Ο νορβηγός Eskil Vogt είναι κυρίως σεναριογράφος. Το 2014 κάνει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του "Blind" (Στο Σκοτάδι), με ενδιαφέροντα μεν, όχι όμως εξαιρετικά κατά τη γνώμη μου αποτελέσματα.
Μια 35άρα όμορφη γυναίκα χάνει την όρασή της. Μην έχοντας κουράγιο να αντιμετωπίσει τον "έξω κόσμο" καθηλώνεται στο σπίτι της παρά τις προσπάθειες του άντρα της να την βγάλει από την απομόνωσή της. Πώς είναι όμως η εσωτερική ζωή της γυναίκας αυτής όταν μένει μόνη στο σπίτι, συνήθως καθισμένη σε μια πολυθρόνα;
Η ταινία ξεκινά "ρεαλιστικά", σύντομα όμως το πράγμα ξεφεύγει. Στην ιστορία εντάσσεται μια άλλη γυναίκα, χωρισμένη με παιδί, η οποία επίσης χάνει βαθμιαία το φως της, ένας μοναχικός τύπος, ηδονοβλεψίας και εθισμένος στο ιντερνετικό πορνό, ο σύζυγος της γυναίκας και οι εκτός σπιτιού δραστηριότητές του και οι σχέσεις όλων αυτών μεταξύ τους - όπως και με την αρχική τυφλή γυναίκα. Από ένα σημείο αντιλαμβανόμαστε ότι όσα βλέπουμε δεν είναι η πραγματικότητα. Η τυφλή γυναίκα προσπαθεί να γράψει ένα βιβλίο.Πολλά από όσα βλέπουμε είναι σκηνές από την πλοκή του και φαντασιώσεις της ίδιας. Γρήγορα αλήθεια, πλοκή βιβλίου, φαντασία μπερδεύονται, οι ίδιοι άνθρωποι εμφανίζονται σε διαφορετικούς ρόλους, σκηνές επαναλαμβάνονται με διαφορετική εξέλιξη. Τι είναι αλήθινό και τι φανταστικό και πού βρίσκονται τα όριά τους (αν υπάρχουν); Τελικά η ταινία μιλά για τον ψυχικό, τον εσωτερικό κόσμο μιας τυφλής, για όσα συμβαίνουν στο μυαλό της. Όχι για όσα συμβαίνουν πραγματικά γύρω της.
Η βασική παρατήρηση που πρέπει να έχετε υπ' όψιν σας είναι ότι παρά το "σκοτεινό" (κυριολεκτικά και μεταφορικά) θέμα της, η ταινία δεν είναι καταθλιπτική. Υπάρχουν ακόμα και σκηνές με αρκετό χιούμορ. Δεν πρόκειται λοιπόν να "μαυρίσει η ψυχή σας". Αυτή ακριβώς η μη καταθλιπτική αντιμετώπιση μιας τέτοιας ιστορίας πιστώνεται στα θετικά. Συνολικά πάντως το βρήκα μια ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη μεν προσπάθεια, δεν μπορώ να πω όμως ότι με ενθουσίασε. Προσωπική γνώμη.
Δευτέρα, Οκτωβρίου 13, 2014
Παρασκευή, Οκτωβρίου 10, 2014
ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΙ ΤΟ (ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ) ΟΝΕΙΡΟ ΠΟΥ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΗΚΑΝ
Με το "Κορίτσι που Εξαφανίστηκε" (Gone Girl) του 2014 ο David Fincher επιβεβαίωσε για μένα ότι είναι ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς της εποχής μας. Εδώ ξαναβρίσκει το σκοτεινό, άρρωστο κλίμα που τόσο αγαπά και φτιάχνει ένα αριστοτεχνικό θρίλερ, το οποίο και να κρατήσει τον θεατή μπορεί, αλλά και να κριτικάρει συγχρόνως πολλές πτυχές της σύγχρονης (αμερικάνικης και όχι μόνο) κοινωνίας.
Οι ήρωες είναι ένα όμορφο, ερωτευμένο ζεύγος. Η παρακμή του γάμου τους αρχίζει όταν αναγκάζονται να μετακομίσουν από τη Νέα Υόρκη στη μικρή πόλη - γενέτειρα του συζύγου, μετακόμιση που σχετίζεται και με οικονομικά προβλήματα. Ώσπου, στην 5η επέτειο του γάμου τους, η κοπέλα εξαφανίζεται. Οι υποψίες της αστυνομίας πέφτουν στον σύζυγο, η υπόθεση γίνεται πρωτοσέλιδο σε φυλλάδες και κανάλια και ο κλοιός γύρω του αρχίζει να σφίγγει.
Αρχικά παρακολουθούμε την ιστορία "κανονικά". Σύντομα θα αρχίσουμε να τη βλέπουμε - με μερικά φλας μπακ - από τη μεριά της συζύγου, καθώς διαβάζουμε το ημερολόγιό της. Από εκεί και πέρα οι αποκαλύψεις και οι ανατροπές είναι αλλεπάλληλες, οι χαρακτήρες μας αιφνιδιάζουν καθώς κάθε άλλο παρά είναι όπως αρχικά φαίνονται και το σασπένς είναι έντονο.
Το θεωρώ λοιπόν απόλυτα πετυχημένο σαν θρίλερ. Αυτό που εκτιμώ όμως είναι ότι δεν παραμένει μονοδιάστατο σαν τέτοιο. Η κριτική του είναι καυστική για τη σύγχρονη Αμερική: Ουσιαστικά βλέπουμε τον βρώμικο ρόλο των media, βλέπουμε άθλιες τηλεοπτικές εκπομπές σχεδον να αποδίδουν δικαιοσύνη, βλέπουμε τη χειραγώγηση των μαζών, το κοινό δηλαδή να άγεται και να φέρεται, αλλάζοντας διαρκώς γνώμη, από τα ΜΜΕ, βλέπουμε τη σχετικότητα, την ανικανότητα, την ανυπαρξία ίσως, απόδοσης δικαιοσύνης. Αλλά και την υποκρισία (και στα πλαίσια του γάμου), την απληστία, την έλλειψη προσωπικότητας του σύγχρονου ανθρώπου. Το πρωτότυπο, πνιγηρό τέλος επιβαβαιώνει με σαρδόνιο τρόπο τα παραπάνω. Σας προειδοποιώ: Το ανθρώπινο τοπίο είναι πραγματικά ζοφερό και η όλη εξέλιξη καθόλου ευχάριστη. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από την όποια ωραιοποιημένη πραγματικότητα του Χόλιγουντ, κι ας βρισκόμαστε στην καρδιά του. Βλέπετε, ο Fincher, ευτυχώς, μπορεί εδώ και καιρό να κάνει ό,τι θέλει.
Βρήκα το στενόχωρο αυτό θρίλερ εξαιρετικό, τόσο σαν πλοκή όσο και σαν καυστικότατη κοινωνική κριτική και είμαι σίγουρος ότι θα βρίσκεται μέσα στο προσωπικό μου top-10 της περιόδου 2014-15.
Οι ήρωες είναι ένα όμορφο, ερωτευμένο ζεύγος. Η παρακμή του γάμου τους αρχίζει όταν αναγκάζονται να μετακομίσουν από τη Νέα Υόρκη στη μικρή πόλη - γενέτειρα του συζύγου, μετακόμιση που σχετίζεται και με οικονομικά προβλήματα. Ώσπου, στην 5η επέτειο του γάμου τους, η κοπέλα εξαφανίζεται. Οι υποψίες της αστυνομίας πέφτουν στον σύζυγο, η υπόθεση γίνεται πρωτοσέλιδο σε φυλλάδες και κανάλια και ο κλοιός γύρω του αρχίζει να σφίγγει.
Αρχικά παρακολουθούμε την ιστορία "κανονικά". Σύντομα θα αρχίσουμε να τη βλέπουμε - με μερικά φλας μπακ - από τη μεριά της συζύγου, καθώς διαβάζουμε το ημερολόγιό της. Από εκεί και πέρα οι αποκαλύψεις και οι ανατροπές είναι αλλεπάλληλες, οι χαρακτήρες μας αιφνιδιάζουν καθώς κάθε άλλο παρά είναι όπως αρχικά φαίνονται και το σασπένς είναι έντονο.
Το θεωρώ λοιπόν απόλυτα πετυχημένο σαν θρίλερ. Αυτό που εκτιμώ όμως είναι ότι δεν παραμένει μονοδιάστατο σαν τέτοιο. Η κριτική του είναι καυστική για τη σύγχρονη Αμερική: Ουσιαστικά βλέπουμε τον βρώμικο ρόλο των media, βλέπουμε άθλιες τηλεοπτικές εκπομπές σχεδον να αποδίδουν δικαιοσύνη, βλέπουμε τη χειραγώγηση των μαζών, το κοινό δηλαδή να άγεται και να φέρεται, αλλάζοντας διαρκώς γνώμη, από τα ΜΜΕ, βλέπουμε τη σχετικότητα, την ανικανότητα, την ανυπαρξία ίσως, απόδοσης δικαιοσύνης. Αλλά και την υποκρισία (και στα πλαίσια του γάμου), την απληστία, την έλλειψη προσωπικότητας του σύγχρονου ανθρώπου. Το πρωτότυπο, πνιγηρό τέλος επιβαβαιώνει με σαρδόνιο τρόπο τα παραπάνω. Σας προειδοποιώ: Το ανθρώπινο τοπίο είναι πραγματικά ζοφερό και η όλη εξέλιξη καθόλου ευχάριστη. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από την όποια ωραιοποιημένη πραγματικότητα του Χόλιγουντ, κι ας βρισκόμαστε στην καρδιά του. Βλέπετε, ο Fincher, ευτυχώς, μπορεί εδώ και καιρό να κάνει ό,τι θέλει.
Βρήκα το στενόχωρο αυτό θρίλερ εξαιρετικό, τόσο σαν πλοκή όσο και σαν καυστικότατη κοινωνική κριτική και είμαι σίγουρος ότι θα βρίσκεται μέσα στο προσωπικό μου top-10 της περιόδου 2014-15.
Τετάρτη, Οκτωβρίου 08, 2014
ΕΝΑ... ΤΡΙΤΟ ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ
Να και μια ταινία για λίγους ή, αν προτιμάτε, για θεατές με "ειδικά γούστα" (όχι, όχι, δεν πρόκειται για πορνογραφία). Μιλώ για το "The Dark Backward" (Ο Άνθρωπος με τα Τρία Χέρια) που γύρισε το 1991 ο περίεργος σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός Adam Rifkin.
Σε ένα σχεδόν μετακαταστροφικό σκηνικό (όχι απόλυτα, για να είμαστε ακριβείς, πρόκειται για έναν κόσμο που, άγνωστο γιατί, κατακλύζεται κυριολεκτικά από σκουπίδια) ένας μίζερος και απόλυτα αποτυχημένος σκουπιδιάρης, που πασχίζει να κάνει καριέρα stand up κωμικού, νοιώθει ξαφνικά κάτι στην πλάτη του και, ούτε λίγο ούτε πολύ, σε λίγες μέρες του φυτρώνει ένα... τρίτο χέρι. Και τότε γίνεται ξαφνικά διάσημος και περιζήτητος σαν κωμικός. Αλλά αυτό δεν είναι ολόκληρη η ιστορία...
Φυσικά καταλάβατε ότι πρόκειται για κάτι απόλυτα σουρεαλιστικό, "κουφό" θα ήταν ίσως καλύτερος χαρακτηρισμός. Και γιατί για λίγα και ειδικά γούστα; Διότι η ταινία μπορεί να θυμίζει κάπου "Delicatessen", αλλά περισσότερο νομίζω σχετίζεται με τον βρώμικο και συνειδητά αηδιαστικό και κακού γούστου κόσμο των πρώτων ταινιών του Waters. Και, πιστέψτε με, δεν μιλάω μόνο για τα πανταχπύ παρόντα σκουπίδια... Την αηδία εκπροσωπεί όχι ο δύστυχος πρωταγωνιστής, "ο χειρότερος stand up κωμικός του κόσμου", αλλά ο απίστευτος κολλητός του φίλος, ένας μονίμως πανβρώμικος και αηδής με κάθε δυνατό τρόπο ακορντεονίστας. Αυτά για να σας προειδοποιήσω και να σας κάνω γνωστό ότι πολλοί που θα δουν απροετοίμαστοι το εκκεντρικό αυτό φιλμ θα φύγουν στα μισά.
Κατά τα άλλα όμως πρόκειται για μια σάτιρα της ανθρώπινης κατάστασης - με το είδος χιούμορ που σας περιέγραψα βεβαίως - η οποία κάπου μπορεί να γίνει ακόμα και συγκινητική. Η ανθρώπινη απληστία και η εκμετάλλευση με κάθε τρόπο του συνανθρώπου, ο αδίστακτος και αδηφάγος κόσμος των show business, η έλλειψη καλού γούστου, φτάνει να βγαίνουν λεφτά, είναι μερικά από τα ζητήματα που θίγονται. Και, τελικά, η ανάγκη να είσαι ο εαυτός σου και τίποτα άλλο.
Δεν θα περάσετε όλοι καλά, το είπαμε. Το βρίσκω ωστόσο από τα πολύ ενδιαφέροντα κινηματογραφικά αξιοπερίεργα και ένα χαρακτηριστικότατο δείγμα απόλυτα συνειδητής trash αισθητικής - με κάποια τρυφερότητα όμως. Αν διαθέτετε τέτοιου είδους περιέργεια επιχειρείστε το!
Σε ένα σχεδόν μετακαταστροφικό σκηνικό (όχι απόλυτα, για να είμαστε ακριβείς, πρόκειται για έναν κόσμο που, άγνωστο γιατί, κατακλύζεται κυριολεκτικά από σκουπίδια) ένας μίζερος και απόλυτα αποτυχημένος σκουπιδιάρης, που πασχίζει να κάνει καριέρα stand up κωμικού, νοιώθει ξαφνικά κάτι στην πλάτη του και, ούτε λίγο ούτε πολύ, σε λίγες μέρες του φυτρώνει ένα... τρίτο χέρι. Και τότε γίνεται ξαφνικά διάσημος και περιζήτητος σαν κωμικός. Αλλά αυτό δεν είναι ολόκληρη η ιστορία...
Φυσικά καταλάβατε ότι πρόκειται για κάτι απόλυτα σουρεαλιστικό, "κουφό" θα ήταν ίσως καλύτερος χαρακτηρισμός. Και γιατί για λίγα και ειδικά γούστα; Διότι η ταινία μπορεί να θυμίζει κάπου "Delicatessen", αλλά περισσότερο νομίζω σχετίζεται με τον βρώμικο και συνειδητά αηδιαστικό και κακού γούστου κόσμο των πρώτων ταινιών του Waters. Και, πιστέψτε με, δεν μιλάω μόνο για τα πανταχπύ παρόντα σκουπίδια... Την αηδία εκπροσωπεί όχι ο δύστυχος πρωταγωνιστής, "ο χειρότερος stand up κωμικός του κόσμου", αλλά ο απίστευτος κολλητός του φίλος, ένας μονίμως πανβρώμικος και αηδής με κάθε δυνατό τρόπο ακορντεονίστας. Αυτά για να σας προειδοποιήσω και να σας κάνω γνωστό ότι πολλοί που θα δουν απροετοίμαστοι το εκκεντρικό αυτό φιλμ θα φύγουν στα μισά.
