Τρίτη, Απριλίου 12, 2022

"NEON DEMON": ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΟ ΚΕΛΥΦΟΣ, ΑΝΥΠΑΡΚΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

 


Είναι γεγονός ότι δεν πολυσυμπαθώ τον δανό Nicolas Winding Refn, ο οποίος βεβαίως δουλεύει στις ΗΠΑ. Το "Neon Demon" του 2016 επιβεβαιώνει τη κακή μου γνώμη.

Μια νεαρή, πολύ όμορφη κοπέλα, άβγαλτη από την επαρχία (Elle Fanning) πάει στο Λος Άντζελες για να κάνει την τύχη της ως μοντέλο. Η ομορφιά και η φρεσκάδα της θα ξεχωρίσουν, θα φουντώσουν όμως και τη ζήλια πολλών από τους παρεπιδημούντες στον σκληρό κόσμο της μόδας...

Εντυπωσιακή εικόνα και φωτογραφία, απόλυτα γκλαμουράτη ατμόσφαιρα, όμορφες γυναίκες, απαστράπτον περιβάλλον, διάχυτος ερωτισμός και όλα αυτά, από ένα σημείο και πέρα τουλάχιστον, δοσμένα ως θρίλερ - συχνά ως θρίλερ τρόμου μάλιστα. Και όλα αυτά γιατί; Για να μας πει ότι ο κόσμος της μόδας είναι πολύ, μα πολύ κακός και ο ένας τρώει τις σάρκες του άλλου; Προσωπικά ήμουν ήδη σίγουρος γι' αυτό και δε με πολυνοιάζει κιόλας, δικό τους πρόβλημα. 

Γενικά βρήκα το φιλμ ανούσιο και το (φριχτό) τέλος, συνειδητά overdose βεβαίως, κάπως ατσούμπαλο, ξαφνικό και αψυχολόγητο. Τι να πω; Ότι ο Refn όλο και περισσότερο μου φαίνεται σκέτη φούσκα; Θα δω και τις παλιότερες ταινίες του για να σιγουρευτώ. Του αφήνω ακόμα μια μικρή περίοδο χάρης... 

Κυριακή, Απριλίου 10, 2022

"THE ROOM" Ή ΟΤΑΝ ΟΙ ΕΥΧΕΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΕ ΕΦΙΑΛΤΕΣ

 


Να μια ενδιαφέρουσα ταινία του φανταστικού - ή, τουλάχιστον, ασυνήθιστη. "The Room" (2019) του γάλλου Christian Volckman, ο οποίος, όπως διαβάζω, είναι επίσης συγγραφέας και εικαστικός. Είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του και έχει ως πρωταγωνίστρια την πολύ όμορφη Olga Kurylenko.

Ένα ζευγάρι εγκαθίσταται σε απομονωμένο μεγάλο σπίτι κάπου στην εξοχή (εκείνος είναι ζωγράφος). Πολύ σύντομα θα ανακαλύψουν έκπληκτοι ότι το σπίτι (ένα δωμάτιο του σπιτιού για την ακρίβεια) μπορεί με μυστηριώδη τρόπο να εκπληρώσει κάθε υλική τους επιθυμίες. Άραγε, υπάρχουν κάποιοι περιορισμοί σ΄ αυτό - και τι είδους; Και τι θα γίνει όταν η μεγαλύτερη επιθυμία της γυναίκας είναι να αποκτήσει παιδί; 

Αρκετά πρωτότυπη ιδέα, καλός ρυθμός και διαρκής πορεία προς μια όλο και πιο σκοτεινή εκδοχή της αρχικής ευφορίας. Το φιλμ, ενώ ανήκει στο χώρο του φανταστικού όντας ένα είδος παραμυθιού, είναι δοσμένο ως θρίλερ, φλερτάροντας μάλιστα με στοιχεία του σινεμά τρόμου - δίχως να είναι ακριβώς. Θεωρώ μια από τις αρετές του αυτήν ακριβώς την "υβριδική" ταυτότητα. Κι επειδή κρατά, νομίζω, τον θεατή, μου άρεσε αρκετά. Και ίσως αποτελεί και ένα είδος σχολίου για τον καταναλωτισμό και την εφήμερη ευτυχία που μπορεί να δώσουν τα υλικά και μόνο αγαθά. Πάντως, καλού κακού, προσέξτε τι εύχεστε...

Πέμπτη, Απριλίου 07, 2022

"GOOD TIME";;;;;;;

 


Ο Κόνι παίρνει οργισμένος τον κάπως "καθυστερημένο" αδελφό του από μια θεραπευτική συνεδρία και οργανώνει μαζί του μια ληστεία τράπεζας, όπου τίποτα δεν πάει καλά. Θα πάρουν μεν τα λεφτά, αλλά ο αδελφός θα πανικοβληθεί και θα συλληφθεί. Από εκεί και πέρα ο Κόνι θα αποδυθεί σε μια οδύσσεια για να καταφέρει να βγάλει από τη φυλακή τον αδελφό του με κάθε τρόπο.

Αυτά συμβαίνουν στο "Good Time" του 2017, μια ταινία των αδελφών Benny  και Josh Safdie (ο πρώτος μάλιστα συμπρωταγωνιστεί υποδυόμενος τον καθυστερημένο αδελφό), με πρωταγωνιστή τον Robert Pattinson. Οι αδελφοί Safdie έχουν σκηνοθετήσει μερικές μεγάλου και αρκετές μικρού μήκους ταινίες. 

Η ταινία είναι όσο πιο αγχωτική μπορεί να γίνει μια ταινία αυτού του είδους. Είπαμε ότι από την αρχή τίποτα δεν πάει καλά, αλλά καθώς ο "μικρός" είναι στη φυλακή, ο αγώνας του μεγάλου αδελφού να τον σώσει τον οδηγεί όλο και πιο βαθιά στην (κοινωνική) κόλαση. Κάθε πρόβλημα που δημιουργείται μοιάζει να δημιουργεί με τη σειρά του άλλο, ακόμα μεγαλύτερο, ακόμα πιο αδιέξοδο. Όλο αυτό, δοσμένο ρεαλιστικά, αποτελεί μια κατάδυση στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα (όχι ακριβώς σε λούμπεν, αλλά και καμία σχέση μ' αυτό που θα ονομάζαμε "εύπορα") και στην καθημερινή ανθρώπινη μιζέρια. Συγχρόνως ο ρυθμός είναι πολύ καλός (και, το ξαναείπαμε, αγχωτικός), καθώς ο κλοιός σφίγγει όλο και περισσότερο και τα αδιέξοδα πολλαπλασιάζονται...

Ενδιαφέρον φιλμ, με έντονη κοινωνική διάσταση εκτός της δράσης, που αξίζει την προσοχή σας.

Σάββατο, Απριλίου 02, 2022

ΠΟΛΥΠΛΟΚΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ ΣΕ ΕΝΑ "ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ"


Ο γάλλος Gilles Mimouni έχει, άγνωστο γιατί, γυρίσει μία μόνο ταινία (και ελάχιστα τηλεοπτικά), της οποίας μάλιστα έγραψε και το σενάριο. Πρόκειται για το γνωστό "L'Appatrement" (Διαμέρισμα στο Κέντρο της Πόλης) του 1996. Με νεαρούς, λαμπερούς τότε πρωταγωνιστές τη Μόνικα Μπελούτσι και τον Βενσάν Κασέλ.

Ένας νέος με καλή δουλειά που σχεδιάζεινα παντρευτεί την κοπέλα του και ετοιμάζεται να φύγει για επαγγελματικό ταξίδι στο Τόκιο, βλέπει τυχαία κάπου - και τη χάνει πάλι - μια πρώην αγαπημένη του, η οποία είχε εξαφανιστεί μυστηριωδώς από τη ζωή του. Παρατώντας τα πάντα, δουλειά, κοπέλα κλπ., αρχίζει να ψάχνει εμμονικά τα ίχνη της και να θυμάται τι είχε συμβεί μεταξύ τους στο παρελθόν.

