Κυριακή, Νοεμβρίου 15, 2009

NEW AGE ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ... ΚΑΤΣΙΚΕΣ


"Οι Άντρες που κοιτούν επίμονα Κατσίκες" (The Men Who Stare at Goats) του Grant Heslov θα μπορούσε να είναι μια πολύ καλή κωμωδία. Και πρωτότυπη ιδέα έχει, και αρκούντως αντιπολεμικό πνεύμα διαθέτει και εξαιρετικό καστ (πότε άλλοτε έχετε δει μαζί Τζορτζ Κλούνει, Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, Κέβιν Σπέισι και Τζεφ Μπρίτζες;). Διαθέτει αρκετές πολύ αστείες στιγμές, αλλά συνολικά βγήκα λέγοντας "Μμμμ... συμπαθητικό ήταν". Αυτό μόνο.
Το φιλμ ασχολείται με τις θρυλούμενες έρευνες του αμερικάνικου στρατού (και του ρωσικού παλιότερα) που σχετίζονται με παραψυχολογικά και υπερφυσικά φαινόμενα (φανταστείτε δηλαδή τον Γκέλερ να χρησιμοποείται για στρατιωτικούς σκοπούς). Υποτίθεται ότι έχουν ξεκινήσει από την εποχή του Βιετνάμ και συνεχίζονται στο Ιράκ. Έτσι βρίσκει την ευκαιρία και σάτιρα να κάνει στο όλο New Age φαινόμενο, που ξεκίνησε στις αρχές των 80ς νομίζω, και στον μιλιταρισμό. Είναι όντως αστείο να βλέπεις την μονάδα παραψυχολογικών ερευνών, στρατιώτες και αξιωματικούς δηλαδή ντυμένους με τις στολές τους, να κάνουν γιόγκα, να είναι εμφανώς χίπις με μαλιά και γένεια, να κρατούν λουλούδια, να ευχαριστούν τη Μητέρα Γη και πολλά άλλα τέτοια ευτράπελα. Και γενικά βρίσκω εξαιρετικά αστεία την ιδέα διάφορων στρακόκαυλων μαντράχαλων να εκπαιδεύονται στα σοβαρά για το πώς μπορούν να γίνουν... αόρατοι, να περνάνε μέσα από τοίχους, να διοχετεύουν αρνητική ενέργεια στον εχθρό μέσα από τη σκέψη τους, να σκοτώνουν ζώα απλώς κοιτώντας τα στα μάτια και άλλα σχετικά. Ο Κλούνεϊ μάλιστα, κάτι μεταξύ ανθρώπου με ψυχικές ικανότητες και ψώνιου, είναι όλα τα λεφτά.
Η ταινία δεν φαίνεται να παίρνει στα σοβαρά όλα αυτά, μας αφήνει ανοιχτό όμως το αν υπάρχουν όντως τέτοιες δυνάμεις ή αν όλα είναι στα διαταραγμένα μυαλά κάποιων. Το πρόβλημα είναι ότι οι ρυθμοί σταδιακά χαλαρώνουν, οι ιδέες εξαντλούνται και τελικά, όπως είπα και στην αρχή, μένεις απλώς με το χαμόγελο και την αίσθηση ότι είδες κάτι συμπαθητικό, αλλά μέχρις εκεί. Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να είναι ένα καινούριο MASH ή να είχε απογειωθεί στα χέρια των Κοέν ας πούμε.

Σάββατο, Νοεμβρίου 14, 2009

"Η ΝΥΧΤΑ" ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ


Δεύτερο μέρος της περίφημης "τριλογίας της αποξένωσης" (οι άλλες δύο είναι "Η Περιπέτεια" και "Έκλειψη") του Michelangelo Antonioni (1912-2007), "Η Νύχτα" (La Notte) γυρίζεται το 1961 και αποτελεί για πολλούς μια από τις σημαντικότερες ταινίες της ιστορίας του σινεμά . Βέβαια η ταινία είναι κλασική για όσους μπορούν να δουν σινεμά που δεν το ενδιαφέρει η δράση αλλά η σκέψη, που θέτει ή προσπαθεί να απαντήσει σε αιώνια ερωτήματα. Η βασική κατηγορία για φιλμς όπως αυτό είναι ότι "δεν συμβαίνει τίποτα", δεν υπάρχει έκπληξη ή/και ανατροπή. Έτσι είναι (σε μια πρώτη ματιά τουλάχιστον), αλλά τα στοιχεία αυτά μπορεί να είναι συχνά ευπρόσδεκτα, όχι όμως και υποχρεωτικά για να θεωρηθεί μια ταινία ή οποιοδήποτε άλλο έργο τέχνης σημαντικό. Γενικά αντιλαμβάνομαι την απόρριψη ανθρώπων που δεν αντέχουν έλλειψη δράσης, αργούς ρυθμούς και άλλα τέτοια. Γι' αυτούς δημιουργοί όπως ο Αντονιόνι, ο Ταρκόφσκι, ο Ρενέ και πλήθος άλλοι είναι "εκτός". Δεν συμφωνώ, αλλά η άποψη αυτή και σεβαστή είναι και κατανοητή. Ας ασχοληθούν λοιπόν με τη "Νύχτα" οι υπόλοιποι.
Η ταινία δείχνει ένα ακριβώς εικοσιτετράωρο από τη ζωή ενός ζευγαριού που είναι παντρεμένο επί 10 χρόνια. Διανοούμενος και διάσημος συγγραφέας εκείνος, από πλούσια οικογένεια εκείνη, επισκέπτονται έναν ετοιμοθάνατο φίλο το πρωί, στη συνέχεια εκείνη περιπλανιέται δίχως σκοπό στο Μιλάνο και τα φτωχά προάστιά του και το βράδι πάνε σ' ένα κλαμπ και στη συνέχεια σε ένα πάρτι πλούσιου βιομήχανου, όπου είναι μαζεμένη όλη η "καλή κοινωνία", στο οποίο μένουν μέχρι το ξημέρωμα και όπου συμβαίνουν διάφορα.
Η ταινία μιλά όσο λίγες στην ιστορία του σινεμά για την κρίση του σύγχρονου ζευγαριού, όταν πλέον το πάθος έχει εκλείψει. Δεν υπάρχουν δραματικές εξάρσεις, καυγάδες, απιστία (αν και συχνά και οι δύο πλησιάζουν σ' αυτή). Υπάρχει απλώς η απάθεια, η έλλειψη ζήλειας, η μοναξιά, η κενότητα, το ανικανοποίητο που νοιώθουν και οι δυο τους. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι γι' αυτά τα προφανώς αρνητικά συναισθήματα δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος. Είναι η βαθμιαία φθορά μιας σχέσης που τα δημιουργεί, φθορά που συμβαίνει πάντοτε (εκτός ίσως ελάχιστων ευτυχών εξαιρέσεων). Φυσικά ο Antonioni εμβαθύνει και στους χαρακτήρες των δύο (και της τρίτης, που απειλεί να ανατρέψει τις όποιες ισορροπίες): Εγωιστής κατά βάθος εκείνος, που βασικά ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, που πολύ λίγα μπορεί να δώσει, σχετικά "ρηχή" εκείνη, που απλώς πλήττει με τα πάντα και δεν τολμά καν να ολοκληρώσει μια απόπειρα "απόδρασης" από τη ρουτίνα. Η Ζαν Μορό περιφέρεται δίχως σχεδόν ποτέ να χαμογελά, κι αυτή της η έκφραση πλήξης και απάθειας είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της ταινίας. Και επίσης, για να γίνουν τα πράγματα πιο ρεαλιστικά και πιο κοντά σ΄ ό,τι συνήθως συμβαίνει, δεν υπάρχει ακριβώς μίσος ανάμεσά τους. Υπάρχουν στιγμές που νοιάζονται ο ένας για τον άλλον, που δείχνουν υπολείμματα τρυφερότητας, ίσως και έρωτα. Αλλά η νεανική μαγεία έχει χαθεί οριστικά...
Πολύ σωστά ο Antonioni τοποθετεί το πλαίσιο στους υψηλούς - ή, τέλος πάντων, στους άνετους οικονομικά κοινωνικούς κύκλους. Εκεί είναι που τα προβλήματα αυτού του είδους φαίνονται ξεκάθαρα. Υπάρχουν και σε κατώτερες τάξεις βέβαια, αν όμως το βασικό πρόβλημά σου είναι η ανέχεια ή ακόμα και η πείνα, όλα τα άλλα περνούν σε δεύτερη μοίρα.
Το άλλο χαρακτηριστικό της ασπρόμαυρης "ματιάς" του φιλμ είναι η άμεσα ορατή σχέση της με την αρχιτεκτονική και το αστικό τοπίο. Ο σκηνοθέτης μας δείχνει επίμονα μοντέρνα κτίρια, στιλπνές επιφάνειες που αντανακλούν τα πάντα, ευθείες γραμμές και γωνίες. Οι άνθρωποι φαίνονται πολύ μικροί και ασήμαντοι μπροστά στα κτίρια της πόλης (του Μιλάνου συγκεκριμένα). Η εμμονή αυτή επιτείνει και "εικονογραφεί" με ιδανικό τρόπο την αίσθηση της ψυχρότητας, της αποξένωσης του σύγχρονου ανθρώπου από το περιβάλλον του και από τους άλλους. Έτσι η σύγχρονη αρχιτεκτονική, που κυριαρχεί πάνω στο άτομο, μοιάζει να συμβάλλει στο κλίμα της αλλοτρίωσης.
Μεγάλη - και δύσκολη - ταινία, που διατηρεί νομίζω τη λάμψη της (τη μουντή λάμψη της θα ήταν καλύτερα να λέγαμε). Το πρωταγωνιστικό τρίο (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Ζαν Μορό, Μόνικα Βίττι) βρίσκεται στο απώγιό του, η χαλαρή τζαζ μουσική χρησιμοποιείται εδώ σαν "χαλί" που δεν την ακούει κανείς με προσοχή, επιτείνοντας έτσι το αίσθημα πλήξης και κενότητας που κυριαρχεί κυρίως στο δεύτερο μέρος, στο πάρτι της υψηλής κοινωνίας (κενότητα που χαρακτηρίζει την τάξη αυτή και εδώ προβάλλεται ανάγλυφα) και γενικά, δίχως εξάρσεις, ο Αντονιόνι καταφέρνει να μιλήσει για εσωτερικά θέματα που μας αφορούν όλους. Κι ας απευθύνεται- λόγω της "γλώσσας" του - σε λίγους.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 13, 2009

ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ


Αντίθετα με το ανεκδιήγητο "Τέρας της Θάλασσας των Κρεμασμένων", το "A Bucket of Blood" του Roger Corman (1959), ("Ματωμένα γλυπτά" ο ελληνικός τίτλος του dvd) είναι μια ενδιαφέρουσα ταινία. Είναι φυσικά φτηνή, ασπρόμαυρη, με άγνωστους ηθοποιούς (αλλοίμονο, για τον Κόρμαν μιλάμε), αλλά αυτά δεν μειώνουν τις αρετές της. Ισορροπώντας ανάμεσα στη μαύρη κωμωδία και τον τρόμο, διηγείται την ιστορία ενός όχι ιδιαίτερα έξυπνου γκαρσονιού (μάλλον προς το ελαφρώς καθυστερημένο κλίνει), που δουλεύει σε ένα καφέ όπου συχνάζουν καλλιτέχνες, κάνοντας μάλιστα και διάφορες περφόρμανς, και που ποθεί διακαώς να γίνει κι αυτός καλλιτέχνης. Μετά από ένα ατύχημα, αρχίζει να φτιάχνει γλυπτά από αληθινούς ανθρώπους που σκοτώνει και γίνεται διάσημος.
Σάτιρα του κόσμου της τέχνης, τραγική ιστορία κατά βάθος, παρακολούθησα το φιλμ με ενδιαφέρον παρά τις κάποιες αφέλειές του. Όπως και σε μια σειρά άλλων ταινιών, είναι αδύνατο να μη συμπαθήσεις κατά βάθος τον "αθώο", ιδιόρυθμο δολοφόνο, που, σχεδόν δίχως να αντιλαμβάνεται τι κάνει, έχει αυτό που λέμε "καλή καρδιά" και περίσσευμα αφέλειας. Λόγω του όχι και τόσο έξυπνου μυαλού του παίρνει κατά γράμμα τα λόγια και τα ποιήματα των καλλιτεχνών με τους οποίους καθημερινά έρχεται σε επαφή και τους οποίους θαυμάζει, οι οποίοι ωστόσο τον περιφρονούν (όσο τουλάχιστον δεν είναι παρά ένα απλό γκαρσόν). Όταν δε φτάνει η στιγμή της ερωτικής απόριψης από το αντικείμενο του πόθου του, δεν μπορείς παρά να ανακαλέσεις στη μνήμη τους κωμικοτραγικούς ήρωες του Τσάπλιν, που σε κάνουν να γελάς και να συγκινείσαι ταυτόχρονα.
Η άλλη αρετή της ταινίας (που μάλλον ενδιαφέρει λίγους) είναι ότι καταφέρνει να πιάσει το καλλιτεχνικό κλίμα της εποχής των μπίτνικς. Οι απαγγελίες ποιημάτων, οι εκθέσεις, οι μουσικές, οι συζητήσεις στο καφέ, η μποέμικη, ανέμελη ζωή των καλλιτεχνών, το αλκοόλ, οι έρωτες, όλα βρίσκονται εδώ και είναι αρκετά πειστικά. Δεν έχω ιδέα αν ο Κόρμαν είχε επαφή με τους μπίτνικς και τη ζωή τους ή αν του βγήκε τυχαία, αλλά το φιλμ αποτελεί (παράπλευρα) και μια ενδιαφέρουσα καταγραφή της καλλιτεχνικής ατμόσφαιρας των τελών των 50ς.
Είπαμε. Ο Corman ενδιαφερόταν πάνω απ' όλα να κάνει γρήγορες και φτηνές παραγωγές. Άλλοτε του βγαίνανε, άλλοτε όχι. Εδώ πάντως νομίζω ότι βρίσκεται στα καλά του.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 12, 2009

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ: ΕΝΑ ΟΙΚΙΑΚΟ BLAIR WITCH PROJECT


Θα χαρακτήριζα το "Paranormal activity" (Μεταφυσική Δραστηριότητα, γυρισμένο το 2007) του πρωτοεμφανιζόμενου ισραηλινού Oren Peli πρωτότυπο, αν δεν είχε προηγηθεί το πασίγνωστο Blair Witch Project. Και όχι μόνο αυτό. Από τότε κάποια ρομερικά ζόμπι, το Gloverfield και ίσως και μερικά άλλα που δεν θυμάμαι ή αγνοώ χρησιμοποίησαν την ίδια ακριβώς ιδέα και τεχνική, αυτή της ερασιτεχνικής υποτίθεται λήψης από ερασιτεχνική κάμερα, ώστε να επιτείνεται η ψευδαίσθηση του ντοκιμαντέρ (άρα του ντοκουμέντου). Απλώς το συγκεκριμένο φιλμ μοιάζει περισσότερο από τα άλλα με το Blair Witch λόγω του πάμφτηνου προϋπολογισμού, της ιντερνετικής προώθησης και της σούπερ επιτυχίας του στην Αμερική.
Κατά τα άλλα διαθέτει μια αρκετά πρωτότυπη ιδέα. Το αόρατο πλάσμα δεν στοιχειώνει ένα σπίτι, όπως έχουμε συνηθίσει, αλλά έναν άνθρωπο, την πρωταγωνίστρια συγκεκριμένα. Αυτό κάνει το όλο πράγμα πιο αδιέξοδο και τρομαχτικό, αφού δεν μπορεί να ξεφύγει απλώς εγκαταλείποντας τον χώρο. Οι συνεχείς λήψεις άλλωστε του ζευγαριού που κοιμάται, ενώ διάφορα παράδοξα φαινόμενα συμβαίνουν γύρω τους, επιτείνουν τον ντοκιμαντερίστικο χαρακτήρα (και κάνουν το φιλμ ακόμα φτηνότερο). Ο εγκλεισμός στο σπίτι το κάνει απόλυτα κλειστοφοβικό, ενώ ο σκηνοθέτης ξέρει πολύ καλά να κλιμακώνει την ένταση, που ξεκινά από "απλά πταίσματα" για να φτάσει στο τελικό κρεσέντο. Γενικά καταφέρνει να πετύχει ένα αρκετά τρομακτικό αποτέλεσμα, το οποίο όμως, λόγω της ιδιόμορφης φύσης του, θα απογοητεύσει αρκετούς.
Και τώρα οι αντιρήσεις μου: Είπαμε την πρώτη: Χρωστά τα πάντα σχεδόν στο Blair Witch. ΟΚ, αλλά πέραν αυτού, εκείνο που με ενοχλούσε σε όλο το φιλμ ήταν η αψυχολόγητη κατά τη γνώμη μου συμπεριφορά του άντρα. Αυτή η εμμονή του να αρνείται να καλέσει "ειδικούς", ο κατά καιρούς τσαμπουκάς του απέναντι στο πλάσμα, η εμμονή του ναι χώνεται παντού και να ψάχνει σε στιγμές που οποιοσδήποτε κοινός θνητός (κι αυτός τέτοιος είναι) θα είχε εξαφανιστεί τρέχοντας, κάνει την συμπεριφορά του αντιρεαλιστική, σε πλήρη αντίθεση με τον ρεαλισμό (τον ψευδορεαλισμό τέλος πάντων) στον οποίο στοχεύει - και πετυχαίνει κατά τα άλλα - η ταινία. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι κάποιος που έχει απόλυτες αποδείξεις ότι κάτι παραφυσικό συμβαίνει στο σπίτι του, που δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι όλα αυτά είναι αληθινά και συμβαίνουν όντως, δεν νομίζω λοιπόν ότι θα υπήρχε η παραμικρή περίπτωση να αντιδρά - και μάλιστα κατ' εξακολούθηση - μ' αυτόν το τρόπο.
Όπως και να το κάνουμε όμως και παρά τις αντιρρήσεις μου, η ταινία έχει το ενδιαφέρον της και πετυχαίνει το στόχο της. Και είναι και σίγουρο ότι θα διχάσει τους θεατές. Όπως ακριβώς το πολλάκις προαναφερθέν Βlair Witch άλλωστε. Μένει μόνο να δούμε αν ο Peli θα συνεχίσει την εντυπωσιακής αρχής καριέρα του ή αν θα τον φάει κι αυτόν η μαρμάγκα, όπως τους ξεχασμένους σήμερα δημιουργούς του B.W.P.

Τρίτη, Νοεμβρίου 10, 2009

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ "ΚΑΚΟ"... ΕΙΝΑΙ ΟΝΤΩΣ ΚΑΚΟ


Με το "Κακό" του 2005 ο Γιώργος Νούσιας είχε κάνει μια συμπαθητική ταινιούλα, που συνδύαζε τρόμο και σπλάτερ με χιούμορ (στα χνάρια των Evil Dead κλπ.) και ταυτόχρονα είχε κάνει και μια από τις ελάχιστες σύγχρονες ταινίες είδους του ελληνικού κινηματογράφου. Το 2009 έρχεται "Το Κακό: Στην εποχή των ηρώων" (σε συσκηνοθεσία Πέτρου Νούσια και Claudio Bolivar), όπου βρίσκει σαφώς περισσότερα λεφτά, χρησιμοποιεί περισσότερα και πιο πλούσια εφφέ και... κάνει μια εξ ίσου σαφώς πολύ χειρότερη ταινία.
Εδώ το απλό, αλλά λειτουργικό σενάριο του πρώτου φιλμ, κατ' ευθείαν εμπνευσμένο από Ρομέρο και άλλα στάνταρς των ταινιών με ζόμπι, με τα κυνηγητά, τα λουτρά αίματος, τις κάθε λογής σπλατεριές και το κατάμαυρο χιούμορ, αντικαθίστανται από ένα σεναριακό αχταρμά, όπου εμπλέκονται αρχαίοι έλληνες, αρχαία ζόμπι, μαγικά κουτιά, νεκραναστάσεις (όχι όμως ως ζόμπι), εμφανίσεις στη σύγχρονη εποχή κάποιου τύπου με κουκούλα που έρχεται κατ' ευθείαν από την αρχαιότητα (μάλιστα, του Μπίλι Ζέιν αυτοπροσώπως), προφητείες που δεν κατάλαβα τι ακριβώς λένε και άλλα ακατανόητα, και ουδείς κάνει την παραμικρή προσπάθεια να ξεκαθαρίσει λίγο το τι ακριβώς συμβαίνει. Συγχρόνως το χιούμορ είναι κατά τη γνώμη και λιγότερο και πολύ χοντρότερο, οι χαρακτήρες άστα να πάνε... και γενικά όλα με κάνουν να προτιμώ το πρώτο, πολύ πιο τίμιο φιλμάκι.
Μένουν μονάχα κάποια εντυπωσιακά ακροβατικά της κάμερας (εντυπωσιακά μεν, αλλά κι αυτά άνευ λόγου), σίγουρα καλύτερη εικόνα, μερικά όμορφα πλάνα μιας πανέρημης Αθήνας και μάλιστα σε κεντρικότατους δρόμους (πώς το πέτυχε αυτό;), οι ήρωες στις σκηνές που διαδραματίζονται στην αρχαιότητα που μιλάνε με άνεση καθημερινά αρχαία ελληνικά και ελάχιστες αστείες στιγμές. Α, ναι και τα σπλάτερ εφφέ των μαστόρων του είδους αδελφών Αλαχούζου. Αλλά αυτά είναι πολύ, πολύ λίγα μπροστά στο χάος και το συχνό κιτς που επικρατούν. Νομίζω ότι τελικά όλη αυτή η εμπλοκή της αρχαιότητας και τα σχετικά μεταφυσικά που τη συνοδεύουν λειτούργησαν εις βάρος του φιλμ.
Να λοιπόν που για μια ακόμα φορά επιβεβαιώνεται ότι οι μεγαλύτεροι προϋπολογισμοί δεν κάνουν και καλύτερες ταινίες. Και πήγαινα να το δω με ειλικρινά καλή διάθεση. Κρίμα.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 09, 2009

