Σας έχω πρήξει φοβάμαι: Βαριέμαι αυτά τα εξωπραγματικά φιλμ με εξωπραγματικές ληστείες, οι οποιες σχεδιάζονται με εξωπραγματικά λεπτομερείς προβλέψεις και πετυχαίνουν με εξωπραματική ακρίβεια. Και, πολύ περισσότερο, βαριέμαι το σύγχρονο Χόλιγουντ, το οποίο είναι πλέον παντελώς ανέμπνευστο και προφανώς διοικείται αποκλειστικά από λογιστές και οικονομολόγους, για τους οποίους είναι ακριβώς το ίδιο αν πουλάνς πατάτες ή ταινίες, φτάνει να βγάλουν λεφτά, και γι' αυτό παράγουν πλέον σχεδόν αποκλειστικά σίκουελ και ριμέικ - αφού τα βγάζουν τα λεφτά τους, τι μας νοιάζει;
Οπότε σειρά έχει και η 4η συνέχεια των "Ocean's Τάδε", με το "Ocean's Eight" του 2018 σε σκηνοθεσία του πετυχημένου τελευταία (με αντίστοιχα φιλμ) Gary Ross. Όπου η συγκλονιστική πρωτοτυπία είναι ότι αυτή τη φορά η συμμορία που σχεδιάζει και πραγματοποιεί ληστείες "που δεν γίνονται" αποτελείται αποκλειστικά από γυναίκες, οπότε χαζεύουμε και τη σχετική μάζωξη των σταρ: Σάντρα Μπούλοκ, Κέιτ Μπλάνσετ, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, Αν Χαθαγουέι, Ριάνα κλπ. Όπου η Μπούλοκ είναι η αδελφή του αδικοχαμένου Όσιαν (ο Κλούνεϊ στα άλλα φιλμ) και εγκέφαλος του σχεδίου, με δεξί της χέρι την Μπλάνσετ. Και αυτή τη φορά οργανώνουν την παντελώς απίθανη ληστεία διάσημου περιδέραιου από διαμάντια κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη των πάντων, σε ένα από τα διασημότερα events της χρονιάς, χρησιμοποιώντας σαν όχημα - εν αγνοία της - το χαζό σούπερ μοντέλο Χαθαγουέι.. Μάλιστα.
Υπάρχει το σασπένς (μη φοβάστε, όλα τακτοποιούνται κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή), υπάρχουν οι ανατροπές, υπάρχει το χιούμορ... όλη η τυπική συνταγή των προηγούμενων φιλμ, μην και λείψει το παραμικρό κι τσινίσουν οι θεατές. Και υπάρχουν και μια σειρά από τρύπες στο σενάριο (βαριέμαι να αναφέρω τώρα) και υπάρχουν αυτά τα συνεχή "ε, αυτό δε γίνεται με τίποτα στην πραγματικότητα"! Παρ΄όλα αυτά - και παρά την δηλωμένη προσωπική μου βαρεμάρα - ξέρω ότι πολλοί θα το δουν ευχάριστα με πίτσα, τσιπς ή ό,τι άλλο και θα το θεωρήσουν μια εντελώς ανώδυνη καλοκαιρινή απόλαυση (αυτός είναι ο στόχος άλλωστε). Γι' αυτούς λοιπόν προσωπικά συνιστώ θερινό. Κι αν παραπονεθείτε "μα έχουμε δει άλλα 100 τέτοια"... τι να κάνω; Εγώ σας προειδοποίησα.
Κυριακή, Αυγούστου 26, 2018
Παρασκευή, Αυγούστου 24, 2018
ΠΩΣ Ο "MIYAMOTO MUSASHI" ΕΓΙΝΕ ΣΑΜΟΥΡΑΪ
Ο Hiroshi Inagaki (1905-1980) είναι ένας από τους πολλούς γιαπωνέζους δημιουργούς που είναι μάλλον άγνωστοι στη Δύση. Από τους παραγωγικότερους μάλιστα (γύρω στις 80 ταινίες). Το 1954 γυρίζει το "Miyamoto Musashi" (γνωστό και ως "Samurai I"). Πρόκειται για το πρώτο μέρος (εξ ου και το Ι στον τίτλο) μιας τριλογίας του σκηνοθέτη για τον θρυλικό (στην Ιαπωνία, εγώ δεν...) ομώνυμο πολεμιστή, με πρωταγωνιστή τον Τοσίρο Μιφούνε.
Εδώ παρακολουθούμε τη νεανική ζωή του ήρωα. Ο Musashi ξεκινά ως καβγατζής, θερμοκέφαλος νεαρός, με μεγάλη δύναμη και επιδεξιότητα στα όπλα εκ φύσεως, που το σκάει με τον καλύτερο φίλο του από το εξαθλιωμένο μικρό χωριό τους με σκοπό να δοξαστούν στον πόλεμο και να γίνουν τιμημένοι σαμουράι. Ο πόλεμος όμως μόνο υπέροχος και δοξασμένος δεν είναι και θα γυρίσουν καταρρακωμένοι. Οι πορείες τους ωστόσο θα χωρίσουν, όταν ο φίλος του θα γνωρίσει μια γυναίκα και θα ακολουθήσει έναν πιο "σώφρονα" δρόμο στη ζωή, ενώ ο Musashi θα συνεχίσει από μάχη σε μάχη και από επιπολαιότητα σε επιπολαιότητα τις περιπέτειές του, θα γίνει καταζητούμενος και θα συναντηθεί με έναν ιερέα, του οποίου η επίδραση στη ζωή θα είναι μεγάλη.
Έγχρωμο φιλμ με συχνά πανέμορφες εικόνες που καταγράφει την πορεία του ήρωα από τη νεανική αφροσύνη και τον ανεξέλεγκτο "τσαμπουκά" σε μια πιο ώριμη και φιλοσοφημένη θεώρηση της ζωής. Ταυτόχρονα διερευνά την αντιφατική σχέση του με τις γυναίκες (θέλει να ερωτευτεί, από την άλλη όμως τις αποφεύγει διότι θα γίνουν εμπόδιο στα όνειρά του αρχικά και στην απόφασή του για προσωπική βελτίωση αργότερα). Επίσης η ταινία διαθέτει έντονο αντιπολεμικό στοιχείο και μια σκεπτικιστική ματιά προς την έννοια του "ηρωισμού" (τελικά ποιος είναι "ήρωας" και ποιος απλώς θερμοκέφαλος;)
Σημαντικό φιλμ για τη εποχή του (όλη η τριλογία, αλλά μόνο αυτό το 1ο μέρος έχω δει), σε μια εποχή όπου η ηττημένη Ιαπωνία προσπαθούσε να βρει τον δρόμο της ανάμεσα στην ανεξέλεγκτη δυτικοποίηση αφ' ενός και στην παράδοση αφ΄ετέρου, που θέτει ερωτήματα και δημιουργεί σκέψεις για το τι είναι τελικά σημαντικό στη ζωή, δίχως να μας δίνει έτοιμα συμπεράσματα (δεν είναι τυχαίο ότι παρακολουθεί με συμπάθεια τις διαφορετικές πορείες και των δύο φίλων). Ενδιαφέρον!
Εδώ παρακολουθούμε τη νεανική ζωή του ήρωα. Ο Musashi ξεκινά ως καβγατζής, θερμοκέφαλος νεαρός, με μεγάλη δύναμη και επιδεξιότητα στα όπλα εκ φύσεως, που το σκάει με τον καλύτερο φίλο του από το εξαθλιωμένο μικρό χωριό τους με σκοπό να δοξαστούν στον πόλεμο και να γίνουν τιμημένοι σαμουράι. Ο πόλεμος όμως μόνο υπέροχος και δοξασμένος δεν είναι και θα γυρίσουν καταρρακωμένοι. Οι πορείες τους ωστόσο θα χωρίσουν, όταν ο φίλος του θα γνωρίσει μια γυναίκα και θα ακολουθήσει έναν πιο "σώφρονα" δρόμο στη ζωή, ενώ ο Musashi θα συνεχίσει από μάχη σε μάχη και από επιπολαιότητα σε επιπολαιότητα τις περιπέτειές του, θα γίνει καταζητούμενος και θα συναντηθεί με έναν ιερέα, του οποίου η επίδραση στη ζωή θα είναι μεγάλη.
Έγχρωμο φιλμ με συχνά πανέμορφες εικόνες που καταγράφει την πορεία του ήρωα από τη νεανική αφροσύνη και τον ανεξέλεγκτο "τσαμπουκά" σε μια πιο ώριμη και φιλοσοφημένη θεώρηση της ζωής. Ταυτόχρονα διερευνά την αντιφατική σχέση του με τις γυναίκες (θέλει να ερωτευτεί, από την άλλη όμως τις αποφεύγει διότι θα γίνουν εμπόδιο στα όνειρά του αρχικά και στην απόφασή του για προσωπική βελτίωση αργότερα). Επίσης η ταινία διαθέτει έντονο αντιπολεμικό στοιχείο και μια σκεπτικιστική ματιά προς την έννοια του "ηρωισμού" (τελικά ποιος είναι "ήρωας" και ποιος απλώς θερμοκέφαλος;)
Σημαντικό φιλμ για τη εποχή του (όλη η τριλογία, αλλά μόνο αυτό το 1ο μέρος έχω δει), σε μια εποχή όπου η ηττημένη Ιαπωνία προσπαθούσε να βρει τον δρόμο της ανάμεσα στην ανεξέλεγκτη δυτικοποίηση αφ' ενός και στην παράδοση αφ΄ετέρου, που θέτει ερωτήματα και δημιουργεί σκέψεις για το τι είναι τελικά σημαντικό στη ζωή, δίχως να μας δίνει έτοιμα συμπεράσματα (δεν είναι τυχαίο ότι παρακολουθεί με συμπάθεια τις διαφορετικές πορείες και των δύο φίλων). Ενδιαφέρον!
Πέμπτη, Αυγούστου 23, 2018
ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ "IRIS"
Καθώς οι γάλλοι προσπαθούν (όχι πάντοτε με επιτυχία) να αναπτύξουν "σινεμά είδους", οι κωμωδίες και τα αστυνομικά φιλμ μυστηρίου (μεταξύ άλλων) αυξάνονται. Στα τελευταία ανήκει και η "Iris" (2016) του Jalil Lespert, ένα (όχι μεταφυσικό) θρίλερ, με τον απαραίτητο τα αρκετά τελευταία χρόνια γάλλο πρωταγωνιστή Romain Duris.
Όπου η "αγαλματένια" σύζυγος τραπεζίτη εξαφανίζεται από τη μία στιγμή στην άλλη καθώς αυτός πάει να πληρώσει το λογαριασμό εστιατορίου. Σύντομα ο απελπισμένος σύζυγος θα λάβει τηλεφώνημα όπου ζητούνται λύτρα για την απαγωγή της γυναίκας του, ενώ στην όλη ιστορία εμπλέκεται με όχι ξεκάθαρο τρόπο ένας υδραυλικός. Γρήγορα θα μάθουμε ότι η ίδια η Iris δεν είναι άμοιρη ευθυνών, το μυστήριο όμως θα συνεχίσει να πυκνώνει.
Αστυνομικό θρίλερ μυστηρίου λοιπόν με αρκετά πολύπλοκο σενάριο, κάμποσες ανατροπές και μια δόση ερωτικής διαστροφής. Δε νομίζω ότι θα κουράσει κανέναν ούτε όμως το θεωρώ και κάτι ιδιαίτερα σημαντικό - και, όπως συχνότατα συμβαίνει στο είδος αυτό, δεν το βρήκα απόλυτα πειστικό, αλλά σ' αυτό πολλοί θα αντιτάξουν ότι το γεγονός αυτό αποτελεί μέρος των συμβάσεων του συγκεκριμένου είδους. Πάντως, αν είστε φίλοι αυτών των θρίλερ, βλέπεται ευχάριστα - δίχως όμως τίποτα περαιτέρω. Και μερικοί ίσως παραπονεθούν για σεναριακά κενά.
Όπου η "αγαλματένια" σύζυγος τραπεζίτη εξαφανίζεται από τη μία στιγμή στην άλλη καθώς αυτός πάει να πληρώσει το λογαριασμό εστιατορίου. Σύντομα ο απελπισμένος σύζυγος θα λάβει τηλεφώνημα όπου ζητούνται λύτρα για την απαγωγή της γυναίκας του, ενώ στην όλη ιστορία εμπλέκεται με όχι ξεκάθαρο τρόπο ένας υδραυλικός. Γρήγορα θα μάθουμε ότι η ίδια η Iris δεν είναι άμοιρη ευθυνών, το μυστήριο όμως θα συνεχίσει να πυκνώνει.
Αστυνομικό θρίλερ μυστηρίου λοιπόν με αρκετά πολύπλοκο σενάριο, κάμποσες ανατροπές και μια δόση ερωτικής διαστροφής. Δε νομίζω ότι θα κουράσει κανέναν ούτε όμως το θεωρώ και κάτι ιδιαίτερα σημαντικό - και, όπως συχνότατα συμβαίνει στο είδος αυτό, δεν το βρήκα απόλυτα πειστικό, αλλά σ' αυτό πολλοί θα αντιτάξουν ότι το γεγονός αυτό αποτελεί μέρος των συμβάσεων του συγκεκριμένου είδους. Πάντως, αν είστε φίλοι αυτών των θρίλερ, βλέπεται ευχάριστα - δίχως όμως τίποτα περαιτέρω. Και μερικοί ίσως παραπονεθούν για σεναριακά κενά.
