Τετάρτη, Απριλίου 29, 2009

MESRINE: ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ Ή ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ;



Ο "Mesrine" του γάλλου Jean-François Richet είναι μια 4ωρη ταινία που χωρίζεται στα "Το Ένστικτο του θανάτου" και "Ο υπ' αριθμόν 1 δημόσιος κίνδυνος" και προβάλλεται σε δύο χωριστά μέρη. Θα επιστήσω την προσοχή σας: Δεν πρόκειται για νο 1 και νο 2. Πρόκειται για μία ταινία, γυρισένη όλη μαζί ως τετράωρη, που προβάλλεται σε δύο δίωρα για καθαρά πρακτικούς λόγους, όπως το Lord of the Rings ας πούμε. Να ξέρετε λοιπόν ότι το 1ο μέρος θα τελειώσει απότομα και... ραντεβού σε 15 μέρες για το 2ο. Εδώ θα γράψω μια και καλή για ολόκληρο το 4ωρο φιλμ και έτσι δεν θα επανέλθω στην προβολή του 2ου μέρους.
Ο Mesrine είναι υπαρκτό πρόσωπο και υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους γάλλους γκάνγκστερς. Έδρασε στις δεκαετίες του 60 και του 70 στη Γαλλία, τις ΗΠΑ και τον Καναδά, γελοιοποίησε επανειλημμένα τις αρχές αποδρώντας τρεις αν θυμάμαι καλά φορές από φυλακές ύψιστης ασφαλείας και δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από την αστυνομία στα τέλη των 70ς. Ωστόσο ο άνθρωπος αυτός δεν υπήρξε ένας απλός κακοποιός.
Ας δούμε όμως πρώτα το φιλμ. Ο Βενσάν Κασέλ είναι κομένος και ραμένος για τον βασικό ρόλο και όλη η ταινία στηρίζεται πάνω του. Στιλιστικά πρόκειται για μια περιπέτεια έντονης δράσης και αρκετά βίαιη στο πρώτο κυρίως μέρος, με ληστείες, φόνους, αποδράσεις, ηρωικές και παράτολμες κινήσεις, ανδρική φιλία, έρωτες και, ως εκ τούτου, απόλυτα χορταστική, που θυμίζει έντονα παλιά γαλλικά γκανγκστερικά φιλμ. Άλλωστε και οι εποχές (πολύ καλή αναπαράσταση των 60ς και 70ς) παραπέμπουν σ' αυτά. Έτσι νομίζω ότι ουδείς πρόκειται να πλήξει.
Πάμε τώρα στο πολύπλοκο ποιόν του Μεσρίν. Πολέμησε στην Αλγερία στα τέλη των 50ς και αμέσως μετά την επιστροφή του στη Γαλλία, όντας εξαιρετικά βίαιη φύση, ξεκίνησε την εγκληματική του δράση με ληστείες, απαγωγές και φόνους. Ωστόσο τον έτρωγε και άλλο ένα σαράκι: Αυτό της δόξας. Ματαιόδοξος και επιδειξιομανής, έτοιμος ωστόσο να θυσιάσει τα πάντα για να τηρήσει τους άγραφους νόμους του υποκόσμου, τη "μπέσα" που λέμε εδώ, ήθελε πάνω απ' όλα να είναι διαρκώς πρωτοσέλιδο. Έκανε παράτολμες, αυτοκαταστροφικές ενέργειες προκειμένου να βρίσκεται διαρκώς στην επικαιρότητα (αλλά και για να κρατήσει τις υποσχέσεις του, ένα παράξενο κράμα εγκληματικότητας και τιμιότητας δηλαδή) και πάσχιζε πραγματικά να κερδίσει τον επίζηλο γι' αυτόν τίτλο του "νο 1 δημόσιου κίνδυνου". Και καθώς τα χρόνια περνούσαν (στο 2ο μέρος του φιλμ αυτό) άρχισε να εμπλέκεται όλο και περισσότεο με την πολιτική. Άρχισε να δηλώνει ότι όλα τα κάνει για να ξεφτιλίσει το σύστημα, για να δείξει ότι είμαστε όλοι σκλάβοι των τραπεζών και του καπιταλισμού και άλλα τέτοια. Λίγο πριν το τέλος της καριέρας του μάλιστα είχε επαφές με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και γενικά είχε φίλους από τον ακροαριστερό, επαναστατικό χώρο. Κάπου στα 70ς μάλιστα έγραψε και βιβλίο με τίτλο "Το ένστικτο του θανάτου", την αυτοβιογραφία του δηλαδή, όπου παραδεχόταν πολλά εγκλήματα, αλλά και διατύπωνε πολιτικές θέσεις (νομίζω ότι κυκλοφορεί και στα ελληνικά). Το θέμα τώρα είναι κατά πόσο τα πίστευε όλα αυτά ή το αν τα έκανε μόνο για να βρίσκεται πάντα στην επικαιρότητα. Για να το καταλάβουμε αυτό, πρέπει να δούμε το κλίμα των 70ς, όπου ξεκίνησε η ανοιχτή πολιτικοποίηση ή "πολιτικοποίησή" του: Τα αριστερά / αναρχικά επαναστατικά κινήματα ήταν τότε πολύ διαδεδομένα. Υπενθυμίζουμε τη Μπάαντερ Μάινχοφ στη Γερμανία, τις Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία, τη 17 Νοέμβρη στην Ελλάδα, τα κράματα επανάστασης και εθνικισμού των Βάσκων και των Ιρλανδών κλπ. Μέσα σ' αυτό το κλίμα, θα μπορούσε να είναι ακόμα και... in το να δηλώνεις ότι θέλεις να εξευτελίσεις τους δυνάστες του λαού. Δεν ξέρω φυσικά ποια είναι η πραγματικότητα (κανείς μας άλλωστε) και τι πραγματικά επεδίωκε ο Μεσρίν. Η ταινία πάντως τον θέλει μάλλον ματαιόδοξο (και αστείο μερικές φορές), να δηλώνει επαναστάτης περισσότερο για να ξαναγίνει πρώτο θέμα.
Συνολικά πάντως τη θεωρώ μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία, που καταφέρνει και να κρατήσει τον θεατή παρά την αποσπασματικότητά της (γίνονται συχνά άλματα στο χρόνο) και να ξεδιπλώσει μπροστά του μια πραγματικά ιδιάζουσα περίπτωση. Και αν έπρεπε να διαλέξω, θα θεωρούσα καλύτερο το δεύτερο μέρος.

Τρίτη, Απριλίου 28, 2009

Ο ΛΕΜΠΟΦΣΚΙ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΒΛΑΚΕΙΑ (ΞΑΝΑ)


Οι Ethan και Joel Coen σε όλο σχεδόν το σπαρταριστό έργο τους εξερευνούν με διάφορους τρόπους τα βάθη (απύθμενα όπως αποδεικνύεται) της ανθρώπινης βλακείας. Μια από τις καλύτερες ταινίες τους παραμένει νομίζω το ιδιοφυές Big Lebowski (1998). Ταινία που θεωρώ κλασική των τελευταίων χρόνων για πολλούς λόγους.
Ας αρχίσω με το απλό ότι η παρακολούθησή της (για μένα τουλάχιστον αλλά και για πολλούς άλλους που γνωρίζω) παραμένει πάντοτε απολαυστικότατη. Το χιούμορ, το σασπένς, η εξέλιξη της απίθανης ιστορίας, κρατάνε πάντοτε σε υψηλά επίπεδα το ενδιαφέρον του θεατή. Κι έπειτα είναι και όλοι αυτοί οι απίστευτοι τύποι που παρελαύνουν από το φιλμ: Ο ίδιος ο Λεμπόφσκι πρώτα - πρώτα, ίσως "ο μεγαλύτερος τεμπέλης του κόσμου", πλην όμως συμπαθέστατος, καλοπερασάκιας, που τον ενδιαφέρει μόνο το χόρτο και το μπόουλινγκ και που δεν μπορείς παρά να ταυτιστείς μαζί του. Αλλά στον χαρακτήρα του και σε ό,τι αντισυμβατικό σημαίνει θα επανέλθουμε αργότερα. Ο φαφλατάς (ηλίθιος θα ήταν πιο ταιριαστό) και ξεκαρδιστικός John Goodman, η προσωποποίηση της βλακείας που λέγαμε στην αρχή, που η μεγάλη ιδέα που έχει για τον εαυτό του περιπλέκει διαρκώς καταστάσεις που από μόνες τους θα ήταν απλούστατες. Ο Steve Buscemi, σε μικρό, χαρακτηριστικό ρόλο, που δεν κάνει σχεδόν τίποτα, αλλά είναι τόσο αστείος... Ο ανεκδιήγητος John Torturo σε μικρή, όλα-τα-λεφτά εμφάνιση... Κι είναι μόνο λίγοι απ' όσους εμφανίζονται, γιατί και οι άλλοι χαρακτήρες είναι ένας κι ένας.
Παράλληλα με όλα αυτά βρίσκω την ταινία βαθιά ανατρεπτική κάτω από την αστεία επιφάνειά της. Είναι ένας ύμνος στην καλοπέραση, το άραγμα και μοιάζει να φτύνει τις τρέχουσες και επικρατούσες αξίες της παραγωγικότητας, της κατανάλωσης, της ταχύτητας. Οι Coen παίρνουν σαφή θέση όταν στο τέλος δηλώνουν ότι «ευτυχώς που υπάρχουν τύποι σαν τον Λεμπόφσκι». Οι υπόλοιποι, αυτοί που με τις συμβατικές αξίες θα θεωρούνταν πετυχημένοι, είναι αντιπαθείς, κλέφτες, γλείφτες και διάφορα άλλα καθόλου κολακευτικά.
Και μια γενικότερη παρατήρηση: Εδώ, όπως και σε άλλα φιλμ των Coen, όλα κινούνται γύρω από ένα τίποτα. Αυτό που διακυβεύεται είναι το απόλυτο κενό, όλοι μοιάζουν να τρέχουν, να αγωνίζονται, να κινδυνεύουν, να σκοτώνονται ενίοτε, δίχως κανένα λόγο. Μήπως πρόκειται για ένα εκούσιο ή ακούσιο σχόλιο για την εποχή μας; Εκτός αυτού οι κοενικοί ήρωες (εδώ επανερχόμαστε στο θέμα της βλακείας) μοιάζουν να δρουν ακολουθώντας στερεότυπα που διδάχτηκαν από την τρέχουσα φτηνή κουλτούρα, να επαναλαμβάνουν μεγαλεπήβολες κουβέντες που έχουμε συναντήσει στο σινεμά, στη λογοτεχνία και αλλού, που στην πραγματική ζωή όμως πολύ απλά δεν έχουν νόημα ή αντικείμενο. Κι ίσως αυτά να είναι τα βαθύτερα νοήματα του «Λεμπόφσκι» και όχι μόνο.
Αρκετά φλυάρησα όμως για ένα φιλμ που μου αρέσει πολύ. Αν ξεχάσετε όλες αυτές τις φιλοσοφίες, πολύ απλά θα απολαύσετε κάτι που δικαίως έχει γίνει πλέον καλτ

