Τρίτη, Νοεμβρίου 01, 2011

CONTAGION: ΟΤΑΝ Ο ΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΣ

Ο Steven Soderbergh είναι καλός σκηνοθέτης και έχει φτιάξει αξιόλογες και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες. Μερικές φορές χρησιμοποιεί ντοκιμαντερίστικο στιλ, αρνούμενος να ποντάρει στο υπερθέαμα. Το "Contagion" του 2011 είναι μια από αυτές τις περιπτώσεις. Εμπνευσμένο προφανώς από την ιστορία με τον ιό των χοίρων, εξερευνά το τι θα συμβεί στον πλανήτη αν ένας παρόμοιος ιός όντως μεταλλαχτεί, και είναι και πιο θανατηφόρος από τον αλήστου μνήμης (ελπίζω) Η1Ν1. Παρακολουθώντας την επιδημία από την πρώτη ως την τελευταία μέρα, καταφέρνει να μας τρομάξει με τον σχετικό ρεαλισμό του και τις αλυσσιδωτές επιπτώσεις που θα είχε μια τέτοια ιστορία σε κάθε πτυχή της ζωής μας. Όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, η ταινία κατακερματίζεται σε πολλές, παράλληλες δράσεις, που συμβαίνουν σε πολλά μέρη της γης (εξ ου και το απίστευτο καστ, δίχως να υπάρχει ένας αληθινός πρωταγωνιστής). Το μοντάζ είναι δυναμικό και το ενδιαφέρον διαρκές, δίχως όμως κορυφώσεις, άγριες σκηνές δράσης και εκκωφαντικά δράματα. Αυτό ακριβώς το συνεχές "flat", ηθελημένο προφανώς, είναι που δεν με κάνει να μιλήσω για εντυπωσιακό φιλμ ή, τέλος πάντων, για κάτι που θα μου μείνει ιδιαίτερα. Μπορεί μάλιστα να υπάρχουν και κάποιες αντιρρήσεις: Ο "καλός" Οργανισμός Υγείας που πασχίζει για το καλό όλων, ο "κακός" και αδίστακτος blogger που θέλει να εκμεταλλευτεί την κατάσταση χρησιμοποιώντας ακόμα και κατάφωρα ψέμματα, οι ελάχιστες αναφορές στο ρόλο και τα παιχνίδια των φαρμακευτικών εταιριών και στο ρόλο των media, δίνουν μια μάλλον εξωραϊσμένη εικόνα των πραγμάτων (όχι ότι δεν υπάρχουν πάμπολλοι τέτοιοι bloggers ή δημοσιογράφοι, ούτε ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι του Οργανισμού που θα κάνουν άψογα τη δουλειά τους, αλλά είναι η χρήση κάποιων χαρακτήρων ως αρχέτυπα που ενοχλεί κάπως). Συνολικά λοιπόν δεν ενθουσιάστηκα. Η άποψή μου είναι, θα έλεγα, χλιαρή. Έμεινα μάλλον με μια επίγευση του στιλ "μα γιατί όλα αυτά; Μόνο για να μας τρομάξει;". Πάντως αναγνωρίζω την άρνηση από μέρους του Soderbergh κάθε προσπάθειας εντυπωσιασμού, την εμφανή του προσπάθεια να κάνει μια όσο το δυνατόν ρεαλιστική καταγραφή του πώς θα ήταν τα πράγματα στην εφιαλτική αυτή περίπτωση, στο worst case σενάριο. Άφησα τελευταίο το καστ. Σπάνια έχουμε δει στην οθόνη τόσους μαζεμένους σταρ. Σημειώστε λοιπόν: Γκουίνεθ Πάλτροου, Κέιτ Γουίνσλετ, Ματ Νέιμον, Τζουντ Λο, Μαριάν Κοτιγιάρ, Λόρενς Φίσμπερν, Έλιοτ Γκουλντ. Αν αυτό αποτελεί πόλο έλξης για σας, δεν έχετε παρά να το δοκιμάσετε.

Κυριακή, Οκτωβρίου 30, 2011

ΤΑ ΠΑΝΤΑ (ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΑ

Υπάρχουν ταινίες που θεωρούνται κλασικές όχι απλώς επειδή έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στην εποχή τους, αλλά και επειδή δεκαετίες μετά τη δημιουργία τους κρατούν αναλλοίωτο το ενδιαφέρον τους και βλέπονται με την ίδια απόλαυση. Θεωρώ μια απ' αυτές το "Όλα για την Εύα" (All about Eve) του Joseph L. Mankiewicz (1909–1993), που γυρίστηκε το μακρινό 1960. Μελόδραμα; Είδος ψυχολογικού θρίλερ; Μελέτη ενός γυναικείου χαρακτήρα; Ανάλυση των παρασκηνίων του θεάτρου και της ζωής των σταρ; Όλα αυτά και κάμποσα άλλα που καλείται να ανακαλύψει ο θεατής. Βλέπετε, οι μεγάλες ταινίες (τα μεγάλα έργα τέχνης γενικότερα) διαθέτουν πολλά επίπεδα. Παρακολουθούνται πάντα με απόλαυση, αλλά κάτω από την επιφάνεια κρύβουν κι ένα σωρό άλλα. Το φιλμ μας μεταφέρει στα παρασκήνια του θεάτρου. Στο κέντρο μια μεγάλη και διάσημη ηθοποιός, μια ντίβα δηλαδή. Οι σχέσεις της με σκηνοθέτες, παραγωγούς, συγγραφείς, άλλους ηθοποιούς, αλλά και η προσωπική της ζωή σκιαγραφούνται τέλεια. Ώσπου στη ζωή της θα μπει ξαφνικά μια αφελής παθιασμένη φαν, που την ακολουθεί παντού και το μόνο που θέλει είναι να βρίσκεται όσο πιο πολύ γίνεται κοντά της. Ή μήπως δεν είναι μόνο αυτό; Η ταινία ρίχνει μια αδυσώπητη, συχνά κυνική ματιά στον χώρο των σόου μπίζνες. Μέσα από το χαρακτήρα της Εύας παρακολουθούμε τις ίντριγκες, τον κυνισμό, τον μέχρι τελικής πτώσης αγώνα για άνοδο, για φήμη και δόξα. Ο θάνατός σου η ζωή μου. Ναι, εδώ διακυβεύεται πολύ χρήμα. Αλλά, όταν έχουμε να κάνουμε με σταρ, το χρήμα, μοιάζει να μας λέει η ταινία, περνά σε δεύτερη μοίρα. Η κύρια "ανάγκη", το πρωτεύον πάθος, είναι αυτό για δόξα. Για χειροκρότημα. Για την κατάκτηση της κορυφής. Γι' αυτό γίνονται όλα. Γι' αυτό η ανερχόμενη ηθοποιός μετατρέπεται σε κάτι πραγματικά αδίστακτο, ένα πλάσμα έτοιμο να πατήσει σε πτώματα για να ανέβει. Αλλά και η άλλη, η φτασμένη σταρ, που εδώ είναι θύμα, δεν είναι ακριβώς κάτι συμπαθητικό. Εγωπαθής, γεμάτη καπρίτσια, ταλαιπωρεί - ή και περιφρονεί - τους γύρω της και "τρέφεται" από την κορυφή, την οποία έχει ήδη προ πολλού κατακτήσει. Η σκηνή με την οποία ανοίγει - και κλείνει - η ταινία, η σκηνή της απαστράπτουσας βράβευσης δηλαδή, φαντάζει απόλυτα ειρωνική, δείχνει με τον καλύτερο τρόπο την γκλάμορους εικόνα που δίνεται στο αδηφάγο κοινό, η οποία καλύπτει επιμελέστατα μια σκληρή, κυνική πραγματικότητα. Παράλληλα ο χρόνος που φεύγει και το άγχος που δημιουργεί στον άνθωπο είναι ένα άλλο θέμα του φιλμ. Όλα αυτά σε ένα δράμα που δημιουργεί σασπένς τόσο, ώστε να μπορούμε να μιλάμε για ένα είδος "ψυχολογικού θρίλερ". Η Μπέτι Ντέιβις βρίσκεται στα καλύτερά της ως σχετικά γερασμένη, ανασφαλής ντίβα, η Αν Μπάξτερ το ίδιο, ενώ η Μέριλιν Μονρόε κάνει μια εμφάνιση σε δεύτερο ρόλο, πριν γίνει σούπερ σταρ. Γενικά, σπάνια το κλασικό Χόλιγουντ έχει ρίξει μια τόσο σκληρή, αδυσώπητη ματιά στα παρασκήνια της σόου μπίζνες. Ίσως να το έκανε στη "Λεωφόρο της Δύσης" και σε πολύ λίγες άλλες περιπτώσεις. Αν δεν το έχετε δει να το κάνετε. Η Ντέιβις αγωνιά στην ταινία επειδή γερνά. Η ίδια η ταινία δεν γερνά καθόλου.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 28, 2011

CONVOY: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΘΑ ΑΡΧΙΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ... ΝΤΑΛΙΚΕΡΗΔΕΣ!

