Όπως ήταν αναμενόμενο, μετά την τεράστια επιτυχία της "Σιωπής των Αμνών" τα διάφορα σίκουελ, πρίκουελ που σχετίζονται με τον ανατριχιαστικό ιδιοφυή κανίβαλο δολοφόνο δίνουν και παίρνουν. Ήταν ζήτημα χρόνου λοιπόν να μάθουμε τα πάντα και για την παιδική του ηλικία, για το "πώς το έπαθε" και να παρακολουθήσουμε τα πρώτα βήματα της αιμοσταγούς καριέρας του. Από την άλλη ο Peter Weber είχε ξεκινήσει εντυπωσιακά με το ατμοσφαιρικό "Κορίτσι με το Μαργαριταρένιο Σκουλαρίκι" και περιμέναμε τα επόμενα βήματά του. Φοβάμαι όμως ότι στη συνέχεια μάλλον το έχασε...
Στο "Hannibal Rising" του 2007 λοιπόν, ο μικρός Χάνιμπαλ, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, βιώνει κατά την παιδική του ηλικία, κατά τη διάρκεια του πολέμου, μια πραγματικά εφιαλτική εμπειρία, η οποία θα τον τραυματίσει ψυχικά για πάντα. Στη συνέχεια τον βρίσκουμε στα 17 του πλέον στο Παρίσι, όπου σπουδάζει ιατρική και ζει με τη θεία του (τη χήρα γυναίκα του θείου του), την οποία δεν αργεί να ερωτευτεί, καθότι αυτή τυγχάνει να είναι η Γκονγκ Λι. Ωστόσο η εμμονή του να πάρει εκδίκηση από όσους έκαναν ό, τι έκαναν πριν χρόνια, στον πόλεμο, είναι ασίγαστη και όλα τα άλλα μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. . Για να την πραγματοποιήσει θα θυσιάσει τα πάντα. Κι όταν όλα θα γίνουν σύμφωνα με την ακατανίκητη επιθυμία του, που δεν του αφήνει, όπως είπαμε, περιθώρια για οτιδήποτε άλλο, θα έχουμε πλέον μπροστά μας τον Χάνιμπαλ Λέκτερ που γνωρίσαμε στη "Σιωπή".
Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα. Όλα ακολουθούν μια προκαθορισμένη, απόλυτα προβλέψιμη, δίχως εκπλήξεις πορεία και όλα, νομίζω, γίνονται πολύ "εύκολα", ενώ όλοι γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι τον Χάνιμπαλ δεν τον πιάνει κανένας. Επίσης δεν ξέρω αν, μετά απ' όσα πέρασε και αφού το νεανικό του μένος στρέφεται βασικά ενάντια σε παλιούς ναζί ή συνεργάτες των γερμανών (αυτό δεν με χαλάει) , καλούμαστε να "συμπαθήσουμε" και να "κατανοήσουμε" το τέρας και την περαιτέρω πορεία του...
Η σκηνοθεσία προσπαθεί να είναι όσο γίνεται ατμοσφαιρική, δεν νομίζω όμως ότι τη βοηθά το μάλλον flat σενάριο. Γενικά ίσως να μη με κούρασε καθώς το έβλεπα, δεν διέκρινα όμως και τίποτα ιδιαίτερο. Αν δεν το έβλεπα δεν νομίζω ότι θα έχανα και πολλά. Κρίμα για τον Weber πάντως...
ΥΓ: Να περιμένουμε να δούμε και τη γεροντική ηλικία του Λέκτερ, όπου, κλεισμένος με άνοια σε γηριατρικό ίδρυμα, θα γευματίζει (με) τους υπόλοιπους υπερήλικες έγκλειστους;
Τρίτη, Ιουλίου 21, 2015
Πέμπτη, Ιουλίου 16, 2015
Η ΠΑΡΩΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟ "WHAT WAY TO GO!"
Η δεκαετία του 60 παρήγαγε κάθε είδους φιλμ. Αλλά και παρωδίες των ειδών αυτών. Έτσι λοιπόν το 1964 ο J. Lee Thompson (1914-2002) γυρίζει, με ένα all star cast το πλούσιο και ευχάριστο "What way to Go!". Επικεφαλής η Σίρλεϊ Μακ Λέιν και δίπλα της οι (κρατηθείτε) Πολ Νιούμαν, Ρόμπερτ Μίτσαμ, Τζιν Κέλι, Ντιν Μάρτιν, Ντικ Βαν Ντάικ! Σπάνιο.
Η ιστορία είναι εντελώς τρελή : Μια όμορφη νεαρή χωριατοπούλα το μόνο που θέλει είναι να ζήσει μια ήσυχη, ευτυχισμένη ζωή με έναν καλό σύζυγο. Ποια είναι όμως η κατάρα της; Ναι, βρίσκει τον εκάστοτε κατάλληλο, τον παντρεύεται και τότε κάτι συμβαίνει, αυτός αρχίζει να γίνεται απίστευτα πλούσιος και πετυχημένος, ξεκινά τη μεγάλη ζωή (που η ίδια βαριέται) και τελικά, στο απώγειο πλούτου και δόξας... πεθαίνει. Σαν η όμορφη και διαρκώς χήρα ηρωίδα να διαθέτει το άγγιγμα του Μίδα, αλλά και την κατάρα του. Στην πρώτη σκηνή η ηρωίδα προσπαθεί να δωρίσει στο κράτος ένα αμύθητο ποσό για να το ξεφορτωθεί και να επιστρέψει στην απλή ζωή, την περνούν για τρελή, την στέλνουν σε ψυχίατρο και σ' εκείνον αφηγείται την απίστευτη ιστορία της και τους τέσσερεις γάμους της.
Πρόκειται για μαύρη κωμωδία, με τους εκάστοτε θανάτους να διακωμωδούνται όσο δεν παίρνει.. Κυρίως όμως, όπως είπαμε, πρόκειται για παρωδία κινηματογραφικών ειδών. Με διαφορετικό κινηματογραφικό ύφος κάθε φορά, με κάθε διαφορετικό άντρα, το μιούζικαλ, το κοινωνικό φιλμ - με λίγο από γουέστερν, η φιγούρα του μποέμ, βασανισμένου και γεμάτου υπαρξιακά ερωτήματα καλλιτέχνη και άλλα θέματα και στιλ οδηγούνται στην παρωδία. Το ίδιο το θέαμα και οι show busines αυτοσαρκάζονται - από τα εξωφρενικά κοστούμια που σε κάθε σκηνή φορά η ΜακΛέιν μέχρι τα υπερβολικά και πολύ συχνά επίτηδες κιτς σκηνικά. Η μοντέρνα τέχνη, οι αλλαγές που φέρνει στον άνθρωπο το χρήμα, η παράνοια και η μεγαλομανία που δημιουργεί η επιτυχία, είναι μερικά από τα θέματα που θίγονται και σατιρίζονται.
Επιτυχημένο και ξεκαρδιστικό σε κάποια σημεία, λιγότερο σε κάποια άλλα (αναμενόμενο, αφού στην ουσία πρόκειται για ένα είδος σπονδυλωτού φιλμ), το "What way to Go!" αποτελεί μια παράξενη προσπάθεια πριν ο όρος "μεταμοντέρνο" επινοηθεί καν. Ίσως γι' αυτό - και για το αξιοπερίεργο της υπόθεσης - να αξίζει να το ψάξετε. Και για το καστ φυσικά.
Η ιστορία είναι εντελώς τρελή : Μια όμορφη νεαρή χωριατοπούλα το μόνο που θέλει είναι να ζήσει μια ήσυχη, ευτυχισμένη ζωή με έναν καλό σύζυγο. Ποια είναι όμως η κατάρα της; Ναι, βρίσκει τον εκάστοτε κατάλληλο, τον παντρεύεται και τότε κάτι συμβαίνει, αυτός αρχίζει να γίνεται απίστευτα πλούσιος και πετυχημένος, ξεκινά τη μεγάλη ζωή (που η ίδια βαριέται) και τελικά, στο απώγειο πλούτου και δόξας... πεθαίνει. Σαν η όμορφη και διαρκώς χήρα ηρωίδα να διαθέτει το άγγιγμα του Μίδα, αλλά και την κατάρα του. Στην πρώτη σκηνή η ηρωίδα προσπαθεί να δωρίσει στο κράτος ένα αμύθητο ποσό για να το ξεφορτωθεί και να επιστρέψει στην απλή ζωή, την περνούν για τρελή, την στέλνουν σε ψυχίατρο και σ' εκείνον αφηγείται την απίστευτη ιστορία της και τους τέσσερεις γάμους της.
Πρόκειται για μαύρη κωμωδία, με τους εκάστοτε θανάτους να διακωμωδούνται όσο δεν παίρνει.. Κυρίως όμως, όπως είπαμε, πρόκειται για παρωδία κινηματογραφικών ειδών. Με διαφορετικό κινηματογραφικό ύφος κάθε φορά, με κάθε διαφορετικό άντρα, το μιούζικαλ, το κοινωνικό φιλμ - με λίγο από γουέστερν, η φιγούρα του μποέμ, βασανισμένου και γεμάτου υπαρξιακά ερωτήματα καλλιτέχνη και άλλα θέματα και στιλ οδηγούνται στην παρωδία. Το ίδιο το θέαμα και οι show busines αυτοσαρκάζονται - από τα εξωφρενικά κοστούμια που σε κάθε σκηνή φορά η ΜακΛέιν μέχρι τα υπερβολικά και πολύ συχνά επίτηδες κιτς σκηνικά. Η μοντέρνα τέχνη, οι αλλαγές που φέρνει στον άνθρωπο το χρήμα, η παράνοια και η μεγαλομανία που δημιουργεί η επιτυχία, είναι μερικά από τα θέματα που θίγονται και σατιρίζονται.
Επιτυχημένο και ξεκαρδιστικό σε κάποια σημεία, λιγότερο σε κάποια άλλα (αναμενόμενο, αφού στην ουσία πρόκειται για ένα είδος σπονδυλωτού φιλμ), το "What way to Go!" αποτελεί μια παράξενη προσπάθεια πριν ο όρος "μεταμοντέρνο" επινοηθεί καν. Ίσως γι' αυτό - και για το αξιοπερίεργο της υπόθεσης - να αξίζει να το ψάξετε. Και για το καστ φυσικά.
Τρίτη, Ιουλίου 14, 2015
ΟΙ ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΜΠΕΛΙΕ
Ο γαλλικός κινηματογράφος φαίνεται ότι τελικά καταφέρνει να παράγει σχεδόν κάθε χρόνο μια μεγάλη επιτυχία. Το 2011 ας πούμε ήταν οι ξεκαρδιστικοί "Intouchables", το 2013 το "Θεέ μου, τι σου κάναμε" (βρήκα το πρώτο πολύ διασκεδαστικό ενώ το δεύτερο δεν μου άρεσε ιδιαίτερα) και το 2014 έρχεται η "Οικογένεια Μπελιέ" του Eric Lartigau. Η οποία βεβαίως δεν είναι ακριβώς κωμωδία, αλλά κομεντί, οπότε μην περιμένετε σε καμία περίπτωση να γελάσετε "χοντρά", όπως γινόταν με τις δύο προαναφερθείσες.
Η 15χρονη ηρωίδα είναι το μόνο μέλος της ομώνυμης οικογένειας αγροτών της γαλλικής επαρχίας που μιλά και ακούει, καθώς τα υπόλοιπα μέλη (γονείς και μικρότερος αδελφός) είναι κωφάλαλα. Γενικώς πρόκειται για μια όχι τόσο συνηθισμένη οικογένεια, πράγμα που επιτείνεται όταν ο (μάλλον σεξομανής) πατέρας αποφασίζει να βάλει υποψηφιότητα για δήμαρχος, ενώ ο αδελφός ερωτεύεται την καλύτερη φίλη της Πολά. Η ίδια, ανάμεσα στο σχολείο και στις πάμολλες οικογενειακές υποχρεώσεις (μεταξύ των οποίων να κάνει τον διερμηνέα στους γονείς της) ανακαλύπτει - μέσω ενός βαριεστημένου καθηγητή - ότι έχει εξαιρετική φωνή και προσπαθεί να τους πείσει ότι πρέπει να φύγει στο Παρίσι για σπουδές. Και υπάρχουν κι άλλα...
