Τρίτη, Νοεμβρίου 09, 2010

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΔΥΣΤΥΧΙΕΣ


Δεν είμαι φαν του Facebook. Δεν είμαι καν μέλος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μ' ενδιαφέρει ως κοινωνικό φαινόμενο. Και μάλιστα όταν σκηνοθέτης της ταινίας που μιλά γι΄αυτό, για τη γέννησή του, είναι ο David Fincher, από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς κατά τη γνώμη μου.
Στο "The Social Network" (2010) λοιπόν ο Fincher αφηγείται την την αληθινή ιστορία της ιλιγγιώδους ανόδου ενός ιδιοφυούς πρωτοετούς φοιτητή που επινοεί (περίπου) το δίκτυο - φαινόμενο και σε πολύ λίγα χρόνια γίνεται ο νεαρότερος δισεκατομμυριούχος στον πλανήτη. Η ταινία δείχνει με έξυπνο και σαφή τρόπο κάτι πολύ παλιό και λίγο - πολύ γνωστό: Ούτε τα χρήματα ούτε η δόξα φέρνουν από μόνα τους ευτυχία. Βλέπετε, ο νεαρός Ζάκερμπεργκ είναι περίπου κάτι σαν κοινωνικός αυτιστικός, που αρνείται να κατανοήσει τις απόψεις ή τα συναισθήματα των άλλων. Αποτυχημένος στον έρωτα και στη φιλία, κανονικός νερντ, πανέξυπνος (αλλά αυτό δεν φτάνει), είναι τελικά ένας τέλειος μαλάκας, όπως συχνά αποκαλείται άλλωστε από διαφορετικούς χαρακτήρες στην ταινία. Διαθέτοντας ταυτόχρονα θάρρος, αλλά και θράσος και αλαζονεία, καταφέρνει και δις να βγάλει και διάσημος να γίνει, αλλά είναι σαφές ότι και πάλι κάτι λείπει (το βασικότερο μάλιστα).
Ο Fincher καταδεικνύει επίσης την αγριότητα (βαρβαρότητα μάλλον) του σκληρού καπιταλισμού και του κτηνώδους κόσμου των επιχειρήσεων. Λίγο μετά την επιτυχία ο ήρωας και ο μοναδικός του φίλος από το Χάρβαρντ και νυν αντιπρόεδρος της εταιρίας θα βρεθούν στα δικαστήρια. Παέι και το τελευταίο (ίσως και το μοναδικό) "ανθρώπινο" χαρακτηριστικό του, ένας φίλος δηλαδή.
Από την άλλη ίσως ο Ζάκερμπεργκ να μην είναι παρά ένα ακραίο παράδειγμα της φάσης που περνά ολόκληρη η ανθρωπότητα. "Θα ζούμε πια αποκλειστικά στο Internet" (ή κάπως έτσι) λέει κάπου ο ίδιος. Νομίζω ότι πρόκειται για παρατήρηση που αφορά όλους μας, ολόκληρη την ανθρωπότητα, η οποία μοιάζει να αφήνει πλέον τις χειροπιαστές, πραγματικές σχέσεις και να βουτά όλο και περισσότερο σε μια εικονική ζωή. Όχι, μην "κατηγορείτε" τους άλλους. Αυτό δεν κάνουμε κι εμείς αυτή τη στιγμή, εγώ που γράφω κι εσεις που θα διαβάσετε (και αντιστρόφως); Το πράγμα είναι ακόμα στην αρχή. Δεν έχω ιδέα αν είναι "καλό" ή "κακό" (τίποτα ίσως από τα δύο) γιατί βρισκόμαστε ακόμα στην κόψη του κύματος και δεν έχουμε ιδέα πού και πώς θα καταλήξει, σίγουρα όμως θα αλλάξει ριζικά (τον αλλάζει ήδη) τον τρόπο ζωής μας. Ο Φίντσερ μοιάζει να είναι απαισιόδοξος για την κατάληξη, αν θεωρήσουυμε ότι χρησιμοποιεί τον ήρωα σαν αλληγορία μιας αυτιστικής και "μαλακισμένης" ανθρωπότητας. Πιθανόν. Και κάτι άλλο: Για μια ακόμα φορά σιχάθηκα αυτή την φριχτή ελίτ και την στυγνά ταξική δομή των πανεπιστημίων (και δη των κορυφαίων όπως το Χάρβαρντ), τη μανία με τις κλειστές λέσχες, τα ηλίθια καψόνια και τις "μυήσεις" στις πιο χάι απ' αυτές, του "καλούς φοιτητές από ζάπλουτες οικογένειες" που είναι και κάτι σαν εξουσία (σαν μπάτσοι καλύτερα) στο πανεπιστήμιο κι ένα ολόκληρο συνοθύλευμα από τέτοιες αμερικανιές (και στην Αγγλία συμβαίνουν τέτοια) που πραγματικά μου γυρίζουν τα έντερα και που η ταινία δείχνει σε όλη τους την, απόλυτα αποδεκτή εκεί, αθλιότητα.
Όσο για το φιλμ καθεαυτό, χρησιμοποιεί μια γρήγορη, κοφτή γραφή, όσο γρήγορες και κοφτές είναι και οι ατάκες (μερικές φορές δεν προλάβαινα να διαβάσω ή να καταλάβω τι λένε), κι αυτό μου κράτησε το ενδιαφέρον σε υψηλά επίπεδα, ακόμα κι αν δεν είχα ιδέα από τους κομπιουτερίστικους τεχνικούς όρους που συχνά χρησιμοποιούνται. Αυτό όμως δεν έχει καμιά σημασία και δεν επηρεάζει καθόλου την κατανόηση της ταινίας. Γενικά το βρήκα πολύ ενδιαφέρον, κι ας μη διαθέτει αυτό που λέμε "κορυφώσεις". ι' αυτό είναι ακόμα πιο θαυμαστό το ότι μου φάνηκε τόσο ενδιαφέρον.
Μπράβο λοιπόν στον Fincher και πάλι. Μόνο που είμαι πλέον όλο και πιο σίγουρος ότι με την στροφή που έχει πάρει (καθόλου κακή, αλλά...) δεν θα ξαναδούμε πια αυτή την χαρακτηριστική "αρρώστεια" που κυριαρχούσε σε ταινίες όπως το "Seven" ή το "Fight Club".

Κυριακή, Νοεμβρίου 07, 2010

"THE TOWN": ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΑΞΙΕΣ


Να λοιπόν που ο Ben Affleck αποδεικνύεται ότι είναι και καλός σκηνοθέτης. Όχι ίσως ξεχωριστός, σίγουρα όχι κάτι που θα αλλάξει το σινεμά, αλλά καλός και σταθερός. Το "The Town" (2010) είναι μια κλασική αστυνομική ιστορία που ναι μεν δεν κρύβει εκπλήξεις, βλέπεται όμως ευχάριστα, διαθέτει καλούς και σωστά δομημένους χαρακτήρες και, τέλος πάντων, μου φάνηκε γενικά μια καλογυρισμένη και ενδιαφέρουσα στην παρακολούθηση ταινία.
Το Τζωρτζτάουν (το "Town" του τίτλου) είναι μια συνοικία της Βοστώνης που κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ σε κάθε λογής ληστείες. Τον μικρόκοσμο της περιοχής αυτής, τις σχέσεις ανάμεσα σε συμμορίες, συγγενείς, παιδικούς φίλους κλπ. σκιαγραφεί η ταινία. Η συνοικία μοιάζει να κλείνει ασφυκτικά γύρω από τους ήρωες, μοιάζει να επιβάλλει εκείνη τη θέλησή της και να καθορίζει τη μοίρα τους. Δεν νομίζω ότι κάτι τέτοιο απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Όταν γεννηθείς σε τέτοιο περιβάλλον, όταν ο πατέρας σου είναι φυλακή, όταν από μικρός κι εσύ κι όλοι οι παιδικοί σου φίλοι ανήκουν σε συμμορίες, όταν από μικρός έχεις εμπλακεί σε μια κατάσταση με υποσχέσεις, όρκους και διάφορα είδη "ομερτά", όταν μετά το πρώτο "παραστράτημα" ένα πλέγμα ιδιόρυθμων σχέσεων και ωμών εκβιασμών δεν σ' αφήνει να ξεφύγεις, είναι λογικό και αναμενόμενο να ακολουθήσεις κι εσύ μια λίγο - πολύ προδιαγεγραμμένη πορεία. Η ταινία, εκτός από τη δράση, ρίχνει εξ ίσου το βάρος στη ψυχολογία και στις σχέσεις ανάμεσα στους ήρωες.
Τώρα βέβαια το φιλμ διαθέτει και κάμποσα από τα κλισέ του είδους: Θεαματικά κυνηγητά αυτοκινήτων, ληστείες τραπεζών, "αδύνατους κρίκους" (οικογένειες και γκόμενες συνήθως) που κάνουν την αλυσσίδα να σπάσει, υπερ κακούς και άλλα. Πλην όμως, σας είπα, ο ρεαλισμός, η στιβαρή σκηνοθεσία, το "παραδοσιακό" (ή αν θέλετε "παλιό καλό") στιλ, με κάνει να τη θεωρώ μια από τις καλές ταινίες του είδους. Μπράβο στον Άφλεκ, του οποίου το εξωτερικό στιλ μάλλον δεν σε κάνει να φαντάζεσαι ότι διαθέτει και αρκετές, περισσότερο εκλεπτυσμένες ικανότητες.