Ο Sam Peckinpah (1925–1984) γυρίζει το "Convoy", την τρίτη πριν το τέλος ταινία του, το 1978. Η γνώμη μου είναι ότι πρόκειται για ένα φιλμ που ακροβατεί στα όρια του απροσδόκητα αναρχικού και "πολιτικοποιημένου" και του γελοίου. Ενώ η περιπέτεια και η δράση έχουν, νομίζω, τον πρώτο λόγο, ενώ το τέλος "κλείνει το μάτι" στο θεατή, ο οποίος μάλλον δεν μπορεί να αποφασίσει αν πρόκειται για εμπορική παραχώρηση ή για ένα σχεδόν σουρεαλιστικό παιχνίδι, ενώ δηλαδή όλα δείχνουν μια μάλλον εμπορική περιπέτεια της σειράς, το απροσδόκητο επαναστατικό, αναρχικό σχεδόν, στοιχείο, εισβάλλει από παντού, διαπερνά την ταινία και, τελικά, προσωπικά τουλάχιστον, μάλλον αναποφάσιστο με αφήνει. Ο Κρις Κριστόφερσον είναι ένας νταλικέρης - μύθος, κάτι σαν "αρχηγός" (άτυπα) των αμερικάνων νταλικέρηδων, που διασχίζουν απ' άκρη σ' άκρη τη χώρα. Όταν μια κόντρα με τους διεφθαρμένους μπάτσους που ελέγχουν τους αυτοκινητόδρομους ξεπερνά τα συνηθισμένα όρια και γίνεται πλέον πολύ σοβαρή, όλο και περισσότεροι φορτηγατζήδες συσπειρώνονται γύρω του σχηματίζοντας ένα τεράστιο κονβόι που αψηφά τους πάντες και τα πάντα και… σχεδόν ξεκινά μια επανάσταση ενάντια σε κάθε εξουσία. Σε μπάτσους και σερίφηδες, σε πολιτικούς, κυβερνήτες και υποψήφιους κυβερνήτες, σε όλα. Ανεξέλεγκτη, αυθόρμητη, δίχως ιδιαίτερη οργάνωση, σχεδόν δίχως συγκεκριμένο στόχο και σκοπό. Απλώς, η συσσωρευμένη αγανάκτηση ξεσπά ανεξέλεγκτη. Κάτι σας θυμίζουν όλα αυτά, έτσι; Και, στο μεταξύ, το φιλμ προλαβαίνει να θίξει ξώφαλτσα και το ακανθώδες θέμα του τι συμβαίνει όταν η "επανάσταση" αποκτήσει ισχύ και η εξουσία προσπαθήσει να την αφομοιώσει στο σύστημα, να την κάνει "γραφική" ή "τουριστική". Δεν ξέρω αν ο Peckinpah ήθελε να κάνει μια επαναστατική ταινία που όμως συνδυάζεται και με την mainstream περιπέτεια ή μια mainstream περιπέτεια που λοξοκοιτά προς την επανάσταση. Ό, τι και να επεδίωκε πάντως, κάνει μια ταινία που, λίγο μετά την εμπορική της αποτυχία, γίνεται σχεδόν cult και που, επιπλέον, διαθέτει και αρκετό χιούμορ. Δέστε την και αποφασίστε μόνοι σας. Πάντως στα συν της δεν μπορώ παρά να προσθέσω και την παρουσία της Άλι ΜακΓκρόου, μιας ηθοποιού που η παρουσία της στην οθόνη υπήρξε πολύ σύντομη. Άντε, και καλή επανάσταση! (Μην το πάρετε όμως και πολύ στα σοβαρά. Απλώς διασκεδάστε όσο περισσότερο μπορείτε – αν μπορείτε).

Δευτέρα, Οκτωβρίου 24, 2011

"Η ΡΑΧΟΚΟΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ": ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΕΥΑΙΣΘΗΤΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΡΟΜΟΥ;

Θεωρώ τον μεξικανό Guillermo del Toro ικανότατο σκηνοθέτη, από τον οποίο μπορούμε να περιμένουμε πολλά. Η αγαπημένη μου ταινία του δεν είναι οι μεγάλες του επιτυχίες, αλλά η σχετικά άγνωστη "Ραχοκοκαλιά του Διαβόλου" (El espinazo del diablo) του 2001. Το φιλμ θυμίζει κάπως τον "Λαβύρινθο του Πάνα" που θα ακολουθούσε μερικά χρόνια μετά, με την έννοια ότι ο del Toro μας μεταφέρει και πάλι στα άγρια χρόνια του ισπανικού εμφύλιου. Και, όπως στον "Λαβύρινθο", παίζει έντονα με το στοιχείο του φανταστικού. Η "Ραχοκοκαλιά" είναι ένα ισπανόφωνο φιλμ τρόμου, με φαντάσματα συγκεκριμένα, πλην όμως φεύγει πολύ πιο πέρα απ' αυτό. Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα ορφανοτροφείο στο μέσο του πουθενά, αρκετά μακριά από την πλησιέστερη πόλη, όπου ζουν παιδιά αριστερών, αναρχικών και δημοκρατικών που έχασαν τους γονείς τους στον πόλεμο. Η γυναίκα και ο γέρος γιατρός που το διοικούν είναι κι αυτοί δημοκρατικοί. Ωστόσο τα πάντα γύρω τους καταρέουν, η ήττα των δημοκρατικών είναι πια σίγουρη και ο φασισμός πλησιάζει με γοργά βήματα. Μέσα σ' αυτό το ζοφερό κλίμα, το ορφανοτροφείο στοιχειώνεται από το φάντασμα ενός παιδιού που κάποτε ζούσε εκεί... Αυτό που θαυμάζω αρχικά είναι η εξαιρετική ατμόσφαιρα της ταινίας. Τα κιτρινωπά, γήινα χρώματα, το μεγάλο παλιό κτίριο στο μέσο της ερήμου, οι συχνά ημιεγκαταλειμένοι αχανείς εσωτερικοί χώροι, όλα δημιουργούν ένα διαρκώς υποβλητικό κλίμα, στο οποίο η εμφάνιση ενός φαντάσματος ταιριάζει απόλυτα. Εκτός αυτού, η ιστορία, παρά τις - λίγες σχετικά - τρομαχτικές σκηνές που διαθέτει και το όλο ανησυχητικό κλίμα, διαθέτει έντονη ευαισθησία, είναι έως και συγκινητική και, όσο και ακούγεται παράδοξο για ταινία τρόμου, είναι έντονα ποιητική. Αποκαλύψεις απο το παρελθόν, μια διάχυτη μελαγχολία και παρακμή, κρυμένα μυστικά, έρωτες σε ένα ασφυκτικό κλίμα και, πάνω απ' όλα, η φρίκη που έρχεται, η επικείμενη καταστροφή, συνθέτουν μια από τις - το ξαναείπα - πιο ατμοσφαιρικές ταινίες των τελευταίων χρόνων, η οποία βέβαια κινείται πολύ μακριά από τον τρόμο για τον τρόμο, τα τρομαχτικά εφέ και τα συνεχή "μπου" που χαρακτηρίζουν πολλά σύγχρονα δείγματα του είδους. Εδώ μιλάμε για τον φόβο και την αίσθηση της ανησυχίας που πηγάζει από την ατμόσφαιρα, από το όλο κλίμα του φιλμ. Και βέβαια, υπάρχει και το έντονα αλληγορικό στοιχείο που διαπερνά την ταινία: Το καταρέον ορφανοτροφείο ως, πιθανόν, η Ισπανία, ο κρυμένος στα σπλάχνα του φασισμός και η βία που αυτός φέρνει, που προσωποπποιείται από τον εγκληματικό - και στερημένο - επιστάτη, ο αδύναμος γέρος ως απομεινάρι άλλοτε ακμαζόντων δημοκρατικών, η βόμβα που δεν έχει εκραγεί, αλλά κανείς δεν ξέρει αν κάποτε θα το κάνει, μονίμως καρφωμένη στην αυλή και πολλά άλλα σημεία (ή σύμβολα) που μπορεί να ανακαλύψει ο θεατής, προσδίδουν ένα ιδιαίτερα φορτισμένο και έξυπνα καμουφλαρισμένο πολιτικό κλίμα. Ο del Toro, παρά τις συχνές του επισκέψεις στα χωράφια των αμερικάνικων blockbuster, είναι ένας σκεπτόμενος και κυρίως ευφάνταστος σκηνοθέτης, που βρίσκει χρόνο να κάνει και τις προσωπικές του ταινίες, με καλύτερη, κατά την γνώμη πάντα, αυτή εδώ. Γι' αυτό, για μένα τουλάχιστον, αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση.

Σάββατο, Οκτωβρίου 22, 2011

"ΑΙ ΕΙΔΟΙ ΤΟΥ ΜΑΡΤΙΟΥ" ΚΑΙ Η ΒΡΩΜΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Να λοιπόν που ο George Clooney αποδεικνύει και πάλι ότι είναι και καλός σκηνοθέτης. "Αι Ειδοί του Μαρτίου" (που είναι η μέρα που δολοφονήθηκε ο Καίσαρας, παρά τις προειδοποιήσεις που είχε λάβει) του 2011 είναι ένα πολιτικό δράμα οσκαρικών προδιαγραφών, συγχρόνως όμως και αρκετά τολμηρή καταγγελία του πολιτικού συστήματος και της πολιτικής εν γένει. Το φιλμ αναφέρεται στην εκστρατεία για το χρίσμα των Δημοκρατικών. Και ξεσκεπάζει τις ίντριγκες, τους εκβιασμούς, τα κάθε λογής παιχνίδια που παίζονται κατά τη διάρκεια της εκστρατείας αυτής. Μη φοβηθείτε όμως και πείτε "τι μας εμάς ενδιαφέρουν οι εκλογές των αμερικάνων;". Το πράγμα πάει πολυ πιο βαθιά και, με αφορμή τα παραπάνω, καταγγέλεται γενικά το βρώμικο τοπίο της πολιτικής και των πολιτικάντιδων. Ένα σχετικά πολύπλοκο σενάριο, λεπτά γυρίσματα των καταστάσεων και των συναισθημάτων των ηρώων που μπορεί να φτάσουν και ως την απόλυτη ανατροπή, αποκαλύψεις που κάνουν δυσκολότερα τα πράγματα, στρατηγικοί χειρισμοί μακιαβελικού τύπου, ψυχολογικά παιχνίδια, συνθέτουν ένα φιλμ που, ενώ με κράτησε απόλυτα σαν ένα είδος ψυχολογικού θρίλερ, στοχεύει συγχρόνως και αρκετά βαθύτερα. Οι ήρωες της ταινίας, ο υποψήφιος εκπρόσωπος των Δημοκρατικών και, κατά συνέπεια, πρόεδρος των ΗΠΑ και οι επικεφαλής της καμπάνιας του είναι αρχικά τίμιοι άνθρωποι, ακόμα και ιδεολόγοι. Αυτό το στοιχείο, ενώ ακούγεται ξενέρωτο και ψεύτικο αρχικά, λειτουργεί έξυπνα γιατί κάνει πολύ πιο ανάγλυφη και καθαρή τη βαθμιαία διαφθορά τους, τους συμβιβασμούς στους οποίους υποχρεώνονται, τους εκβιασμούς ακόμα, και, τελικά, την παράδοσή τους στο παμφάγο σύστημα. Το πάνω χέρι έχει το πολιτικό παιχνίδι, οι λεπτοί χειρισμοί των κομματιών στη σκακέρα, το τέλειο μάρκετινγκ. Εδώ δεν σηκώνουν "ιδεολογίες και μαλακίες". Ή παίζεις με τους υπάρχοντες όρους ή καίγεσαι για πάντα. Όταν τελείωσε το φιλμ συνειδητοποίησα και κάτι άλλο - και τρόμαξα, ενώ προφανώς το ήξερα: Είδα μια ενδιαφέρουσα ταινία πάνω στα παρασκήνια της πολιτικής και, τελικά, αυτό που μένει στο πικρό φινάλε είναι ότι ουσιαστικά η πολιτική απουσιάζει. Όλα, μα όλα, παίζονται στο τέλειο μάρκετινγκ, στις λεπτότατες, έξυπνες κινήσεις στη σκακιέρα που λέγαμε και πριν, στα παρασκήνια, στις υπόγειες συνενοήσεις και συμφωνίες, στους εκατέρωθεν συμβιβασμούς, στις ίντριγκες, στους χειρισμούς. Το τι ακριβώς λένε οι πολιτικοί, το τι θα κάνουν όταν εκλεγούν, το πώς θα δράσουν, η καθαρή πολιτική δηλαδή, έχει περάσει σε σαφώς δεύτερη μοίρα. Το τι προτείνεις για την κοινωνία και τον κόσμο δεν έχει ουσιαστικά σημασία. Σημασία έχει το πώς θα διαχειριστείς την εικόνα σου για να εκλεγείς. Τι μας νοιάζει για το μετά; Αν αυτό δεν είναι τρομαχτικό, αν δεν αποτελεί τον απόλυτο πάτο της πολιτικής, τότε τι είναι; Το φιλμ είναι βέβαια καλογυρισμένο, διαθέτει έντονο ψυχολογικό σασπένς, ένα εκπληκτικό καστ (Ράιαν Γκόσλινγκ, Τζορτζ Κλούνεϊ, Πολ Τζιαμάτι, Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν) και είναι, όπως είπα, απ' αυτά που πάνε για Όσκαρ. Οι αμερικάνοι, μερικές φορές, αρέσκονται να ξεσκεπάζουν άπλυτα και να επιβραβεύουν το ξεσκέπασμα αυτό. Φοβάμαι ότι το μόνο που μπορεί αυτό να σημαίνει είναι ότι, πολύ απλά, η τέχνη δεν είναι δυνατόν να αλλάξει τίποτα, οπότε γιατί να μην τα βγάλουμε όλα στη φόρα; Κέρδος (καλλιτεχνικό και οικονομικό) θα έχουμε. ΥΓ: Όλα αυτά συμβαίνουν στους κολπους των Δημοκρατικών, όπως είπαμε, που υποτίθεται ότι είναι πιο προοδευτικοί, και γι' αυτό έχει νόημα όλη αυτή η καταγγελία και η αποκάλυψη της αληθινής εικόνας. Τους Ρεπουμπλικάνους ο Κλούνει τους έχει εντελώς χεσμένους. Είναι δεδομένο, όπως λέγεται μερικές φορές, ότι εκεί συμβαίνουν χειρότερα και ότι η κατάντια των ηρώων, η πτώση τους, είναι "να κάνουν ό,τι και οι Ρεπουμπλικάνοι".

