Τρίτη, Αυγούστου 29, 2006

ΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ, ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ, ΔΑΚΡΥΑ ΚΑΙ ΧΑΜΟΓΕΛΑ


Για να σας προλάβω, δεν είμαι γενικά φαν των "ταινιών εποχής" (εξαιρέσεις, και μάλιστα λαμπρές, εννοείται ότι υπάρχουν). Αυτή εδώ η "Περηφάνεια και Προκατάληψη" του πρωτοεμφανιζόμενου πρώην τηλεοπτικού Joe Wright, σίγουρα έχει αρετές, που θα αναφέρουμε πιο κάτω, ωστόσο δεν νομίζω ότι συγκαταλέγεται στις λαμπρές εξαιρέσεις που λέγαμε πριν. Με κίνδυνο να χαρακτηριστώ "ρατσιστής" θα την αποκαλούσα κατ' εξοχήν "κοριτσίστικη" ταινία: Βασισμένη στο γνωστό μυθιστόρημα της Jane Austin, μιλά για τους γάμους ή τις απόπειρες γάμου πέντε (βοήθειά μας) νεαρών αδελφών κοριτσιών. Μία μία λοιπόν βρίσκουν το ταίρι τους, άλλες από έρωτα άλλες από συνεικέσια, ενώ ένας σκοτεινός, ανομολόγητος και βαθύς έρωτας είναι το φόντο για όλα όσα συμβαίνουν στο φιλμ. Τελικά... άντε, ας μη σας αποκαλύψω το τέλος.
Πλήξατε ήδη; Κι εγώ μ' όλα αυτά που έγραψα. Ίσως κάποιο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έκθεση των απάνθρωπων μερικές φορές (με τα σημερινά κριτήρια) ηθών γάμου της βαθειά συντηρητικής βρετανικής κοινωνίας του 19ου αιώνα (γάμοι από στυγνό συμφέρον, "λογοδοσίες" παιδιών σχεδόν από τότε που γεννιούνται κλπ.). Ωστόσο, όσο ασφυκτική κι αν είναι αυτή η κοινωνία, η ταινία κλίνει σαφώς προς τον ρομαντισμό, τον θρίαμβο των αισθημάτων πάνω στους ψυχρούς υπολογισμούς.
Οι αρετές που λέγαμε; Ο Joe Wright είναι ένας πολύ καλός σκηνοθέτης, που χρησιμοποιεί εξαιρετικά την κίνηση της μηχανής, έχει ιδέες για το πώς θα δείξει με πρωτότυπο τρόπο κοινότοπα πράγματα και γενικά κατορθώνει να κάνει την ταινία αρκετά ευχάριστη. Είναι και η εξαιρετική φωτογραφία και η στάνταρ ποιότητα των βρετανικών παραγωγών με την πλειάδα των πολύ καλών ηθοποιών (Κίρα Νάιτλι, Τζούντι Ντεντς, Ντόναλντ Σάντερλαντ, Μπρέντα Μπλέθιν κ.ά.), οπότε τα πράγματα βελτιώνονται πολύ.
Συνίσταται μόνο σε βαθειά ρομαντικούς, που πιστεύουν στον απόλυτό έρωτα, ή σε όσους θα εκτιμήσουν τις καθαρά κινηματογραφικές αρετές της ταινίας.

Κυριακή, Αυγούστου 27, 2006

BANDIDAS ΓΙΑ ΚΛΑΜΑΤΑ


Αν το ντεμπούτο των πρωτοεμφανιζόμενων Joachim Roenning και Espen Sandberg είναι μια ταινία όπως οι Λησταρχίνες (Bandidas), είναι φυσικό να μην ενδιαφέρομαι σχεδόν καθόλου για τη συνέχεια του έργου τους. Βέβαια πίσω τους κρύβεται ο Luc Besson, ο οποίος μπορεί να έχει γυρίσει μερικές ενδιαφέρουσες ή / και διασκεδαστικές ταινίες, πλην όμως ως παραγωγός πάει από το κακό στο χειρότερο...
Γουέστερν με χιούμορ θα ήθελαν να είναι λοιπόν αυτές οι κάτι-σαν-Ζορό "Λησταρχίνες", καθαρό fun ίσως, πλην όμως ούτε το κομμάτι "περιπέτεια", ούτε αυτό της κωμωδίας κατόρθωσαν να μου προκαλέσουν το παραμικρό ενδιαφέρον. Κοινότοπες καταστάσεις, κλισέ επί κλισέ, κρυόκωλο χιούμορ, πατεράδες που πεθαίνουν δίχως να συγκινήσουν κανέναν, Μεξικό που το έχετε δει άπειρες φορές σε άπειρα γουέστερν, κάκιστες σκηνές δράσης (ξύλου για την ακρίβεια) και κακές ηθοποιίες από τις δύο - υποτίθεται - σούπερ σταρς Σάλμα Χάγιεκ και Πενέλοπε Κρουζ, που αμφότερες έχουν να επιδείξουν μερικές χιλιάδες φορές πιο ενδιαφέροντες ρόλους.
Αν κάποιες νύχτες του χειμώνα είναι πολύ βαρετές... θυμηθείτε ότι στα βιντεοκλαμπ σας υπάρχουν πολύ πιο συμπαθείς ταινίες καθαρού fun.
ΥΓ: Τι δουλειά είχε ο Σαμ Σέπαρντ σε μια τέτοια ταινία;;;;

Κυριακή, Αυγούστου 06, 2006

ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Το blog φεύγει για δεύτερο μέρος διακοπών, αυτή τη φορά έως 28 Αυγούστου. Το αυτό επιθυμώ και δι' υμάς. Έως τότε... καλό καλοκαίρι και καλή αντάμωση όταν επανέλθω (ποιος ξέρει; Ίσως και δριμύτερος).

7 ΜΕΓΑΛΑ ΟΝΟΜΑΤΑ... 10 ΛΕΠΤΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ


Τελικά είναι μόδα οι σπονδυλωτές ταινίες, που υπογράφουν μεγάλα ονόματα σκηνοθετών. Στο "10 λεπτά αργότερα - Η τρομπέτα" 7 από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες έχουν 10 λεπτά ο καθένας στη διάθεσή του για να πει μια ιστορία που έχει σχέση με το χρόνο (πολλοί μάλιστα φροντίζουν στα φιλμάκια τους να αναφέρονται σε χρόνο 10΄ ακριβώς). Ναι, τα ονόματα είναι πολύ μεγάλα. Aki Kaurismaki, Victor Erice, Werner Hertzog, Wim Wenders, Jim Jarmusch, Spike Lee, Chen Kaige. Το αποτέλεσμα όμως συνολικά δεν νομίζω ότι φτάνει την αξία καθενός απ' αυτούς ξεχωριστά - και ιδιάιτερα στις καλές στιγμές τους.
Ο Καουρισμάκι με το γνώριμο, μινιμαλιστικό του χιούμορ, την ηθελημένα αποστασιοποιημένη σκηνοθεσία και την "κουφή" ιστορία, εξαίρετος ως κινηματογραφική γλώσσα ο ασπρόμαυρος Έριθε, πολύ ενδιαφέρον το ντοκιμαντέρ του Χέρτσογκ για την τελευταία άγνωστη φυλή του κόσμου, που ανακαλύφτηκε στον Αμαζόνιο το 1981 και για τις τραγικές επιπτώσεις του πολιτισμού πάνω της, συμπαθητικός "ψυχεδελικός" Βέντερς, με την δηλωμένη αγάπη του για - το έρημο κυρίως - αμερικάνικο τοπίο και το ροκ, συγκινητικός και ποιητικός ο Κάιγκε, ενώ οι Σπάικ Λι και Τζάρμους μάλλον με απογοήτευσαν.
Σίγουρα το θέμα είναι αρκετά φλου, σαν το χρόνο που ρέει, και το σύνολο μοιάζει ασύνδετο και ενίοτε άσχετο. Υπάρχουν ανισότητες - φυσικό είναι - και μέτριες στιγμές και τελικά διδασκόμαστε ότι 7 μεγάλα ονόματα δεν κάνουν ντε και καλά μια μεγάλη ταινία. Θεωρώ το συνολικό αποτέλεσμα χλιαρό.

Πέμπτη, Αυγούστου 03, 2006

UGETSU MONOGATARI: ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ


Το Ugetsu Monogatari του Kenji Mizogutsi (1898-1956), γυρισμένο το 1953, θεωρείται μια από τις καλύτερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Είναι ο ορισμός αυτού που λέμε "κλασσικό". Σήμερα, πάνω από 50 χρόνια μετά, η ομορφιά και η ποίηση παραμένουν ακέραιες και η εικαστικότητα της ασπρόμαυρης φωτογραφίας εξακολουθεί να συγκινεί τον σύγχρονο θεατή αφού - το έχουμε ξαναπεί - κάποιες αξίες δείχνουν να είναι αιώνιες (είπα "δείχνουν", δηλαδή μέχρι στιγμής. Ποιος ξέρει τι θα νομίζουν οι άνθρωποι 500, ας πούμε, χρόνια μετά...)
Βασισμένη σε παράξενες ιστορίες της μεσαιωνικής Ιαπωνίας, γεμάτες πόλεμο, ηρωισμό (ή μάλλον θαυμασμό προς τον ηρωισμό, αφού ο ίδιος δεν φαίνεται πουθενά στην ταινία) και φαντάσματα, αφηγείται τις παράλληλες ιστορίες δύο φίλων από ένα μικρό χωριό, που η απληστία και η μεγαλομανία τους οδηγούν σε μικρότερες ή μεγαλύτερες τραγωδίες. Όταν θα καταλάβουν την αξία της επιστροφής στην "Ιθάκη" τους και η νοσταλγία για το απλό και καθημερινό που ανόητα άφησαν πίσω τους γίνει αφόρητη, θα είναι πια αργά: Διάφορα κακά θα έχουν ήδη συμβεί.
Αυτό όμως που κυρίως μένει στη μνήμη του θεατή είναι η ομορφιά των εικόνων. Το ταξίδι με τη βάρκα στην γεμάτη ομίχλη λίμνη, το τραγούδι της γυναίκας - φάντασμα, οι "στοιχειωμένες" ερωτικές σκηνές, η επιστροφή του "άσωτου" στο χωριό, όπου όλα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται (ή μάλλον όπως θα ήθελε να είναι)...
Παράλληλα με διάφορα άλλα νοήματα, που μαζί με την πανταχού παρούσα ομορφιά που προαναφέραμε διαποτίζουν την ταινία, ιδιαίτερο ενδιαφέρον νομίζω ότι παρουσιάζει το έντονο αντιπολεμικό της κλίμα. Ο πόλεμος - που είναι σχεδόν άγνωστο και αδιάφορο ανάμεσα σε ποιούς γίνεται - είναι απλά και μόνο πηγή μύριων δεινών. Τίποτα άλλο. Οι στρατιώτες - άγνωστο σε ποια παράταξη ανήκουν - δείχνονται μονάχα σαν πεινασμένα κτήνη που λεηλατούν και βιάζουν. Δεν υπάρχει ίχνος έπους, ηρωισμού ή έστω θαυμασμού προς τον ηρωισμό. Αντίθετα μάλιστα, ο ανόητος και τυφλός θαυμασμός προς τους υποτιθέμενους ήρωες είναι που οδηγεί τον έναν από τους δύο φίλους στην δική του τραγωδία. Σημειωτέον ότι και οι δύο φίλοι νομίζουν σε κάποιες φάσεις ότι έχουν βρει τον παράδεισο, ότι η τόλμη (ή η απερισκεψία τους, αν θέλετε) έχουν ανταμειφθεί. Πλην όμως, το είπαμε ξανά, τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται...
Η δυσκολία του απροετοίμαστου θεατή μπροστά στην "ιαπωνικότητα" της ταινίας υφίσταται, όπως ακριβώς είχα γράψει και για το "Ρασομόν". Πλην όμως, νομίζω ότι η επαφή με κουλτούρες ολότελα διαφορετικές από τη δική μας, μόνο καλό μπορεί να κάνει, ακόμα κι αν δεν τις κατανοούμε πλήρως, όπως είναι φυσικό. Μη φοβάστε το ξένο. Είναι τόσο δροσιστικό...

Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2006

Ο ΓΛΥΚΥΤΕΡΟΣ ΘΕΙΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΠΟΤΕ


Πρώτα απ' όλα πρέπει κανείς να είναι "μυημένος" στην πολύ προσωπική άποψη του Jacques Tati (1907-1982) για το χιούμορ. Κάποιος που την αγνοεί, πιθανόν να νοιώσει αμηχανία μπροστά στο ιδιόρυθμο στυλ του. Ο Τατί δεν έκανε ποτέ αυτό που λέμε "ξεκαρδιστική" κωμωδία. Δεν θα κλάψετε από τα γέλια, όπως με τους αδελφούς Μαρξ (αν πιάνετε τις καταιγιστικές ατάκες και τα λογοπαίγνιά τους) ή με το "Πάρτι" του Έντουαρντς και τις απίστευτες γκάφες του Πίτερ Σέλερς. Ο Τατί είναι ένας μινιμαλιστής της κωμωδίας. Το χιούμορ του είναι διακριτικό, καθόλου κραυγαλέο, "ύπουλο". Ο αμίμητος τύπος που δημιούργησε (όπως ο Τσάπλιν τον Σαρλώ) είναι ο κύριος Υλό, ήρωας σε όλες τις ταινίες του, που είναι 5 όλες κι όλες (συν μερικές μικρού μήκους).
"Ο θείος μου" του 1958 είναι μια από τις καλύτερες. Μέσα από την φοβερή αντίθεση του ατσούμπαλου, ανεπρόκοπου, πλην όμως γλυκύτατου θείου του πιτσιρικά και της "μοντέρνας", πλούσιας, κρυόκωλης και απολύτως καθώς πρέπει οικογένειάς του (περιτό να πούμε ότι ο πιτσιρικάς προτιμά σαφώς τον θείο), ο Τατί για μια ακόμα φορά σατιρίζει ανελέητα ό,τι ακριβώς σατιρίζει σε όλες του τις ταινίες: Την σύγχρονη, μοντέρνα κοινωνία, που παρά τις υλικές ανέσεις και την πληθώρα των γκάτζετ μέσα στα οποία ζει, μοιάζει να έχει χάσει την ψυχή της ή να έχει ξεχάσει τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκαν όλα αυτά. Κοινώς, σύμφωνα με τον Τατί (που κατά βάθος είναι ένας αθεράπευτα ρομαντικός) ο σύγχρονος άνθρωπος δεν υπηρετείται αλλά υπηρετεί κοπιωδώς την "πρόοδο".
Όλα αυτά δείχνονται με πλήθος από "αργά", βραδυφλεγή κωμικά γκαγκς, με ελάχιστο - έως και καθόλου - λόγο, με νωχελική σκηνοθεσία, που βγάζει γέλιο όχι μόνο (ή μάλλον όχι κυρίως) από αυτό που συμβαίνει, αλλά από αυτό που περιμένεις να συμβεί. Οι ατελείωτες, καθημερινές και απείρου γελοιότητας φάσεις στο υπερμοντέρνο, γεμάτο αυτοματισμούς σπίτι της ρομποτοποιημένης και ψυχρής οικογένειας είναι όλα τα λεφτά και, όπως είπαμε, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το "χειροποίητο", ζεστό, ευφάνταστο, αστείο και σαν καρικατούρα σπίτι του άνεργου και καλόκαρδου θείου, του κ. Υλό, του Τατί δηλαδή, που, φυσικά, πρωταγωνιστεί όπως πάντα στις ταινίες του. Όσοι έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του Τατί ας προσέξουν ένα ακόμα κοινό χαρακτηριστικό των ταινιών του: Αυτά που συμβαίνουν στο "βάθος πεδίου", όχι δηλαδή στο πρώτο πλάνο αλλά στο φόντο της εικόνας. Το οπτικό χιούμορ του Τατί διαδραματίζεται σε όλα τα επίπεδα.
Ίσως αντιληφθήκατε πως ό,τι ακριβώς είπαμε για τον "Θείο μου" ισχύει και για το υπόλοιπο έργο του δημιουργού. Πρόκειται για έναν από τους λίγους καλλιτέχνες που δημιούργησε ένα καθαρά δικό του, προσωπικό και άμεσα αναγνωρίσιμο σύμπαν. Όλες του οι ταινίες μοιάζουν, αυτό όμως δεν μειώνει στο παραμικρό την απόλαυση της θέασής τους.
Ξαναλέω ότι ίσως το "αργόσυρτο" χιούμορ ξενίσει τους πρωτάρηδες. Αν το συνηθίσει όμως κανείς, αργά ή γρήγορα θα αγαπήσει βαθειά το μικρό σε όγκο και μεγάλο σε ποιότητα έργο του, θα γίνει "φαν". Όπως καταλάβατε, ανήκω σ΄αυτούς.

Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2006

ΠΟΣΟ ΤΥΧΕΡΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΛΕΒΙΝ;


Το "Στοίχημα του Σλέβιν" του Paul McGuigan πριν από οτιδήποτε άλλο θυμίζει τρομερά Γκάι Ρίτσι και, φυσικά, τον πατέρα όλων αυτών Ταραντίνο. Τα χαρακτηριστικά του αποτελούν: εξαιρετικά γρήγορη σκηνοθεσία, εντελώς απίθανη πλοκή, χιούμορ και έξυπνες ατάκες, overdose βίας και παντελής απουσία "αληθινών" χαρακτήρων. Όλοι τους σχεδόν αγγίζουν σχεδόν την καρικατούρα. ΟΚ, αυτό είναι σαφώς ηθελημένο. Είναι μέσα στο "παιχνίδι" και το στιλ της ταινίας.
Στο πρώτο μισό το φιλμ κυλούσε ευχάριστα. Είναι αυτό που λέμε "ό,τι πρέπει για θερινό". Μετά όμως, ο καταιγισμός των ανατροπών, η κάθε μια από τις οποίες αποκάλυπτε όλο και περισσότερο το αναληθοφανές της πλοκής, ομολογώ ότι με κούρασε κάπως. Τελικά κατέληξα να το κατατάξω στην κατηγορία των "απλώς συμπαθητικών". Και να προβληματιστώ για το πόσο ακόμα θα γίνονται τέτοιες ταραντινώδεις ταινίες, που, ενώ τις βλέπεις σχετικά ευχάριστα, τις ξεχνάς αμέσως μετά. Ας μη γκρινιάζω όμως. Ίσως το ζητούμενο να είναι ακριβώς αυτό...
ΥΓ: Καλά όλα, αλλά ολόκληρη η ερωτική ιστορία, που παίζει κεντρικό ρόλο στην πλοκή, βασίζεται σε μια τερατώδη σύμπτωση: Σε ολόκληρη τη Νέα Υόρκη (11 εκατομύρια, μαθαίναμε στο Γυμνάσιο. Από τότε θα αυξήθηκαν φαντάζομαι) ο φίλος του Σλέβιν ΕΤΥΧΕ να μένει πόρτα - πόρτα με μια κοπέλα (τη Λούσι Λιου) που επίσης σχετίζεται άμεσα με την όλη υπόθεση!!!

Τετάρτη, Ιουλίου 19, 2006

ΕΚΕΙΝΟΙ "ΦΙΛΟΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ". ΕΜΕΙΣ, ΤΙ ΦΤΑΙΜΕ;


Για το "Φίλοι για πάντα" (Bronzes 3) του Patrice Leconte δεν έχω τίποτα θετικό να πω. Πρόκειται για μια απίστευτα χοντροκομένη φαρσοκωμωδία, που θυμίζει αντίστοιχες του παλιού ελληνικού σινεμά, πλην όμως αρκετά χειρότερη, αφού λείπουν οι σπιρτόζικες ατάκες που χαρακτήριζαν τις τελευταίες. Τρίτη συνέχεια της πρώτης μεγάλης επιτυχίας του Λεκόντ "Les Bronzes" πίσω στα 1978, σάρωσε τα ταμεία στη Γαλλία και έγινε η επιτυχία της χρονιάς εκεί, πράγμα που το μόνο που αποδεικνύει είναι ότι (και) οι Γάλλοι - ή τουλάχιστον μεγάλο μέρος τους - διαθέτουν κακό γούστο.
Οι γερασμένοι πλέον ήρωες της πρώτης ταινίας λοιπόν, 28 χρόνια μετά, στα 50φεύγα τους, πάνε διακοπές, αλλάζουν (ή προσπαθούν να αλλάξουν) ερωτικούς παρτενέρ, κάνουν πλήθος από γκάφες, κάνουν επίσης εξαιρετική επίδειξη κιτς (καμία σχέση με Almodovar, μην πάει εκεί το μυαλό σας) και, αντί γέλιου, προκαλούν μάλλον αισθήματα θλίψης για την εσωτερική και εξωτερική κατάντια τους.
Το πιό απίστευτο στο φιλμ δεν είναι οι τόννοι κακογουστιάς που προαναφέραμε (και οι οποίες ούτε χαμόγελο δεν κατάφεραν να μου αποσπάσουν), αλλά το ότι έχει γυριστεί από τον Πατρίς Λεκόντ - αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που την είδα - ο οποίος παλιότερα μας έχει δώσει εξαιρετικά τρυφερές και λεπτές (σχεδόν πάντοτε όμως με πολύ χιούμορ) ταινίες, από τον "Εραστή της Κομώτριας", το "Tango" και τους ξεκαρδιστικούς "Αρχιδούκες", μέχρι τον σχετικά πρόσφατο "Άνθρωπο του τρένου". O Tempora o Mores!

Κυριακή, Ιουλίου 16, 2006

ΣΕΞ, ΞΗΡΑΣΙΑ ΚΑΙ...ΚΑΡΠΟΥΖΙΑ ΣΤΑ ΤΑΪΒΑΝΕΖΙΚΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ


Τα "Ταξιδιάρικα Σύννεφα" του Μαλαίσιου Ming-liang Tsai (που ζει και δουλεύει στην Ταϊβάν) είναι μια πειραματική ταινία. Τουτέστιν, μην περιμένετε κλασική αφήγηση μιας ιστορίας ή λογικό ειρμό. Οι παράδοξες, αναίτιες πιθανόν, συμπεριφορές των ηρώων, ο τρόπος κινηματογράφησης, οι αργοί ρυθμοί και οι νεκροί χρόνοι, όλα παραπέμπουν στο πειραματικό σινεμά. Κυρίως όμως σ' αυτό παραπέμπει ο απίστευτος σουρεαλισμός της ταινίας και η παρανοϊκή μείξη κινηματογραφικών ειδών. Είναι μάλλον η μοναδική φορά που οι αργοί ρυθμοί και τα ακίνητα πλάνα που προαναφέραμε - δείγμα γραφής ενός ορισμένου στιλ καλλιτεχνικού σινεμά - συνυπάρχουν με τον ακραίο ερωτισμό, που αγγίζει την πορνογραφία, το κιτς μιούζικαλ και μια σκηνοθετική εμμονή με τα... καρπούζια!
Σε μια Ταϊπέι που υποφέρει από αφόρητο καύσωνα και λειψυδρία, μια μοναχική κοπέλα συναντιέται με έναν ηθοποιό ταινιών πορνό. Η ερωτική τους σχέση - με τη θερμοκρασία να ανεβαίνει ανεξέλεγκτα - κάθε άλλο παρά "φυσιολογική" είναι. Η (όποια) αφήγηση διακόπτεται κάθε λίγο από απίστευτα, μεγαλοπρεπή και ηθελημένα κιτς μουσικοχορευτικά νούμερα, σαν βιντεοκλίπ - υπερπαραγωγές κινέζικων παθιάρικων ερωτικών τραγουδιών, με όντως διασκεδαστικότατα αποτελέσματα. Κι όλα αυτά, κάτω από μία... καρπουζοκεντρική οπτική. Το πανταχού παρόν αυτό φρούτο θα σας προσφέρει απίθανους ερωτικούς συνειρμούς και θα σας ανοίξει τα μάτια για ερωτικές του χρήσεις που δεν είχατε φανταστεί...
Ναι, υπάρχει ένα ιδιόρυθμο χιούμορ, υπάρχει και σεξ και ίσως και μια προβληματική στο θέμα της πορνογραφίας. Πλην όμως οι εξαιρετικά αργοί ρυθμοί και η έλλειψη στόχου - όλοι θα αναρωτηθούν "πού το πάει ο σκηνοθέτης" - με κούρασαν αφάνταστα. Τελικά η ταινία βλέπεται πολύ δύσκολα και δεν νομίζω ότι έχει κάτι να πει πέραν των ακραίων σκηνοθετικών - και όχι μόνο - παιχνιδιών της. Μόνο για όσους κυνηγούν την απόλυτη κινηματογραφική παραδοξότητα (ρισκάροντας πιθανόν το σπάσιμο των νεύρων τους)...
ΥΓ: Θα ήμουν πανευτυχής αν είχα σε DVD τα πέντε (αν θυμάμαι καλά) φοβερά μουσικοχορευτικά νούμερα που - άνευ προφανούς λόγου - διακόπτουν την ταινία. Είναι εκπληκτικά!

Σάββατο, Ιουλίου 15, 2006

ΡΑΣΟΜΟΝ Ή ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ


Το "Ρασομόν", γυρισμένο το μακρινό 1950, είναι μια από τις γνωστότερες ταινίες του Akira Kurosawa (1910-1998). Ασπρόμαυρη, παλιά, κι όμως βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον, καταφέρνοντας να ερεθίσει την σκέψη και του σύγχρονου θεατή.
Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλές σημερινές ταινίες με τόσο παράδοξο και ενδιαφέρον από φιλοσοφική άποψη θέμα: Μια ιστορία φόνου και βιασμού, που διαδραματίζεται στον γιαπωνέζικο μεσαίωνα, λέγεται με τέσσερεις διαφορετικούς τρόπους, από τη σκοπιά του εκάστοτε αφηγητή (οι οποίοι είναι ένας αυτόπτης μάρτυρας και οι τρεις πρωταγωνιστές του δράματος, ακόμα και ο νεκρός!) Το ενδιαφέρον είναι ότι οι αφηγητές δεν λένε ψέματα για να γλυτώσουν το τομάρι τους. Αντίθετα, ο καθένας ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι ο δολοφόνος! Οπότε; Οι σκέψεις μας οδηγούνται σε μονοπάτια που αφορούν την ανθρώπινη υποκειμενικότητα, τα παιχνίδια της μνήμης, το φιλτράρισμα (ηθελημένο ή μη) των γεγονότων από τον χαρακτήρα, τις επιθυμίες ή την κοσμοθεωρία αυτών που τα έζησαν. Πιθανόν η τελευταία εκδοχή, αυτή του αυτόπτη μάρτυρα, να είναι η "αληθινή". Τελικά όμως ούτε αυτό έχει και πολλή σημασία. Θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί κι αυτή μια υποκειμενική ματιά, όπως οι υπόλοιπες. Δεν είναι λοιπόν η όποια "αλήθεια" που ενδιαφέρει, αλλά το πώς αυτή μετατρέπεται, φιλτράρεται, παραμορφώνεται, αλλάζει, από την υποκειμενικότητα και των χαρακτήρα των ανθρώπων.
Μέσα σ' αυτό το βίαιο τοπίο, με φόντο πάντα το φριχτό συμβάν, οι άνθρωποι που ακούν τις εκδοχές της ιστορίας, δείχνουν να απογοητεύονται από τον κόσμο και την ανθρώπινη κατάσταση, αν και στο τέλος ο Kurosawa αφήνει μια μικρή χαραμάδα ελπίδας και αισιοδοξίας (όχι βέβαια όσον αφορά τα γεγονότα του βιασμού και του φόνου, αυτά έχουν συμβεί αμετάκλητα, έστω και με άγνωστο, τελικά, τρόπο).
Ίσως η ταινία να βλέπεται δύσκολα από όσους έχουν συνηθίσει στον κλασσικό (αμερικάνικο κυρίως) τρόπο γραφής και αφήγησης, όχι τόσο λόγω της παλαιότητάς της, όσο κυρίως λόγω της "ιαπωνικότητάς" της. Οι ηθοποιοί "φωνάζουν", κάνουν υπερβολικές χειρονομίες και γκριμάτσες (κυρίως ο μόνιμος πρωταγωνιστής του Κουρασάβα Τοσίρο Μιφούνε), συμπεριφέρονται παράξενα για τα δικά μας δεδομένα. Ίσως αυτό έχει να κάνει με τους αρχαίους κώδικες και τρόπους του γιαπωνέζικου θεάτρου, που στους δυτικούς θεατές είναι ουσιαστικά άγνωστοι (η αρχή μάλιστα μάλιστα της κάθε ιστορίας είναι θεατρικά κινηματογραφημένη, καθώς ο αφηγητής μοιάζει να απευθύνεται στο θεατή, παρά το ότι μιλά στους ανακριτές του, οι οποίοι δεν δείχνονται ποτέ). Πάντως αυτές - και οι όποιες άλλες - "δυσκολίες", δεν μπορούν να κάνουν την ταινία λιγότερο κλασσική.

Σάββατο, Ιουλίου 08, 2006

ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


Υπάρχουν ταινίες που βασικός στόχος τους είναι η "εξερεύνηση" του περιθωρίου, ανθρώπων δηλαδή που ζουν στα έσχατα άκρα της κοινωνίας - σχεδόν εκτός αυτής, θα λέγαμε. Οι "Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας" του Marco Ferreri (1928-1997), που ο σημαντικός αυτός Ιταλός γύρισε το 1981, είναι σίγουρα μια από τις πιο χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις. Εδώ ο Ferreri συναντά έναν από τους διασημότερους "καταραμένους" και περιθωριακούς, τον Τσαρλς Μπουκόφσκι, μεταφέροντας στην οθόνη ιστορίες από το ομώνυμο αυτοβιογραφικό του βιβλίο.
Κοινός άξονας των ηρώων είναι η τάση για αυτοκαταστροφή. Ο πρωταγωνιστής - αντίγραφο του Μπουκόφσκι είναι ταλαντούχος συγγραφέας, πλην όμως αλκοολικός, απόλυτα παρατημένος, παρακμιακός, έρμαιο των παρορμήσεων - ερωτικών και όχι μόνο - της στιγμής. Η δόξα, η καταξίωση και το χρήμα καθόλου δεν τον συγκινούν και προτιμά να κάνει παρέα με κάθε λογής περιθωριακούς (τους οποίους ουσιαστικά θαυμάζει), παρά με "καθώς πρέπει" ανθρώπους - και να πηδά όποια γυναίκα βρίσκει μπροστά του και μπορεί, χωρίς καμιά διάκριση ηλικιακή ή εμφανισιακή. Η πόρνη που ερωτεύεται (υπέροχη η Ορνέλα Μούτι) είναι κι αυτή απόλυτα αφημένη και με έντονες τάσεις αυτοκτονίας. Γύρω από το κάθε άλλο παρά συνηθισμένο αυτό ζευγάρι, κινείται μια τερατώδης πινακοθήκη απίστευτων τύπων, με κοινό γνώρισμα την απόλυτη απόκλιση από αυτό που θα λέγαμε "κανονικό".
Τα κωμικά, διασκεδαστικά επεισόδια εναλλάσονται με τα τραγικά, συγκλονιστικά ενίοτε, που συνηθίζονται σε τέτοιους χώρους. Βλέπετε, στο περιθώριο, η εναλλαγή τραγωδίας και κωμωδίας είναι πολύ πιο έντονη και ακραία απ' όσο στη ζωή που οι περισότεροι από εμάς ζούμε. Ενδιαφέρων είναι και ο τρόπος που ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί το Χόλιγουντ, όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ: Παρακμιακό, άσχημο, γυμνό, δίχως την παραμικρή λάμψη. Υπάρχουν κι εκεί, βλέπετε, φτωχογειτονιές, εκτός από τις βίλες των αστέρων, που, στο κάτω - κάτω, βρίσκονται σε απομακρυσμένα προάστια...
Παρά τα τόσα χρόνια που τη βαραίνουν, η ταινία βλέπεται άνετα σήμερα - αν εξαιρέσει κανείς το ντύσιμο, που προδίδει από μακριά την εποχή που γυρίστηκε - και είναι αρκετά πιο ακραία, στο ερωτικό μέρος τουλάχιστον, από το μεταγενέστερό της "Barfly", που εμπνέεται από ο ίδιο βιβλίο.
Δείτε την ταινία, αλλά να είστε προετοιμασμένοι για μια ολοκληρωτική βουτιά στον πάτο της κοινωνίας μας.