Σάββατο, Νοεμβρίου 06, 2010

SOMEWHERE... ΑΛΛΑ ΚΑΠΩΣ ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ


Το "Somewhere" του 2010, η τέταρτή της ταινία, χάρισε στη Sofia Coppola το Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία και σε πολλούς θεατές, φοβάμαι, δύο ώρες ύπνου. Αντιλαμβάνομαι βέβαια την πρόθεσή της, τι ήθελε να πει, αλλά...
Ένας χολιγουντιανός σούπερσταρ σε υποχρεωτική αργία λόγω ενός σπασμένου χεριού, περνάει μέρες ανούσιας χλιδής και πολυτελούς απραξίας. Η εξ ίσου υποχρεωτική συνύπαρξη με την 11χρονη κόρη του, που υπό κανονικές συνθήκες ζει με τη διαζευγμένη μητέρα της, θα τον κάνει να συνειδητοποιήσει την απόλυτη κενότητά του και τον ανούσιο, κούφιο τρόπο της μέχρι τότε πολυτελούς ζωής του.
Λίγο road movie, λίγο ρεαλισμός (ρεαλισμός που αφορά όμως τη ζωή ελάχιστων, εντελώς μη "κανονικών" ανθρώπων), η ταινία ξετυλίγεται δίχως κορυφώσεις, δίχως ουσιαστικά να συμβαίνει κάτι, με εξοντωντικά αργούς ρυθμούς, ενώ η "συνειδητοποίηση" του ήρωα έρχεται κι αυτή πολύ αργά, ανεπαίσθητα (αυτό το τελευταίο δεν ειναι κακό, το συσχέτισα όμως με το όλο κλίμα). Ομολογώ ότι βαρέθηκα αρκετά. Φυσικά η Coppola θέλει να μιλήσει για την κενότητα των σούπερ σταρ του Χόλιγουντ, για τον εντελώς επιφανειακό τρόπο ζωής τους, που δεν έχει τίποτα που να σχετίζεται με οτιδήποτε έχει κάποιο βάθος, με την πλήξη τελικά που προκαλεί όλη αυτή η ανούσια χλιδή, που δεν συνοδεύεται από συναισθήματα, από αληθινές σχέσεις. Κι αυτό το καταφέρνει απόλυτα. Μόνο που, σας το είπα, για να μπω στο κλίμα του σταρ που βαριέται, ύποχρεώθηκα να βαρεθώ κι εγώ. Φυσικά η μικρή κόρη είναι το συναίσθημα, η ζεστασιά που του λείπει, η αληθινή ζωή. Και φυσικά η αληθινή επαφή μαζί της θα τον αλλάξει. Ναι, αλλά το ίδιο ακριβώς θέμα το είχε δώσει πολύ καλύτερα κατά τη γνώμη μου στη δεκαετία του 70 ο Βέντερς με την "Αλίκη στις πόλεις". Καμία σύγκριση (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Σαφώς και διαθέτει η ταινία τρυφερότητα, ευαισθησία, κάποιες καλές στιγμές και λίγο συμπαθητικό χιούμορ. Συνολικά όμως...
Το περίεργο είναι ότι η Coppola βρίσκεται απόλυτα στο κλίμα της. Το στιλ της είναι το ίδιο με το "Χαμένοι στη Μετάφραση", χαλαρό, με διακριτικό χιούμορ, όπου επίσης δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα. Πιστεύω όμως ότι... καμία σχέση. Η τελευταία παραμένει για μένα η καλύτερή της και μια από τις αγαπημένες μου. Ενώ εδώ... Είμαι περιεργος για τη συνέχεια αυτής της δημιουργού. Έχει όλα τα φόντα να κάνει σημαντικές ανεξάρτητες ταινίες, που κινούνται στον αντίποδα του Χόλιγουντ, που τόσο καλά γνωρίζει η ίδια. Θα τις κάνει όμως;

Πέμπτη, Νοεμβρίου 04, 2010

ΜΑΧΑΙΡΟΓΑΛΤΕΣ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΑΘΟΥΣ


Τρία στα τρία! Ο Γιάννης Οικονομίδης καταφέρνει να κάνει και τρίτη πολύ δυνατή ταινία, τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου( διότι ξέρω ότι η δουλειά του και αμφιλεγόμενη είναι και δύσκολα αντέχει κανείς την ψυχολογική βία της). Ο "Μαχαιροβγάλτης" λοιπόν του 2010 έχει κοινά στοιχεία και διαφορές από τα δύο προηγούμενα φιλμ του.
Ας τονίσουμε αρχικά ότι το κλίμα, ζοφερό, αποπνικτικό, ασφυκτικό, είναι το ίδιο πάνω - κάτω με το κλίμα του "Σπιρτόκουτου" και της "Ψυχής στο Στόμα". Εδώ όμως η λεκτική βία και η ακατάσχετη υβρεολογία έχουν υποχωρήσει αισθητά. Τη θέση τους παίρνει ένα βαθύτερο δράμα, που δεν χρειάζεται τέτοια "εξωτερικά" στοιχεία για να δειχτεί και να ολοκληρωθεί. Η άλλη διαφορά είναι η εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία. Εδώ βλέπουμε έναν εικαστικό (!) Οικονομίδη, με προσεγμένα πλάνα, με ομορφιά μέσα στη μιζέρια που μας δείχνει, όσο κι αν αυτό ακούγεται αντιφατικό. Τα υπόλοιπα θέματά του όμως είναι και πάλι παρόντα: Η νεοελληνική μιζέρια πρώτα - πρώτα σε όλο της το μεγαλείο, τόσο αυτή της επαρχίας, όσο και των αθηναϊκών προαστείων. Ένα κλασσικό ερωτικό τρίγωνο (ο σύζυγος, η σύζυγος, ο εραστής) καταφέρνει να μας δώσει ανάγλυφη όλη την πλήξη, την κενότητα, την έλλειψη ενδιαφερόντων, την ασφυξία των ηρώων (και, εννοείται, ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας μας). Ασφυξία στα πλαίσια της οικογένειας, της δουλειάς, της επαρχίας, της πόλης, των κάθε λογής σχέσεων. Οι τελικές σκηνές, που δείχνουν την ίδια ακριβώς βαρειά ατμόσφαιρα να επαναλαμβάνεται με άλλους πρωταγωνιστές αυτή τη φορά, αναιρούν οποιαδήποτε υποψία ρομαντισμού στην ερωτική σχέση (όχι δηλαδή ότι υπήρχε ποτέ) και κλείνουν κάθε πιθανή διέξοδο. Βλέπετε, ακόμα και το ερωτικό πάθος ή το έγκλημα μοιάζουν αδύνατο να βγάλουν ανθρώπους εξ αρχής κενούς από την ασφυκτική ρουτίνα τους.
Ο Οκονομίδης έχει κατά τη γνώμη μου έναν μοναδικό τρόπο να καταδεικνύει τη φρίκη της καθημερινότητας, την κόλαση της ρουτίνας και των ανθρώπινων σχέσεων. Γι' αυτό εκτιμώ ιδιαίτερα τη δουλειά του. Και ακόμα περισσότερο όταν το "κακό" τριτώνει - και με εικαστικότερο τρόπο αυτή τη φορά.
ΥΓ: Το είπα και στην αρχή: Όπως και στις προηγούμενες ταινίες του, ο "Μαχαιροβγάλτης" είναι κι αυτός πνιγηρός, σκοτεινός και αγχωτικός. Οπότε ας προσέξουν όσοι αγνοούν τη δουλειά και την αισθητική άποψη του Οικονομίδη.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 03, 2010

"ΕΑΝ..." Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΞΕΚΙΝΟΥΣΕ ΑΠΟ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ


Είναι λογικό μια ταινία σαν το "If..." ("Εάν") του Lindsay Anderson (1923–1994) να έχει γυριστεί το 1969, στη δεκαετία δηλαδή που η αμφισβήτηση των πάντων είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της. Βέβαια στο φιλμ αυτό μια κάποια επανάσταση είναι απόλυτα φυσικό επακόλουθο, αφού η κολλεγιακή καταπίεση που βλέπουμε είναι αφόρητη. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Η ταινία παρακολουθεί, άλλοτε ρεαλιστικά και άλλοτε αλληγορικά και σουρεαλιστικά, τη ζωή σ' ένα κολλέγιο αρρένων, από τα τυπικά αγγλικά, όπου οι μαθητές είναι εσώκλειστοι. Με τον τρόπο αυτόν ασκεί μια ανελέητη κριτική στο αγγλικό εκπαιδευτικό σύστημα και στον βρετανικό κοινωνικό συντηρητισμό γενικότερα. Είναι σα να μας λέει ότι με τέτοιο εκπαιδευτικό σύστημα, με τη συγκεκριμένη δηλαδή προετοιμασία των ανθρώπων από νεαρότατη ηλικία, είναι λογικό η βρετανική κοινωνία να παραμένει η ταξικότερη και ίσως συντηρητικότερη της Ευρώπης. Οι ήρωες, μια τριμελής παρέα εφήβων με επικεφαλής έναν νεαρότατο τότε Μάλκολμ Μακ Ντόουελ, είναι τα μαύρα πρόβατα του σχολείου, αφού αρνούνται να συμβιβαστούν με το στυγνά ιεραρχικό και αφόρητα καταπιεστικό κλίμα. Η επανάσταση και η βία δεν θα αργήσουν να ξεσπάσουν...
Δεν ξέρω αν ο Anderson υπερβάλλει ηθελημένα ή αν έτσι όντως ήταν τα βρετανικά κολλέγια στη δεκαετία του 60, αυτό όμως που παρακολουθούμε είναι απίστευτο. Μια αληθινά αποπνικτική ατμόσφαιρα, άκρως συντηρητική, όπου το "Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια" είναι μάλλον λίγο. Υποχρεωτικοί εκκλησιασμοί και προσευχές, καταπιεστικός τρόπος διδασκαλίας, ιεραρχία στα πάντα. Αυτό που μου προκάλεσε μεγάλη εντύπωση είναι ο απόλυτα χαφιέδικος ρόλος των επιμελητών, μιας ελίτ δηλαδή τελειόφοιτων, που επίσημα αναλαμβάνουν να "τηρούν την τάξη" στο κολλέγιο και έχουν απόλυτο δικαίωμα σε κάθε λογής καψόνια, ακόμα και σε σωματική τιμωρία (μαστίγωμα κλπ.) όσων "παραστρατούν". Πρόκειται για υπερσυντηρητικούς νεαρούς, πιθανόν από καλές οικογένειες, που είναι πραγματικά "βασιλικότεροι του βασιλέως".
Το παράδοξο στην ταινία είναι ότι ενώ προχωρά κανονικά, ρεαλιστιά μέχρι περίπου τα δύο τρίτα, σχετικά ξαφνικά αρχίζει να γίνεται έντονα συμβολική και αλληγορική, συχνά δε απόλυτα σουρεαλιστική. Στο τέλος η εξέγερση των μαθητών (κάποιων μαθητών για να είμαστε ακριβείς) μετατρέπεται σε αληθινό πόλεμο, με πολυβόλα, τανκς, βόμβες, πλήρεις στρατιωτικές στολές κλπ. Όλη αυτή η αρκετά απότομη εξέλιξη βέβαια δεν παύει να είναι πολύ δυνατή, όπως όλο σχεδόν το φιλμ, πλην όμως τη βρήκα κάπως ξεκάρφωτη και απότομη, δίχως προετοιμασία.
Θεωρώ αρκετά από τα στοιχεία της ταινίας ξεπερασμένα σήμερα. Δεν νομίζω ότι το εκπαιδευτικό σύστημα στη Βρετανία είναι πλέον τόσο καταπιεστικό (αλλιώς θα είχαμε όντως νεκρούς). Πέραν αυτού είναι επικεντρωμένο ακριβώς στο βρετανικό σύστημα. Σε άλλες χώρες της Ευρώπης, ας πούμε, δεν υπάρχουν τέτοια βιώματα και πρακτικές (ή τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό). Ωστόσο δεν παύει να είναι ένα κλασικό προϊόν της επαναστατημένης δεκαετίας του 60 και να αποτελεί - παρά τα κατά τη γνώμη μου αρκετά προβλήματα - μια εμβληματική ταινία για τη νεανική επαναστατικότητα. Γι' αυτό, και για τον φευγάτο σουρεαλισμό του, αξίζει να το δείτε.