Κατά τα άλλα όμως πρόκειται για μια σάτιρα της ανθρώπινης κατάστασης - με το είδος χιούμορ που σας περιέγραψα βεβαίως - η οποία κάπου μπορεί να γίνει ακόμα και συγκινητική. Η ανθρώπινη απληστία και η εκμετάλλευση με κάθε τρόπο του συνανθρώπου, ο αδίστακτος και αδηφάγος κόσμος των show business, η έλλειψη καλού γούστου, φτάνει να βγαίνουν λεφτά, είναι μερικά από τα ζητήματα που θίγονται. Και, τελικά, η ανάγκη να είσαι ο εαυτός σου και τίποτα άλλο.
Δεν θα περάσετε όλοι καλά, το είπαμε. Το βρίσκω ωστόσο από τα πολύ ενδιαφέροντα κινηματογραφικά αξιοπερίεργα και ένα χαρακτηριστικότατο δείγμα απόλυτα συνειδητής trash αισθητικής - με κάποια τρυφερότητα όμως. Αν διαθέτετε τέτοιου είδους περιέργεια επιχειρείστε το!
Δευτέρα, Οκτωβρίου 06, 2014
ΖΑΡΙΑ, ΠΟΚΕΡ ΚΑΙ Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΤΖΟΓΑΔΟΡΟΥ
Θεωρώ τον Robert Altman μεγάλο, αλλά άνισο σκηνοθέτη, ικανό για θαυμάσια, αλλά και για βαρετά "προϊόντα". Νομίζω ότι αυτό συνέβαινε ακόμα και στη χρυσή γι' αυτόν δεκαετία του 70, όπου έκανε τόσες εξαιρετικές ταινίες. Το "Ζάρια, Πόκερ και Κάτι Άλλο" (California Split) του 1974, για παράδειγμα, δεν ανήκει στις ταινίες του που αγαπώ.
Ο Altman σε πολλά από τα φιλμ του ανέπτυξε ένα παράξενο, προσωπικό στιλ, με ιστορίες που απλά συμβαίνουν από εδώ κι από εκεί, μερικές φορές συναντιούνται, μερικές όχι, συνήθως δίχως καρυφώσεις, ακόμα και δίχως συγκεκριμένο στόρι, δίχως σασπένς, με τους ηθοποιούς συχνά να αυτοσχεδιάζουν. Υπάρχει δηλαδή μια ρευστή ατμόσφαιρα, η οποια περιγράφει μια κατάσταση. Όπως συχνά συμβαίνει στην αληθινή ζωή δηλαδή. Αυτό το στιλ μερικές φορές έδωσε εξαιρετικά αποτελέσματα. Στην περίπτωση της ταινίας που εξετάζουμε όμως προσωπικά με κούρασε αρκετά.
Η ταινία παρακολουθεί τον "βίο και την πολιτεία" δύο αθεράπευτων, κολλητών τζογαδόρων με διαφορετικούς χαρακτήρες. Αγχώδης και σοβαρός ο ένας, αλέγκρος, χαβαλετζής και "έξω καρδιά" ο άλλος (πολύ καλοί οι Τζορτζ Σίγκαλ και Έλιοτ Γκουλντ αντίστοιχα). Δίχως συγκεκριμένη ιστορία, το φιλμ τους παρακολουθεί να περιφέρονται από καζίνο σε καζίνο, από χαρτοπαικτική λέσχη σε χαρτοπαικτική λέσχη, ρίχνει ματιές στην καθημερινή ζωή τους και στις σχέσεις τους με τις γυναίκες, τους "βλέπει" ενώ ληστεύονται από αλήτες και, τελικά, επικεντρώνεται σε ένα απελπισμένο παιχνίδι ρουλέτας, όπου κυριολεκτικά θα τα παίξουν όλα για όλα.
Ναι, η ταινία καταγράφει τον "'αρρωστο" ψυχισμό του παθιασμένου τζογαδόρου, που του είναι αδύνατο να ξεφύγει από το πάθος του, έχει χιούμορ (είναι είδος κωμωδίας άλλωστε), καταγράφει τον τρόπο ζωής των ηρώων της, ανήκει γενικά στο "buddy movie", αλλά όλη αυτή η περιπλάνηση και η ουσιαστική έλλειψη πλοκής, όλος αυτός ο εγκλεισμός σε καζίνα και λέσχες - όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της - ομολογώ ότι με έκανε να βαρεθώ αρκετά και να νομίσω ότι τα 108 λεπτά της ήταν πολύ περισσότερα. Το συνιστώ στους φανατικούς του σημαντικού αυτού σκηνοθέτη, όχι όμως και στους "ανυποψίαστους".
Ο Altman σε πολλά από τα φιλμ του ανέπτυξε ένα παράξενο, προσωπικό στιλ, με ιστορίες που απλά συμβαίνουν από εδώ κι από εκεί, μερικές φορές συναντιούνται, μερικές όχι, συνήθως δίχως καρυφώσεις, ακόμα και δίχως συγκεκριμένο στόρι, δίχως σασπένς, με τους ηθοποιούς συχνά να αυτοσχεδιάζουν. Υπάρχει δηλαδή μια ρευστή ατμόσφαιρα, η οποια περιγράφει μια κατάσταση. Όπως συχνά συμβαίνει στην αληθινή ζωή δηλαδή. Αυτό το στιλ μερικές φορές έδωσε εξαιρετικά αποτελέσματα. Στην περίπτωση της ταινίας που εξετάζουμε όμως προσωπικά με κούρασε αρκετά.
Η ταινία παρακολουθεί τον "βίο και την πολιτεία" δύο αθεράπευτων, κολλητών τζογαδόρων με διαφορετικούς χαρακτήρες. Αγχώδης και σοβαρός ο ένας, αλέγκρος, χαβαλετζής και "έξω καρδιά" ο άλλος (πολύ καλοί οι Τζορτζ Σίγκαλ και Έλιοτ Γκουλντ αντίστοιχα). Δίχως συγκεκριμένη ιστορία, το φιλμ τους παρακολουθεί να περιφέρονται από καζίνο σε καζίνο, από χαρτοπαικτική λέσχη σε χαρτοπαικτική λέσχη, ρίχνει ματιές στην καθημερινή ζωή τους και στις σχέσεις τους με τις γυναίκες, τους "βλέπει" ενώ ληστεύονται από αλήτες και, τελικά, επικεντρώνεται σε ένα απελπισμένο παιχνίδι ρουλέτας, όπου κυριολεκτικά θα τα παίξουν όλα για όλα.
Ναι, η ταινία καταγράφει τον "'αρρωστο" ψυχισμό του παθιασμένου τζογαδόρου, που του είναι αδύνατο να ξεφύγει από το πάθος του, έχει χιούμορ (είναι είδος κωμωδίας άλλωστε), καταγράφει τον τρόπο ζωής των ηρώων της, ανήκει γενικά στο "buddy movie", αλλά όλη αυτή η περιπλάνηση και η ουσιαστική έλλειψη πλοκής, όλος αυτός ο εγκλεισμός σε καζίνα και λέσχες - όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της - ομολογώ ότι με έκανε να βαρεθώ αρκετά και να νομίσω ότι τα 108 λεπτά της ήταν πολύ περισσότερα. Το συνιστώ στους φανατικούς του σημαντικού αυτού σκηνοθέτη, όχι όμως και στους "ανυποψίαστους".
Κυριακή, Οκτωβρίου 05, 2014
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΓΡΙΕΣ - ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΕΣ - ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Η Αργεντινή αρκετά συχνά μας δίνει καλές ταινίες. Το 2014 η ιστορία επαναλαμβάνεται, καθώς ο Damian Szifron, τηλεοπτικός σκηνοθέτης κυρίως, γυρίζει το τρίτο του μεγάλου μήκους φιλμ, τις "Ιστορίες για Αγρίους" (Relatos Salvajes). Πρόκειται για μια σπονδυλωτή ταινία με έξη διαφορετικές ιστορίες που διαδραματίζονται στη σύγχρονη Αργεντινή, ιστορίες γεμάτες παράνοια, αγριότητα, αλλά και κατάμαυρο - πραγματικά - χιούμορ.
Νομίζω ότι πρόκειται για μια από τις λίγες φορές σε σπονδυλωτή ταινία που όλες οι ιστορίες είναι καλές. Φυσικά κάποιες ξεχωρίζουν (πιθανόν διαφορετικές για τον καθένα), όπως η πρώτη με το αεροπλάνο και η τρίτη με τους δύο οδηγούς, αλλά και η τελευταία με τον σουρεαλιστικό γάμο, αλλά πάντως καμιάς το επίπεδο δεν είναι κακό. Πάρτε μια γεύση: α. Σε ένα αεροπλάνο ένας επιβάτης φλερτάρει μια κοπέλα που κάθεται δίπλα του, ώσπου συνειδητοποιούν ότι και οι δύο έχουν έναν κοινό γνωστό. Κι αυτό είναι μόνο η αρχή. β. Σε ένα καφέ- εστιατόριο μπαίνει μια νύχτα ο κτηνώδης τοκογλύφος που κατέστρεψε τη ζωή της σερβιτόρας. Πώς θα αντιδράσει αυτή; γ. Ένας οδηγός πολυτελούς Audi προσπερνά βρίζοντας έναν χωριάτη με ένα σαράβαλο που του κλείνει το δρόμο. Λίγο μετά όμως, στο πουθενά, ο "Audi" μένει από λάστιχο και ο χωριάτης πλησιάζει απειλητικά... δ. Η τροχαία "μαζεύει" το αυτοκίνητο ενός μηχανικού ειδικευμένου στις κατεδαφίσεις με εκρηκτικά. Αυτό είναι η αρχή μόνο ενός γραφειοκρατικού εφιάλτη, που, φυσικά, καταλήγει εκρηκτικά... ε. Ένας γιος ζάμπλουτου εμπλέκεται σε τραγικό αυτοκινητιστικό δυστύχημα, εγκαταλείποντας μάλιστα το θύμα του. Είναι σ' αυτές τις περιπτώσεις η διακιοσύνη τυφλή; στ. Ένας γάμος. Τίποτα άλλο. Δεν έχετε δει κάτι πιο σουρεαλιστικό.
Το φιλμ κινείται ανάμεσα στον Αλμοδοβάρ (που είναι ένας από τους παραγωγούς) και στο "μπάχαλο" του Κουστουρίτσα. Οι καταστάσεις μερικές φορές μοιάζουν ανατριχιαστικά με την ελληνική πραγματικότητα, βάζοντάς μας σε ανησυχητικές σκέψεις. Άλλωστε και οι δύο χώρες βρίσκονται σε μεγάλη κρίση. 'Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με καταστάσεις που πυροδοτούνται από την κρίση αυτή, που οδηγεί σε απόλυτη έκπτωση αξιών και σε ακραίες καταστάσεις στις ανθρώπινες σχέσεις ή μας μιλά γενικότερα για τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ψυχής, για τις περιπτώσεις όπου ο άνθρωπος είναι αρπακτικό απέναντι στον συνάνθρωπό του και κάθε αίσθηση αλληεγγύης έχει μπει στο περιθώριο;
Βγάλτε μόνοι τα συμπεράσματά σας. Στο μεταξύ πάντως απολαύστε το κατάμαυρο και σαρδόνιο - το τονίζω αυτό - χιούμορ και την ενυπάρχουσα "κακία" σε μια ταινία που, αν και σπονδυλωτή, δεν κάνει κατά τη γνώμη μου πουθενά κοιλιά.
Νομίζω ότι πρόκειται για μια από τις λίγες φορές σε σπονδυλωτή ταινία που όλες οι ιστορίες είναι καλές. Φυσικά κάποιες ξεχωρίζουν (πιθανόν διαφορετικές για τον καθένα), όπως η πρώτη με το αεροπλάνο και η τρίτη με τους δύο οδηγούς, αλλά και η τελευταία με τον σουρεαλιστικό γάμο, αλλά πάντως καμιάς το επίπεδο δεν είναι κακό. Πάρτε μια γεύση: α. Σε ένα αεροπλάνο ένας επιβάτης φλερτάρει μια κοπέλα που κάθεται δίπλα του, ώσπου συνειδητοποιούν ότι και οι δύο έχουν έναν κοινό γνωστό. Κι αυτό είναι μόνο η αρχή. β. Σε ένα καφέ- εστιατόριο μπαίνει μια νύχτα ο κτηνώδης τοκογλύφος που κατέστρεψε τη ζωή της σερβιτόρας. Πώς θα αντιδράσει αυτή; γ. Ένας οδηγός πολυτελούς Audi προσπερνά βρίζοντας έναν χωριάτη με ένα σαράβαλο που του κλείνει το δρόμο. Λίγο μετά όμως, στο πουθενά, ο "Audi" μένει από λάστιχο και ο χωριάτης πλησιάζει απειλητικά... δ. Η τροχαία "μαζεύει" το αυτοκίνητο ενός μηχανικού ειδικευμένου στις κατεδαφίσεις με εκρηκτικά. Αυτό είναι η αρχή μόνο ενός γραφειοκρατικού εφιάλτη, που, φυσικά, καταλήγει εκρηκτικά... ε. Ένας γιος ζάμπλουτου εμπλέκεται σε τραγικό αυτοκινητιστικό δυστύχημα, εγκαταλείποντας μάλιστα το θύμα του. Είναι σ' αυτές τις περιπτώσεις η διακιοσύνη τυφλή; στ. Ένας γάμος. Τίποτα άλλο. Δεν έχετε δει κάτι πιο σουρεαλιστικό.
Το φιλμ κινείται ανάμεσα στον Αλμοδοβάρ (που είναι ένας από τους παραγωγούς) και στο "μπάχαλο" του Κουστουρίτσα. Οι καταστάσεις μερικές φορές μοιάζουν ανατριχιαστικά με την ελληνική πραγματικότητα, βάζοντάς μας σε ανησυχητικές σκέψεις. Άλλωστε και οι δύο χώρες βρίσκονται σε μεγάλη κρίση. 'Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με καταστάσεις που πυροδοτούνται από την κρίση αυτή, που οδηγεί σε απόλυτη έκπτωση αξιών και σε ακραίες καταστάσεις στις ανθρώπινες σχέσεις ή μας μιλά γενικότερα για τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ψυχής, για τις περιπτώσεις όπου ο άνθρωπος είναι αρπακτικό απέναντι στον συνάνθρωπό του και κάθε αίσθηση αλληεγγύης έχει μπει στο περιθώριο;
Βγάλτε μόνοι τα συμπεράσματά σας. Στο μεταξύ πάντως απολαύστε το κατάμαυρο και σαρδόνιο - το τονίζω αυτό - χιούμορ και την ενυπάρχουσα "κακία" σε μια ταινία που, αν και σπονδυλωτή, δεν κάνει κατά τη γνώμη μου πουθενά κοιλιά.
Τετάρτη, Οκτωβρίου 01, 2014
Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ, ΑΛΛΑ...
Δεν νομίζω ότι ο Claude Lelouch υπήρξε ποτέ μεγάλος σκηνοθέτης. Η γνωστή ταινία του "Η Περιπέτεια είναι Περιπέτεια" του 1972 επιβεβαίωσε αυτή μου τη γνώμη. Παρά το ότι μάλιστα στο καστ συμπεριλαμβάνονται ο Λίνο Βεντούρα και ο Ζακ Μπρελ αυτοπροσώπως!
