Σάββατο, Δεκεμβρίου 24, 2022

"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΤΥΧΟΔΙΩΚΤΗΣ" : Ο ΜΠΕΛΜΟΝΤΟ, ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΤΕΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΙΑ (;)

 


Ο Jean-Pierre Melville (1917-1973) γυρίζει το 1963 το "L'aine des Ferchaux" (ο άσχετος ελληνικός τίτλος είναι "Ο Μεγάλος Τυχοδιώκτης"!), με τον Ζαν Πολ Μπελμοντό και τον Σαρλ Βανέλ στους βασικούς ρόλους (και, για προσέξτε, σε έναν μικρό ρόλο κάνει μια από τις πρώτες της εμφανίσεις η Στεφανία Σαντρέλι).

Ένας άστατος και δίχως ηθικούς φραγμούς νεαρός, όταν "τελειώνει" με το μποξ, με το οποίο ασχολείται μέχρι τότε, γίνεται κάτι σαν σωματοφύλακας ενός ηλικιωμένου διεφθαρμένου τραπεζίτη. Όταν αυτός αρχίζει να διώκεται από τις αρχές για σκάνδαλα θα καταφύγει με ψεύτικη ταυτότητα στις ΗΠΑ και θα πάρει μαζί του και το νεαρό, ο οποίος δεν δίνει δεκάρα για το πού θα πάει και ποιο θα είναι το μέλλον του.

Ταινία σχέσεων περισσότερο, διερευνά τις σχέσεις και τους δεσμούς που δημιουργούνται βαθμιαία ανάμεσα σε δύο αμοραλιστές άντρες, για τους οποίους (σε διαφορετικό βαθμό στον καθένα, αλλά στην ουσία πρόκειται για το ίδιο γενικό μοτίβο) η λέξη ηθική δεν σημαίνει τίποτα. Μια από τις πρώτες σκηνές, με τον Μπελμοντό να εγκαταλείπει την επί καιρό ερωμένη του με έναν απίστευτα άκαρδο τρόπο, που ίσως πονά το θεατή περισσότερο από τις "χοντρές" απάτες του τραπεζίτη, είναι χαρακτηριστική και δείχνει ότι κι αυτός, παρά τη συμπαθητική του εμφάνιση και στιλ, είναι ένα κάθαρμα. Μπορεί λοιπόν να υπάρξει φιλία ανάμεσα σε δύο καθάρματα, έστω και διαφορετικού βεληνεκούς; Μπορεί κάποιος να καταλήξει να έχει απόλυτη ανάγκη τον άλλον; Ταυτόχρονα, κατά ένα μέρος τουλάχιστον, το φιλμ γίνεται road movie, δείχνοντάς μας καθημερινές εικόνες από την τότε Αμερική.

Δεν τη θεωρώ από τις πολύ καλές ταινίες του Μελβίλ, μοιάζει να έχει κάποια κενά στην αφήγηση και την ανάπτυξη της ιστορίας, ωστόσο έχει αναμφισβήτητα το ενδιαφέρον της.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 22, 2022

"Σ'ΑΓΑΠΩ, Σ'ΑΓΑΠΩ" ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ Μ' ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΕΙΡΑ...

 


Ο Alain Resnais (1922-1014) είναι ένας από τους πλέον εγκεφαλικούς και "δύσκολους" σκηνοθέτες του παγκόσμιου σινεμά. Το 1968, ενώ το γαλλικό "Νέο Κύμα" ήταν ακόμα νωπό, γυρίζει το "Σ' αγαπώ, Σ' αγαπώ" (Je t'aime, Je t'aime) με τους Κλοντ Ριτς και την Όλγα Ζωρζ-Πικό, ένα φιλμ τυπικά επιστημονικής φαντασίας, αλλά (αυστηρά) με τους όρους του Ρενέ.

Ένας άνθρωπος που έχει επιχειρήσει να αυτοκτονήσει δέχεται να γίνει "πειραματόζωο" επιστημόνων που δουλεύουν πάνω στο θέμα του ταξιδιού στο χρόνο και μέχρι τότε έχουν πειραματιστεί μόνο με ποντίκια. Αποφασίζεται να τον στείλουν πίσω, στο πολύ κοντινό παρελθόν. Ωστόσο ένα σφάλμα στη μηχανή θα τον παγιδέψει εκεί, με αποτέλεσμα να (ξανα)ζεί επεισόδια από το παρελθόν του, αλλά με τυχαίο τρόπο, με μπερδεμένη σειρά.

Η ιστορία αυτή δίνει στο Ρενέ την αφορμή για να μιλήσει για τη μνήμη, ένα από τα αγαπημένα του θέματα. Ουσιαστικά πρόκειται για τις ερωτικές ιστορίες του ήρωα με δύο γυναίκες, την πρώην σύζυγό του και μία κοπέλα που γνωρίζει στη δουλειά του. Εμείς (και εκείνος) βλέπουμε αποσπάσματα με τυχαία σειρά και διαφορετική διάρκεια (π.χ. μια σκηνή 1 χρόνο πριν που διαρκεί 2 λεπτά και αμέσως μετά μια σκηνή 7 χρόνια πριν που διαρκεί 4 λεπτά). Ουσιαστικά παρακολουθούμε τα σκόρπια κομμάτια ενός παζλ, που ο θεατής προσπαθεί να ενώσει ώστε να αποκρυπτογραφήσει την ιστορία του ήρωα. Γι' αυτό έγραψα στην αρχή ότι "μιλά για τη μνήμη". Έτσι δεν λειτουργεί και η μνήμη μας; Αποσπασματικά; Δεν εμφανίζεται ξαφνικά μια ανάμνηση, χάνεται και μετά από ένα λεπτό ή 10 μέρες μπορεί να αναδυθεί κάποια άλλη, άσχετη;

Προσωπικά δεν αποτελεί μια από τις αγαπημένες μου ταινίες του Ρενέ, ωστόσο το ενδιαφέρον της είναι αναμφισβήτητο.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 18, 2022

"NASHVILLE" Ή ΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΧΑΟΣ

 


Το 1975 ο Robert Altman (1925-2006) γυρίζει το σχεδόν τρίωρης διάρκειας "Nashville", αναφορά βεβαίως στη θρυλική πόλη - πρωτεύουσα της κάντρι. Εδώ δοκιμάζει για πρώτη φορά αυτό που πολύ αργότερα θα έκανε στα "Στιγμιότυπα" και άλλα φιλμ του: Τις πολλές, άσχετες μεταξύ τους, πλην όμως διαπλεκόμενες ιστορίες. Επίσης το πλήθος των μεγάλων ονομάτων που εμφανίζονται, κάποιοι σε μικρούς ρόλους (πολλοί υπήρξαν μεγάλοι σταρ των 70ς και 80ς): Κιθ Καραντάιν, Κάρεν Μπλακ, Σέλι Ντιβάλ, Νεντ Μπίτι, Τζεραλντίν Τσάπλιν, Λίλι Τόμλιν, Τζεφ Γκόλντμπλουμ, Έλιοτ Γκουλντ, Τζούλι Κρίστι κ.α.).

Στο Νάσβιλ διαδραματίζονται ταυτόχρονα πολλές ιστορίες. Οι περισσότερες απ' αυτές έχουν επίκεντρο την κάντρι, καθώς η πόλη είναι η κοιτίδα της: Διάσημοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες, wanabe σταρς, καμαρίνια, παρασκήνια και συναυλίες, αλλά και οι προσωπικές ζωές όλων αυτών, οι έρωτες, οι καταρρεύσεις και οι υστερίες τους, οι απιστίες και οι σχέσεις με μάνατζερς και κοινό... Και όχι μόνο: Ένας image maker  ενός πολιτικού, ο οποίος κατεβαίνει ως ανεξάρτητος πρόεδρος των ΗΠΑ, μπαινοβγαίνει στο σκηνικό, κλείνει συναυλίες υπέρ του υποψήφιου και αρθρώνει έναν πολιτικό λόγο που κινείται ανάμεσα στην ανατροπή του κατεστημένου και το... κιτς. Οι περισσότεροι από τους ήρωες θα συναντηθούν προς το τέλος σε μια μεγάλη συναυλία με απρόσμενη κατάληξη.

