Δευτέρα, Αυγούστου 28, 2017

ΟΙ "ΟΕΙΡΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΑΪΒΙΚΗΣ" ΘΑΛΑΣΣΟΠΝΙΓΟΝΤΑΙ ΓΙΑ 5Η ΦΟΡΑ

Αυτή τη φορά το Χόλιγουντ, που θα επαναλάβω ότι βρίσκεται εδώ και καιρό στο ναδίρ της δημιουργικότητάς του, επιστρατεύει το ντουέτο των νορβηγών σκηνοθετών (όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο Χόλιγουντ) Joachim Ronning και Espen Sandberg για τους 5ους αισίως "Πειρατές της Καραϊβικής" του 2017 (πρωτότυπος υπότιτλος "Dead Μan Tell no Tales", ελληνικός υπότιτλος "Η Εκδίκηση του Σαλαζάρ"). Είναι αυτοί που γύρισαν το συμπαθητικό "Kon-Tiki", οπότε σου λένε οι ιθύνοντες, "θάλασσα το ένα, θάλασσα το άλλο, καλοί είναι, ας τους προσλάβουμε". Και μια που έχουμε βαρεθεί να βλέπουμε τον Τζόνι Ντεπ στο ίδιο πάντα στιλ του μεθυσμένου και πάντα-για-το-τομάρι-του πειρατή (διασκεδαστικότατου αρχικά, απλή μανιέρα τώρα πλέον), προσλάβανε και τον Χαβιέ Μπαρδέμ σε ρόλο τρομακτικού φαντάσματος.
Όπως πάντα στη σάγκα των "Πειρατών" στο σενάριο μπλέκονται πολλές ιστορίες: Ο γιος του καταραμένου να περιπλανιέται για πάντα ως ζωντανός - νεκρός Ορλάντο Μπλουμ ψάχνει μαγικούς τρόπους για να τον γλυτώσει από την κατάρα, κάποια είναι η χαμένη κόρη κάποιου (δεν σας αποκαλύπτω φυσικά) και όλοι μαζί, για διαφορετικούς λόγους, ψάχνουν τη μυθική Τρίαινα του Ποσειδώνα. Υπάρχει κι ένα μαγικό ρουμπίνι, οπότε τα μαγικά αντικείμενα καλά κρατούν. Όλοι εναντίον όλων λοιπόν κατ' ουσίαν, με διάφορες συμμαχίες κατά καιρούς, και με γενικό συμπέρασμα... "κακό πράγμα η ορφάνια"!
Οπότε, παρά την σκοτεινή και ενίοτε τρομακτική (οι ανελέητοι ζωντανοί - νεκροί ναυτικοί κλπ.) εικονογραφία, παρόμοια με τα υπόλοιπα μέρη της σειράς, εδώ το μελό πάει σύννεφο (γι' αυτό το βρίσκω χειρότερο από τα προηγούμενα μέρη). Αν είσαστε επιρρεπείς μπορεί να ρίξετε και κανένα δάκρυ στο τέλος με τα πολλαπλά σμιξίματα (τέλος ελληνικής ταινίας του 60 μου θύμισε). Φυσικά το χιούμορ υπάρχει παντού (όπως ακριβώς και στα προηγούμενα), κάποια εντυπωσιακά εφέ επίσης, οπότε οι δημιουργοί κρατάνε ατόφια τη συνταγή των προηγούμενων ώστε να μη χαθεί ούτε ένα (εκατομμύριο) δολάριο.
Όπως καταλάβατε αν έχετε δει τα προηγούμενα, πρόκειται για μία από τα ίδια. Προσωπικά (θα το δείτε αν ψάξετε παλιότερα ποστ) υπήρξα φαν των αρχικών μερών της σειράς, αυτών του Verbinski, διότι την είχα βρει πρωτότυπη, αρκούντως σκοτεινή και διασκεδαστική ταυτόχρονα (όχι κάτι βαθύτερο, αλλά όντως διασκεδαστική). Από ένα σημείο και πέρα, απλώς βαρέθηκα. Και, για χιλιοστή φορά θα πω: Μέχρι πότε το Χόλιγουντ θα αναμασά τα ίδια και τα ίδια; Αν και η απάντηση είναι προφανής: Για όσο καιρό θα κερδίζει εκατομμύρια δολλάρια.

ΟΙ "ΟΕΙΡΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΑΪΒΙΚΗΣ" ΘΑΛΑΣΣΟΠΝΙΓΟΝΤΑΙ ΓΙΑ 5Η ΦΟΡΑ

Κυριακή, Αυγούστου 27, 2017

ΟΤΑΝ "ΕΚΔΙΚΕΙΣΑΙ ΜΕ ΣΤΙΛ" ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΟΥ

Το "Going in Style" (Εκδίκηση με στυλ") που γύρισε το 2017 ο Zach Braff είναι ριμέικ της ομώνυμης ταινίας του 1979. Βασίζεται σε μια έξυπνη ιδέα, όπου τρεις ηλικιωμένοι συνταξιούχοι αποφασίζουν να κάνουν ληστεία τράπεζας και ερμηνεύεται από τρεις μεγάλους ηθοποιούς: Μάικλ Κέιν, Άλαν Άρκιν, Μόργκαν Φρίμαν, αλλά και την Αν Μάργκρετ. Και νομίζω ότι, για καλοκαιράκι τουλάχιστον, έχει την πλάκα του.
Τρεις κολλητοί φίλοι, συνταξιούχοι, χήροι, με τα προβλήματά του ο καθένας, βλέπουν ξαφνικά τις συντάξεις τους να κόβονται από την αδίστακτη εταιρία στην οποία δούλευαν (και η οποία μετακομίζει σε "αναπτυσόμενη" χώρα, φτηνή δηλαδή, αφήνοντας δεκάδες άνεργους), ενώ η εξ ίσου αδίστακτη τράπεζα (η πηγή του κακού) ούτε λίγο ούτε πολύ απαιτεί τα σπίτια τους εξ αιτίας παλιών δανείων (σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά;). Όταν ο ένας τους γίνεται μάρτυρας ληστείας στην εν λόγω τράπεζα συλλαμβάνει στο σχέδιο να οργανώσουν κι εκείνοι ληστεία ώστε να πάρουν πίσω όσα λεφτά προτίθενται να τους φάνε τα αρπακτικά του συστήματος. Συμβουλεύονται μάλιστα - άσχετοι γαρ οι ίδιοι - και έναν "επαγγελματία" του χώρου (των ληστειών όχι των τραπεζών) και η προετοιμασία για τη μεγάλη μέρα αρχίζει...
Το φιλμ παρακολουθείται σχετικά ευχάριστα, διαθέτει χιούμορ βεβαίως, δίχως πάντως συνολικά να είναι και κάτι σπουδαίο. Σε κάποια σημεία γίνεται υπερβολικό, λες "ε, αυτό δεν γίνεται", αλλά τα heist movies πάντα σχεδόν τα έχουν αυτα. Κάποια πράγματα γίνονται πολύ εύκολα, αλλά είπαμε: Προορίζεται κυρίως για διασκέδαση. Συμπαθητικό στοιχείο οι χαρακτήρες των τριών ηλικιωμένων, με καλύτερο και πιο αστείο αυτόν του γκρινιαρη και σαρκαστικού Άλαν Άρκιν.
Και ερχόμαστε στο άλλο χαρακτηριστικό: Πόσο σκατά είναι πλέον τα πράγματα, σε ποιο σημείο κτηνωδίας έχει φτάσει ο σύγχρονος ανελέητος καπιταλισμός (στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του), ώστε μια απλή, ψυχαγωγική, καλοκαιρινή ταινία δίχως πολλές - πολλές αξιώσεις να μιλά για εταιρίες που κόβουν τις συντάξεις και απολύουν πλήθος εργζομένων και για τράπεζες - εγκληματίες που αρπάζουν αδίστακτα σπίτια ηλικιωμένων πελατών τους; Και όπου μια απλή, ψυχαγωγική ταινιούλα να δικαιώνει απόλυτα τους ληστές, να παίρνει 100% το μέρος τους και να μας κάνει πραγματικά να πανηγυρίζουμε για κάθε δολάριο που αφαιρούν από τη σατανική τράπεζα (αν την τίναζαν στον αέρα εξαφανίζοντάς την θα ήταν ακόμα καλύτερα τα πράγματα, σκεφτομαστε αυθόρμητα). Νομίζω ότι κάτι  πολύ δραστικό πρέπει να γίνει σύντομα , τουλάχιστον μ' αυτές τις κοινωνικές πληγές που λέγονται τράπεζες και οι οποίες στον νου του "μέσου ανθρώπου" φιγουράρουν πλέον ως κάτι απόλυτα αρνητικό...

Παρασκευή, Αυγούστου 25, 2017

ΑΚΟΜΑ ΜΙΑ "ΜΟΥΜΙΑ" ΑΠΟ ΤΑ ΕΤΟΙΜΑ...