Το φιλμ διαθέτει πολύπλοκο σενάριο, με συνεχείς κινήσεις μπρος - πίσω στο χρόνο, δομημένο ως παζλ. Ο θεατής προσπαθεί να ενώσει τα κομμάτια για να κατανοήσει τι ακριβώς συμβαίνει - ή τι είχε συμβεί παλιά. Πρόκειται για ένα απολαυστικό παιχνίδι, που νομίζω ότι κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον. Ταυτόχρονα υπάρχει έντονο το ρομαντικό στοιχείο, αφού το όλο πράγμα δεν είναι μια αστυνομική ιστορία, όπως συνηθίζεται σε ταινίες με τέτοια δομή, αλλά μια καθαρά αισθηματική, όπου παλιοί ή πρόσφατοι πόθοι και έρωτες, μικρής ή μεγάλης διάρκειας, μπλέκονται αξεδιάλυτα. Ωστόσο η ιστορία είναι δοσμένη απόλυτα με τον τρόπο των ταινιών μυστηρίου. Σ' αυτό άλλωστε έγκειται και η πρωτοτυπία της ταινίας. Πέραν του ερωτικού στοιχείου, το φιλμ τονίζει την τεράστια σημασία της έννοιας του τυχαίου στη ζωή μας. Ποιος είπε ότι ορίζουμε τις ζωές μας;

Βλέπεται απνευστί και, πιθανόν, απαιτεί και δεύτερη θέαση για να ξεδιαλύνουμε σκοτεινά σημεία και να βάλουμε κάποια στοιχεία στη θέση τους.

Παρασκευή, Μαρτίου 25, 2022

Ο ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ ΕΝΟΣ "ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΥ"

 


Το 1952 ο Akira Kurosawa (1910-1998) φτιάχνει μια από τις γνωστότερες ταινίες του, τον "Καταδικασμένο" (Ikiru). Μια ασπρόμαυρη, δραματική ταινία που μιλά ίσως... για το νόημα της ζωής.

Ένας απόλυτα γραφειοκράτης ηλικιωμένος προϊστάμενος σε δημόσια υπηρεσία, "άχρωμος", "άοσμος", τόσο που όλοι τον θεωρούν "άνθρωπο χωρίς ιδιότητες", μαθαίνει ότι έχει καρκίνο και ότι του μένουν λίγοι μήνες ζωής. Τι θα κάνει στον χρόνο που του μένει;

Η ταινία διαθέτει πολλά επίπεδα: Υπάρχει το θέμα της άδειας ζωής (της ζωής του), που ξαφνικά συνειδητοποιεί ο ήρωας. Είναι μοναχικός, λιτοδίαιτος, ζει μεν με το γιο του και τη γυναίκα του τελευταίου, αλλά οι σχέσεις τους δεν βρίσκονται στο καλύτερο επίπεδο, μάλλον τσιγκούνης (ίσως και όχι ακριβώς, αφού δεν βρίσκει πώς να ξοδέψει τα λεφτά του), ο κλασικός τύπος του "σπίτι - δουλειά". Η οποία δουλειά, σημειωτέον, κυλά μέσα στη μονοτονία και τη ρουτίνα, δίχως τίποτα δημιουργικό. 

Από την άλλη βλέπουμε ένα δυνατό σχόλιο πάνω στην αδράνεια των δημόσιων υπηρεσιών, τη γραφειοκρατία που πνίγει κάθε προσπάθεια, το βάλτωμα όσων εργάζονται εκεί - αλλά και γενικότερα πάνω στην αφόρητη ρουτίνα πολλών επαγγελμάτων, βασική πηγή δυστυχίας για τον άνθρωπο. Από τη συγκεκριμένη οπτική γωνία, μπορεί κανείς να δει το φιλμ και ως ένα καθαρά ιστορικό ντοκουμέντο πάνω στην εξαιρετικά μίζερη Ιαπωνία της εποχής. Υπενθυμίζουμε ότι βρισκόμαστε λίγα μόλις χρόνια μετά την ήττα και τη βόμβα και τίποτα δεν προοιωνίζει το μετέπειτα οικονομικό θαύμα. 

Τέλος το φιλμ μιλά για την προτεραιότητα του "δημοσίου", του συλλογικού, της αλληλοβοήθειας επί του ιδιωτικού, της αποκλειστικής φροντίδας για τον εαυτό. Βλέπετε, ο ήρωάς μας θα δοκιμάσει διάφορους τρόπους να ξεδώσει ή, αν θέλετε, να ξοδέψει τα λεφτά του με τρόπους που δεν είχε ποτέ δοκιμάσει, που του είναι τελικά ξένοι και δεν το γεμίζουν. Λύτρωση θα βρει μόνο στο συλλογικό... Ή, αν το δείτε αλλιώς, μόνο όταν αποκτά ένα σκοπό στη ζωή, μια (υγιή) εμμονή. Έτσι γίνεται (η ταινία) ένα είδος καταδίκης (ή προειδοποίησης) για τους άδειους ανθρώπους, τους ανθρώπους χωρίς ενδιαφέροντα, που είναι πολύ περισσότεροι απ' όσους νομίζετε. Ο δυστυχισμένος άνθρωπος είναι ο άδειος άνθρωπος, ο άνθρωπος δίχως όραμα.

Προειδοποιώ ότι η ταινία είναι "σκοτεινή", ίσως και καταθλιπτική θα μπορούσε κανείς να τη χαρακτηρίσει. Για όλα τα παραπάνω όμως - και άλλα που εσείς θα εντοπίσετε - παραμένει μια από πιο συγκινητικές και βαθιά ανθρώπινες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ, που δείχνει ανάγλυφα ότι η προσωπική ευτυχία μέσα σε ένα υποβαθμισμένο και μίζερο κοινωνικό περιβάλλον είναι ανέφικτη.

Κυριακή, Μαρτίου 20, 2022

"ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ" ΚΑΙ Ο "ΜΑΖΟΧΙΣΤΙΚΟΣ" ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ


Το 1986 ο γάλλος Jean-Jacques Annaud μεταφέρει στην οθόνη το περίφημο μπεστ σέλερ του Έκο "Το Όνομα του Ρόδου" με τον Σον Κόνερι και τον Κρίστιαν Σλέιτερ ως βασικούς πρωταγωνιστές. Ξαναείδα την ταινία μετά από πάμπολλα χρόνια και, κατά τη γνώμη μου, η μεταφορά είναι επιτυχημένη.

Κατά τον μεσαίωνα ένας φραγκισκανός μοναχός, ιδιαίτερα έξυπνος, ο οποίος στο παρελθόν είχε κατηγορηθεί ως αιρετικός, φτάνει με τον "μαθητή" του σε ένα απομονωμένο μοναστήρι για μια σύνοδο για θεολογικά θέματα ανάμεσα σε μοναχικά τάγματα. Από την πρώτη στιγμή θα αντιληφθεί ότι κάτι περίεργο συμβαίνει εκεί, όταν ο θάνατος ενός μοναχού θα κρατηθεί μυστικός. Ωστόσο, και ενώ κι άλλοι μοναχοί καταφθάνουν για τη σύνοδο, οι φόνοι (είναι πια ξεκάθαρο) μοναχών της μονής συνεχίζονται. Υπάρχει κάποιος δολοφόνος ή είναι ο διάβολος, όπως πιστεύουν οι περισσότεροι;  

Η μεταφορά είναι πιστή στην ιστορία και το πνεύμα του βιβλίου (έχουν βέβαια αφαιρεθεί οι μακρές θεολογικές συζητήσεις για διάφορα ζητήματα, αλλά δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς). Εξ άλλου δεν πρέπει να συγκρίνουμε, νομίζω, μια ταινία με ένα βιβλίο. Ως ταινία λοιπόν είναι, νομίζω, καθηλωτική. Ο Ανό έχει δημιουργήσει εξαιρετικά ζοφερή, σκοτεινή ατμόσφαιρα, τόσο πίσω από τους τοίχους της μονής (και της απίστευτης βιβλιοθήκης της επίσης) όσο και στο τοπίο (χειμερινό πάντοτε) που την περιβάλλει - δίχως να παραλείψει να καταδείξει με μελανά χρώματα την εξαθλίωση των χωρικών που ζουν εκεί γύρω, σε αντίθεση με τη - σχετικά με την εποχή - καλοπέραση των καλόγερων και των ανθρώπων της εκκλησίας. Κυρίως όμως όλα τα λεφτά είναι οι μορφές των μοναχών: Μια αληθινή πινακοθήκη από πραγματικά γκροτέσκες φιγούρες, η μια "χειρότερη" από την άλλη (ο Ρον Πέρλμαν ξεχωρίζει ανάμεσά τους). 