Τετάρτη, Οκτωβρίου 19, 2011

PAUL: ΕΝΑΣ ΕΞΩΓΗΙΝΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΟΙΑΖΕΙ ΜΕ ΤΟΥς ΑΛΛΟΥΣ

Βρίζει σα χαμάλης, καπνίζει (και μάλιστα όχι μόνο κοινά τσιγάρα), χρησιμοποιεί αργκό και πού και πού... κάνει θαύματα. Τι είναι; Ο Paul, ο πρωταγωνιστής εξωγήινος στην ομώνυμη ταινία του Greg Mottola (2011). Ο οποίος δεν είναι άλλος από τον γνωστό εξωγήινο του Roswell, που, υποτίθεται, υπάρχει στ' αλήθεια και μετά από 60 χρόνια αιχμαλωσίας καταφέρνει να δραπετεύσει. Και πέφτει πάνω σε δύο βρετανούς νερντ, που έχουν πάει πρώτη τους φορά στην Αμερική για να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους: Να παρευρεθούν στο περίφημο συνέδριο κόμικς του Σαν Ντιέγκο, τη μεγαλύτερη γιορτή των κόμικς στον κόσμο. Μπλέξτε τώρα σ΄όλα αυτά και μια θρησκόληπτη, στα όρια της παράνοιας, οικογένεια της "βαθιάς Αμερικής", απ' αυτές που μόνο εκεί φύονται, και θα έχετε πάρει μια γεύση από την διασκεδαστική αυτή κωμωδία. Η οποία βεβαίως, πάνω απ' όλα, παρωδεί με κέφι διάφορα στάνταρντς της επιστημονικής φαντασίας: Ο ΕΤ μάλιστα, οι "Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου" και το "Men In Black" έχουν την τιμητική τους. Αλλά ταυτόχρονα προλαβαίνει να σατιρίσει τον κόσμο των κόμικς, τους κομικςόπληκτους (και κάθε άλλους -πληκτους) που δεν κάνουν τίποτα άλλο στη ζωή τους, τους θρησκόληπτους που λέγαμε, που έχουν προ πολλού περάσει το όριο της ηλιθιότητας, τους σκληρούς στρατιωτικούς και τις κυβερνήσεις, τις θεωρίες συνωμοσίας και διάφορα άλλα που συμβαίνουν γύρω μας. Ο Mottola είναι ένας ανεξάρτητος αμερικάνος σκηνοθέτης που μέχρι σήμερα έχω βρει όσες ταινίες του έχω δει συμπαθητικές (τουλάχιστον). Βρήκα και το "Paul" το ίδιο και όντως το διασκέδασα. Φυσικά καλό είναι να κατανοεί κανείς τις αναφορές, πάνω στις οποίες συχνά στηρίζεται το χιούμορ, δεν νομίζω όμως ότι σ' αυτό το θέμα θα υπάρχει ιδιαίτερο πρόβλημα. Ε, υπάρχουν και λίγα ψήγματα συγκίνησης για να συμπληρωθεί το παζλ, οπότε νομίζω ότι κι εσείς θα το ευχαριστηθείτε αρκετά. Αν τώρα το πάρετε σοβαρά και πιστέψετε ότι διάφοροι πολύ διαδεδομένοι μύθοι δεν είναι και τόσο μύθοι... λυπάμαι, αλλά δικό σας πρόβλημα.

Τρίτη, Οκτωβρίου 18, 2011

ΠΕΡΙ "ΠΑΛΗΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ" ΚΑΙ (ΚΙΤΡΙΝΗΣ) "ΠΡΩΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

Η "Πρώτη Σελίδα" υπήρξε αρχικά θεατρικό έργο και, από τη δεκετία του 30 μέχρι αυτή του 70 μεταφέρθηκε 4 (!) φορές στο σινεμά. Η δεύτερη από αυτές τις μεταφορές έγινε το 1940 με σκηνοθέτη τον μεγάλο Howard Hawks (1896–1977) και με αλλαγή τίτλου: Η "Πρώτη Σελίδα" έγινε "His Girl Friday" (και, για να επαληθευτεί η δική μας κακογουστιά, "Ξαναπαντρεύομαι τη γυναίκα μου" στην Ελλάδα). Πρόκειται βέβαια για μια σπινθηροβόλα αισθηματική και όχι μόνο κωμωδία, που εμπλέκει όμως το αμφιλεγόμενο επάγγελμα της δημοσιγραφίας, έναν θανατοποινίτη που δραπετεύει και άλλα. Ο Κάρι Γκραντ, εκδότης εφημερίδας, έχει χωρίσει με την Ρόζαλιντ Ράσελ, δεινή δημοσιογράφο, αλλά κάνει τα πάντα για να μην την αφήσει να ξαναπαντρευτεί και (κυρίως ίσως) να την κρατήσει στο επάγγελμα και στην εφημερίδα του. Τότε είναι που πέφτουν πάνω σ' ένα θανατοποινίτη (αθώο πιθανόν) που δραπετεύει και, βέβαια, αποτελεί πρώτη και καυτή είδηση σε μια εποχή που ο τύπος ήταν κυριολεκτικά παντοδύναμος (ελλείψει τηλεόρασης). Πανέξυπνες ατάκες, σεναριακές ανατροπές και απρόοπτα, κλασικά καλή σκηνοθεσία, όλα οδηγούν σε ένα έυχάριστο δίωρο και συντελούν στο να χαρακτηριστεί η ασπρόμαυρη αυτή κωμωδία "κλασική". Η οποία μάλιστα ρίχνει και μια σαρκαστική ματιά, εκτός από τις σχέσεις των δύο φύλων και τον αιώνιο "πόλεμό" τους, και στη δημοσιογραφία, με την απληστία της αποκλειστικής καυτής είδησης, τον κιτρινισμό και το αδίστακτο στοιχείο που την χαρακτηρίζει ουκ ολίγες φορές - αν όχι τις περισσότερες. Αλλά βέβαια και στη γοητεία της σαν επάγγελμα, και τον "εθισμό" που προκαλεί σε όσους την υπηρετούν (βλέπε την πρώην σύζυγο). Άλλωστε όλο το παιχνίδι παίζεται ανάμεσα στην ανάγκη της για μια πιο ήσυχη ζωή και σ' αυτόν ακριβώς τον εθισμό. Είπα ότι θεωρείται από τις πιο κλασικές χολιγουντιανές κωμωδίες ever και σίγουρα είναι διασκεδαστικότατη, προσωπικά όμως δεν είναι από τις αγαπημένες μου. Αυτό για δύο λόγους: Αφ' ενός για τον αντιπαθή για μένα χαρακτήρα που ερμηνεύει ο Γκραντ. Χαριτωμένος ίσως και γοητευτικός, πονηρός σίγουρα, για μένα όμως είναι απλώς αδίστακτος. Αν τον είχα μπροστά μου στην αληθινή ζωή μάλλον θα ήθελα να τον σπάσω στο ξύλο. Και βέβαια, αν ήμουν η έστω ερωτευμένη ακόμα πρώην σύζυγος, σίγουρα θα τον μισούσα πολύ με όσα πράττει, τα οποία θα ήταν επαρκέστατος λόγος για να μου περάσει ο έρωτας. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι σε ένα μεγάλο μέρος του φιλμ οι ηθοποιοί μιλούν όλοι μαζί και πολύ δυνατά. Πετάνε βάβαια πανέξυπνες και ενίοτε "θανατηφόρες" ατάκες, αλλά όλη αυτή η λεκτική βαβούρα τελικά μάλλον με κούρασε. Ψιλά γράμματα, θα μου πείτε, ιδιαίτερα όσον αφορά την πρώτη μου αντίρρηση, αφού πρόκειται για κωμωδία και ακριβώς από τον χαρακτήρα αυτόν βγαίνει το γέλιο και η πλοκή. Συμφωνώ. Όπως και να το κάνουμε, παρά τις επιφυλάξεις μου, που στο κάτω - κάτω είναι καθαρά προσωπικές, το φιλμ παραμένει κλασικό, έξυπνο και διασκεδαστικό. Και ο Hawks μεγάλος δημιουργός, ο οποίος μάλιστα, ως χαμαιλέων, έχει κάνει αριστουργήματα σε εντελώς διαφορετικά είδη.

