Σάββατο, Ιουλίου 30, 2011

ΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΟ "ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΖΩΩΝ"


Ο David Michôd είναι αυστραλός και το "Animal Kingdom" του 2010 είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του (ποτέ δεν κατάλαβα γιατί "μεταφράστηκε" στα ελληνικά "Το Χρίσμα"). Πρόκειται κατά τη γνώμη μου για ένα από τα εντυπωσιακότερα ντεμπούτα των τελευταίων χρόνων.
Η ταινία καταδύεται στον εγκληματικό αυστραλέζικο υπόκοσμο και μελετά μια πολυμελή οικογένεια εγληματιών. Ληστείες τραπεζών και διακίνηση ναρκωτικών είναι από τις βασικές τους ασχολίες. Παρ' όλα αυτά οι οικογενειακοί δεσμοί είναι ισχυροί, η αγάπη και η αλληλεγγύη ανάμεσα στα μέλη αναμφισβήτητη. Ωστόσο και η κτηνωδία ορισμένων τουλάχιστον από αυτά τα μέλη είναι κι αυτή δεδομένη. Είναι εκπληκτική (και σαν ηθοποιία, ήταν άλλωστε υποψήφια για Όσκαρ δεύτερου ρόλου) και η παρουσία ενός ιδιόρυθμου θηλυκού πάτερ φαμίλια, μιας μάνας δηλαδή που αγαπά πραγματικά όλα τα παιδιά, ανίψια και εγγόνια της και συγχρόνως δεν διστάζει να γίνει αληθινά σκληρή όταν χρειαστεί να προστατέψει την οικογένεια - ή, τέλος πάντων, ό,τι απόμεινε απ' αυτήν.
Οι αρετές της ταινίας είναι πολλές. Πέρα από χολιγουντιανά κλισέ, καταγράφει με ρεαλισμό όσα συμβαίνουν. Δίχως overdose δράσης, αφήνει συχνά τα συναισθήματα να μιλήσουν. Η σφιχτοδεμένη πλοκή δεν με άφησε να κουραστώ ούτε λεπτό. Ξεκινά σαν ντοκιμαντερίστική καταγραφή και σιγά - σιγά, ανεπαίσθητα θα έλεγα, αρχίζει να απογειώνεται, σφίγγοντας ολοένα τον ασφυκτικό κλοιό γύρω από την οικογένεια και κάνοντας όλο και πιο αγχωτικά τα όσα συμβαίνουν. Κι αυτό που συμβαίνει είναι ένα ολοένα περισσότερο εμφανές αδιέξοδο. Στα πάντα.
Η κοινωνική ματιά του φιλμ είναι εξ ίσου δυνατή. Στην αγριότητα της εκτός νόμου οικογένειας με τους ισχυρούς δεσμούς αίματος, αντιπαρατίθεται η εξ ίσου αγριότητα των ("ανεξέλεγκτων", όπως λέγεται σε κάποιο σημείο) διωκτικών αρχών. Και ταυτόχρονα στηλιτεύεται και ένα βαθιά άρρωστο σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο, πολύ απλά, δεν είναι σε θέση να αποδώσει δικαιοσύνη, οδηγώντας έτσι μαθηματικά σε ποικίλες μορφές αυτοδικίας. Βρισκόμαστε δηλαδή στην απόλυτη κυριαρχία του νόμου της ζούγκλας, στην καρδιά του "ζωικού βασιλείου" του τίτλου, απ' όπου κανείς, απ' τη στιγμή που εμπλέκεται έστω και άθελά του (όπως ο νεαρός ήρωας της ταινίας) δεν μπορεί να ξεφύγει.
Ξαναλέω: Νομίζω ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικό ντεμπούτο. Μακάρι η συνέχεια του αυστραλού δημιουργού να είναι ανάλογη.

Πέμπτη, Ιουλίου 28, 2011

H LULU ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΠΑΡΑΚΜΗ


Ο Georg Wilhelm Pabst (1885–1967) είναι από τους μεγάλους κλασικούς γερμανούς δημιουργούς. Δεν έχω δει πολλά φιλμ του, έχω διαβάσει ωστόσο ότι είναι αμφιλεγόμενος και από αρκετούς θεωρείται άνισος. Το ότι έχει κάνει όμως αριστουργήματα δεν αμφισβητείται από κανένα.
Μια από τις καλύτερες και γνωστότερες ταινίες του είναι η θρυλική "Lulu" (ή το Κουτί της Πανδώρας" είναι η συνέχεια του τίτλου) του 1929. Πρόκειται για μια σχεδόν τρίωρη βουβή ταινία. Κάποιος κριτικός που προλόγιζε την προβολή είπε ότι "πρόκειται ίσως για μια από τις περισσότερο κοντά στον σύγχρονο θεατή βουβές ταινίες", με την έννοια ότι βλέπεται άνετα και σήμρα, παρά τις δεκαετίες που τη βαραίνουν. Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο με την παρατήρηση αυτή.
Η ταινία παρακολουθεί την ιστορία της πανέμορφης Λούλου από την ακμή της (κάτι σαν πόρνη πολυτελείας και ερωμένη πανίσχυρου εκδότη) στη Γερμανία ως την απόλυτη παρακμή και δυστυχία στο Λονδίνο. Στο μεταξύ θα περάσει από πολλές περιπέτειες και έρωτες.
Σπάνια – μέχρι σήμερα ακόμα – ταινία έχει απεικονίσει τόσο δυνατά την παρακμή. Δεν εννοώ μόνο την προσωπική παρακμή της ηρωίδας, αλλά και την παρακμιακή κοινωνία, στους υψηλούς κυρίως κύκλους, που απεικονίζεται ακόμα και στις περιόδους της ακμής της Λούλου. Η διαστροφή, το σκάνδαλο, η υποκρισία, η απάτη, το ψέμα είναι πανταχού παρόντα. Ο χαρακτήρας της ηρωίδας δεν είναι ακριβώς αυτός της «μοιραίας γυναίκας», που καταστρώνει ύπουλα σχέδια και πλεκτάνες για δικούς της σκοπούς. Βρίσκεται πιο κοντά σε ένα άπληστο, κακομαθημένο παιδί που τα θέλει όλα, έχει να κάνει περισσότερο με το καπρίτσιο και τον εγωισμό παρά με την σκοτεινιά και την κακία της ψυχής.
Η τόλμη των όσων συμβαίνουν πάντως επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά ότι ο παλιός, ο πολύ παλιός, κινηματογράφος δεν υπήρξε τόσο συντηρητικός όσο νομίζουμε, τουλάχιστον σε αρκετές περιπτώσεις. Είναι κάτι για το οποίο έχω γράψει κι άλλες φορές και πάντοτε μπορεί να μας εκπλήξει. Το σαφώς λεσβιακό ενδιαφέρον (αν και ποτέ δεν λέγεται ξεκάθαρα) της φίλης της για τη Λούλου, οι υπόνοιες αιμομιξίας που αφήνονται, το ερωτικό πάθος που κυριαρχεί, είναι μερικά μόνο από τα τολμηρά στοιχεία του φιλμ.
Άφησα βέβαια τελευταία, αλλά σε καμία περίπτωση λιγότερο σημαντική, την καταλυτική παρουσία της Λουίζ Μπρουκς, που δεσπόζει στην οθόνη από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό με την ομορφιά και το παίξιμό της. Η υπέροχη αυτή γυναίκα με την αυτοκαταστροφική προσωπική ζωή αποτελεί το απόλυτα καλτ στοιχείο του φιλμ – και ένα σταθερό φετίχ εδώ και δεκαετίες. Θαυμάστηκε πάρα πολύ από πάρα πολλούς και μεγάλους, είναι το πρότυπο της Βαλεντίνας, του διάσημου κόμικς του Crepax, και, τελικά, είναι νομίζω από τις γυναίκες του βωβού που θα μπορούσαν άνετα να σταθούν σήμερα σαν σύγχρονο – και μοντέρνο – πρότυπο ομορφιάς και παρουσίας γενικότερα. Μπορώ πω κι άλλα γι’ αυτή, δίχως την οποία η ταινία δεν θα ήταν αυτό που είναι και παραμένει, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας.
Όπως καταλάβατε βρίσκω το φιλμ αυτό του Παμπστ από τα καλύτερα βωβά του κινηματογράφου. Αν πέσει στα χέρια σας, μη φοβηθείτε τις δεκαετίες και τη μεγάλη του διάρκεια. Δείτε το!

Δευτέρα, Ιουλίου 25, 2011

AFTERLIFE ΚΑΙ... ΣΕΞΙ ΠΤΩΜΑΤΑ


Το "After.Life" είναι μια ταινία μεταφυσικού τρόμου (;) - το ερωτηματικό πάει στη λέξη "τρόμου", μια που δεν είμαι και πολύ σίγουρος γι' αυτό - που γυρίστηκε το 2009 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους της σκηνοθέτιδας που ακούει στο δυσκολοπρόφερτο όνομα Agnieszka Wojtowicz-Vosloo. Παίζουν μάλιστα και δύο γνωστοί ηθοποιοί, ο πάντα καλός Λίαμ Νίσον και η Κριστίνα Ρίτσι. Αν τώρα εσείς έχετε μείνει στο μικρό, διαβολικά χαριτωμένο κοριτσάκι των "Adams Family", είστε εντελώς αλλού. Καθότι η Κριστίνα μεγάλωσε, έγινε μια ιδιαιτέρως σέξι κοπέλα και - δεν μου το βγάζετε απ' το μυαλό - αυτός είναι και ο μοναδικός ίσως λόγος που γυρίστηκε αυτό το φιλμ.
Το οποίο, για να πούμε την αλήθεια, διαθέτει μια πρωτότυπη νομίζω ιδέα: Μια κοπέλα σκοτώνεται σε αυτοκινιτιστικό δυστύχημα και μετά από λίγο... ξυπνά κανονικότατα στο γραφείο κηδειών, το οποίο έχει αναλάβει την ταφή της σε δυο - τρεις μέρες. Και καθώς ρωτά έκπληκτη και τρομαγμένη γιατί βρίσκεται εκεί, ο υπεύθυνος της απαντά φυσιολογικότατα "επειδή είσαι νεκρή και σε λίγες μέρες θα ταφείς". Αρχίζει λοιπόν μια ιστορία όπου το πτώμα περιφέρεται στο γραφείο κηδειών άλλοτε συνομιλώντας με τον υπεύθυνο που λέγαμε (ο οποίος νοιάζει να είναι ο μόνος που κυκλοφορεί εκεί μέσα και μόνος του τα κάνει όλα άλλωστε), άλλοτε προσπαθώντας να βγεί έξω κι άλλοτε πάλι να επικοινωνήσει με τους δικούς της, πιστεύοντας ότι είναι ζωντανή, ενώ ο Λίαμ επιμένει σθεναρά στο αντίθετο.
Μάλιστα. Το θέμα είναι ότι η πρώτη έκπληξη του ευρήματος εξαντλείται αρκετά γρήγορα. Από εκεί και πέρα - και ανεξαρτήτως της έκβασης της ιστορίας, η οποία, σημειωτέον, επίσης μάλλον με απογοήτευσε - προσωπικά βαρέθηκα και περίμενα να τη θάψουν ή να τη γλυτώσει επιτέλους για να τελειώσει και η ταινία. Μια ταινία που βεβαίως βρίθει από μεταφυσικές ατάκες περί ζωής και θανάτου, και τι έχει μεγαλύτερη αξία, και τι κάνουμε στη ζωή μας και αν είμαστε πεθαμένοι και δεν το ξέρουμε και πολλά άλλα τέτοια. Βρήκα λοιπόν το γενικό μοτίβο διαρκώς επαναλαμβανόμενο. Από την άλλη το κλίμα είναι σκοτεινό, ζοφερό, ενοχλητικό ακόμα σε κάποια σημεία και γενικώς η μαυρίλα - καθώς το φιλμ μοιάζει να παίρνει τον εαυτό του απόλυτα στα σοβαρά - και τα μεταφυσικά ερωτήματα είναι διάχυτα.
Γιατί τώρα θα έπρεπε να το δει κανείς αυτό; Ο μόνος ίσως λόγος που θα μπορούσα να φανταστώ (και ο οποίος αφορά μάλιστα λιγότερο από το μισό πληθυσμό) είναι επειδή η Κριστίνα περιφέρεται γυμνή στη μισή ταινία ως... σέξι πτώμα (κι όταν είναι ντυμένη βέβαια φορά ένα εξ ίσου σέξι κατακόκκινο σούπερ μίνι). Γι' αυτό σας είπα στην αρχή ότι "αυτός είναι ο μοναδικός ίσως λόγος που γυρίστηκε αυτό το φιλμ". Για να απολαύσουμε τα κάλλη της και να μας κλείσει έτσι ηδονοβλεπτικότατα το μάτι η δημιουργός. Αν μάλιστα κάποιος είναι οπαδός της σπανιόταητς διστροφής της νεκροφιλίας, ε, τότε θα την κάνει λαχείο. Αν τώρα αυτό το θεωρείτε επαρκή λόγο, να δείτε το φιλμ. Εγώ πάντως, το ξαναλέω, σύντομα βαρέθηκα. Κρίμα στην ενδιαφέρουσα σεναριακή ιδέα (για τους φίλους του σινεμά του φανταστικού τουλάχιστον).