Σε επίπεδο ιδεών προσωπικά απόλαυσα την απόλυτη καταδίκη και καταγγελία της έντονα μαζοχιστικής πλευράς του χριστιανισμού (ή έστω της πρόσληψής του ως τέτοιου από πολλούς). Δεν τρώμε ό,τι θέλουμε, δεν πηδάμε, δεν γελάμε, δεν διαβάζουμε / μαθαίνουμε κλπ. κλπ. Ο υστερικός φόβος τόσο για την ύλη, τη σάρκα, όσο και για τη γνώση. Όλη αυτή η σειρά αυστηρότατων απαγορεύσεων, φόβου και δεισιδαιμονίας είναι στην ουσία υπεύθυνη για τη ασφυκτική ατμόσφαιρα που προανέφερα. Και, συγχρόνως, η ταινία (και ο Έκο) δεν παραλείπουν να φωτίσουν και την υποκριτική πλευρά του πράγματος, αφού πολλοί από τους μοναχούς παραβαίνουν κρυφά τις απαγορεύσεις. Ε, ναι, όπως όλα δείχνουν η κατσούφικη εκδοχή του χριστιανισμού είχε θριαμβεύσει επί της (δυτικής) ανθρωπότητας για πολύ πάνω από 1000 χρόνια... Μέσα σ' αυτή την κόλαση ο ορθολογισμός, ο "επιστημονικός" τρόπος έρευνας και η ευφυϊα του ήρωα, ως πρώιμη φιγούρα του επερχόμενου Διαφωτισμού, φαντάζουν σαν τη μύγα μεσ' το γάλα. Η κατηγορία εναντίον του ως "αιρετικού" είναι αναπόφευκτη.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν βεβαίως ιδέες του μυθιστορήματος. Όπως και το πλήθος απολαυστικών αναφορών (του Έκο) σε πλήθος λογοτεχνικών ή υπαρκτών προσώπων (ο ήρωας παραπέμπει σαφώς στον Σέρλοκ Χολμς, ο νεαρός μοναχός που τον βοηθά είναι βεβαίως ο Γουότσον, ο τυφλός βιβλιοθηκάριος της μονής είναι ο Μπόρχες κλπ. κλπ.) Και, πέραν όλων αυτών των αναφορών, των ιδεών κλπ., παρακολουθούμε με αγωνία μια κανονική αστυνομική ιστορία με διαρκές σασπένς και όλο και πιο αγχωτικές καταστάσεις...

Οι λίγοι που δεν το έχετε δει, να το ψάξετε.

Σάββατο, Μαρτίου 19, 2022

Ο ΧΡΟΝΗΣ ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ ΚΑΙ Η ΑΓΩΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

 


Ο Χρόνης Μπότσογλου (1941-2022) είναι από τους σημαντικότερους της ελληνικής μεταπολεμικής ζωγραφικής (και καθηγητής και για ένα διάστημα πρύτανης της Καλών Τεχνών). Μόλις το Φεβρουάριο του 2022, λίγες μέρες πριν τον θάνατό του δηλαδή κατά συγκινητική σύμπτωση, ολοκληρώθηκε και προβλήθηκε για πρώτη φορά το ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Βιανέλλη "Χρόνης Μπότσογλου" με υπότιτλο: "Ήμουν κι εγώ εκεί και με φίλεψαν ένα πιάτο με φακή...". 

Η ταινία είναι νομίζω από τις πολύ καλές στην ούτως ή άλλως μικρή φιλμογραφία ελληνικών ταινιών που αφορούν την τέχνη. Κι έχει και μία ιδιαιτερότητα: Ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε αρκετά αποσπάσματα από ένα άλλο, αρκετά παλιότερο ντοκιμαντέρ για τον Μπότσογλου. Έτσι παρακολουθούμε τον καλλιτέχνη να ζωγραφίζει, να μιλά, να χαλαρώνει σε δύο χρόνους: Στον έναν βλέπουμε τον νεότερο εαυτό του (με μαύρα μαλλιά), στον άλλον τον καλλιτέχνη σε σχετικά πρόσφατα χρόνια. Ταυτόχρονα φίλοι του (οι περισσότεροι επίσης καλλιτέχνες) και η γυναίκα του μιλούν γι' αυτόν τόσο σε προσωπικό επίπεδο - συχνά με χιούμορ, όσο και για το έργο του.

Για την αγωνία του για τη δημιουργία, για τις προσπάθειές του στην τέχνη, για τις σημαντικότερες σειρές έργων του, όπως η περίφημη "Προσωπική Νέκυια" (εμπνευσμένη από ένα κεφάλαιο της Ιλιάδας), για την προσωπική του στάση στη ζωή, για κάποιες αναμνήσεις από το Παρίσι των 60ς-70ς και από αλλού και για άλλα πολλά θα δούμε τον καλλιτέχνη (και τους συν αυτώ) να μας μιλάνε / αποκαλύπτουν. Και, φυσικά, θα απολαύσουμε πολλά έργα του και σχόλια γι' αυτά.

Φυσικά πρόκειται για φιλμ για λίγους και με ειδικά ενδιαφέροντα για τα εικαστικά πράγματα της χώρας. Ωστόσο είναι νομίζω από τα καλά και ιδιαίτερα συγκινητικά του είδους (ιδιαίτερα αν γνώρίζε κάποιος τον καλλιτέχνη).

Πέμπτη, Μαρτίου 17, 2022

ΟΙ ΜΙΝΙΜΑΛΙΣΤΙΚΟΙ "ΑΚΑΤΑΝΙΚΗΤΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ"

 


Το 1988 ο Σταύρος Τσιώλης (1937-2019) κάνει το πρώτο αποφασιστικό βήμα προς αυτό που λίγο αργότερα θα γινόταν το καθαρά προσωπικό του ύφος με τους "Ακατανίκητους Εραστές", μια ταινία δρόμου με την Όλια Λαζαρίδου και τον μικρό Τάσο Μηλιώτη (η μοναδική του εμφάνιση σε ταινία).

Ο 12χρονος Βασίλης το σκάει από το ορφανοτροφείο και ξεκινά με τα πόδια προς την Πελοπόννησο για να πάει στο χωριό της γιαγιάς του. Στο δρόμο θα συναντηθεί με μια μόνη κοπέλα, που τριγυρίζει άσκοπα (μάλλον μοναχικές διακοπές) στην περιοχή με το σαράβαλο αυτοκίνητό της. Θα συνεχίσουν την περιπλάνηση μαζί.

Αυτό που χαρακτηρίζει το φιλμ είναι ο μινιμαλισμός, οπτικός και σεναριακός. Δεν εξηγείται τίποτα ούτε γίνεται προσπάθεια αληθοφάνειας. Δεν ξέρουμε γιατί η κοπέλα περιπλανιέται μόνη (είναι θλιμμένη, ίσως να φανταζόμαστε κάποιον χωρισμό), γιατί πάει στη γιαγιά του ο μικρός (θα καταλάβετε στο τέλος, όταν φτάνει εκεί, τι εννοώ) κλπ. Όλα είναι δοσμένα ελλειπτικά, λιτά και ποιητικά. Ωστόσο υπάρχουν εδώ σε πρώιμη μορφή όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία του μετέπειτα σινεμά του σκηνοθέτη: Η περιπλάνηση στην μίζερη ελληνική επαρχία (και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο), επαρχία που παράλληλα με τη μιζέρια ο Τσιώλης αντιμετωπίζει με αγάπη και συμπάθεια, η ταινία δρόμου, οι κωμικοτραγικές καταστάσεις, η συνύπαρξη χιούμορ και τρυφερότητας, οι κουφές, ενίοτε σουρεαλιστικές καταστάσεις, συνύπαρξη της πιο πεζής και άσχημης καθημερινότητας με την ζεστή και γεμάτη συμπάθεια ματιά του δημιουργού κλπ.

Συνίσταται κυρίως στους φίλους του ιδιόρρυθμου κινηματογράφου του Τσιώλη, οι οποίοι θα ανακαλύψουν εδώ το πρώτο - ατελές ακόμα - βήμα προς την κατεύθυνση που αργότερα αγάπησαν. Και, βέβαια, θα διασκεδάσουν με την απίστευτη, μικρομέγαλη εμφάνιση και τη διαρκή σοβαρότητα του μικρού πρωταγωνιστή, που κλέβει την παράσταση.

Σάββατο, Μαρτίου 12, 2022

"ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΔΑΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ" : ΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΠΙΝΑΚΕΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ

 


Το 2007 ο γάλλος Laurent de Bartillat γυρίζει τη μοναδική μεγάλου μήκους ταινία του "Αυτό που Είδαν τα Μάτια μου" (Ce que mes yeux ont vu), ένα μάλλον ενδιαφέρον φιλμ που εμπλέκει την τέχνη, τις προσωπικές εμμονές, τη γοητεία της έρευνας και άλλα.