Κυριακή, Οκτωβρίου 16, 2011

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ GEORGE HARRISON

Ο Martin Scorsese είναι γνωστό ότι αγαπά βαθιά το ροκ. Η βιογραφία του Bob Dylan που είχε φτιάξει (των πρώτων χρόνων του Dylan για την ακρίβεια) ήταν εξαιρετική. Το 2011 λοιπόν καταπιάνεται με μια άλλη μουσική βιογραφία: Αυτή του τρίτου Beatle, του λιγότερο προβεβλημένου και (σχετικά) μυστηριώδους George Harrison, με τίτλο "George Harrison: Living in the Material World" (ήταν ο τίτλος του πρώτου πολύ καλού προσωπικού του άλμπουμ και χαρακτήριζε απόλυτα την κοσμοθεωρία του), που κρατά κοντά τρισήμιση ώρες! Κατά την προσωπική μου άποψη πάντως δεν κουράζει. Ο Harrison υπήρξε ο πιο αντι-σταρ από τους υπόλοιπους τρεις του μεγαλύτερου μάλλον γκρουπ του ροκ. Εδώ παρακολουθούμε, με αρκετά γραμμική σειρά, όλη του την πορεία: Από τα παιδικά χρόνια και τον σχηματισμό των άσημων τότε Beatles που έπoιζαν σε κακόφημα κλαμπ του Λίβερπουλ μέχρι το θάνατό του από καρκίνο το 2001 (είχε γεννηθεί το 1943). Και, φυσικά, ενδιάμεσα, τους βασικούς σταθμούς της ζωής του: Τη φιλική του σχέση με τον Eric Clapton, ο οποίος τελικά του "έκλεψε" τη γυναίκα, την Πάτι, το τεράστιο ενδιαφέρον του για τον ινδουισμό και τις ινδικές θρησκείες γενικότερα, που κράτησε μέχρι το τέλος (ήταν αυτός που έστρεψε τους Beatle και στη συνέχεια μεγάλο μέρος του ροκ των 60ς στις ανατολικές θρησκείες), την εμπλοκή του με το σινεμά (θα δούμε πώς), τη ζωή με τους Beatles, τις προσωπικές επιτυχίες μετά το 1970. Όπως είναι φυσικό, στο πρώτο τουλάχιστον μέρος του, το φιλμ αποτελεί και μια ιστορία των ίδιων των Beatles. Τελικά, όπως αποδείχτηκε από το 1966 και μετά, ο Harrison ήταν κι αυτός ένας εξαιρετικά ταλαντούχος συνθέτης, που έγραψε εκπληκτικά κομάτια τόσο για το γκρουπ όσο και για τη σόλο καριέρα του. Απλώς, όσο υπήρχε το συγκρότημα, αυτά ήταν λιγότερα ποσοτικά σε σχέση με τα άλλα αριστουργήματα που έγραφε το εκπληκτικό δίδυμο Lennon - McCartney και έτσι παρέμεινε πάντοτε στη σκιά τους. Η ταινία διερευνά επίσης τον μάλλον "διχασμένο" χαρακτήρα του: Γλυκός, ευγενικός και αγαπησιάρης από τη μία, ευερέθιστος και κάποτε επιθετικός από την άλλη. Καθώς και το ενδιαφέρον του για τη φιλανθρωπία. Ήταν αυτός που οργάνωσε το πρώτο στην ιστορία φιλανθρωπικό ροκ φεστιβάλ με τεράστια ονόματα το 1971, το περίφημο κονσέρτο για τα θύματα της πείνας και των πλημμυρών στο Μπανγκλαντές. Όσο για τη σχέση του με τον κινηματογράφο, λίγοι ξέρουν ότι υπήρξε προσωπικός φίλος των θρυλικών Monty Python και ιδιαίτερα του Eric Idle και είναι ο παραγωγός του περίφημου "Life of Brian", μιας από τις πιο αστείες ταινίες όλων των εποχών. Όπως επίσης και από τους βασικούς ιδρυτές της βρετανικής Handmade Films, η οποία έχει παράγει θαυμάσιες ταινίες και που νομίζω ότι υπάρχει μέχρι σήμερα. Αυτά και πολλά πολλά άλλα θα μάθετε στο ντοκιμαντέρ αυτό, το οποίο, επαναλαμβάνω, δεν με κούρασε παρά τη μεγάλη του διάρκεια. Όλα αυτά όμως που έγραψα παραπάνω είναι μάλλον περιττά. Η ουσία είναι πολύ πιο απλή: Όλο το θέμα είναι στο αν είστε φανατικοί φίλοι των Beatles ή/και του ίδιου του Harrison. Αν όχι, είναι προφανές ότι δεν σας ενδιαφέρει. Αν ναι, σπεύσατε οπωσδήποτε.

Σάββατο, Οκτωβρίου 15, 2011

ΟΤΑΝ Ο ΤΖΕΙΜΣ ΜΠΟΝΤ ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΕ ΡΩΣΙΔΑ

Την επόμενη μόλις χρονιά από την κυκλοφορία του πρώτου Τζέιμς Μποντ, το 1963 συγκεκριμένα, και μετά την επιτυχία του, η δεύτερη "συνέχεια" του μακροβιότερου όλων κινηματογραφικού σίριαλ ήταν έτοιμη. "Από τη Ρωσία με Αγάπη" (From Russia with Love) του Terence Young (1915–1994) και πάλι. Κι εδώ βουτάμε για τα καλά στο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής. Ένας μυστικός υπερ-αποκωδικοποιητής των Ρώσων που όλοι θέλουν να αποκτήσουν, αμερικάνοι, άγγλοι, ρώσοι και τούρκοι πράκτορες, η μυστική διεθνής υπερ-οργάνωση SPECTRE, που είχε πρωτοεμφανιστεί στο προηγούμενο πρώτο φιλμ της σειράς (παρατηρείτε βεβαίως οτι όταν μιλάμε για Τζ. Μποντ, έναν υπερ-πράκτορα δηλαδή, τα κάθε λογής "υπερ-" έχουν την τιμητική τους), ένας αδίστακτος δολοφόνος (πρώην πράκτορας της KGB για να μη ξεχνιόμαστε) και άλλα τέτοια. Χαμός δηλαδή. Όπως συμβαίνει άλλωστε και με τη δράση στο φιλμ, όπως συμβαίνει και σε κάθε φιλμ του 007. Και, εννοείται, οι μόνιμες ωραίες γυναίκες που περιστοιχίζουν στον Μποντ. Εδώ την τιμητική της έχει μια όμορφη ρωσίδα πράκτορας, που εν αγνοία της χρησιμοποιείται από τη SPECTRE, ενώ νομίζει ότι δουλεύει για την πατρίδα της. Στη δεύτερη αυτή ταινία όλοι καταλαβαίνουν ότι, εκτός από τις ωραίες γυναίκες και την καταιγιστική δράση, το άλλο απαραίτητο στοιχείο της σειράς είναι ο κοσμοπολιτισμός. Μέχρι σήμερα ο 007 έχει οργώσει κυριολεκτικά τον πλανήτη απ' άκρου σ' άκρο. Στο πρώτο φιλμ βρισκόμαστε στην Τζαμάικα, εδώ ένα μεγάλο μέρος διαδραματίζεται στην Κωνσταντινούπολη. Η αφέλεια βεβαίως των καταστάσεων είναι δεδομένη, είπαμε ότι οι υπερ-πράκτορες όπως ο Μποντ δεν πεθαίνουν με τίποτα, ό,τι και να σκαρφιστούν οι φριχτοί εχθροί τους, ενώ οι ρώσοι παραμένουν "κακοί". Και μάλιστα - προς δόξαν φυσικά της ψυχροπολεμικότητας - μόλις γνωρίζουν τα καλά του υπέροχου καπιταλισμού (στα οποία προφανώς περιλαμβάνεται και ο ίδιος ο Σον Κόνερι / Μποντ), αμέσως παρατούν πατρίδες και ιδεολογίες και αυτομολούν πανευτυχείς. Οι γυναίκες κυρίως φυσικά. Προς τιμήν των δύο πρώτων αυτών ταινιών πάντως, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο υπερ-κακός (νάτο πάλι το "υπερ-") δεν είναι ακριβώς οι ρώσοι, αλλά η παντοδύναμη SPECTRE, η οποία για δικά της συμφάροντα επιθυμεί να κάνει τις δύο τότε υπερδυνάμεις να συγκρουστούν. Αμφότερες δηλαδή δεν το επιθυμούν, απλώς είναι θύματα. Τέλος στην ταινία αυτή να σημειώσουμε, στο ρόλο μιας πολύ κακιάς ρωσίδας, την παρουσία της ηλικιωμένη τότε Λότε Λένυα, περίφημης παλιάς γερμανίδας ηθοποιού και ερμηνεύτριας των εξαιρετικών τραγουδιών των Μπρεχτ και Κουρτ Βάιλ. Αυτά και, αν διασκεδάζεται με 007, καλή διασκέδαση.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 14, 2011

ΣΤΟ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΠΑΡΙΣΙ ΤΟΥ ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΕΝ

Είναι 76 χρονών και εχει γυρίσει 41 μεγάλου μήκους ταινίες (και κάτι ψηλά) και δεν το βάζει κάτω με τίποτα. Ο Woody Allen με το "Μεσάνυχτα στο Παρίσι" (2011) εμφανίζεται πέρα για πέρα ρομαντικός, με έναν όμως τρόπο που μόνο αυτός ξέρει και μπορεί. Τουριστικός επίσης; Βεβαίως. Όπως έκανε και με τη Βαρκελώνη άλλωστε. Μπορείτε λοιπόν ελεύθερα να τον κατηγορήσετε για τουριστική ματιά. Είναι όμως τόσο ευχάριστος, που δύσκολα του αντιστέκεται κανείς. Ο ρομαντικός αμερικάνος χολιγουντιανός σεναριογράφος, που το μόνο που θέλει είναι να γράψει το μεγάλο μυθιστόρημα και είναι και φανατικός λάτρης της δεκαετίας του 20, επισκέπτεται με την ξενέρωτη και προσγειωμένη - πλην όμορφη - μνηστή του και τα φριχτά (οπαδοί του Μπους) πεθερικά του την πόλη των ονείρων του, το Παρίσι, το οποίο λατρεύει. Και εκεί, μια νύχτα μετά τα μεσάνυχτα, μεταφέρεται στην εποχή των ονείρων του, πράγμα που επαναλαμβάνεται κάθε νύχτα. Από εδώ και πέρα ο Allen προχωρά σ' ένα όργιο αναφορών σε πρόσωπα που ζούσαν τότε και καταστάσεις που συνέβαιναν εκεί. Ο Μπουνιουέλ, ο Πικάσο, ο Σκοτ Φιτζέραλντ, ο Νταλί, ο Κολ Πόρτερ, ο Χεμινγουέι, η Γερτρούδη Στάιν, ο Τ.Σ. Έλιοτ, ο Ματίς, ο Μαν Ρέι κι άλλοι, κι άλλοι πολλοί, βρίσκονται όλοι εκεί και γνωρίζονται μαζί του. Παιχνίδι με πλήθος αναφορών λοιπόν με το θεατή. "Ανακαλύψτε ποιος ελίναι ποιος". Και ανάμεσά τους και ο μεγάλος έρωτας. Αληθινός παράδεισος δηλαδή. Πώς να επιστρέψει κανείς στη σύγχρονη, "ξενέρωτη" εποχή; Ακούγεται ίσως αφελές και - τρίτη φορά η λέξη αυτή - υπέρ ρομαντικό. Το Παρίσι δείχνει πιο όμορφο από ποτέ, η παλιά εποχή τέλεια, ο έρωτας απόλυτος. Για προσέξτε όμως και τη "σκιά" στο βάθος! Είναι ακριβώς έτσι; Ο μεγάλος έρωτας, βλέπετε, έχει με τη σειρά του μυθοποιήσει μια παλιότερη παρισινή εποχή, τη μπελ επόκ (οπότε έχουμε την ευκαιρία να συναντήσουμε και τον Τουλούζ Λοτρέκ, τον Ντεγκά, τον Γκογκέν και άλλους). Ο καθένας εξιδανικεύει κάτι, μοιάζει να μας λέει ο σοφός Γούντι. Τελικά όμως τίποτα δεν είναι, ούτε υπήρξε ποτέ τέλειο. Η νοσταλγία για κάτι που θα θέλαμε να ζήσουμε είναι απλώς φυγή από το τώρα με όχημα τη φαντασία. Αν θες λοιπόν να βρεις την ευτυχία ψάχ'την εδώ. Όλα αυτά βέβαια δεν μας εμποδίζουν καθόλου να ερωτευτούμε το Παρίσι. Το όλο εγχείρημα μοιάζει μ' αυτό που πέτυχε ο Ζενέ στην "Αμελί" - με εντελώς διαφορετικό τρόπο φυσικά. Και βέβαια δεν μας εμποδίζουν καθόλου να διασκεδάσουμε αφάνταστα και να γελάσουμε με τις πάντοτε πανέξυπνες ατάκες που πέφτουν από παντού. Μακάρι όλοι να διέθεταν το αστείρευτο κέφι και τη φαντασία του δημιουργού αυτού (που συνοδεύεται, παρά την απόλυτα χαριτωμένη επιφάνεια, και από κάμποσο υπόγειο προβληματισμό). Και, στο κάτω - κάτω της γραφής, γιατί να αντισταθεί κανείς στο άκρο άωτο της feel good ταινίας; Το έχω ξαναπεί άλλωστε ότι παραμένω φαν του αστείρευτου δημιουργού. Οι χειρότερες ταινίες του (στις οποίες πιστεύω ότι δεν συγκαταλέγεται αυτή εδώ) είναι απλώς συμπαθητικές. Ποτέ πιο κάτω.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 12, 2011

DR. NO: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΟΝΤ

Βρισκόμαστε στα 1962 όταν υποδεχόμαστε τη γέννηση ενός αληθινού κινηματογραφικού φαινομένου: Της εμφάνισης του πρώτου Τζέιμς Μποντ. Το "Dr. No" του Terence Young (1915–1994) υπήρξε τόσο μεγάλη επιτυχία, που εγακαινίασε τη μακροβιότερη κινηματογραφική σειρά όλων των εποχών, που ως γνωστόν συνεχίζεται ακάθεκτη μέχρι τις μέρες μας. Ο λογοτεχνικός ήρωας λοιπόν του Ian Fleming, ο βρετανός υπερκατάσκοπος 007, που κυριολεκτικά τα έχει όλα και συμφέρει (ευφυία, ακαταμάχητη γοητεία, δύναμη, απίστευτα γκάτζετ, αγάπη για την πολυτελή ζωή κλπ. κλπ. και, φυσικά, ακόρεστη όρεξη για γυναίκες) ήρθε για να μείνει. Προσωπικά δεν υπήρξα ποτέ ιδιαίτερος φαν της σειράς. Άντε να διασκεδάσω (σχετικά) με μερικές απ' τις ταινίες της, τις οποίες μάλιστα θα ξεχάσω εντελώς και με μαθηματική βεβαιότητα λίγο μετά. Παρ' όλα αυτά η ιστορία είναι ιστορία, έστω κι αν γράφεται με αμέτρητα εκατομμύρια δολάρια κέρδους. Στο πρώτο επεισόδιο λοιπόν ο 007 στέλνεται στην εξωτική Τζαμάικα (που τότε δεν είχε ακόμα ρέγγε) για να ερευνήσει τις ύποπτες δραστηριότητες του μυστηριώδους Dr. No, που ζει σε ένα απομονωμένο και απόλυτα φυλασόμενο νησί. Φυσικά ο υπερήρωας θα καταφέρει να φτάσει σ' αυτό, θα υπερνικήσει κάθε εμπόδιο και, κερασάκι στην τούρτα, θα γνωρίσει και την Ούρσουλα Άντρες - αφού προηγουμένως, εννοείται, έχει επιδοθεί σε άλλες ερωτικές περιπέτειες. Άλλωστε η ταινία διαθέτει και την περίφημη σκηνή της ανάδυσης από τη θάλασσα της Ούρσουλα με το διάσημο λευκό μπικίνι, που θεωρήθηκε ιδιαίτερα ερεθιστική στην εποχή της, αλλά προσωπικά μάλλον λίγο με συγκινεί. Φυσικά το φιλμ είναι ένα απόλυτο ρεσιτάλ αφέλειας και πολλά σημεία του σήμερα μπορεί να προκαλέσουν γέλιο. Ο Μποντ δε σκοτώνεται με τίποτα, καμιά γυναίκα, φίλη ή εχθρή, δεν μπορεί να του αντισταθεί (και μάλιστα με την πρώτη ματιά ή/και ατάκα), οι κακοί δεν σκοτώνουν ποτέ απ' ευθείας, αλλά επιθυμούν να υποβάλλουν το θύμα τους σε αργό θάνατο, από τον οποίο το τελευταίο πάντα τη σκαπουλάρει και άλλα τέτοια, που ενυπάρχουν σε κάθε λεπτομέρεια. Επιπλέον σήμερα θα το χαρακτηρίζαμε μάλλον κρυπτορατσιστικό (αρκεί να παρατηρήσετε τους ρόλους των εκάστοτε ιθαγενών) και σίγουρα μισογυνικό. Αλλά, βέβαια, τότε όλα αυτά περνούσαν στα ψηλά γράμματα. Απομένουν οι θανατηφόρες ατάκες και γενικότερα η γοητεία της αφέλειας, της περιπέτειας, της δράσης και του απαραίτητου εξωτικού στοιχείου, οι οποίες προφανώς είναι διαχρονικές. Αν προσθέσετε και τη νοσταλγία, μπορεί και να την καταβρείτε, απενοχοποιημένοι για όλα τα παραπάνω. Και βέβαια, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ο Σον Κόνερι υπήρξε εξ αρχής η τέλεια ενσάρκωση του σούπερ κατάσκοπου και σίγουρα σ' αυτόν οφείλεται μεγάλο μέρος της επιτυχίας του πράκτορα 007. ΥΓ: Για το ψυχροπολεμικό στοιχείο και το εν γένει πολιτικό κλίμα θα μιλήσουμε όταν γράψουμε για το δεύτερο φιλμ της σειράς.

Τρίτη, Οκτωβρίου 11, 2011

"HOT FUZZ" ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΛΑΚΑ

Τρία χρόνια με τά το "Shaun of the Dead", τo 2007 συγκεκριμένα, ο Edgar Wright γυρίζει την επόμενη ταινία του (ειχαν προηγηθεί τηλεοπτικά και video clips), το "Hot Fuzz", φτιάχνοντας έτσι μια ακόμα διασκεδαστικότατη παρωδία. Αυτή τη φορά στο στόχαστρο βρίσκονται οι αστυνομικές ταινίες δράσης, με πιστολίδι, κυνηγητά αυτοκινήτων, τυπικά αταίριαστα ζεύγη μπάτσων και άλλα τέτοια, αλλά δεν λείπουν και οι ανατροπές, όπως και η παρωδία φιλμ όπου ευρύτερες συνωμοσίες υφαίνονται γύρω από έναν ανύποπτο ήρωα. Ένας μπάτσος είναι τόσο άψογος, τυπικός (και τυπολάτρης), αλλά και αποτελεσματικός, γυμνασμένος, πετυχημένος κι ό,τι άλλο καλό για μπάτσο μπορείτε να φανταστείτε, που ρεζιλεύει τους συναδέλφους του, που μένουν πολύ - πολύ πίσω σε επιδόσεις. Εκείνοι για να τον εκδικηθούν του δίνουν μετάθεση σε μια κοιμισμένη μικρή επαρχιακή πόλη, όπου δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα. Δεν υπάρχει χειρότερη καταδίκη για τον υπερδραστήριο ήρωά μας, που πασχίζει να διοχετεύσει την ενεργητικότητά του κόβοντας κλήσεις ή διώχνοντας ανήλικους από το μπαρ. Ώσπου... (η συνέχεια επί της οθόνης, σύμφωνα με την αρχαία φράση κινηματογραφικών προγραμμάτων). Μιλάμε βέβαια για μια κατάμαυρη κωμωδία, όπου ακόμα και κάποιες (σχετικά) σπλάτερ σκηνές περισσότερο γέλιο βγάζουν παρά οτιδήποτε άλλο. Η παρωδία είναι κατά τη γνώμη μου αποτελεσματική, η δράση δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα, ενώ το τελευταίο μέρος - όπου γίνεται χαμός - βασίζεται σε μια εξωφρενική (και γι' αυτό ταιριαστή με το όλο κλίμα) ανατροπή. Ο Wright υιοθετεί ένα απόλυτα βιντεοκλιπίστικο στιλ, με γρήγορες και κοφτές σκηνές και ταχύτατο μοντάζ. Τώρα όσοι τυχαίνει να παρακολουθούν στοιχειωδώς αυτό το μπλογκ θα με έχουν συχνά ακούσει να γκρινιάζω ακριβώς για τη βιντεοκλιπάδικη οπτική, που όταν γίνεται σε περιπέτειες μάλλον βάβούρα και πονοκέφαλο μου προκαλεί. Ωστόσο - μπορείτε να με βρίσετε αν θέλετε - εδώ βρίσκω ότι το στιλ αυτό ταιριάζει γάντι και με διασκέδασε ιδιαίτερα. Αν κάνετε τώρα βαθιές αναλύσεις και καταλήξετε στο συμπέρασμα ότι το φιλμ είναι υπέρ των άτεγκτων, τυπολατρών μπάτσων, ίσως να έχετε δίκιο. Αλλά όταν σαφώς έχουμε να κάνουμε με ταινία που κάνει πλάκα σε κινηματογραφικά είδη και κλισέ και δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά... ε, μην το αναλύσετε τόσο βαθιά. Απλώς αφείστε τον εαυτό σας ελεύθερο να διασκεδάσει. Το ίδιο έκανα κι εγώ άλλωστε.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 07, 2011