Σάββατο, Ιουλίου 23, 2011

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΑΛΛΙΑ "ΒΑΖΕΙ ΝΕΡΟ ΣΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ"





Τέσσερα χρόνια μετά τον πρώτο, εκπληκτικό "Άνθρωπο από τη Γαλλία", στα 1975 δηλαδή, ακολουθεί ο "Άνθρωπος από τη Γαλλία νο 2" (French Connection II), γυρισμένος από τον ήδη βετεράνο και έμπειρο John Frankenheimer (1930–2002), με το ίδιο δίδυμο "καλού (;) - κακού" (Τζιν Χάκμαν και Φερνάντο Ρέι). Η ταινία, σε μια εποχή που τα σίκουελ δεν ήταν τόσο συνηθισμένα όσο σήμερα, αποτελεί απόλυτη συνέχεια του πρώτου φιλμ, τόσο, ώστε καλό είναι να μην το δει κανείς αν δεν έχει δει την αυθεντική ταινία του Φρίντκιν.
Η δράση μεταφέρεται κυρίως στην "εξωτική" Μασσαλία και ο Ποπάι (παρατσούκλι του Χάκμαν στο φιλμ) κυνηγά πάντοτε, με το ίδιο πάθος, τον αριστοκράτη και γκουρμέ διακινητή ηρωίνης Φερνάντο Ρέι, παίζοντας αυτή τη φορά "εκτός έδρας". Δεν έχει και τις καλύτερες δυνατές σχέσεις με τους γάλλους μπάτσους - συναδέλφους του, οπότε έχουμε ένα ακόμα στοιχείο της πλοκής.
Αν καταφέρει να δει κανείς το φιλμ σαν κάτι απόλυτα ανεξάρτητο, ΟΚ, είναι νομίζω ένα καλό αστυνομικό. Μέχρις εκεί. Δυστυχώς όμως γι' αυτό, οι συγκρίσεις προκύπτουν αβίαστα και αναπόφευκτα. Οπότε, η τελική μου γνώμη είναι... καμιά σχέση με το πρώτο. Αν και διαθέτει την απαραίτητη σκληρότητα, όλη η κατασκευή μοιάζει να φτιάχτηκε (εκτός φυσικά του προφανούς για να εκμεταλλευτεί εμπορικά την μεγάλη επιτυχία του πρώτου)... πώς να το πω... για να βάλει με κάποιο τρόπο τα πράγματα στη θέση τους, για να κθησυχάσει θα έλεγε κανείς τον θεατή. Η Μασσαλία δίνει αφορμή σε μια σειρά όμορφες, καρτποσταλικές εικόνες, εκεί που ελάχιστες τέτοιες υπήρχαν στο πρώτο φιλμ. Ο μπάτσος Τζιν Χάκμαν είναι και πάλι ωμός, μισότρελος, βίαιος και ρατσιστής, πλην όμως με όλα αυτά που παθαίνει γίνεται κατά κάποιο τρόπο συμπαθής - και έχει και ένα προσωπικό κίνητρο για την, στα όρια της εμμονής, καταδίωξή του. Το σημαντικότερο όμως είναι το τέλος (γι' αυτό από εδώ και πέρα, αν θέλετε να δείτε το φιλμ, μη διαβάσετε. Spoiler). Βλέπετε, στην θέση της κυνικότατης παραδοχής ότι "όλα αυτά είναι θεωρητικές μπούρδες. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει δικαιοσύνη", εδώ το δίκαιο αποκαθίσταται, η διακιοσύνη θριαμβεύει, ο κακός πληρώνει. Μοιάζει σχεδόν όλο το φιλμ να έγινε γι' αυτό και μόνο το λόγο, για να "βάλει τα πράγματα στη θέση τους". Ναι, αλλά όλη η αξία της πρώτης ταινίας (μεγάλο μέρος της αξίας της τέλος πάντων) ήταν ακριβώς αυτό το άφημα του θεατή στα κρύα του λουτρού, το σοκ από τις τελευταίες φράσεις, όπου έμενες άναυδος και έλεγες "γι' αυτό έγιναν όλα αυτά;". Όπως ακριβώς συμβαίνει στην πραγματικότητα δηλαδή. Ή μήπως πιστεύετε ότι όλοι οι κακοί βρίσκονται στη φυλακή; Οπότε το συνολικό νόημα της ταινίας καθίσταται απόλυτα συμβατικό και συνηθισμένο (τέλος του απαράδεκτου spoiler). Τέλος πάντων, αν θέλετε να δείτε ένα σκληρό αστυνομικό φιλμ, δείτε το. Καλό είναι νομίζω. Όμως με δύο προϋποθέσεις: Πρώτον, να έχετε οπωσδήποτε δει το πρώτο φιλμ αφού, όπως είπαμε, αυτό εδώ αποτελεί συνέχεια και δεύτερον, μην περιμένετε πολλά εκτός της πλοκής καθ΄εαυτής, μην περιμένετε δηλαδή τα τόσα ανατρεπτικά στοιχεία που υπήρχαν στον "Άνθρωπο" του Φρίντκιν.

Τετάρτη, Ιουλίου 20, 2011

Ο "ΒΡΩΜΙΚΟΣ" ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ


Νομίζω ότι ο William Friedkin είναι ένας μάλλον άνισος σκηνοθέτης. Έχει στο ενεργητικό του μερικές θαυμάσιες ταινίες και άλλες μάλλον αδιάφορες. Το 1971 πάντως γυρίζει μια από τις καλύτερές του, τον περίφημο "Άνθρωπο από τη Γαλλία" (The French Connection είναι ο αυθεντικός τίτλος).
Πρόκειται βέβαια για ένα καθαρόαιμο αστυνομικό φιλμ. Οι ανατροπές όμως που κάνει ο
Friedkin στο είδος είναι πολλές και παραμένουν ανατρεπτικές μέχρι σήμερα. Το κλασικό ζεύγος αστυνομικών (ο εκπληκτικός Τζιν Χάκμαν και ο Ρόι Σάιντερ) κυνηγάνε τον κλασικό κακό, έναν γάλλο παρασκευαστή και διακινητή ηρωίνης, τον Φερνάντο Ρέι. Συνηθισμένο στόρι. Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο όμως είναι ότι ο σκηνοθέτης πιάνει ακριβώς έναν τετριμένο "καμβά", που έχουμε δει δεκάδες φορές, και κυριολεκτικά τον ξεσκίζει.
Από πού να πρωτοαρχίσω; Υπάρχει κατ' αρχήν ένας εντελώς "βρώμικος" ρεαλισμός, τόσο στην εικόνα όσο και στο στόρι και στους χαρακτήρες. Η πόλη δείχνεται βρώμικη, γκρίζα, δίχως τίποτα γοητευτικό, το ίδιο και τα αστυνομικά τμήματα, τα εσωτερικά, όλα. Οι διώκτες συχνά αποτυγχάνουν, την πατάνε κοινώς, παρά τον ζήλο τους ή είναι άνευ λόγου υπερβολικά βίαιοι, όπως όλοι σχεδόν οι μπάτσοι άλλωστε. Αυτό το συνολικό "βρώμικο" πλαίσιο είναι που κάνει το φιλμ τόσο πειστικό. Από την άλλη βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια απόλυτη ανατροπή των χαρακτήρων των "καλών" και των "κακών". Ο έμπορος ναρκωτικών είναι ένας γοητευτικότατος τύπος με απόλυτα αριστοκρατικό στιλ και εκλεπτυσμένο και καλόγουστο τρόπο ζωής, γκουρμέ, εξωτερικά άψογος σε όλα. Ο διώκτης του αντίθετα έχει όλα τα χαρακτηριστικά του "μπλιεχ". Χυδαίος, ατημέλητος, ρατσιστής, βίαιος (εύκολα θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίζαμε δολοφόνο), τρέφεται αποκλειστικά με junk food, κάνει χοντρό καμάκι (και πηδάει ενίοτε) - είναι δηλαδή ο τύπος που αν τον γνώριζες στην πραγματικότητα δεν θα έκανες παρέα μαζί του και μάλλον θα τον αντιπαθούσες βαθύτατα. Ο εμμονή του να πετύχει τον στόχο του (τη σύλληψη του κακού) και η αποφασιστικότητά του μάλλον προς την παράνοια φέρνουν παρά προς τον ηρωισμό. Ακόμα και ο κολλητός φίλος και συνεργάτης του συνεχώς διαμαρτύρεται για τις πρακτικές του και προσπαθεί (χωρίς επιτυχία) να "διαχωρίσει τη θέση του". Και, σαν ένα είδος παιχνιδιού, οι πόλεις είναι απόλυτα ταιριαστές με τους τύπους που περιγράψαμε: Η Μασαλία είναι γοητευτικότατη (όπως και ο εγκληματίας κάτοικός της), ενώ η Νέα Υόρκη βρώμικη, γκρίζα, απαίσια. Και στο τέλος; Εκεί είναι που ο θεατής τρώει την πραγματική "σφαλιάρα" με τον απόλυτο κυνισμό, δίχως ίχνος ωραιοποίησης, που κυριαρχεί. Θα μπορούσα να πω κι άλλα για το τέλος, αλλά προφανώς θα αποτελούσαν spoiler. Δεν συμβαίνει πάντως τίποτα διαφορετικό απ' ό,τι συνήθως συμβαίνει στην πραγματικότητα (και ΔΕΝ συμβαίνει συνήθως στην οθόνη).
Έχουμε δει από τότε κι άλλα αστυνομικά με βίαιους μπάτσους ήρωες, στα όρια της παράνοιας. Σχεδόν πάντα όμως διατηρούν ένα παιχνιδιάρικο ύφος, ο μπάτσος είναι κατά βάθος γοητευτικός και άλλα τέτοια. Εδώ δεν χωράνε ωραιοποιήσεις, το ξαναείπα. Τα πάντα δίνονται ωμά. Ακόμα και η παρακολούθηση των υπόπτων δεν έχει τίποτα ελκυστικό. Είναι κάτι απόλυτα βαρετό και τετριμμένο - εδώ είναι οι σκηνές που σε κάνουν μάλλον να λυπάσαι παρά οτιδήποτε άλλο τους μπάτσους που ξεροσταλιάζουν στον ψόφο, ενώ οι κακοί...
Παράλληλα με όλα αυτά το σασπένς παραμένει σε υψηλά επίπεδα, η ταινία βλέπεται δίχως να κάνει κοιλιές, υπάρχει και η περίφημη σκηνή του ανθρωποκυνηγητού που πραγματικά κόβει την ανάσα (θεωρείται από τις καλύτερες του είδους), οπότε και το ψυχαγωγικό επίπεδο παραμένει απόλυτα εξασφαλισμένο. Νομίζω ότι πολύ δίκαια θεωρείται ένα από τα κορυφαία αστυνομικά της ιστορίας του κινηματογράφου.