Τετάρτη, Αυγούστου 22, 2018
"ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ" ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ
Ο Baltasar Kormakur είναι ο γνωστότερος διεθνώς ισλανδός σκηνοθέτης. Ξεχώρισε στην αρχή με καλές ταινίες στη χώρα του, πήγε στο Χόλιγουντ... και εκεί έγινε ένας σκηνοθέτης παντός καιρού, τουτέστιν γυρίζει διαφόρων ειδών φιλμ. Ό,τι προκύψει. Όπως το "Μετά την Καταιγίδα" (Adrift) του 2018.
Πρόκειται για τυπική ταινία επιβίωσης, βασισμένη, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοια φιλμ, σε αληθινή ιστορία. Μια ατίθαση κοπέλα που γυρίζει όλο τον κόσμο δουλεύοντας σε σκάφη - και αρνούμενη να χάσει την ελευθερία της - γνωρίζει κάπου στα Φίτζι τον έρωτα της ζωής της, μια αληθινή αδελφή ψυχή με το ίδιο πάθος για την ιστιοπλοϊα και την περιπλάνηση. Αναλαμβάνουν να φέρουν ένα σκάφος στην Αμερική, πέφτουν σε τρομακτική καταιγίδα και μένουν ακυβέρνητοι στο μέσον του ωκεανού και μάλιστα με εκείνον σοβαρά τραυματισμένο. Από εκεί και πέρα έχουμε την τυπική ιστορία επιβίωσης: Πώς τα καταφέρνεις (αν τα καταφέρεις) σε τέτοιες εφιαλτικές συνθήκες με ελάχιστες προμήθειες;
Η ταινία αφηγείται την ιστορία της με συνεχή μπρος - πίσω στο χρόνο (μαθαίνουμε σιγά σιγά το πώς γνωρίστηκαν και πώς βρέθηκαν στη δεινή θέση που βρέθηκαν) και στο τέλος μας επιφυλάσσεται μια έντονη ανατροπή. Από εκεί και πέρα... ξέρετε... η δύναμη της θέλησης, η εφευρετικότητα, το ένστικτο επιβίωσης, ο έρωτας που φουντώνει, ο υπεράνθρωπος αγώνας, αρκετές δόσεις συγκίνησης... όλα αυτά. Ομολογώ ότι μάλλον κουράστηκα κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης και, γενικά, παρά τα μη γραμμικά παιχνίδια στην αφήγηση που προσδίδουν κάποιο ενδιαφέρον, δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα.
Πρόκειται για τυπική ταινία επιβίωσης, βασισμένη, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοια φιλμ, σε αληθινή ιστορία. Μια ατίθαση κοπέλα που γυρίζει όλο τον κόσμο δουλεύοντας σε σκάφη - και αρνούμενη να χάσει την ελευθερία της - γνωρίζει κάπου στα Φίτζι τον έρωτα της ζωής της, μια αληθινή αδελφή ψυχή με το ίδιο πάθος για την ιστιοπλοϊα και την περιπλάνηση. Αναλαμβάνουν να φέρουν ένα σκάφος στην Αμερική, πέφτουν σε τρομακτική καταιγίδα και μένουν ακυβέρνητοι στο μέσον του ωκεανού και μάλιστα με εκείνον σοβαρά τραυματισμένο. Από εκεί και πέρα έχουμε την τυπική ιστορία επιβίωσης: Πώς τα καταφέρνεις (αν τα καταφέρεις) σε τέτοιες εφιαλτικές συνθήκες με ελάχιστες προμήθειες;
Η ταινία αφηγείται την ιστορία της με συνεχή μπρος - πίσω στο χρόνο (μαθαίνουμε σιγά σιγά το πώς γνωρίστηκαν και πώς βρέθηκαν στη δεινή θέση που βρέθηκαν) και στο τέλος μας επιφυλάσσεται μια έντονη ανατροπή. Από εκεί και πέρα... ξέρετε... η δύναμη της θέλησης, η εφευρετικότητα, το ένστικτο επιβίωσης, ο έρωτας που φουντώνει, ο υπεράνθρωπος αγώνας, αρκετές δόσεις συγκίνησης... όλα αυτά. Ομολογώ ότι μάλλον κουράστηκα κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης και, γενικά, παρά τα μη γραμμικά παιχνίδια στην αφήγηση που προσδίδουν κάποιο ενδιαφέρον, δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα.
Τρίτη, Αυγούστου 21, 2018
"Ο ΡΩΜΑΙΟΣ ΑΙΜΟΡΡΑΓΕΙ" ΕΝ ΜΕΣΩ ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΩΝ ΠΑΘΩΝ
Ο Peter Medak είναι ούγγρος, αλλά ζει και δουλεύει στη Βρετανία, κάνοντας κυρίως τηλεόραση - και μερικές ενδιαφέρουσες ταινίες. Το 1993 γυρίζει το "Ο Ρωμαίος Αιμορραγεί" (Romeo is Bleeding) με τον πάντα καλό Γκάρι Όλντμαν και την ιδιαίτερ σέξι Λένα Όλιν, ένα άγριο αστυνομικό και ερωτικό φιλμ, που πάνω απ' όλα μιλά για ανεξέλεγκτα πάθη.
Ο ήρωας είναι ένας απόλυτα διεφθαρμένος μπάτσος. Συνεργάζεται με το οργανωμένο έγκλημα ώστε να "εξαφανιστούν" επικίνδυνοι μάρτυρες και είναι έρμαιο των ερωτικών του παθών - προσπαθώντας συγχρόνως να το κρύψει από τη γυναίκα του. Ώσπου θα πέσει θύμα των ίδιων των παρανομιών του: Οι "βρώμικοι" συνεργάτες του θα τον αναγκάσουν να αναλάβει ο ίδιος τη δολοφονία μιας επικίνδυνης - και ολίγον ψυχοπαθούς - ρωσίδας δολοφόνου, από τις καταθέσεις της οποίας κινδυνεύουν. Σύντομα όμως θα ανακαλύψει ότι εκείνη δεν είναι μόνο η πιο επικίνδυνη, αλλά και η πιο σέξι γυναίκα που έχει γνωρίσει...
Άγρια πάθη, η ακραία (καρικατούρα σχεδόν) μοιραία γυναίκα, βία και αυτοκαταστροφικές τάσεις, σχέσεις και ενέργειες συνθέτουν ένα ζοφερό, ασφυκτικό νεο-νουάρ, που αγγίζει τα όρια της διαστροφής (σε κάποια σημεία στο νου μου ήρθε ακόμα και το "άρρωστο" "Crash" του Κρόνενμπεργκ). Η ιστορία είναι ίσως σεναριακά κάπως τραβηγμένη, αυτό όμως δεν μειώνει την κινηματογραφική απόλαυση - αν σας αρέσουν οι οριακές, "βρώμικες" ιστορίες. Φυσικά η αστυνομική διαφθορά βρίσκεται σε πρώτο επίπεδο, αλλά ο στόχος δεν είναι η καταγγελία, αλλά η δημιουργία της κατάλληλης σκοτεινής ατμόσφαιρας. Κάτι σαν "Bad Lieutenant", αλλά με πολυπλοκότερο σενάριο (σαν ίντριγκα εννοώ).
Νομίζω ότι θα το απολαύσουν οι φίλοι σκοτεινών και βίαιων αστυνομικών ιστοριών.
Ο ήρωας είναι ένας απόλυτα διεφθαρμένος μπάτσος. Συνεργάζεται με το οργανωμένο έγκλημα ώστε να "εξαφανιστούν" επικίνδυνοι μάρτυρες και είναι έρμαιο των ερωτικών του παθών - προσπαθώντας συγχρόνως να το κρύψει από τη γυναίκα του. Ώσπου θα πέσει θύμα των ίδιων των παρανομιών του: Οι "βρώμικοι" συνεργάτες του θα τον αναγκάσουν να αναλάβει ο ίδιος τη δολοφονία μιας επικίνδυνης - και ολίγον ψυχοπαθούς - ρωσίδας δολοφόνου, από τις καταθέσεις της οποίας κινδυνεύουν. Σύντομα όμως θα ανακαλύψει ότι εκείνη δεν είναι μόνο η πιο επικίνδυνη, αλλά και η πιο σέξι γυναίκα που έχει γνωρίσει...
Άγρια πάθη, η ακραία (καρικατούρα σχεδόν) μοιραία γυναίκα, βία και αυτοκαταστροφικές τάσεις, σχέσεις και ενέργειες συνθέτουν ένα ζοφερό, ασφυκτικό νεο-νουάρ, που αγγίζει τα όρια της διαστροφής (σε κάποια σημεία στο νου μου ήρθε ακόμα και το "άρρωστο" "Crash" του Κρόνενμπεργκ). Η ιστορία είναι ίσως σεναριακά κάπως τραβηγμένη, αυτό όμως δεν μειώνει την κινηματογραφική απόλαυση - αν σας αρέσουν οι οριακές, "βρώμικες" ιστορίες. Φυσικά η αστυνομική διαφθορά βρίσκεται σε πρώτο επίπεδο, αλλά ο στόχος δεν είναι η καταγγελία, αλλά η δημιουργία της κατάλληλης σκοτεινής ατμόσφαιρας. Κάτι σαν "Bad Lieutenant", αλλά με πολυπλοκότερο σενάριο (σαν ίντριγκα εννοώ).
Νομίζω ότι θα το απολαύσουν οι φίλοι σκοτεινών και βίαιων αστυνομικών ιστοριών.
Δευτέρα, Αυγούστου 20, 2018
"LOVING PABLO": ΕΡΩΤΑΣ, ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΛΗΣΤΙΑ
Το "Loving Pablo" (2017) του ισπανού Fernando Leon de Aranoa είναι ένα φιλμ για τη ζωή και την "καριέρα" του διαβόητου ναρκέμπορα Πάμπλο Εσκομπάρ, με τον Χαβιέ Μπαρδέμ και την Πενέλοπε Κρουζ στους βασικούς ρόλους. Και, φυσικά, βασίζεται στην αληθινή ιστορία.
Ο Εσκομπάρ μεσουράνησε στις δεκαετίες 80 και 90. Άπληστος, συχνά κτηνώδης, εξουσιομανής, μνησίκακος προς τους αντιπάλους του, ταυτόχρονα ευεργέτης των απελπιστικά φτωχών κατώτερων στρωμάτων της Μενταγίν (δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Κολομβίας), οι οποίοι ζουν σε σκουπιδότοπους, λατρεύτηκε απ' αυτούς, δημιούργησε έναν πανίσχυρο ιδιωτικό στρατό, εξόντωσε "συνάδελφους" αντιπάλους, διέφθειρε τους πάντες, αλλά και ερωτεύτηκε παράφορα (παράλληλα με την κανονική του σύζυγο) μια διάσημη τηλεπερσόνα της χώρας του. Επίσης εξελέγει βουλευτής (!!!) - αν και όχι με πολύ καθαρό τρόπο βεβαίως - και ίσως το γεγονός αυτό και η έντονη αντίδραση που προκάλεσε, να υπήρξε η αρχή της πτώσης του.
Το φιλμ βασίζεται στην ερμηνεία του "μεταμορφωμένου" Μπαρδέμ και παρακολουθεί τα έργα και τις ημέρες του διάσημου κακοποιού, που έφτασε να σχετίζεται με τα μεγαλύτερα ονόματα (σε όλα τα επίπεδα) της χώρας του - και οι οποίοι βεβαίως γνώριζαν πολύ καλά, όπως και οποιοσδήποτε άλλος, το ποιόν του και την προέλευση των εκατομμυρίων του. Έτσι καταδεικνύεται μια "βάρβαρη" και εμμονική προσωπικότητα, η οποία βεβαίως θα προκαλέσει την αυτοκαταστροφή της κυρίως λόγω της δίψας της για εξουσία και της απληστίας της, η οποία ωστόσο διαθέτει και γοητευτικές ή "τρυφερές" πλευρές, αλλά και η πλήρης διαφθορά (κυριολεκτικά ως το κόκκαλο) μιας ολόκληρης κοινωνίας. Έτσι είναι οι άνθρωποι. Διαθέτουν πολλές και συχνά αντιφατικές πλευρές.
Φυσικά δεν έχω ιδέα για το πόσο πιστό στα γεγονότα και στην προσωπικότητα του Εσκομπάρ παραμένει το φιλμ. Σε γενικές γραμμές πάντως έτσι έγιναν τα πράγματα. Είδα λοιπόν το βιογραφικό αυτό φιλμ με ενδιαφέρον, σίγουρα δεν βαρέθηκα, δεν το θεωρώ πάντως και τίποτα εξαιρετικό. Δείτε το αν σας ενδιαφέρει το συγκεκριμένο θέμα - και οι καλές ερμηνείες.
ΥΓ: Πολύ φοβάμαι πάντως ότι η συγκεκριμένη, παντελώς ακραία περίπτωση, δείχνει το δρόμο για την πορεία που ακολουθεί ολόκληρος ο κόσμος σήμερα. Τέτοιοι έμποροι κάθε είδους, παράνομοι με διάφορους τρόπους, δεν κινούν τα νήματα και κυβερνούν στην ουσία τα πάντα, χρησιμοποιώντας τους πολιτικούς και άλλες νόμιμες εξουσίες ως πιόνια; Φαίνεται πλέον όλο και περισσότερο. Απλώς γίνεται πιο συγκαλυμμένα και "ευγενικά"...