ΜΙΑ "ΑΛΛΗ ΓΗ" ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ

Τι θα κάνατε αν ένας πλανήτης πλησίαζε ξαφνικά τη γη; Όχι, δεν μιλώ για τη "Μελαγχολία" του Φον Τρίερ. Εδώ τα πράγματα είναι ακόμα πιο παράξενα: Σύντομα διαπιστώνεται ότι ο άλλος αυτός πλανήτης είναι... η ίδια η γη, ή μάλλον ένας "σωσίας" πλανήτης. Κι αν νομίζετε ότι οι εκπλήξεις τελείωσαν, κάθε άλλο. Όχι μόνο ο πλανήτης είναι πανομοιότυπος, αλλά σ' αυτόν υπάρχουμε ακριβώς... εμείς, ο καθένας μας δηλαδή έχει εκεί έναν άλλον εαυτό. Όλα αυτά συμβαίνουν στην ταινία "Another Earth" (2011) του Mike Cahill, η οποιά είναι η πρώτη fiction ταινία του. Και τώρα αρχίζουν οι προειδοποιήσεις. Η σίγουρα ευφάνταστη αυτή ιδέα δεν χρησιμοποιείται για να φτιάξει ένα χορταστικό σε θέαμα φιλμ επιστημονικής φαντασίας, όπως θα επιθυμούσαν οι φανς του είδους. Αντίθετα, εδώ μιλάμε για μια μάλλον χαμηλότονη, low budget ταινία, που πατά πάνω σ' αυτή την ιδέα για να χτίσει ένα υπαρξιακό δράμα περισσότερο παρά ένα sci-fi θέαμα. Η ηρωίδα είναι μια κοπέλα που προξενεί από αμέλεια ένα τραγικό αυτοκινητιστικό δυστύχημα και, ίσως για να εξιλεωθεί, πλησιάζει λίγα χρόνια μετά τον μοναδικό επιζήσαντα. Κι όλα αυτά κάτω από έναν ουρανό στον οποίο μέρα - νύχτα κρέμεται αυτή η "άλλη γη". Το φανταστικό λοιπόν στοιχείο αποτελεί απλώς ένα πρόσχημα, έναν καμβά πάνω στον οποίο ξεδιπλώνεται η ιστορία ή, αν προτιμάτε, μια καθαρά συμβολική επινόηση. Όλα επικεντρώνονται στην ηρωίδα, στο δράμα της, στις τύψεις της, στην βαθμιαία (επανα)προσέγγισή της με τους ανθρώπους, με τη ζωή. Πώς μπορούν να επουλωθούν πληγές που αρχικά φαίνονται αγιάτρευτες; Μπορείς να ξεφύγεις από τις ενοχές που σε κυνηγάνε; Μήπως, τελικά, πρέπει να ξαναβρείς τον ίδιο σου τον εαυτό; Ξεχάστε λοιπόν κάθε προσμονή θεάματος. Η ταινία, με απλή, λιτή εικόνα, είναι τρυφερή, ανθρώπινη, με τα συναισθήματα να κυριαρχούν. Οι έννοιες της εξιλέωσης, της θυσίας, της ανθρωπιάς, είναι πανταχού παρούσες. Συνολικά το βρήκα ενδιαφέρον σα δράμα, δίχως βέβαια να ενθουσιαστώ κιόλας. Νομίζω πάντως ότι θα συγκινήσει αρκετούς. Και σίγουρα αποτελεί ένα αρκετά αξιόλογο ντεμπούτο.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 05, 2011

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΧΩΡΙΣ ΟΡΙΑ ΣΤΟ "SILVER TONGUES"

Ο Simon Arthur κάνει ένα αν μη τι άλλο ενδιαφέρον ντεμπούτο με την πρώτη του ταινία, το "Silver Tongues" του 2011. Τουλάχιστον από σεναριακή σκοπιά έχει εξασφαλισμένη την πρωτοτυπία: Ένα ζευγάρι γύρω στα 40 περιπλανιέται στις ΗΠΑ επινοώντας κάθε λογής σκληρότητα, μόνο και μόνο για να "παίξει", για τη χάρη και την ηδονή του παιχνιδιού δηλαδή. Προσοχή: Μην πάει ο νούς σας σε βία, σπλάτερ βασανιστήρια ή κάτι τέτοιο. Καμία σχέση. Τα "παιχνίδια" είναι καθαρά ψυχολογικής φύσης. Με πραγματικά ευφάνταστους τρόπους κάνουν, ας πούμε, ένα νιόπαντρο, ερωτευμένο ζευγάρι που βρίσκεται στο μήνα του μέλιτος να χωρίσει, καταρρακώνουν και τις τελευταίες ελπίδες ενός γεράκου που ζει σε γηροκομείο... τέτοια πράγματα. Μιλάμε δηλαδή για ένα ρεσιτάλ κακίας, δίχως όμως σωματική βία. Ώσπου ένα έγκλημα θα δώσει άλλη τροπή στα πράγματα και, τελικά, μια μεγάλη ανατροπή μας περιμένει στο τέλος. Η ταινία είναι χαμηλού προϋπολογισμού, ανεξάρτητη, και βασίζεται καθαρά στο σενάριο. Οι ρόλοι εναλλάσσονται, οι εκπλήξεις είναι αρκετές, οι ανατροπές το ίδιο, με μεγαλύτερη την τελική. Μερικές φορές γίνεται σπαρακτική, όταν πραγματικά δεν αντέχεις να δεις τι άλλο θα σκαρφιστούν οι ήρωές μας για να προκαλέσουν δυστυχία σε άγνωστους συνανθρώπους τους, ενώ παράλληλα ενδιαφέρον έχει και το μεταξύ τους παιχνίδι. Ίσως ο νέος δημιουργός να θέλει να εξερευνήσει τα όρια της έννοιας του παιχνιδιού (αυστηρά για ενήλικες). Ίσως, το πιθανότερο, να μη στοχεύει κάπου, αλλά απλώς να απολαμβάνει αναπτύσοντας την πρωτότυπη ιδέα του. Πάντως, ό,τι κι αν επιδιώκει, το φιλμ κατάφερε να με κρατήσει μέχρι τέλους, όχι με τη θεαματικότητά του (είπαμε ότι πρόκειται για μικρή παραγωγή) και την εικόνα του εν γένει, αλλά με την πρωτότυπη ιδέα του. Γι' αυτό άλλωστε πήρε και το βραβείου σεναρίου στις τελευταίες Νύχτες Πρεμιέρας. Θα παρακολουθήσω με ενδιαφέρον την περαιτέρω πορεία του Arthur. Τελειώνοντας, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ: Ως πού μπορείς να φτάσει κανείς - πέρα και κόντρα σε κάθε ηθική - για να "παίξει", για να βιώσει διάφορους ρόλους, δηλαδή, ουσιαστικά, για να σπάσει την καθημερινή του ρουτίνα;

Δευτέρα, Οκτωβρίου 03, 2011

ΤΟ "ΚΑΜΠΑΡΕ" ΚΑΙ ΤΑ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΑ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛΣ

Ο Bob Fosse (1927–1987) γύρισε 5 όλες κι όλες ταινίες. Τουλάχιστον 3 από αυτές είναι εξαιρετικές. Πάντοτε η θεματολογία του περιστρεφόταν γύρω από τη σόου μπίζνες σε διάφορες μορφές της. Έτσι το περίφημο "Cabaret" του 1972 μας πάει πίσω, σε μια από τις πιο σκοτεινές εποχές του 20ού αιώνα: Στη Γερμανία της δεκαετίας του 30, όταν η ευδαιμονία και οι (πολύ ευχάριστες) καταχρήσεις συνυπήρχαν με την απόλυτη φτώχια, απόροια της ήττας της χώρας στον πρώτο μεγάλο πόλεμο, κι όταν ο εφιαλτικός ναζισμός εδραιωνόταν σιγά - σιγά και ύπουλα, με τα γνωστά σε όλους μετέπειτα αποτελέσματα. Το "Καμπαρέ" λοιπόν σε πρώτο επίπεδο είναι μια όμορφη ερωτική ιστορία στο Βερολίνο της εποχής αυτής, ανάμεσα σε δύο ξένους που κατοικούν εκεί. Η αμερικάνα ηρωίδα, αρτίστα των περίφημων βερολινέζικων καμπαρέ και "εύκολη" (έως και ελαφρώς πόρνη πολυτελείας), ερωτεύεται έναν σοβαρό, άβγαλτο νεαρό εγγλέζο που μόλις φτάνει εκεί. Η ιστορία ισορροπεί ανάμεσα στο δράμα, το χιούμορ και τα τραγούδια και τα νούμερα του περίφημου καμπαρέ και αντανακλά τα ελεύθερα ήθη της εποχής και του τόπου. Αυτό όμως, όπως είπαμε, είναι το πρώτο μόνο επίπεδο. Το δεύτερο, που αποτελεί τον σταθερό καμβά πάνω στον οποίο δομείται η ιστορία, είναι το πολιτικό. Που, βέβαια, δεν είναι άλλο από τη σταδιακή άνοδο των ναζί, που θα καταλήξει στην ανέλιξή τους στην εξουσία. Το στοιχείο αυτό ίσως να περνά σε δεύτερη μοίρα, αλλά παρακολουθούμε την όλο και συχνότερη παρουσία του στα τεκταινόμενα, ακόμα και μέσα στο ίδιο το καμπαρέ όπου διαδραματίζεται μεγάλο μέρος της δράσης, όπου οι ναζί συχνάζουν όλο και πιο πολύ σαν θεατές. Ταυτόχρονα η ταινία κάνει σαφείς νύξεις για την συλλογική ευθύνη των πολιτών για την άνοδο του εφιαλτικότερου καθεστώτος που γνώρισε ο εικοστός αιώνας στην "πολιτισμένη" δύση. Συγκεκριμένα μιλά για την ευκολοπιστία, την αφέλεια και την τρωτότητα στην προπαγάνδα των απλών, μέσων πολιτών, αλλά και για την άμεση ευθύνη - είτε λόγω εγκληματικής αδιαφορίας είτε λόγω καθαρής συνενοχής - της άρχουσας τάξης, των πλουσίων. Αυτό που θαυμάζω στο "Καμπαρέ" είναι το πόσο το δεύτερο αυτό επίπεδο, που όμως μοιραία επηρεάζει τις ζωές των ηρώων, περνά "εξ απαλών ονύχων", δίχως να καθιστά το φιλμ άμεσα αναγνωρίσιμο ως πολιτικό, αφού αυτό κύρια εξακολουθεί να ασχολείται με την ερωτική ιστορία και τα ήθη της εποχής και παραμένει απόλυτα ψυχαγωγικό. Παράλληλα βέβαια, υπάρχει η εξαιρετική Λίζα Μινέλι στον σαφώς σπουδαιότερο ρόλο της καριέρας της (δεν έπαιξε και πολλούς άλλωστε), υπάρχουν και τα θαυμάσια από μουσική και θεαματική άποψη νούμερα, με τον εξ ίσου καταπληκτικό Τζόελ Γκρέι ως επικεφαλής των χορευτών - τραγουδιστών του καμπαρέ, του οποίου η αμίμητη ατμόσφαιρα δίνεται πλήρως. Τα νούμερα αυτά, ως άλλος χορός αρχαίας τραγωδίας, σχολιάζουν τα όσα συμβαίνουν είτε στις ατομικές ιστορίες των ηρώων είτε στο δεύερο, το πολιτικοκοινωνικό, επίπεδο που λέγαμε. Και, βέβαια, μερικά από τα τραγούδια αυτά είναι εθιστικά. Το "Καμπαρέ" έρχεται σε μια εποχή παρακμής των μιούζικαλ. Κι ενώ τα κλασικά δείγματα του είδους συχνά ασχολούνται με προσωπικές ερωτικές ιστορίες ή είναι αυτοαναφορικά στο είδος αυτό καθ' εαυτό και τις σχέσεις "υψηλής" και "χαμηλής" τέχνης, αυτό εδώ σχολιάζει ερύτερα θέματα. Γι' αυτό και το αποκάλεσα "σκεπτόμενο" μιούζικαλ. Γενικότερα θεωρώ τον Fosse ως τον τελευταίο μεγάλο δημιουργό του είδους και, βέβαια, το συγκεκριμένο φιλμ ως ένα από τα τελευταία σημαντικά του δείγματα.