Παρασκευή, Ιουλίου 07, 2006

KIN-DZA-DZA: ΣΟΒΙΕΤΙΚΟ, ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ



Χάρη σ' έναν blogger και φίλο, ένα αληθινό φιλμικό αξιοπερίεργο έπεσε πρόσφατα στα χέρια μου. Πρόκειται για το σοβιετικό φιλμ του (Γεωργιανού) Georgi Daneliya "Kin-Dza-Dza", γυρισμένο το 1986. Νομίζατε ότι δεν υπήρχε επιστημονική φαντασία στο σοβιετικό σινεμά; Γελιέστε! Όχι μόνο υπήρχε, αλλά και γνώρισε και καλές στιγμές, όπως αυτή εδώ.
Το πρώτο που έρχεται στο μυαλό βλέποντας την πάνω από 2 ώρες αυτή ταινία, είναι ένα low budget "Γυρίστε τον Γαλαξία με ωτοστόπ". Πράγματι, το Kin-Dza-Dza διαθέτει πολύ χιούμορ - και επίσης έντονα στοιχεία κοινωνικής σάτιρας: Δύο σοβιετικοί πολίτες τηλεμεταφέρονται κατά λάθος στον ομώνυμο πλανήτη, όπου όλα είναι έρημος, οι κάτοικοι διαθέτουν μια παράδοξα προχωρημένη τεχνολογία, που, ωστόσο, εξωτερικά θυμίζει μάλλον μεσαίωνα, και το στοιχείο που κυριαρχεί (εκτός της πανταχού παρούσας διάθεσης για απάτη) είναι η αυστηρότατη κοινωνική ιεραρχία. Η γλώσσα του πλανήτη αποτελείται από 5-6 λέξεις, που σχετίζονται με κάποια τεχνογκάτζετ και, φυσικά, με το χρήμα. Όλες οι υπόλοιπες λέξεις είναι ΚΟΥ, που προφέρεται με άπειρους τρόπους και συνοδεύεται από πολύπλοκες υποκλίσεις. Στο δεύτερο μέρος, στην προσπάθειά τους να επιστρέψουν στη γη, οι δύο άτυχοι πρωταγωνιστές θα περάσουν και από άλλους πλανήτες, με τις δικές τους πάντοτε ιδιαιτερότητες...
Η κοινωνική κριτική σε θέματα όπως η ιεραρχία και οι τάξεις, η λατρεία του χρήματος, το ανήθικο του εμπορίου κλπ. είναι σαφείς, χωρίς ωστόσο η ταινία να γίνεται διδακτική. Οι αστείες καταστάσεις και οι απίστευτες φάτσες διαδέχονται η μία την άλλη, διαβρώνοντας έτσι την όποια σοβαροφάνεια της καταγγελίας. Εντύπωση προκαλεί η έξυπνη χρήση της εξωγήινης τεχνολογίας. Όλες οι κατασκευές και τα αντικείμενα είναι εξαιρετικά ευτελή. Σχεδόν εγκατελειμένες παράγκες, κομάτια σπάγκου, ξύλινες, πρόχειρες κατασκευές, βαρέλια, σκουριασμένα μέταλλα, τα πάντα χρησιμεύουν για πολύ προχωρημένες χρήσεις (ταξίδια στο διάστημα, τηλεμεταφορές κλπ.), συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία ενός πρωτότυπου, ασυνήθιστου σύμπαντος.
Αν ποτέ πέσει στα χέρια σας, δείτε το. Όχι μόνο σαν φιλμικό αξιοπερίεργο...

Κυριακή, Ιουλίου 02, 2006

Η ΔΙΠΛΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΒΕΡΟΝΙΚ


Υπάρχουν ταινίες ερμητικές, ταινίες που είναι πολύ δύσκολο να υποθέσεις "τι θέλει να πει" ο δημιουργός τους (ή αν όντως θέλει να πει κάτι). Μια απ' αυτές είναι, νομίζω, και η "Διπλή ζωή της Βερονίκ" του μακαρίτη Krzysztof Kieslowski (1941-1996), που γυρίστηκε το 1991, πριν την "τριλογία των χρωμάτων". Ωστόσο, η ερμητικότητα αυτή καθόλου δεν στερεί τα έργα αυτά από την ομορφιά τους. Βλέπετε, η ομορφιά δεν έχει πάντοτε νόημα, απλώς υπάρχει. Την θαυμάζουμε (συχνά, αν είμαστε τυχεροί), αλλά δεν σκεφτόμαστε ότι πρέπει να την ερμηνεύσουμε.
Η ομορφιά είναι πανταχού παρούσα στην αλλόκοτη αυτή ιστορία των δύο πανομοιότυπων Βερονίκ, που ζουν παράλληλα, σε διαφορετικά μέρη του κόσμου (στη Γαλλία και στην Πολωνία), μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό, έχουν τις ίδιες συνήθειες και κλίσεις - πλην όμως εντελώς διαφορετικές μοίρες -, αλλά αγνοούν η μία την ύπαρξη της άλλης. Μια ψυχαναλυτική ερμηνεία του στυλ "οι δύο όψεις που συνυπάρχουν μέσα μας" (καλό - κακό, αρσενικό - θηλυκό, λογική - συναίσθημα κλπ. κλπ. κλπ.) θα έπεφτε στο κενό, καθώς οι δύο κοπέλες δεν είναι ούτε αντίθετες ούτε συμπληρωματικές: Είναι απλώς ίδιες, εσωτερικά και εξωτερικά. Από εκεί και πέρα, ίσως δοθούν πολλές άλλες ερμηνείες, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Μπορεί κάποια απ' αυτές να πλησιάζει τις προθέσεις του δημιουργού, μπορεί πάλι όχι. Όπως και να έχει όμως, η ομορφιά εξακολουθεί να υπάρχει: Στις εικόνες του Κισλόφσκι, στην υπέροχη μουσική του Preisner, στο κουκλοθέατρο του πρωταγωνιστή, στον μεταξύ τους έρωτα, στην ίδια την Ιρέν Ζακόμπ, την εμφάνιση και την ουράνια φωνή της...
Ίσως πολλοί να χρειάζονται ερμηνείες, ένα συγκεκριμένο και κατανοητό στόρι, που εξηγεί τα πάντα. Σεβαστό. Και εγώ , άθελά μου πολλές φορές, αναζητώ κάτι τέτοιο. Ωστόσο θα πρότεινα απλώς να αφεθείτε στην ομορφιά. Των εικόνων, της μουσικής, της ίδιας της Ζακόμπ.

Πέμπτη, Ιουνίου 29, 2006

ΟΙ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ


Ενδιαφέρον κοινωνικό δράμα είναι η ταινία του Noah Baumbach με τον ηλίθιο ελληνικό τίτλο "Δεσμοί διαζυγίου" - αλήθεια, τι ακριβώς σημαίνει αυτό; (ο κανονικός τίτλος είναι The Squid and the Whale): Ένα ζευγάρι διανοούμενων που χωρίζει μετά από 20 περίπου χρόνια γάμου και οι επιπτώσεις τόσο στις ζωές τους, όσο και (κυρίως) στις ζωές των δύο αγοριών τους - όπου μάλιστα το ένα παίρνει σαφώς το μέρος της μάνας και το άλλο του πατέρα.
Ξέρω ότι ακούγεται ξενέρωτο, αλλά, παρ' όλα αυτά, πρόκειται για καλή ταινία, που παρακολουθείται με ενδιαφέρον. Άλλοτε δραματικό και άλλοτε κωμικό, το φιλμ ρίχνει κυρίως το βάρος στην αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά των δύο παιδιών μετά το τραύμα του χωρισμού των γονιών τους. Όσο για τους δύο γονείς, ο πατέρας παρουσιάζεται καθαρά ως ο αρνητικός πόλος - ματαιόδοξος, ανασφαλής, αποτυχημένος, που δεν συγχωρεί κατά βάθος την διαφαινόμενη επιτυχία της γυναίκας του.
Ψυχολογική μελέτη των επιπτώσεων του χωρισμού στον μικρόκοσμο της οικογένειας, εκτός του ότι αποτελεί μια καλή προσπάθεια μελέτης του τόσο συχνού στις μέρες μας προβλήματος, μας δίνει την ευκαιρία να δούμε τον Τζεφ Ντάνιελς σε έναν πολύ διαφορετικό ρόλο απ' αυτούς που τον έχουμε συνηθίσει.

Σάββατο, Ιουνίου 24, 2006

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΙΝΑΙ OFFSIDE


Το ιρανικό σινεμά γνωρίζει τα αρκετά τελευταία χρόνια σημαντική άνθηση. Στην αλυσσίδα των επιτυχιών του λοιπόν (καλλιτεχνικών, όχι εμπορικών, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων) έρχεται να προστεθεί το Offside του Jafar Panahi, ο οποίος, λίγα χρόνια πριν, είχε κάνει τον "Κύκλο".
Το Offside σε καμιά περίπτωση δεν είναι μεγάλη ταινία. Είναι όμως συμπαθητική, άμεση, δροσερή. Στο επίκεντρο και πάλι οι γυναίκες στο Ιράν. Ανάμεσα σε πλήθος άλλων ανισοτήτων και παρανοϊκών (για μας) απαγορεύσεων, τους είναι αυστηρά ανεπίτρεπτο να πηγαίνουν στο γήπεδο (!!!), το οποίο, φυσικά, είναι (μία ακόμα) ανδρική υπόθεση. Μερικές κοπέλες λοιπόν, μεταμφιεσμένες σε άντρες, επιχειρούν να μπουν στο γήπεδο για να παρακολουθήσουν το ματς από το οποίο θα κριθεί αν το Ιράν θα πάει στα τελικά του Μουντιάλ στη Γερμανία (πράγμα που όντως έγινε και οι ανά τον κόσμο ποδοσφαιρόφιλοι το είδαν να παίζει τον Ιούνιο). Συλλαμβάνονται όμως, προτού καλά - καλά καταφέρουν να μπουν, και κατά τη διάρκεια του κρίσιμου ματς κρατούνται από φαντάρους. Το ίδιο το ματς δεν δείχνεται ποτέ. Αυτό που βλέπουμε είναι οι αντιδράσεις ανδρών και γυναικών στις διάφορες φάσεις και οι σχέσεις με τους φαντάρους.
Η ταινία είναι εξαιρετικά λιτή, φτιαγμένη με ελάχιστα χρήματα, σε κάποιες στιγμές σχεδόν σαν ντοκιμαντέρ. Το ενδιαφέρον είναι ότι για να καταγγείλει ο σκηνοθέτης τον παράλογο αποκλεισμό των γυναικών από πλήθος δραστηριοτήτων στη χώρα του, δεν χρησιμοποιεί βαρύγδουπη, δραματική γραφή, αλλά έναν ανάλαφρο τρόπο, με αρκετό χιούμορ. Έτσι η ταινία βλέπεται ευχάριστα, συγχρόνως όμως η καταγγελία λειτουργεί απόλυτα. Εκτός αυτών όμως, δείτε τη και για πληροφοριακούς λόγους: Σε πολλά μέρη του κόσμου (πιο πολλά ίσως από όσα νομίζετε), θέματα που για μας είναι απόλυτα λυμένα και αυτονόητα - διάβολε, ποιος αναρωτήθηκε ποτέ αν πρέπει να επιτρέπονται οι γυναίκες στα γήπεδα; - αποτελούν αντικείμενα αυστηρών απαγορεύσεων...
ΥΓ: Το Offside είναι ακόμα απαγορευμένο στο Ιράν.

Πέμπτη, Ιουνίου 22, 2006

ΜΙΑ ΜΕΛΟ ΚΟΝΤΕΣΑ ΣΤΗ ΣΑΓΚΑΗ


Κατ' αρχάς το θέμα είναι ενδιαφέρον (αν φυσικά δεν είστε αλλεργικοί στις ταινίες εποχής): Δεκαετία 30 στη Σαγκάη, χαμός στην Κίνα με κομμουνιστές και μη να συγκρούονται, ιαπωνικός εθνικισμός και επεκτατικές βλέψεις, ρώσοι εξόριστοι τσαρικοί, ο 2ος παγκόσμιος να ετοιμάζεται. Μέσα σ' όλα αυτά, ένας τυφλός αμερικανός πρώην διπλωμάτης κατασκευάζει έναν μικρόκοσμο ευτυχίας, δημιουργώντας το μπαρ των ονείρων του. Όπως είναι φυσικό, αργά ή γρήγορα ο σκληρός έξω κόσμος θα συντρίψει την εύθραυστη αυτή φυσαλίδα ευδαιμονίας.
Όλα αυτά καλά, ωστόσο τόσο η άνευρη σκηνοθεσία, όσο και η σαφής ροπή προς το μελό - ιδιαίτερα προς το τέλος, με τον έρωτα να φουντώνει μέσα στην καταστροφή, κάνουν την "Κοντέσα της Σαγκάης" μια από τις αδύναμες ταινίες του James Ivory, ο οποίος τελευταία έχει αρκετά παρακμάσει (είναι και 78 χρονών). Σίγουρα βρισκόμαστε πολύ μακριά από τα "Απομεινάρια μιας μέρας" ή την "Επιστροφή στο Howard's End". Πάντως αν είστε φανς των ερωτικών δραμάτων εποχής, ίσως να περάσετε καλά.

Σάββατο, Ιουνίου 17, 2006

ΕΝΑ "ΤΣΕΚΟΥΡΙ" ΠΟΥ ΧΤΥΠΑΕΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΟΝΑΜΕ


Φαίνεται ότι το θέμα της ανεργίας, και μάλιστα αυτής των μεσήλικων και υψηλόβαθμων στελεχών, καίει πραγματικά τους Γάλλους. Το "Τσεκούρι" του Κώστα Γαβρά (Costa-Gavras γράφεται με αστείο τρόπο στο εξωτερικό) είναι η δεύτερη ταινία πάνω στο θέμα, μετά τον "Ελεύθερο ωραρίου", που είχαμε δει λίγα χρόνια πριν.
Για το "Τσεκούρι" μπορείς να κάνεις τόσο θετικά όσο και αρνητικά σχόλια. Κατ' αρχάς η ιδέα είναι έξυπνη (ας τονίσουμε εδώ ότι η ταινία μόνο ως κατάμαυρη, σκληρή σάτιρα πάνω στο θέμα μπορεί να ιδωθεί): Ένα υψηλόβαθμος μεσήλικας οικογενειάρχης απολύεται από την μεγάλη εταιρία του κι αφού μάταια αναζητά δουλειά, αποφασίζει να σκοτώσει έναν - έναν τους πιθανούς ανταγωνιστές του για θέση σε αντίστοιχη εταιρία, ώστε να αναγκαστούν τελικά να προσλάβουν τον ίδιο.
Η ανεργία και οι εφιαλτικές επιπτώσεις της, ο αμείλικτος, εξοντωτικός ανταγωνισμός, το ψυχοφθόρο άγχος της σύγχρονης εργασίας σ΄έναν ιδιωτικό τομέα - ζούγκλα, η θυσία των πάντων στο βωμό του κέρδους και της οικονομικής ευημερίας, χαρακτηριστικά όλα του άγριου και αδίστακτου καπιταλισμού που βιώνουμε στις μέρες μας, όλα - και ίσως κι άλλα, όπως η κρίση της μέσης ηλικίας - βρίσκονται συγκεντρωμένα εδώ. Από αυτή την άποψη η ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμα και συγκλονιστική - και μάλιστα διαπραγματευμένη μέσα από τη μορφή της σάτιρας, όπως είπαμε. Και γίνεται ακόμα πιο συγκλονιστική λόγω του απόλυτου ρεαλισμού που υιοθετεί ο Γαβράς στη γραφή του: Το άγαρμπο των εκτελέσεων από τον άπειρο αστό που αποφασίζει στα καλά καθούμενα να γίνει κατά συροήν δολοφόνος, η πολλάπλές προσπάθειές του να σκοτώσει - είναι λογικό να μην τα καταφέρνεις με τη μία αν δεν έχεις πιάσει ποτέ στη ζωή σου όπλο -, η συντριβή του μετά από κάποιους φόνους, όλα βρίσκονται πολύ μακριά από την συνήθη εικόνα που έχουμε από το σινεμά για τους σίριαλ κίλερς, που συνήθως παρουσιάζονται ως παρανοϊκές μηχανές του κακού, που απολαμβάνουν αυτό που κάνουν, χωρίς πολλά - πολλά συναισθήματα. Στα συν επίσης της ταινίας και το ενδιαφέρον, διφορούμενο τέλος.
Στα αρνητικά τώρα έχουμε το ότι, ακριβώς λόγω του απόλυτου ρεαλισμού που λέγαμε, ο ρυθμός είναι σαφώς αργός, έτσι που ίσως προκαλεί πλήξη στον θεατή. Επίσης, η επαναλαμβανόμενη "τελετουργία" των φόνων από ένα σημείο και πέρα, όταν βιώσουμε το πρώτο σοκ, αρχίζει να κουράζει. Και όντως, σε πολλούς η ταινία δεν άρεσε.
Κρίμα. Με λίγο περισσότερο νεύρο θα μπορούσε να είναι μια από τις καλύτερες της χρονιάς.
Η αντιμετώπιση πάντως των σύγχρονων, απάνθρωπων εργασιακών σχέσεων ώς θρίλερ με... σίριαλ κίλερς, παραμένει από τις πιο πρωτότυπες και έξυπνες.