Ο Εσκομπάρ μεσουράνησε στις δεκαετίες 80 και 90. Άπληστος, συχνά κτηνώδης, εξουσιομανής, μνησίκακος προς τους αντιπάλους του, ταυτόχρονα ευεργέτης των απελπιστικά φτωχών κατώτερων στρωμάτων της Μενταγίν (δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Κολομβίας), οι οποίοι ζουν σε σκουπιδότοπους, λατρεύτηκε απ' αυτούς, δημιούργησε έναν πανίσχυρο ιδιωτικό στρατό, εξόντωσε "συνάδελφους" αντιπάλους, διέφθειρε τους πάντες, αλλά και ερωτεύτηκε παράφορα (παράλληλα με την κανονική του σύζυγο) μια διάσημη τηλεπερσόνα της χώρας του. Επίσης εξελέγει βουλευτής (!!!) - αν και όχι με πολύ καθαρό τρόπο βεβαίως - και ίσως το γεγονός αυτό και η έντονη αντίδραση που προκάλεσε, να υπήρξε η αρχή της πτώσης του.
Το φιλμ βασίζεται στην ερμηνεία του "μεταμορφωμένου" Μπαρδέμ και παρακολουθεί τα έργα και τις ημέρες του διάσημου κακοποιού, που έφτασε να σχετίζεται με τα μεγαλύτερα ονόματα (σε όλα τα επίπεδα) της χώρας του - και οι οποίοι βεβαίως γνώριζαν πολύ καλά, όπως και οποιοσδήποτε άλλος, το ποιόν του και την προέλευση των εκατομμυρίων του. Έτσι καταδεικνύεται μια "βάρβαρη" και εμμονική προσωπικότητα, η οποία βεβαίως θα προκαλέσει την αυτοκαταστροφή της κυρίως λόγω της δίψας της για εξουσία και της απληστίας της, η οποία ωστόσο διαθέτει και γοητευτικές ή "τρυφερές" πλευρές, αλλά και η πλήρης διαφθορά (κυριολεκτικά ως το κόκκαλο) μιας ολόκληρης κοινωνίας. Έτσι είναι οι άνθρωποι. Διαθέτουν πολλές και συχνά αντιφατικές πλευρές.
Φυσικά δεν έχω ιδέα για το πόσο πιστό στα γεγονότα και στην προσωπικότητα του Εσκομπάρ παραμένει το φιλμ. Σε γενικές γραμμές πάντως έτσι έγιναν τα πράγματα. Είδα λοιπόν το βιογραφικό αυτό φιλμ με ενδιαφέρον, σίγουρα δεν βαρέθηκα, δεν το θεωρώ πάντως και τίποτα εξαιρετικό. Δείτε το αν σας ενδιαφέρει το συγκεκριμένο θέμα - και οι καλές ερμηνείες.
ΥΓ: Πολύ φοβάμαι πάντως ότι η συγκεκριμένη, παντελώς ακραία περίπτωση, δείχνει το δρόμο για την πορεία που ακολουθεί ολόκληρος ο κόσμος σήμερα. Τέτοιοι έμποροι κάθε είδους, παράνομοι με διάφορους τρόπους, δεν κινούν τα νήματα και κυβερνούν στην ουσία τα πάντα, χρησιμοποιώντας τους πολιτικούς και άλλες νόμιμες εξουσίες ως πιόνια; Φαίνεται πλέον όλο και περισσότερο. Απλώς γίνεται πιο συγκαλυμμένα και "ευγενικά"...
Σάββατο, Ιουλίου 21, 2018
ΚΑΛΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Καιρός για διακοπές. Αφήνουμε τα πάντα πίσω μας και κολυμπαάμε. Το ίδιο εύχομαι και για σας. Ραντεβού κάπου μετά τον 15αύγουστο. Α, και να προσπαθησετε να ευχαριστηθείτε ταινίες σε δροσερά θερινά.
ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ "DARLING"
Το Free Cinema του πρώτου μισού της δεκαετίας του 60 υπήρξε ένα σημαντικό κίνημα του βρετανικού κινηματογράφου. Το 1965 ένας από τους πρωτεργάτες του, ο John Schlesinger (1926-2003), γυρίζει το "Darling" με την Τζούλι Κρίστι στα πιο όμορφά της και τους Ντερκ Μπόγκαρντ και Λόρενς Χάρβεϊ. Και απομυθοποιεί έτσι το περίφημο "Swinging London", που τότε ήταν πιθανόν το πιο "trendy" μέρος του πλανήτη.
Η ηρωίδα είναι ένα όμορφο, γοητευτικό μοντέλο. Η εμφάνιση και το στιλ της κάνουν όλες τις πόρτες να της ανοίγουν. Ωστόσο εκείνη χαρακτηρίζεται από αμοραλισμό, επιπολαιότητα, απληστία. Θέλει πλούτο και δόξα. Θα αλλάξει πολλές αγκαλιές αφήνοντας πίσω της συντρίμια (ένας διανοούμενος τηλεπαρουστής σοβαρών εκπομπών, ένας playboy από τον χώρο των μπίζνες του θεάματος, ένας πλούσιος ιταλός ευγενικής καταγωγής κλπ.), θα κατακτήσει το όνειρο του πλούτου... και μετά;
Το φιλμ αποτελεί ένα ζωντανό πορτρέτο των υπέροχων και ταραγμένων 60ς - η τέχνη, η διανόηση, ο κοσμοπολιτισμός, τα πάρτι, ο έρωτας, το σεξ - αλλά και ένα δραματικό τελικά πορτρέτο της ηρωίδας. Η οποία αναζητά όπως είπαμε πλούτο και φήμη, αλλά μέσα της είναι κενή. Όμορφη, "τσαχπίνα", μοντέρνα, μπορεί εύκολα να κάψει καρδιές. Από την άλλη στερείται ηθικής, είναι άπληστη, δεν διστάζει να καταστρέψει ανθρώπους απλώς παρατώντας τους... Το πρόβλημά της συνοψίζεται στο ότι ουσιαστικά, παρά την εντυπωσιακή γοητεία που αποπνέει, μέσα της είναι απόλυτα κενή, στερείται ενδιαφερόντων. Περιφέρεται (και έλκεται) από χρυσό σε χρυσό επιπόλαια, δίχως ουσιαστικά να τη γεμίζει τίποτα. Η τιμωρία θα έρθει - σε ψυχολογικό επίπεδο εννοώ.
Έτσι η ταινία είναι, όπως είπαμε. πορτρέτο των ανήσυχων 60ς και του θρυλικού Swinging London ιδιαίτερα, αλλά ταυτόχρονα απόλυτα απομυθοποιητική καθώς αποκαλύπτει την κενότητα πολλών από τους πρωταγωνιστές τους. Κάτω από μια ζαλιστική, εύθυμη, διαρκώς ανανεούμενη και απαστράπτουσα επιφάνεια κρύβεται το απόλυτο κενό, κάνοντας το ευχάριστο και χαρούμενο σε πρώτη όψη φιλμ κατά βάθος δραματικό και πικρό. Συγχρόνως όμως παραμένει ευρηματικό και φρέσκο μέχρι τις μέρες μας. Συνίσταται!
Η ηρωίδα είναι ένα όμορφο, γοητευτικό μοντέλο. Η εμφάνιση και το στιλ της κάνουν όλες τις πόρτες να της ανοίγουν. Ωστόσο εκείνη χαρακτηρίζεται από αμοραλισμό, επιπολαιότητα, απληστία. Θέλει πλούτο και δόξα. Θα αλλάξει πολλές αγκαλιές αφήνοντας πίσω της συντρίμια (ένας διανοούμενος τηλεπαρουστής σοβαρών εκπομπών, ένας playboy από τον χώρο των μπίζνες του θεάματος, ένας πλούσιος ιταλός ευγενικής καταγωγής κλπ.), θα κατακτήσει το όνειρο του πλούτου... και μετά;
Το φιλμ αποτελεί ένα ζωντανό πορτρέτο των υπέροχων και ταραγμένων 60ς - η τέχνη, η διανόηση, ο κοσμοπολιτισμός, τα πάρτι, ο έρωτας, το σεξ - αλλά και ένα δραματικό τελικά πορτρέτο της ηρωίδας. Η οποία αναζητά όπως είπαμε πλούτο και φήμη, αλλά μέσα της είναι κενή. Όμορφη, "τσαχπίνα", μοντέρνα, μπορεί εύκολα να κάψει καρδιές. Από την άλλη στερείται ηθικής, είναι άπληστη, δεν διστάζει να καταστρέψει ανθρώπους απλώς παρατώντας τους... Το πρόβλημά της συνοψίζεται στο ότι ουσιαστικά, παρά την εντυπωσιακή γοητεία που αποπνέει, μέσα της είναι απόλυτα κενή, στερείται ενδιαφερόντων. Περιφέρεται (και έλκεται) από χρυσό σε χρυσό επιπόλαια, δίχως ουσιαστικά να τη γεμίζει τίποτα. Η τιμωρία θα έρθει - σε ψυχολογικό επίπεδο εννοώ.
Έτσι η ταινία είναι, όπως είπαμε. πορτρέτο των ανήσυχων 60ς και του θρυλικού Swinging London ιδιαίτερα, αλλά ταυτόχρονα απόλυτα απομυθοποιητική καθώς αποκαλύπτει την κενότητα πολλών από τους πρωταγωνιστές τους. Κάτω από μια ζαλιστική, εύθυμη, διαρκώς ανανεούμενη και απαστράπτουσα επιφάνεια κρύβεται το απόλυτο κενό, κάνοντας το ευχάριστο και χαρούμενο σε πρώτη όψη φιλμ κατά βάθος δραματικό και πικρό. Συγχρόνως όμως παραμένει ευρηματικό και φρέσκο μέχρι τις μέρες μας. Συνίσταται!
Πέμπτη, Ιουλίου 19, 2018
"THE MIGHTY" Ή ΟΤΑΝ ΜΥΑΛΟ ΚΑΙ ΣΩΜΑ ΕΝΩΝΟΝΤΑΙ ΑΡΜΟΝΙΚΑ
Ο βρετανός Peter Chelsom έχει φτιάξει κάποιες συμπαθητικές ταινίες. Ανάμεσά τους και το "The Mighty" του 1998 (με τον ηλίθιο ελληνικό τίτλο... "Μια Υπέροχη Γυναίκα" (!!!). Με λαμπρό καστ (Σάρον Στόουν, Χάρι Ντιν Στάντον, Τζίνα Ρόουλαντς, Γκίλαν Άντερσον κ.ά.) είναι η ιστορία δύο παιδιών, λίγο πριν την εφηβεία, που αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις ατόμων με ειδικές ανάγκες για εντελώς διαφορετικούς λόγους: Ο ένας πάσχει από σύνδρομο Morquio (κινητικά προβλήματα και άλλα και όλα αυτά δυστυχώς οδηγούν σε σχετικά σύντομο dead line), πλην όμως έχει εξαιρετικό μυαλό και αφάνταστες γνώσεις. Το όλο πορτρέτο θυμίζει κάπως Hawkins. Ο άλλος είναι εξαιρετικά ογκώδης και κάπως καθυστερημένος και υφίσταται διαρκές μπούλινγκ στο σχολείο. Όταν οι δύο αυτοί θα συμμαχήσουν (και συγχρόνως θα γίνουν όχι μόνο οι καλύτεροι φίλοι, αλλά ο μοναδικός φίλος που έχει ο καθένας τους), θα γίνουν μία σούπερ - μονάδα (το μυαλό και το σώμα), πετυχαίνοντας απίστευτα πράγματα.
Το φιλμ είναι τρυφερό, ευαίσθητο, συχνά συγκινητικό - και άλλοτε με χιούμορ - και βλέπεται ευχάριστα (από μένα τουλάχιστον). Ίσως κάπου να γίνεται μελό - αναμενόμενο με τέτοιο θέμα, αλλά συνολικά το βρήκα αρκετά καλό και σχετικά πρωτότυπο. Και, φυσικά, μιλά για την αποδοχή του διαφορετικού και τη δύναμη της φιλίας. Δώστε του μια ευκαιρία.
Το φιλμ είναι τρυφερό, ευαίσθητο, συχνά συγκινητικό - και άλλοτε με χιούμορ - και βλέπεται ευχάριστα (από μένα τουλάχιστον). Ίσως κάπου να γίνεται μελό - αναμενόμενο με τέτοιο θέμα, αλλά συνολικά το βρήκα αρκετά καλό και σχετικά πρωτότυπο. Και, φυσικά, μιλά για την αποδοχή του διαφορετικού και τη δύναμη της φιλίας. Δώστε του μια ευκαιρία.
Τρίτη, Ιουλίου 17, 2018
Ο ΣΤΑΘΜΟΣ 13 (ΞΑΝΑ)ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΠΙΘΕΣΗ
Από τη μανία των ριμέικ δεν γλυτώνει τίποτα (διότι το Χόλιγουντ δεν κατάντησε χτες ανέμπνευστο, πάνε αρκετά χρόνια τώρα). Έτσι λοιπόν το 2005 ο γάλος Jean-Francois Richet ξαναγυρίζει το θρυλικό "Σταθμός 13 δέχεται Επίθεση" (Assault on Prencinct 13) του 1976, του Carpenter φυσικά, όταν ακόμη αυτός ήταν στις δόξες του. Με καλό καστ μάλιστα (Ίθαν Χοκ, Γκάμπριελ Μπερν, Λόρενς Φισμπερν κ.ά.)