Μια φοιτήτρια τέχνης θεωρεί ότι έχει ανακαλύψει κάτι ασυνήθιστο στους πίνακες του Watteau (1684-1721): Μια γυναικεία φιγούρα που εμφανίζεται πάντοτε με γυρισμένη την πλάτη στα έργα. Ανακοινώνει τα συμπεράσματά της στον ηλικιωμένο καθηγητή της, που θεωρείται εξπέρ στην τέχνη της εποχής αυτής, αλλά εκείνος μοιάζει να την αποθαρρύνει να συνεχίσει την έρευνα. Εκείνη ωστόσο θα αρχίσει να ψάχνει όλο και πιο εμμονικά, ενώ συγχρόνως θα αποκτά μια όλο και πιο προσωπική σχέση (όχι ερωτική) με τον καθηγητή.

Η ταινία θα ενδιαφέρει κυρίως τους λάτρεις της ζωγραφικής. Ωστόσο καταφέρνει να διατηρεί ένα μυστήριο, καθώς η έρευνα πάει όλο και πιο βαθιά στη ζωή του Βατό. Συγχρόνως σχολιάζει πώς το πάθος με κάτι μπορεί να οδηγήσει σε αληθινή εμμονή, ακόμα και να διαταράξει πλήρως τη ζωή κάποιου, όπως εδώ της μοναχικής ηρωίδας, που ίσως βρίσκει νόημα στη ζωή της πασχίζοντας να διαλευκάνει μια λεπτομέρεια. Δείχνει επίσης τρόπους έρευνας που αφορούν έργα τέχνης, μεταφέροντάς μας στον για πολλούς γοητευτικό κόσμο όχι των ίδιων των καλλιτεχνών, αλλά όσων ασχολούνται θεωρητικά με την τέχνη. Τελικά, αναρωτιέσαι, αξίζει τον κόπο όλο αυτό για να εμβαθύνεις σε ένα μυστηριώδες στοιχείο της ζωής ενός, έστω μεγάλου, ζωγράφου. 

Πάντως σεναριακά είναι κάπως ασαφές, με πράγματα που δεν εξηγούνται πλήρως, ενώ ο ρόλος του βωβού μίμου που μπαίνει στη ζωή της κοπέλας είναι μάλλον ανολοκλήρωτος. Πιστεύω πάντως ότι οι λίγοι που ασχολούνται με την τέχνη θα βρουν το φιλμ σχετικά ενδιαφέρον.

Παρασκευή, Μαρτίου 11, 2022

"BELFAST": Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΜΠΡΑΝΑ ΣΤΙΣ ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ


Το 2021 ο Kenneth Branagh αισθάνεται την ανάγκη να θυμηθεί τα παιδικά του χρόνια στα τέλη των 60ς. Αν και δεν ήταν ακριβώς συνηθισμένα παιδικά χρόνια. Ο σκηνοθέτης γεννήθηκε στο πολύπαθο Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας (που ανήκει στους Άγγλους, υπενθυμίζω) και εκεί γύρω θα ξεκινούσαν οι αιματηρές ταραχές ανάμεσα σε "αγγλόφιλους" προτεστάντες και "αποσχιστές" (που θέλουν να ενωθούν με την Ιρλανδία δηλαδή) καθολικούς, που θα ταλαιπωρούσαν την πόλη για πολλά χρόνια. Στο "Belfast" λοιπόν καταγράφει - με υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία - τις παιδικές του αναμνήσεις, οι οποίες αφορούν τόσο τον μικρόκοσμό του (η οικογένεια, η γειτονιά, τα παιχνίδια, οι φίλοι) όσο και το ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό περιβάλλον, όταν δηλαδή η παιδική ματιά αντιμετωπίζει την ωμή βία, της οποίας ουσιαστικά αδυνατεί να κατανοήσει τον λόγο ύπαρξης.

Έτσι η ταινία είναι ταυτόχρονα τρυφερή, ευαίσθητη, αστεία σε κάποια σημεία, όσο και κριτική για την όλη σκληρή πραγματικότητα της εποχής. Και μια σημαντική παρατήρηση: Εδώ οι "κακοί" είναι σαφώς οι (φανατικοί) προτεστάντες, οι οποίοι είναι κυρίαρχοι και οργανώνουν ένα πραγματικά βίαιο πογκρόμ ενάντια στις φτωχότερες συνήθως καθολικές οικογένειες, πολλές από τις οποίες αναγκάζουν όντως να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και τις γειτονιές τους και να μετακομίσουν σε άλλες πόλεις ή στην Ιρλανδία (ένα από τα συνθήματα είναι "Έξω οι καθολικοί από το Μπέλφαστ"). Προσοχή όμως: Η ίδια η οικογένεια του αφηγητή δεν ανήκει στους κατατρεγμένους καθολικούς. Είναι προτεσταντική. Απλώς ζει σε κυρίως καθολική γειτονιά, είναι δεμένη με τους καθολικούς γείτονες και γενικά ζει αρμονικότατα μαζί τους. Έτσι μας υπενθυμίζει ότι η βία, ο (θρησκευτικός εδώ) ρατσισμός και η άγρια επιθετικότητα δεν προέρχονται από όλους τους προτεστάντες της πόλης, αλλά από συγκεκριμένους σκληρούς πυρήνες. Αν το καλοσκεφτούμε αυτό είναι προφανές σε κάθε αντίστοιχη περίπτωση (δεν ήταν όλοι οι Γερμανοί ναζί, δεν ανήκουν όλοι οι μουσουλμάνοι στο ISIS κλπ.), αλλά η έμφυτη στον άνθρωπο τάση προς γενίκευση μας κάνει να το λησμονούμε χωρίζοντας τις εκάστοτε αντίπαλες ομάδες συλλήβδην σε "καλούς" και "κακούς". 

Τέλος πάντων, μου άρεσε η ταινία και εκτός από τη σχετικά σφαιρική ματιά στο πρόβλημα υπάρχει και η γενική 60ς ατμόσφαιρα (αλλά, προσέξτε, όχι των χίπικων και εναλλακτικών 60ς που γνωρίζουνε, αλλά των 60ς των φτωχών), υπάρχει η ωραία φωτογραφία που προανέφερα, αλλά και τα θαυμάσια τραγούδια του Van Morrison (από εκεί κι αυτός γαρ) που ακούγονται διαρκώς στο φιλμ. Δεν είναι κατά τη γνώμη μου αριστούργημα, αλλά μου άρεσε αρκετά.  


Τρίτη, Μαρτίου 08, 2022

Ο "HAMMETT", ΤΟ ΝΕΟΝΟΥΑΡ ΚΑΙ Ο ΒΕΝΤΕΡΣ


 Το 1982 ο Wim Wenders, ούτως ή άλλως λάτρης του αμερικάνικου σινεμά είδους (και του ροκ, αμερικάνικου και μη) πηγαίνει στην Αμερική, στα στούντιο Zoetrope του Κόπολα συγκεκριμένα, και γυρίζει εκεί το "Hammett", νεονουάρ και ευθεία αναφορά στον Ντάσιελ Χάμετ, τον γνωστότερο νουάρ συγγραφέα μαζί με τον Ρέιμοντ Τσάντλερ, με τον Φρέντερικ Φόρεστ στο βασικό ρόλο και τους Πίτερ Μπόιλ στο δεύτερο.

Εδώ ο Βέντερς κάνει ένα παιχνίδι που αργότερα έχει ξαναγίνει (ίσως και πριν, αλλά δεν είμαι σίγουρος γι' αυτό. Θυμηθείτε, ας πούμε, το "Kafka" του Sondeberg γύρω στα 10 χρόνια μετά): Χρησιμοποιεί τον ίδιο το συγγραφέα ως ήρωα ιστορίας εμπνευσμένη ευθέως από το σύμπαν που ο ίδιος έχει δημιουργήσει. Σα να μπλέκεται ο Μέλβιλ, ας πούμε, σε μια ιστορία με φάλαινες. Έτσι λοιπόν ο Χάμετ είναι ένας αλκοολικός συγγραφέας νουάρ (όπως ακριβώς στην πραγματικότητα) και πρώην ντετέκτιβ ο ίδιος. Μόνο που εδώ υποτίθεται ότι οι ιστορίες του είναι εμπνευσμένες από τις περιπέτειες ενός υπαρκτού φίλου του ντετέκτιβ. Ο οποίος έρχεται τώρα σπίτι του και τον παρακαλεί να τον βοηθήσει στο μυστήριο της εξαφάνισης μιας όμορφης κινέζας πόρνης. Καθώς η έρευνα αρχίζει, τα πράγματα περιπλέκονται όλο και περισσότερο.