Εντάξει, το είπαμε : Η έμπνευση του Χόλιγουντ βρίσκεται πλέον στο ναδίρ, αφού διαρκώς αναμασά / ανακυκλώνει από τα έτοιμα (ταινίες ή κόμικς) και... ουδέν πρωτότυπο. Τι φταίω εγώ που τόσο σας έχω ζαλίσει μ' αυτή τη  διαπίστωση, αφού όλα (σχεδόν όλα τέλος πάντων) τα blogbuster (ή wanabe blogbuste) των τελευταίων χρόνων αποτελούν ξαναζεσταμένο φαγητό (μερικές φορές βέβαια με πρωτότυπο τρόπο); Ιδού λοιπόν και η Universal, η οποία, έχοντας στην κατοχή της τα φιλμ της "χρυσής εποχής του φανταστικού" της δεκαετίας του 30, αποφασίζει να φτιάξει ένα σκοτεινό σύμπαν κατοικημένο απ' όλα αυτά, με ταινίες που θα επικοινωνούν χαλαρά μεταξύ τους (όπως τα σούπερηιρωικά σύμπαντα της Marvel και της DC). Η πρώτη ταινία της σειράς είναι "Η Μούμια" του 2017 με σκηνοθέτη τον Alex Kurtzman, κυρίως τηλεοπτικό και κινηματογραφικό παραγωγό έως τώρα, και πρωταγωνιστή τον Τομ Κρουζ, πού πάντοτε θεωρείται νεαρός, ευλύγιστος και γκόμενος στα 55 του...
Εδώ είναι αμερικανός τυχοδιώκτης, που ξεθαβει κατά λάθος μια αιγυπτιακή μούμια στο... Ιράκ του πολέμου (όπου έχει πάει για να οικονομήσει κι όχι για να πολεμήσει και άλλα τέτοια πατριωτικά, αν και στρατιώτης), εξαπολύοντας έτσι στον κόσμο το υπέρτατο κακό. Διότι η μούμια ανήκει σε αρχαία διαβολική πριγκήπισσα που θέλει να φέρει στον κόσμο των θεό του κακού και η οποία πάει πακέτο με φοβερή κατάρα, και η οποία επίσης χρησιμοποιεί ως "όχημα" αυτόν που την ξύπνησε (τον Τομ δηλαδή) για τον ανίερο σκοπό της. Και, μέσα στο μπάχαλο, μας συστήνεται και ο δόκτορ Τζέκιλ (ο Ράσελ Κρόου), ώστε να παίζει και άλλος ένας κλασικός (και διχασμένος) ήρωας του φανταστικού και να δομηθεί σιγά - σιγά το σύμπαν που λέγαμε...
Μάλιστα. Μόνο που βρήκα το φιλμ εντελώς μέτριο, ούτε καν τόσο διασκεδαστικό όσο μερικά παρόμοιου είδους blogbuster. Τίγκα στα ψηφιακά εφέ φυσικά, παραπαίει μεταξύ χαζού χιούμορ παλαιού, ξεπερασμένου και αφελούς στιλ (ο ήρωάς μας έχει πάρει στο λαιμό του κόσμο και κόσμο, όπως τον κολλητό του φίλο, λόγω της "μαγκιάς" και της απληστίας του, αλλά κατά βάθος έχει "χρυσή καρδιά" και όλα αντιμετωπίζονται με αστειάκια ακόμα και στις πιο κρίσιμες στιγμές), αχαλίνωτης (;) δράσηw και (ολίγου) τρόμου, ενώ δύο γκόμενες (ξανθιά και μελαχρινή) παλεύουν για τα κάλη του Τομ. Το σενάριο είναι αχταρμάς, με κάμποσα κενά, κυκλοφορούν διάφορα πολύτιμα / μαγικά αντικείμενα, οι χαρακτήρες είναι όλοι σχεδόν διχασμένοι (καλοί και κακοί ταυτόχρονα, πράγμα που θα μπορούσε να είναι ενδιαφέρον, αλλά εδώ μόνο σύγχιση προκαλεί) και όλα προετοιμάζονται για τη δεύτερη συνέχεια της saga. Με κάποιες αμφιβολίες βέβαια, αφού η ταινία δεν πήγε καθόλου καλά στα ταμεία. Υπάρχει και κάποια δικαιοσύνη φαίνεται...

Πέμπτη, Αυγούστου 24, 2017

Η ΚΥΡΙΑ TINGLE 'Η ΜΗΠΩΣ ΚΑΠΟΙΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΑΞΙΖΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ... ΘΑΝΑΤΟ;

Να λοιπόν μία μάλλον περίεργη ταινία, που μου δημιουργεί αντιφατικά συναισθήματα (μ' αρέσει και δεν μ' αρέσει ή κάπως έτσι). Είναι η μοναδική που έχει γυρίσει ο σεναριογράφος (μερικών "Scream" μεταξύ άλλων) Kevin Williamson το 1999 και λέγεται "Teaching Mrs. Tingle" (στα ελληνικά βρίσκουμε τον ανοικονόμητο τίτλο "Σκεφτήκατε ποτέ να σκοτώσετε τον καθηγητή σας;"). Πρωταγωνίστρια η "πολύ κακιά" - και εξαιρετική, όπως πάντα -  Έλεν Μίρεν!
Η οποία είναι μια κυριολεκτικά "σκύλα" καθηγήτρια, η οποία μισεί βαθιά τους μαθητές της αντί να τους βοηθά, και είναι έτοιμη να καταστρέψει (και) το μέλλον της καλής μαθήτριας - πλην πτωχής και τιμίας - Κέιτι Χολμς, στερώντας της την υποτροφία, τον μόνο τρόπο να σπουδάσει. Η τελευταία, με την παρέα της, αποφασίζουν να αποτρέψουν την κατάφωρη αδικία, πλαστογραφούν κάποιους βαθμούς, αποκαλύπτονται όμως από την φριχτή Τίνγκλ... και τα πάντα βγαίνουν εκτός ελέγχου όταν, σχεδόν άθελά τους, σχεδόν δίχως να το καταλάβουν, βρίσκονται ούτε λίγο ούτε πολύ να κρατάνε αιχμάλωτη, δεμένη στο κρεβάτι της, την καθηγήτρια. Η οποία, σε ρεσιτάλ ύπουλης κακίας, αρχίζει να παίζει παιχνίδια μαζί τους και να τους χειρίζεται... Αλλά και άλλα πολλά θα συμβούν.
Οι πάντες θάβουν το φιλμ (εκτός της ηθοποιίας της Μίρεν). Προσωπικά δεν το θάβω τόσο πολύ. Είναι αλήθεια ότι μπερδεύει κάμποσα κινηματογραφικά είδη δίχως να αποφασίζει πού ανήκει. Ξεκινά ως χαζή αμερικάνικη εφηβική κομεντί και βαθμιαία μετατρέπεται σε ψυχολογικό θρίλερ, όλο και πιο σκοτεινό και βίαιο μάλιστα μέχρι κάποιου σημείου της ταινίας τουλάχιστον, από το οποίο ωστόσο δεν λείπει το σαρδόνιο χιούμορ, αγγίζει λίγο την καθαρή (φαρσο)κωμωδία και καταλήγει μάλλον συμβατικά. 
Τι να πω για όλα αυτα; Απλώς ότι δεν είναι ακριβώς αυτό που δείχνει (και υπόσχεται σε πλήθος έφηβων αμερικάνων, ακόμα κι από την αφίσα της). Είναι αρκετά πιο σκοτεινό. Κι αν θέλετε να προβληματιστείτε κιόλας (;) αναρωτηθείτε: Πού βρίσκονται τα όρια ανάμεσα στο δίκαιο και την αυτοδικία; Μπορεί να παραβεί το νόμιμο κάποιος που αδικείται παράφορα; Και μέχρι πού μπορεί να φτάσει; Ή μήπως, όταν περάσει τη γραμμή, όλα μπορούν να γίνουν μια ανεξέλεγκτη χιονοστιβάδα; 
Σαφώς δεν είναι μεγάλη ταινία (αυτό μας έλειπε). Απλώς είναι παράξενη σαν είδος και, όπως είπα, δεν είναι αυτό που φαίνεται σε πρώτη ματιά. Δώστε της λοιπόν μια (μικρή) ευκαιρία.

Τετάρτη, Αυγούστου 23, 2017

"ΦΥΓΑΣ" ΠΑΝΤΟΤΕ ΜΕ ΚΟΜΜΕΝΗ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ

Υπάρχουν ταινίες δράσης / θρίλερ που παραμένουν, όσα χρόνια κι αν περάσουν, πρότυπα ενός πολυχρησιμοποιημένου και συνήθως βαρετού στις μέρες μας είδους. Τέτοια ταινία θεωρώ τον "Φυγά", που γύρισε το 1993 ο όχι-και-κάτι-ιδιαίτερο στις υπόλοιπες δουλειές του Andrew Davis, με έναν Χάρισον Φορντ σε μεγάλη φόρμα, τον Τόμι Λι Τζόουνς ως αμείλικτο διώκτη του και, σε δεύτερο ρόλο, την άγνωστη τοτε Τζούλιαν Μουρ. Το φιλμ βασίζεται βέβαια στην ομώνυμη διάσημη τηλεοπτική σειρά των 60ς.
Ο ήρωας είναι ένας εύπορος και ευυπόληπτος χειρούργος. Επιστρέφοντας αργά τη νύχτα από εγχείρηση θα βρει τη γυναίκα του άγρια δολοφονημένη και τον δράστη ακόμα στο διαμέρισμα. Όταν όμως ο τελευταίος ξεφεύγει, ο γιατρός θα κατηγορηθεί για τον φόνο. Θα καταφέρει να δραπετεύσει και ένα άγριο ανθρωποκυνηγητό ξεκινά, κυρίως από έναν πεισματάρη, σκληροτράχηλο αστυνομικό, ενώ ο ήρωάς μας, όλο και πιο εξαντλημένος, προσπαθεί ταυτόχρονα να αποδείξει την αθωότητά του.
Εδώ η αστυνομική πλοκή δεν βασίζεται ακριβώς στο "ποιος το έκανε". Ξέρουμε ότι ο ήρωας είναι αθώος, έχουμε δει φευγαλέα τον δολοφόνο, ο οποίος είναι άγνωστος τον πρωταγωνιστή, οπότε το μυστήριο έγγειται στον εντοπισμό του, καθώς και τη διερεύνηση του τι (και γιατί) ακριβώς συνέβει τη μοιραία βραδιά. Αλλά, βέβαια, εδώ αυτό που προέχει δεν είναι το αστυνομικό μυστήριο. Η αρετή της ταινίας έγκειται στην καθηλωτική δράση, στο αγχωτικό κλίμα, στο αυξανόμενο σασπένς της καταδίωξης ενός αθώου, στην απόλυτα σφιχτή σκηνοθεσία, στοιχεία που δεν αφήνουν τον θεατή να χαλαρώσει ούτε λεπτό. Βλέπετε, ο κλοιός σφίγγεται ολοένα γύρω από τον δραπέτη, τα χρονικά περιθώρια στενεύουν, ο χρόνος και η εξάντληση στρέφονται αμείλικτα εναντίον του. Και υπάρχει βέβαια και το φόντο μιας έντονης καταγγελίας ενάντια στα ιατρικά συμφέροντα: Διακυβεύονται πολλά, μα πολλά εκατομμύρια και το ιατρικό κατεστημένο (με τις ιατρικές / φαρμακευτικές εταιρίες πρώτες και καλύτερες) μόνο το καλό των ασθενών δεν λαμβάνει υπ' όψιν του...
Δεν υπάρχει τίποτε ιδαίτερο βάθος. Ίσως σε κάποιες στιγμές κάποιος θα πει "μα αυτό δεν γίνεται". Σύμφωνοι. Αλλά εδώ δεν είναι αυτό το ζητούμενο: Η αξία της έγκειται στο ότι βρίσκω την ταινία πραγματικά απολαυστική και υποδειγματική στο είδος της. Και η αξια αυτή μεγαλώνει καθώς, όπως είπα και στην αρχή, σήμερα πρόκειται για ένα εντελώς ταλαιπωρημένο είδος, που σπάνια δίνει κάτι που βλέπεται...
 

