Βρισκόμαστε στα τέλη Αυγούστου, εποχή που τα τελευταία χρόνια ξεκινά η καινούρια κινηματογραφική χρονιά. Καιρός λοιπόν για απολογισμούς. Τι μας άρεσε περισσότερο ή ένα προσωπικό Top-10 της χρονιάς 2005-2006.
Πριν όμως τρεις διευκρινήσεις:
1. Ως "σεζόν", όπως είπα, θεωρώ την περίοδο <Τελευταία εβδομάδα Αυγούστου 2005 - Τελευταία εβδομάδα Αυγούστου 2006>. Έτσι οι "Πειρατές της Καραϊβικής" ή ο Kitano για παράδειγμα, που βγήκαν στις 25 του μήνα, θεωρούνται ταινίες της νέας σεζόν, θα αξιολογηθούν δηλαδή του χρόνου.
2. Η σειρά των 10 καλύτερων κατά τη γνώμη μου ταινιών είναι εντελώς τυχαία. ΔΕΝ σημαίνει δηλαδή ότι η πρώτη είναι η καλύτερη, η δεύτερη η επόμενη κλπ. Μου είναι αδύνατο να αξιολογήσω μ' αυτόν τον τρόπο ταινίες ή οτιδήποτε άλλο, να καθορίσω δηλαδή ότι η τάδε είναι 7η ενώ η δείνα 8η. Απλώς αναφέρω τις 10 που μου άρεσαν περισσότερο αλφαβητικά και χωρίς αξιολογική σειρά.
3. Δεν περιλαμβάνονται οι παλιές ταινίες που ξαναβγήκαν σε πρώτη προβολή (Τατί, Κουροσάβα κλπ.)
ΟΙ ΔΕΚΑ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ :
- ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ του Per Fly
- Ο ΕΠΙΜΟΝΟΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ του Fernando Meirelles
- A CASE OF VIOLENCE του David Kronenberg
- ΚΡΥΜΕΝΟΣ του Michael Haneke
- MATCH POINT του Woody Allen
- ΝΕΚΡΗ ΝΥΦΗ του Tim Burton
- ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ (3-IRON) του Kim Ki-duk
- Η ΠΙΟ ΛΥΠΗΤΕΡΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ του Guy Maddin
- ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΑΦΕΣ ΤΟΥ ΜΕΛΚΙΑΔΕΣ ΕΣΤΡΑΝΤΑ του Tommy Lee Jones
- TIDELAND του Terry Gilliam
ΤΟ ΑΜΕΣΩΣ ΕΠΟΜΕΝΟ ΓΚΡΟΥΠ ΠΟΥ ΞΕΧΩΡΙΣΕ (ΠΑΝΤΑ ΧΩΡΙΣ ΑΞΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΕΙΡΑ):
- TORREMOLINOS 73 του Pablo Berger
- Η ΓΗ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ ΝΕΚΡΩΝ του George Romero
- HOWL'S MOVING CASTLE του Hayao Miyazaki
- CRASH του Paul Haggis
- Ο ΤΣΑΡΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΣΟΚΟΛΑΤΑΣ του Tim Burton
- WOODSMAN του Nicole Kassell
- ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ του George Clooney
- BROKEBACK MOUNTAIN του Ang Li
- ΚΑΠΟΤΕ του Bennett Miller
- V FOR VENDETTA του James McTeigue
- MANDARLEY του Lars von Trier
- Ο ΥΠΟΚΙΝΗΤΗΣ (INSIDE MAN) του Spike Lee
ΚΑΛΥΤΕΡΟ BLOCKBUSTER ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ (εκτός του ΤΣΑΡΛΙ...): KING KONG του Peter Jackson
Άντε, και του χρόνου (και οι διαφωνίες, αντιρρήσεις, λιποθυμίες και ό,τι άλλο, ελεύθερες!)
Τρίτη, Αυγούστου 29, 2006
ΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ, ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ, ΔΑΚΡΥΑ ΚΑΙ ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Για να σας προλάβω, δεν είμαι γενικά φαν των "ταινιών εποχής" (εξαιρέσεις, και μάλιστα λαμπρές, εννοείται ότι υπάρχουν). Αυτή εδώ η "Περηφάνεια και Προκατάληψη" του πρωτοεμφανιζόμενου πρώην τηλεοπτικού Joe Wright, σίγουρα έχει αρετές, που θα αναφέρουμε πιο κάτω, ωστόσο δεν νομίζω ότι συγκαταλέγεται στις λαμπρές εξαιρέσεις που λέγαμε πριν. Με κίνδυνο να χαρακτηριστώ "ρατσιστής" θα την αποκαλούσα κατ' εξοχήν "κοριτσίστικη" ταινία: Βασισμένη στο γνωστό μυθιστόρημα της Jane Austin, μιλά για τους γάμους ή τις απόπειρες γάμου πέντε (βοήθειά μας) νεαρών αδελφών κοριτσιών. Μία μία λοιπόν βρίσκουν το ταίρι τους, άλλες από έρωτα άλλες από συνεικέσια, ενώ ένας σκοτεινός, ανομολόγητος και βαθύς έρωτας είναι το φόντο για όλα όσα συμβαίνουν στο φιλμ. Τελικά... άντε, ας μη σας αποκαλύψω το τέλος.
Πλήξατε ήδη; Κι εγώ μ' όλα αυτά που έγραψα. Ίσως κάποιο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έκθεση των απάνθρωπων μερικές φορές (με τα σημερινά κριτήρια) ηθών γάμου της βαθειά συντηρητικής βρετανικής κοινωνίας του 19ου αιώνα (γάμοι από στυγνό συμφέρον, "λογοδοσίες" παιδιών σχεδόν από τότε που γεννιούνται κλπ.). Ωστόσο, όσο ασφυκτική κι αν είναι αυτή η κοινωνία, η ταινία κλίνει σαφώς προς τον ρομαντισμό, τον θρίαμβο των αισθημάτων πάνω στους ψυχρούς υπολογισμούς.
Οι αρετές που λέγαμε; Ο Joe Wright είναι ένας πολύ καλός σκηνοθέτης, που χρησιμοποιεί εξαιρετικά την κίνηση της μηχανής, έχει ιδέες για το πώς θα δείξει με πρωτότυπο τρόπο κοινότοπα πράγματα και γενικά κατορθώνει να κάνει την ταινία αρκετά ευχάριστη. Είναι και η εξαιρετική φωτογραφία και η στάνταρ ποιότητα των βρετανικών παραγωγών με την πλειάδα των πολύ καλών ηθοποιών (Κίρα Νάιτλι, Τζούντι Ντεντς, Ντόναλντ Σάντερλαντ, Μπρέντα Μπλέθιν κ.ά.), οπότε τα πράγματα βελτιώνονται πολύ.
Συνίσταται μόνο σε βαθειά ρομαντικούς, που πιστεύουν στον απόλυτό έρωτα, ή σε όσους θα εκτιμήσουν τις καθαρά κινηματογραφικές αρετές της ταινίας.
Κυριακή, Αυγούστου 27, 2006
BANDIDAS ΓΙΑ ΚΛΑΜΑΤΑ

Αν το ντεμπούτο των πρωτοεμφανιζόμενων Joachim Roenning και Espen Sandberg είναι μια ταινία όπως οι Λησταρχίνες (Bandidas), είναι φυσικό να μην ενδιαφέρομαι σχεδόν καθόλου για τη συνέχεια του έργου τους. Βέβαια πίσω τους κρύβεται ο Luc Besson, ο οποίος μπορεί να έχει γυρίσει μερικές ενδιαφέρουσες ή / και διασκεδαστικές ταινίες, πλην όμως ως παραγωγός πάει από το κακό στο χειρότερο...