Τρίτη, Ιουλίου 19, 2011

ΤΟ "ΠΟΤΕΜΚΙΝ" ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ


Για το "Θωρηκτό Ποτέμκιν" έχουν φυσικά γραφεί χιλιάδες κείμενα. Μερικοί φτάνουν να το θεωρούν ως την καλύτερη ταινία όλων των εποχών. Είναι γεγονός ότι ο μύθος της ταινίας αυτής, που γύρισε στα 1925 ο Sergei M. Eisenstein (1898–1948), είναι τόσο μεγάλος, που θολώνει τη σύγχρονη ματιά. Νομίζω όμως ότι ο μύθος αυτός έχει κάμποσους λόγους ύπαρξης.
Πρόκειται φυσικά για ένα φιλμ που γυρίστηκε για να υμνήσει τη επανάσταση. Τη σοβιετική επανάσταση του 1917, αλλά και την προηγούμενη, αυτή που είχε συμβεί στην Οδησσό γύρω στα 10 χρόνια πριν και πνίγηκε στο αίμα, στην οποία αναφέρεται η ταινία. Αλλά και την κάθε επανάσταση καταπιεσμένων ενάντια στους δυνάστες τους γενικότερα. Αυτά είναι δεδομένα. Αυτό όμως που δεν είναι καθόλου δεδομένο, είναι η κινηματογραφική αντιμετώπιση του θέματος από τον ιδιοφυή δημιουργό.
Δεν ξέρω πόσο μπορεί να συγκινηθεί ο σύγχρονος θεατής αν δεν γνωρίζει από πριν για την ταινία και τις καινοτομίες της. Θα μείνω λοιπόν σε ορισμένα ιδιαίτερα σημεία της. Πρώτα - πρώτα στο μοντάζ, που μάστοράς του όσο ελάχιστοι υπήρξε ο Eisenstein, ο οποίος μάλιστα θεωρείται ένας από τους πρώτους που ανακάλυψαν και εκμεταλλεύτηκαν τη δύναμη και τις δυνατότητές του. Βάζοντας δίπλα - δίπλα δύο φαινομενικά άσχετες εικόνες (πλάνα δηλαδή, αφού μιλάμε για σινεμά), μπορεί κανείς να δημιουργήσει στο θεατή συνειρμούς που ένα και μόνο πλάνο θα ήταν αδύνατο να προκαλέσει. Αυτό εφαρμόζει άριστα στην ταινία.
Δεύτερο, υπάρχει η θρυλική σκηνή της σφαγής στις σκάλες της Οδησσού, που και γι' αυτή και μόνο η ταινία θα ήταν μεγάλη. Νομίζω ότι η περίφημη αυτή σκηνή παραμένει μέχρι σήμερα αξεπέραστη και ότι και ο μέσος σύγχρονος θεατής εξακολουθεί να συγκλονίζεται βλέποντάς της. Το μεθοδικό χτίσιμο της ατμόσφαιρας, το πέρασμα από τη χαρά και τον ενθουσιασμό στον τρόμο, τα διαρκή, εναλλασσόμενα κοντινά στα αξέχαστα πρόσωπα, οι αδυσώπητοι φρουροί που κατεβαίνουν πυροβολώντας αδίστακτα το πλήθος, το καροτσάκι που κυλά αβοήθητο… όλα συνθέτουν μια συμφωνία εξαιρετικής έμπνευσης. Δίκαια όλοι θεωρούν ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι απόλυτα κλασικό.
Υπάρχει όμως στο «Ποτέμκιν» και ένα άλλο, εξαιρετικά ασυνήθιστο στοιχείο. Η ιδιοφυία του Αϊζενστάιν ωστόσο είναι τόση, που ενώ είναι πανταχού παρόν, καταφέρνει να περνά απαρατήρητο, να μην δημιουργεί κανένα αφηγηματικό πρόβλημα: Θέλοντας να μιλήσει για την εξέγερση του λαού, έκανε πρωταγωνιστή τον ίδιο το λαό. Νομίζετε ότι λέω μεγαλόστομες, αριστερίζουσες ατάκες; Κάθε άλλο. Κυριολεκτώ απόλυτα. Η ταινία δεν έχει πρωταγωνιστές! Δεν υπάρχει μεγάλος ρόλος, δεν υπάρχει ήρωας (με την κινηματογραφική έννοια του όρου). Τα πρόσωπα εναλλάσσονται διαρκώς, κανένας απολύτως δεν μένει στην οθόνη πάνω από δύο – τρία λεπτά συνολικά! Ίσως υπάρχει μόνο ο ναύτης που ξεσηκώνει τους συναδέλφους του στο πρώτο μέρος του φιλμ, ο μόνος με κάπως μεγαλύτερο ρόλο, και αυτός όμως ακόμα σκοτώνεται στο πρώτο τρίτο της ταινίας. Σκεφτείτε το λίγο: Πόσες ταινίες ξέρετε (φιξιόν φυσικά, όχι ντοκιμαντέρ), δίχως κανέναν απολύτως μεγάλο ρόλο, με το ίδιο το πλήθος σαν πρωταγωνιστή; Αν υποθέσουμε ότι αύριο το πρωί το Χόλιγουντ αποφάσιζε να γυρίσει αυτούσιο ένα σύγχρονο ριμέικ, δίχως να αλλάξει ούτε σκηνή, θα βρισκόταν μπροστά σε ένα μεγάλο πρόβλημα: Δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ούτε έναν γνωστό ηθοποιό από το τεράστιο οπλοστάσιό του. Ούτε έναν. Εκτός βέβαια αν δεκάδες σταρ έκαναν cameo εμφανίσεις του ενός λεπτού… Και το ξαναλέω, η ταινία δεν χάνει ούτε λεπτό το αφηγηματικό της ενδιαφέρον.
Αυτά και άλλα πολλά θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς. Και, βέβαια, το σημαντικότερο απ’ όλα: Ότι το "Ποτέμκιν" μπορεί να συγκινεί ακόμα με τη δύναμη των εικόνων του, να ξυπνά – με τον έστω προπαγανδιστικό της χαρακτήρα – τον επαναστάτη μέσα μας, να μας κάνει να παίρνουμε δίχως δισταγμό το μέρος των εξεγερμένων. Πρόκειται, νομίζω, για την πεμπτουσία του όρου «κλασικός».

Κυριακή, Ιουλίου 17, 2011

Η ΛΟΛΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΔΙΚΙΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


Η "Λόλα" είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Jacques Demy (1931–1990). Γυρίζεται το 1961, όταν δηλαδή βρισκόμαστε στο μεγάλο μπαμ του γαλλικού "νέου κύματος", οπότε δεν θα μπορούσε να μην αποτελεί σημαντικό μέρος του. Όπως εύστοχα παρατηρεί το "Αθηνόραμα", ο Ντεμί βρίσκεται πιο οντά στον Τριφό παρά στο Γκοντάρ. Η αφήγηση είναι στρωτή, δίχως τους πειραματισμούς του τελευταίου ή του Ρενέ, ας πούμε, όπως δηλαδή στον Τριφό ή τον Μαλ. Και θεματικά άλλωστε, ο έρωτας μοιάζει να είναι αυτό που τον απασχολεί κυρίως. Όχι μόνο όμως.
Η ιστορία τοποθετείται στη Ναντ. Όλα σχεδόν τα πρόσωπα της ταινίας, ακόμα και ένα δεκατετράχρονο κοριτσάκι, ετερόκλητα κατά τα άλλα, έχουν κάτι κοινό: Θέλουν να φύγουν από εκεί, να αλλάξουν ζωή, ο καθένας ανάλογα με τα όνειρα και τις επιθυμίες του, με τον βασικό αρσενικό ήρωα μάλιστα να μη ξέρει μάλλον τι ακριβώς θέλει, εκτός από τη φυγή την ίδια. Οι ζωές τους είναι κενές και μόνο ο έρωτας μπορεί να τους δώσει κάποιο λόγο ύπαρξης, κάποιο λόγο να αγαπήσουν αυτό που κάνουν (ή δεν κάνουν), αλλά και το μέρος τους. Ο έρωτας λοιπόν, η κενότητα της ζωής (κάποιων ζωών τέλος πάντων), οι τάσεις φυγής, η μοναξιά. Αυτά είναι τα βασικά μοτίβα μιας ταινίας που είναι μελαγχολική, ρομαντική και αστεία ταυτόχρονα.
Η κεντρική ηρωίδα είναι μια γοητευτική ανύπαντρη μητέρα που δουλεύει σε καμπαρέ, ίσως μάλιστα να είναι κάτι σαν πόρνη πολυτελείας. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω της, καθώς τρεις άντρες είναι ερωτευμένοι μαζί της. Η αφιέρωση του φιλμ στον Μαξ Όφυλς δεν είναι τυχαία. Υπάρχουν κι εδώ συμπτώσεις και διαπλεκόμενες ερωτικές ιστορίες. Η κομψότητα στην αφήγηση, η τρυφερότητα στην αντιμετώπιση των χαρακτήρων, η ασπρόμαυρη φωτογραφία, οι διάλογοι, δίνουν ένα μοντέρνο, αλλά "παλιό μοντέρνο", νοσταλγικό για πολλούς κλίμα στην ταινία. Αυτό όμως που κυρίως με γοήτευσε προσωπικά είναι η ματιά που ρίχνει στον έρωτα και τη φύση του. Το τέλος, που είναι ταυτόχρονα και χάπι εντ είναι και μη χάπι εντ (θα καταλάβετε τι εννοώ αν το δείτε) και οι ερωτικές ιστορίες που μπλέκονται γύρω από τη Λόλα, αλλά και τον μάλλον παρακμιακό ήρωα, τονίζουν κατά τη γνώμη μου ένα πράγμα: Την αδικία που υπάρχει στον έρωτα. Όσες φορές τον έχουμε απολαύσει, άλλες τόσες έχουμε απορριφτεί και πονέσει. Μακάρι όταν κάποιο πρόσωπο ερωτευόταν κάποιο άλλο να υπήρχε εξ ορισμού ανταπόκριση. Κάτι τέτοιο όμως, ως γνωστόν, δεν συμβαίνει. Κάθε άλλο μάλιστα. Αυτή η "αδικία", η μονομέρεια, είναι μια από τις πηγές της ανθρώπινης δυστυχίας (ούτε η μόνη προφανώς ούτε ίσως η σημαντικότερη, πηγή δυστυχίας πάντως στα σίγουρα). Η σπαρακτική κατάδειξη του φαινομένου αυτού λοιπόν είναι που με "έπιασε" προσωπικά στη "Λόλα".
Αν αγαπάτε τη γαλλική πρωτοπορία των 60ς, είναι νομίζω, ένα πολύ καλό δείγμα. Αν πάλι δεν αντέχετε τους Γάλλους και το σινεμά τους... η "Λόλα" δεν είναι για σας.
ΥΓ: Προσωπικά ποτέ δεν μου άρεσε σαν γυναίκα η Ανούκ Αιμέ και δεν ξέρω γιατί θεωρείται τόσο ερωτεύσιμη. Προφανώς όμως, προφανέστατα, αυτά είναι προσωπικά γούστα και δεν έχουν καμιά σχέση με την ταινία.

Παρασκευή, Ιουλίου 15, 2011

ΜΑΓΙΚΑ ΦΙΛΤΡΑ ΚΑΙ ΓΛΥΚΕΡΟΙ ΕΞΟΡΚΙΣΤΕΣ



Ο Griffin Dunne είναι ηθοποιός και ενίοτε και σκηνοθέτης, δίχως, φοβάμαι, τίποτα σημαντικο στο ενεργητικό του. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν είναι σημαντική ούτε η ταινία «Practical Magic” («Μαγικά Φίλτρα» στα ελληνικά, αν επιθυμείτε ντε και καλά να το αποκτήσετε), που γύρισε το 1998. η οποία έχει ως ατού τις δύο πρωταγωνίστριες σταρ, τουτέστιν τις Νικόλ Κίντμαν και Σάντρα Μπούλοκ, και τίποτα άλλο.
Πρόκειται για είδος αισθηματικής κομεντί, με λίγη δόση… τρόμου, αλλά και δράματος. Οι δύο σταρ είναι αδελφές και κατάγονται από παλιά γενιά μαγισσών. Και επειδή, ως γνωστόν, αυτά τα πράγματα είναι κληρονομικά, έχουν κι αυτές το χάρισμα. Το πρόβλημα είναι ότι λόγω μιας κατάρας δεν μπορούν να ερωτευτούν, ή μάλλον μπορούν μια χαρά, αλλά ο άντρας που θα ερωτευτούν είναι καταδικασμένος να πεθάνει σύντομα. Οπότε καταλαβαίνετε με τι δράμα έχουμε να κάνουμε… Είναι βέβαια και εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, η μία σοβαρή και με τάση για οικογένεια, η άλλη «άτακτη» με πολλούς παροδικούς εραστές, έχουν και δύο θείες εξ ίσου μάγισσες, και κάποια πλάκα προσπαθεί να βγει απ’ όλα αυτά. Κάπου στα μισά ή λίγο μετά πάντως γίνεται κι ένας φόνος, σκάει και το πνεύμα του κακού νεκρού γκόμενου και καταλαμβάνει την καημένη τη Νικόλ, οπότε το όλο πράγμα μεταλλάσσεται σε light version του Εξορκιστή, με ψήγματα τρόμου, που αντικαθιστούν τη "χαριτωμένη" και πολύ αμερικάνικη μέχρι τότε ατμόσφαιρα. Μια περίεργη βερσιόν, όπου αυτό που μας νοιάζει πιο πολύ είναι όχι αν θα φύγει το κακό πνεύμα, αλλά αν θα καταφέρει η δύστυχη και σοβαρή Σάντρα, που δεν φταίει σε τίποτα για όλα αυτά, να ξαναερωτευτεί.
Ίσως κάποιοι το βρουν διασκεδαστικό. Ίσως πάλι, αυτοί που θα πάνε αποκλειστικά για χαλαρή κωμωδιούλα, τα βρούνε μπαστούνια με τη δόση τρόμου και δράματος που υπάρχει, όπως είπαμε. Τώρα αν θα μείνει κανείς απόλυτα ικανοποιημένος, αυτό δεν το ξέρω. Προσωπικά πάντως δεν έμεινα καθόλου. Μάλλον ξενέρωτο το βρήκα και εύκολο στην τελική του λύση. Συνίσταται αποκλειστικά για ευαίσθητες, ρομαντικές ψυχές, που όμως αντέχουν και μια δόση τρόμου, αλλά και γι’ αυτές μόνο αν ξεμείνουν σπίτι και δεν έχουν τίποτα να κάνουν και θέλουν να σκοτώσουν την ώρα τους και δεν υπάρχει τίποτα άλλο πρόχειρο. Αν σας κάτσει όλη αυτή η συγκυρία… Εκτός βέβαια αν είστε τρελοί φαν των δύο πρωταγωνιστριών και πάντοτε είχατε τη φαντασίωση να τις δείτε να παίζουν μαζί.