Το φιλμ είναι κωμωδία, μια σάτιρα της εποχής για την ακρίβεια. Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα: Μια ομάδα απατεώνουν, που οργανώνουν διάφορα εξωφρενικά κόλπα (για να βγάλουν λεφτά φυσικά), έχουν την έμπνευση να παραστήσουν τους πολιτικοποιημένοι (πράγμα που είναι "μόδα" της εποχής, ενώ οι ήρωες δεν δίνουν δεκάρα για το θέμα), οπότε αφ' ενός τα κόλπα τους έχουν σχέση με πολιτικές καταστάσεις, αφ' ετέρου όταν συλληφθούν μπορούν να επικαλεστούν στο δικαστήριο ότι έκαναν ό,τι έκαναν για πολιτικούς λόγους.
Η ταινία είναι κάπως σπονδυλωτή, με την έννοια ότι παρακολουθούμε τη σπείρα να οργανώνει και να εκτελεί διαφορετικά κάθε φορά κόλπα. Από τη σκοπιά αυτή, καθώς και από το ότι επικεντρώνεται σε μια αστεία αντροπαρέα, προοιωνίζει τους θρυλικούς "Εντιμότατους Φίλους μου", που θα ακολουθούσαν λίγα χρόνια μετά από τον Μονιτσέλι. Όμως - κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον - "άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας"... Εννοώ βέβαια ότι θεωρώ το μεταγενέστερο φιλμ πολύ καλύτερο. Νομίζω λοιπόν ότι όλη αυτή η εκμετάλλευση του πολιτικοποιημένου κλίματος της εποχής δεν λειτουργεί ή γίνεται αρκετά απλοϊκά. Από την άλλη βρήκα το χιούμορ χοντρό και άκομψο, με αποτέλεσμα εγώ τουλάχιστον να μη γελάσω και τόσο. Ούτε πιστεύω ότι τα διάφορα "επεισόδια" δένουν και τόσο μεταξύ τους. Γενικά η ταινία μου άφησε μια αίσθηση χοντροκομένης, ασύνδετης και ενίοτε με "κοιλιές" μπαλαφάρας.
Εκτός αυτού το όλο πράγμα έχει γεράσει ή είναι πολύ επικαιρικό. Βρισκόμαστε βέβαια πολύ κοντά στον Μάη του 68, ο απόηχος είναι ακόμα εντονότατος και η πολιτικοποίηση και η επιθυμία για επανάσταση διάχυτη στη δύση. Ωστόσο πρέπει κανείς να ξέρει την εποχή για να κατανοήσει την ύπαρξη γάλλων μαοϊκών wannabe επαναστατών, δικαστών που είναι πρόθυμοι να αθωόσουν απατεώνες επειδή πίστεψαν ότι οι τελευταίοι έδρασαν με πολιτικά κίνητρα, μαρξιστικών νοτιοαμερικάνικων κινημάτων που ζηλεύουν την επιτυχία του Κάστρο στην Κούβα και θέλουν να κάνουν το ίδιο στις χώρες τους κλπ. Αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημά μου. Τα προβλήματα για μένα είναι αυτά που ανέφερα στην προηγούμενη παράγραφο, κυρίως το ασύνδετο, η απλοϊκότητα των καταστάσεων και η χοντροκοπιά.
Κρίμα γιατί η ιδέα είναι καλή, και μάλιστα χρειαζόταν τόλμη να σατιρίσεις αριστερά ταμπού σε μια τέτοια εποχή...
ΥΓ: Σε μια σκηνή παίζει τον εαυτό του ο γάλλος τότε ροκ σούπερσταρ Τζόνι Χαλιντέι.
Το φιλμ είναι κωμωδία, μια σάτιρα της εποχής για την ακρίβεια. Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα: Μια ομάδα απατεώνουν, που οργανώνουν διάφορα εξωφρενικά κόλπα (για να βγάλουν λεφτά φυσικά), έχουν την έμπνευση να παραστήσουν τους πολιτικοποιημένοι (πράγμα που είναι "μόδα" της εποχής, ενώ οι ήρωες δεν δίνουν δεκάρα για το θέμα), οπότε αφ' ενός τα κόλπα τους έχουν σχέση με πολιτικές καταστάσεις, αφ' ετέρου όταν συλληφθούν μπορούν να επικαλεστούν στο δικαστήριο ότι έκαναν ό,τι έκαναν για πολιτικούς λόγους.
Η ταινία είναι κάπως σπονδυλωτή, με την έννοια ότι παρακολουθούμε τη σπείρα να οργανώνει και να εκτελεί διαφορετικά κάθε φορά κόλπα. Από τη σκοπιά αυτή, καθώς και από το ότι επικεντρώνεται σε μια αστεία αντροπαρέα, προοιωνίζει τους θρυλικούς "Εντιμότατους Φίλους μου", που θα ακολουθούσαν λίγα χρόνια μετά από τον Μονιτσέλι. Όμως - κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον - "άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας"... Εννοώ βέβαια ότι θεωρώ το μεταγενέστερο φιλμ πολύ καλύτερο. Νομίζω λοιπόν ότι όλη αυτή η εκμετάλλευση του πολιτικοποιημένου κλίματος της εποχής δεν λειτουργεί ή γίνεται αρκετά απλοϊκά. Από την άλλη βρήκα το χιούμορ χοντρό και άκομψο, με αποτέλεσμα εγώ τουλάχιστον να μη γελάσω και τόσο. Ούτε πιστεύω ότι τα διάφορα "επεισόδια" δένουν και τόσο μεταξύ τους. Γενικά η ταινία μου άφησε μια αίσθηση χοντροκομένης, ασύνδετης και ενίοτε με "κοιλιές" μπαλαφάρας.
Εκτός αυτού το όλο πράγμα έχει γεράσει ή είναι πολύ επικαιρικό. Βρισκόμαστε βέβαια πολύ κοντά στον Μάη του 68, ο απόηχος είναι ακόμα εντονότατος και η πολιτικοποίηση και η επιθυμία για επανάσταση διάχυτη στη δύση. Ωστόσο πρέπει κανείς να ξέρει την εποχή για να κατανοήσει την ύπαρξη γάλλων μαοϊκών wannabe επαναστατών, δικαστών που είναι πρόθυμοι να αθωόσουν απατεώνες επειδή πίστεψαν ότι οι τελευταίοι έδρασαν με πολιτικά κίνητρα, μαρξιστικών νοτιοαμερικάνικων κινημάτων που ζηλεύουν την επιτυχία του Κάστρο στην Κούβα και θέλουν να κάνουν το ίδιο στις χώρες τους κλπ. Αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημά μου. Τα προβλήματα για μένα είναι αυτά που ανέφερα στην προηγούμενη παράγραφο, κυρίως το ασύνδετο, η απλοϊκότητα των καταστάσεων και η χοντροκοπιά.
Κρίμα γιατί η ιδέα είναι καλή, και μάλιστα χρειαζόταν τόλμη να σατιρίσεις αριστερά ταμπού σε μια τέτοια εποχή...
ΥΓ: Σε μια σκηνή παίζει τον εαυτό του ο γάλλος τότε ροκ σούπερσταρ Τζόνι Χαλιντέι.
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 29, 2014
ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ (ΝΑΖΙΣΤΙΚΟΥ) ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ
Η Agnieszka Holland είναι μια αρκετά γνωστή πολωνέζα σκηνοθέτης, η οποία έχει κάνει και ταινίες εκτός της χώρας της. Το 2011 γυρίζει μια πολωνο-γερμανο-καναδική παραγωγή (το σινεμά, αν δεν το καταλάβατε, είναι πλέον όλο και περισσότερο πολυεθνικό), το "In Darkness". Αναφέρεται στη φριχτή εποχή της ναζιστικής κατοχής της πολωνικής τότε πόλης Λβοβ (σήμερα ανήκει στην Ουκρανία).
Ένας επόπτης, που ξέρει τους δαιδαλώδεις υπόνομους της πόλης καλύτερα από την παλάμη του, τους χρησιμοποιεί για να κλέβει διάφορα από ναζί και μη σε μια εποχή φριχτών στερήσεων και πείνας, ώστε να περνάει (σχετικά) καλά η οικογένειά του. Κάποια στιγμή αναλαμβάνει το μεγάλο ρίσκο να φυγαδεύσει από το γκέτο της πόλης (και από βέβαια θάνατο) μια ομάδα 12 εβραίων. Με το αζημείωτο φυσικά, αφού κι ο ίδιος παίζει κορώνα - γράμματα τη ζωή του. Τους κρύβει λοιπόν στους υπονόμους, τους βρίσκει όπως - όπως τροφή και, ούτε λίγο ούτε πολύ, καταφέρνει να τους κρατήσει κρυμένους εκεί για 14 μήνες! Σιγά - σιγά η στάση του θα αρχίσει να μεταβάλλεται και να βλέπει τους έγκλειστους με συμπάθεια και - επιτέλους - πέρα από το στενό οικονομικό του συμφέρον. Οι κίνδυνοι όμως πληθαίνουν διαρκώς, ο κλοιός γύρω τους σφίγγει όλο και περισσότερο...
Γράφω μ' αυτόν τον τρόπο διότι πρόκειται για απόλυτα αληθινή ιστορία. Ο Σόσα είναι υπαρκτό πρόσωπο και μάλιστα τιμήθηκε πολύ αργότερα - μετά θάνατον - με εξέχοντα τρόπο από τους ισραηλινούς! Το θέμα του φιλμ - όπως πολύ σωστά παρατήρησε κάποιος σχολιάζοντάς το - είναι τόσο σοβαρό και σκληρό, που είναι δύσκολο να το αναλύσεις καθαρά κινηματογραφικά. Η Holland καταφέρνει να δημιουργήσει μια ζοφερή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, που κυριαρχεί από την αρχή μέχρι το τέλος. Η προσοχή της μετατοπίζεται διαρκώς από τον ήρωα και την προσωπική του ζωή στο εφιαλτικό δράμα των έγκλειστων και τα όσα υποφέρουν στους βρωμερούς υπονόμους, δίχως ούτε μια καθαρή ανάσα. Καθώς πολύ μεγάλο μέρος διαδραματίζεται στην πνιγηρή αυτή κόλασηκαι η διάρκεια του φιλμ αγγίζει τις δυόμιση ώρες (μάλλον κακώς κατά τη γνώμη μου), η παρακολούθησή του γίνεται δύσκολη και αγχωτική. Νομίζω όμως ότι αυτό ακριβώς το κλίμα επεδίωκε η δημιουργός. Οι χαρακτήρες όλων, συχνά διφορούμενοι, αναλύονται αρκετά, το περιβάλλον είναι εξαιρετικά σκοτεινό και, αν αποφασίσετε να δείτε ττην ταινία, καλά θα κάνετε να είστε προετοιμασμένοι.
Πέραν από τις προειδοποιήσεις μου πάντως θεωρώ ότι είναι μια πολύ δυνατή και πετυχημένη δουλειά, η οποία μας θυμίζει για μια ακόμα φορά τη φρίκη της εποχής της ναζιστικής θηριωδίας. Αν τα καταφέρετε, αξίζει!
Ένας επόπτης, που ξέρει τους δαιδαλώδεις υπόνομους της πόλης καλύτερα από την παλάμη του, τους χρησιμοποιεί για να κλέβει διάφορα από ναζί και μη σε μια εποχή φριχτών στερήσεων και πείνας, ώστε να περνάει (σχετικά) καλά η οικογένειά του. Κάποια στιγμή αναλαμβάνει το μεγάλο ρίσκο να φυγαδεύσει από το γκέτο της πόλης (και από βέβαια θάνατο) μια ομάδα 12 εβραίων. Με το αζημείωτο φυσικά, αφού κι ο ίδιος παίζει κορώνα - γράμματα τη ζωή του. Τους κρύβει λοιπόν στους υπονόμους, τους βρίσκει όπως - όπως τροφή και, ούτε λίγο ούτε πολύ, καταφέρνει να τους κρατήσει κρυμένους εκεί για 14 μήνες! Σιγά - σιγά η στάση του θα αρχίσει να μεταβάλλεται και να βλέπει τους έγκλειστους με συμπάθεια και - επιτέλους - πέρα από το στενό οικονομικό του συμφέρον. Οι κίνδυνοι όμως πληθαίνουν διαρκώς, ο κλοιός γύρω τους σφίγγει όλο και περισσότερο...
Γράφω μ' αυτόν τον τρόπο διότι πρόκειται για απόλυτα αληθινή ιστορία. Ο Σόσα είναι υπαρκτό πρόσωπο και μάλιστα τιμήθηκε πολύ αργότερα - μετά θάνατον - με εξέχοντα τρόπο από τους ισραηλινούς! Το θέμα του φιλμ - όπως πολύ σωστά παρατήρησε κάποιος σχολιάζοντάς το - είναι τόσο σοβαρό και σκληρό, που είναι δύσκολο να το αναλύσεις καθαρά κινηματογραφικά. Η Holland καταφέρνει να δημιουργήσει μια ζοφερή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, που κυριαρχεί από την αρχή μέχρι το τέλος. Η προσοχή της μετατοπίζεται διαρκώς από τον ήρωα και την προσωπική του ζωή στο εφιαλτικό δράμα των έγκλειστων και τα όσα υποφέρουν στους βρωμερούς υπονόμους, δίχως ούτε μια καθαρή ανάσα. Καθώς πολύ μεγάλο μέρος διαδραματίζεται στην πνιγηρή αυτή κόλασηκαι η διάρκεια του φιλμ αγγίζει τις δυόμιση ώρες (μάλλον κακώς κατά τη γνώμη μου), η παρακολούθησή του γίνεται δύσκολη και αγχωτική. Νομίζω όμως ότι αυτό ακριβώς το κλίμα επεδίωκε η δημιουργός. Οι χαρακτήρες όλων, συχνά διφορούμενοι, αναλύονται αρκετά, το περιβάλλον είναι εξαιρετικά σκοτεινό και, αν αποφασίσετε να δείτε ττην ταινία, καλά θα κάνετε να είστε προετοιμασμένοι.
Πέραν από τις προειδοποιήσεις μου πάντως θεωρώ ότι είναι μια πολύ δυνατή και πετυχημένη δουλειά, η οποία μας θυμίζει για μια ακόμα φορά τη φρίκη της εποχής της ναζιστικής θηριωδίας. Αν τα καταφέρετε, αξίζει!
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 27, 2014
ΕΝΑ "ΤΑΞΙΔΙ" ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΩΝ
Η Μαρία Ηλιού έχει σαν βάση της, όπως μαθαίνω, τις ΗΠΑ και έχει κάνει ταινίες fiction και ντοκιμαντέρ. Ένα από τα τελευταία είναι "Το Ταξίδι" του 2007. Καταπιάνεται με ένα σημαντικό για την Ελλάδα θέμα: Αυτό της μετανάστευσης στην Αμερική, η οποία χρονολογείται από τα τέλη ήδη του 19ου αιώνα! Η ταινία εξετάζει το φαινόμενο αυτό μέχρι τη δεκαετία του 80.