Κυριακή, Απριλίου 26, 2009

Η ΣΕΡΑΦΙΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΟΦΥΪΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΡΕΛΛΑ


Είναι γνωστό ότι μια λεπτή γραμμή χωρίζει συχνά την ιδιοφυϊα από την παράνοια. Τα παραδείγματα, από τον Νίτσε ως τον Βαν Γκογκ, είναι πολλά. Στην Seraphine (Το χάρισμα της Σεραφίν, 2008) ο Martin Provost εξετάζει μια σαφώς πιο ταπεινή (και πιο άγνωστη) περίπτωση. Η Seraphine de Senlis σήμερα είναι γνωστή σαν μια από τις σημαντικές ναϊφ ζωγράφους (όπως ο Ρουσώ και ο Θεόφιλος ας πούμε). Την ταπεινή ζωή της εξετάζει λοιπόν το γαλλικό αυτό φιλμ.
Η Σεραφίν είναι μια μοναχική και ιδιόρυθμη πλύστρα κάπου στη γαλλική επαρχία στις αρχές του 20ού αιώνα. Το κρυφό πάθος της όμως είναι η ζωγραφική. Τις νύχτες μένει ξάγρυπνη ζωγραφίζοντας, χρησιμοποιώντας χρώματα που η ίδια φτιάχνει "κλέβοντας" αίμα γουρουνιών, λάδι από τα καντήλια, λάσπη κλπ. Η τυχαία συνάντησή της με έναν συλλέκτη και κριτικό τέχνης θα της ανοίξει πρόσκαιρα το δρόμο για τη δόξα, που όμως μια σειρά από αντιξοότητες και ατυχίες (ο πόλεμος, το κραχ) δεν θα της επιτρέψουν να ακολουθήσει μέχρι τέλους. Άλλωστε η τρέλα παραμονεύει.
Φυσικά το σημαντικότερο στοιχείο του φιλμ είναι η ηθοποιία της εκπληκτικής Γιολάντ Μορό. Επιβλητική παρουσία, παίρνει την ταινία στους ώμους της και μας χαρίζει μια αξέχαστη ερμηνεία. Από τις πρώτες μέρες που τη συναντά ο φακός σαν μια "ελαφριά", κάπως φευγάτη, φτωχή υπηρέτρια, που μιλά με τα δέντρα και τη φύση, αλλά και με τους αγγέλους, μέχρι το τραγικό τέλος, δίνει αληθινό ρεσιτάλ. Πέραν της Μορό όμως, βρήκα την ταινία ενδιαφέρουσα γενικά. Από το τοπίο της γαλικής επαρχίας και τις πόλεις της, των οποίων την συχνά αποπνικτική κοινωνική ατμόσφαιρα προλαβαίνει να σκιαγραφήσει, μέχρι τη σχέση της Σεραφίν (όχι ερωτική, να εξηγούμαστε) με τον γερμανό συλλέκτη Ούντε, τονίζονται μικρές λεπτομέρειες που προσθέτουν χρώμα στην όλη εικόνα και δίνουν ανάγλυφα στο θεατή το πάθος της για τη ζωγραφική. Και μπορούμε κι εμεις να μαγευτούμε από τους γεμάτους χρώμα, πλούσιους, παράξενους πίνακες της αυτοδίδακτης ζωγράφου, η οποία, φυσικά, θεωρείται "ψώνιο" από την επαρχιακή κοινότητα, που την περιφρονεί και μερικές φορές την κοροϊδεύει (οι αναλογίες με τον δικό μας Θεόφιλο είναι και πάλι προφανείς).
Καλή ταινία, που νομίζω ότι είναι από τις σημαντικές γαλλικές των τελευταίων χρόνων.

Σάββατο, Απριλίου 25, 2009

Ο ΧΑΦΙΕΣ ΚΑΙ Η ΑΝΔΡΙΚΗ ΦΙΛΙΑ


Ο Jean-Pierre Melville (1917-1973) είναι ο γάλλος που γύρισε τα σημαντικότερα νουάρ της χώρας του. Κι όχι μόνο. Τα νουάρ του Melville διαθέτουν εξαιρετικό στιλ και, παρά το ότι είναι άμεσα επηρεασμένα από τη μακρά αμερικάνικη παράδοση του είδους, φέρουν τη σφραγίδα του δημιουργού τους. Από τα σημαντικότερα είναι το "Le Doulos" (Ο χαφιές) του 1962. Η παράξενη, ελληνοπρεπής αυτή λέξη σημαίνει στη γαλλική αργκό τον χαφιέ της αστυνομίας. Και ο Ζαν Πωλ Μπελμοντό, σε έναν από τους χαρακτηριστικούς του ρόλους, κάνει ακριβώς αυτό - αν και συχνά τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται.
Αυτό που πρώτα διακρίνει την ταινία είναι η ατμοσφαιρικότητά της. Ο Melville αξιοποιεί στο έπακρο την ασπρόμαυρη φωτογραφία, παίζει με τις σκιές, τις εναλλαγές φωτεινών - σκοτεινών επιφανειών, τους εξπρεσιονιστικά φωτισμένους χώρους, εσωτερικούς και εξωτερικούς και μένει πιστός στους κώδικες του είδους (οι κλασικές αντρικές φιγούρες με το καπέλο και την καπαρντίνα, οι μοιραίες γυναίκες, τα μπαρ κλπ.) Το αστικό τοπίο, άσχημο συχνά, στα φιλμ αυτά αποκτά μια δική του γοητεία και μοιάζει να πρωταγωνιστεί. Συνολικά λοιπόν το εικαστικό μέρος του φιλμ είναι ιδιαίτερο. Όσο για το στόρι, πραγματεύεται τα κλασικά στο είδος θέματα του κώδικα τιμής ανάμεσα στους κακοποιούς και της ανδρικής φιλίας. Μέσα από μια πολύπλοκη ίντριγκα, όπου εμπλέκονται φόνοι, ληστείες κοσμημάτων, έρωτες παλιοί και νέοι, καταδότες και άλλα πολλά, σκιαγραφεί έναν υπόκοσμο με τους δικούς του άγραφους νόμους και κανόνες, με τη δική του εσωτερική λογική. Οι ανατροπές είναι αρκετές και, όπως είπαμε στην αρχή, τίποτα δεν είναι αυτό που αρχικά δείχνει. Και τελικά αυτό που μένει είναι η γεύση της ματαιότητας των πάντων, η αίσθηση ότι όσο και να πασχίζουμε η ευτυχία είναι άπιαστη. Ιδιαίτερα αν την κυνηγάς με "ανορθόδοξους" τρόπους (υπόκοσμος γαρ).
Από τα κλασικά γαλικά - αλλά και γενικότερα - νουάρ, ο "Χαφιές" συνίσταται ανεπιφύλακτα στους φίλους του είδους (που συχνά είναι και φανατικοί), αλλά και στους φίλους του σινεμά γενικότερα, αφού, όπως είναι γνωστό, πολλά σημαντικά έργα σε όλες τις μορφές τέχνης ξεπερνούν κατά πολύ το είδος στο οποίο ανήκουν.

Τετάρτη, Απριλίου 15, 2009

"ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ", ΟΧΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΚΑΛΟΔΕΧΟΥΜΕΝΟΣ, ΣΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ


Η ταινία "The visitor" (2007) του Thomas McCarthy ήρθε από το πουθενά και αποτέλεσε, για μένα τουλάχιστον, μια ευχάριστη έκπληξη. Μοναχικός, χήρος καθηγητής πανεπιστημίου, αποστειρωμένος και αποκομμένος από την αληθινή ζωή, βρίσκει το σπίτι του κατά λάθος κατειλημμένο από ένα τριτοκοσμικό ζεύγος. Η συνάντηση αυτή θα αλλάξει τη ζωή του σε πολλά επίπεδα.
Βρήκα το φιλμ συγκινητικό, δίχως η λέξη αυτή να περιέχει ίχνος μελό, ανθρώπινο, γλυκό και, σε ορισμένα σημεία, αστείο. Και νομίζω ότι θίγει μια σειρά από προβλήματα που αξίζουν τον κόπο να αναλυθούν: Πρώτα πρώτα έχουμε την αντιπαράθεση της ψεύτικης, καθωσπρέπει, τυπικής ζωής με την πλούσια σε συναισθήματα, γεμάτη, πλήρη ευχάριστων δραστηριοτήτων ζωή. Σχηματικά η αντιπαράθεση αυτή δίνεται με την αντίθεση κλασικής και τζαζ (με στοιχεία έθνικ) μουσικής, με την αντίθεση του πιάνου με τα αφρικάνικα κρουστά. Δεν μπορούμε πάντως να μη συγκινηθούμε με τον καθηγητή που βαθμιαία συνειδητοποιεί πόσο λίγο έχει ζήσει όλα αυτά τα χρόνια, πόσο άδεια είναι η ζωή του (θέμα που θυμίζει τις υπέροχες "Άγριες Φράουλες" του Μπέργκμαν). Από τη μια η θλίψη για το ότι η συνειδητοποίηση αυτή έρχεται τόσο αργά, από την άλλη η αισιόδοξη άποψη ότι ποτέ δεν είναι αργά.
Αυτό είναι το προσωπικό, το ανθρώπινο επίπεδο. Το φιλμ όμως κάνει και μια έντονη πολιτική κριτική στη μετά την 11η Σεπτεμβρίου Αμερική, η οποία, όπως χαρακτηριστικά λέει η σύρια πρωταγωνίστρια, "ζω τα ίδια ακριβώς που έζησα στη Συρία" (η επιλογή της χώρας μάλλον δεν είναι τυχαία, αφού η Συρία, με άλλες δύο χώρες, αποτελούσαν τον "άξονα του κακού" κατά τον επιεικώς ηλίθιο Μπους). Ο ρατσισμός, η έντονη καχυποψία κατά των μεταναστών, ο επ' αόριστον εγκλεισμός όσων συλλαμβάνονται δίχως κάρτα παραμονής, δίνονται όχι με πολιτικές, καταγγελτικές κορώνες, αλλά σε ανθρώπινο επίπεδο. Συνειδητοποιούμε έτσι, μαζί με τον μεσήλικα ήρωα, τι σημαίνει απέλαση όταν έχεις ζήσει για πολλά χρόνια σε έναν τόπο και τον έχεις κάνει σπίτι σου, αλλά και ποιες είναι οι τραγικές επιπτώσεις της όχι μόνο σ' αυτόν που απελαύνεται, αλλά και σε ένα σύνολο ανθρώπων, στο οποίο περιλαμβάνονται και κανονικότατοι αμερικανοί πολίτες. Κι όλα αυτά, ξαναλέω, χαμηλότονα και δίχως εξάρσεις. Ίσως γι' αυτό με άγγιξαν βαθύτερα.
Γλυκειά ταινία λοιπόν, που συνδυάζει τη συγκίνηση με κάποιο χιούμορ, πιθανόν όχι από τις δέκα καλύτερες της χρονιάς, αλλά από αυτές που είναι σαφέστατα καλοδεχούμενες και αποτελούν τις ευχάριστες εκπλήξεις της σεζόν.

Δευτέρα, Απριλίου 13, 2009

ΓΕΛΟΙΟ ΣΑΝ... ΘΡΗΣΚΕΙΑ


Το Religulous (Πίστευε και γέλα, 2008) του Larry Charles (αυτός που γύρισε και τον Borat) είναι ένα ντοκιμαντέρ όντως τολμηρό για τα αμερικάνικα δεδομένα. Βασίζεται στον κωμικό Bill Maher που, ρητά δηλώνοντας ότι είναι ενάντια σε κάθε θρησκεία, περιφέρεται ως άλλος Michael Moore, γελοιοποιώντας κάθε θρησκευτική πίστη που συναντά στο διάβα του και στηλιτεύοντας την μισαλλοδοξία και την έλλειψη ανεκτικότητας που διακρίνει πολλές απ' αυτές. Από την ανελέητη σάτιρά του δεν ξεφεύγουν χριστιανοί διαφόρων αποχρώσεων, εβραίοι, μουσουλμάνοι, σαϊεντολόγοι και άλλα παράξενα. Πολλές φορές τα αποτελέσματα είναι διασκεδαστικά. Συνολικά όμως βρίσκω την όλη προσπάθεια επιδερμική, που επικεντρώνει σε διάφορους γραφικούς τύπους, απ' αυτούς που βρίθουν στην Αμερική (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι και συχνά επικίνδυνοι - άλλωστε μερικοί απ' αυτούς έχουν βγάλει εκατομμύρια), που βέβαια είναι πολύ εύκολο να τους αντιμετωπίσεις και να τους γελοιοποιήσεις. "Σπάει" μάλιστα τις συνεντεύξεις του παραθέτοντας γρήγορα μονταρισμένα αποσπάσματα από χαζά θρησκευτικά φιλμ και άλλες αστείες εικόνες, κάνοντας έτσι χιουμοριστικά "σχόλια", δίχως να παραλείψει να δείξει και κάμποσες περιπτώσεις πασιφανούς θρησκευτικής εμπορευματοποίησης, που πραγματικά σε προβληματίζουν για το IQ των πιστών...
Γενικά δεν βρίσκω κακή την προσπάθεια ή την πρόθεση - σε γενικές γραμμές μάλιστα συμφωνώ με τον Μάερ, καθώς και εγώ προσωπικά δεν είμαι πολύ - πολύ των θρησκειών (των όποιων θρησκειών). Διαφωνώ όμως με τον τρόπο που είναι δοσμένο όλο αυτό. Θεωρώ γενικότερα ότι δεν είναι μόνο το τι θα πεις, αλλά και το πώς θα το πεις. Και νομίζω ότι ο τρόπος των Charles / Maher αν μη τι άλλο είναι έντονα λαϊκίστικος και εξυπνακίστικος, το επίπεδο προσέγγισης παιδαριώδες (οποιοσδήποτε μπει στον κόπο να διαβάσει την Αγία Γραφή θα βρει σε χρόνο dt ένα σωρό αντιφάσεις και θα διαπιστώσει την τεράστια διαφορά του θεού της Παλαιάς απ' αυτόν της Καινής Διαθήκης - πρόκειται ουσιαστικά για δύο διαφορετικές θρησκείες και κοσμοθεωρίες), ενώ ο Μάερ μου έγινε αρκετά αντιπαθής διακόπτοντας συνεχώς τους "αντιπάλους" του και πετώντας εξυπνάδες, οι οποίες μάλιστα πολύ συχνά δεν χρειάζονταν καν αφού η βλακεία των όσων έλεγαν οι τελευταίοι ήταν τόσο εξώφθαλμη, που δεν επιδεχόταν σχολίων. Και το πράγμα ολοκληρώθηκε ακόμα χειρότερα με το λογίδριο που έβγαλε "από καθέδρας" στο τέλος εναντίον των θρησκειών γενικά, γινόμενος έτσι το ίδιο διδακτικός και ξώπετσος μ' αυτούς ακριβώς που πολεμά.
Να λοιπόν - το έχω ξαναγράψει παλιότερα - που το να συμφωνείς ιδεολογικά με το όλο σκεπτικό δεν είναι καθόλου αρκετό για να συμπαθήσεις το συνολικό αποτέλεσμα. Μένουν μόνο μερικές διασκεδαστικές φάσεις. Ωστόσο, ξαναλέω, ίσως το όλο εγχείρημα να είναι χρήσιμο για την "βαθειά Αμερική" και τη μαυρίλα που κρύβεται στα σπλάχνα της.

Κυριακή, Απριλίου 12, 2009

ΣΚΟΤΕΙΝΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ


Εκτιμώ τον ελληνοαυστραλό Alex Proyas επειδή, εκτός από καλός σκηνοθέτης, έχει απόλυτη συνέπεια σ' αυτό που κάνει: Κινείται σταθερά στο χώρο του φανταστικού, άλλοτε σε πιο gothic και άλλοτε σε πιο επιστημονικοφανταστικές περιοχές του. Ο "Σκοτεινός Κωδικός" (Knowing, 2009), παίζει με στοιχεία όπως οι παράξενοι κώδικες, οι εσχατολογικές προφητείες και άλλα σχετικά, φλερτάρει επικίνδυνα με τη μεταφυσική και τελικά ξεγλιστρά στο τσακ (αλλά ας μη σας πω τίποτα άλλο για το "τελικά").
Στα πλην ο πρωταγωνιστής Νίκολας Κέϊτζ, που νομίζω ότι έχει γίνει εξαιρετικά βαρετός μ΄ αυτή τη μονίμως κατεβασμένη μούρη, λες και βρίσκεται διαρκώς στα πρόθυρα κατάθλιψης (εδώ όντως βρίσκεται). Πέραν αυτού, λόγω της εντυπωσιακής σκηνοθεσίας του, το φιλμ με κράτησε αρκετά, τόσο λόγω του μυστηρίου και των προσπαθειών για λύση στο πρώτο μέρος, όσο και λόγω της αυξημένης δράσης (όχι όμως εις βάρος της ιστορίας) στο δεύτερο. Και διαθέτει και μερικές όντως εντυπωσιακές σκηνές, όπως ο φοβερός εκτροχιασμός ενός συρμού του μετρό. Βέβαια πολλοί θα γκρινιάσουν ότι έχουμε δει επανειλημμέμα τέτοια μοτίβα (προφητείες, τέλος του κόσμου κλπ.), καθώς και λογικές όπως αυτή του τέλους (που καταφέρνει να αποφεύγει το κλασικό χάπι εντ ή μάλλον να παίζει μ' αυτό). Θα συμφωνήσω. Αυτό όμως δεν με εμπόδισε στο να περάσω δύο ευχάριστες ώρες, με τη δράση μάλιστα να κορυφώνεται όσο ο χρόνος κυλούσε. Και να εξακολουθώ να θεωρώ τον Proyas - παρά το ότι, κατά τη γνώμη μου, ποτέ δεν ξεπέρασε το Dark City - έναν πάντα ενδιαφέροντα σκηνοθέτη. Οφείλω όμως να τονίσω ότι όλες αυτές οι σκέψεις και οι απόψεις αφορούν αποκλειστικά, φοβάμαι, τους φίλους του σινεμά του φανταστικού, που κρίνουν τις ταινίες στα πλαίσια του είδους αυτού. Τους υπόλοιπους, πολύ απλά, αυτά τα φιλμ τους αφήνουν παγερά αδιάφορους και, προφανώς, δεν αντέχουν καν σε κριτική.