Η ιστορία είναι πολύπλοκη και συχνά απαιτείται προσπάθεια για να κατανοήσει κανείς τι συμβαίνει. Φυσικά υπάρχει μοιραία γυναίκα, κλασικά καταγώγια, αλκοόλ και καπνός, πολλά λεφτά και συμφέροντα παίζονται κλπ. κλπ. Όπως στα κλασικά νουάρ. Και, φυσικά, όλα παραπέμπουν σε μια "σάπια" κοινωνία, όπου οι υψηλά ιστάμενοι είναι διεφθαρμένοι και όλα γίνονται για το χρήμα. Τα περισσότερα σκηνικά είναι φτιαχτά, γυρισμένα σε στούντιο. Η ατμόσφαιρα, σκοτεινή, νυχτερινή, καπνισμένη, είναι αυτή των παλιών νουάρ (μόνο που εδώ υπάρχει και χρώμα). Όσο για το σενάριο, εκτός από πολύπλοκο, διαθέτει και πολλές αφέλειες και ευκολίες (όπως στη σκηνή της απόδρασης).

Η ταινία πέρασε από πολλές περιπέτειες. Λέγεται ότι μετά το τέλος των γυρισμάτων η (αμερικάνικη) εταιρία κάθε άλλο παρά ευχαριστημένη ήταν. Το αποτέλεσμα κάθε άλλο παρά mainstream θεωρήθηκε. Έτσι το φιλμ ξαναγυρίστηκε, λένε, σχεδόν από την αρχή. Έτσι δεν ξέρω αν αυτό που βλέπουμε είναι τελικά Βέντερς ή κάτι εντελώς διαφορετικό. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης (;) πάντως δήλωσε ότι το αρχικό υλικό, αυτό που πραγματικά γύρισε ο ίδιος, έχει χαθεί. Τι να πω... Πάντως, παρά τις αρνητικές κριτικές που είχε πάρει στην εποχή της, προσωπικά είδα ευχάριστα το φιλμ. Δίχως να το θεωρώ αριστούργημα, και παρά τις αφέλειες που λέγαμε, το βρήκα (απλώς) ατμοσφαιρικό και διασκεδαστικό.


Κυριακή, Μαρτίου 06, 2022

ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟΙ ΥΠΕΡΗΡΩΕΣ ΣΤΟΥΣ "ΑΘΩΟΥΣ"


Φανταστείτε μια γειτονιά σαν τα Κάτω Πατήσια, τα Σεπόλια, το Περιστέρι... Μικρομεσαία τάξη, μάλλον άσχημες πολυκατοικίες, μια παιδική χαρά, απόλυτη καθημερινότητα. Είναι καλοκαίρι, τα παιδιά δεν έχουν σχολείο και κατά τη διάρκεια της μέρας παίζουν στην παιδική χαρά. Κι εκεί, όταν δεν τους βλέπουν οι μεγάλοι, αρχίζουν να "παίζουν" και με τις μυστηριώδεις... υπερδυνάμεις τους, που κι αυτά τα ίδια δεν έχουν καλά καλά συνειδητοποιήσει ότι υπάρχουν και δεν ξέρουν πώς να τις ελέγξουν...

Αυτά συμβαίνουν στην πολύ ενδιαφέρουσα νορβηγική ταινία "Οι Αθώοι" (De Uskyldige, 2021), δεύτερο φιλμ του Eskil Vogt. Ναι, πρόκειται για ένα μεταφυσικό θρίλερ (με μυστηριώδεις δυνάμεις) που έχει το πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό να διαδραματίζεται σε απόλυτα ρεαλιστικό, καθημερινό όπως είπαμε περιβάλλον, το οποίο προφανώς δεν έχει τίποτα το μυστηριώδες. Πρόκειται για την επόμενη μετάλλαξη του ανθρώπινου είδους; Μήπως για κάτι που επιδρά στη συγκεκριμένη περιοχή και "τα κάνει αυτά"; Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται να δώσει απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα. Ωστόσο αυτό δεν ενδιέφερε ούτε εμένα και δεν μείωσε σε τίποτα την πρωτοτυπία του φιλμ. Κρατείστε μόνο δύο στοιχεία: Οι μεγάλοι δεν ανακατεύονται καθόλου σχεδόν. Δεν αντιλαμβάνονται καν ότι κάτι περίεργο συμβαίνει. Και ότι όσο προχωρά η ταινία τα πράγματα γίνονται όλο και πιο σκοτεινά και το αρχικά αθώο παιχνίδι μετατρέπεται σιγά σιγά σε σύγκρουση ζωής και θανάτου. Και όλα αυτά συμβαίνουν επειδή κυριαρχεί η παιδική ψυχολογία, οι παιδικές αντιδράσεις, οι φιλίες, αλλά και οι καυγάδες και οι παρεξηγήσεις, ο φόβος της μοναξιάς και του εξοβελισμού από την παρέα...

Γενικά το φιλμ κινείται ανάμεσα στην τρυφερότητα και την αθώα παιδικότητα (και φιλία) και στο απόλυτα σκοτεινό, μοχθηρό στοιχείο. Πώς γίνεται αυτό; Θα το μάθετε αν το δείτε. Το θεωρώ ιδανικό ως μια "πειραγμένη", πρωτότυπη, ρεαλιστική εκδοχή των βαρετών για μένα υπερηρωικών φιλμ, των οποίων τη δομή (χαλαρή αρχή - τα πράγματα γίνονται όλο και πιο δύσκολα - τελική σύγκρουση) διατηρεί ακέραια. Αν είστε φανατικοί των "κανονικών" ταινιών του είδους μπορεί να πείτε "Τι είναι αυτό; Δεν έχει εφέ" ή κάτι τέτοιο. Για όσους όμως αναζητούν κάτι πρωτότυπο συνίσταται.

Πέμπτη, Μαρτίου 03, 2022

ΟΡΓΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ ΓΙΑ ΕΝΑΝ "ΕΡΩΤΑ ΣΤΗ ΧΟΥΡΜΑΔΙΑ"

 


Νομίζω το έχω ξαναπεί: Τον Σταύρο Τσιώλη (1937-2019) ή τον αγαπάς βαθύτατα ή δεν αντέχεις να βλέπεις τις ταινίες του. Δηλώνω απερίφραστα οπαδός της πρώτης ομάδας. Έτσι λοιπόν βρίσκω τον "Έρωτα στη Χουρμαδιά" (1990) ένα από τα χαρακτηριστικά τσιωλικά φιλμ. Όσο για το δίδυμο Αργύρης Μπακιρτζής (όπως πάντα) - Λάζαρος Ανδρέου, είναι απολαυστικότατο.

Ένας μεσήλικας που μόλις χήρεψε ανακαλύπτει ότι ο καλύτερός του φίλος, ένας μουσικός, πιθανόν να τον είχε απατήσει με τη μακαρίτισσα γυναίκα του. Μόνο τεκμήριο μια φωτογραφία που τους δείχνει να ποζάρουν κάτω από μια χουρμαδιά που, όπως ισχυρίζεται ο μεταμελημένος φίλος, βρίσκεται κάπου στην Πελοπόννησο. Αρνούμενος να το δεχτεί, ο χήρος (που, όπως αποδεικνύεται, ξέρει τις μισές γυναίκες της Πελοποννήσου), παίρνει τον φίλο του και οργώνουν την Πελοπόννησο ψάχνοντας την... επίμαχη χουρμαδιά.

Ταινία δρόμου λοιπόν, όπως πολλές του δημιουργού. Φυσικά όλη η ιστορία κινείται στο χώρο του παραλόγου, αφού παράλογο είναι το ίδιο το θέμα της. Να βρεις μια χουρμαδιά στην Πελοπόννησο; Φυσικά τα παράλογα δεν μένουν εκεί. Ο φίλος επιθεωρητής της αστυνομίας που θα φύγει μεσάνυχτα από την Αθήνα - και θα επιστρέψει πίσω αμέσως - για να ανακοινώσει απλώς ότι (μετά από έρευνα) η φωτογραφία είναι γνήσια (επιθεωρητής ο αείμνηστος φίλος και συνεργάτης του Τσιώλη Χρήστος Βακαλόπουλος), οι δηλώσεις του τύπου: "Ορίστε, τόσο δρόμο κάναμε και τίποτα. Δεν υπάρχει χουρμαδιά στην Πελοπόννησο" κλπ. κλπ. 