Όπου τη νύχτα της πρωτοχρονιάς ένας αστυνομικός σταθμός, στον οποίο έχουν ξεμείνει τρεις όλοι κι όλοι μπάτσοι που έχουν βάρδια χρονιάρα μέρα, αναγκάζεται να "φιλοξενήσει" έναν τρομερά επικίνδυνο εγκληματία, που είναι αδύνατο να μετακινηθεί περαιτέρω λόγω σφοδρής χιονοθύελλας. Και η έξωθεν λυσσασμένη επίθεση, που μετατρέπεται σε κανονική πολιορκία όσο κρατά η νύχτα και η θύελλα, δεν αργεί να αρχίσει. Μόνο που οι έγκλειστοι σύντομα θα διαπιστώσουν ότι οι επιτιθέμενοι δεν είναι οι σύντροφοι του κακοποιού που θέλουν να τον ελευθερώσουν, αλλά...
Το πρωτότυπο φιλμ είναι πραγματικό υπόδειγμα σασπένς. Από την άλλη ο Richet δεν είναι κακός σκηνοθέτης (μετά από τον "Σταθμό" έκανε το πολύ ενδιαφέρων "Υπ' Αριθμόν 1 Δημόσιος Κίνδυνος" για τον διαβόητο κακοποιό Μεσρίν). Οπότε και το φιλμ αυτό (ο δεύτερος "Σταθμός" εννοώ), διατηρεί το σασπένς, βλέπεται απνευστί, και κάνει (μία ακόμη) καταγγελία για την αστυνομική διαφθορά. Οπότε δεν μπορώ να πω ότι έπληξα. Όμως, διάβολε, το είχα ξαναδεί! Καλό ήταν, αλλά αν ήταν και πρωτότυπο... Όπως καταλάβατε, πιστεύω ότι και τα καλά ριμέικ δεν παύουν να επιβεβαιώνουν το ανέμπνευστο του σύγχρονου Χόλιγουντ που λέγαμε πριν.
Όπου τη νύχτα της πρωτοχρονιάς ένας αστυνομικός σταθμός, στον οποίο έχουν ξεμείνει τρεις όλοι κι όλοι μπάτσοι που έχουν βάρδια χρονιάρα μέρα, αναγκάζεται να "φιλοξενήσει" έναν τρομερά επικίνδυνο εγκληματία, που είναι αδύνατο να μετακινηθεί περαιτέρω λόγω σφοδρής χιονοθύελλας. Και η έξωθεν λυσσασμένη επίθεση, που μετατρέπεται σε κανονική πολιορκία όσο κρατά η νύχτα και η θύελλα, δεν αργεί να αρχίσει. Μόνο που οι έγκλειστοι σύντομα θα διαπιστώσουν ότι οι επιτιθέμενοι δεν είναι οι σύντροφοι του κακοποιού που θέλουν να τον ελευθερώσουν, αλλά...
Το πρωτότυπο φιλμ είναι πραγματικό υπόδειγμα σασπένς. Από την άλλη ο Richet δεν είναι κακός σκηνοθέτης (μετά από τον "Σταθμό" έκανε το πολύ ενδιαφέρων "Υπ' Αριθμόν 1 Δημόσιος Κίνδυνος" για τον διαβόητο κακοποιό Μεσρίν). Οπότε και το φιλμ αυτό (ο δεύτερος "Σταθμός" εννοώ), διατηρεί το σασπένς, βλέπεται απνευστί, και κάνει (μία ακόμη) καταγγελία για την αστυνομική διαφθορά. Οπότε δεν μπορώ να πω ότι έπληξα. Όμως, διάβολε, το είχα ξαναδεί! Καλό ήταν, αλλά αν ήταν και πρωτότυπο... Όπως καταλάβατε, πιστεύω ότι και τα καλά ριμέικ δεν παύουν να επιβεβαιώνουν το ανέμπνευστο του σύγχρονου Χόλιγουντ που λέγαμε πριν.
Δευτέρα, Ιουλίου 16, 2018
ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ BLOG
Μετά από δωδεκάμισι περίπου χρόνια ύπαρξης αυτού του blog, δεν λέω, μια κούραση την έχω. Άλλωστε τα blogs, είναι γνωστό (εδώ και χρόνια) ότι πλέον έχουν χάσει τη σημασία που είχαν στα πρώτα χρόνια του διαδικτύου. Προσωπικά εξακολουθώ να παρακολουθώ φανατικά σινεμά (και, όπως τα βλέπω τα πράγματα, αυτό θα εξακολουθήσει εφ' όρου ζωής), οπότε στο επίπεδο αυτό δεν αλλάζει κάτι. Ωστόσο τα posts θα γίνουν συντομότερα, ίσως κάποιες φορές και τηλεγραφικά. Λίγα πράγματα για το story κάθε ταινίας, λίγα για την γενική άποψη που έχω γι' αυτήν... κι αυτό θα είναι. Οι πολλές αναλύσεις θα τείνουν προς εξαφάνιση. Ούτε κι αυτό πάντως θα είναι απαράβατος όρος. Ίσως για κάποια φιλμ να έχω όρεξη ή/και ανάγκη να πω περισσότερα, θετικά ή αρνητικά. Όχι για όλα πάντως.
Γενικά δεν θα σταματήσω το blog. Όχι επειδή έχει ή δεν έχει απήχηση, αλλά επειδή αποτελεί και για μένα ένα είδος προσωπικού ημερολογίου, καταγραφής όσων τυχαίνει να βλέπω από τα άπειρα δείγματα μιας τέχνης που αγαπώ.
Οπότε θα τα λέμε πάντοτε. Απλώς πιο σύντομα.
Γενικά δεν θα σταματήσω το blog. Όχι επειδή έχει ή δεν έχει απήχηση, αλλά επειδή αποτελεί και για μένα ένα είδος προσωπικού ημερολογίου, καταγραφής όσων τυχαίνει να βλέπω από τα άπειρα δείγματα μιας τέχνης που αγαπώ.
Οπότε θα τα λέμε πάντοτε. Απλώς πιο σύντομα.
Τετάρτη, Ιουλίου 11, 2018
ΕΝΑΣ ΑΡΓΟΣ "ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ"
Ο Gus Van Sant είναι ένας σκηνοθέτης που ταλαντεύεται ανάμεσα σε "εμπορικές" (ας τις αποκαλέσω καλύτερα mainstream) ταινίες και καθαρά προσωπικές, που συχνά αγγίζουν τα όρια του πειραματικού (όχι ακριβώς βεβαίως). Στις τελευταίες ανήκει το "Elephant" του 2003, ένα φιλμ εμπνευσμένο από τη σφαγή στο λύκειο Columbine το 1999, την πρώτη γνωσή στο ευρύ κοινό μαζική σφαγή "άνευ λόγου" στις ΗΠΑ (έκτοτε ακολούθησαν πολλές).
Η ταινία παρακολουθεί μια συνηθισμένη μέρα αρκετών μαθητών ενός λυκείου. Μαθήματα, έρωτες, οικογενειακά προβλήματα, διασκέδαση, η καθημερινή ρουτίνα δηλαδή. Συγχρόνως όμως, δύο από τους συμμαθητές τους προετοιμάζουν, με ψυχρό τρόπο, κάτι απόλυτα αποτρόπαιο. Και είναι γνωστό ότι η φρίκη γίνεται μεγαλύτερη όταν ξεσπά από κοινούς ανθρώπους, συνηθισμένους, οικείους.
Ο Van Sant ακολουθεί έναν νωχελικό, αργό τρόπο για να ξεδιπλώσει την ιστορία του. Συνεχείς καθημερινές πράξεις των νεαρών ηρώων, αποσπασματικές, που μερικές φορές επαναλαμβάνονται, ειδωμένες όμως από άλλη "οπτική γωνία", από τα μάτια κάποιου άλλου δηλαδή. Και, τελικά, ενώ ένα αόρατο δίχτυ ολοένα σφίγγεται γύρω τους, η βία ξεσπά. Η όλη αντιμετώπιση του θέματος μου θύμισε κάπως αυτή του Michael Haneke στo "71 Fragments of a Chronology of Chance" του 1994.
Ταυτόχρονα πάντως διαθέτει μια "ύπουλη" θα την έλεγα τρυφερότητα. Αυτή η συνεχής έκθεση του θεατή στην οικεία καθημερινότητα, στα (μικρο)προβλήματα των μαθητών, στην εφηβεία που κυριαρχεί με το δικό της τρόπο, στη ρουτίνα, κάνουν το κακό που ξεσπά ακόμα πιο ανησυχητικό, παράλογο, απίστευτο. Κι όμως είναι απόλυτα αληθινό. Συνέβει έτσι, ξαφνικά, σε ένα τόσο κοινότοπο περιβάλλον και γι' αυτό δεν μπορεί εύκολα να το δεχτεί κανείς. Τελικά ο άνθρωπος είναι το πιο παράλογο και αυτοκαταστροφικό ον. Οι λόγοι του ξεσπάσματος; Ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται να εμβαθύνει σ' αυτό, απλώς παρακολουθεί αποστασιοποιημένος τα γεγονότα, για να τα κάνει ίσως πιο αναπάντεχα και ανατριχιαστικά. Να πω μόνο ότι οι δολοφόνοι μόλις έχουν παρακολουθήσει ένα ντοκιμαντέρ για τον Χίτλερ...
Δύσκολη ταινία, θα "τρομάξει" πολλούς θεατές με τους αργούς, ντοκιμαντερίστικους θαρρείς ρυθμούς, με τους λίγους διαλόγους και τις μακρές λήψεις. Πολλοί θα κουραστούν (κι εγώ λιγάκι, παρά το ενδιαφέρον και την πρωτοτυπία της αντιμετώπισης του ζοφερού θέματος). Νομίζω πάντως ότι, για όσους δεν είναι φαν αποκλειστικά και μόνο του απόλυτα maistream χολιγουντιανού σινεμά (και ιδιαίτερα του ανέμπνευστου σε γενικές γραμμές σύγχρονου), θα το δουν με ενδιαφέρον. Ίσως όμως αυτοί να είναι λίγοι. Σας προειδοποιώ.
Η ταινία παρακολουθεί μια συνηθισμένη μέρα αρκετών μαθητών ενός λυκείου. Μαθήματα, έρωτες, οικογενειακά προβλήματα, διασκέδαση, η καθημερινή ρουτίνα δηλαδή. Συγχρόνως όμως, δύο από τους συμμαθητές τους προετοιμάζουν, με ψυχρό τρόπο, κάτι απόλυτα αποτρόπαιο. Και είναι γνωστό ότι η φρίκη γίνεται μεγαλύτερη όταν ξεσπά από κοινούς ανθρώπους, συνηθισμένους, οικείους.
Ο Van Sant ακολουθεί έναν νωχελικό, αργό τρόπο για να ξεδιπλώσει την ιστορία του. Συνεχείς καθημερινές πράξεις των νεαρών ηρώων, αποσπασματικές, που μερικές φορές επαναλαμβάνονται, ειδωμένες όμως από άλλη "οπτική γωνία", από τα μάτια κάποιου άλλου δηλαδή. Και, τελικά, ενώ ένα αόρατο δίχτυ ολοένα σφίγγεται γύρω τους, η βία ξεσπά. Η όλη αντιμετώπιση του θέματος μου θύμισε κάπως αυτή του Michael Haneke στo "71 Fragments of a Chronology of Chance" του 1994.
Ταυτόχρονα πάντως διαθέτει μια "ύπουλη" θα την έλεγα τρυφερότητα. Αυτή η συνεχής έκθεση του θεατή στην οικεία καθημερινότητα, στα (μικρο)προβλήματα των μαθητών, στην εφηβεία που κυριαρχεί με το δικό της τρόπο, στη ρουτίνα, κάνουν το κακό που ξεσπά ακόμα πιο ανησυχητικό, παράλογο, απίστευτο. Κι όμως είναι απόλυτα αληθινό. Συνέβει έτσι, ξαφνικά, σε ένα τόσο κοινότοπο περιβάλλον και γι' αυτό δεν μπορεί εύκολα να το δεχτεί κανείς. Τελικά ο άνθρωπος είναι το πιο παράλογο και αυτοκαταστροφικό ον. Οι λόγοι του ξεσπάσματος; Ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται να εμβαθύνει σ' αυτό, απλώς παρακολουθεί αποστασιοποιημένος τα γεγονότα, για να τα κάνει ίσως πιο αναπάντεχα και ανατριχιαστικά. Να πω μόνο ότι οι δολοφόνοι μόλις έχουν παρακολουθήσει ένα ντοκιμαντέρ για τον Χίτλερ...
Δύσκολη ταινία, θα "τρομάξει" πολλούς θεατές με τους αργούς, ντοκιμαντερίστικους θαρρείς ρυθμούς, με τους λίγους διαλόγους και τις μακρές λήψεις. Πολλοί θα κουραστούν (κι εγώ λιγάκι, παρά το ενδιαφέρον και την πρωτοτυπία της αντιμετώπισης του ζοφερού θέματος). Νομίζω πάντως ότι, για όσους δεν είναι φαν αποκλειστικά και μόνο του απόλυτα maistream χολιγουντιανού σινεμά (και ιδιαίτερα του ανέμπνευστου σε γενικές γραμμές σύγχρονου), θα το δουν με ενδιαφέρον. Ίσως όμως αυτοί να είναι λίγοι. Σας προειδοποιώ.