Τρίτη, Νοεμβρίου 02, 2010

ΜΑΤΙΑ ΕΡΜΗΤΙΚΑ ΚΛΕΙΣΤΑ 'Η ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΒΑΘΙΑ ΘΑΜΜΕΝΕΣ


Το "Μάτια Ερμητικά κλειστά" του 1999 (Eyes Wide Shut) υπήρξε το κύκνειο άσμα του μεγάλου Stanley Kubrick (1928–1999). Υπήρξε επίσης μια αμφιλεγόμενη ταινία, η οποία όντως μπορεί να διαβαστεί με διαφορετικούς τρόπους από κάθε θεατή.
Το βασικό θέμα του φιλμ είναι βέβαια το σεξ. Ή, αν προτιμάτε, ο πόθος, φανερός ή κρυφός, για σεξ. Το παντρεμένο πρωταγωνιστικό ζεύγος (Τομ Κρουζ και Νικόλ Κίντμαν) είναι βεβαίως ευτυχισμένοι, πλούσιοι, καλλιεργημένοι και ίσως ακόμα ερωτευμένοι. Κοινώς τα έχουν όλα. Όμως η επιθυμία για κάτι άλλο, διαφορετικό, καραδοκεί. Γι΄αυτό εκείνη εξομολογείται τη φαντασίωσή της με έναν αξιωματικό που συνάντησε τυχαία κι εκείνος, προσπαθώντας να ξεπεράσει το σοκ της αποκάλυψης (ή μήπως αναζητώντας αυτό που μυστικά ποθεί τόσο καιρό;) περνάει μια ολόκληρη νύχτα τριγυρίζοντας σε διάφορα άγνωστα γι' αυτόν μέρη, αναζητώντας ουσιαστικά σεξ. Γι' αυτό και θεωρώ την ταινία μια από τις σημαντικότερες που μιλάν βασικά για τα σεξουαλικά απωθημένα.
Μπορούμε ακόμα να εκλάβουμε το φιλμ ως ένα είδος σάτιρας της κυρίαρχης αστικής φοβίας για το σεξ, το οποίο βεβαίως, παρά την πανταχόθεν προσφορά, παραμένει ουσιαστικά ταμπού. Ταμπού με την έννοια ότι, ακόμα κι αν ενδώσει κανείς στην προσφορά που λέγαμε, θα το κάνει κατά πάσα πιθανότητα κρυφά. Κι αν είναι και παντρεμένος... ούτε λόγος. Έτσι οι "νοσηρές" (εντός πολλών εισαγωγικών) επιθυμίες του ζεύγους κρύβονται κάτω από τη στιλπνή επιφάνεια της "τέλειας οικογένειας" και του πετυχημένου γάμου, κάτω απ' αυτήν όμως δεν παύουν να σιγοβράζουν. Η σάτιρα έγκειται στην κατάδειξη της φοβίας: Κάτω από το βαρύ κάλυμμα της αστικής ηθικής, τοσο οι επιθυμίες της γυναίκας όσο και του άντρα δεν ολοκληρώνονται ποτέ. Πράγματι εκείνη μένει απλώς σε μια σειρά φαντασιώσεων ή ονείρων κι εκείνος, αν και περνά μια ολόκληρη νύχτα ψάχνοντας, με τις ευκαιρίες παντού γύρω του, δεν καταφέρνει να κάνει ποτέ έρωτα και, στο τέλος, όλα βρίσκονται εκεί απ' όπου ξεκίνησαν: Στο "τέλειο ζεύγος" και στο ασφαλές (;) καταφύγιο του γάμου. Αλλά όσο κι αν προσπαθούμε να τα κρύψουμε κάτω από το χαλί, τα ένστικτα είναι μάλλον αδύνατο να τιθασευτούν...
Κινηματογραφικά έχουμε κι εδώ να κάνουμε με την γνωστή τελειομανία του Κιούμπρικ. Άψογη εικόνα, τέλεια φωτογραφία κι αυτή η γνώριμη "ψυχρή" και αποστασιοποιημένη ματιά του μεγάλου σκηνοθέτη, που μοιάζει να παρατηρεί από κάποια απόσταση τα τεκταινόμενα. Ταυτόχρονα το έντονο στοιχείο του θρίλερ που μπαίνει μετά τη μέση του φιλμ (μετά τη σκηνή του οργίου δηλαδή), καταφέρνει να κρατά τον θεατή, κάνοντάς τον να αγωνιά και σε ένα πρώτο επίπεδο (πέραν των πιθανών νοημάτων που ανέφερα παραπάνω). Επίσης θαυμάζουμε για μια ακόμα φορά την κυκλική, συμμετρική δομή της ταινίας, πράγμα που ο Κιούμπρικ έχει κάνει και σε άλλα φιλμ του, όπως στο "Κουρδιστό Πορτοκάλι". Αν προσέξετε, ο Κρουζ κινείται σε συγκεκριμένα μέρη, φτάνει στο απόλυτο μέσον, στην κορύφωση, στη σκηνή του οργίου και μετά γυρίζει πίσω και ξαναπερνά και πάλι, με αντίστροφη σειρά, απ' όπου είχε περάσει και πριν (όπου βεβαίως συναντά απρόβλεπτες και εντελώς διαφορετικές από πριν καταστάσεις). Απόλυτη συμμετρία λοιπόν. Στην αντίστροφη αυτή διαδρομή μάλιστα φαίνεται ότι όλα έχουν πάει κατά διαόλου, σα να πρόκειται για ένα είδος τιμωρίας του για το "παραστράτημα" (ή μάλλον για το παρά λίγο παραστράτημά) του. Νομίζω (προσωπική γνώμη μόνο) ότι κι αυτό το στοιχείο της "τιμωρίας" είναι ειρωνικό. Σα να λέει, κλείνοντάς μας το μάτι και παίζοντας με τις αστικές φοβίες που λέγαμε πριν, "να τι θα πάθετε αν πάτε να αμαρτήσετε"!
Όλο το φιλμ τέλος μοιάζει σαν ένα διαρκές όνειρο, σα να μη συμβαίνουν όλα αυτά στην πραγματικότητα, σαν ένα διαρκές τριπ. Ξέρω ότι αρκετούς τους κούρασε ή τους απογοήτευσε. Προσωπικά με γοήτευσε και το θεωρώ άξιο κλείσιμο μιας μεγάλης καριέρας, από τις εντυπωσιακότερες στο χώρο του σινεμά.
ΥΓ: Όλα όσα ανέφερα πριν είναι προσωπικές αναγνώσεις. Άλλοι θεατές μπορεί να διαβάσουν άλλα πράγματα ή να ερμηνεύσουν εντελώς διαφορετικά την ταινία. Αυτό το πολυεπίπεδο όμως είναι που κάνει τα έργα τέχνης μεγάλα.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 01, 2010

ΜΑΥΡΟΙ ΘΕΟΙ, ΛΕΥΚΟΙ ΔΙΑΒΟΛΟΙ, ΒΑΡΙΑ ΣΥΜΒΟΛΑ


Στις αρχές της δεκαετίας του 60 ένα άλλο "νέο κύμα" ξεσπά στη Βραζιλία, γνωστό σαν novo cinema, με νέους σκηνοθέτες και νέα κινηματογραφική ματιά. Βασικός εκπρόσωπός του ο Glauber Rocha (1939-1981), που γίνεται γνωστός και εκτός των συνόρων της χώρας του.
Το 1964 γυρίζει το ασπρόμαυρο "Μαύρος Θεός, Λευκός Διάβολος" (Deus e o Diabo na Terra do Sol), που λίγα χρόνια μετά θα "συνεχιζόταν" άτυπα με το "Αντόνιο ντας Μόρτες". Σε μια πάμπτωχη, βασανισμένη Βραζιλία στη δεκαετία του 40, ένας εξ ίσου πάμφτωχος αγρότης και η γυναίκα του ακολουθούν δύο επίδοξους ηγέτες: Έναν μαύρο που σχεδόν θεωρεί τον εαυτό του θεό και κηρύσσει την απελευθέρωση από τα δεινά μέσω ενός αυστηρού, σκληρού χριστιανισμού και, στο δεύτερο μέρος, τον τελευταίο των Κανγκασέιρος (ένα είδος ληστών, κάτι σαν τους δικούς μας κλέφτες της τουρκοκρατίας), που κηρύσσει την απελευθέρωση μέσω της ανεξέλεγκτης βίας και της επανάστασης. Ανάμεσα στα πρόσωπα αυτά κινείται η εμβληματική μορφή του Αντόνιο ντας Μόρτες, είδος πληρωμένου δολοφόνου από τους άρχοντες (τους γαιοκτήμονες και τον κλήρο, των οποίων τα προνόμια θίγονται και από τους δύο αντίθετους δρόμους της επανάστασης), που αναλαμβάνει να σκοτώσει πρώτα τον έναν ηγέτη και μετά τον άλλο. Ο ίδιος ο Αντόνιο είναι σύνθετο πρόσωπο, αφού κι αυτός έχει ηθικούς δισταγμούς για την αποστολή του.
Η ταινία είναι πραγματικά φορτωμένη από συμβολισμούς. Σχεδόν κάθε εικόνα της χρειάζεται αποκρυπτογράφηση. Το παίξιμο των ηθοποιών είναι στυλιζαρισμένο, μερικές φορές οι πράξεις τους παράδοξες, ίσως και ακατανόητες. Η δράση "σχολιάζεται" από τα λιτά και τραχειά τραγούδια ενός τυφλού τραγουδιστή, που λειτουργεί σαν ένα είδος χορού. Υπάρχουν αρκετές δυνατές εικόνες, υπάρχει έντονο πάθος και δράμα. Εντύπωση προκαλεί η μίξη χριστιανισμού και επανάστασης και, κυρίως, η μίξη χριστιανισμού και παγανιστικών λατρειών. Αυτό ακριβώς το μίγμα είναι το "κοντομπλέ" της Βραζιλίας, αντίστοιχο με το αϊτινό βουντού ή τις λατρείες της περιοχής της Νέας Ορλεάνης στις ΗΠΑ. Φυσικά κυριαρχεί η έννοια της επανάστασης και, τελικά, νομίζω ότι αυτό που θέλει να πει ο Rocha είναι ότι ο λαός δεν πρέπει να ακολουθεί ηγέτες (και οι δύο της ταινίας βρίσκονται στα όρια της παράνοιας), αλλά να επιλέγει τον δικό του δρόμο για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια.
Διάσημος στην εποχή του, μάλλον ξεχασμένος σήμερα, ο Rocha κάνει ένα ιδιόρυθμο, βαρυφορτωμένο από συμβολισμούς σινεμά και καταδύεται στα μυστηριώδη της καρδιάς της αχανούς χώρας του, που στο φιλμ δεν αποτελείται από τις ζούγκλες που ξέρουμε, αλλά από άνυδρες, αφιλόξενες ερήμους που θυμίζουν το σκηνικό των σπαγγέτι γουέστερν. Άλλωστε έχει επηρεάσει μεταξύ άλλων και τον Λεόνε. Ίσως μας διαφεύγει η σημασία μερικών απ' αυτά που βλέπουμε, ίσως πάλι πολλοί κουραστούν από το βάρος της οπτικής του, συνολικά όμως - και παρά το ότι κάποια πράγματα είναι μάλλον ξεπερασμένα - βρήκα την ταινία γοητευτική.