Τρίτη, Αυγούστου 22, 2017

"ΕΡΩΤΕΣ, ΦΙΛΙΕΣ" ΚΥΡΙΩΣ ΟΜΩΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ!

Ξέρω. Πολλοί από εσάς δεν αντέχετε τις "ταινίες εποχής", όπου οι γυναίκες φοράνε κρινολίνα και οι ερωτικές σχέσεις περιορίζονται σε δειλά αγγίγματα χεριών. Εντάξει. Γούστα είναι αυτά. Ωστόσο το "Έρωτες & Φιλίες" (Love & Frienship), ταινία εποχής βεβαίως, που βασίζεται μάλιστα σε μυθιστόρημα της Τζέιν Ώστιν, έχει τις ιδιομορφίες του: Κατ' αρχήν γυρίστηκε το 2016 από τον Whit Stillman, δημιουργό με μικρή παραγωγή στο ενεργητικό του, που μέχρι τώρα "ειδικευόταν" σε ένα είδος σύγχρονης γουντιαλενικής μελέτης (με χιούμορ πάντοτε) συγκεκριμένων εύπορων κοινωνικών ομάδων (Metropolitan, Damsels in Distress κλπ.). Είναι λοιπόν η πρώτη φορά που επισκέπτεται το "βαρύ" αυτό είδος. Βαρύ; Όχι ακριβώς. Η άλλη ιδιομορφία είναι ότι το φιλμ, παρά τα δραματικά στοιχεία που περιέχει, είναι κυρίως κωμικό.
Στα τέλη του 18ου αιώνα μια παμπόνηρη, όμορφη, "ζωηρή" και πάνω απ' όλα συμφεροντολόγα χήρα ελίσσεται αδίστακτα ανάμεσα στα υψηλά κοινωνικά στρώματα προσπαθώντας να εξασφαλίσει το δικό της μέλλον, αλλά και αυτό της νεαρής, αγνής, άβγαλτης και ρομαντικής κόρης της. Οι "ελιγμοί" που λέγαμε - σε ερωτικό επίπεδο τουλάχιστον - λαμβάνουν χώρα ανάμεσα σε έναν όμορφο νεαρό κληρονόμο, έναν μεσήλικα παντρεμένο λόρδο και έναν ανόητο (επιεικώς) πλούσιο νέο. Έρωτας; Τι είναι αυτό; Είπαμε: Εδώ υπάρχει μόνο το συμφερον. Φυσικά οι πλεκτάνες και οι ίντριγγές της ανστατώνουν τη ζωή των πεθερικών της, των οποίων την έπαυλη επισκέπτεται -και σχεδόν εγκαθίσταται - με το έτσι θέλω.
Το χιούμορ έχει νομίζω το πάνω χέρι στην ταινία. Ο Στίλμαν χειρίζεται ανάλαφρα το υλικό του και, όπως και η Ώστιν παλιότερα, σαρκάζει την υψηλή κοινωνία, κοινωνία βεβαίως ανδροκρατούμενη, συντηρητική, υποκριτική... ενώ η πονηρή ηρωίδα δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα προκειμένου να πετύχει αυτά που θέλει. Η ίδια είναι αντιπαθητική σαν χαρακτήρας, μήπως όμως όλα αυτά είναι τα μόνα όπλα που διαθέτει μια γυναίκα της εποχής;
Δεν το συνιστώ σε όλους (είπαμε στην αρχή άλλωστε), προσωπικά όμως το βρήκα κομψό, συμπαθητικό και αστείο. Ο Στίλμαν παραμένει ένας έξυπνος και λεπτός σκηνοθέτης, ενώ, 20 σχεδόν χρόνια μετά το "The Last Days of Disco" χρησιμοποιεί τις ίδιες ηθοποιούς: Την Κάιτ Μπέικινσέιλ (πρώτη φορά τη βλέπω σε "σοβαρό" ρόλο εποχής) και την Κλόε Σεβινί.

Δευτέρα, Αυγούστου 21, 2017

ΙΣΩΣ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕΤΕ ΛΙΓΑΚΙ ΜΕ... "ΔΥΟ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΟΛΗ"

Ούτε ο Richard Benjamin είναι μεγάλος σκηνοθέτης (είναι και ηθοποιός επίσης) ούτε βέβαια και η ταινία του "City Heat" ("Δυο Καθάρματα στην Ίδια Πόλη" στα ελληνικά) του 1984 είναι καμιά σπουδαία ταινία. Απλώς μας δίνει την ευκαιρία να δούμε μαζί τους Κλιντ Ίστγουντ και Μπαρτ Ρέινολντς και... αυτά. Α, και την μόνιμη πρωταγωνίστρια των ταινιών του Μελ Μπρουκς της καλής εποχής Μαντλέν Καν και την πετυχημένη τραγουδίστρια της εποχής Αϊρίν Καρά (τη θυμάστε;)
Στη δεκαετία του 30 (βλέπε τζαζ, στιλάτες εμφανίσεις με καπαρντίνες, αντίστοιχα αυτοκίνητα, ποτό και άγρια θηλυκά), ένας ντετέκτιβ πρώην μπάτσος και ένας σκληροτράχηλος επιθεωρητής, πρώην συνεργάτες και φίλοι, συνεργάζονται (ιδαιτέρως διστακτικά πρέπει να τονίσουμε) για να εξιχνιάσουν τον φόνο ενός γνωστού τους... που βούτηξε στα βαθιά. Στην ιστορία εμπλέκονται δύο μεγαλογκάνγκστερ, μια καυτή γυναίκα, μια αθώα, ταλαντούχα τραγουδίστρια κλπ.
Η ταινία είναι κατά βάση κωμωδία δράσης, με αστυνομική υφή, η οποία βασίζεται κυρίως στο διαφορετικό χαρακτήρα των δύο άσπονδων φίλων: Εντελώς στιλάτος, ατακαδόρος (εξυπνάκιας θα έλεγα μάλλον), αθεράπευτα γυναικάς ο ντετέκτιβ, βαρύς, σοβαρός και αμίλητος σε βαθμό "ουγκ" και, βέβαια, άψογος killer ο άλλος (ο Κλιντ βεβαίως), ο οποίος μάλιστα σε κάποιες στιγμές κάνει φονικές εμφανίσεις που θυμιζουν "Εξολοθρευτή" της ίδιας χρονιάς (δεν ξέρω ποιο από τα δύο φιλμ προηγείται, ίσως να πρόκειται και για σύμπτωση). Βέβαια δεν νομίζω ότι ο σκηνοθέτης εκμεταλλεύεται πλήρως το μονίμως νοσταλγικό κλίμα της εποχής της ποτοαπαγόρευσης, ούτε είναι και κανένας βιρτουόζος των ταινιών δράσης. Όσο για τον ρεαλισμό τόσο του σεναρίου όσο και των σχηματικών χαρακτήρων και των σκηνών δράσης, εντάξει, όντως δεν είναι αυτά τα ζητούμενα... Σήμερα πάντως το φιλμ μου φάνηκε ξεπερασμένο.
Όπως καταλαβαίνετε δεν ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα, ωστόσο όταν κάποιο βράδυ δεν έχει κανείς τι άλλο να κάνει, ίσως και να διασκεδάσει. Σχετικά πάντοτε.
Και δύο παρατηρήσεις για το φιλμ: 1. Ο Ίστγουντ ήταν ήδη σκηνοθέτης (εκτός από ηθοποιός φυσικά) ήδη από το 1971, αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε να εμφανίζεται σε σχετικά μέτριες ταινίες. 2. Η ιστορία και το ήμισυ του σεναρίου ανήκουν στην σημαντικό Blake Edwards (!) με το ψευδώνυμο Sam O. Brown. Μακάρι ο ίδιος να είχε κάνει και τη σκηνοθεσία (αν και τότε βρισκόταν ήδη στην παρακμή του).