Ο Altman αγαπούσε την κάντρι. Αυτό φαίνεται καθαρά και, πριν απ' οτιδήποτε άλλο, η ταινία είναι ένα μεγάλο αφιέρωμα σ' αυτή. Εδώ καταφέρνει να την αναμείξει με το γενικότερο κλίμα της Αμερικής της εποχής, την πολιτική, τον τρόπο σκέψης, την αισθητική (ή μη αισθητική αν θέλετε). Φυσικά τα τραγούδια του αποκλειστικά αμερικάνικου αυτού είδους κυριαρχούν (αν λοιπόν απεχθάνεστε την κάντρι, εγώ σας προειδοποίησα). Υπάρχουν πάνω από 30 (!) χαρακτήρες, αλλά νομίζω ότι καταφέρνει να σκιαγραφήσει αδρά όλους τους, ώστε να συμπάσχουμε μαζί τους και να παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τις ιστορίες τους.

 Η ταινία, με τη μεγάλη διάρκεια και το χάος της, άλλους κουράζει κι άλλους κάνει να μιλούν για αριστούργημα. Προσωπικά μου αρέσει πολύ (δίχως όμως να τη θεωρώ και αριστούργημα). Διαλέγετε και παίρνετε. Σίγουρα πάντως πρόκειται για σημαντικό φιλμ.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 15, 2022

ΝΟΣΤΙΜΟ, ΑΛΛΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ "ΜΕΝΟΥ"

 


Ο Mark Mylod είναι σχετικά άγνωστος και μάλλον αδιάφορος σκηνοθέτης λίγων ταινιών. Είναι περισσότερο τηλεοπτικός. Να όμως που το 2022 γυρίζει το "Μενού", με τον πολύ καλό Ρέιφ Φάινς και την Άνια Τέιλορ-Τζόι, μια κατάμαυρη, σαρκαστικότατη κωμωδία με αρκετό ενδιαφέρον.

Μια ομάδα ζάπλουτων ανθρώπων όλων των ηλικιών, κάποιοι απ' αυτούς διασημότητες, πληρώνουν ένα ασύλληπτο ποσό για να πάνε με ειδικά σκάφη σε απομονωμένο μικρό νησί, όπου βρίσκεται το εστιατόριο ενός σούπερ σεφ, πιθανόν του καλύτερου στον κόσμο και ο οποίος δέχεται πελάτες που μόνο ο ίδιος επιλέγει. Μεταξύ τους υπάρχει και ένα νεαρό ζευγάρι. Θα διαπιστώσουμε αμέσως ότι το προσωπικό του εστιατορίου είναι οργανωμένο σαν στρατός, με τυφλή πειθαρχία στον σεφ. Και τα παράξενα συμβάντα θα αρχίσουν...

Φιλμ με ακραίο μαύρο χιούμορ (θα το καταλάβετε όσο περνά η ώρα) και αγχωτική ατμόσφαιρα, σατιρίζει ανελέητα μια σειρά από πράγματα: Πρώτα - πρώτα στο στόχαστρο μπαίνει η "υψηλή κοινωνία", όχι μόνο με την έννοια της αριστοκρατίας ή των επιχειρήσεων, αλλά και αυτή που περιλαμβάνει μια σειρά γελοίων και ηλίθιων καραγκιόζηδων (αθλητές, μέτριοι ηθοποιοί με μεγάλο σουξέ, μια ξινή σούπερ σταρ "κριτικός εστιατορίων" κλπ.), που το κοινό μεταξύ τους είναι μόνο τα πολλά λεφτά (για να πας στο συγκεκριμένο εστιατόριο άλλωστε αυτό αποτελεί προϋπόθεση). Όσο προχωρά βλέπουμε την κενότητα, τα βρώμικα μυστικά, την υπεροψία, την ηλιθιότητα μερικές φορές όλων αυτών των τύπων. Έτσι το εστιατόριο και οι εκλεκτοί (;;;) πελάτες του μετατρέπονται σε μια καρικατουρίστικη απεικόνιση της σύγχρονης κοινωνίας. Όσο για τον περίφημο σεφ και την ομάδα του... ε, αυτό θα μπορούσε να είναι ένα δείγμα απόλυτου φανατισμού κάποιων κοινωνικών ομάδων. Σε ένα εντελώς πρώτο επίπεδο γίνεται (προφανώς) και καυστική κριτική στα "υπεργκουρμέ" πανάκριβα εστιατόρια που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια (ίσως αυτό με άγγιξε προσωπικά, διότι απεχθάνομαι όσο τίποτα αυτούς που σερβίρουν ένα πελώριο άδειο πιάτο με μια δυσδιάκριτη πρασινωπή κουτσουλιά στην αριστερή του άκρη διακοσμημένη περίτεχνα με χορταράκια και περιμένουν να προσκυνήσεις την ανυπέρβλητη νοστιμιά αυτής της μισής μπουκιάς που έχεις πληρώσει με το μισό μηνιάτικο ενός μέσου ανθρώπου).

Ανεξάρτητα απ' αυτά όμως, πρόκειται για πρωτότυπη, καλογυρισμένη ταινία, που κρατά τον θεατή και συγχρόνως ασκεί, όπως είπαμε, αιχμηρή κριτική. Από τα πιο ενδιαφέροντα φιλμ της χρονιάς.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 12, 2022

"ΜΕΡΕΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ": ΦΑΡΜΕΣ, ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ

 


Ο Terrence Malick έχει μια παράξενη κινηματογραφική ιστορία: Εμφανίζεται στη δεκαετία του 70, γυρίζει 2 ταινίες που παίρνουν διθυραμβικές κριτικές και μετά εξαφανίζεται για 20 ολόκληρα χρόνια. Επανεμφανίζεται ξαφνικά από το πουθενά το 1998 με τη "Λεπτή Κόκκινη Γραμμή" και από εκεί συνεχίζει κανονικά με άλλες ταινίες (που, προσωπικά, συνήθως δεν μου αρέσουν). Η δεύτερη από τις δύο πρώτες ταινίες του στα 70ς είναι το "Days of Heaven" (Μέρες Ευτυχίας) του 1978, με τους νεαρούς τότε Ρίτσαρντ Γκιρ και Σαμ Σέπαρντ, αλλά και την "σπανίων εμφανίσεων" Μπρουκ Άνταμς στους βασικούς ρόλους.

Πρόκειται για ένα αγροτικό δράμα που διαδραματίζεται στις αρχές του 20ού αιώνα στις ΗΠΑ. Ένα ζευγάρι φτωχών εραστών (που κρύβουν απ' όλους ότι είναι εραστές) μετακινούνται από μέρος σε μέρος (όπως πάμπολλοι άλλοι την εποχή αυτή) βρίσκοντας εποχικές αγροτικές δουλειές σε φάρμες (μετά το τέλος της σεζόν οι φτωχές αυτές μάζες αγροτών έφευγαν ομαδικά αναζητώντας την επόμενη δουλειά στα χωράφια). Σε μία μεγάλη φάρμα ο νεαρός πλούσιος ιδιοκτήτης ερωτεύεται την κοπέλα, αγνοώντας ότι είναι με άλλον. Ο εραστής της, μαθαίνοντας ότι ο φάρμερ πρόκειται να πεθάνει σύντομα από ανίατη ασθένεια, πείθει την κοπέλα να τον παντρευτεί ώστε αργότερα να γίνει κληρονόμος του και να γλυτώσουν έτσι για πάντα από τη φτώχεια.