Εντάξει, η ταινία διαθέτει ευαισθησία και σίγουρα και χιούμορ (όχι ξεκαρδιστικό, συγκρατημένο, το τονίζω και πάλι) και αποτελεί ουσιαστικά μια ιστορία ενηλικίωσης. Διαθέτει και τις συγκινητικές πινελιές της (ειδικά στη σκηνή του τραγουδιού), οπότε μπορώ να καταλάβω γιατί άρεσε. Επίσης αποφεύγει να κάνει αστεία με το θέμα της κωφότητας (υπάρχουν λίγα και καθόλου προσβλητικά) και παίρνει θέση (χαμηλότονα) υπέρ της διαφορετικόητας. Τέλος η νεαρή πρωταγωνίστρια είναι εξαιρετική. Συνολικά πάντως, παρά το ότι κυλά σχετικά ευχάριστα και ισορροπεί ανάμεσα στο κωμικό και το (ελαφρώς) δραματικό, δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε ιδιαίτερα. Θα την χαρακτήριζα απλώς συμπαθητιική (ιδιαίτερα αν τη δείτε σε κανένα θερινό σινεμαδάκι με όλα τα σχετικά).
Η 15χρονη ηρωίδα είναι το μόνο μέλος της ομώνυμης οικογένειας αγροτών της γαλλικής επαρχίας που μιλά και ακούει, καθώς τα υπόλοιπα μέλη (γονείς και μικρότερος αδελφός) είναι κωφάλαλα. Γενικώς πρόκειται για μια όχι τόσο συνηθισμένη οικογένεια, πράγμα που επιτείνεται όταν ο (μάλλον σεξομανής) πατέρας αποφασίζει να βάλει υποψηφιότητα για δήμαρχος, ενώ ο αδελφός ερωτεύεται την καλύτερη φίλη της Πολά. Η ίδια, ανάμεσα στο σχολείο και στις πάμολλες οικογενειακές υποχρεώσεις (μεταξύ των οποίων να κάνει τον διερμηνέα στους γονείς της) ανακαλύπτει - μέσω ενός βαριεστημένου καθηγητή - ότι έχει εξαιρετική φωνή και προσπαθεί να τους πείσει ότι πρέπει να φύγει στο Παρίσι για σπουδές. Και υπάρχουν κι άλλα...
Εντάξει, η ταινία διαθέτει ευαισθησία και σίγουρα και χιούμορ (όχι ξεκαρδιστικό, συγκρατημένο, το τονίζω και πάλι) και αποτελεί ουσιαστικά μια ιστορία ενηλικίωσης. Διαθέτει και τις συγκινητικές πινελιές της (ειδικά στη σκηνή του τραγουδιού), οπότε μπορώ να καταλάβω γιατί άρεσε. Επίσης αποφεύγει να κάνει αστεία με το θέμα της κωφότητας (υπάρχουν λίγα και καθόλου προσβλητικά) και παίρνει θέση (χαμηλότονα) υπέρ της διαφορετικόητας. Τέλος η νεαρή πρωταγωνίστρια είναι εξαιρετική. Συνολικά πάντως, παρά το ότι κυλά σχετικά ευχάριστα και ισορροπεί ανάμεσα στο κωμικό και το (ελαφρώς) δραματικό, δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε ιδιαίτερα. Θα την χαρακτήριζα απλώς συμπαθητιική (ιδιαίτερα αν τη δείτε σε κανένα θερινό σινεμαδάκι με όλα τα σχετικά).
Τρίτη, Ιουλίου 07, 2015
"ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ"... ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΑΣΙΚΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ
Βρισκόμαστε στα 1953. Ο Fred Zinnemann (1907-1997), μετά το "Τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές" της περασμένης χρονιάς, κάνει μια ακόμα πασίγνωστη ταινία, το "Όσο Υπάρχουν Άνθρωποι" (From Here to Eternity" ο πρωτότυπος τίτλος), με ένα πολύ δυνατό καστ: Μπαρτ Λάνκαστερ, Μοντγκόμερι Κλιφτ, Ντέμπορα Κερ, Ντόνα Ριντ, Φρανκ Σινάτρα, Έρνεστ Μποργκνάιν...
Πρόκειται για ένα "βαρύ" δράμα, που παραμένει κλασικό στο είδος του. Εξετάζει τις ιστορίες, τους χαρακτήρες και τους έρωτες μιας ομάδας στρατιωτικών, που η μονάδα τους βρίσκεται στη Χαβάη λίγο πριν η Αμερική μπει στον πόλεμο που μαίνεται ήδη στην Ευρώπη και απλώνεται... Ποικιλία χαρακτήρων, πάθη, διαμάχες που μπορεί να οδηγήσουν στα άκρα, ένα - από μία μόνο πλευρά - όχι και τόσο κολακευτικό "πορτρέτο" της στρατιωτικής ζωής... και ξαφνικά όλα καταρρέουν και οι ατομικές ζωές παύουν να έχουν αξία καθώς, εκεί ακριβώς, "συμβαίνει" το Περλ Χάρμπορ και ο πόλεμος θα σαρώσει τα πάντα.
Φυσικά οι εντάσεις, τα πάθη, η σκιαγράφηση των πολλών και διαφορετικών χαρακτήρων και οι καλές ηθοποιίες είναι εξασφαλισμένα και, μέχρι σήμερα, κρατούν τους θεατές που αρέσκονται στα μεγάλα δράματα. Θα μείνω λίγο στους χαρακτήρες, αφού πιστεύω ότι δίνονται ανάγλυφα και πειστικά και οι διαφορές ανάμεσά τους τονίζονται θαυμάσια. Κι αυτό, βεβαίως, αφορά τόσο τους ανδρικούς όσο και τους γυναικείους: Ο "τυπικος" και άψογος επαγγελματικά Λάνκαστερ, ο "πεισματάρης" και με προσωπική ηθική Κλιφτ, η κυνική πόρνη που βαθμιαία αλλάζει Ριντ, ο "ρέμπελος" Σινάτρα, η καταπιεσμένη Κερ... Ναι, σίγουρα πρόκειται για ένα δράμα χαρακτήρων.
Ιδεολογικά θα το χαρακτήριζα κάπως αμφιλεγόμενο. Υπάρχουν βεβαίως τα πάθη, οι έρωτες, τα μίση, στη βάση όλων αυτών όμως κυριαρχεί η αγάπη όλων για τη δουλειά τους, για τον στρατό δηλαδή και τη στρατιωτική ζωή. Κι όταν ξεσπά ο πόλεμος, όλοι είναι πρόθυμοι να αφήσουν πίσω τους τα πάντα προκειμένου να υπηρετήσουν την πατρίδα. Χμμμ... Θεωρώ πάντως ότι δίνει ανάγλυφα το γεγονός ότι οι προσωπικές ζωές σαρώνονται, καταρρέουν, όταν κάτι μεγάλο - όπως ένας πόλεμος - ξεσπά εκεί έξω. Πώς δηλαδή το ατομικό συντρίβεται από το ευρύτερο κοινωνικό. Από την άλλη θαυμάζω την τότε "τόλμη" του κλασικού και απευθυνόμενου "σε όλους" Χόλιγουντ της εποχής, το οποίο δεν συνέδεε την (ζητούμενη προφανώς) οικονομική επιτυχία με ντε και καλά χάπι εντ. Κάθε άλλο μάλιστα. Τελικά, από κάποιες απόψεις, τα πράγματα έχουν γίνει πιο συντηρητικά στις μέρες μας, με το στυγνό (και απίστευτα βαρετό για μένα) κυνήγι του κέρδους (και μόνο) και με τα σύγχρονα μπλογκμπάστερ, η παραγωγή των οποίων αφορά περισσότερο λογιστές παρά δημιουργούς...
Ξαναλέω: Στο είδος του κλασικό, αν και είναι λογικό πολλοί να απεχθάνονται τα βαριά μελοδράματα.
Πρόκειται για ένα "βαρύ" δράμα, που παραμένει κλασικό στο είδος του. Εξετάζει τις ιστορίες, τους χαρακτήρες και τους έρωτες μιας ομάδας στρατιωτικών, που η μονάδα τους βρίσκεται στη Χαβάη λίγο πριν η Αμερική μπει στον πόλεμο που μαίνεται ήδη στην Ευρώπη και απλώνεται... Ποικιλία χαρακτήρων, πάθη, διαμάχες που μπορεί να οδηγήσουν στα άκρα, ένα - από μία μόνο πλευρά - όχι και τόσο κολακευτικό "πορτρέτο" της στρατιωτικής ζωής... και ξαφνικά όλα καταρρέουν και οι ατομικές ζωές παύουν να έχουν αξία καθώς, εκεί ακριβώς, "συμβαίνει" το Περλ Χάρμπορ και ο πόλεμος θα σαρώσει τα πάντα.
Φυσικά οι εντάσεις, τα πάθη, η σκιαγράφηση των πολλών και διαφορετικών χαρακτήρων και οι καλές ηθοποιίες είναι εξασφαλισμένα και, μέχρι σήμερα, κρατούν τους θεατές που αρέσκονται στα μεγάλα δράματα. Θα μείνω λίγο στους χαρακτήρες, αφού πιστεύω ότι δίνονται ανάγλυφα και πειστικά και οι διαφορές ανάμεσά τους τονίζονται θαυμάσια. Κι αυτό, βεβαίως, αφορά τόσο τους ανδρικούς όσο και τους γυναικείους: Ο "τυπικος" και άψογος επαγγελματικά Λάνκαστερ, ο "πεισματάρης" και με προσωπική ηθική Κλιφτ, η κυνική πόρνη που βαθμιαία αλλάζει Ριντ, ο "ρέμπελος" Σινάτρα, η καταπιεσμένη Κερ... Ναι, σίγουρα πρόκειται για ένα δράμα χαρακτήρων.
Ιδεολογικά θα το χαρακτήριζα κάπως αμφιλεγόμενο. Υπάρχουν βεβαίως τα πάθη, οι έρωτες, τα μίση, στη βάση όλων αυτών όμως κυριαρχεί η αγάπη όλων για τη δουλειά τους, για τον στρατό δηλαδή και τη στρατιωτική ζωή. Κι όταν ξεσπά ο πόλεμος, όλοι είναι πρόθυμοι να αφήσουν πίσω τους τα πάντα προκειμένου να υπηρετήσουν την πατρίδα. Χμμμ... Θεωρώ πάντως ότι δίνει ανάγλυφα το γεγονός ότι οι προσωπικές ζωές σαρώνονται, καταρρέουν, όταν κάτι μεγάλο - όπως ένας πόλεμος - ξεσπά εκεί έξω. Πώς δηλαδή το ατομικό συντρίβεται από το ευρύτερο κοινωνικό. Από την άλλη θαυμάζω την τότε "τόλμη" του κλασικού και απευθυνόμενου "σε όλους" Χόλιγουντ της εποχής, το οποίο δεν συνέδεε την (ζητούμενη προφανώς) οικονομική επιτυχία με ντε και καλά χάπι εντ. Κάθε άλλο μάλιστα. Τελικά, από κάποιες απόψεις, τα πράγματα έχουν γίνει πιο συντηρητικά στις μέρες μας, με το στυγνό (και απίστευτα βαρετό για μένα) κυνήγι του κέρδους (και μόνο) και με τα σύγχρονα μπλογκμπάστερ, η παραγωγή των οποίων αφορά περισσότερο λογιστές παρά δημιουργούς...
Ξαναλέω: Στο είδος του κλασικό, αν και είναι λογικό πολλοί να απεχθάνονται τα βαριά μελοδράματα.