Φυσικά όλα αυτά αποτελούν αφορμή για τον σκηνοθέτη για μια ακόμα περιπλάνηση στα βάθη της αγαπημένης του ελληνικής επαρχίας, με το κιτς, τις κακίες και τις κρυφές ιστορίες της, τη μιζέρια και τη γοητεία της ταυτόχρονα. Και για να μιλήσει, για μια φορά ακόμα, για την ανδρική φιλία (και την ανδρική χρόνια ανωριμότητα επίσης), ακόμα κι αν πρόκειται για σχέση αγάπης - μίσους, όπως εδώ. Και μέσα στο σχεδόν σουρεαλιστικό, πλην όμως συγχρόνως οικείο χιούμορ του, να εισάγει και σκηνές συγκίνησης και τρυφερότητας... Ο χαρακτήρας του Βακιρτζή κυρίως, παρόμοιος ουσιαστικά με όλους τους ρόλους του στις ταινίες του Τσιώλη, είναι απολαυστικός. 

Αυτά από έναν φαν του σκηνοθέτη. Αν η ταινία σας απογοητεύσει... σας προειδοποίησα στην αρχή.

Τρίτη, Μαρτίου 01, 2022

ΥΠΝΩΤΙΚΟΙ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ"

 


Ο ισλανδός Johann Johannsson (1969-2018) υπήρξε πολύ καλός συνθέτης σάουντρακ. Ο Olaf Stapledon (1886-1950) ήταν ένας βρετανός φιλόσοφος και συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας. Το 2020 βγήκε και η μοναδική σκηνοθετική προσπάθεια του πρώτου, το ουσιαστικά πειραματικό "Last and First Men", με δική του μουσική φυσικά και τη φωνή της Τίλντα Σουίντον να διαβάζει το ομώνυμου μυθιστόρημα του δεύτερου (ή μάλλον μια διασκευή του, γραμμένη από τον ίδιο τον Johannsson).

Υπάρχει και κάτι άλλο: Στην πρώην Γιουγκοσλαβία (και πιθανόν και σε άλλα πρώην κομμουνιστικά κράτη) είχαν φτιαχτεί κάποια κολοσσιαία μνημεία (συνήθως τσιμεντένια) με αφηρημένα, σχεδόν "εξωγήινα" σχήματα που ουδεμία σχέση έχουν με σοσιαλιστικό ρεαλισμό, στημένα στο πουθενά, όχι δηλαδή σε πόλεις, αλλά σε εθνικές οδούς, σε λόφους κλπ. Ο Johannsson λοιπόν φτιάχνει ένα πειραματικό όπως είπαμε ντοκιμαντέρ (;): Με ασπρόμαυρη φωτογραφία (με πολύ κόκκο) η κάμερα περιηγείται αργά, πολύ αργά, στις επιφάνειες των γιγάντιων αυτών μνημείων (και λίγων αρχαιότερων κελτικών), η υπνωτική, σαν άμπιεντ μουσική ακούγεται διαρκώς και η Σουίντον διαβάζει την ιστορία που αφορά την "κατάληξη" της ανθρωπότητας, που έχει πάει "αλλού" (με όλες τις έννοιες της λέξης) μετά από εκατομμύρια χρόνια. Αυτό.

Το όλο εγχείρημα βγάζει έντονη αίσθηση μελαγχολίας, ερημιάς και εγκατάλειψης, που, ούτως ή άλλως, την εκπέμπουν τα ίδια αυτά τα εγκαταλειμμένα σήμερα γλυπτά, αίσθηση που μεγαλώνει από την ιστορία με το τέλος της ανθρωπότητας. Περισσότερο ακόμα από μελαγχολική, θα χαρακτήριζα την ταινία υπνωτική. Οπότε... ή θα κοιμηθείτε στα πρώτα 10 λεπτά ή θα μπείτε στο τριπ της (που θα μπορούσε να είναι αληθινό τριπ από ουσίες) και θα αφεθείτε στην αργή της ροή, σα να σας σπρώχνει ελαφρά ένας πολύ αργός, χλιαρός άνεμος. Εσείς ξέρετε.


Κυριακή, Φεβρουαρίου 27, 2022

"TRED SOFTLY STRANGER" : ΜΟΙΡΑΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΗΣΤΕΙΕΣ ΣΕ ΜΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΟΛΑΣΗ

 


Το "Tread Softly Stranger" του 1958 γυρίζεται από τον άγνωστό μου Gordon Parry (1908-1981) και είναι ένα ακόμα πολύ καλό βρετανικό νουάρ.

Ένας τζογαδόρος τυχοδιώκτης φεύγει από το Λονδίνο (όπου απειλείται) και επιστρέφει στη βιομηχανική πόλη του, όπου θα μείνει με τον αδελφό του. Ο τελευταίος όμως, νευρικός και ασταθής, είναι ερωτευμένος με μια σέξι μπαργούμαν. Μέχρι πού θα φτάσει γι' αυτήν και τι θα κάνει ο "άσωτος" πλην όμως πολύ πιο συγκροτημένος νεοαφιχθείς αδελφός για να τον βοηθήσει; Κι όλα αυτά ενώ ένα ερωτικό τρίγωνο θα σχηματιστεί...

Ασπρόμαυρη φυσικά ταινία με ενδιαφέρουσα πλοκή και αρκετή αγωνία για το πού θα καταλήξουν όλα, αφού ο κλοιός γίνεται όλο και πιο ασφυκτικός γύρω από τους τρεις πρωταγωνιστές. Και η ασφυκτική ατμόσφαιρα επιτείνεται λόγω της εικόνας που διαθέτει η ταινία. Το τεράστιο χυτήριο, όπου δουλεύει όλη σχεδόν η πόλη, με τους καπνούς και τις φλόγες του θυμίζει αληθινή κόλαση (ιδίως στα νυχτερινά πλάνα). Τα στενόχωρα, λιτά εσωτερικά, οι ταράτσες των σπιτιών που επικοινωνούν και όπου γίνονται διάφορες συναντήσεις (σήμα κατατεθέν της ταινίας), οι σκηνές στους γυμνούς δρόμους της μικρής πόλης, όλα επιτείνουν το ασφυκτικό αίσθημα, που γίνεται εντονότερο λόγω του ότι δεν μπορεί να υπάρχει "ιδιωτικότητα" και όλοι σχεδόν γνωρίζονται με όλους. Πώς να είναι η ζωή σ' ένα τέτοιο μέρος; Μέσα σ' όλα αυτά η εντυπωσιακή Νταϊάνα Ντορς λάμπει ως - απόλυτα κατανοητό - αντικείμενο του πόθου, που μπορεί να εκτροχιάσει τα πάντα. Άσχετα αν και η ίδια θα βρεθεί στον κλοιό...  

Πολύ καλή (και άγνωστη) ταινία, συνίσταται στους φίλους του νουάρ ιδιαίτερα. Ακόμα και για τη ζοφερή εικόνα του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο διαδραματίζεται η αλυσίδα των γεγονότων που κάνει την κατάσταση όλο και πιο άσχημη...

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 24, 2022

"Ζ" ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

 


Βλέποντας πρόσφατα το περίφημο "Ζ" του Κώστα Γαβρά - ταινία του 1969 να θυμίσω - έμεινα έκπληκτος με το πόσο αντέχει στο χρόνο, πόσο καίρια είναι και πώς εξακολουθεί να παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον. 

Ξέρετε φαντάζομαι ότι αναφέρεται στη δολοφονία του αριστερού βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη από το (ακρο)δεξιό παρακράτος, από εγκληματικά στοιχεία για την ακρίβεια που στηρίζονταν ξεκάθαρα από αρχιμπάτσους, εισαγγελείς και εν γένει υψηλά ιστάμενους αξιωματούχους κάθε είδους. Το φιλμ παρακολουθεί το πώς φτάσαμε στη δολοφονία και κυρίως το τι συνέβη μετά: Το απίστευτο γεγονός δηλαδή ότι ένας γενναίος και άτεγκτος ανακριτής (ο μετέπειτα πρόεδρος της Ελλάδας Σαρτζετάκης), αψηφώντας πιέσεις και απειλές, δεν δίστασε να κατηγορήσει και να σύρει σε εξευτελιστική δίκη όλο αυτό το σκυλολόι (δεν εννοώ τους δολοφόνους που είναι ανεγκέφαλα πιόνια, αλλά τους πολύ υψηλά ιστάμενους που λέγαμε).

