Τετάρτη, Μαρτίου 30, 2011

ΒΡΩΜΙΚΗ "ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ"


Μη σας ξεγελάει το ότι πρόκειται για ταινία κινουμένων σχεδίων. Το "Princess", δανέζικο animation φιλμ του Anders Morgenthaler που γυρίστηκε το 2006, απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικο κοινό (είναι "αυστηρά ακατάλληλο" για να είμαστε ακριβείς), αφού ασχολείται με θέματα ταμπού όπως η πορνογραφική βιομηχανία και η παιδεραστία. Και, σαν αλατάκι, διαθέτει και πολλή βία. Η ιστορία θυμίζει κάπως τον κλασικό "Ταξιτζή": Ένας πρώην παπάς παίρνει υπό την προστασία του την τετράχρονη ή πεντάχρονη κόρη της αδερφής του, η οποία ήταν διάσημη πορνοστάρ και πέθανε από ναρκωτικά σε νεαρή ηλικία. Όταν διαπιστώνει ότι η μικρή είναι σεξουαλικά κακοποιημένη αποφασίζει να εκδικηθεί με τον σκληρότερο τρόπο. Αντιλαμβάνεστε ότι κάθε άλλο παρά για παιδικό φιλμ πρόκειται. Η ταινία έχει κάποια δάνεια από anime, αλλά η αισθητική είναι εντελώς διαφορετική. Ο Morgenthaler χρησιμοποιεί "καθαρό", με σαφή περιγράμματα σχέδιο για τους χαρακτήρες και αρκετά εικαστικό, εξπρεσιονιστικό, για τους χώρους και τα τοπία. Συγχρόνως μπλέκει με πολύ πετυχημένο και έξυπνο κατά τη γνώμη μου τρόπο σκηνές με κανονικούς ηθοποιούς όταν οι ήρωες βλέπουν παλιές βιντεοκασέτες, όσα οι οποίες αφηγούνται λειτουργούν σαν φλας μπακ. Νομίζω ότι το πάντρεμα αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον. Η ιστορία είναι αρκετά ενοχλητική για έναν ανυποψίαστο θεατή, έχει βία, όπως είπαμε, αλλά ταυτόχρονα καταγγέλει τη χρήση της και τον εθισμό σ' αυτή, που γυρνά πίσω σαν μπούμερανγκ σ' αυτούς που την εξασκούν. Εξ άλλου το φιλμ δεν χαρίζεται σε κανέναν, αποφεύγοντας σαν το διάβολο το λιβάνι βολικές λύσεις και καθησυχαστικά χάπι εντ - κάθε άλλο μάλιστα. Ίσως βέβαια να μην εξερευνά πολύ βαθιά τους "απαγορευμένους" χώρους στους οποίους καταδύεται, αλλά, παρ' όλα αυτά, δεν θα μπορούσαμε παρά να το χαρακτηρίσουμε τουλάχιστον τολμηρό. Προσοχή: Δεν δείχνει ακριβώς κάποιες "τσόντες", αλλά τολμηρά είναι τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται. Το είδα με πολύ ενδιαφέρον, δίχως πάντως να το θεωρώ και αριστούργημα. Ελπίζω όμως να έχουν χωνέψει οι πάντες ότι τα animation έχουν πλέον προ πολλού πάψει να απευθύνονται (μόνο) σε παιδιά. Όχι μόνο στην Ιαπωνία, αλλά, όπως αποδεικνύει η τραγική αυτή "Πριγκήπισσα", και στη Δανία και σε πολλές άλλες χώρες.

Δευτέρα, Μαρτίου 28, 2011

ΧΑΜΕΝΗ ΝΙΟΤΗ ΚΑΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΖΩΕΣ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ

Το "Wasted Youth" (2011) των Αργυρη Παπαδημητρόπουλου και του γερμανού Jan Vogel είναι πολύ, μα πολύ χαλαρά βασισμένο (αλπώς εμπνευσμένο θα ήταν καλύτερα να πούμε) από τα τραγικά γεγονότα της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου από ανεγκέφαλο μπάτσο. Προσοχή όμως: Μην πάτε να δείτε την ιστορία του Αλέξη. Είπαμε: Είναι απλώς εμπνευσμένο απ' αυτή και δεν έχει καμία σχέση (ηθελημένα φυσικά) με τα πραγματικά γεγονότα. Πάει αυτό.
Έχω επανειλημμένα γράψει σ' αυτό το μπλογκ ότι προσωπικά δεν είμαι πολύ φίλος του ωμά ρεαλιστικού, ντοκιμαντερίστικου σινεμά, αυτού δηλαδή που αποκαλούμε "φέτα ζωής" δίχως πολλές - πολλές πλοκές. Επειδή λοιπόν το φιλμ ανήκει στο είδος και στην αισθητική αυτή, ομολογώ ότι βαρέθηκα κάπως. Αυτό όμως αποτελεί προσωπική αισθητική επιλογή, προσωπικό βίτσιο αν θέλετε, και σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε ντε και καλά να το ενστερνιστούν κι άλλοι. Έτσι, οι προσωπικές και αυθαίρετες φυσικά προτιμήσεις μου δεν με εμποδίζουν να παραδεχτώ ότι η ταινία αποτελεί κατά τη γνώμη μου ένα πολύ πετυχημένο δείγμα του είδους αυτού. Κατά τη διάρκειά της παρακολουθούμε τις παράλληλες πορείες δύο εντελώς διαφορετικών ανθρώπων κατά τη διάρκεια μιας μέρας: Ενός 16άρη με όλη την τρέλα και τον ζαμανφουτισμό της ηλικίας του και ενός μπάτσου πιεσμένου από οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα, που ζει στο ασφυκτικό περιβάλλον ενός μικρού σχετικά διαμερίσματος με την οικογένειά του. Οι πορείες τους, όπως ακριβώς στις συγκλονιστικές (παρόμοιας αισθητικής πάντως και γι' αυτό σχετικά βαρετές για μένα) "71 Συμπτώσεις..." του Haneke, θα συναντηθούν στο τέλος με τρόπο τραγικό και αναπάντεχο.
Οι αρετές του φιλμ είναι το απόλυτα αληθινό των καταστάσεων που δείχνονται, οι αβίαστες και φυσικές ηθοποιίες των νεαρών, ερασιτεχνών ηθοποιών (που, όπως διάβαζα, δούλευαν αυτοσχεδιάζοντας πάνω σε ένα πολύ χαλαρό σενάριο), η αμερόληπτη ματιά - απλή καταγραφή γεγονότων, που αφήνει τον θεατή να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, η αποφυγή κατάταξης των χαρακτήρων σε καλούς - κακούς, ενώ η γκρίζα Αθήνα είναι πιο ζωντανή από ποτέ και άμεσα αναγνωρίσιμη. Ξέρουμε τον κάθε σχεδόν εξωτερικό χώρο, τα μπαρ, τις εικόνες. Ειδικά η ρέμπελη, κενή ίσως ζωή των πιτσιρικάδων περιγράφεται με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αλήθεια και γι' αυτό τελικά σε κερδίζει. Όσο για αυτό που θα αποκαλούσαμε "έλλειψη πλοκής" είναι απόλυτα ηθελημένο και γι' αυτό σεβαστό. Συνηθίζεται άλλωστε στο στιλ αυτό.
Φυσικά η ταινία μας οδηγεί και σε έντονο προβληματισμό. Φταίει ένας "κακός μπάτσος" (προφανώς φταίει, αλλά το ερώτημα είναι αν φταίει μόνο αυτός) ή είναι ένα ολόκληρο μίζερο και άδικο κοινωνικό σύστημα που οδηγεί σε τέτοιες άνευ επιστροφής καταστάσεις; Αντιλαμβάνεστε βέβαια την προφανή απάντηση, κι αυτό είναι που πετυχαίνει να δείξει ανάγλυφα η ταινία. Η οποία βεβαίως - και παρά τις υποκειμενικές μου αντιρήσεις - εντάσσεται νομίζω στην ερύτερη "αναγέννηση" του σύγχρονου ελληνικού σινεμά, αποτελεί μια ακόμα ψηφίδα της και, εν πάσει περιπτώσει, συνίσταται ανεπιφύλακτα στους φίλους του σινεμά του στιλ π.χ. των Νταρντέν.
ΥΓ: Και μη βιαστείτε να πείτε "μα τι άθλια και ανερμάτιστη είναι αυτή η νεολάία, τι μαλακίες κάνει;". Θυμηθείτε ότι είναι μόλις 16άρηδες και, παρά την κενότητα και τις "μαλακίες" που βλέπουμε, κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει τον δρόμο που θα πάρουν στη ζωή τους. Θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε αξιόλογους ανθρώπους, αλλά και να καταλήξουν κι οι ίδιοι όπως ακριβώς ο σαραντάρης μπάτσος. Όλα είναι ανοιχτά. Αλλά και έστω σαν καταγραφή της νεανικής αφασίας αν το δει κανείς, το φιλμ παραμένει σημαντικό.

Παρασκευή, Μαρτίου 25, 2011

ΟΙ ΚΑΛΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΚΟΙ ΤΟΥ ELDORADO


Ο μεγάλος χολιγουντιανός σκηνοθέτης Howard Hawks (1896–1977) γυρίζει την προτελευταία ταινία του, το γουέστερν "Eldorado", το 1966, την εποχή δηλαδή που το είδος βρίσκεται ήδη στην παρακμή του. Φυσικά ο Hawks, με την τεράστια εμπειρία του, έκανε και πάλι ένα χορταστικό γουέστερν, χρησιμοποιώντας μάλιστα δύο εμβληματικούς ηθοποιούς του είδους: Τον Τζον Γουέιν και τον Ρόμπερτ Μίτσαμ. Με μπόλικο πιστολίδι, με την κλασική πόλη του Φαρ Ουέστ, με καλούς και κακούς φυσικά, με κτηματίες που επιβουλεύονται ο ένας τη γη του άλλου, με το κυρίαρχο τοπίο της παρθένας τότε αμερικάνικης υπαίθρου, με πληρωμένους φονιάδες, με κλασικά σαλούν κλπ. Και, φυσικά επίσης, τα κυρίαρχα μοτίβα είναι και εδώ τα κλασικά: Η γενναιότητα που φτάνει ως την αυτοθυσία, η αντρική φιλία, η αίσθηση του καθήκοντος... τέτοια πράγματα. Από την άλλη, η ανθρώπινη ζωή ποτέ δεν είχε τόσο μικρή αξία: Οι ήρωες, καλοί και κακοί, πυροβολούν καλού - κακού πριν μιλήσουν, φόνοι γίνονται κατά λάθος - οπότε ο φονιάς είναι απόλυτα δικαιολογημένος, ο οίκτος είναι άγνωστη λέξη... και άλλα τέτοια. Ευτυχώς δεν υπάρχουν "κακοί" ινδιάνοι, αν και μια - δυο φορές κάποιος από τους θετικούς ήρωες αναφέρει περήφανος ότι έχει καθαρίσει πολλούς απ' αυτούς. Και κάτι άλλο: Υπάρχει και αρκετό χιούμορ, το οπποίο όμως νομίζω ότι ποτέ δεν αποτελεί το κυρίαρχο μοτίβο. Όχι παρωδία, δεν έχουμε φτάσει ακόμα στην αποδόμηση του είδους, απλώς χιούμορ.
Οπότε το συμπέρασμα είναι απλό: Αν είστε φαν του χαρακτηριστικά αμερικάνικου αυτού είδους - που αυτή ακριβώς την εποχή είχε πλέον μεταπηδήσει και στην Ιταλία - πρόκειται νομίζω από τα κλασικά, χορταστικά όπως είπα δείγματα, που θα σας ικανοποιήσουν. Αν πάλι έχετε αλλεργία στην Άγρια Δύση και τους ήρωές της, αλλάξτε ταινία. Απλώς, φίλοι ή εχθροί, να έχετε υπ' όψιν ότι κατά τη γνώμη μου δεν έχουμε να κάνουμε με ένα από τα "σκεπτόμενα" φιλμ του είδους, που θέτουν τους ήρωες (και τους θεατές) μπροστά σε φοβερά ηθικά διλήμματα ή τους κάνουν να σκεφτούν ή να ξανασκεφτούν ορισμένα πράγματα ("Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές", "Liberty Vallance" κλπ.) Το "Eldorado" το βλέπετε κυρίως για να διασκεδάσετε. Και ως τέτοιο είναι μια χαρά.

