Πόσες ταινίες ξέρετε που να είναι ταυτόχρονα βλάσφημες, ξεκαρδιστικές και τρυφερά ρομαντικές; Ο δικός μου νους πάει αμέσως στο "Διαβολάκο" (Il Piccolo Diavolo) του Roberto Benigni του 1988, μια από τις πρώες σκηνοθετικές του απόπειρες. Με τον ίδιο φυσικά και τον πάντα απολαυστικό Γουόλτερ Ματάου.
Όπου ένας παπάς εξορκίζει μια χοντρή κυρια και από μέσα της βγαίνει ένας χαριστωμένος και αστείος διαβολάκος - ένα χαριτωμένο και αστείο Κακό Πνεύμα δηλαδή. Ο οποίος, αρνούμενος να επιστρέψει στην κόλαση, θέλει να γνωρισει τα πάντα (και μαγεύεται) από τη ζωή στη γη. Ποιος θα τον "ξεναγήσει" όμως στον κόσμο των ανθρώπων αν όχι ο δύσμοιρος παπάς, που θα υποστεί τα πάνδεινα από την ακόρεστη περιέργεια και την αλλόκοτη (+ ξεκαρδιστική) συμπεριφορά του πνεύματος;
Η ταινία ίσως να κάνει κάποιες κοιλιές και να είναι κάπως άνιση. Ωστόσο περιέχει μερικές από τις πιο αστείες (για μένα) σκηνές ever, με προσωπική προτίμηση σ' αυτή στο τραπέζι με τους επισκόπους και στην αμίμητη πασαρέλα από... ιερατικά άμφια. Ταυτόχρονα περιέχει όλη την τρυφερότητα και το ρομαντισμό του Μπενίνι (που σε μεταγενέστερα φιλμ του θα καταντήσει γλυκερός και σιροπιασμένος). Και ποσο (θαυμάσια) βλάσφημη! (ειδικά για καθολικούς), αφού κάνει άγρια πλάκα με "θύματα" από εξορκισμούς και εξομολόγηση (με τον παπά που βαριέται) έως την παρωδία λειτουργίας - πασαρέλα που προαναφέραμε. Ε, ναι, και ταυτόχρονα είναι και ένα εξαιρετικά χαριτωμένο φιλμ.
Είπαμε, ο συνδυασμός είναι σπάνιος. Τις ατέλειές του πιστεύω ότι τις έχει, αλλά για μένα παραμένει απολαυστικότατο.
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 09, 2019
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 04, 2019
"ΘΕΕ ΜΟΥ ΤΙ ΣΟΥ ΚΑΝΑΜΕ". ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΚΑΙ ΝΟ 2...
Παρόμοια με το πρώτο φιλμ αστεία, με τα γνωστά παιχνίδια με την πολιτική ορθότητα, μη πιστευτό στόρι με εύκολη και προβλέψιμη εξέλιξη, η ταινία είναι ουσιαστικά σοβινιστική - και στα όρια του ρατσισμού (όχι δεν είναι ρατσιστική, δεν την κατηγορώ για κάτι τέτοιο, αλλά τον σοβινισμό της τον έχει). Η πολυεθνικότητα πάντως και η μίξη των φυλών του πλανήτη δίνουν αφορμή για σχόλια, γέλιο και (κυρίως) ενοχλούν αρκετούς. Πέραν των όποιων ιδεολογικών παρατηρήσεων πάντως, ούτε γέλασα ιδιαίτερα ούτε την παραμικρή πρωτοτυπία βρήκα. Ξέρω ότι πολλοί θα το διασκεδάσουν, προσωπικά πάντως βαρέθηκα και το βρήκα υπερβολικά εύκολο. Γι' αυτό και χαρακτήρισα ένα ακόμα νο 2 αχρείαστο.
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 03, 2019
Η "ΚΟΚΚΙΝΗ ΤΖΟΑΝ" ΚΑΙ ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ
Το 1992 μια γηραιά κυρία 80 ετών συλλαμβάνεται στη Βρετανία με την κατηγορία ότι υπήρξε κατάσκοπος των Σοβιετικών πίσω στα 40ς και 50ς, στέλνοντάς τους απόρρητα μυστικά που σχετίζονταν με την κατασκευή της ατομικής βόμβας, στα οποία είχε πρόσβαση, αφού η ίδια δούλευε με την ομάδα κατασκευής της. Επρόκειτο για κατάσκοπο που έδρασε δίχως να γίνει αντιληπτή για χρόνο ρεκόρ στη χώρα.
Η βρετανική ταινία "Η Κόκκινη Τζόαν" (Red Joan) (2018) του περισσότερο τηλεοπτικού Trevor Nunn βασίζεται χαλαρά στο γεγονός αυτό (αφού οι "αληθινές ιστορίες" κυριαρχούν στη μάλλον ανέμπνευστη εποχή μας). Με τη Τζούντι Ντεντς στο βασικό ρόλο, αφηγείται με πισωγυρίσματα στο χρόνο τα γεγονότα των 30ς έως και 50ς, όπου η νεαρή τότε κοπέλα αριστερών αποκλίσεων ερωτεύεται φλογερό κομμουνιστή και, μετά από πολλά ψυχολογικά - αισθηματικά σκαμπανεβάσματα αποφασίζει να δώσει στους Ρώσους τις απόρρητες πληροφορίες, ενώ παράλληλα παρακολουθούμε τη σύγχρονη ανάκριση της γηραιάς κυρίας (με τα σχετικά δικαστικής φύσης αυτή τη φορά σκαμπανεβάσματα), που θυμάται το μακρινό παρελθόν της.
Φυσικά έχουμε μια κλασικά καλή ταινία εποχής, όπως αυτές που πάντοτε φτιάχνουν οι βρετανοί, με άψογες ηθοποιίες και ανάπλαση εποχής και επίσης κλασικό, "σοβαρό" ύφος. Μια υπόθεση κατασκοπείας, ερωτικές περιπλοκές, κάποιο σασπένς, συνθέτουν ένα κοκτέιλ που παρακολούθησα με ενδιαφέρον μεν, αλλά δίχως εκπλήξεις. Είπαμε: Απόλυτα κλασικό και τυπικό.
Θα μείνω όμως σε ένα σημαντικό σημείο (όχι κινηματογραφικό, αλλά ιδεολογικής φύσης). Φυσικά δεν έχω ιδέα για το πώς συνέβησαν στην πραγματικότητα τα γεγονότα. Σχολιάζω όμως την πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα του φιλμ: Η Τζόαν δεν ήταν κομμουνίστρια (κάποια στιγμή μάλιστα τους είχε εντελώς απορρίψει). Φιλοαριστερή γενικότερα μάλλον, όχι όμως σοβιετόφιλη. Γιατί λοιπόν δέχτηκε να γίνει κατάσκοπος; Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι σύμμαχοι συνεργαζόντουσαν με τους Ρώσους στην κατασκευή της βόμβας, που θα προλάβαινε τους Γερμανούς και θα έκρινε τον πόλεμο. Μετά τη νίκη όμως συνέχισαν μόνοι τους, αποκλείοντας τη Ρωσία από την πρόσβαση στις έρευνες. Βλέποντας τον "διπολικό" κόσμο στον οποίο είχαμε οδηγηθεί (την εποχή του Ψυχρού Πολέμου δηκαδή), η Τζόαν (που είναι και γεμάτη τύψεις επειδή και η ίδια είχε βοηθήσει, όντας φυσικός, στην κατασκευή της), κρίνει ότι αν τη βόμβα είναι αποκλειστικότητα των αμερικανών τα πάντα μπορούν να καταρρεύσουν και να έχουμε μια δεύτερη εκατόμβη, αυτή τη φορά σε μια μεγάλη πόλη της Ρωσίας. Έτσι παραχωρεί πολύτιμα τεχνικά μυστικά ώστε και εκείνοι να κατασκευάσουν τη δική τους βόμβα και έτσι να επιτευχθεί μια παγκόσμια ισορροπία τρόμου (πράγμα που όντως συνέβη). "Είδατε να γίνει 3ος Παγκόσμιος;" απαντά αφοπλιστικά στις ερωτήσεις των ανακριτών. Και τελικά, όταν τη ρωτάνε αν αγαπά την πατρίδα της, απαντά καταφατικά αλλά "βάζει πάνω από την πατρίδα ολόκληρη την ανθρωπότητα και την ασφάλειά της". Τι λέτε εσείς; Δίκιο δεν είχε;
Η βρετανική ταινία "Η Κόκκινη Τζόαν" (Red Joan) (2018) του περισσότερο τηλεοπτικού Trevor Nunn βασίζεται χαλαρά στο γεγονός αυτό (αφού οι "αληθινές ιστορίες" κυριαρχούν στη μάλλον ανέμπνευστη εποχή μας). Με τη Τζούντι Ντεντς στο βασικό ρόλο, αφηγείται με πισωγυρίσματα στο χρόνο τα γεγονότα των 30ς έως και 50ς, όπου η νεαρή τότε κοπέλα αριστερών αποκλίσεων ερωτεύεται φλογερό κομμουνιστή και, μετά από πολλά ψυχολογικά - αισθηματικά σκαμπανεβάσματα αποφασίζει να δώσει στους Ρώσους τις απόρρητες πληροφορίες, ενώ παράλληλα παρακολουθούμε τη σύγχρονη ανάκριση της γηραιάς κυρίας (με τα σχετικά δικαστικής φύσης αυτή τη φορά σκαμπανεβάσματα), που θυμάται το μακρινό παρελθόν της.
Φυσικά έχουμε μια κλασικά καλή ταινία εποχής, όπως αυτές που πάντοτε φτιάχνουν οι βρετανοί, με άψογες ηθοποιίες και ανάπλαση εποχής και επίσης κλασικό, "σοβαρό" ύφος. Μια υπόθεση κατασκοπείας, ερωτικές περιπλοκές, κάποιο σασπένς, συνθέτουν ένα κοκτέιλ που παρακολούθησα με ενδιαφέρον μεν, αλλά δίχως εκπλήξεις. Είπαμε: Απόλυτα κλασικό και τυπικό.
Θα μείνω όμως σε ένα σημαντικό σημείο (όχι κινηματογραφικό, αλλά ιδεολογικής φύσης). Φυσικά δεν έχω ιδέα για το πώς συνέβησαν στην πραγματικότητα τα γεγονότα. Σχολιάζω όμως την πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα του φιλμ: Η Τζόαν δεν ήταν κομμουνίστρια (κάποια στιγμή μάλιστα τους είχε εντελώς απορρίψει). Φιλοαριστερή γενικότερα μάλλον, όχι όμως σοβιετόφιλη. Γιατί λοιπόν δέχτηκε να γίνει κατάσκοπος; Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι σύμμαχοι συνεργαζόντουσαν με τους Ρώσους στην κατασκευή της βόμβας, που θα προλάβαινε τους Γερμανούς και θα έκρινε τον πόλεμο. Μετά τη νίκη όμως συνέχισαν μόνοι τους, αποκλείοντας τη Ρωσία από την πρόσβαση στις έρευνες. Βλέποντας τον "διπολικό" κόσμο στον οποίο είχαμε οδηγηθεί (την εποχή του Ψυχρού Πολέμου δηκαδή), η Τζόαν (που είναι και γεμάτη τύψεις επειδή και η ίδια είχε βοηθήσει, όντας φυσικός, στην κατασκευή της), κρίνει ότι αν τη βόμβα είναι αποκλειστικότητα των αμερικανών τα πάντα μπορούν να καταρρεύσουν και να έχουμε μια δεύτερη εκατόμβη, αυτή τη φορά σε μια μεγάλη πόλη της Ρωσίας. Έτσι παραχωρεί πολύτιμα τεχνικά μυστικά ώστε και εκείνοι να κατασκευάσουν τη δική τους βόμβα και έτσι να επιτευχθεί μια παγκόσμια ισορροπία τρόμου (πράγμα που όντως συνέβη). "Είδατε να γίνει 3ος Παγκόσμιος;" απαντά αφοπλιστικά στις ερωτήσεις των ανακριτών. Και τελικά, όταν τη ρωτάνε αν αγαπά την πατρίδα της, απαντά καταφατικά αλλά "βάζει πάνω από την πατρίδα ολόκληρη την ανθρωπότητα και την ασφάλειά της". Τι λέτε εσείς; Δίκιο δεν είχε;
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 01, 2019
"Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ, Ο ΤΡΕΛΟΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΟΞΦΟΡΔΗΣ
Άλλη μια "αληθινή ιστορία" μεραφέρεται στην οθόνη: "Ο Καθηγητής και ο Τρελός" του 2019 είναι η πρώτη σκηνοθετική δουλειά του ιρανού (υποθέτω ότι ζει στη Δύση) Farhad Safinia. με τον Σον Πεν και τον Μελ Γκίμπσον στους βασικούς ρόλους.