Κυριακή, Οκτωβρίου 31, 2010

Ο ΑΛΦΡΕΝΤΟ ΚΑΙ Ο ΓΑΜΟΣ


Ο Pietro Germi (1914–1974), κλασικός ιταλός δημιουργός κωμωδιών που καταγίνονται με κοινωνικά θέματα, γυρίζει την τελευταία του ταινία το 1972. Είναι το "Alfredo Alfredo" με τον Ντάστιν Χόφμαν πρωταγωνιστή - είχε γυρίσει κι άλλα φιλμ στην Ιταλία - και την πανέμορφη Στεφανία Σαντρέλι δίπλα του. Εδώ ασχολείται με το θέμα του γάμου και της πλήξης ή/και καταπίεσης που αυτός συνήθως συνεπάγεται, αλλά και με το φλέγον τότε ζήτημα του διαζυγίου, που μόλις είχε νομιμοποιηθεί στην Ιταλία μετά από διαδηλώσεις και σθεναρή αντίσταση - ποιού άλλου; - της Εκκλησίας.
Ο Αλφρέντο είναι ένας ντροπαλός τύπος σπιτόγατου, που ερωτεύεται παράφορα μια υπέροχη φαρμακοποιό, κι όταν αυτή ενδίδει (προς μεγάλη του έκπληξη), φυσικά την παντρεύεται αμέσως. Κι από εκεί και πέρα αρχίζουν τα βάσανα, που καταλήγουν σχεδόν σε εφιάλτη, όταν η όμορφη νύφη αποδεικνύεται καταπιεστική, υστερική και άλλα πολλά. Κι όταν ερωτεύεται κάποια άλλη και επιχειρεί επιτέλους να πάρει διαζύγιο, τότε τα πράγματα γίνονται κωμικοτραγικά.
Συμπαθητικό φιλμ, βλέπεται σχετικά ευχάριστα δίχως να είναι κανένα αριστούργημα, και βρίσκει και την ευκαιρία να καυτηριάσει τους γελοίους περί διαζυγίου και μοιχείας νόμους που ίσχυαν στην Ιταλία. Πρέπει να το δείτε για να πιστέψετε ότι αυτά τα πράγματα ίσχυαν εκεί μέχρι τη δεκαετία του 60! Συγχρόνως η ταινία μιλά και για τον φόβο του άντρα για το γάμο και τη δέσμευση, αλλά και τη ρουτίνα που αυτός δημιουργεί, που απειλεί ακόμα και την πιο ηλιόλουστη σχέση (εδώ βέβαια το θέμα δεν είναι η ρουτίνα, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα, αλλά με την τελευταία σκηνή καταλαβαίνουμε τον γενικότερο δισταγμό για τον κοινότερο θεσμό της κοινωνίας μας). Τυπικό δείγμα λοιπόν της μακράς παράδοσης της ιταλικής γλυκόπικρης κωμωδίας, δεν νομίζω ότι είναι από τα καλύτερα, αλλά σας είπα: Το είδα ευχάριστα.

Σάββατο, Οκτωβρίου 30, 2010

ΒΑΡΕΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΠΝΙΚΤΙΚΗ "ΧΩΡΑ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ"


Το ότι το ελληνικό σινεμά πάει καλά τα τελευταία 2-3 χρόνια το έχουμε καταλάβει - και έχουμε εκπλαγεί ευχάριστα. Η "Χώρα Προέλευσης" του Σύλλα Τζουμέρκα (2010) έρχεται να προσθέσει έναν ακόμα κρίκο στην αλυσίδα.
Το θέμα είναι αυτό που μοιάζει να απασχολεί περισσότερο ίσως το σύγχρονο ελληνικό σινεμά: Η οικογένεια ως κάτι δυσλειτουργικό και καταπιεστικό και η μεταπολιτευτική νεοελληνική πραγματικότητα. Εδώ όμως τα πράγματα αυτά δίνονται με έναν ιδιαίτερα "δύσκολο", βαρύ, αποπνικτικό θα έλεγα τρόπο. Παρακολουθούμε τρεις γενιές από μια πολυμελή οικογένεια, στην οποία τίποτα δεν μοιάζει να λειτουργεί σωστά. Ο Τζουμέρκας επιλέγει να μας δώσει το "άρρωστο" (και πολύ δυνατό ενίοτε) αυτό πορτρέτο με μια πολύ ιδιαίτερη χρήση της αφήγησης, οδηγώντας μας συνεχώς μπρος - πίσω στο χρόνο (με μάλλον τυχαία σειρά), από τα χρόνια της δεκαετίας του 80 μέχρι σήμερα. Ψηφίδα - ψηφίδα, κάθε σκηνή προσθέτει ένα ακόμα στοιχείο σέ ένα παζλ που είναι δύσκολο να συμπληρώσει κανείς με το συνεχές πήγαιν' έλα. Ίσως κάποια πράγματα μένουν σκοτεινά, ίσως κάποιες σχέσεις, συγγένειες, γεγονότα δεν γίνονται κατανοητά. Ίσως όμως, πάλι, αυτό να μην έχει σημασία, αφού το ζοφερό, αποπνικτικό όπως είπα κλίμα εισπράτεται απόλυτα, καθώς και η οργή του σκηνοθέτη για την κάθε άλλο παρά ρόδινη νεοελληνική πραγματικότητα.
Γι' αυτό άλλωστε και ο Τζουμέρκας κάνει έναν διαρκή παραλληλισμό ανάμεσα στην οικογενειακή ιστορία, τις προσωπικές στιγμές των πολλών ηρώων από τη μια και διαφόρων εθνικών μοτίβων και χαρακτηριστικών από την άλλη. Από τον "Ύμνο στην Ελευθερία" του Σολωμού μέχρι την πρωινή προσευχή στο σχολείο, από την τραγωδία μέχρι τις συνεχείς σκηνές από διαδηλώσεις και συγκρούσεις με την αστυνομία (που όπως διάβασα κινηματογραφεί εδώ και χρόνια ο σκηνοθέτης). Ιδιαίτερα αυτές οι τελευταίες σκηνές (των συγκρούσεων) αποτελούν ένα σταθερό μοτίβο, το φόντο θα έλεγα πάνω στο οποίο προβάλλονται οι προσωπικές ιστορίες.
Η νέα γενιά ελλήνων σκηνοθετών μοιάζει - επιτέλους - αγανακτισμένη με τη νεοελληνική πραγματικότητα, που όντως "μπάζει" από όπου κι αν την πιάσεις, είτε σε "μικροσκοπικό" είτε σε "μακροσκοπικό" επίπεδο, καθώς και με τον θεσμό της οικογένειας α λα ελληνικά, το κύταρο από το οποίο ξεκινά η "αρρώστεια" για να απλωθεί. Ο Τζουμέρκας εξ άλλου, είναι πολύ ικανός σκηνοθέτης, το φιλμ, παρά το ότι κάπου με κούρασε, είναι καλογυρισμένο, και γι' αυτό περιμένω κι άλλα απ' αυτόν. Αν έπρεπε όμως να συγκρίνω, θα προτιμούσα τόσο τον "Κυνόδοντα" όσο και τις ταινίες του Οικονομίδη, που μιλάν για παρόμοια (πάντοτε σκοτεινά) θέματα.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 27, 2010

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΪΚΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΣΤΟ "NEVER GIVE A SUCKER..."