Εξαιρετική σκηνοθεσία και εικόνα (ο Μάλικ γύρισε το φιλμ μόνο αυγές και σούρουπα για να πετύχει το φωτισμό και την ατμόσφαιρα που επιθυμούσε), ποιητική διάθεση, ατμοσφαιρική φωτογράφιση της φύσης τόσο στις φιλικές και στις εχθρικές της στιγμές, στιβαρό δράμα με συναισθηματικές συγκρούσεις μεγάλης έντασης και χαρακτήρες "καλοί" και "κακοί" ταυτόχρονα (έτσι δεν είναι άλλωστε η ανθρώπινη φύση;), συνθέτουν μια ταινία που θεωρήθηκε από τότε "μεγάλη" και αναγνωρίζεται από τις σημαντικές του μεγάλου αμερικάνικου σινεμά των 70ς. Εξ άλλου η φύση πάντοτε παίζει σημαντικό ρόλο στο σινεμά του Μάλικ και αυτό φαίνεται ήδη από αυτό το 2ο φιλμ του. Επίσης - από την ατμόσφαιρα και μόνο - αναγνωρίζεται το έντονο μεταφυσικό (σχεδόν θρησκευτικό) στοιχείο που πάντοτε διέπει το έργο του. Γι' αυτό και η ταινία αυτή έχει χαρακτηριστεί ως "βιβλική παραβολή". Να το ψάξετε. Κι αν το βρείτε σε μεγάλη οθόνη, ακόμα καλύτερα,

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 08, 2022

ΣΤΗΝ ΑΦΟΡΗΤΗ ΑΕΡΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ "BARDO"


Κανονικά ο μεξικανός Alejandro Inarritu μου αρέσει πολύ και πάντοτε παρακολουθούσα το έργο του. Μέχρι το 2022 που έκανε το ανοικονόμητο "Bardo, falsa crónica de unas cuantas verdades" (Μπάρντο, το Ψευδές Χρονικό ενός σωρού Αλήθειες), απ' όπου άρχισα να τον φοβάμαι.

Ένας διάσημος και βραβευμένος μεξικάνος σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ που ζει και δουλεύει στις ΗΠΑ επιστρέφει με την οικογένειά του για λίγο στην πατρίδα του για να παραλάβει ένα σημαντικό βραβείο. Από εκεί και πέρα το φιλμ είναι πλημμυρισμένο από τις φαντασιώσεις του, τους εφιάλτες του, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του που μεταμορφώνονται σε εικόνες, την αλαζονεία  και την (περίπου) ανθρωποφοβία του. 

Ουσιαστικά (θέλει να) είναι μια φελινική ταινία, με πρότυπο βεβαίως - αυτό είναι ξεκάθαρο - το περίφημο "8 1/2". Ωστόσο κατά τη γνώμη μου ο Ιναρίτου σπάει τα μούτρα του όταν πασχίζει να αναμετρηθεί με το πρότυπό του. Η ουσία είναι ότι προσωπικά βρέθηκα αφόρητα στην πάνω από δυόμιση ώρες διάρκεια του φιλμ (κάθε λίγο έριχνα ματιές στην ώρα για να μάθω πόσο ακόμα θέλει για να τελειώσει). Βασικά μας μιλά (με αλληγορικό τρόπο) για τα δημιουργικά αδιέξοδα του καλλιτέχνη, για την απέχθειά του στα βραβεία και τις κάθε λογής επίσημες συγκεντρώσεις και αναγνωρίσεις και, ίσως κυρίως, για τις πολύπλοκες σχέσεις αγάπης - μίσους της χώρας του (και των επιφανών καλλιτεχνών της) με τις γειτονικές πανίσχυρες και πολιτισμικά (εκτός των άλλων) ιμπεριαλιστικές ΗΠΑ. Καλά όλα αυτά, αλλά είναι τόσο φλύαρα, εγωκεντρικά και δοσμένα με "βαρύ" τρόπο που κουράστηκα αφάνταστα. Οι συχνά όμορφες και εξ ίσου συχνά σουρεαλιστικές εικόνες φοβάμαι ότι δεν αρκούν για να κάνουν μια καλή ταινία.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 05, 2022


 Ο Hal Ashby (1929-1988) είναι από τους αγαπημένους μου αμερικανούς σκηνοθέτες των 70ς (κυρίως), αλλά μάλλον παραγνωρισμένος. Ίσως επειδή δυστυχώς έφυγε νωρίς. Το 1973 πάντως γυρίζει "Το Τελευταίο Απόσπασμα" (The Last Detail), με τον απολαυστικότατο Τζακ Νίκολσον, τον Ράντι Κουέιντ και τον Ότις Γιανγκ στους βασικούς ρόλους.

Δύο μονιμάδες στο Ναυτικό αναλαμβάνουν να μεταφέρουν ένα νεαρό συνάδελφό τους στη φυλακή για μικροέγκλημα. Θα πάρουν οδοιπορικά κάποιων ημερών (αφού η φυλακή βρίσκεται σε άλλη, μακρινή πόλη), στο δρόμο οι σχέσεις δεσμοφυλάκων - κρατούμενου θα εξομαλυνθούν και, τελικά, οι δύο σκληροτράχηλοι καραβανάδες θα αποφασίσουν να κάνουν το νεαρό να περάσει μερικές καλές "τελευταίες μέρες" προτού τον χώσουν στο κελί για 12 χρόνια (αν θυμάμαι καλά).

Από τις πλέον ανθρώπινες ταινίες του αμερικάνικου σινεμά, συνδυάζει με καλό τρόπο τον ρεαλισμό, το χιούμορ, την τετριμμένη, μίζερη καθημερινότητα και τη ζεστασιά των συναισθημάτων - κι όλα αυτά απόλυτα "προσγειωμένα". Τι εννοώ: Εδώ δεν υπάρχουν ηρωισμοί, περιπέτειες, αποδράσεις και κυνηγητά, ούτε αποφάσεις που θα ανατρέψουν τα πάντα. Εδώ όλα κυλάν με τρόπο προβλεπόμενο, τυπικό, όπως ακριβώς δηλαδή θα συνέβαινε στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων της καθημερινής ζωής. Όμως ακόμα και σ' αυτή τη θαμπή και γκρίζα καθημερινότητα μπορεί να διεισδύσει το συναίσθημα και η συμπάθεια... Συγχρόνως η ταινία ασκεί κριτική στην αμερικάνικη δικαιοσύνη με τις "δύο ταχύτητες". Στη στρατιωτική εδώ, αλλά υποθέτω ότι εύκολα μπορούμε να μεταφέρουμε την εικόνα στην ευρύτερη διακαιοσύνη. 

Από τις καλές ταινίες δρόμου μιας προηγούμενης εποχής, συνίσταται ιδιαίτερα στους φίλους του αμερικάνικου σινεμά πριν την ανούσια ψηφιακή και υπερηρωική σύγχρονη φάση του. Και, ξαναλέω: Ο Νίκολσον, ως σκληροτράχηλος "παλιός", αλλά όχι μόνο, είναι απολαυστικός.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 01, 2022

Ο "ΦΑΝΤΟΜΑΣ", Ο ΛΟΥΙ ΝΤΕ ΦΙΝΕΣ ΚΑΙ Η ΞΕΠΕΡΑΣΜΕΝΗ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ

 


Είχα δει παιδάκι κάποιες ταινίες με τον Λουί Ντε Φινές και βρήκα τη  ευκαιρία, από καθαρή περιέργεια, να δω κάποια απ' αυτές για να μάθω πόσο αντέχει σήμερα. Ε, λοιπόν, δεν... (κατά τη γνώμη μου πάντα). Η ταινία, που επέλεξα στην τύχη, ήταν ο "Φαντομάς" (1964) του Andre Ηunebelle (1896-1985), με τον Λουί ντε Φινές βεβαίως, το Ζαν Μαρέ και τη Μιλέν Ντεμονζό.

Ο περιβόητος κακοποιός Φαντομάς βασίζει την εγκληματική του δράση στο ότι μπορεί να μεταμφιέζεται σε ό,τι θέλει, ακόμα και αποκτώντας πρόσωπα άλλων, και να δρα έτσι με όποια ταυτότητα επιθυμεί. Κανείς δεν ξέρει το αληθινό του πρόσωπο (ούτε κι εμείς, αφού ποτέ δεν θα αποκαλυφτεί στο φιλμ). Ο ντε Φινές είναι ο νευρικός αρχηγός της αστυνομίας που - μάταια - τον κυνηγά. 