Αφηγείται μια παράξενη ιστορία: Στα μέσα του 19ου αιώνα ένας καθηγητής αναλαμβάνει το τιτάνιο έργο, που φαινόταν αδύνατο την εποχή εκείνη, να συντάξει ένα πλήρες λεξικό της αγγλικής γλώσσας. Ξεκινά με αισιοδοξία, αλλά μετά από κάποιο διάστημα η προσπάθεια τελματώνεται. Τότε θα δεχτεί απροσδόκητη βοήθεια από έναν έγκλειστο ψυχοπαθή, ο οποίος μέσα στην τρέλα του έχει δολοφονήσει έναν αθώο και βασανίζεται από εφιάλτες και αυτοκαταστροφικές τάσεις. Ταυτόχρονα, ως υποπλοκή, παρακολουθούμε την παράξενη σχέση του ψυχοπαθούς με τη χήρα του θύματος.
Σκοτεινό φιλμ, που "βαραίνει" ακόμα περισσότερο λόγω της μεγάλης διάρκειάς του. Προσωπικά κουράστηκα και βαρέθηκα αρκετά, όχι για τη σκοτεινιά που προανέφερα, αλλά επειδή βρήκα ότι στερείται ρυθμού και νεύρου και συχνά πλατυάζει, ενώ οι υποπλοκές κουράζουν. Βέβαια ο Σον Πεν είναι εντυπωσιακός στον ούτως ή άλλως αβανταδόρικο ρόλο του, αλλά ποτέ μια καλή ηθοποία δεν ήταν αρκετή για να κάνει ένα καλό φιλμ. Πολλοί ίσως βρουν την ιστορία ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη. Σε μένα πάντως, ακόμη κι αν συμβαίνει αυτό, η ταινία μου άφησε δυσάρεστη γεύση...
Αφηγείται μια παράξενη ιστορία: Στα μέσα του 19ου αιώνα ένας καθηγητής αναλαμβάνει το τιτάνιο έργο, που φαινόταν αδύνατο την εποχή εκείνη, να συντάξει ένα πλήρες λεξικό της αγγλικής γλώσσας. Ξεκινά με αισιοδοξία, αλλά μετά από κάποιο διάστημα η προσπάθεια τελματώνεται. Τότε θα δεχτεί απροσδόκητη βοήθεια από έναν έγκλειστο ψυχοπαθή, ο οποίος μέσα στην τρέλα του έχει δολοφονήσει έναν αθώο και βασανίζεται από εφιάλτες και αυτοκαταστροφικές τάσεις. Ταυτόχρονα, ως υποπλοκή, παρακολουθούμε την παράξενη σχέση του ψυχοπαθούς με τη χήρα του θύματος.
Σκοτεινό φιλμ, που "βαραίνει" ακόμα περισσότερο λόγω της μεγάλης διάρκειάς του. Προσωπικά κουράστηκα και βαρέθηκα αρκετά, όχι για τη σκοτεινιά που προανέφερα, αλλά επειδή βρήκα ότι στερείται ρυθμού και νεύρου και συχνά πλατυάζει, ενώ οι υποπλοκές κουράζουν. Βέβαια ο Σον Πεν είναι εντυπωσιακός στον ούτως ή άλλως αβανταδόρικο ρόλο του, αλλά ποτέ μια καλή ηθοποία δεν ήταν αρκετή για να κάνει ένα καλό φιλμ. Πολλοί ίσως βρουν την ιστορία ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη. Σε μένα πάντως, ακόμη κι αν συμβαίνει αυτό, η ταινία μου άφησε δυσάρεστη γεύση...
Σάββατο, Αυγούστου 31, 2019
"ROCKETMAN": Ο ΕΛΤΟΝ ΤΖΟΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΊΝΑΙ ΚΑΙ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟΣ...
Οι μουσικές βιογραφίες είναι μόδα. Το "Rocketman" του βρετανού ηθοποιού κυρίως, αλλά και σκηνοθέτη, Dexter Fletcher του 2019 είναι μια "πειραγμένη" βιογραφία του σούπερ σταρ Έλτον Τζον. Και είναι κατά τη γνώμη μου και έξυπνη σκηνοθετικά και συγκινητική.
Η ταινία παρακολουθεί τη ζωή του Έλτον από τα παιδικά του χρόνια, την κακή σχέση με τους γονείς (κυρίως με τον πατέρα), τη γνωριμία με τον μόνιμο στιχουργό του Bernie Taupin, με τον οποίο έκαναν τους καλύτερους και πιο επιτυχημένους δίσκους, και την εφ' όρου ζωής φιλική σχέση μαζί του, τη συνειδητοποίηση της ομοφυλοφιλίας του, την καλπάζουσα επιτυχία, την ερωτική σχέση με τον μανατζέρ του, την "κατρακύλα" του με αλκόολ, ναρκωτικά και άλλες καταχρήσεις και, εν τέλει, την τελική ηρεμία του σταρ.
Η βιογραφία δεν μοιάζει να κρύβει τίποτα, επιμένοντας αρκετά στην άσχημη, παρακμιακή φάση της ζωής του Τζον. Επίσης τον παρουσιάζει ως έναν άνθρωπο βαθύτατα ανασφαλή, που πάσχει από εσωτερική μοναξιά και, σε όλη του τη ζωή, ψάχνει απεγνωσμένα για αγάπη, αυτή που δεν του έδωσαν αρχικά οι γονείς του. Αυτό δε που μου άρεσε ιδιαίτερα ήταν η σκηνοθετική, σουρεαλιστική ενίοτε ματιά: Το φιλμ συχνά παίζει με τον σουρεαλισμό και τη φαντασία: Τραγούδια του Έλτον που ταιριάζουν με την εκάστοτε φάση ερμηνεύονται από άλλα πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο στη ζωή του εν είδη μιούζικαλ, συχνά ο ενήλικος και το παιδί Έλτον συνυπάρχουν, η αφήγηση πάει μπρος - πίσω στο χρόνο, οι εικόνες γίνονται ξαφνικά μη ρεαλιστικές κλπ.
Ο Τάρον Έγκερτον είναι πολύ καλός στο βασικό ρόλο (και μοιάζει πολύ με τον Έλτον), τα τραγούδια πλημμυρίζουν το φιλμ, η αναζήτηση για αγάπη δημιουργεί συγκίνηση... και γενικά απόλαυσα το φιλμ, την ειλικρίνεια και την πρωτοτυπία του. Ίσως οι Queen να είναι πιο ξεσηκωτικοί, νομίζω όμως ότι ο Elton John πρόσφερε υλικό για μια καλύτερη ταινία.
ΥΓ: Για όσους το αγνοούν είναι μια από τις σπάνιες φορές στο ροκ που ένας σταρ χρησιμοποιεί μόνιμο στιχουργό για δεκαετίες και για πολλούς δίσκους. Ο ίδιος δεν μπορούσε να γράψει στίχους. Ο Bernie Taupin είναι από τους σημαντικότερους στο χώρο και όλα σχεδόν τα μεγάλα τραγούδια του Elton John ανήκουν και στους δύο.
Η ταινία παρακολουθεί τη ζωή του Έλτον από τα παιδικά του χρόνια, την κακή σχέση με τους γονείς (κυρίως με τον πατέρα), τη γνωριμία με τον μόνιμο στιχουργό του Bernie Taupin, με τον οποίο έκαναν τους καλύτερους και πιο επιτυχημένους δίσκους, και την εφ' όρου ζωής φιλική σχέση μαζί του, τη συνειδητοποίηση της ομοφυλοφιλίας του, την καλπάζουσα επιτυχία, την ερωτική σχέση με τον μανατζέρ του, την "κατρακύλα" του με αλκόολ, ναρκωτικά και άλλες καταχρήσεις και, εν τέλει, την τελική ηρεμία του σταρ.
Η βιογραφία δεν μοιάζει να κρύβει τίποτα, επιμένοντας αρκετά στην άσχημη, παρακμιακή φάση της ζωής του Τζον. Επίσης τον παρουσιάζει ως έναν άνθρωπο βαθύτατα ανασφαλή, που πάσχει από εσωτερική μοναξιά και, σε όλη του τη ζωή, ψάχνει απεγνωσμένα για αγάπη, αυτή που δεν του έδωσαν αρχικά οι γονείς του. Αυτό δε που μου άρεσε ιδιαίτερα ήταν η σκηνοθετική, σουρεαλιστική ενίοτε ματιά: Το φιλμ συχνά παίζει με τον σουρεαλισμό και τη φαντασία: Τραγούδια του Έλτον που ταιριάζουν με την εκάστοτε φάση ερμηνεύονται από άλλα πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο στη ζωή του εν είδη μιούζικαλ, συχνά ο ενήλικος και το παιδί Έλτον συνυπάρχουν, η αφήγηση πάει μπρος - πίσω στο χρόνο, οι εικόνες γίνονται ξαφνικά μη ρεαλιστικές κλπ.
Ο Τάρον Έγκερτον είναι πολύ καλός στο βασικό ρόλο (και μοιάζει πολύ με τον Έλτον), τα τραγούδια πλημμυρίζουν το φιλμ, η αναζήτηση για αγάπη δημιουργεί συγκίνηση... και γενικά απόλαυσα το φιλμ, την ειλικρίνεια και την πρωτοτυπία του. Ίσως οι Queen να είναι πιο ξεσηκωτικοί, νομίζω όμως ότι ο Elton John πρόσφερε υλικό για μια καλύτερη ταινία.
ΥΓ: Για όσους το αγνοούν είναι μια από τις σπάνιες φορές στο ροκ που ένας σταρ χρησιμοποιεί μόνιμο στιχουργό για δεκαετίες και για πολλούς δίσκους. Ο ίδιος δεν μπορούσε να γράψει στίχους. Ο Bernie Taupin είναι από τους σημαντικότερους στο χώρο και όλα σχεδόν τα μεγάλα τραγούδια του Elton John ανήκουν και στους δύο.
Πέμπτη, Αυγούστου 29, 2019
ΤΟ ΠΟΛΛΟΣΤΟ ΡΙΜΕΪΚ ΤΟΥ "ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ" ΚΑΙ Η LADY GAGA
Το "A Star is Born" πρωτογυρίστηκε στη δεκαετία του 30. Κι επειδή ζούμε στην εποχή του αναμασήματος, με το Χόλιγουντ να ψάχνει μανιωδώς στο χρυσοφόρο παρελθόν του για έμπνευση, το 2018 έγινε το 4ο ριμέικ του, σε σκηνοθεσία μάλιστα του πρωταγωνιστή του Bradley Cooper, με ατραξιόν βεβαίως τη Lady Gaga στο βασικό ρόλο, αυτόν που παλιότερα είχαν ερμηνεύσει η Judy Garland και η Barbara Streisand.
Κλασικό ερωτικό δράμα με μουσικό background, η (τωρινή) ιστορία αφηγείται τον έρωτα ενός ροκ σταρ που βρίσκεται σε παρακμή και δημιουργικά, αλλά κυρίως σε προσωπικό επίπεδο, καθώς παλεύει ενάντια στον αλκοολισμό και τις άλλες εξαρτήσεις και μιας νεαρής τραγουδοποιού, την οποία εκείνος ανακαλύπτει και προωθεί και η οποία ανέρχεται ραγδαία και σύντομα γίνεται σούπερ σταρ.