Γουέστερν με χιούμορ θα ήθελαν να είναι λοιπόν αυτές οι κάτι-σαν-Ζορό "Λησταρχίνες", καθαρό fun ίσως, πλην όμως ούτε το κομμάτι "περιπέτεια", ούτε αυτό της κωμωδίας κατόρθωσαν να μου προκαλέσουν το παραμικρό ενδιαφέρον. Κοινότοπες καταστάσεις, κλισέ επί κλισέ, κρυόκωλο χιούμορ, πατεράδες που πεθαίνουν δίχως να συγκινήσουν κανέναν, Μεξικό που το έχετε δει άπειρες φορές σε άπειρα γουέστερν, κάκιστες σκηνές δράσης (ξύλου για την ακρίβεια) και κακές ηθοποιίες από τις δύο - υποτίθεται - σούπερ σταρς Σάλμα Χάγιεκ και Πενέλοπε Κρουζ, που αμφότερες έχουν να επιδείξουν μερικές χιλιάδες φορές πιο ενδιαφέροντες ρόλους.
Αν κάποιες νύχτες του χειμώνα είναι πολύ βαρετές... θυμηθείτε ότι στα βιντεοκλαμπ σας υπάρχουν πολύ πιο συμπαθείς ταινίες καθαρού fun.
ΥΓ: Τι δουλειά είχε ο Σαμ Σέπαρντ σε μια τέτοια ταινία;;;;
Κυριακή, Αυγούστου 06, 2006
ΔΙΑΚΟΠΕΣ
7 ΜΕΓΑΛΑ ΟΝΟΜΑΤΑ... 10 ΛΕΠΤΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

Τελικά είναι μόδα οι σπονδυλωτές ταινίες, που υπογράφουν μεγάλα ονόματα σκηνοθετών. Στο "10 λεπτά αργότερα - Η τρομπέτα" 7 από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες έχουν 10 λεπτά ο καθένας στη διάθεσή του για να πει μια ιστορία που έχει σχέση με το χρόνο (πολλοί μάλιστα φροντίζουν στα φιλμάκια τους να αναφέρονται σε χρόνο 10΄ ακριβώς). Ναι, τα ονόματα είναι πολύ μεγάλα. Aki Kaurismaki, Victor Erice, Werner Hertzog, Wim Wenders, Jim Jarmusch, Spike Lee, Chen Kaige. Το αποτέλεσμα όμως συνολικά δεν νομίζω ότι φτάνει την αξία καθενός απ' αυτούς ξεχωριστά - και ιδιάιτερα στις καλές στιγμές τους.
Ο Καουρισμάκι με το γνώριμο, μινιμαλιστικό του χιούμορ, την ηθελημένα αποστασιοποιημένη σκηνοθεσία και την "κουφή" ιστορία, εξαίρετος ως κινηματογραφική γλώσσα ο ασπρόμαυρος Έριθε, πολύ ενδιαφέρον το ντοκιμαντέρ του Χέρτσογκ για την τελευταία άγνωστη φυλή του κόσμου, που ανακαλύφτηκε στον Αμαζόνιο το 1981 και για τις τραγικές επιπτώσεις του πολιτισμού πάνω της, συμπαθητικός "ψυχεδελικός" Βέντερς, με την δηλωμένη αγάπη του για - το έρημο κυρίως - αμερικάνικο τοπίο και το ροκ, συγκινητικός και ποιητικός ο Κάιγκε, ενώ οι Σπάικ Λι και Τζάρμους μάλλον με απογοήτευσαν.
Σίγουρα το θέμα είναι αρκετά φλου, σαν το χρόνο που ρέει, και το σύνολο μοιάζει ασύνδετο και ενίοτε άσχετο. Υπάρχουν ανισότητες - φυσικό είναι - και μέτριες στιγμές και τελικά διδασκόμαστε ότι 7 μεγάλα ονόματα δεν κάνουν ντε και καλά μια μεγάλη ταινία. Θεωρώ το συνολικό αποτέλεσμα χλιαρό.
Πέμπτη, Αυγούστου 03, 2006
UGETSU MONOGATARI: ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Το Ugetsu Monogatari του Kenji Mizogutsi (1898-1956), γυρισμένο το 1953, θεωρείται μια από τις καλύτερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Είναι ο ορισμός αυτού που λέμε "κλασσικό". Σήμερα, πάνω από 50 χρόνια μετά, η ομορφιά και η ποίηση παραμένουν ακέραιες και η εικαστικότητα της ασπρόμαυρης φωτογραφίας εξακολουθεί να συγκινεί τον σύγχρονο θεατή αφού - το έχουμε ξαναπεί - κάποιες αξίες δείχνουν να είναι αιώνιες (είπα "δείχνουν", δηλαδή μέχρι στιγμής. Ποιος ξέρει τι θα νομίζουν οι άνθρωποι 500, ας πούμε, χρόνια μετά...)
Βασισμένη σε παράξενες ιστορίες της μεσαιωνικής Ιαπωνίας, γεμάτες πόλεμο, ηρωισμό (ή μάλλον θαυμασμό προς τον ηρωισμό, αφού ο ίδιος δεν φαίνεται πουθενά στην ταινία) και φαντάσματα, αφηγείται τις παράλληλες ιστορίες δύο φίλων από ένα μικρό χωριό, που η απληστία και η μεγαλομανία τους οδηγούν σε μικρότερες ή μεγαλύτερες τραγωδίες. Όταν θα καταλάβουν την αξία της επιστροφής στην "Ιθάκη" τους και η νοσταλγία για το απλό και καθημερινό που ανόητα άφησαν πίσω τους γίνει αφόρητη, θα είναι πια αργά: Διάφορα κακά θα έχουν ήδη συμβεί.
Αυτό όμως που κυρίως μένει στη μνήμη του θεατή είναι η ομορφιά των εικόνων. Το ταξίδι με τη βάρκα στην γεμάτη ομίχλη λίμνη, το τραγούδι της γυναίκας - φάντασμα, οι "στοιχειωμένες" ερωτικές σκηνές, η επιστροφή του "άσωτου" στο χωριό, όπου όλα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται (ή μάλλον όπως θα ήθελε να είναι)...
Παράλληλα με διάφορα άλλα νοήματα, που μαζί με την πανταχού παρούσα ομορφιά που προαναφέραμε διαποτίζουν την ταινία, ιδιαίτερο ενδιαφέρον νομίζω ότι παρουσιάζει το έντονο αντιπολεμικό της κλίμα. Ο πόλεμος - που είναι σχεδόν άγνωστο και αδιάφορο ανάμεσα σε ποιούς γίνεται - είναι απλά και μόνο πηγή μύριων δεινών. Τίποτα άλλο. Οι στρατιώτες - άγνωστο σε ποια παράταξη ανήκουν - δείχνονται μονάχα σαν πεινασμένα κτήνη που λεηλατούν και βιάζουν. Δεν υπάρχει ίχνος έπους, ηρωισμού ή έστω θαυμασμού προς τον ηρωισμό. Αντίθετα μάλιστα, ο ανόητος και τυφλός θαυμασμός προς τους υποτιθέμενους ήρωες είναι που οδηγεί τον έναν από τους δύο φίλους στην δική του τραγωδία. Σημειωτέον ότι και οι δύο φίλοι νομίζουν σε κάποιες φάσεις ότι έχουν βρει τον παράδεισο, ότι η τόλμη (ή η απερισκεψία τους, αν θέλετε) έχουν ανταμειφθεί. Πλην όμως, το είπαμε ξανά, τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται...