Κυριακή, Ιουλίου 08, 2018
"Η ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ" ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑΜΑΥΡΟ ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΧΙΟΥΜΟΡ
Κάπου στη δεκαετία του 50 η Βρετανία (τα Ealing Studios της συγκεκριμένα) ανέπτυξαν ένα ιδιαίτερο και απολαυστικότατο είδος κωμωδίας, βασισμένο κυρίως στο μαύρο χιούμορ και το οποίο συνήθως ασχολείται με τον υπόκοσμο και το έγκλημα με απόλυτα σκωπτική ματιά. Ο σκωτσέζος Alexander Mackendrick (1912-1993) είναι ένας μάλλον παραγνωρισμένος δημιουργός. Το 1955 γυρίζει μια από τις κορυφαίες ταινίες του είδους, την "Συμμορία των Πέντε" (Ladykillers) με τους θαυμάσιους Άλεκ Γκίνες, Πίτερ Σέλερς και Χέρμπερτ Λόμ στους βασικούς ρόλους.
Μια συμμορία με εγκέφαλο τον Άλεκ Γκίνες καταστρώνει ένα διαβολικό σχέδιο για να ληστέψει ένα φορτηγό που μεταφέρει χρήματα. Η επιτυχία του θα οφείλεται στην ακούσια συμμετοχή μιας καλοκάγαθης γριούλας που ζει εκεί κοντά, στην οποία ο αρχηγός παρουσιάζεται ως ενοικιαστής και οι υπόλοιποι ως μέλη ενός... κουιντέτου εγχόρδων. Ενώ όλα πάνε καλά, μετά από μια σειρά ξεκαρδιστικών συμβάντων η γλυκειά και αφελής γριούλα ανακαλύπτει την αλήθεια... και τότε κάποιος από τους 5 πρέπει να αναλάβει να τη σκοτώσει. Ποιος θα μπορέσει όμως;
Το φιλμ είναι ίσως το καλύτερο τους είδους. Τα απαλά χρώματα δημιουργούν ένα νοσταλγικό (σήμερα) κλίμα και ταιριάζουν με τη μικροαστική βρετανική καθημερινότητα (και κοινοτοπία). Από την άλλη το έντονα νουάρ κλίμα συνδυάζεται άψογα με τα ξεκαρδιστικά γκαγκ και τις πανέξυπνες σεναριακές ανατροπές, κάνοντας τον θεατή να γελάει ακόμα και με φόνους, ενώ συγχρονως το σφιχτοδεμένο σενάριο τον καθηλώνει. Αυτός ο τέλειος συνδυασμός δύο τόσο διαφορετικών ειδών είναι που κάνει τόσο πετυχημένο το φιλμ. Και, ταυτόχρονα, μας αποκαλύπτει και την κρυμένη ηθική κάποιων εγκληματιών...
Με τίποτα μη φοβηθείτε το "παλιό" του πράγματος. Νομίζω ότι βλέπεται τρομερά ευχάριστα μέχρι σήμερα - γι' αυτό άλλωστε θεωρείται και κλασική. Μη διστάσετε λοιπόν. Είναι από τις ταινίες που αντέχουν στο χρόνο - έστω και αν το όλο περιβάλλον είναι "παλιομοδίτικο" (της εποχής του δηλαδή). Όσο για τον Mackendrick μη τον ξεχάσετε. Ψάξτε και την επόμενη ταινία του Sweet Smell of Success του 1957 (καθόλου κωμωδία αυτή) και δεν θα αποζημειωθείτε!
ΥΓ: To 2004 οι αδελφοί Κοέν διασκέυασαν το φιλμ με τον Τομ Χανκς στο βασικό ρόλο. Είμαι φαν των Κοέν, αυτή όμως την θεωρώ την πλέον ανέμπνευστη και κουραστική ταινία τους μέχρι σήμερα.
Μια συμμορία με εγκέφαλο τον Άλεκ Γκίνες καταστρώνει ένα διαβολικό σχέδιο για να ληστέψει ένα φορτηγό που μεταφέρει χρήματα. Η επιτυχία του θα οφείλεται στην ακούσια συμμετοχή μιας καλοκάγαθης γριούλας που ζει εκεί κοντά, στην οποία ο αρχηγός παρουσιάζεται ως ενοικιαστής και οι υπόλοιποι ως μέλη ενός... κουιντέτου εγχόρδων. Ενώ όλα πάνε καλά, μετά από μια σειρά ξεκαρδιστικών συμβάντων η γλυκειά και αφελής γριούλα ανακαλύπτει την αλήθεια... και τότε κάποιος από τους 5 πρέπει να αναλάβει να τη σκοτώσει. Ποιος θα μπορέσει όμως;
Το φιλμ είναι ίσως το καλύτερο τους είδους. Τα απαλά χρώματα δημιουργούν ένα νοσταλγικό (σήμερα) κλίμα και ταιριάζουν με τη μικροαστική βρετανική καθημερινότητα (και κοινοτοπία). Από την άλλη το έντονα νουάρ κλίμα συνδυάζεται άψογα με τα ξεκαρδιστικά γκαγκ και τις πανέξυπνες σεναριακές ανατροπές, κάνοντας τον θεατή να γελάει ακόμα και με φόνους, ενώ συγχρονως το σφιχτοδεμένο σενάριο τον καθηλώνει. Αυτός ο τέλειος συνδυασμός δύο τόσο διαφορετικών ειδών είναι που κάνει τόσο πετυχημένο το φιλμ. Και, ταυτόχρονα, μας αποκαλύπτει και την κρυμένη ηθική κάποιων εγκληματιών...
Με τίποτα μη φοβηθείτε το "παλιό" του πράγματος. Νομίζω ότι βλέπεται τρομερά ευχάριστα μέχρι σήμερα - γι' αυτό άλλωστε θεωρείται και κλασική. Μη διστάσετε λοιπόν. Είναι από τις ταινίες που αντέχουν στο χρόνο - έστω και αν το όλο περιβάλλον είναι "παλιομοδίτικο" (της εποχής του δηλαδή). Όσο για τον Mackendrick μη τον ξεχάσετε. Ψάξτε και την επόμενη ταινία του Sweet Smell of Success του 1957 (καθόλου κωμωδία αυτή) και δεν θα αποζημειωθείτε!
ΥΓ: To 2004 οι αδελφοί Κοέν διασκέυασαν το φιλμ με τον Τομ Χανκς στο βασικό ρόλο. Είμαι φαν των Κοέν, αυτή όμως την θεωρώ την πλέον ανέμπνευστη και κουραστική ταινία τους μέχρι σήμερα.
Τετάρτη, Ιουλίου 04, 2018
"MEAN MACHINE" Ή ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ
Ο Barry Skolnick έχει γυρίσει μία και μοναδική ταινία, το "Mean Machine" το 2001. Πρόκειται για κωμωδία (κυρίως) που διαδραματίζεται σε φυλακές, διαθέτει όμως κάποια καλή αρχική σεναριακή ιδέα, που βασίζεται στην παλιότερη ταινία "The Longest Yard" με τον Μπαρτ Ρέινολντς.
Ο ομώνυμος ήρωας (Danny Meehan λέγεται, αλλά το Mean Machine είναι το παρατσούκλι του) ήταν κάποτε διάσημος ποδοσφαιριστής, αρχηγός μάλιστα της Εθνικής Αγγλίας, ο οποίος έχει παρακμάσει ολοσχερώς επειδή αποκαλύφτηκε ότι "πούλησε" τη χώρα του σε κρίσιμο ματς του Παγκοσμίου Κυπέλου (με το αζημείωτο βεβαίως). Τώρα καταλήγει στη φυλακή μετά από επίθεση σε αστυνομικούς. Εκεί όχι μόνο δεν απολαμβάνει προνόμια λόγω διασημότητας, αλλά αντιμετωπίζει την περιφρόνηση αρχικά συγκρατουμένων και δεσμοφυλάκων, κι εκείνος όμως κρατά τους πάντες σε απόσταση (να μην πούμε ότι τους φέρεται σχεδόν εχθρικά). Στη συνέχεια αρχίζουν οι πιέσεις να παίξει μπάλα, παρά το ότι εκείνος επανειλημμένα δηλώνει ότι δεν πρόκειται ποτέ ξανά να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο. Όταν όμως οργανώνεται ένα ματς ανάμεσα σε κρατούμενους και δεσμοφύλακες - στο οποίο διακυβεύονται και πολά (παράνομα) χρήματα - οι πιέσεις γίνονται ωμοί εκβιασμοί. Έτσι εκείνος θα αναγκαστεί να προπονήσει την αλλοπρόσαλλη ομάδα των κρατουμένων και, φυσικά, να παίξει μαζί τους. Μέχρι το περίφημο ματς όμως - και κατά τη διάρκειά του - οι ανατροπές θα είναι αρκετές.
Το φιλμ διαθέτει χιούμορ και γενικά βλέπεται σχετικά ευχάριστα νομίζω ακόμα και από άσπονδους φίλους του αθλήματος (κι εγώ προσωπικά δεν ασχολούμαι). Με ανάλαφρο πάντα τρόπο βγαίνει στην επιφάνεια η διαφθορά των κρατούντων, ο εξ ίσου βάναυσος "έξω κόσμος" κλπ. και βέβαια το ματς αποτελεί συμβολο της πάλης κρατούντων - κρατουμένων. Ο ρυθμός είναι αρκετά καλός, είπαμε για κάποιες ανατροπές, μερικοί χαρακτήρες είναι απολαυστικοί (δείτε και τον Τζέισον Στάθαμ σε έναν από τους πρώτους του ρόλους) και... αυτά. Νομίζω ότι απογοητευτική είναι η τελική εντελώς προβλέψιμη και απλοϊκή τροπή των πραγμάτων (και των χαρακτήρων), καθώς και η ευκολία με την οποία γίνονται όλα στο τέλος, μετά τα τόσα αδιέξοδα.
Τελικά θα το χαρακτήριζα απλώς ευχάριστο. Αν τώρα είστε και φίλοι του ποδοσφαίρου, ίσως να σας ενδιαφέρει κάπως περισσότερο.
Ο ομώνυμος ήρωας (Danny Meehan λέγεται, αλλά το Mean Machine είναι το παρατσούκλι του) ήταν κάποτε διάσημος ποδοσφαιριστής, αρχηγός μάλιστα της Εθνικής Αγγλίας, ο οποίος έχει παρακμάσει ολοσχερώς επειδή αποκαλύφτηκε ότι "πούλησε" τη χώρα του σε κρίσιμο ματς του Παγκοσμίου Κυπέλου (με το αζημείωτο βεβαίως). Τώρα καταλήγει στη φυλακή μετά από επίθεση σε αστυνομικούς. Εκεί όχι μόνο δεν απολαμβάνει προνόμια λόγω διασημότητας, αλλά αντιμετωπίζει την περιφρόνηση αρχικά συγκρατουμένων και δεσμοφυλάκων, κι εκείνος όμως κρατά τους πάντες σε απόσταση (να μην πούμε ότι τους φέρεται σχεδόν εχθρικά). Στη συνέχεια αρχίζουν οι πιέσεις να παίξει μπάλα, παρά το ότι εκείνος επανειλημμένα δηλώνει ότι δεν πρόκειται ποτέ ξανά να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο. Όταν όμως οργανώνεται ένα ματς ανάμεσα σε κρατούμενους και δεσμοφύλακες - στο οποίο διακυβεύονται και πολά (παράνομα) χρήματα - οι πιέσεις γίνονται ωμοί εκβιασμοί. Έτσι εκείνος θα αναγκαστεί να προπονήσει την αλλοπρόσαλλη ομάδα των κρατουμένων και, φυσικά, να παίξει μαζί τους. Μέχρι το περίφημο ματς όμως - και κατά τη διάρκειά του - οι ανατροπές θα είναι αρκετές.
Το φιλμ διαθέτει χιούμορ και γενικά βλέπεται σχετικά ευχάριστα νομίζω ακόμα και από άσπονδους φίλους του αθλήματος (κι εγώ προσωπικά δεν ασχολούμαι). Με ανάλαφρο πάντα τρόπο βγαίνει στην επιφάνεια η διαφθορά των κρατούντων, ο εξ ίσου βάναυσος "έξω κόσμος" κλπ. και βέβαια το ματς αποτελεί συμβολο της πάλης κρατούντων - κρατουμένων. Ο ρυθμός είναι αρκετά καλός, είπαμε για κάποιες ανατροπές, μερικοί χαρακτήρες είναι απολαυστικοί (δείτε και τον Τζέισον Στάθαμ σε έναν από τους πρώτους του ρόλους) και... αυτά. Νομίζω ότι απογοητευτική είναι η τελική εντελώς προβλέψιμη και απλοϊκή τροπή των πραγμάτων (και των χαρακτήρων), καθώς και η ευκολία με την οποία γίνονται όλα στο τέλος, μετά τα τόσα αδιέξοδα.
Τελικά θα το χαρακτήριζα απλώς ευχάριστο. Αν τώρα είστε και φίλοι του ποδοσφαίρου, ίσως να σας ενδιαφέρει κάπως περισσότερο.
Κυριακή, Ιουλίου 01, 2018
ΠΕΡΙ ΧΡΗΜΑΤΩΝ, "ΛΗΣΤΕΙΑΣ" ΚΑΙ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ
Ο Gela Babluani είναι γεωργιανός. Το 2005 μας είχε πραγματικά καθηλώσει με την πρώτη ταινία του, το "13 Tzameti", που για μένα αποτελεί ένα από τα καλύτερα ντεμπούτα που έχω δει (ψάξτε το αν είστε φίλος των θρίλερ). Στη συνέχεια ελάχιστα πράγματα έκανε. Ένα αμερικάνικο ριμέικ του "13" (σιγά μη δεν τον φώναζαν να το κάνει) και μια άλλη ταινία που δυστυχώς δεν έχω δει. Το 2017 όμως επανέρχεται δριμύτερος με το γαλικό "Money" ("Η Ληστεία" στην Ελλάδα), εξαιρετικό κατά τη γνώμη μου φιλμ αγωνίας (στην κατηγορία των heist movies).
