέζονται και τρομοκρατούνται από το συνδικάτο "τους" (να σημειώσουμε ότι το εργατικό συνδικάτο εδώ, όπως συνέβαινε ή συμβαίνει στις ΗΠΑ, δεν έχει το πολιτικό βάρος των αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Εδώ μιλάμε για συνδικάτο υποτίθεται εργατικό, πλην όμως απόλυτα διαβρωμένο από τη Μαφία, που εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντά της και δεν διστάζει ακόμα και να δολοφονήσει αντιπάλους του). Ο ήρωας, μάλλον ανεγκέφαλος άνθρωπος του συνδικάτου αρχικά, οδηγείται βαθμιαία στη συνειδητοποίηση του ρόλου του και των αληθινών του συμφερόντων και τελικά επαναστατεί ηρωικά (και ανοιχτά) ενάντιά του.
Από τη μία υπάρχει η σταδιακή μετάλαξη του φιλοτομαριστή και αδιάφορου αρχικά πρωταγωνιστή (ο εξαιρετικός νεαρός Μάρλον Μπράντο) σε ηρωική φιγούρα, που δέχεται ακόμα και να θυσιστεί για τις (όψιμες) ιδέες του και γίνεται έτσι άθελά του σύμβολο και ηγέτης των λιμενεργατών (ως άλλος Ζαπάτα στην κατά δύο χρόνια παλιότερη ταινία του ίδιου). Ταυτόχρονα στα καθαρά φιλμικά στοιχεία περιλαμβάνεται το ότι ο Μπράντο κυρίως, αλλά και άλλοι ηθοποιοί, αυτοσχεδίαζαν τους διαλόγους τους σε κάποιες σκηνές, και το ότι οι κύριοι χαρακτήρες είναι βασισμένοι σε αληθινά πρόσωπα.
Πέραν αυτών όμως το δυνατό δράμα, οι συγκρούσεις, το σασπένς, η απεικόνιση της ζωής των λιμενεργατών της Νέας Υόρκης, η εξαιρετική σκηνοθεσία και η πολύ καλή ασπρόμαυρη φωτογραφία, καθιστούν την ταινία απόλυτα κλασική. Αν λοιπόν δεν την έχετε δει (αλλά έχετε ακούσει γι' αυτή) μη χάσετε την ευκαιρία.
Τρίτη, Νοεμβρίου 25, 2014
ΟΙ ΠΟΛΛΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ "INTERSTELLAR"
O Christopher Nolan είναι αναμφισβήτητα ένας ξεχωριστός σύγχρονος δημιουργός, έχοντας μάλιστα επιτύχει απόλυτη ελευθερία στα πλαίσια του Χόλιγουντ. Αν θα έπρεπε να τον χαρακτηρίσω με μία και μόνο λέξη, θα διάλεγα τη λέξη "μεγαλεπήβολος". Κι αυτό δεν είναι πάντοτε καλό. Ενώ το ενδιαφέρον κάθε δουλειάς του είναι εκ των προτέρων σίγουρο και κάθε του ταινία αποτελεί "must", ωστόσο σχεδόν πάντοτε του προσάπτω και ένα "too much".
Το "Interstellar" του 2014 δεν αποτελεί βέβαια εξαίρεση. Εντυπωσιακότατη ταινία επιστημονικής φαντασίας, μιλά για το (μυστικό) σχέδιο της ΝΑΣΑ να βρει μακρινούς κατοικήσιμους πλανήτες, καθώς η γη πεθαίνει από ξηρασία. Οι τολμηροί αστροναύτες θα ταξιδέψουν απίστευτα μακριά μέσω μιας σκουληκότρυπας, η οποία μπορεί να σε πηγαίνει εκεί όπου είναι αδύνατο να φτάσει κανείς, με όση ταχύτητα κι αν κινείται, για να στείλουν δεδομένα από μια σειρά πιθανών συμβατών με τον άνθρωπο πλανητών. Ωστοσο το ταξίδι αυτό συνοδεύεται και από μια σειρά από χρονικά παράδοξα...