ΓΕΛΟΙΑ ΤΕΡΑΤΑ ΚΑΙ "ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΕΣ" ΘΑΛΑΣΣΕΣ


Ο Roger Corman είναι γνωστός σαν βασιλιάς των b-movies. Έχει σκηνοθετήσει πάνω από 50 και είναι παραγωγός σε περισσότερα από 380! Οι γνωστότερες ταινίες του σαν σκηνοθέτη είναι η σειρά με τις μεταφορές στο σινεμά έργων του Πόε, οι περισσότερες με τον Βίνσεντ Πράις, που έγιναν τέλη 50 - αρχές 60. Μερικές άλλες είναι συμπαθέστατες. Υπάρχουν όμως και φιλμς του που κυριολεκτικά δεν βλέπονται.
Εξέχουσα θέση σ' αυτά καταλαμβάνει το ανεκδιήγητο "Creature from the Haunted Sea", μια ασπρόμαυρη πάμφθηνη ταινία του 1961 (ελληνικός τίτλος, άγνωστο γιατί, "Το τέρας της θάλασας των κρεμασμένων"). Βλέποντάς το μπήκα στον πειρασμό να το θεωρήσω την χειρότερη ταινία που έχω δει ποτέ και να πιστέψω ότι ξεπερνά σε χάλι κι αυτό ακόμα το "θρυλικό" "Plan 9 from Outer Space" του Ed Wood!
Δεν ξέρω τι να... πρωτοθαυμάσω στο φιλμ αυτό. Ξεκινά σαν νουάρ, με ολίγη κατασκοπεία, εξελίσσεται σε φανταστικό, καθώς μετά τη μέση σκάει κι ένα θαλάσσιο τέρας, κι όλο αυτό είναι διανθισμένο και με χιούμορ, απ' αυτά που κάνουν την όποια απόπειρα χαμόγελου να παγώνει στα χείλη. Μάλλον ο Corman ήθελε να κάνει κάτι σαν σάτιρα νουάρ και τρόμου ταυτόχρονα, αλλά σίγουρα δεν πέτυχε τίποτα απ' αυτά. Ηλίθιο σενάριο - αχταρμάς γραμμένο στο γόνατο (αν και πολύ αμφιβάλλω αν γράφτηκε ποτέ πουθενά), απίστευτες ηθοποιίες από τους άγνωστους ηθοποιούς, χιούμορ που κάνει τις ελληνικές βιντεοταινίες των 80ς να φαίνονται εξαιρετικά πνευματώδεις και, κερασάκι στην τούρτα, το ανεκδιήγητο τέρας, που σαφώς είναι ένας τύπος ντυμένος με κουρέλια, σα μούμια με δύο εμφανώς πλαστικά γουρλωμένα μάτια κάπου στο κεφάλι, που κάνει ατσούμπαλες κινήσεις για να επιτεθεί τάχα σε ανθρώπους. Μέσα στο σεναριακό χάος εμπλέκονται οι θησαυροί του κουβανέζικου κράτους που κλέβουν στρατηγοί του παλιού καθεστώτος όταν την εξουσία παίρνει ο Κάστρο (ήταν πρόσφατα τότε όλα αυτά), εξωτικές "καλλονές" έτοιμες για όλα (το ίδιο και οι χοντρές μαμάδες τους), ηλίθιοι πιστολάδες που δεν μιλούν αλλά... μιμούνται μόνο φωνές ζώων (αυτό είναι από τα "αστεία"), τυχοδιώκτες με γιωτ και μοιραίες γυναίκες, αμερικάνοι πράκτορες που δεν ξέρουμε τι ακριβώς κάνουν και ποιον κατασκοπεύουν, φωνή off α λα νουάρ, που συχνά ξεχνά να μιλήσει και όταν την έχουμε ξεχάσει κι εμείς επανεμφανίζεται,και φυσικά το τέρας που σκάει άνευ λόγου. Σπάνια ομορφιά!
Το κακό είναι οτι δεν μπορείς ούτε να γελάσεις με όλο αυτό το κιτς, γιατί είναι και πολύ βαρετό (ομολογώ ότι το έτρεχα σε αρκετά σημεία) - αν και το τέρας σε αποζημειώνει και κάνει να γελάσει το χειλάκι του κάθε πικραμένου. Τι να πω... Νοιώθω τον θρόνο του "Plan 9..." να τρίζει επικίνδυνα...

Κυριακή, Νοεμβρίου 08, 2009

ΤΡΕΙΣ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ


Οι "Τρεις Γυναίκες", που γύρισε ο Robert Altman (1925-2006) το 1977, είναι μια από τις πιο παράξενες, αλλά και όμορφες κατά τη γνώμη μου, ταινίες του. Δεν ανήκει στο χώρο του φανταστικού κινηματογράφου, αλλά είναι τόσο παράδοξο και απόκοσμο που θα μπορούσε κάλλιστα να ανήκει. Είναι ρεαλιστικό, με την έννοια ότι τίποτα το φανταστικό δεν συμβαίνει, αλλά δεν το λες και ρεαλισμό αυτό.
Η ταινία φτιάχνει τα πορτρέτα τριών πολύ διαφορετικών γυναικών - αν και έχουν κάτι κοινό. Η μία (Σίσυ Σπέισεκ), μικρή, άβγαλτη, δειλή, ψάχνει για ανθρώπινη επαφή, αλλά δεν τη βρίσκει. Λίγο "αλλού", φευγάτη, προσκολλημένη θαρρείς στην παιδική ηλικία, αρπάζεται κυριολεκτικά από την πρώτη που θα της μιλήσει στη νέα της δουλειά με ένα πάθος για επαφή που αγγίζει τα όρια του ερωτικού. Η άλλη (Σέλεϊ Ντιβάλ), η μοναδική φίλη της προηγούμενης, είναι ακριβώς το αντίθετο. Εξωστρεφής, μιλά πολύ και μιλά με όλους, γελά, ακολουθεί τη μόδα, ψάχνει για φίλο. Το εξαιρετικό που συμβαίνει είναι ότι και οι δύο τόσο διαφορετικοί αυτοί χαρακτήρες είναι εξ ίσου μοναχικοί. Είναι σα να τις αγνοούν οι πάντες γύρω τους, δεν τις απαντάνε καν όταν μιλάνε, σα να είναι αόρατες. Η τρίτη γυναίκα, μια αμίλητη, αποτραβηγμένη ζωγράφος, κρατά το στόμα της ερμητικά κλειστό και ζωγραφίζει μεγάλες συνθέσεις σε πυθμένες από πισίνες, σε τοίχους, σε τσιμεντένια δάπεδα. Τα έργα της, απόκοσμα, αποτελούνται από πιθηκόμορφους ανθρώπους, με το αρσενικό πάντοτε κυρίαρχο και τρομαχτικό. Οι σχέσεις των παράξενων αυτών χαρακτήρων είναι και το θέμα του φιλμ.
Ερμητική μερικές φορές, ανοιχτή σε πολλές ερμηνείες - ή σε καμία - η ταινία νομίζω ότι συγκλίνει σε ένα σημείο: Στην απόλυτα φεμινιστική ματιά, έστω κι αν έχει γίνει από έναν άντρα. Πράγματι, στον κόσμο της οι άντρες είναι ουσιαστικά απόντες: Άλλοτε μέθυσοι, ρηχοί, που ενδιαφέρονται μόνο για σεξ, άλλοτε ψυχροί και αμίλητοι, ασχολούνται μόνο με τα "αντρικά" σπορ τους (κούρσες με μηχανές, σκοποβολή κλπ.) και είναι παντελώς άχρηστοι για ουσιαστική επικοινωνία με τις γυναίκες, που διψούν για βαθύτερη επαφή. Η απαστράπτουσα, ηλιόλουστη Καλιφόρνια, δείχνεται εδώ απάνθρωπη, ψυχρή, δίχως καμιά ανθρώπινη ζεστασιά. Και το τέλος (που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά) προς εκεί δείχνει: Προς έναν απόλυτο θρίαμβο του φεμινισμού. Σα να επαγγέλεται μια νέα εποχή μητριαρχίας.
Πέρα από τις αναλύσεις όμως, το φιλμ ασκεί μια υπνωτική γοητεία πάνω μου. Οι απόμακρες ανθρώπινες συμπεριφορές, τα παράξενα έργα της ζωγράφου, η σχεδόν υπερρεαλιστική ατμόσφαιρα, το κάνουν ένα από τα πιο αγαπημένα παράδοξα του δημιουργού του (και γενικότερα). Ακόμα κι αν δεν μπορέσετε να ερμηνεύσετε κάποια σημεία του, θα σας συμβούλευα να αφεθείτε στη γοητεία του.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 06, 2009

ΑΣΑΝΣΕΡ, ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΚΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΝΟΥΑΡ


Φυσικά το φιλμ νουάρ είναι ένα αμερικάνικο είδος που υπάρχει ήδη από τη δεκαετία του 30. Να όμως που το 1958 ένας γάλλος κάνει ένα αριστούργημα του είδους (και γενικότερα). Εννοώ βέβαια το "Ασανσέρ για δολοφόνους" (Ascenceur pour l' echafaud) του Louis Malle (1932-1995) με τον Μορίς Ρονέ και τη θρυλική Ζαν Μορό.
Θεωρώ το ασπρόμαυρο αυτό φιλμ σαν ένα από τα σαγηνευτικότερα του παγκόσμιου σινεμά. Είναι ο συνδυασμός ενός έξυπνου και πρωτότυπου σεναρίου (με ένα φόνο φυσικά στο επίκεντρο), της θαυμάσιας, συχνά νυχτερινής φωτογραφίας, των ηθοποιών και της αξέχαστης, αυτοσχεδιαστικής μουσικής του Miles Davies που συνθέτουν το αξεπέραστο αυτό αποτέλεσμα.
Είναι επίσης εξαιρετική η αντιστικτική παρουσίαση των δύο ερωτευμένων ζευγαριών που πρωταγωνιστούν. Και τα δύο το ίδιο γοητευτικά, τόσο διαφορετικά όμως... Το ένα ώριμο, "καθώς πρέπει", σχεδιάζει μεθοδικά και εκτελεί έναν φόνο. Το άλλο νεανικό, ατημέλητο, επιπόλαιο, αυτοσχεδιάζει και σκοτώνει κι αυτό δίχως τίποτα να σκεφτεί. Δύο εγκλήματα. Ένα εν ψυχρώ, άψογα σχεδιασμένο, κι ένα εν θερμώ, άνευ ουσιαστικου λόγου, έτσι, σχεδόν για πλάκα. Και τα δύο ζεύγη θα καταστρέψουν τη ζωή τους. Με τόσο διαφορετικούς όμως τρόπους, με τόσο διαφορετική ιδιοσυγκρασία και στιλ... Έναυσμα όλου αυτού του θανατερού παιχνιδιού είναι ένα καπρίτσιο της μοίρας, μια σύμπτωση. Η μοίρα λοιπόν, όπως συχνά συμβαίνει στα νουάρ και στην αρχαία τραγωδία, είναι αυτή που θα αποδώσει δικαιοσύνη. Αν και δεν είμαστε και πολύ σίγουροι γι΄ αυτό. Θέλω να πω ότι το τι σημαίνει διακαιοσύνη δεν είναι πια καθόλου ξεκάθαρο σε έναν κόσμο που αποτελείται από "κακούς", όπως το πρώτο θύμα, ή, τέλος πάντων, όχι από καλούς.
Βέβαια οι σεναριακές αναλύσεις δεν λένε και πολλά για μια ταινία της οποίας η διαχρονική κατά τη γνώμη μου γοητεία βασίζεται σε μικρές λεπτομέρειες: Στις υπέροχες περιπλανήσεις μιας γεμάτης άγχος και αγωνία Μορό στο νυχτερινό Παρίσι υπό τη μουσική του Ντέιβις (όχι, στις σκηνές αυτές δεν συμβαίνει τίποτα ουσιαστικά, είναι όμως τόσο όμορφες...), στο ανοιχτό αυτοκίνητο του Ρονέ, στην καταγραφή μιας εποχής που έχει περάσει ανεπιστρεπτί.
Ήταν η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Μαλ και μια από τις καλύτερές του. Απαραίτητη νομίζω για τους φίλους του νουάρ, αλλά και τους φίλους του σινεμά γενικότερα.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 05, 2009

Ο ΚΥΝΟΔΟΝΤΑΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΑΝ ΦΥΛΑΚΗ


Ο "Κυνόδοντας" του Γιώργου Λάνθιμου παρουσιάζει μια κάπως ευτράπελη παραδοξότητα: Κόβει εισιτήρια σαν τρελός, ενώ σε καμία περίπτωση δεν είναι ταινία "για όλα τα γούστα" ή, πολύ περισσότερο, για όλη την οικογένεια. Το γιατί παρατηρείται αυτή η ανακολουθία, δεν είναι δικό μου θέμα να ερευνήσω. Αρκούμαι απλώς να διασκεδάζω με τις απορημένες / φοβισμένες / ξυνισμένες φάτσες των "μέσων" άσχετων που πάνε να το δουν επειδή πάνε και όλοι οι άλλοι και δεν πιστεύουν τι είδαν. Απ' όσο μπόρεσα να καταλάβω πάντως στο "υποψιασμένο" κοινό, αυτό που βλέπει σινεμά και όχι μόνο χολιγουντιανό σινεμά, αρέσει πολύ.
Αυτά φυσικά είναι άσχετα με το φιλμ καθ' εαυτό. Το οποίο, μπορώ να σας διαβεβαιώσω, εμένα με εντυπωσίασε. Αν μη τι άλλο - και σ' αυτό θα συμφωνήσουν και οι πολέμιοί του - δεν μοιάζει με τίποτα απ' ότι έχουμε δει μέχρι σήμερα, τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα (αλλά και διεθνώς νομίζω). Πρόκειται για μια ταινία που συνδυάζει κατάμαυρη κωμωδία και σάτιρα, ωμό ρεαλισμό, μερικές σοκαριστικές σκηνές και ταυτόχρονα παίζει με τα όρια του φανταστικού. Αν σ' αυτά προσθέσει κανείς και μια παράδοξη, ασυνήθιστη κινηματογραφική ματιά (παράξενα πλάνα, "έκκεντρη" κινηματογράφηση, που μερικές φορές μπορεί ακόμη και να κόβει τα κεφάλια των ηρώων), τότε σίγουρα έχει να κάνει με μια μοναδική ταινία για το ελληνικό σινεμά.
Η ιστορία της 5μελούς, αποκλεισμένης από τον κόσμο οικογένειας, με τα 3 μεγάλα πλέον παιδιά να μην έχουν ποτέ βγει στον έξω κόσμο και με τον δικτάτορα πατέρα - αφέντη να κυριαρχεί ως άλλος "κακός" θεός της Παλαιάς Διαθήκης, μπορεί να ειδωθεί ως αλληγορία ή/και σάτιρα (τραβηγμένη στα άκρα) του θεσμού της οικογένειας με τις πολύ συχνά καταπιεστικές δομές της, την επιβολή των απόψεων των γονιών στα παιδιά, την επίσης συχνή αρτηριοσκλήρωσή της. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι ίδιοι οι γονείς, το σπίτι, τα έπιπλα, το αυτοκίνητο, οι βιντεοταινίες, όλα παραπέμπουν σε ατμόσφαιρα 70ς - 80ς. Μπορεί κάλλιστα να εκλάβουμε ότι η ιστορία εκτυλίσσεται τότε (αφού ποτέ δεν δίνει κάποιο συγκεκριμένο χρονικό στίγμα), μπορεί όμως να είναι και ένα επί τούτου παιχνίδι του δημιουργού για να τονίσει τα κολλήματα των γονιών. Με όλα αυτά πάντως επιτείνεται η κλειστοφοβική, μίζερη ατμόσφαιρα, η οποία λειτουργεί ως τέτοια παρά το ότι βρισκόμαστε σ' ένα "ειδυλλιακό" περιβάλλον: Μια βίλλα μέσα στο πράσινο και στον καθαρό αέρα, απομονωμένη από άλλες κατοικίες, με πισίνα, με όλες τις ανέσεις.
Γενικά πρόκειται για σχετικά δύσκολη ταινία, κάθε άλλο παρά mainstream (όχι ως προς την κατανόηση των όσων συμβαίνουν, αλλά όσον αφορά το γενικότερο πνεύμα της), απ' αυτές που θα κατατάσαμε στον αόριστο χώρο των "σινεφίλ". Σε κάμποσα σημεία μπορεί να σοκαριστείτε, σε άλλα να γελάσετε, δύσκολα όμως θα σας φύγει από το μυαλό ένα τέτοιο φιλμ. Όπως και να το κάνουμε, για μένα παίρνει ήδη τη θέση της σαν μια από τις πιο αξιόλογες του ελληνικού σινεμά. Γι' αυτό και χαίρομαι πολύ για τα βραβεία που πήρε στις Κάννες.
ΥΓ: Το είπαμε και αλλού: Κάτι κινείται φέτος στο ελληνικό σινεμά (και περιμένουμε και τον Οικονομίδη). Μακάρι το ανανεωτικό αυτό πνεύμα να διαρκέσει και να μην είναι μια πρόσκαιρη αναλαμπή.

Τρίτη, Νοεμβρίου 03, 2009

ΣΤΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟΜΑ ΙΙΙ : Ο ΝΕΚΡΟΣ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ


Η τρίτη συνέχεια του διαβόητου πλέον Φαντομά ήρθε και πάλι το 1913 και φυσικά δημιουργός της ήταν ο Louis Feuillade (1873-1925) - προφέρεται Φεγιάντ για όσους αναρωτιέστε. Τίτλος του "Le mort qui tue" (Ο νεκρός που σκοτώνει) και αυτή τη φορά είχε κανονική διάρκεια σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα: 90 λεπτά περίπου.
Φυσικά είναι απόλυτη συνέχεια του προηγούμενου. Λειτουργούσε όπως τα σημερινά τηλεοπτικά σίριαλ. Δεν θα μπορούσε δηλαδή κανείς να το παρακολουθήσει αν δεν είχε δει τα προηγούμενα δύο "επεισόδια".
Εδώ ο Φαντομάς γίνεται σατανικότερος από ποτέ. Ενοχοποιεί έναν αθώο για έναν δικό του φόνο. Αλλά οι σεναριακές εκπλήξεις έρχονται μετά. Το πτώμα του ανθρώπου αυτού εξαφανίζεται. Ακολουθεί μια σειρά εγκλημάτων στα οποία όλα τα στοιχεία (δακτυλικά αποτυπώματα κλπ.) δείχνουν ότι έχουν διαπραχτεί από τον νεκρό. Τις έρευνες αυτή τη φορά διεξάγει μόνος του ο δημοσιογράφος Φεντόρ, καθώς ο φίλος του επιθεωρητής Jouve θεωρείται νεκρός από την έκρηξη του προηγουμένου επεισοδίου.
Φυσικά και πάλι η ιστορία έχει πολλές αφέλειες, δικαιολογημένες για την εποχή, ωστόσο το στόρι είναι αρκετά έξυπνο και αρκούντως μακάβριο. Νομίζω ότι με τις βασικές του ιδέες θα μπορούσε να γίνει ένα καλό σύγχρονο θρίλερ. Γενικά, σε σεναριακό επίπεδο πάντα, έχω την αίσθηση ότι τα πράγματα ήταν πιο τολμηρά τότε απ' όσο στο σύγχρονο mainstream σινεμά. Ο "κακός" είναι απόλυτα κακός (δεν διαθέτει καν τη γοητεία ενός Χάνιμπαλ), κάνει ανήκουστα (και συχνά, όπως φαίνεται σε μας τουλάχιστον) άνευ λόγου εγκλήματα και στο τέλος πάντοτε ξεφεύγει, προς μεγάλη θλίψη των καθ' όλα συμπαθών "καλών". Γενικά δε, το επεισόδιο αυτό βλέπεται σήμερα σχετικά πιο άνετα και είναι πιο πολύπλοκο από τα προηγούμενα. Με τα σχετικά μειδιάματα φυσικά για τις τεχνικές δυνατότητες, την αισθητική και τις αφέλειες του 1913.
Ο Φαντομάς είχε φτάσει στο αποκορύφωμα της δημοτικότητάς του. Χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν με αγωνία την επόμενη ταινία. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ήταν χωρισμένοι σε υποστηρικτές του Φαντομά και υποστηρικτές των "καλών" και είχαν σημειωθεί και επεισόδια μεταξύ τους! Κάτι σαν σύγχρονοι χούλιγκανς δηλαδή.
Το 1914 ο Feuillade γύρισε άλλες δύο ταινίες με τον ήρωα αυτόν με την ίδια επιτυχία. Η σειρά είχε βάλει τις βάσεις για πολλά πράγματα που σήμερα θεωρούνται κοινότοπα στο σινεμά.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 02, 2009