Πέμπτη, Μαρτίου 24, 2011

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ Ή Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΟΤΗΤΑΣ


Το μεξικάνικο "Κάστρο της Αγνότητας" (El Castillo de la Pureza) του 1973 είναι βέβαια η ταινία την οποία κατηγορήθηκε ότι "αντέγραψε" ο Λάνθιμος στον "Κυνόδοντα". Θα πω και λίγα πράγματα γι' αυτό, αλλά το θέμα δεν είναι οι άνευ λόγου συγκρίσεις, αλλά η ταινία η ίδια. Η οποία γυρίστηκε από τον Arturo Ripstein, γνωστό και παραγωγικό σκηνοθέτη και πρώην βοηθό του Μπουνιουέλ και βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Ο ίδιος ο Μπουνιουέλ μάλιστα είχε ενδιαφερθεί να τη γυρίσει κάποτε, αλλά το σχέδιο δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.
Λίγα λοιπόν για τις συγκρίσεις: Ναι, ο σκελετός της ιστορίας είναι ο ίδιος με τον "Κυνόδοντα". Πατέρας που κρατά έγκλειστη την οικογένειά του στο σπίτι (τα παιδιά δεν έχουν δει ποτέ τον έξω κόσμο), και μάλιστα τα παιδιά αυτά είναι και πάλι δύο κορίτσια κι ένα αγόρι - αν και διαφορετικών ηλικιών, αφού στο μεξικάνικο φιλμ το ένα κορίτσι είναι μόλις 5 χρονών. Οι ομοιότητες σταματούν εδώ. Είναι τόσο διαφορετικό το πνεύμα και οι στόχοι των δύο φιλμ, τόσο, μα τόσο δοαφορετική η αισθητική, ακόμα και το στόρι που από τη μέση και πέρα αλλάζει εντελώς απ' αυτό του "Κυνόδοντα" και καταλήγει εντελώς διαφορετικά, που νομίζω ότι θα μπορούσαμε μάλλον για έμπνευση και αφορμή να μιλήσουμε και σε καμία περίπτωση για "αντιγραφή". Τέρμα οι συγκρίσεις.
Ο Ripstein κάνει μια καθαρή πολιτική αλληγορία. Ας σκεφτούμε τι γινόταν σ' όλη τη Νότια Αμερική στη δεκαετία του 70: Αιμοσταγείς χούντες σε όλες σχεδόν τις χώρες, θρησκευτική καταπίεση (η εκκλησία πάντα τα πήγαινε μια χαρά με τους δικτάτορες), παντελής έλλειψη ελευθερίας. Αυτό ακριβώς το γενικό κλίμα μεταφέρει στον οικογενειακό μικρόκοσμο ο σκηνοθέτης. Ο πατέρας - αφέντης συμβολίζει βέβαια την απόλυτα καταπιεστική εξουσία. Τα μέλη της οικογένειας τον αγαπούν (σαν πατέρα) και τον μισούν ταυτόχρονα. Περισσότερο όμως από οτιδήποτε άλλο τον φοβούνται.
Το φιλμ επικεντρώνεται κυρίως στην ανισόρροπη προσωπικότητά του. Ο πάτερ φαμίλιας δείχνεται ξεκάθαρα ως κάτι απόλυτα αρνητικό, κακό, παρανοϊκό (το τελευταίο είναι κυριολεκτικό, αφού κατά τη διάρκεια της ταινίας βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην παράνοια, παύοντας από ένα σημείο και πέρα να ελέγχει τον εαυτό του). Από την άλλη, για να ολοκληρωθεί η φασιστοειδής προσωπικότητά του, παρουσιάζεται και ως απόλυτα υποκριτής και κακός. Κάνει κρυφά, αφού είναι ο μόνος που έχει επαφές με τον έξω κόσμο, ό,τι ακριβώς απαγορεύει με αυστηρότατο τρόπο στην οικογένειά του: Πηγαίνει με πόρνες, την πέφτει σε μια μικρή (και στη σκηνή αυτή βγάζει όλη την κακία του), τρωει κρέας ενώ επιβάλλει στους άλλους την αποχή απ' αυτό κλπ. Πιο αρνητικός χαρακτήρας δεν γίνεται.Αφείστε που υποφέρει από παθολογική ζήλεια για τη γυναίκα του, που ως καλός "μέσος πολίτης" αρνείται να επαναστατήσει και να στραφεί ανοιχτά εναντίον του.
Από την άλλη ο Ripstein είναι σουρεαλιστής (σα γνήσιος μαθητής του Μπουνιουέλ. Άλλωστε όλη η ταινία είναι πολύ στο κλίμα του μεγάλου δασκάλου). Χρησιμοποιεί λοιπόν πλήθος συμβόλων, φροϊδικών και μη. Τα δηλητήρια που κατασκευζει η οικογένεια, τα ποντίκια, η υποβόσκουσα και στυγνά καταπιεσμένη, πλην όμως πανταχού παρούσα σεξουαλικότητα (που αυτή κυρίως προκαλεί την επανάσταση των έγκλειστων), η διαρκής βροχή που με σουρεαλιστικό τρόπο πέφτει καθ' όλη τη διάρκεια του φιλμ, το σάπιο και καταρρέον παλιό σπίτι (όπως τα τότε καθεστώτα), όλα παραπέμπουν στο σουρεαλισμό και στην εμφανή αλληγορία. Η ατμόσφαιρα που πετυχαίνει είναι πνιγηρή, μουντή, μυρίζεις θαρρείς τη μούχλα που αναδύεται από παντού.
Παρά την κλειστοφοβικότητά της, τη βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα ταινία, με ξεκάθαρους, πολιτικούς κυρίως, στόχους, καθώς νομίζω ότι στρέφεται πρωτίστως ενάντια στα καθεστώτα που λέγαμε και την καταπιεστική εξουσία εν γένει και όχι τόσο ενάντια στον θεσμό της οικογένειας. Αξίζει να τη δείτε. Προσωπικά μάλιστα θα ήθελα να δω περισσότερα φιλμ του δημιουργού αυτού, αφού έχω δει μόνο μία ακόμα ταινία του.

Τρίτη, Μαρτίου 22, 2011

ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΟΙ "ΑΠΟΘΕΤΕΣ";


Το "Depositarios" (θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε κάπως σαν "Αποθέτες") είναι μια μεξικάνικη ταινία του 2010, η πρώτη μεγάλου μήκους του Rodrigo Ordoñez. Φιλμ επιστημονικής φαντασίας, δεν έχει τίποτα να ζηλέψει απο αμεριάνικα του είδους. Κάθε άλλο μάλιστα, αφού είναι πολύ πιο σκεπτόμενο και πρωτότυπο από ένα αμερικάνικο blogbuster του είδους και θέτει μια σειρά ερωτημάτων που άπτονται της ηθικής.
Σε ένα κοντινό μέλλον όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται με έναν κλώνο (ένα δίδυμο ουσιαστικά), που μεγαλώνει σα φυτό σε μια ειδική "γιάλα" και τον οποίο χρησιμοποιούν σαν "αποθέτη" οποιουδήποτε δυσάρεστου τους συμβαίνει, σωματικό ή συναισθηματικό. Κάποιοι όμως αμφισβητούν το ότι τα όντα αυτά είναι "φυτά" και, φυσικά, χαρακτηρίζονται τρομοκράτες.
Η ταινία ξεχωρίζει για το ότι διαθέτει ένα πλήθος πρωταγωνιστών, αλλά και υποπλοκών, οι οποίες ωστόσο δένουν κατά τη γνώμη μου αρμονικά στο τελικό αποτέλεσμα, δίχως μάλιστα να μπερδεύουν άνευ λόγου τον θεατή. Οι ανατροπές - όχι όμως απιθανότητες - και τα συνεχή γεγονότα εξ άλλου κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον. Όσο για τα ηθικά διλήμματα που λέγαμε... Τι θα κάνατε εσείς αν εξασφαλίζατε κάτι σαν ευτυχία, ταυτόχρονα όμως αυτό το πλήρωνε κάποιος άλλος; Η όλη ιστορία βέβαια στο φιλμ είναι το αν αυτός ο άλλος έχει συνείδηση των όσων (του) συμβαίνουν ή όχι. Πέραν αυτού όμως, το όλο πράγμα δεν θυμίζει κάπως και τη δυτική ευημερία, η οποία, εδώ και αιώνες, έχει βασιστεί στην εκμετάλλευση (και συχνά την εξόντωση) άλλων πληθυσμών και στην ύπαρξη Τρίτου Κόσμου, πράγματα που, όπως ακριβώς συμβαίνει στην ταινία, αγνοούμε ή και αποφεύγουμε να σκεφτόμαστε στην καθημερινότητά μας; Αν το κάναμε ίσως και να τρελαινόμαστε...
Μια άλλη αρετή της ταινίας είναι η αρκετά σφαιρική θέαση των πραγμάτων και ο ρεαλισμός που χαρακτηρίζει το περιεχόμενο του όλου φανταστικού πλαισίου. Δεν υπάρχουν ταρζανιές, ηρωισμοί, κατορθώματα, ενώ οι ήρωες είναι αληθινοί, ακόμα και σαν εμφάνιση. Όλα είναι απόλυτα πειστικά. Είναι ακριβώς αυτό που μάλλον θα συνέβαινε αν είχε επιτευχθεί (;) η αρχική φανταστική παραδοχή. Και αυτό είναι κάτι που προσωπικά, μπουχτισμένος από τις χοντράδες, το μελό και τις απιθανότητες των υπερπαραγωγών, εκτιμώ πολύ. Μακάρι η επιστημονική φαντασία να ήταν πάντοτε τόσο σκεπτόμενη. Άλλωστε, το έχουμε ξαναπεί: Το μεξικάνικο σινεμά περνά περίοδο μεγάλης ακμής.

ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΟΙ "ΑΠΟΘΕΤΕΣ";

Κυριακή, Μαρτίου 20, 2011

ΡΥΘΜΙΖΟΝΤΣ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Ο μεγάλος συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Φίλιπ Ντικ έχει ατυχήσει μέχρι σήμερα στις πολλές μεταφορές του στην οθόνη. Ακόμα κι αν το αποτέλεσμα είναι υπέροχο, όπως στο αριστουργηματικό "Blade Runner", δεν έχει και πάλι καμιά σχεδόν σχέση με το ομώνυμο, επίσης πολύ καλό βιβλίο. Φοβάμαι ότι "Οι Ρυθμιστές" (The Adjustment Bureau) του 2011 του πρωτοεμφανιζόμενου σαν σκηνοθέτη σεναριογράφου George Nolfi δεν αποτελεί εξαίρεση.
Η ιδέα είναι, όπως πολύ συχνά στον Ντικ, πρωτότυπη και έξυπνη και δίνει αφορμή για πολλούς φιλοσοφικούς προβληματισμούς που αφορούν την ύπαρξη ή μη της ελευθερίας της ανθρώπινης βούλησης: Ο ήρωας ανακαλύπτει ότι τα πάντα γύρω του, ακόμα και η παραμικρότερη καθημερινή λεπτομέρεια, κανονίζονται, προκαθορίζονται, "ρυθμίζονται" από μια ομάδα πανίσχυρων ανθρώπων (που δεν είναι σίγουρο αν είναι ακριβώς άνθρωποι), που την ρυθμίζουν σύμφωνα με το κολοσσιαίο Σχέδιο, το οποίο ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν πού ακριβώς αποβλέπει και γιατί διαμορφώνεται κάθε στιγμή όπως διαμορφώνεται. Αγωνίζεται λοιπόν να ξεφύγει απ' αυτό και να καθορίσει ο ίδιος τη μοίρα του. Είναι καλό στοιχείο μάλιστα, κατά τη γνώμη μου, ότι οι Ρυθμιστές σπανίως χρησιμοποιούν βία. Ασχολούνται κυρίως με μικρές λεπτομέρειες, είναι ευθυνόφοβοι και συμπεριφέρονται μάλλον σαν γραφειοκράτες.
Ενδιαφέρον. Η εκτέλεση όμως, η ταινία που βλέπουμε δηλαδή, είναι νομίζω γεμάτη κλισέ, αφέλειες και καταλήγει σε προβλέψιμο, επίσης αφελές, τέλος. Είναι κι αυτός ο υπερ-ρομαντικός έρωτας με την πρώτη ματιά που διαπερνά ολόκληρο το φιλμ, με τους ερωτευμένους να πασχίζουν να αλλάξουν τη μοίρα τους, που μάλλον ξενερώνει παρά οτιδήποτε άλλο. Δικαιολογείται κάπως βέβαια αυτή η ερωτική εμμονή αμφοτέρων, αλλά το γενικό συναίσθημα "Άρλεκιν" φοβάμαι ότι παραμένει. Όσο για το σασπένς, νομίζω ότι κι αυτό δεν καταφέρνει να παραμείνει σε ιδιαίτερα ύψη.
Δεν θυμάμαι αν έχω διαβάσει το πρωτότυπο διήγημα του Ντικ (ήταν και πολυγραφότατος ο μακαρίτης), αλλά όπως συμβαίνει μέχρι τώρα, σίγουρα είναι πολύ καλύτερο και αρκετά διαφορετικό. Περιμένω την επόμενη μεταφορά, μήπως και...
ΥΓ: Φαντάζεστε έναν διάσημο αμερικάνο γερουσιαστή, που πιθανόν προορίζεται για επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ, να κάνει επί τρία χρόνια, κάθε, μα κάθε πρωί, την ίδια διαδρομή με το... λεωφορειο της γραμμής (με το Κολιάτσου - Παγκράτι σα να λέμε);

Πέμπτη, Μαρτίου 17, 2011

Ο "7ος ΚΥΚΛΟΣ" ΣΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ


"Ο 7ος Κύκλος" (A hetedik kör) είναι μια ουγγρική ταινία του Árpád Sopsits γυρισμένη το 2009, που κινείται στα όρια του φανταστικού, δίχως, από άποψη, να δίνει ξεκάθαρες απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει. Σκοτεινή, καταθλιπτική, βαριά, αλλά και καλογυρισμένη, κατόρθωσε να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μου παρά το "βάρος" που προαναφέραμε.
Παρακολουθεί μια παρέα έφηβων μαθητών, αγοριών και κοριτσιών, που αναστατώνεται με την άφιξη ενός παράξενου, κουτσού, άγνωστης προέλευσης συνομίληκού τους, που όχι μόνο έχει εντελώς παράδοξες απόψεις, αλλά και ξαφνιάζει τους πάντες με τις ικανότητές του, πολύ περισότερο όταν αυτές φαίνονται να είναι ακόμα και υπερφυσικές. Ο νεοφερμένος γίνεται σύντομα αρχηγός τους και οργανώνει παράξενα και συχνά επικίνδυνα παιχνίδια. Ο παπάς που κατηχεί τα παιδιά όμως δεν βλέπει με καλό μάτι όλα αυτά...
Η ταινία νομίζω ότι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μιλά για τη δύσκολη εφηβεία και το πέρασμα στην ενηλικίωση, με όσα αυτή συνεπάγεται - στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλλον ζοφερά. Το ξύπνημα της σεξουαλικότητας, ο πολλαπλασιασμός των κάθε λογής ερωτημάτων, η αμφισβήτηση των κατεστημένων αξιών, οι πρώτες θρησκευτικές ανησυχίες και αμφισβητήσεις, η φιλία, η γοητεία που εξασκεί ο θάνατος (αλλά και το άγνωστο), η μελαγχολία και ο φόβος για όσα τους περιμένουν στον άγριο, ενήλικο κόσμο, βρίσκονται όλα εδώ. Οι άσχημες (ή, μερικές φορές, απλώς πληκτικές και αδιάφορες) οικογενειακές καταστάσεις επιτείνουν το επερχόμενο δράμα. Πριν μιλήσουμε πάντως για "άνευ λόγου κατάθλιψη", έχει ενδιαφέρον να δούμε το κοινωνικό περιβάλλον που δείχνεται στην ταινία. Αυτό της μάλλον μικρής ουγγρικής πόλης. Πνιγηρό, ανούσιο, "επίπεδο", δίχως τίποτα συναρπαστικό, με διαρκές μπρος - πίσω ανάμεσα σε σχολείο, εκκλησία και οικογένεια, σκληρό μερικές φορές, είναι λογικό να κάνει την παρέα να υποδεχτεί τον παράξενο ξένο σαν ένα είδος μεσία που δίνει για πρώτη φορά χρώμα στη ζωή τους. Από την άλλη το καλό και το κακό ποτέ δεν είναι καθαρά, άσπρο - μαύρο. Τα πάντα έχουν διαφορετικές πλευρές, μπορεί ανά πάσα στιγμή να αλλάξουν πρόσημο. Κάπως έτσι νομίζω ότι συμβαίνει και στη ζωή άλλωστε.
Σας είπα ότι δεν υπάρχουν ξεκάθαρες απαντήσεις στα διάφορα παράξενα που συμβαίνουν. Ο θεατής καλείται να δώσει ο ίδιος τις δικές του ερμηνείες και αναγνώσεις. Βρήκα και το στοιχείο αυτό ενδιαφέρον. Προσωπικά λοιπόν μου άρεσε, παρά το βάρος και την καταθλιπτικότητά της. Αν λοιπόν τα αντέχετε όλα αυτά, θα τη συνιστούσα.

Τρίτη, Μαρτίου 15, 2011

Ο ΒΟΥΔΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΘΕΙΟΣ ΜΠΟΥΝΜΙ


Σας έχει συμβεί ποτέ να βρείτε ενδιαφέρουσα, ακόμα και γοητευτική, μια ταινία από την οποία ελάχιστα καταλάβατε; Μια από τις ελάχιστες φορές που μου έχει συμβεί λοιπόν κάτι τέτοιο είναι με το ταϊλανδέζικο φιλμ του δυσκολοπρόφερτου Apichatpong Weerasethakul "Ο θείος Μπούνμι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του" (2010). Ο οποίος θείος μάλιστα έρχεται με το πρώτο βραβείο από τις Κάννες!
Γιατί βρήκα την ταινία γοητευτική; Ίσως ακριβώς λόγω της παραδοξότητάς της. Και βέβαια για την έντονη ονειρική της διάσταση και εξ αιτίας μερικών πολύ όμορφων εικόνων και σκηνών. Όσο για το νόημά της... Ο ετοιμοθάνατος ηλικιωμένος κύριος Μπούνμι, όπως και όσοι βρίσκονται μαζί του, συναντούν και συνομιλούν με άνεση, σα να μη συνβαίνει τίποτα, την πεθαμένη σύζυγό του και τον χαμένο γιο του που επιστρέφει μεταμορφωμέος σε μεγάλο πίθηκο με κατακόκκινα, φωτεινά μάτια, ενώ η ζούγκλα γύρω από το σπίτι βρίθει από παρόμοια πλάσματα. Κάποια στιγμή όλοι μαζί πηγαίνουν μέσα στη νύχτα - άγνωστο γιατί, εκτός από έναν προφανή παραλληλισμό με τη μήτρα στην οποία επιστρέφουμε - σε μια βαθιά σπηλιά με σταλακτίτες και πετράδια στους τοίχους. Στο μέσον του φιλμ υπάρχει μια όμορφη, άσχετη τουλάχιστον σύμφωνα με τη δική μου αντίληψη και ακατανόητη όσον αφορά το νόημά της, σκηνή με τον μύθο μιας πριγκήπισας που συνευρίσκεται με ένα γατόψαρο. Και στο τέλος... αυτό κι αν μου φάνηκε ξεκάρφωτο, υπάρχει μια πολύ μεγάλη σκηνή με ένα μοναχό τον οποίο πρώτη φορά βλέπουμε.
Σίγουρα όλη η ταινία και τα τεκταινόμενα σ' αυτήν έχουν να κάνουν με τον βουδισμό και τα πιστεύω του, μάλλον με τη μορφή παραβολής. Έχουν να κάνουν με την μετεμψύχωση, βαθιά ριζωμένη πίστη στη θρησκεία αυτή, αλλά και με τη γενική του πίστη ότι τα πάντα στη ζωή, γήινα και επουράνια, φυσικά και μεταφυσικά, νεκρά και ζωντανά, υλικά και πνευματικά (προσθέστε όποιο άλλο τέτοιο δίπολο θέλετε) συνυπάρχουν αρμονικά και μάλιστα σε συνθήκες απόλυτης καθημερινότητας. Και όλα αυτά δείχνονται με αργούς, τελετουργικούς ρυθμούς.
Σας είπα ότι βρήκα γοητευτικά στοιχεία (εκτός της τελικής μακράς σκηνής που και άσχετη μου φάνηκε και δεν μου άρεσε ιδιαίτερα) σ' αυτό το πολύ, μα πολύ ιδιαίτερο σινεμά, αλλά βγήκα ξύνοντας το κεφάλι μου αμήχανα. Ίσως πρέπει να μελετήσω περισσότερο βουδισμό. Αν και έχω μια μεγάλη απορία: Η ταινία αυτή είναι κατανοητή άραγε από έναν μορφωμένο βουδιστή ή κι αυτός τη βρίσκει νοιώθει όπως περίπου κι εγώ;
Αν θέλετε πάντως μια ξεχωριστή κινηματογραφική εμπειρία, κάτι δηλάδή που δεν μοιάζει με τίποτα απ' όσα έχετε δει μέχρι τώρα, δοκιμάστε το. Με δικό σας ρίσκο πάντως. Εγώ σας προειδοποίησα...