Κυριακή, Αυγούστου 20, 2017

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ "ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ " ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΤΩΝ ΠΙΘΗΚΩΝ

Είναι φυσικά ηλίου φαεινότερον και το έχουμε επισημάνει και εδώ πάμπολλες φορές: Το Χόλιγουντ έχει στερέψει από ιδέες. Το μόνο (σχεδόν) που κάνει πλέον είναι να σκάβει στο ανεξάντλητο (μέχρι στιγμής τουλάχιστον) χρυσορυχείο του παρελθόντος (ή των κόμικς) και να ξαναγυαλίζει παλιές ιδέες, ήρωες, σειρές. Το μόνο που μας μένει λοιπόν είναι να επισημαίνουμε το αν η τάδε μορφής αναβίωση είναι συμπαθής ή κακή.
Ο Πλανήτης των Πιθήκων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. "Αναβίωσε" (βλ. reboot) το 2011 και έκτοτε η σειρά, βασισμένη, θυμίζουμε στην κινηματογραφική σειρά του 1968- 1973, συνεχίζεται. Το 2017 έχουμε μάλλον το τελευταίο επεισόδιο, το "War for the Planet of the Apes" (Ο Πλανήτης των Πιθήκων: Η Σύγκρουση), του καλού σκηνοθέτη Matt Reeves και πάλι. Εδώ όλα δείχνουν ότι το έπος φτάνει στο τέλος του, καθώς ένας αδίστακτος συνταγματάρχης, φανατικός της εξολόθρευσης των πιθήκων, κάνει την εμφάνισή του και η σύγκρουση ανάμεσα σ' αυτόν και τον ηγέτη των πιθήκων Σίζαρ παίρνει πλέον καθαρά προσωπικές διαστάσεις, ενώ ο πόλεμος γύρω τους γενικεύεται. Στο μεταξύ οι πίθηκοι ψάχνουν ένα είδος "Γης της Επαγγελίας", όπου θα μπορούν να ζήσουν ανενόχλητοι από το ανθρώπινο μένος.
Θα σας πω αρχικά ότι θεωρώ τη νέα σειρά των Πιθήκων από τις καλές και αρκετά σκεπτόμενες αναβιώσεις. Ενήλικα σενάρια, προβληματισμός πάνω σε θέματα ρατσισμού, φανατισμού, ανοχής στο διαφορετικό, έμμεση κριτική, τελικά, του εθνικισμού. Και στο συγκεκριμένο φιλμ υπάρχει επί πλέον ο προβληματισμός πάνω στο θέμα της εκδίκησης και η σύγκρουση ανάμεσα στο προσωπικό (στο συναίσθημα) και στο καθήκον (το γενικό καλό). Προσωπικά μου φάνηκε λιγότερο καλό από τα δύο προηγούμενα "επεισόδια". Όχι ότι είναι κακογυρισμένο ή κάτι τέτοιο, κάθε άλλο μάλιστα, αλλά με κούρασε κάπως η μεγάλη διάρκεια (142 λεπτά) και το ότι το βάρος πέφτει πλέον κυρίως στον πόλεμο και τη δράση. Τα προηγούμενα διέθεταν, νομίζω, περισσότερο "σενάριο".
Ωστόσο το φιλμ και ατμοσφαιρικό είναι και φέρνει κατ' ευθείαν στο νου την "Αποκάλυψη Τώρα". Και διαθέτει αρκετές άλλες κινηματογραφικές και όχι μόνο αναφορές (πόλεμος του Βιετνάμ, Ολοκαύτωμα, ένα είδος εμφύλιας σύγκρουσης μέσα στις ίδιες τις ΗΠΑ της εποχής του Τραμπ κλπ.). Και βέβαια, το είπαμε πριν, ο Reeves παραμένει πολύ καλός σκηνοθέτης (θυμηθείτε το "Cloverfield" και το "Άσε το Κακό να μπει").
Να το δουν λοιπόν οι φίλοι της σειράς, καθώς όλα δείχνουν ότι αυτή κλείνει εδώ, και να θυμάστε ότι, παρά τις προσωπικές αντιρρήσεις που εξέφρασα προηγουμένως, βρισκόμαστε τουλάχιστον στην "καλή πλευρά" των κάθε λογής ριμέικ, από τα οποία δυστυχώς δεν πρόκειται να ξεφύγουμε καθόλου σύντομα.

Δευτέρα, Ιουλίου 31, 2017

Η "GILDA" ΩΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Βρισκόμαστε στα 1946. Ο ουγγρικής καταγωγής Charles Vidor (1900-1959) γυρίζει τη γνωστότερη ταινία του, το αριστούργημά του, την περίφημη "Gilda",  με μια κυριολεκτικά απαστράπτουσα Ρίτα Χέιγουορθ στον βασικό ρόλο (στην γνωστότερη, επίσης, ερμηνεία της καριέρας της).
Η ιστορία διαδραματίζεται στην Αργεντινή, λίγο μετά τον πόλεμο. Εκεί βρίσκεται ένας αμερικάνος τυχοδιώκτης (ο Γκλεν Φορντ), πληγωμένος, όπως αποκαλύπτεται, από έναν παλιό έρωτα που του άφησε ανεξίτηλα σημάδια. Εκεί θα γνωρίσει έναν ιδιόρυθμο (με μυστικά) πλούσιο ιδιοκτήτη κλαμπ - χαρτοπαικτικής λέσχης και θα τεθεί στην υπηρεσία του, δείχνοντας απόλυτη αφοσίωση. Ώσπου, μετά από ένα ταξίδι, ο ευεργέτης του ήρωά μας θα επιστρέψει με την άρτι "αποκτηθείσα" υπέροχη σύζυγό του  και τα πάντα θα ανατραπούν. Ένα επικίνδυνο παιχνίδι θα αρχίσει ανάμεσα στους τρεις...
Η ταινία θεωρείται αρχετυπικό νουάρ. Η μοιραία γυναίκα με την επιπόλαιη συμπεριφορά, που μπορεί να παρασύρει τους πάντες στον όλεθρο, ο καταστροφικός έρωτας, τα κρυμένα μυστικά, η νυχτερινή ατμόσφαιρα, το καζίνο... Ωστόσο εδώ το βάρος πέφτει πολύ περισσότερο στον έρωτα, που μοιάζει να αψηφά τα πάντα, παρά στην αστυνομικής υφής ίντριγγα, σε κάποιο φόνο, σε κάποια αναζήτηση αντικειμένου - θησαυρού. Βρισκόμαστε στο βασίλειο του πάθους. Αλλά όλες αυτές οι αναλύσεις περί κλασικού νουάρ ή μη έχουν δευτερεύουσα θέση μπροστά στην απόλυτη κινηματογραφική γοητεία, στην οποία είναι αδύνατο να αντισταθεί κανείς. Η Ρίτα Χέιγουορθ είναι, κυριολεκτικά, η απόλυτη γυναίκα με το εκρηκτικό σεξ απίλ και οι σκηνες όπου τραγουδά το περίφημο Put the blame on me (όχι πάντως με τη δική της φωνή, είναι ντουμπλαρισμένη) παραμένουν ανεξίτηλες στη μνήμη κάθε σινεφίλ και αποτελούν κλασικό κομμάτι κινηματογραφικής ιστορίας. Όσο για τις ατάκες των τριών πρωταγωνιστών πραγματικά σπάνε κόκαλα, περιέχοντας όλο τον κυνισμό, το σκοτεινό χιούμορ, τα υπονοούμενα που συναντάμε στην καλύτερη παράδοση του είδους.
Γενικά, πέρα από τη μελέτη του ερωτικού πάθους που δεν σταματά μπροστά σε τίποτα και τον προβληματισμό στο θέμα της σύγκρουσης ανάμεσα στην πίστη σε έναν ευεργέτη και στο τυφλό πάθος, το φιλμ είναι από αυτά  στα οποία η κινηματογραφική εικόνα κυριαρχεί πάνω στην, μάλλον απλή, πλοκή. Είναι από αυτά που απολαμβάνει κανείς να τα βλέπει ξανά και ξανά, όχι από αυτά που αναλύει όλο και βαθύτερα, ψάχνοντας πολλαπλά επίπεδα. Είναι κινηματογράφος σε όλο του το μεγαλείο, με πρωταρχικό στόχο την, σκοτεινή έστω, απόλαυση. Και γι' αυτό - και για όσους άλλους λόγους ανακαλύψετε μόνοι σας - ανήκει απόλυτα στην χορεία των πραγματικών κλασικών.