Δεν θα πω πολλά για το κινηματογραφικό μέρος. Είναι μάλλον συμβατικό, πληροφοριακό, με την αναμενόμενη, κοινή για τέτοιου είδους φιλμ δομή: Παλιές φωτογραφίες ή φιλμ, φωνή off που μιλά για τα γεγονότα και αρκετές συνεντεύξεις με γνωστούς και διακεκριμένους αμερικανούς ελληνικής καταγωγής (ανάμεσά τους ο γερουσιαστής Πολ Σαρμπάνις και ο γνωστός και καλός συγγραφέας Τζορτζ Πελεκάνος, ο οποίος μάλιστα είναι πολύ πιο "έλληνας" και με ελληνικές συνήθειες απ' όσο φανταζόμουν). Νομίζω λοιπόν ότι μεγαλύτερη αξία έχει το καθαρά πληροφοριακό μέρος, από το οποίο έμαθα αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία.
Αρχικά δεν γνώριζα ότι η ελληνική μετανάστευση στις ΗΠΑ γινόταν ήδη από τον 19ο αιώνα. Η ταινία πάντως μιλά για το πρώτο κύμα κάπου στη δεκαετία του 20, όταν αναγκάζονταν να φύγουν από την επαρχία κυρίως λόγω αβάσταχτης κυριολεκτικά φτώχειας, το δεύτερο μετά τον πόλεμο, όταν ο εμφύλιος μάστιζε την ήδη εξαντλημένη και διαλυμένη από την Κατοχή χώρα και την τρίτη, αυτή της δεκαετίας του 60, όταν στις δόξες του είναι ο Καζντζίδης και τα άλλα λαϊκά που μιλάνε για ξενιτειά. Μιλά ακόμα για την τάση των ελλήνων να ανοίγουν μικρές, ατομικές επιχειρήσεις (εστιατόρια, καθαριστήρια κλπ.), αντίθετα με άλλους λαούς που δούλευαν κυρίως σαν εργάτες, για τις δύο βασικές ελληνικές εφημερίδες της Αμερικής κλπ.
Αυτό που προσωπικά βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι ο ρατσισμός που υπέστησαν οι έλληνες τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Τους θεωρούσαν κάπως "ανατολίτες", κάτι σαν ένα είδος τούρκων, όχι πάντως ακριβώς ευρωπαίους. Ξέρετε ότι έλληνες είχαν γίνει την εποχή εκείνη συχνός στόχος των ρατσιστών της Κου Κλου Κλαν; (αυτά για να σκεφτούν λίγο οι δυστυχώς αυξανόμενοι ανεγκέφαλοι σύγχρονοι ξενοφοβικοί, ελληνόκαυλοι και άλλων αποχρώσεων φασιστοειδείς). Ακριβώς για να εξαλείψει τον ρατσισμό αυτόν ιδρύθηκε αρχικά η οργάνωση ΑΧΕΠΑΝΣ, η οποία πρέσβευε ότι οι έλληνες μετανάσες πρέπει να αποβάλλουν κάθε τι ελληνικό και να εξαμερικανιστούν πλήρως. Πολύ σύντομα ιδρύθηκε αντίπαλη ιδεολογικά οργάνωση, που υποστήριζε αντίθετα ότι πρέπει να θυμούνται τις ρίζες τους και να διατηρήσουν την ελληνική ταυτότητα. Το φιλμ μιλά επίσης για τον και εκεί διχασμό ανάμεσα σε βασιλικούς και βενιζελικούς, το ρόλο της ελληνικής εκκλησίας (ενωτικό αρχικά), την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιάκωβου, την μάλλον αδιάφορη για τη χούντα στάση των ελληνοαμερικανών (δεν λέει τίποτα βέβαια και για τη φιλοχουντική στάση πολλών) κλπ.
Από ένα σημείο και μετά η ταινία με κούρασε κάπως, κυρίως όταν έφτασε σε σχετικά πρόσφατες καταστάσεις και, όπως είπα, δεν βρήκα κάτι εξαιρετικό κινηματογραφικά. Δεν θα σας κρύψω ότι τη θεωρώ και κάπως πολύ υπέρ του ελληνοαμερικανικού στοιχείου, αποσιωπώντας "σκοτεινά" σημεία. Κρατώ όμως το πληροφοριακό κομμάτι, το οποίο θεωρώ σημαντικό και από το οποίο έμαθα πράγματα για το θέμα τα οποία εγώ τουλάχιστον αγνοούσα.
Δεν θα πω πολλά για το κινηματογραφικό μέρος. Είναι μάλλον συμβατικό, πληροφοριακό, με την αναμενόμενη, κοινή για τέτοιου είδους φιλμ δομή: Παλιές φωτογραφίες ή φιλμ, φωνή off που μιλά για τα γεγονότα και αρκετές συνεντεύξεις με γνωστούς και διακεκριμένους αμερικανούς ελληνικής καταγωγής (ανάμεσά τους ο γερουσιαστής Πολ Σαρμπάνις και ο γνωστός και καλός συγγραφέας Τζορτζ Πελεκάνος, ο οποίος μάλιστα είναι πολύ πιο "έλληνας" και με ελληνικές συνήθειες απ' όσο φανταζόμουν). Νομίζω λοιπόν ότι μεγαλύτερη αξία έχει το καθαρά πληροφοριακό μέρος, από το οποίο έμαθα αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία.
Αρχικά δεν γνώριζα ότι η ελληνική μετανάστευση στις ΗΠΑ γινόταν ήδη από τον 19ο αιώνα. Η ταινία πάντως μιλά για το πρώτο κύμα κάπου στη δεκαετία του 20, όταν αναγκάζονταν να φύγουν από την επαρχία κυρίως λόγω αβάσταχτης κυριολεκτικά φτώχειας, το δεύτερο μετά τον πόλεμο, όταν ο εμφύλιος μάστιζε την ήδη εξαντλημένη και διαλυμένη από την Κατοχή χώρα και την τρίτη, αυτή της δεκαετίας του 60, όταν στις δόξες του είναι ο Καζντζίδης και τα άλλα λαϊκά που μιλάνε για ξενιτειά. Μιλά ακόμα για την τάση των ελλήνων να ανοίγουν μικρές, ατομικές επιχειρήσεις (εστιατόρια, καθαριστήρια κλπ.), αντίθετα με άλλους λαούς που δούλευαν κυρίως σαν εργάτες, για τις δύο βασικές ελληνικές εφημερίδες της Αμερικής κλπ.
Αυτό που προσωπικά βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι ο ρατσισμός που υπέστησαν οι έλληνες τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Τους θεωρούσαν κάπως "ανατολίτες", κάτι σαν ένα είδος τούρκων, όχι πάντως ακριβώς ευρωπαίους. Ξέρετε ότι έλληνες είχαν γίνει την εποχή εκείνη συχνός στόχος των ρατσιστών της Κου Κλου Κλαν; (αυτά για να σκεφτούν λίγο οι δυστυχώς αυξανόμενοι ανεγκέφαλοι σύγχρονοι ξενοφοβικοί, ελληνόκαυλοι και άλλων αποχρώσεων φασιστοειδείς). Ακριβώς για να εξαλείψει τον ρατσισμό αυτόν ιδρύθηκε αρχικά η οργάνωση ΑΧΕΠΑΝΣ, η οποία πρέσβευε ότι οι έλληνες μετανάσες πρέπει να αποβάλλουν κάθε τι ελληνικό και να εξαμερικανιστούν πλήρως. Πολύ σύντομα ιδρύθηκε αντίπαλη ιδεολογικά οργάνωση, που υποστήριζε αντίθετα ότι πρέπει να θυμούνται τις ρίζες τους και να διατηρήσουν την ελληνική ταυτότητα. Το φιλμ μιλά επίσης για τον και εκεί διχασμό ανάμεσα σε βασιλικούς και βενιζελικούς, το ρόλο της ελληνικής εκκλησίας (ενωτικό αρχικά), την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιάκωβου, την μάλλον αδιάφορη για τη χούντα στάση των ελληνοαμερικανών (δεν λέει τίποτα βέβαια και για τη φιλοχουντική στάση πολλών) κλπ.
Από ένα σημείο και μετά η ταινία με κούρασε κάπως, κυρίως όταν έφτασε σε σχετικά πρόσφατες καταστάσεις και, όπως είπα, δεν βρήκα κάτι εξαιρετικό κινηματογραφικά. Δεν θα σας κρύψω ότι τη θεωρώ και κάπως πολύ υπέρ του ελληνοαμερικανικού στοιχείου, αποσιωπώντας "σκοτεινά" σημεία. Κρατώ όμως το πληροφοριακό κομμάτι, το οποίο θεωρώ σημαντικό και από το οποίο έμαθα πράγματα για το θέμα τα οποία εγώ τουλάχιστον αγνοούσα.
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 25, 2014
"ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ" ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ
Ο Richard Linklater αρέσκεται να παίζει με τον χρόνο, τόσο τον πραγματικό όσο και τον κινηματογραφικό. Στην τριλογία του όλα συνέβαιναν σε real time. Στο "Μεγαλώνοντας" (Boyhood) του 2014 αντίθετα καλύπτονται 12 ολόκληρα χρόνια. Και λοιπόν; θα μου πείτε. Άλλα φιλμ μπορεί να καλύπτουν δεκαετίες. Ναι, αλλά ο Linklater κινηματογράφησε όντως την ταινία του σε 12 χρόνια (!), παρακολουθώντας την πορεία του ήρωά του από τα 6 έως τα 18 του χρόνια! Τον βρίσκουμε αρχικά παιδί, όταν ετοιμάζεται να πάει σχολείο και τον αφήνουμε όταν πλέον πάει στο κολλέγιο. Στο μεταξύ έχουμε δει το πιτσιρίκι να μεγαλώνει όντως μπροστά στα μάτια μας, φτιάχνοντας έτσι την πιο "αληθινή" (με την έννοια αυτή) ταινία ενηλικίωσης που έγινε ποτέ.
Όπως είναι αναμενόμενο με ένα τόσο πρωτότυπο και δύσκολο concept, το φιλμ μπλέκει το ντοκιμαντερίστικο στοιχείο με το fiction. Και, φυσικά, το γλυκό και ευχάριστο με το δράμα. Όλα αυτά όμως δίχως ιδιάιτερες εξάρσεις, με ηθελημένα μάλλον χαμηλότονο ύφος, συχνά με χιούμορ. Το παιδί μεγαλώνει αρχικά με τη χωρισμένη μητέρα και τη μεγαλύτερη αδελφή του. Ο πατέρας του, "ανεύθυνος", έξω καρδιά, εξωστρεφής και μάλλον χαβαλετζής, περνά μαζί του τα προκαθορισμένα από το νόμο σαββατοκύριακα, τα οποία λειτουργούν ανακουφιστικά για τον μικρό, καθώς τον απομακρύνουν ευχάριστα από την καθημερινή ρουτίνα. Όταν η μητέρα του θα παντρευτεί έναν καθηγητή με αυστηρούς τρόπους και αλκοολικό, τα πράγματα θα σφίξουν. Η ζωή όμως κυλά πάντοτε και η φάση αυτή θα περάσει επίσης, δίνοντας τη θέση της σε μια καινούρια... μέχρι την ενηλικίωση και την χειραφέτηση πλέον του πρωταγωνιστή (η σεξουαλική αφύπνηση θα έχει κι αυτή καταγραφεί στο μεταξύ).
Βρήκα ότι το φιλμ κυλά ευχάριστα, δίχως πάντως κορυφώσεις. Η γλυκόπικρη αυτή καταγραφή της ζωής μού άφησε μια ευχάριστη γεύση, δίχως όμως να μου προσφέρει κάτι ιδιαίτερο - εκτός βέβαια από την απόλαυση του μοναδικού αυτού κινηματογραφικού πειράματος. Τελικά γι' αυτό αξίζει νομίζω να το παρακολουθήσει κανείς. Αλλά και για τη ρεαλιστική απεικόνιση της "ζωής όπως είναι". Όχι, δεν έπληξα. Ούτε και ενθουσιάστηκα όμως.
Πάντως η ευαισθησία, η ευφυία, η τρυφερότητα και ενίοτε η πρωτοτυπία του δημιουργού αυτού είναι δεδομένες.
Όπως είναι αναμενόμενο με ένα τόσο πρωτότυπο και δύσκολο concept, το φιλμ μπλέκει το ντοκιμαντερίστικο στοιχείο με το fiction. Και, φυσικά, το γλυκό και ευχάριστο με το δράμα. Όλα αυτά όμως δίχως ιδιάιτερες εξάρσεις, με ηθελημένα μάλλον χαμηλότονο ύφος, συχνά με χιούμορ. Το παιδί μεγαλώνει αρχικά με τη χωρισμένη μητέρα και τη μεγαλύτερη αδελφή του. Ο πατέρας του, "ανεύθυνος", έξω καρδιά, εξωστρεφής και μάλλον χαβαλετζής, περνά μαζί του τα προκαθορισμένα από το νόμο σαββατοκύριακα, τα οποία λειτουργούν ανακουφιστικά για τον μικρό, καθώς τον απομακρύνουν ευχάριστα από την καθημερινή ρουτίνα. Όταν η μητέρα του θα παντρευτεί έναν καθηγητή με αυστηρούς τρόπους και αλκοολικό, τα πράγματα θα σφίξουν. Η ζωή όμως κυλά πάντοτε και η φάση αυτή θα περάσει επίσης, δίνοντας τη θέση της σε μια καινούρια... μέχρι την ενηλικίωση και την χειραφέτηση πλέον του πρωταγωνιστή (η σεξουαλική αφύπνηση θα έχει κι αυτή καταγραφεί στο μεταξύ).
Βρήκα ότι το φιλμ κυλά ευχάριστα, δίχως πάντως κορυφώσεις. Η γλυκόπικρη αυτή καταγραφή της ζωής μού άφησε μια ευχάριστη γεύση, δίχως όμως να μου προσφέρει κάτι ιδιαίτερο - εκτός βέβαια από την απόλαυση του μοναδικού αυτού κινηματογραφικού πειράματος. Τελικά γι' αυτό αξίζει νομίζω να το παρακολουθήσει κανείς. Αλλά και για τη ρεαλιστική απεικόνιση της "ζωής όπως είναι". Όχι, δεν έπληξα. Ούτε και ενθουσιάστηκα όμως.
Πάντως η ευαισθησία, η ευφυία, η τρυφερότητα και ενίοτε η πρωτοτυπία του δημιουργού αυτού είναι δεδομένες.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 21, 2014
ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 2013-2014
Άλλη μια κινηματογραφική σεζόν τελείωσε και ιδού τα καλύτερά της απ' όσα έχω δει (διότι σίγουρα κάποια μου ξεφυγαν), κατά την προσωπική μου γνώμη φυσικά. Προφανώς είστε απολύτως ελεύθεροι να διαφωνήσετε όσο θέλετε. Οι κανόνες πάντως παραμένουν οι ίδιοι όπως κάθε χρόνο:
- Η σειρά των 10 πρώτων και των 10 "επιλαχόντων" ΔΕΝ είναι αξιολογική (κάτι τετοιο μου είναι αδύνατο). Απλώς παρατίθενται οι ταινίες που μου άρεσαν περισσότερο αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη.
- Περιλαμβάνονται ταινίες που προβλήθηκαν από 1 Σεπτέμβρη 2013 έως 31 Αυγούστου 2014, όπως οριζόταν παλιότερα η "κινηματογραφική σεζόν".
- ΔΕΝ περιλαμβάνονται παλιές ταινίες που βγήκαν στα σινεμά σε επανάληψη (π.χ. "Η Εγκληματική Ζωή του Αρτσιμπάλντο ντε λα Κρουζ" του Μπουνιουέλ του 1955).