Η δυσκολία του απροετοίμαστου θεατή μπροστά στην "ιαπωνικότητα" της ταινίας υφίσταται, όπως ακριβώς είχα γράψει και για το "Ρασομόν". Πλην όμως, νομίζω ότι η επαφή με κουλτούρες ολότελα διαφορετικές από τη δική μας, μόνο καλό μπορεί να κάνει, ακόμα κι αν δεν τις κατανοούμε πλήρως, όπως είναι φυσικό. Μη φοβάστε το ξένο. Είναι τόσο δροσιστικό...
Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2006
Ο ΓΛΥΚΥΤΕΡΟΣ ΘΕΙΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΠΟΤΕ

Πρώτα απ' όλα πρέπει κανείς να είναι "μυημένος" στην πολύ προσωπική άποψη του Jacques Tati (1907-1982) για το χιούμορ. Κάποιος που την αγνοεί, πιθανόν να νοιώσει αμηχανία μπροστά στο ιδιόρυθμο στυλ του. Ο Τατί δεν έκανε ποτέ αυτό που λέμε "ξεκαρδιστική" κωμωδία. Δεν θα κλάψετε από τα γέλια, όπως με τους αδελφούς Μαρξ (αν πιάνετε τις καταιγιστικές ατάκες και τα λογοπαίγνιά τους) ή με το "Πάρτι" του Έντουαρντς και τις απίστευτες γκάφες του Πίτερ Σέλερς. Ο Τατί είναι ένας μινιμαλιστής της κωμωδίας. Το χιούμορ του είναι διακριτικό, καθόλου κραυγαλέο, "ύπουλο". Ο αμίμητος τύπος που δημιούργησε (όπως ο Τσάπλιν τον Σαρλώ) είναι ο κύριος Υλό, ήρωας σε όλες τις ταινίες του, που είναι 5 όλες κι όλες (συν μερικές μικρού μήκους).
"Ο θείος μου" του 1958 είναι μια από τις καλύτερες. Μέσα από την φοβερή αντίθεση του ατσούμπαλου, ανεπρόκοπου, πλην όμως γλυκύτατου θείου του πιτσιρικά και της "μοντέρνας", πλούσιας, κρυόκωλης και απολύτως καθώς πρέπει οικογένειάς του (περιτό να πούμε ότι ο πιτσιρικάς προτιμά σαφώς τον θείο), ο Τατί για μια ακόμα φορά σατιρίζει ανελέητα ό,τι ακριβώς σατιρίζει σε όλες του τις ταινίες: Την σύγχρονη, μοντέρνα κοινωνία, που παρά τις υλικές ανέσεις και την πληθώρα των γκάτζετ μέσα στα οποία ζει, μοιάζει να έχει χάσει την ψυχή της ή να έχει ξεχάσει τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκαν όλα αυτά. Κοινώς, σύμφωνα με τον Τατί (που κατά βάθος είναι ένας αθεράπευτα ρομαντικός) ο σύγχρονος άνθρωπος δεν υπηρετείται αλλά υπηρετεί κοπιωδώς την "πρόοδο".
Όλα αυτά δείχνονται με πλήθος από "αργά", βραδυφλεγή κωμικά γκαγκς, με ελάχιστο - έως και καθόλου - λόγο, με νωχελική σκηνοθεσία, που βγάζει γέλιο όχι μόνο (ή μάλλον όχι κυρίως) από αυτό που συμβαίνει, αλλά από αυτό που περιμένεις να συμβεί. Οι ατελείωτες, καθημερινές και απείρου γελοιότητας φάσεις στο υπερμοντέρνο, γεμάτο αυτοματισμούς σπίτι της ρομποτοποιημένης και ψυχρής οικογένειας είναι όλα τα λεφτά και, όπως είπαμε, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το "χειροποίητο", ζεστό, ευφάνταστο, αστείο και σαν καρικατούρα σπίτι του άνεργου και καλόκαρδου θείου, του κ. Υλό, του Τατί δηλαδή, που, φυσικά, πρωταγωνιστεί όπως πάντα στις ταινίες του. Όσοι έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του Τατί ας προσέξουν ένα ακόμα κοινό χαρακτηριστικό των ταινιών του: Αυτά που συμβαίνουν στο "βάθος πεδίου", όχι δηλαδή στο πρώτο πλάνο αλλά στο φόντο της εικόνας. Το οπτικό χιούμορ του Τατί διαδραματίζεται σε όλα τα επίπεδα.
Ίσως αντιληφθήκατε πως ό,τι ακριβώς είπαμε για τον "Θείο μου" ισχύει και για το υπόλοιπο έργο του δημιουργού. Πρόκειται για έναν από τους λίγους καλλιτέχνες που δημιούργησε ένα καθαρά δικό του, προσωπικό και άμεσα αναγνωρίσιμο σύμπαν. Όλες του οι ταινίες μοιάζουν, αυτό όμως δεν μειώνει στο παραμικρό την απόλαυση της θέασής τους.
Ξαναλέω ότι ίσως το "αργόσυρτο" χιούμορ ξενίσει τους πρωτάρηδες. Αν το συνηθίσει όμως κανείς, αργά ή γρήγορα θα αγαπήσει βαθειά το μικρό σε όγκο και μεγάλο σε ποιότητα έργο του, θα γίνει "φαν". Όπως καταλάβατε, ανήκω σ΄αυτούς.
Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2006
ΠΟΣΟ ΤΥΧΕΡΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΛΕΒΙΝ;

Το "Στοίχημα του Σλέβιν" του Paul McGuigan πριν από οτιδήποτε άλλο θυμίζει τρομερά Γκάι Ρίτσι και, φυσικά, τον πατέρα όλων αυτών Ταραντίνο. Τα χαρακτηριστικά του αποτελούν: εξαιρετικά γρήγορη σκηνοθεσία, εντελώς απίθανη πλοκή, χιούμορ και έξυπνες ατάκες, overdose βίας και παντελής απουσία "αληθινών" χαρακτήρων. Όλοι τους σχεδόν αγγίζουν σχεδόν την καρικατούρα. ΟΚ, αυτό είναι σαφώς ηθελημένο. Είναι μέσα στο "παιχνίδι" και το στιλ της ταινίας.
Στο πρώτο μισό το φιλμ κυλούσε ευχάριστα. Είναι αυτό που λέμε "ό,τι πρέπει για θερινό". Μετά όμως, ο καταιγισμός των ανατροπών, η κάθε μια από τις οποίες αποκάλυπτε όλο και περισσότερο το αναληθοφανές της πλοκής, ομολογώ ότι με κούρασε κάπως. Τελικά κατέληξα να το κατατάξω στην κατηγορία των "απλώς συμπαθητικών". Και να προβληματιστώ για το πόσο ακόμα θα γίνονται τέτοιες ταραντινώδεις ταινίες, που, ενώ τις βλέπεις σχετικά ευχάριστα, τις ξεχνάς αμέσως μετά. Ας μη γκρινιάζω όμως. Ίσως το ζητούμενο να είναι ακριβώς αυτό...