O W.C. Fields υπήρξε ένας από τους σημαντικούς κωμικούς του βωβού, που κατάφερε να επιβιώσει με επιτυχία και μετά την έλευση του ομιλούντος. Ήταν ένας αστείος, "στρογγυλός" τύπος με μεγάλη εξ ίσου στρογγυλή μύτη, που τον έκανε να μοιάζει με αλκοολικό. Το "Never Give a Sucker an Even Break" του 1941 γυρίστηκε από τον Edward F. Cline (1891–1961), σκηνοθέτη πολλών κωμωδιών με γνωστούς πρωταγωνιστές, όπως ο Μπάστερ Κίτον, και υπήρξε η τελευταία ταινία του Fields.
Το χιούμορ της προσωπικά με άφησε αδιάφορο, αφού πολύ λίγο γέλασα. Η μόνη σκηνή που με διασκέδασε πραγματικά ήταν η τελική σκηνή του τρελού αυτοκινητοκυνηγητού, από τις καλύτερες και πιο αστείες που έχω δει. Κατά τα άλλα, το βρήκα χοντρό και μάλλον κρύο και δεν νομίζω ότι συγκρίνεται με πλειάδα κωμωδιών, από αυτές όπου κυριαρχούν τα οπτικά γκαγκς (π.χ. Χοντρός - Λιγνός) μέχρι αυτές όπου το βάρος πέφτει στα λεκτικά γκαγκς (π.χ. Αδελφοί Μαρξ), για να πιάσουμε τα δύο άκρα και όλα όσα κινούνται κάπου ανάμεσά τους. Όμως...
Κι εδώ υπάρχει το μεγάλο "όμως". Μπορεί να μην κατάφερε να με κάνει να γελάσω, ο τύπος του χιούμορ όμως είναι πραγματικά ο πιο σουρεαλιστικός που έχω δει σε ταινία, σε βαθμό να μην πιστεύω στα μάτια μου. Εδώ κυριαρχεί το απόλυτο παράλογο, από όποια μεριά κι αν το εξετάσει κανείς. Η ίδια η ιστορία παρωδεί το σινεμά και τον τρόπο που γυρίζονται οι ταινίες, τις υπερβολές και τη συχνή αναληθοφάνειά τους. Παίζοντας τον εαυτό του, ο Fields (που στην ταινία λέγεται επίσης Fields) είναι ένας μέθυσος σεναριογράφος που προσπαθεί να πουλήσει ένα σενάριό του σε έναν παραγωγό. Το σενάριο είναι φυσικά άθλιο και απόλυτα παρανοϊκό, προϊόν ενός νου βουτηγμένου στο αλκοόλ, και εμείς παρακολουθούμε εναλλάξ φάσεις από το στούντιο και σκηνές από το ίδιο το σενάριο. Σχεδόν δεν υπάρχει κανένας ειρμός ή "δεμένη" ιστορία, τόσο στο "πραγματικό" (αυτό δηλ. που διαδραματίζεται στο στούντιο) όσο και στο "σεναριακό" (αυτό δηλ. που μας δείχνει σκηνές από το παλαβό σενάριο) επίπεδο. Το δεύτερο μάλιστα, περιλαμβάνει ένα... ρωσικό χωριό, στο οποίο ο Fields και η ανιψιά του πέφτουν από το αεροπλάνο δίχως να πάθουν τίποτα, έναν πανύψηλο βράχο στην κορυφή του οποίου είναι χτισμένη μια μυθική έπαυλη όπου ζει μια μάνα και η όμορφη κόρη της, που "δεν έχει αντικρύσει ποτέ άντρα" και ούτε έχει κατέβει ποτέ από εκεί (άσχετο αν χορεύει άψογα τζαζ), έναν γορίλα που ζει μαζί τους (στη Ρωσία!!!), και πλήθος ακόμα χαλαρά ή καθόλου συνδεδεμένων παρανοϊκών στοιχείων. Όντως εντυπωσιάστηκα από την σουρεαλιστική ελευθερία που επικρατεί και τα πάμπολλα που συμβαίνουν δίχως κανένα λόγο.
Πολλά από τα στοιχεία του φιλμ είναι αναφορές σε ή παρωδίες συγκεκριμένων ταινιών ή ειδών ταινιών και πολλά σημαίνουν κάτι άλλο, όπως το σουρεαλιστικό τραγούδι με τα "όμορφα πόδια των κοτόπουλων του Κάνσας", που αναφέρεται στα γυναικεία πόδια. Οπότε μπορούμε να μιλήσουμε για ένα πρόωρο φιλμ που μιλά για το ίδιο το σινεμά και το παρωδεί αδίστακτα τα πάντα και δίχως ίχνος σεβασμού προς οτιδήποτε. Σε κάποια στιγμή μάλιστα ο Fields, ενώ πίνει, γυρίζει στην κάμερα και λέει: "Αν έπινα κι άλλο θα μας έκοβε τη σκηνή η λογοκρισία"!
Σας είπα: Δεν κατάφερε να με κάνει να γελάσω, έμεινα όμως με το στόμα ανοιχτό από την παράνοια. Το θεωρώ το πιο τρελό ίσως φιλμ που έχω δει ποτέ. Και με έκανε να θέλω να ψάξω και για άλλες ταινίες του Fields.

Τρίτη, Οκτωβρίου 26, 2010

ΜΕΛΟ, ΚΙΤΣ ΚΑΙ ΒΙΑ ΣΤΟ "A BETTER TOMMOROW"


Ίσως ξέρετε τον εκ Χονγκ Κονγκ John Woo (ίνδαλμα μεταξύ άλλων του Ταραντίνο) από τη χολιγουντιανή του καριέρα, που ξεκίνησε κάπου στις αρχές των 90ς. Πριν όμως είχε κάνει πολλές ταινίες στην πατρίδα του. Ε, λοιπόν, πρέπει να δείτε μερικές για να το πιστέψετε...
Το "A Better Tommorow II" (Ying hung boon sik II αν σας ενδιαφέρει ο κινέζικος τίτλος) του 1987 είναι δεύτερο μέρος μιας τριλογίας (το τρίτο το έχει γυρίσει ο άλλος γνωστός σκηνοθετης τη ς πόλης, ο Hark Tsui, ο οποίος μάλιστα είναι και εκ των πρωταγωνιστών) και έχει όλα τα χαρακτηριστικά του Woo. Εδώ λοιπόν θα συναντήσετε σε όλο του το μεγαλείο τον απίστευτο συνδυασμό φοβερής βίας (μιλάμε για εκατόμβες πτωμάτων) και... δακρύβρεκτου μελό, που αγγίζει τα όρια του Ξανθόπουλου ή του Φώσκολου. Γλυκιά, αθώα κόρη σκοτώνεται, ο πατέρας τρελαίνεται και χτυπιέται στο άσυλο, γυναίκα γεννά τη στιγμή ακριβώς που ο σύζυγος πεθαίνει και δεν συμμαζεύεται. Αν λοιπόν το δεις για καθαρό χαβαλέ, όπως έκανα εγώ, ε, τότε δεν σας κρύβω ότι ανήκει στην κατηγορία που θα αποκαλούσαμε "ένοχες απολαύσεις". Προς θεού όμως, μην το πάρετε ούτε στιγμή στα σοβαρά.
Ο Γου είναι βέβαια πολύ ικανός σκηνοθέτης (γι' αυτό άλλωστε τον μάζεψαν οι αμερικάνοι) και καταφέρνει να χορογραφεί κυριολεκτικά τη βία με απίστευτο τρόπο. Πυροβολισμοί σε ξαφνικά slow motion, αεικίνητη κάμερα, εντυπωσιακά πλάνα... και τα πτώματα συσσωρεύονται. Γενικά το στιλ του έχει επηρεάσει πολύ τις σκηνές δράσης του σύγχρονου Χόλιγουντ. Αυτό το κομάτι λοιπόν, της σκηνοθετικής βιρτουοζιτέ, το απόλαυσα. Και ταυτόχρονα είχα λυθεί στο γέλιο όχι μόνο με το μελό που σας έλεγα πριν (με υπόκρουση δακρύβρεκτης χονγκονγκιανής ποπ μάλιστα), αλλά και με τις φάσεις που ο ήρωας (ή οι ήρωες, τέσσερεις το πολύ) καθαρίζουν δεκάδες (κυριολεκτικά δεκάδες) "κακών". Αξίζει τον κόπο να δει κανείς τα κινέζικα φιλμ του Γου σε slow motion και να μετρά, έτσι για πλάκα, πτώματα. Είναι σίγουρα τριψήφιος ο αριθμός τους σε κάθε ταινία. Λογικό, αφού η κάθε κακιά συμμορία του υποκόσμου αποτελείται από δεκάδες μέλη που ορμάν όλα μαζί - και σκοτώνονται όλα μαζί φυσικά - όταν κάνουν ή όταν τους κάνουν ντου.
Τέλος πάντων, αν δεν πάρετε στα σοβαρά απολύτως τίποτα απ' όσα βλέπετε, έχετε πίτσες και μπύρες και βρίσκεστε σε τέτοιο mood, νομίζω ότι θα διασκεδάσετε. Να μη ξεχνάτε μόνο δύο πράγματα: Πρώτον ότι ο Γου είναι όντως εντυπωσιακός σκηνοθέτης μέσα στο κιτς του και δεύτερον ότι στις αμερικάνικες ταινίες του έχει βάλει πολύ νερό στο κρασί του.

Κυριακή, Οκτωβρίου 24, 2010

ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΙΝΔΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ RAY


Ο Satyajit Ray (1921–1992) είναι για πολλούς ο καλύτερος, σίγουρα όμως ο γνωστότερος στη δύση ινδός σκηνοθέτης. Το 1956 γυρίζει τη δεύτερη ταινία του, το "Aparajito", η οποία συγχρόνως αποτελεί το δεύτερο μέρος της "τριλογίας του Απού", που παρακολουθεί τη ζωή του ομώνυμου ήρωα.
Η ιστορία είναι απλή. Η οικογένεια του 10χρονου Απού ζει στην ιερή πόλη των Ινδιών, τη Μπεναρές (Βαρανάτι). Όταν πεθαίνει ο πατέρας μετακομίζουν σε ένα μικρό χωριό της Βεγγάλης, όπου ο μικρός Απού διακρίνεται στο σχολείο, κερδίζει μια υποτροφία και φεύγει για σπουδές στην Καλκούτα. Η μητέρα του μένει μόνη πίσω και διχάζεται ανάμεσα στη χαρά για την πρόοδο του γιου της και στον βαρύ πόνο για την απουσία του.
Δεν ξέρω σε πόσους σύγχρονους θεατές μπορεί να μιλήσει μια τέτοια ταινία. Αυτό όμως που μπορεί να διακρίνει ένας σινεφίλ είναι η μείξη ρεαλισμού και ποίησης και ο προβληματισμός του δημιουργού για τη μοίρα και την εξέλιξη της αχανούς και πάμφτωχης χώρας του. Συμβολικά μπορούμε να πούμε κατά τη γνώμη μου ότι, ενώ η νέα γενιά μορφώνεται και προοδεύει, ο παλιός τρόπος ζωής εγκαταλείπεται και χάνεται σιγά - σιγά. Το γεγονός αυτό πάντοτε προκαλεί πόνο - που δείχνεται με τον πόνο της μητέρας για την απουσία του γιου που υπεραγαπά, αλλά και για την αδιαφορία του τελευταίου για τον κόσμο που αφήνει πίσω του - άσχετα με το αν η πορεία προς την πρόοδο είναι κάτι θετικό ή αρνητικό. Ο πόνος του αποχωρισμού και της αλλαγής, αυτού που μένει πίσω, υπάρχει ούτως ή άλλως και συχνά είναι αφόρητος.
Ένας δυτικός θεατής θα μπορούσε επίσης να μείνει στο φολκλόρ του πράγματος. Οι εικόνες μιας παλιάς Ινδίας (αγνοώ πόσο και αν έχει αλλάξει σήμερα), η ιερή πόλη Μπεναρές με τους ναούς πάνω στο Γάγγη και τους χιλιάδες πιστούς, ο τρόπος ζωής στα φτωχικά σπίτια τόσο των πόλεων όσο και του χωριού, τα τοπία με το τρένο που περνά από μακριά, είναι ούτως ή άλλως γοητευτικά σε ένα πρώτο επίπεδο. Καλό πάντως είναι να σκεφτούμε και κάποιες πρωταρχικές, βασικές ανάγκες, που ενώ στην κοινωνία μας είναι λίγο - πολύ λυμένες, σε κάποιες άλλες χώρες ή/και εποχές αποτελούν αγωνιώδη ζητούμενα. Το σχολείο για παράδειγμα, η βασική εκπαίδευση στο δημοτικό, που στην Ινδία του '56 κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι...
Πέραν όλων αυτών πάντως, η ταινία με την ποίηση, τη συγκίνηση, την αναγωγή της σκληρής καθημερινότητας σε ένα είδος έπους, έχει τεράστια αξία καθ' εαυτή, ενώ ο Ray είναι αυτός που έβαλε την Ινδία στον κινηματογραφικό χάρτη. Σημαντικότατο λοιπόν και αγαπημένο φιλμ για σινεφίλ, πληκτικό ίσως για τους υπόλοιπους.