Τρεις νεαροί μετανάστες δεύτερης γενιάς, δύο φίλοι και η αδελφή του ενός, αποφασίζουν να διαρρήξουν ένα πολυτελές σπίτι όπου - έχουν εντελώς τυχαία ανακαλύψει - έχει μεταφερθεί μια βαλίτσα με πολλές - πολλές χιλιάδες. Αγνοούν βεβαίως ότι το σπίτι ανήκει σε γνωστό πολιτικό (το άγνωστο είναι το πόσο διεφθαρμένος είναι αυτός). Η ληστεία, αρχικά, πeτυχαίνει πιο εύκολα απ' όσο περίμενε κανείς. Υπάρχει όμως ένα μικρό θέμα: Κάποιος θέλει περισσότερα από όσα ήδη απόκτησε. Θα γίνει λοιπόν μια δεύτερη απόπειρα και τα πάντα θα αρχίσουν να μπλέκονται αφάνταστα, οδηγώντας σε μια αλυσίδα από όλο και πιο πολύπλοκες καταστάσεις και, βεβαίως, σε πολλαπλά αδιεξοδα.
Το φιλμ διαδραματίζεται σχεδόν ολόκληρο σε μία νύχτα. Και όλα δείχνουν ότι ο Babluani είναι σίγουρα μάστορας του σασπένς. Η μια πράξη φέρνει την άλλη, το ένα αποτέλεσμα το άλλο κι αυτό που αρχικά ξεκινά σαν παιχνίδι (παιχνίδι με πολλά λεφτά βεβαίως) θα μετατραπεί σύντομα σε αιματοβαμένο εφιάλτη. Ταυτόχρονα το στοιχείο του αλλόκοτου και ένα υποδόρειο, κατάμαυρο χιούμορ παρεισφρύουν ύπουλα στην όλη ιστορία, κάνοντάς την πιο "πικάντικη". Πραγματικά καθηλωτικό, με καλοσχεδιασμένους χαρακτήρες, με άψογο timing, λειτουργεί σαν ένας όλο και πολυπλοκότερος και αδιέξοδος εφιάλτης, στα πλοκάμια του οποίου εμπλέκονται όλο και περισσότεροι.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που μου αρέσει πολύ στο φιλμ: Όπως είπαμε, η ληστεία στην αρχή πετυχαίνει απροσδόκητα εύκολα. Τι είναι αυτό που απελευθερώνει την κόλαση; Κάτι που προσωπικά θεωρώ ως ένα από τα απεχθέστερα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και, πιστεύω, κατά πολύ υπεύθυνο για τη σημερινή απαράδεκτη και ανεξέλεγκτη παγκόσμια κατάσταση: Η απληστία. Μία και μόνη (αρχικά) πράξη απληστίας από έναν και μόνο άνθρωπο είναι αρκετή για να τινάξει τα πάντα στον αέρα και να μετατρέψει τον περίπατο σε σφαγή. Και μόνο η ύπαρξη αυτού του στοιχείου με κάνει να συμπαθώ ακόμα περισσότερο την ταινία. Και υπάρχει βέβαια και η κυνική καταγγελία της πολιτικής διαφθοράς, αυτό όμως ουδεμία πλέον έκπληξη προκαλεί. Δυστυχώς.
Το συνιστώ απόλυτα ως ένα από τα καλύτερα θρίλερ που δίνει πόντους σε ένα σχεδόν εξαντλημένο είδος. Μακάρι ο δημιουργός του να κάνει συχνότερες εμφανίσεις...
Τρεις νεαροί μετανάστες δεύτερης γενιάς, δύο φίλοι και η αδελφή του ενός, αποφασίζουν να διαρρήξουν ένα πολυτελές σπίτι όπου - έχουν εντελώς τυχαία ανακαλύψει - έχει μεταφερθεί μια βαλίτσα με πολλές - πολλές χιλιάδες. Αγνοούν βεβαίως ότι το σπίτι ανήκει σε γνωστό πολιτικό (το άγνωστο είναι το πόσο διεφθαρμένος είναι αυτός). Η ληστεία, αρχικά, πeτυχαίνει πιο εύκολα απ' όσο περίμενε κανείς. Υπάρχει όμως ένα μικρό θέμα: Κάποιος θέλει περισσότερα από όσα ήδη απόκτησε. Θα γίνει λοιπόν μια δεύτερη απόπειρα και τα πάντα θα αρχίσουν να μπλέκονται αφάνταστα, οδηγώντας σε μια αλυσίδα από όλο και πιο πολύπλοκες καταστάσεις και, βεβαίως, σε πολλαπλά αδιεξοδα.
Το φιλμ διαδραματίζεται σχεδόν ολόκληρο σε μία νύχτα. Και όλα δείχνουν ότι ο Babluani είναι σίγουρα μάστορας του σασπένς. Η μια πράξη φέρνει την άλλη, το ένα αποτέλεσμα το άλλο κι αυτό που αρχικά ξεκινά σαν παιχνίδι (παιχνίδι με πολλά λεφτά βεβαίως) θα μετατραπεί σύντομα σε αιματοβαμένο εφιάλτη. Ταυτόχρονα το στοιχείο του αλλόκοτου και ένα υποδόρειο, κατάμαυρο χιούμορ παρεισφρύουν ύπουλα στην όλη ιστορία, κάνοντάς την πιο "πικάντικη". Πραγματικά καθηλωτικό, με καλοσχεδιασμένους χαρακτήρες, με άψογο timing, λειτουργεί σαν ένας όλο και πολυπλοκότερος και αδιέξοδος εφιάλτης, στα πλοκάμια του οποίου εμπλέκονται όλο και περισσότεροι.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που μου αρέσει πολύ στο φιλμ: Όπως είπαμε, η ληστεία στην αρχή πετυχαίνει απροσδόκητα εύκολα. Τι είναι αυτό που απελευθερώνει την κόλαση; Κάτι που προσωπικά θεωρώ ως ένα από τα απεχθέστερα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και, πιστεύω, κατά πολύ υπεύθυνο για τη σημερινή απαράδεκτη και ανεξέλεγκτη παγκόσμια κατάσταση: Η απληστία. Μία και μόνη (αρχικά) πράξη απληστίας από έναν και μόνο άνθρωπο είναι αρκετή για να τινάξει τα πάντα στον αέρα και να μετατρέψει τον περίπατο σε σφαγή. Και μόνο η ύπαρξη αυτού του στοιχείου με κάνει να συμπαθώ ακόμα περισσότερο την ταινία. Και υπάρχει βέβαια και η κυνική καταγγελία της πολιτικής διαφθοράς, αυτό όμως ουδεμία πλέον έκπληξη προκαλεί. Δυστυχώς.
Το συνιστώ απόλυτα ως ένα από τα καλύτερα θρίλερ που δίνει πόντους σε ένα σχεδόν εξαντλημένο είδος. Μακάρι ο δημιουργός του να κάνει συχνότερες εμφανίσεις...
Πέμπτη, Ιουνίου 28, 2018
"ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΤΑΧΤΕΣ" ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ
Ο J.Lee Thompson (1914-2002) υπήρξε καλός χολιγουντιανός σκηνοθέτης, με σημαντικές ταινίες παλιότερα, για να γίνει πολύ "mainstream" από τη δεκαετία του 70 και μετά. Πίσω στα 1965 όμως γυρίζει μια εξαιρετική κατά τη γνώμη μου ταινία, το "Return from the Ashes", με την Ίνγκριντ Τούλιν, τον Μαξιμίλιαν Σελ, τη Σαμάνθα Έγκαρ και τον Χέρμπερτ Λομ στους βασικούς ρόλους.
Μια πλούσια εβραία, από τους επιζήσαντες του Άουσβιτς, επιστρέφει τσακισμένη, εξουθενωμένη και αγνώριστη από τις κακουχίες στο Παρίσι, όπου ζούσε, για να ανακαλύψει ότι ο ζιγκολό σύζυγός της (νεότερός της και απένταρος σκακιστής πριν την παντρευτεί) τα έχει με τη νεαρή προγονή της, με την οποία οι σχέσεις της ήταν πάντοτε ψυχρές. Αποφασίζει λοιπόν να μην αποκαλύψει την αληθινη της ταυτότητα, καθώς ο σύζυγος δεν την αναγνωρίζει, νομίζοντας ότι είναι κάποια που απλώς μοιάζει στη γυναίκα του (την οποία όλοι θεωρούν νεκρή). Από το σημείο αυτό και πέρα θα ξεκινήσει ένα πραγματικά θανάσιμο παιχνίδι ανάμεσα στους τρεις τους, που θα οδηγήσει σε απρόβλεπτες ανατροπές και συνέπειες.
Εξαιρετικό σασπένς, τεταμένες σχέσεις, καταστάσεις στην κόψη του ξυραφιού, φλας μπακ που μας αποκαλύπτουν το παρελθόν της ηρωίδας... Αυτό που δεσπόζει όμως και εκπλήσει είναι ο κυνισμός και ο αμοραλισμός που καταγράφει ο σκηνοθέτης στις ανθρώπινες σχέσεις. Πρόκειται για μια από τις σπάνιες ταινίες (και μάλιστα τόσο παλιά) όπου πραγματικά δεν υπάρχει κανένας θετικός χαρακτήρας. Το βασικό τρίγωνο αλληλοσπαράσεται, άγεται και φέρεται από τα πάθη του και μεταξύ τους δεν υπάρχει χώρος για τίποτα καλό. Προέχει η ικανοποίηση των παθών και των φιλοδοξιών του κάθε μέλους. Όλοι πατάνε επί πτωμάτων (ή είναι πρόθυμοι να πατήσουν) για τα συμφέροντά τους.
Φυσικά η ανατριχιαστική αυτή καταγραφή της ανθρώπινης αγριότητας ενέχει και στοιχεία κοινωνικής κριτικής, ιδιαίτερα μιας κοινωνίας που βγαίνει διαλυμένη και βαθιά τραυματισμένη από έναν εφιαλτικό πόλεμο. Άλλωστε και μόνο το μοτίβο των στρατοπέδων συγκέντρωσης (που δεν δείχνεται, αλλά αποτελεί βασικό κομμάτι της πλοκής), λειτουργεί ως σταθερό φόντο βαρβαρότητας - σε συλλογικό επίπεδο - της κοινωνίας. Και φυσικά το μοτίβο επαναλαμβάνουν και τα μέλη της σε ατομικό επίπεδο πλέον.
Η ταινία μου άρεσε πολύ και τη συνιστώ. Πολύ περισσότερο βέβαια αφού είναι σχετικά άγνωστη και ξεχασμένη. Κατά τη γνώμη μου πολύ κακώς.
ΥΓ: Η ιστορία, ως ένα σημείο τουλάχιστον, θα σας θυμίσει πολύ το "Phoenix" (Το τραγούδι του Φοίνικα), την επίσης πολύ καλή ταινία του 2014 του σημαντικού γερμανού Christian Petzold. Προφανώς ο τελευταίος έχει συνειδητά επηρεαστεί (σεναριακά τουλάχιστον) από το παλιότερο φιλμ.
Μια πλούσια εβραία, από τους επιζήσαντες του Άουσβιτς, επιστρέφει τσακισμένη, εξουθενωμένη και αγνώριστη από τις κακουχίες στο Παρίσι, όπου ζούσε, για να ανακαλύψει ότι ο ζιγκολό σύζυγός της (νεότερός της και απένταρος σκακιστής πριν την παντρευτεί) τα έχει με τη νεαρή προγονή της, με την οποία οι σχέσεις της ήταν πάντοτε ψυχρές. Αποφασίζει λοιπόν να μην αποκαλύψει την αληθινη της ταυτότητα, καθώς ο σύζυγος δεν την αναγνωρίζει, νομίζοντας ότι είναι κάποια που απλώς μοιάζει στη γυναίκα του (την οποία όλοι θεωρούν νεκρή). Από το σημείο αυτό και πέρα θα ξεκινήσει ένα πραγματικά θανάσιμο παιχνίδι ανάμεσα στους τρεις τους, που θα οδηγήσει σε απρόβλεπτες ανατροπές και συνέπειες.
Εξαιρετικό σασπένς, τεταμένες σχέσεις, καταστάσεις στην κόψη του ξυραφιού, φλας μπακ που μας αποκαλύπτουν το παρελθόν της ηρωίδας... Αυτό που δεσπόζει όμως και εκπλήσει είναι ο κυνισμός και ο αμοραλισμός που καταγράφει ο σκηνοθέτης στις ανθρώπινες σχέσεις. Πρόκειται για μια από τις σπάνιες ταινίες (και μάλιστα τόσο παλιά) όπου πραγματικά δεν υπάρχει κανένας θετικός χαρακτήρας. Το βασικό τρίγωνο αλληλοσπαράσεται, άγεται και φέρεται από τα πάθη του και μεταξύ τους δεν υπάρχει χώρος για τίποτα καλό. Προέχει η ικανοποίηση των παθών και των φιλοδοξιών του κάθε μέλους. Όλοι πατάνε επί πτωμάτων (ή είναι πρόθυμοι να πατήσουν) για τα συμφέροντά τους.