Τρίτη, Ιουλίου 12, 2011

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ, Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ



Ο Vsevolod Pudovkin (1893–1953) υπήρξε ένας από τους μεγάλους σοβιετικούς σκηνοθέτες της δεκαετίας του 20, τότε που το σινεμά ήταν το απόλυτο όργανο προπαγάνδας, ταυτόχρονα όμως ανακάλυπτε ακόμα τη γλώσσα του και μεγαλουργούσε κινηματογραφικά, με βασικότερη ανακάλυψη τη δύναμη του μοντάζ. Όλα αυτά φαίνονται ανάγλυφα στο «Τέλος της Αγίας Πετρούπολης» (Konets Sankt-Peterburga), βουβό φιλμ του 1927.
Φυσικά όλα στην ταινία είναι «μαύρα – άσπρα». Η άρχουσα τάξη αποτελείται από κτηνώδεις, χοντρούς εκμεταλλευτές, οι πάμπτωχοι και καταπιεσμένοι εργάτες είναι ρωμαλέοι, επιβλητικοί και βέβαια έχουν όλο το δίκιο με το μέρος τους. Όχι ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα, προσωπικά συμφωνώ με το γενικό αυτό σχήμα της εποχής εκείνης, απλώς το σχόλιο έχει να κάνει με το απόλυτο «άσπρο – μαύρο» που λέγαμε. Όλοι είναι ή καλοί ή κακοί, ή επαναστάτες ή αντιδραστικοί. Τελεία. Καμιά απόχρωση, κανένα ιδεολογικό μπλοκάρισμα. Τα πάντα είναι σαφή, σαφέστατα. Μακάρι να ήταν τόσο απλή η αληθινή ζωή…
Αυτά για το περιεχόμενο. Που, βέβαια, δικαιολογείται, από την αβέβαιη ακόμα εποχή, από μια μεγάλη επανάσταση που είχε μεν κερδίσει, αλλά δεν είχε ακόμα παγιωθεί εντελώς (ούτε 10 χρόνια δεν είχαν περάσει από το 1917), που χρειαζόταν σ’ αυτά τα πρώτα χρόνια την προπαγάνδα (αφού για προπαγανδιστικό φιλμ πρόκειται), ακόμα και τόσο απλοϊκή. Ωστόσο η δύναμη των εικόνων παραμένει αναλλοίωτη όλες αυτές τις δεκαετίες, όπως αναμφισβήτητα υψηλή παραμένει η θέση ταινιών σαν κι αυτή στην ιστορία του σινεμά. Μερικά πλάνα είναι ποιητικότατα, τα γκρο πλάνα με τα πρόσωπα των ηρώων αξέχαστα μερικές φορές, το μοντάζ μεγαλουργεί. Η ιστορία του χωριάτη που φτάνει στην Αγία Πετρούπολη, αντιδραστικός αρχικά, επαναστατεί όταν έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με την κατάφωρη αδικία, στέλνεται με το ζόρι «εθελοντής» στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο και επιστρέφει απόλυτα επαναστάτης, παίρνοντας μέρος στην περίφημη κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων του Τσάρου από τους μπολσεβίκους, δίνεται με επιβλητικό τρόπο. Ιδιαίτερα δυνατές βρήκα τις σκηνές του πολέμου, τόσο αυτές με τα πτώματα που επιπλέουν στα πλημμυρισμένα χαρακώματα, όσο και αυτές όπου κυριαρχεί το εκπληκτικό μοντάζ: Με ταχύτατη εναλλαγή εικόνων δείχνονται εναλλάξ σκηνές από τη φρίκη του πολέμου και άλλες με το χρηματιστήριο να καλπάζει και τους καλοντυμένους, χορτασμένους αστούς να πανηγυρίζουν καθώς κερδίζουν από τις μετοχές που ανεβαίνουν. Σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά τα εξοργιστικά γεγονότα του μακρινού 1917; Με όλα αυτά βέβαια, το συγκεκριμένο φιλμ αποκτά και έναν βαθύτατο και καίριο αντιπολεμικό χαρακτήρα.
Συγκλονιστική ακόμα είναι η καθημερινότητα των εξαθλιωμένων εργατών. Η οικογένεια πρέπει να ζήσει με μερικές, ελάχιστες, πατάτες σκέτες, τίποτα άλλο. Όταν ο σύζυγος κατεβαίνει σε απεργία, το μεροκάματο σταματά κι αυτές ακόμα οι πατάτες παύουν να υπάρχουν. Βλέπετε, τις εποχές αυτές η απεργία μπορούσε να είναι κυριολεκτικά ζήτημα ζωής και θανάτου… Καταλαβαίνετε γιατί η επανάσταση που έρχεται είναι απόλυτα δικαιολογημένη, ανεξάρτητα με την εξέλιξή της στις επόμενες δεκαετίες.
Αντιλαμβάνεστε ότι ταινίες σαν κι αυτή αφορούν μόνο μελετητές του φαινομένου που λέγεται κινηματογράφος. Δύσκολα τις βλέπει ένας σύγχρονος θεατής (αντίθετα με τον Τσάπλιν, τους Μαρξ και πολλούς άλλους που νομίζω ότι άνετα αντέχουν στο χρόνο). Αυτό, ξαναλέω, οφείλεται κυρίως στη μονοδιάστατη προπαγάνδα που επιχειρούν τα τότε σοβιετικά φιλμ. Ωστόσο η αξία τους παραμένει τεράστια καθώς δείχνουν ανάγλυφα το πώς φτάσαμε στη σημερινή παντοδυναμία (με την έννοια ότι μπορεί να δείξει κυριολεκτικά ό, τι θέλει) του κινηματογράφου.

Κυριακή, Ιουλίου 10, 2011

METROPOLIS : Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΝΑΖΙΣΜΟΣ



O Fritz Lang (1890–1976) γυρίζει την περίφημη "Metropolis" το 1927 και από τότε η ταινία παραμένει κλασική. Κρατείστε όμως στο μυαλό σας τη χρονιά: 1927. Θα πούμε γι' αυτό αργότερα.
Η θρυλική αυτή ταινία, που νομίζω ότι αντέχει μέχρι σήμερα, είναι κλασικό παράδειγμα αυτού που έχω επανειλημμένα επισημάνει: Μπορεί κάτι να είναι μεγάλο, κλασικό, ακόμα και αξεπέραστο, κι όμως να διαφωνεί κανείς ριζικά με το περιεχόμενό του ή να το θεωρεί απλώς αφελές. Ας ρίξουμε όμως μια ματιά στο στόρι:
Στη φουτουριστική υπερπόλη Metropolis τα πάντα είναι διχασμένα, θυμίζοντας την κατάσταση που βρίσκει στο μέλλον ο χρονοταξιδιώτης στη "Μηχανή που Ταξιδεύει στο Χρόνο" του Wells (η οποία είχε προηγηθεί βεβαίως): Η άρχουσα τάξη ζει σε έναν παράδεισο, μια ουτοπία, η οποία όμως οφείλει την ύπαρξή της στις στρατιές των εργατών που ζουν εξαθλιωμένες σε μια άλλη, υπόγεια πόλη κάτω απ' τη μεγαλόπρεπη Μητρόπολη. Όταν οι εργάτες ξεσηκώνονται από τους φλογερούς λόγους της χαρισματικής Μαρίας, ο άρχοντας και δημιουργός της πόλης φτιάχνει ένα ρομπότ, όμοιο με την αυθεντική Μαρία, για να τους παραπλανήσει και να τους οδηγήσει στη βία, οπότε να έχει και ο ίδιος τη δικαιολογία να χρησιμοποιήσει βία εναντίον τους.
Το μεγαλείο της ταινίας έγκειται στην εκπληκτική πόλη που έχει δημιουργηθεί στην οθόνη, στην όλη αισθητική της, που μέχρι σήμερα επηρεάζει ταινίες επιστημονικής φαντασίας και όχι μόνο, και στα ντεκόρ γενικότερα, τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες, εσωτερικές και εξωτερικές (άμεσες επιρροές θα βρούμε σε ταινίες από το "Blade Runner" μέχρι το "Πέμπτο Στοιχείο" και πάμπολλες άλλες, ενώ η σκηνή της δημιουργίας του ρομπότ θυμίζει έντονα τις αντίστοιχες στα πρώτα «Φρανκενστάιν» της δεκαετίας του 30). Η ιστορία μπορεί νομίζω να κρατήσει ακόμα αμείωτο το ενδιαφέρον του σύγχρονου θεατή, ενώ η διάρκειά της, κάπου δυόμιση ώρες, ήταν ασυνήθιστη για τα τότε δεδομένα. Ωστόσο οι ιδεολογικές αντιρρήσεις είναι πάμπολλες.
Το φιλμ προτείνει τελικά μια καθαρά χριστιανικού χαρακτήρα συμφιλίωση πλούσιων και φτωχών, άρχουσας και εργατικής τάξης - η οποία μάλιστα, καθόλου τυχαία, γίνεται μπροστά στον καθεδρικό ναό. Φυσικά οποιοσδήποτε μπορεί να αντιληφτεί ότι κάτι τέτοιο είναι απλώς ανέφικτο και η σκέψη του ακόμα αφελής. Ταυτόχρονα η επανάσταση των καταπιεσμένων (βίαιη βέβαια, όπως όλες οι επαναστάσεις) καταδικάζεται εδώ ως καταστροφική για την Πόλη και τους ίδιους. Και σ' αυτό μπορεί πολλοί να έχουν αντιρρήσεις. Έτσι λοιπόν, οποιαδήποτε τέτοιου είδους αντίρρηση είναι εξ αρχής αποδεκτή. Το ιδεολογικό περιεχόμενο βέβαια οφείλεται στη διάσημη τότε σεναριογράφο και σύζυγο την εποχή αυτή του Lang Thea von Harbou, η οποία συνέλαβε το αφελές αυτό "μήνυμα" καθώς διήγε την χριστιανική της φάση. Λίγο αργότερα θα προσχωρούσε στο ναζιστικό κόμμα και θα γινόταν μια από τις πολιτιστικές στυλοβάτες του (έχοντας χωρίσει ήδη με τον Λανγκ).
Ερχόμαστε έτσι στο μεγάλο κεφάλαιο των σχέσεων του φιλμ με το ναζισμό. Το κόμμα του Χίτλερ είχε ιδρυθεί γύρω στα 1920 και ανέβηκε στην εξουσία το 1933. Το φιλμ γυρίζεται το 1927 όπως είπαμε. Είναι εκπληκτικό, αλλά οι ναζί έχουν στηρίξει την αισθητική τους πάνω σ' αυτό! Όταν στην αρχή βλέπεις τους γόνους των πλούσιων να αθλούνται στα σούπερ στάδια της Μητρόπολης, νομίζεις ότι βλέπεις σκηνές από τους Ολυμπιακούς της Ρίφενσταλ, που θα γυρίζονταν χρόνια μετά. Τα κτίρια, η όλη αρχιτεκτονική αισθητική, σίγουρα ενέπνευσαν τον Φον Σπέερ, τον βασικό αρχιτέκτονα της ναζιστικής Γερμανίας. Τα αγάλματα, όπως η υπερμεγέθης προτομή της νεκρής αγαπημένης που έχει ο (περίπου) τρελός επιστήμονας, θυμίζουν εντονότατα Brecker, τον επίσημο γλύπτη των ναζί! Είναι απίστευτο. Είναι γνωστό εξ άλλου ότι οι τελευταίοι θαύμαζαν την ταινία και, αφού πια είχαν πάρει την εξουσία, ζήτησαν από τον Λανγκ να γίνει ο επίσημος σκηνοθέτης τους (αυτός, έντρομος, αρνήθηκε και την κοπάνησε στη Γαλλία αρχικά και στην Αμερική μετά). Ξαναβλέποντας σήμερα το φιλμ έμεινα άναυδος από το πόσο ενσωμάτωσαν στη δική τους αισθητική την (προϋπάρχουσα) αισθητική του φιλμ.
Καταλαβαίνετε ότι ο ίδιος ο Λανγκ ήταν αθώος για όλα αυτά, όσο αθώος ήταν, ας πούμε, ο Μαρξ για τα γκουλάγκ ή ο Χριστός για την Ιερά Εξέταση, που έδρασαν στο όνομά τους - ερήμην τους φυσικά. Απλώς πρέπει να τονιστεί για μια ακόμα φορά το πόσο επιδραστική υπήρξε σε πάμπολλους τομείς η ταινία αυτή, της οποίας, μέχρι σήμερα, μερικές σκηνές κόβουν την ανάσα και προκαλούν θαυμασμό. Οπότε; Η προσωπική μου ετυμηγορία είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα σταθμό της 7ης Τέχνης - έστω κι αν σαν περιεχόμενο μπορείτε ελεύθερα να τον χαρακτηρίσετε από αφελή έως και επικίνδυνο...