Σάββατο, Οκτωβρίου 01, 2011

ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ... ΤΡΟΛ


Τα τρολ είναι γιγάντια, μαλιαρά τέρατα της σκανδιναβικής μυθολογίας. Τρώνε ό,τι βρουν μπροστά τους, βρωμάνε απίστευτα και έχουν ορισμένες ιδιότητες, όπως, ας πούμε, το ότι μετατρέπονται σε πέτρα όταν πέσει πάνω τους φως ημέρας ή οποιοδήποτε άλλο έντονο φως. Το "Trollhunter" (Trolljegeren για τους νορβηγομαθείς φίλους μας) πάλι, είναι μια νορβηγική ταινία του 2010, που γύρισε ο André Øvredal. Η οποία, βεβαίως, μας διαβεβαιώνει ότι τα τρολ υπάρχουν και όντως τρώνε τα πάντα.
Πρόκειται για ένα χιουμοριστικό ψευδοντοκιμαντέρ, στα χνάρια που χάραξε το "Blair Witch Project". Μη φοβάστε όμως. Εδώ δεν έχουμε τόσο κουνημένη κάμερα ούτε τόσο θαμπές εικόνες. Υπάρχουν κι αυτά, αλλά δεν είναι το κυρίαρχο στιλ. Ένα κινηματογραφικό συνεργείο λοιπόν αποφασίζει να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για έναν περίεργο τύπο που ανακαλύπτει να περιφέρεται με το τροχόσπιτό του στις νορβηγικές ερημιές. Σύντομα θα αποδειχτεί ότι πρόκειται για έναν... κυνηγό τρολ που ξεφεύγουν από την αυστηρά περιορισμένη περιοχή τους. Και μάλιστα επίσημο κυνηγό, με την ανοχή της κυβέρνησης, που, φυσικά, ξέρει, αλλά δεν λέει τίποτα. Και το κυνήγι αρχίζει.
Το χιούμορ της ταινίας πηγάζει από την απόλυτα σοβαρή αντιμετώπιση όλων αυτών, σα να πρόκειται όντως για ένα κανονικό ντοκουμέντο, δηλαδή από την πειστική φόρμα του ντοκιμαντέρ που υιοθετεί. Συνεντεύξεις με τον κυνηγό, κουνημένες σκηνές δράσης, κυβερνητικοί υπάλληλοι, επιστήμονες "που ξέρουν", συνθέτουν μια ταινία με απόλυτα σοβαροφανή ματιά, πράγμα που κάνει το όλο πράγμα ιδιαίτερα αστείο (διότι, αλήθεια σας λέω, πιστέψτε με, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν τρολ).
Το φιλμ, με το συνδυασμό "σοβαρών" (άρα χιουμοριστικών) στοιχείων (επιστήμονες εξηγούν τα είδη των τρολ, τους κάνουν αναλύσεις αίματος, ελέγχουν συμπληρωμένες φόρμες με στοιχεία για τα τρολ που εξοντώθηκαν, κυβερνητικοί εκπρόσωποι επινοούν μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες ιστορίες για το πώς συνέβησαν ορισμένα "ατυχήματα" κλπ.), αλλά και της διαρκώς υποβόσκουσας απειλητικής και αγωνιώδους ατμόσφαιρας, κατάφερε να με κρατήσει και, τελικά, να μου αρέσει. Το βρήκα από τα καλά δείγματα αυτής της ψευδοντοκιμαντερίστικης σχολής που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια (βλέπε Cloverfield, Paranormal Activity, τα τελευταία ζόμπι του Ρομέρο κλπ.). Τελικά, αν αντιμετωπίσεις με απόλυτη σοβαροφάνεια και συνέπεια οποιαδήποτε κουφή ιδέα, και κατέχεις και τη φόρμα του ντοκιμαντέρ, το αποτέλεσμα θα είναι σχεδόν σίγουρα διασκεδαστικό.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 29, 2011

RED ANGEL: Η ΦΡΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ


Υπάρχουν κάποιες βαθύτατα αντιπολεμικές ταινίες, τις οποίες το να δεις είναι αληθινή δοκιμασία. Συγκλονιστικές μεν, αλλά τόσο εφιαλτικές... Σκέφτομαι το "Ο Τζόνι Πήρε το Όπλο του" για παράδειγμα. Στην κατηγορία αυτών των φιλμ έρχεται να προστεθεί και το "Red Angel" (Akai tenshi) που γύρισε ο Yasuzo Masumura (1924–1986) το 1966.
Μας μεταφέρει στον ούτως ή άλλως άδικο κινεζοϊαπωνικό πόλεμο στη δεκαετία του 30. Η όμορφη ηρωίδα είναι μια νοσοκόμα που στέλνεται στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Εκεί βιώνει την απόλυτη φρίκη του πολέμου και, ως αληθινός άγγελος, ανακουφίζει τραυματίες χρησιμοποιώντας τον μόνο τρόπο που διαθέτει: Το σεξ. Ταυτόχρονα ερωτεύεται έναν αρκετά μεγαλύτερό της γιατρό, εθισμένο στη μορφίνη για να αντέξει τα όσα συμβαίνουν γύρω του.
Η ταινία βλέπεται πραγματικά δύσκολα. Το μεγαλύτερο μέρος διαδραματίζεται στα πρόχειρα στημένα χειρουργεία, όπου εκατοντάδες βαριά τραυματισμένοι άνθρωποι ψυχοραγούν και σφαδάζουν, ενώ οι γιατροί, μην έχοντας χρόνο και υλικά, αποφασίζουν απλώς ποιους θα αφήσουν να πεθάνουν και ποιους θα ακρωτηριάσουν για να επιβιώσουν. Χειρουργικές επεμβάσεις και κομμένα μέλη αποτελούν ένα σταθερό μοτίβο του σκηνικού. Ωστόσο, μέσα σ΄αυτό το ζοφερό, πνιγηρό περιβάλλον, τό πιο κοντά στην κόλαση που μπορώ να φανταστώ (που επιτείνει και η ασπρόμαυρη φωτοραφία), ανθίζει ένας έρωτας που, σε κάποια σημεία, αγγίζει τα όρια της διαστροφής - προσφιλές άλλωστε θέμα στον Masumura.
Είπα και στην αρχή ότι το να δει κανείς το φιλμ αποτελεί μάλλον δοκιμασία. Ωστόσο αυτό δεν αφαιρεί τίποτα από τη συγκλονιστικότητά του. Ίσα - ίσα, ακριβώς αυτή η αδυσώπητη καταγραφή της κόλασης είναι που επιτείνει το στοιχείο αυτό. Φεύγοντας έχει κανείς μισήσει τον πόλεμο βαθύτατα, τον πόλεμο που δεν διαθέτει απολύτως τίποτα ηρωικό. Μόνο καθαρή φρίκη. Ο ίδιος ο γιατρός άλλωστε, σα να μην αρκούν οι εικόνες από μόνες τους, θίγει μια - δυο φορές το παράλογο και μάταιο του πολέμου. Μιλά βέβαια για τον συγκεκριμένο πόλεμο (ενδιαφέρον στοιχείο κι αυτό αν αναλογιστούμε ότι το σχόλιο για την γιαπωνέζικη επιθετικότητα γίνεται το 1966 και ενώ είναι γνωστή η συνήθης στρατοκαυλίαση της χώρας αυτής), αλλά προφανώς ο σκηνοθέτης υπονοεί οποιονδήποτε πόλεμο. Και η τόλμη του βέβαια αυξάνεται και με το ερωτικό στοιχείο. Αλήθεια, τι το μεμπτό μπορεί να έχει το να ανακουφίσεις σεξουαλικά έναν ανήμπορο άνθρωπο, κάποιον που ίσως να μη μπορέσει να ξανακάνει έρωτα στη ζωή του;
Ο έρωτας στην κόλαση λοιπόν, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο τίτλος του φιλμ. Επέμενα όμως λίγο παραπάνω στο αντιπολεμικό στοιχείο, γιατί αυτό είναι που τελικά με συγκλόνισε περισσότερο. Γι' αυτό άλλωστε και θεωρώ το "Red Angel" μια από τις πιο δυνατές αντιπολεμικές ταινίες που έγιναν ποτέ.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 28, 2011