Κυριακή, Μαρτίου 13, 2011

ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΟΙ ΨΙΘΥΡΟΙ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ


Είναι γεγονός ότι ο H.P. Lovecraft, από τους σημαντικότερους συγγραφείς του φανταστικού του 20ού αιώνα, έχει ατυχήσει στις λίγες σχετικά απόπειρες μεταφοράς του στην οθόνη. Νομίζω ότι αυτό άλλαξε την τελευταία δεκαετία. Από τότε δηλαδή που στην Αμερική ιδρύθηκε η H.P.Lovecraft Historical Society (HPLHS) από μια παρέα οπαδών του συγγραφέα. Το 2006 η HPLHS προχώρησε και στη δημιουργία ταινιών. Πρώτο εξαίρετο δείγμα ήταν το 50λεπτο περίπου "Call of Cthulu". Το 2011 ακολουθεί το "Whisperer in the Darkness" σε σκηνοθεσία του Sean Branney (ήταν σεναριογράφος στο προηγούμενο φιλμ), ταινία που παίχτηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα (!) στο 6ο Φεστιβάλ Ε.Φ. και Φανταστικού στην Αθήνα το Σάββατο 12/3/2011 στο Μικρόκοσμο.
Ακολουθώντας το όραμά τους, οι δημιουργοί της ταινίας αποφασίζουν να μείνουν όχι μόνο απόλυτα πιστοί στο πρωτότυπο, ομώνυμο διήγημα του Λόβκραφτ, αλλά να το μεταφέρουν στην οθόνη σα να είχε γυριστεί τότε που γράφτηκε, κάπου δηλαδή στη δεκαετία του 30. Εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία, αντίστοιχη "παλιομοδίτικη" μουσική, εξ ίσου παλιομοδίτικα πλην όμως εντυπωσιακά σκηνικά, μακριές σκιές, δημιουργούν μια όντως πειστικότατη ατμόσφαιρα 30ς. Αλλά βέβαια δεν είναι μόνο αυτό: Το φιλμ διαθέτει έντονο σασπένς και προκαλεί τρόμο σε κάποια σημεία (δίχως βεβαίως το στοιχείο του σπλάτερ, που δεν υπήρχε την εποχή αυτή), είναι έντονα ατμοσφαιρικό και, φυσικά, το είπαμε αυτό, απόλυτα πιστό στο πνεύμα του συγγραφέα. Ακόμα και τα πλάσματα, με την κάπως σπαστική τους κίνηση, είναι πιστά στις δυνατότητες των εφέ της εποχής που μιμείται άψογα η ταινία. Και, επίσης, δεν χαρίζεται σε κανέναν με εύκολα χάπι εντ, όπως πιθανόν θα έκανε μια χολιγουντιανή παραγωγή.
Με τον πολύ έξυπνο αυτόν τρόπο οι δημιουργοί πετυχαίνουν και κάτι ακόμα: Να μην ενοχλούν με τις κάποιες σεναριακές αφέλεις. Ναι, είναι εντελώς απίθανη η σκηνή με το αεροπλάνο, από την άλλη όμως κλείνουν το μάτι στο θεατή λέγοντάς του: "Μα αφού έτσι ακριβώς ήταν οι ταινίες τρόμου της εποχής", καταφέρνοντας έτσι να σε κάνουν να δεχτείς τις απιθανότητες.
Το εγχείρημα λοιπόν, για μένα τουλάχιστον, υπήρξε απόλυτα πετυχημένο και γοητευτικότατο με το σινεφίλ άρωμα που το διαπερνά από την αρχή μέχρι το τέλος, ενώ ο Branney, στην πρώτη του ταινία, αποδεικνύεται ικανός και ατμοσφαιρικός σκηνοθέτης. Επειδή μάλιστα κάτι αντίστοιχο πέτυχαν οι HPLHS με την πρώτη τους ταινία, μπορούμε να μιλήσουμε για μια συνολική άποψη και ματιά της ιδιόρυθμης αυτής δημιουργικής ομάδας. Γι' αυτούς τους λόγους θα το συνιστούσα απόλυτα σε κάθε φίλο του Λόβκραφτ και του φανταστικού γενικότερα, αλλά και σε κάθε σινεφίλ που θα απολαύσει ένα απόλυτα πετυχημένο κατά τη γνώμη μου κινηματογραφικό "παιχνίδι".

Σάββατο, Μαρτίου 12, 2011

ΜΑΝΤΕΙΑ ΚΑΙ ΣΕΞ: ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ORACLE


Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια ταινία τρόμου ή ένα μεταφυσικό θρίλερ. Θα μπορούσε επίσης να είναι ένα κανονικό πορνό, απ' αυτά "με υπόθεση". Κι όμως πρόκειται για μια... μεταφυσική κωμωδία με πραγματικά έξυπνο σενάριο.
Το "The Oracle" (2010) είναι η πρώτη ταινία του βρετανού Shamus Maxwell και, όπως λέει ο ίδιος, γυρίστηκε με... 3000 λίρες και μερικούς καλούς φίλους. Είναι ουσιαστικά γυρισμένο μέσα σε ένα διαμέρισμα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, και, πιστέψτε με, το τελευταίο πράγμα που με ένοιαζε ήταν η έλλειψη εφέ και εντυπωσιακών σκηνικών, αφού το βρήκα ένα από τα πιο συμπαθητικά και έξυπνα low budget φιλμ που έχω δει.
Η υπόθεση; Νεαρή και όμορφη μάντισσα (μέντιουμ ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε το) που ακούει στο συμβολικό όνομα-παραπομπή στους Δελφούς Delphi, μπορεί να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση φανερώνοντας κρυμένα μυστικά ή ό,τι άλλο μόνο κατά τη στιγμή του οργασμού! Έτσι, πληρώνοντας κάποιος για να μάθει κάτι, πρέπει υποχρεωτικά να κάνει έρωτα μαζί της. Απ' αυτή την ιδέα ξεκινά ένα γαϊτανάκι ασυνήθιστων καταστάσεων όπου η κοπέλα "διεκδικείται" από δύο απίστευτους μυστικούς πράκτορες που εργάζονται για την κυβέρνηση (με πολλά ερωτηματικά), έναν γείτονα με υπερφυσικές δυνάμεις και μια κοπέλα που έχει καθημερινές, αισθηματικής φύσης απορίες που ζητούν άμεση απάντηση...
Η ταινία δεν ξεκαθαρίζει απόλυτα το τι ακριβώς είναι όλοι αυτοί οι μυστήριοι τύποι, αλλά νομίζω ότι ουδείς νοιάζεται γι' αυτό. Το σενάριο είναι πολύ σφιχτό ακόμα και δίχως όλες τις απαντήσεις στα ερωτήματα που ανακύπτουν, πηγαινοέρχεται επιδέξια ανάμεσα στο υπερφυσικό και το απόλυτα καθημερινό, αφού μπορεί να διαπραγματεύεται ιστορίες με πανίσχυρους πράκτορες και (πιθανόν) δαίμονες, αλλά και καθημερινές ερωτικές ίστορίες των ηρώων και τις μικρές αγωνίες που ανακύπτουν εξ αιτίας τους. Και συνηγορεί υπέρ της απόλυτης ελευθερίας στις ερωτικές προτιμήσεις δίχως τον παραμικρό στόμφο ή διδακτισμό, απόλυτα φυσικά. Επίσης, εκτός από πολύ χιούμορ, ταραντινικές αναφορές και σασπένς που με κράτησε, διαθέτει και αρκετή δόση τρυφερότητας, αλλά και απροσδόκητα καλές για σχεδόν ερασιτεχνική παραγωγή ηθοποιίες, ενώ παίζει έξυπνα με διάφορα στάνταρ του φανταστικού, που προσθέτουν μια έξτρα απόλαυση στους φίλους του είδους.
Συνολικά λοιπόν, δίχως φυσικά να τη θεωρώ αριστούργημα, βρήκα την ταινία πανέξυπνη και απολαυστική μέσα στο εξοντωτικό low budget της. Δεν ξέρω ποια θα είναι η συνέχεια του κυρίου Shamus Maxwell, μ' αυτή την πρώτη ταινία του πάντως απέδειξε ότι όταν υπάρχουν καλές και φρέσκιες ιδέες, ακόμα και η πιο ακριβή των τεχνών, ο κινηματογράφος, μπορεί κάλλιστα να υπάρξει με μηδαμινούς προϋπολογισμούς.

Τετάρτη, Μαρτίου 09, 2011

6o ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΑΙΝΙΩΝ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ SFF-RATED


Την Πέμπτη 10 Μαρτίου ξεκινά στο Μικρόκοσμο το 6ο αισίως ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ & ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ, με δεκάδες μικρού και μεγάλου μήκους φιλμ. Το ενδιαφέρον είναι οτι η συντριπτική πλειοψηφία τους (εκτός ίσως από 2-3) είναι και μάλλον θα παραμείνει άπαιχτη στις ελληνικές αίθουσες. Θα βρίσκομαι εκεί σχεδόν καθημερινά, αφού είμαι κι εγώ ανακατωμένος στη διοργάνωση. Οι πιστοί του είδους ας προσέλθουν! Προσωπικές προτιμήσεις από τις μεγάλου μήκους: "Oracle", "Whisperer in the Dark", το μεξικάνικο "Depositarios" και - προσοχή, μόνο για σινεφίλ, αφού είναι "φεστιβαλική" ταινία - το ουγγρικό "A HETEDIK KÖR" (7th Circle).
Το φεστιβάλ οργανώνεται από την πάντα δραστήρια ΑΛΕΦ (Αθηναϊκή Λέσχη Επιστημονικής Φαντασίας).
Παραθέτω αναλυτικά το πρόγραμμα :
SFF-rated ATHENS
6o ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ & ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ
ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ FILM CENTER Συγγρού 106, Στάση Μετρό ΦΙΞ, τηλ. 210-9215305
10-16 ΜΑΡΤΙΟΥ 2011


Πέμπτη 10 Μαρτίου Σκηνοθέτης Χώρα Έναρξη

Μεγάλο A HETEDIK KÖR Arpad Sopsits ΟΥΓΓΑΡΙΑ 17:30

Μικρά APOCALYPSE YESTERDAY! (4) 19:30
REMNANT Thanos Kermitsis Ελλάδα
APOCALYPSE STORY Jeffrey P. Nesker Καναδάς
EARTHSHIP David Wilson ΗΠΑ
L'ABRI Antoine Duquesne Βέλγιο

Μικρά CREATURES (7) 20:45
EL GRIFO Denis Rovira Ισπανία
THE FURRED MAN Paul Williams Βρετανία
MURDOCH'S OTHER EYE Katherine Fitzgerald Καναδάς
UNITED MONSTER TALENT AGENCY Greg Nicotero ΗΠΑ
BASAR VEDAM Oren Hamel Ισραήκ
SISTERS James Findlay Αυστραλία
DE SCHADUW VAN BONIFATIUS Thijs Schreuder Ολλανδία