Παρασκευή, Απριλίου 10, 2009

ΤΟ ΦΡΑΓΜΑ ΣΤΟΝ ΕΙΡΗΝΙΚΟ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΔΙΚΙΕΣ ΤΗΣ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΑΣ


Ο Rithy Panh είναι ένας καμποτζιανός σκηνοθέτης με καμιά δεκαριά ταινίες στο ενεργητικό του, το "Un barrage contre le Pacifique" (Ένα φράγμα στον Ειρηνικό, 2008) όμως είναι ένα γαλλικό φιλμ. Τοποθετημένο στην γαλλοκρατούμενη Ινδοκίνα της δεκαετίας του 30 (αποικιοκρατία που, δεκαετίες αργότερα, "προετοίμασε" την αμερικάνικη εισβολή στο Βιετνάμ), βασίζεται στο ομώνυμο αυτοβιογραφικό βιβλίο της Μαργκερίτ Ντιράς και καταγράφει τις δύσκολες μέρες μιας γαλλικής οικογένειας (μια χήρα, ο γιος και η κόρη της) στη φυτεία ρυζιού τους. Οι πιέσεις που δέχονται είναι πολλαπλές: Τα χρέη, το ληστρικό "κτηματολόγιο" (το γαλλικό κράτος δηλαδή, όπως αυτό λειτουργούσε στις μακρινές αποικίες) και ο ζάπλουτος κινέζος γαιοκτήμονας -επιχειρηματίας που εποφθαλμιά τη γη τους τους απειλούν από παντού. Εμείς παρακολουθούμε όμως σε ίσες δόσεις και τα "εσωτερικά", την ψυχική κατάσταση των μελών, τις ερωτικές και άλλες ιστορίες τους, την παράξενη ελευθεριότητα (;) που επικρατεί στους κόλπους της, τον συνεχή αγώνα της ενάντια στη φύση και τις πλημμύρες που κάθε λίγο καταστρέφουν τη σοδειά οδηγώντας τους στη φτώχεια.
Αρκετά καλή ταινία, όμορφες εικόνες της περιοχής, των φυτειών, της ζωής στις αποικίες στα χρόνια του 30, και πάνω απ' όλα μια και πάλι πολύ καλή Ιζαμπέλ Ιπέρ, που κλέβει την παράσταση.
Η ταινία ασκεί κριτική στο σύστημα της αποικιοκρατίας, στην απόλυτη εκμετάλλευση των ντόπιων που τους οδηγεί στην αθλιότητα και ενίοτε στο θάνατο, αλλά και στη σκληρότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Ενδιαφέρον ωστόσο προκαλεί η καταγραφή των χαρακτήρων: Βρισκόμαστε πολύ μακριά από τον αυστηρό διαχωρισμό καλών - κακών, άσπρου - μαύρου. Όλοι έχουν μέσα τους λίγο απ' όλα, όλοι έχουν τις αντιφάσεις τους, όπως δηλαδή συμβαίνει στην πραγματικότητα. Η νευρωτική, άρρωστη μητέρα (η Ιπέρ), πεισματάρα, που τολμά να τα βάζει με τους πάντες, δεν διστάζει όμως να ξεπουλήσει την κόρη της στον πλούσιο για να σώσει τη φυτεία. Ο γιος, κάπως τυχοδιώκτης, κάπως βίαιος, ρατσιστής όταν μιλά για τους ντόπιους, φίλος και ανοιχτοχέρης όμως ταυτόχρονα μαζί τους. Η κόρη, σεμνή και σεξουαλική ταυτόχρονα, αθώα και Λολίτα, δεν πολυγουστάρει τον πλούσιο κινέζο, δεν θα απέρριπτε όμως το σεξ ή / και τον γάμο μαζί του. Ο νεαρός γαιοκτήμονας, σκληρός, άπληστος, αλλά ταυτόχρονα αληθινά ερωτευμένος και έτοιμος να χαρίσει δίχως ανταλλάγματα κάποιες στιγμές... και ούτω καθ' εξής. Και φόντο σε όλα αυτά, η διαρκής δυστυχία των ιθαγενών, που εκμεταλλεύονται οι πάντες, τα αληθινά θύματα της κατάστασης - δίχως να ξεχάσει να επισημάνει όμως η ταινία ότι και οι φτωχοί λευκοί άποικοι είναι κι αυτοί θύματα ενός ανελέητου συστήματος.
Αρκετά μεγάλη παραγωγή, ενδιαφέρουσα ταινία, που με ικανοποίησε αρκετά - δίχως όμως να τη θεωρήσω και "ταινία της χρονιάς".

Τετάρτη, Απριλίου 08, 2009

INJU: ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ


Έχω γράψει και παλιότερα ότι ο Barbet Schroeder είναι ένας σκηνοθέτης που σπάνια με έχει ικανοποιήσει απόλυτα. Συνήθως νοιώθω ότι κάτι δεν πάει καλά στα φιλμ του. Κι αυτό ένοιωσα και με το πρόσφατο "Inju, la bête dans l'ombre" (2008), ένα ασυνήθιστο, σκοτεινό θρίλερ.
Ένας πετυχημένος γάλλος συγγραφέας αστυνομικών βιβλίων, που έχει σαν βασική του επιροή έναν παλιότερο γιαπωνέζο, πετυχημένο κι αυτόν στη χώρα του συγγραφέα, του οποίου όμως η ταυτότητα παραμένει άγνωστη, πάει στην Ιαπωνία για να προωθήσει το νέο του βιβλίο, αλλά και με την κρυφή ελπίδα να συναντήσει το μυστηριώδες είδωλό του. Εκεί ερωτεύεται μια σύγχρονη γκέισα... και μπλέκεται στα δίχτυα ενός απόλυτου εφιάλτη.
Ακούγεται ενδιαφέρον και σίγουρα έχει ενδιαφέροντα στοιχεία. Κατά βάθος πάντως παραμένει ένα κλασικό νουάρ, με πολλά από τα στερεότυπα του είδους (όπως το δυνατό πάθος που οδηγεί στην καταστροφή) μεταλλαγμένα όμως: Τόπος δράσης η Ιαπωνία, μια γκέισα ως μοιραία γυναίκα, αρκετό σεξ και σαδομαζοχισμός (ο τελευταίος απαντάται συχνά στο έργο του Schroeder), φριχτοί εφιάλτες, αρκετό σπλάτερ (προειδοποιώ για σκηνές αποκεφαλισμού) και πολλές αναφορές στην αστυνομική λογοτεχνία (αυτοαναφορές δηλαδή) και τα πάθη και τις φιλοδοξίες των συγγραφέων. Φυσικά στο τέλος μας περιμένει η κλασική ανατροπή και η απρόσμενη λύση, αν και ο προσεχτικός θεατής κάτι έχει ψιλιαστεί από πολύ νωρίς.
Όταν πάντως τελείωσαν όλα αυτά προσωπικά μου έμεινε μια αίσθηση ανικανοποίητου, σαν κάτι να παραήταν εύκολο, σαν ο ήρωας να παραήταν βλάκας, σαν να πέφτανε πολλές απιθανότητες μαζί. Παρά τις αναμφισβήτητες ιδιομορφίες του δεν το θεωρώ και πολύ σπουδαία ταινία. Άλλωστε ο Schroeder έχει κατά καιρούς δοκιμάσει την τύχη του σε τέτοια σκοτεινά είδη - και γενικότερα είναι ένας σκοτεινός σκηνοθέτης - δίχως όμως πολύ σπουδαία αποτελέσματα (προσωπική γνώμη πάντοτε).

Τρίτη, Απριλίου 07, 2009

ΤΟ ΣΕΞ ΣΑΝ "ΒΑΣΙΚΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ"


Ξαναείδα μετά από πολλά χρόνια το διαβόητο "Βασικό Ένστικτο" του Paul Verhoeven του 1992. Τότε ακόμα ο Verhoeven έκανε, αν μη τι άλλο, ταινίες που προκαλούσαν συζητήσεις, ενώ τα αρκετά τελευταία χρόνια έχει παρακμάσει εντελώς. Φυσικά το "Βασικό Ένστικτο" είχε προκαλέσει σάλο στην εποχή του λόγω των τολμηρών του σκηνών και το πανταχού παρόν σεξουαλικό στοιχείο ως βασικό καταλύτη όλων όσων συμβαίνουν, και είχε καθιερώσει την Σάρον Στόουν σαν μια από τις πιο σέξι γυναίκες του πλανήτη. Εδώ βέβαια θα ήταν λίγο αστείο να ασχοληθώ με την φευγαλέα (κλάσματα δευτερολέπτου) εμφάνιση του αιδοίου της στην περιβόητη σκηνή όπου ανοίγει τα πόδια μπροστά στους ανακριτές της (και αποδεικνύεται ότι δεν φορά κιλοτάκι). Θα μπορούσα όμως να ασχοληθώ με την ταινία σαν θρίλερ.
Σαν τέτοιο λοιπόν το βρίσκω συμπαθητικό, καλογυρισμένο και νομίζω ότι διαθέτει όλες τις κλασικές αναπάντεχες ανατροπές που αποτελούν το αλατοπίπερο του είδους. Υπάρχουν ακόμα και οι έξυπνοι διάλογοι, γεμάτοι με κάθε είδους υπονοούμενα και διφορούμενα νοήματα (όχι μόνο σεξουαλικά), που το κάνουν ακόμα πιο ενδιαφέρον. Μιλάμε, επίσης, για ένα αστυνομικό θρίλερ που σαν ήρωες έχει έναν σίριαλ κίλερ (που δεν ξέρουμε ποιος είναι αλλά από την πρώτη σκηνή όλοι υποψιάζονται την όμορφη και πλούσια πρωταγωνίστρια) και έναν εμφανώς διαταραγμένο μπάτσο, με βεβαρυμένο παρελθόν, πρώην αλκοολικό και μανιώδη καπνιστή, που δεν ελέγχει τα νεύρα του και που είναι αρκετά παθιασμένος με το σεξ ώστε να αφεθεί να οδηγηθεί σχεδόν στην καταστροφή (ξέρετε άλλωστε τι είναι αυτό που "σέρνει καράβι"). Υπάρχει βεβαίως και το γκλαμουράτο στιλ του Verhoeven, με τα πολυτελή σπίτια και αυτοκίνητα, τα κλαμπ και το εν γένει απαστράπτον, πλην όμως διεφθαρμένο, περιβάλλον, και το ανοιχτό και διφορούμενο τέλος, που συμπληρώνει την εικόνα. Αν όμως έπρεπε να πω επιγραμματικά για το θέμα της ταινίας, θα έλεγα ότι μιλά για τη δύναμη του σεξουαλικού πάθους (όχι του ρομαντικού, πλήρους έρωτα, αλλά του σεξ), που μπορεί να τινάξει στον αέρα κάθε λογική αντιμετώπιση των πραγμάτων.
Έτσι, με την αποστασιοποίηση που δίνει ο χρόνος, θα έλεγα ότι δεν πρόκειται για καμιά μεγάλη ταινία, αλλά για ένα ευχάριστο στην παρακολούθησή του, καλογυρισμένο θρίλερ, που νομίζω ότι μπορεί να κρατήσει και τον σύγχρονο θεατή.