Κυριακή, Ιουλίου 23, 2017

Παρασκευή, Ιουλίου 21, 2017

"Η ΑΠΟΠΛΑΝΗΣΗ" Ή Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΙΑΡΧΙΑΣ


Η Sofia Coppola γυρίζει τις περισσότερες φορές φεμινιστικές ταινίες ή, τουλάχιστον, ταινίες που σαν θέμα έχουν γυναίκες. "Η Αποπλάνηση" (The Beguiled) του 2017 κάθε άλλο παρά ξεφεύγει απ' αυτόν τον κανόνα. Εδώ η Coppola φτιάχνει ένα ριμέικ του "Προδότη" (1971), ενός περίεργου γουέστερν με τον Κλιντ Ίστγουντ (δυστυχώς δεν το έχω δει). Το σίγουρο όμως είναι ότι η ματιά της είναι σαφώς πιο φεμινιστική.
Κατά τη διάρκεια του αιματηρότατου αμερικάνικου εμφύλιου, ένας τραυματισμένος στρατιώτης των Βορείων (σύντομα μαθαίνουμε ότι είναι ιρλανδός μισθοφόρος) καταφεύγει και περιθάλπτεται σε ένα οικοτροφείο θηλέων (κάτι σαν ιδιωτικό σχολείο) που βρίσκεται στο Νότο. Η διευθύντρια, η δασκάλα και 4 μαθητριες είναι όσες έχουν απομείνει σ' αυτό λόγω του καταστροφικού πολέμου. Η παρουσία ενός αρσενικού στο αυστηρά γυναικείο αυτό "άβατο" θα πυροδοτήσει, όπως είναι φυσικό, πόθους και πάθη - ας σημειωθεί ότι ο ανήμπορος στρατιώτης δεν είναι καθόλου αθώος... Κάποια στιγμή η ίδια η ύπαρξη της γυναικείας κοινότητας θα κινδυνέψει και τότε... οι γυναίκες αναλαμβάνουν να αποκαταστήσουν τη χαμένη ισορροπία...
Η σκηνοθέτης φτιάχνει εδώ ένα αρκετά κλειστοφοβικό δράμα (διαδραματίζεται ολόκληρο στους εσωτερικούς χώρους και στον κήπο του σχολείου) με υποβόσκουσες εντάσεις, πάθη που σιγοβράζουν, κάποιες ίντριγκες και στοιχεία θρίλερ. Στο επίκεντρο όλων αυτών βρίσκεται βέβαια η πάλη ανάμεσα στα δύο φύλα. Η μητριαρχία είναι το καθεστώς που επικρατεί. Και δημιουργεί μία φούσκα ασφάλειας απόλυτα αυτάρκη, που προφυλάσσεται από τη φρίκη του έξω κόσμου (είπαμε, ο πόλεμος μαίνεται και η δυστυχία εξαπλώνεται). Ο "παρείσακτος", ο οποίος, θα επαναλάβω, δεν είναι απλώς και μόνο θύμα, θα ανατρέψει αυτόν τον ήρεμο και ασφαλή τρόπο ζωής. Πρέπει λοιπόν να αποβληθεί. Φυσικά μεγάλο μέρος του προβληματισμού της ταινίας καταλαμβάνει και η έντονα καταπιεσμένη σεξουαλικότητα (δεν είναι μόνο το κλειστό σύστημα του σχολείου, αλλά και τα πάμπολλα ταμού της εποχής).
Το φιλμ είναι βραδυφλεγές, δίχως άγριες εξάρσεις. Όπως είπαμε τα πάθη περισσότερο σιγοβράζουν παρά ξεσπάνε (μέχρις ενός σημείου τουλάχιστον). Ίσως η χαμηλότονη αυτή ατμόσφαιρα κουράσει κάποιους, προσωπικά όμως τη βρήκα πολύ ταιριαστή με το όλο νόημα και κλίμα της ταινίας. Και βέβαια η Νικόλ Κίντμαν και η Κίρστεν Ντανστ είναι νομίζω πολύ καλές στους ρόλους τους (όπως και ο Κόλιν Φαρέλ). Για όλα αυτά μου άρεσε αρκετά. Άραγε τελικά η μητριαρχία είναι τελικά ο μόνος ασφαλής και αυτάρκης τρόπος;


Τρίτη, Ιουλίου 18, 2017

Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΣΤΟΝ "ΥΠΗΡΕΤΗ"

Στην αρχή υπήρχε το μυθιστόρημα του Ρόμπιν Μομ. Μετά έρχεται ο σημαντικός Joseph Losey (1909-1984), κάτοικος Βρετανίας λόγω των μακαρθικών διώξεων εις βάρος του στις ΗΠΑ, και αναθέτει στον γνωστό θεατρικό συγγραφέα Χάρολντ Πίντερ το σενάριο μιας ταινίας βασισμένης στο βιβλίο. Έτσι το 1963 γυρίζεται ο εξαιρετικός ασπρόμαυρος "Υπηρέτης" (The Servant).
Ένας ξεπεσμένος άγγλος αριστοκράτης επιστρέφει από κάποια αποικία και αγοράζει σπίτι στο Λονδίνο για να εγκατασταθεί. Προσλαμβάνει και έναν υπηρέτη, αφού ο ίδιος είναι ανίκανος να αυτοσυντηρηθεί. Αρχικά ο υπηρέτης μοιάζει άψογος. Βαθμιαία όμως οι σχέσεις τους θα γίνουν όλο και πιο πολύπλοκες, παράξενες και "άρρωστες": Μια απόλυτη εξάρτηση θα αναπτυχθεί μεταξύ τους, οι ρόλοι θα αντιστραφούν, ο υπηρέτης θα πάρει το πάνω χέρι και θα επιβάλλει τους όρους του, η ζωή του αριστοκράτη θα γίνεται όλο και πιο "παρατημένη" και παρακμιακή, ενώ οι κοινωνικές του σχέσεις βαθμιαία θα καταστραφούν.
Ας τονίσουμε αρχικά την φοβερή ηθοποιία των Ντερκ Μπόγκαρντ και Τζέιμς Φοξ. Από εκεί και πέρα οι συμβολισμοί και τα νοήματα είναι πολλά (και πολυεπίπεδα): Υπάρχει η υποβόσκουσα, λανθάνουσα ομοφυλοφιλική σχέση ανάμεσα στους δύο άντρες (η οποία βεβαίως δεν εκδηλώνεται ποτέ), η ψυχολογική μελέτη των χατακτήρων δηλαδή. Υπάρχει το διαρκές παιχνίδι της εξουσίας (ποιος εξουσιάζει ποιον κάθε φορά); Και βέβαια υπάρχει η αλληγορία της ταξικής πάλης: Η αριστοκρατία, η κυρίαρχη δηλαδή, είναι παρηκμασμένη, μαλθακή, παντελώς ανίκανη να υπάρξει από μόνη της, αφού όλα τα κάνει η άλλη, η "κατώτερη" και σαφώς πιο παραγωγική τάξη. Η εργατική τάξη πάλι (βλ. ο υπηρέτης) είναι δυναμική, δραστήρια, ικανή, πλην όμως απολυτα αμοραλιστική και αδίστακτη προκειμένου να απομυζήσει, να κερδίσει όσα περισσότερα μπορεί από τους κυρίαρχους "κηφήνες". Η πάλη για εξουσία ανάμεσά τους είναι σαφής (ενίοτε μάλιστα με χτυπήματα κάτω απο τη μέση).
Όλα αυτά δίνονται με μια ατμοσφαιρική, κλειστοφοβική σκηνοθεσία, με παράξενες λήψεις και ιδιαίτερη εμμονή στους καθρέφτες, και με ένα σενάριο που ορισμένες φορές αγγίζει τα όρια του (ψυχολογικού) θρίλερ, ενώ με μεγάλη μεθοδικότητα και μαστοριά "χτίζεται" το ολοένα και πιο παρακμιακό κλίμα, μέχρι τη απόλυτη (σταδιακή πάντως) κατάρρευση κάθε προσχήματος. Σε μια τόσο διχασμένη κοινωνία, μοιάζει να μας λέει, τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει, αφού ακόμα και η "πάλη" των κατώτερων έχει διαφθαρεί.
Πολύ καλή ταινία, η οποία, παρά την κλειστοφοβικότητά της (διαδραματίζεται σχεδόν ολόκληρη μέσα στο σπίτι), κρατά νομίζω απόλυτα τον θεατή και του δίνει άπειρη τροφή για σκέψη. Κλασική!

Δευτέρα, Ιουλίου 17, 2017

ΕΝΑ ΔΙΑΡΚΩΣ ΚΛΙΜΑΚΟΥΜΕΝΟ (ΚΑΙ ΑΝΟΙΚΟΝΟΜΗΤΟ) "ΜΠΑΡ"