Δεν έχω δει τις παλιότερες βερσιόν και δεν μπορώ να κάνω συγκρίσεις. Πάντως και οι δύο πρωταγωνιστές είναι πειστικοί στους ρόλους τους. Φυσικά το φιλμ μιλά κυρίως για τι τίμημα της δόξας και των εκατομμυρίων. Μπορούν οι σούπερ σταρ, ιδιαίτερα οι νεαροί και με ραγδαία εξέλιξη, να διαχειριστούν την τεράστια επιτυχία τους; Μήπως νομοτελειακά πλούτος / φήμη οδηγούν σε βαθύτερη μοναξιά; Μήπως όλο αυτό το κλίμα αφθονίας στα πάντα καταστρέφει τελικά τις προσωπικές τους σχέσεις και τη δυνατότητά τους να αγαπήσουν και να αγαπηθούν; Γενικά ως (πολύ) δραματική ταινία δεν είναι κακή. Προσωπικά πάντως μου άρεσε (και με ενδιέφερε) περισσότερο το focus που κάνει το φιλμ στην καριέρα της κοπέλας, που ξεκινά με δυνατά, αφτιασίδωτα και γι' αυτό πιο γνήσια κομμάτια, για να προσχωρήσει σταδιακά στο ανεγκέφαλο glamorous, στις μελετημένες από μάνατζερ ηχογραφήσεις και εμφανίσεις, στους απαραίτητους χορευτές που συνοδεύουν τα live, στα θεαματικά βιντεοκλίπ, όπου το βάρος πέφτει στην εικόνα και όχι στη μουσική... γενικά στην ελαφρά ποπ βλακεία. Όλα αυτά που ασφυκτικά κυριρχούν δηλαδή στη μουσική σήμερα. Βρήκα λοιπόν ενδιαφέρουσα όλη αυτή την πορεία προς την επιφανειακότητα, την κακογουστιά και το "κυριλέ".
Πέραν αυτού θα ομολογήσω ότι το φιλμ με κούρασε αρκετά, καθώς η δραματική ιστορία δεν με κράτησε όσο θα έπρεπε. Γενικά λοιπόν δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα. Ξέρω βέβαια πολλούςπου θα διαφωνήσουν και θα συγκινηθούν βαθύτατα, αλλά... είπαμε, γούστα είναι αυτά.
Τρίτη, Αυγούστου 27, 2019
"BOHEMIAN RHAPSODY" ΚΑΙ Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΩΝ QUEEN
Όπως θα ξέρετε φαντάζομαι, το "Bohemian Rhapsody" του 2018, η ιστορία δηλαδή του Freddie Mercury και των Queen, αποτέλεσε πραγματικά απρόσμενη παγκόσμια επιτυχία. Το γύρισε ο γνωστός Bryan Singer, ο οποίος ωστόσο φαίνεται ότι απολύθηκε πριν την ολοκλήρωση του φιλμ. Πάντως η ταινία καταχωρείται σ' αυτόν.
Βιογραφία ουσιαστικά του ινδικής καταγωγής βρετανού Freddie Mercury, τον παρακολουθεί από τα νεανικά του χρόνια και κυρίως από τη γνωριμία του με τους υπόλοιπους Queen, το σχηματισμό του γκρουπ, το δρόμο προς τη σταδιακή - και τελικά καταιγιστική - επιτυχία, την προσωρινή διάλυση του συγκροτήματος, την προσωπική παρακμή του Mercury και τελικά την επανένωση και τη θριαμβευτική τους εμφάνιση στο Live Aid το 1985.
Η σκηνοθεσία είναι γραμμική και προβλεπόμενη. Είναι μια κλασική ιστορία ροκ σούπερ σταρ: Σκληρή προσπάθεια και φιλοδοξίες αρχικά, ιλιγγιώδης άνοδος, διαμόρφωση της τελικής gay περσόνας του απέναντι στο κοινό, πλήθος καταχρήσεων και σχεδόν κατάρρευση. Στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει υπάρχει ο τελικός θρίαμβος, πλην όμως για τον Freddie ήταν μάλλον αργά: Είχε ήδη προσβληθεί από AIDS και πέθανε το 1991 στα 45 του. Φυσικά στο φιλμ η ομοφυλοφιλία του δεν αποκρύπτεται, δεν αποτελεί όμως και τον πυρήνα της αφήγησης, αν και η όλη ερωτική και συναισθηματική του πορεία εξετάζεται σαφώς.
Ο Ράμι Μάλεκ είναι πολύ καλός στο ρόλο του Mercury. Η προσωπικότητα του ήρωα είναι ένα κράμα εκκεντρικότητας και έντονης αυτοπεποίθησης, πλην όμως παρουσιάζεται ως ευάλωτος και συχνά πληγωμένος, ως ένας άνθρωπος που κατά βάθος υποφέρει από μοναξιά. Ως ταινία τώρα δεν έχει κάτι σπουδαίο να επιδείξει (και οι πολύ φανατικοί του γκρουπ λένε ότι αποκρύπτει ή αλλάζει κάποια γεγονότα). Ωστόσο η ξεσηκωτική μουσική τους αρκεί νομίζω για να παρασύρει τον θεατή. Τουλάχιστον εγώ το ευχαριστήθηκα αρκετά, ξανάκουσα τα κομμάτια τους και το διασκέδασα. Επαναλαμβάνω όμως ότι αυτό είναι ουσιαστικά εξωκινηματογραφικό. Δεν πρόκειται για μεγάλη ταινία, εύκολα όμως μπορεί κανείς να αφεθεί και να την απολαύσει. Ιδιαίτερα αν είναι φαν.
ΥΓ: Ευτυχώς τονίζεται αρκετά ο ρόλος του σημαντικού κιθαρίστα και ενίοτε συνθέτη του γκρουπ Brian May.
Βιογραφία ουσιαστικά του ινδικής καταγωγής βρετανού Freddie Mercury, τον παρακολουθεί από τα νεανικά του χρόνια και κυρίως από τη γνωριμία του με τους υπόλοιπους Queen, το σχηματισμό του γκρουπ, το δρόμο προς τη σταδιακή - και τελικά καταιγιστική - επιτυχία, την προσωρινή διάλυση του συγκροτήματος, την προσωπική παρακμή του Mercury και τελικά την επανένωση και τη θριαμβευτική τους εμφάνιση στο Live Aid το 1985.
Η σκηνοθεσία είναι γραμμική και προβλεπόμενη. Είναι μια κλασική ιστορία ροκ σούπερ σταρ: Σκληρή προσπάθεια και φιλοδοξίες αρχικά, ιλιγγιώδης άνοδος, διαμόρφωση της τελικής gay περσόνας του απέναντι στο κοινό, πλήθος καταχρήσεων και σχεδόν κατάρρευση. Στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει υπάρχει ο τελικός θρίαμβος, πλην όμως για τον Freddie ήταν μάλλον αργά: Είχε ήδη προσβληθεί από AIDS και πέθανε το 1991 στα 45 του. Φυσικά στο φιλμ η ομοφυλοφιλία του δεν αποκρύπτεται, δεν αποτελεί όμως και τον πυρήνα της αφήγησης, αν και η όλη ερωτική και συναισθηματική του πορεία εξετάζεται σαφώς.
Ο Ράμι Μάλεκ είναι πολύ καλός στο ρόλο του Mercury. Η προσωπικότητα του ήρωα είναι ένα κράμα εκκεντρικότητας και έντονης αυτοπεποίθησης, πλην όμως παρουσιάζεται ως ευάλωτος και συχνά πληγωμένος, ως ένας άνθρωπος που κατά βάθος υποφέρει από μοναξιά. Ως ταινία τώρα δεν έχει κάτι σπουδαίο να επιδείξει (και οι πολύ φανατικοί του γκρουπ λένε ότι αποκρύπτει ή αλλάζει κάποια γεγονότα). Ωστόσο η ξεσηκωτική μουσική τους αρκεί νομίζω για να παρασύρει τον θεατή. Τουλάχιστον εγώ το ευχαριστήθηκα αρκετά, ξανάκουσα τα κομμάτια τους και το διασκέδασα. Επαναλαμβάνω όμως ότι αυτό είναι ουσιαστικά εξωκινηματογραφικό. Δεν πρόκειται για μεγάλη ταινία, εύκολα όμως μπορεί κανείς να αφεθεί και να την απολαύσει. Ιδιαίτερα αν είναι φαν.
ΥΓ: Ευτυχώς τονίζεται αρκετά ο ρόλος του σημαντικού κιθαρίστα και ενίοτε συνθέτη του γκρουπ Brian May.
Δευτέρα, Αυγούστου 26, 2019
"ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΚΟΡΑΚΙ": ΟΤΑΝ Ο ΝΟΥΡΕΓΙΕΦ ΑΥΤΟΜΟΛΗΣΕ
Ο Ralph Fiennes κατά καιρούς επιδίδεται και στη σκηνοθεσία. Το φιλμ "Νουρέγιεφ: Το Λευκό Κοράκι" (The White Crow) του 2018 είναι η ιστορία του μεγάλου ρώσου χορευτή Ρούντολφ Νουρέγιεφ. Όχι ακριβώς ολόκληρης της ζωής του, αλλά κυρίως στην περίοδο που, αρχίζοντας να γίνεται διάσημος, αποφασίζει (διστακτικά) να αφήσει τη Σοβιετική Ένωση και να αυτομολήσει στη Δύση (στη Γαλλία συγκεκριμένα). Ο χορευτής Oleg Ivenko ερμηνεύει το βασικό ρόλο και κοντά του ο ίδιος ο Φάινς και η Adele Exarchopoulos.
Η ταινία, μια ακόμα βιογραφία, ρίχνει ματιές και σε άλλες εποχές της ζωής του Νουρέγιεφ (σύντομα flash back στην παιδική του ηλικία, η σκληρή του προσπάθεια να βελτιωθεί και να ξεχωρίσει στη σχολή χορού, η παράξενη σχέση με τον δάσκαλό του και τη σύζυγό του, οι πρώτες περιοδείες στην Ευρώπη κλπ). Κυρίως όμως, στο τελευταίο ημίωρο, επικεντρώνεται στην προσπάθειά του να ξεφύγει από τους αυστηρούς ρώσους "φύλακές" του και να ζητήσει άσυλο στη Γαλλία. Τότε το φιλμ μετατρέπεται σε ένα είδος θρίλερ και δημιουργείται κάποιο σασπένς.
Ο Νουρέγιεφ, ως χαρακτήρας, παρουσιάζεται ως σχεδόν αλαζονικός, με μεγάλη αυτοπεποίθηση, αλλά και με ευαίσθητα νεύρα (συχνά είναι έτοιμος να καταρρεύσει). Η ομοφυλοφιλία του αναφέρεται μεν, ωστόσο σε καμία περίπτωση το φιλμ δεν επικεντρώνεται στο στοιχείο αυτό.
Τη βρήκα μια μάλλον συμβατική βιογραφία. Όχι κακή, αλλά ούτε και τίποτα σπουδαίο κινηματογραφικά. Ενδιαφέρει περισσότερο τους φίλους του κλασικού χορού (και του ίδιου του Νουρέγιεφ). Οι υπόλοιποι απλώς θα την παρακολουθήσουν σχετικά ευχάριστα, καθώς κυλά μάλλον ρουτινιάρικα.