Πέμπτη, Ιουνίου 15, 2006

ΕΝΑΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΣΜΟ ΜΑΣ


Ο "Επίμονος Κηπουρός" του εξαιρετικού βραζιλιάνου Fernando Meirelles (τον είχαμε εκτιμήσει από την "Πόλη του Θεού", από τα σημαντικότερα φιλμ των τελευταίων χρόνων) είναι υπόδειγμα ταινίας. Ισορροπεί πολύ καλά ανάμεσα στο θρίλερ, που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και την απόλυτη πολιτικοποιήση, χωρίς να παραμελεί το ερωτικό στοιχείο, ενώ διαθέτει ζωντανούς και αληθινούς χαρακτήρες. Καταπιάνεται με μια αληθινή "συνωμοσία" που καθημερινά συμβαίνει γύρω μας (σε αντίθεση με τις συνωμοσίες-μπούρδες τύπου Da Vinci): Αυτή των τεράστιων, πολυεθνικών φαρμακευτικών εταιριών και του βρώμικου ρόλου τους σε φτωχές τριτοκοσμικές χώρες - της Αφρικής στο συγκεκριμένο φιλμ (θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και για άλλες "συνωμοσίες" τέτοιων εταιριών, ενάντια στην υγεία μας πολλές φορές, στο πορτοφόλι μας κλπ., αλλά αυτά είναι άλλο θέμα). Μέσα από την επίμονη έρευνα του χαμηλών τόνων, μάλλον συντηρητικού, ερωτευμένου άγγλου διπλωμάτη, που ενσαρκώνει πολύ καλά ο Ρέιφ Φάινς, για το θάνατο της οικολόγου γυναίκας του (εξ ίσου καλή η Ρέιτσελ Βάις), με τεθλασμένη αφηγηματική γραμμή και αρκετά φλας μπακ, το μέγεθος του εγκλήματος και τα όλο και σκοτεινότερα παρασκήνιά του αποκαλύπτονται σιγά - σιγά και μας κάνουν να ανατριχιάσουμε αναλογιζόμενοι το βάθος και την πολυπλοκότητα των διαπλοκών και τους αδίστακτους και άπληστους τύπους που ελέγχουν τον κόσμο μας. Όσο για το τέλος, ας αποκαλύψουμε μόνο ότι βρίσκεται πολύ μακριά από τα χολυγουντιανά στερεότυπα της εκδίκησης...
Σαν backround, μια Αφρική πάμπτωχη, δυστυχισμένη, αφημένη στο έλεος των ασθενειών και των καπρίτσιων του σκληρού κλίματος, πολύ μακριά από την "εξωτική" τηλεοπτική εικόνα που πολλοί έχουν γι' αυτή μέσα από τα καλοφωτογραφημένα ντοκιμαντέρ με ζώα, άγρια τοπία, χαριτωμένα πρωτόγονες φυλές και δεν συμμαζεύεται.
Από τις πιο αξιόλογες φετινές ταινίες, που μας κάνει να περιμένουμε ανυπόμονα την επόμενη δουλειά του δημιουργού της - ο οποίος ενώ για πρώτη φορά μπήκε στο χορό των μεγάλων παραγωγών με γνωστούς σταρ, δεν έχασε τίποτα από τη δύναμη των παλιότερων, βραζιλιάνικων ταινιών του.

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΚΑΡΜΠΟΝ


Εντάξει, ας ξεχάσουμε το αφελές, τρομοθρησκευτικολαγνικό σενάριο με τα 666 και τον αντίχριστο που έφτασε (οι Δίδυμοι Πύργοι, το Απόλλων που έσκασε στα ουράνια, το τσουνάμι κ.ά. είναι τα σημάδια που το αποδεικνύουν!!!). Πέστε ότι αυτά είναι συμβάσεις που δεχόμαστε και παρ' όλες αυτές τις συμβάσεις μπορεί να γίνει μια καλή ταινία τρόμου. Πώς να χωνέψουμε όμως το γεγονός ότι η νυν "Προφητεία" του John Moore είναι ολόιδια, καρμπόν, με την προ τριακονταετίας "Προφητεία" του Ρίτσαρντ Ντόνερ; Τελικά τι νόημα είχε και γιατί γυρίστηκε αυτό το πιστότατο ριμέικ, που τίποτα απολύτως δεν προσθέτει στο πρωτότυπο; Για να βγει στα σινεμά στις 6 6ου του 2006; Και μη βιαστείτε να απαντήσετε "Μα για τα λεφτά, φυσικά". Η ταινία πάτωσε και στην Αμερική. Τι να πω. Άβυσος η ψυχή των χολυγουντιανών παραγωγών...
Μένουν κάποιες ατμοσφαιρικές σκηνές, κάποιοι εντυπωσιακοί θάνατοι... Αν έχετε δει την πρώτη ταινία μην κάνετε τον κόπο.
ΥΓ: Σιγά μην πάει σήμερα, με την παρούσα κατάσταση, υψηλός αμερικάνος διπλωμάτης μόνος, με έναν φίλο του τέλος πάντων, στην Ιερουσαλίμ, να γυρνά σε περίεργες αραβικές συνοικίες, να περνά από ισραηλινές περιπόλους δείχνοντας ταυτότητα, και να μη κουνιέται φύλλο...

Κυριακή, Ιουνίου 11, 2006

ΕΙΜΑΙ Ο ΚΟΝΓΟΥΕΪ, ΑΛΛΑ... ΛΕΓΕ ΜΕ ΚΙΟΥΜΠΡΙΚ


Το Colour me Kubrick, πρώτη ταινία του Brian Cook (ο οποίος είχε δουλέψει με τον Κιούμπρικ στο Eyes Wide Shut), είναι ένα φιλμικό αξιοπερίεργο. Αφηγείται την αληθινή ιστορία ενός αδίστακτου απατεώνα, που σ' όλη του τη ζωή παρίστανε τον θρυλικό Στάνλεϊ Κιούμπρικ, βασισμένος στο γεγονός ότι ελάχιστοι γνώριζαν τη μορφή του μεγάλου σκηνοθέτη (λόγω ιδιορρυθμίας ο τελευταίος σπανιότατα φωτογραφιζόταν και ζούσε σαν ερημίτης). Οι στόχοι του απατεώνα ήταν ποικίλοι: Από το να κάνει έρωτα με διάφορους, γοητεύοντάς τους ως Κιούμπρικ φυσικά, (ο Κονγουέι ήταν δηλωμένος γκέι), έως να αποσπά χρηματικά ποσά ή να διαμένει δωρεάν σε πολυτελέστατα ξενοδοχεία. Απόλυτα αμοραλιστής, δεν δίσταζε να καταστρέφει ζωές ή καριέρες τρίτων με απίστευτη αδιαφορία.
Η ταινία που βασίζεται στην παράδοξη αυτή περίπτωση είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του πρωταγωνιστή της Τζον Μάλκοβιτς, ο οποίος είναι διασκεδαστικότατος σε μια "υπερβολική", έως και γκροτέσκα, ερμηνεία. Και η ταινία ολόκληρη είναι διασκεδαστική και βλέπεται ευχάριστα (αν και με κάποιον αποτροπιασμό... πώς είναι δυνατόν κάποιος να είναι τόσο αδίστακτος;), πλην όμως πάσχει από αυτό που πάσχουν όλες οι ταινίες που βασίζονται σε μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση: Αφορά μόνο αυτή την πολύ ιδιαίτερη περίπτωση και απολύτως τίποτα (και κανέναν) άλλον. Ωστόσο, είπαμε: Βλέπεται ευχάριστα και ίσως ενδιαφέρει τους κινηματογραφόφιλους, που άθελά τους μπαίνουν στο παιχνίδι τού να ξεδιαλύνουν πόσα απ' αυτά που λέει ο απατεώνας για τον Κιούμπρικ είναι αληθινά και πόσα επινοήματα της (μάλλον άρρωστης) φαντασίας του.

Τετάρτη, Ιουνίου 07, 2006

ΟΝΤΩΣ ΑΔΥΝΑΤΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ


Φαίνεται ότι τα νο 3 είναι μόδα τις τελευταίες εβδομάδες. Οι τρίτες Mission: Impossible (2006) του μέχρι πρότινος τηλεοπτικού J.J. Abrams το επιβεβαιώνουν.
Τώρα τι να σας πω για την ταινία. Αν είστε φίλος των Village, είναι η καλύτερή σας. Η απόλυτη υπερπαραγωγή, όπου η δράση είναι τόσο καταιγιστική, που δεν σ' αφήνει να πάρεις ανάσα κι όλα είναι τόσο θεαματικά, που δεν προλαβαίνεις καλά - καλά να δεις τι συμβαίνει στην οθόνη. Αν πάλι δεν είστε φίλος του είδους, έχετε μπουχτίσει στο πρώτο μισάωρο από τον καταιγισμό που λέγαμε και την απίστευτη βαβούρα, αλλά κυρίως από μια ακόμα πιο απίστευτη συσσώρευση απιθανοτήτων και υπεράνθρωπων πράξεων. Άσε που μόνο στο πρώτο τέταρτο έχετε μετρήσει σωρεία πράξεων που, πολύ απλά, δεν γίνονται σε real life. Τα πλέον πολύπλοκα, τεχνολογικά προχωρημένα σχέδια, που βασίζονται σε ακρίβεια κλάσματος δευτρολέπτου, καταστρώνονται και εκτελούνται με άψογο τρόπο σε χρόνο dt, οι ηρωισμοί, οι αποδράσεις, οι επιδείξεις υπεράνθρωπης δύναμης ή / και τεχνικής συμβαίνουν κάθε ενάμισι λεπτό, τα απίθανα gadget εμφανίζονται το ένα μετά το άλλο σε ρυθμό πολυβόλου... Όσο για χαρακτήρες... αφείστε το καλύτερα. Φυσικά θα μου πείτε: "Μα καλά, χαρακτήρες έψαχνες σε μια τέτοια ταινία"; Όχι βέβαια (και ειλικρινά δεν με πειράζει τόσο η παντελής έλλειψή τους σε φιλμ του είδους. Είναι μία από τις εξ αρχής αποδεκτές συμβάσεις). Αλλά... τι να σας πω. Εδώ ζαλίστηκα και κουράστηκα και τα μελό ιντερλούδια που ξεφύτρωναν ανάμεσα στη δράση με αποτέλειωσαν.
Είπαμε. Αν είστε λάτρεις των φιλμ-μόνο-δράσης, είναι από τα πιο χορταστικά που έγιναν ποτέ. Πάρτε κανά δυο κιλά ποπ κορν, πηγαίνετε κατά προτίμηση σε θερινό (γλυτώνετε έτσι και την πολλών ντεσιμπέλ surround βαβούρα), και καταβρείτε την. Προσωπικά έπληξα με, ίσως, το μεγαλύτερο overdose απιθανοτήτων και εξωπραγματικών καταστάσεων που έχω δει ποτέ.
ΥΓ: Εντάξει όλα τα άλλα, αλλά, όσο κι αν σας φανεί παράξενο, ξέρετε τι με πλήγωσε περισσότερο; Το ότι όλοι της ομάδας (ο Τομ Κρουζ φυσικά, ένας μαύρος, μια γυναίκα πιθανόν ασιατικής καταγωγής και ένας λευκός αμερικάνος), όταν χρειάστηκε μιλούσαν (όλοι, επαναλαμβάνω) ιταλικά σε μια αποστολή που σχεδιάστηκε σε ελάχιστες μέρες!!!

Κυριακή, Ιουνίου 04, 2006

ΤΡΕΙΣ ΥΠΕΡΟΧΕΣ ΤΑΦΕΣ ΕΝΟΣ "ΑΣΗΜΑΝΤΟΥ" ΜΕΞΙΚΑΝΟΥ


Η πρώτη κιόλας σκηνοθετική προσπάθεια του Tommy Lee Jones "Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα", καταφέρνει να πλασαριστεί ως μια από τις καλύτερες φετινές ταινίες! Θαυμάσιο σύγχρονο γουέστερν, δανείζεται σίγουρα κάτι από την θεματολογία του Πέκινπα, όχι όμως και τον κυνισμό του. Αντίθετα εδώ κυριαρχεί μια βαθειά ανθρωπιά, που, παραδόξως, εκφράζεται ακόμα και μέσα από τη βία. Ο πεισματικός σκοπός του μοναχικού ήρωα (που ενσαρκώνει ο ίδιος ο Τόμι Λι Τζόουνς), να θάψει τον ασήμαντο για όλους τους άλλους μεξικάνο φίλο του (που, σαν φτωχός λαθρομετανάστης γίνεται ακόμα πιο ασήμαντος), έχει κάτι από αρχαία τραγωδία. Οι χαρακτήρες είναι εξαιρετικά δουλεμένοι, το πώς και το γιατί γίνεται "κακός" ο κακός μπάτσος σκιαγραφούνται ανάγλυφα, η αφόρητη μιζέρια της σύγχρονης, συντηρητικής αμερικάνικης επαρχίας δίνεται με τρόπο συγκλονιστικό, ενώ η αφήγηση είναι πολύπλοκη και κινείται διαρκώς μπρος - πίσω στον χρόνο, αποκαλύπτοντάς μας βαθμιαία τι ακριβώς έχει συμβεί. Αυτό που μένει τελικά είναι ότι δεν υπάρχουν ασήμαντοι άνθρωποι. Ακόμα και ο τελευταίος κουβαλά την προσωπική του ιστορία, διαφορετική από οποιουδήποτε άλλου, έχει τις δικές του σχέσεις και αγάπες και κάπου, κάποιοι τον περιμένουν...
Όχι, μην πάει ο νους σας στο μελό. Κάθε άλλο. Η δομή της ταινίας και το τοπίο της ερήμου είναι αυτά των κλασσικών γουέστερν, οι ήρωες είναι σκληροτράχηλοι, ο πρωταγωνιστής, μόνος εναντίον όλων, δεν διστάζει να πάει κόντρα στις αρχές που "θάβουν" την όλη υπόθεση για να μην προδώσει τις δικές του αρχές, η μελέτη των χαρακτήρων πάει πλάι πλάι με την έντονη και πολυεπίπεδη κοινωνική κριτική, το γκροτέσκο και η βία συγκατοικούν με τη συγκίνηση.
Το ξαναλέω: Μια απο τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς (τουλάχιστον για μένα).

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΣΙΝΕΑΠΟΛΑΥΣΕΙΣ

Καλοκαίρι είναι, ανοίξανε όλα τα θερινά, βαριόμαστε ακόμα περισσότερο τα Village και τα συναφή, οπότε λέω να γράφω πού και πού και για παλιότερες ταινίες (είτε του χειμώνα είτε προηγούμενων χρόνων) που παίζονται σε επαναλήψεις αυτόν τον καιρό, στα θερινά κυρίως ή οπουδήποτε τέλος πάντων. Καλό κουράγιο.

Σάββατο, Ιουνίου 03, 2006

X-MEN 3: ΜΕΧΡΙΣ ΕΔΩ, ΚΑΛΑ ΠΑΜΕ


Παρά την ενασχόλησή μου με τα κόμικς, δεν υπήρξα ποτέ φανατικός αναγνώστης των X-Men, ούτε των υπερηρωικών κόμικς γενικότερα. Εξετάζοντας λοιπόν μόνο κινηματογραφικά τη σειρά, οφείλω να πω ότι τα πάει μια χαρά. Βέβαια, η προηγούμενη δουλειά του Brett Ratner, το Red Dragon, με είχε αφήσει αδιάφορο και γενικά προτιμώ σαν σκηνοθέτη τον Bryan Singer των 2 προηγούμενων 2 X-Men, ωστόσο και το τρίτο βλέπεται ευχάριστα, είναι συνεπές και, τέλος πάντων, εκπληρώνει απόλυτα τον βασικό προορισμό του: Να περάσεις καλά 2 ώρες. Οπότε δεν έχω παράπονο. Μην περιμένετε φυσικά τεράστιο βάθος και προβληματισμούς. Οι περισσότερες χολιγουντιανές ταινίες άλλωστε (και ιδιαίτερα οι υπερπαραγωγές), έχουν αυτόν ακριβώς τον στόχο: Να περάσει καλά ο θεατής. Άλλες όμως αποτυγχάνουν (βλ. Κώδικας Da Vinci) και άλλες το πετυχαίνουν, όπως αυτή εδώ.
Η κόμικς ατμόσφαιρα διατηρείται, τα εφφέ είναι καλά, η δράση κρατά τον θεατή, ο κακός δεν είναι απλώς καρικατούρα κακού, που ντε και καλά θέλει το κακό όλων, αλλά έχει κατανοητές, συμπαθητικές πλευρές... και πέφτουν στοιχήματα για το ποιοι μεταλλαγμένοι - καλοί ή κακοί - θα επιζήσουν τελικά. Διότι, σας προειδοποιώ, πολλοί από τους βασικούς ήρωες της σειράς πεθαίνουν (δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά ποιοι). Το πόρισμα λοιπόν για ολόκληρη την (μέχρι στιγμής) τριλογία, είναι ότι πρόκειται για σπάνια περίπτωση σειράς που διατηρείται σε αρκετά καλό επίπεδο.
Και μια αντίρρηση: Ο Ian McKellen, άριστος κατά τα άλλα ηθοποιός, έχω την αίσθηση ότι παίζει με υπερβάλλοντα στόμφο και υπερβολικές κινήσεις, κινδυνεύοντας να γίνει ελαφρά γελοίος.