Δευτέρα, Απριλίου 06, 2009

ΟΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΤΟΥ κ. ΙΛΟ


Όταν έχει να κάνει κανείς με το σινεμά του Jacques Tati (1907-1982), καλό είναι να γνωρίζει ότι θα αντιμετωπίσει κάτι εξαιρετικά ιδιόρυθμο και ιδιοσυγκρασιακό. Ο ελάχιστα παραγωγικός γάλλος (5 μόλις μεγάλου μήκους και μία τηλεοπτική) είναι πάνω απ' όλα ένας μινιμαλιστής της κωμωδίας. Και ο μινιμαλισμός, σε πολλά επίπεδα, είναι αυτό που κυρίως χαρακτηρίζει το έργο του.
Στις "Διακοπές του κ. Ιλό" του 1953 ας πούμε, δεν απουσιάζει μόνο ο λόγος (τα πρόσωπα μιλούν ελάχιστα, μονολεκτικά ή απλώς βγάζουν ήχους και σπάνια ακούγονται ελάχιστες γαλλικές φράσεις), αλλά ουσιαστικά και η ίδια η ιστορία, η "υπόθεση" όπως λέμε συνήθως. Ο εκκεντρικός, ψιλόλιγνος Ιλό (ο ίδιος ο Τατί βεβαίως) φτάνει με το ανεκδιήγητο, αρχαίο του αυτοκίνητο στο παραθαλάσσιο θέρετρο όπου, μαζί με ένα γκρουπ άλλων παραθεριστών, θα περάσει τις διακοπές του σ' ένα γραφικό ξενοδοχείο. Οι γκάφες του ή απλώς η παράξενη συμπεριφορά του θα αναστατώσουν συχνά τις διακοπές του γκρουπ, αλλά μην περιμένετε εξέλιξη, κορύφωση, κατάληξη. Πρόκειται απλώς για μια σειρά οπτικών γκαγκς που διαδέχονται το ένα το άλλο και διαταράσσουν την καθημερινή ρουτίνα των παραθεριστών. Ακόμα και μια πιθανή ερωτική ιστορία με μια όμορφη κοπέλα μοιάζει να μένει μετέωρη και, τελικά, να μη συμβαίνει ποτέ.
Περισσότερο ο Tati φαίνεται να ενδιαφέρεται για την σκωπτική καταγραφή της μάλλον μίζερης καθημερινότητας των ενοίκων του ξενοδοχείου, που ακόμα και στις διακοπές αναπαράγουν τη άτεγκτη ρουτίνα της υπόλοιπης ζωής τους. Ο άθελά του ανατρεπτικός Ιλό, ακόμα κι αν καταφέρει (κατά λάθος) να τους ξεκουνήσει λιγάκι, δεν θα καταφέρει τελικά να τους αφυπνίσει από τη μιζέρια τους. Πέρα από τη σάτιρα της επαναλαμβανόμενης καθημερινότητας, ο Tati μοιάζει να μιλά για τη μοναξιά, καθώς ο ήρωάς του είναι πάντοτε μοναχικός - αλλά και δίχως επιθυμίες θα έλεγε κανείς. Κι αυτό το στοιχείο είναι που δίνει στο φιλμ τη χαρακτηριστική του μελαγχολία - παρά τα "ύπουλα" κωμικά γκαγκ που διαδέχονται το ένα το άλλο - με αποκορύφωμα τη σκηνή του τέλους, όπου ο θεατής περισσότερο θα συγκινηθεί παρά θα χαμογελάσει. Όμως η μελαγχολία του βρίσκεται μακριά από τις δυνατές συγκινήσεις του Τσάπλιν για παράδειγμα, που μπορεί να μας κάνει να ξεκαρδιστούμε και μετά να δακρύσουμε. Εδώ και το κωμικό και το μελαγχολικό στοιχείο είναι εξ ίσου διακριτικά, ανεπαίσθητα, στοιχεία που αποτελούν σήμα κατατεθέν της ευαισθησίας του Τατί. Γι' αυτό χαρακτήρισα πριν τα κωμικά του γκαγκ "ύπουλα". Είναι αστεία, αλλά όχι ξεκαρδιστικά, συμβαίνουν σχεδόν δίχως να τραβάνε την προσοχή μας, μερικές φορές σχεδόν εκτός πλάνου, τόσο που ίσως κάποια πρέπει να τα ξαναδεί κανείς για να καταλάβει τι έγινε.
Εκτιμώ πολύ τον Τατί και το "ελάχιστο" σινεμά του και με συγκινεί με έναν παράξενο τρόπο. Πρέπει όμως να προειδοποιήσω τους μη μυημένους ότι δεν θα δουν σε καμιά περίπτωση μια κλασική ξεκαρδιστική κωμωδία. Μάλλον μια καταγραφή μικρών, αστείων καθημερινών περιστατικών, δίχως εξελισσόμενη πλοκή και μια διεισδυτική ματιά που μπορεί να εντοπίσει και να σκιτσάρει με αδρές, αλλά ελάχιστες γραμμές το γελοίο και το μελαγχολικό στοιχείο μέσα στο απόλυτα οικείο.

Παρασκευή, Απριλίου 03, 2009

Η ΛΟΛΑ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ


Ο γερμανός Tom Tykwer έγινε γνωστός στην Ελλάδα από το "Τρέξε Λόλα τρέξε" (1998), αν και πριν είχε κάνει τουλάχιστον μία ενδιαφέρουσα ταινία, άπαιχτη στην Ελλάδα. Η "Λόλα" όμως, αναμφισβήτητα εντυπωσιακό και πρωτότυπο φιλμ, είναι αυτό που τον καθιέρωσε.
Πρόκειται για μια πραγματικά σπιντάτη μελέτη πάνω στο χρόνο και τις πιθανές διαφορετικές εκδοχές της πραγματικότητας. Είναι ένα είδος σπονδυλωτής ταινίας, αλλά όχι ακριβώς. Τα τρία μικρού μήκους φιλμ που την αποτελούν είναι στην ουσία ένα: Έχουν κοινή αρχή, κοινό στόρι, καθώς όμως η ηρωίδα έχει μόλις 20 λεπτά για να βρει κάτι χιλιάδες μάρκα και τρέχει ασταμάτητα, μικρές λεπτομέρειες αλλάζουν, με αποτέλεσμα να αλλάξει εντελώς η ιστορία και - κυρίως - η κατάληξή της.
Ο περιορισμός των 20 λεπτών κάνει τις ταινίες εντελώς στακάτες και αγχωτικές. Δεν υπάρχει ούτε ένα δευτερόλεπτο για χάσιμο κι αν κάτι πετύχει η Λόλα θα το πετύχει στο τσακ, τρέχοντας διαρκώς. Έτσι (ξανα)βλέποντάς τη πρόσφατα διαπίστωσα ότι για μια ακόμα φορά έμεινα καθηλωμένος, δίχως να μπορώ να πάρω ανάσα. Από την άλλη το γεγονός ότι μικρές διαφορετικές λεπτομέρειες δίνουν μια απόλυτα διαφορετική τροπή, φέρνει αβίαστα στο νου τη θεωρία του Χάους και την περίφημη ρήση "Μια πεταλούδα που φτερουγίζει στην Καλιφόρνια μπορεί να προκαλέσει καταιγίδα στην Κίνα". Αυτό ακριβώς. Το αν η Λόλα θα φτάσει ένα λεπτό πριν ή μετά στον πατέρα της, το αν θα τον προλάβει στην τράπεζα ή θα έχει μόλις βγει απ' αυτήν, μπορεί να κάνει το φίλο της να ζήσει ή να πεθάνει, δηλαδή μπορεί να της αλλάξει ολόκληρη τη ζωή.
Η ζωή μας και η τροπή που αυτή θα πάρει βασίζεται σε απόλυτα τυχαία γεγονότα, μοιάζει να λέει ο Tykwer. Και δεν φαίνεται να βρίσκεται μακριά από την πραγματικότητα: Είναι τυχαίο το ότι γεννηθήκαμε στην Ελλάδα και όχι στη Ζιμπάμπουε, την Αμερική ή τη Λαπωνία. Είναι τυχαίο το αν η οικογένειά μας είναι εύπορη ή φτωχή και χιλιάδες άλλες εξ αρχής τυχαιότητες που είναι τόσο καθοριστικές για μάς. Όχι ότι αυτά δεν μπορούν να αλλάξουν αν το θέλουμε κι αν προσπαθήσουμε - ή με τυχαίο τρόπο. Αλλά, όπως και να το κάνουμε, τέτοιες τυχαιότητες είναι καθοριστικές.
Ίσως συμφωνείτε, ίσως όχι. Και στις δύο περιπτώσεις όμως πιστεύω ότι η ταινία θα σας κρατήσει απόλυτα. Και θα απολαύσετε και ένα από τα πιο πρωτότυπα φιλμ που έγιναν ποτέ.