Έχω ξαναγράψει για τον ισπανό Alex de la Iglesia: Ταλαντούχος μεν και ευφάνταστος, πάντοτε όμως "overdose", φλερτάρει επικίνδυνα με την υπερβολή και το γκροτέσκο, δημιουργώντας διαρκώς "too much" καταστάσεις. Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν στην ταινία του τού 2017 "Το Μπαρ" (El Bar).
Ένα πρωί, όπως κάθε πρωί, ετερόκλητοι άνθρωποι συχνάζουν για τον πρωινό καφέ σε ένα συνηθισμένο μπαρ της Μαδρίτης. Μονο που τη μέρα αυτή τίποτα δεν θα είναι ίδιο: Όταν κάποιος πελάτης βγαίνει από το μπαρ, πέφτει αμέσως νεκρός από πυροβολισμό, κι ένας δεύτερος το ίδιο. Τα πτώματα σύντομα εξαφανίζονται από το πεζοδρόμιο, ενώ ένας άλλος πελάτης βρίσκεται νεκρός και παραμορφωμένος στην τουαλέτα, ενώ προσπαθεί να κάνει μια ένεση στον εαυτό του. Σύντομα οι έγκλειστοι θα αντιληφτούν ότι είναι πολιορκημένοι στον στενόχωρο χώρο. Και αμέσως ο πανικός θα εκδηλωθεί, καθώς όλοι θα στραφούν εναντίον όλων και τα χειρότερα στοιχεία των χαρακτήρων του καθενός θα έλθουν στην επιφάνεια...
Φυσικά η ιστορία παραπέμπει άμεσα στον αριστουργηματικό "Εξολοθρευτή Άγγελο" ενός άλλου ισπανού, του μεγάλου Μπουνουέλ. Μόνο που εδώ υπάρχει μια πιο επιστημονικοφανταστική εξήγηση και, βέβαια, βρίσκω το φιλμ του Μπουνουέλ απείρως σημαντικότερο. Στο "Μπαρ" πάντως, ιδιαίτερα το πρώτο μέρος με κράτησε απόλυτα. Διαδραματίζεται ολόκληρο στον σχετικά μικρό χώρο όπου συνωστίζονται οι πελάτες, αλλά και στο ακόμα κλειστοφοβικότερο μικρό υπόγειο, ενώ το μυστήριο για το τι ακριβώς συμβαίνει διαρκώς αυξάνεται. Στη συνέχεια το φιλμ θα μεταφερθεί στους βρωμερούς υπονόμους και ο de la Iglesia θα βουτήξει με τα μούτρα στο αγαπημένο του γκροτέσκο...
Γενικά ο τρόμος συνδυάζεται με το μόνιμο στον σκηνοθέτη σαρδόνιο χιούμορ, στην ανελέητη ματιά στα πιο μελανά σημεία των ανθρώπινων χαρακτήρων, στις σχεδόν κανιβαλιστικές σχέσεις μεταξύ συνηθισμένων ανθρώπων... Η ανάγκη, ο φόβος, το έκτακτο, φέρνουν στο φως τα τέρατα που μέσα του κρύβει ο καθένας μας. Πέραν αυτών των παρατηρήσεων πάντως το όλο κλίμα και η δομή της τυαινίας μου θύμισαν αρκετά την παλιότερη "Πολυκατοικία" (La Comunidad) του 2000 του ίδιου δημιουργού.
Συνολικά δεν βαρέθηκα βλέποντας το φιλμ. Ο σκηνοθέτης αυτός πάντοτε συνδυάζει το μακάβριο, το χιούμορ και την καυστική σάτιρα των ανθρώπινων χαρακτήρων. Μόνο που, όπως πάντα, είναι ανοικονόμητος και όσο προχωράνε προς το τέλος οι ταινίες του αρχίζουν να με κουράζουν. Είναι σα να βάζει πάντοτε υπερβολική δόση από το κάθε τι, σα να μην γνωρίζει τι σημαίνει στοιχειώδης "οικονομία". Ενδιαφέρουσα περίπτωση, αλλά βαρυφορτωμένη...

Παρασκευή, Ιουλίου 14, 2017

Η ΧΑΝΑ, ΟΙ ΑΔΕΛΦΕΣ ΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΠΕΡΙΓΥΡΟΣ : ΜΙΚΡΑ ΔΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΚΩΜΩΔΙΕΣ

Στη δεκαετία του 80 ο Woody Allen βρίσκεται στη δημιουργική του ακμή. Γι' αυτό και η ταινία "Η Χάνα και οι αδελφές της" του 1986 είναι νομίζω μια από τις καλύτερές του και μάλιστα επικεντρωμένη στην κλασική (και την πλέον επαναλαμβανόμενη) θεματολογία του δημιουργού, αυτή της μελέτης του σχετικά εύπορου, διανοουμενίστικου μικρόκοσμου της Νέας Υόρκης.
Εδώ ο δαιμόνιος σκηνοθέτης παρακολουθεί τις εξελίξεις στις ζωές τριών αδελφών σε τρία χρόνια: Διαφορετικές σαν χαρακτήρες, με μπερδεμένες αισθηματικές σχέσεις (κουβάρι τα ερωτικά μπερδέματα, πριν και μετά, με νυν και πρώην), πασχίζουν και αγχώνονται για την επαγγελματική και, κυρίως, την καλλιτεχνική επιτυχία τους, χωρίζουν και ερωτεύονται ξανά και, βέβαια, κάθε χρόνο συναντιούνται όλες, με παιδιά και συζύγους / φίλους με τους ηλικιωμένους γονείς (παλιά ασχολούνταν με τις show business κι αυτοί) σε παραδοσιακό τραπέζι.
Δεν έχει νόημα να σας διηγηθώ τι ακριβώς συμβαίνει με τα ερωτικά μπλεξίματα. Αυτό που προέχει εδώ είναι η εκπληκτική διαγραφή των χαρακτήρων, τόσο των ίδιων των αδελφών, όσο και του περίγυρού τους: Η μία είναι σταθερή, συγκροτημένη, πετυχημένη, στήριγμα για τις άλλες, η άλλη "επιπόλαια" και παρορμητική, νευρωτική και αγχωμένη, που διαρκώς κυνηγά την καλλιτεχνική επιτυχία (wannabe ηθοποιός) που δεν έρχεται ποτέ, η τρίτη πιο προσγειωμένη και γήινη, με μπερδρεμένη ωστόσο ερωτική ζωή... Και οι νυν και πρώην; Ένας σπαρταριστός υποχόνδριος με μεταφυσικά ερωτήματα, που προσπαθεί μάταια να ασπαστεί κάποια θρησκεία προσπαθώντας να ηρεμήσει μέσω της πίστης, ένας "κανονικός" άνθρωπος, ο οποίος όμως ποθεί την αδελφή της οποίας ΔΕΝ είναι σύζυγος, ένας κλειστός και μισάνθρωπος ζωγράφος κλπ.
Μικρά δράματα, μικρές κωμωδίες, ανασφάλειες, συγκρούσεις ή έρωτες, συζητήσεις, όλα χωράνε στην πολυεπίπεδη αυτή ταινία. Κι όλα, παρά τις εκάστοτε δραματικές καταστάσεις, δοσμένα με το εκπληκτικό χιούμορ του Άλεν (εδώ εκστομίζει μερικές από τις καλύτερες ατάκες του). Και με ένα εκπληκτικό καστ: Σημειώνετε; Μία Φάροου, Νταϊάν Γουίστ, Μπάρμπαρα Χέρσεϊ, Μωρίν Ο' Σάλιβαν (στο ρόλο της μητέρας τους, όντως αληθινή μητερα της Μία Φάροου), Γούντι Άλεν, Μαξ φον Σύντοφ, Μάικλ Κέιν... ακόμα και η Κάρι Φίσερ σε μια συντομότατη εμφάνιση... Κι όλα αυτά με την πανταχού παρούσα συνοδεία υπέροχης παλιάς τζαζ, που τόσο αγαπά ο Γούντι και είναι σήμα κατατεθέν των σάουντρακ του.
Η ματιά στον ανασφαλή αυτόν κόσμο είναι από τις πλέον διεισδυτικές, γλυκόπικρη, καυστική, χαριτωμένη, με συμπάθεια κατα βάθος για τους ποικίλους ήρωες. Οι μεταξύ τους σχέσεις, οι σχέσεις με τους γονείς, τους νυν και πρώην συζύγους / φίλους, όλα δίνονται με ανάγλυφο τρόπο. Είναι από τα φιλμ που σε προβληματίζουν μελετώντας το κουβάρι των ανθρώπινων σχέσεων και ταυτόχρονα σε διασκεδάζουν όσο δεν παίρνει. Αν λοιπόν είστε οπαδός του γουντιαλενικού κόσμου (τον οποίον, ως γνωστόν, πολλοί αντιπαθούν ή/και βαριούνται) μην το χάσετε. Πρόκειται για μία από τις καλύτερες στιγμές του.

Τετάρτη, Ιουλίου 12, 2017

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΣΕΡΒΙΡΕΤΑΙ ΚΡΥΑ ΣΤΗΝ "ΟΡΓΗ ΕΝΟΣ ΥΠΟΜΟΝΕΤΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ"

Προσθήκη λεζάντας
Διαβάζω ότι ο Raul Arevalo είναι ηθοποιός (ισπανός βεβαίως) και ότι η "Οργή ενός Υπομονετικού Ανθρώπου" (Tarde par la Ira) του 2016 είναι η πρώτη του σκηνοθετική προσπάθεια. Μπράβο του λοιπόν, καθώς φτιάχνει ένα υποδειγματικό θρίλερ με εξαιρετικούς χαρακτήρες.
Ο ήρωας είναι ένας μοναχικός άντρας, μάλλον ευκατάστατος. Συχνάζει ωστόσο σε συνηθισμένο, εντελώς άκομψο μπαρ σε μια συνηθισμένη γειτονιά της πόλης, όπου προσεγγίζει ερωτικά - και μάλλον διστακτικά - την αδελφή του ιδιοκτήτη. Ο σύζυγος της τελευταίας, ωστόσο, είναι εδώ και 8 χρόνια στη φυλακή και όπου νά' ναι αποφυλακίζεται. Σύντομα μαθαίνουμε ότι είναι ο μόνος που συνέλαβαν από μια αιματηρή ληστεία (στην οποία ήταν απλός οδηγός) και ότι έφαγε 8 χρόνια επειδή αρνήθηκε να προδώσει τους συντρόφους του. Σύντομα επίσης θα αντιληφτούμε ότι αυτός είναι που περιμένει στην πραγματικότητα ο ήρωας και η σύζυγος είναι απλό πρόσχημα για να τον προσεγγίσει. Όταν ο λιγομίλητος ήρωας θα αρχίσει να αποκαλύπτει τις αληθινές του προθέσεις, βρισκόμαστε ακόμη στα μισά του φιλμ, το οποίο επιφυλάσει έως το τέλος πλήθος άλλων εκπλήξεων και αποκαλύψεων.
Κατ' αρχήν θα πω ότι βασικά μάλλον έχουμε να κάνουμε με μια ταινία χαρακτήρων, που χρησιμοποιεί τη φόρμα του θρίλερ για να κρατήσει στα ύψη το ενδιαφέρον του θεατή. Χαρακτήρων πολύπλοκων και με βάθος, πολύ μακριά από σχηματικές κατατάξεις καλών - κακών, όλοι τους με αληθινά κίνητρα για τις πράξεις τους. Επίσης ότι η ταινία διαθέτει ένα πολύ σφιχτό σενάριο, χάρη στο οποίο, ακόμα και μετά τις βασικές αποκαλύψεις, ο θεατής κρατά την ανάσα του. Το βασικότερο όμως στοιχείο είναι το γενικότερο κινηματογραφικό στιλ: Το οποίο είναι απόλυτα ρεαλιστικό, σχεδόν ντοκιμαντερίστικο θα έλεγα. Τίποτα ωραιοποιημένο ή φτιαχτό, τίποτα ατμοσφαιρικό στην εικόνα. Συνηθισμένα μέρη, συνηθισμένοι άνθρωποι, συνηθισμένα ντυσίματα, ένα αιματοβαμμένο θρίλερ που εξελίσσεται σε απόλυτα κοινότοπες, καθημερινές συνθήκες. Πώς γίνεται να απολαμβάνεις τόσο ένα θρίλερ δίχως ίχνος ατμοσφαιρικότητας, με ντοκιμαντερίστικα στοιχεία; Ε, αυτό πρέπει να το δείτε για να το ανακαλύψετε μόνοι σας. Να θυμάστε όμως πάντοτε ότι αν είσαι καλός και ευφάνταστος δημιουργός, με άποψη, μπορείς να κάνεις τα πάντα με οποιοδήποτε ύφος επιλέξεις. Εδώ βρίσκεται η ιδιαιτερότητα (και η μαεστρία κατά τη γνώμη μου) της ταινίας.
Όσο για το κοινωνικό μέρος, όλοι οι χαρακτήρες είναι τυπικοί "χαμένοι", συνηθισμένοι τύποι που, δίχως να πεθαίνουν από πείνα βεβαίως, δεν έχουν και πολύ στον ήλιο μοίρα. Η "διπλανή πόρτα" με τα φοβερά, κρυμμένα μυστικά της είναι εδώ. Και η εκδίκηση, το "'ήρεμο" πάθος, η απελπισία που προκύπτει από τις κοινωνικές, μίζερες συνθήκες, είναι κι αυτές πανταχού παρούσες!
Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία του ισπανικού σινεμά - και μάλιστα πρωτοεμφανιζόμενου δημιουργού - που προσθέτει μια ακόμα σημαντική ψηφίδα στο πλουσιότατο παζλ των θρίλερ που ευδοκιμούν στη χώρα αυτή.