Ο συγκεκριμένος Φαντομάς μπορεί να είναι ο ήρωας δημοφιλών μυθιστορημάτων των αρχών του 20ού αιώνα (κάτι σαν τον Αρσέν Λουπέν) και των αντίστοιχων βουβών ταινιών του Φεγιάντ, ωστόσο σ' αυτή εδώ η αναβίωσή του σαφώς μοιάζει με το ιταλικό κόμικς Diabolik, που πρωτοβγήκε το 1962 και γνώρισε μεγάλη επιτυχία στη χώρα του. Σ' αυτό ο ήρωας κάνει ό,τι ακριβώς ο εδώ Φαντομάς. 

Καλά όλα αυτά, αλλά, παρά το ότι προφανώς πρόκειται για κωμωδία, με το ζόρι κατάφερα να χαμογελάσω. Όσο για το σενάριο, είναι κάτι παραπάνω από προσχηματικό και εύκολο, με τα πάντα να γίνονται με απόλυτη ευκολία. Τελικά μου φαίνεται ότι ταιριάζει για σημερινό κοινό ηλικιακά μικρότερο από εφηβικό (οι έφηβοι ξέρουν πάρα πολλά σήμερα για να διασκεδάσουν και να αφεθούν στην απίστευτη αφέλεια των όσων συμβαίνουν). Μένει ως το μόνο διασκεδαστικό στοιχείο ο πάντα νευρικός χαρακτήρας του ντε Φινές / επιθεωρητή, που μπορεί να βγάλει γέλιο με τις γκριμάτσες, τις κινήσεις του, το οξύθυμο και νευρικό του χαρακτήρα του κλπ. 

Φοβάμαι πάντως ότι για μένα το φιλμ είναι ο ορισμός του ξεπερασμένου.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 28, 2022

ΤΟ "DODO" ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΜΟΔΟΒΑΡΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΥΤΡΑ

 


Παρακμασμένο, στα πρόθυρα της χρεωκοπίας (πρώην) ζάπλουτο και διάσημο ζεύγος ετοιμάζεται να παντρέψει τη μοναχοκόρη του με πλούσιο γόνο, ο οποίος προφανώς αναμένεται να σώσει την κατάσταση. Στην πολυτελή εξοχική τους κατοικία λοιπόν μαζεύεται την παραμονή του γάμου ένα ετερόκλητο και αλλοπρόσαλλο πλήθος (εργάτες, η "ντιζάινερ" της γιορτής, ο νεαρός συνεταίρος του συζύγου, μουσικοί, ένα τραβεστί, η οικονόμος του σπιτιού κλπ. κλπ.) για να ετοιμαστούν όλα για το αυριανό μεγάλο γεγονός. Ωστόσο στον κήπο θα κάνει αιφνιδίως - άγνωστο πώς και γιατί - το εξαφανισμένο από το 17ο αιώνα πτηνό ντόντο και θα ακολουθήσει χαμός.

Με το "Dodo" (2022) ο Πάνος Κούτρας, τον οποίο θεωρώ ιδιαίτερο κεφάλαιο του ελληνικού σινεμά, θα βρεθεί και πάλι στα χωράφια του. Με πάνω από 10 πρωταγωνιστές και χαρακτήρες με τους οποίους ασχολείται εξ ίσου, με πολλές υποπλοκές, θα κάνει μια ακτινογραφία του μικρόκοσμου της ελληνικής κοινωνίας (των μεγάλων πόλεων τουλάχιστον) και θα μπερδέψει πλούσιους και φτωχούς, μεγαλοαστούς και εργάτες, γκέι και στρέιτ, τίμιους και μη, σε ένα πολύπλοκο γαϊτανάκι σχέσεων, δεσμών, πηδημάτων, εκβιασμών, αποκαλύψεων κρυμμένων μυστικών και πολλών άλλων. Φυσικά το όχημα είναι το μελόδραμα, πλην όμως δοσμένο με χιούμορ και δίχως να κρύβει τη σατιρική ματιά πάνω σε κάθε λογής σύγχρονα κοινωνικά φαινόμενα (και κινηματογραφικά κλισέ). Και, όπως πάντα, η ματιά είναι πανηδονιστική και τίποτα απολύτως από τα τεκταινόμενα δεν σοκάρει κανένα από τους ετερόκλητους παρευρισκόμενους. Εκτός της παρουσίας του μυστηριώδους ντόντο βεβαίως.

Εννοείται ότι το κλίμα θυμίζει Αλμοδοβάρ και κάποια κιτς στοιχεία είναι μάλλον συνειδητά. Δεν είναι μια φοβερή ταινία που θα φέρει την οποιουδήποτε είδους ανατροπή, ωστόσο την είδα ευχάριστα και διασκέδασα ακόμα και στα μελό σημεία. Εντάξει, ίσως υπάρχει κάποιο πρόβλημα στο ρυθμό, ίσως όλα αυτά κάπου να μη δένουν ικανοποιητικά, αλλά πάντως προσωπικά εκτιμώ πάντα τη (σεξουαλική κυρίως) απόλυτη απενοχοποίηση που πάντοτε υπάρχει στα φιλμ του Κούτρα, όσο και τη μελό / σατιρική ταυτόχρονα ματιά του. Είπαμε, ο Αλμοδοβάρ είναι παρόν.

ΥΓ: Το ντόντο ως εφέ είναι εξαιρετικό!

Κυριακή, Νοεμβρίου 27, 2022

"AMSTERDAM" : ΦΟΝΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ

 


Φαίνεται ότι είμαι ο μόνος που βρήκα αρκετά καλό το "Άμστερνταμ" (2022) του αξιόλογου David O' Russell. Κακές κριτικές παντού, μέτριο το "mouth to mouth" (που έλεγαν στο χωριό μου) κλπ. Προσωπικά πέρασα καλά βλέποντάς το και, εννοείται δίχως να το θεωρώ αριστούργημα, το βρήκα συμπαθητικό και ενδιαφέρον. Πριν όμως το all stars καστ, κυρίως νέων ηθοποιών που μεσουρανούν το 2022, αλλά και αρκετών παλιότερων. Πάρτε ανάσα: Κρίστιαν Μπέιλ, Μάργκοτ Ρόμπι, Άνια Τέιλορ-Τζόι, Κρις Ροκ, Μάικ Μάγιερς (ναι, ο Austin Powers), η σούπερ σταρ Τέιλορ Σουίφτ, Μάικλ Σάνον, Ζόε Σαλντάνα, Ρίμι Μάλεκ, Τζον Ντέιβιντ Ουάσινγκτον, Ρόμπερτ Ντε Νίρο και πιθανόν ξέχασα κάποιους.

Στην Αμερική των 30ς δυο φίλοι, ένας δικηγόρος και ένας γιατρός που ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με αποκατάσταση τραυμάτων πρώην στρατιωτών του Α' παγκοσμίου πολέμου, βετεράνοι του πολέμου αυτού οι ίδιοι, γίνονται μάρτυρες του φόνου μιας κοπέλας που έχει έρθει να ζητήσει βοήθεια σε κάποιο κατεπείγον πρόβλημά της. Από εκεί και πέρα εμπλέκονται σε μια όλο και μεγαλύτερων διαστάσεων ιστορία, στην οποία θα εμπλακεί και μία παλιά φίλη και πρώην ερωμένη του δικηγόρου από τα χρόνια του πολέμου στην Ευρώπη.

Ίντριγκες, συνωμοσίες, εποχή πριν το ξέσπασμα του Β' παγκόσμιου, Ευρώπη και ΗΠΑ, ανερχόμενοι ναζί, αλλά και ωραία εικόνα και συχνά γκροτέσκες καταστάσεις (ή επί μέρους σκηνές), συνθέτουν ένα χορταστικό θέαμα, το οποίο ωστόσο δεν στερείται χιούμορ και υποδόριας σάτιρας, χαρακτηριστικό γνώρισμα των φιλμ του Ράσελ. Και, η μεγάλη έκπληξη, στο τέλος μαθαίνω ότι πρόκειται για αληθινή ιστορία, την οποία αγνοούσα πλήρως. Όχι βέβαια η πλοκή, οι 3 βασικοί χαρακτήρες και οι περιπέτειές τους (αυτά είναι επινοημένα), αλλά το όλο πράγμα που αποκαλύπτεται στο τέλος (τίποτα άλλο διότι θα ήταν σπόιλερ). 