Πέμπτη, Απριλίου 02, 2009

Η ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ


Η "Stella" (Με λένε Στέλλα) της Sylvie Verheyde είναι μια γαλλική ταινία που μιλά για την ενηλικίωση, τις δυσκολίες και τις χαρές της. Είναι από τις ταινίες που χαρακτηρίζουμε σαν «φέτα ζωής», ένα ατόφιο κομμάτι ζωής δηλαδή δίχως πολύπλοκη πλοκή, κορυφώσεις, ανατροπές. Όπως ακριβώς συμβαίνει στην πραγματικότητα.
Η ιδιαιτερότητά της είναι ότι τοποθετεί την εφηβεία της 11χρονης Στέλλας στα μέσα της δεκαετίας του 70 (1977 συγκεκριμένα), δίνοντας έτσι πολύ πετυχημένα την ατμόσφαιρα της εποχής και προσθέτοντας νοσταλγικούς τόνους σε όσους ενηλικιώθηκαν στα 70ς. Όντως τα ρούχα, τα αυτοκίνητα, το ντεκόρ και κυρίως η μουσική ζωγραφίζουν πειστικότατα την εποχή. Το άλλο χαρακτηριστικό του φιλμ είναι ότι, ενώ μιλά για μια κάπως ιδιαίτερη εφηβεία, αφού η Στέλλα μεγαλώνει μέσα στο καφέ – ξενοδοχείο των γονιών της, συναναστρέφεται πάντα με μεγάλους, τους παρακολουθεί να φλερτάρουν, να καυγαδίζουν, να πίνουν, παίζει η ίδια χαρτιά μαζί τους, και ενώ σκιαγραφεί σαφώς την σχετική της απομόνωση στο σχολείο – λόγω «παράξενης» οικογενειακής κατάστασης – ωστόσο δεν ενδιαφέρεται να καταγγείλει, να στηλιτεύσει όλα αυτά. Αντίθετα υιοθετεί μια μάλλον αισιόδοξη οπτική, κάτι σαν «that’a life”, έτσι συμβαίνουν τα πράγματα… Και βρίσκει και χρόνο να σκιτσάρει και την επαρχιακή μιζέρια, αφού η Στέλλα περνά τα καλοκαίρια με τη γιαγιά της σε γαλλικό χωριό.
Η μικρή ηρωίδα δεν εξεγείρεται ούτε και παίρνει τον «κακό δρόμο». Είναι ένα συνηθισμένο παιδί, μάλλον κακή μαθήτρια, που περνά απαρατήρητη. Η αλλαγή αρχίζει όταν επιτέλους συνδέεται με βαθιά φιλία με μια συμμαθήτριά της, μεσαίας τάξης αυτή. Από εκεί θα μάθει για τη λογοτεχνία και τις χαρές της και θα ξεκινήσει η αργή, μετρημένη προσωπική της ανάπτυξη. Όχι συγκλονιστικά πράγματα και «παιδιά θαύματα» τίποτα τέτοιο. Απλά θα μπορέσει να σταθεί στα πόδια της. Η ταινία είναι αυτοβιογραφική και, όπως δήλωσε η σκηνοθέτης, «βασική ιδέα είναι ότι σε μια σκληρή κοινωνία διακρίσεων και περιορισμένων ευκαιριών η κουλτούρα ανοίγει περισσότερες πόρτες απ’ ό,τι το χρήμα ή μια δουλειά».
Οι φίλοι του «σινεμά – φέτα ζωής» θα απολαύσουν μια από τις καλές ταινίες του είδους (στα συν και πολύ καλή ερμηνεία της μικρής πρωταγωνίστριας). Όσοι ψάχνουν για περισσότερη πλοκή και κλιμακώσεις μάλλον θα πλήξουν από ένα φιλμ όπου, ουσιαστικά, ελάχιστα πράγματα συμβαίνουν. Απλώς καταγράφεται η γλυκόπικρη εφηβεία όπως είναι.

Τρίτη, Μαρτίου 31, 2009

ΑΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΝΑ ΜΠΕΙ ΚΙ ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΒΑΜΠΙΡ


Μάλλον το σουηδικό "Άσε το Κακό να μπει" (2008) (άνευ λόγου ελληνική παράφραση του πρωτότυπου "Άσε το Καλό να μπει") του Tomas Alfredson είναι η δυνατότερη έκπληξη της χρονιάς. Ταινία τρόμου με βρικόλακες, σπάει τα όρια του είδους και γίνεται, πολύ απλά, μια πολύ καλή ταινία, πέρα από είδη, μόδες και εποχές. Γιατί τι άλλο να πεις για τον ευφυή αυτόν συνδυασμό τρόμου, ρομαντισμού, παγωμένης ατμόσφαιρας (και συναισθημάτων ενίοτε) και ερωτικής ιστορίας, και μάλιστα με πρωταγωνιστές παιδιά;
Οι μορφές των ηρώων, ανήλικοι και ενήλικοι, είναι απόκοσμες, όσο απόκοσμη είναι και η ατμόσφαιρα και το τοπίο, μόνιμα χιονισμένο και παγωμένο, λιτό, έτσι που νοιώθεις ότι έχεις να κάνεις μόνο με τα απολύτως απαραίτητα. Μοναχικοί άνθρωποι, δύσκολη ενηλικίωση, τα πάντα γύρω ψυχρά, είναι φυσικό ο 12χρονος ήρωας να "αφήσει το καλό να μπει", έστω κι αν αυτό έχει τη μορφή βαμπίρ, έστω κι αν αυτό θα σημάνει το τέλος της φυσιολογικής (;) μέχρι τότε ζωής του.
Κατά βάθος νομίζω ότι η ταινία μιλά για την ανθρώπινη μοναξιά, την ανάγκη ζεστασιάς και αγάπης, ανθρώπινης επαφής. Το είπαμε πιο πάνω: Το απόκοσμο, ψυχρό τοπίο, τα γυμνά, λιτά εσωτερικά, λειτουργούν σαν μεταφορά του ψυχικού τοπίου των ανθρώπων, που μοιάζει εξ ίσου παγωμένο και άδειο. Αλλά μιλά και για την μοναξιά που προκαλείται από τη διαφορετικότητα και την πανίσχυρη ανάγκη δύο "διαφορετικών" για διαφορετικούς λόγους πλασμάτων να έρθουν κοντά, να αποδεχτούν το ένα το άλλο.
Θα σας προειδοποιήσω διπλά: Για τους αμύητους στο είδος η ταινία παραμένει τρόμου, με αρκετές αιματηρές σκηνές και μια διαρκώς ανήσυχη και άβολη ατμόσφαιρα. Για τους φίλους του χολιγουντιανού - και μόνο - τρόμου πάλι, η ταινία ίσως θεωρηθεί πολύ αργή, με ελάχιστες από τις βιντεοκλιπάτες κινήσεις της κάμερας και τα απίστευτα εφφέ που τόσο έχουν συνηθίσει. Για τους φίλους του καλού σινεμά όμως, άσχετα με είδη και ταχύτητες, νομίζω ότι θα είναι ένα από τα καλύτερα φιλμ των τελευταίων χρόνων που, μακριά από τον πολύ πιο ξενέρωτο ρομαντισμό του "Twilight", ανανεώνει πραγματικά τον βαμπιρικό μύθο και, πέρα απ' αυτόν, γίνεται μια ποιητική ταινία που προσωπικά με γοήτευσε όσο ελάχιστες φέτος.

Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2009

ΖΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ Ή ΖΟΥΜΕ ΑΝΑΜΕΣΑ ΤΟΥΣ;


Το 1988 ο John Carpenter κάνει την πιο απροκάλυπτα πολιτική ταινία του. Το "They Live" (Ζουν ανάμεσά μας) θίγει πολλά θέματα της σύγχρονης, μαζικοποιημένης κοινωνίας, αυτή όμως η σαφής τοποθέτησή του δεν νομίζω ότι την κάνει υποχρεωτικά και καλή ταινία.
Ένας άνεργος φτάνει σε έναν καταυλισμό ανέργων, βρίσκει ένα ζευγάρι παράξενα γυαλιά και μ' αυτά - ώς σε άλλο Matrix, αλλά πολύ πριν απ' αυτό - βλέπει την αληθινή εικόνα της κοινωνίας που τον περιβάλλει, καθώς και το ποιοι πραγματικά έχουν την εξουσία.
Πάνω από οτιδήποτε άλλο, βεβαίως, το "They Live" είναι ένα κλασικό b-movie επιστημονικής φαντασίας. Φτηνή παραγωγή, φτηνά εφφέ, άφθονη δράση, "εύκολες" λύσεις, απλοϊκό σενάριο. Και, σα να μην έφταναν όλα, διαθέτει και αυτή την σχεδόν καλτ σκηνή του απίστευτου ξύλου ανάμεσα στους δύο βασικούς ήρωες (που είναι και φίλοι), η οποία δεν λέει να τελειώσει, αφού κάθε φορά που πέφτουν τσακισμένοι ξανασηκώνονται και ξαναπλακώνονται. Αν δεν εκνευριστείτε, θα γελάσετε πολύ (προτιμείστε το τελευταίο, είναι πιο υγιεινό).
Πέρα λοιπόν από την απλοϊκότητα και τις απιθανότητές της, η ταινία τσουλά μια χαρά, βλέπεται δίχως πολλές πολλές απαιτήσεις σαν συμπαθής b-movie περιπέτεια, αλλά... Εδώ αρχίζουν οι "καταγγελίες" του Carpenter. Ο οποίος φαίνεται να έχει προβλέψει τη σημερινή κρίση και φτιάχνει μια κοινωνία με τεράστια ανεργία, καταυλισμούς άστεγων που ζουν με ό,τι βρουν μπροστά τους, ενώ σε διπλανές γειτονιές η πολυτελής διαβίωση συνεχίζεται κανονικά. Σας θυμίζουν τίποτα αυτά; Η κοινωνία κρατιέται αποβλακωμένη χάρη στην τηλεόραση και τη διαφήμηση και τα υποσυνείδητα μηνύματα που αυτές εκπέμπουν, ενώ οι καμουφλαρισμένοι εξωγήινοι που "ζουν ανάμεσά μας" δεν θέλουν "να μας πιουν τους ζωτικούς χυμούς" ή κάτι τέτοιο, ούτε είναι αιμοσταγείς κατακτητές, αλλά... επενδυτές! Όποιος μάλιστα συνεργάζεται μαζί τους οικονομά για τα καλά.
Μ' αυτά και μ' αυτά συμπαθώ τελικά το "They Live!", χωρίς σε καμιά περίπτωση να πρόκειται για μεγάλη ταινία. Δείτε την δίχως να την παίρνετε στα σοβαρά, πάρτε στα σοβαρά όμως τα όσα καταγγέλει.