Πέμπτη, Ιουνίου 01, 2006

ΟΣΑ ΚΡΥΒΟΝΤΑΙ ΣΤΟ SILENT HILL


Το Silent Hill του γάλλου Christophe Gans, που παλιότερα είχε κάνει την "Αδελφότητα των Λύκων", είναι μάλλον η καλύτερη μεταφορά videogame στην οθόνη. Αυτό βέβαια δεν αποτελεί και ιδιαίτερο τίτλο τιμής, αν σκεφτούμε ότι άλλες μεταφορές του είδους περιλαμβάνουν ταινίες όπως τα ανεκδιήγητα Resident Evil, Mortal Combat και δεν συμμαζεύεται. Εδώ τα πράγματα είναι πιο σοβαρά, κυρίως στο οπτικό μέρος. Αφήνοντας κατά μέρος την συνεχή - και βαρετή - δράση, ο σκηνοθέτης έριξε το βάρος στην ατμόσφαιρα. Τα εφφέ είναι εντυπωσιακά, οι εικόνες πολλές φορές όμορφες, στοιχειωμένες και ατμοσφαιρικές, η φωτογραφία υποβλητική. Γενικά, φαίνεται η προσεγμένη εικόνα και σκηνοθεσία.
Σεναριακά τώρα, τα πράγματα δεν είναι τόσο καλά. Η καταγωγή της ταινίας από παιχνίδι προδίδεται, καθώς έχεις την αίσθηση, κυρίως στο πρώτο μέρος, ότι αλλάζεις πίστες (τέλειωσε αυτό, πάμε τώρα στο επόμενο). Τα στοιχειώματα, τα κακά πνεύματα και όλα τα σχετικά είναι αρκετά μπερδεμένα και δεν ξεκαθαρίζονται απόλυτα. Και, κυρίως, ο υποβλητικός, αληθινός τρόμος, που είναι και το ζητούμενο στις ταινίες του είδους, απουσιάζει, παρά την ατμοσφαιρικότητα των εικόνων που προαναφέραμε.
Συνολικά πάντως έχει κάποιο ενδιαφέρον. Δείτε το κυρίως για το οπτικό μέρος.
ΥΓ: Η Τζοντέλ Φέρλαντ, το κοριτσάκι που παίζει και στο Tideland του Γκίλιαμ, μήπως είναι το επόμενο παιδί - σταρ;

Κυριακή, Μαΐου 28, 2006

Ο ΔΥΣΤΥΧΟΣ DA VINCI ΤΙ ΕΦΤΑΙΓΕ;


Να πω αρχικά ότι δεν έχω διαβάσει το βιβλίο. Γι' αυτό και πήγα με προσδοκίες στην ταινία που προέκυψε (σιγά μην το άφηναν με τέτοιο σουξέ) από τον περίφημο "Κώδικα Da Vinci". Πρώτο, για να βγάλω την "υποχρέωση" και να αποφύγω το διάβασμα ενός τόμου που ήξερα ότι δεν θα μου άρεσε (αφ' ενός διότι ο Έκο έχει γράψει απείρως καλύτερα για παρόμοια θέματα, αφ΄ετέρου επειδή έχω διαβάσει τους Ιλουμινάτους του Brown και το στιλ του δεν μου άρεσε καθόλου). Δεύτερο, για να περάσω τουλάχιστον 2 ώρες καλά, με την έννοια του χαβαλετζίδικου και διασκεδαστικού Χόλιγουντ, αυτού με τα ποπ κορν και τις εντυπωσιακές σκηνές δράσης και τις απίθανες καταστάσεις κι όλα τα σχετικά. Όσον αφορά την πρώτη μου προσδοκία, κάτι έγινε: Είμαι πλέον σίγουρος ότι δεν θα διαβάσω ποτέ το βιβλίο. Στη δεύτερη όμως, απέτυχα παταγωδώς. Θεωρώ ότι - εκτός από παντελή έλλειψη βάθους, αλλά είπαμε, αυτό το περίμενα - η ταινία είναι πολύ απλά, ΚΑΚΟ Χόλιγουντ. Έπληξα αφόρητα. Οι (συγκλονιστικές υποτίθεται) αποκαλύψεις έπεφταν βροχή, ο Χανκς κάθε λίγα λεπτά έλυνε και έναν απίθανο γρίφο και προχωρούσε στον επόμενο, όταν επιτέλους πλησιάζε το τέλος είχα υποστεί ένα αφόρητο overdose αποκαλύψεων και όλα αυτά με μια σκηνοθεσία επίπεδη και πλαδαρή (όπως συνήθως συμβαίνει με τον Ron Howard).
Ρεκόρ πλαδαρότητας όμως κατέρριψε και ο Τομ Χανκς, που έδειχνε να βαριέται αφόρητα. Το ίδιο βαριόταν προφανώς και η Τοτού, που ο ρόλος της περιοριζόταν σε συνεχείς ερωτήσεις για το τι σημαίνουν όσα έβρισκαν, ώστε να μπορεί ο ιδιοφυής Τομ να της (μας) εξηγεί πώς τα σκέφτηκε όλα αυτά και τι ιλιγγιώδεις και εξωπραγματικούς συνειρμούς έκανε... Συνολικά, θεωρώ τους χειρότερους ρόλους της καριέρας αμφοτέρων των καλών κατά τα άλλα ηθοποιών.
Θα πρότεινα να μην το δείτε ούτε σε θερινό. Δεν νομίζω ότι αξίζει τα ποπ κορν του.
ΥΓ. Για να πω και ένα θετικό, το μόνο καλό που βγαίνει είναι η αρκετά τολμηρή καταγγελία του βρώμικου ρόλου που έχει παίξει και εξακολουθεί να παίζει η Εκκλησία ανά τους αιώνες (η πανίσχυρη καθολική ιδιαίτερα, αλλά και γενικότερα). Αν δεν το είχατε ακόμα αντιληφτεί αυτό, τότε, αληθινά, ένας νέος κόσμος θα ανοίξει μπροστά στα έκπληκτα μάτια σας!

Σάββατο, Μαΐου 27, 2006

TRIP ΣΤΗΝ TIDELAND


Να δηλώσω από την αρχή ότι είμαι φαν του Terry Gilliam. Μου άρέσουν όλες οι ταινίες του, εκτός από τους πρόσφατους "Αδελφούς Γκριμ". Έτσι, η γνώμη μου για την Tideland δεν μπορεί παρά να είναι έντονα προκατειλημμένη (θετικά).
Εδώ λοιπόν ο Γκίλιαμ συνεχίζει το trip που ξεκίνησε με το "Φόβος και παράνοια στο Λας Βέγκας". Μόνο που εδώ τα στοιχεία είναι πιο gothic, η νοσηρότητα περισσότερη... και γενικότερα το "ταξίδι" μοιάζει να εξελίσσεται σε πιο "κακό" από το προηγούμενο. Το χιούμορ υπάρχει, αλλά είναι κατάμαυρο - πιο μαύρο δεν γίνεται. Οι καταστάσεις ενοχλούν σίγουρα τον μέσο θεατή - γι΄αυτό δεν είναι ταινία για τον μέσο θεατή. Ποια είναι η ενδιαφέρουσα ανατροπή; Ότι όλα αυτά τα φριχτά που συμβαίνουν, το μικρό κοριτσάκι - πρωταγωνίστρια τα βιώνει απόλυτα θετικά, διασκεδάζει, παίζει, λες και η παιδική ματιά (ή αυτή των τρελών ή αυτή των αθώων) έχει τη δύναμη να αντιστρέψει μια εφιαλτική πραγματικότητα, μετατρέποντάς την σε ατέλιωτο παιχνίδι. Αντίθετα λοιπόν με τις κλασσικές ταινίες τρόμου, όπου η ηρωίδα ουρλιάζει έντρομη μπρος σε όσα συμβαίνουν, εδώ έχουμε μια ταινία (περίπου) τρόμου, όπου η ηρωίδα διασκεδάζει αφάνταστα με τα τεκταινόμενα.
Κατά τα άλλα μην περιμένετε εξέλιξη της ιστορίας, με κορυφώσεις, αποκαλύψεις κλπ. Ο Γκίλιαμ, με τη φοβερή σκηνοθετική δεξιοτεχνία του και τις παράδοξες και υπέροχες εικόνες του, αρκείται σε μια καταγραφή των όσων συμβαίνουν, στην καταγραφή δηλαδή του "ταξιδιού". Η "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων" είναι φυσικά παρούσα, ο σουρεαλισμός και το γκροτέσκο επίσης. Και το όλο κλίμα θυμίζει αρκετά το "Διάφανο δέρμα".
Δεν ξέρω πόσοι μπορούν να απολαύσουν μια τόσο αλλόκοτη και νοσηρή ταινία. Εγώ πάντως την απόλαυσα.
ΥΓ: Λένε ότι ο Γκίλιαμ σαλτάρει όλο και περισσότερο, ότι "το έχει χάσει". Τόσο το καλύτερο για το κοινό του. Το σαλτάρισμα υπόσχεται ακόμα πιο παράξενα ταξίδια...

Παρασκευή, Μαΐου 26, 2006

ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΜΙΑΣ ΠΑΡΕΛΘΟΥΣΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


Οι "Συνηθισμένοι Εραστές" του Philippe Garrel είναι μια ασπρόμαυρη ελεγεία πάνω στην επαναστατημένη γενιά της δεκαετίας του 60 και την περασμένη ανεπιστρεπτί αθωότητά της (αφέλεια, θα μπορούσε να πει κάποιος πιο προσγειωμένος, και φοβάμαι ότι - μέχρις ενός βαθμού τουλάχιστον - θα έχει δίκιο). Η ταινία καταγράφει με συγκίνηση, με μια "από τα μέσα" ματιά (αφού ο Γκαρέλ τα έζησε όλα αυτά), τον Μάη του 68, την έντονη πολιτικοποίηση, τον έρωτα, ελεύθερο και μη, τα ναρκωτικά, τους ποικίλους πειραματισμούς, τα κοινόβια, το όνειρο της επανάστασης. Απ΄ όλη αυτή την τόσο πλούσια σε γεγονότα, τόλμη και συναισθηματα εποχή, η αίσθηση που μένει είναι αυτή της αθωότητας των ανθρώπων αυτών, που πραγματικά πίστευαν ότι είχαν αλλάξει - ή, τέλος πάντων, θα άλλαζαν όπου νάναι - τον κόσμο. Η επιστροφή στη γη ήταν ανώμαλη. Πολλοί απ' αυτούς συντρίφτηκαν...
Παρά τις καλές προθέσεις και την τιμιότητά της πάντως, η ταινία, με την μινιμαλιστική γραφή και τους εξαιρετικά αργούς ρυθμούς της, κουράζει τον ανυποψίαστο θεατή. Είναι και τρίωρη, οπότε εφοδιαστείτε με πολλούς καφέδες.
Συνίσταται αυστηρά και μόνο σε σινεφίλ με ιδιαίτερες αντοχές. Απαγορεύεται εξ ίσου αυστηρά σε θαμώνες multiplex.

Δευτέρα, Μαΐου 22, 2006

ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗ CARMEN


Ασυνήθιστη και έξω από κάθε κατηγοριοποίηση είναι η ταινία με τον εξ ίσου παράξενο τίτλο "U-Carmen, E-Khayelitsha" (!) του νοτιοαφρικανού Mark Donford May *2005). Ούτε λίγο ούτε πολύ πρόκειται για μια μεταφορά της πασίγνωστης όπερας Carmen του Bizet στη σύγχρονη νοτιοαφρικάνικη πραγματικότητα των μαύρων που ζουν σε άθλιες συνθήκες στις παραγκουπόλεις του Κέιπ Τάουν! Και μη νομίζετε ότι ο σκηνοθέτης δανείστηκε απλώς την υπόθεση της Carmen και τη μετέφερε στη σύγρονη Αφρική. Όχι. Πρόκειται για (200την αυθεντική όπερα, όπου οι μαύροι ηθοποιοί τραγουδούν με οπερετικές φωνές(στα αφρικάνικα) την κανονική, πρωτότυπη μουσική του Bizet.
Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο, καθώς βλέπει κανείς σύγχρονους αφρικανούς με τζιν, αθλητικά παπούτσια, αυτοκίνητα, κοκα κόλες, που ανήκουν σε συμμορίες ή είναι μπάτσοι και ζουν στις αφόρητες, πανταχού παρούσες παραγκουπόλεις, να τραγουδούν άριες, ντουέτα ή σόλο σε μουσική του 19ου αιώνα. Ο έρωτας, το πάθος που φτάνει μέχρι την αυτοκαταστροφή, η ζήλεια, όλα βρίσκονται εδώ, δεμένα με την δύσκολη καθημερινότητα, τη σκληρή δουλειά, αλλά και τις εγκληματικές δραστηριότητες των ηρώων. Και, βέβαια, αληθινοί πρωταγωνιστές είναι οι παραγκουπόλεις που λέγαμε και πιο πριν, ένα συγκλονιστικό σκηνικό που θυμίζει πολύ το (καλύτερο κατά τη γνώμη μου) Tsotsi και που, δυστυχώς, είναι πολύ συνηθισμένο στην Αφρική και αλλού.
Το πείραμα είναι μεν ενδιαφέρον, αλλά κατά την γνώμη μου δεν δένει. Ο συνδυασμός με ξένισε, ίσως μάλιστα κάποιες στιγμές να γινόταν αστείος. Πρόκειται για δύο ριζικά διαφορετικές κουλτούρες, τόσο χρονικά όσο και γεωγραφικά. Αρκετές φορές έπιανα τον εαυτό μου να σκέφτεται πόσο πιο ενδιαφέρον θα ήταν το όλο εγχείρημα αν ο σκηνοθέτης χρησιμοποιούσε μεν την μουσική της όπερας, διασκευασμένη όμως, "μεταλλαγμένη" δηλαδή σε σύγχρονο, αφρικάνικο ήχο. Τότε ίσως να βλέπαμε κάτι πραγματικά προχωρημένο.
Αν δεν αντέχετε καθόλου την όπερα, μην το ψάξετε καθόλου. Αν είστε συνηθισμένος στην ιδιόρυθμη αυτή μουσική φόρμα με τους ανά τον κόσμο φανατικούς, δείτε το ως ένα παράδοξο πείραμα και μόνο.

Σάββατο, Μαΐου 13, 2006

Η ΗΡΩΙΚΗ (ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΜΕΛΟ) SOPHIE SCHOLL


Είναι κατ΄αρχάς θετικό που οι Γερμανοί τολμούν να σκαλίσουν το θέμα που περισσότερο απ' όλα τους βαραίνει: τη ναζιστική περίοδο (την οποία, ως γνωστόν, οι ίδιοι - οι παππούδες τους τέλος πάντων - έφεραν στην εξουσία, με δημοκρατικές εκλογές). Τις προηγούμενες δεκαετίες, τέτοια θεματολογία αποτελούσε ουσιαστικά ταμπού για το γερμανικό σινεμά.
Η "Sophie Scholl" του Marc Rothemund είναι η καταγραφή της αντίστασης, σύλληψης, φυλάκισης και όσων ακολουθούν (για να μην σας αποκαλύψω το τέλος) της ομώνυμης φοιτήτριας, του επίσης φοιτητή αδελφού της και ενός συνεργάτη τους. Καθαρή γραφή, στέρεη, ρεαλιστική και λεπτομερήΜαρψς αφήγηση, καλές ερμηνείες και βάρος στη σχέση Sophie - ανακριτή, κάνουν τη ταινία να βλέπεται με ενδιαφέρον - πλην όμως χωρίς εκπλήξεις. Αυτός ο υπερβάλλων ηρωισμός, η προθυμία της ηρωίδας να θυσιαστεί για τα πιστεύω της, καθώς και μια γερή δόση μελό (η συγκινητική συνάντηση με τους γονείς της στο κελλί), είναι που την κάνουν κάπως διδακτική και υπέρ του δέοντος "καθώς πρέπει". Πρόκειται για το είδος ακριβώς της "καθαρής" ταινίας που πάει σούμπιτη για Ξενόγλωσσο Όσκαρ, για το οποίο άλλωστε είχε προταθεί.
Αλλά να μη γκρινιάζω πολύ. Καλή ταινία είναι. Μόνο κάπως υπερβολικά "ηρωική". Δείτε την και πάρτε καλού κακού μαζί σας και χαρτομάντηλα.

ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΒΡΩΜΙΚΗ "ΠΡΟΤΑΣΗ"


"Proposition" λέγεται η αυστραλέζικη ταινία του άγνωστού μου John Hillcoat, στα αξιομνημόνευτα της οποίας περιλαμβάνεται και το ότι το σενάριο έχει γράψει ο Nick Cave! Πρόκειται για ένα ωμό γουέστερν, που διαδραματίζεται στις αχανείς ερήμους της Αυστραλίας, οι οποίες, πιστέψτε με, είναι πολύ πιο αφιλόξενες και σκληρές από τις αντίστοιχες αμερικάνικες. Στην ταινία κυριαρχεί η σκόνη, η βρωμιά, η βία που σχεδόν αγγίζει τα όρια του σπλάτερ, η παρακμή - και η αίσθηση ότι όλοι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είναι "κακοί". Τα απάνθρωπα, ακραία βίαια μέλη της συμορίας, οι αδίστακτοι, ρατσιστές μπάτσοι, ο εξ ίσου απάνθρωπος δικαστής... Παρακμασμένος, άρρωστος, έχοντας και ο ίδιος υιοθετήσει σκληρές μεθόδους, περιφρονημένος από τους συνεργάτες του, ο σερίφης είναι ο μόνος που προσπαθεί κάπως να αντιδράσει σ' αυτό το νοσηρό κλίμα - και να κρατήσει την όμορφη γυναίκα του όσο γίνεται πιο αλώβητη απ' όλα αυτά. Μάταια. Το κοινωνικό περιβάλλον, σε απόλυτη αρμονία με το εφιαλτικό φυσικό, θα τον συντρίψουν, διατηρώντας έτσι ανέπαφη την κόλαση.
Ατμοσφαιρική φωτογραφία, "βρώμικη" αισθητική και με το θετικό στοιχείο να δείχνει τις ανθρώπινες, καθημερινές πτυχές και των πλέον "κακών", αποφεύγοντας έτσι να τους παρουσιάσει σαν καρικατούρες, συνθέτουν μια από τις πολύ δυνατές φετινές ταινίες. Φτάνει να μπορέσετε να υποφέρετε την διαβρωτική και πανταχού παρούσα νοσηρή και παρακμιακή του ατμόσφαιρα.

Παρασκευή, Μαΐου 12, 2006

A [COUNTRY] PRAIRIE [COUNTRY] HOME [COUNTRY] COMPANION


Φυσικά μιλώ για την τελευταία ταινία του Robert Altman A Prairie Home Copmanion, ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι 82 χρονών! Οπότε είμαι κάπως διατεθειμένος να του συγχωρήσω τον άπειρο συναισθηματισμό, τους τόνους νοσταλγίας, τη συγκίνηση που διατρέχει όλο το φιλμ. Όσο για την από-την-αρχή-μέχρι-το-τέλος κάντρι που ακούγεται και τραγουδιέται live, αυτό πια είναι θέμα γούστου. Αν σας αρέσει η μουσική αυτή, την έχετε κάνει λαχείο - και το σάουντρακ είναι απαραίτητο για σας. Αν πάλι τη μισείτε, πολύ απλά αλλάξτε ταινία.
Πάντως ο Altman έχει και στο παρελθόν (κάπου στα 70ς) ασχοληθεί με την κάντρι, στο φιλμ "Nashvill" (που δεν έχω δει). Προφανώς τον ενδιαφέρει το είδος - και βρίσκει και την ευκαιρία να βγάλει τη γεροντική του νοσταλγία.
Όλη η ταινία είναι ένα live ραδιοφωνικό σόου με πολλούς κάντρι μουσικούς, που μοιάζει να έχει ξεμείνει στην εποχή μας από τα 50ς. Παρακολουθούμε λοιπόν το τελευταίο show (όσα δηλαδή διαδραματίζονται επί σκηνής και όσα στα παρασκήνια), αφού κάποια εταιρία έχει αγοράσει τον σταθμό για να τον κάνει πάρκινγκ μετά από 30 αδιάκοπα χρόνια λειτουργίας. Το στοιχείο της συγκίνησης είναι προφανές, επιτείνεται μάλιστα από έναν θάνατο. Από εκεί και πέρα, αν δεν δακρύσετε, είναι πολύ πιθανόν να βαρεθείτε...
Στα συν το απίστευτο all stars cast (όπως συνηθίζει τα αρκετά τελευταία χρόνια ο σκηνοθέτης), που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων Μέριλ Στριπ, Τόμι Λι Τζόουνς, Κέβιν Κλάιν,Βιρζίνια Μάντσεν, Γούντι Χάρελσον κ.ά. Στα μείον, για μένα τουλάχιστον, ο άγγελος που περιφέρεται σε σκηνή και παρασκήνια, ορατός μόνον από λίγους, προσθέτοντας κι άλλο σιρόπι. Πολλά χαρτομάντηλα...

Πέμπτη, Μαΐου 11, 2006

ΑΟΡΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥ, ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ ΚΥΜΑΤΑ


Είναι απίστευτο, όμως η ταινία που είδα μετά την "Γλυκόπικρη Ζωή" (στην Berlinale αυτή τη φορά) είχε παρόμοιο μ' αυτήν θέμα. Ο έρωτας για τη γυναίκα του αφεντικού και οι βλαβερές συνέπειές του. Ένα ακόμα νουάρ δηλαδή. Πρόκειται για το ταϊλανδέζικο "Invisible waves" του Pan-Ek Ratanaruang (φοβερό όνομα, έτσι;), του οποίου η "Τελευταία ζωή στο σύμπαν" είχε προβληθεί το καλοκαίρι στην Αθήνα.
Και είναι ακόμα πιο απίστευτο το πώς δύο ταινίες με το ίδιο ουσιαστικά θέμα μπορεί να είναι τόσο, μα τόσο διαφορετικές, τόσο στη φιλοσοφία τους όσο και στην κινηματογραφική γραφή. Όσον αφορά τη φιλοσοφία, αυτή εδώ μου φάνηκε πιο ενδιαφέρουσα από την κορεάτικη "συνάδελφό" της, με ιδιαίτερο προβληματισμό πάνω στο θέμα της εκδίκησης και της (αμφίβολης) αξίας της. Για να καταλήξει όμως κανείς σ' αυτό το συμπέρασμα, πρέπει πρώτα να αντέξει τον εξοντωτικά αργό, αγγελοπουλικό ρυθμό, τα πλάνα όπου δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα και τις μακρόσυρτες σιωπές. Βρισκόμαστε δηλαδή στον αντίποδα της εξωφρενικής βίας της προηγούμενης ταινίας.
Συμπερασματικά, ενδιαφέρουσα δουλειά, με τη σφραγίδα της προσωπικής και αναγνωρίσιμης πλέον γραφής του Ratanaruang, αλλά όποιος αντέξει...

Δευτέρα, Μαΐου 08, 2006

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΖΩΗ... ΠΟΥ ΜΑΛΛΟΝ ΚΛΙΝΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΙΚΡΟ


Η "Γλυκόπικρη Ζωή" του κορεάτη Kim Jee-woon είναι ένα ακόμα άψογα σκηνοθετημένο ρεσιτάλ βίας και αίματος, όπως τα αρκετά τελευταία χρόνια μας έχουν συνηθίσει οι ασιάτες δημιουργοί. Ωστόσο εδώ τα πράγματα δεν είναι και τόσο συγκλονιστικά. Φταίει μάλλον το απόλυτα προβλέψιμο και κοινότοπο σενάριο (ο καλύτερος, σκληρότερος και ψυχρός σαν βράχος μπράβος ερωτεύεται την κοπέλα του αιμοσταγούς αφεντικού, με αποτέλεσμα να βρεθούν αντιμέτωποι σ' έναν θανάσιμο αγώνα). Πόσες φορές το έχετε δει;
Η εντυπωσιακή σκηνοθεσία και οι καταιγιστικές σκηνές βίας δεν ξέρω αν μπορούν πλέον να ικανοποιήσουν έναν πιο απαιτητικό θεατή. Όπως και να το κάνουμε, πιστεύω ότι βρισκόμαστε μίλια μακριά από την τριλογία της εκδίκησης ενός Παρκ Τσαν Γουκ, την απίστευτη εναλλαγή βίας και ποίησης ενός Κιτάνο ή ακόμα και από τον πρώιμο σαρωτικό και κιτς ταυτόχρονα Τζον Γου (πρινα αυτός παρακμάσει στην Αμερική). Μήπως τελικά και το ασιατικό σινεμά (μάλλον το πιο ενδιαφέρον αυτή τη στιγμή παγκοσμίως) μπαίνει με τη σειρά του σε μια φάση μανιέρας ή, τέλος πάντων, βίας για τη βία, εφόσον "αυτό ξέρουμε καλύτερα, αυτό πουλάμε";

Σάββατο, Μαΐου 06, 2006

ICE AGE ΞΑΝΑ


Το Ice Age 2 του Carlos Saldanha έχει πολύ όμορφα - εντυπωσιακά σε κάποιες σκηνές - κινούμενα σχέδια, έχει αρκετό χιούμορ, αρκετό σαπένς, το γνωστό σκιουράκι να κυνηγά ξανά το βελανίδι του... όπως, δηλαδή, το πρώτο Ice Age. Κι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά του: ότι όλα είναι όπως στο πρώτο φιλμ. Αυτό άλλωστε είναι και το γενικότερο πρόβλημα του 90% (για να είμαι επιεικής) των Νο 2.
Νομίζω ότι η "επιχείρηση Νο 2" είναι σχεδόν εξ ορισμού χαμένη, τουλάχιστον όσον αφορά το ενδιαφέρον μας (εκτός του ότι δείχνει έλλειψη έμπνευσης πρωτότυπων ιδεών και αποδεικνύει ότι σχεδόν τα πάντα κινούνται γύρω από την επιθυμία να βγάλουμε κι άλλα λεφτά). Ναι, υπάρχουν αρκετές φορές που διασκεδάζω σε ένα σίκουελ (όπως και στο Ice Age). Και πάλι όμως, το στοιχείο της έκπληξης που είναι καθοριστικό στο πρώτο φιλμ, έχει χαθεί...
Άφησα, όπως είδατε, περιθώρια εξαιρέσεων. Οι εξαιρέσεις όμως υπάρχουν για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Δείτε το, αν θέλετε. Θα περάσετε αρκετά καλά. Αλλά θα το έχετε ξαναδεί.
ΥΓ: Από τις πιο καλές σκηνές - έως και τρομακτικές - οι σκηνές με τα κολοσιαία παγόβουνα που καταρρέουν, προξενώντας σχεδόν δέος.

Τετάρτη, Απριλίου 19, 2006

ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ Ή ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ


Η Ανθρωποκτονία του δανού Per Fly (του οποίου τις άλλες δύο ταινίες δεν κατάφερα δυστυχώς να δω), κερδίζει σίγουρα μια θέση μέσα στα 10 καλύτερα φετεινά φιλμ. Βαθειά και πολυεπίπεδη μελέτη της βίας και των αλυσιδωτών επιπτώσεών της σε μια σύγχρονη, ευνομούμενη κοινωνία, ειδωμένη μέσα από την ιστορία ενός ανθρώπου και του περίγυρού του, εξετάζει τόσο τα αδιέξοδα του ανθρώπου αυτού (έξυπνου και προοδευτικού μάλιστα), όσο και ολόκληρης της κοινωνίας που προαναφέραμε. Πρόκειται για μία από τις ευτυχείς περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει επιτευχθεί η άψογη καταγραφή των επιπτώσεων κοινωνικών προβλημάτων πάνω σε ατομικές περιπτώσεις - ή, αν θέλετε, του πώς ένα πολιτικών κινήτρων γεγονός μπορεί να οδηγήσει στην κατάρευση του ήρωα, αλλά και κάποιων άλλων ανθρώπων γύρω του. Δεν υπάρχουν ρητορείες, πολιτικής ή όποιας άλλης φύσης. Τα σχόλια, όπως είπαμε, γίνονται μέσα από την παρακολούθηση ατομικών περιπτώσεων.
Σοβαρή σκηνοθεσία, ιστορία που σε κρατά από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό και εξαιρετική κατάδειξη της πορείας του πρωταγωνιστή προς την απόλυτη παρακμή, ρεαλιστικές καταστάσεις, συνθέτουν μια ταινία που και με πολύ ενδιαφέρον παρακολουθείται, και πολλαπλούς προβληματισμούς και τροφή για σκέψη προκαλεί. Σκεφτόμουν μάλιστα ότι οποιοσδήποτε από τους χαρακτήρες να ήμουν, θα αντιδρούσα με παρόμοιο τρόπο, πράγμα που αποδεικνύει ότι τίποτα απ’ όσα βλέπουμε δεν είναι εξωπραγματικό ή τραβηγμένο.
Τελικά οι δανοί τα κατάφεραν πάλι!
ΥΓ: Αναρωτιέμαι: Αν ο φόνος ενός αστυνομικού προκαλεί όλα αυτά τα πολλαπλά τραύματα στον κοινωνικό ιστό, τι μπορεί να συμβαίνει σε χώρες όπου κυριαρχεί η βία σε καθημερινή βάση;

Κυριακή, Απριλίου 16, 2006

Ο ΥΠΟΚΙΝΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΥΜΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


Ο Spike Lee είναι άνισος σκηνοθέτης. Έχει κάνει πολύ καλές και πολύ μέτριες ταινίες - με έντονη τάση για δημαγωγία σ' αυτές τις τελευταίες. Το Inside man είναι από τις πολύ καλές του. Το κλασσικό θέμα της ληστείας τράπεζας, που έχουμε δει χιλιάδες φορές στο σινεμά, εδώ γνωρίζει μια από τις πιο ευρηματικές εκδοχές του. Σφιχτός ρυθμός, που σε κρατά από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, απρόσμενες ανατροπές - όχι όμως εξωπραγματικές και αναληθοφανείς, όπως συχνά συμβαίνει τελευταία - έξυπνο και πρωτότυπο σενάριο, καλές ηθοποιίες και κάμποση κριτική στην αμερικάνικη διαφθορά και τις βρώμικες βάσεις του συστήματος, ανανεώνουν το ενδιαφέρον για ένα τόσο τετριμμένο θέμα, για το οποίο θα πιστευαμε ότι τίποτα άλλο πια δεν μπορεί να προστεθεί.
Όσο για το εντυπωσιακό καστ (Ντέντζελ Ουάσινγκτον, Κλάιβ Όουενς, Τζόντι Φόστερ, Γουίλεμ Νταφόε, Κρίστοφερ Πλάμερ), χρησιμοποιείται για να ενσαρκώσει ουσιαστικούς, διακριτούς ρόλους, και όχι σαν μια γελοία παρέλαση σταρς, μόνο και μόνο για να λέμε ότι έχουμε ένα "all stars cast" (βλέπε τα διάφορα Ocean's 11, 12 και δεν συμμαζεύεται...)

Τετάρτη, Απριλίου 12, 2006

Ο ΒΕΝΣΑΝ ΚΑΣΕΛ ΩΣ "ΣΑΤΑΝΑΣ"


Το Sheitan του πρωτοεμφανιζόμενου Kim Chapiron είναι ταινία φτιαγμένη μάλλον για να ερμηνεύσει ο Β. Κασέλ (ο οποίος είναι και παραγωγός) τον ομώνυμο ρόλο, σε ένα ρεσιτάλ παράνοιας. Απο τις πιο "άρρωστες" ταινίες της χρονιάς - και με μια ελαφρά δόση μαύρου χιούμορ - δημιουργεί μέχρι τη μέση μια έντονα αγχωτική ατμόσφαιρα (όπου όμως στην ουσία δεν γίνεται τίποτα το φρικιαστικό), μέχρι που η βία ξεσπά στο δεύτερο μέρος. Φοβερή η επιλογή φατσών, που από μόνες τους αρκούν να δημιουργήσουν το ζητούμενο νοσηρό κλίμα... και να πάρετε για πάντα από φόβο τη γαλλική επαρχία. Σίγουρα ασυνήθιστη ταινία για τα δεδομένα του είδους, με έναν υπερβολικό Βενσάν Κασέλ που ή τον λατρεύετε ή τον βαριέστε, ωστόσο δεν είναι και για χόρταση...
Δείτε την περισσότερο ως ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο παρά ως μια όντως καλή ταινία.
ΥΓ: Εννοείται πως ό,τι θετικό έχω πει μέχρι τώρα για το φιλμ απευθύνεται αποκλειστικά στους φανς του είδους. Οι υπόλοιποι θα φύγουν κάπου στη μέση.