Η ταινία, μια ακόμα βιογραφία, ρίχνει ματιές και σε άλλες εποχές της ζωής του Νουρέγιεφ (σύντομα flash back στην παιδική του ηλικία, η σκληρή του προσπάθεια να βελτιωθεί και να ξεχωρίσει στη σχολή χορού, η παράξενη σχέση με τον δάσκαλό του και τη σύζυγό του, οι πρώτες περιοδείες στην Ευρώπη κλπ). Κυρίως όμως, στο τελευταίο ημίωρο, επικεντρώνεται στην προσπάθειά του να ξεφύγει από τους αυστηρούς ρώσους "φύλακές" του και να ζητήσει άσυλο στη Γαλλία. Τότε το φιλμ μετατρέπεται σε ένα είδος θρίλερ και δημιουργείται κάποιο σασπένς.
Ο Νουρέγιεφ, ως χαρακτήρας, παρουσιάζεται ως σχεδόν αλαζονικός, με μεγάλη αυτοπεποίθηση, αλλά και με ευαίσθητα νεύρα (συχνά είναι έτοιμος να καταρρεύσει). Η ομοφυλοφιλία του αναφέρεται μεν, ωστόσο σε καμία περίπτωση το φιλμ δεν επικεντρώνεται στο στοιχείο αυτό.
Τη βρήκα μια μάλλον συμβατική βιογραφία. Όχι κακή, αλλά ούτε και τίποτα σπουδαίο κινηματογραφικά. Ενδιαφέρει περισσότερο τους φίλους του κλασικού χορού (και του ίδιου του Νουρέγιεφ). Οι υπόλοιποι απλώς θα την παρακολουθήσουν σχετικά ευχάριστα, καθώς κυλά μάλλον ρουτινιάρικα.
Κυριακή, Αυγούστου 25, 2019
"ΜΙΑ ΖΩΗ ΤΑΛΑΙΠΩΡΙΑ": ΑΛΜΟΔΟΒΑΡΙΚΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΘΟΤΗΤΑ
Οι ταινίες της δεκαετίας του 80 του Pedro Almodovar χαρακτηρίζονται από ηθελημένο κιτς, απόλυτα χύμα καταστάσεις (και σενάρια) και πλήρη χλευασμό κάθε μορφής πολιτικής ορθότητας. Το "Μια Ζωή Ταλαιπωρία" (¿Qué he hecho yo para merecer esto?) του 1984, με την τότε μούσα του Κάρμεν Μάουρα, αποτελεί χαρακτηριστικότατο δείγμα.
Ηρωίδα μια αηδιασμένη από τα πάντα νοικοκυρά. Μαλάκας ταξιτζής σύζυγος, απίστευτη πεθερά που μένει μαζί τους σε ασφυκτικό διαμέρισμα, δύο έφηβοι γιοι, ο ένας γκέι και ο άλλος βαποράκι, δουλεύει ως καθαρίστρια, κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού (σιγά μην ασχοληθεί εκείνος), είναι διαρκώς ξεθεωμένη και έχει καλύτερη φίλη μια πόρνη που ζει στο διπλανό διαμέρισμα και θέλει να γίνει σταρ. Το μπάχαλο σε όλα τα επίπεδα είναι απίστευτο.
Παρωδία οικογενειακού μελό, "κακό" χιούμορ, ανατροπή κάθε καλού γούστου, επίθεση σε κάθε μορφής ταμπού και - το ξαναείπαμε - πολιτικής ορθότητας (από την ανακούφιση της οικογένειας όταν ο μικρός γιος... πωλείται σε παιδεραστή οδοντογιατρό, από την παραδόπιστη γιαγιά που έχει ως πετ μια μεγάλη σαύρα που μάζεψε στο δρόμο έως έναν φόνο με... χαμόν), η ταινία πραγματικά προσπαθεί να προκαλέσει με κάθε τρόπο, ενώ συγχρόνως είναι απόλυτα φεμινιστική, δείχνοντας με ακραίο και πλακατζίδικο τρόπο την καταπίεση της μικρομεσαίας, λαϊκής γυναίκας και την εξέγερσή της, την οποία φυσικά δικαιολογεί απόλυτα και... επαυξάνει.
Αν νοιώσετε ότι θα προσβληθείτε από όλα αυτά (και πολλά άλλα) μείνετε μακριά. Αλλιώς απολαύστε μια εντελώς ακραία σάτιρα της ασφυκτικής καθημερινότητας.
Ηρωίδα μια αηδιασμένη από τα πάντα νοικοκυρά. Μαλάκας ταξιτζής σύζυγος, απίστευτη πεθερά που μένει μαζί τους σε ασφυκτικό διαμέρισμα, δύο έφηβοι γιοι, ο ένας γκέι και ο άλλος βαποράκι, δουλεύει ως καθαρίστρια, κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού (σιγά μην ασχοληθεί εκείνος), είναι διαρκώς ξεθεωμένη και έχει καλύτερη φίλη μια πόρνη που ζει στο διπλανό διαμέρισμα και θέλει να γίνει σταρ. Το μπάχαλο σε όλα τα επίπεδα είναι απίστευτο.
Παρωδία οικογενειακού μελό, "κακό" χιούμορ, ανατροπή κάθε καλού γούστου, επίθεση σε κάθε μορφής ταμπού και - το ξαναείπαμε - πολιτικής ορθότητας (από την ανακούφιση της οικογένειας όταν ο μικρός γιος... πωλείται σε παιδεραστή οδοντογιατρό, από την παραδόπιστη γιαγιά που έχει ως πετ μια μεγάλη σαύρα που μάζεψε στο δρόμο έως έναν φόνο με... χαμόν), η ταινία πραγματικά προσπαθεί να προκαλέσει με κάθε τρόπο, ενώ συγχρόνως είναι απόλυτα φεμινιστική, δείχνοντας με ακραίο και πλακατζίδικο τρόπο την καταπίεση της μικρομεσαίας, λαϊκής γυναίκας και την εξέγερσή της, την οποία φυσικά δικαιολογεί απόλυτα και... επαυξάνει.
Αν νοιώσετε ότι θα προσβληθείτε από όλα αυτά (και πολλά άλλα) μείνετε μακριά. Αλλιώς απολαύστε μια εντελώς ακραία σάτιρα της ασφυκτικής καθημερινότητας.
Σάββατο, Αυγούστου 24, 2019
ΠΕΡΙ ΡΙΜΕΪΚ (ΠΑΛΙ;) ΚΑΙ "SLEUTH"
Το "Sleuth" (βασισμένο σε θεατρικό του Πίτερ Σάφερ και σενάριο για το σινεμά του Χάρολντ Πίντερ) υπήρξε μια πολύ καλή ταινία "δωματίου" του 1972 με τους Λόρενς Ολιβιέ και Μάικλ Κέιν στους ρόλους του ηλικιωμένου και του νεαρού αντίστοιχα. Στο ήδη ανέμπνευστο 2007 ο Kenneth Branagh αποφασίζει να το ξαναγυρίσει, αυτή τη φορά με τον Μάικλ Κέιν και πάλι, αλλά τώρα στο ρόλο του ηλικιωμένου (35 χρόνια έχουν περάσει...) και τον Τζουντ Λο ως νεαρό.
Ένας ηλικιωμένος, πλούσιος και αλαζονικός συγγραφέας που ζει σε πολυτελέστατο σπίτι δέχεται την επίσκεψη του νεαρού εραστή της γυναίκας του, η οποία τον έχει εγκαταλείψει. Ο νεαρός του ζητά να της δώσει διαζύγιο και, βεβαίως, το (υπέρ)εγώ του επιτυχημένου μεσήλικα θίγεται ανεπανόρθωτα. Ένα σατανικό και σαδιστικό παιχνίδι γάτας και ποντικού θα αρχίσει ανάμεσα στους δύο, με απροσδόκητες ανατροπές και συνέπειες.
Αν κάποιος αγνοεί το παλιό "Σλουθ" μάλλον θα εντυπωσιαστεί. Ωστόσο η γνώμη μου είναι ότι οι συγκρίσεις κλίνουν υπέρ της παλιάς ταινίας. Ο Μπράνα αντικαθιστά την παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα πύργου και βρετανικής αριστοκρατίας όπου ζει ο συγγραφέας με ένα υπερμοντέρνου ντιζάιν ψυχρό σπίτι γεμάτο οθόνες και αυτοματισμούς, όπου τα πάντα ελέγχονται από υπολογιστές και μηχανήματα και όλα λειτουργούν με το πάτημα κουμπιών. Προσθέτει επίσης ένα έντονα ομοφυλοφιλικό στοιχείο (εκεί που στο παλιό φιλμ, αν αυτό υπήρχε, ήταν απόλυτα λανθάνον), ίσως για να κάνει τα πράγματα πιο κραυγαλέα. Τέλος, αν κανείς έχει δει το παλιό φιλμ κάθε στοιχείο ανατροπής και σασπένς εξαφανίζεται. Σα να ξαναγυρίζεις την "6η Αίσθηση" ένα πράγμα και όλοι να πηγαίνουν να τη δουν γνωρίζοντας το φινάλε.
Από μόνο του δεν είναι κακό, η ανάλυση των δύο χαρακτήρων παραμένει ενδιαφέρουσα και τα ανθρώπινα παιχνίδια εξουσίας είναι πανταχού παρόντα. Ωστόσο προσωπικά θα σας συνιστούσα το πρώτο φιλμ (όπως άλλωστε συμβαίνει και με το 90% των ριμέικ).
Ένας ηλικιωμένος, πλούσιος και αλαζονικός συγγραφέας που ζει σε πολυτελέστατο σπίτι δέχεται την επίσκεψη του νεαρού εραστή της γυναίκας του, η οποία τον έχει εγκαταλείψει. Ο νεαρός του ζητά να της δώσει διαζύγιο και, βεβαίως, το (υπέρ)εγώ του επιτυχημένου μεσήλικα θίγεται ανεπανόρθωτα. Ένα σατανικό και σαδιστικό παιχνίδι γάτας και ποντικού θα αρχίσει ανάμεσα στους δύο, με απροσδόκητες ανατροπές και συνέπειες.
Αν κάποιος αγνοεί το παλιό "Σλουθ" μάλλον θα εντυπωσιαστεί. Ωστόσο η γνώμη μου είναι ότι οι συγκρίσεις κλίνουν υπέρ της παλιάς ταινίας. Ο Μπράνα αντικαθιστά την παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα πύργου και βρετανικής αριστοκρατίας όπου ζει ο συγγραφέας με ένα υπερμοντέρνου ντιζάιν ψυχρό σπίτι γεμάτο οθόνες και αυτοματισμούς, όπου τα πάντα ελέγχονται από υπολογιστές και μηχανήματα και όλα λειτουργούν με το πάτημα κουμπιών. Προσθέτει επίσης ένα έντονα ομοφυλοφιλικό στοιχείο (εκεί που στο παλιό φιλμ, αν αυτό υπήρχε, ήταν απόλυτα λανθάνον), ίσως για να κάνει τα πράγματα πιο κραυγαλέα. Τέλος, αν κανείς έχει δει το παλιό φιλμ κάθε στοιχείο ανατροπής και σασπένς εξαφανίζεται. Σα να ξαναγυρίζεις την "6η Αίσθηση" ένα πράγμα και όλοι να πηγαίνουν να τη δουν γνωρίζοντας το φινάλε.
Από μόνο του δεν είναι κακό, η ανάλυση των δύο χαρακτήρων παραμένει ενδιαφέρουσα και τα ανθρώπινα παιχνίδια εξουσίας είναι πανταχού παρόντα. Ωστόσο προσωπικά θα σας συνιστούσα το πρώτο φιλμ (όπως άλλωστε συμβαίνει και με το 90% των ριμέικ).
Σάββατο, Ιουλίου 20, 2019
ΚΑΛΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Το blog πάει για μπάνια. Ίσως κάνουμε και μερικές αναρτήσεις από μακριά, ίσως όχι. Να περνάτε καλά σε διακοπές ή μη. Επιστροφή στα τέλη Αυγούστου με περισσότερες ταινίες.