Σάββατο, Οκτωβρίου 23, 2010

ΤΟ ΜΕΛΙ ΚΑΙ Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ


Ο τούρκος Semih Kaplanoglu γυρίζει το "Μέλι" (Bal) το 2010 και μ' αυτό ολοκληρώνει μια τριλογία. Ήρωας εδώ είναι ένα παιδί με δυσκολίες στο διάβασμα και στην ομιλία, που ζει με τους γονείς του σε ένα ορεινό χωριό στα βάθη της Τουρκίας. Αληθινός πρωταγωνιστής όμως είναι νομίζω η φύση που τους περιβάλλει, με τα άγρια δάση και τα βουνά της, όμορφη και ανησυχητική ταυτόχρονα. Ο τρόπος ζωής μοιάζει να έχει παγώσει στο χρόνο, να είναι ίδιος εδώ και αιώνες. Ο πατέρας μαζεύει μέλι, η μητέρα δουλεύει στα χωράφια. Λίγα σημάδια σύγχρονου πολιτισμού θα συναντήσουμε εδώ. Η γειτονική Τουρκία έχει ακόμα μεγάλα κομμάτια που ζουν όπως παλιότερα ζούσαν οι άνθρωποι στην αγροτική Ελλάδα.
Το βάρος βέβαια πέφτει στα συναισθήματα, στα βλέμματα, στις σχέσεις, στο δράμα, ενώ όσα βλέπουμε δεν έχουν να κάνουν παρά με τις απλές, βασικές αξίες της ζωής. Η αφήγηση είναι λιτή, η ιστορία πολύ απλή, λίγα πράγματα συμβαίνουν. Μην περιμένετε δράση, πολύπλοκη πλοκή και άλλα που έχουμε συνηθίσει από το Χόλιγουντ. Βρισκόμαστε στον αντίποδά του. Ο Kaplanoglu μας δίνει μια σειρά από όμορφες, δυνατές εικόνες, ενώ το υπόγειο, χαμηλότονο δράμα σιγοβράζει. Και, θυμηθείτε το αυτό, η έννοια του "χαμηλότονου" είναι αυτή που κυριαρχεί στο φιλμ. Να πούμε επίσης ότι ο μικρός πρωταγωνιστής είναι εξαιρετικός στο ρόλο του.
Σε ένα άλλο επίπεδο φαίνεται και το πέρασμα της χώρας από έναν αγροτικό, πρωτόγονο τρόπο ζωής σε πιο σύγχρονα σχήματα (η σκηνή με το πανηγύρι στο βουνό είναι εκπληκτική με το συνδυασμό κιτς και ζωντάνιας και, νομίζω, μας θυμίζει πολλά). Από την άλλη η φύση, όπως είπα και στην αρχή, είναι αυτή που ζει την οικογένεια (και το χωριό) και είναι πανέμορφη, είναι όμως και γεμάτη κινδύνους. Όπως όντως συμβαίνει, μπορεί να δώσει στους ανθρώπους και ζωή και θάνατο. Έτσι ζούσαν παλιότερα οι άνθρωποι, δεμένοι με τη φύση. Σήμερα ο τρόπος ζωής διαθέτει πολύ περισσότερη δόση εγκεφαλικότητας σε ένα τεχνητό κατά βάση περιβάλλον. Δεν τίθεται θέμα κριτικής. Κανένας από τους ριζικά διαφορετικούς αυτούς τρόπους δεν είναι "καλύτερος" ή "χειρότερος". Και οι δύο έχουν θετικές και αρνητικές πλευρές. Απλώς είναι ριζικά διαφορετικοί. Είναι θέμα εξέλιξης.
Ενώ η ταινία συνολικά με γοήτευσε, πρέπει να πω ότι με κούρασαν αρκετά οι πολύ αργοί ρυθμοί της. Ίσως σε μερικά σημεία να παραήταν αργοί, να μη συνέβαινε τίποτα - δίχως αυτό να στερεί τις εικόνες από την ομορφιά τους. Πέραν αυτού πάντως, νομίζω ότι είναι μια εξαιρετική ταινία. Προσοχή: Όχι για εθισμένους (αποκλειστικά) στο mainstream αμερικάνικο σινεμά.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 21, 2010

Ο ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΜΑΚΡΟΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΕ ΜΙΑ "ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ" ΜΕΡΑ


Βρισκόμαστε στα 1977, όταν ο Ettore Scola γυρίζει το αριστούργημά του, το "Μια Ξεχωριστή Μέρα" (Una giornata particolare), με τα δύο "ιερά τέρατα" του ιταλικού σινεμά, τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και τη Σοφία Λόρεν στους δύο βασικούς (και σχεδόν μοναδικούς) ρόλους. Νομίζω ότι ποτέ άλλοτε η ουσία του φασισμού δεν δείχτηκε τόσο καίρια, αλλά και τόσο χαμηλότονα και έξυπνα στο σινεμά. Χαμηλότονα εννοώ ότι δεν έχουμε να κάνουμε με βία, στρατόπεδα, πόλεμο, ωμή καταπίεση. Εδώ υπάρχουν μόνο δύο άνθρωποι: Ο μοναχικός και "παράξενος" διαφωνών και η τυπική, συνηθισμένη, αμόρφωτη ιταλίδα νοικοκυρά της εποχής, με σύζυγο και 6 παιδιά. Οι δύο αυτοί παντελώς διαφορετικοί άνθρωποι συναντιούνται τυχαία σε μια πελώρια, άδεια σχεδόν πολυκατοικία, καθώς οι περισσότεροι ένοικοι έχουν φύγει για να παρακολουθήσουν την μεγαλειώδη φασιστική παρέλαση την ιστορική μέρα που ο Χίτλερ επισκέπτεται την Ιταλία και συναντά τον Μουσολίνι (θυμάστε την τόσο διαφορετική, αλλά εξίσου ιδιοφυή παρωδία της συνάντησης αυτής στον "Δικτάτορα" του Τσάπλιν;). Και μια πραγματικά "ξεχωριστή μέρα αρχίζει, όχι μόνο για τα δύο μεγάλα φασιστικά έθνη της εποχής, αλλά και για τον μικρόκοσμο και την καθημερινότητα των δύο ηρώων.
Όταν όλοι θα επιστρέψουν γεμάτοι εθνικιστικό ενθουσιασμό από τη φιέστα, εμείς καταλαβαίνουμε ότι αυτό που έχει ουσιαστικά αλλάξει για πάντα είναι οι ζωές των δύο ηρώων. Όχι γιατί ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλον, αλλά... με τρόπο πολύ διαφορετικό για τον καθένα τους, που βέβαια δεν θα σας αποκαλύψω.
Ένα πελώριο, άδειο κτίριο λοιπόν γεμάτο διαμερίσματα και οι δύο ένοικοι που ξέμειναν εκεί. Τίποτα άλλο, εκτός από τη διαρκή, εκκωφαντική ενίοτε αναμετάδοση των "ιστορικών στιγμών" από το ραδιόφωνο, αναμετάδοση που αποτελεί το μόνιμο σάουντρακ του φιλμ. Σας εγγυώμαι όμως ότι δεν πρόκειται ούτε στιγμή να πλήξετε. Κι ότι δεν μπορώ να φανταστώ ιδανικότερο, ιδιοφυέστερο τρόπο για να δειχτούν οι επιπτώσεις του φασισμού - και κάθε ολοκληρωτικού καθεστώτος - στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Ας τονίσουμε μάλιστα ότι πολύ μεγάλο μέρος των ιταλών (όπως η νοικοκυρά και η πολυμελής οικογένειά της), τον είχε αγκαλιάσει και αποδεχτεί απόλυτα, νοιώθοντας περήφανοι που ένας "μεγάλος ηγέτης" (ο Μουσολίνι είναι αυτός) ξανάδινε στη χώρα το "παλιό της μεγαλείο". Γι' αυτό θεωρώ την ταινία ιδιοφυή. Επειδή όλη η ζοφερή ατμόσφαιρα της εποχής δεν δείχνεται μέσα από ιστορίες αντιστασιακών, οι οποίοι προφανώς υποφέρουν, αλλά και μέσα από ανθρώπους που αποδέχονται και συμφωνούν με το καθεστώς.
Επειδή σας κούρασα όμως με το πολιτικό μέρος, θα δώσω έμφαση στο ότι η ταινία ξεχειλίζει από συναισθήματα, εσωτερικές ανατροπές, συγκίνηση. Αν θέλετε να τη δείτε απλά σαν μια ιστορία της "μοιραίας" συνάντησης δύο ανθρώπων (πλην όμως δίχως ίχνος ρομαντισμού), αφαιρώντας δηλαδή το ιστορικό background, σίγουρα θα την απολαύσετε και ως τέτοια και θα σας κρατήσει από την αρχή ως το τέλος. Γι' αυτό τη θεωρώ αριστουργηματική. Επειδή μπορεί εξ ίσου άνετα να παίζει σε πολλά επίπεδα. Και γι' αυτό είναι και μια από τις αγαπημένες μου. Αν την αγνοείτε, σπεύσατε!