Πάμε λοιπόν:
- Omar του Hany Abu-Assad
- Blue Jasmin του Woody Allen
- Παρελθόν του Asgar Farhadi
- Philomena του Stephen Frears
- Only Lovers Left Alive του Jim Jarmouch
- Μικρο Ψάρι του Γιάννη Οικονομίδη
- Nebraska του Alexander Payne
- American Hustle του David O. Russell
- Prisoners του Denis Villeneuve
- Borgman του Alex van Warmerdam
Ακολουθούν μερικές άλλες που ξεχώρισα, αρκετές από τις οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα και "υποβιβάστηκαν" με πολύ βαριά καρδιά. Πάντοτε αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη και όχι αξιολογικά.
- Τα Δύο Πρόσωπα του Ιανουαρίου του Hossein Amini
- Inside Llewyn Davis των αδελφών Coen
- The Search for Simon του Martin Gooch
- Captain Phillips του Paul Greengrass
- Snowpiercer του Joon-ho Bong
- Η Ζωή της Αντέλ του Abdellatif Kechiche
- Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά της Έλενας Ψίκου
- La Grande Belezza του Paolo Sorentino
- Nymphomaniac του Lars von Trier
- Dallas Buyers Club του Jean-Marc Vallee
Και του χρόνου!
- Η σειρά των 10 πρώτων και των 10 "επιλαχόντων" ΔΕΝ είναι αξιολογική (κάτι τετοιο μου είναι αδύνατο). Απλώς παρατίθενται οι ταινίες που μου άρεσαν περισσότερο αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη.
- Περιλαμβάνονται ταινίες που προβλήθηκαν από 1 Σεπτέμβρη 2013 έως 31 Αυγούστου 2014, όπως οριζόταν παλιότερα η "κινηματογραφική σεζόν".
- ΔΕΝ περιλαμβάνονται παλιές ταινίες που βγήκαν στα σινεμά σε επανάληψη (π.χ. "Η Εγκληματική Ζωή του Αρτσιμπάλντο ντε λα Κρουζ" του Μπουνιουέλ του 1955).
Πάμε λοιπόν:
- Omar του Hany Abu-Assad
- Blue Jasmin του Woody Allen
- Παρελθόν του Asgar Farhadi
- Philomena του Stephen Frears
- Only Lovers Left Alive του Jim Jarmouch
- Μικρο Ψάρι του Γιάννη Οικονομίδη
- Nebraska του Alexander Payne
- American Hustle του David O. Russell
- Prisoners του Denis Villeneuve
- Borgman του Alex van Warmerdam
Ακολουθούν μερικές άλλες που ξεχώρισα, αρκετές από τις οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα και "υποβιβάστηκαν" με πολύ βαριά καρδιά. Πάντοτε αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη και όχι αξιολογικά.
- Τα Δύο Πρόσωπα του Ιανουαρίου του Hossein Amini
- Inside Llewyn Davis των αδελφών Coen
- The Search for Simon του Martin Gooch
- Captain Phillips του Paul Greengrass
- Snowpiercer του Joon-ho Bong
- Η Ζωή της Αντέλ του Abdellatif Kechiche
- Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά της Έλενας Ψίκου
- La Grande Belezza του Paolo Sorentino
- Nymphomaniac του Lars von Trier
- Dallas Buyers Club του Jean-Marc Vallee
Και του χρόνου!
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 19, 2014
ΤΡΥΦΕΡΟ ΚΑΙ... ΝΟΣΤΙΜΟ "LUNCHBOX"
Βλέπετε, τα λαχταριστά γεύματα μιας παραμελήμένης από τον σύζυγό της νέας γυναίκας παραδίδονται συστηματικά σε λάθος άνθρωπο, και συγκεκριμένα σε έναν μονόχνωτο και ακοινώνητο χήρο υπάλληλο (λογιστή μάλλον), που ετοιμάζεται να βγει στη σύνταξη. Σιγά - σιγά οι δυο τους αρχίζουν να ανταλλάσουν μηνύματα μέσω του σκεύους με τα φαγητά, καθώς ο μεσήλικας γοητεύεται από τη γκουρμέ μαγειρική της νέας γυναίκας, δίχως όμως να συναντιούνται. Στο πεδίο μπαίνει και ένας νεαρός, που πρόκειται να αντικαταστήσει τον ήρωα στη δουλειά, και ο ο οποίος γίνεται ο μοναδικός του φίλος. Ώσπου...
Τρυφερή, έξυπνη, συγκινητική δίχως όμως να της λείπει το χιούμορ, γλυκόπικρη ταινία, θα λέγαμε ότι κινείται ανάμεσα στην κομεντί και το δράμα - ειδωμένες όμως με την ινδική ματιά. Ταυτόχρονα αποτίει φόρο τιμής στη μεγαλούπολη Βομβάη, πατρίδα προφανώς του δημιουργού. Η ινδική καθημερινότητα που μας δείχνει πάντως δεν ανήκει στο χώρο των πολύ ρεαλιστικών, ντοκιμαντερίστικων σχεδόν, καταγραφών, αλλά βασίζεται στα αισθήματα, την ανάγκη του απρόσωπου, μοναχικού σύγχρονου ατόμου για ανθρώπινη επαφή. Συγχρόνως μιλά για το αδύνατο κάποιες φορές του έρωτα (η μεγάλη διαφορά ηλικίας γαρ), την ανθρώπινη μοναξιά στη μεγαλούπολη, τη διαφορά ανάμεσα στις γενιές - συντηρητική, αλλά με περισσότερη βεβαιότητα και σιγουριά στη ζωή και περισσότερες αξίες η παλιότερη, αντιμέτωπη με τη σύγχρονη παγκόσμια αβεβαιότητα και το πιθανό επικείμενο χάος η νεότερη, έτοιμη να αφήσει τα πάντα και να μεταναστεύσει αλλάζοντας ριζικά ζωή... Και, έμμεσα, για πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις του σύγχρονου "τρίτου" (και όχι μόνο) κόσμου.
Από τις ευχάριστες φετινές εκπλήξεις για μένα, το ανθρωποκεντρικό και ταυτόχρονα feelgood - παρά την υποβόσκουσα συγκίνηση και πίκρα - αυτό φιλμ συνίσταται ανεπιφύλακτα, ιδίως σε όσους έχουν μπουχτίσει τα χολιγουντιανά "mega θεάματα".
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 17, 2014
Η ΥΠΟ ΤΟ ΣΕΛΗΝΟΦΩΣ ΓΟΥΝΤΙΑΛΕΝΙΚΗ ΜΑΓΕΙΑ
Στα 79 του ήδη ο Woody Allen εξακολουθεί να είναι μια αστείρευτη μηχανή παραγωγής ταινιών (στις οποίες βεβαίως γράφει το σενάριο και σκηνοθετεί). Έτσι το 2014 κάνει την 44η αισίως ταινία του, την "Μαγεία στο Σεληνόφως". Και, μετά τη "Τζασμίν", επιστρέφει με άνεση στην κομεντί, που τόσο καλά γνωρίζει. Και μάλιστα με ταινία εποχής, όπου επίσης τα καταφέρνει θαυμάσια.
Δεκαετία '20, Νότια Γαλλία, και ένας διάσημος μάγος / ταχυδακτυλουργός προσκαλείται σε βίλα για να ξεσκεπάσει νεαρό μέντιουμ, το οποίο έχει πείσει για τις ικανότητές του μια πλούσια οικογένεια και την απομυζεί οικονομικά. Η συνάντησή τους θα είναι καθοριστική και ο ήρωάς μας, ορθολογιστής και κυνικός, θα αρχίσει για πρώτη φορά στη ζωή του να κλονίζεται: Μήπως τελικά υπάρχει το υπερφυσικό;
Ο ίδιος ο Woody Allen πάντως ουδόλως πιστεύει σ' αυτό. Αντίθετα πάμπολλες φορές έχει κάνει πλάκα μ' αυτό. Και εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον του φιλμ: Ενώ δεν πιστεύει, το θεωρεί απαραίτητο - κι ας μην υπάρχει - για να νοστιμίσει τη ζωή μας. Με τον όρο "υπερφυσικό" εννοούμε βεβαίως εδώ οτιδήποτε μη πρακτικό και καθημερινό: Τον ρομαντισμό, τα όνειρα (στον ύπνο και στη συνειδητή ζωή), τη μαγεία, το παιχνίδι, το μυστήριο, τη φαντασία, την τέχνη, που ενώ είναι πρακτικά άχρηστη, τόσο ρόλο παίζει στη ζωή μας. Να λοιπόν που έχουμε την απόδειξη του ότι για να είσαι ονειροπόλος και "παιχνιδιάρης" δεν χρειάζεται να πιστεύεις σε κάθε είδους μεταφυσική. Είσαι απλώς επειδή αυτά κάνουν πιο όμορφη τη ζωή (μια παρόμοια, δοσμένη ίσως με πιο πολύπλοκο τρόπο, προβληματική υπήρχει και στη "Ζωή του Πι" του Ανγκ Λι).
Στο μεταξύ εμείς απολαμβάνουμε μια χαριτωμένη, έξυπνη κομεντί, που διαθέτει αυτό τα αλάθητο γουντιαλενικό άγγιγμα που σε κάνει να την παρακολουθείς ευχάριστα κι ας διαθέτει πλήθος κλισέ του είδους. Νομίζω ότι κάποια στιγμή πρέπει να γίνει μια εμπεριστατωμένη μελέτη για να εντοπιστεί το τι είναι αυτό που κάνει τις κομεντί του Άλεν τόσο ανάλαφρες, δροσερές, ευχάριστες, απολαυστικές και κομψές σε σχέση με την πλειοψηφία των χολιγουντιανών προϊόντων του σαφώς κορεσμένου αυτού είδους. Και να πεις ότι τις ανατρέπει ριζικά; Όχι και τόσο, αφού, όπως είπαμε, χρησιμοποιεί συχνά κλισέ τους. Αλλά η εξυπνάδα και η κομψότητα είναι αναμφισβήτητες. Δείτε τη "Μαγεία..." και παρά το ότι κάπου έχετε ξαναδεί τις ερωτικές περιπέτειες και τις σεναριακές ανατροπές, δεν νομίζω ότι θα πλήξετε. Η έννοια του "ευχάριστου" είναι σήμα κατατεθέν του δημιουργού αυτού (αν ο ίδιος το θέλει βεβαίως και δεν καταπιάνεται με δραματικά θέματα).
Δεκαετία '20, Νότια Γαλλία, και ένας διάσημος μάγος / ταχυδακτυλουργός προσκαλείται σε βίλα για να ξεσκεπάσει νεαρό μέντιουμ, το οποίο έχει πείσει για τις ικανότητές του μια πλούσια οικογένεια και την απομυζεί οικονομικά. Η συνάντησή τους θα είναι καθοριστική και ο ήρωάς μας, ορθολογιστής και κυνικός, θα αρχίσει για πρώτη φορά στη ζωή του να κλονίζεται: Μήπως τελικά υπάρχει το υπερφυσικό;
Ο ίδιος ο Woody Allen πάντως ουδόλως πιστεύει σ' αυτό. Αντίθετα πάμπολλες φορές έχει κάνει πλάκα μ' αυτό. Και εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον του φιλμ: Ενώ δεν πιστεύει, το θεωρεί απαραίτητο - κι ας μην υπάρχει - για να νοστιμίσει τη ζωή μας. Με τον όρο "υπερφυσικό" εννοούμε βεβαίως εδώ οτιδήποτε μη πρακτικό και καθημερινό: Τον ρομαντισμό, τα όνειρα (στον ύπνο και στη συνειδητή ζωή), τη μαγεία, το παιχνίδι, το μυστήριο, τη φαντασία, την τέχνη, που ενώ είναι πρακτικά άχρηστη, τόσο ρόλο παίζει στη ζωή μας. Να λοιπόν που έχουμε την απόδειξη του ότι για να είσαι ονειροπόλος και "παιχνιδιάρης" δεν χρειάζεται να πιστεύεις σε κάθε είδους μεταφυσική. Είσαι απλώς επειδή αυτά κάνουν πιο όμορφη τη ζωή (μια παρόμοια, δοσμένη ίσως με πιο πολύπλοκο τρόπο, προβληματική υπήρχει και στη "Ζωή του Πι" του Ανγκ Λι).
Στο μεταξύ εμείς απολαμβάνουμε μια χαριτωμένη, έξυπνη κομεντί, που διαθέτει αυτό τα αλάθητο γουντιαλενικό άγγιγμα που σε κάνει να την παρακολουθείς ευχάριστα κι ας διαθέτει πλήθος κλισέ του είδους. Νομίζω ότι κάποια στιγμή πρέπει να γίνει μια εμπεριστατωμένη μελέτη για να εντοπιστεί το τι είναι αυτό που κάνει τις κομεντί του Άλεν τόσο ανάλαφρες, δροσερές, ευχάριστες, απολαυστικές και κομψές σε σχέση με την πλειοψηφία των χολιγουντιανών προϊόντων του σαφώς κορεσμένου αυτού είδους. Και να πεις ότι τις ανατρέπει ριζικά; Όχι και τόσο, αφού, όπως είπαμε, χρησιμοποιεί συχνά κλισέ τους. Αλλά η εξυπνάδα και η κομψότητα είναι αναμφισβήτητες. Δείτε τη "Μαγεία..." και παρά το ότι κάπου έχετε ξαναδεί τις ερωτικές περιπέτειες και τις σεναριακές ανατροπές, δεν νομίζω ότι θα πλήξετε. Η έννοια του "ευχάριστου" είναι σήμα κατατεθέν του δημιουργού αυτού (αν ο ίδιος το θέλει βεβαίως και δεν καταπιάνεται με δραματικά θέματα).
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 15, 2014
ΟΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΕΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΤΟΥ ΑΡΤΣΙΜΠΑΛΝΤΟ ΝΕ ΛΑ ΚΡΟΥΖ
"Η Εγκληματική Ζωή του Αρτσιμπάλντο ντε λα Κρουζ" (Ensayo de un Crimen) του 1955 είναι μια από τις πολλές ταινίες που γύρισε ο μεγάλος Luis Bunuel (1900-1983) στο Μεξικό, όπου έμεινε κάμποσα χρόνια, και είναι κατά τη γνώμη μου μια από τις καλύτερες της περιόδου αυτής.
Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία όπου ο δαιμόνιος και ανατρεπτικός δημιουργός παρακολουθεί τη ζωή, τις σχέσεις με τις γυναίκες και τις κρυφές επιθυμίες του ομώνυμου πλούσιου εισοδηματία και ερασιτέχνη αγγειοπλάστη. Ξεκινά με μια σκηνή από την παιδική του ηλικία, όπου εξ αιτίας ενός μουσικού κουτιού που υποτίθεται ότι έχει τη δύναμη να πραγματοποιήσει την επιθυμία κάποιου για φόνο και του τυχαίου θανάτου από αδέσποτη σφαίρα της γκουβερνάντας του, ο ήρωας ταυτίζει την σεξουαλική επιθυμία με τον πόθο για φόνο. Μεγάλος πλέον ο Αρτσιμπάλντο γίνεται φετιχιστής και ένας κατά φαντασία (ή μάλλον "wannabe") σίριαλ κίλερ γυναικών. Μόνο που, όπως παθαίνουν πάμπολλοι ήρωες του Μπουνουέλ, οι επιθυμίες του (μακάβριες και θανατερές στο συγκεκριμένο φιλμ) δεν πραγματοποιούνται ποτέ. Αντίθετα οι γυναίκες πεθαίνουν συμπτωματικά πριν εκείνος πραγματοποιήσει τα αιματοβαμένα του σχέδια.