Το ευχαριστήθηκα, δίχως να το θεωρώ μεγάλη ταινία. Οι υπόλοιποι δεν συμφώνησαν μαζί μου...

 

Τρίτη, Νοεμβρίου 22, 2022

"TIME AFTER TIME": Ο ΧΕΡΜΠΕΡΤ ΟΥΕΛΣ ΚΑΙ Ο... ΤΖΑΚ Ο ΑΝΤΕΡΟΒΓΑΛΤΗΣ

 


Ο Nicholas Meyer έγινε γνωστός το 1983, όταν γύρισε το ψευδοντοκιμαντέρ "Η Επόμενη Μέρα" κατατρομάζοντας την ανθρωπότητα αφού έδειχνε τις επιπτώσεις μιας πυρηνικής έκρηξης. Πριν απ' αυτό όμως, το 1979, είχε γυρίσει  το συμπαθητικό "Time After Time" (Μάχη με το Χρόνο" στην Ελλάδα) με τους Μάλκολμ Μακ Ντόουελ και τον Ντέιβιντ Γουόρνερ στους βασικούς ρόλους.

Το σενάριο είναι αρκετά πρωτότυπο. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Χέρμπερτ Τζέιμς Ουέλς δεν είναι συγγραφέας, αλλά... λαμπρός επιστήμονας. Και τι έχει εφεύρει; Μια μηχανή του χρόνου! Ενώ τη επιδεικνύει σε μια μικρή ομάδα στενών, πλην όμως δύσπιστων φίλων του, αποκαλύπτεται ότι ένας απ' αυτούς είναι ο αιμοσταγής Τζακ ο Αντεροβγάλτης. Για να αποφύγει τη σύλληψη εκείνος θα χρησιμοποιήσει πρώτος τη μηχανή για να διαφύγει στο μέλλον (στο 1979 δηλαδή, που γυρίζεται το φιλμ). Ο Ουέλς θα τον ακολουθήσει για να τον εξουδετερώσει και θα βρεθεί κι αυτός στον 20ό αιώνα.

Η ταινία, παρά τις κάποιες αφέλειές της (και την έλλειψη εντυπωσιακών ψηφιακών εφέ, αλλά αυτό δεν με πειράζει καθόλου), νομίζω ότι βλέπεται ευχάριστα μέχρι σήμερα. Διαθέτει το απαραίτητο σασπένς, διαθέτει ευφάνταστη βασική ιδέα και έχει και κάποιο χιούμορ, που βασίζεται βεβαίως στις αντιδράσεις του (σοσιαλιστή και φεμινιστή, ας σημειωθεί) Ουέλς μπροστά στα ποικίλα "θαύματα" του 20ού αιώνα. Αν είστε φίλος της επιστημονικής φαντασίας να το ψάξετε (ως ευχάριστο φιλμ βεβαίως, όχι ως αριστούργημα).

Κυριακή, Νοεμβρίου 20, 2022

"ΦΡΑΝΣ": ΓΙΑΤΙ ΟΛΟ ΑΥΤO;


 Ποτέ δεν συμπάθησα το γάλλο Bruno Dumont (κρίνοντας από τις λίγες ταινίες του που έχω δει). Η "France" του 2021, με την καλή Lea Seydoux να κυριαρχεί στην οθόνη, επιβεβαίωσε πλήρως την άποψή μου. 

Η ηρωίδα είναι μια τηλεοπτική σούπερ σταρ. Παίρνει βαρυσήμαντες συνεντεύξεις, πηγαίνει σε εμπόλεμες (και άλλες) περιοχές κάνοντας πρωτότυπα ή/και επικίνδυνα ρεπορτάζ, είναι παντού αναγνωρίσιμη και ακολουθείται από εκατομμύρια κοινού. Ωστόσο οι σχέσεις με τον άντρα της και το παιδί τους (στο ανκδιήγητο σπίτι τους) μοιάζουν να περνούν δύσκολη φάση. Ξαφνικά ένα μικροατύχημα, δίχως επιπτώσεις στην καριέρα της, μοιάζει να αλλάζει τη ζωή της και τον τρόπο σκέψης της.

Να σας πω ότι θεώρησα το φιλμ μια από τις πλέον "ατσούμπαλες" ταινίες που έχω δει; Δεν κατάλαβα γιατί κάνει ό,τι κάνει ο σκηνοθέτης και, αν κάτι θέλει να πει, το λέει με εντελώς άκομψο (το λέω ευγενικά) τρόπο - για μένα τουλάχιστον. Ένας αχταρμάς από το "ζειν επικινδύνως" της ηρωίδας, από τολμηρά ρεπορτάζ (κάποια αμφιλεγόμενα), από προσωπικές σχέσεις (ένας εξωσυζυγικός έρωτας με απροσδόκητη κατάληξη), από επαγγελματικές σχέσεις με συναδέλφους στα στούντιο, από ξαφνικές κρίσεις συγκίνησης και ανθρωπιάς τής μάλλον αδίστακτης σταρ στα καλά καθούμενα, από νευρικές καταρρεύσεις κλπ. κλπ. Όλα δοσμένα με άνευ λόγου κραυγαλέο τρόπο. Και, προς το τέλος (αν και έχει δυστυχώς και κάμποσο άλλο ακόμα), ένα τραγικό συμβάν κυριολεκτικά στα καλά καθούμενα εντελώς άνευ λόγου, που με άφησε να αναρωτιέμαι μέχρι σήμερα: "Αυτό πάλι γιατί δηλαδή;"

Σάτιρα της μεγάλης διασημότητας; Σάτιρα των μίντια, της δύναμης, της δυνατότητάς τους για αποκαλύψεις, αλλά και της ψευτιάς τους; Ψυχολογικό πορτρέτο μιας σταρ; Οι επιπτώσεις της διασημότητας στην καθημερινή ζωή της; Σχέση έρωτα και συμφέροντος; Όλα αυτά και κάμποσα άλλα και, τελικά, ένα τραβηγμένο απ' τα μαλλιά Τίποτα; Τι να πω; Το βρήκα κακό και ενοχλητικό (και, αλίμονο, κρατά 2 ώρες και 13')... 

ΥΓ: Ναι, αν αυτό σας συγκινεί ιδιαίτερα, υπάρχει στην πρώτη σκηνή πρες κόνφερανς με ερωτήσεις της πρωταγωνίστριας στον Μακρόν (τον αληθινό Μακρόν), που κάνει cameo εμφάνιση, άγνωστο γιατί. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου...

Πέμπτη, Νοεμβρίου 17, 2022

ΕΝΑΣ ΑΥΣΤΡΑΛΟΣ "ΑΓΝΩΣΤΟΣ"

 


"Ο Άγνωστος" (The Stranger, 2022) του Thomas M. Wright  είναι μια αυστραλέζικη ταινία θρίλερ, αρκετά σκοτεινή αλλά και αρκετά κουραστική κατά τη γνώμη μου.

Ένας μοναχικός και "ό,τι βρέξει ας κατεβάσει" άντρας μέσω ενός τύπου που γνωρίζει τυχαία γνωρίζεται με τη σειρά του με κάποιον άλλον, με τον οποίο θα γίνουν κολλητοί φίλοι, μπαίνει μέσω αυτού σε μια παράνομη οργάνωση (ναρκωτικά, πλαστογραφίες κλπ.) και όλα κυλούν καλά για τις λίγες ανάγκες του... ώσπου σιγά - σιγά αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε τι ακριβώς συμβαίνει.