Μεγάλο EARTHLING Clay Liford ΗΠΑ 22:15

Μεταμεσονύχτια SUBCONSCIOUS Χρήστος Πετρόπουλος ΕΛΛΑΔΑ 24:00

Παρασκευή 11 Μαρτίου Σκηνοθέτης Χώρα Έναρξη

Μεγάλο THE ORACLE Shamus Maxwell ΒΡΕΤΑΝΙΑ 17:30

Μικρά LATINO LOVERS (5) 19:00
REMEMBER Andrea Zamburlin Ιταλία
LASTRAIN Τony Lopez & David Sanz Ισπανία
SOMBRAS NADA MΑS Max Valverde Κόστα Ρίκα
O SOLITΑRIO ATAQUE DE VORGON Caio Dandrea Βραζιλία
QUEDATE CONMIGO Zoe Berriatúa Ισπανία

Μεγάλο Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ Παναγιώτης Κράββας ΕΛΛΑΔΑ 20:30

Μεγάλο DEPOSITARIOS Rodrigo Ordonez ΜΕΞΙΚΟ 22:15

Μεταμεσονύχτια THE HUNT FOR GOLLUM Chris Bouchard ΒΡΕΤΑΝΙΑ 24:00
Μεταμεσονύχτια CALL OF CTHULHU Andrew Leman ΗΠΑ

Σάββατο 12 Μαρτίου Σκηνοθέτης Χώρα Έναρξη

Μικρά ΔΙΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΖΩΝΗ Ι (5) 17:30
THE ADJUSTABLE COSMOS Adam Duncan Αυστραλία
36EME SOUS-SOL PH Debies Γαλλία
SALVA EL MUNDO Borja Echeverrνa Lamata Ισπανία
THE HAPPY LIFE Μίνως Νικολακάκης Ελλάδα
GENIO Y FIGURA Hatem Khraiche Ruiz-zorilla Ισπανία

Μικρά ΔΙΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΖΩΝΗ ΙΙ (6) 19:00
'SWEETHEART' Michael Matthews Νότια Αφρική
MOON DUST Ezequiel Romero García Ισπανία
TIMELARKS John Edwards Βρετανία
MUTANTLAND Phil Tippett ΗΠΑ
BY HER HAND, SHE DRAWS YOU DOWN Anthony G. Sumner ΗΠΑ
ΕΛΕΓΧΟΣ 2011 Θάνος Καρβούνης & Δήμος
Καπογιάννης Ελλάδα

Μεγάλο 8th WONDERLAND Nicolas Alberny & Jean
Mach ΓΑΛΛΙΑ 20:30

Μεγάλο THE WHISPERER IN DARKNESS Sean Branney ΗΠΑ 22:15

Μεταμεσονύχτια Short: Detention Aden Shillito ΝΕΑ ΖΗΛΑΝΔΙΑ 24:00
Μεταμεσονύχτια Doc: WESTALL '66: A SUBURBAN UFO
MYSTERY
Rosie Jones ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ
Μεταμεσονύχτια Feature: PROJECT GREY (Director's Cut) Crystal-Dawn Rosales &
Christian Blaze ΚΑΝΑΔΑΣ

Κυριακή 13 Μαρτίου Σκηνοθέτης Χώρα Έναρξη

Μικρά ΔΙΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΖΩΝΗ ΙΙΙ (5) 17:30
CRACKS Stuart Mannion Αυστραλία
GELECEKTEN ANILAR Hüseyin Mert Erverdi Τουρκία
CEKANJE Daniel Beres Βοσνία Ερζεγοβίνη
FILE UNDER MISCELLANEOUS Jeff Barnaby Καναδάς
MERIDIAN Ryan Phillips ΗΠΑ

Μικρά ΔΙΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΖΩΝΗ ΙV (5) 19:00
DARKNESS' SEED john butler Βρετανία
CICLOPE Carlos Morett Ισπανία
THE TOWER OF TIME JOSE LUIS QUIROS Ισπανία
ONCE UPON A TIME ON EARTH Ian Hothersall Βρετανία
LA TERRIBLE MALEDICTION Stephane Papet Βέλγιο

Μικρά ΔΙΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΖΩΝΗ V (6) 20:30
BOTTLES Jon Stout ΗΠΑ
ONE MAN AND HIS DOG Jonathan Hopkins Βρετανία
LOVEC OBLAKOV MIHA KNIFIC Σλοβενία
ALL MEN ARE CALLED ROBERT March Henri-Boulier Γαλλία
COCKPIT: THE RULE OF ENGAGEMENT Jesse Griffith ΗΠΑ
DEAD ON TIME Ανδρ. Λαμπρόπουλος & Κώστας
Σκύφτας Ελλάδα

Μεγάλο THE ORACLE Shamus Maxwell ΒΡΕΤΑΝΙΑ 22:00

Μεγάλο ΨΥΧΟΣ Γιώργος Πιτσάκης ΕΛΛΑΔΑ 23:15

Δευτέρα 14 Μαρτίου Σκηνοθέτης Χώρα Έναρξη

Μεγάλο EARTHLING Clay Liford ΗΠΑ 17:30

Μεγάλο A HETEDIK KÖR Arpad Sopsits ΟΥΓΓΑΡΙΑ 19:30

Μικρά DREAM MAKERS (4) 21:30
HOLLYWOOD FOREVER Amy Ludwig ΗΠΑ
DIE ZUKUNFT DES FILMS?! Robert von Wroblewsky Γερμανία
DREAMSCAPES Brandon Fryman ΗΠΑ
LA TOMA Alfonso Lourido Ουρουγουάη

Μεγάλο Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ Παναγιώτης Κράββας ΕΛΛΑΔΑ 22:30

Τρίτη 15 Μαρτίου Σκηνοθέτης Χώρα Έναρξη

Μεγάλο ΨΥΧΟΣ Γιώργος Πιτσάκης ΕΛΛΑΔΑ 17:30
Μεγάλο DEPOSITARIOS Rodrigo Ordonez ΜΕΞΙΚΟ 18:45
Μεγάλο THE WHISPERER IN DARKNESS Sean Branney ΗΠΑ 20:45
Μεγάλο 8th WONDERLAND Nicolas Alberny & Jean
Mach ΓΑΛΛΙΑ 22:45

Τετάρτη 16 Μαρτίου Σκηνοθέτης Χώρα Έναρξη

Μικρά ANIMATION(4) 17:30
THE BALL Tero Lehti Φινλανδία
DREAMING A WHOLE LIFE Francisco Javier Ara Ισπανία
X.O. GENESIS Rowan Wernham Νέα Ζηλανδία
THE WIND-UP LIFE Yi-Jen Chen ΗΠΑ

Μικρά ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ (5) 18:00
SHADOW BEYOND TIME Ioannis Tzouvelekis Ελλάδα
2040/ΤHE SHELTER Ιωάννης Νικηφόρος Ελλάδα
ΕΙΣ ΥΓΕΙΑ Μιχάλης Λυγκιάρης Ελλάδα
ΜΟΝΑΔΑ Αμέρισσα Μπάστα Ελλάδα
ΤΡΩΓΛΟΔΥΤΕΣ Θάνος Κερμίτσης Ελλάδα

Μικρά SHORTS SUPREME: Βραβεία Κοινού
προηγουμένων SFF-rated ATHENS
19:45
ΑΠΟΛΥΤΗ ΣΤΙΓΜΗ Λουίζος Ασλανίδης ΕΛΛΑΔΑ
COST OF LIVING Jonathan Joffe ΚΑΝΑΔΑΣ
ZOMBIE Chris Armstrong ΗΠΑ
RAIN Nofre Moya ΙΣΠΑΝΙΑ
EL NUNCA LO HARIA Anartz Zuazua ΙΣΠΑΝΙΑ

Βραβεία ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΗΚΟΥΣ 2011 21:00

Βραβεία ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ 2011 & ΕΠΑΝΑΠΡΟΒΟΛΗ 21:15

Δώρα ΚΛΗΡΩΣΗ ΔΩΡΩΝ ΚΟΙΝΟΥ 21:45

Πάρτυ ΠΑΡΤΥ 22:00


Διαλείμματα μεταξύ των προβολών Xenta Absenta: ανά πάσα στιγμή
ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΠΡΟΛΟΓΗΣΟΥΝ ΤΙΣ ΤΑΙΝΕΣ ΤΟΥΣ
ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ TAINIA HMEΡΑ/ΩΡΑ
Χρήστος Πετρόπουλος SUBCONSCIOUS Πέμπτη 10/3 24:00
Παναγιώτης Κράββας Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ Παρασκευή 11/3 20:30
Sean Branney THE WHISPERER IN DARKNESS Σάββατο 12/3 22:15
Γιώργος Πιτσάκης ΨΥΧΟΣ Κυριακή 13/3 23:15

Τρίτη, Μαρτίου 08, 2011

ΑΛΗΘΙΝΟ ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΣΑΡΚΑΣΜΟΣ


Δηλώνω από την αρχή φανατικός οπαδός των αδελφών Joel και Ethan Coen. Είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που μ' αρέσουν όλες οι τανίες τους (με εξαίρεση το βαρετό "Ladykillers"). Έτσι είναι φυσικό να μου αρέσει και το "True Grit" (Αληθινό θράσος) του 2010, ριμέικ του ομώνυμου γουέστερν του Hathaway με τον Τζον Γουέιν. Το οποίο είναι ένα "κανονικό", απολαυστικό, κλασικό γουέστερν (αν σας αρέσει το είδος τέλος πάντων), το οποίο όμως φέρει εμφανή τη σφραγίδα των δαιμόνιων αδελφών. Ποια είναι αυτή; Το σαρκαστικό, συχνά κυνικό και συχνά κατάμαυρο χιούμορ τους και η κάθε λογής απομυθοποίηση που περιμένει τα εκάστοτε θέματά τους.
Κατά τα άλλα πρόκειται για μια τυπική για γουέστερν ιστορία εκδίκησης. Μια δεκατετράχρονη πεισματάρα και με φαρμακερή γλώσσα κοπελίτσα προσπαθεί να εκδικηθεί με κάθε τρόπο τον άδικο θάνατο του πατέρα της. Προσλαμβάνει λοιπόν έναν μισοτελειωμένο, αλκοολικό κυνηγό επικηρυγμένων και η περιπέτεια αρχίζει. Περιπέτεια που παρακολουθεί όχι μόνο την αναζήτηση του δολοφόνου, αλλά και την εξέλιξη των μεταξύ τους σχέσεων, καθώς και των σχέσεων με τον άλλο κυνηγό - αστυνομικό, από το Τέξας αυτόν, τον καυχησιάρη και επιτηδευμένο Ματ Ντέιμον.
Όπως και σε άλλα φιλμ των Coen, τη δράση και το έντονα δραματικό στοιχείο διαδέχεται το χιούμορ και η απομυθοποίηση των "ηρώων" του Φαρ Ουέστ. Αδίστακτοι, μέθυσοι, φανφαρόνοι, κυνικοί ήταν αυτοί που κατέκτησαν τη Δύση και δημιούργησαν τη σημερινή Αμερική. Καθολου τυχαίο νομίζω... Οι Coen βεβαίως, άλλο που δε θέλουν να αναδείξουν τα στοιχεία αυτά, τονίζοντας το κυνικό στοιχείο (οι κοφτεροί διάλογοι είναι όλα τα λεφτά), που υπάρχει έντονο και στη μικρή πρωταγωνίστρια, η οποία κάθε άλλο παρά αθώο και αβοήθητο κορίτσι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Και μέσα σε όλα αυτά, όσο προσχωράμε προς το τέλος, οι σπίθες τρυφερότητας και φιλίας δεν λείπουν από το σκληρό και άγριο κατά τα άλλα ανθρώπινο τοπίο της Άγριας Δύσης.
Από την άλλη ο Τζεφ Μπρίτζες είναι και πάλι εκπληκτικός ως γερασμένος, σκληρός, αδίστακτος, αλκοολικός και γενικότερα μάλλον παρακμασμένος κυνηγός επικηρυγμένων.
Γενικά πάντως δεν νομίζω ότι χωράνε και πολλές πολλές αναλύσεις διότι, κατά τη γνώμη μου πάντα, οι Coen εδώ και σχεδόν 30 χρόνια κάνουν, πάνω απ' όλα, απολαυστικό σινεμά με όποιο είδος κι αν ασχοληθούν (νουάρ, γουέστερν, κωμωδία κλπ.). Με τον μόνιμο σαρκασμό που διαθέτουν, που είναι μάλλον το κυρίαρχο χαρακτηριστικό τους και τη σε βάθος εξερεύνηση της ανθρώπινης βλακείας (εδώ το στοιχείο αυτό δεν υπάρχει και τόσο). Μακάρι να συνεχίσουν έτσι για πάντα.