ΕΡΩΤΑΣ, ΤΣΑΪ, ΑΛΛΑ ΚΥΡΙΑΡΧΗ ΕΙΝΑΙ Η ΕΡΗΜΟΣ


Το "Τσάι στη Σαχάρα" (The sheltering Sky) που γύρισε ο Bernardo Bertolucci το 1990 είναι από τις ταινίες που αγαπώ. Όχι λογικά, αλλά καθαρά συναισθηματικά. Θέλω να πω, ίσως να υπάρχουν κάποια προβλήματα κατανόησης της σχέσης και των πράξεων του πρωταγωνιστικού ζεύγους, ίσως πάλι να υπάρχουν κάποιες ελλείψεις στην αφήγηση, αλλά για μένα η γοητεία της ταινίας βρίσκεται αλλού.
Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Paul Bowles, που από το 1959 επέλεξε να ζήσει στο Μαρόκο, εν μέρει αυτοβιογραφικό, αφού εμπνέεται από τη σχέση του με τη γυναίκα του και επίσης πολύ καλη συγγραφέα Jane Bowles, περιγράφει την ασυνήθιστη σχέση ενός εύπορου καλλιτεχνικού ζευγαριού (συνθέτης αυτός, συγγραφέας εκείνη) που περιπλανιέται άσκοπα στη Σαχάρα και σε άλλα μέρη της βόρειας Αφρικής. Η σχέση τους, πάντοτε αντισυμβατική, μοιάζει να φθίνει μετά από 10 χρόνια γάμου και ο πλούσιος αμερικάνος φίλος που ταξιδεύει μαζί τους θα ανατρέψει κάποιες ισορροπίες. Όσο όμως βυθίζονται στην Αφρική και στην έρημο, τόσο ένα είδος χαύνωσης, παρακμής τους καταλαμβάνει. Τους πολύ καλούς Μάλκοβιτς και Γουίνγκερ τυλίγει η μουσική του Ρουίτσι Σακαμότο, ανάμεικτη με ιθαγενείς μουσικές, φτιάχνοντας ένα μεθυστικό χαρμάνι.
Για μένα - πέρα από τη σχέση του ζεύγους και την οδύσσεια της γυναίκας που ακολουθεί - η ταινία με συναρπάζει από αυτό που περιέγραψα παραπάνω: Το πώς βαθμιαία ο τόπος, συγκλονιστικός ούτως ή άλλως, επιβάλλεται πάνω στους "παρείσακτους" δυτικούς, πώς τους καταπίνει σιγά-σιγά οδηγώντας τους - εκείνον κυρίως - σε μια σταδιακή παραίτηση από τα πάντα, σε ένα ταξίδι δίχως σκοπό και τέλος. Όλο και βαθύτερα, όλο και πιο κοντά στην έρημο και στην υπνωτική γοητεία που εξασκεί.
Ο Bertolucci δημιουργεί μια σειρά από τις ομορφότερες εικόνες που έχουν ποτέ αποτυπωθεί σε φιλμ. Πολλοί μάλιστα τον κατηγόρησαν σαν "δημιουργό καρτ ποστάλ". Δεν ξέρω, αλλά εμένα οι εικόνες αυτές - καρτ ποστάλ ή μη - με συνεπήραν όσο ελάχιστες άλλες. Εικόνες παράξενες, όσο παράξενες είναι οι κουλτούρες των ντόπιων, η γλώσσα τους, τα τραγούδια και οι μουσικές τους, οι συχνά ακατανόητες πράξεις τους. Αυτή η ατμόσφαιρα μυστηρίου, πανέμορφη και συγχρόνως απειλητική και ξένη, γοητευτική και θανατηφόρα, μαγνητική και χαυνωτική, είναι για μένα όλη η ουσία του φιλμ.
Τελειώνοντας θα πω ξανά ότι σπάνια έχω δει τον τόπο, το τοπίο, να επιβάλλεται τόσο πάνω στους ανθρώπους, να είναι ο βασικός πρωταγωνιστής. Γι' αυτό σας συμβουλεύω να μην ψάξετε τόσο τα όσα - συχνά σπαρακτικά - συμβαίνουν ή, τέλος πάντων, ψάξτε τα αργότερα. Και μην απογοητευτείτε από ένα σχετικά ελλειπτικό σενάριο όπου δεν φαίνεται να συμβαίνουν πολλά (ίσως συνειδητά ακολουθεί τους νωχελικούς ρυθμούς του μέρους). Απλώς αφεθείτε στη γοητεία των εικόνων και των ήχων και απολάυστε τα.

Κυριακή, Νοεμβρίου 01, 2009

Η "ΛΕΥΚΗ ΚΟΡΔΕΛΑ" ΚΑΙ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ


Ο Michael Haneke ήταν πάντοτε ένας μεγάλος σκηνοθέτης, του οποίου οι ταινίες όμως βλέπονται δύσκολα. Εννοώ ότι ενοχλούν βαθιά και σε πολλά επίπεδα. Έτσι και η "Λευκή Κορδέλα" του (Das weisse Band) δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική.
Αυτή τη φορά, με ασπρόμαυρη φωτογραφία, μας μεταφέρει στις αρχές του 20ού αιώνα, σ' ένα γερμανικό χωριό, ήσυχο και ειρηνικό φαινομενικά, όπου αρχίζουν να συμβαίνουν διάφορα παράδοξα περιστατικά βίας. Ο δάσκαλος (ο μόνος ίσως "υγιής" απ' όλους τους χαρακτήρες του φιλμ) είναι ο αφηγητής που προσπαθεί να διελευκάνει την υπόθεση. Φυσικά αυτό που πολύ σύντομα γίνεται αντιληπτό είναι ότι η φιλειρηνική, ήσυχη εικόνα δεν είναι παρά μόνο η απατηλή επιφάνεια. Στο βάθος συμβαίνουν μύρια όσα εφιαλτικά. Ο πυθμένας βρίθει από καλά κρυμένα, σκοτεινά μυστικά. Οι χαρακτήρες (με αποκορύφωμα αυτόν του γιατρού, του οποίου το ξαφνικό ψυχικό "ξεγύμνωμα" σοκάρει) είναι σκληροί, φανατικοί θρησκόληπτοι, βίαιοι, άτεγκτοι. Κι ας μοιάζουν συχνά ειρηνικοί και καλοκάγαθοι.
Και μόνο αυτό το μοτίβο θα αρκούσε σαν "μήνυμα" του φιλμ. Ωστόσο μπορούμε να ανιχνεύσουμε κι άλλα πράγματα. Βασικό επαναλαμβανόμενο στοιχείο είναι η αφόρητη (για τα σημερινά δυτικά δεδομένα τουλάχιστον) καταπίεση των παιδιών, στα οποία είναι απαγορευμένη σχεδόν κάθε χαρά. Τα παιδιά υφίστανται μια εκπαίδευση που τα κάνει να νοιώθουν ένοχα για κάθε ηδονή και ευχαρίστηση. Η αυστηρότητα, η ατσάλινη πειθαρχία και η έλλειψη χαράς παραμονεύουν σε κάθε τους βήμα. Καμιά ανθρώπινη αδυναμία δεν επιτρέπεται στο απάνθρωπο αυτό σύστημα. Και, όπως πάντοτε, βασικοί συντελεστές της καταπίεσης των παιδιών είναι το κλασικό τρίπτυχο σχολείο, εκκλησία, οικογένεια. Η κοινωνικοποίηση και η εκπαίδευση γίνονται εδώ ταυτόσημα με την προσπάθεια κατασκευής ενοχικών, βαθιά συντηρητικών και φοβισμένων με τα πάντα χαρακτήρων.
Το ίδιο το σύστημα εξουσίας του χωριού μοιάζει αρτηριοσκληρωτικό και αμετάβλητο εδώ και αιώνες: Από τη μία η απόλυτη κοσμική εξουσία του βαρώνου, στον οποίο πρακτικά ανήκουν τα πάντα, από την άλλη η εξ ίσου "φασιστική" πνευματική εξουσία του πάστορα, που έχει μια μαζοχιστική αντίληψη για τον χριστιανισμό και για τον οποίο κάθε μικρή, ανθρώπινη παρέκλιση είναι ταυτόσημη με την αμαρτία. Όλα συγκλίνουν σε ένα τελικό αποτέλεσμα: Σε μια ζωή δίχως χαρά.
Κι ερχόμαστε στο χωροχρονικό σημείο που ο Haneke τοποθετεί την ιστορία του: Γερμανία, λίγο πριν την έναρξη του Α' παγκόσμιου πόλεμου. Που σημαίνει ότι αυτά τα παιδιά που βλέπουμε, αυτά που ανατράφηκαν μέσα σ' αυτή την πολιτικοθρησκευτική σκοτεινιά θα γίνουν σε καμιά εικοσαριά χρόνια οι ναζί, αυτοί που υποστήριξαν τον ολοκληρωτισμό, αυτοί που ψήφισαν τον Χίτλερ όταν ακόμα αυτός ήταν ηγέτης κόμματος και κατέβαινε στις εκλογές. Νομίζω ότι τα συμπεράσματα είναι προφανή. Μόνο με τέτοιες ρίζες μπορεί να "ανθίσει" ο φασισμός.
Ο Haneke δεν ενδιαφέρεται τόσο για το "αστυνομικό" μέρος της πλοκής. Μας δίνει μια λύση, η οποία είναι σχετική με τα όσα είπαμε παραπάνω και είναι και συγκλονιστική αν την αναλογιστεί κανείς, αλλά κι αυτή μένει στα όρια της πιθανότητας. Δεν είναι αυτό όμως το ζητούμενο. Τα όσα λέει είναι πολύ βαθύτερα. Και όπως πάντα, τα λέει συχνά με ενοχλητικό τρόπο για τον θεατή.