ΥΓ: Καλά όλα, αλλά ολόκληρη η ερωτική ιστορία, που παίζει κεντρικό ρόλο στην πλοκή, βασίζεται σε μια τερατώδη σύμπτωση: Σε ολόκληρη τη Νέα Υόρκη (11 εκατομύρια, μαθαίναμε στο Γυμνάσιο. Από τότε θα αυξήθηκαν φαντάζομαι) ο φίλος του Σλέβιν ΕΤΥΧΕ να μένει πόρτα - πόρτα με μια κοπέλα (τη Λούσι Λιου) που επίσης σχετίζεται άμεσα με την όλη υπόθεση!!!
Τετάρτη, Ιουλίου 19, 2006
ΕΚΕΙΝΟΙ "ΦΙΛΟΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ". ΕΜΕΙΣ, ΤΙ ΦΤΑΙΜΕ;

Για το "Φίλοι για πάντα" (Bronzes 3) του Patrice Leconte δεν έχω τίποτα θετικό να πω. Πρόκειται για μια απίστευτα χοντροκομένη φαρσοκωμωδία, που θυμίζει αντίστοιχες του παλιού ελληνικού σινεμά, πλην όμως αρκετά χειρότερη, αφού λείπουν οι σπιρτόζικες ατάκες που χαρακτήριζαν τις τελευταίες. Τρίτη συνέχεια της πρώτης μεγάλης επιτυχίας του Λεκόντ "Les Bronzes" πίσω στα 1978, σάρωσε τα ταμεία στη Γαλλία και έγινε η επιτυχία της χρονιάς εκεί, πράγμα που το μόνο που αποδεικνύει είναι ότι (και) οι Γάλλοι - ή τουλάχιστον μεγάλο μέρος τους - διαθέτουν κακό γούστο.
Οι γερασμένοι πλέον ήρωες της πρώτης ταινίας λοιπόν, 28 χρόνια μετά, στα 50φεύγα τους, πάνε διακοπές, αλλάζουν (ή προσπαθούν να αλλάξουν) ερωτικούς παρτενέρ, κάνουν πλήθος από γκάφες, κάνουν επίσης εξαιρετική επίδειξη κιτς (καμία σχέση με Almodovar, μην πάει εκεί το μυαλό σας) και, αντί γέλιου, προκαλούν μάλλον αισθήματα θλίψης για την εσωτερική και εξωτερική κατάντια τους.
Το πιό απίστευτο στο φιλμ δεν είναι οι τόννοι κακογουστιάς που προαναφέραμε (και οι οποίες ούτε χαμόγελο δεν κατάφεραν να μου αποσπάσουν), αλλά το ότι έχει γυριστεί από τον Πατρίς Λεκόντ - αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που την είδα - ο οποίος παλιότερα μας έχει δώσει εξαιρετικά τρυφερές και λεπτές (σχεδόν πάντοτε όμως με πολύ χιούμορ) ταινίες, από τον "Εραστή της Κομώτριας", το "Tango" και τους ξεκαρδιστικούς "Αρχιδούκες", μέχρι τον σχετικά πρόσφατο "Άνθρωπο του τρένου". O Tempora o Mores!
Κυριακή, Ιουλίου 16, 2006
ΣΕΞ, ΞΗΡΑΣΙΑ ΚΑΙ...ΚΑΡΠΟΥΖΙΑ ΣΤΑ ΤΑΪΒΑΝΕΖΙΚΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ

Τα "Ταξιδιάρικα Σύννεφα" του Μαλαίσιου Ming-liang Tsai (που ζει και δουλεύει στην Ταϊβάν) είναι μια πειραματική ταινία. Τουτέστιν, μην περιμένετε κλασική αφήγηση μιας ιστορίας ή λογικό ειρμό. Οι παράδοξες, αναίτιες πιθανόν, συμπεριφορές των ηρώων, ο τρόπος κινηματογράφησης, οι αργοί ρυθμοί και οι νεκροί χρόνοι, όλα παραπέμπουν στο πειραματικό σινεμά. Κυρίως όμως σ' αυτό παραπέμπει ο απίστευτος σουρεαλισμός της ταινίας και η παρανοϊκή μείξη κινηματογραφικών ειδών. Είναι μάλλον η μοναδική φορά που οι αργοί ρυθμοί και τα ακίνητα πλάνα που προαναφέραμε - δείγμα γραφής ενός ορισμένου στιλ καλλιτεχνικού σινεμά - συνυπάρχουν με τον ακραίο ερωτισμό, που αγγίζει την πορνογραφία, το κιτς μιούζικαλ και μια σκηνοθετική εμμονή με τα... καρπούζια!
Σε μια Ταϊπέι που υποφέρει από αφόρητο καύσωνα και λειψυδρία, μια μοναχική κοπέλα συναντιέται με έναν ηθοποιό ταινιών πορνό. Η ερωτική τους σχέση - με τη θερμοκρασία να ανεβαίνει ανεξέλεγκτα - κάθε άλλο παρά "φυσιολογική" είναι. Η (όποια) αφήγηση διακόπτεται κάθε λίγο από απίστευτα, μεγαλοπρεπή και ηθελημένα κιτς μουσικοχορευτικά νούμερα, σαν βιντεοκλίπ - υπερπαραγωγές κινέζικων παθιάρικων ερωτικών τραγουδιών, με όντως διασκεδαστικότατα αποτελέσματα. Κι όλα αυτά, κάτω από μία... καρπουζοκεντρική οπτική. Το πανταχού παρόν αυτό φρούτο θα σας προσφέρει απίθανους ερωτικούς συνειρμούς και θα σας ανοίξει τα μάτια για ερωτικές του χρήσεις που δεν είχατε φανταστεί...
Ναι, υπάρχει ένα ιδιόρυθμο χιούμορ, υπάρχει και σεξ και ίσως και μια προβληματική στο θέμα της πορνογραφίας. Πλην όμως οι εξαιρετικά αργοί ρυθμοί και η έλλειψη στόχου - όλοι θα αναρωτηθούν "πού το πάει ο σκηνοθέτης" - με κούρασαν αφάνταστα. Τελικά η ταινία βλέπεται πολύ δύσκολα και δεν νομίζω ότι έχει κάτι να πει πέραν των ακραίων σκηνοθετικών - και όχι μόνο - παιχνιδιών της. Μόνο για όσους κυνηγούν την απόλυτη κινηματογραφική παραδοξότητα (ρισκάροντας πιθανόν το σπάσιμο των νεύρων τους)...
ΥΓ: Θα ήμουν πανευτυχής αν είχα σε DVD τα πέντε (αν θυμάμαι καλά) φοβερά μουσικοχορευτικά νούμερα που - άνευ προφανούς λόγου - διακόπτουν την ταινία. Είναι εκπληκτικά!
Σάββατο, Ιουλίου 15, 2006
ΡΑΣΟΜΟΝ Ή ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Το "Ρασομόν", γυρισμένο το μακρινό 1950, είναι μια από τις γνωστότερες ταινίες του Akira Kurosawa (1910-1998). Ασπρόμαυρη, παλιά, κι όμως βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον, καταφέρνοντας να ερεθίσει την σκέψη και του σύγχρονου θεατή.
Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλές σημερινές ταινίες με τόσο παράδοξο και ενδιαφέρον από φιλοσοφική άποψη θέμα: Μια ιστορία φόνου και βιασμού, που διαδραματίζεται στον γιαπωνέζικο μεσαίωνα, λέγεται με τέσσερεις διαφορετικούς τρόπους, από τη σκοπιά του εκάστοτε αφηγητή (οι οποίοι είναι ένας αυτόπτης μάρτυρας και οι τρεις πρωταγωνιστές του δράματος, ακόμα και ο νεκρός!) Το ενδιαφέρον είναι ότι οι αφηγητές δεν λένε ψέματα για να γλυτώσουν το τομάρι τους. Αντίθετα, ο καθένας ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι ο δολοφόνος! Οπότε; Οι σκέψεις μας οδηγούνται σε μονοπάτια που αφορούν την ανθρώπινη υποκειμενικότητα, τα παιχνίδια της μνήμης, το φιλτράρισμα (ηθελημένο ή μη) των γεγονότων από τον χαρακτήρα, τις επιθυμίες ή την κοσμοθεωρία αυτών που τα έζησαν. Πιθανόν η τελευταία εκδοχή, αυτή του αυτόπτη μάρτυρα, να είναι η "αληθινή". Τελικά όμως ούτε αυτό έχει και πολλή σημασία. Θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί κι αυτή μια υποκειμενική ματιά, όπως οι υπόλοιπες. Δεν είναι λοιπόν η όποια "αλήθεια" που ενδιαφέρει, αλλά το πώς αυτή μετατρέπεται, φιλτράρεται, παραμορφώνεται, αλλάζει, από την υποκειμενικότητα και των χαρακτήρα των ανθρώπων.
Μέσα σ' αυτό το βίαιο τοπίο, με φόντο πάντα το φριχτό συμβάν, οι άνθρωποι που ακούν τις εκδοχές της ιστορίας, δείχνουν να απογοητεύονται από τον κόσμο και την ανθρώπινη κατάσταση, αν και στο τέλος ο Kurosawa αφήνει μια μικρή χαραμάδα ελπίδας και αισιοδοξίας (όχι βέβαια όσον αφορά τα γεγονότα του βιασμού και του φόνου, αυτά έχουν συμβεί αμετάκλητα, έστω και με άγνωστο, τελικά, τρόπο).
Ίσως η ταινία να βλέπεται δύσκολα από όσους έχουν συνηθίσει στον κλασσικό (αμερικάνικο κυρίως) τρόπο γραφής και αφήγησης, όχι τόσο λόγω της παλαιότητάς της, όσο κυρίως λόγω της "ιαπωνικότητάς" της. Οι ηθοποιοί "φωνάζουν", κάνουν υπερβολικές χειρονομίες και γκριμάτσες (κυρίως ο μόνιμος πρωταγωνιστής του Κουρασάβα Τοσίρο Μιφούνε), συμπεριφέρονται παράξενα για τα δικά μας δεδομένα. Ίσως αυτό έχει να κάνει με τους αρχαίους κώδικες και τρόπους του γιαπωνέζικου θεάτρου, που στους δυτικούς θεατές είναι ουσιαστικά άγνωστοι (η αρχή μάλιστα μάλιστα της κάθε ιστορίας είναι θεατρικά κινηματογραφημένη, καθώς ο αφηγητής μοιάζει να απευθύνεται στο θεατή, παρά το ότι μιλά στους ανακριτές του, οι οποίοι δεν δείχνονται ποτέ). Πάντως αυτές - και οι όποιες άλλες - "δυσκολίες", δεν μπορούν να κάνουν την ταινία λιγότερο κλασσική.
Σάββατο, Ιουλίου 08, 2006
ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Υπάρχουν ταινίες που βασικός στόχος τους είναι η "εξερεύνηση" του περιθωρίου, ανθρώπων δηλαδή που ζουν στα έσχατα άκρα της κοινωνίας - σχεδόν εκτός αυτής, θα λέγαμε. Οι "Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας" του Marco Ferreri (1928-1997), που ο σημαντικός αυτός Ιταλός γύρισε το 1981, είναι σίγουρα μια από τις πιο χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις. Εδώ ο Ferreri συναντά έναν από τους διασημότερους "καταραμένους" και περιθωριακούς, τον Τσαρλς Μπουκόφσκι, μεταφέροντας στην οθόνη ιστορίες από το ομώνυμο αυτοβιογραφικό του βιβλίο.
Κοινός άξονας των ηρώων είναι η τάση για αυτοκαταστροφή. Ο πρωταγωνιστής - αντίγραφο του Μπουκόφσκι είναι ταλαντούχος συγγραφέας, πλην όμως αλκοολικός, απόλυτα παρατημένος, παρακμιακός, έρμαιο των παρορμήσεων - ερωτικών και όχι μόνο - της στιγμής. Η δόξα, η καταξίωση και το χρήμα καθόλου δεν τον συγκινούν και προτιμά να κάνει παρέα με κάθε λογής περιθωριακούς (τους οποίους ουσιαστικά θαυμάζει), παρά με "καθώς πρέπει" ανθρώπους - και να πηδά όποια γυναίκα βρίσκει μπροστά του και μπορεί, χωρίς καμιά διάκριση ηλικιακή ή εμφανισιακή. Η πόρνη που ερωτεύεται (υπέροχη η Ορνέλα Μούτι) είναι κι αυτή απόλυτα αφημένη και με έντονες τάσεις αυτοκτονίας. Γύρω από το κάθε άλλο παρά συνηθισμένο αυτό ζευγάρι, κινείται μια τερατώδης πινακοθήκη απίστευτων τύπων, με κοινό γνώρισμα την απόλυτη απόκλιση από αυτό που θα λέγαμε "κανονικό".
Τα κωμικά, διασκεδαστικά επεισόδια εναλλάσονται με τα τραγικά, συγκλονιστικά ενίοτε, που συνηθίζονται σε τέτοιους χώρους. Βλέπετε, στο περιθώριο, η εναλλαγή τραγωδίας και κωμωδίας είναι πολύ πιο έντονη και ακραία απ' όσο στη ζωή που οι περισότεροι από εμάς ζούμε. Ενδιαφέρων είναι και ο τρόπος που ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί το Χόλιγουντ, όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ: Παρακμιακό, άσχημο, γυμνό, δίχως την παραμικρή λάμψη. Υπάρχουν κι εκεί, βλέπετε, φτωχογειτονιές, εκτός από τις βίλες των αστέρων, που, στο κάτω - κάτω, βρίσκονται σε απομακρυσμένα προάστια...
Παρά τα τόσα χρόνια που τη βαραίνουν, η ταινία βλέπεται άνετα σήμερα - αν εξαιρέσει κανείς το ντύσιμο, που προδίδει από μακριά την εποχή που γυρίστηκε - και είναι αρκετά πιο ακραία, στο ερωτικό μέρος τουλάχιστον, από το μεταγενέστερό της "Barfly", που εμπνέεται από ο ίδιο βιβλίο.
Δείτε την ταινία, αλλά να είστε προετοιμασμένοι για μια ολοκληρωτική βουτιά στον πάτο της κοινωνίας μας.
Παρασκευή, Ιουλίου 07, 2006
KIN-DZA-DZA: ΣΟΒΙΕΤΙΚΟ, ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ


Χάρη σ' έναν blogger και φίλο, ένα αληθινό φιλμικό αξιοπερίεργο έπεσε πρόσφατα στα χέρια μου. Πρόκειται για το σοβιετικό φιλμ του (Γεωργιανού) Georgi Daneliya "Kin-Dza-Dza", γυρισμένο το 1986. Νομίζατε ότι δεν υπήρχε επιστημονική φαντασία στο σοβιετικό σινεμά; Γελιέστε! Όχι μόνο υπήρχε, αλλά και γνώρισε και καλές στιγμές, όπως αυτή εδώ.