Σάββατο, Ιουλίου 09, 2011

SUPER 8: ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΕΣ


Ο J.J. Abrams αγαπά φαίνεται τόσο την παλιά τηλεόραση όσο και το παλιό σινεμά (των 70ς-80ς εννοώ). Και πρώτο και καλύτερο τον Σπίλμπεργκ, ο οποίος εδώ είναι παραγωγός. Το "εδώ" είναι το "Super 8" του 2011, μια καλογυρισμένη, αν μη τι άλλο, ταινία.
Τοποθετείται χρονικά στα τέλη των 70ς και παρακολουθεί μια ομάδα παιδιών που γυρίζουν κρυφά απ' τους γονείς τους μια ταινία τρόμου με super 8 (πρωτοποριακή κάμερα στο χέρι της εποχής, που επέτρεπε σε "κοινούς θνητούς" να γυρίσουν ταινίες δίχως τη συμβολή στούντιο και σούπερ μηχανημάτων). Τυχαία λοιπόν κινηματογραφούν ένα φοβερό σιδηροδρομικό δυστήχημα που συμβαίνει μπρος στα έντρομα μάτια τους. Αυτό όμως, όπως και το τι κρύβεται πίσω του, είναι μόνο η αρχή.
Η αγάπη και οι αναφορές στον παλιό, καλό παραμυθά Σπίλμπεργκ είναι εμφανείς. Ακόμα και η εποχή δράσης δίνει μια νοσταλγική διάσταση και συμπίπτει - καθόλου τυχαία - με την εποχή που αυτός έκανε τις πρώτες τεράστιες επιτυχίες του. Άλλωστε τότε ήταν η χρυσή εποχή των b-movies (συνήθως) τρόμου, στα οποία γίνονται αναφορές. Υπάρχει ακόμα το αρκετά πρωτότυπο σενάριο, που κρατά σε αγωνία τον θεατή και δεν αποκαλύπτει καν τι ακριβώς τρέχει μέχρι τα μισά περίπου της ταινίας. Γι' αυτό κι εγώ δεν λέω τίποτα άλλο για το στόρι και το κινηματογραφικό είδος - αν και σίγουρα κάτι θα έχετε διαβάσει, αλλά τουλάχιστον ας μην το μάθετε από μένα.
Όλα αυτά είναι διασκεδαστικά και σίγουρα πέρασα δύο ευχάριστες ώρες. Μακάρι βέβαια να έλειπε ένα πλήθος από αμερικανιές, από τα δακρύβρεκτα κλισέ με την έλλειψη μητέρας και τις τεταμένες σχέσεις με τον πατέρα του μικρού πρωταγωνιστή ως τον τελικό θρίαμβο της οικογένειας κι από τις απιθανότητες στη συμπεριφορά των δεκαπεντάχρονων το πολύ ηρώων, που τα κάνουν όλα άφοβα και δεν κολώνουν μπρος σε τίποτα, έως το σε στιλ Ρωμαίος και Ιουλιέτα (σε μίνι εκδοχή) λαβ στόρι. Όμως, για να μείνουμε απόλυτα στο σπιλμπεργκικό πνεύμα, δίπλα στο γλυκερό, "συγκινητικό" και κλισέ που αναφέραμε, συνυπάρχει η ίδια αγάπη και κατανόηση για το κάθε είδους διαφορετικό που συναντάμε, ας πούμε, στον "Ε.Τ." ή στις "Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου", στοιχείο που αποτελεί άλλωστε σήμα κατατεθέν του κλίματός του. Αυτά για να σας κάνουν να σκεφτείτε για μια ακόμη φορά ότι τα πράγματα σπανίως είναι μονοδιάστατα κι ότι το θετικό με το τετριμένο ή/και βαρετό συχνά συνυπάρχουν.
Προσωπικά πέρασα δύο ευχάριστες ώρες, παρά τις προαναφερθείσες αμερικανιές, και βρήκα καλοδεχούμενο το μυστήριο σχετικά με το τι ακριβώς συμβαίνει μέχρι τα μισά περίπου, καθώς και το σταδιακά κλιμακούμενο κλίμα απειλής που ενυπάρχει. Νομίζω ότι αν καταφέρετε να αφήσετε τον εαυτό σας να ξεχάσει τις απιθανότητες στις ηρωικές συνήθως συμπεριφορές και το μελό που λέγαμε, μάλλον θα το διασκεδάσετε. Πρόκειται, νομίζω, για μια από τις σχετικά συμπαθητικές περιπτώσεις μπλογκμπάστερ.

Τρίτη, Ιουλίου 05, 2011

Ο ΙΑΣΟΝΑΣ, ΟΙ ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ ΚΑΙ Η ΑΦΟΡΗΤΗ ΑΦΕΛΕΙΑ


Καιρός για μια ματιά στις παλιές ταινίες, όπου η ελληνική μυθολογία – και ιστορία ενίοτε – στραγγαλιζόταν εν ψυχρώ, πλην όμως πρόσφεραν εξαιρετικό για την εποχή θέαμα. «Ο Ιάσονας και οι Αργοναύτες» γυρίστηκαν το 1963 από τον Don Chaffey (1917–1990), ο οποίος υπήρξε τηλεοπτικός και κινηματογραφικός σκηνοθέτης, με πολλές ταινίες στο ενεργητικό του, από τις οποίες ελάχιστες θυμόμαστε σήμερα. Αυτή εδώ είναι μια από τις γνωστότερές του. Μεταξύ μας όμως, δεν νομίζω ότι αυτό οφείλεται στον ίδιο. Αντίθετα, το εν λόγω φιλμ κατέχει μια θέση στην ιστορία του σινεμά λόγω των εκπληκτικών για την εποχή εφέ του περίφημου Ray Harryhausen. Η μυθική μάχη με τους σκελετούς που βγαίνουν από το έδαφος, ο δράκος που φυλάει το Χρυσόμαλλο Δέρας, ο γιγάντιος Τάλως που ζωντανεύει και άλλα, βρίσκονται όλα εδώ. Και μάλλον αυτός είναι και ο μοναδικός λόγος να δείτε σήμερα το φιλμ.
Φυσικά όλα σχεδόν τα άλλα στοιχεία της ταινίας είναι αστεία. Το αφελές στόρι, εκτός της αφέλειάς του, κάνει σαλάτα την ελληνική μυθολογία. Ο δράκος που φυλάει το Δέρας είναι ίδιος η Λερναία Ύδρα, οι Συμπληγάδες περνιούνται επειδή τις κρατά ο τεράστιος Τρίτωνας και άλλα πολλά. Οι δε ολύμπιοι θεοί είναι κάτι σαν καρικατούρες, αστείοι τύποι που παίζουν με τις ανθρώπινες ζωές για πλάκα (κάπως έτσι ήταν και στη μυθολογία μερικές φορές, αλλά εδώ είναι και οι φάτσες τους αστείες, και κυρίως του Δία, που κάθε άλλο παρά μεγαλοπρεπής είναι). Ακόμα πιο αστείο είναι το συνολικό κιτς που αποπνέει η ταινία. Οι κομμώσεις, τα άψογα περιποιημένα γένια, οι ναοί (που πάντα είναι ερειπωμένοι, ακριβώς όπως είναι σήμερα, λες και οι αρχαίοι έκαναν τις τελετές τους μόνο σε ερείπια από άποψη)… Κυρίως βέβαια θα γελάσετε με τα χορευτικά που λαμβάνουν χώρα στα παλάτια των βασιλέων και στα οποία σίγουρα ο Δαλιανίδης χρωστά πολλά. Όσο για τις ηθοποιίες… αφήστε καλύτερα. Ή μάλλον μην αφήσετε, αφού ίσως αυτές βγάλουν το περισσότερο γέλιο!
Αυτά για το όλο ντιζάιν. Τα εφέ τώρα, εμφανώς φτιαγμένα καρέ – καρέ, μπορεί κι αυτά να φαίνονται ξεπερασμένα και αφύσικα σήμερα με την ακαμψία και τη σπαστική κίνηση των πλασμάτων που τα διακρίνει. Προσοχή όμως: Πρέπει πάντοτε να εξετάζουμε τα πράγματα στο πλαίσιο της εποχής τους. Μιας εποχής που απέχει δεκαετίες από τα πρώτα ψηφιακά εφέ και τα οποία τότε ήταν όχι απλώς εντυπωσιακά, αλλά συγκλονιστικά. Κι αυτά βέβαια χάρη στην ιδιοφυία και εφευρετικότητα του Χαριχάουζεν.
Δεν μπορώ να μην πω και κάτι για την ίδια την ουσία της ιστορίας, που ισχύει όχι μόνο για την ταινία, αλλά και για την μυθολογία. Από πάντα ταυτιζόμαστε με τον γενναίο Ιάσονα και τους Αργοναύτες του. Για ξαναδείτε όμως τα πράγματα. Αν έπρεπε να διαχωρίσουμε τους ήρωες σε «καλούς» και «κακούς», είναι κάτι παραπάνω από σαφές ότι οι «κακοί» είναι οι έλληνες. Μια χούφτα άρπαγες, που πάνε στου διαβόλου τη μάνα, στους «βάρβαρους», για να αρπάξουν με το έτσι θέλω το πολυτιμότερο πράγμα που έχουν, το Χρυσόμαλλο Δέρας, που όπως συχνά αναφέρεται στο φιλμ είναι αυτό που φέρνει ευημερία στο λαό χάρη στις μαγικές του ιδιότητες. Δίχως αυτό ο λαός της Κολχίδας θα δυστυχήσει. Ο «κακός» βασιλιάς Αιήτης, ο αντίπαλος του Ιάσονα στην Κολχίδα, το μόνο που κάνει είναι το αυτονόητο: Να υπερασπίζει τη χώρα του από ένα τσούρμο πειρατές – γενναίους πειρατές, δεν λέω – που πάνε εκεί για να αρπάξουν. Ποιός είναι ο καλός και ποιος ο κακός λοιπόν; Εννοείται ότι όσο παλιότερα πάμε στο χρόνο, τόσο περισσότερα τέτοια θα ανακαλύπτουμε σε περιπετειώδεις κυρίως ταινίες, που σήμερα θα ήταν κατάπτυστες κάτω από μια στοιχειωδώς σύγχρονη οπτική. Και δυστυχώς όλα αυτά κάποια πολύ σημερινά γεγονότα μας θυμίζουν. Οι άνθρωποι δεν έχουν αλλάξει εδώ και χιλιετίες…
Πάντως, έστω και γελώντας, το φιλμ διατηρεί την παλιομοδίτικη και αφελέστατη γοητεία του, την οποία ακόμα μπορεί κάποιος να απολαύσει – εν μέσω γέλιων βεβαίως, αλλά και αυτό είναι μέρος της διασκέδασης – και (το τονίζω πάντα αυτό) δίχως να βγάζει από το μυαλό του ούτε στιγμή τα αφελή και αντιδραστικά στοιχεία. Αν λοιπόν έχεις αυτά τα πράγματα πάντα στο νου σου, τότε χαζεύεις ευχάριστα και ακίνδυνα τα blogbaster κάποιων παλιών εποχών…

Δευτέρα, Ιουλίου 04, 2011

ΟΙ ΠΑΡΑΧΑΡΑΚΤΕΣ: ΗΡΩΕΣ Ή ΔΕΙΛΟΙ;