Κυριακή, Μαρτίου 06, 2011

ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ


Η ανεξάρτητη αμερικανίδα σκηνοθέτης Debra Granik καταφέρνει με το "Winter's Bone" (Στην Καρδιά του Χειμώνα, 2010) να δώσει ένα πολύ δυνατό δράμα και έναν εξαιρετικό πρωταγωνιστικό χαρακτήρα, που θα μείνουν για καιρό στο μυαλό μου.
Μια 17χρονη πάμφτωχη, αλλά πεισματάρα κοπέλα στη "βαθιά" αμερικάνικη επαρχία (κάπου στο Μισούρι), με μια μάνα που δεν επικοινωνεί με κανέναν και δύο μικρά αδέλφια, ψάχνει τον εξαφανισμένο και όχι πολύ νομοταγή πατέρα της. Όχι από αγάπη, συναισθηματική ανάγκη της παρουσίας του ή κάτι τέτοιο, αλλά καθαρά για πρακτικούς λόγους. Λόγους ζωής ή θανάτου θα λέγαμε. Αν δεν εμφανιστεί στο δικαστήριο οι πιστωτές θα πάρουν το μοναδικό περιουσιακό τους στοιχείο, το σπίτι, και η ήδη προβληματική οικογένεια θα μείνει κυριολεκτικά στο δρόμο. Κι εμείς παρακολουθούμε με την καρδιά να σφίγγεται ολοένα μια άγρια οδύσσεια της νεαρής, πλην όμως δυνατής εσωτερικά, κοπέλας σε ένα κάθε άλλο παρά φιλόξενο περιβάλλον. Έτσι, βαθμιαία, η κοινωνική ταινία μετατρέπεται σε ένα είδος θρίλερ - δίχως καθόλου να χάσει το κοινωνικό στοιχείο.
Όσο η αναζήτηση προχωρά, η εκπληκτική πρωταγωνίστρια (από τους δυνατότερους κινηματογραφικούς χαρακτήρες των τελευταίων χρόνων, νομίζω) βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στην καρδιά ενός σκοτεινού κόσμου που αποτελείται από "βλάχους" αμερικάνους: Παρασκευή και διακίνηση ναρκωτικών, γελάδια και καουμπόϊδες, πανταχού παρούσα κάντρι, κλειστοί, άγριοι και επικίνδυνοι χαρακτήρες, οικογενειακή τιμή (η βεντέτα δεν ανθεί φαίνεται μόνο στα μέρη μας), μπάτσοι και χαφιέδες, κλειστά στόματα, απίστευτες φάτσες και μια περιρέουσα σκληρότητα που διαπερνά τα πάντα συνθέτουν ένα αληθινά αφόρητο περιβάλλον. Που γίνεται χειρότερο από το μίζερο, ρημαγμένο και άσχημο τοπίο που περιβάλλει τη δράση. Όσο για οποιασδήποτε μορφής κοινωνική περίθαλψη ή πρόνοια... ξεχάστε τα αυτά. Αυτά είναι "κομουνιστικά". Εδώ είναι Αμερική και αν μπορείς ζήσε, αλλιώς πέθανε! Σίγουρα η ενηλικίωση της θαραλέας πρωταγωνίστριας γίνεται με τον σκληρότερο δυνατό τρόπο και η κατάληξή της είναι συγκλονιστική.
Φυσικά, πέραν από την προσωπική ιστορία, αυτό που μας αφήνει άφωνους είναι η ύπαρξη μιας τέτοιας Αμερικής, στην καρδιά της χώρας. Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για τους συντηρητικούς βλάχους αμερικάνους στις κεντρικές πολιτείες. Ε, λοιπόν, βλέποντας το φιλμ, θα διαπιστώσετε ότι τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Μπροστά στην απίστευτη καθημερινότητα που αντικρύζουμε, η σε αρκετά επίπεδα μίζερη ελληνική επαρχία φαντάζει... αληθινός παράδεισος. Και, για να μη νομίζετε ότι τα πράγματα δείχνονται μονόπλευρα, ναι, υπάρχουν και σπίθες ζεστασιάς, ανθρωπιάς και συμπόνιας σ΄ όλον αυτόν τον εφιαλτικό κόσμο. Πολύ λιγότερες όμως, φοβάμαι, από την κυρίαρχη ασχήμια. Ο ωμός ρεαλισμός του φιλμ πείθει για την αλήθεια όσων βλέπουμε και κάνει την εμπειρία συγκλονιστική. Και, ταυτόχρονα, σε κάνει να αναρωτιέσαι: Πώς μπορεί μια κοινωνία να καταντήσει έτσι; Και όχι σε κάποια ξεχασμένη τριτοκοσμική χώρα που υποφέρει από έλλειψη στοιχειωδών αγαθών, αλλά στην καρδιά της ίδιας της υπερδύναμης...
Εξασφαλίζοντας από τώρα μια θέση στις 10 καλύτερες της χρονιάς, η ταινία νομίζω ότι μένει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη μας. Ή τουλάχιστον στη δική μου.

Πέμπτη, Μαρτίου 03, 2011

ΤΟ ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΙΑΣ "ΕΞΟΔΟΥ"


Ο αυστραλός Peter Weir, από τους σημαντικούς σύγχρονους σκηνοθέτες για μένα, είχε να κάνει ταινία από το 2003. Να λοιπόν που εν έτει 2010 επανέρχεται με το «The Way Back”, εμπνευσμένο από αληθινά γεγονότα. Αφηγείται την απίθανη απόδραση μερικών, ετερόκλητων χαρακτήρων και background, κρατούμενων από ένα εφιαλτικό γκουλάγκ της Σιβηρίας της δεκαετίας του 40, την εποχή του πολέμου δηλαδή, αλλά και της απόλυτης βασιλείας του στυγνού σταλινισμού. Όπως λέει όμως χαρακτηριστικά το μότο του φιλμ, η απόδραση είναι μόνο η αρχή. Πράγματι, αυτό που παρακολουθούμε είναι η απόδρασή τους όχι από το στρατόπεδο (αυτό γίνεται μόνο στην αρχή), αλλά από την ίδια τη Σοβιετική Ένωση. Οι άνθρωποι αυτοί, ούτε λίγο ούτε πολύ, διέσχισαν με τα πόδια όλη τη χώρα, πέρασαν στη Μογγολία, το Θιβέτ, πέρασαν και τα Ιμαλάια και κατέληξαν στην Ινδία. Όχι όλοι τους βέβαια… Η «λεπτομέρεια που σκοτώνει» είναι ότι για να το κάνουν αυτό έπρεπε να περάσουν από τα -40 της Σιβηρίας και την απειλή θανάτου από το κρύο στα +50 των ερήμων της Μογγολίας και την απειλή θανάτου από δίψα!
Η απίστευτη αυτή οδύσσεια δίνεται με σχετικά επικό τρόπο, με εμμονή στο τοπίο – στο εντελώς διαφορετικό κάθε φορά τοπίο, χαρίζοντάς μας έτσι, αν μη τι άλλο, μια οπτική απόλαυση όσον αφορά τη φύση (και καθόλου απόλαυση βέβαια όσον αφορά τα όσα τράβηξαν οι άνθρωποι αυτοί). Ο Weir βέβαια είναι πάντα ένας ικανός σκηνοθέτης, και συχνά έχει επικεντρώσει στη φύση και το άγριο ή μη μεγαλείο της, αλλά συνολικά, μετά το τέλος, κάτι δεν μου πήγε καλά. Ή μάλλον, για να είμαι πιο ακριβής, το είδα μεν με ενδιαφέρον και με κράτησε, αλλά νομίζω ότι δεν είχε αυτό το κάτι άλλο που θα το απογείωνε. Για να χρησιμοποιήσω μια λέξη του Χ. Μήτση από το «Αθηνόραμα» που με βρήκε σύμφωνο, παραήταν ακαδημαϊκό. Δεν ξέρω αν ο 67χρονος Weir έχει εξαντληθεί (και η 7χρονη παύση προς τα εκεί δείχνει), πάντως προσωπικά περιμένω ακόμα απ’ αυτόν και ελπίζω.
Και, για να περάσουμε και στην πολιτική διάσταση, κάτι που με ενόχλησε σχετικά ήταν ο απόλυτος και δίχως αντίλογο αντικομουνισμός της ταινίας. Απεχθάνομαι το καταπιεστικό σοβιετικό καθεστώς – κυρίως τη σταλινική περίοδο που υπήρξε η χειρότερη απ’ αυτή την άποψη – και τα φριχτά γκουλάγκ όπου πολλοί στάλθηκαν για ψύλλου πήδημα και τις σοβιετικές εισβολές στην Ουγγαρία, την Τσεχοσλοβακία, το Αφγανιστάν… και δεν θα ταυτιστώ με την άποψη του ΚΚΕ που σίγουρα θα σκίζει τα ιμάτιά του με την ταινία (δεν είναι τυχαίο το ότι ο Δανίκας το βαθμολόγησε με «τετράγωνο»), αλλά νομίζω ότι αυτό το συλλήβδην «κακοί κομουνιστές» που κυριαρχεί στο φιλμ, δίχως οποιονδήποτε διαχωρισμό ή αντίλογο, είναι άδικο. Ιδιαίτερα στην εξαθλιωμένη από την επέλαση της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας εποχή μας, ίσως να είναι και επικίνδυνο. Είναι σα να υποκύπτει ο Weir στην απλοϊκή, παλιότερων εποχών κυρίως, χολιγουντιανή λογική του "καλοί - κακοί", δίχως κάποια περαιτέρω εμβάθυνση. Αυτά. Και, για να το ξαναπώ και να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, κάθε άλλο παρά κνίτης είμαι.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 28, 2011