Το πρώτο που έρχεται στο μυαλό βλέποντας την πάνω από 2 ώρες αυτή ταινία, είναι ένα low budget "Γυρίστε τον Γαλαξία με ωτοστόπ". Πράγματι, το Kin-Dza-Dza διαθέτει πολύ χιούμορ - και επίσης έντονα στοιχεία κοινωνικής σάτιρας: Δύο σοβιετικοί πολίτες τηλεμεταφέρονται κατά λάθος στον ομώνυμο πλανήτη, όπου όλα είναι έρημος, οι κάτοικοι διαθέτουν μια παράδοξα προχωρημένη τεχνολογία, που, ωστόσο, εξωτερικά θυμίζει μάλλον μεσαίωνα, και το στοιχείο που κυριαρχεί (εκτός της πανταχού παρούσας διάθεσης για απάτη) είναι η αυστηρότατη κοινωνική ιεραρχία. Η γλώσσα του πλανήτη αποτελείται από 5-6 λέξεις, που σχετίζονται με κάποια τεχνογκάτζετ και, φυσικά, με το χρήμα. Όλες οι υπόλοιπες λέξεις είναι ΚΟΥ, που προφέρεται με άπειρους τρόπους και συνοδεύεται από πολύπλοκες υποκλίσεις. Στο δεύτερο μέρος, στην προσπάθειά τους να επιστρέψουν στη γη, οι δύο άτυχοι πρωταγωνιστές θα περάσουν και από άλλους πλανήτες, με τις δικές τους πάντοτε ιδιαιτερότητες...
Η κοινωνική κριτική σε θέματα όπως η ιεραρχία και οι τάξεις, η λατρεία του χρήματος, το ανήθικο του εμπορίου κλπ. είναι σαφείς, χωρίς ωστόσο η ταινία να γίνεται διδακτική. Οι αστείες καταστάσεις και οι απίστευτες φάτσες διαδέχονται η μία την άλλη, διαβρώνοντας έτσι την όποια σοβαροφάνεια της καταγγελίας. Εντύπωση προκαλεί η έξυπνη χρήση της εξωγήινης τεχνολογίας. Όλες οι κατασκευές και τα αντικείμενα είναι εξαιρετικά ευτελή. Σχεδόν εγκατελειμένες παράγκες, κομάτια σπάγκου, ξύλινες, πρόχειρες κατασκευές, βαρέλια, σκουριασμένα μέταλλα, τα πάντα χρησιμεύουν για πολύ προχωρημένες χρήσεις (ταξίδια στο διάστημα, τηλεμεταφορές κλπ.), συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία ενός πρωτότυπου, ασυνήθιστου σύμπαντος.
Αν ποτέ πέσει στα χέρια σας, δείτε το. Όχι μόνο σαν φιλμικό αξιοπερίεργο...
Κυριακή, Ιουλίου 02, 2006
Η ΔΙΠΛΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΒΕΡΟΝΙΚ

Υπάρχουν ταινίες ερμητικές, ταινίες που είναι πολύ δύσκολο να υποθέσεις "τι θέλει να πει" ο δημιουργός τους (ή αν όντως θέλει να πει κάτι). Μια απ' αυτές είναι, νομίζω, και η "Διπλή ζωή της Βερονίκ" του μακαρίτη Krzysztof Kieslowski (1941-1996), που γυρίστηκε το 1991, πριν την "τριλογία των χρωμάτων". Ωστόσο, η ερμητικότητα αυτή καθόλου δεν στερεί τα έργα αυτά από την ομορφιά τους. Βλέπετε, η ομορφιά δεν έχει πάντοτε νόημα, απλώς υπάρχει. Την θαυμάζουμε (συχνά, αν είμαστε τυχεροί), αλλά δεν σκεφτόμαστε ότι πρέπει να την ερμηνεύσουμε.
Η ομορφιά είναι πανταχού παρούσα στην αλλόκοτη αυτή ιστορία των δύο πανομοιότυπων Βερονίκ, που ζουν παράλληλα, σε διαφορετικά μέρη του κόσμου (στη Γαλλία και στην Πολωνία), μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό, έχουν τις ίδιες συνήθειες και κλίσεις - πλην όμως εντελώς διαφορετικές μοίρες -, αλλά αγνοούν η μία την ύπαρξη της άλλης. Μια ψυχαναλυτική ερμηνεία του στυλ "οι δύο όψεις που συνυπάρχουν μέσα μας" (καλό - κακό, αρσενικό - θηλυκό, λογική - συναίσθημα κλπ. κλπ. κλπ.) θα έπεφτε στο κενό, καθώς οι δύο κοπέλες δεν είναι ούτε αντίθετες ούτε συμπληρωματικές: Είναι απλώς ίδιες, εσωτερικά και εξωτερικά. Από εκεί και πέρα, ίσως δοθούν πολλές άλλες ερμηνείες, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Μπορεί κάποια απ' αυτές να πλησιάζει τις προθέσεις του δημιουργού, μπορεί πάλι όχι. Όπως και να έχει όμως, η ομορφιά εξακολουθεί να υπάρχει: Στις εικόνες του Κισλόφσκι, στην υπέροχη μουσική του Preisner, στο κουκλοθέατρο του πρωταγωνιστή, στον μεταξύ τους έρωτα, στην ίδια την Ιρέν Ζακόμπ, την εμφάνιση και την ουράνια φωνή της...
Ίσως πολλοί να χρειάζονται ερμηνείες, ένα συγκεκριμένο και κατανοητό στόρι, που εξηγεί τα πάντα. Σεβαστό. Και εγώ , άθελά μου πολλές φορές, αναζητώ κάτι τέτοιο. Ωστόσο θα πρότεινα απλώς να αφεθείτε στην ομορφιά. Των εικόνων, της μουσικής, της ίδιας της Ζακόμπ.
Πέμπτη, Ιουνίου 29, 2006
ΟΙ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ

Ενδιαφέρον κοινωνικό δράμα είναι η ταινία του Noah Baumbach με τον ηλίθιο ελληνικό τίτλο "Δεσμοί διαζυγίου" - αλήθεια, τι ακριβώς σημαίνει αυτό; (ο κανονικός τίτλος είναι The Squid and the Whale): Ένα ζευγάρι διανοούμενων που χωρίζει μετά από 20 περίπου χρόνια γάμου και οι επιπτώσεις τόσο στις ζωές τους, όσο και (κυρίως) στις ζωές των δύο αγοριών τους - όπου μάλιστα το ένα παίρνει σαφώς το μέρος της μάνας και το άλλο του πατέρα.
Ξέρω ότι ακούγεται ξενέρωτο, αλλά, παρ' όλα αυτά, πρόκειται για καλή ταινία, που παρακολουθείται με ενδιαφέρον. Άλλοτε δραματικό και άλλοτε κωμικό, το φιλμ ρίχνει κυρίως το βάρος στην αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά των δύο παιδιών μετά το τραύμα του χωρισμού των γονιών τους. Όσο για τους δύο γονείς, ο πατέρας παρουσιάζεται καθαρά ως ο αρνητικός πόλος - ματαιόδοξος, ανασφαλής, αποτυχημένος, που δεν συγχωρεί κατά βάθος την διαφαινόμενη επιτυχία της γυναίκας του.