Φυσικά η ανατριχιαστική αυτή καταγραφή της ανθρώπινης αγριότητας ενέχει και στοιχεία κοινωνικής κριτικής, ιδιαίτερα μιας κοινωνίας που βγαίνει διαλυμένη και βαθιά τραυματισμένη από έναν εφιαλτικό πόλεμο. Άλλωστε και μόνο το μοτίβο των στρατοπέδων συγκέντρωσης (που δεν δείχνεται, αλλά αποτελεί βασικό κομμάτι της πλοκής), λειτουργεί ως σταθερό φόντο βαρβαρότητας - σε συλλογικό επίπεδο - της κοινωνίας. Και φυσικά το μοτίβο επαναλαμβάνουν και τα μέλη της σε ατομικό επίπεδο πλέον.
Η ταινία μου άρεσε πολύ και τη συνιστώ. Πολύ περισσότερο βέβαια αφού είναι σχετικά άγνωστη και ξεχασμένη. Κατά τη γνώμη μου πολύ κακώς.
ΥΓ: Η ιστορία, ως ένα σημείο τουλάχιστον, θα σας θυμίσει πολύ το "Phoenix" (Το τραγούδι του Φοίνικα), την επίσης πολύ καλή ταινία του 2014 του σημαντικού γερμανού Christian Petzold. Προφανώς ο τελευταίος έχει συνειδητά επηρεαστεί (σεναριακά τουλάχιστον) από το παλιότερο φιλμ.
Πέμπτη, Ιουνίου 21, 2018
"ΓΡΗΓΟΡΗ, ΘΑΝΑΣΙΜΗ" ΚΑΙ ΓΕΜΑΤΗ ΚΛΙΣΕ
Το 1995 ο Sam Reimi, ήδη γνωστός καλτ σκηνοθέτης από τη σειρά των τριών "Evil Dead", αλλά και το b-movie "Darkman", αποφασίζει να παίξει με ένα άλλο κλασικό είδος, το γουέστερν. Το αποτέλεσμα είναι το "Γρήγορη και Θανάσιμη" (The Quick and the Dead), με σταρ την Σάρα Στόουν, αλλά και πλειάδα γνωστών ηθοποιών (Τζιν Χάκμαν, Λεονάρντο Ντι Κάπριο, Ράσελ Κρόου, Γκάρι Σινίζ κλπ.) Αυτό όμως δεν νομίζω ότι σημαίνει υποχρεωτικά και το ότι πρόκειται για καλή ταινία.
Σε τυπική (απο χιλιάδες γουέστερν) πόλη του Φαρ Ουέστ, που λιμαίνεται ένας ζάμπλουτος (στον οποίο ανήκουν σχεδόν τα πάντα) και η αιμοσταγής συμμορία του, φτάνει μια όμορφη, αλλά θανάσιμη πιστολέρο. Εκεί θα συναντήσει έναν πρώην παπά (και πρώην σύντροφο του "κακού"), τον νοποίον έχει συλλάβει και βασανίζει η εν λόγω συμμορία. Σύντομα θα αντιληφτούμε ότι η κοπέλα δεν έφτασε τυχαία εκεί, αλλά έχει παλιά, θανάσιμα προηγούμενα με τον "κακό". Οπότε είναι ζήτημα χρόνου να ξεκινήσει την εκδίκησή της. Η ευκαιρία θα βρεθεί όταν θα ξεκινήσει ένας... αγώνας ζωής και θανάτου για την ανάδειξη του πιο γρήγορου πιστολιού με πολύτιμο έπαθλο (αγώνας μια κι έξω φυσικά, αφού ο ηττημένος του εκάστοτε ζευγαριου πάει στα θυμαράκια και ο νικητής περνά στον επόμενο γύρο).
Η προσπάθεια του Ράιμι να αναβιώσει ένα παρακμασμένο είδος, το γουέστερν, δεν νομίζω ότι δίνει σπουδαία αποτελέσματα. Χρησιμοποιεί μοντερνα σκηνοθεσία, εντυπωσιακή σε κάποια σημεία, αλλά τα πάντα πάσχουν από εξόφθαλμη έλλειψη οποιουδήποτε βάθους: Μονοδιάστατοι χαρακτήρες, μη πιστευτή πλοκή, ακόμα και σχετική έλλειψη σασπένς, αφού ξέρουμε ότι οι "πιο γρήγοροι" θα κερδίσουν. Και ξέρουμε ποιοι είναι αυτοί, έστω και αν στο μεταξύ έχουν υποστεί τα πάνδεινα (τι σημασία έχει αν σου έχουν χτυπήσει το χέρι; Αφού έτσι κι αλλιώς είσαι ο πιο γρήγορος...) Επιπλέον τα πάντα βασίζονται σε αφόρητα κλισέ, σε πράγματα που έχουμε δει χιλιάδες φορές στο είδος.
Υποτίθεται ότι το "βάθος" και το πιστευτό της ιστορίας δεν ενδιαφέρει τον Ράιμι, αφού θέλει απλώς να φτιάξει μια διασκεδαστική ταινία και τίποτα παραπάνω. Ίσως σε κάποιους να λειτουργήσει αυτό το "μόνο διασκέδαση και τίποτα άλλο". Αλλά, λόγω τόσων κλισέ, σε μένα ούτε αυτό έπιασε ιδαίτερα. Στα μείον επίσης βάζω το ότι, ενώ όλα είναι τοσο εξωπραγματικά, λείπει το κλασικό (κατάμαυρο συνήθως) χιούμορ του Ράιμι. Λες και ήθελε να φτιάξει κάτι σοβαρό, το οποίο μόνο σοβαρό δεν είναι.
Τέλος πάντων, αν θέλετε να εντρυφήσετε στα γουέστερν, καλό είναι να ξεκινήσετε από άλλες, πολύ παλιότερες ταινίες.
Σε τυπική (απο χιλιάδες γουέστερν) πόλη του Φαρ Ουέστ, που λιμαίνεται ένας ζάμπλουτος (στον οποίο ανήκουν σχεδόν τα πάντα) και η αιμοσταγής συμμορία του, φτάνει μια όμορφη, αλλά θανάσιμη πιστολέρο. Εκεί θα συναντήσει έναν πρώην παπά (και πρώην σύντροφο του "κακού"), τον νοποίον έχει συλλάβει και βασανίζει η εν λόγω συμμορία. Σύντομα θα αντιληφτούμε ότι η κοπέλα δεν έφτασε τυχαία εκεί, αλλά έχει παλιά, θανάσιμα προηγούμενα με τον "κακό". Οπότε είναι ζήτημα χρόνου να ξεκινήσει την εκδίκησή της. Η ευκαιρία θα βρεθεί όταν θα ξεκινήσει ένας... αγώνας ζωής και θανάτου για την ανάδειξη του πιο γρήγορου πιστολιού με πολύτιμο έπαθλο (αγώνας μια κι έξω φυσικά, αφού ο ηττημένος του εκάστοτε ζευγαριου πάει στα θυμαράκια και ο νικητής περνά στον επόμενο γύρο).
Η προσπάθεια του Ράιμι να αναβιώσει ένα παρακμασμένο είδος, το γουέστερν, δεν νομίζω ότι δίνει σπουδαία αποτελέσματα. Χρησιμοποιεί μοντερνα σκηνοθεσία, εντυπωσιακή σε κάποια σημεία, αλλά τα πάντα πάσχουν από εξόφθαλμη έλλειψη οποιουδήποτε βάθους: Μονοδιάστατοι χαρακτήρες, μη πιστευτή πλοκή, ακόμα και σχετική έλλειψη σασπένς, αφού ξέρουμε ότι οι "πιο γρήγοροι" θα κερδίσουν. Και ξέρουμε ποιοι είναι αυτοί, έστω και αν στο μεταξύ έχουν υποστεί τα πάνδεινα (τι σημασία έχει αν σου έχουν χτυπήσει το χέρι; Αφού έτσι κι αλλιώς είσαι ο πιο γρήγορος...) Επιπλέον τα πάντα βασίζονται σε αφόρητα κλισέ, σε πράγματα που έχουμε δει χιλιάδες φορές στο είδος.
Υποτίθεται ότι το "βάθος" και το πιστευτό της ιστορίας δεν ενδιαφέρει τον Ράιμι, αφού θέλει απλώς να φτιάξει μια διασκεδαστική ταινία και τίποτα παραπάνω. Ίσως σε κάποιους να λειτουργήσει αυτό το "μόνο διασκέδαση και τίποτα άλλο". Αλλά, λόγω τόσων κλισέ, σε μένα ούτε αυτό έπιασε ιδαίτερα. Στα μείον επίσης βάζω το ότι, ενώ όλα είναι τοσο εξωπραγματικά, λείπει το κλασικό (κατάμαυρο συνήθως) χιούμορ του Ράιμι. Λες και ήθελε να φτιάξει κάτι σοβαρό, το οποίο μόνο σοβαρό δεν είναι.
Τέλος πάντων, αν θέλετε να εντρυφήσετε στα γουέστερν, καλό είναι να ξεκινήσετε από άλλες, πολύ παλιότερες ταινίες.
Τρίτη, Ιουνίου 19, 2018
"ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΑ
Η Ισπανία δεν παύει να αποτελεί τις τελευταίες λίγες δεκαετίες ανεξάντλητη πηγή δημιουργών του φανταστικού ή έστω μη φανταστικών, πλην όμως πάντοτε σκοτεινών θρίλερ. Κάποια από αυτά ίσως δεν είναι τόσο καλές ταινίες, τα περισότερα όμως διαθέτουν μια πολύ πρωτότυπη ιδέα στον πυρήνα της αφήγησής τους. Ο Daniel Calparsoro είναι ένας ακόμα από τους δημιουργούς αυτούς και το "El Aviso" (Το Μυστικό της Πεταλούδας) του 2018 μια ακόμα πρωτότυπη ταινία.
Ο δεκάχρονος Νίκο, θύμα μπούλινγκ στο σχολείο, δέχεται ένα γράμμα με θανάσιμες απειλές, αλλά κανείς δεν τον πιστεύει. Ο Χον - δέκα χρόνια πριν - ερευνά το μυστήριο ενός απομονωμένου βενζινάδικου - μίνι μάρκετ, στο οποίο, εδώ και πολλά χρόνια, σε τακτά διαστήματα, φαίνεται ότι συμβαίνουν φόνοι 9ο ίδιος είναι μάρτυρας ενός απ' αυτούς - ή μήπως όχι;. Τι θα κάνει όταν ανακαλύπτει ότι οι φόνοι ακολουθούν μια μαθηματική ακολουθία και πώς μπορεί να προειδοποιήσει ένα μελλοντικό θύμα;
Πάνω σ' αυτόν τον πρωτότυπο καμβά ο σκηνοθέτης φτιάχνει ένα παράξενο, αρκετά ενδιαφέρον θρίλερ, το οποίο, αν μη τι άλλο, επινοεί φρέσκες ιδέες, σε πλήρη αντίθεση με το απόλυτα στείρο πλέον Χόλιγουντ, που αναμασά ασταμάτητα τις ίδιες και τις ίδιες βαρετότατες (υπερηρωικές κυρίως) συνταγές με τα μάτια αποκλειστικά στραμμένα στα ταμεία. Η ιστορία περιπλέκεται αρκετά, πηγαινοέρχεται χρονικά μπρος πίσω στην αφήγησή της και θέτει το ένα μυστήριο (και ανατροπή) μετά το άλλο, δημιουργώντας όσο περισσότερο σασπένς μπορεί. Οι βασικοί ήρωες (που απέχουν 10 χρόνια ο ένας από τον άλλο και δεν θα συναντηθούν ποτέ) είναι και οι δύο βασανισμένοι: Ο μικρός, το είπαμε, υποφέρει στο σχολείο και δεν έχει πατέρα. Ο άλλος, ασταθής ψυχολογικά, βουτά όλο πιο βαθιά στην παράνοια και τις παραισθήσεις. Ποιος θα σωθεί και πώς;
Σκοτεινό, περίπλοκο σχετικά και, πάνω απ' όλα πρωτότυπο σε σύλληψη, δεν νομίζω ότι είναι μεγάλη ταινία, ωστόσο κρατά τον θεατή (εμένα τουλάχιστον) βυθίζοντάς τον όλο και περισσότερο στον απειλητικό κόσμο του. Όχι, δεν υπάρχει εξήγηση για τα παράδοξα γεγονότα. Αυτό που ψάχνουμε είναι το τι ακριβώς συμβαίνει. Και τι πρόκειται να συμβεί στο (όλο και πιο κοντινό) μέλλον. Είπα, δεν το βρήκα πολύ σπουδαίο, ωστόσο το απόλαυσα αρκετά.