Σάββατο, Οκτωβρίου 31, 2009

ΣΤΗ ΜΑΚΡΙΝΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟΜΑ ΙΙ: "ΖΟΥΒ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΦΑΝΤΟΜΑ"


Η πρώτη ταινία του Φαντομά γνώρισε τεράστια επιτυχία και ο πρωταγωνιστής της ηθοποιός Ναβάρ είχε γίνει σούπερ σταρ στη Γαλλία. Φυσικό ήταν λοιπόν μέσα στην ίδια χρονιά, το 1913 δηλαδή, ο Louis Feuillade να γυρίσει και δεύτερο μέρος με τίτλο "Ζουβ εναντίον Φαντομά" (ο Juve είναι ο επιθεωρητής - κυνηγός του διαβόητου εγκληματία). Η ταινία έχει διάρκεια μιας περίπου ώρας και είναι συνέχεια της πρώτης, εγκαινιάζοντας έτσι ένα από τα πιο πετυχημένα κινηματογραφικά σίριαλ όλων των εποχών.
Εδώ ξαναβρίσκουμε τους ήρωες του πρώτου μέρους. Τον επιθεωρητή και το φίλο του δημοσιογράφο Φαντόρ, την λαίδη ερωμένη του κακοποιού και φυσικά τον ίδιο τον Φαντομά, που άλλοτε ως ευϋπόληπτος κύριος με μαύρο κοστούμι κι άλλοτε ως εγκληματίας με ολόσωμη μαύρη στολή και μάσκα, σκορπά τον τρόμο. Περισσότερο υποβλητικό από το πρώτο μέρος, διαδραματίζεται σε ένα μεγάλο μέρος του στην εγκαταλειμένη βίλα της λαίδης, τα τεράστια σαλόνια και τα στοιχειωμένα υπόγεια μηχανοστάσια της οποίας αποτελούν ιδανικό σκηνικό για μια ταινία αγωνίας, όπως θεωρούνταν στην εποχή της.
Ο Feuillade, τις πρώιμες αυτές εποχές του σινεμά, μπορεί πλέον να αφηγείται άνετα την ιστορία του και να σκορπά ρίγη στους έκπληκτους θεατές του. Φυσικά οι σεναριακές αφέλειες δεν λείπουν, αλλά, αλλοίμονο, το είπαμε και στην πρώτη συνέχεια και θα το υπενθυμίζουνε διαρκώς, βρισκόμαστε στα 1913 και η γλώσσα της 7ης τέχνης μόλις έχει αρχίσει να σχηματίζεται.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ο πρωτοπόρος σκηνοθέτης δείχνει με το χρώμα την ώρα και το μέρος της δράσης. Φυσικά το φιλμ είναι ασπρόμαυρο, όλες οι σκηνές όμως είναι μονόχρωμα επιχρωματισμένες ανάλογα με το μέρος και το χρόνο. Έτσι έχουμε σκούρα μπλε μονοχρωμία όταν δείχνουμε υπαίθρια νυχτερινά, πορτοκαλοκίτρινη όταν βρισκόμαστε σε νυχτερινά εσωτερικά, που φωτίζονται από κεριά ή ηλεκτρικό φως κλπ.
Φυσικά στο τέλος ο Φαντομάς θα ξεφύγει και πάλι, όπως πάντα, ανατινάζοντας τη βίλα. Εδώ έχουμε και τις απαρχές των σίριαλ: Η ταινία τελειώνει σε ένα κρίσιμο σημείο, με την ερώτηση "Θα γλυτώσουν άραγε ο επιθεωρητής και ο φίλος του;", αφήνοντας μετέωρο τον θεατή, που διακαώς επιθυμεί το γρηγορότερο δυνατό να παρακολουθήσει τη συνέχεια. Τι νομίζετε; Τα ήξεραν από τότε αυτά τα κόλπα.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 30, 2009

ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ, ΕΦΙΑΛΤΙΚΟΣ ΣΠΑΡΑΓΜΟΣ


Η "Ψυχή Βαθιά" του Παντελή Βούλγαρη έχει ήδη ξεσηκώσει κάποιες αντιδράσεις και έχει επίσης κόψει αρκετά εισιτήρια. Το ΚΚΕ και το ΛΑΟΣ ενοχλήθηκαν και οι κριτικοί ήταν μάλλον χλιαροί. Εμένα πάλι μάλλον μου άρεσε, αλλά έχω και κάποιες αντιρρήσεις. Όχι πάντως αυτές του ΚΚΕ και (αυτό μας έλειπε) καθόλου, μα καθόλου αυτές του Άντωνι και της παρέας του.
Η ταινία βλέπει τον τραγικό ελληνικό εμφύλιο από την ανθρώπινη και όχι από την ιστορική του πλευρά. Την ενδιαφέρει κυρίως η κόλαση, η φρίκη του πολέμου και μάλιστα ενός εμφυλίου πολέμου, που, ως γνωστόν, είναι χειρότερος. Οπότε κατά βάση είναι κυρίως μια αντιπολεμική ταινία. Όντως θα μπορούσε να μην είναι ο ελληνικός εμφύλιος, αλλά ένας οποιοσδήποτε εμφύλιος πόλεμος, σε οποιαδήποτε εποχή. Αυτό ερμηνεύτηκε από μερικούς κριτικούς ως "έλλειψη βάθους". Έλλειψη ιστορικού βάθους, ναι, αλλά ήταν νομίζω εξ αρχής επιλογή του σκηνοθέτη να μη μιλήσει για το ιστορικό πλαίσιο, για το ποιος έφταιγε, το ποιος και γιατί το ξεκίνησε, για τις βαθύτερες αιτίες, αλλά, όπως είπαμε, να δει την ανθρώπινη, συναισθηματική πλευρά της τραγωδίας. Προσωπικά πιστεύω ότι αυτό είναι δικαίωμα του σκηνοθέτη (του κάθε σκηνοθέτη) και εφ' όσον αυτό είναι σαφές δεν μπορεί να κατηγορείται. Πρόκειται για σνειδητή επιλογή.
Αν τώρα, καλώς ή κακώς, κάνεις αυτή την επιλογή, είναι λογική συνέπεια να κρατήσεις ίσες αποστάσεις από τα αντιμαχόμενα μέρη. Διότι προφανώς η φρίκη και η τραγωδία μοιράζονται απλόχερα και στις δύο πλευρές και, σε ανθρώπινο επίπεδο, υπάρχει μόνο δυστυχία. Σε επίπεδο απλού στρατιώτη παύουν να υπάρχουν θύτες και θύματα. Μόνο θύματα. Σε επίπεδο εξουσίας βέβαια και ηγετικών ομάδων και συμφερόντων, τα πράγματα αλλάζουν. Αλλά το φιλμ δεν θέλησε να ασχοληθεί μ' αυτό. Αν και δείχνει ξεκάθαρα το βρώμικο ρόλο των αμερικάνων (για μια ακόμα φορά), που και κουμάντο έκαναν και Ναπάλμ δοκίμασαν για πρώτη φορά παγκοσμίως στο Γράμμο. Έτσι λοιόν ο σκηνοθέτης κάνει εμφανώς τα πάντα να κρατήσει ίσες αποστάσεις. Όλα είναι μοιρασμένα. Και η φρίκη (γιατί το φιλμ συχνά γίνεται σκληρό, έως και δυσβάσταχτο), και οι ελάχιστες, σύντομες χαρές, ακόμα και ο χρόνος που αφιερώνεται σε κάθε πλευρά.
Βλέποντάς το λοιπόν από τη σκοπιά αυτή, το βρήκα καλογυρισμένο. Κρατά τον θεατή και καταφέρνει σε πολλά σημεία να τον συγκινήσει. Γενικά το θεωρώ καλή ταινία. Αυτή όμως η περί συγκίνησης παρατήρηση είναι και η αντίρρησή μου. Ναι, είναι συγκινητικό (και καλά κάνει, είναι τέτοιο το θέμα του, είναι και τα δυο αδέλφια - παιδιά σχεδόν - που πολεμούν σε αντίθετα στρατόπεδα), αλλά βρήκα ότι παραείναι συγκινητικό. Είναι σαν να πάσχει από ένα διαρκές συναισθηματικό overdose, σα να πασχίζει διαρκώς να σε κάνει να βουρκώσεις. Και επειδή ο Βούλγαρης είναι έμπειρος σκηνοθέτης, μερικές φορές τα καταφέρνει. Εκτός του υπερβολικού συναισθηματισμού, η άλλη μου ένσταση είναι στην ηθοποιία. Όχι όλων, αλλά πολλοί από τους ήρωες μιλάνε σα να απαγγέλουν σχολικό ποίημα. Δεν μιλάω για τις ατάκες που λένε, αλλά για το πώς τις λένε. Εδώ νομίζω ότι ο Βούλγαρης έχει χάσει κάμποσες φορές το παιχνίδι.
Όσο για την ανοιχτά συμφιλιωτική θέση του, επιτρέψτε μου να μην πάρω θέση. Είναι όπως το βλέπει ο καθένας (και εδώ και μόνο μπορώ να δεχτώ καποιες από τις αντιρρήσεις του ΚΚΕ). Ο Βούλγαρης, χαμηλότονος πάντοτε, είναι υπέρ της απόλυτης συμφιλίωσης των δύο πλευρών. Άλλοι πάλι, που θεωρούν ότι η εκμετάλλευση και τα καπιταλιστικά δεινά συνεχίζονται, όχι. Μπορώ να το καταλάβω.
Συνολικά πάντως το βρήκα ενδιαφέρον παρά τις ενστάσεις μου. Και μάλλον καλά έκανε και έδειξε την τραγική πλευρά. Διάβολε, 70000 σκοτώθηκαν στον εμφύλιο και το πληρώναμε αυτό για τουλάχιστον 30 χρόνια μίσους. Ακόμα δεν έχουν επουλωθεί όλες οι πληγές. Δεν μπορεί κανείς να το παραβλέψει αυτό.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 29, 2009