ΜΟΑΣΙΡ: ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΑΚΑΤΕΡΓΑΣΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ


Ο Μοασίρ είναι ένας βραζιλιάνος καθόλου συνηθισμένος ναϊφ καλλιτέχνης. Η περίπτωσή του θυμίζει κάπως τον δικό μας Θεόφιλο σε σύγχρονη εποχή. Ο μαύρος αυτός ζωγράφος γεννήθηκε με πλήθος προβλημάτων: Κουφός από το ένα αυτί, με δυσκολίες στην ομιλία, με παραμορφωμένη σπονδυλική στήλη και, επιπλέον, πάμφτωχος (ένα από τα 9 παιδιά μιας φτωχής χωριάτικης οικογένειας) και παρέμεινε αναλφάβητος. Και, κυρίως, αυτό που θα λέγαμε "αλαφροϊσκιωτος". Ο Μοασίρ ζωγράφιζε πάνω σε όποια επιφάνεια εύρισκε και με ό,τι υλικό ανακάλυπτε στη φύση από 7 χρονών. Μάλλον ανίκανος να δουλέψει, ανέπτυξε ένα αληθινό πάθος για τη ζωγραφική, η οποία είναι η αποκλειστική ασχολία του.
Ο Walter Carvalho γύρισε το ντοκιμαντέρ "Moacir Arte Bruta" γι' αυτόν το 2006, όταν είχε ήδη ανακαλυφτεί και ήταν ένας καταξιωμένος ναϊφ καλλιτλεχνης, αν και δεν εγκατέλειψε ποτέ το φτωχό χωριό και τους δικούς του (γονείς και αδέλφια). Κινηματογραφικά δεν νομίζω ότι έχει κάποια πρωτοτυπία ή ιδιαιτερότητα. Όπως όμως συχνά συμβαίνει με τα ντοκιμαντέρ, είναι το πολύ δυνατό θέμα που με κράτησε. Ο Μοασίρ ζωγραφίζει - με αδέξιο τρόπο βέβαια - πράγματα που βρίσκονται πολύ κοντά στους σουρεαλιστές, τους οποίους βεβαίως δεν έχει ακούσει ποτέ. Τα θέματά του είναι ζώα και μυθικά πλάσματα, σκηνές με έντονη και παράδοξη σεξουαλικότητα, διάβολοι και άγιοι (και ίσως μερικές φορές ένα συνοθύλευμα απ' όλα αυτά), αλλά και καθημερινές σκηνές (αυτοκίνητα, αεροπλάνα κλπ.) Το φοβερό είναι ότι ο άνθρωπος αυτός - στα όρια σχεδόν του καθυστερημένου - ισχυρίζεται σοβαρότατα ότι όλα αυτά τα βλέπει. "Ο καθένας βλέπει διαφορετικά πράγματα" λέει με τον χαρακτηριστικό του τρόπο ομιλίας μπροστά στην κάμερα. "Εγώ όταν βγαίνω έξω τα βλέπω αυτά τα πλάσματα. Κουνάν έτσι τα χέρια τους, κάνουν το τάδε και το τάδε πράγμα..." κλπ. Και αρκετές φορές, όταν του ζητάνε να περιγράψει τι είναι αυτά που ζωγραφίζει και αφού περιγράφει κάθε πίνακά του ("αυτό είναι ψάρι, αυτό είναι ζώο που έχει δυο κεφάλια στα πόδια του, αυτό είναι αυτοκίνητο" κλπ.), λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια: "Αυτό εγώ το έκανα, αλλά δεν ξέρω τι είναι". Οι πίνακές του, άτεχνοι και απλοϊκοί σαν ζωγραφική, το ξαναλέω, έχουν μεγάλη δύναμη και εξασκούν μια άμεση έλξη στο θεατή.
Στο φιλμ μιλά κυρίως ο ίδιος ο Μοασίρ (συχνά ακατάληπτα), αλλά και οι γέροι γονείς του, οι γείτονες, μια αδελφή του κλπ. Τον παρακολουθούμε να ζωγραφίζει τόσο φυσικά, σα να αναπνέει. Τον βλέπουμε στις καθημερινές του, συχνά ιδιόρυθμες, συνήθειες. Κάνει βόλτες με το ποδήλατό του στο χωριό, ενώ μπροστά αναρτά μια πελώρια διαβολόμορφη μάσκα που μόλις ζωγράφισε. "Κάνω διαφήμιση" λέει σοβαρότατα. Παρακολουθεί στην τηλεόραση δημοπρασίες με μάλλον άθλιους πίνακες (κάτι σαν Μιραράκη) με μεγάλο ενδιαφέρον και σοβαρότητα. Έχει τους τοίχους του σπιτιού του (σχεδόν καλύβα για να είμαστε ακριβείς), μέσα και έξω, ζωγραφισμένους με δαιμονικά πλάσματα και σχεδόν πορνογραφικές σκηνές (πριν γίνει γνωστός τις είχαν σβήσει απ' τους έξωτερικούς επειδή "δεν είναι σωστό να ζωγραφίζεις διαβόλους"). Και πολλά άλλα σχετικά.
Αξίζει νομίζω να δείτε την ταινία αν την πετύχετε κάπου όχι τόσο για κινηματογραφικούς λόγους όσο για το θέμα της, για τη μοναδική προσωπικότητα του ανθρώπου αυτού, τη δύναμη, το πάθος και το (ακατάληπτο ίσως) όραμά του. Και κυρίως για να διαπιστώσετε ιδίοις όμμασι τι μπορεί να κρύβεται στην ψυχή ενός πέρα για πέρα μη κανονικού ανθρώπου.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 25, 2011

ΤΟ ΡΟΥΜΑΝΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ ΣΦΥΡΙΖΕΙ ΚΑΛΑ


Μια από τις κινηματογραφίες που ξεχωρίζουν τα τελευταία χρόνια είναι αυτή της Ρουμανίας. Οι ταινίες της, εκτός από καλές, διαθέτουν και μια ομοιογενή ματιά, αν και προφανώς γυρισμένες από διαφορετικούς σκηνοθέτες: Απλές σε πρώτη ανάγνωση, διαθέτουν έναν έντονο και συχνά σκληρό κοινωνικό ρεαλισμό που θυμίζει το σινεμά του Λόουτς, δίχως όμως ποτέ να είναι "flat", απλώς μια "φέτα ζωής" δηλαδή, χωρίς πλοκή και εξέλιξη.
Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του "Όταν θέλω να σφυρίξω, σφυρίζω" ("Eu cand vreau sa fluier, fluier" στα ρουμάνικα, 2010) ο Florin Serban ακολουθεί πιστά το "εθνικό" αυτό στιλ και μας δίνει ένα δυνατό δράμα φυλακών, με ήρωα έναν δεκαοχτάχρονο που πρόκειται να αποφυλακιστεί σε δύο εβδομάδες, μετά από 4 χρόνια εγκλεισμού. Η εξέλιξη της ταινίας όμως και τα όσα συμβαίνουν από τη μέση και πέρα τη μετατρέπει σε σχεδόν θρίλερ.
Ο Serban δεν παραλείπει να υπογραμμίσει την τεράστια σημασία του κοινωνικού παράγοντα, που δρα καταλυτικά στο προσωπικό δράμα του πρωταγωνιστή του. Πέραν της φυλακής αυτής καθ' εαυτής λοιπόν, ολόκληρη η χώρα μοιάζει βουτηγμένη στη φτώχεια και τη μιζέρια. Η μητέρα του ήρωα άλλωστε έχει μεταναστεύσει στην Ιταλία, αφού προφανώς δεν μπορεί να ζήσει στη χώρα της. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς: Τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος αυτός ακόμα κι όταν αποφυλακιστεί; Θα βρει δουλειά αυτός, ένας πρώην κατάδικος, τη στιγμή που οι ελεύθεροι κάτοικοι αναγκάζονται να μεταναστεύσουν; Και, βέβαια, υπάρχει και το ερωτικό αδιέξοδο, που φαίνεται από την αρχή, αφού το αντικείμενο του πόθου του είναι - υπό κανονικές συνθήκες τουλάχιστον - άπιαστο. Έτσι το όλο σκηνικό είναι από παντού ασφυκτικό και η τελική έκρηξη απόλυτα δικαιολογημένη από τις πολλαπλές πιέσεις (πάντοτε σχεδόν η πανταχόθεν πίεση οδηγεί σε έκρηξη.
Δυνατή και καθαρή σκηνοθεσία με πολλά κοντινά πλάνα, ρεαλισμός, όπως είπαμε, ενδιαφέρουσα εξέλιξη (αν και μάλλον προβλέψιμη) και ένας πολύ καλός επίσης πρωτοεμφανιζόμενος πρωταγωνιστής, συνθέτουν μια καλή κατά τη γνώμη μου ταινία που βάζει ένα ακόμα λιθαράκι στην άνοδο του ρουμάνικου σινεμά που λέγαμε και στην αρχή.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 23, 2011

ΤΙ ΚΡΥΒΕΤΑΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ "ΔΥΣΤΥΧΟ" CYRUS


Οι αδελφοί Jay και Mark Duplass γυρίζουν εν έτει 2010 το «Cyrus» («Ο Φίλος της Μαμάς μου» ελληνικός τίτλος) και το διαφημίζουν (όχι οι ίδιοι, υποθέτω, οι διανομείς) ως κωμωδία. Το πρόβλημα με την ταινία αυτή είναι ότι ούτε ακριβώς κωμωδία είναι, ούτε δράμα, ούτε θρίλερ (με λίγες μετατροπές στο σενάριο θα μπορούσε να γίνει κι απ’ αυτό). Γενικά είναι κάτι αναποφάσιστο και γι’ αυτό, τελικά, ούτε να με κάνει να γελάσω πολύ κατάφερε ούτε να με συγκινήσει.
Η ιδέα είναι αρκετά πρωτότυπη: Μεσήλικας που για χρόνια μετά τον χωρισμό του κατρακυλά στην παρακμή, γνωρίζει επιτέλους τη γυναίκα της ζωής του και τα φτιάχνει μαζί της. Αυτή όμως έχει έναν γιο γύρω στα 25. Kανένα πρόβλημα για τον ήρωά μας. Ο γιος όμως δεν είναι αυτό που θα λέγαμε απόλυτα νορμάλ. Στα όρια σχεδόν του αυτισμού, προσκολλημένος στη μητέρα του και αρνούμενος να φύγει από το σπίτι της, αντιμετωπίζει από την αρχή τον εραστή σαν παρείσακτο εισβολέα. Κι από εκεί θ’ αρχίσουν τα προβλήματα, τα οποία θα χοντραίνουν όσο προχωρά η ταινία.
Το φιλμ στηρίζεται κατά πολύ στην σεναριακή προσωπικότητα και την ηθοποιία του ταλαντούχου και ευτραφούς Jonah Hill, δίχως τον οποίο θα έχανε νομίζω το όποιο ενδιαφέρον του. Το θέμα πάντως είναι ότι ενώ ξεκινά σαν κωμωδία (ίσως μάλιστα και κάπως χοντρή σε κάποιες στιγμές), στη συνέχεια χαλαρώνει, με το ζόρι σκάει λιγάκι το χείλι σου δηλαδή, γίνεται κάτι σαν δράμα - με διάσπαρτο χιούμορ πάντως - και μετά... δεν ξέρω τι ακριβώς είναι. Και ως θεατής επίσης δεν ήξερα αν θα έπρεπε να μισήσω τον ή να συγκινηθώ με τον Σάιρους, που και τα μύρια όσα κακά κάνει, αλλά και όντως είναι προβληματικός - και, σημειωτέον, βγαίνει πάντα λάδι ως το καημένο το κάπως καθυστερημένο παιδί, που το μισεί ο κακός εραστής της μαμάς. Γι' αυτό σας είπα: Αν ήταν περισσότερο σατανικός, θα μπορούσαμε να έχουμε να κάνουμε με θρίλερ στο στιλ του "Καλού Γιου".
Μ' αυτά και μ' αυτά όμως η ταινία μου άφησε ένα βαθύ συναίσθημα ανικανοποίητου, με την έννοια ότι θα μπορούσε να είναι κάτι, αλλά δεν είναι. Έχω ακούσει καλά λόγια για την πρώτη ταινία των Duplass. Δεν την έχω δει, αυτή εδώ όμως με απογοήτευσε. Για να δούμε τη συνέχεια...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 20, 2011