Ο χαρακτηριστικός σαρκασμός, η ειρωνία και το καυστικό χιούμορ που έχει σαν στόχο κάθε σχεδόν αστικό θεσμό υπάρχουν και εδώ με το παραπάνω. Παρέα βεβαίως με την ψυχανάλυση και τον απαραίτητο μπουνουελικό σουρεαλισμό. Η εκκλησία και η υποκρισία της αγνότητας, οι κρυμένες κάτω από μια καθώς πρέπει επιφάνεια απαγορευμένες επιθυμίες, ο συχνά νοσηρός ερωτισμός, αλλα και πολιτική κριτική (θυμηθείτε την μεγαλοαστή κυρία να θυμώνει και να στενοχωριέται επειδή, λόγω της φονικής επανάστασης που μαίνεται στην πόλη, δεν μπορεί να πάει στο θέατρο ή τους εκπροσώπους της εξουσίας να σχολιάζουν με τα καλύτερα λόγια τον καθώς πρέπει γάμο) δίνουν ένα ηχηρό παρόν. Όπως επίσης και το ερώτημα που ταλανίζει πολλούς ηθικά: Η "κακή" σκέψη (ή επιθυμία) αποτελεί αμαρτία έστω και αν δεν γίνει ποτέ πράξη;
Όπως είπα όμως και στην αρχή το μαύρο χιούμορ έχει το πάνω χέρι σ' αυτή την απολαυστική για μένα ταινία του μετρ. Απολαυστική και συγχρόνως γεμάτη σουρεαλιστικά σύμβολα και με την ξεκάθαρη σφραγίδα του Μπουνουέλ. Τη συνιστώ (με δεδομένο βεβαίως ότι πρόκειται ίσως για τον πιο αγαπημένο μου δημιουργό).
Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία όπου ο δαιμόνιος και ανατρεπτικός δημιουργός παρακολουθεί τη ζωή, τις σχέσεις με τις γυναίκες και τις κρυφές επιθυμίες του ομώνυμου πλούσιου εισοδηματία και ερασιτέχνη αγγειοπλάστη. Ξεκινά με μια σκηνή από την παιδική του ηλικία, όπου εξ αιτίας ενός μουσικού κουτιού που υποτίθεται ότι έχει τη δύναμη να πραγματοποιήσει την επιθυμία κάποιου για φόνο και του τυχαίου θανάτου από αδέσποτη σφαίρα της γκουβερνάντας του, ο ήρωας ταυτίζει την σεξουαλική επιθυμία με τον πόθο για φόνο. Μεγάλος πλέον ο Αρτσιμπάλντο γίνεται φετιχιστής και ένας κατά φαντασία (ή μάλλον "wannabe") σίριαλ κίλερ γυναικών. Μόνο που, όπως παθαίνουν πάμπολλοι ήρωες του Μπουνουέλ, οι επιθυμίες του (μακάβριες και θανατερές στο συγκεκριμένο φιλμ) δεν πραγματοποιούνται ποτέ. Αντίθετα οι γυναίκες πεθαίνουν συμπτωματικά πριν εκείνος πραγματοποιήσει τα αιματοβαμένα του σχέδια.
Ο χαρακτηριστικός σαρκασμός, η ειρωνία και το καυστικό χιούμορ που έχει σαν στόχο κάθε σχεδόν αστικό θεσμό υπάρχουν και εδώ με το παραπάνω. Παρέα βεβαίως με την ψυχανάλυση και τον απαραίτητο μπουνουελικό σουρεαλισμό. Η εκκλησία και η υποκρισία της αγνότητας, οι κρυμένες κάτω από μια καθώς πρέπει επιφάνεια απαγορευμένες επιθυμίες, ο συχνά νοσηρός ερωτισμός, αλλα και πολιτική κριτική (θυμηθείτε την μεγαλοαστή κυρία να θυμώνει και να στενοχωριέται επειδή, λόγω της φονικής επανάστασης που μαίνεται στην πόλη, δεν μπορεί να πάει στο θέατρο ή τους εκπροσώπους της εξουσίας να σχολιάζουν με τα καλύτερα λόγια τον καθώς πρέπει γάμο) δίνουν ένα ηχηρό παρόν. Όπως επίσης και το ερώτημα που ταλανίζει πολλούς ηθικά: Η "κακή" σκέψη (ή επιθυμία) αποτελεί αμαρτία έστω και αν δεν γίνει ποτέ πράξη;
Όπως είπα όμως και στην αρχή το μαύρο χιούμορ έχει το πάνω χέρι σ' αυτή την απολαυστική για μένα ταινία του μετρ. Απολαυστική και συγχρόνως γεμάτη σουρεαλιστικά σύμβολα και με την ξεκάθαρη σφραγίδα του Μπουνουέλ. Τη συνιστώ (με δεδομένο βεβαίως ότι πρόκειται ίσως για τον πιο αγαπημένο μου δημιουργό).
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 11, 2014
ΟΙ "ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΟΥ ΓΑΛΑΞΙΑ" ΕΧΟΥΝ ΠΛΑΚΑ...
Ο σκηνοθέτης James Gunn είναι ουσιαστικά άγνωστος και το κόμικς της Marvel "Οι Φύλακες του Γαλαξία" (Guardians of the Galaxy) το ίδιο, καθώς κάθε άλλο παρά συγκαταλέγεται στα μεγάλα ονόματα της σουπερηρωικής εταιρίας. Αυτά όμως δεν εμποδίζουν την ταινία του 2014 να γίνει η μεγαλύτερη ίσως επιτυχία της χρονιάς. Με δεδομένη την απόλυτη πλέον κυριαρχία (δυστυχώς) παρόμοιων μαρβελοειδών ταινιών, θα έλεγα ότι καλά κάνει. Γιατί αν μη τι άλλο, το συγκεκριμένο φιλμ είναι διασκεδαστικότατο.
Το καλό (για μένα τουλάχιστον) είναι ότι δεν πρόκειται για μία ακόμα σουπερηρωική ταινία με κάποιον με περίεργες ιδιότητες τύπο, που σχεδον τα κάνει όλα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κωμωδία / παρωδία επιστημονικής φαντασίας, που παίζει άφοβα με τα κλισέ, διαθέτει έξυπνες ατάκες, κάνει διαρκείς αναφορές στην ποπ κουλτούρα (κοινός τόπος για αρκετά χρόνια σε παρόμοια φιλμ), δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της, διαθέτει ηθελημένη αφέλεια (και μάλλον εύκολο τέλος) και - προφανώς - είναι θεαματική και με έντονη δράση (τα δύο τελευταία είναι πλέον τόσο συνηθισμένα σε κάθε αμερικάνικο wanna be μπλογκμπάστερ, που φοβάμαι ότι έχουν πάψει πια να αποτελούν πλεονέκτημα). Έτσι το όλο πράγμα παρακολουθείται ευχάριστα. Επίσης ο "κακός" είναι από τους πλέον σκοτεινούς και τρομακτικούς μέσα στη βλοσυρότητά και τον φανατισμό του.
Η πενταμελής, πολυφυλετική (παντελώς διαφορετικά όντα, ακόμα κι ένας κινούμενος... κορμός δέντρου) ομάδα αποτελείται βασικά από αμοραλιστές, κυνικούς αντιήρωες, που τουλάχιστον σε πολύ μεγάλο μέρος του φιλμ κάνουν ό,τι κάνουν για προσωπικά συμφέροντα και όχι για να σώσουν κανέναν. Άλλωστε και οι ίδιοι αρχικά είναι εχθροί και κάπου αναγκάζονται να συμμαχήσουν για να επιβιώσουν. Όλα αυτά μας φέρνουν πολύ μακριά από το κλασικό ηρωικό πρότυπο και τις ευαισθησίες των Σούπερμαν, Σπάιντερμαν και πάμπολλων άλλων ...μαν, κι αυτό, ξαναλέω, για μένα τουλάχιστον είναι θετικό. Σε πολλά σημεία τέλος η ταινία μου έφερε στο νου τον αρχικό "Πόλεμο των Άστρων".
Γενικά νομίζω ότι πρόκειται για ευχάριστα χαβαλετζίδικο blogbuster, που μέσα του κρύβει την ψυχή ενός b-movie (αλλά και τις εμφανίσεις ηθοποιών όπως η Γκλεν Κλόουζ και ο Μπενίτσιο Ντελ Τόρο). Αν είστε φίλοι τέτοιου είδους χαβαλέ, πρόκειται για ένα από τα πολύ καλά δείγματα του είδους. Αλλιώς να το αποφύγετε αδίστακτα.
Το καλό (για μένα τουλάχιστον) είναι ότι δεν πρόκειται για μία ακόμα σουπερηρωική ταινία με κάποιον με περίεργες ιδιότητες τύπο, που σχεδον τα κάνει όλα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κωμωδία / παρωδία επιστημονικής φαντασίας, που παίζει άφοβα με τα κλισέ, διαθέτει έξυπνες ατάκες, κάνει διαρκείς αναφορές στην ποπ κουλτούρα (κοινός τόπος για αρκετά χρόνια σε παρόμοια φιλμ), δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της, διαθέτει ηθελημένη αφέλεια (και μάλλον εύκολο τέλος) και - προφανώς - είναι θεαματική και με έντονη δράση (τα δύο τελευταία είναι πλέον τόσο συνηθισμένα σε κάθε αμερικάνικο wanna be μπλογκμπάστερ, που φοβάμαι ότι έχουν πάψει πια να αποτελούν πλεονέκτημα). Έτσι το όλο πράγμα παρακολουθείται ευχάριστα. Επίσης ο "κακός" είναι από τους πλέον σκοτεινούς και τρομακτικούς μέσα στη βλοσυρότητά και τον φανατισμό του.
Η πενταμελής, πολυφυλετική (παντελώς διαφορετικά όντα, ακόμα κι ένας κινούμενος... κορμός δέντρου) ομάδα αποτελείται βασικά από αμοραλιστές, κυνικούς αντιήρωες, που τουλάχιστον σε πολύ μεγάλο μέρος του φιλμ κάνουν ό,τι κάνουν για προσωπικά συμφέροντα και όχι για να σώσουν κανέναν. Άλλωστε και οι ίδιοι αρχικά είναι εχθροί και κάπου αναγκάζονται να συμμαχήσουν για να επιβιώσουν. Όλα αυτά μας φέρνουν πολύ μακριά από το κλασικό ηρωικό πρότυπο και τις ευαισθησίες των Σούπερμαν, Σπάιντερμαν και πάμπολλων άλλων ...μαν, κι αυτό, ξαναλέω, για μένα τουλάχιστον είναι θετικό. Σε πολλά σημεία τέλος η ταινία μου έφερε στο νου τον αρχικό "Πόλεμο των Άστρων".
Γενικά νομίζω ότι πρόκειται για ευχάριστα χαβαλετζίδικο blogbuster, που μέσα του κρύβει την ψυχή ενός b-movie (αλλά και τις εμφανίσεις ηθοποιών όπως η Γκλεν Κλόουζ και ο Μπενίτσιο Ντελ Τόρο). Αν είστε φίλοι τέτοιου είδους χαβαλέ, πρόκειται για ένα από τα πολύ καλά δείγματα του είδους. Αλλιώς να το αποφύγετε αδίστακτα.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 10, 2014
"ΑΦΘΑΡΤΟΣ": ΜΙΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΗ ΕΞΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥς ΣΟΥΠΕΗΡΩΕΣ
Το 2000 ο M. Night Shyamalan, έχοντας μόλις προκαλέσει τεράστια αίσθηση με την "6η Αίσθηση", επιστρέφει με τον "Άφθαρτο" (Unbreakable), μια ταινία που και πάλι επιχειρεί να ποντάρει στη σεναριακή της πρωτοτυπία (και χρησιμοποιεί και πάλι τον Μπρους Γουίλις).
Ένας άνθρωπος, ο μόνος επιζών από ένα μεγάλο σιδηροδρομικο δυστύχημα με 131 νεκρούς, μαθαίνει κάτι απίστευτο για τον εαυτό του. Ένας παράδοξος τύπος, φανατικός και συλλέκτης κόμικς, θα τον πλησιάσει και, σιγά - σιγά θα του εκθέσει μια πραγματικά απίθανη θεωρία. Τι απ' όλα αυτά είναι αλήθεια και τι όχι;
Ακούγονται κάπως σκοτεινά και γριφώδη τα παραπάνω, δεν μπορώ όμως να σας αποκαλύψω περισσότερα, καθώς θα καταστρέψω τη σεναριακή πρωτοτυπία που λέγαμε. Δεν μπορώ να σας πω ούτε τι ανακαλύπτει ο ήρωας για τον εαυτό του ούτε τη θεωρία του άλλου. Οι σχέσεις των δύο βασικών χαρακτήρων πάντως θα παραμείνουν τεταμένες μέχρι τέλους.
Η ιδέα είναι όντως πρωτότυπη. Ταυτόχρονα το φιλμ λειτουργεί σαν φόρος τιμής στα κόμικς - σουπερηρωικά κυρίως, τα οποία παίζουν βασικό ρόλο στην πλοκή (τα ίδια τα κόμικς ως τέτοια, όχι οι σούπερήρωες καθεαυτοί). Άλλωστε ο εκκεντρικός συλλέκτης κόμικς αναλύει και φαίνεται να γνωρίζει τα πάντα γι' αυτά. Και, συγχρόνως, διαθέτει και μια παράδοξη θεωρία για το τι είναι στην πραγματικότητα οι σούπερήρωες.
Έτσι, το φιλμ με κράτησε σε αγωνία μέχρι τέλους. Ωστόσο ο Σιάμαλαν βάζει όλους τους ηθοποιούς του να παίζουν πολύ υποτονικά, να μιλάνε σχεδόν ψιθυριστά. Υποθέτω ότι αυτό γίνεται για λόγους δημιουργίας ατμόσφαιρας, και νομίζω ότι ως ένα βαθμό αυτό επιτυγχάνεται, πλην όμως πιθανόν να το παρακάνει. Αυτό όμως που με ενόχλησε περισσότερο είναι η τελική αποκάλυψη - ανατροπή. Στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει με τις ανατροπές όσο περισσότερο μπορεί, ο σκηνοθέτης νομίζω ότι ξεπερνά κάποια όρια και, τελίκά, μοιάζει να ενδιαφέρεται μόνο για τον πάσει θυσία εντυπωσιασμό του θεατή. Κρίμα, γιατί κατά τα άλλα, οι ιδέες του είναι όντως πρωτότυπες.
Συνολικά λοιπόν μπορεί να μη με έπεισε, νομίζω όμως παραμένει μια παράξενη ταινία, που δύσκολα ξεχνάς. Ίσως μάλιστα να αποτελεί και ένα είδος cult για τους φίλους των κόμικς. Τελικά πάντως, παρά τον εντυπωσιασμό, δεν νομίζω ότι ο Σιάμαλαν είναι μεγάλος σκηνοθέτης. Η συνέχειά του δυστυχώς το απέδειξε περίτρανα (προσωπική μου γνώμη είναι ότι εκτός από την αξέχαστη "6η Αίσθηση" μόνο αυτή εδώ η ταινία και το "Σκοτεινό Χωριό" αντέχουν κάπως. Οι υπόλοιπες...)