Βασισμένο στην αληθινή ιστορία της εξιχνίασης μετά από πολλά χρόνια ενός από τα γνωστότερα εγκλήματα στη χώρα, η ταινία είναι αργή, ενίοτε υποβλητική, και εμβαθύνει στη ψυχολογία των ηρώων. Μπορεί επίσης να θεωρηθεί μια μελέτη του κακού. Το ενδιαφέρον είναι ότι μας δείχνει ξεκάθαρα ότι κυνηγός και θήραμα - αν θέλετε να το πούμε σε απλοϊκή κινηματογραφική διάλεκτο "καλός" και "κακός" - όταν ασχολούνται διαρκώς με το κακό (άσχετο αν το διαπράττουν ή αν κυνηγούν τον εγκληματία) βράζουν ουσιαστικά στο ίδιο καζάνι. Η ζωή τους είναι αφιερωμένη στο κακό κι αυτό την καταστρέφει, ανεξάρτητα από την πλευρά στην οποία βρίσκεται ο καθένας. Ίσως και γι' αυτό οι δύο ήρωες μοιάζουν αρκετά στο γενικό σουλούπι, στα μαλλιά - γένια, το ντύσιμο κλπ., ώστε σε κάθε σκηνή να περνά λίγο για να ξεδιαλύνεις ποιος είναι ποιος.

Αυτά είναι θετικά. Όμως οι απίστευτες λεπτομέρειες, ο εξονυχιστικός σχεδιασμός της αστυνομικής επιχείρησης για να εξιχνιαστεί ένα παλιό έγκλημα, οι σχέσεις των δύο φίλων, των μελών της παράνομης οργάνωσης, των αστυνομικών κλπ. κλπ. δίνονται τόσο λεπτομερώς που ομολογώ ότι κουράστηκα. Σίγουρα έχει αρετές, αλλά δεν θα συμμεριστώ απόλυτα τα πολλά αστεράκια των κριτικών.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 14, 2022

ΑΝΗΣΥΧΟΙ ΝΕΑΡΟΙ ΣΤΑ "ΠΕΝΤΕ ΕΥΚΟΛΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ"

 


Ο Bob Rafelson (1933-2022) ήταν σκηνοθέτης που γύρισε λίγες σχετικά ταινίες. Η γνωστότερη μάλλον παραμένει το "Πέντε Εύκολα Κομμάτια" του 1970, με το νεαρό Τζακ Νίκολσον στον πρώτο ρόλο, αλλά και την Κάρεν Μπλακ.

Ένας νέος δουλεύει εργάτης σε εργοτάξιο, σιχαίνεται τη δουλειά του, είναι εριστικός, ζει με μια σερβιτόρα, λαϊκή και με μάλλον χαμηλό IQ - και μάλιστα την απατά, μεθά σε μπαρ, ξενυχτά κλπ. κλπ. κλπ. Γενικά είναι "όπου λάχει". Κάποια στιγμή μαθαίνει ότι ο πατέρας του δεν είναι καλά και πηγαίνει με αυτοκίνητο βόρεια για να βρει την οικογένειά του, συνοδευόμενος από την κοπέλα του. Εκεί θα μάθουμε ότι προέρχεται από οικογένεια ανώτερης τάξης, ότι είναι μορφωμένος, αλλά τα έχει παρατήσει όλα για να ζει μια αλήτικη ζωή.

Χαρακτηριστική ταινία της εποχής της, που καταγράφει εύγλωττα την αίσθηση κάποιων ανθρώπων που νοιώθουν ότι "δεν τους χωράει ο κόσμος". Ο ήρωας νοιώθει να ασφυκτιά στην μεγαλοαστική, καλλιεργημένη και καλλιτεχνική οικογένειά του και διαλέγει να ζει μια λαϊκή ζωή γεμάτη αλκοόλ, φτηνό έτοιμο φαγητό, λαϊκές γκόμενες και συναναστροφές και ταιριαστή με όλα αυτά δουλειά. Έτσι το φιλμ αντιπαραθέτει την αβυσσαλέα διαφορά του τρόπου ζωής των δύο τάξεων, αλλά ως ήρωα έχει ένα ανήσυχο πνεύμα που δεν χωρά πουθενά, σε κανένα κοινωνικό καλούπι (ούτε και στα της οικογένειας με γάμο, παιδιά κλπ.). Διότι, παρά το ότι επιλέγει το ένα απ' αυτά, το λαϊκό, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι είναι ευχαριστημένος εκεί. 

Σημαντική ταινία των 70ς καταγράφει τη νεανική ανησυχία και, απόλυτα σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής, κάνει φανερό ότι χρειάζεται ένας "τρίτος δρόμος" για μια ικανοποιητική ζωή, που θα βρίσκεται μακριά και από τα δύο αντίθετα πρότυπα. Δεν λέει τίποτα για το τι και πώς του δρόμου αυτού, επιμένει όμως, μέσω της τυφλής και δίχως οποιονδήποτε προσανατολισμό αναζήτησης (ή/και αντίδρασης) του βασικού χαρακτήρα, στην ανάγκη για κάτι τέτοιο. Τότε ανθούσε ο χιπισμός και οι κάθε λογής εναλλακτικές κουλτούρες. Κι αυτές όμως απέτυχαν οικτρά, αδυνατώντας να αλλάξουν τον κόσμο. Τότε τι λοιπόν; 

Το φιλμ, όπως είπαμε, δεν δίνει καμιά απάντηση. Καταγράφει όμως την ανησυχία και τη νεανική αίσθηση ότι "όλα μου φταίνε".

Κυριακή, Νοεμβρίου 13, 2022

Η "CARRIE" ΚΑΙ Η (ΜΗ) ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥ

 


Το 1976 ο Brian De Palma βρισκόταν σε εξαιρετική δημιουργική φόρμα, ενώ το άστρο του Στίβεν Κινγκ ανέτειλε (δεν ήταν ακόμα ο σημερινός σούπερ σταρ). Τότε λοιπόν ο πρώτος βασίζεται σε βιβλίο του δεύτερου και γυρίζει μια από τις καλύτερες ταινίες τρόμου, την "Carrie" (Κάρι, Έκρηξη Οργής), με την εξαιρετική Σίσι Σπέισεκ στον ομώνυμο ρόλο, σε ένα φιλμ που την καθιέρωσε. 

Η Κάρι είναι τελειόφοιτη στο σχολείο και απομονωμένη, αμίλητη, δειλή, πράγμα που οφείλεται στη σκληρή καταπίεση και τις δρακόντειες απαγορεύσεις της θρησκόληπτης και παθολογικά σεξοφοβικής μητέρας της, με την οποία ζει. Αυτό οδηγεί σε μπούλινγκ από τους περισσότερους συμμαθητές της, το οποίο, ως φαύλος κύκλος, επιτείνει τη μοναχικότητά της. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο: Η φοβισμένη από τον κόσμο Κάρι διαθέτει κάποιες παραφυσικές ικανότητες, όπως η τηλεκίνηση. Τι θα συμβεί όταν ο γόης του σχολείου, εκπλήσσοντας τους πάντες, της ζητά να την συνοδεύσει στον περίφημο "χορό αποφοίτησης", που τόσα πολλά σημαίνει για τους αμερικάνους;

Εξαιρετικό θρίλερ, που χτίζεται σιγά - σιγά, για να καταλήξει στο απώγειο, δηλαδή στον εφιάλτη του τέλους. Ταυτόχρονα μιλά για πολλά πράγματα: Για την άρνηση αποδοχής του όποιου "διαφορετικού" από το κοινωνικό περιβάλλον, ένα θέμα όχι και τόσο κοινό τότε, όπως συμβαίνει σήμερα, για τον φαύλο κύκλο της οικογενειακής καταπίεσης που οδηγεί στο φόβο και την απόσυρση, πράγμα που προκαλεί τη διαφορετικότητα και την συνακόλουθη απομόνωση από τους στενόμυαλους, αλλά και για τις επιπτώσεις της αντιμετώπισης του σεξ ως κάτι βρώμικο και "κακό" ("πηγή  όλων των κακών" για τη μητέρα της). Και φυσικά στηλιτεύει το είδος εκείνο του μαζοχιστικού, πουριτανικού χριστιανισμού, που μισεί κάθε εκδήλωση χαράς και ελευθερίας.