4 LIONS: ΜΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ... ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ


Το "Four Lions" (2010), πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του βρετανού Christopher Morris, είναι κάτι πραγματικά ασυνήθιστο που, προσωπικά τουλάχιστον, πρώτη φορά είδα στην οθόνη: Είναι μια κωμωδία, ξεκαρδιστική ενίοτε, με θέμα φανατικούς ισλαμιστές τρομοκράτες που ζουν στο Λονδίνο και προσπαθούν μανιωδώς να βάλουν βόμβες στα πιο καίρια σημεία του (όπως στο μετρό) για να προκαλέσουν αληθινή σφαγή - όσο μεγαλύτερη σφαγή γίνεται, για να είμαστε πιο ακριβείς. Κι είναι θέμα αυτό για κωμωδία; θα αναρωτηθείτε, όπως αναρωτιόμουν κι εγώ μην πιστεύοντας στα μάτια μου όταν έβλεπα την ταινία. Ε, λοιπόν, να που όλα γίνονται...
Από το θέμα αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για μάλλον μαύρη κωμωδία. Οι τέσσερεις ήρωές μας, απο τους οποίους οι τρεις λίγο απέχουν ή είναι εντελώς ηλίθιοι, σχεδιάζουν διαρκώς τρομοκρατικά χτυπήματα, σκέφτονται πώς μπορούν να πάρουν μαζί τους όσο περισσότερους "άπιστους" μπορούν, συζητούν για το Ισλάμ και τον παράδεισο που τους περιμένει και, πάνω απ' όλα, είναι φανατικοί όσο δεν παίρνει. Αν δεν ήταν άλλωστε θα ήταν τόσο πρόθυμοι να τιναχτούν οι ίδοι στον αέρα για να πάρουν μαζί τους, όπως είπαμε, όσο περισσότερους άσχετους ανθρώπους μπορούν; Το θέμα είναι ότι είναι τόσο βλάκες ή τόσο τυφλωμένοι από τον φανατισμό, που ό,τι λένε, σχεδιάζουν ή πράττουν γίνεται υπερβολικά αστείο καθώς καταφέρνουν πάντοτε να περιπλέκουν απλά πράγματα. Εδώ, νομίζω, ότι βρίσκεται και το "μήνυμα" του δημιουργού: Η ακέραια, ανιδιοτελής, γεμάτη αυταπάρνηση πίστη σε μια ιδεολογία και η αυτοθυσία μπορούν κάλλιστα να συνοδεύονται από καθαρή ηλιθιότητα όταν συνυπάρχει με τον τυφλό φανατισμό. Ή, αν προτιμάτε, ο τυφλός φανατισμός οδηγεί οποιαδήποτε ιδεολογία, όσο ανιδιοτελής κι αν είναι αυτή, στην καθαρή ηλιθιότητα. Ή μήπως πρέπει κανείς να είναι εξ αρχής ηλίθιος για να είναι φανατικός; Δεν μπορώ να απαντήσω ξεκάθαρα σε όλα αυτά, όλες όμως οι πιθανές διασυνδέσεις φανατισμού και βλακείας έρχονταν στο μυαλό μου παρακολουθώντας το φιλμ. Δίχως να ξεχνάμε και το ότι ο φανατισμός συνήθως ευδοκιμεί σε ανθρώπους χαμηλού μορφωτικού επιπέδου (δίχως να αποκλείονται και εξαιρέσεις). Αυτά και για την κοινωνική όψη του θέματος. Από τη άλλη, είναι σαφές ότι οι ανεκδιήγητοι φανατικοί που βλέπουμε υπάρχουν στην οθόνη για να καυτηριάσουν αλύπητα όχι φυσικά κάθε μουσουλμάνο, αλλά κάθε λογής φανατικό, κάθε άνθρωπο με ιδεολογικές (πολιτικές, θρησκευτικές, ποδοσφαιρικές ή ό,τι άλλο) παρωπίδες. Ο Morris κατά τη γνώμη μου τα καταφέρνει πολύ καλά, αφού κατόρθωσε να με κάνει να ξεκαρδιστώ με ένα τόσο "άβολο" θέμα.
Και μένει το άλλο ενδιαφέρον σημείο: Η απίστευτη τόλμη του σκηνοθέτη. Οι διάφοροι ταλιμπανοειδείς ανά τον κόσμο μουτζαχεντίν έχουν επικηρύξει για πολύ ελαφρύτερα "πταίσματα" κάθε λογής δημιουργούς: Συγγραφείς, σκηνοθέτες κλπ. Απορώ πώς δεν ακούσαμε κάτι τέτοιο για τον Morris, που τους σατιρίζει αλύπητα και καυτηριάζει τόσο ανοιχτά την ιδεολογία τους (ανοιχτότερα δεν γίνεται). Το φιλμ έχει παιχτεί στο εξωτερικό (τον Δεκέμβρη π.χ. παιζόταν στο Παρίσι, όπου έτυχε να βρίσκομαι), δίχως ν' ανοίξει μύτη. Περίεργα πράγματα...
Προσωπικά πάντως θα συνιστούσα την ταινία, όχι μόνο για το δυστυχώς όλο και πιο επίκαιρο νόημά της, αλλά και για την πρωτοτυπία της, το άφθονο χιούμορ, για το ότι είναι καλογυρισμένη και δεν παραλείπει να ρίξει το βλέμμα της και στις προσωπικές ζωές των επίδοξων τρομοκρατών και στον κοινωνικό τους περίγυρο εν γένει. Και δεν με πειράζει καθόλου που σε ορισμένα σημεία φτάνει σχεδόν στα όρια της φάρσας. Τους χρειάζεται!

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 17, 2011

127 ΕΦΙΑΛΤΙΚΕΣ ΩΡΕΣ


Φαίνεται ότι φέτος είναι η χρονιά των κλειστοφοβικών ταινιών, με παγιδευμένους ήρωες να μετρούν επώδυνα τον χρόνο. Μετά το δυσβάστακτο "Buried", να που έρχεται τώρα ο
Danny Boyle με τις "127 ώρες" (2010) να μας μιλήσει για μια αληθινή αυτή τη φορά ιστορία. Την ιστορία ενός σπορτίφ, αεικίνητου νεαρού, που φεύγει μόνος κάπου στην έρημο της Γιούτα για να εξερευνήσει φαράγγια και παγιδεύεται σ' ένα απ' αυτά, καθώς το χέρι του πιάνεται από έναν βράχο που πέφτει. Αναγκάζεται να μείνει λοιπόν εκεί επί 5 ολόκληρες μέρες, βλέποντας το παγούρι του να αδειάζει σιγά - σιγά και περιμένοντας τον βέβαιο θάνατο. Εκτός αν...
Η δεξιοτεχνία του Boyle είναι γνωστή. Έτσι λοιπόν αυτό που προσπάθησε εδώ, βάζοντας πιθανόν ένα στοίχημα με τον εαυτό του, είναι το αν θα καταφέρει να κρατήσει τους θεατές επί δύο ώρες με έναν ακίνητο, παγιδευμένο, ολομόναχο ήρωα. Μπορώ να σας πω ότι το κατάφερε. Μπορεί ο θεατής να αγχώνεται όσο δεν παίρνει, να κλείνει τα μάτια στην επίμαχη σκηνή (όσοι ξέρουν το στόρι καταλαβαίνουν), αλλά πάντως δεν βαριέται με τίποτα. "Φταίει" η πέρα για πέρα σπιντάτη κινηματογράφηση του σκηνοθέτη, τρελή, βιντεοκλιπίστικη μερικές φορές, γεμάτη αδρεναλίνη (που ταιριάζει και με τον χαρακτήρα του ήρωα), που καταφέρνει να έχει ακόμα και μια γερή δόση χιούμορ απέναντι σε ένα τόσο ζοφερό θέμα - κατάμαυρο μερικές φορές, κυρίως στις σκηνές που ο ήρωας μιλά στην κάμερά του. Που μπερδεύει παλιές και πρόσφατες αναμνήσεις, αλλά και παραισθήσεις που έρχονται σιγά - σιγά, με το εφιαλτικό παρόν, που μερικές φορές πραγματικά σε εκπλήσει. Ναι, νομίζω ότι το κέρδισε το στοίχημα. Και υπάρχει και ο Τζέιμς Φράνκο σ' αυτό το ουσιαστικά one man show, που είναι πολύ καλός ερμηνεύοντας τον μάλλον ιδιαίτερο (πιθανόν και αντιφατικό) αυτόν χαρακτήρα, προσθέτοντας έτσι πόντους στο εγχείρημα.
Όλα αυτά ελαφρύνουν βέβαια την όλη ιστορία, η οποία όμως δεν παύει να είναι απόλυτα δυσβάσταχτη και φριχτή. Πέραν αυτού πάντως, και παρά το ενδιαφέρον, δεν παύει το όλο πράγμα να είναι μια ακραία και σπανιότατη αληθινή προσωπική ιστορία. Έχω ξαναγράψει ότι όλες αυτές οι απίθανες και πιθανόν ενδιαφέρουσες ιστορίες, που όμως αφορούν ένα και μόνο άτομο ή συμβαίνουν μια στο εκατομμύριο (και βάλε), πάντοτε μου αφήνουν ένα κενό. Μάλιστα, φοβερά σπάνιο, καλογυρισμένο... Και μετά; Εκτός βέβαια αν επιμείνετε να βγάλετε ηθικά διδάγματα που αφορούν την "δύναμη της ανθρώπινης θέλησης", το πανίσχυρο αίσθημα της επιβίωσης, την ανθρώπινη αποφασιστικότητα και άλλα τέτοια κλισέ. Αλλά μπορεί και να καταλήξετε και σε άλλο χρήσιμο συμπέρασμα: Όταν ξεκινάτε μόνος για εκδρομή, καλού κακού ειδοποιείτε κάποιους για το πού περίπου θα βρίσκεστε. Δεν βλάπτει...