Τετάρτη, Οκτωβρίου 20, 2010

ΠΟΣΟ ΠΡΑΣΙΝΗ ΗΤΑΝ Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΟΥ, ΠΟΣΟ ΟΜΟΡΦΗ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ ΜΑΣ;


Ο John Ford (1894–1973), ο κλασικότερος ίσως των μεγάλων αμερικανών σκηνοθετών, γυρίζει το "How Green Was my Valley" το 1943. Πρόκειται για ένα αληθινό έπος, όχι όμως με την έννοια των μεγάλων συγκρούσεων, των πολέμων, των ακραίων γεγονότων. Εδώ έχουμε να κάνουμε με το έπος της καθημερινότητας, καθώς το φιλμ παρακολουθεί μερικά χρόνια από τη ζωή μιας πολυμελούς οικογένειας ανθρακωρύχων που ζουν σε ένα μικρό ουαλικό χωριό, στο οποίο δεσπόζει το μεγάλο ανθρακωρυχείο (και η οικογένεια στην οποία αυτό ανήκει).
Κοινωνική ταινία, γεμάτη συγκίνηση και νοσταλγία για έναν κόσμο που χάνεται (ή, αν προτιμάτε, νοσταλγία για την παιδική ηλικία, αφού η αφήγηση δίνεται μέσα από την οπτική ενός παιδιού που, σιγά - σιγά, ενηλικιώνεται και βιώνει τη σκληρή πραγματικότητα του κόσμου), παντρεύει με ιδανικό τρόπο την προσωπική / οικογενειακή ιστορία με την κοινωνική κατάσταση και τον ευρύτερο περίγυρο της συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας. Καταγράφει λοιπόν το σταδιακό πέρασμα από μια πρώτη, πρωτόγονη για τα σημερινά δεδομένα μορφή καπιταλισμού, σε μια πιο εξελιγμένη, περισσότερο απρόσωπη και στυγνότερη μορφή του, όπου οι προσωπικές σχέσεις αδυνατούν πλέον να απαλύνουν τις τεράστιες ταξικές αντιθέσεις. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο δείχνονται η ίδρυση των πρώτων συνδικάτων, οι πρώτες απεργίες, η πρώτες αντιδράσεις των εργατών γενικότερα. Από την άλλη η περιγραφή του χωριού είναι μεν γεμάτη νοσταλγία, ο Φορντ όμως δεν παραλείπει όμως σε καμία περίπτωση να τονίσει και το φαρμακερά κουτσομπολίστικο, αυστηρότατο, άτεγκτο και μικρόψυχο περίγυρο, που φτάνει στα όρια της καθαρής σκληρότητας και κακίας.
Αυτό φυσικά είναι το πολιτικό / κοινωνικό πλαίσιο, όπως είπαμε. Μην περιμένετε βέβαια καμιά ριζοσπαστικά αριστερή ματιά από τον Φορντ, που δείχνει με ίση συμπάθεια και κατανόηση και την "επανάσταση" (συνδικαλισμός - απεργία) των γιων και την αυστηρή, συντηρητική στάση του συμπαθούς κατά τα άλλα πατέρα, που πιστεύει ότι όλα μπορούν να λυθούν χάρη στην "καλή θέληση" των αφεντικών και δεν θέλει ούτε να ακούσει για τις καινοφανείς "σοσιαλιστικές" ιδέες. Εμείς όμως θα συγκινηθούμε περισσότερο από τα προσωπικά δράματα των ηρώων, τον αμοιβαίο απαγορευμένο έρωτα της κόρης με τον ιερέα (που αποτελεί το θετικότερο και ηρωικότερο πρόσωπο της ταινίας), την διάψευση των ελπίδων των γιων, τη μοίρα του πατέρα κλπ. Το θέμα βέβαια εδώ - και γι' αυτό ίσως η ταινία θεωρείται απόλυτα κλασική - είναι, όπως είπα στην αρχή, το ιδανικό πάντρεμα των δύο βασικών αυτών στοιχείων, του προσωπικού και του κοινωνικού. Και το ότι μέσα από την τραγική μοίρα πολλών από τους ήρωες, τη διάχυτη νοσταλγία ή το τέλος της παιδικής αθωότητας, καταφέρνει να μας συγκινήσει βαθιά.
Ο Φορντ βρίσκεται στο απώγειο του ρεαλισμού του. Κι αν τέτοια οικογενειακά έπη (και όχι μόνο) σας κάνουν εξ ορισμού να βαριέστε, είναι μεν κατανοητό, αυτό όμως δεν στερεί το φιλμ από την κλασικότητά του.

Κυριακή, Οκτωβρίου 17, 2010

Ο "ΣΟΥΣΟΥ" ΚΑΙ Η ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑ


Ο Merzak Allouache είναι αλγερινός, αλλά κάνει ταινίες στη Γαλλία. Το 2003 λοιπόν γυρίζει το "Chouchou", μια γκέι κωμωδία ή μάλλον, για να είμαστε ακριβέστεροι, μια γκέι κομεντί. Ήρωάς της ο Σουσού, ένας βορειοαφρικανός γκέι, που καταφεύγει στη Γαλλία προσποιούμενος αρχικά τον χιλιανό μετανάστη που ζητά καταφύγιο από τη δικτατορία του Πινοσέτ, αγνοώντας ότι αυτή έχει από χρόνια καταρρεύσει. Στη συνέχεια θα βρει προστασία στην εκκλησία ενός φιλόξενου παπά, ώσπου να μπει για τα καλά στον δικό του κόσμο, αυτόν των γκέι του Παρισιού.
Το φιλμ αντιμετωπίζει με συμπάθεια τον ήρωα, αλλά και τους άλλους χαρακτήρες, γκέι και μη, που κινούνται γύρω του και μιλά ουσιαστικά για το δικαίωμα στη διαφορετικότητα μέσα από χιούμορ και μερικές τραβηγμένες καταστάσεις. Το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου είναι ότι το χιούμορ στην καλύτερη περίπτωση σε κάνει απλώς να χαμογελάς, πολλοί από τους χαρακτήρες μένουν ανολοκλήρωτοι και γενικά υπάρχει κάτι πρόχειρο. Ο πρωταγωνιστής Gad Elmaleh είναι πολύ καλός, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό φτάνει. Όσο για την καταγραφή του κόσμου των ομοφυλόφιλων και των τρανσέξουαλ που επιχειρεί - πάντα με καλή διάθεση - είναι σίγουρο ότι έχουμε δει και πολύ καλύτερες.
Συνολικά λοιπόν δεν το βρήκα τίποτα σπουδαίο και, σε κάποια σημεία, συνέβαιναν και πράγματα μάλλον άνευ λόγου ή τουλάχιστον δίχως να στηρίζονται σεναριακά (η εμφάνιση της Παναγίας στον ήρωα προς το τέλος, η ψύχωση της ψυχιάτρου με ένα κινέζικο βάζο που μένει ανεξήγητη αλλά και ανεκμετάλλευτη, η παράξενη συμπεριφορά των γονιών του φίλου του ήρωα - δεν καταλαβαίνουμε αν είναι τόσο ανοιχτόμυαλοι ή αν δεν έχουν καταλάβει τίποτα - κλπ.) Μένουν μόνο οι καλές προθέσεις (ίσως). Στην καλύτερη περίπτωση θα χαρακτήριζα την ταινία απλώς συμπαθητική, σίγουρα όμως ανολοκλήρωτη.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 14, 2010

ΘΑΜΜΕΝΟΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ


Να λοιπόν που εν έτει 2010 γυρίστηκε αυτό που θα αποκαλούσα "άκρον άωτον κλειστοφοβικής ταινίας". Το "Burried" είναι ισπανικό και το υπογράφει ο Rodrigo Cortés. Συγχρόνως είναι ένα κινηματογραφικό στοίχημα, που κατά τη γνώμη μου κερδήθηκε. Ποιο είναι το στοίχημα; Πώς διάολο κάνεις μια μεγάλου μήκους ταινία με έναν μόνο ηθοποιό, που βρίσκεται κλεισμένος σε φέρετρο και θαμμένος ζωντανός; Θα σας το ξεκαθαρίσω: Η κάμερα δεν βγαίνει ποτέ από το ασφυκτικό φέρετρο και δεν εμφανίζεται κανένας άλλος ηθοποιός. Και γιατί κερδήθηκε το στοίχημα; Διότι με αυτά το μηδενικά στην ουσία "όπλα" κατάφερε να με κρατήσει από την αρχή ως το τέλος.
Κατ' αρχήν θα τονίσω - για να μη μου λέτε ότι δεν σας προειδοποίησα - ότι πρόκειται για μια από τις πιο μαύρες και απαισιόδοξες ταινίες που έχω δει ποτέ. Κυριολεκτικά και μεταφορικά δεν υπάρχει ούτε χαραμάδα φωτός. Το άγχος, η αγωνία, ο πανικός ενίοτε, είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα. Ταυτόχρονα όμως πρόκειται και για μια βαθύτατα αντιπολεμική ταινία. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια αστυνομικού στιλ ιστορία, αλλά με έναν αμερικάνο όμηρο στον βρώμικο πόλεμο του Ιράκ, ο οποίος επικοινωνεί, μέσω ενός κινητού, με τον αόρατο απαγωγέα του. Αυτό που βγαίνει από την όλη ιστορία, πέραν του έντονου σασπένς που δημιουργεί το ερώτημα αν θα σωθεί ο ήρωας ή όχι, είναι η βαθύτατη αποτύπωση της φρίκης του πολέμου, και μάλιστα δίχως να βλέπουμε ούτε μία πολεμική εικόνα. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο απαγωγέας δεν είναι ο προφανής "κακός". Κάθε άλλο. Σε πολλά σημεία καταλαβαίνουμε και τη δική του δεινή θέση και μπορούμε να δούμε τα πράγματα και από τη δική του, εξ ίσου τραγική σκοπιά. Συγχρόνως, πέραν του αντιπολεμικού στοιχείου, το φιλμ καυτηριάζει ανελέητα την απανθρωπιά του σύγχρονου καπιταλισμού, ο οποίος για το τελευταίο πράγμα που νοιάζεται είναι η ανθρώπινη ζωή, και την αδίστακτη χρήση των ανθρώπων ως "αναλώσιμα" από τους στυγνούς καπιταλιστικούς μηχανισμούς.
Σας προειδοποιώ για μια ακόμα φορά: Πρόκειται για φιλμ που βλέπεται δύσκολα, όχι λόγω έλλειψης σασπένς ή βαρεμάρας - κάθε άλλο - αλλά λόγω της σχεδόν αφόρητα αποπνικτικής ατμόσφαιράς του και της απίστευτης κλειστοφοβικότητάς του. Έτσι, έστω και λίγο αν υποφέρετε από κλειστοφοβία, μην περάσετε ούτε απ' έξω. Οι υπόλοιποι, που θα το τολμήσετε, θα δείτε μια ταινία που είναι εξαιρετικά πρωτότυπη και σίγουρα συγκαταλέγεται στην κατηγορία των κινηματογραφικών αξιοπερίεργων.