Η ΤΖΟΥΛΙ, Η ΤΖΟΥΛΙΑ ΚΑΙ Η ΚΟΥΖΙΝΑ


Η Nora Ephron, άλλοτε σαν σεναριογράφος και άλλοτε σαν σκηνοθέτης (ή και τα δύο) ανέκαθεν ειδικευόταν στο είδος που αποκαλούμε κομεντί, και δη αισθηματική. Και μερικές φορές είχε διαπρέψει σ΄ αυτό (θυμηθείτε ότι ήταν η σεναριογράφος του "Όταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι"). Το "Julie & Julia" είναι μια γαστριμαργική κομεντί, που κάτι πάει να πιάσει από τις καλές στιγμές της, αλλά δεν τα καταφέρνει απόλυτα κατά τη γνώμη μου.
Βασισμένο σε δύο αληθινές ιστορίες, αυτή της διάσημης αμερικανίδας "Βέφας" της δεκαετίας του 50 Τζούλια Τσάιλντς, που έζησε κυρίως στο Παρίσι και έγραψε έναν διασημότατο και ογκώδη τσελεμεντέ και της σύγχρονης Τζούλι, που δημιούργησε ένα μπλογκ στο οποίο περίεγραψε το πώς μαγείρεψε και τις 520τόσες συνταγές της παλιότερης Τζούλια μέσα σε έναν χρόνο (365 μέρες δηλαδή) και έκανε μπεστ σέλλερ, η ταινία, όπως εύκολα αντιλαμβάνεστε, είναι έντονα κουζινοκεντρική. Και μάλιστα με βάρος στη νοστιμότατη γαλλική κουζίνα. Έτσι αν είστε γκουρμέ το φιλμ αποτελεί must. Αν τώρα το φαγητό - το καλό φαγητό μάλλον - δεν αποτελεί το άλφα και το ωμέγα της ζωής σας και δείτε το όλο πράγμα πιο ψύχραιμα, νομίζω ότι θα παρακολουθήσετε ένα συμπαθητικό αρχικά φιλμ, το οποίο όμως όσο περνά η ώρα γίνεται σχετικά βαρετό. Εντοπίζω το μεγαλύτερο πρόβλημά του στη διάρκεια: Διάβολε, τι τα ήθελε τα 123 ολόκληρα λεπτά για να μας περιγράφει συνταγές, κάποιες αισθηματικές / συναισθηματικές καταστάσεις και εμπλοκές, καθώς και τον αδιάκοπο αγώνα για τη διασημότητα; (τόσο η παλιότερη και η καινούρια επιθυμούν όσο τίποτα άλλο να εκδώσουν το βιβλίο τους). Το "Όσα παίρνει ο άνεμος" σε κουζίνα νόμιζε ότι γύριζε; Α, ναι, το πιάτο πασπαλίζεται και με λίγη πολιτική εξ αιτίας των αναφορών στον σχεδόν φασίστα γερουσιαστή Μακάρθι των 50ς και τα προβλήματα που αυτός έφερε στη ζωή της παλιότερης Τζούλιας και του διπλωμάτη συζύγου της. Βρήκα και κάπως ενδιαφέρουσα τη σταδιακή μετατροπή του στοιχήματος που έβαλε η νεότερη Τζούλι με τον εαυτό της και το σχετικό dead line που του έδωσε (του εαυτού της) σε κανονική εμμονή που κάποια στιγμή απειλεί να καταστρέψει τη ζωή της. Τα κάνω κι εγώ κάτι τέτοια. Κατά τα άλλα όμως...
Βέβαια η Μέριλ Στριπ είναι πάντοτε μια εξαίρετη ηθοποιός και είναι ικανή να μεταμορφώνεται σε οτιδήποτε απαιτεί ο ρόλος της. Υπάρχει επίσης και αρκετό χιούμορ. Και, εντάξει, συμπαθητικό είναι το συνολικό αποτέλεσμα, αλλά, ξαναλέω, και κουραστικό, τουλάχιστον για μένα. Σίγουρα πάντως δεν πρόκειται για την καλύτερή μου. Αφείστε που η ταινία μας αφήνει με τη γεύση ότι όλος ο κόσμος μπορεί κάθε μέρα να μαγειρεύει αστακούς ή boeuf burgignon...

Τετάρτη, Οκτωβρίου 28, 2009

ΚΑΛΟΙ ΚΑΙ ΚΑΚΟΙ ΕΞΩΓΗΙΝΟΙ ΣΤΟ "ΝΗΣΙ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΓΗ"


Φαντάζομαι ότι γνωρίζετε την ύπαρξη των περίφημων (αστείων ως επί το πλείστον σήμερα) b-movies επιστημονικής φαντασίας των 50ς. Το είδος είχε τότε γνωρίσει μεγάλες δόξες, αλλά μόνο πολύ λίγα από τα φιλμ αυτά αντέχουν σήμερα. Χαρακτηριστικό b-movie της εποχής, εντυπωσιακότατο για τότε, είναι και το "This Island Earth" του 1955 του Joseph M. Newman (1909-2006).
Η ταινία βάσισε τη φήμη της στα εφφέ της και στο έγχρωμο σινεμασκόπ, που τα έκανε ακόμα εντυπωσιακότερα. Μην περιμένετε φυσικά να εντυπωσιαστείτε και σεις βλέποντάς την σήμερα. Η σύγχρονη τεχνολογία τα έχει κάνει να φαίνονται μάλλον αστεία. Ωστόσο ο ξένος πλανήτης και η υπόγεια πόλη του ασκούν μέχρι σήμερα μια παλιομοδίτικη γοητεία με τα ζωγραφισμένα σκηνικά τους. Επίσης οι διαφανείς κάθετοι σωλήνες στους οποίους μπαίνουν οι γήινοι για να αντέξουν το ταξίδι επηρέασαν τον περίφημο τρόπο διακτινισμού του Star Trek 10 χρόνια αργότερα.
Όσο για το στόρι, είναι τυπικό των 50ς, αν και δεν ανήκει στα ύπουλα καλυμμένα ψυχροπολεμικά και αντισοβιετικά σενάρια που ήταν αρκετά συχνά τότε. Εξωγήινοι έρχονται μυστικά στη γη, μαζεύουν τους καλύτερους επιστήμονες και πασχίζουν να βρουν τρόπο να αντιμετωπίσουν την εχθρική απειλή που δέχεται ο πλανήτης τους. Κάποια στιγμή θα πάρουν ένα ζεύγος (φυσικά) απ' αυτούς μαζί τους, τα πράγματα όμως έχουν πια φτάσει στο χείλος της καταστροφής. Κάποιο ενδιαφέρον έχει πάντως το ότι οι εξωγήινοι δεν παρουσιάζονται ως συνήθως σαν κακοί. εδώ υπάρχει μια επαμφοτερίζουσα προσέγγιση, κάπου ανάμεσα, ενώ ένας τουλάχιστον απ' αυτούς είναι σαφώς "καλός".
Φυσικά η ιστορία βρίθεια από σεναριακές αφέλειες που σήμερα συχνά προκαλούν γέλιο. Όλα γίνονται πολύ εύκολα, οι εξωγήινοι είναι 5-6 όλοι κι όλοι (τόσους περίπου βλέπουμε και στον πλανήτη), η κοπέλα ουρλιάζει συστηματικά, υπάρχουν ατάκες όπως "ένας κομήτης που έγινε πλανήτης" (!!!) και κάμποσα άλλα τέτοια. Υποθέτω όμως ότι δεν βλέπετε τέτοια φιλμ αναζητώντας επιστημονική αληθοφάνεια. Μόνο απλή ψυχαγωγία και την παλιομοδίτικη γοητεία που προαναφέραμε.
Συνολικά πάντως νομίζω ότι μάλλον δεν είναι από τα καλά φιλμ του είδους, αν και, όπως είπαμε, είχε εντυπωσιάσει στη εποχή του. Αναζητείστε καλύτερα ταινίες όπως οι "Όταν η Γη σταμάτησε", το "Forbiden Planet" και μερικά άλλα, που σαφώς αντέχουν περισσότερο.

Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2009

ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΣΚΟΤΕΙΝΗΣ ΠΛΕΥΡΑΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ


Επιτέλους! Το "Moon" του Duncan Jones (γιου του Ντέιβιντ Μπόουι, αν δεν το ξέρετε ακόμα) είναι μια αληθινή ταινία επιστημονικής φαντασίας. Εννοώ μια ταινία ΕΦ που δεν βασίζεται στην άνευ ουσίας επίδειξη εφφέ ούτε στη δράση και τα διαστημικά ή μη κυνηγητά, αλλά στο σενάριο και την ουσιαστική σκηνοθεσία, που αναδεικνύει όλες τις δυνατότητες του μάλλον απλού, hitech σκηνικού. Μελαγχολική ατμόσφαιρα, κορυφώσεις εκεί που χρειάζεται, πολύ καλή ηθοποία από τον Σαμ Ρόκγουελ και... μια από τις καλύτερες ταινίες του είδους των τελευταίων ετών.
Και συγχρόνως το φιλμ θέτει πολλά προβλήματα για να τραφεί η σκέψη του θεατή: Η ανθρώπινη μοναξιά, η φύση των αναμνήσεων, η κλωνοποίηση και οι πιθανές της επιπτώσεις, ο ρόλος της τεχνολογίας, ο ρόλος των μεγάλων εταιριών, ο άνθρωπος αντιμέτωπος με τον εαυτό του και πολλά άλλα. Κάτι μεταξύ "2001: Οδύσσεια του Διαστήματος" και "Σολάρις" θα έλεγα, πλην όμως νομίζω ότι έχει αφομοιώσει δημιουργικά τις ιδέες αυτών και πολλών άλλων φιλμ ΕΦ, ώστε τελικά να γίνεται κάτι δικό του, αυτόνομο και δυνατό. Και ενώ πρόκειται κατά βάση για έναν άνθρωπο μόνο (;), κλεισμένο σ' ένα διαστημικό σταθμό στη σκοετεινή πλευρά του φεγγαριού, δεν νομίζω ότι θα υπάρξει κάποιος θεατής που θα πλήξει. Αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο επίτευγμα του Jones. Γιατί, τελικά, νομίζω ότι δεν είναι μόνο το καλό σενάριο, αλλά και η σκηνοθεσία του που κρατά ψηλά το σασπένς στο φιλμ.
Είχα καιρό να ευχαριστηθώ τόσο ταινία ΕΦ και, τελικά, το Moon επιβεβαιώνει την άποψή μου ότι σαφώς δεν είναι ο καταιγισμός εντυπωσιακών σκηνών, τεράτων, εξωγήινων και περίεργων σκαφών που κάνουν μια καλή ταινία του είδους. Και να φανταστείτε ότι είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Jones. Αν συνεχίσει έτσι, θα πρέπει να πρακολουθούμε με πολύ ενδιαφέρον τα επόμενα βήματα της πορείας του.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 26, 2009

ΜΥΡΙΕΛ ΜΕΤΑΞΥ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΒΑΡΕΜΑΡΑΣ


Ο Alain Resnais ήταν πάντοτε ένας εγκεφαλικός σκηνοθέτης. Έχει φυσικά κάνει εξαιρετικές ταινίες, κάποιες φορές όμως όλη αυτή η εγκεφαλικότητα ή "λογοτεχνικότητα" αν θέλετε, αποβαίνει σε βάρος του έργου. Τέτοιο παράδειγμα για μένα είναι η "Muriel ou Le temps d'un retour" του 1963. Όπου ένας νεανικός μεγάλος έρωτας εμφανίζεται στη ζωή της ηρωίδας (στα 50 τους πλέον και οι δύο), που ζει στην επαρχία με τον θετό της γιο.
Συναντήσεις, πολλά πρόσωπα, μπερδεμένες σχέσεις, ερωτικές και μη, αναμνήσεις πάνω απ' όλα και πολύ, πολύ μπλα - μπλα συνθέτουν ένα φιλμ το οποίο, ας με συγχωρήσει ο κύριος Ρενέ, με κούρασε αρκετά και με έκανε να κοιτώ κάθε λίγο την ώρα. Στατική σκηνοθεσία, πολλά εσωτερικά και ανορθόδοξο μοντάζ, που κόβει συνεχώς τη δράση και πετιέται σε κάποια άλλη, παράλληλη, θέλοντας να δείξει πράγματα που συμβαίνουν ταυτόχρονα, συμβάλλουν στην όλη βαρεμάρα. Και επί πλέον η πανέμορφη Ντελφίν Σερίγκ, δροσερή και ακμαία, δεν πείθει καθόλου για την υποτιθέμενη σεναριακή ηλικία της, παρά τις λίγες τούφες γκρίζων μαλλιών που της έχουν προστεθεί.
Νομίζω ότι κυρίως η ταινία μιλά για τις αναμνήσεις και για τον σημαντικό ρόλο τους στο παρόν των ανθρώπων. Αποσπασματικά συμβάντα από τον παλιό, φλογερό έρωτα των δύο πρωταγωνιστών (και μπερδεμένα αισθήματα του ενός για τον άλλον στο παρόν), στοιχειώνουν την τωρινή τους σχέση. Πάνω απ' όλα όμως η ανάμνηση του βασανισμού μιας γυναίκας στην Αλγερία στοιχειώνει το παρόν του θετού γιου, βετεράνου του πολέμου αυτού (η Αλγερία για τους Γάλλους είναι ό,τι ακριβώς το Βιετνάμ - και σε λίγο και το Ιράκ - για τους Αμερικάνους). Και από κοντά αναμνήσεις για το πώς ήταν παλιότερα η πόλη και πώς διαμορφώνεται τώρα. Καλά όλα αυτά, αλλά...
Όταν το γαλλικό σινεμά είναι βαρετό, ε, τότε είναι πολύ βαρετό. Κατά τη γνώμη μου βρισκόμαστε μπροστά σε μια τέτοια περίπτωση. Κι ας πρόκειται για φιλμ ενός μεγάλου (αλλά πάντοτε κάπως στριφνού) δημιουργού.