Δευτέρα, Ιουνίου 29, 2015
ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ "ΜΙΚΡΟΥ ΝΗΣΙΟΥ"
Ο ακμάζων ισπανικός κινηματογράφος προσθέτει μια ακόμα καλή ταινία στο σερί των αρκετών τελευταίων χρόνων: Το "Μικρό Νησί" ((La Isla Minima) του Alberto Rodriguez του 2014. Πρόκειται για ένα στιβαρό αστυνομικό θρίλερ, με εξαιρετική ατμόσφαιρα 70ς.
Το 1980 δύο αστυνομικοί φτάνουν σε μια μικρή ισπανική κωμόπολη στο πουθενά, στις εκβολές ενός μεγάλου ποταμού, για να εξιχνιάσουν την εξαφάνιση δύο νεαρών αδελφών κοριτσιών, η οποία μάλιστα δεν είναι η πρώτη τα τελευταία χρόνια. Η έρευνα προχωρά αργά, με διάφορα εμπόδια, ενώ όλο και περισσότερα κρυμένα μυστικά αποκαλύπτονται. Μυστικά που αφορούν το σύνολο των κατοίκων, οι οποίοι δεν είναι και πολύ πρόθυμοι για αποκαλύψεις. Στο μεταξύ οι δύο άντρες πρέπει να συνεργαστούν στενά, παρά τις ιδεολογικές διαφορές τους και το διαφορετικό στιλ ζωής τους...
Κατ' αρχήν θα επισημάνω την πολύ πετυχημένη ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 70, όπως προανέφερα. Από το όλο περιβάλλον μέχρι την ίδια την "καμμένη" θαρρείς, ξασπρισμένη φωτογραφία, όλα λειτουργούν πειστικότατα (και νοσταλγικά για πολλούς σινεφίλ). Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο όμως είναι ότι ο Rodriguez εμπλέκει στην ιστορία και το πολιτικό παρελθόν ολόκληρης της χώρας. Το 1980 βλέπετε η φασιστική φρανκική δικτατορία είχε πέσει σχετικά πρόσφατα (το 1975 συγκεκριμένα) και πάμπολλά κατάλοιπα και "νοσταλγοί" παρέμεναν όχι μόνο ανάμεσα στον κόσμο, αλλά και σε θέσεις - κλειδιά της εξουσίας. Η κατάσταση ήταν ακόμα αβέβαιη. Ακόμα και οι δύο βασικοί χαρακτήρες έχουν σχέση μ' αυτό. Το παρελθόν αποκαλύπτεται αργά και βασανιστικά και μπλέκει αξεδιάλυτα με την παρούσα έρευνα. Ταυτόχρονα η πλοκή, οι εκπλήξεις, το σασπένς, διατηρούνται αμείωτα, δίχως τα παραπάνω στοιχεία να κάνουν τον θεατή (εμένα τουλάχιστον) να βαρεθεί ή να "ξεστρατίσει" από τη βασική ιστορία.
Τέλος θα ήθελα να επισημάνω το αμφιλεγόμενο των χαρακτήρων. Βλέπετε, τίποτα δεν είναι άσπρο - μαύρο. Κάποιοι, ας πούμε, μπορεί να είναι εξαιρετικά τίμιοι στη δουλειά τους και συγχρόνως... ας μη σας αποκαλύψω το "συγχρόνως". Έτσι δεν συμβαίνει και στην αληθινλή ζωή;
Βρήκα το φιλμ εξαιρετικό. Από τα πολύ καλά νουάρ των τελευταίων χρόνων. Το συνιστώ στους φίλους του είδους - αν και δεν παραμένει μόνο στο είδος, αλλά σκάβει βαθύτερα και σχολιάζει και αρκετά άλλα πράγματα...
Το 1980 δύο αστυνομικοί φτάνουν σε μια μικρή ισπανική κωμόπολη στο πουθενά, στις εκβολές ενός μεγάλου ποταμού, για να εξιχνιάσουν την εξαφάνιση δύο νεαρών αδελφών κοριτσιών, η οποία μάλιστα δεν είναι η πρώτη τα τελευταία χρόνια. Η έρευνα προχωρά αργά, με διάφορα εμπόδια, ενώ όλο και περισσότερα κρυμένα μυστικά αποκαλύπτονται. Μυστικά που αφορούν το σύνολο των κατοίκων, οι οποίοι δεν είναι και πολύ πρόθυμοι για αποκαλύψεις. Στο μεταξύ οι δύο άντρες πρέπει να συνεργαστούν στενά, παρά τις ιδεολογικές διαφορές τους και το διαφορετικό στιλ ζωής τους...
Κατ' αρχήν θα επισημάνω την πολύ πετυχημένη ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 70, όπως προανέφερα. Από το όλο περιβάλλον μέχρι την ίδια την "καμμένη" θαρρείς, ξασπρισμένη φωτογραφία, όλα λειτουργούν πειστικότατα (και νοσταλγικά για πολλούς σινεφίλ). Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο όμως είναι ότι ο Rodriguez εμπλέκει στην ιστορία και το πολιτικό παρελθόν ολόκληρης της χώρας. Το 1980 βλέπετε η φασιστική φρανκική δικτατορία είχε πέσει σχετικά πρόσφατα (το 1975 συγκεκριμένα) και πάμπολλά κατάλοιπα και "νοσταλγοί" παρέμεναν όχι μόνο ανάμεσα στον κόσμο, αλλά και σε θέσεις - κλειδιά της εξουσίας. Η κατάσταση ήταν ακόμα αβέβαιη. Ακόμα και οι δύο βασικοί χαρακτήρες έχουν σχέση μ' αυτό. Το παρελθόν αποκαλύπτεται αργά και βασανιστικά και μπλέκει αξεδιάλυτα με την παρούσα έρευνα. Ταυτόχρονα η πλοκή, οι εκπλήξεις, το σασπένς, διατηρούνται αμείωτα, δίχως τα παραπάνω στοιχεία να κάνουν τον θεατή (εμένα τουλάχιστον) να βαρεθεί ή να "ξεστρατίσει" από τη βασική ιστορία.
Τέλος θα ήθελα να επισημάνω το αμφιλεγόμενο των χαρακτήρων. Βλέπετε, τίποτα δεν είναι άσπρο - μαύρο. Κάποιοι, ας πούμε, μπορεί να είναι εξαιρετικά τίμιοι στη δουλειά τους και συγχρόνως... ας μη σας αποκαλύψω το "συγχρόνως". Έτσι δεν συμβαίνει και στην αληθινλή ζωή;
Βρήκα το φιλμ εξαιρετικό. Από τα πολύ καλά νουάρ των τελευταίων χρόνων. Το συνιστώ στους φίλους του είδους - αν και δεν παραμένει μόνο στο είδος, αλλά σκάβει βαθύτερα και σχολιάζει και αρκετά άλλα πράγματα...
Πέμπτη, Ιουνίου 25, 2015
SPY: ΠΑΡΩΔΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΤΖΕΙΜΣ ΜΠΟΝΤ
Οι παρωδίες διαφόρων ταινιών ή ειδών ήταν πάντοτε αρκετά συνηθισμένες στο σινεμά. Το 2015 λοιπόν, μετά το "Kingsmen" έρχεται άλλη μία παρωδία ταινιών κατασκοπείας, το "Spy" του Paul Feig, με την ευτραφή κυρία Μελίσα Μακάρθι στον βασικό ρόλο. Είπα παρωδία ταινιών κατασκοπείας, αλλά κυρίως πρόκειται για παρωδία των ταινιών του Τζέιμς Μποντ.
Η ηρωίδα έχει μεν εκπαιδευτεί ως πράκτορας, εργάζεται όμως σε υπόγειο της CIA βοηθώντας τον σούπερ κουλ πράκτορα Τζουντ Λο - άμεσα αναγνωρίσιμη αναφορά στον Μποντ - με τον οποίο, βεβαίως είναι ερωτευμένη, μόνη γαρ στα 40της. Όταν το ίνδαλμα και συνεργάτης της σκοτώνεται από τρομοκράτισα του πρώην ανατολικού μπλοκ (φυσικά), η οποία προσπαθεί να πουλήσει σε Τσετσένους τρομοράτες μικρή πυρηνική βόμβα, αναλαμβάνει η ίδια τον ρόλο του μυστικού πράκτορα και... κυριολεκτικά τα κάνει όλα, ενώ γύρω επικρατεί χαμός.
Βρήκα την ταινία αρκετά διασκεδαστική σε ορισμένα σημεία, στα οποία πραγματικά γέλασα - πράγμα που βέβαια είναι το ζητούμενο σε τέτοιου είδους φιλμ. Σε άλλα πάλι το χιούμορ μου φάνηκε πολύ χοντρό και, εν πάσει περιπτώσει, όχι τόσο διακεδαστικό. Η πρωταγωνίστρια δεν διστάζει να κάνει πλάκα με τον εαυτό της και, γενικότερα, αρκετό από το χιούμορ βασίζεται στη γυναικέια ασχήμια - όχι μόνο της Μακάρθι. Τελικά μπορώ να χαρακτηρίσω το φιλμ άνισο, ωστόσο σε γενικές γραμμές μου έμεινε μια γεύση ευθυμίας και διασκέδασης. Φυσικά δεν πρόκειται για αριστούργημα - κάθε άλλο, αλλά νομίζω ότι περνάς καλά, ιδιαίτερα σε θερινό σινεμαδάκι. Και υπάρχει και η ιστορία με τις διαρκείς ανατροπές, συνηθισμένο στοιχείο βεβαίως στα "σοβαρά" φιλμ του είδους, όπου προσπαθείς να βρεις ποιος είναι "κανονικός" και ποιος διπλός πράκτορας.
ΥΓ: Μπορεί η ταινία να στηρίζεται ολόκληρη στην πρωταγωνίστριά της, της οποίας η φιγούρα μόνο σε φοβερό και τρομερό μυστικό πράκτορα δεν παραπέμπει, πλην όμως για μένα την παράσταση έκλεψε ο Jason Statham στον ξεκαρδιστικό ρόλο του ηλίθιου πράκτορα που τα παίρνει όλα πολύ σοβαρά...
Η ηρωίδα έχει μεν εκπαιδευτεί ως πράκτορας, εργάζεται όμως σε υπόγειο της CIA βοηθώντας τον σούπερ κουλ πράκτορα Τζουντ Λο - άμεσα αναγνωρίσιμη αναφορά στον Μποντ - με τον οποίο, βεβαίως είναι ερωτευμένη, μόνη γαρ στα 40της. Όταν το ίνδαλμα και συνεργάτης της σκοτώνεται από τρομοκράτισα του πρώην ανατολικού μπλοκ (φυσικά), η οποία προσπαθεί να πουλήσει σε Τσετσένους τρομοράτες μικρή πυρηνική βόμβα, αναλαμβάνει η ίδια τον ρόλο του μυστικού πράκτορα και... κυριολεκτικά τα κάνει όλα, ενώ γύρω επικρατεί χαμός.
Βρήκα την ταινία αρκετά διασκεδαστική σε ορισμένα σημεία, στα οποία πραγματικά γέλασα - πράγμα που βέβαια είναι το ζητούμενο σε τέτοιου είδους φιλμ. Σε άλλα πάλι το χιούμορ μου φάνηκε πολύ χοντρό και, εν πάσει περιπτώσει, όχι τόσο διακεδαστικό. Η πρωταγωνίστρια δεν διστάζει να κάνει πλάκα με τον εαυτό της και, γενικότερα, αρκετό από το χιούμορ βασίζεται στη γυναικέια ασχήμια - όχι μόνο της Μακάρθι. Τελικά μπορώ να χαρακτηρίσω το φιλμ άνισο, ωστόσο σε γενικές γραμμές μου έμεινε μια γεύση ευθυμίας και διασκέδασης. Φυσικά δεν πρόκειται για αριστούργημα - κάθε άλλο, αλλά νομίζω ότι περνάς καλά, ιδιαίτερα σε θερινό σινεμαδάκι. Και υπάρχει και η ιστορία με τις διαρκείς ανατροπές, συνηθισμένο στοιχείο βεβαίως στα "σοβαρά" φιλμ του είδους, όπου προσπαθείς να βρεις ποιος είναι "κανονικός" και ποιος διπλός πράκτορας.