ΧΛΙΑΡΟ "SENSATION"


Νεαρός ιρλανδός κτηνοτρόφος, παρθένος ακόμα, ζει τη βαρετή ζωή της υπαίθρου έχοντας έναν και μοναδικό αμφιβόλου ποιότητας φίλο, ενώ βασανίζεται από ανεκπλήρωτες σεξουαλικές επιθυμίες. Μετά το θάνατο του πατέρα του πουλά τα πρόβατα και καλεί μεγαλύτερή του σε ηλικία πόρνη, με την οποία, αφού τη βρίσκουν και τα βρίσκουν, αποφασίζουν να ανοίξουν πορνείο.
Αυτά συμβαίνουν σε γενικές γραμμές στο "Sensation" του 2010 του Tom Hall. Πρόκειται για ένα είδος τολμηρής (λεκτικά κυρίως) κομεντί, με κάμποσα δραματικά στοιχεία, τα οποία πάντως απαλύνονται πάντοτε από δόσεις χιούμορ. Συνδυασμός ρεαλισμού και κωμωδίας λοιπόν, που ίσως θέλει να καταγράψει τη ζωή στην ιρλανδική επαρχία. Το σκαμπρόζικο θέμα πάντως δεν συνοδεύεται από αντίστοιχες τολμηρές σκηνές (αν αυτό είναι ο στόχος σας). Το μόνο που πετυχαίνει η ταινία είναι να δώσει ανάγλυφα τη βαρεμάρα και τη μιζέρια της επαρχίας στη σύγχρονη εποχή (της ιρλανδικής στο συγκεκριμένο παράδειγμα, αλλά και της κάθε επαρχίας γενικότερα).
Είπα "ίσως" διότι προσπαθούσα να καταλάβω τον λόγο για τον οποίο γυρίζονται ορισμέα φιλμ. Η συγκεκριμένη κυλά μάλλον ευχάριστα, πλην όμως ούτε ακριβώς ξεκαρδιστική κωμωδία είναι, ούτε βαρύ ρεαλιστικό δράμα, ούτε ντοκιμαντερίστικη καταγραφή ενός θέματος, ούτε τολμηρό ερωτικό φιλμ και μάλλον λίγες κοινωνικές ή πολιτικές αναφορές περιέχει. Γι' αυτό απορώ για το λόγο ύπαρξής του. Προσέξτε, δεν σημαίνουν όλα αυτά κατά τη γνώμη μου ότι πρόκειται για κακή ταινία, σας είπα ότι το είδα ευχάριστα, απλώς προσπαθώ να κατανοήσω το γιατί τόσος κόπος...
Γενικά νομίζω ότι συγκαταλέγεται στα φιλμ με τα οποία πιθανόν να διασκεδάσεις για δύο ώρες, μετά όμως μάλλον θα τα ξεχάσεις. Γι' αυτό και ο χαρακτηρισμός "χλιαρό".

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 26, 2011

"ΤΥΦΛΟ ΚΤΗΝΟΣ": Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ


Ο γιαπωνέζος Yasuzo Masumura (1924–1986) έχει κάνει κάθε είδους ταινίες. Η "διαστροφή" πάντως είναι ένα θέμα που μοιάζει να τον ελκύει ιδιαίτερα. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο "Τυφλό Κτήνος" (Mοju ή Blind Beast στα αγγλικά) του 1969, όπου τυφλός γλύπτης, με τη βοήθεια της μητέρας του, απαγάγει όμορφο μοντέλο που έχει ερωτευθεί και το φυλακίζει στο εργαστήριό του με σκοπό να φτιάξει το "τέλειο έργο" του. Σιγά - σιγά όμως τα πράγματα θα ξεφύγουν από κάθε όριο.
Νομίζουμε στην αρχή ότι πρόκειται για άλλη μια ταινία εγκλεισμού, στο στιλ του "The Collector" του Γουάιλερ. Φυσικά πρόκειται για τέτοια ταινία, το πράγμα όμως, προς το τέλος ιδιαίτερα, πάει πολύ πιο μακριά, δοκιμάζοντας την αντοχή του θεατή. Οι χώροι είναι περιορισμένοι. Το μεγαλύτερο μέρος διαδραματίζεται στο εργαστήριο. Αυτό το εργαστήριο όμως, με το παράδοξο ντεκόρ, που κινείται ανάμεσα στο απόλυτα εντυπωσιακό και το κιτς, είναι το πρώτο στοιχείο που θα σοκάρει τον θεατή. Η σταδιακή αποκάλυψή του στην αντίστοιχη σκηνή μένει καρφωμένη στη μνήμη μας.
Από εκεί και πέρα υπάρχουν πολλοί φροϊδικοί συμβολισμοί, ο ρόλος της μητέρας είναι καθοριστικός, ενώ η κλιμάκωση του τέλους έρχεται σχετικά απότομα, αφήνοντάς μας μουδιασμένους (ίσως χρησιμοποιήσετε άλλες λέξεις, εντονότερες). Στόχος είναι βέβαια η καταγραφή του απόλυτου έρωτα, που κάποια στιγμή ξεπερνά κάθε φραγμό όταν η αμοιβαία επιθυμία για απόλυτη και με όλους τους τρόπους κατοχή;, κατάκτηση;, απόκτηση;, απόλαυση; (ή όπως αλλιώς θέλετε να το χαρακτηρίσετε), του άλλου φτάνει στα απώτατα όριά της.
Φυσικά το φιλμ θα σοκάρει πολλούς. Οι ιάπωνες, όπως αποδεικνύεται με αυτό το παράδειγμα, είχαν από πολύ παλιά αναπτύξει αυτή τη χαρακτηριστικά διαστροφική ή/και "άρρωστη" ματιά - όπως τουλάχιστον θα τη χαρακτήριζε ο μέσος δυτικός - πράγμα που φαίνεται έντονα από το σινεμά, αλλά και από τη λογοτεχνία και τα κόμικς τους.
Το θέμα πάντως είναι ότι ο Masumura είναι κάπως άτεχνος σα σκηνοθέτης, οπότε πολλά από τα τεκταινόμενα φαίνονται κάπως ψεύτικα, πράγμα που έχει να κάνει και με το καθαρά τεχνικό μέρος. Ωστόσο το φιλμ δεν παύει να είναι, νομίζω, χαρακτηριστικό παράδειγμα ακραίας ερωτικής εμμονής, στοιχείο που έγινε ευρύτερα γνωστό μερικά χρόνια αργότερα με την "Αυτοκρατορία των Αισθήσεων" του Όσιμα.
ΥΓ: Ίσως οι σύγχρονοι θεατές αναρωτηθούν γιατί, παρά τα όσα συμβαίνουν, δεν βλέπουμε ούτε σταγόνα αίματος, πράγμα που κάνει το πράγμα κάπως αναληθοφανές. Όπως έμαθα, αυτό έχει να κάνει με βαθιά ριζωμένα γιαπωνέζικα ταμπού σε σχέση με τα σωματικά υγρά. Την εποχή αυτή λοιπόν, το 1969, απαγορευόταν αυστηρά να δειχτεί αίμα στην οθόνη.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 24, 2011

ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΣΕ ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΝΟΥΑΡ


Ο Nicolas Winding Refn είναι δανός, προέρχεται δηλαδή από χώρα με πλούσια κινηματογραφική παράδοση. Το "Drive" (2011) είναι η πρώτη του ταινία στο Χόλιγουντ και, αν και πιο κοντά στα b-movies βρίσκεται παρά στις υπερπαραγωγές, βάζει τα γιαλιά σε πολλές περιπέτειες του είδους.
Ο ήρωας, άσσος οδηγός, είναι κασκαντέρ σε ταινίες - τι άλλο; - με κυνηγητά αυτοκινήτων. Τη νύχτα όμως μετατρέπεται σε οδηγό σε ληστείες τραπεζών. Ώσπου ερωτεύεται, και τότε τα πάντα αλλάζουν - προσθέτοντας έτσι και τη ιάσταση του ρομαντισμού και της τρυφερότητας στο φιλμ.
Απλό σενάριο, έντονη δράση, εξ ίσου έντονα βίαια ξεσπάσματα, αλλά και μια μελαγχολική διάθεση που διατρέχει όλη την ταινία, συγκαταλέγουν κατά τη γνώμη μου το "Drive" σε ένα από τα καλύτερα σύγχρονα φιλμ του είδους. Εντύπωση προκαλεί τόσο η στιλάτη, νυχτερινών πλάνων κυρίως, σκηνοθεσία, όσο και η έλλειψη κάθε υποχώρησης σε κάθε λογής χάπι-εντ και άλλες τέτοιες ευκολίες. Ο Ράιαν Γκόσλινγκ, σίγουρα από τους σημαντικότερους νέους ηθοποιούς, κάνει μια ακόμα εξαιρετική επιλογή ρόλου, ενώ μια ακόμα θετική για μένα παράμετρος του φιλμ είναι η έντονη κινηματογραφοφιλία της. Όχι μόνο επειδή, όπως είπαμε, ο ήρωας είναι κασκαντέρ, άρα δουλεύει στο χώρο του σινεμά, αλλά και επειδή οι αναφορές σε ταινίες καταδίωξης και άλλα περιπετειώδη ή νουαρώδη είδη (b-movies ή μη) είναι πολλές. Παράλληλα υπάρχει και η ρομαντική - ηρωική ιδιοσυγκρασία του σιωπηλού και αποφασισμένου ήρωα, που τον κάνει μια δυνατή κινηματογραφική προσωπικότητα, υπάρχουν και οι όμορφοι νυχτερινοί φωτισμοί, η δράση που κρατά τον θεατή μέχρι τέλους... τι άλλο θέλετε;
Μακάρι όλες οι εκ Χόλιγουντ περιπέτειες να ήταν τόσο στιλάτες και, τελικά, τόσο καλές. Αφείστε που για μια ακόμα φορά επιβεβαιώνεται ότι μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα χολιγουντιανά προϊόντα γυρίζονται, από καταβολής αμερικάνικου σινεμά, από ευρωπαίους δημιουργούς, οι οποίοι (για οικονομικούς πιθανόν λόγους, καμία αντίρηση) μετακομίζουν εκεί μεταγγίζοντας νέο αίμα στο ανέμπνευστο σε γενικές γραμμές τα αρκετά τελευταία χρόνια Χόλιγουντ (και για να σας προλάβω, προφανώς οι χολιγουντιανές εξαιρέσεις σίγουρα υπάρχουν).