Κυριακή, Μαρτίου 29, 2009

ΣΑΛΤΑΡΙΣΜΕΝΗ "ΑΤΟΜΙΚΗ ΒΟΜΒΑ"


Η "Bumba Atonika" είναι μια ιταλική ταινία του 2008, πρώτη μεγάλου μήκους του Michele Senesi, και αν έπρεπε να τη χαρακτηρίσω με μια μονάχα λέξη, θα διάλεγα τη λέξη "σαλταρισμένη", που της ταιριάζει τόσο σαν ιστορία, όσο και σα γύρισμα. Αυτό όμως, φοβάμαι, δεν την κάνει υποχρεωτικά και καλή.
Σύγχρονη Ιταλία και μια παρέα νεαρών εθισμένων στο... κρασί (καταναλώνουν μπουκάλια ολόκληρα σε λίγη ώρα) κάνει διάφορες απάτες, ώσπου ανακαλύπτει ότι τα καλύτερα λεφτά για να αγοράσεις το κρασί σου τα βγάζεις πουλώντας πτώματα σε διάφορους περίεργους τύπους που τα χρειάζονται για δικούς τους λόγους. Κι όταν είναι δύσκολο να βρεις έτοιμα πτώματα, τι πιο φυσικό από το να δημιουργήσεις μερικά...
Όπως καταλάβατε βρισκόμαστε στο βασίλειο του κατάμαυρου χιούμορ (έχει και σπλάτερ, σας προειδοποιώ), αλλά αυτό που το κάνει αληθινά αξιοπερίεργο είναι ο τρόπος της σκηνοθεσίας. Παρανοϊκές ταχύτητες και γωνίες λήψης, πειραγμένα, "ψεύτικα" χρώματα που αλλάζουν κάθε λίγα δευτερόλεπτα, παλαβό μοντάζ, βιντεοκλιπίστικη οπτική και υποτυπώδες σενάριο, φτιάχνουν μια ταινία "στιλ για το στιλ". Το οποίο στιλ, παρεπιπτόντως, θυμίζει κάπως την παράνοια των "Γεννημένων Δολοφόνων" του Στόουν (με πιο πολύ LSD στο νερό που πίνει το συνεργείο), αυτή κάποιων βινετοκλίπ (το είπαμε ήδη), έχει και λίγο από τον κυνισμό του Ταραντίνο ή τον χαβαλέ του Ρίτσι. δεν είμαι σίγουρος όμως το χαρμάνι όλων αυτών δένει αρμονικά. Όλα τα λεφτά πάντως είναι οι συχνές φάσεις όπου η παρέα βρίσκεται στο αυτοκίνητό της. Τότε - και καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας - από τα παράθυρα, αντί για το κανονικό τοπίο, φαίνονται όποιες κουφές φάσεις και εικόνες μπορεί κανείς να φανταστεί: Σκηνές από τον Β' Παγκόσμιο, ζούγκλες, δεινόσαυροι, ατομικές εκρήξεις, τοπία βυθού και ό,τι άλλο βάλει το μυαλό σας.
Είπαμε: Πρόκειται για σουρεαλιστικό φιλμ μαύρου χιούμορ, όλη αυτη η παράνοια όμως, μετά την αρχική έκπληξη, άρχισε να επαναλαμβάνεται επικίνδυνα και πολύ σύντομα με είχε κουράσει αφόρητα. Ίσως να ήταν ενδιαφέρουσα για μικρού μήκους, δυο ώρες όμως... μάλλον θα έπρεπε να συνοδεύεται με ασπιρίνες ή/και πολλούς καφέδες (αφού άλλοι θα ζαλιστούν κι άλλοι θα κοιμηθούν - παρά τη βαβούρα).

Σάββατο, Μαρτίου 28, 2009

INTERNATIONAL ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ


Η πρώτη παρατήρηση βλέποντας το "The International"  (2009) είναι ότι ο γερμανός Tom Tykwer έχει πλέον χάσει την πρωτοτυπία του και προχωρά ολοταχώς προς τα μπλοκμπάστερ (ελπίζω τουλάχιστον να τα κάνει καλά, γιατί έχει αναμφισβήτητα ικανότητες). Την δεύτερη παρατήρηση θα σας την πω στο τέλος.
Η ταινία είναι μια χορταστική περιπέτεια, που αν δεν είχε τον έντονα πολιτικό και καταγγελτικό χαρακτήρα θα θύμιζε Τζέιμς Μποντ και άλλα σχετικά. Μπερδεμένη ίντριγκα, κοσμοπολίτικη δράση (Βερολίνο, Κωνσταντινούπολη, Ν. Υόρκη, Λυόν), κυνηγητά, σωρούς πτωμάτων (με αποκορύφωμα μια σκηνή στο περίφημο Γκουγκενχάιμ της Ν. Υόρκης, όπου το μουσείο και η έκθση που φιλοξενεί γίνονται κυριολεκτκά λίμπα), πράκτορες που επιμένουν στην απονομή δικαιοσύνης κόντρα στο πουλημένο σύστημα και άλλα πολλά. Περνάς ευχάριστα τις δυο ώρες και μετά το ξεχνάς. Η βασική ωστόσο διαφορά με άλλες παρόμοιες ταινίες βρίσκεται στην πολιτική καταγγελία. Ουσιαστικά μας λέει για το αδίστακτο των διεθνών τραπεζών, για το ότι οι πάντες, από τη μαφία και τις τρομοκρατικές ή τις επαναστατικές οργανώσεις τριτοκοσμικών χωρών έως τις κυβερνήσεις, τη δικαιοσύνη και τις μυστικές υπηρεσίες είναι αναμεμειγμένες σ' ένα βρώμικο παιχνίδι στο οποίο παίζονται δισεκατομμύρια και ότι οι πάντες είναι πρόθυμοι να ξεπουλήσουν οποιαδήποτε ιδεολογία (μάλλον δεν υπάρχει καμιά ιδεολογία για να ακριβολογούμε) προκειμένου να παραμείνουν ενεργοί παίκτες στο παιχνίδι αυτό. Και για το ότι οι τράπεζες δεν έχουν κανένα πρόβλημα να πουλήσουν όπλα και στην ισραηλινή κυβέρνηση και στη Χαμάς, ας πούμε, προκειμένου να οικονομήσουν. Και, κερασάκι, κάπου εξηγεί ότι "τα χρήματα δεν είναι το παν", παίζονται και πολυπλοκότερα παιχνίδια δύναμης, εξουσίας και "επιρροών".
Και να τώρα η δεύτερη παρατήρηση, που σας είχα πει από την αρχή: Νομίζω ότι ζούμε σε μια εποχή απίστευτου κυνισμού ή/και ζαμανφουτισμού. Αν στη δεκαετία του 60 ή του 70 γινόταν μια ταινία που κατήγγειλε τόσα - και τόσο διαπλεκόμενα - βρώμικα συμφέροντα, θα γινόταν χαμός, θα συζητιόταν, κάποιοι θα ενοχλούνταν, εν πάσει περιπτώσει θα γινόταν θόρυβος. Σήμερα μια ταινία με τέτοιες καταγγελίες σερβίρεται σε ένα α λα Τζέιμς Μποντ περιτύλιγμα, με δράση, πιστολίδι και κοσμοπολιτισμό, καταναλώνεται σαν μια ακόμα περιπέτεια μέσα στις τόσες (αφού, ανεξαρτήτως καταγγελιών, αυτό ακριβώς είναι) και, τελικά, άσχετα με το πόσα εισητήρια θα κάνει, περνά σχετικά απαρατήρητη. Άραγε ο καπιταλισμός, μέσα στην απληστία του, είναι έτοιμος να "πουλήσει το σκοινί που θα τον κρεμάσει"; Δεν νομίζω. Μάλλον έχει πια αποδειχτεί ότι καμιά ουσιαστική κοινωνική αλλαγή, καμιά ανατροπή δεν μπορεί να προέλθει από την τέχνη. Η τέχνη είναι ακίνδυνη. Όσο για μας, λέμε "εντάξει μωρέ, τα ξέρουμε αυτά, όλοι στο κόλπο είναι, όλοι να οικονομήσουν θέλουν" και παραμένουμε ήσυχοι. Γι΄αυτό και ένα τόσο επικίνδυνο - υποτίθεται - περιεχόμενο, μπορεί στις μέρες μας να σερβίρεται σε ένα τόσο αστραφτερό, χολιγουντιανό ουσιαστικά, περιτύλιγμα.