Δευτέρα, Απριλίου 10, 2006

ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ "ΟΤΑΝ ΦΟΥΣΚΩΝΕΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ"... ΦΤΑΝΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΝΕΙ


Στη 2η ταινία που είδα στο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, "Όταν φουσκώνει η θάλασσα" της Yolande Moreau και του Gille Porte, τα πράγματα ήταν σαφώς καλύτερα από την ανεκδιήγητη "Βασιλική Οικογένεια" (Palais Royale), πλην όμως όχι απόλυτα ικανοποιητικά. Διηγείται έναν απρόβλεπτο και αταίριαστο έρωτα στην επαρχία, ανάμεσα σε μια μεσήλικα (και παντρεμένη) πλανόδια ηθοποιό και έναν τύπο του οποίου οι συνθήκες διαβίωσης είναι λίγο καλλίτερες από αυτές ενός κλοσάρ. Σίγουρα το φιλμ διαθέτει πολλή τρυφερότητα και ευαισθησία, και υπάρχουν στιγμές που προκαλεί αληθινή συγκίνηση χωρίς, ευτυχώς, να πέφτει στο μελό. Η γκρίζα ζωή της γαλλικής ή βελγικής (και κάθε) επαρχίας, η μοναξιά του πρωταγωνιστή, η ζωή του πλανόδιου, όλα είναι εδώ. Και μετά αρχίζουν τα προβλήματα: Η ταινία εξαντλείται κάπου στη μέση και μετά αρχίζει να επαναλαμβάνεται. Γίνεται έτσι μάλλον βαρετή - αν και διανθίζεται από μερικές καλές στιγμές. Αν της έλειπαν 20 λεπτά (για να μην πω παραπάνω), τότε θα ήταν μια καλή ταινία. Αλλά μια καλή ταινία ΟΧΙ μεγάλου μήκους.
Δεν ξέρω αν φταίω εγώ και ένα σχετικό κινηματογραφικό overdose ή αν όντως έτσι συμβαίνει, νομίζω όμως ότι αυτό που όλο και συχνότερα με χαλάει σε ταινίες κάθε προέλευσης είναι η αδικαιολόγητα μακρά (κατά τη γνώμη μου) διάρκειά τους. Είναι μήπως δείγμα της εποχής η φλυαρία;

Πέμπτη, Απριλίου 06, 2006

O ΟΠΩΣ ORWELL, V ΟΠΩΣ VENDETTA


Ομολογώ ότι πήγαινα να το δω αρνητικά προκατειλημμένος. Αφ' ενός είμαι φαν του κόμικς απ' όπου προέρχεται και του Alan Moore γενικότερα, αφ' ετέρου δεν είμαι ιδιαίτερα φαν των παραγωγών αφών Γουακόφσκι (ή Γουατσόφσκι), των Matrix τους και του σεναριογράφου τους James McTeigue, που εδώ είναι σκηνοθέτης. Είχα υποστεί και την τραυματική εμπειρία του ανεκδιήγητου League of Extraordinary Men, της απόλυτης κατακρεούργησης κόμικς του Moore, είναι και το εξαιρετικά "επικίνδυνο" στην εποχή μας θέμα (τρομοκρατία, αντίσταση) οπότε... καταλαβαίνετε...
Ευτυχώς διαψεύστηκα. Η ταινία V for Vendetta, αν μη τι άλλο, είναι τίμια, αρκετά πιστή στο πρωτότυπο και - ω του θαύματος - αρκετά προχωρημένη στις πολιτικές της θέσεις. Θέλει τόλμη (στην εποχή μας, το ξαναλέω) να έχεις ως ήρωα και ως θετικό χαρακτήρα έναν τρομοκράτη, που βάζει βόμβες στο Κοινοβούλιο ή στα Δικαστήρια. Βέβαια οι πράξεις αυτές δικαιολογούνται και μπαίνουν στο απυρόβλητο εφόσον ο V αγωνίζεται εναντίον ενός απόλυτα φασιστικού μελλοντικού βρετανικού καθεστώτος, οπότε τα πράγματα γίνονται πολιτικά ευκολότερα (και ο Σημίτης έβαζε βόμβες κατά τη δικτατορία), αλλά και πάλι, το να θίξεις το καυτό αυτό θέμα σήμερα, με τους αναπόφευκτους συνειρμούς που προκαλεί, σίγουρα απαιτεί τόλμη. Αφείστε που οι συνειρμοί που λέγαμε, εκτός από την τρέχουσα τρομοϋστερία, εύκολα ξεστρατίζουν και προς ένα πολιτικά ζοφερό μέλλον που πιθανόν καραδοκεί (αν κρίνουμε από την Αμερική τουλάχιστον). Άλλωστε και το κόμικς, όταν γράφτηκε, αντανακλούσε τη γκρίζα θατσερική περίοδο της Βρετανίας...
Κατά τα άλλα, η σκοτεινή του ατμόσφαιρα διατηρείται στο ακέραιο, οι αλλαγές είναι μικρές και όχι ουσιώδεις κατά τη γνώμη μου, οι σκηνές εντυπωσιακής βίας είναι λίγες και σε σημεία που χρειάζονται, χωρίς σε καμία περίπτωση να γίνονται αυτοσκοπός και απλή επίδειξη εφετζίδικων δυνατοτήτων, οι ηθοποιοί είναι μια χαρά (τελικά είναι καλτ μορφή ο Στίβεν Ρία), οπότε ας μην παραπονιόμαστε. Όλα πήγαν κατ' ευχήν.
Προς μεγάλη μου έκπληξη...

Κυριακή, Απριλίου 02, 2006

Η "ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΖΩΗ" ΗΤΑΝ ΠΑΝΤΑ ΒΑΡΕΤΗ


Η ταινία της Valerie Lemercier "Palais Royale" (Βασιλική Ζωή όπως "μεταφράζεται" στα καθ' ημάς) που προβλήθηκε την πρώτη μέρα του Φεστβάλ Γαλλόφωνου Κιν/φου είναι μια από τις πλέον βαρετές που έχω δει τα τελευταία χρόνια. Κωμωδία υποτίθεται, σάτιρα της βασιλικής ζωής, ασχολείται με την καθημερινότητα και τις ίντριγκες της εν λόγω οικογένειας ενός φανταστικού ευρωπαϊκού κράτους, πλην όμως το χιούμορ είναι επιεικώς κρύο, η πλοκή παιδαριώδης - μάλλον θυμίζει παλιό ελληνικό σινεμά της Φίνος Φιλμ - και το τέλος άγαρμπο, καθώς δεν ταιριάζει με την μέχρι τότε δομή(;) της ταινίας. Οι προφανείς αναφορές στη Νταϊάνα και τη συνομωσιολογία που έχει αναπτυχθεί γύρω απ' αυτήν συναντούν τον... Άμλετ σε μια προσπάθεια για κωμωδία που με το ζόρι αποσπά μερικά χαμόγελα. Α, ναι, παίζει και η Κατρίν Ντενέβ (τι ανάγκη έχει τώρα αυτή να παίζει σε τέτοιες ταινίες... έ, την ίδια που έχει και ο Ντε Νίρο να παίζει σε αντίστοιχες αμερικάνικες).
Το Φεστιβάλ δεν ξεκίνησε και πολύ καλά...

Τετάρτη, Μαρτίου 29, 2006

ΚΑΘΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΥΤΟ ΤΡΟΜΟ


Η "Κάθοδος" του άγνωστού μου Neil Marshall είναι ίσως η καλύτερη φετινή ταινία καθαρού τρόμου - και μια από τις καλές των τελευταίων χρόνων, που το είδος βρίσκεται σαφώς σε παρακμή. Κλειστοφοβικό, απαισιόδοξο, σκοτεινό, ειδεχθώς σπλάτερ, έχει όλα τα στοιχεία που κάνουν μια καλή ταινία του είδους και διώχνουν από την αίθουσα όσους δεν είναι εξοικειωμένοι μ' αυτό. Στις πρωτοτυπίες της και το ότι παίζουν μόνο γυναίκες - καθώς και οι μεταξύ τους σχέσεις, που δίνουν ένα παράλληλο σεναριακό ενδιαφέρον. Πάντως μετά το τέλος της, οι επίδοξοι σπηλαιολόγοι και οι λάτρεις των extreme σπορ και της άγριας, παρθένας φύσης μάλλον θα αισθανθούν ανησυχία για τις αγαπημένες τους ασχολίες. Στα ανεξερεύνητα υπόγεια σπήλαια, δεν καραδοκούν μόνο οι κίνδυνοι του να χαθείς ή των κατολισθήσεων...
Προσοχή: Συνίσταται μόνο σε λάτρεις του είδους. Οι υπόλοιποι ας διαλέξουν κάτι άλλο.

Κυριακή, Μαρτίου 26, 2006

Ο ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΟΣ κ. ΚΑΠΟΤΕ


Η όντως αντιφατική προσωπικότητα του Τρούμαν Καπότε σκιαγραφείται θαυμάσια στην ομώνυμη ταινία του (πρωτοεμφανιζόμενου νομίζω) Bennett Miller. Ο συγγραφέας, εγωπαθής, ομοφυλόφιλος, έξυπνος, ταλαντούχος, ευαίσθητος και αδίστακτος, κάτι μεταξύ Ορσον Ουέλες και Γουόρχολ με περισσότερα κοινά με τον δεύτερο, ένα είδος πόρνης των media της εποχής του και σούπερ σταρ κοσμικών εκδηλώσεων, εμπλέκει τη ζωή του με τρόπο αντιφατικό (σαν την προσωπικότητά του άλλωστε) με έναν θανατοποινίτη που σκότωσε εν ψυχρώ μια οικογένεια. Το ενδιαφέρον της ταινίας (η οποία, σημειωτέον, είναι μάλλον αργή και χωρίς κορυφώσεις) βρίσκεται ακριβώς στο είδος αυτής της εμπλοκής. Πρόκειται ταυτόχρονα για μια κυνική εκμετάλλευση του δολοφόνου, ώστε να αποκαλύψει τα πάντα και να γραφεί έτσι ένα φοβερό βιβλίο, αλλά και για μια ειλικρινή, βαθειά συμπάθεια, που όταν αυτός εκτελείται, οδηγεί τον συγγραφέα σε κατάθλιψη από την οποία, όπως φαίνεται, δεν συνήλθε ποτέ απόλυτα.
Αξίζει να δείτε το Capote, τόσο για την ηθοποιία του Σέιμουρ Χόφμαν, όσο και για τον τονισμό της αντιφατικότητας κάποιων καταστάσεων και πραγμάτων (ανάμεσα στα οποία η τέχνη, φυσικά, έχει την πρωτοκαθεδρία). Ή για να δείτε πώς είναι δυνατόν η χυδαία λογική της Espresso να συναντά την υψηλή τέχνη...

Τετάρτη, Μαρτίου 22, 2006

ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΟΝΤΑΣ ΛΑΘΗ

Προφανώς κάτι περίεργο έκανα - χωρίς να το καταλάβω - και 2 από τα πρόσφατα κείμενα εμφανίστηκαν χωρίς τη δυνατότητα σχολιασμού. Δεν είχα τέτοια πρόθεση, αλήθεια σας λέω. Ακόμα ψάχνω τον ξένο δάκτυλο που υπονόμευσε την δημοκρατία στο blog μου. Αν λοιπόν διακαώς επιθυμείτε να σχολιάσετε τους "Παραγωγούς" ή το Tsotsi, κάντε το ελεύθερα "πατώντας" πάνω στα σχόλια άλλων ταινιών ("Syriana" ή "Το Κακό").
Δεν θα επαναληφθεί (ελπίζω...)

Τρίτη, Μαρτίου 21, 2006

ΤΡΕΛΛΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ, ΤΡΕΛΛΕΣ ΑΠΟΤΥΧΙΕΣ


Οι "Τρελλοί Παραγωγοί" της Susan Stroman είναι ριμέικ της ομώνυμης πρώτης ταινίας του Μελ Μπρουκς (γύρω στο 1970), με τους φοβερούς Ζίρο Μόστελ και Τζιν Γουάιλντερ, οι οποίοι, ως παραγωγοί του Μπροντγουέι, προσπαθούν συνειδητά να κάνουν τη μεγαλύτερη αποτυχία που έγινε ποτέ. Μόνο που δεν πρόκειται ακριβώς για ριμέικ της ταινίας, αλλά του μιούζικαλ του Μπρόντγουει (επιτυχημένο όπως έμαθα) που βασίστηκε στην ταινία. Έχουμε λοιπόν ένα καθαρό μιούζικαλ - πλήν όμως η παλιά ταινία υπερτερεί σε όλα τα επίπεδα. Οι Νέιθαν Λέιν και Μάθιου Μπρόντερικ, που ενσαρκώνουν τους βασικούς χαρακτήρες, παίζουν υστερικά - ουρλιάζοντας σχεδόν -, η Ούμα Θέρμαν έχει διακοσμητικό ρόλο (οι ερωτικές - τραγουδιστικές σκηνές της με τον Μπρόντερικ είναι από τις πιο βαρετές) και η ταινία είναι αδικαιολόγητα μεγάλη, κάνοντας εξ ίσου μεγάλη κοιλιά, ενώ αρκετό από το χιούμορ της είναι επιπέδου σύγχρονης ελληνικής επιθεώρησης (για να μην πω Σεφερλή). Μένουν μερικές αστείες σκηνές, κυρίως προς το τέλος, όταν ανεβάζεται το περίφημο σούπερ κιτς ναζιστικό μιούζικαλ και ο ανεκδιήγητος γκέι σκηνοθέτης-πρωταγωνιστής γελοιοποιεί απόλυτα (άθελά του) τον Χίτλερ, καθώς και λίγες ακόμα σκόρπιες.
Όπως στο 90% των ρικέικ, προτιμείστε την παλιά ταινία.
ΥΓ1: Επιτέλους, τόση έλλειψη έμπνευσης στο σύγχρονο Χόλιγουντ; Οι μισές παραγωγές του είναι πλέον ριμέικ ή μεταφορές παλιών κόμικς στην οθόνη...
ΥΓ2: Έμαθα ότι η ταινία δεν βρήκε ελληνική διανομή. Μην στενοχωρηθείτε πολύ. Μικρό το κακό.

Κυριακή, Μαρτίου 19, 2006

ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ "ΚΑΚΟ"


Το "Κακό" του Γιώργου Νούσια είναι το πρώτο αμιγές ελληνικό σπλάτερ. Και μόνο γι' αυτό αξίζει να κραυγάσουμε ένα βροντερό "επιτέλους"! Επίσης έχει χαβαλέ, και πολύ καλά κάνει, αφού είναι μια ταινία που έγινε γι' αυτόν ακριβώς το λόγο. Βλέποντάς την ως τέτοια, θα περάσετε καλά. Όπως έμαθα ο δημιουργός της είναι φαν του είδους (φαίνεται άλλωστε) και η αγάπη του για το low budget και για την πλάκα που υποβόσκει ακόμα και σε "σοβαρές" ταινίες του είδους είναι σαφής. Τέλος, είναι πλημμυρισμένη από σπλάτερ εφφέ (οι αδελφοί Αλαχούζοι έκαναν επιτέλους αυτό που πάντα γούσταραν).
Από εκεί και πέρα, προβλήματα υπάρχουν. Κακή ηθοποιία (αυτό δεν πειράζει, αποτελεί έναν από τους κρυφούς κώδικες του είδους), μη πιστευτές αντιδράσεις των χαρακτήρων και, γενικά, αρκετά σεναριακά λάθη και ευκολίες. Ακόμα και ως low budget, αρκετά πράγματα θα μπορούσαν να προσεχτούν περισσότερο (σεναριακά πάντοτε).
Εδιαφέρον το σημείο όπου στην πρώτη μαζική σφαγή ζόμπι από τους λίγους επιζήσαντες στο εστιατόριο, οι τελευταίοι (οι επιζήσαντες δηλαδή), παρά το ότι είναι "κανονικοί", καθημερινοί άνθρωποι, απολαμβάνουν απίστευτα τη σφαγή, δείχνοντας υπερβολικό ζήλο και γουστάροντας το ρόλο του θύτη. Γίνεται έτσι ένα σχόλιο πάνω σε ό,τι κρύβουμε επιμελώς μέσα μας, παρά την "νορμάλ" ζωή των περισσότερων από μας. Ωραία κινηματογραφημένη, τέλος, η νεκρή Αθήνα, όπως ελάχιστες (ίσως και καμία) φορές την έχουμε δει στο σινεμά.