Τρίτη, Οκτωβρίου 12, 2010

ΟΝΤΩΣ ΑΠΙΣΤΕΥΤΕΣ ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣ BLANC-SEC


Να λοιπόν που εν έτει 2010 ο πολύς (και εμπορικότατος, με την κακή έννοια συνήθως) Luc Besson παύει να είναι μόνο παραγωγός ή να σκηνοθετεί animation και επιστρέφει στις "κανονικές" ταινίες με τις "Απίστευτες Περιπέτειες της Αντέλ" (Les aventures extraordinaires d'Adèle Blanc-Sec), που βασίζονται σε κόμικς του πολυγραφότατου και καλού γάλλου κομίστα Tardi.
Εδώ κάθε σοβαρότητα, κάθε ίχνος ρεαλισμού, κάθε πιθανότητα εξήγησης των όσων συμβαίνουν ξεχνιέται (συνειδητά νομίζω). Αυτό που προέχει είναι το θέαμα και μόνο και ο κινηματογραφικός χαβαλές - ακριβός χαβαλές πάντως. Λογικό, αφού ξυπνάνε πτεροδάκτυλοι, μούμιες (οι οποίες, σημειωτέον, μιλάνε άπταιστα γαλικά), νεκροί ή σχεδόν νεκροί και άλλα πολλά. Οι καταστάσεις είναι φυσικά απίθανες, οι όποιες εξηγήσεις τραβηγμένες απ' τα μαλιά, οι χαρακτήρες καρικατούρες και το κωμικό στοιχείο πανταχού παρόν, δίπλα φυσικά στο ψηφιακό θέαμα.
Να σας πω κάτι; Παρ' όλα αυτά μάλλον το διασκέδασα. Δηλαδή πρέπει, για να είμαι ακριβής, να τα ξεχάσεις όλα τα παραπάνω και να αφεθείς μόνο στον κινηματογραφικό χαβαλέ. Τότε ίσως λειτουργήσει η ταινία. Ε, έχει και πλάκα και η σχετικά νοσταλγική, κάπως σε στιλ Ιουλίου Βερν ατμόσφαιρα αρχών 20ού αιώνα, ίσως και ο τσαμπουκάς της ηρωίδας (ένα είδος δυναμικής γυναίκας και εν δυνάμει φεμινίστριας πριν την εποχή της ή, αν προτιμάτε, ένα είδος θηλυκού Ιντιάνα Τζόουνς), οπότε εντάξει, δυο ώρες πέρασαν ευχάριστα. Προς θεού όμως, μην περιμένετε τίποτα περισσότερο.

Κυριακή, Οκτωβρίου 10, 2010

Ο ΩΜΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΜΠΙΡΙΑ


Το 1957 βρίσκει τον Federico Fellini (1920–1993) να γυρίζει τη δεύτερη πραγματικά μεγάλη ταινία του μετά το "La Strada": Τις "Νύχτες της Καμπίρια". Νομίζω ότι εδώ βρίσκουμε τον μεγάλο δημιουργό κάπου ανάμεσα στο νεορεαλισμό, oι επιροές του οποίου σημάδεψαν την αρχή του έργου του, και στην ανεπανάληπτη, προσωπική του ποίηση.
Η ιστορία της ταινίας είναι απλή. Παρακολουθούμε τη ζωή μιας εύπιστης, φτωχής πόρνης, τόσο στα πεζοδρόμια της Ρώμης όπου κάνει πιάτσα, όσο και στην προσωπική της ζωή. Δυνατή, πεισματάρα και ευέξαπτη, αλλά ταυτόχρονα αφελής, συναισθηματική και ευάλωτη, έτοιμη να τα δώσει όλα για τον άντρα που, επιτέλους, θα αλλάξει τη ζωή της, περνά, μέσα από μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων, από μια πρώτη ερωτική απογοήτευση, όπου ο εραστής της επιχειρεί να την πνίξει για να τη ληστέψει στην πρώτη μόλις σκηνή, στην σπαρακτική κατάληξη.
Φυσικά ολόκληρη η ταινία βασίζεται στην ηθοποιία της Τζουλιέτα Μασίνα, συζύγου του Φελίνι, που υποδύεται με τον μοναδκό τρόπο της, που έχει κάτι από θηλυκό Τσάρλι Τσάπλιν, μια από τις πιο αξέχαστες φιγούρες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Το πρόσωπό της, από το οποίο περνάνε ο θυμός και η χαρά, το γέλιο και ο σπαραγμός, παραμένει χαραγμένο στη μνήμη όσων έχουν δει την ταινία. Ταυτόχρονα το φιλμ ντύνεται για μια ακόμα φορά από την χαρακτηριστική, νοσταλγική μουσική του Νίνο Ρότα, για να δώσει το συνολικό αξέχαστο αποτέλεσμα.
Αυτό που μένει είναι η δύναμή της, η κατάφαση στη ζωή, όσο κι αν αυτή έχει τσακίσει άπειρες φορές την ηρωίδα. Αυτό γίνεται εμφανές στην τελευταία θαυμάσια σκηνή, με το χαμόγελο που καταφέρνει να χαραχτεί και πάλι στο πρόσωπό της μετά από όσα έχει ζήσει. Και μόνο γι' αυτή τη σκηνή θα μπορούσε νομίζω να χαρακτηριστεί κλασική η ταινία. Αλλά υπάρχουν και τόσα άλλα...
Ο Φελίνι δεν ξεχνά, όπως είπαμε, και τις νεορεαλιστικές του ρίζες. Θα περιπλανηθεί στον κόσμο των απόκληρων, όχι μόνο με τις πόρνες του, αλλά και με τις σκηνές της καθημερινότητας στη φτωχική γειτονιά της Καμπίρια, με τη δυνατή σκηνή των άστεγων που μένουν σε τρύπες έξω μόλις από τη Ρώμη, αλλά και δείχνοντας και την απόλυτη αντίθεση σ' όλα αυτά, με την "κυριλέ" Βία Βένετο, κέντρο τότε της νυχτερινής ζωής της Ρώμης ή την σεκάνς με τον διάσημο ηθοποιό του σινεμά που "ψαρεύει" την ηρωίδα και την οδηγεί στην πολυτελέστατη βίλα του.
Για την ποίησή τους, την ευαισθησία της, την θετική αντιμετώπιση της ζωής παρά τις αντιξοότητές της, τη σειρά αξέχαστων σκηνών, την πρωταγωνίστρια... και για άλλους τόσους λόγους που μπορεί να εντοπίσει κάθε θεατής, οι "Νύχτες της Καμπίρια" παραμένουν μια από τις κλασικές στιγμές στην ιστορία του σινεμά. Η επόμενη ταινία του μεγάλου δημιουργού θα ήταν η ακόμα κλασικότερη "Dolce Vita"...

Σάββατο, Οκτωβρίου 09, 2010

ΜΕΛΟΔΡΑΜΑ ΚΑΙ ΜΟΙΡΑ ΣΤΟ "ΕΙΜΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ"


Αν δεν είστε φίλοι του μελοδράματος, αλλάζετε αίθουσα όσο είναι καιρός. Διότι το "Είμαι ο Έρωτας" (Io Sono l'Amore, 2010) του ιταλού Luca Guadagnino είναι ένα πυκνό μελόδραμα, με τη μοίρα να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, αλλά και μια κριτική ματιά στη μεγαλοαστική τάξη και τον συντηρητισμό της.
Να πω αρχικά ότι σαν ταινία τη βρήκα πολύ καλή (στο είδος της πάντα). Αργή εξέλιξη της ιστορίας, ψυχρή καταγραφή (όπως ψυχροί είναι και οι πολυτελείς χώροι) της μεγαλοαστικής οικογένειας βιομηχάνων, ξέσπασμα και κάθετη αντίθεση (εξοχή, πάθος, φύση και ήρωες σε οργασμό) όταν κορυφώνεται η ερωτική ιστορία, μια πολύ καλή όπως πάντα Τίλντα Σουίντον, θαυμάσια μουσική, πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα σκηνοθεσία. Στο πρώτο μέρος μάλιστα θαύμασα το πώς ο Guadagnino δείχνει το ασφυκτικό περιβάλλον, τον πανταχού παρόντα καθωσπρεπισμό, την κυριαρχία της εθιμοτυπίας, την αυστηρά πατριαρχική δομή και γενικά τον συντηρητισμό της πλούσιας οικογένειας, τόσο που έπιασα τον εαυτό μου να χαίρεται που δεν γεννήθηκα με πολλά εκατομμύρια αν επρόκειτο να μεγαλώσω σ' ένα τέτοιο περιβάλλον, με τέτοιες άκαμπτες αξίες. Επίσης, όπως έγραψα και πιο πάνω, βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την αντίθεση που δημιουργεί ο σκηνοθέτης ανάμεσα στον απολιθωμένο (και ταυτόχρονα παντοδύναμο) αυτόν κόσμο και στον άλλο, που σκιαγραφεί με πάθος και συναίσθημα όταν ξεκινά η ερωτική ιστορία. Καθώς και τον τρόπο με τον οποίο δείχνει τη σταδιακή καταστροφή των αξιών και της τάξης πραγμάτων που επικρατούν δίχως να αμφισβητούνται από κανέναν στους κόλπους της οικογένειας, με τη διαθήκη του παπού αρχικά, την ερωτική συμπεριφορά της κόρης στη συνέχεια, την εισβολή του "παρείσακτου" μάγειρα και το τελικό ξέσπασμα.
Οι αντιρρήσεις μου επικεντρώνονται στο ιδεολογικό μέρος (και επειδή αναπόφευκτα θα γίνουν κάποιες αναφορές στην ιστορία, καλό είναι να μη διαβάσετε παρακάτω αν θέλετε να αποφύγετε περιοδικά εμφανιζόμενα spoilers). Δεν συμφωνώ λοιπόν καθόλου με το ρόλο της παντοδύναμης και τιμωρού μοίρας που βάζει στην ιστορία του ο σκηνοθέτης. Η ηρωίδα τιμωρείται με τον χειρότερο δυνατό τρόπο για την "αμαρτία" της, το "παράπτωμά" της, χαρακτηρίστε το όπως θέλετε, και μάλιστα με τυχαίο τρόπο, σα να υπάρχει κάποια θεία δίκη, κάποια ανώτερη βούληση ή η μοίρα, που την τιμωρεί για τη συμπεριφορά της. Αυτό το στοιχείο είναι βέβαια τυπικό σε κάθε τραγωδία. Μπορώ όμως να το δεχτώ σε αρχαίες τραγωδίες, στον Σέξπιρ ή σε φιλμς του '30 ή του '50, όχι όμως σε ένα σύγχρονο έργο. Εδώ μου φαίνεται κάτι παραπάνω από συντηρητικό. Δεν πιστεύω σε θείες δίκες και μοίρες και, δυστυχώς ή ευτυχώς (όντως δεν μπορώ να αποφασίσω) η καθημερινότητα με δικαιώνει.
Ανεξάρτητα από την αντίρρησή μου όμως αυτή, τη θεωρώ σημαντική ταινία. Προσοχή: Μόνο για όσους δεν απεχθάνονται τα μελοδράματα.