Τρίτη, Ιουλίου 16, 2019
Η ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗ "ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΡΑΤΙΑ ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ ΗΡΩΩΝ"
Ο Jean-Pierre Melville (1917-1973) γυρίζει τη "Μεγάλη Στρατιά των Αφανών Ηρώων" (L' Armee des Ombres) το 1969. Πρόκειται για ένα φιλμ δυόμισι ωρών που μιλά για την αντίσταση γαλλικών ομάδων κατά των γερμανών στην περίοδο 1942-43. Σίγουρα δεν μοιάζει με άλλες, παρόμοιου θέματος ταινίες που έχετε δει.
Στο φιλμ παρακολουθούμε τη δράση μιας αντιστασιακής ομάδας "από τα μέσα". Αρχικά ο βασικός ήρωας συλλαμβάνεται, οδηγείται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και καταφέρνει να αποδράσει και να συναντηθεί με την ομάδα. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα στο εσωτερικό της ομάδας. Δεν βλέπουμε δηλαδή καμιά ενέργεια ενάντια στους κατακτητές. Μόνο τις μεταξύ τους σχέσεις, τα συναισθήματά τους, τις συλλήψεις και τους θανάτους μελών της, τις διαρκείς μετακινήσεις και το κρυφτό τους με τη Γκεστάπο.
Το φιλμ είναι δομημένο με μεμονωμένα επεισόδια. Η φωτογραφία είναι σκοτεινή, μουντή, καταθλιπτική πολλές φορές, θέλοντας να τονίσει την όλη ατμόσφαιρα της κατοχής και του τρόμου. Αυτό που βλέπουμε είναι η δύσκολη, ασφυκτική ζωή των ανθρώπων αυτών, ο διαρκής φόβος της σύλληψης, των βασανιστηρίων, του θανάτου, η παντελής έλλειψη ζεστασιάς και στοιχειωδών απολαύσεων στην καθημερινότητά τους, μερικές φορές η αμφιβολία, ο δισταγμός στο να εκτελέσουν διαταγές, ακόμα και οι στιγμές δειλίας τους... Είναι δηλαδή αληθινοί άνθρωποι, όπως όλοι. Ο ηρωισμός τους τελικά έγκειται όχι στο ότι καταφέρνουν σημαντικά πλήγματα ενάντια στην πανίσχυρη κατακτητική μηχανή, αλλά στο ότι, έστω και άνευ πρακτικού λόγου, θα έλεγε κανείς, εξακολουθούν να ζουν αυτή την καταθλιπτική, μουντή, φοβισμένη ζωή αντιμετωπίζοντας καθημερινά το θάνατο, ζώντας κυριολεκτικά στο χείλος της αβύσσου.
Ένα χαμηλόφωνο, μελαγχολικό έπος, με τον πολύ καλό Λίνο Βεντούρα και τη Σιμόν Σινιορέ στους κύριους ρόλους, το οποίο όμως, προειδοποιώ, βλέπεται δύσκολα. Και λόγω του "γκρίζου" και αποπνικτικού κλίματος που περιέγραψα και λόγω της μεγάλης διάρκειας.
ΥΓ: Ο Μελβίλ και ο σεναριογράφος του ήταν αμφότεροι μέλη της αντίστασης, οπότε πολλά από αυτά που βλέπουμε είναι βιωμένα.
Στο φιλμ παρακολουθούμε τη δράση μιας αντιστασιακής ομάδας "από τα μέσα". Αρχικά ο βασικός ήρωας συλλαμβάνεται, οδηγείται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και καταφέρνει να αποδράσει και να συναντηθεί με την ομάδα. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα στο εσωτερικό της ομάδας. Δεν βλέπουμε δηλαδή καμιά ενέργεια ενάντια στους κατακτητές. Μόνο τις μεταξύ τους σχέσεις, τα συναισθήματά τους, τις συλλήψεις και τους θανάτους μελών της, τις διαρκείς μετακινήσεις και το κρυφτό τους με τη Γκεστάπο.
Το φιλμ είναι δομημένο με μεμονωμένα επεισόδια. Η φωτογραφία είναι σκοτεινή, μουντή, καταθλιπτική πολλές φορές, θέλοντας να τονίσει την όλη ατμόσφαιρα της κατοχής και του τρόμου. Αυτό που βλέπουμε είναι η δύσκολη, ασφυκτική ζωή των ανθρώπων αυτών, ο διαρκής φόβος της σύλληψης, των βασανιστηρίων, του θανάτου, η παντελής έλλειψη ζεστασιάς και στοιχειωδών απολαύσεων στην καθημερινότητά τους, μερικές φορές η αμφιβολία, ο δισταγμός στο να εκτελέσουν διαταγές, ακόμα και οι στιγμές δειλίας τους... Είναι δηλαδή αληθινοί άνθρωποι, όπως όλοι. Ο ηρωισμός τους τελικά έγκειται όχι στο ότι καταφέρνουν σημαντικά πλήγματα ενάντια στην πανίσχυρη κατακτητική μηχανή, αλλά στο ότι, έστω και άνευ πρακτικού λόγου, θα έλεγε κανείς, εξακολουθούν να ζουν αυτή την καταθλιπτική, μουντή, φοβισμένη ζωή αντιμετωπίζοντας καθημερινά το θάνατο, ζώντας κυριολεκτικά στο χείλος της αβύσσου.
Ένα χαμηλόφωνο, μελαγχολικό έπος, με τον πολύ καλό Λίνο Βεντούρα και τη Σιμόν Σινιορέ στους κύριους ρόλους, το οποίο όμως, προειδοποιώ, βλέπεται δύσκολα. Και λόγω του "γκρίζου" και αποπνικτικού κλίματος που περιέγραψα και λόγω της μεγάλης διάρκειας.
ΥΓ: Ο Μελβίλ και ο σεναριογράφος του ήταν αμφότεροι μέλη της αντίστασης, οπότε πολλά από αυτά που βλέπουμε είναι βιωμένα.
Κυριακή, Ιουλίου 14, 2019
"MADHOUSE" Ή ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΤΑΙΝΙΑ ΤΡΟΜΟΥ
Μια ακόμα από τον σωρό ταινιών τρόμου των τελευταίων λίγων δεκαετιών: "Madhouse" του 2004 από τον μάλλον αδιάφορο William Butler. Ένα θρίλερ τρόμου, από αυτά που διαδραματίζονται σε φριχτά άσυλα ψυχοπαθών.
Νεαρός γιατρός, λαμπρός επιστήμονας, πηγαίνει να δουλέψει σε απομονωμένο άσυλο με επικίνδυνους (όχι όλοι) ψυχοπαθείς. Κλασικά στο υπόγειο κρατούνται σε κελιά οι ακραίες περιπτώσεις. Από την πρώτη μέρα βλέπει ένα αγοράκι μα περιφέρεται σε διάφορους χώρους του αχανούς ιδρύματος. Σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για φάντασμα. Μετά αρχίζει μια σειρά φριχτών φόνων, τους οποίους ο γιατρός προσπαθεί να διελευκάνει.
Σενάριο αρκετά κοινό για το είδος, υποτίθεται ατμοσφαιρική (όχι πολύ όμως) σκηνοθεσία, μια ανατροπή (που έχουμε ξαναδεί) για το τέλος και γενικά μια μάλλον ρουτινιάρικη ταινία τρόμου, στην οποία, ομολογώ, καθόλου δεν τρόμαξα. Κοινώς μία από τα ίδια. Κατά τη γνώμη μου πάντοτε.
Νεαρός γιατρός, λαμπρός επιστήμονας, πηγαίνει να δουλέψει σε απομονωμένο άσυλο με επικίνδυνους (όχι όλοι) ψυχοπαθείς. Κλασικά στο υπόγειο κρατούνται σε κελιά οι ακραίες περιπτώσεις. Από την πρώτη μέρα βλέπει ένα αγοράκι μα περιφέρεται σε διάφορους χώρους του αχανούς ιδρύματος. Σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για φάντασμα. Μετά αρχίζει μια σειρά φριχτών φόνων, τους οποίους ο γιατρός προσπαθεί να διελευκάνει.
Σενάριο αρκετά κοινό για το είδος, υποτίθεται ατμοσφαιρική (όχι πολύ όμως) σκηνοθεσία, μια ανατροπή (που έχουμε ξαναδεί) για το τέλος και γενικά μια μάλλον ρουτινιάρικη ταινία τρόμου, στην οποία, ομολογώ, καθόλου δεν τρόμαξα. Κοινώς μία από τα ίδια. Κατά τη γνώμη μου πάντοτε.
Σάββατο, Ιουλίου 13, 2019
"THE MAN WITH THE GOLDEN ARM" Ή ΜΙΑ ΠΡΩΙΜΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟΝ ΕΘΙΣΜΟ
Το 1955 ο μεγάλος Otto Preminger (1905-1986) γυρίζει μια πραγματικά τολμηρή για την εποχή ταινία: "The Man with the Golden Arm" ("Ο Χρυσοχέρης" στην Ελλάδα). Και, νομίζω, για πρώτη φορά συζητιέται ανοιχτά το πρόβλημα του εθισμού στα ναρκωτικά (στην ηρωίνη συγκεκριμένα). Ναι, το παλιό καλό Χόλιγουντ μπορούσε (όχι συχνά εννοείται) να μιλά και για απαγορευμένα τότε θέματα.
Ο ήρωας (Φρανκ Σινάτρα) αποφυλακίζεται. Στη φυλακή έχει αποτοξινωθεί από την πρέζα, έχει μάθει να παίζει ντραμς και θέλει να γίνει μουσικός και όχι να κάνει πια τον κρουπιέρη, δουλειά στην οποία έχει εξαιρετικό ταλέντο. Στην παλιά γειτονιά του όμως καραδοκούν όλοι οι παλιοί κίνδυνοι: Από τον πρεζέμπορα και τον ιδιοκτήτη της χαρτοπαικτικής λέσχης μεχρι την ανάπηρη κοπέλα του. Όλοι, για διαφορετικούς λόγους, θέλουν να τον τραβήξουν πίσω, στους παλιούς εφιάλτες. Μόνο η πρώην κοπέλα του πασχίζει να τον βοηθήσει.
Φρανκ Σινάτρα, Κιμ Νόβακ και Έλενορ Πάρκερ συνθέτουν το καστ, η φωτογραφία είναι ασπρόμαυρη, η γειτονιά (τα πάντα, σαν σε σκηνή θεάτρου, βρίσκονται το ένα δίπλα ή απέναντι στο αλλο) είναι ένα είδος κλειστοφοβικής κόλασης από την οποία κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει. Ούτε, βεβαίως, από το παρελθόν του. Το φιλμ δείχνει με σκληρό τρόπο τη φρίκη του εθισμού και σε πολλά σημεία γίνεται πραγματικά σπαρακτικό. Νοιώθεις να πονάς πραγματικά κάθε φορά που ο ήρωας τινάζει στον αέρα τα όνειρά του για μια καινούρια ζωή και κατρακυλά και πάλι στον εφιάλτη. Και είναι πολύ ενδιαφέρουσα η κυνική παρατήρηση: Οι περισσότεροι δεν σκέφτονται καν το δικό σου καλό. Θέλουν απλώς να σε εκμεταλλευτούν, ο καθένας για το δικό του συμφέρον. [SPOILIER SPOILER: Κι όσο για το τέλος, μοιάζει με χάπι εντ, στην ουσία όμως ένα τεράστιο στοίχημα έχει χαθεί, ίσως οριστικά. Πρόκειται άραγε όντως για χάπι εντ;]
Σκληρό κοινωνικό δράμα, με τολμηρό θέμα, το είπαμε, και συγχρόνως κλασική χολιγουντιανή ταινία (με κάποια μικρή ανατροπή στα μισά μάλιστα). Αν είστε φίλοι παλιών ταινιών μην το χάσετε.
ΥΓ: Την αφίσα και τα credits έχει σχεδιάσει ο θαυμάσιος γραφίστας Saul Bass, υπέυθυνος για την αφίσα του "Vertigo" του Χίτσκοκ και πλήθος άλλων κλασικών.