Παρασκευή, Μαρτίου 27, 2009

Ο,ΤΙ ΘΕΛΑΤΕ ΠΑΝΤΟΤΕ ΝΑ ΜΑΘΕΤΕ ΓΙΑ ΤΟΝ... ΤΟΥΡΚΟ SPIDERMAN


Ξέρατε ότι οι Τούρκοι στα 70ς και 80ς γύριζαν ταινίες με αμερικάνους σούπερ ήρωες και όχι μόνο (υπάρχει και τούρκικο Star Wars!!!) σε τουρκικές βερσιόν; Φυσικά τα αποτελέσματα είναι ανεκδιήγητα, αλλά αποτελούν (φυσικά) την πεμπτουσία του καλτ. Διότι, πώς είναι δυνατόν να μην ενθουσιαστεί κανείς όταν μάθει ότι εν έτει 1973 γυρίστηκε ο τούρκος Spiderman με τίτλο "3 Devadam" και σκηνοθέτη (;) τον T. Fikret Ucak; Οπότε καλείτε σπίτι την πιο χαβαλετζίδικη παρέα που μπορείτε να βρείτε, παίρνετε 2 τόννους ποπ κορν και κάτι βαρέλια μπίρας (ή ό,τι τέλος πάντων επιθυμείτε να καταναλώσετε)... και τα υπόλοιπα είναι καθαρός χαβαλές.
Διότι ο Spiderman είναι ειδεχθής εγκληματίας με στολή παρόμοια με τη γνωστή, που δολοφονεί με φριχτούς τρόπους κυρίως γυναίκες και δεν βγάζει ποτέ τη μάσκα (ακόμα κι όταν χαλαρώνει στο σαλόνι με τη γκόμενά του, η οποία, σημειωτέον, γνωρίζει το πρόσωπό του). Έτσι η αστυνομία καλεί από Αμερική μεριά τον Santos (ο οποίος είναι όντως ο δημοφιλέστερος μεξικάνος σούπερ ήρωας) και τον... Captain America (ναι, ναι, σωστά διαβάσατε) για να πολεμήσουν, με τη βοήθεια τούρκου αστυνομικού, τον Κακό. Οι καλεσμένοι καταφθάνουν με απίστευτα λαμέ (περίπου) κοστούμια, ανοιχτά πουκάμισα και άλλα 70ς αξεσουάρ και με χαρακτηριστικά τουρκικές φάτσες.
Το τι ακολουθεί δεν περιγράφεται αν δεν το δείτε με τα ίδια σας τα μάτια. Ώρες ξύλου όπου γελάει και το παρδαλό κατσίκι (τόσο άτεχνο και ψεύτικο είναι), υπόθεση κυριολεκτικά τρεις λαλούν και δυο χορεύουν, ηθοποιίες που αποτελούν από μόνες τους ολόκληρο προς μελέτη κεφάλαιο, απίστευτα κιτς γκόμενες που σκάνε συνήθως άνευ λόγου φορώντας μίνι, ενέργειες που ουδείς αντιλαμβάνεται γιατί γίνονται, σενάριο που αυθαίρετα κάνει ό,τι θέλει και πολλά πολλά άλλα.
Εννοείτε ότι το fast forward θα δουλέψει αρκετά. Θα αποζημιωθείτε όμως διότι... πώς αλλιώς θα γελούσατε τόσο πολύ - και μάλιστα σε φιλμ που δεν είναι κωμωδία, αλλά υποτίθεται ότι γυρίστηκε ως περιπέτεια; Μερικά τέτοια ακόμα και πάνε κάτω τα φαρμάκια!
ΥΓ: Το dvd ήταν ευγενής προσφορά στους αγοραστές του πρώτου τεύχους του κόμικς περιοδικού Γκραν Γκινιόλ, το οποίο ευχαριστούμε διότι δεν μας έμεινε άντερο.

Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2009

Η GIGI ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΑ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ


Είναι προφανές ότι κάθε παλιά ή/και πετυχημένη στην εποχή της ταινία δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι γίνεται και κλασική, ότι δηλαδή αντέχει στο χρόνο. Η Gigi, ας πούμε, του 1958, ένα από τα γνωστά μιούζικαλ του Vincente Minelli (1903-1986), που είχε μαζέψει κάμποσα Όσκαρ, μου προκάλεσε μάλλον πλήξη παρά οτιδήποτε άλλο.
Η ιστορία διαδραματίζεται στο Παρίσι, που για τους αμερικάνους παλιότερων κυρίως εποχών αντιπροσώπευε το πνεύμα, την ελευθερία και την ελευθεριότητα. Η Gigi είναι μια μάλλον φτωχή έφηβος που μεγαλώνει κυρίως με τη γιαγιά της. Τόσο λοιπόν η γιαγιά όσο και η πιο πλούσια αδελφή της γιαγιάς, πρώην καλλονές αμφότερες, την προορίζουν να γίνει κάτι σαν εταίρα (αν και τέτοιες λέξεις δεν ακούγονται πουθενά σε μια τόσο "καθώς πρέπει" ταινία), συνοδός πλουσίων κυρίων δηλαδή ή, για να το πούμε με το όνομά της, πόρνη πολυτελείας. Το να συνοδεύει μια νεαρή κοπέλα πλούσιους, πολύ μεγαλύτερους κυρίους και να διατηρεί δεσμό μαζί τους (οι "δεσμοί" αυτοί κρατάνε στην καλύτερη περίπτωση 1-2 χρόνια και μετά πάμε στον επόμενο) φαίνεται να είναι κάτι απόλυτο αποδεκτό και θεμιτό απ' όλους. Όμως η νεαρά δυσανασχετεί όχι από τον "προορισμό" της, αλλά από την επιβολή του αυστηρότατου σαβουάρ βιβρ και βαριέται τα πιεστικά μαθήματα της αδελφής της γιαγιάς, ενώ ο ζάμπλουτος οικογενειακός φίλος (αυτός είναι νέος και ωραίος) παύει σιγά - σιγά να τη βλέπει σα φίλη και αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η έφηβη με την παιδική αθωότητα μετατρέπεται μέρα με τη μέρα σε μια όμορφη γυναίκα.
Ο Minelli πλημμυρίζει κυριολεκτικά το φιλμ με χρώματα και κάθε λογής μπιχλιμπίδια -σήμα κατατεθέν σε κάθε σχεδόν ταινία του. Ακόμα και το φτωχό, υποτίθεται, διαμέρισμα της Ζιζί διαθέτει την μπαρόκ αισθητική των Βερσαλιών, ενώ στους δρόμους υπάρχουν περισσότερα πολύχρωμα λουλούδια παρά οτιδήποτε άλλο. Ενώ σε άλλα φιλμ του το βαρυφόρτωμα αυτό λειτουργεί (στο Brigadoon ας πούμε, όπου περιγράφεται ούτως ή άλλως ένα φανταστικό μέρος), εδώ η γνώμη μου είναι ότι βρισκόμαστε πολύ πιο κοντά στο κιτς παρά σε οτιδήποτε άλλο. Αφείστε που το κατά Χόλιγουντ Παρίσι του μεσοπολέμου λειτουργεί σαν μια γιγάντια Espresso, όπου όλα τα πρωτοσέλιδα και όλοι οι κάτοικοι μοιάζουν να ασχολούνται αποκλειστικά με το ποια πήδηξε ή με ποια χώρισε ο τάδε ή η τάδε πλούσιος/α. Είναι σα να βρισκόμαστε σε ένα μικρόκοσμο ζάμπλουτων που ασχολούνται μόνο με γυναίκες και ακριβά εστιατόρια, δίχως να βγαίνουμε ποτέ απ' αυτόν.
Μένει η δροσερή, σπιρτόζα και όμορφη Λέσλι Καρόν και τα συχνά ευχάριστα και έξυπνα τραγούδια των Lerner και Loewe - που μάλλον δεν συνοδεύονται όμως από εξ ίσου εντυπωσιακά χορευτικά νούμερα. Τα στοιχεία αυτά όμως, όπως και το χιούμορ του φιλμ, δεν με έκαναν να ξεπεράσω την βαρεμάρα μου όσο το έβλεπα. Όπως ξέρετε όσοι επισκέπτεστε το μπλογκ, δεν είμαι εναντίον των μιούζικαλ (πρέπει όμως να κάνει τον κόπο να μπει στη λογική του ο σύγχρονος θεατής) κι ας είναι ένα ουσιαστικά νεκρό προ πολλού είδος. Ωστόσο, παρά τη φήμη της, η Gigi είναι ένα μιούζικαλ που δεν μου αρέσει ιδιαίτερα.

Τρίτη, Μαρτίου 24, 2009

"NOBODY": ΤΟΣΟΙ ΜΑΛΛΟΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΝ ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΕΔΩ


Τι ακριβώς είναι το "Nobody" (2007), πρώτη ταινία του Shawn Linden; Ένας συνδυασμός φιλμ νουάρ και φαντασίας (συγκεκριμένα έχουμε να κάνουμε με ένα χρονικό παράδοξο). Ενδιαφέρον ακούγεται. Φοβάμαι όμως ότι όταν το δείτε πιθανότατα θα αλλάξετε γνώμη.
Να πω πρώτα τα καλά (ή μάλλον το καλό) που διαθέτει το φιλμ: Είναι εξαιρετικά ατμοσφαιρικό. Ο σκηνοθέτης ακολουθεί τους οπτικούς κώδικες του νουάρ (αλλά με χρώμα) και δημιουργεί εικόνες γεμάτες σκιές, εξπρεσιονιστικές παραμορφώσεις, παράξενα χρώματα και αλλόκοτους φωτισμούς. Οι ήρωες κινούνται σαν σε όνειρο μέσα σε έναν κόσμο που δεν είναι σαφής ούτε χρονικά ούτε γεωγραφικά. Θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε και οποτεδήποτε από το '40 μέχρι το κοντινό μέλλον. Κι εδώ τελειώνουν τα καλά. Εκτός αν θεωρείτε σαν τέτοιο το ότι ο πρωταγωνιστής, o ηθοποιός Costas Mandylor, είναι ελληνικής καταγωγής, οπότε η χώρα μας θριαμβεύει για μια ακόμα φορά και άλλα σχετικά!
Ο ήρωας για ανεξιχνίαστο (σε μένα τουλάχιστον) λόγο - εμπλέκεται πάντως σ' αυτόν μια μυστηριώδης γριά-κλοσάρ που ρίχνει μια χούφτα κόκκαλα σαν ρούνους ή σαν ζάρια και μάλλον είναι η μοίρα ή κάτι τέτοιο - παγιδεύεται σ' ένα χρονικο παράδοξο, όπου φτάνει να παρακολουθεί με χρονική υστέρηση τον εαυτό του και μετά ξανά κι ύστερα πάλι... και όλα επαναλαμβάνονται πολλές πολλές φορές με τους ίδιους διαλόγους και επεισόδια, αλλά γυρισμένα με άλλη κάθε φορά οπτική γωνία (η εκάστοτε οπτική γωνία του ήρωα, που είναι πάντοτε ο ίδιος, αλλά σε διαφορετική χρονική στιγμή)... και σ' όλα αυτά εμπλέκεται μια μάλλον μπερδεμένη αστυνομική ίντριγγα με ένα πακέτο που δεν ξέρουμε τι περιέχει και γιατί πηγαίνει κι έρχεται... και, για να μη συνεχίζω άλλο, μετά το πρώτο τέταρτο ή κάτι τέτοιο είχα πάψει να προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Και σα να μην έφτανε το ακατανόητο της ιστορίας και οι συνεχείς επαναλήψεις των ίδιων σκηνών, το φιλμ κινείται και σε αργούς ρυθμούς, οπότε η νύστα είναι, φοβάμαι, αναπόφευκτη.
Σε κάποιους, απ' όσο ξέρω, άρεσε κυρίως λόγω της ατμοσφαρικότητάς του. Δεν συγκαταλέγομαι σ' αυτούς. Εγώ απλώς σκέφτηκα: "Κρίμα την ατμόσφαιρα".