Ο δεκάχρονος Νίκο, θύμα μπούλινγκ στο σχολείο, δέχεται ένα γράμμα με θανάσιμες απειλές, αλλά κανείς δεν τον πιστεύει. Ο Χον - δέκα χρόνια πριν - ερευνά το μυστήριο ενός απομονωμένου βενζινάδικου - μίνι μάρκετ, στο οποίο, εδώ και πολλά χρόνια, σε τακτά διαστήματα, φαίνεται ότι συμβαίνουν φόνοι 9ο ίδιος είναι μάρτυρας ενός απ' αυτούς - ή μήπως όχι;. Τι θα κάνει όταν ανακαλύπτει ότι οι φόνοι ακολουθούν μια μαθηματική ακολουθία και πώς μπορεί να προειδοποιήσει ένα μελλοντικό θύμα;
Πάνω σ' αυτόν τον πρωτότυπο καμβά ο σκηνοθέτης φτιάχνει ένα παράξενο, αρκετά ενδιαφέρον θρίλερ, το οποίο, αν μη τι άλλο, επινοεί φρέσκες ιδέες, σε πλήρη αντίθεση με το απόλυτα στείρο πλέον Χόλιγουντ, που αναμασά ασταμάτητα τις ίδιες και τις ίδιες βαρετότατες (υπερηρωικές κυρίως) συνταγές με τα μάτια αποκλειστικά στραμμένα στα ταμεία. Η ιστορία περιπλέκεται αρκετά, πηγαινοέρχεται χρονικά μπρος πίσω στην αφήγησή της και θέτει το ένα μυστήριο (και ανατροπή) μετά το άλλο, δημιουργώντας όσο περισσότερο σασπένς μπορεί. Οι βασικοί ήρωες (που απέχουν 10 χρόνια ο ένας από τον άλλο και δεν θα συναντηθούν ποτέ) είναι και οι δύο βασανισμένοι: Ο μικρός, το είπαμε, υποφέρει στο σχολείο και δεν έχει πατέρα. Ο άλλος, ασταθής ψυχολογικά, βουτά όλο πιο βαθιά στην παράνοια και τις παραισθήσεις. Ποιος θα σωθεί και πώς;
Σκοτεινό, περίπλοκο σχετικά και, πάνω απ' όλα πρωτότυπο σε σύλληψη, δεν νομίζω ότι είναι μεγάλη ταινία, ωστόσο κρατά τον θεατή (εμένα τουλάχιστον) βυθίζοντάς τον όλο και περισσότερο στον απειλητικό κόσμο του. Όχι, δεν υπάρχει εξήγηση για τα παράδοξα γεγονότα. Αυτό που ψάχνουμε είναι το τι ακριβώς συμβαίνει. Και τι πρόκειται να συμβεί στο (όλο και πιο κοντινό) μέλλον. Είπα, δεν το βρήκα πολύ σπουδαίο, ωστόσο το απόλαυσα αρκετά.
Κυριακή, Ιουνίου 17, 2018
"CHRONICLES OF RIDDICK": ΚΑΠΟΙΟΙ ΤΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΛΑ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ...
![]() |
| Προσθήκη λεζάντας |
Ο Ρίντικ είναι ένας "ιδιαίτερα" καταζητούμενος τύπος (περισσότερο τον φοβούνται, αλλά, αν τον πείσουν, δεν θα έλεγαν όχι να τον πάρουν με το μέρος τους). Στον πλανήτη Helion Prime θα γίνει μάρτυρας σφαγής από την κατακτητική αυτοκρατορία των Necromongers, που στηρίζεται σε ένα είδος τυφλής θρησκευτικής λατρείας και που θέλει να προσηλυτίσει ή να εξολοθρεύσει κάθε ζωντανό πλάσμα του σύμπαντος. Φυσικά μια θανάσιμη μάχη θα αρχίσει ανάμεσα στον ήρωά μας και την αυτοκρατορία, στης οποίας το εσωτερικό δεν λείπουν οι ίντριγκες.
Εννοείται ότι το φιλμ βασίζεται στον σούπερ ήρωα που προέρχεται από "ιδιαίτερο" πλανήτη (ίσως ο τελευταίος επιζών) και "τα κάνει όλα". Οι ικανότητές του είναι τέτοιες, που είναι το μόνο ον που η αυτοκρατορία των Necromongers φοβάται (ή θέλει, όπως είπαμε, να πάρει με το μέρος της). Οπότε υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις να παρακολουθήσουμε μια οπτικά εντυπωσιακή και χορταστική σε δράση διαστημική περιπέτεια, που διαδραματίζεται σε διαφορετικούς πλανήτες και περιβάλλοντα (κάποια θυμίζουν την αισθητική του Giger), γεμάτη με σπέσιαλ εφέ, με ασταμάτητη σχεδόν δράση, με βίαιες μάχες και άλλα πολλά - και, φυσικά επίσης, με διδάγματα υπέρ της ατομικής ελευθερίας και ενάντια στην τυφλή υποταγή και την μετατροπή του ατόμου σε απλή, απρόσωπη μονάδα μιας κοινωνίας που η δομή της θυμίζει αυτή των εντόμων και όπου τα άτομα είναι απλώς αναλώσιμα.
Η αφέλεια σε όσα μπορεί να πράξει ο ήρωάς μας περισσεύει (είπαμε, "τα κάνει όλα") και η ιστορία δεν διαθέτει κάτι πολύ πρωτότυπο. Ωστόσο νομίζω ότι αν τα ξεχάσει κανείς όλα αυτά και απλώς αφεθεί στην καταιγιστική δράση και στις εντυπωσιακές εικόνες, μάλλον θα το ευχαριστηθεί (αν βεβαίως είναι λάτρης του είδους). Η ταινία είναι σφιχτή, καλογυρισμένη, κρατά τον θεατή και διαθέτει ένα είδος ενήλικης "βαρβαρότητας" στις εικόνες και τη γλώσσα. Οπότε, παρά την έλλειψη ιδιαίτερης πρωτοτυπίας, η γενική μου άποψη είναι αυτό που είπα και στην αρχή: Μια χορταστική περιπέτεια που διασκεδάζει δίχως πολλούς πολλούς προβληματισμούς. Αυτόν τον στοχο τουλάχιστον πιστεύω ότι τον πετυχαίνει.
Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2018
"OWNING MAHOWNY": Ο ΤΖΟΓΟΣ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ!
Υπάρχει μια ομάδα ταινιών που ασχολείται με ένα πολύ ιδιαιτερο ανθρώπινο πάθος: Το πάθος του τζόγου (εθιστικό, αθεράπευτο, καταστροφικό). Μια χαρακτηριστική τέτοια ταινία είναι το "Owning Mahowny", που γύρισε το 2003 ο βρετανός (παρά το όνομά του) Richard Kwientiowski, με έναν εξαιρετικό Philip Seymour Hoffman, που παίρνει όλο το φιλμ πάνω του, αλλά και τους Τζον Χαρτ και Μίνι Ντράιβερ. Και μάλιστα βασίζεται σε αληθινή ιστορία.
Πρόκειται για την ιστορία του καναδού τραπεζικού υπάλληλου Dan Mahowny (και μάλιστα επιτυχημένου και χαίροντα μεγάλης εμπιστοσύνης από τους ανωτέρους του, οι οποίοι τον θεωρούν ικανότατο και του αναθέτουν δύσκολες και λεπτές περιπτώσεις), ο οποίος καταχράται σιγά - σιγά ένα τεράστιο ποσό, στο οποίο έχει πρόσβαση, μόνο και μόνο για να παίζει τα σαββατοκύριακα σε καζίνο. Και φυσικά σιγά σιγά το χάνει και χρειάζεται όλο και περισσότερα...
Το απίστευτο είναι ότι όλα αυτά κρύβονται κάτω από μια εντελώς "καθησυχαστική" επιφάνεια: Ο δράστης είναι ένας πραγματικά κοινότατος, έως και βαρετός άνθρωπος, δίχως πάθη και εξάρσεις. Οι προϊστάμενοί του τον εμπιστεύονται, η κοπέλα του τον θεωρεί ντροπαλό, αλλά εντάξει, οι φίλοι του πολύ ήσυχο, αλλά και με κάποια αίσθηση χιούμορ. Και όμως. Όλα αυτά δεν είναι απλώς μια ψεύτικη βιτρίνα, μια κάλυψη. Όντως ο άνθρωπος αυτός δεν έχει καμία (άλλη) επιθυμία. Δεν τον ενδιαφέρει η πολυτελής ζωή, κυκλοφορεί με ένα σαράβαλο λέγοντας "αφού κάνει τη δουλειά του, γιατί να το αλλάξω;", οι γυναίκες ή το σεξ γενικότερα επίσης δεν τον ενδιαφέρουν (το κάνει "χλιαρά" μόνο με την κοπέλα του), σπίτι, ρούχα, αποκτήματα, ταξίδια, τα πάντα του είναι αδιάφορα. Υπάρχει μόνο ένα πάθος που καταβροχθίζει ολα τα άλλα: Η ακόρεστη επιθυμία του να παίξει, ακόμα κι αν αυτό τον καταστρέψει.
Αυτή είναι και η ιδιομορφία του συγκεκριμένου πάθους: Το κάνεις, ρισκάροντας τα πάντα, για να βγάλεις λεφτά, αλλά τελικά τα λεφτά δεν είναι το ζητούμενο, εφόσον στην ουσία δεν σε ενδιαφέρουν καν τα υλικά αγαθά, εφόσον είσαι ένας πραγματικά λιτοδίαιτος άνθρωπος. Αυτό που μετρά είναι η ίδια η διαδικασία, το παιχνίδι. Ακόμα κι αν γίνεις εκατομμυριούχος (πράγμα που μάλλον ποτέ δεν συμβαίνει στα καζίνα, όπως θα δούμε), πάλι θα θέλεις να παίξεις.
Το φιλμ είναι χαμηλότονο, δίχως εξάρσεις, όπως ακριβώς ο πρωταγωνστής του. Ωστοσο οδηγεί σιγά σιγά σε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, καθώς η τρέλα του ήρωα μεγαλώνει και ο κλοιός γύρω του σφίγγει ολοένα, δίχως αυτός να μπορεί να αντιδράσει, αιχμάλωτος πάντοτε του πάθους του. Γι' αυτό τη βρίσκω και από τις πιο πετυχημένες ταινίες που ασχολούνται μ' αυτό το θέμα. Αν λοιπόν σας ενδιαφέρει η διερεύνηση ενός καταστροφικού πάθους, δοσμένη, επαναλαμβάνω, χαμηλότονα, ψάξτε το.
Πρόκειται για την ιστορία του καναδού τραπεζικού υπάλληλου Dan Mahowny (και μάλιστα επιτυχημένου και χαίροντα μεγάλης εμπιστοσύνης από τους ανωτέρους του, οι οποίοι τον θεωρούν ικανότατο και του αναθέτουν δύσκολες και λεπτές περιπτώσεις), ο οποίος καταχράται σιγά - σιγά ένα τεράστιο ποσό, στο οποίο έχει πρόσβαση, μόνο και μόνο για να παίζει τα σαββατοκύριακα σε καζίνο. Και φυσικά σιγά σιγά το χάνει και χρειάζεται όλο και περισσότερα...
Το απίστευτο είναι ότι όλα αυτά κρύβονται κάτω από μια εντελώς "καθησυχαστική" επιφάνεια: Ο δράστης είναι ένας πραγματικά κοινότατος, έως και βαρετός άνθρωπος, δίχως πάθη και εξάρσεις. Οι προϊστάμενοί του τον εμπιστεύονται, η κοπέλα του τον θεωρεί ντροπαλό, αλλά εντάξει, οι φίλοι του πολύ ήσυχο, αλλά και με κάποια αίσθηση χιούμορ. Και όμως. Όλα αυτά δεν είναι απλώς μια ψεύτικη βιτρίνα, μια κάλυψη. Όντως ο άνθρωπος αυτός δεν έχει καμία (άλλη) επιθυμία. Δεν τον ενδιαφέρει η πολυτελής ζωή, κυκλοφορεί με ένα σαράβαλο λέγοντας "αφού κάνει τη δουλειά του, γιατί να το αλλάξω;", οι γυναίκες ή το σεξ γενικότερα επίσης δεν τον ενδιαφέρουν (το κάνει "χλιαρά" μόνο με την κοπέλα του), σπίτι, ρούχα, αποκτήματα, ταξίδια, τα πάντα του είναι αδιάφορα. Υπάρχει μόνο ένα πάθος που καταβροχθίζει ολα τα άλλα: Η ακόρεστη επιθυμία του να παίξει, ακόμα κι αν αυτό τον καταστρέψει.
Αυτή είναι και η ιδιομορφία του συγκεκριμένου πάθους: Το κάνεις, ρισκάροντας τα πάντα, για να βγάλεις λεφτά, αλλά τελικά τα λεφτά δεν είναι το ζητούμενο, εφόσον στην ουσία δεν σε ενδιαφέρουν καν τα υλικά αγαθά, εφόσον είσαι ένας πραγματικά λιτοδίαιτος άνθρωπος. Αυτό που μετρά είναι η ίδια η διαδικασία, το παιχνίδι. Ακόμα κι αν γίνεις εκατομμυριούχος (πράγμα που μάλλον ποτέ δεν συμβαίνει στα καζίνα, όπως θα δούμε), πάλι θα θέλεις να παίξεις.
Το φιλμ είναι χαμηλότονο, δίχως εξάρσεις, όπως ακριβώς ο πρωταγωνστής του. Ωστοσο οδηγεί σιγά σιγά σε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, καθώς η τρέλα του ήρωα μεγαλώνει και ο κλοιός γύρω του σφίγγει ολοένα, δίχως αυτός να μπορεί να αντιδράσει, αιχμάλωτος πάντοτε του πάθους του. Γι' αυτό τη βρίσκω και από τις πιο πετυχημένες ταινίες που ασχολούνται μ' αυτό το θέμα. Αν λοιπόν σας ενδιαφέρει η διερεύνηση ενός καταστροφικού πάθους, δοσμένη, επαναλαμβάνω, χαμηλότονα, ψάξτε το.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