O TSOTSI ΚΑΙ ΟΙ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥ


Η νοτιοαφρικάνικη ταινία Tsotsi του Gavin Hood, πέρα από την ιστορία ενός ανήλικου εγκληματία και του σταδιακού εξανθρωπισμού του χάρη σ' ένα βρέφος που βρίσκει, αφηγείται πριν απ' όλα την εφιαλτική ζωή στις παραγκουπόλεις - γκέτο στην ουσία - του Γιοχάνεσμουργκ. Αυτές είναι και ο αληθινός πρωταγωνιστής της. Η εικόνα της μεγαλούπολης με τους γυαλιστερούς ουρανοξύστες, η γυμνή no man's land που μεσολαβεί και στη συνέχεια η κόλαση των χαμόσπιτων από λαμαρίνες, δίχως ηλεκτρικό και νερό που ακολουθεί, είναι πραγματικά συγκλονιστική. 'Οπως συγκλονιστικά είναι και τα αβίαστα συμπεράσματα που βγαίνουν. Απο εναν τέτοιο ακραίο διαχωρισμό, μόνο εγκληματικότητα, βία και δυστυχία μπορούν να γεννηθούν. Μεταφέρετε τώρα την εικόνα αυτή σε παγκόσμια κλίμακα, όπου τον ρόλο των εξαθλιωμένων παραγκουπόλεων παίζει ο τρίτος κόσμος και της μεγάλης πόλης η δύση, και θα έχετε μια πρώτη απάντηση για όσα συμβαίνουν σήμερα -και θα συμβούν πολύ εντονότερα στο μέλλον.
Κατά τα άλλα, η ταινία είναι συμπαθητική, αρκετά καλά γυρισμένη, με ένα παράξενο, κοκκινωπό χρώμα να κυριαρχεί, αλλά με κάπως αδύναμο στόρι. Πιστεύω όμως ότι αξίζει κανείς να τη δει και μόνο για τη ντοκιμαντερίστικη δύναμή της. Η μουσική, ένας πολύ ιδιαίτερος αφρικάνικος χιπχοποειδής ήχος, είναι ένας άλλος πρωταγωνιστής - αποκάλυψη.
Όπως καταλάβατε, το όλο κλίμα θυμίζει αρκετά τη θαυμάσια "Πόλη του θεού", χωρίς όμως σε καμία περίπτωση να την φτάνει. Σκεφτείτε όμως - μιλώντας και πάλι κοινωνικά - πόσο πολύ μοιάζουν τα πράγματα σε δύο τόσο διαφορετικές γωνιές του πλανήτη, τη Νότια Αφρική και τη Βραζιλία, και θα καταλάβετε το μέγεθος του προβλήματος.

Τρίτη, Μαρτίου 14, 2006

ΧΑΩΔΗΣ SYRIANA


Οι προθέσεις είναι άριστες. Τα πυρά σημαδεύουν πολύ υψηλούς στόχους - την ίδια την καρδιά του αμερικάνικου (και καπιταλιστικού γενικότερα) συστήματος. Η ίδια η ταινία όμως, η Syriana, βλέπεται πολύ δύσκολα, κουράζει, μπερδεύει. Ο Stephen Gaghan προσπαθεί να τα πει όλα, μόνο που το κάνει όσο πιο μπερδεμένα γίνεται. Επιχειρεί να μιμηθεί τη δομή του Traffic, αλλά κατακερματίζει τόσο πολύ το παζλ, που μετά είναι εξαιρετικά δύσκολο να το συναρμολογήσεις ξανά. Από ένα σημείο και πέρα ο θεατής εγκαταλείπει - φοβάμαι - την προσπάθεια να καταλάβει ποιος δουλεύει για ποιον, ποιος συνωμοτεί ενάντια σε ποιον, ποιο ακριβώς είναι το νομικό κόλπο που προσπαθεί να ακολουθήσει ο κάθε βρώμικος εμπλεκόμενος.
Ωστόσο το γενικό νόημα βγαίνει. Ακόμα κι αν πάψεις να πασχίζεις και αφεθείς χωρίς να σε νοιάζουν οι πολύπλοκες ίντριγκες, ο αντιαμερικανισμός είναι ξεκάθαρος, η αποκάλυψη της βρωμιάς του συστήματος σαφής. Όλοι είναι αδίστακτοι, όλοι πατάνε σε πτώματα για να κερδίσουν - εταιρείς, κυβερνήσεις, μυστικές υπηρεσίες - και οι λαοί δυστυχούν. Έξυπνη η αντιπαράθεση των κτηνωδών ισχυρών με τους τριτοκοσμικούς που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και, μοιραία, προσχωρούν στον μουλάδικο φασισμό και στρέφονται στην τρομοκρατία. Η κατάδειξη του μηχανισμού που μετατρέπει έναν συνηθισμένο άνθρωπο σε φανατικό έτοιμο να πεθάνει τινάζοντας τους εχθρούς στον αέρα, είναι από τα καλά σημεία της ταινίας.
Έχουμε λοιπόν την σπάνια περίπτωση μιας ταινίας που, ενώ συμφωνώ απόλυτα μαζί της, δεν μου άρεσε. Αξίζει πάντως να αναρωτηθεί κανείς πώς το Χόλιγουντ γυρίζει τέτοιες ταινίες, τόσο τολμηρές και, τελικά, αντιαμερικάνικες. Μήπως τελικά ισχύει η ρήση που θέλει τον καπιταλισμό να "πουλά το σκοινί που θα τον κρεμάσει" (προκειμένου να βγάλει λεφτά); Ή μήπως έχει πολύ καλά καταλάβει (ο καπιταλισμός) ότι σε τελική ανάλυση το σκοινί (ο κινηματογράφος στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τέχνη γενικότερα) είναι αδύνατο και ουσιαστικά δεν είναι σε θέση να κρεμάσει κανέναν;

Σάββατο, Μαρτίου 11, 2006

ΜΟΝΑΧΟ(Σ)


Το Μόναχο του Steven Spielberg κατ' αρχήν με κούρασε με την αδικαιολόγητα, κατά τη γνώμη μου, μακρά διάρκειά του. Ενδιαφέρον είχε η "ξεθωριασμένη" φωτογραφία, που θύμιζε όντως φιλμ των αρχών των 70ς, πλην όμως κι αυτή, επί τρεις ώρες, συνέβαλλε κάπως στην κούραση που σας έλεγα. Παρ' όλα αυτά και καλές στιγμές διέθετε και έναν ερεθιστικό προβληματισμό μου άφησε συνολικά.
Ένα τέτοιο φιλμ όμως, είναι, φοβάμαι, "καταδικασμένο" από την αρχή να συζητιέται όχι τόσο για τις όποιες κινηματογραφικές αρετές του, όσο για την ιδεολογία του. Κι εδώ είναι που δίχασε το κοινό όσο πολύ λίγες φετινές ταινίες. Προσωπικά λοιπόν δεν το βρήκα τόσο φιλοϊσραηλινό όσο φοβόμουν και όσο άκουσα πολλούς να φωνάζουν σκίζοντας τα ιμάτιά τους. Σίγουρα οι ήρωες ήταν ισραηλινοί, από τη δική τους σκοπιά δειχνόταν το όλο θέμα, αλλά και η παλαιστινιακή άποψη εκφραζόταν καθαρά (θυμηθείτε τον παθιασμένο - αλλά όχι εθνικιστικό - λόγο του παλαιστίνιου τρομοκράτη στην Αθήνα για το τι σημαίνει τελικά να μην έχεις πατρίδα κι ότι μπροστά σ' αυτό όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα), σκεφτείτε και τον φανατικό εβραίο της ομάδας που θέλει να καθαρίσει κάθε μη εβραϊκό ον που κουνιέται, ο οποίος μόνο αρνητικά μπορεί να ειδωθεί. Εβραίοι ήρωες λοιπόν, αλλά σχετικά ισορροπημένη ματιά.
Αυτό που μου άρεσε πολύ όμως - και είναι γενικότερο από την αραβοϊσραηλινή διαμάχη - είναι το τελευταίο τέταρτο της ταινίας, όπου η αποστολή έχει τελειώσει και ο ήρωας μπορεί να επιστρέφει σπίτι και... τότε αρχίζουν τα αληθινά προβλήματα γι' αυτόν. Δεν θυμάμαι ποτέ στο σινεμά να έχει δειχτεί με τόσο ρεαλιστικό τρόπο ένα προφανές γεγονός: Αν ένας άνθρωπος (ανεξαρτήτως εθνικότητας και στρατοπέδου) αποφασίσει (από μαλακία κατά την προσωπική μου γνώμη) να γίνει πράκτορας και βρίσκεται επί 2 χρόνια στην τσίτα, σκοτώνοντας συνεχώς, φοβούμενος και τη σκιά του, μετακινούμενος ασταμάτητα από τόπο σε τόπο και αλλάζοντας διαρκώς ταυτότητες, ε, τότε, ακόμα κι αν όλα τελειώσουν, ποτέ πια δεν θα είναι ένας κανονικός άνθρωπος. Θα έχει σαλτάρει για τα καλά και αυτό που θα έχει χαραχτεί ανεξίτηλα από την προηγούμενη ζωή του θα είναι, ακριβώς, το να φοβάται και τη σκιά του. Από εκεί και πέρα, αντίο ευτυχία. Θα υποψιαζεται με παρανοϊκό τρόπο τους πάντες και τα πάντα, ακόμα και στο σεξ θα βλέπει εχθρούς... Δεν έχει να κάνει με τύψεις - καμία σχέση. Έχει να κάνει με κοινη παράνοια. Αν το καλοεξετάσουμε, χαρακτήρες όπως, ας πούμε, ο Τζέιμς Μποντ ή διάφοροι παρόμοιοι σούπερ, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υπάρχουν in real life. Όχι μόνο επειδή κανείς δεν μπορεί να έχει τις φοβερές ικανότητές τους, αλλά διότι, ζώντας τόσο καιρό με τεντωμένα νεύρα θα είχαν καταλήξει με μαθηματική ακρίβεια σε κάποιο ψυχιατρείο. Αυτό για μένα ήταν το καλύτερο σημείο του φιλμ κι αυτό που κατάφερνε να εκφράσει μια γενική αηδία για όλη αυτή τη βία - και την κρατική τρομοκρατία ιδιαίτερα, αφού αυτού του είδους η βία πρωταγωνιστούσε.
Πιστεύω πάντως ότι ποτέ πια δεν θα ξαναδούμε έναν καθαρά διασκεδαστικό Σπίλμπεργκ, στο στυλ των Ιντιάνα Τζόουνς, του ΕΤ ή των Στενών Επαφών...
Και μια τελευταία απορία - που αφορά μία από τις αρκετές σεναριακές αφέλειες της ταινίας. Ποιοί ήταν επιτέλους, ρε παιδιά, αυτοί οι φοβεροί γάλλοι αναρχικοί, με το απίστευτο πατριαρχικό σύστημα, που τα ήξεραν όλα, απαντούσαν σε κάθε ερώτηση και βρίσκονταν χωμένοι παντού;

Τρίτη, Μαρτίου 07, 2006

BROKEBACK MOUNTAIN: ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΟΥΜΠΟΪΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ...


Αρχικά θαύμασα την ευαισθησία της πολυσυζητημένης ταινίας του Ang Lee. Οι σκληροτράχηλοι κάουμπόις του Brokeback Mountain μπορούν να ερωτευθούν (και μάλιστα μεταξύ τους) κι αυτό μπορεί να κρατήσει μια ζωή. Αν η σχέση αυτή δεν ήταν τόσο απαγορευμένη, η ταινία δεν θα ήταν παρά ένα ακόμα μελό. Ωστόσο η αξία και η "εξυπνάδα" της έγκειται στην καταγραφή ενός τόσο ασφυκτικού κοινωνικού περίγυρου, ώστε ακόμα και η παραμικρή σκέψη αποκάλυψης να καθίσταται αδιανόητη. Έτσι το δράμα που έρχεται είναι απόλυτα δικαιολογημένο: Καμιά διέξοδος δεν μπορεί να υπάρχει στον αμερικάνικο νότο (και μάλιστα 40 χρόνια πριν). Και, ως γνωστόν, τα αδιέξοδα οδηγούν πάντα σε καταστροφή...
Γι' αυτό, κατά τη γνώμη μου, πέρα από την σταδιακή δόμηση των χαρακτήρων των δύο ηρώων και την παρακολούθηση της πορείας της ζωής τους, αληθινός πρωταγωνιστής της ταινίας είναι το περιβάλλον: Η μιζέρια, η πληκτικότητα, ο αβάσταχτος συντηρητισμός, η σκληρότητα και το απίστευτο κιτς που βασιλεύει - και μάλιστα για 20 χρόνια, αφού φτάνουμε μέχρι τις αρχές των 80ς. Είναι σαν η έκρηξη της δεκαετίας του 60, οι χίπις, ο ελεύθερος έρωτας, η πολιτικοποίηση, η έκρηξη του πανκ αργότερα και τόσα άλλα καυτά γεγονότα και καταστάσεις, να μην άγγιξαν καθόλου τα μέρη αυτά, να πέρασαν ξόφαλτσα αφήνοντάς τα να κοιμούνται τον (γεμάτο εφιάλτες και καθόλου μακάριο) ύπνο τους. Να λοιπόν το αληθινό δράμα!
Πολύ καλός ο Χιθ Λέτζερ, καθώς και η σύζυγός του. Και μια προειδοποίηση: Η ταινία δεν διαθέτει σχεδόν καθόλου δράση (ούτε τολμηρές ερωτικές σκηνές). Αρκείται στην καθημερινή καταγραφή του παράλληλου δράματος των δύο ηρώων. Κι αν στο τέλος συγκινηθείτε, αυτό θα έρθει από μόνο του, χωρίς εντυπωσιακές κορυφώσεις.

Τετάρτη, Μαρτίου 01, 2006

Ο ΤΙΓΡΗΣ, ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΚΑΙ ΤΟ ΣΙΡΟΠΙ


Ο Roberto Benigni το έκανε πάλι. Ένας ακόμα ύμνος στον έρωτα, στην ανθρωπιά, στην αγάπη, την ποίηση κι όλα τα σχετικά. Καλά είναι αυτά, δεν λέω, αλλά όπως εκφράζονται από τον πάλαι ποτέ ξεκαρδιστικό κωμικό καταντάνε να λιγώνουν τον θεατή. Κάτι σαν να έχεις φάει ολομόναχος ένα τεράστιο ταψί μπακλαβά. Προφανώς η αντίρηση δεν βρίσκεται στον μπακλαβά καθ' εαυτόν (μια χαρά είναι), αλλά στην ποσότητά του...
Στο πρώτο μισό της ταινίας "Ο Τίγρης και το Χιόνι" όντως ένοιωθα μπουχτισμένος, δεν άντεχα τόσον έρωτα, τόσο ρομαντισμό. Στη συνέχεια τα πράγματα βελτιώθηκαν κάπως, υπήρχε και η ανατροπή στο τέλος (που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά), αλλά εξακολουθώ να θεωρώ το σύνολο overdose.
Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο Μπενίνι απομακρύνεται όλο και πιο πολύ από την καθαρή κωμωδία των πρώτων ταινιών του (θεωρώ από τις πιο αστείες ταινίες τον Διαβολάκο και διασκέδασα πολύ και στο Τέρας), πασχίζοντας να γίνει, όπως έγραψε κάποιος κριτικός, "ο Τσάπλιν των καιρών μας". Κρίμα, γιατί στην κωμωδία τα κατάφερνε καλύτερα.
Και μια ιδεολογική αντίρηση: Η μισή ταινία, που διαδραματίζεται στο σύγχρονο Ιράκ, βγάζει όντως ένα έντονα αντιπολεμικό αίσθημα κι αυτό είναι καλό. Όμως ο Μπενίνι αρνείται να πάρει οποιαδήποτε θέση για τον συγκεκριμένο πόλεμο, έναν από τους πιο βρώμικους των τελευταίων δεκαετιών. Είναι σαν να πήγε εκεί και, τυφλωμένος από έρωτα, να μην κατάλαβε απολύτως τίποτα. Θα μπορούσαν οι εμπόλεμοι να είναι πραγματικά οπιοιδήποτε. Ούτε λέξη για εισβολή. Μα τότε θα μπορούσε κάλλιστα να τοποθετήσει ως πλαίσιο του δραματικού έρωτά του έναν φανταστικό πόλεμο, ανάμεσα σε δύο φανταστικά έθνη. Το αντιπολεμικό κλίμα, που προφανώς αποκλειστικά τον ενδιέφερε να περάσει, θα έβγαινε το ίδιο καλά.