Κυριακή, Οκτωβρίου 25, 2009

ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΖΩΗ; ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΥΤΟ;


Για πολλούς το "It's a Wonderful Life" (Μια Υπέροχη Ζωή) του 1946 του Frank Capra (1897-1991) είναι η απόλυτη αμερικάνικη ταινία. Ή, αν θέλετε, η αποκορύφωση της χολιγουντιανής τέχνης. Πράγμα που σημαίνει βέβαια, βλέποντας τα πράγματα από τη δική μας, όχι πλέον αθώα, σκοπιά, ότι εκτός από την εγγυημένη απόλαυση μπορεί να εμπεριέχονται σ΄ αυτήν και πολλά ψέματα.
Σίγουρα το φιλμ βλέπεται ευχάριστα μέχρι σήμερα. Ο Capra, από τους πιο χαρακτηριστικούς αμερικανούς σκηνοθέτες, ξέρει καλά να σε κάνει να περνάς "υπέροχα", να συνδυάζει με άψογο τρόπο συγκίνηση, αισιοδοξία, πίστη τόσο στον άνθρωπο όσο και στη θεία πρόνοια, χιούμορ και, φυσικά, μια τελική feel good γεύση.
Η ιστορία του αγγέλου που κατεβαίνει στη γη για να σώσει έναν άνθρωπο που ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει, η οποία γρήγορα μετατρέπεται σε flash back αφήγηση της ζωής του ξεχωριστού αυτού ανθρώπου και του πώς έφτασε ως εκεί, αν και πάντοτε θυσιαζόταν για τους άλλους και έκανε τους πάντες να τον συμπαθούν, έχει αναμφισβήτητα συγκινήσει και ψυχαγωγήσει εκατομμύρια ανθρώπους. Και καλά κάνει. Αλλά αυτό δεν μας εμποδίζει να ανακαλύψουμε και τις σκοτεινές πτυχές της.
Φυσικά όλη αυτή η λαμπρή κατασκευή στηρίζεται στην απόλυτη πίστη στη θεία πρόνοια. Ο ίδιος ο Θεός, ούτε λίγο ούτε πολύ, παρεμβαίνει για να σώσει τον θαυμάσιο αυτό άνθρωπο. Αν λοιπόν δεν το πιστεύετε αυτό (εδώ που τα λέμε δεν γνωρίζω και πολλές περιπτώσεις που έχει συμβεί), ενυπάρχει από την αρχή κάποιος σκεπτικισμός. Αυτό όμως είναι το στοιχείο του παραμυθιού, που αν αποδεχτούμε τις συμβάσεις του, παύει να μας ενοχλεί. Πιο συζητήσιμη στο φιλμ είναι η απόλυτη πίστη στην ανθρώπινη καλωσύνη. Φοβάμαι ότι είναι "πολύ καλό για να είναι αληθινό". Η τελευταία σκηνή (που δεν θα σας αποκαλύψω γιατί πάντοτε υπάρχουν και κάποιοι που δεν την έχουν δει), είναι ικανή ακόμα και να κάνει ένα δάκρυ να κυλήσει από το μάτι σου, αλλά δυστυχώς μάλλον δεν θα μπορούσε να συμβεί. Τα παραδείγματα είναι άπειρα γύρω μας. Γίνεται πάντως κι αυτή αποδεκτή σαν μια νότα υπέρμετρης αισιοδοξίας, που βέβαια είναι η κορωνίδα του feel good αισθήματος που προανέφερα. Περισσότερο ενδιαφέρον για μένα παρουσιάζει το ερώτημα του αν πρόκειται όντως για μια "υπέροχη ζωή". Θέλω να πω, είναι δίκαια όλη αυτή η εξύμνηση της οικογένειας, του τόπου όπου γεννήθηκες και απ' όπου δεν κατάφερες ποτέ να ξεκολλήσεις, των υποχρεώσεων (ή "υποχρεώσεων") που έχει κανείς - ή που πιστεύει ότι έχει; Ο ήρωας πνίγει σε ολόκληρη τη ζωή τα όνειρά του, παγιδεύεται για πάντα στη μικρή του πόλη, κάνει μια δουλειά που δεν του αρέσει, βουλιάζει στην καθημερινότητα. Όλη η ταινία είναι φτιαγμένη για να "παρηγορήσει" τον θεατή, να τον κάνει να εκτιμήσει αυτές τις καθημερινές, συμβατικές, απόλυτα κοινότοπες αξίες, να αποδεχτεί σαν κάτι πραγματικά μεγάλο την θυσία των ονείρων στον καθημερινό κομφορμισμό. Χμμμ... θα μου επιτρέψετε να έχω τις αντιρρήσεις μου.
Μη νομίζετε όμως ότι παρακινώ τους λίγους που ακόμα δεν την έχουν δει να μη δουν την ταινία. Κάθε άλλο. Είναι, το είπαμε, το Χόλιγουντ στο απώγειό του, είναι το απόλυτο παραμύθι και κατά τη γνώμη μου καταφέρνει να κρατά τον σύγχρονο θεατή όπως τότε που πρωτοκυκλοφόρησε. Είτε συμφωνείτε λοιπόν με τα όσα πρεσβεύει είτε διαφωνείτε, η "Υπέροχη Ζωή" παραμένει απόλυτα κλασικός αμερικάνικος κινηματογράφος.

Σάββατο, Οκτωβρίου 24, 2009

Η ΦΡΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΗΝ "ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ"


Το "City of life and death" (γνωστό και ως "Nankig Nanking") είναι μια κινέζικη ταινία του 2009 του Chuan Lu, η οποία, σαν πρώτη προειδοποίηση, βλέπεται δύσκολα. Όχι επειδή είναι κακή, αλλά επειδή είναι κοντά δυόμιση ώρες, ασπρόμαυρη και, κυρίως, λόγω του εφιαλτικού της θέματος.
Αρχικά όμως λίγη απαραίτητη ιστορία. Το 1937, κατά τη διάρκεια του σινοϊαπωνικού πολέμου, οι γιαπωνέζοι κατέλαβαν μετά από σκληρές μάχες το Νανκίνγκ, τότε πρωτεύουσα της Κίνας. Για αρκετές εβδομάδες που ακολούθησαν επικράτησε η απόλυτη φρίκη. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, τόσο αιχμάλωτοι πολέμου όσο και άμαχοι, σφαγιάστηκαν εν ψυχρώ (αρκετοί μάλιστα θάφτηκαν ζωντανοί σε ομαδικούς τάφους), γυναίκες βιάστηκαν, πολλές χιλιάδες κλείστηκαν σε φριχτά στρατόπεδα συγκέντρωσης κλπ. Προφανώς οι γιαπωνέζοι δεν γνώριζαν ή δεν αποδέχονταν το λεγόμενο δίκαιο του πολέμου, που, αν μη τι άλλο, απαγορεύει την εκτέλεση αιχμαλώτων και το οποίο σε γενικές γραμμές τηρείται - με κάμποσες εξαιρέσεις φυσικά. Το τεράστιο αυτό έγκλημα είναι πασίγνωστο στους κινέζους (και στους γιαπωνέζους υποθέτω), αλλά σχεδόν άγνωστο στη Δύση.
Φανταστείτε λοιπόν μια σχεδόν τρίωρη ασπρόμαυρη ταινία που καταγράφει, ενίοτε με ντοκιμαντερίστικο τρόπο, τα εφιαλτικά γεγονότα. Το πρώτο μισάωρο περίπου δείχνει τη μάχη για την κατάληψη της πόλης, όπου τίποτα σχεδόν δεν έμεινε όρθιο. Και μόνο αυτό αρκεί για να μισήσει κανείς βαθύτατα τον πόλεμο και την παράνοιά του. Στη συνέχεια όμως τα πράγματα γίνονται πιο στενόχωρα, δυσβάσταχτα θα έλεγα, καθώς αρχίζει ο εγκλεισμός, οι ταπεινώσεις και βέβαια οι μαζικές εκτελέσεις. Οι ήρωες είναι πολλοί, άλλοι φανταστικοί και άλλοι υπαρκτά πρόσωπα. Ταυτόχρονα με τη γενική κόλαση, παρακολουθούμε και πολλές μικρές ή μεγάλες προσωπικές ιστορίες - οι περισσότερες με τραγική κατάληξη. Αυτό που προκαλεί έκπληξη μάλιστα είναι ότι ένας από τους λίγους "καλούς" στην ιστορία (εκτός από έναν γιαπωνέζο αξιωματικό που έχει τύψεις για όσα συμβαίνουν), είναι ένας ηλικιωμένος ναζί, που για πολλά χρόνια ζούσε και έκανε μπίζνες στην Κίνα, συνεργαζόμενος με πολλους ντόπιους, ο οποίος, μη πιστεύοντας στα μάτια του από τον εφιάλτη που καθημερινά αντίκρυζε, προσπάθησε όσο μπορούσε να σώσει όσο περισσότερους κινέζους ήταν δυνατό (οι γιαπωνέζοι ήταν ήδη σύμμαχοι με τη ναζιστική γερμανική κυβέρνηση, οπότε αυτός είχε πλήρη ελευθερία και δεν τον πείραζε κανείς). Τελικά κατάφερε να σώσει λίγους, ώσπου ανακλήθηκε από την κυβέρνησή του, την οποία είχε επανειλλημένα ειδοποιήσει για τα τραγικά γεγονότα. Χάρη μάλιστα στα απομνημονεύματα του ανθρώπου αυτού, του δρ. Ράμπε, είναι κάπως γνωστή αυτή η φρίκη στη Δύση.
Δυνατή, έως και συγκλονιστική, η ταινία σαν ντοκουμέντο, απόλυτα αντιπολεμική φυσικά, παραμένει όμως δύσκολο να ειδωθεί. Αν επιμένετε... Εγώ πάντως σας προειδοποίησα.