Ο ήρωας (Φρανκ Σινάτρα) αποφυλακίζεται. Στη φυλακή έχει αποτοξινωθεί από την πρέζα, έχει μάθει να παίζει ντραμς και θέλει να γίνει μουσικός και όχι να κάνει πια τον κρουπιέρη, δουλειά στην οποία έχει εξαιρετικό ταλέντο. Στην παλιά γειτονιά του όμως καραδοκούν όλοι οι παλιοί κίνδυνοι: Από τον πρεζέμπορα και τον ιδιοκτήτη της χαρτοπαικτικής λέσχης μεχρι την ανάπηρη κοπέλα του. Όλοι, για διαφορετικούς λόγους, θέλουν να τον τραβήξουν πίσω, στους παλιούς εφιάλτες. Μόνο η πρώην κοπέλα του πασχίζει να τον βοηθήσει.
Φρανκ Σινάτρα, Κιμ Νόβακ και Έλενορ Πάρκερ συνθέτουν το καστ, η φωτογραφία είναι ασπρόμαυρη, η γειτονιά (τα πάντα, σαν σε σκηνή θεάτρου, βρίσκονται το ένα δίπλα ή απέναντι στο αλλο) είναι ένα είδος κλειστοφοβικής κόλασης από την οποία κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει. Ούτε, βεβαίως, από το παρελθόν του. Το φιλμ δείχνει με σκληρό τρόπο τη φρίκη του εθισμού και σε πολλά σημεία γίνεται πραγματικά σπαρακτικό. Νοιώθεις να πονάς πραγματικά κάθε φορά που ο ήρωας τινάζει στον αέρα τα όνειρά του για μια καινούρια ζωή και κατρακυλά και πάλι στον εφιάλτη. Και είναι πολύ ενδιαφέρουσα η κυνική παρατήρηση: Οι περισσότεροι δεν σκέφτονται καν το δικό σου καλό. Θέλουν απλώς να σε εκμεταλλευτούν, ο καθένας για το δικό του συμφέρον. [SPOILIER SPOILER: Κι όσο για το τέλος, μοιάζει με χάπι εντ, στην ουσία όμως ένα τεράστιο στοίχημα έχει χαθεί, ίσως οριστικά. Πρόκειται άραγε όντως για χάπι εντ;]
Σκληρό κοινωνικό δράμα, με τολμηρό θέμα, το είπαμε, και συγχρόνως κλασική χολιγουντιανή ταινία (με κάποια μικρή ανατροπή στα μισά μάλιστα). Αν είστε φίλοι παλιών ταινιών μην το χάσετε.
ΥΓ: Την αφίσα και τα credits έχει σχεδιάσει ο θαυμάσιος γραφίστας Saul Bass, υπέυθυνος για την αφίσα του "Vertigo" του Χίτσκοκ και πλήθος άλλων κλασικών.
Παρασκευή, Ιουλίου 12, 2019
"ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΓΕΥΜΑ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΥΠΟΨΗΦΙΟ ΔΟΛΟΦΟΝΟ" Ή ΠΩΣ ΤΗΝ ΠΑΤΗΣΑΝ ΟΙ ΔΙΑΣΗΜΟΙ ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ
Ο Νιλ Σάιμον είναι ο γνωστός θεατρικός συγγραφέας. Ο Robert Moore (1927-1984) ήταν βρετανός τηλεσκηνοθέτης με 2-3 μόνο ταινίες στο ενεργητικό του. Το 1976 πάντως γυρίζει το "Murder byDeath" (Πρόσκληση σε Γεύμα από έναν Υποψήφιο Δολοφόνο) σε σενάριο του πρώτου, μια ενίοτε ξεκαρδιστική παρωδία αστυνομικών ιστοριών μετά ντετέκτιβ και φόνων.
Ένας εκκεντρικός εκατομμυριούχος προσκαλεί για μια νύχτα στον απομονωμένο, γοτθικό πύργο του τους πέντε διασημότερους ντετέκτιβ του κόσμου δηλώνοντάς τους ότι τα μεσάνυχτα θα γίνει ένας φόνος. Όποιος λύσει το μυστήριο θα πάρει ένα εκατομμύριο. Και μια σειρά από απίθανα γεγονότα αρχίζει.
Κατ' αρχήν το φιλμ δίνει την ευκαιρία να μαζευτεί ένας γαλαξίας λαμπρών ονομάτων: Άλεκ Γκίνες, Ντέιβιντ Νίβεν, Πίτερ Φολκ, Μάγκι Σμιθ, Πίτερ Σέλερς, Έλσα Λάντσεστερ, Τζέιμς Κόκο και ο Τρούμαν Καπότε αυτοπροσώπως στο ρόλο του απίθανου οικοδεσπότη. Από εκεί και πέρα η παρωδία λειτουργεί μια χαρά, οι ατάκες που ανταλλάσσονται είναι αστείες και συχνά "κοφτερές", τα γεγονότα απίθανα και ένα παιχνίδι ταυτοτήτων παίζεται διαρκώς: Ποιος είναι ποιος, γιατί βρίσκεται εκεί, ακόμα και ποιος είναι ο (εκάστοτε) νεκρός. Εννοείται ότι πρόκειται για ταινία δωματίου (ταινία πύργου για την ακρίβεια), ότι το βάρος πέφτει στο σενάριο και όχι στη σκηνοθεσία και ότι η θεατρική καταγωγή του φαίνεται. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, κανένα πρόβλημα.
Φυσικά όλα αυτά είναι αδύνατο να συμβούν στην πραγματικότητα. Ποιος νοιάζεται όμως; Το φιλμ δηλώνει από την αρχή ότι παίρνει τις γνωστές ιστορίες σε στιλ Άγκαθα Κρίστι και τις "ξεχειλώνει" όσο δεν παίρνει, κάνοντας πλάκα μαζί τους, δίχως να νοιάζεται καθόλου για την όποια αληθοφάνεια. Αυτή άλλωστε είναι και η γοητεία του. Ιδανικό για θερινά σινεμά, μόνιμη επιτυχία για άπειρα χρόνια των αθηναϊκών καλοκαιριών, νομίζω ότι εξακολουθεί να διασκεδάζει.
Ένας εκκεντρικός εκατομμυριούχος προσκαλεί για μια νύχτα στον απομονωμένο, γοτθικό πύργο του τους πέντε διασημότερους ντετέκτιβ του κόσμου δηλώνοντάς τους ότι τα μεσάνυχτα θα γίνει ένας φόνος. Όποιος λύσει το μυστήριο θα πάρει ένα εκατομμύριο. Και μια σειρά από απίθανα γεγονότα αρχίζει.
Κατ' αρχήν το φιλμ δίνει την ευκαιρία να μαζευτεί ένας γαλαξίας λαμπρών ονομάτων: Άλεκ Γκίνες, Ντέιβιντ Νίβεν, Πίτερ Φολκ, Μάγκι Σμιθ, Πίτερ Σέλερς, Έλσα Λάντσεστερ, Τζέιμς Κόκο και ο Τρούμαν Καπότε αυτοπροσώπως στο ρόλο του απίθανου οικοδεσπότη. Από εκεί και πέρα η παρωδία λειτουργεί μια χαρά, οι ατάκες που ανταλλάσσονται είναι αστείες και συχνά "κοφτερές", τα γεγονότα απίθανα και ένα παιχνίδι ταυτοτήτων παίζεται διαρκώς: Ποιος είναι ποιος, γιατί βρίσκεται εκεί, ακόμα και ποιος είναι ο (εκάστοτε) νεκρός. Εννοείται ότι πρόκειται για ταινία δωματίου (ταινία πύργου για την ακρίβεια), ότι το βάρος πέφτει στο σενάριο και όχι στη σκηνοθεσία και ότι η θεατρική καταγωγή του φαίνεται. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, κανένα πρόβλημα.
Φυσικά όλα αυτά είναι αδύνατο να συμβούν στην πραγματικότητα. Ποιος νοιάζεται όμως; Το φιλμ δηλώνει από την αρχή ότι παίρνει τις γνωστές ιστορίες σε στιλ Άγκαθα Κρίστι και τις "ξεχειλώνει" όσο δεν παίρνει, κάνοντας πλάκα μαζί τους, δίχως να νοιάζεται καθόλου για την όποια αληθοφάνεια. Αυτή άλλωστε είναι και η γοητεία του. Ιδανικό για θερινά σινεμά, μόνιμη επιτυχία για άπειρα χρόνια των αθηναϊκών καλοκαιριών, νομίζω ότι εξακολουθεί να διασκεδάζει.
Τετάρτη, Ιουλίου 10, 2019
"ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΗ ΓΗ" Ή ΤΡΕΜΕΤΕ: Η ΚΙΝΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΦΟΡΑΑ
Το "The Wandering Earth" (Liu Lang di qiu για τους κινεζομαθείς φίλους μας) γυρίστηκε το 2019 από τον Frant Gwo, είναι κάτι παραπάνω από υπερπαραγωγή, είναι... πιο επιστημονική φαντασία πεθαίνεις και, το σπουδαιότερο, είναι κινέζικο! Αξιοπερίεργο λοιπόν από μόνο του.
Επειδή ο ήλιος πεθαίνει, η ανθρωπότητα ενώνεται (επιτέλους) και συλλαμβάνει ένα μεγαλεπήβολο (επιεικώς) σχέδιο: Δημιουργώντας κολοσσιαίους "κινητήρες" θα σπρώξουν ολόκληρη τη γη έξω από το ηλιακό σύστημα αρχικά. Αυτή θα περιπλανηθεί για 2500 χρόνια (!) έως ότου φτάσει σε άλλο, κατάλληλο ηλιακό σύστημα. Στο μεταξύ, επειδή οι θερμοκρασία στην επιφάνεια είναι δεκάδες βαθμοί υπό το 0, οι άνθρωποι ζουν σε τεράστιες υπόγειες πόλεις. Ωστόσο, πριν ακόμα βγει από το σύστημά μας, ο πλανήτης αντιμετωπίζει τεράστια προβλήματα επιβίωσης κοντά στο Δία. Μια ομάδα νεαρών αναλαμβάνει να σώσει την ανθρωπότητα...
Το φιλμ είναι υπερπαραγωγή όσο δεν παίρνει, είναι θεαματικό (νομίζεις ότι συσσωρεύονται σ' αυτό πάμπολλες εικόνες ΕΦ που γνωρίζουμε από κάθε λογής πηγές), θέλει να έχει δράση, περιπέτεια και σασπένς... και νομίζω ότι αποτυγχάνει. Διότι, μέσα σε τόσο υπερθέαμα και τρέξιμο, προσωπικά βαρέθηκα πολύ. Νομίζω, εκτός του αφελούς σε αρκετά σημεία σεναρίου και την εφηβική εμμονή σε μια χούφτα νεαρών, παιδιών σχεδόν, που θα σώσουν τον κόσμο, το φιλμ πάσχει από ρυθμό και, τελικά, γίνεται κουραστικό. Σα να σου δίνουν να φας υποχρεωτικά και γρήγορα - γρήγορα ένα ολόκληρο ταψί μπακλαβά...
Ωστόσο θα μείνω στο ιστορικό του πράγματος. Ίσως το κινέζικο υπερθέαμα να μη χειρίζεται ακόμα καλά το θέμα του ρυθμού και του σασπένς, το μεγάλο βήμα όμως έχει γίνει: Ένα νέο υπερχόλιγουντ γεννιέται, οι συνταγές είναι τέλεια αντιγραμμένες (ή μπορεί τέλεια να αντιγραφούν συντομότατα) και μια πραγματική λαίλαπα έρχεται. Τρέμετε λοιπόν αμερικάνοι. Όσο για μένα, φοβάμαι ότι αφού τόσο βαριέμαι ήδη με το σύγχρονο παρηκμασμένο και υπερηρωικό Χόλιγουντ, φτάνει ο καιρός να βαριέμαι ακόμα περισσότερο με εξίσου μεγαλεπήβολες κινέζικες υπερπαραγωγές.