ΥΓ: Μπορεί η ταινία να στηρίζεται ολόκληρη στην πρωταγωνίστριά της, της οποίας η φιγούρα μόνο σε φοβερό και τρομερό μυστικό πράκτορα δεν παραπέμπει, πλην όμως για μένα την παράσταση έκλεψε ο Jason Statham στον ξεκαρδιστικό ρόλο του ηλίθιου πράκτορα που τα παίρνει όλα πολύ σοβαρά...
Τρίτη, Ιουνίου 23, 2015
ΓΙΑΤΙ ΚΟΜΕΝΤΙ; ΜΑΛΛΟΝ ΣΠΑΡΑΚΤΙΚΕΣ "ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ"
Το 1955 ο σημαντικός βρετανός σκηνοθέτης David Lean (1908-1991) γυρίζει το "Summertime" ("Διακοπές στη Βενετία" στη χώρα μας), με μια 48άρα ήδη Κάθριν Χέπμπορν στον βασικό ρόλο. Η ταινία συνήθως κατατάσσεται στο είδος "κομεντί", προσωπικά όμως τη βρίσκω πολύ σπαρακτική για κάτι τέτοιο. Σίγουρα είναι πιο ανάλαφρη από την υπέροχη "Σύντομη Συνάντηση" του Λιν, με την οποία μοιράζεται παρόμοιο θέμα, αλλά κομεντί...
Μια μοναχική 45άρα αμερικάνα τουρίστρια πηγαίνει - ολομόναχη φυσικά - για διακοπές στη Βενετία, πράγμα που αποτελούσε μακροχρόνιο όνειρό της. Η ομορφιά και η γραφικότητα της πόλης όμως δεν είναι αρκετή για να απαλύνει τη μοναξιά της. Ώσπου γνωρίζει έναν γοητευτικό βενετσιάνο έμπορο, ο οποίος δηλώνει ερωτευμένος μαζί της. Όταν αντιλαμβάνεται ότι ένας έρωτας μαζί του θα είναι υποχρεωτικά παροδικός καλείται να διαλέξει ανάμεσα σε ένα υπέροχο, πλην όμως εφήμερο πάθος και στη συνέχιση της μοναξιάς της.
Εντάξει, η Βενετία πρωταγωνιστεί και τα πανέμορφα τοπία της είναι διαρκώς παρόντα στην οθόνη. Αλλά η ουσία δεν βρίσκεται εκεί. Είπα από την αρχή ότι δεν θεωρώ τη ταινία ακριβώς κομεντί (παρά το ότι υπάρχει αρκετό χιούμορ, κυρίως στην περιγραφή των αμερικάνων τουριστών) διότι για μένα υπερισχύει η εκπληκτική καταγραφή της μοναξιάς. Η ηρωίδα είναι μοναχική, λίγο από τύχη, λίγο από πείσμα, λίγο επειδή είναι δέσμια προκαταλήψεων. Ονειρεύεται μια σχέση που δεν έχει έρθει ποτέ μέχρι τώρα. Και τώρα καλείται να διαλέξει: Να αφεθεί σε ένα καθαρά σωματικό πάθος, που θα κρατήσει μόνο λίγες μέρες ή να παραμείνει - πιστή στις αρχές της - ανέραστη; Η καταγραφή της μοναξιάς πάντως και της δυστυχίας που αυτή συνεπάγεται είναι σπαρακτική.
Μπορώ να πω πολλά καλά ακόμα για το φιλμ, για την λεπτότητα, τη διεισδυτικότητά του και την πραγματικά συγκινητική του πλευρά. Αλλά και για τις σαρκαστικές παρατηρήσεις για τους - αμερικάνους κυρίως - τουρίστες και την ηλίθια άποψή τους για την Ευρώπη (την οποία θαυμάζουν με έναν αφελή τρόπο), για τους τυπικούς λατίνους εραστές, για τον τυποποιημένο τουρισμό εν γένει... Βλέπετε, ο Λιντς δεν χαρίζεται στους αμερικάνους, αλλά ούτε και στους ιταλούς. Πέραν όλων αυτών όμως θεωρώ σημαντικό και το μελαγχολικό τέλος, το οποίο δεν κάνει καμιά παραχώρηση σε σχηματικά χάπι εντ. Είναι κάτι που επανειλημμένα έχω σχολιάσει και θαυμάζω σε παλιά φιλμ, ακόμα και χολιγουντιανά. Δεν θα σας αποκαλύψω βέβαια τι συμβαίνει τελικά, αν το δείτε όμως, πέστε μου: Πόσες (απελπιστικά ξενέρωτες στην πλειοψηφία τους) σύγχρονες "κομεντί" θα τολμούσαν ένα τέλος σαν κι αυτό; Πόσες έχετε δει εσείς; Μήπως τελικά υπήρχε τότε περισσότερη τόλμη σε κάποια πράγματα που σχετίζονται με το θέαμα και την αφόρητη σύγχρονη τυποποίησή του;
Συνιστώ την ευαίσθητη και, εν τέλει, συγκινητική αυτή ταινία ενός μεγάλου σκηνοθέτη. Με μια μεγάλη ηθοποιό μάλιστα.
Μια μοναχική 45άρα αμερικάνα τουρίστρια πηγαίνει - ολομόναχη φυσικά - για διακοπές στη Βενετία, πράγμα που αποτελούσε μακροχρόνιο όνειρό της. Η ομορφιά και η γραφικότητα της πόλης όμως δεν είναι αρκετή για να απαλύνει τη μοναξιά της. Ώσπου γνωρίζει έναν γοητευτικό βενετσιάνο έμπορο, ο οποίος δηλώνει ερωτευμένος μαζί της. Όταν αντιλαμβάνεται ότι ένας έρωτας μαζί του θα είναι υποχρεωτικά παροδικός καλείται να διαλέξει ανάμεσα σε ένα υπέροχο, πλην όμως εφήμερο πάθος και στη συνέχιση της μοναξιάς της.
Εντάξει, η Βενετία πρωταγωνιστεί και τα πανέμορφα τοπία της είναι διαρκώς παρόντα στην οθόνη. Αλλά η ουσία δεν βρίσκεται εκεί. Είπα από την αρχή ότι δεν θεωρώ τη ταινία ακριβώς κομεντί (παρά το ότι υπάρχει αρκετό χιούμορ, κυρίως στην περιγραφή των αμερικάνων τουριστών) διότι για μένα υπερισχύει η εκπληκτική καταγραφή της μοναξιάς. Η ηρωίδα είναι μοναχική, λίγο από τύχη, λίγο από πείσμα, λίγο επειδή είναι δέσμια προκαταλήψεων. Ονειρεύεται μια σχέση που δεν έχει έρθει ποτέ μέχρι τώρα. Και τώρα καλείται να διαλέξει: Να αφεθεί σε ένα καθαρά σωματικό πάθος, που θα κρατήσει μόνο λίγες μέρες ή να παραμείνει - πιστή στις αρχές της - ανέραστη; Η καταγραφή της μοναξιάς πάντως και της δυστυχίας που αυτή συνεπάγεται είναι σπαρακτική.
Μπορώ να πω πολλά καλά ακόμα για το φιλμ, για την λεπτότητα, τη διεισδυτικότητά του και την πραγματικά συγκινητική του πλευρά. Αλλά και για τις σαρκαστικές παρατηρήσεις για τους - αμερικάνους κυρίως - τουρίστες και την ηλίθια άποψή τους για την Ευρώπη (την οποία θαυμάζουν με έναν αφελή τρόπο), για τους τυπικούς λατίνους εραστές, για τον τυποποιημένο τουρισμό εν γένει... Βλέπετε, ο Λιντς δεν χαρίζεται στους αμερικάνους, αλλά ούτε και στους ιταλούς. Πέραν όλων αυτών όμως θεωρώ σημαντικό και το μελαγχολικό τέλος, το οποίο δεν κάνει καμιά παραχώρηση σε σχηματικά χάπι εντ. Είναι κάτι που επανειλημμένα έχω σχολιάσει και θαυμάζω σε παλιά φιλμ, ακόμα και χολιγουντιανά. Δεν θα σας αποκαλύψω βέβαια τι συμβαίνει τελικά, αν το δείτε όμως, πέστε μου: Πόσες (απελπιστικά ξενέρωτες στην πλειοψηφία τους) σύγχρονες "κομεντί" θα τολμούσαν ένα τέλος σαν κι αυτό; Πόσες έχετε δει εσείς; Μήπως τελικά υπήρχε τότε περισσότερη τόλμη σε κάποια πράγματα που σχετίζονται με το θέαμα και την αφόρητη σύγχρονη τυποποίησή του;
Συνιστώ την ευαίσθητη και, εν τέλει, συγκινητική αυτή ταινία ενός μεγάλου σκηνοθέτη. Με μια μεγάλη ηθοποιό μάλιστα.
Κυριακή, Ιουνίου 21, 2015
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΨΥΧΩΣΗ ΣΤΟ "POST MORTEM'
Ο Pablo Larrain είναι ένας σημαντικός σύγχρονος χιλιανος σκηνοθέτης, που έχει ξεχωρίσει. Προσωπικά το "Tony Manero" του 2008 δεν μου άρεσε, μου άρεσε ομως πολύ το "Νο". Ανάμεσα στα δύο αυτά φιλμ, το 2010 συγκεκριμένα, γυρίζει το "Post Mortem", το οποίο, αν και στο ίδιο σκηνοθετικό κλίμα του "Tony..." μου άρεσε περισσότερο.
Το να είσαι νοτιοαμερικανός σκηνοθέτης - και μάλιστα χιλιανός - και να μην εμπλέξεις στις ταινίες σου μνήμες από τις εφιαλτικές δικτατορίες του παρελθόντος είναι μάλλον απίθανο. Έτσι κι εδώ ο Larrain αφηγείται μια ιστορία που διαδραματίζεται το 1973, τις μέρες της ανατροπής του προέδρου Αλιέντε και της επιβολής της κτηνώδους δικτατορίας του Πινοτσέτ. Ήρωας ένας μοναχικός, κλεισμένος στον εαυτό του δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος δουλεύει σαν γραμματέας στο νεκροτομείο. Εντελώς αδιάφορος για τα πολιτικά, αλλά και για τους γύρω του γενικότερα, ζει τη γκρίζα και μίζερη καθημερινότητά του. Η οποία θα αλλάξει όταν ερωτεύεται εμμονικά μια γειτόνισά του. Μια παράξενη σχέση θα αρχίσει μεταξύ τους... και τότε ο Αλιέντε θα δολοφονηθεί και η δικτατορία θα εγκαθιδρυθεί. Η ζωή τους θα αλλάξει δραματικά, ο σκοτεινός ψυχικός του κόσμος όμως θα παραμείνει απαράλλαχτα ίδιος...
Το φιλμ είναι μια περίεργη μελέτη ενός ψυχοπαθολογικού χαρακτήρα, σε συνδυασμό με το περιβάλλον, κοινωνικό και πολιτικό, της εποχής στη Χιλή. Τα φριχτά γεγονότα συμβαίνουν γύρω απο τα πρόσωπα του δράματος, αλλάζουν, όπως είπαμε, τη ζωή τους, όχι όμως και τον βασικό ήρωα, ο οποίος παραμένει προσκολλημένος στις εμμονές και τις μάλλον άρρωστες αρχές του. Το πραγματικά ανατριχιαστικό τέλος το επιβεβαιώνει.