"Οι Παραχαράκτες" είναι ένα ακόμα δράμα που διαδραματίζεται στο εφιαλτικό Ολοκαύτωμα, δηλαδή στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Γυρίστηκε από τον αυστριακό Stefan Ruzowitzky το 2007 και κατά τη γνώμη μου είναι από τα πιο ενδιαφέροντα.
Βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία (δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το αν υπήρχαν και οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες, με τη συγκεκριμένη ιδιασυγκρασία ο καθένας, αλλά μιλάμε για το γενικό πλαίσιο): Οι ναζί, χρησιμοποιώντας εβραίους κρατούμενους χαράκτες, τυπογράφους, αλλά και - κυρίως - παραχαράκτες, πλαστογράφησαν εκατομμύρια αγγλικές λίρες και δολάρια με σκοπό να τα ρίξουν στην αγορά και να τινάξουν έτσι στον αέρα τις οικονομίες άγγλων και αμερικάνων. Τα κατάφεραν αρκετά με τη λίρα, άργησαν όμως μοιραία με το δολάριο.
Ο κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας είναι ένας υπερταλαντούχος και κυνικός εβραίος παραχαράκτης, που όταν συλλαμβάνεται κλείνεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης με διπλή ιδιότητα: Και ως ποινικός και ως εβραίος. Εκεί μπαίνει επικεφαλής επίλεκτης ομάδας με ειδικά προνόμια, που αποτελείται από άλλους που έχουν σχέση με την τυπογραφία για να φέρει σε πέρας την αποστολή που προαναφέραμε, και το πυκνό δράμα αρχίζει.
Νομίζω ότι το φιλμ πετυχαίνει αρκετά καλά και στα τρία επίπεδά του: Και στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων (ο μικρόκοσμος δηλαδή) - είναι άλλωστε εξαιρετικές και οι ηθοποιίες - και στο συγκεκριμένο τεράστιο δίλημμα που προκύπτει (σαμποτάρουμε την προσπάθεια και γινόμαστε ήρωες ή συνεργαζόμαστε και σωζόμαστε; Το κατ' εξοχήν στόρι όπου στηρίζεται το δράμα δηλαδή) και στην κατάδειξη της φρίκης των στρατοπέδων και την καταδίκη του ασύλληπτου εγκλήματος που συνέβει εκεί (στο ιστορικό επίπεδο και φόντο δηλαδή). Ο ήρωας ειδικότερα είναι - και παραμένει ως το τέλος - μια αμφιλεγόμενη, διφορούμενη προσωπικότητα, που κινείται ανάμεσα στον ηρωισμό και τον φιλοτομαρισμό, αν και ο βασικός του εκούσιος ρόλος είναι να σώζει επανειλημμένα ολόκληρη την ειδική ομάδα των κρατουμένων, παραβλέποντας ίσως την ίδια την έκβαση του πολέμου, που, ως ένα βαθμό, θα μπορούσε ακόμα και να κριθεί από την επιτυχία ή μη του εγχειρήματος. Τι ακριβώς είναι λοιπόν; Ένας ήρωας σε "τοπικό" επίπεδο, που αψηφά το ευρύτερο φόντο ή... Πριν προλάβετε να απαντήσετε, σκεφτείτε για το αν έχετε ξεκάθαρη θέση για τι τι ακριβώς θα κάνατε εσείς στη θέση του. Ταυτόχρονα η ταινία με έβαλε για τα καλά στο κλίμα της και με κράτησε δύο ώρες σε αγωνία, δίχως να με κάνει καθόλου να βαρεθώ, οπότε τη θεωρώ απόλυτα πετυχημένη. Μια ευχάριστη έκπληξη που ήρθε από έναν άγνωστο σε μένα δημιουργό.
Και μια τελευταία παρατήρηση: "Κι άλλη ταινία για το Ολοκαύτωμα"; θα πουν αρκετοί. Δεν κατάλαβα. Γιατί δεν αναρωτιούνται: "Κι άλλη ταινία με σούπερ ήρωες"; "Κι άλλο γουέστερν"; "Κι άλλη αισθηματική κομεντί"; "Κι άλλα αυτοκινητοκυνηγητά"; Και μπορώ με ευκολία να πω και μερικές ακόμα δεκάδες παραδείγματα. Γιατί αυτή η ειδική ενόχληση με την ενασχόληση με το Ολοκαύτωμα; Κατά τη γνώμη μου για το συγκλονιστικό αυτό θέμα θα εξακολουθήσουν πάντοτε να γυρίζονται ταινίες. Είναι απόλυτα αναμενόμενο, αφού, πολύ απλά υπήρξε το μεγαλύτερο εν ψυχρώ έγκλημα του 20ού αιώνα. Και αυτό που κάνει τα πράγματα ακόμα πιο σοκαριστικά, είναι ότι επιτελέστηκε (εν ψυχρώ πάντα, για να μην ξεχνιόμαστε) όχι από κάποιους τριτοκοσμκούς, όπου, λόγω συνολικής οικονομικής καθυστέρησης είναι αναμενόμενο η ωμή βία να χρησιμοποιείται συχνότερα από τους "πολιτισμένους", αλλά από ανθρώπους που θεωρούνται ότι βρίσκονταν στην υψηλότερη κορυφή του πολιτισμού, μορφωμένους, με υψηλό σχετικά βιοτικό επίπεδο και, κατά μέσον όρο, εκλεπτυσμένη κουλτούρα. Αν αυτό δεν είναι σοκαριστικό και ικανό να δημιουργήσει χιλιάδες ακόμα ιστορίες (σενάρια, βιβλία κλπ.), τότε τι είναι;

Παρασκευή, Ιουλίου 01, 2011

DARK STAR: ΜΙΑ LOW BUDGET, ΣΑΤΙΡΙΚΗ ΟΠΕΡΑ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ


Το 1974 ο άγνωστος John Carpenter γυρίζει την πρώτη του ταινία, το "Dark Star". Αφόρητα (ή διασκεδαστικότατα) low budget, αφού με ελάχιστα χρήματα ήθελε να κάνει επιστημονική φαντασία, παραμένει μια cult κατά τη γνώμη μου ταινία. Πολύ περισσότερο αφού το σενάριο έγραψε (και παίζει και έναν από τους βασικούς ρόλους) μια άλλη σημαντική φιγούρα του φανταστικού, ο Dan O'Bannon.
Αυτό που προέχει στο φιλμ είναι το στοιχείο της σάτιρας. Ταυτόχρονα όμως η ταινία δεν παύει να έχει τοσο στιγμές εξαιρετικού σασπένς (ο Κάρπεντερ έδειχνε από τότε ήδη το κλίμα που θα τον έκανε γνωστό), όσο και ποιητικές και τρυφερές. Γενικά έχει δανειστεί στοιχεία τόσο από τη λογοτεχνία όσο και από το σινεμά επιστημονικής φαντασίας, κάνοντας κατά τη γνώμη μου έναν πετυχημένο συνδυασμό τους (η συγκινητική και τρυφερή - ναι, όλα αυτά σε μια κωμική κυρίως ταινία - σκηνή του τέλους είναι παρμένη από ένα διήγημα του Ray Bradbury, η συνομιλία με τον νεκρό κυβερνήτη από Philip Dick κλπ.), ενώ ο κομπιούτερ του σκάφους θυμίζει, καθόλου τυχαία υποθέτω, αυτόν της θρυλικής "Οδύσσειας του Διαστήματος". Πράγμα που κάνει άλλωστε και μια από τις καλύτερες στιγμές της ταινίας, η απίθανη φιλοσοφική συνομιλία του κυβερνήτη με μια... βόμβα ("έξυπνη" βόμβα, προτού καν επινοηθεί ο όρος).
Και δεν μου βγάζετε από το μυαλό ότι το μικρό αυτό φιλμ έχει επηρεάσει πολύ τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας έκτοτε. Κυρίως το περίφημο "Alien" που θα ακολουθούσε μερικά χρόνια μετά. Υπάρχει το στοιχείο του ελευθερου, ανεξέλεγκτου πλάσματος σε ένα μεγάλο σκάφος (που εδώ είναι μια... εξωγήινη ντομάτα ή κάτι τέτοιο), αλλά υπάρχει και το γενικότερο κλίμα που επικρατεί ανάμεσα στο πλήρωμα: Η αποστολή του σκάφους δεν έχει τίποτα απολύτως ηρωικό, επικό ή δραματικό. Τα 4 εναπομείναντα μέλη βαριούνται αφόρητα, με το ζόρι μιλάν ο ένας στον άλλον, κάνουν τα πάντα για να σκοτώσουν τον (άπειρο) ελεύθερο χρόνο τους, κάποιοι βρίσκονται στα όρια της ψύχωσης. Ό,τι θα συνέβαινε στην πραγματικότητα δηλαδή αν μια χούφτα άνθρωποι βρίσκονταν κλεισμένοι σε έναν περιορισμένο χώρο για κάτι χρόνια. Το ίδιο το σκάφος εξ άλλου είναι σακαράκα, τα μισά πράγματα δεν λειτουργούν καθόλου ή δεν λειτουργούν σωστά. Αν νομίζετε λοιπόν ότι πρώτη φορά είδαμε στο Άλιεν πλήρωμα - απλούς εργαζόμενους, που κάνουν ό,τι κάνουν για το μεροκάματο και μόνο, για δείτε το Dark Star!
Τα εφέ είναι τόσο κακά, που προκαλούν γέλιο. Από τη μια βέβαια ήταν το low budget που λέγαμε, αλλά εμένα δεν μου βγάζετε και πάλι απ' το μυαλό ότι ο Κάρπεντερ μπορεί να το παρατράβαγε επίτηδες, κάνοντας πλάκα με τα σούπερ εφέ της "Οδύσσειας" ή άλλων προηγούμενων παραγωγών, που προσπαθούν να φανούν όσο γίνεται πειστικότερες.
Γενικά, παρά το κάπως σπονδυλωτό και αποσπασματικό σενάριο, είναι μια ταινία που μ' αρέσει πολύ μέσα στο ηθελημένα "κακό γούστο" της. Γι' αυτό τη χαρακτήρισα cult. Με δεδομένο αυτό, μπορείτε νομίζω να την απολαύσετε και να χαμογελάσετε αρκετά (δεν πρόκειται για ξεκαρδιστική κωμωδία, το εοπισημαίνω). Και, εντελώς απροσδόκητα, να συγκινηθείτε στο τέλος.

Τετάρτη, Ιουνίου 29, 2011

"ΑΣΤΕΙΟ ΜΟΥΤΡΑΚΙ", ΓΟΗΤΕΙΑ ΚΑΙ ΑΦΕΛΕΙΑ


Ο μάστορας του αμερικάνικου μιούζικαλ Stanley Donen γυρίζει το "Funny Face" το 1957, προς το τέλος δηλαδή της λαμπρής περιόδου του είδους. Έχει σαν ατού τους δύο κλασικούς πρωταγωνιστές, τον Φρεντ Αστέρ και την πάντα κομψότατη και γοητευτική Όντρεϊ Χέπμπορν. Και βέβαια, τη μουσική του μεγάλου Cole Porter.
Η ταινία είναι ό,τι είναι συνήθως το αμερικάνικο μιούζικαλ: Αφέλεια ως εκεί που δεν παίρνει σεναριακά, γοητεία ανεπανάληπτη κινηματογραφικά. Η ιστορία είναι μια ακόμα παραλλαγή του πολυχρησιμοποιημένου (και σε μιούζικαλ επίσης) μύθου του Πυγμαλίωνα, που θα πάρει υπό την προστασία του και θα κάνει σταρ την άβγαλτη και άσημη μικρή. Στο συγκεκριμένο φιλμ ο διάσημος φωτογράφος μόδας Αστέρ θα κάνει με την επιμονή του τοπ μόντελ την άγνωστη Χέπμπορν (τότε που το τοπ μόντελινγκ ήταν ακόμα αθώο και δεν είχε να κάνει ούτε με σούπερσταρς σε περιοδικά, ούτε με τόνους κόκας, ούτε με φήμες για σχεδόν κατάσταση πορνείας). Μόνο που εδώ έχουμε και κάποιες σεναριακές πρωτοτυπίες: Η ταινία είναι γυρισμένη στο Παρίσι, πράγμα που δίνει την ευκαιρία στον Donen και για μια "τουριστική" ματιά στην ούτως ή άλλως πανέμορφη πόλη, και που για μια ακόμα φορά καταδεικνύει την ιδιότυπη αυτή "ζήλεια" και θαυμασμό που τρέφουν οι διανοούμενοι και "διανοούμενοι" αμερικάνοι για την Ευρώπη και το Παρίσι ιδιαίτερα. Όσο πιο πίσω στις δεκαετίες πάμε μάλιστα, τόσο εντονότερο γίνεται αυτό το στοιχείο: Το Παρίσι είναι το όνειρο του σκεπτόμενου αμερικάνου, που έχει συναίσθηση της έλλειψης βάθους της δικής του κουλτούρας.
Εδώ όμως μπαίνει και ένα άλλο στοιχείο: Παράλληλα με τον θαυμασμό, υπάρχει και η σάτιρα της πόλης και της κουλτούρας της. Βρισκόμαστε στο απώγειο του κινήματος του υπαρξισμού, η φιλοσοφία βρίσκεται στα πάνω της και μάλιστα είναι και κάτι σαν μόδα (κλίμα που προετοίμασε με την αμφισβήτησή του τον Μάη του 68), οπότε η σάτιρα όλων αυτών είναι πανταχού παρούσα. Αφελώς βέβαια - με αποκορύφωμα τον μεγάλο και διάσημο φιλόσοφο που το μόνο που θέλει είναι να πηδήσει - αλλά χαριτωμένα. Αλλά για την αφέλεια θα πούμε και πιο κάτω.
Ιδεολογικά, άστα να πάνε. Και πάλι (αυτό είναι αρκετά συνηθισμένο και συνήθως έχει πλάκα στα μιούζικαλ) έχουμε την αντιπαράθεση "υψηλής" και "χαμηλής" κουλτούρας (αυστηρά σε εισαγωγικά, γιατί σήμερα πολλοί τέτοιοι διαχωρισμοί έχουν ξεπεραστεί). Τώρα βέβαια, στο συγκεκριμένο φιλμ, αν είναι καλό να πάρεις μια διανοούμενη και πολύ καλλιεργημένη κοπέλα και να την βάλεις στον επιεικώς ηλίθιο κόσμο της μόδας, για τον οποίο, προς τιμή της, δεν είχε ιδέα, αυτό θα το κρίνετε εσείς. Είπαμε όμως: Σε τέτοια φιλμ συχνά παραβλέπουμε την πλήρη αφέλεια, ακόμα και την αντιδραστική ιδεολογία ενίοτε, και υποκύπτουμε στην κινηματογραφική τους γοητεία - συνυπολογίζοντας βεβαίως και τις εντελώς διαφορετικές πολιτικοκοινωνικά συνθήκες της εποχής που γυρίστηκαν. Αν λοιπόν σας αρέσει αυτή η ταινία, μη ντρέπεστε. Φτάνει να σας αρέσει έχοντας υπ' όψη όλα τα παραπάνω και όχι πιστεύοντας στις κάθε λογής χολιγουντιανές αφέλειες.
Έτσι κι εγώ πέρασα δύο ευχάριστες, ρομαντικές ώρες, θαύμασα για μια ακόμα φορά την παλιομοδίτικη γοητεία των σταρ του Χόλιγουντ, αν και θα ομολογήσω ότι σαν μιούζικαλ, σε μουσικοχορευτικό επίπεδο, δεν είναι από τα αγαπημένα μου.