Ψυχολογική μελέτη των επιπτώσεων του χωρισμού στον μικρόκοσμο της οικογένειας, εκτός του ότι αποτελεί μια καλή προσπάθεια μελέτης του τόσο συχνού στις μέρες μας προβλήματος, μας δίνει την ευκαιρία να δούμε τον Τζεφ Ντάνιελς σε έναν πολύ διαφορετικό ρόλο απ' αυτούς που τον έχουμε συνηθίσει.
Σάββατο, Ιουνίου 24, 2006
ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΙΝΑΙ OFFSIDE

Το ιρανικό σινεμά γνωρίζει τα αρκετά τελευταία χρόνια σημαντική άνθηση. Στην αλυσσίδα των επιτυχιών του λοιπόν (καλλιτεχνικών, όχι εμπορικών, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων) έρχεται να προστεθεί το Offside του Jafar Panahi, ο οποίος, λίγα χρόνια πριν, είχε κάνει τον "Κύκλο".
Το Offside σε καμιά περίπτωση δεν είναι μεγάλη ταινία. Είναι όμως συμπαθητική, άμεση, δροσερή. Στο επίκεντρο και πάλι οι γυναίκες στο Ιράν. Ανάμεσα σε πλήθος άλλων ανισοτήτων και παρανοϊκών (για μας) απαγορεύσεων, τους είναι αυστηρά ανεπίτρεπτο να πηγαίνουν στο γήπεδο (!!!), το οποίο, φυσικά, είναι (μία ακόμα) ανδρική υπόθεση. Μερικές κοπέλες λοιπόν, μεταμφιεσμένες σε άντρες, επιχειρούν να μπουν στο γήπεδο για να παρακολουθήσουν το ματς από το οποίο θα κριθεί αν το Ιράν θα πάει στα τελικά του Μουντιάλ στη Γερμανία (πράγμα που όντως έγινε και οι ανά τον κόσμο ποδοσφαιρόφιλοι το είδαν να παίζει τον Ιούνιο). Συλλαμβάνονται όμως, προτού καλά - καλά καταφέρουν να μπουν, και κατά τη διάρκεια του κρίσιμου ματς κρατούνται από φαντάρους. Το ίδιο το ματς δεν δείχνεται ποτέ. Αυτό που βλέπουμε είναι οι αντιδράσεις ανδρών και γυναικών στις διάφορες φάσεις και οι σχέσεις με τους φαντάρους.
Η ταινία είναι εξαιρετικά λιτή, φτιαγμένη με ελάχιστα χρήματα, σε κάποιες στιγμές σχεδόν σαν ντοκιμαντέρ. Το ενδιαφέρον είναι ότι για να καταγγείλει ο σκηνοθέτης τον παράλογο αποκλεισμό των γυναικών από πλήθος δραστηριοτήτων στη χώρα του, δεν χρησιμοποιεί βαρύγδουπη, δραματική γραφή, αλλά έναν ανάλαφρο τρόπο, με αρκετό χιούμορ. Έτσι η ταινία βλέπεται ευχάριστα, συγχρόνως όμως η καταγγελία λειτουργεί απόλυτα. Εκτός αυτών όμως, δείτε τη και για πληροφοριακούς λόγους: Σε πολλά μέρη του κόσμου (πιο πολλά ίσως από όσα νομίζετε), θέματα που για μας είναι απόλυτα λυμένα και αυτονόητα - διάβολε, ποιος αναρωτήθηκε ποτέ αν πρέπει να επιτρέπονται οι γυναίκες στα γήπεδα; - αποτελούν αντικείμενα αυστηρών απαγορεύσεων...
ΥΓ: Το Offside είναι ακόμα απαγορευμένο στο Ιράν.
Πέμπτη, Ιουνίου 22, 2006
ΜΙΑ ΜΕΛΟ ΚΟΝΤΕΣΑ ΣΤΗ ΣΑΓΚΑΗ

Κατ' αρχάς το θέμα είναι ενδιαφέρον (αν φυσικά δεν είστε αλλεργικοί στις ταινίες εποχής): Δεκαετία 30 στη Σαγκάη, χαμός στην Κίνα με κομμουνιστές και μη να συγκρούονται, ιαπωνικός εθνικισμός και επεκτατικές βλέψεις, ρώσοι εξόριστοι τσαρικοί, ο 2ος παγκόσμιος να ετοιμάζεται. Μέσα σ' όλα αυτά, ένας τυφλός αμερικανός πρώην διπλωμάτης κατασκευάζει έναν μικρόκοσμο ευτυχίας, δημιουργώντας το μπαρ των ονείρων του. Όπως είναι φυσικό, αργά ή γρήγορα ο σκληρός έξω κόσμος θα συντρίψει την εύθραυστη αυτή φυσαλίδα ευδαιμονίας.
Όλα αυτά καλά, ωστόσο τόσο η άνευρη σκηνοθεσία, όσο και η σαφής ροπή προς το μελό - ιδιαίτερα προς το τέλος, με τον έρωτα να φουντώνει μέσα στην καταστροφή, κάνουν την "Κοντέσα της Σαγκάης" μια από τις αδύναμες ταινίες του James Ivory, ο οποίος τελευταία έχει αρκετά παρακμάσει (είναι και 78 χρονών). Σίγουρα βρισκόμαστε πολύ μακριά από τα "Απομεινάρια μιας μέρας" ή την "Επιστροφή στο Howard's End". Πάντως αν είστε φανς των ερωτικών δραμάτων εποχής, ίσως να περάσετε καλά.
Σάββατο, Ιουνίου 17, 2006
ΕΝΑ "ΤΣΕΚΟΥΡΙ" ΠΟΥ ΧΤΥΠΑΕΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΟΝΑΜΕ

Φαίνεται ότι το θέμα της ανεργίας, και μάλιστα αυτής των μεσήλικων και υψηλόβαθμων στελεχών, καίει πραγματικά τους Γάλλους. Το "Τσεκούρι" του Κώστα Γαβρά (Costa-Gavras γράφεται με αστείο τρόπο στο εξωτερικό) είναι η δεύτερη ταινία πάνω στο θέμα, μετά τον "Ελεύθερο ωραρίου", που είχαμε δει λίγα χρόνια πριν.
Για το "Τσεκούρι" μπορείς να κάνεις τόσο θετικά όσο και αρνητικά σχόλια. Κατ' αρχάς η ιδέα είναι έξυπνη (ας τονίσουμε εδώ ότι η ταινία μόνο ως κατάμαυρη, σκληρή σάτιρα πάνω στο θέμα μπορεί να ιδωθεί): Ένα υψηλόβαθμος μεσήλικας οικογενειάρχης απολύεται από την μεγάλη εταιρία του κι αφού μάταια αναζητά δουλειά, αποφασίζει να σκοτώσει έναν - έναν τους πιθανούς ανταγωνιστές του για θέση σε αντίστοιχη εταιρία, ώστε να αναγκαστούν τελικά να προσλάβουν τον ίδιο.