Ο Γαβράς χρησιμοποιεί δύο σταρ στους ρόλους των Λαμπράκη - Σαρτζετάκη, τον Υβ Μοντάν και τον Ζαν-Λουί Τρεντινιάν, αλλά και την Ειρήνη Παππά. Δεν λέει πουθενά ότι μιλά για την Ελλάδα (η χώρα των γεγονότων δεν αναφέρεται), δεν αναφέρει ούτε τα πραγματικά ονόματα, αλλά είναι κάτι παραπάνω από φανερό για τι μιλάει. Στο τέλος μόνο λέγεται ότι Ζ (το σύνθημα που γράφανε παντού οι νέοι μετά τον φόνο) είναι "το πρώτο γράμμα της ελληνικής λέξης Ζει". 

Αυτά για την ιστορία, αλλά και την πολιτική σημασία που είχε η ταινία στην εποχή της. Θυμίζω ότι η προβολή και η τεράστια επιτυχία της διεθνώς (και σε βραβεία και σε εισιτήρια) κατάφερε ένα μεγάλο ηθικό πλήγμα στη χούντα που τότε κυβερνούσε την Ελλάδα. Ήταν βλέπετε οι ίδιοι ακριβώς μηχανισμοί (ενίοτε και τα ίδια άτομα) που λίγα χρόνια μετά την υπόθεση Λαμπράκη κατέλυσαν τη δημοκρατία. Ωστόσο το καλό δεν σταματά εδώ: Η ίδια η ταινία, ως σινεμά πλέον, κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, που την παρακολουθεί ως ένα πολιτικό θρίλερ. Οι ύπουλοι, υποβρύχιοι μηχανισμοί δείχνονται άψογα, καθώς και ο διαχωρισμός ηθικών αυτούργών και δολοφόνων (και συγχρόνως η άμεση μεταξύ τους σύνδεση). Βλέπετε, οι δολοφόνοι είναι απλώς φανατικοί δεξιοί. Προέρχονται από το χώρο του λούμπεν, είναι αμόρφωτοι, χαμηλού πνευματικού επιπέδου σε όλα, γενικώς ηλίθιοι φανατικοί που οι "επάνω" τους χρησιμοποιούν για τους σκοτεινούς σκοπούς τους. Η συνεργασία της δεξιάς με τέτοια αποβράσματα είναι ένα από τα συγκλονιστικά σημεία του φιλμ (συγχρόνως, για να αναφέρουμε κι αυτό, γίνεται και ο διαχωρισμός ανάμεσα σε ένα "κανονικό" φτωχό δεξιό ψηφοφόρο, που δεν θα έφτανε στο έγκλημα, και των φονιάδων, που όπως είπαμε δεν προέρχονται από το προλεταριάτο αλλά από τους λούμπεν - υποπρολεταριάτο, αν θέλετε την επίσημη λέξη). Να σημειώσω τέλος ότι εκτός του σασπένς και του στοιχείου του θρίλερ, ο Γαβράς δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει ενίοτε ακόμα και χιούμορ σε ένα τόσο σοβαρό και σκοτεινό θέμα.

Πιθανόν να ανακαλύψετε και άλλες αρετές ή "επίπεδα" στην ταινία. Το σίγουρο όμως είναι ότι παραμένει ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά φιλμ που έγιναν ποτέ.   

Κυριακή, Φεβρουαρίου 20, 2022

"WALK A TIGHTROPE" : ΕΝΑΣ ΦΟΝΟΣ ΣΤΗ ΜΟΥΝΤΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ


Ο Frank Nesbitt (1932-2007) είναι ένας άγνωστος γενικά βρετανός σκηνοθέτης (3 μόνο μεγάλου μήκους στο ενεργητικό του). Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε από το να φτιάξει το 1964 ένα από εκείνα τα βρετανικά νουάρ που λέγαμε σε προηγούμενο post : "Walk a Tightdrop" (με αστείο ελληνικό τίτλο "Ο Δολοφόνος Χτυπούσε το Κουδούνι"). Εξ ίσου άγνωστοι στους περισσότερους είναι και οι ηθοποιοί.

Μια αμερικανίδα ζει στο Λονδίνο, όπου έχει παντρευτεί έναν αρχιτέκτονα. Μια μέρα που έχει βγει μόνη της αντιλαμβάνεται ότι κάποιος την παρακολουθεί. Επιστρέφει σπίτι, χτυπά το κουδούνι (όπως λέει ο τίτλος), εμφανίζεται ο άγνωστος τύπος που την ακολουθούσε και σκοτώνει εν ψυχρώ τον σύζυγο, τον αρχιτέκτονα, μπροστά στα μάτια της έντρομης γυναίκας. Τι ακριβώς συμβαίνει;

Ίσως το φιλμ να μην εντυπωσιάσει πολλούς. Λόγω Βρετανίας, αν και νουάρ ως ιστορία, δεν έχει ούτε την κλασική νυχτερινή ατμόσφαιρα, ούτε τις σκιές και τους υποβλητικούς φωτισμούς. Αντίθετα είναι γυρισμένο με τον γνωστό, "στέρεο" βρετανικό ρεαλισμό και έκδηλη λιτότητα. Καθημερινότητα στην πόλη, συνηθισμένα σπίτια (κάποια φτωχικά και μίζερα, όπως αυτό του δολοφόνου), ημερήσια πλάνα, φτηνές παμπ και, φυσικά, ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ίσως όμως ο ρεαλισμός αυτός να αποτελεί μέρος της γοητείας του. Και μας δείχνει συγχρόνως τις βαθιές ταξικές διαφορές στη χώρα. Δεν έχετε παρά να συγκρίνετε το σπίτι και τους χώρους που κινείται ο δολοφόνος με τα αντίστοιχα της γυναίκας. Και το σενάριο; Μετά τον φόνο ο δολοφόνος απαιτεί από τη σύζυγο που οδύρεται τα λεφτά που του έταξε για να σκοτώσει τον άντρα της. Τι πιο τυπικό σε νουάρ; Κι όμως αυτό συμβαίνει στην αρχή σχεδόν του φιλμ. Με έξυπνο τρόπο στη συνέχεια μας δείχνει να καταλάβουμε ότι και ο δολοφόνος λέει την αλήθεια, αλλά και η κοπέλα είναι πραγματικά απαρηγόρητη και θρηνεί για τον άντρα της που αγαπούσε αληθινά (ο οποίος, σημειωτέον, εντάξει, ήταν οικονομικά άνετος, δεν ήταν όμως σε καμιά περίπτωση αυτό που λέμε πλούσιος, οπότε δεν είχε και τίποτε σπουδαίο να κερδίσει από το θάνατό του). Για μια ακόμα φορά: Τι συμβαίνει;

Προσωπικά με κράτησε σε μεγάλο ενδιαφέρον και με γοήτευσε αυτή η τυπικά βρετανική ατμόσφαιρα. Δεν ξέρω αν θα κάνει και σε σας το ίδιο.


Σάββατο, Φεβρουαρίου 19, 2022

ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ ΠΤΩΣΗ ΣΤΟ "ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΨΥΧΩΝ"

 


Το 2021 ο πάντα ενδιαφέρων Guillermo del Toro γυρίζει το "Μονοπάτι των Χαμένων Ψυχών" (Nightmare Alley) με ένα καστ από γνωστούς ηθοποιούς (Μπράντλεϊ Κούπερ, Ουίλιαμ Νταφόε, Κέιτ Μπλάνσετ, Τόνι Κολέτ, Ρον Πέρλμαν, Ρούνι Μάρα κλπ.) Αυτή τη φορά δεν κινείται στο χώρο του φανταστικού, περνά "ξυστά" όμως, σχεδόν τον αγγίζει.

Κάπου στη δεκαετία του 40 ένας άνδρας με εξαιρετικές ικανότητες να γοητεύει με τα λόγια του τους πάντες γύρω του πιάνει δουλειά σ' ένα περιπλανώμενο τσίρκο και σύντομα γίνεται σταρ εκεί  με διάφορα νούμερα που έχουν σχέση με τη μαντεία (όχι, δεν έχει κάποιο χάρισμα, είναι απλώς πολύ έξυπνος και έτοιμος για απάτες). Θα φύγει με μία κοπέλα από το τσίρκο και θα πάει στη "μεγάλη πόλη", όπου οι βλέψεις του θα γίνουν πολύ υψηλότερες. Σύντομα θα μπλέξει με έναν σκληρό πολυεκατομμυριούχο, αλλά και με μια όμορφη ψυχίατρο, εξ ίσου επικίνδυνη ίσως...