Ένας άνθρωπος, ο μόνος επιζών από ένα μεγάλο σιδηροδρομικο δυστύχημα με 131 νεκρούς, μαθαίνει κάτι απίστευτο για τον εαυτό του. Ένας παράδοξος τύπος, φανατικός και συλλέκτης κόμικς, θα τον πλησιάσει και, σιγά - σιγά θα του εκθέσει μια πραγματικά απίθανη θεωρία. Τι απ' όλα αυτά είναι αλήθεια και τι όχι;
Ακούγονται κάπως σκοτεινά και γριφώδη τα παραπάνω, δεν μπορώ όμως να σας αποκαλύψω περισσότερα, καθώς θα καταστρέψω τη σεναριακή πρωτοτυπία που λέγαμε. Δεν μπορώ να σας πω ούτε τι ανακαλύπτει ο ήρωας για τον εαυτό του ούτε τη θεωρία του άλλου. Οι σχέσεις των δύο βασικών χαρακτήρων πάντως θα παραμείνουν τεταμένες μέχρι τέλους.
Η ιδέα είναι όντως πρωτότυπη. Ταυτόχρονα το φιλμ λειτουργεί σαν φόρος τιμής στα κόμικς - σουπερηρωικά κυρίως, τα οποία παίζουν βασικό ρόλο στην πλοκή (τα ίδια τα κόμικς ως τέτοια, όχι οι σούπερήρωες καθεαυτοί). Άλλωστε ο εκκεντρικός συλλέκτης κόμικς αναλύει και φαίνεται να γνωρίζει τα πάντα γι' αυτά. Και, συγχρόνως, διαθέτει και μια παράδοξη θεωρία για το τι είναι στην πραγματικότητα οι σούπερήρωες.
Έτσι, το φιλμ με κράτησε σε αγωνία μέχρι τέλους. Ωστόσο ο Σιάμαλαν βάζει όλους τους ηθοποιούς του να παίζουν πολύ υποτονικά, να μιλάνε σχεδόν ψιθυριστά. Υποθέτω ότι αυτό γίνεται για λόγους δημιουργίας ατμόσφαιρας, και νομίζω ότι ως ένα βαθμό αυτό επιτυγχάνεται, πλην όμως πιθανόν να το παρακάνει. Αυτό όμως που με ενόχλησε περισσότερο είναι η τελική αποκάλυψη - ανατροπή. Στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει με τις ανατροπές όσο περισσότερο μπορεί, ο σκηνοθέτης νομίζω ότι ξεπερνά κάποια όρια και, τελίκά, μοιάζει να ενδιαφέρεται μόνο για τον πάσει θυσία εντυπωσιασμό του θεατή. Κρίμα, γιατί κατά τα άλλα, οι ιδέες του είναι όντως πρωτότυπες.
Συνολικά λοιπόν μπορεί να μη με έπεισε, νομίζω όμως παραμένει μια παράξενη ταινία, που δύσκολα ξεχνάς. Ίσως μάλιστα να αποτελεί και ένα είδος cult για τους φίλους των κόμικς. Τελικά πάντως, παρά τον εντυπωσιασμό, δεν νομίζω ότι ο Σιάμαλαν είναι μεγάλος σκηνοθέτης. Η συνέχειά του δυστυχώς το απέδειξε περίτρανα (προσωπική μου γνώμη είναι ότι εκτός από την αξέχαστη "6η Αίσθηση" μόνο αυτή εδώ η ταινία και το "Σκοτεινό Χωριό" αντέχουν κάπως. Οι υπόλοιπες...)
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 08, 2014
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΚΑΙ ΤΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΜΑΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ
Ο εκ Κεμπέκ γαλλόφωνος καναδός Denis Villeneuve κατά τη γνώμη μου εξελίσεται αθόρυβα σε έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς. Μετά το πολύ δυνατό (πλην όμως "τραβηγμένο") "Μέσα από τις Φλόγες" και το εξαιρετικό "Prisoners" ακολουθεί το 2013 ο "Άνθρωπος Αντίγραφο" (Enemy), μια από τις πιο αινιγματικές και παράξενες ταινίες των τελευταίων ετών, βασισμένη - χαλαρά όπως μαθαίνω, αφού δεν το έχω διαβάσει - σε μυθιστόρημα του πορτογάλου νομπελίστα Σαραμάγκου.
Ένας "μέτριος", άχαρος και μάλλον καταπιεσμένος "συνηθισμένος άνθρωπος", καθηγητής ιστορίας, βλέποντας μια ταινία σε dvd εντοπίζει έναν ηθοποιό με τον οποίο μοιάζει σα νά' ναι δυο σταγόνες νερό. Μαθαίνοντας ότι είναι κι αυτός κάτοικος του Τορόντο, αποφασίζει να τον συναντήσει και από τότε η ζωή του θα αλλάξει δραματικά. Θα έλεγα μάλιστα ότι από πολλές απόψεις θα μετατραπεί σε εφιάλτη.
Η ταινία κινείται ανάμεσα στο κλίμα του Κάφκα, του Λυντς και του Μπουνιουέλ. Βρίσκεται πιο κοντά σε ένα σουρεαλιστικό εφιάλτη παρά σε μια δομημένη ταινία του φανταστικού. Γι' αυτό - προειδοποιώ - μην περιμένετε καθαρές εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν. Πρόκειται για περίπτωση δίδυμων (πιστεύω ότι αποκλείεται λόγω μιας πανομοιότυπης ουλής), για μια φαντασίωση του ψυχικά "παράξενου" ήρωα ή... για τι άλλο; Μπορείτε να να εικάσετε ό,τι νομίζετε. Σίγουρα όμως τα ψυχαναλυτικά μοτίβα είναι πάμπολλα (οι γυναίκες που μετατρέπονται σε αράχνες, η μητέρα κλπ.) Στην ουσία όμως νομίζω ότι ο αδέξιος, εγκλωβισμένος ήρωας "δημιουργεί" ένα πολύ πιο κοινωνικό, ζωντανό και λιγότερο προβληματικό αντίγραφο του εαυτού του, ένα αντίγραφο που θαυμάζει, ζηλευει και μισεί ταυτόχρονα και από το οποίο έλκεται και απωθείται. Ίσως η μετριότητα και η άχαρη ζωή μας φτιάχνει μια εικόνα αυτού που θα θέλαμε να είμαστε. Κι ίσως, τρομαγμένοι από ό,τι δημιουργήσαμε, θέλουμε να σκοτώσουμε το πλάσμα αυτό, να απαλλαγούμε απ' αυτό. Ίσως, λέω και επαναλαμβάνω ότι οι ερμηνείες μπορεί να είναι διαφορετικές. Άλλωστε το απροσδόκητο και ανοιχτό σε αναγνώσεις τέλος συνάδει σ' αυτό.
Η ταινία, με τη μουντή φωτογραφία και ένα Τορόντο βουτηγμένο σε μια κιτρινωπή αχλύ, κάτι σαν ομίχλη, δημιουργεί μια "άρρωστη" ατμόσφαιρα, που συμβάλλει στην όλη παραισθητική εικόνα. Η ανάπτυξη είναι αργή - προειδοπιώ και γι' αυτό - και τα τόσα ανοιχτά ερωτήματα μπορεί να ενοχλήσουν μεγάλο μέρος των θεατών. Όσοι λοιπόν ζητάτε ένα σαφές, "καθαρό" σινεμά, αποφύγετε το φιλμ. Πιστεύω όμως ότι οι οπαδοί του παράδοξου θα το εκτιμήσουν δεόντως.
Ένας "μέτριος", άχαρος και μάλλον καταπιεσμένος "συνηθισμένος άνθρωπος", καθηγητής ιστορίας, βλέποντας μια ταινία σε dvd εντοπίζει έναν ηθοποιό με τον οποίο μοιάζει σα νά' ναι δυο σταγόνες νερό. Μαθαίνοντας ότι είναι κι αυτός κάτοικος του Τορόντο, αποφασίζει να τον συναντήσει και από τότε η ζωή του θα αλλάξει δραματικά. Θα έλεγα μάλιστα ότι από πολλές απόψεις θα μετατραπεί σε εφιάλτη.
Η ταινία κινείται ανάμεσα στο κλίμα του Κάφκα, του Λυντς και του Μπουνιουέλ. Βρίσκεται πιο κοντά σε ένα σουρεαλιστικό εφιάλτη παρά σε μια δομημένη ταινία του φανταστικού. Γι' αυτό - προειδοποιώ - μην περιμένετε καθαρές εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν. Πρόκειται για περίπτωση δίδυμων (πιστεύω ότι αποκλείεται λόγω μιας πανομοιότυπης ουλής), για μια φαντασίωση του ψυχικά "παράξενου" ήρωα ή... για τι άλλο; Μπορείτε να να εικάσετε ό,τι νομίζετε. Σίγουρα όμως τα ψυχαναλυτικά μοτίβα είναι πάμπολλα (οι γυναίκες που μετατρέπονται σε αράχνες, η μητέρα κλπ.) Στην ουσία όμως νομίζω ότι ο αδέξιος, εγκλωβισμένος ήρωας "δημιουργεί" ένα πολύ πιο κοινωνικό, ζωντανό και λιγότερο προβληματικό αντίγραφο του εαυτού του, ένα αντίγραφο που θαυμάζει, ζηλευει και μισεί ταυτόχρονα και από το οποίο έλκεται και απωθείται. Ίσως η μετριότητα και η άχαρη ζωή μας φτιάχνει μια εικόνα αυτού που θα θέλαμε να είμαστε. Κι ίσως, τρομαγμένοι από ό,τι δημιουργήσαμε, θέλουμε να σκοτώσουμε το πλάσμα αυτό, να απαλλαγούμε απ' αυτό. Ίσως, λέω και επαναλαμβάνω ότι οι ερμηνείες μπορεί να είναι διαφορετικές. Άλλωστε το απροσδόκητο και ανοιχτό σε αναγνώσεις τέλος συνάδει σ' αυτό.
Η ταινία, με τη μουντή φωτογραφία και ένα Τορόντο βουτηγμένο σε μια κιτρινωπή αχλύ, κάτι σαν ομίχλη, δημιουργεί μια "άρρωστη" ατμόσφαιρα, που συμβάλλει στην όλη παραισθητική εικόνα. Η ανάπτυξη είναι αργή - προειδοπιώ και γι' αυτό - και τα τόσα ανοιχτά ερωτήματα μπορεί να ενοχλήσουν μεγάλο μέρος των θεατών. Όσοι λοιπόν ζητάτε ένα σαφές, "καθαρό" σινεμά, αποφύγετε το φιλμ. Πιστεύω όμως ότι οι οπαδοί του παράδοξου θα το εκτιμήσουν δεόντως.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 05, 2014
ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ
Στις αρχές της δεκαετίας του 60 αναδύεται στη Βρετανία το λεγόμενο Free Cinema, ένα "κίνημα" με κάποιες σχέσεις με τον προγενέστερο ιταλικό νεορεαλισμό, με την έννοια ότι οι δημιουργοί του προσβλέπιυν σε μια ρεαλιστική καταγραφή της καθημερινότητας των ηρώων, γυρίζουν σε φυσικούς χώρους, αποφεύγουν κάθε είδους "επικές" και glamorous κατευθύνσεις. Χαρακτηριστική ταινία είναι το "Σάββατο Βράδι Κυριακή Πρωί", που γύρισε το 1960 ο τσέχος Karel Reisz (1926-2002), που έζησε και έδρασε στην Αγγλία, με έναν αξέχαστο νεαρό τότε Άλμπερτ Φίνεϊ.
Πρόκειται για την καθημερινότητα ενός "επαναστάτη χωρίς αιτία". Ο ήρωας είναι εργάτης, ζει με τους γονείς του σε φτωχική και καταθλιπτική γειτονιά και, μην έχοντας πού και πώς αλλιώς να ξεφύγει από το πνιγηρό περιβάλλον και να ξεσπάσει, βρίσκει διέξοδο στο ρόλο του "κακού παιδιού". Είναι κυνικός, αλαζόνας, τσαμπουκάς, πίνει και μπλέκει σε καυγάδες και τα έχει κρυφά με τη μεγαλύτερή του σύζυγο ενός συναδέλφου του. Κάποια στιγμή θα ερωτευτεί μια κοπέλα - συντηρητική βεβαίως παρά τη μοντέρνα της εμφάνιση - και θα ξεκινήσει μια διαδικασία συμβιβασμού. Συμβιβασμού με τη μιζέρια.
Η ταιριαστά ασπρόμαυρη καταγραφή της γκρίζας καθημερινότητας είναι αριστοτεχνική. Η άσχημη, εργατική συνοικία, οι περιορισμένοι τρόποι διασκέδασης, ο καθηλωμένος μπροστά στην τηλεόραση πατέρας, όλα συμβάλλουν στη σκιαγράφηση μιας καθόλου ευχάριστης, πνιγηρής ατμόσφαιρας. Ο νεαρός ήρωας είναι αντιπαθής και "κακός", αλλά μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τους λόγους της "άγριας" συμπεριφοράς του αν αναλογιστούμε το περιβάλλον και τις συνθήκες ζωής. Αν ο χαρακτήρας κάποιου είναι κάπως επαναστατικός, είναι αναμενόμενο να αντιδρά όπως ο Άρθουρ. Μόνο που η "επανάσταση" αυτή δεν μπορεί να εντοπίσει τις βαθύτερες αιτίες της μιζέριας και εκδηλώνεται με όντως "κακούς" τρόπους (και πολύ μακριά από όσους θα έπρεπε να είναι οι αληθινοί στόχοι). Άλλωστε το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο συμβάλλει σ' όλα αυτά. Το τέλος είναι ένα είδος πικρού χάπι εντ. Την ευτυχία του ζεύγους μοιάζει να σκιάζει ο διαφαινόμενος απόλυτος συμβιβασμός του πρωταγωνιστή.
Ίσως να βαριέστε τις πολύ ρεαλιστικές, ντοκιμαντερίστικης αισθητικής ταινίες. ωστόσο αυτή εδώ είναι μια από τις καλύτερες τέτοιες, κλασικές στο είδος, και άσκησε μεγάλη επιροή στην εποχή της. Έχει γραφτεί ότι ο Τζον Λένον επηρεάστηκε απ' αυτή (θυμηθείτε τους στίχους του Working Class Hero), αλλά και ότι ο ήρωας αποτέλεσε έναν πολύ πιο ήπιο (λόγω εποχής) πρόδρομο του σατανικού ήρωα στο "Κουρδιστό Πορτοκάλι". Και, τα ξαναείπα, το φιλμ είναι δυνατό, ακόμα και μέσα στην άσχημη καθημερινότητά που τόσο πετυχημένα καταγράφει.