Επειδή ο ήλιος πεθαίνει, η ανθρωπότητα ενώνεται (επιτέλους) και συλλαμβάνει ένα μεγαλεπήβολο (επιεικώς) σχέδιο: Δημιουργώντας κολοσσιαίους "κινητήρες" θα σπρώξουν ολόκληρη τη γη έξω από το ηλιακό σύστημα αρχικά. Αυτή θα περιπλανηθεί για 2500 χρόνια (!) έως ότου φτάσει σε άλλο, κατάλληλο ηλιακό σύστημα. Στο μεταξύ, επειδή οι θερμοκρασία στην επιφάνεια είναι δεκάδες βαθμοί υπό το 0, οι άνθρωποι ζουν σε τεράστιες υπόγειες πόλεις. Ωστόσο, πριν ακόμα βγει από το σύστημά μας, ο πλανήτης αντιμετωπίζει τεράστια προβλήματα επιβίωσης κοντά στο Δία. Μια ομάδα νεαρών αναλαμβάνει να σώσει την ανθρωπότητα...
Το φιλμ είναι υπερπαραγωγή όσο δεν παίρνει, είναι θεαματικό (νομίζεις ότι συσσωρεύονται σ' αυτό πάμπολλες εικόνες ΕΦ που γνωρίζουμε από κάθε λογής πηγές), θέλει να έχει δράση, περιπέτεια και σασπένς... και νομίζω ότι αποτυγχάνει. Διότι, μέσα σε τόσο υπερθέαμα και τρέξιμο, προσωπικά βαρέθηκα πολύ. Νομίζω, εκτός του αφελούς σε αρκετά σημεία σεναρίου και την εφηβική εμμονή σε μια χούφτα νεαρών, παιδιών σχεδόν, που θα σώσουν τον κόσμο, το φιλμ πάσχει από ρυθμό και, τελικά, γίνεται κουραστικό. Σα να σου δίνουν να φας υποχρεωτικά και γρήγορα - γρήγορα ένα ολόκληρο ταψί μπακλαβά...
Ωστόσο θα μείνω στο ιστορικό του πράγματος. Ίσως το κινέζικο υπερθέαμα να μη χειρίζεται ακόμα καλά το θέμα του ρυθμού και του σασπένς, το μεγάλο βήμα όμως έχει γίνει: Ένα νέο υπερχόλιγουντ γεννιέται, οι συνταγές είναι τέλεια αντιγραμμένες (ή μπορεί τέλεια να αντιγραφούν συντομότατα) και μια πραγματική λαίλαπα έρχεται. Τρέμετε λοιπόν αμερικάνοι. Όσο για μένα, φοβάμαι ότι αφού τόσο βαριέμαι ήδη με το σύγχρονο παρηκμασμένο και υπερηρωικό Χόλιγουντ, φτάνει ο καιρός να βαριέμαι ακόμα περισσότερο με εξίσου μεγαλεπήβολες κινέζικες υπερπαραγωγές.
Κυριακή, Ιουλίου 07, 2019
"KILLER'S KISS": ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΟΥΣΕ Ο ΚΙΟΥΜΠΡΙΚ
Μερικές φορές (όχι πάντοτε, είναι αλήθεια) όταν κανείς είναι μεγάλος φαίνεται από την αρχή. Το σχόλιο με αφορμή τη δεύτερη μόλις ταινία του Stanley Kubrick (1928-1999) "Killer's Kiss" (Το Φιλί του Δολοφόνου) του 1955. (Σημειωτέον ότι η πρώτη του ήταν στα όρια του φιλμ μεγάλου μήκους, διαρκώντας μόλις 62').
Το "Killer's Kiss" λοιπόν είναι ένα ωραίο νουάρ, στο οποίο ξεχωρίζει η υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ένας μάλλον τελειωμένος πυγμάχος που περιμένει σ' ένα σιδηροδρομικό σταθμό διηγείται την ιστορία του: Έναν αγώνα που έχασε, μια γυναίκα που ερωτεύτηκε και όσα δραματικά και γεμάτα δράση συνέβησαν μετά.
Υπάρχει ο κλασικός μοναχικός ήρωας, υπάρχει αυτή η χαρακτηριστική παρακμιακή ατμόσφαιρα, τόσο συνηθισμένη στα νουάρ και, πάνω απ' όλα, υπάρχει η σύγχρονη, βρώμικη μεγαλούπολη, που μοιάζει να κυριαρχεί πάνω σε όλους και όλα. Πνιγηρά δωμάτια, σκοτεινά, γεμάτα σκιές αδιέξοδα, εγκαταλειμμένες ταράτσες πολυκατοικιών, ρινγκ γεμάτα καπνό και ιδρώτα, όλα συνθέτουν μια καθόλου κολακευτική εικόνα της ζωής στις πόλεις. Αλλά αυτά δεν θα ήταν τίποτα μπροστά σε μια σειρά από κλασικές σκηνές, κυρίως προς το τέλος. Στέκομαι με ιδιαίτερο θαυμασμό στο κυνηγητό στις ταράτσες και στη φοβερή σκηνή της πάλης στην αποθήκη με τις κούκλες (δεκαετίες μετά, στη "Λάμψη", ο Κιούμπρικ ξαναθυμήθηκε στο τσεκούρι).
Σεναριακά είναι απλό και στους κλασικούς δρόμους του νουάρ, ενώ ο προϋπολογισμός μικρός. Επίσης σε κάποιες σκηνές μπορεί να θεωρήσετε ότι το "τραβάει" λιγάκι για να προσθέσει χρόνο. Είναι όμως τόσο δυνατή η σκηνοθεσία και οι εικόνες του 27χρονου Κιούμπρικ, που καθιστούν το φιλμ κάτι που αξίζει να δείτε.
Το "Killer's Kiss" λοιπόν είναι ένα ωραίο νουάρ, στο οποίο ξεχωρίζει η υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ένας μάλλον τελειωμένος πυγμάχος που περιμένει σ' ένα σιδηροδρομικό σταθμό διηγείται την ιστορία του: Έναν αγώνα που έχασε, μια γυναίκα που ερωτεύτηκε και όσα δραματικά και γεμάτα δράση συνέβησαν μετά.
Υπάρχει ο κλασικός μοναχικός ήρωας, υπάρχει αυτή η χαρακτηριστική παρακμιακή ατμόσφαιρα, τόσο συνηθισμένη στα νουάρ και, πάνω απ' όλα, υπάρχει η σύγχρονη, βρώμικη μεγαλούπολη, που μοιάζει να κυριαρχεί πάνω σε όλους και όλα. Πνιγηρά δωμάτια, σκοτεινά, γεμάτα σκιές αδιέξοδα, εγκαταλειμμένες ταράτσες πολυκατοικιών, ρινγκ γεμάτα καπνό και ιδρώτα, όλα συνθέτουν μια καθόλου κολακευτική εικόνα της ζωής στις πόλεις. Αλλά αυτά δεν θα ήταν τίποτα μπροστά σε μια σειρά από κλασικές σκηνές, κυρίως προς το τέλος. Στέκομαι με ιδιαίτερο θαυμασμό στο κυνηγητό στις ταράτσες και στη φοβερή σκηνή της πάλης στην αποθήκη με τις κούκλες (δεκαετίες μετά, στη "Λάμψη", ο Κιούμπρικ ξαναθυμήθηκε στο τσεκούρι).
Σεναριακά είναι απλό και στους κλασικούς δρόμους του νουάρ, ενώ ο προϋπολογισμός μικρός. Επίσης σε κάποιες σκηνές μπορεί να θεωρήσετε ότι το "τραβάει" λιγάκι για να προσθέσει χρόνο. Είναι όμως τόσο δυνατή η σκηνοθεσία και οι εικόνες του 27χρονου Κιούμπρικ, που καθιστούν το φιλμ κάτι που αξίζει να δείτε.
Σάββατο, Ιουλίου 06, 2019
ΤΟ "RESURRECTION" ΚΑΙ ΤΑ "ΠΑΡΑΓΩΓΑ" ΤΟΥ "SEVEN"
Ένας μπάτσος που έχει χάσει το μικρό παιδί του και βρίσκεται σε κρίση με τη γυναίκα του αναλαμβάνει την υπόθεση ενός ανατριχιαστικού, θρησκόληπτου σίριαλ κίλερ, ο οποίος σκοτώνει με φρικτούς τρόπους και αφαιρεί μέλη για να φτιάξει... το σώμα του Χριστού (!). Το ανθρωποκυνηγητό για να ανακαλυφτεί η ταυτότητα του φρικτού τύπου αρχίζει...
Αν αρέσκεστε σ' αυτού του είδους τα, στα όρια του σπλάτερ, θρίλερ, μπορώ να σας πώ ότι δεν είναι κακό. Το παρακολούθησα με ενδιαφέρον, δίχως να βαρεθώ. Νομίζετε όμως ότι αυτό κάνει την ταινία καλή; Χμμμ... Το πρόβλημα με το καλογυρισμένο αυτό φιλμ είναι αφ' ενός τα πολλά κλισέ που χρησιμοποιεί και, αφ' ετέρου (που είναι και το πιο αρνητικό) ότι δεν είναι παρά μια αντιγραφή του "Seven", που είχε προηγηθεί κατά 4 χρόνια. Υπάρχει και ένα σημαντικό (κατά τη γνώμη μου) σεναριακό ατόπημα, το οποίο όμως δεν μπορώ να σας αποκαλύψω δίχως να κάνω τεράστιο σπόιλερ. Τέλος πάντων, αν θέλετε να ξαναδείτε κάτι σαν το προαναφερθέν Seven, να μια καλή ευκαιρία.
ΥΓ: Και για να αναφέρουμε και ένα cult στοιχείο, στην ταινία ερμηνευει έναν δεύτερο ρόλο ο David Cronenberg.
Παρασκευή, Ιουλίου 05, 2019
"YESTERDAY": ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ BEATLES
Η ιδέα είναι έξυπνη και πρωτότυπη. Ο Danny Boyle είναι σκηνοθέτης "παντός καιρού" και ξέρει τη δουλειά του. Έτσι, αν μη τι άλλο, το "Yesterday" του 2019 βλέπεται ευχάριστα. Συν κάτι άλλο σημαντικό...
Ένας μουσικός του δρόμου, που μάταια προσπαθεί να γίνει γνωστός και να κάνει καριέρα, ανακαλύπτει μετά από παγκόσμιο blackout ελάχιστων λεπτών, ότι ουδείς γνωρίζει ή θυμάται τους Beatles. Τότε... τι πιο φυσικό, θα καρπωθεί τη δόξα τους: Αρχίζει να παρουσιάζει ένα ένα τα αριστουργήματά τους ως δικά του τραγούδια και φυσικά γίνεται μέσα σε λίγες μέρες σούπερ σταρ. Τι σούπερ σταρ δηλαδή, μάλλον ο σημαντικότερος τραγουδοποιός όλων των εποχών. Παράλληλα όμως "τρέχει" και μια αισθηματική σχέση...
Γλυκιά, ρομαντική κωμωδία, με καλά σημεία, αλλά και αρκετά άμεσα προβλέψιμα κλισέ. Ιδιαίτερα προς το τέλος, όταν το αισθηματικό κομμάτι παίρνει το πάνω χέρι, θα μπορούσε κάποιος να το χαρακτηρίσει ακόμα και ξενέρωτο. Ωστόσο το φιλμ φροντίζει να διατηρεί διαρκώς την feelgood ατμόσφαιρά του, οπότε, μικρό το κακό. Φυσικά, το αντιλαμβάνεστε: Το ατού βρίσκεται αλλού. Στη διάρκειά του ακούμε πάμπολλα αριστουργηματικά τραγούδια του μεγάλου γκρουπ. Κι όπως εδώ τα ακούμε όλα μαζί... δεν προλαβαίνουμε να επαναλαμβάνουμε έκθαμβοι: "Α, ναι, είναι κι αυτό, έγραψαν κι αυτό...". Στο μεταξύ γίνονται και διάφορα έξυπνα σχόλια περί μουσικής, που πρέπει να έχεις ασχοληθεί με αυτή για να τα πιάσεις. Προσωπικά με διασκέδασαν πολύ (κυρίως το αστείο με τους Oasis). Σε βασικό ρόλο, παίζοντας τον εαυτό του, εμφανίζεται ο σημερινός σταρ Ed Sheeran. Έτσι οι 18άρηδες φαν θα έχουν μια ακόμα ευκαιρία να το χαρούν. Προσωπικά εκτίμησα την βαθύτατη "υπόκλιση" που κάνει ο Sheeran στους Beatles, αποδεχόμενος εντελώς ακομπλεξάριστα την απόλυτη ανωτερότητά τους απέναντι στη δική του δουλειά.