Ο Larrain δεν δείχνει τη βία καθ' εαυτή, αλλά τα φοβερά της αποτελέσματα (τα πτώματα που συσσωρεύονται στο νοσοκομείο, τους ψυχρούς, σιωπηλούς και απειλητικούς στρατιωτικούς που βρίσκονται παντού...). Χρησιμοποιεί μουντά, γκρίζα χρώματα, αργούς, τελετουργικούς θα έλεγα ρυθμούς και γενικά δημιουργεί μια αρρωστημένη, σχεδον καταθλιπτική ατμόσφαιρα , που θυμίζει το νεκροτομείο όπου εργάζεται ο ήρωας και η οποία ωστόσο ταιριάζει απόλυτα τόσο με τα ιστορικά γεγονότα όσο και με την ψυχοσύνθεσήτου βασικού χαρακτήρα. Ίσως να πρόκειται και για μια αλληγορία της "επικιδυνότητας", εν τέλει, των παντελώς απολίτικων, αδιάφορων ανθρώπων, που ποτέ δεν ενδιαφέρονται για τα γύρω τους τεκταινόμενα και ολόκληρη η ζωή τους είναι επικεντρωμένη στον εαυτό τους και το - μίζερο έστω - βόλεμά τους. Η έξυπνη σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής βρίσκεται στο μπάνιο, ακριβώς δίπλα στο παράθυρο, έξω γίνεται κυριολεκτικά χαμός, ο ίδιος όμως δεν αντιλαμβάνεται τίποτα γιατί την ώρα αυτή κάνει ντουζ, είναι χαρακτηριστική.
Παράδοξο μείγμα πολιτικού και - ταυτόχρονα - προσωπικού σινεμά, με αργούς ρυθμούς, το ξαναείπα, θα αρέσει σε φίλους ενός ιδιαίτερου κιμηματογράφου, που δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με το Χόλιγουντ.
Το να είσαι νοτιοαμερικανός σκηνοθέτης - και μάλιστα χιλιανός - και να μην εμπλέξεις στις ταινίες σου μνήμες από τις εφιαλτικές δικτατορίες του παρελθόντος είναι μάλλον απίθανο. Έτσι κι εδώ ο Larrain αφηγείται μια ιστορία που διαδραματίζεται το 1973, τις μέρες της ανατροπής του προέδρου Αλιέντε και της επιβολής της κτηνώδους δικτατορίας του Πινοτσέτ. Ήρωας ένας μοναχικός, κλεισμένος στον εαυτό του δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος δουλεύει σαν γραμματέας στο νεκροτομείο. Εντελώς αδιάφορος για τα πολιτικά, αλλά και για τους γύρω του γενικότερα, ζει τη γκρίζα και μίζερη καθημερινότητά του. Η οποία θα αλλάξει όταν ερωτεύεται εμμονικά μια γειτόνισά του. Μια παράξενη σχέση θα αρχίσει μεταξύ τους... και τότε ο Αλιέντε θα δολοφονηθεί και η δικτατορία θα εγκαθιδρυθεί. Η ζωή τους θα αλλάξει δραματικά, ο σκοτεινός ψυχικός του κόσμος όμως θα παραμείνει απαράλλαχτα ίδιος...
Το φιλμ είναι μια περίεργη μελέτη ενός ψυχοπαθολογικού χαρακτήρα, σε συνδυασμό με το περιβάλλον, κοινωνικό και πολιτικό, της εποχής στη Χιλή. Τα φριχτά γεγονότα συμβαίνουν γύρω απο τα πρόσωπα του δράματος, αλλάζουν, όπως είπαμε, τη ζωή τους, όχι όμως και τον βασικό ήρωα, ο οποίος παραμένει προσκολλημένος στις εμμονές και τις μάλλον άρρωστες αρχές του. Το πραγματικά ανατριχιαστικό τέλος το επιβεβαιώνει.
Ο Larrain δεν δείχνει τη βία καθ' εαυτή, αλλά τα φοβερά της αποτελέσματα (τα πτώματα που συσσωρεύονται στο νοσοκομείο, τους ψυχρούς, σιωπηλούς και απειλητικούς στρατιωτικούς που βρίσκονται παντού...). Χρησιμοποιεί μουντά, γκρίζα χρώματα, αργούς, τελετουργικούς θα έλεγα ρυθμούς και γενικά δημιουργεί μια αρρωστημένη, σχεδον καταθλιπτική ατμόσφαιρα , που θυμίζει το νεκροτομείο όπου εργάζεται ο ήρωας και η οποία ωστόσο ταιριάζει απόλυτα τόσο με τα ιστορικά γεγονότα όσο και με την ψυχοσύνθεσήτου βασικού χαρακτήρα. Ίσως να πρόκειται και για μια αλληγορία της "επικιδυνότητας", εν τέλει, των παντελώς απολίτικων, αδιάφορων ανθρώπων, που ποτέ δεν ενδιαφέρονται για τα γύρω τους τεκταινόμενα και ολόκληρη η ζωή τους είναι επικεντρωμένη στον εαυτό τους και το - μίζερο έστω - βόλεμά τους. Η έξυπνη σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής βρίσκεται στο μπάνιο, ακριβώς δίπλα στο παράθυρο, έξω γίνεται κυριολεκτικά χαμός, ο ίδιος όμως δεν αντιλαμβάνεται τίποτα γιατί την ώρα αυτή κάνει ντουζ, είναι χαρακτηριστική.
Παράδοξο μείγμα πολιτικού και - ταυτόχρονα - προσωπικού σινεμά, με αργούς ρυθμούς, το ξαναείπα, θα αρέσει σε φίλους ενός ιδιαίτερου κιμηματογράφου, που δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με το Χόλιγουντ.
Τετάρτη, Ιουνίου 17, 2015
ΑΕΙΘΑΛΗΣ "ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ ΤΖΟΥΝΙΟΡ"
Αναμφισβήτητα η καλύτερη δεκαετία του Mel Brooks υπήρξε αυτή του '70. Μετά κύλησε σε ένα συνήθως πολύ χοντρό χιούμορ, που προσωπικά με αφήνει αδιάφορο. Για πολλούς η καλύτερη ταινία του είναι το "Young Frankenstein" (Φρανκενστάιν Τζούνιορ) του 1974. Όπου, φυσικά, παρωδεί με τον δικό του τρόπο την αθάνατη ιστορία του βαρώνου Φρανκενστάιν και του περίφημου τέρατός του.
Η βασική ιδέα είναι ότι ο Brookς κάνει ήρωα της ταινίας τον εγγονό του διαβόητου βαρώνου, τοποθετώντας έτσι την ιστορία μερικές δεκαετίες μετά τα φοβερά συμβάντα. Ο νεαρός Φρανκενστάιν είναι λαμπρός επιστήμονας, λογικός, αφοσιωμένος στην ύλη και μόνο σε όσα μπορεί να δει και να κατανοήσει επιστημονικά και σιχαίνεται τον παππού του και την "κληρονομιά" που του άφησε (το όνομα δηλαδή). Μέχρι που στα χέρια του θα πέσει η διαθήκη του παππού, με την αληθινή κληρονομιά, ο ήρωάς μας θα αναγκαστεί να πάει στον βλοσυρό και τρομακτικό πύργο στην Τρανσιλβανία, εκεί θα βρεί τις ιδιαίτερες σημειώσεις του παππού... και όλα θα αρχίσουν από την αρχή.
Το χιούμορ είναι πανταχού παρόν και κυμαίνεται από το παράλογο (τα άλογα που χλιμιντρίζουν κάθε φορά που προφέρεται το όνομα της φοβερής φράου Μπλούχερ ή η καμπούρα του Ιγκόρ) έως το (αστεία) "σεξιστικό" ("Ω, γλυκό της ζωής μυστήριο..."). Η παρωδία πολύ συχνά είναι πετυχημένη και, δεκαετίες μετά, εξακολουθεί νομίζω να βγάζει γέλιο. Πιστεύω όμως ότι το βασικό ατού του φιλμ είναι το εύρημα του Μπρουκς να χρησιμοποιήσει σχεδόν αυθεντικές αναπαραστάσεις των σκηνών της πρωτότυπης περίφημης ταινίας του Whale της δεκαετίας του 30. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία και τα σχεδόν όμοια σκηνικά επιτείνουν αυτή την ηθελημένα "παλιομοδίτικη" αισθητική. Ειδικά το εργαστήριο και οι σκηνές της δημιουργίας του τέρατος βρίσκονται πολύ κοντά στις αυθεντικές. Γενικά ο Μπρουκς ακολουθεί σχεδόν σκηνή - σκηνή την κλασική ταινία, αλλάζοντας πάντοτε (κάνοντας δηλαδή αστεία) την καθε μια απ' αυτές. Γενικά οι αναφορές είναι πολλές (το μαλί της ηρωίδας μετά το σεξ, ας πούμε) και όποιος δεν έχει δει το παλιό φιλμ σίγουρα θα χάσει ένα μέρος της απόλαυσης.
Φυσικά η συγκίνηση που υπάρχει στην ταινία του '30 έχει περιοριστεί στο ελάχιστο, αλλά αυτό είναι φυσικό αφού ο στόχος ήταν μια ξεκαρδιστική κωμωδία. Πάντως το τέρας παραμένει "συμπαθητικό" και δυστυχισμένο, παρά το ότι το τέλος είναι - ταιριαστά με το όλο κλίμα - εντελώς διαφορετικό από το παλιό (και από το βιβλίο της Σέλεϊ φυσικά).
Τέλος θα επισημάνω το κλασικό καστ των ταινιών του Μπρουκς, που εδώ είναι στα καλύτερά του: Τζιν Γουάιλντερ (που είναι και σεναριογράφος του φιλμ μαζί με τον Μπρουκς), Μαντλέν Καν και ο αμίμητος και πρόωρα χαμένος Μάρτιν Φέλντμαν. Θα καταλήξω μ' αυτό που είπα και πριν: Πιστεύω ότι η ταινία αντέχει μέχρι σήμερα. Βγάζει ακόμα γέλιο.
Η βασική ιδέα είναι ότι ο Brookς κάνει ήρωα της ταινίας τον εγγονό του διαβόητου βαρώνου, τοποθετώντας έτσι την ιστορία μερικές δεκαετίες μετά τα φοβερά συμβάντα. Ο νεαρός Φρανκενστάιν είναι λαμπρός επιστήμονας, λογικός, αφοσιωμένος στην ύλη και μόνο σε όσα μπορεί να δει και να κατανοήσει επιστημονικά και σιχαίνεται τον παππού του και την "κληρονομιά" που του άφησε (το όνομα δηλαδή). Μέχρι που στα χέρια του θα πέσει η διαθήκη του παππού, με την αληθινή κληρονομιά, ο ήρωάς μας θα αναγκαστεί να πάει στον βλοσυρό και τρομακτικό πύργο στην Τρανσιλβανία, εκεί θα βρεί τις ιδιαίτερες σημειώσεις του παππού... και όλα θα αρχίσουν από την αρχή.
Το χιούμορ είναι πανταχού παρόν και κυμαίνεται από το παράλογο (τα άλογα που χλιμιντρίζουν κάθε φορά που προφέρεται το όνομα της φοβερής φράου Μπλούχερ ή η καμπούρα του Ιγκόρ) έως το (αστεία) "σεξιστικό" ("Ω, γλυκό της ζωής μυστήριο..."). Η παρωδία πολύ συχνά είναι πετυχημένη και, δεκαετίες μετά, εξακολουθεί νομίζω να βγάζει γέλιο. Πιστεύω όμως ότι το βασικό ατού του φιλμ είναι το εύρημα του Μπρουκς να χρησιμοποιήσει σχεδόν αυθεντικές αναπαραστάσεις των σκηνών της πρωτότυπης περίφημης ταινίας του Whale της δεκαετίας του 30. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία και τα σχεδόν όμοια σκηνικά επιτείνουν αυτή την ηθελημένα "παλιομοδίτικη" αισθητική. Ειδικά το εργαστήριο και οι σκηνές της δημιουργίας του τέρατος βρίσκονται πολύ κοντά στις αυθεντικές. Γενικά ο Μπρουκς ακολουθεί σχεδόν σκηνή - σκηνή την κλασική ταινία, αλλάζοντας πάντοτε (κάνοντας δηλαδή αστεία) την καθε μια απ' αυτές. Γενικά οι αναφορές είναι πολλές (το μαλί της ηρωίδας μετά το σεξ, ας πούμε) και όποιος δεν έχει δει το παλιό φιλμ σίγουρα θα χάσει ένα μέρος της απόλαυσης.