Τρίτη, Ιουνίου 28, 2011

ΙΣΩΣ ΑΥΡΙΟ... ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΙΓΟΤΕΡΗ ΒΙΑ


"Ίσως αύριο" είναι ο ελληνικός τίτλος του "Haevnen", της ταινίας που πήρε το ξενόγλωσσο Όσκαρ για το 2010 και γυρίστηκε από τη δανέζα Susanne Bier. Πρόκειται για ένα δραματικό φιλμ που μου άρεσε αρκετά και που εξερευνά το μεγάλο πρόβλημα της βίας και της αντιμετώπισής της σε διάφορα επίπεδα: Στο σχολικό μικρόκοσμο με τη μαθητική βία, στον καθημερινό κόσμο, με τη βία που εξασκεί ο ένας άνθρωπος στον άλλο και σε μεγάλη κλίμακα, αυτή ενός πολέμου (στην Αφρική στο συγκεκριμένο φιλμ).
Η βία όπως εκδηλώνεται στα τρία αυτά επίπεδα είναι φυσικά διαφορετικού βάρους (αν μπορούσαμε να τη μετρήσουμε ποσοτικά). Άλλο η βία από έναν νταή μαθητή πάνω στον αδύνατο συμμαθητή του, άλλο αυτή του οπλαρχηγού που σκοτώνει κατά συρροήν και πράττει κάθε είδους φρικαλεότητες. Ωστόσο το μοτίβο είναι πανομοιότυπο. Πάντα υπάρχει ένας "κακός", ένας βίαιος άνθρωπος τέλος πάντων, ένας μαλάκας (όπως συχνά χαρακτηρίζεται στο φιλμ ο τύπος της δεύτερης περίπτωσης, που χτυπά και βρίζει άνευ λόγου). Αυτό είναι δεδομένο. Το θέμα που μελετά η σκηνοθέτης δεν είναι αυτό, αλλά το πώς αντιμετωπίζεται ο "κακός". Ειρηνικά (οπότε μπορεί να πει κάποιος ότι δεν αποδίδεται δικαιοσύνη) ή εξ ίσου βίαια (οπότε μπορεί να έχουμε τραγικές συνέπειες όπως σε μία από τις τρείς αλληλένδετες καταστάσεις που αντιμετωπίζει η ταινία);
Η απάντηση που δίνει η Bier δεν είναι μονοσήμαντη και βολική, όπως θα ικανοποιούσε ίσως κάποιους. Δείχνει όλες τις περιπτώσεις και όλες τις συνέπειες, θετικές και αρνητικές, των τρόπων αντιμετώπισης. Το σίγουρο είναι ότι η βία γεννά βία, και αυτό καταδεικνύεται επαρκώς. Από την άλλη όμως, ποιος μπορεί να κατηγορήσει τον γιατρό γι' αυτό που τελικά θα κάνει στον οπλαρχηγό; Νομίζω ότι όλοι μας σχεδόν το ίδιο θα κάναμε. Από την άλλη, οι συνέπειες της εκδικητικότητας είναι κι αυτές τραγικές... Η έλλειψη σαφούς απάντησης για μένα δεν αποτελεί έλλειψη θέσης, γι' αυτό και κάθε άλλο παρά την κατηγορώ για αμηχανία ή ό,τι άλλο. Τι θα μπορούσε να απαντήσει κανείς σε ένα τέτοιο τεράστιο θέμα; Εξ άλλου, αν υπήρχε μια σίγουρη απάντηση, η ανθρωπότητα συνολικά θα ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Ίσα ίσα μάλιστα, που βρίσκω ότι το φιλμ διερευνά πολλαπλές περιπτώσεις, εξετάζει διαφορετικούς τρόπους αντιμετώπισης και σε κάποιες απ' αυτές, όπως αυτή του μικρού πρωταγωνιστή, ψάχνει τα ψυχολογικά αίτια που οδηγούν στην εκδικητική του συμπεριφορά. Το τέλος ίσως να είναι καθησυχαστικό και γαλήνιο, τα ερωτήματα όμως που έχουν τεθεί παραμένουν. Όπως και ο προβληματισμός για τις απαντήσεις.
Η ταινία είναι δραματική και κάποιες φορές φτάνει τον θεατή στα όριά του. Το κλίμα είναι διαρκώς απειλητικό, τεταμένο, όλα κινούνται σε μια κόψη. Με κράτησε απόλυτα και, τελικά, την εκτίμησα. Γενικά είναι ένα φιλμ που, εκτός του ότι δεν έκανε κάπου κοιλιά, νομίζω ότι θα προβληματίσει τον θεατή και θα τον κάνει να σκεφτεί ξανά αρκετά πράγματα.
Και κάτι τελευταίο: Πόσο ίδιες είναι οι καταστάσεις, πόσο παρόμοιες οι φάσεις ακόμα και σε προχωρημένες κοινωνίες, όπως η ευνομούμενη Δανία! Τελικά ο άνθρωπος και η φύση του είναι αυτός που δημιουργεί τα προβλήματα, είτε σε "ιδανικό" είτε σε "πρωτόγονο" κοινωνικό περιβάλλον. Όχι ότι αυτό δεν παίζει βέβαια τεράστο ρόλο. Αλλά ο άνθρωπος είναι νομίζω η πηγή των πάντων, θετικών και αρνητικών.

Κυριακή, Ιουνίου 26, 2011

Ο ΚΩΜΙΚΟΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΣ ΓΙΟ-ΓΙΟ


Ήξερα σαν όνομα τον γάλλο Pierre Etaix, αλλά δεν είχα δει ποτέ ταινία του. Αν και γεννημένος το 1928 έχει κάνει 5 μόλις μεγάλου μήκους, δύο - τρία ντοκιμαντέρ και μερικές μικρές, ενώ οι λίγες δημιουργίες του δεν έβγαιναν σχεδόν ποτέ στα σινεμά λόγω προβλημάτων με τα δικαιώματα. Οι κωμωδίες του Ετέξ γυρίστηκαν σχεδόν όλες στη δεκαετία του 60 και μετά, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, ο ιδιόρυθμος αυτός δημιουργός αποσύρθηκε. Κάπου διάβασα για να ασχοληθεί με τη μεγάλη αγάπη του, το τσίρκο. Αγάπη η οποία φαίνεται καθαρά στο "Γιο-γιο", την ταινία του που είδα πρόσφατα.
Ασπρόμαυρη, γυρισμένη το 1965, θεωρείται μια από τις καλύτερές του και, όντως, μας βάζει αμέσως στο προσωπικό σύμπαν ενός, αν μη τι άλλο, πολύ ιδιαίτερου δημιουργού. Ο Ετέξ πρωτοξεκίνησε στο σινεμά σαν βοηθός του Τατί και η επιροή του τελευταίου είναι εμφανής. Ο νους μας είναι φυσικό να πάει κατ' ευθείαν σ' αυτόν, αφού βλέπουμε μια κωμωδία σχεδόν βουβή, με ελάχιστες, μάλλον απλές ατάκες, μια κωμωδία δηλαδή που στηρίζεται στα γκαγκς και στο οπτικό μέρος γενικότερα. Αν προσθέσετε και μια αρκετή δόση μελαγχολίας, αλλά και τη λεπτή διακωμώδηση και διεισδυτική παρατήρηση και σάτιρα της ζωής γύρω μας (των πλούσιων κυρίως), έχετε μια πληρέστερη εικόνα - και μια ακόμα πιο κοντινή ματιά σ' αυτήν του Τατί. Η άλλη επιροή βέβαια είναι ο Τσάπλιν, από τον οποίο έχει πάρει το συγκινητικό στοιχείο, αυτό το πάντρεμα δράματος - κωμωδίας που τόσο τέλεια πετύχαινε ο μεγάλος αυτός δημιουργός.
Η ιστορίας της ταινίας κάνει ένα μεγάλο κύκλο. Μοναχικός εκατομμυριούχος ζει μια βαρετή ζωή στο μυθικό του αρχοντικό, γεμάτο υπηρέτες, ωραίες γυναίκες και κάθε λογής πολυτέλεια. Αυτός όμως πλήττει αφόρητα. Ώσπου, με αφορμή το κραχ του 1929, τα παρατά όλα για να ζήσει τη ζωή που πάντα ποθούσε: Αυτή του πλανόδιου καλλιτέχνη του τσίρκου. Ο γιος του, που τον παρακολουθούμε από παιδί, κάνει ακριβώς την αντίστροφη διαδρομή: Μεγαλωμένος σε τσίρκο, δίχως ποτέ του μόνιμο σπίτι, ονειρεύεται να ανακαινίσει την εγκατελειμένη έπαυλη του πατέρα του, πράγμα που καταφέρνει όταν, μεγάλος πια, γίνεται διάσημος. Αλλά... Βλέπετε, ο κύκλος πρέπει να κλείσει απόλυτα.
Ευρηματικά γκαγκς (εκπληκτικό, μεταξύ άλλων, αυτό του πλούσιου που βγάζει βόλτα το σκυλάκι του δίχως ο ίδιος να βγει από τη λιμουζίνα του), διάχυτη μελαγχολία που τονίζεται από το στοιχείο της μοναξιάς που υπάρχει ακόμα και στις στιγμές της μεγάλης επιτυχίας, αγάπη για το τσίρκο και τη ζωή των πλανόδιων (εδώ συναντάμε φελινικές πινελιές), αγάπη για την περιπέτεια και απέχθεια για το βόλεμα και την ομοιόμορφη ζωή και μια ευπρόσδεκτα απλή αντιμετώπιση της ζωής των πλούσιων, που παρουσιάζεται ως κενή, κούφια, δίχως το παραμικρό συναίσθημα και ανθρωπιά και κάποιος σουρεαλισμός, συνθέτουν αυτή την ιδιόρυθμη ταινία που, αν μη τι άλλο, θα σας διασκεδάσει και θα σας κάνει να ανακαλύψετε (όπως κι εγώ άλλωστε) έναν ξεχασμένο δημιουργό. Ιδιαίτερα αν σας αρέσουν ο Τατί και ο Τσάπλιν, θα βρείτε στο πρόσωπο του κοντούλη και αδύνατου Ετέξ τον σημαντικότερο ίσως επίγονό τους.