Η σκηνοθεσία είναι άψογη, τα εφέ εντυπωσιακά, το διάστημα υποβλητικό και μυστηριώδες, η τεχνολογία κάτι παραπάνω από προχωρημένη. Η "Οδύσσεια του Διαστήματος", οι "Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου", η "Επαφή", αποτελούν μερικές από τις επιρροές. Ωστόσο το τρίωρο φιλμ παραμένει για μένα βαρυφορτωμένο. Σα να θέλει να τα πει όλα, σα να θέλει να χωρέσει μέσα τα πάντα. Κι αυτό προσωπικά κάπου με κούρασε. Αν μάλιστα προσθέσουμε το (μόνιμα στον Νόλαν) πολύπλοκο σενάριο, με σειρά από δύσκολα επιστημονικά δεδομένα που έχουν να κάνουν με τις πολλές διαστάσεις που μπορεί να υπάρχουν στο Σύμπαν και τα απιστευτα φαινόμενα που σχετίζονται με τον χρόνο, ο πράγμα γίνεται ακόμα πιο δύσκολο. Παράλληλα υπάρχει η μόνιμη στους αμερικάνους εμμονή με την οικογένεια - πάνω από οτιδήποτε άλλο η προστασία της - και, τελικά, όλο το γιγάντιο project καταλήγει με το μάλλον χιλιοειδωμένο "η αγάπη είναι το παν".
Αυτά με τη γκρίνια μου. Δεν σημαίνει όμως ότι δεν συνιστώ την ταινία. Η οποία, παρά το - θα το επαναλάβω - φόρτωμα και τη μεγαλομανία της, νομίζω ότι θα κρατήσει και θα εντυπωσιάσει τον θεατή. Παρά τις όποιες αντιρρήσεις.
ΥΓ: Θετική έκπληξη η αναπάντεχη εμφάνιση του Ματ Ντέιμον.
Το "Interstellar" του 2014 δεν αποτελεί βέβαια εξαίρεση. Εντυπωσιακότατη ταινία επιστημονικής φαντασίας, μιλά για το (μυστικό) σχέδιο της ΝΑΣΑ να βρει μακρινούς κατοικήσιμους πλανήτες, καθώς η γη πεθαίνει από ξηρασία. Οι τολμηροί αστροναύτες θα ταξιδέψουν απίστευτα μακριά μέσω μιας σκουληκότρυπας, η οποία μπορεί να σε πηγαίνει εκεί όπου είναι αδύνατο να φτάσει κανείς, με όση ταχύτητα κι αν κινείται, για να στείλουν δεδομένα από μια σειρά πιθανών συμβατών με τον άνθρωπο πλανητών. Ωστοσο το ταξίδι αυτό συνοδεύεται και από μια σειρά από χρονικά παράδοξα...
Η σκηνοθεσία είναι άψογη, τα εφέ εντυπωσιακά, το διάστημα υποβλητικό και μυστηριώδες, η τεχνολογία κάτι παραπάνω από προχωρημένη. Η "Οδύσσεια του Διαστήματος", οι "Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου", η "Επαφή", αποτελούν μερικές από τις επιρροές. Ωστόσο το τρίωρο φιλμ παραμένει για μένα βαρυφορτωμένο. Σα να θέλει να τα πει όλα, σα να θέλει να χωρέσει μέσα τα πάντα. Κι αυτό προσωπικά κάπου με κούρασε. Αν μάλιστα προσθέσουμε το (μόνιμα στον Νόλαν) πολύπλοκο σενάριο, με σειρά από δύσκολα επιστημονικά δεδομένα που έχουν να κάνουν με τις πολλές διαστάσεις που μπορεί να υπάρχουν στο Σύμπαν και τα απιστευτα φαινόμενα που σχετίζονται με τον χρόνο, ο πράγμα γίνεται ακόμα πιο δύσκολο. Παράλληλα υπάρχει η μόνιμη στους αμερικάνους εμμονή με την οικογένεια - πάνω από οτιδήποτε άλλο η προστασία της - και, τελικά, όλο το γιγάντιο project καταλήγει με το μάλλον χιλιοειδωμένο "η αγάπη είναι το παν".
Αυτά με τη γκρίνια μου. Δεν σημαίνει όμως ότι δεν συνιστώ την ταινία. Η οποία, παρά το - θα το επαναλάβω - φόρτωμα και τη μεγαλομανία της, νομίζω ότι θα κρατήσει και θα εντυπωσιάσει τον θεατή. Παρά τις όποιες αντιρρήσεις.
ΥΓ: Θετική έκπληξη η αναπάντεχη εμφάνιση του Ματ Ντέιμον.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
