Φυσικά η συγκίνηση που υπάρχει στην ταινία του '30 έχει περιοριστεί στο ελάχιστο, αλλά αυτό είναι φυσικό αφού ο στόχος ήταν μια ξεκαρδιστική κωμωδία. Πάντως το τέρας παραμένει "συμπαθητικό" και δυστυχισμένο, παρά το ότι το τέλος είναι - ταιριαστά με το όλο κλίμα - εντελώς διαφορετικό από το παλιό (και από το βιβλίο της Σέλεϊ φυσικά).
Τέλος θα επισημάνω το κλασικό καστ των ταινιών του Μπρουκς, που εδώ είναι στα καλύτερά του: Τζιν Γουάιλντερ (που είναι και σεναριογράφος του φιλμ μαζί με τον Μπρουκς), Μαντλέν Καν και ο αμίμητος και πρόωρα χαμένος Μάρτιν Φέλντμαν. Θα καταλήξω μ' αυτό που είπα και πριν: Πιστεύω ότι η ταινία αντέχει μέχρι σήμερα. Βγάζει ακόμα γέλιο.
Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2015
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ "ΤΟΙΧΟΥΣ ΤΟΥ ΤΣΕΛΣΙ" ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΒΑΡΕΤΑ...
Στη Νέα Υόρκη υπάρχει το θρυλικό "Chelsea Hotel", ένα ξενοδοχείο από τα δωμάτια του οποίου πέρασαν, έζησαν και δημιούργησαν πλήθος διάσημων από όλες τις τέχνες, από τον Ντίλαν Τόμας ως τον Μπομπ Ντίλαν κι από την Τζάνις Τζόπλιν μέχρι τον... Άρθουρ Κλαρκ. Η λίστα δεν έχει τελειωμό. Το 2001 ο συμπαθής ηθοποιός Ethan Hawke περνά για πρώτη φορά (σε μεγάλου μήκους ταινία) πίσω από την κάμερα και φτιάχνει το "Chelsea Walls".
Το φιλμ βασίζεται σε θεατρικό και αφηγείται διάφορες ιστορίες ενοίκων του διάσημου ξενοδοχείου, οι οποίες συμβαίνουν μέσα σε μία μέρα. Οι ένοικοι αυτοί, καλλιτέχνες κυρίως, ζωγράφοι, συγγραφείς, μουσικοί... συνήθως έχουν τα χάλια τους από αλκοόλ, μοναξιά και κάθε λογής κατάθλιψη. Μόνο που, ενώ υποτίθεται ότι αφηγείται ιστορίες, στην ταινία δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα!
Θα το πω δίχως περιστροφές: Σπάνια στη ζωή μου έχω δει τόσο βαρετή ταινία και σπάνια έχω κοιτάξει τόσες φορές την ώρα για να δω αν, επιτέλους, τελειώνει. Οι ένοικοι κάνουν μακρόσυρτες κουβέντες, μιλούν ποιητικά, άλλοτε πάλι ποιήματα ακούγονται off, άλλοι παίζουν μουσική, άλλοι μιλάνε ξανά, ατελείωτα... Τα διαρκώς μισοφωτισμένα δωμάτια προσθέτουν στην κατάθλιψη που προξενεί η θέαση του φιλμ και, βέβαια, συνάδουν με την κατάθλιψη και κάθε την είδους μιζέρια των ηρώων. Ο διαρκής λόγος, η αμπελοφιλοσοφία, το σκοτάδι, οι εξαιρετικά αργοί ρυθμοί, όλα συντελούν στο δύσκολο της θέασής. Ο Χοκ νομίζω ότι ήθελε να κάνει μια ταινία τέχνης, ένα βαθειά καλλιτεχνικό σινεμά. Αντ' αυτού, για μένα τουλάχιστον, δημιούργησε κάτι που σχεδόν δεν βλέπεται. Με κούρασε αφάνταστα και, τελικά, έπιασα τον εαυτό μου να μην ενδιαφέρεται καθόλου για τα όσα αισθηματικά, καλλιτεχνικά κλπ. συμβαίνουν στους καλλιτέχνες ένοικους, που ο καθένας βιώνει - με πολύ αργούς ρυθμούς και ακατάπαυστο μπλά μπλα - το προσωπικό του δράμα.
Συμπαθώ τον Χοκς, αλλά σαν ηθοποιό. Καλύτερα να μείνει σ' αυτή του την ιδιότητα.
ΥΓ: Είναι αλήθεια ότι δεν έχω δει την άλλη ταινία που γύρισε, οπότε δεν έχω ολοκληρωμένη άποψη για το σκηνοθετικό του έργο. Όσα λέω αφορούν το "Chelsea" και μόνο...
Το φιλμ βασίζεται σε θεατρικό και αφηγείται διάφορες ιστορίες ενοίκων του διάσημου ξενοδοχείου, οι οποίες συμβαίνουν μέσα σε μία μέρα. Οι ένοικοι αυτοί, καλλιτέχνες κυρίως, ζωγράφοι, συγγραφείς, μουσικοί... συνήθως έχουν τα χάλια τους από αλκοόλ, μοναξιά και κάθε λογής κατάθλιψη. Μόνο που, ενώ υποτίθεται ότι αφηγείται ιστορίες, στην ταινία δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα!
Θα το πω δίχως περιστροφές: Σπάνια στη ζωή μου έχω δει τόσο βαρετή ταινία και σπάνια έχω κοιτάξει τόσες φορές την ώρα για να δω αν, επιτέλους, τελειώνει. Οι ένοικοι κάνουν μακρόσυρτες κουβέντες, μιλούν ποιητικά, άλλοτε πάλι ποιήματα ακούγονται off, άλλοι παίζουν μουσική, άλλοι μιλάνε ξανά, ατελείωτα... Τα διαρκώς μισοφωτισμένα δωμάτια προσθέτουν στην κατάθλιψη που προξενεί η θέαση του φιλμ και, βέβαια, συνάδουν με την κατάθλιψη και κάθε την είδους μιζέρια των ηρώων. Ο διαρκής λόγος, η αμπελοφιλοσοφία, το σκοτάδι, οι εξαιρετικά αργοί ρυθμοί, όλα συντελούν στο δύσκολο της θέασής. Ο Χοκ νομίζω ότι ήθελε να κάνει μια ταινία τέχνης, ένα βαθειά καλλιτεχνικό σινεμά. Αντ' αυτού, για μένα τουλάχιστον, δημιούργησε κάτι που σχεδόν δεν βλέπεται. Με κούρασε αφάνταστα και, τελικά, έπιασα τον εαυτό μου να μην ενδιαφέρεται καθόλου για τα όσα αισθηματικά, καλλιτεχνικά κλπ. συμβαίνουν στους καλλιτέχνες ένοικους, που ο καθένας βιώνει - με πολύ αργούς ρυθμούς και ακατάπαυστο μπλά μπλα - το προσωπικό του δράμα.
Συμπαθώ τον Χοκς, αλλά σαν ηθοποιό. Καλύτερα να μείνει σ' αυτή του την ιδιότητα.
ΥΓ: Είναι αλήθεια ότι δεν έχω δει την άλλη ταινία που γύρισε, οπότε δεν έχω ολοκληρωμένη άποψη για το σκηνοθετικό του έργο. Όσα λέω αφορούν το "Chelsea" και μόνο...
Παρασκευή, Ιουνίου 12, 2015
"ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟ" ΚΑΙ ΦΕΥΓΑΤΟ "DARK HORSE"
Το "Dark Horse" (Voksne Mennesker ο πρωτότυπος τίτλος) είναι μια δανο-ισλανδική παραγωγή που γυρίστηκε το 2005 από τον Dagur Kari. Αφηγείται τις ιστορίες "φευγάτων" με διάφορους τρόπους τύπων και διαθέτει χιούμορ και κάμποσο σουρεαλισμό, παρά το ότι αναφέρεται στην καθημερινότητα και μόνο σ' αυτήν.
Είναι οι ήρωες που συμβάλλουν σ' αυτό. Ο βασικός χαρακτήρας είναι ένας νέος που δεν κάνει τίποτα στη ζωή του - εκτός από γκράφιτι σε τοίχους. Δίχως λεφτά και δουλειά, δίχως μόνιμο σπίτι, γνωρίζει και ερωτεύεται μια κοπέλα που δουλεύει σε φούρνο (με εντελώς φευγάτη μαμά). Ο κολλητός του φίλος είναι ένας παράξενος τύπος, ανέραστος και με μια παλιομοδίτικη ηθική, του οποίου το όνειρο είναι να γίνει... διαιτητής ποδοσφαίρου και δουλεύει σκληρά γι' αυτό (παρά το ότι τα πολύ περισσότερα από το κανονικό κιλά του μάλλον δεν του το επιτρέπουν). Δίχως να γνωρίζεται με τους προηγούμενους - αν και θα βρεθούν μαζί σε κάποια περίσταση - η ταινία παρακολουθεί τη ζωή ενός "σοβαρού" δικαστικού με γυναίκα και παιδί, ο οποίος πάσχει από κατάθλιψη.
Η ταινία είναι βαθύτατα επηρεασμένη από το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά. Ο Τζάρμους είναι νομίζω πανταχού παρόν (αλλά και οι "Υπάλληλοι", και ο Χάρτλεϊ...). Η "χειροποίητη" παραγωγή τονίζεται όσο περισσότεο γίνεται από την ασπρόμαυρη, με τεράστιο κόκκο, καμμένη θα έλεγα φωτογραφία. Το φιλμ στηρίζεται στους απίθανους τύπους που το πλημμυρίζουν. Ξεκομμένοι θαρρείς από τον κόσμο, ο καθένας στο δικό του τριπ, ζουν καταστάσεις άλλοτε κωμικές κι άλλοτε τραγικές. Πάντοτε όμως ασυνήθιστες, κι ας βρισκόμαστε σε ένα σαφές "εδώ και τώρα". Ο σουρεαλισμός παρεισφρύει σχεδόν αδιόρατα, αλλά συχνά: Καθώς, ας πούμε, το ζευγάρι κουβεντιάζει σε ένα καφέ, από το παράθυρο περνάνε τρεις... ελέφαντες (διάβολε, βρισκόμαστε στην Κοπεγχάγη) και μάλιστα δίχως κανείς από τους δύο να τους πάρει είδηση. Σκηνές σαν κι αυτή είναι που δίνουν αυτό το ιδιαίτερο "κάτι" που διαθέτει η ταινία. Η οποία, με τον δικό της καθόλου κραυγαλέο τρόπο, είναι νομίζω αρκετά αναρχική, με κάποιους από τους ήρωες να μοιάζουν να ζουν μόνο για το τώρα, σχεδόν αγνοώντας το αύριο.
Τη βρήκα ευχάριστη και διασκεδαστική - και γέλασα σε κάποια σημεία. Θα το επαναλάβω: Αν είστε φίλοι του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά, νομίζω ότι θα σας αρέσει πολύ. Φρεσκάδα πάντως διαθέτει σίγουρα.
Είναι οι ήρωες που συμβάλλουν σ' αυτό. Ο βασικός χαρακτήρας είναι ένας νέος που δεν κάνει τίποτα στη ζωή του - εκτός από γκράφιτι σε τοίχους. Δίχως λεφτά και δουλειά, δίχως μόνιμο σπίτι, γνωρίζει και ερωτεύεται μια κοπέλα που δουλεύει σε φούρνο (με εντελώς φευγάτη μαμά). Ο κολλητός του φίλος είναι ένας παράξενος τύπος, ανέραστος και με μια παλιομοδίτικη ηθική, του οποίου το όνειρο είναι να γίνει... διαιτητής ποδοσφαίρου και δουλεύει σκληρά γι' αυτό (παρά το ότι τα πολύ περισσότερα από το κανονικό κιλά του μάλλον δεν του το επιτρέπουν). Δίχως να γνωρίζεται με τους προηγούμενους - αν και θα βρεθούν μαζί σε κάποια περίσταση - η ταινία παρακολουθεί τη ζωή ενός "σοβαρού" δικαστικού με γυναίκα και παιδί, ο οποίος πάσχει από κατάθλιψη.