Ο del Toro, με δεδομένη τη σκηνοθετική ικανότητά του, αφηγείται εδώ μια τυπική ιστορία ανόδου και πτώσης. Και γιατί έρχεται η πτώση; Λόγω της μεγαλύτερης ίσως ανθρώπινης κατάρας, της απληστίας. Ο ήρωας θέλει να φτάσει όσο ψηλά γίνεται, εκεί που "κατοικούν" μόνο αυτοί που κυβερνούν ουσιαστικά τον κόσμο (συνήθως εγκληματίες ουσιαστικά και οι ίδιοι) και εκεί δεν υπάρχει χώρος για παρείσακτους. Είναι σίγουρο ότι τα φτερά του θα καούν. Παράλληλα, επειδή ο ήρωάς μας χρησιμοποιεί απάτες που σχετίζονται με την παραψυχολογία, τη μαντεία κλπ., ο σκηνοθέτης βρίσκεται στα νερά του και μπορεί να κινηθεί στους προσφιλείς του χώρους που έστω θυμίζουν φανταστικό.

Οι εικόνες είναι εντυπωσιακές και υποβλητικές, είπαμε ότι η δεξιοτεχνία του del Toro δεν αμφισβητείται, ωστόσο η ταινία μάλλον με κούρασε. Ίσως να φταίει η μεγάλη διάρκεια, ίσως να χάθηκε κάπου ο ρυθμός, αλλά δεν έφυγα απόλυτα ικανοποιημένος. Ίσως να φταίει και η μεγαλεπήβολη ματιά του σκηνοθέτη, δεν ξέρω. Πάντως κάτι δεν μου πήγε καλά για να το χαρακτηρίσω "εξαιρετικό". Ωστόσο σίγουρα τις εικόνες θα τις απολαύσετε.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 17, 2022

"CHASE A CROOKED SHADOW": ΟΙ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ ΤΟΥ ΝΟΥΑΡ

 


Μέχρι τώρα δεν είχε τύχει να δω βρετανικό νουάρ, αρκετά από τα οποία, όπως φαίνεται, ήταν πολύ καλά. Σε προσεχείς αναρτήσεις θα αναφερθώ σε κάποια απ' αυτά. Προς το παρόν όμως ιδού το "Chase a Crooked Shadow" του 1958 του γνωστού Michael Anderson (1920-2018), με την Αν Μπάξτερ, τον Ρίτσαρντ Τοντ και τον Χέρμπερτ Λομ (πολύ πριν ο τελευταίος γίνει ο επιθεωρητής / αντίπαλος του ανεκδιήγητου επίσης επιθεωρητή Κλουζό...)

Μια πάμπλουτη κληρονόμος μετά τον θάνατο του πατέρα της και του αδελφού της (ο τελευταίος σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα) αποσύρεται σε πολυτελή οικογενειακή βίλα στην Ισπανία για να συνέλθει, αλλά και να αποφύγει τη δημοσιότητα και τα φλας που την κυνηγούν. Ξαφνικά όμως ένας άγνωστός θα εμφανιστεί στη βίλα δηλώνοντας ότι είναι ο... αδελφός της. Το θέμα δεν είναι τι θα κάνει με εκείνη. Το θέμα είναι ότι πείθει τους πάντες (και πάνω απ' όλα την ισπανική αστυνομία και τις αρχές) ότι είναι όντως ο αδελφός, αφού έχει όλα τα χαρτιά που το αποδεικνύουν και γνωρίζει απίστευτες λεπτομέρειες για προσωπικά ζητήματα. Ένας εφιάλτης θα αρχίσει για την κοπέλα, η οποία ξαφνικά νοιώθει παγιδευμένη στη βίλα της...

Καλό φιλμ, ασπρόμαυρο φυσικά, με ατμοσφαιρική σκηνοθεσία (κυρίως στις νυχτερινές σκηνές στην πανέμορφη βίλα) και διαρκές σασπένς. Ο θεατής αγωνίζεται να λύσει το μυστήριο, αφού ήδη η ταινία τον έχει αφήσει να καταλάβει ότι ο τύπος όντως δεν είναι ο αληθινός αδελφός, ο οποίος όντως έχει πεθάνει. Μα τότε; Βασισμένο στο αρκετά κοινό σεναριακό μοτίβο "κάποιοι πάνε να τρελάνουν μια γυναίκα", η ταινία κρύβει πολλές εκπλήξεις και ανατροπές... Αν είστε φίλοι του είδους να το ψάξετε οπωσδήποτε!


Τετάρτη, Φεβρουαρίου 16, 2022

"ΕΝΑΣ ΠΟΛΥ ΤΥΧΕΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ"... Ή ΜΗΠΩΣ ΟΧΙ;


 Ήταν 1973 όταν ο βρετανός Lindsay Anderson (1923-1994), με νωπό ακόμα το βρετανικό free cinema των 60ς στο οποίο είχε πρωτοστατήσει, γυρίζει το εξαιρετικό, σαρκαστικό και εν πολλοίς σουρεαλιστικό (και τρίωρο σχεδόν) "O Lucky Man" (Ένας πολύ Τυχερός Άνθρωπος) με τον Μάλκλομ Μακ Ντάουελ να παίρνει το φιλμ πάνω του, αλλά και τον Ραλφ Ρίτσαρντσον και τη νεαρή τότε Έλεν Μίρεν και, βεβαίως, τα εξαίρετα τραγούδια του Alan Price των Animal να παίζονται live σε αρκετά σημεία του φιλμ.

Ένας νεαρός φιλόδοξος (βλέπε αδίστακτος) πωλητής σε μια εταιρία καφέ αναλαμβάνει (με την ετοιμολογία και την προθυμία του) την προώθηση του προϊόντος σε μια πολύ μεγάλη περιοχή της βόρειας Αγγλίας. Εκεί θα ανέβει κατ' ευθείαν στην κορυφή και θα γευτεί και τις (παράπλευρες) απολαύσεις της επιτυχίας (γυναίκες, έξτρα παράνομο χρήμα... κι όλα αυτά παρέα με τους κάθε λογής "υψηλά ιστάμενους" της περιοχής). Σύντομα οι βλέψεις του θα στραφούν πολύ ψηλότερα, αφού θα βάλει ως στόχο να παντρευτεί την κόρη σκληρού πολυεκατομμυριούχου, απ' αυτούς που παρασκηνιακά κυβερνούν τον πλανήτη. Και, κάπου εκεί, θα αρχίσει η πτώση...

Σαρδόνια σάτιρα του καπιταλισμού και του συστήματος εν γένει, άλλοτε αστεία και άλλοτε τραγική, σαρκάζει τις φιλοδοξίες για άνοδο της μεσαίας τάξης, γελά με το τίμημα που υποχρεώνονται να πληρώσουν γι' αυτήν, επισημαίνει με κάθε τρόπο ότι δεν φτάνεις στην κορυφή αν δεν "πατήσεις επί πτωμάτων", δείχνει να ξέρει με σιγουριά ποιοι πραγματικά κυβερνούν την ανθρωπότητα και με ποιον τρόπο (βλέπε την ιστορία του εκατομμυριούχου και τις κάτι παραπάνω από θερμές σχέσεις του με αιμοσταγή αφρικανό δικτάτορα), εισάγει στην ιστορία τρελούς επιστήμονες και άλλα πολλά που θα ανακαλύψετε στη διάρκειά της. Κι όλα αυτά δοσμένα όχι βαρύγδουπα, αλλά με ανάλαφρο και, κυρίως, σε πολλά σημεία σουρεαλιστικό τρόπο: Από τη μουσική του σημαντικότατου Alan Price (αυτός ήταν ο ιδρυτής των Animals και μετά ο Eric Burdon), ο οποίος διακόπτει τη ροή των γεγονότων για να παίξει ζωντανά τα σχετικά με την ιστορία κομμάτια του (ειδικά γραμμένα για το φιλμ) έως την εμφάνιση του ίδιου του σκηνοθέτη να ψάχνει καστ για την ταινία που πρόκειται να γυρίσει (και να παρεμβαίνει στο πικρό και δυνατό τέλος). Και αν παρατηρήσετε κάποιες φάτσες που ήδη έχετε ξαναδεί μη νομίζετε ότι έχετε παραισθήσεις. Οι ίδιοι ηθοποιοί ερμηνεύουν διαφορετικούς ρόλους στα διαφορετικά περιβάλλοντα στα οποία περιπλανιέται ο αφελέστατος τελικά (παρά την καπατσοσύνη του) ήρωας. 

Από τα διαμάντια του βρετανικού κινηματογράφου των 60ς-70ς, αξίζει σίγουρα την προσοχή σας.