Για τους φίλους του τρόμου αποτελεί απόλυτο must μιας εποχής (70ς-80ς) που το είδος ανθούσε. Αλλά και για τους φίλους του σινεμά γενικότερα. Βλέποντάς το ξανά μετά πολλά πολλά χρόνια, μόνο να το επανεκτιμήσω μπορούσα.

ΥΓ: Σε δεύτερο ρόλο εμφανίζεται ο σχετικά άγνωστος τότε Τζον Τραβόλτα.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 09, 2022

Ο ΑΝΤΙΗΡΩΙΚΟΣ "ΟΥΡΑΝΟΣ"


 Το 1962 μπαίνει για πολλούς το πρώτο λιθαράκι στα θεμέλια αυτού που ονομάζουμε "Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος". Πρόκειται για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Τάκη Κανελλόπουλου (1933-1990) "Ουρανός", μια ασπρόμαυρη ταινία για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο στα αλβανικά βουνά το 1940.

Το φιλμ χωρίζεται σε τρία μέρη: Στο πρώτο δείχνει την καθημερινότητα 5-6 στρατιωτών σε ένα απομονωμένο φυλάκιο μια μέρα πριν την κήρυξη του πολέμου. Στο δεύτερο μέρος οι στρατιώτες που έχουν ζήσει αρκετά μαζί χωρίζουν, καθώς ο καθένας βρίσκεται σε άλλο σημείο του μετώπου, κι εμείς παρακολουθούμε τις ιστορίες τους. Στο τρίτο μέρος ακολουθούμε τους επιζήσαντες στην δύσκολη απ' όλες τις απόψεις (και ταπεινωτική) επιστροφή τους στα χωριά ή τις πόλεις τους μετά την λαίλαπα των ναζιστικών στρατευμάτων που κατέλαβαν τη χώρα σε πολύ λίγο χρόνο.

Το φιλμ έχει αργούς ρυθμούς, όμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία που συχνά εστιάζει στο τοπίο και εν γένει διαπνέεται από βαθιά συγκίνηση. Το σημαντικότερο όμως χαρακτηριστικό του είναι το γεγονός ότι ενώ μιλά για το περίφημο "έπος του 40" και τη νίκη των ελλήνων επί των ιταλών εισβολέων στα βουνά της Αλβανίας, δεν έχει τίποτα το ηρωικό. Ή μάλλον έχει, στις σκηνές των μαχών ή στο φρόνημα κάποιων από τους ήρωες, αλλά σε όλη την υπόλοιπη διάρκεια κυριαρχεί η μελαγχολία, η αφόρητη μερικές φορές αίσθηση της ήττας (μια ήττα που ήρθε από τους γερμανούς, ενώ οι στρατιώτες είχαν νικήσει τους ιταλούς), οι αφάνταστες κακουχίες και ο αγώνας για επιβίωση. Έτσι, αν και αφηγείται πολεμικά γεγονότα, γίνεται η πρώτη καθαρά αντιπολεμική ταινία του ελληνικού σινεμά, αφού επικεντρώνεται στις φριχτές επιπτώσεις του πολέμου (του κάθε πολέμου, ο ελληνοϊταλικός αποτελεί απλά μια αφορμή). Άλλωστε η αντιπαράθεση της ειρηνικής περιόδου με την πολεμική είναι χαρακτηριστική. Και, επιπλέον, το κλίμα της μετέπειτα "ειρήνης", που έρχεται υποχρεωτικά μετά την καταστροφή, σε τίποτα δεν μοιάζει με την "κανονική" πριν από τον πόλεμο ειρήνη, αφού ο θάνατος και η καταστροφή έχουν πλέον διαποτίσει τα πάντα.

Σημαντική ταινία για τη χώρα μας από έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο δημιουργό, που πλήρωσε την ευαισθησία του με πολλές απογοητεύσεις.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 07, 2022

"ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ" ΚΑΙ ΟΙ ΣΙΡΙΑΛ ΚΙΛΕΡΣ

 


Σε ένα μικρό και σχετικά απομονωμένο χωριό της Ιταλίας, όπου κυριαρχεί μια χριστιανική αίρεση, ένα κορίτσι βγαίνει από το σπίτι του για να πάει - πού αλλού; - στην εκκλησία... και εξαφανίζεται. Ένας αστυνομικός, γνωστός για τις σχέσεις του με τα media και το κυνήγι της διασημότητας, ψάχνει εμμονικά τον πιθανό δολοφόνο (αφού δεν έχει βρεθεί πτώμα). Ένας καθηγητής θεωρείται ύποπτος και διασύρεται από τα προαναφερθέντα media...

Το "Κορίτσι στην Ομίχλη" (La ragazza nella nebbia) του 2017 είναι η πρώτη ταινία του ιταλού Donato Carrisi, που είναι και συγγραφέας (απ' ότι κατάλαβα κάνει ταινίες τα μυθιστορήματά του). Πρόκειται βεβαίως για θρίλερ, και μάλιστα από τα πολύπλοκα και γεμάτα ανατροπές τέτοια, με τον γνωστό Τόνι Σερβίλιο στο ρόλο του αμφιλεγόμενου αστυνομικού, αλλά και τον Ζαν Ρενό σε άλλο, χαρακτηριστικό ρόλο. Είναι αρκετά ατμοσφαιρικό, κρατά το ενδιαφέρον με τα διαρκή ερωτηματικά που εγείρει για την ταυτότητα του δολοφόνου και, παράπλευρα, καυτηριάζει τα media και τη γνωστή, βρώμικη και σκανδαλοθηρική στάση τους. Ωστόσο βρίσκω το σενάριο αρκετά φλύαρο, καθώς προσπαθεί να εντυπωσιάσει με τις διαρκείς ανατροπές - και τη κουφή, πλην όμως δύσκολα πιστευτή, ανατροπή του τέλους - και διαθέτει διάφορα στοιχεία που παρατίθενται μάλλον άνευ λόγου (σε τι θα άλλαζε, ας πούμε, η όλη ιστορία αν επρόκειτο και πάλι για ένα απομονωμένο χωριό, αλλά δίχως την εκκλησία των φανατικών χριστιανών;)

Βλέπεται, αλλά μάλλον έχουμε δει πολλά τέτοια θρίλερ.

Κυριακή, Νοεμβρίου 06, 2022

Η ΠΟΛΥΕΠΙΠΕΔΗ ΚΟΜΨΟΤΗΤΑ ΤΟΥ "DRIVE MY CAR"

 


Ο γιαπωνέζος Ryusuke Hamaguchi είναι ένας χαμηλότονος δημιουργός που ξέρει να αφηγείται ιστορίες που εμβαθύνουν στην ψυχολογία των ηρώων και είναι τρυφερές και συγκινητικές. Όλα αυτά κρίνοντας και από τη μοναδική άλλη ταινία του που έχω δει, τις "Ιστορίες της Τύχης και της Φαντασίας". Το τρίωρο (!) "Drive my Car" του 2021 είναι κατά τη γνώμη μου καλύτερο.

Ένας γνωστός θεατρικός σκηνοθέτης προσπαθεί να ξεπεράσει την αιφνίδια απώλεια της γυναίκας του, την οποία αγαπούσε παρά το ότι εκείνη τον απατούσε (ενώ, παραδόξως, τον αγαπούσε κι εκείνη πολύ). Δύο χρόνια μετά δέχεται να ανεβάσει τον "Θείο Βάνια" του Τσέχωφ στη Χιροσόμα και αναγκάζεται να ζήσει εκεί για ένα διάστημα. Θα επιλέξει, μετά από κάστινγκ, τους ηθοποιούς, θα αρχίσει πρόβες και θα αποκτήσει μια ιδιαίτερη σχέση με τη λιγομίλητη οδηγό που η εταιρία του οργανισμού που ανεβάζει το έργο του έχει παραχωρήσει.