Τρίτη, Ιουλίου 11, 2017

Η "ΑΠΩΘΗΜΕΝΗ ΜΝΗΜΗ" ΣΤΟ "MIRAGE"

Έχετε ίσως δει πολλές φορές θρίλερ όπου ο ήρωας για κάποιο λόγο έχει χάσει τη μνήμη του και ψάχνει... εεε... για τα πάντα. Σας συνιστώ λοιπόν να γυρίσετε πίσω στο χρόνο και να δείτε μια από τις καλύτερες ταινίες μ' αυτό το θέμα, το ασπρόμαυρο "Mirage" του 1965 του Edward Dmytryk (1908-1999).
Όπου ο ήρωας (ο ταιριαστός Γκρέγκορι Πεκ) αντιλαμβάνεται βαθμιαία ότι δεν θυμάται τίποτα από τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του. Ξέρει μόνο ότι είναι "αναλυτής κόστους" (ό,τι και αν σημαίνει αυτό) σε μια εταιρία και ελάχιστα άλλα πράγματα. Από την πρώτη κιόλας σκηνή μαθαίνουμε για μια παράξενη αυτοκτονία με πτώση από όροφο ουρανοξύστη, στην οποία ο ήρωας είναι σχεδόν αυτόπτης μάρτυς. Το επόμενο που αντιλαμβάνεται είναι ότι τον ψάχνει με κάθε τρόπο κάποιος "Ταγματάρχης", ο οποίος, για καλή του τύχη, μοιάζει να τον χρειάζεται μόνο ζωντανό. Πασχίζοντας να ενώσει τα κομμάτια του μυστηριώδους παζλ, θα μπλεχτεί σε έναν αληθινό εφιάλτη, καταλαβαίνοντας σιγά - σιγά ότι στην υπόθεση διακυβεύονται πολύ μεγαλύτερα συμφέροντα απ' ότι αρχικά νόμιζε...
Σφιχτοδεμένο, καλογυρισμένο θρίλερ, κρατά - νομίζω - τον θεατή από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, αναγκάζοντάς τον να αγωνιά για το τι θα συμβεί (και για το τι ακριβώς συμβαίνει) και, από ένα σημείο και πέρα, για το ποιος είναι ο λόγος που προκάλεσε την αμνησία. Όντως τα σκόρπια κομμάτια μπαίνουν σιγά - σιγά στη θέση τους για να αποκαλυφτεί η μεγάλη εικόνα. Εκτός του σασπένς και του μυστηρίου που διαθέτει, το φιλμ στηλιτεύει την αδίστακτη μιλιταριστική παράνοια, εκμεταλλευόμενη μάλιστα το κυρίαρχο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής, δίνοντας έτσι και μια απρόβλεπτη πολιτική διάσταση και επισημαίνοντας ότι τα πράγματα δεν είναι πάντοτε αυτά που φαίνονται, ακόμα και σε πρόσωπα "υπεράνω πάσης υποψίας". Υπάρχει και το ψυχαναλυτικό στοιχείο, άλλη "μόδα" της εποχής. Πέραν αυτών πάντως διαθέτει ένα ελαφρό στοιχείο επιστημονικής φαντασίας για την εποχή, το οποίο, δυστυχώς, δύο περίπου δεκαετίες μετά έγινε πραγματικότητα (ο "καλπασμός της επιστήμης", δυστυχώς και πάλι...)
Πέραν αυτών, βλέποντας το παλιό και "γεμάτο" αυτό φιλμ δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ με θλίψη τα σύγχρονα ανάλογα, τα οποία, όσο καλά και να είναι (θυμηθείτε π.χ. τον αμνησιακό πράκτορα Bourne της αρχικής τριλογίας), είναι αδύνατο να μην καταλήξουν σε κυνηγητά, πυροβολισμούς, εκρήξεις και κάθε είδους παρομοίου θεάματος, σκηνές που, όσο καλογυρισμένες κι αν είναι, αποτελούν το φιλμικό μέρος της σεναριακής απουσίας και απευθύνονται στην πλειοψηφία των εθισμένων στη βιντεοκλιπίστικη βία σύγχρονων θεατών. Έχω κι εγώ πολλάκις απολαύσει παρόμοιες σκηνές, δεν βγάζω καθόλου απ' έξω τον εαυτό μου, δεν παύω όμως να παραμένω οπαδός ταινιών σαν αυτή, όπου τον πρώτο λόγο έχει το σενάριο, το μυστήριο, η ίντριγκα και όχι το κυνηγητό.
Όπως αντιληφθήκατε συνιστώ απόλυτα το φιλμ.

Κυριακή, Ιουλίου 09, 2017

ΤΟ "ΗΣΥΧΟ ΠΑΘΟΣ" ΤΗΣ ΕΜΙΛΙ ΜΤΙΚΙΝΣΟΝ

O βρετανός Terence Davies είναι από τους πιο ευαίσθητους σύγχρονους δημιουργούς, που σχεδόν πάντοτε επικεντρώνει τον φακό του σε γυναικείους χαρακτήρες. Ρομαντικός, χαμηλότονος, είναι απόλυτα φυσικό να συγκινηθεί από την περίπτωση της Έμιλι Ντίκινσον, η οποία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της αμερικάνικης ποίησης, και από τη δύσκολη, "έγκλειστη" ζωή της, γυρίζοντας το 2016 το "A Quiet Passion", την σπαρακτική βιογραφία της.
Η Ντίκινσον (1830-1886), από αμερικανική εύπορη οικογένεια, εξωτερικά σε ολόκληρη τη ζωή της παρουσίαζε την εικόνα τυπικής γεροντοκόρης, αποσυρμένης σχεδόν από τα εγκόσμια και την κοινωνική ζωή. Στην πραγματικότητα ήταν ευφυέστατη, επαναστάτρια, αντίθετη στο ανδροκρατούμενο (και συχνά θρησκόληπτο) κατεστημένο, ασυμβίβαστη, ετοιμόλογη, ρομαντική, ευαίσθητη. Σε ολόκληρη τη ζωή της περίμενε μια ανθρώπινη επαφή, έναν έρωτα, ο οποίος ωστόσο δεν ήρθε ποτέ, όπως ποτέ δεν έγινε διάσημη από τα ποιήματά της όσο ζούσε, ελάχιστα από τα οποία είχαν άλλωστε δημοσιευτεί. Το φιλμ την βρίσκει αρχικά έφηβη να κοντράρεται θαρραλέα με την υστερικά θρησκόληπτη διευθύντριά της για θρησκυτικά θέματα - ταμπού την εποχή αυτή. Στη συνέχεια, γυναίκα πλέον, ζει με την οικογένειά της (γονείς, αδελφή και αδελφός) και αρχικά συμμετέχει στην κοινωνική ζωή, αποκαλύπτοντας μάλιστα μεγάλη ευφυία και ετοιμολογία, παίρνει μέρος σε συζητήσεις, μερικές φορές ενοχλεί με την αντισυμβατικότητά ης. Παράλληλα γράφει τα ποιήματά της. Η έλλειψη ερωτικής επαφής, ο ρομαντισμός της, κάποια οικογενειακά γεγονότα και, τελικά, η αρρώστεια της, θα την κάνουν βαθμαία να αποσυρθεί απόλυτα από την κοινωνία και να μείνει για πάμπολλα χρόνια κυριολεκτικά κλεισμένη στον επάνω όροφο του σπιτιού της, έχοντας επαφή μόνο με μέλη της οικογένειάς της και, φυσικά, γράφοντας ασταμάτητα. Μέχρι το τέλος.
Το φιλμ είναι βεβαίως απόλυτα μελαγχολικό, καταθλιπτικό ίσως θα έλεγα. Στην ηρωίδα - αυτό είναι το χαρακτηριστικό - δεν συμβαίνουν συγκλονιστικά γεγονότα που ανατρέππουν τα πάντα. Είναι αυτή η ύπουλη νοσταλγία για κάτι που δεν έζησε ποτέ, η πνιγηρή ατμόσφαιρα του ασφυκτικού κατεστημένου της εποχής, η μεγάλη ευαισθησία της, ο βαθύς ρομαντισμός - αλλά και η ειλικρίνειά της - που θα την κάνουν να ζήσει στην απόλυτη μοναξιά. Ο Davies μας δείχνει με χαμηλότονο, "ύπουλο" πραγματικά τρόπο, το πώς το βαθιά συντηρητικό κοινωνικό περιβάλλον διαβρώνει τελικά - βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος στην ευαισθησία και την φύσει επαναστατικότητά της - τη ζωή της τραγικής ηρωίδας, οδηγώντας την στην απόλυτη παραίτηση.
Εξαιρετικές εικόνες άλλων εποχών, αργοί ρυθμοί, ευαισθησία πάνω απ' όλα, συνθέτουν μια ταινία που σίγουρα θα κουράσει πολλούς - και άλλους τόσους θα μελαγχολήσει απόλυτα. Πλην όμως παραμένει όμορφη, τρυφερή, συγκινητική δίχως εξάρσεις, με τη μελαγχολία που λέγαμε να την διαποτίζει βαθιά, κυρίως στο δεύτερο μισό. Δειτε το έργο ενός ευαίσθητου και ρομαντικού δημιουργού, έχοντας όμως πρώτα λάβει υπ' όψιν όλες τις παραπάνω παρατηρήσεις.