Πρόκειται για την καθημερινότητα ενός "επαναστάτη χωρίς αιτία". Ο ήρωας είναι εργάτης, ζει με τους γονείς του σε φτωχική και καταθλιπτική γειτονιά και, μην έχοντας πού και πώς αλλιώς να ξεφύγει από το πνιγηρό περιβάλλον και να ξεσπάσει, βρίσκει διέξοδο στο ρόλο του "κακού παιδιού". Είναι κυνικός, αλαζόνας, τσαμπουκάς, πίνει και μπλέκει σε καυγάδες και τα έχει κρυφά με τη μεγαλύτερή του σύζυγο ενός συναδέλφου του. Κάποια στιγμή θα ερωτευτεί μια κοπέλα - συντηρητική βεβαίως παρά τη μοντέρνα της εμφάνιση - και θα ξεκινήσει μια διαδικασία συμβιβασμού. Συμβιβασμού με τη μιζέρια.
Η ταιριαστά ασπρόμαυρη καταγραφή της γκρίζας καθημερινότητας είναι αριστοτεχνική. Η άσχημη, εργατική συνοικία, οι περιορισμένοι τρόποι διασκέδασης, ο καθηλωμένος μπροστά στην τηλεόραση πατέρας, όλα συμβάλλουν στη σκιαγράφηση μιας καθόλου ευχάριστης, πνιγηρής ατμόσφαιρας. Ο νεαρός ήρωας είναι αντιπαθής και "κακός", αλλά μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τους λόγους της "άγριας" συμπεριφοράς του αν αναλογιστούμε το περιβάλλον και τις συνθήκες ζωής. Αν ο χαρακτήρας κάποιου είναι κάπως επαναστατικός, είναι αναμενόμενο να αντιδρά όπως ο Άρθουρ. Μόνο που η "επανάσταση" αυτή δεν μπορεί να εντοπίσει τις βαθύτερες αιτίες της μιζέριας και εκδηλώνεται με όντως "κακούς" τρόπους (και πολύ μακριά από όσους θα έπρεπε να είναι οι αληθινοί στόχοι). Άλλωστε το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο συμβάλλει σ' όλα αυτά. Το τέλος είναι ένα είδος πικρού χάπι εντ. Την ευτυχία του ζεύγους μοιάζει να σκιάζει ο διαφαινόμενος απόλυτος συμβιβασμός του πρωταγωνιστή.
Ίσως να βαριέστε τις πολύ ρεαλιστικές, ντοκιμαντερίστικης αισθητικής ταινίες. ωστόσο αυτή εδώ είναι μια από τις καλύτερες τέτοιες, κλασικές στο είδος, και άσκησε μεγάλη επιροή στην εποχή της. Έχει γραφτεί ότι ο Τζον Λένον επηρεάστηκε απ' αυτή (θυμηθείτε τους στίχους του Working Class Hero), αλλά και ότι ο ήρωας αποτέλεσε έναν πολύ πιο ήπιο (λόγω εποχής) πρόδρομο του σατανικού ήρωα στο "Κουρδιστό Πορτοκάλι". Και, τα ξαναείπα, το φιλμ είναι δυνατό, ακόμα και μέσα στην άσχημη καθημερινότητά που τόσο πετυχημένα καταγράφει.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 03, 2014
ONE MAN SHOW... ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΧΡΟΝΟ
Υπάρχουν ταινίες που μπορούν να γίνουν αξιομνημόνευτες και μόνο για την ιδιαιτερότητά τους. Το "Σε Λάθος Χρόνο" (Locke, 2013) δεν είναι μόνο αυτή η περίπτωση, αφού έχει και κάτι παραπάνω να πει εκτός από μια πρωτότυπη σεναριακή ιδέα. Ο Steven Knight είναι κυρίως γνωστός σεναριογράφος και αυτή είναι η δεύτερη μόλις σκηνοθεσία του (σε δικό του προφανώς σενάριο).
Τι γίνεται λοιπόν εδώ; Απλούστατα έχουμε μια ταινία όπου επί μιάμιση ώρα ένας άνδρας οδηγεί νύχτα το αυτοκίνητό του μιλώντας διαρκώς στο κινητό του. Τίποτα άλλο. Κανείς άλλος δεν εμφανίζεται ούτε και κανένας άλλος χώρος. Η δράση διαδραματίζεται σε πραγματικό χρόνο, στην μιάμιση ώρα δηλαδή που κρατά η ταινία. Ο ήρωας, ένας οικογενειάρχης μεσοαστός μηχανικός, ενώ το άλλο χάραμα τον περιμένει η σημαντικότερη δουλειά της ζωής του, μόλις σχολάσει το βράδι, αντί να πάει σπίτι τα παρατά όλα και αρχίζει να οδηγεί προς το Λονδίνο, απομακρυνόμενος από την πόλη του. Στο τηλέφωνο ανακοινώνει στους πάντες ότι δεν μπορεί να παρευρεθεί το πρωί και δίνει οδηγίες σε έναν πανικόβλητο υφιστάμενο για το πώς ακριβώς θα γίνει η πολύπλοκη πρωινή δουλειά... Σταδιακά θα μάθουμε γιατί φεύγει, καθώς και τα μεγάλα ηθικά διλήμματα που τον ταλανίζουν, και τα οποία απαιτούν γενναίες αποφάσεις.
Το φιλμ είναι κοινωνικό και ρεαλιστικό. Ωστόσο είναι διαπραγματευμένο σαν θρίλερ, με την έννοια ότι όλα αυτά που συμβαίνουν, οι αναποδιές, η προσπάθεια για "εξ αποστάσεως" άμεσες λύσεις, ο αγώνας με το χρόνο, δημιουργούν σασπένς που κλιμακώνεται όσο περνά η ώρα, κάνοντας το όλο πράγμα αγχωτικό. Ναι λοιπόν, ένας άνθρωπος που επί 85 λεπτά οδηγεί μιλώντας στο κινητό, καταφέρνει να κρατήσει τον θεατή! Φυσικά αυτό στηρίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος στον πολύ καλό Τομ Χάρντι, δίχως το παίξιμο του οποίου δεν θα μπορούσε να πετύχει ένα τέτοιο παράτολμο εγχείρημα.
Όσο για τα διλήμματα... Ουσιαστικά πρόκειται για ηθικό θέμα. Ο ήρωας - πρακτικός και προσγειωμένος τύπος - είναι ηθικά ακέραιος και διαθέτει έντονη την αίσθηση του καθήκοντος. Πού μπορεί να οδηγήσει όμως αυτό; Ποιο είναι το τίμημα και πόσα πράγματα που στηρίζουν κυριολεκτικά όλη του τη ζωή είναι διατεθειμένος να θυσιάσει για να περιφρουρήσει την ηθική του ακεραιότητα; Ναι, υπάρχει διάχυτη η μικροαστική ηθική. Αλλά το φιλμ θέτει μια σειρά από ερωτήματα: Αξιζει άραγε η ακεραιότητα που περιγράψαμε, όταν η διατήρησή της οδηγεί - με τη μικροαστική λογική πάντοτε - σε απόλυτη δυστυχία; Η ψυχή σου ή ολόκληρη η ζωή σου; Και μήπως αυτή ακριβώς η ακεραιότητα του χαρακτήρα είναι ταυτόχρονα και αδύνατο σημείο που απειλεί και τους οικείους σου με δυστυχία; Πόσο πολύπλοκη είναι τελικά η ζωή...
Ίσως κάποιοι - παρά το σασπένς που περιέγραψα - να κουραστούν τελικά. Σίγουρα πάντως πρόκειται για ενδιαφέρον φιλμ και, αν μη τι άλλο, πρωτότυπο.
Τι γίνεται λοιπόν εδώ; Απλούστατα έχουμε μια ταινία όπου επί μιάμιση ώρα ένας άνδρας οδηγεί νύχτα το αυτοκίνητό του μιλώντας διαρκώς στο κινητό του. Τίποτα άλλο. Κανείς άλλος δεν εμφανίζεται ούτε και κανένας άλλος χώρος. Η δράση διαδραματίζεται σε πραγματικό χρόνο, στην μιάμιση ώρα δηλαδή που κρατά η ταινία. Ο ήρωας, ένας οικογενειάρχης μεσοαστός μηχανικός, ενώ το άλλο χάραμα τον περιμένει η σημαντικότερη δουλειά της ζωής του, μόλις σχολάσει το βράδι, αντί να πάει σπίτι τα παρατά όλα και αρχίζει να οδηγεί προς το Λονδίνο, απομακρυνόμενος από την πόλη του. Στο τηλέφωνο ανακοινώνει στους πάντες ότι δεν μπορεί να παρευρεθεί το πρωί και δίνει οδηγίες σε έναν πανικόβλητο υφιστάμενο για το πώς ακριβώς θα γίνει η πολύπλοκη πρωινή δουλειά... Σταδιακά θα μάθουμε γιατί φεύγει, καθώς και τα μεγάλα ηθικά διλήμματα που τον ταλανίζουν, και τα οποία απαιτούν γενναίες αποφάσεις.
Το φιλμ είναι κοινωνικό και ρεαλιστικό. Ωστόσο είναι διαπραγματευμένο σαν θρίλερ, με την έννοια ότι όλα αυτά που συμβαίνουν, οι αναποδιές, η προσπάθεια για "εξ αποστάσεως" άμεσες λύσεις, ο αγώνας με το χρόνο, δημιουργούν σασπένς που κλιμακώνεται όσο περνά η ώρα, κάνοντας το όλο πράγμα αγχωτικό. Ναι λοιπόν, ένας άνθρωπος που επί 85 λεπτά οδηγεί μιλώντας στο κινητό, καταφέρνει να κρατήσει τον θεατή! Φυσικά αυτό στηρίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος στον πολύ καλό Τομ Χάρντι, δίχως το παίξιμο του οποίου δεν θα μπορούσε να πετύχει ένα τέτοιο παράτολμο εγχείρημα.
Όσο για τα διλήμματα... Ουσιαστικά πρόκειται για ηθικό θέμα. Ο ήρωας - πρακτικός και προσγειωμένος τύπος - είναι ηθικά ακέραιος και διαθέτει έντονη την αίσθηση του καθήκοντος. Πού μπορεί να οδηγήσει όμως αυτό; Ποιο είναι το τίμημα και πόσα πράγματα που στηρίζουν κυριολεκτικά όλη του τη ζωή είναι διατεθειμένος να θυσιάσει για να περιφρουρήσει την ηθική του ακεραιότητα; Ναι, υπάρχει διάχυτη η μικροαστική ηθική. Αλλά το φιλμ θέτει μια σειρά από ερωτήματα: Αξιζει άραγε η ακεραιότητα που περιγράψαμε, όταν η διατήρησή της οδηγεί - με τη μικροαστική λογική πάντοτε - σε απόλυτη δυστυχία; Η ψυχή σου ή ολόκληρη η ζωή σου; Και μήπως αυτή ακριβώς η ακεραιότητα του χαρακτήρα είναι ταυτόχρονα και αδύνατο σημείο που απειλεί και τους οικείους σου με δυστυχία; Πόσο πολύπλοκη είναι τελικά η ζωή...
Ίσως κάποιοι - παρά το σασπένς που περιέγραψα - να κουραστούν τελικά. Σίγουρα πάντως πρόκειται για ενδιαφέρον φιλμ και, αν μη τι άλλο, πρωτότυπο.
Δευτέρα, Αυγούστου 04, 2014
ΚΑΛΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟ!
Πιστό στις παραδόσεις, το blog σας χαιρετά για το υπόλοιπο του Αυγούστου για να κολυμπήσει. Καλώς ήλθατε όσοι επιστρέψατε από διακοπές, καλά να περάσετε όσοι θα πάτε και μακάρι να είναι μόνο για φέτος όσοι δεν θα πάτε καθόλου.
Ίσως γράψουμε για (λίγες) ταινίες, ίσως όχι. Ραντεβού το Σεπτέμβριο!
Ίσως γράψουμε για (λίγες) ταινίες, ίσως όχι. Ραντεβού το Σεπτέμβριο!
ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ (Ή ΜΗΠΩΣ ΕΥΚΟΛΑ ΜΕΛΟ) "ΚΛΕΦΤΡΑ ΒΙΒΛΙΩΝ"
Η "Κλέφτρα των Βιβλίων" βασίζεται στο ομώνυμο best seller του 30άρη μόλις Μάρκους Ζούσακ. Στην οθόνη μεταφέρθηκε το 2013 από τον Brian Percival με σκοπό, νομίζω, να συγκινήσει τα πλήθη και να γίνει και κινηματογραφικό best seller.
Η ιστορία μας μεταφέρει στη ναζιστική Γερμανία, όπου ένα μικρό κορίτσι αναγκάζεται να φιλοξενηθεί σε θετή οικογένεια, αφού η μητέρα της, ως κομουνίστρια, "εξαφανίζεται" από τα ναζιστικά κτήνη. Η μικρή είναι αναλφάβητη, χάρη όμως στον καλοκάγαθο πατριό της, αποκτά πάθος για τα βιβλία, φτάνοντας σε σημείο μάλιστα να τα κλέβει. Τα βιβλία, σημειωτέον, τα οποία καίνε σε τελετουργικές πυρές οι ναζί. Το παζλ θα συμπληρωθεί όταν ένας νεαρός εβραίος κρύβεται για καιρό στο υπόγειο της οικογένειας, ενώ ένας συμμαθητής της ηρωίδας την ερωτεύεται - ενώ όλη σχεδόν η υπόλοιπη τάξη την χλευάζει.
Καλά όλα αυτά, αλλά νομίζω ότι δίνονται με μεγάλη δόση ευκολίας, με στόχο τη συγκίνηση του θεατή. Φυσικά η φρίκη της εποχής δεν κρύβεται, πλην όμως η όλη ιστορία αναπτύσεται μάλλον σαν παραμύθι. Οι χαρακτήρες είναι απλοί - καλοί, κακοί και κάποιοι, όπως η θετή μητέρα, άγρια επιφανειακά, χρυσή καρδιά όμως κατά βάθος. Υπάρχει και το εύρημα του βιβλίου, το οποίο ακολουθείται και στην ταινία: Ο αφηγητής της όλης ιστορίας είναι ο... Θάνατος, ο οποίος βέβαια είχε την τιμητική του στην Ευρώπη της εποχής. Αφηγείται με μια κυνική, ειρωνική διάθεση όσο δραματικά και συγκινητικά συμβαίνουν, ωστόσο εμένα μου φάνηκε κάπως αχρείαστο το όλο εύρημα, μόνο για ενυπωσιασμό. Κι αν ακόμα δεν υπήρχε, η ταινία θα ήταν ολόιδια, δίχως τίποτα να αλλάζει.
Ξέρω ότι το φιλμ γενικά άρεσε στον πολύ κόσμο. Είναι από τις περιπτώσεις που θα φανώ λίγο στριφνός, αλλά προσωπικά μου φάνηκε μάλλον εύκολα μελό. Καλογυρισμένο είναι, υπάρχουν καλοί ηθοποιοί (ο Τζέφρεϊ Ρας και η Έμιλι Γουότσον), αλλά συνολικά κάτι δεν μου πήγε. Ίσως το μελό στοιχείο της και η μάλλον αναμενόμενη εξέλιξη σε σχέση με τη μοίρα της μικρής ηρωίδας. Όσοι πάντως ψάχνετε για ένα ευαίσθητο-και-σαν-παραμύθι δράμα, δείτε το. Και, στο κάτω-κάτω, δεν είναι ποτέ κακό στις μέρες μας να υπενθυμίζει κανείς τη ναζιστική κόλαση, την οποία καταντήσαμε (ως κοινωνία) να "νοσταλγούν" πολλοί (μάλλον από ασυγχώρητη άγνοια)...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


