Όπως καταλάβατε είμαι μπητλικός. Ως εκ τούτου το απόλαυσα, παρά τα κλισέ που λέγαμε. Αν είστε κι εσείς να πάτε οπωσδήποτε. Αν δεν ασχολείστε και πολύ με μουσική όμως (ή γνωρίζετε μόνο τους χιπχοπάδες των τελευταίων 10-15 χρόνων), αφήστε το καλύτερα. Εκτός του ότι δεν θα καταλάβετε πολλά από τα έξυπνα περί μουσικής σχόλια της ταινίας, που προϋποθέτουν και γνώση του έργου του συγκροτήματος, θα δείτε απλώς μια χαριτωμένη αισθηματική κωμωδία.
Ένας μουσικός του δρόμου, που μάταια προσπαθεί να γίνει γνωστός και να κάνει καριέρα, ανακαλύπτει μετά από παγκόσμιο blackout ελάχιστων λεπτών, ότι ουδείς γνωρίζει ή θυμάται τους Beatles. Τότε... τι πιο φυσικό, θα καρπωθεί τη δόξα τους: Αρχίζει να παρουσιάζει ένα ένα τα αριστουργήματά τους ως δικά του τραγούδια και φυσικά γίνεται μέσα σε λίγες μέρες σούπερ σταρ. Τι σούπερ σταρ δηλαδή, μάλλον ο σημαντικότερος τραγουδοποιός όλων των εποχών. Παράλληλα όμως "τρέχει" και μια αισθηματική σχέση...
Γλυκιά, ρομαντική κωμωδία, με καλά σημεία, αλλά και αρκετά άμεσα προβλέψιμα κλισέ. Ιδιαίτερα προς το τέλος, όταν το αισθηματικό κομμάτι παίρνει το πάνω χέρι, θα μπορούσε κάποιος να το χαρακτηρίσει ακόμα και ξενέρωτο. Ωστόσο το φιλμ φροντίζει να διατηρεί διαρκώς την feelgood ατμόσφαιρά του, οπότε, μικρό το κακό. Φυσικά, το αντιλαμβάνεστε: Το ατού βρίσκεται αλλού. Στη διάρκειά του ακούμε πάμπολλα αριστουργηματικά τραγούδια του μεγάλου γκρουπ. Κι όπως εδώ τα ακούμε όλα μαζί... δεν προλαβαίνουμε να επαναλαμβάνουμε έκθαμβοι: "Α, ναι, είναι κι αυτό, έγραψαν κι αυτό...". Στο μεταξύ γίνονται και διάφορα έξυπνα σχόλια περί μουσικής, που πρέπει να έχεις ασχοληθεί με αυτή για να τα πιάσεις. Προσωπικά με διασκέδασαν πολύ (κυρίως το αστείο με τους Oasis). Σε βασικό ρόλο, παίζοντας τον εαυτό του, εμφανίζεται ο σημερινός σταρ Ed Sheeran. Έτσι οι 18άρηδες φαν θα έχουν μια ακόμα ευκαιρία να το χαρούν. Προσωπικά εκτίμησα την βαθύτατη "υπόκλιση" που κάνει ο Sheeran στους Beatles, αποδεχόμενος εντελώς ακομπλεξάριστα την απόλυτη ανωτερότητά τους απέναντι στη δική του δουλειά.
Όπως καταλάβατε είμαι μπητλικός. Ως εκ τούτου το απόλαυσα, παρά τα κλισέ που λέγαμε. Αν είστε κι εσείς να πάτε οπωσδήποτε. Αν δεν ασχολείστε και πολύ με μουσική όμως (ή γνωρίζετε μόνο τους χιπχοπάδες των τελευταίων 10-15 χρόνων), αφήστε το καλύτερα. Εκτός του ότι δεν θα καταλάβετε πολλά από τα έξυπνα περί μουσικής σχόλια της ταινίας, που προϋποθέτουν και γνώση του έργου του συγκροτήματος, θα δείτε απλώς μια χαριτωμένη αισθηματική κωμωδία.
Τρίτη, Ιουλίου 02, 2019
Η "ΚΟΚΚΙΝΗ ΕΚΛΕΙΨΗ" ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΕΞΑΦΑΝΙΣΕΙΣ
Από την Αργεντινή μας έρχεται η "Κόκκινη Έκλειψη" (Rojo) του 2018, μια ταινία του Benjamin Naishtat. Πολιτική, αλληγορική, αλλά και με (ηθελημένα) κενά.
Σε μια επαρχιακή πόλη της Αργεντινής το 1975 ένας εύπορος δικηγόρος προσβάλλεται σκαιά από έναν άγνωστο, νευρικό τύπο σε ένα εστιατόριο. Αργότερα, καθώς επιστρέφουν σπίτι με τη γυναίκα του, ο άγνωστος θα τους σταματήσει σε ένα ερημικό σημείο και θα αυτοκτονήσει μπροστά στα μάτια τους. Ο δικηγόρος αναλαμβάνει να τον πάει σε νοσοκομείο, αντ' αυτού όμως, όταν μένει μόνος, τον πετά στην έρημο. Λίγους μήνες αργότερα ένας περίεργος ντετέκτιβ θα φτάσει στην πόλη...
Η ταινία πλέκει ένα μυστήριο δημιουργώντας μια πνιγηρή (όπως η πόλη και το περιβάλλον ) ατμόσφαιρα, έχει μια επιφανειακά αστυνομική υφή, στην πραγματικότητα όμως είναι καθαρά αλληγορική. Γι' αυτό και επίτηδες αφήνει κενά και δεν εξηγεί πολλά πράγματα. Αν λοιπόν θέλετε να δείτε μια καθαρά αστυνομική ιστορία, φοβάμαι ότι θα απογοητευτείτε. Ο Naishtat μιλά εδώ για τη δικτατορία στη χώρα του (βρισκόμαστε στην εποχή του Περόν, που σύντομα θα δώσει τη θέση της στον αιμοσταγή δικτάτορα Βιντέλα) και επικεντρώνει σε ένα από τα φρικτότερα σημεία της: Τις "εξαφανίσεις" πολιτών στα καλά καθούμενα, κάτι που κράτησε πολλά χρόνια (και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής). Έτσι το στοιχείο της εξαφάνισης υπάρχει παντού (ακόμα και η συμβολοκή έκλειψη του ήλιου). Κυρίως όμως, κατά τη γνώμη μου, μιλά για κάτι άλλο: Για μια γενικότερα διεφθαρμένη ως το κόκαλο κοινωνία, σε όλα τα επίπεδα (το σιωπηλό "πλιάτσικο" στη σκηνή της αρχής, οι κρυφές σκευωρίες του δικηγόρου και του πλούσιου φίλου του, οι "προσβεβλημένοι" νεαροί και οι αντιδράσεις τους, ο πανταχού παρόν ηλίθιος και κακόγουστος εθνικισμός - θυμίζει πολύ και τον αντίστοιχο δικό μας - ο καθολικισμός, όλα βρωμάνε και φτιάχνουν μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, στην οποία συμβάλλει και η "ξεθωριασμένη" απόλυτα 70ς φωτογραφία και ατμόσφαιρα. Όλα μυρίζουν παρακμή και φθορά στο πικρό αυτό φιλμ, που βέβαια σατιρίζει σκληρά μια ολόκληρη κοινωνία, τονίζοντας τη σιωπηλή συμμετοχή και την ευθύνη της για ότι συμβαίνει σε "υψηλό" πολιτικό επίπεδο.
Ίσως κάπως στρυφνό, πικρό και δίχως να ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα από την ιστορία, έχει το ενδιαφέρον του με τη στυλιζαρισμένη, υπνωτική σκηνοθεσία και την κριτική που ασκεί, αλλά νομίζω ότι θα "τρομάξει" πολλούς.
Σε μια επαρχιακή πόλη της Αργεντινής το 1975 ένας εύπορος δικηγόρος προσβάλλεται σκαιά από έναν άγνωστο, νευρικό τύπο σε ένα εστιατόριο. Αργότερα, καθώς επιστρέφουν σπίτι με τη γυναίκα του, ο άγνωστος θα τους σταματήσει σε ένα ερημικό σημείο και θα αυτοκτονήσει μπροστά στα μάτια τους. Ο δικηγόρος αναλαμβάνει να τον πάει σε νοσοκομείο, αντ' αυτού όμως, όταν μένει μόνος, τον πετά στην έρημο. Λίγους μήνες αργότερα ένας περίεργος ντετέκτιβ θα φτάσει στην πόλη...
Η ταινία πλέκει ένα μυστήριο δημιουργώντας μια πνιγηρή (όπως η πόλη και το περιβάλλον ) ατμόσφαιρα, έχει μια επιφανειακά αστυνομική υφή, στην πραγματικότητα όμως είναι καθαρά αλληγορική. Γι' αυτό και επίτηδες αφήνει κενά και δεν εξηγεί πολλά πράγματα. Αν λοιπόν θέλετε να δείτε μια καθαρά αστυνομική ιστορία, φοβάμαι ότι θα απογοητευτείτε. Ο Naishtat μιλά εδώ για τη δικτατορία στη χώρα του (βρισκόμαστε στην εποχή του Περόν, που σύντομα θα δώσει τη θέση της στον αιμοσταγή δικτάτορα Βιντέλα) και επικεντρώνει σε ένα από τα φρικτότερα σημεία της: Τις "εξαφανίσεις" πολιτών στα καλά καθούμενα, κάτι που κράτησε πολλά χρόνια (και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής). Έτσι το στοιχείο της εξαφάνισης υπάρχει παντού (ακόμα και η συμβολοκή έκλειψη του ήλιου). Κυρίως όμως, κατά τη γνώμη μου, μιλά για κάτι άλλο: Για μια γενικότερα διεφθαρμένη ως το κόκαλο κοινωνία, σε όλα τα επίπεδα (το σιωπηλό "πλιάτσικο" στη σκηνή της αρχής, οι κρυφές σκευωρίες του δικηγόρου και του πλούσιου φίλου του, οι "προσβεβλημένοι" νεαροί και οι αντιδράσεις τους, ο πανταχού παρόν ηλίθιος και κακόγουστος εθνικισμός - θυμίζει πολύ και τον αντίστοιχο δικό μας - ο καθολικισμός, όλα βρωμάνε και φτιάχνουν μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, στην οποία συμβάλλει και η "ξεθωριασμένη" απόλυτα 70ς φωτογραφία και ατμόσφαιρα. Όλα μυρίζουν παρακμή και φθορά στο πικρό αυτό φιλμ, που βέβαια σατιρίζει σκληρά μια ολόκληρη κοινωνία, τονίζοντας τη σιωπηλή συμμετοχή και την ευθύνη της για ότι συμβαίνει σε "υψηλό" πολιτικό επίπεδο.
Ίσως κάπως στρυφνό, πικρό και δίχως να ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα από την ιστορία, έχει το ενδιαφέρον του με τη στυλιζαρισμένη, υπνωτική σκηνοθεσία και την κριτική που ασκεί, αλλά νομίζω ότι θα "τρομάξει" πολλούς.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


