Η ανεργία και οι εφιαλτικές επιπτώσεις της, ο αμείλικτος, εξοντωτικός ανταγωνισμός, το ψυχοφθόρο άγχος της σύγχρονης εργασίας σ΄έναν ιδιωτικό τομέα - ζούγκλα, η θυσία των πάντων στο βωμό του κέρδους και της οικονομικής ευημερίας, χαρακτηριστικά όλα του άγριου και αδίστακτου καπιταλισμού που βιώνουμε στις μέρες μας, όλα - και ίσως κι άλλα, όπως η κρίση της μέσης ηλικίας - βρίσκονται συγκεντρωμένα εδώ. Από αυτή την άποψη η ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμα και συγκλονιστική - και μάλιστα διαπραγματευμένη μέσα από τη μορφή της σάτιρας, όπως είπαμε. Και γίνεται ακόμα πιο συγκλονιστική λόγω του απόλυτου ρεαλισμού που υιοθετεί ο Γαβράς στη γραφή του: Το άγαρμπο των εκτελέσεων από τον άπειρο αστό που αποφασίζει στα καλά καθούμενα να γίνει κατά συροήν δολοφόνος, η πολλάπλές προσπάθειές του να σκοτώσει - είναι λογικό να μην τα καταφέρνεις με τη μία αν δεν έχεις πιάσει ποτέ στη ζωή σου όπλο -, η συντριβή του μετά από κάποιους φόνους, όλα βρίσκονται πολύ μακριά από την συνήθη εικόνα που έχουμε από το σινεμά για τους σίριαλ κίλερς, που συνήθως παρουσιάζονται ως παρανοϊκές μηχανές του κακού, που απολαμβάνουν αυτό που κάνουν, χωρίς πολλά - πολλά συναισθήματα. Στα συν επίσης της ταινίας και το ενδιαφέρον, διφορούμενο τέλος.
Στα αρνητικά τώρα έχουμε το ότι, ακριβώς λόγω του απόλυτου ρεαλισμού που λέγαμε, ο ρυθμός είναι σαφώς αργός, έτσι που ίσως προκαλεί πλήξη στον θεατή. Επίσης, η επαναλαμβανόμενη "τελετουργία" των φόνων από ένα σημείο και πέρα, όταν βιώσουμε το πρώτο σοκ, αρχίζει να κουράζει. Και όντως, σε πολλούς η ταινία δεν άρεσε.
Κρίμα. Με λίγο περισσότερο νεύρο θα μπορούσε να είναι μια από τις καλύτερες της χρονιάς.
Η αντιμετώπιση πάντως των σύγχρονων, απάνθρωπων εργασιακών σχέσεων ώς θρίλερ με... σίριαλ κίλερς, παραμένει από τις πιο πρωτότυπες και έξυπνες.
Πέμπτη, Ιουνίου 15, 2006
ΕΝΑΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΣΜΟ ΜΑΣ

Ο "Επίμονος Κηπουρός" του εξαιρετικού βραζιλιάνου Fernando Meirelles (τον είχαμε εκτιμήσει από την "Πόλη του Θεού", από τα σημαντικότερα φιλμ των τελευταίων χρόνων) είναι υπόδειγμα ταινίας. Ισορροπεί πολύ καλά ανάμεσα στο θρίλερ, που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και την απόλυτη πολιτικοποιήση, χωρίς να παραμελεί το ερωτικό στοιχείο, ενώ διαθέτει ζωντανούς και αληθινούς χαρακτήρες. Καταπιάνεται με μια αληθινή "συνωμοσία" που καθημερινά συμβαίνει γύρω μας (σε αντίθεση με τις συνωμοσίες-μπούρδες τύπου Da Vinci): Αυτή των τεράστιων, πολυεθνικών φαρμακευτικών εταιριών και του βρώμικου ρόλου τους σε φτωχές τριτοκοσμικές χώρες - της Αφρικής στο συγκεκριμένο φιλμ (θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και για άλλες "συνωμοσίες" τέτοιων εταιριών, ενάντια στην υγεία μας πολλές φορές, στο πορτοφόλι μας κλπ., αλλά αυτά είναι άλλο θέμα). Μέσα από την επίμονη έρευνα του χαμηλών τόνων, μάλλον συντηρητικού, ερωτευμένου άγγλου διπλωμάτη, που ενσαρκώνει πολύ καλά ο Ρέιφ Φάινς, για το θάνατο της οικολόγου γυναίκας του (εξ ίσου καλή η Ρέιτσελ Βάις), με τεθλασμένη αφηγηματική γραμμή και αρκετά φλας μπακ, το μέγεθος του εγκλήματος και τα όλο και σκοτεινότερα παρασκήνιά του αποκαλύπτονται σιγά - σιγά και μας κάνουν να ανατριχιάσουμε αναλογιζόμενοι το βάθος και την πολυπλοκότητα των διαπλοκών και τους αδίστακτους και άπληστους τύπους που ελέγχουν τον κόσμο μας. Όσο για το τέλος, ας αποκαλύψουμε μόνο ότι βρίσκεται πολύ μακριά από τα χολυγουντιανά στερεότυπα της εκδίκησης...
Σαν backround, μια Αφρική πάμπτωχη, δυστυχισμένη, αφημένη στο έλεος των ασθενειών και των καπρίτσιων του σκληρού κλίματος, πολύ μακριά από την "εξωτική" τηλεοπτική εικόνα που πολλοί έχουν γι' αυτή μέσα από τα καλοφωτογραφημένα ντοκιμαντέρ με ζώα, άγρια τοπία, χαριτωμένα πρωτόγονες φυλές και δεν συμμαζεύεται.
Από τις πιο αξιόλογες φετινές ταινίες, που μας κάνει να περιμένουμε ανυπόμονα την επόμενη δουλειά του δημιουργού της - ο οποίος ενώ για πρώτη φορά μπήκε στο χορό των μεγάλων παραγωγών με γνωστούς σταρ, δεν έχασε τίποτα από τη δύναμη των παλιότερων, βραζιλιάνικων ταινιών του.
ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΚΑΡΜΠΟΝ

Εντάξει, ας ξεχάσουμε το αφελές, τρομοθρησκευτικολαγνικό σενάριο με τα 666 και τον αντίχριστο που έφτασε (οι Δίδυμοι Πύργοι, το Απόλλων που έσκασε στα ουράνια, το τσουνάμι κ.ά. είναι τα σημάδια που το αποδεικνύουν!!!). Πέστε ότι αυτά είναι συμβάσεις που δεχόμαστε και παρ' όλες αυτές τις συμβάσεις μπορεί να γίνει μια καλή ταινία τρόμου. Πώς να χωνέψουμε όμως το γεγονός ότι η νυν "Προφητεία" του John Moore είναι ολόιδια, καρμπόν, με την προ τριακονταετίας "Προφητεία" του Ρίτσαρντ Ντόνερ; Τελικά τι νόημα είχε και γιατί γυρίστηκε αυτό το πιστότατο ριμέικ, που τίποτα απολύτως δεν προσθέτει στο πρωτότυπο; Για να βγει στα σινεμά στις 6 6ου του 2006; Και μη βιαστείτε να απαντήσετε "Μα για τα λεφτά, φυσικά". Η ταινία πάτωσε και στην Αμερική. Τι να πω. Άβυσος η ψυχή των χολυγουντιανών παραγωγών...
Μένουν κάποιες ατμοσφαιρικές σκηνές, κάποιοι εντυπωσιακοί θάνατοι... Αν έχετε δει την πρώτη ταινία μην κάνετε τον κόπο.
ΥΓ: Σιγά μην πάει σήμερα, με την παρούσα κατάσταση, υψηλός αμερικάνος διπλωμάτης μόνος, με έναν φίλο του τέλος πάντων, στην Ιερουσαλίμ, να γυρνά σε περίεργες αραβικές συνοικίες, να περνά από ισραηλινές περιπόλους δείχνοντας ταυτότητα, και να μη κουνιέται φύλλο...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