Η ταινία είναι βαθύτατα επηρεασμένη από το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά. Ο Τζάρμους είναι νομίζω πανταχού παρόν (αλλά και οι "Υπάλληλοι", και ο Χάρτλεϊ...). Η "χειροποίητη" παραγωγή τονίζεται όσο περισσότεο γίνεται από την ασπρόμαυρη, με τεράστιο κόκκο, καμμένη θα έλεγα φωτογραφία. Το φιλμ στηρίζεται στους απίθανους τύπους που το πλημμυρίζουν. Ξεκομμένοι θαρρείς από τον κόσμο, ο καθένας στο δικό του τριπ, ζουν καταστάσεις άλλοτε κωμικές κι άλλοτε τραγικές. Πάντοτε όμως ασυνήθιστες, κι ας βρισκόμαστε σε ένα σαφές "εδώ και τώρα". Ο σουρεαλισμός παρεισφρύει σχεδόν αδιόρατα, αλλά συχνά: Καθώς, ας πούμε, το ζευγάρι κουβεντιάζει σε ένα καφέ, από το παράθυρο περνάνε τρεις... ελέφαντες (διάβολε, βρισκόμαστε στην Κοπεγχάγη) και μάλιστα δίχως κανείς από τους δύο να τους πάρει είδηση. Σκηνές σαν κι αυτή είναι που δίνουν αυτό το ιδιαίτερο "κάτι" που διαθέτει η ταινία. Η οποία, με τον δικό της καθόλου κραυγαλέο τρόπο, είναι νομίζω αρκετά αναρχική, με κάποιους από τους ήρωες να μοιάζουν να ζουν μόνο για το τώρα, σχεδόν αγνοώντας το αύριο.
Τη βρήκα ευχάριστη και διασκεδαστική - και γέλασα σε κάποια σημεία. Θα το επαναλάβω: Αν είστε φίλοι του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά, νομίζω ότι θα σας αρέσει πολύ. Φρεσκάδα πάντως διαθέτει σίγουρα.
Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2015
ΣΥΜΒΟΛΙΚΟ "ΤΑΞΙΔΙ"
Ο Fernado Solanas είναι ένας σημαντικός αργεντινός δημιουργός. Έχει γυρίσει κυρίως ντοκιμαντέρ, αλλά και μερικές ταινίες fiction. Μια απ' αυτές είναι και το φιλόδοξο "El Viaje" (Το Ταξίδι) του 1992.
Η ταινία είναι πέρα για πέρα συμβολική και σε πολλά σημεία σουρεαλιστική, μ΄εκείνο το τόσο χαρακτηριστικό είδος λατινοαμερικάνικου σουρεαλισμού ή/και μαγικού ρεαλισμού, που συναντάμε όχι μόνο στο σινεμά, αλλά και στη λογοτεχνία και στη ζωγραφική (θυμηθείτε για σινεμά τον Rocha, τον Jodorowsky κ.ά.)
Στο φιλμ παρακολουθούμε τις περιπλανήσεις ενός νεαρού, σχεδόν έφηβου ακόμα, από ένα παγωμένο χωριό της Παταγωνίας, στο κάτω άκρο της Αργεντινής - και της ηπείρου ολόκληρης βεβαίως. Ζώντας με τη μητέρα και τον πατριό του, μετά από μια ερωτική απογοήτευση θα το σκάσει με το ποδήλατό του για να βρει τον πατέρα του, δημιουργό κόμικς, που ζει στη Βραζιλία, όπου έχει ξαναπαντρευτεί. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε την οδύσσειά του. Θα διασχίσει όχι μόνο όλη τη χώρα, φτάνοντας στο Μπουένος Άιρες, αλλά και όλη την ήπειρο, περνώντας από Χιλή, Περού, Βραζιλία, Βολιβία... σε μια διαρκή αναζήτηση ενός πατέρα που ποτέ δεν βρίσκεται εκεί όπου φτάνει ο γιος. Στο ταξίδι αυτό θα γνωρίσει τον έρωτα, τις κοινωνικές αδικίες, την επανάσταση, τη σκληρή δουκλειά, την ανέχεια, τη φιλία...
Όλα αυτά δίνονται με εντελώς συμβολικό τρόπο. Έντονα πολιτικοποιημένος ο Solanas, περιγράφει με τρόπο σουρελιστικό τις συνθήκες κάθε χώρας: Η Αργεντινή είναι παντού πλημμυρισμένη από νερά και έχει γίνει ένα είδος Βενετίας. Στη Βραζιλία οι άνθρωποι φοράνε σφιχτές ζώνες γύρω από το στήθος, αφού εφαρμόζεται σκληρή πολιτική λιτότητας που τους καλεί να "σφίξουν τα λουριά" (σας θυμίζει κάτι αυτό;) κ.ο.κ. Έτσι δίνεται η ευκαιρία να παρακολουθήσουμε μερικές σπάνιες εικόνες, όμορφες και παράδοξες συγχρόνως.
Η ταινία είναι φιλόδοξη γιατί επιχειρεί να περιγράψει την κατάσταση όχι μόνο της Αργεντινής, αλλά και όλης της Νότιας Αμερικής. Ιστορία, πολιτισμός, μουσική, πολιτική, επανάσταση και πολλά άλλα μπλέκουν αξεδιάλυτα δημιουργώντας ένα μείγμα που άλλοτε γίνεται γοητευτικό και άλλοτε κάπως φτηνό, γκροτέσκο θα έλεγα (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Πέραν των πολιτικών πάντως και της σουρεαλιστικής και "πειραγμένης" τοιχογραφίας του "Νότου", της Ν. Αμερικής δηλαδή, το φιλμ έχει ένα εντελώς καβαφικό θέμα: Μιλά για την αξία του ίδιου του ταξιδιού, των εμπειριών και των συγκινήσεων που αποκομίζει κανείς απ' αυτό, ανεξάρτητα από την όποια κατάληξή του. "Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος" με λίγα λόγια. Και, βέβαια, σαν ταξίδι μπορούμε να θεωρήσουμε και ολόκληρη τη ζωή.
Ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη ταινία, άνιση ίσως, αλλά νομίζω ότι αξίζει να την ψάξει κανείς.
Η ταινία είναι πέρα για πέρα συμβολική και σε πολλά σημεία σουρεαλιστική, μ΄εκείνο το τόσο χαρακτηριστικό είδος λατινοαμερικάνικου σουρεαλισμού ή/και μαγικού ρεαλισμού, που συναντάμε όχι μόνο στο σινεμά, αλλά και στη λογοτεχνία και στη ζωγραφική (θυμηθείτε για σινεμά τον Rocha, τον Jodorowsky κ.ά.)
Στο φιλμ παρακολουθούμε τις περιπλανήσεις ενός νεαρού, σχεδόν έφηβου ακόμα, από ένα παγωμένο χωριό της Παταγωνίας, στο κάτω άκρο της Αργεντινής - και της ηπείρου ολόκληρης βεβαίως. Ζώντας με τη μητέρα και τον πατριό του, μετά από μια ερωτική απογοήτευση θα το σκάσει με το ποδήλατό του για να βρει τον πατέρα του, δημιουργό κόμικς, που ζει στη Βραζιλία, όπου έχει ξαναπαντρευτεί. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε την οδύσσειά του. Θα διασχίσει όχι μόνο όλη τη χώρα, φτάνοντας στο Μπουένος Άιρες, αλλά και όλη την ήπειρο, περνώντας από Χιλή, Περού, Βραζιλία, Βολιβία... σε μια διαρκή αναζήτηση ενός πατέρα που ποτέ δεν βρίσκεται εκεί όπου φτάνει ο γιος. Στο ταξίδι αυτό θα γνωρίσει τον έρωτα, τις κοινωνικές αδικίες, την επανάσταση, τη σκληρή δουκλειά, την ανέχεια, τη φιλία...
Όλα αυτά δίνονται με εντελώς συμβολικό τρόπο. Έντονα πολιτικοποιημένος ο Solanas, περιγράφει με τρόπο σουρελιστικό τις συνθήκες κάθε χώρας: Η Αργεντινή είναι παντού πλημμυρισμένη από νερά και έχει γίνει ένα είδος Βενετίας. Στη Βραζιλία οι άνθρωποι φοράνε σφιχτές ζώνες γύρω από το στήθος, αφού εφαρμόζεται σκληρή πολιτική λιτότητας που τους καλεί να "σφίξουν τα λουριά" (σας θυμίζει κάτι αυτό;) κ.ο.κ. Έτσι δίνεται η ευκαιρία να παρακολουθήσουμε μερικές σπάνιες εικόνες, όμορφες και παράδοξες συγχρόνως.
Η ταινία είναι φιλόδοξη γιατί επιχειρεί να περιγράψει την κατάσταση όχι μόνο της Αργεντινής, αλλά και όλης της Νότιας Αμερικής. Ιστορία, πολιτισμός, μουσική, πολιτική, επανάσταση και πολλά άλλα μπλέκουν αξεδιάλυτα δημιουργώντας ένα μείγμα που άλλοτε γίνεται γοητευτικό και άλλοτε κάπως φτηνό, γκροτέσκο θα έλεγα (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Πέραν των πολιτικών πάντως και της σουρεαλιστικής και "πειραγμένης" τοιχογραφίας του "Νότου", της Ν. Αμερικής δηλαδή, το φιλμ έχει ένα εντελώς καβαφικό θέμα: Μιλά για την αξία του ίδιου του ταξιδιού, των εμπειριών και των συγκινήσεων που αποκομίζει κανείς απ' αυτό, ανεξάρτητα από την όποια κατάληξή του. "Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος" με λίγα λόγια. Και, βέβαια, σαν ταξίδι μπορούμε να θεωρήσουμε και ολόκληρη τη ζωή.
Ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη ταινία, άνιση ίσως, αλλά νομίζω ότι αξίζει να την ψάξει κανείς.
Δευτέρα, Ιουνίου 08, 2015
ΕΝΑΣ ΑΝΕΜΕΛΟΣ (ΚΑΙ ΑΝΕΥΘΥΝΟΣ) "ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ ΚΟΤΣΙΦΑΣ"
Το 1972 ο Otar Iosseliani γυρίζει μια από τις γνωστότερες γεωργιανές ταινίες του (πριν μετακομίσει δηλαδή στη Γαλλία), το "Ήταν ένας Τραγουδιστής Κοτσιφας". Μια ταινία που μελετά εξονυχιστικά έναν μάλλον κωμικοτραγικό χαρακτήρα.
Ήρωας του φιλμ είναι ένας μουσικός, που παίζει κρουστά σε μεγάλη ορχήστρα της πρωτεύουσας, της Τυφλίδας (σήμερα Tbilisi). Μόνο που κατορθώνει να φτάνει στις συναυλίες την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή, για να παίξει το τελικό μέρος για ένα λεπτό (το συνήθως θριαμβικό τελευταίο λεπτό της κλασικής μουσικής, όπου υπάρχουν κρουστά) και... μετά τέλος. Γιατί; Επειδή είναι ένας άνθρωπος που δεν σταματά ποτέ να κινείται. Ευχάριστος στους άλλους, πιθανότατα ταλαντούχος, με εκατοντάδες γνωστούς (άγνωστο όμως πόσους φίλους), που τον σταματάνε διαρκώς στο δρόμο για να τον χαιρετίσουν, με πάμπολλες κατακτήσεις, περιστασιακά φλερτ και καμιά μόνιμη σχέση, αναλώνει τη ζωή του (και την κάθε μέρα του) σε διαρκείς επισκέψεις σε φίλους (-ες), στα σπίτια τους, στις δουλειές τους, στα γλέντια τους. Αεικίνητος, λίγο "λίγο απ' όλα", αρνείται να μπει σε καλούπια, να αποκτήσει μια φυσιολογική ζωή (επαγγελματική, ερωτική, φιλική). Πάντα χαμογελαστός, πάντα έτοιμος να βοηθήσει, πλην όμως η προφανής ανικανότητά του να μείνει κάπου για, έστω, πέντε λεπτά, μετατρέπει τελικά την ανεμελιά σε πλήρη ανευθυνότητα. Φυσικά, αν και μουσικός και συνθέτης, είναι αδύνατο να συνθέσει έστω και τις ελάχιστες ώρες που μένει σπίτι του. Πρέπει ή να φύγει και πάλι για κάπου ή να κοιμηθεί, αφού είναι εξαντλημένος από τόσο τρέξιμο.