Σάββατο, Ιουνίου 25, 2011

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΤΖΟΥΛΙΑ ΚΑΙ Ο ΤΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΤΥΦΛΩΣΗΣ


Για την άνοδο του ισπανικού σινεμά στις τελευταίες δεκαετίες έχω βαρεθεί να μιλάω (κατά την προσωπική μου γνώμη είναι ο πιο ενδιαφέρων σήμερα στην Ευρώπη). Σημαντικό μέρος της ακμής αυτής οφείλεται στην πολύ καλή φάση που περνά το φανταστικό και ο τρόμος ιδιαίτερα. Αντίθετα με την παρακμή του είδους στην Αμερική, όπου προσπαθούν όλο και περισσότερο να μας τρομάξουν με άψογα σχεδιασμένα ψηφιακά τέρατα που πετιούνται ξαφνικά και κάνουν "μπου", οι ισπανοί έπιμένουν σε έναν "παλιομοδίτικο" (ο χαρακτηρισμός εδώ έχει απόλυτα θετικό πρόσημο) τρόμο, που βασίζεται στο μεθοδικό χτίσιμο ανησυχητικής ατμόσφαιρας, στο σενάριο και άλλα πολύ πιο ουσιαστικά κινηματογραφικά στοιχεία από τα εντυπωσιακά εφέ.
"Τα Μάτια της Τζούλια" (Les Ojos de Julia, 2010) του νέου Guillem Morales ακολουθούν την παράδοση αυτή, αλλά, ενώ πετυχαίνουν σε πολλά σημεία, κατά τη γνώμη μου δεν είναι από τα καλύτερα δείγματα του είδους. Μια γυναίκα που κινδυνεύει με τύφλωση υποψιάζεται ότι η αυτοκτονία της επίσης τυφλής αδελφής της (πάσχουν από κληρονομική ασθένεια των ματιών) δεν είναι ακριβώς αυτοκτονία. Εμείς το ξέρουμε από την πρώτη σκηνή, αφού βλέπουμε ότι η κοπέλα δολοφονείται, από εκεί και πέρα όμως οι ανατροπές είναι πάμπολλες.
Το θετικό για μένα, το είπαμε, είναι η δημιουργία μιας αγχωτικής και αρκετά τρομακτικής ατμόσφαιρας, που μοιάζει μ' αυτή του "Ορφανοτροφείου" (υπάρχουν άλλωστε στις δύο ταινίες και αρκετοί κοινοί συντελεστές, με γνωστότερο το παραγωγό εδώ Guillermo Del Torro). Επίσης, πέραν του τρόμου που εξ ορισμού σκορπά ένας κατά συρροήν δολοφόνος, ο Morales παίζει διαρκώς με έναν βαθύτερο και ουσιαστικότερο ανθρώπινο τρόμο: Τον τρόμο της τύφλωσης. Ποιος δεν έχει σκεφτεί κάποτε αυτό το εφιαλτικό ενδεχόμενο, που εδώ αποτελεί το φόντο πάνω στο οποίο χτίζεται η όλη ιστορία; Και βέβαια η εκδοχή αυτή είναι πολύ χειρότερη από την εκ γενετής τύφλωση. Ο τελευταίος δεν γνωρίζει, δεν κατανοεί ουσιαστικά τι είναι αυτό που το λείπει, αφού ποτέ του δεν το έχει βιώσει. Κάποιος όμως που τυφλώνεται, ας πούμε, στα 40 του... καταλαβαίνετε... Αυτό και μόνο το μοτίβο αρκεί να κάνει την ταινία τρομακτική, ακόμα και ενοχλητική κάποιες στιγμές (αυτοί οι όροι, λόγω μιας αρκετά διαδεδομένης κινηματογραφικής διαστροφής, από την οποία βεβαίως πάσχω κι εγώ, θεωρούνται θετικοί για το συγκεκριμένο είδος). Ο ρυθμός επίσης είναι καλός, το σασπένς συνεχές.
Αυτό που με ενόχλησε στο φιλμ είναι μια γενική αίσθηση "too much" που κυριαρχεί. Πολλές ανατροπές, αρκετές δίχως ουσιαστική σημασία, πολλοί τυφλοί μαζεμένοι, αρκετές απιθανότητες και κάποια κενά τόσο σεναριακά όσο και στους χαρακτήρες, με έκαναν να εκτιμήσω την ταινία λιγότερο από το εξ ίσου ατμοσφαιρικό, πιο χαμηλότονο, αλλά και πιο (ίσως και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο) πετυχημένο "Ορφανοτροφείο" που προανέφερα. Γενικά... πώς ακριβώς να το περιγράψω... βγήκα με μια γενική αίσθηση ότι κάπου ο Morales το παράκανε, κάπου του ξέφυγε.
Αυτά πάντως δεν μειώνουν την αξία της σχολής του ισπανικού "χειροποίητου" φανταστικού (διότι περί σχολής πρόκειται, με κοινό στιλ και γνωρίσματα). Ίσως να μη θεωρώ αυτά εδώ τα "Μάτια" ένα από τα καλύτερα δείγματά της, όμως, διάβολε, δεν παύουν να αποτελούν μια ακόμα απόδειξη ότι, επιτέλους, δεν χρειάζονται αστρονομικά ποσά για να κάνεις μια αποτελεσματική ταινία φανταστικού.

Πέμπτη, Ιουνίου 23, 2011

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ "ΑΔΕΛΦΕΣ"


Το 1973 ο Brian De Palma ήταν ακόμα ένας μάλλον άγνωστος νέος σκηνοθέτης, έχοντας στο ενεργητικό του μερικές σχετικά πειραματικές, μάλλον αναρχικές ταινίες, που αμφισβητούσαν το σύστημα και τον πόλεμο του Βιετνάμ ιδιαίτερα ("Hi Mom") - ό,τι δηλαδή έκαναν πολλοί δημιουργοί άμεσα επηρεασμένοι ή αποτελώντας ενεργό μέρος του ελεύθερου πνεύματος των 60ς. Τη χρονιά αυτή όμως ο εν λόγω σκηνοθέτης κάνει μια στροφή που θα αποτελούσε την αρχή του κλίματος που θα χαρακτήριζε το έργο του των 70ς και 80ς, της καλής του δηλαδή περιόδου (ας μη ξεχνάμε ότι ο De Palma είναι δυστυχώς σήμερα ένας από τους πλέον παρακμασμένους δημιουργούς).
Το "Sisters" είναι η αρχή της "αστυνομικής" στροφής του και, κυρίως, η αρχή της λατρείας του για τον Χίτσκοκ, που πάντοτε θεωρούσε δάσκαλό του. Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας κοπέλας που, ενώ θέλει να ερωτευτεί, πρέπει να αντιμετωπίσει την επικίνδυνη αδελφή της... (ή μήπως δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα;) και μιας άλλης κοπέλας, που ζει απέναντι και άθελά της γίνεται μάρτυρας ενός φόνου. Στη συνέχεια θα εμφανιστεί ένας εκκεντρικός "κακός" (που μοιάζει καταπληκτικά με τον Τζον Γουότερς!) και εν μέσω φόνων ή προσπαθειών για φόνο, αποκαλύψεων από το παρελθόν και ψυχαναλυτικών ερμηνειών, η δράση θα μεταφερθεί σ' ένα περίεργο ψυχιατρείο - δίχως πάντως να αποφεύγονται οι σεναριακές αφέλειες.
Πρόκειται για καθαρό b-movie (είπαμε ότι ο Ντε Πάλμα ήταν ακόμα σχετικά άγνωστος ανεξάρτητος δημιουργός τότε), αλλά με το φιλμ αυτό απέδειξε ότι ξέρει να φτιάχνει αποτελεσματικά θρίλερ - έστω και με τραβηγμένη πλοκή σ' αυτή την περίπτωση. Και για πρώτη φορά κάνει ανοιχτές αναφορές στον Χίτσκοκ. Η κοπέλα που γίνεται μάρτυρας εγκλήματος στο απέναντι διαμέρισμα παραπέμπει φυσικά άμεσα στον "Σιωπηλό Μάρτυρα", η σταδιακή κορύφωση του σασπένς το ίδιο, το υποβόσκον χιούμορ (γιατί υπάρχει κι αυτό) επίσης.
Σήμερα ίσως το φιλμ φανεί σε πολλούς αστείο και απλοϊκό. Είναι που έχουμε δει έκτοτε τόσα και τόσα παρόμοια... Είναι κι αυτή η απερίγραπτα 70ς αισθητική, με τα ντυσίματα, τα κουρέματα, την ξεθωριασμένη φωτογραφία... ένα συνολικό κλίμα δηλαδή που ή θα κάνει κάποιους να νοσταλγήσουν ή θα τους κάνει να βγάλουν σπυράκια (ή να βάλουν τα γέλια). Σίγουρα δεν είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της καλής περιόδου του δημιουργού, ούτε το καλύτερο θρίλερ όλων των εποχών, είναι όμως η πρώτη, σχετικά πετυχημένη απόπειρά του στον χώρο που θα τον έκανε διάσημο και γι' αυτό έχει νομίζω τη δική της αξία. Μην το δείτε όμως μόνο για ιστορικούς λόγους. Πολλοί φίλοι των παλιών θρίλερ σίγουρα θα το απολαύσουν κιόλας.

Τετάρτη, Ιουνίου 22, 2011

ΟΛΟ ΚΑΙ ΒΑΘΥΤΕΡΑ ΣΕ ΜΙΑ ΚΑΤΕΣΤΡΑΜΕΝΗ "EUROPA"


Στην αρχή της καριέρας του, τότε που ακόμα μου άρεσε ανεπιφύλακτα, ο Lars von Trier γύρισε μια τριλογία με θέμα μια κατεστραμένη Ευρώπη, θέμα που διαπραγματεύεται άλλοτε με φανταστικούς και άλλοτε με "ιστορικούς" (σε εισαγωγικά πάντα όταν έχουμε να κάνουμε με τον Τρίερ) όρους. Ξέρω ότι οι περισσότεροι από την τριλογία αυτή εκτιμούν κυρίως το "Στοιχείο του Εγκλήματος". Προσωπικά ωστόσο εκτιμώ εξ ίσου και το σκοτεινό "Europa", το τρίτο μέρος που γυρίστηκε το 1991 (ενώ θυμάμαι ότι είχα πλήξει στο "Epidemic").
Το "Europa" είναι το μέρος της τριλογίας όπου ο δανός σκηνοθέτης πιάνει μια ιστορική και όχι φανταστική, ακαθόριστου χρόνου, στιγμή της ηπείρου: Την κατεστραμένη, υπό κατοχή των συμμαχικών δυνάμεων Γερμανία αμέσως μετά το τέλος του 2ου παγκόσμιου πόλεμου (εποχή που δείχνεται με εξ ίσου συγκλονιστικό τρόπο στον "Τρίτο Άνθρωπο" του Ριντ, αλλά και στο "Berlin Experiment" του Τουρνέρ). Ναι, μπορεί η στιγμή να είναι ιστορική και η Γερμανία τότε να ήταν όντως σε άθλια κατάσταση, αλλά ο τρόπος του Τρίερ μπορούμε να πούμε ότι σχεδόν αγγίζει τα όρια του φανταστικού. Στην ουσία η σκοτεινή, άκρως καταθλιπτική ατμόσφαιρα που δημιουργεί πολύ λίγο διαφέρει από την αντίστοιχη φανταστική του "Στοιχείου". Κοινό επίσης στα δύο φιλμ είναι και το στοιχείο του υπνωτισμού, που κι εδώ χρησιμοποιείται με μάλλον ανεξήγητο τρόπο. Φαντάζομαι ότι έχει χρησιμοποιηθεί επειδή γοήτευε τον Τρίερ και όχι για καθαρά σεναριακούς λόγους.
Ο αμερικανός, γερμανικής καταγωγής, ήρωας φτάνει στην πάμφτωχη, εξαθλιωμένη Γερμανία για να εργαστεί στο τρένο της εταιρίας Europa, που διασχίζει ολόκληρη τη χώρα. Εκεί θα γνωρίσει την κόρη του ιδιοκτήτη της εταιρίας, αλλά και αρκετούς άλλους, παράδοξους μερικές φορές τύπους, όπως ο αρχηγός της τρομοκρατικής οργάνωσης "Λυκάνθρωποι", ο θείος του κλπ. Καθώς βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στο ζοφερό κλίμα της εποχής, τα πάντα γύρω του μοιάζουν να μην είναι αυτό που δείχνουν αρχικά, οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη, όλα καταρέουν με γοργούς ρυθμούς, όλα είναι δισυπόστατα καθώς αντίροπες δυνάμεις παλεύουν για αντίθετους σκοπούς (με τελικά θύματα τους απλούς ανθρώπους).
Η εικόνα του φιλμ είναι εντυπωσιακή. Ο Τρίερ χρησιμοποιεί ασπρόμαυρη φωτογραφία, που συχνά χρωματίζει σε κάποια σημεία, διπλοτυπίες και κάθε λογής άλλες πειραγμένες εικόνες, δημιουργώντας ένα εικαστικό αποτέλεσμα που προσωπικά βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Η αφήγηση είναι κι αυτή υπνωτική, όπως και το κυρίαρχο θέμα του υπνωτισμού που αναφέραμε αρχικά, η διαρκής βροχή δημιουργεί ένα μόνιμα υγρό κλίμα (γενικά το υγρό στοιχείο κυριαρχεί κι εδώ, όπως στο "Στοιχείο του Εγκλήματος"), η ιστορία γίνεται όλο και πιο ασφυκτική και αγχώδης καθώς ο ήρωας οδηγείται σε αδιέξοδο, το τέλος είναι κι αυτό απισιόδοξο. Ιδεολογικά ο δημιουργός μοιάζει να συμπονά την διαλυμένη και διχασμένη χώρα (διάλυση βεβαίως που κράτησε λίγο μόνο χρόνια, καθώς η Γερμανία ανέκαμψε ταχύτητα για να γίνει σύντομα η ισχυρή χώρα που ξέρουμε σήμερα). Γενικά η αίσθηση της χαμένης, παλιάς δόξας και της οδύνης για την καταστροφή, είναι κυρίαρχες.
Πιθανότατα η τριλογία συμβολίζει την παρακμή της Ευρώπης, της κάποτε κυρίαρχης στον κόσμο δύναμης, που τώρα τρέχει πίσω από την Αμερική και τις αναδυόμενες ασιατικές δυνάμεις. Ό,τι κι αν συμβολίζει πάντως, ο Τρίερ, πριν γίνει συχνότατα εξοργιστικός, καταφέρνει να το δώσει με εξαιρετική δύναμη εικόνων και (παρακαλώ προσέξτε το αυτό) με έναν τρόπο σχεδόν πειραματικό, που σίγουρα θα ξενίσει και θα κουράσει πολλούς (όπως είπα στην αρχή δεν συγκαταλέγομαι ανάμεσά τους).