Πέμπτη, Ιουλίου 06, 2017

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΨΥΧΑΚΗΔΕΣ ΣΤΟ "TRUTHOR CONCEQUENCES, N.M."

Το αγνοούσα: Ο γνωστός ηθοποιός Kiefer Sutherland (ναι, ο γιος του μεγάλου Donald) έχει σκηνοθετήσει δύο ταινίες στη δεκαετία του 90. Η πρώτη από αυτές, του 1997, είναι το "Truth or Concequences, N.M." και είναι ένα φιλμ δράσης, με ληστεία και ρομαντικό έρωτα, κάτι σαν πιο σύγχρονο "Μπόνι και Κλάιντ" ή "True Romance" ή κάτι τέτοιο. Και μάλιστα μπορώ να σας πω ότι βλέπεται μια χαρά.
Ο ήρωας (ο Βίνσεντ Γκάλο) αποφυλακίζεται, συναντά την κοπέλα του, με την οποία παραμένει ερωτευμένος, και την "παλιοπαρέα" και, φυσικά, οργανώνουν μια καινούρια "δουλειά" με ναρκωτικά και σχετικούς παραλήπτες. Ωστόσο τίποτα δεν πάει καλά, κυρίως εξαιτίας ενός μέλους της συμμορίας, του ψυχοπαθούς και τρελαμένου με τα όπλα Κέρτις. Έτσι θα αφήσουν πίσω τους πτώματα, θα καταδιωχτούν από διάφορους αλλάζοντας διαρκώς (κλεμμένα φυσικά) αυτοκίνητα, θα απαγάγουν ένα άσχετο ζεύγος και θα τους κρατήσουν ως ομήρους και, βέβαια, το αντιλαμβάνεστε, το φινάλε θα είναι αιματηρό. Ωστόσο, το είπαμε, ο έρωτας έρωτας!
Η ταινία βέβαια δεν είναι κάτι πρωτότυπο, θυμίζει μάλιστα αρκετές παρόμοιες (λίγο δρόμος, λίγο έγκλημα, λίγος έρωτας, λίγη βία...). Ωστόσο είναι καλογυρισμένη και πιστεύω ότι θα κρατήσει τον θεατή, όπως κράτησε και μένα. Ο ίδιος ο Kiefer είναι πειστικός στο ρόλο του "κακού" (του ψυχάκια πιστολέρο και της βασικής αιτίας των δεινών που συσσωρεύονται), ενώ ο ρομαντικός κατά βάθος έρωτας - μαζί μέχρι όπου μας βγάλει - του παράνομου ζευγαριού παραπέμπει σ' αυτά που επισημάναμε παραπάνω. Ενδιαφέρον στοιχείο είναι η σχέση της συμμορίας με το απαχθέν ζεύγος, το οποίο, άθελά του βεβαίως, γίνεται μέλος της "παρέας" και εμπλουτίζει την πινακοθήκη των χαρακτήρων. Στο δρόμο, για να γίνουν τα σεναριακά πράγματα πιο ενδιαφέροντα, αποκαλύπτονται και κάποιες κρυφές πτυχές και μυστικά άλλων μελών της συμμορίας.
Σας το είπα: Το φιλμ, σκληρό και σε κάποιες στιγμές τρυφερό ταυτόχρονα, δεν "κομίζει γλαύκα εις Αθήνας", ωστόσο είναι στιβαρό, σχετικά βίαιο (όχι τίποτα αβάσταχτο), σχετικά "βρώμικο" (όχι πολύ και πάλι) και γενικά δεν νομίζω ότι θα πλήξετε. Να λοιπόν που ο μικρός Σάντερλαντ ξέρει και σινεμά!

Τρίτη, Ιουλίου 04, 2017

ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΕΙΣ (ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΕΣ) ΣΤΗ "ΧΑΜΕΝΗ ΠΟΛΗ ΤΟΥ Ζ"

Ομολογώ ότι ποτέ δεν με ενθουσίασαν οι ταινίες του James Gray. Η γνώμη μου γι' αυτόν (ο οποίος, ωστόσο, είναι αναμφισβήτητα δημιουργός με προσωπικότητα) δεν άλλαξε με το φιλμ του "Η Χαμένη Πόλη του Ζ" του 2016. Αφηγείται την αληθινή ιστορία του διάσημου στην εποχή του εξερευνητή της νοτιοαμερικανικής ηπείρου Πέρσι Φόσετ, ο οποίος εξαφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 20, προκαλώντας άπειρες συζητήσεις και θεωρίες για το τι πραγματικά συνέβει.
Η ταινία παρακολουθεί την πορεία του φιλόδοξου βρετανού αξιωματικού από τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν στέλνεται για να χαρτογραφήσει τα ανεξερεύνητα σύνορα Βραζιλίας - Βενεζουέλας και λείπει για δύο χρόνια, αφήνοντας πίσω σύζυγο και μικρό παιδί. Στα δύσκολα τροπικά δάση θα κολλήσει το "μικρόβιο" της εξερεύνησης και του πάθους γι' αυτά και, αν και διάσημος (κάτι σαν ήρωας στην πατρίδα του), θα διακινδυνεύσει την επιστημονική φήμη του δηλώνοντας ότι ανακάλυψε ίχνη μιας χαμένης πόλης ενός άγνωστου πολιτισμού (κάτι σαν το μυθικό - και ανύπαρκτο - Ελντοράντο). Στη συνέχεια θα οργανώσει και δεύτερη αποστολή, θα πολεμήσει στον Α' παγκόσμιο πόλεμο και, τελικά θα πάει στις ζούγκλες των ονείρων του για τρίτη φορά.
Η ταινία επικεντρώνεται σε πολλά θέματα: Από το ρομαντικό πάθος για περιπέτεια και "αναχώρηση" από την ρουτίνα της καθημερινότητας μέχρι τις σχέσεις "θέλω και πρέπει", επιθυμίας και καθήκοντος, τουτέστιν τη σύγκρουση ανάμεσα στην οικογενειακή ζωή και τα καθήκοντά του και το εξερευνητικό πάθος του, και από την κριτική της αποικιοκρατίας μέχρι τη σχεδόν μεταφυσική αναζήτηση μιας "διαφορετικής", περιπετειώδους ψυχής. Ας σημειωθεί ότι η γυναίκα που άφηνε κάθε φορά πίσω του ήταν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσωπικότητα, πρωτο-φεμινίστρια, αμφισβητίας του κοινωνικού συστήματος, μορφωμένη και αξιόλογη σε όλα τα επίπεδα, οπότε μη φανταστείτε ότι ο ήρωας προσπαθούσε να ξεφύγει από μια ρουτινιάρικη και καθόλου πνευματική καθημερινότητα.
Καλά όλα αυτά, ωστόσο το φιλμ κυλά αργόσυρτα κατά τη γνώμη μου. Λείπει νομίζω το πάθος, η τρέλα των αντίστοιχων ηρώων ενός Χέρτσογκ, το νεύρο. Η μπρος - πίσω περιπλανήσεις του ήρωα από τις ανεξερεύνητες ζούγκλες στην βρετανική καθημερινότητα μάλλον με κούρασαν, πράγμα στο οποίο συνέβαλλε και η διάρκεια των 140 λεπτών. Γενικά το βρήκα πολύ χαμηλότονο για ένα τέτοιο, ρομαντικό τελικά, θέμα (να τονίσω ότι δεν έχω τίποτα εναντίον της χαμηλότονης αντιμετώπισης, απλώς εδώ βρήκα ότι αυτή δεν ταίριαζε με το μυστηριώδες και το μεγαλεπήβολο του συγκεκριμένου θέματος).
Έχει το ενδιαφέρον της, δεν θα τη χαρακτήριζα κακή, ούτε όμως με ενθουσίασε. Μάλλον με κούρασε, όπως είπα και πριν.