Η ταινία κινείται σε θαυμαστά πολλά επίπεδα: Η διαχείριση της απώλειας, η σχέση τέχνης - πραγματικότητας, η τέχνη ως θεραπεία τραυμάτων, η φυγή από την (περήφανη) εσωστρέφεια και, επιτέλους, η αμέριστη εμπιστοσύνη σε κάποιον άλλον, η εμβάθυνση στο έργο ενός δημιουργού (εδώ στον Τσέχωφ), οι πολύπλοκες σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στους ήρωες (ο σκηνοθέτης, η οδηγός, η νεκρή γυναίκα, οι ηθοποιοί του έργου, ο καθένας με τη δική του προσωπικότητα και ιδιορρυθμία κλπ. κλπ.)... Ιδιαίτερα οι σχέσεις αυτές συνθέτουν ένα πολύπλοκο γαϊτανάκι, συχνά με ερωτηματικά και κενά που προκύπτουν στο θεατή, τα οποία όμως απαντώνται κατά τη διάρκεια της ταινίας. Αυτό έχει και ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού δημιουργεί ένα περίεργο είδος "σασπένς σχέσεων" (γιατί αυτοί συμπεριφέρονται έτσι; γιατί ο/η τάδε κάνει αυτό που κάνει κλπ.). Βλέπετε, στηρίζεται σε διήγημα του Μουρακάμι κι αυτός ξέρει από τέτοια. Η εικόνα είναι όμορφη, γαλήνια, με το κόκκινο αυτοκίνητο του πρωταγωνιστή να είναι συχνά το μοναδικό έντονο χρώμα στο πλάνο, προσθέτοντας ένα ακόμα συν στην ταινία.

Γενικά θα πω ότι παρά τη μεγάλη διάρκεια η ταινία δεν με κούρασε καθόλου. Αντίθετα τη  βρήκα εξαιρετική. Σίγουρα στις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 03, 2022

Ο "EΟ" ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΑΡΑΦΡΟΣΥΝΗ


 Ο σημαντικός πολωνός σκηνοθέτης Jerzy Skolimowski το 2022, στα 84 του χρόνια δηλαδή, αποφασίζει να κάνει ένα ελεύθερο ριμέικ του "Au hasard Balthazar" (1966) του Robert Bresson. Βέβαια η παλιά ταινία είναι ασπρόμαυρη και απόλυτα μινιμαλιστική (ο Μπρεσόν είναι ο σημαντικότερος ίσως εκπρόσωπος του κινηματογραφικού μινιμαλισμού), ενώ ο Σκολιμόφσκι στο δικό του "Εο" υιοθετεί μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση.

Πρόκειται για την ιστορία ενός γαϊδάρου, ο οποίος πρωταγωνιστεί στο φιλμ. Αρχικά δουλεύει σε τσίρκο και η συμπρωταγωνίστριά του στο νούμερο τον αγαπά πραγματικά. Στη συνέχεια θα απελευθερωθεί από ακτιβιστές και θα γνωρίσει πολλά αφεντικά, περιπέτειες και ταξίδια, καταλήγοντας τελικά από την Πολωνία στην Ιταλία. Σ' όλο αυτό το ακούσιο οδοιπορικό θα γνωρίσει την ανθρώπινη παράνοια και σκληρότητα, αλλά και καλές στιγμές, οι οποίες ωστόσο δεν μπορούν να συγκριθούν με την αγάπη της κοπέλας (που έχασε για πάντα) στην αρχή του φιλμ.

Η ταινία είναι δομημένη σε αποσπασματικά επεισόδια, κάτι σαν κομμάτια ζωής από διαφορετικούς ανθρώπους που ζουν διαφορετικές καταστάσεις και κάποια στιγμή συναντιούνται με το ζώο. Ο Έο είναι ο στωικός παρατηρητής, ανήμπορος να αντιδράσει, που βιώνει όλες αυτές τις καταστάσεις που δημιουργούνται από κτηνώδεις, ανεγκέφαλους φίλαθλους μέχρι από μια σύγχρονη βαρόνη με προσωπικά προβλήματα (η Ιζαμπέλ Ιπέρ σε μια σύντομη εμφάνιση). Γίνεται έτσι, άθελά του, ο αθώος αποδέκτης ανθρώπινων συμπεριφορών που καταδεικνύουν το παράλογο της ανθρώπινης συμπεριφοράς ή της ανθρώπινης κοινωνίας.

Εντυπωσιακή είναι η σκηνοθεσία (και εντελώς διαφορετική από το πρωτότυπο, όπως είπαμε). Ο Σκολιμόφσκι δίνει εντυπωσιακές (και πολλές φορές πανέμορφες) εικόνες, συχνά κινηματογραφημένες με την οπτική του ζώου, δείχνοντάς μας ακόμα και τα όνειρά του, δημιουργώντας σε αρκετά σημεία ένα εντελώς παραισθητικό, ψυχεδελικό θα έλεγα αποτέλεσμα. Συνολικά το φιλμ είναι συγκινητικό, άλλοτε τρυφερό και άλλοτε σκληρό, και, βεβαίως, πάνω απ' όλα έντονα φιλοζωικό. Δεν περίμενα αυτή την αισθητική και τη φρεσκάδα από έναν 84χρονο! Μπράβο!



Τετάρτη, Νοεμβρίου 02, 2022

"SUNDAY BLOODY SUNDAY" Ή ΤΑ ΤΑΡΑΓΜΕΝΑ 60ς ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΩΤΑ 70ς


 Ένας νεαρός καλλιτέχνης έχει ταυτόχρονη ερωτική σχέση με έναν μεγαλύτερό του μοναχικό γιατρό και με μια γοητευτική κοπέλα, δυναμική και ανεξάρτητη. Οι σχέσεις τους είναι περίπλοκες αφού όλοι γνωρίζουν την ύπαρξη του άλλου. Ωστόσο εκείνος μοιάζει να παίζει ανέμελα και με τους δύο, ενώ για το γιατρό και την κοπέλα τα πράγματα είναι πιο σοβαρά...

Ναι, η ιστορία εύκολα μαντεύει κανείς ότι μάλλον θα είναι της ταραγμένης, πρωτοποριακής και πειραματιζόμενης με τα πάντα δεκαετίας του 60 και των καταλοίπων της στις αρχές των 70ς. Πρόκειται για το φιλμ "Sunday Bloody Sunday" (Καταραμένη Κυριακή) του 1971 του σημαντικού την εποχή αυτή John Schlesinger (1926-2003), με την υπέροχη Γκλέντα Τζάκσον  (από τις αγαπημένες μου ηθοποιούς ever) και τον Πίτερ Φιντς στους κύριους ρόλους. 

Πρόκειται για ταινία σχέσεων (ερωτικών σχέσεων), που εξερευνά την ψυχολογία των αντισυμβατικών ηρώων της και τις επιπτώσεις που προκαλεί αυτή ακριβώς η αντισυμβατικότητα (τελικά ο κόσμος δεν είναι έτοιμος για απόλυτα ανοιχτές ερωτικές σχέσεις). Ξεσπάσματα απελπισίας συνυπάρχουν με την αγάπη και την κατανόηση, πόθος για αποκλειστικότητα με την αποδοχή του άλλου και της ανεξαρτησίας του...  Η αφήγηση είναι κάπως ρευστή, δίχως κορυφώσεις και ανατροπές. Απλώς καταγράφει τα τεκταινόμενα. Πάνω απ' όλα η αξία της ταινίας για μένα είναι ότι μας δίνει ανάγλυφα το κλίμα μιας εποχής που πάσχισε να κατακτήσει το αδύνατο (το αδύνατο σύμφωνα με τις κοινωνικές συμβάσεις τουλάχιστον) και, όπως κατέδειξαν περίτρανα οι επόμενες δεκαετίες, απέτυχε παταγωδώς. Προσωπικά πάντως όλη αυτή η αναζήτηση και η αμφισβήτηση των πάντων, αλλά και η απόλυτη αποτυχία, εξακολουθούν να μου προκαλούν συγκίνηση. Τουλάχιστον κάποιοι τόλμησαν!