Η ταινία διαθέτει χιούμορ, έναν ολοζώντανο βασικό χαρακτήρα (ολόκληρη άλλωστε βασίζεται πάνω του) και μια κεφάτη σε πρώτη ανάγνωση ματιά στη ζωή. Κάτω από όλη αυτή την ανεμελιά ωστόσο κρύβεται μια κατά βάθος μια τραγική περίπτωση. Όσο αγαπητός κι αν είναι αρχικά, η απίστευτη ανευθυνότητά του τον κάνει τελικά αντιπαθή (έως και μισητό), όχι μονο στις πάμπολλες γυναίκες που εγκαταλείπει, αλλά και σε φίλους και σε συναδέλφους. Το ταλέντο του βέβαια πάει κι αυτό στράφι. Τελικά όλη η ευχάριστη σε πρώτη ματιά εικόνα κρύβει ένα ανώριμο, πιθανόν ακόμα και άρρωστο ψυχικά άνθρωπο. Έναν κοινωνικό κηφήνα. Αυτή είναι μάλλον και η θέση του σκηνοθετη, αν κρίνουμε από το ξεφνικό φινάλε - ίσως και ηθικοπλαστικό να το χαρακτήριζαν κάποιοι.
Από τις καλύτερες για μένα ταινίες του Iosseliani, το γλυκόπικρο, ασπρομαυρο αυτό φιλμ συνίσταται - κυρίως σε σινεφίλ βεβαίως.
Ήρωας του φιλμ είναι ένας μουσικός, που παίζει κρουστά σε μεγάλη ορχήστρα της πρωτεύουσας, της Τυφλίδας (σήμερα Tbilisi). Μόνο που κατορθώνει να φτάνει στις συναυλίες την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή, για να παίξει το τελικό μέρος για ένα λεπτό (το συνήθως θριαμβικό τελευταίο λεπτό της κλασικής μουσικής, όπου υπάρχουν κρουστά) και... μετά τέλος. Γιατί; Επειδή είναι ένας άνθρωπος που δεν σταματά ποτέ να κινείται. Ευχάριστος στους άλλους, πιθανότατα ταλαντούχος, με εκατοντάδες γνωστούς (άγνωστο όμως πόσους φίλους), που τον σταματάνε διαρκώς στο δρόμο για να τον χαιρετίσουν, με πάμπολλες κατακτήσεις, περιστασιακά φλερτ και καμιά μόνιμη σχέση, αναλώνει τη ζωή του (και την κάθε μέρα του) σε διαρκείς επισκέψεις σε φίλους (-ες), στα σπίτια τους, στις δουλειές τους, στα γλέντια τους. Αεικίνητος, λίγο "λίγο απ' όλα", αρνείται να μπει σε καλούπια, να αποκτήσει μια φυσιολογική ζωή (επαγγελματική, ερωτική, φιλική). Πάντα χαμογελαστός, πάντα έτοιμος να βοηθήσει, πλην όμως η προφανής ανικανότητά του να μείνει κάπου για, έστω, πέντε λεπτά, μετατρέπει τελικά την ανεμελιά σε πλήρη ανευθυνότητα. Φυσικά, αν και μουσικός και συνθέτης, είναι αδύνατο να συνθέσει έστω και τις ελάχιστες ώρες που μένει σπίτι του. Πρέπει ή να φύγει και πάλι για κάπου ή να κοιμηθεί, αφού είναι εξαντλημένος από τόσο τρέξιμο.
Η ταινία διαθέτει χιούμορ, έναν ολοζώντανο βασικό χαρακτήρα (ολόκληρη άλλωστε βασίζεται πάνω του) και μια κεφάτη σε πρώτη ανάγνωση ματιά στη ζωή. Κάτω από όλη αυτή την ανεμελιά ωστόσο κρύβεται μια κατά βάθος μια τραγική περίπτωση. Όσο αγαπητός κι αν είναι αρχικά, η απίστευτη ανευθυνότητά του τον κάνει τελικά αντιπαθή (έως και μισητό), όχι μονο στις πάμπολλες γυναίκες που εγκαταλείπει, αλλά και σε φίλους και σε συναδέλφους. Το ταλέντο του βέβαια πάει κι αυτό στράφι. Τελικά όλη η ευχάριστη σε πρώτη ματιά εικόνα κρύβει ένα ανώριμο, πιθανόν ακόμα και άρρωστο ψυχικά άνθρωπο. Έναν κοινωνικό κηφήνα. Αυτή είναι μάλλον και η θέση του σκηνοθετη, αν κρίνουμε από το ξεφνικό φινάλε - ίσως και ηθικοπλαστικό να το χαρακτήριζαν κάποιοι.
Από τις καλύτερες για μένα ταινίες του Iosseliani, το γλυκόπικρο, ασπρομαυρο αυτό φιλμ συνίσταται - κυρίως σε σινεφίλ βεβαίως.
Παρασκευή, Ιουνίου 05, 2015
ΗΣΥΧΟ, ΧΑΜΗΛΟΤΟΝΟ "PASTORALI"
Ο Otar Iosseliani είναι γεωργιανός (πρώην σοβιετικός δηλαδή) και από τη δεκαετία του 80 ζει και δουλεύει στη Γαλλία. Πριν όμως είχε προλάβει να γυρίσει μερικά γεωργιανά φιλμ. Το 1975 για παράδειγμα κάνει το "Pastorali", μια "ήσυχη", χαμηλών τόνων ασπρόμαυρη ταινία.
Μια ομάδα μουσικών (δύο άντρες και τρεις γυναίκες) από την πρωτεύουσα επισκέπτονται ένα μικρό χωριό. Εκεί θα μείνουν αρκετές μέρες, τόσο για να κάνουν απερίσπαστα πρόβες όσο και για να καταγράψουν ντόπιες μουσικές από ερασιτέχνες μουσικούς. Η ταινία παρακολουθεί τις σχέσεις τους με τους χωριάτες, κυρίως με την πολυμελή οικογένεια που τους φιλοξενεί.
Στη διάρκεια του φιλμ μοιάζει να μη συμβαίνει τίποτα. Δεν υπάρχουν κορυφώσεις, σκηνές δράματος ή δράσης, τίποτα. Η ματιά του σκηνοθέτη είναι περισσότερο ντοκιμαντερίστικη. Με μια προφανή αγάπη και ευαισθησία, ίσως και νοσταλγία, ο φακός καταγράφει την καθημερινότητα (αρκετά πρωτόγονη θα έλεγα) του χωριού. Άνθρωποι που δουλεύουν στα χωράφια, άνθρωποι που γλεντούν, πίνουν και τραγουδούν, γυναίκες που - νοικοκυρές γαρ - δουλεύουν στο σπίτι, αρκετοί τσακωμοί, έντονοι μερικές φορές, η βαρεμάρα και η απραξία των εφήβων, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα και άλλα μικρά και ταπεινά συνθέτουν την καθημερινότητα του χωριού. Και τα κατοικίδια ζώα. Κάθε λογής, που μοιάζουν πραγματικά να είναι πανταχού παρόντα. Με διακριτικό (πολύ διακριτικό θα έλεγα) χιούμορ, που θυμίζει κάπως αυτό του Τατί, ο φακός παρακολουθεί και σχολιάζει τις μικρές λεπτομέρειες που συνθέτουν την καθημερινότητα.
Ταυτόχρονα η ταινία δομείται πάνω στις αντιθέσεις των "πρωτευουσιάνων" και των ντόπιων. Μη φανταστείτε συγκρούσεις ή κάτι τέτοιο. Απλώς ο διαφορετικός τρόπος ζωής - και η αμοιβαία εκτίμηση ανάμεικτη με κάποια έκπληξη ή/και θαυμασμό - καταγράφονται σε πολλές και διαφορετικές ευκαιρίες. Ο αποχαιρετισμός στο τέλος, χαμηλότονος κι αυτός, γίνεται συγκινητικός.
Ταινια για πολύ λίγους σήμερα, που ανήκει σε ένα κάπως παλιό, ποιητικό σινεμά, σίγουρα θα κάνει πολλούς να βαρεθούν με την σαφή έλλειψη δράσης και "γεγονότων". Οι λίγοι όμως που μπορούν να απολαύσουν έναν τέτοιο κινηματογράφο θα ανακαλύψουν ποίηση, συγκίνηση, χιούμορ και γενικά μια κατάφαση στη ζωή, όπως κι αν έρχονται τα πράγματα. Όσο για το σοβιετικό καθεστώς, αυτό πολύ λίγο φαίνεται. Η ζωή, με όποιο σύστημα, μοιάζει να είναι ίδια, με χαρές και λύπες, με πολλή καθημερινότητα (αρκετά πρωτόγονη στη συγκεκριμένη περίπτωση). Ίσως ο Ιοσελιάνι να θέλει να μας πει ότι η ουσία είναι αλλού. Δεν ξέρω...
Μια ομάδα μουσικών (δύο άντρες και τρεις γυναίκες) από την πρωτεύουσα επισκέπτονται ένα μικρό χωριό. Εκεί θα μείνουν αρκετές μέρες, τόσο για να κάνουν απερίσπαστα πρόβες όσο και για να καταγράψουν ντόπιες μουσικές από ερασιτέχνες μουσικούς. Η ταινία παρακολουθεί τις σχέσεις τους με τους χωριάτες, κυρίως με την πολυμελή οικογένεια που τους φιλοξενεί.
Στη διάρκεια του φιλμ μοιάζει να μη συμβαίνει τίποτα. Δεν υπάρχουν κορυφώσεις, σκηνές δράματος ή δράσης, τίποτα. Η ματιά του σκηνοθέτη είναι περισσότερο ντοκιμαντερίστικη. Με μια προφανή αγάπη και ευαισθησία, ίσως και νοσταλγία, ο φακός καταγράφει την καθημερινότητα (αρκετά πρωτόγονη θα έλεγα) του χωριού. Άνθρωποι που δουλεύουν στα χωράφια, άνθρωποι που γλεντούν, πίνουν και τραγουδούν, γυναίκες που - νοικοκυρές γαρ - δουλεύουν στο σπίτι, αρκετοί τσακωμοί, έντονοι μερικές φορές, η βαρεμάρα και η απραξία των εφήβων, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα και άλλα μικρά και ταπεινά συνθέτουν την καθημερινότητα του χωριού. Και τα κατοικίδια ζώα. Κάθε λογής, που μοιάζουν πραγματικά να είναι πανταχού παρόντα. Με διακριτικό (πολύ διακριτικό θα έλεγα) χιούμορ, που θυμίζει κάπως αυτό του Τατί, ο φακός παρακολουθεί και σχολιάζει τις μικρές λεπτομέρειες που συνθέτουν την καθημερινότητα.
Ταυτόχρονα η ταινία δομείται πάνω στις αντιθέσεις των "πρωτευουσιάνων" και των ντόπιων. Μη φανταστείτε συγκρούσεις ή κάτι τέτοιο. Απλώς ο διαφορετικός τρόπος ζωής - και η αμοιβαία εκτίμηση ανάμεικτη με κάποια έκπληξη ή/και θαυμασμό - καταγράφονται σε πολλές και διαφορετικές ευκαιρίες. Ο αποχαιρετισμός στο τέλος, χαμηλότονος κι αυτός, γίνεται συγκινητικός.
Ταινια για πολύ λίγους σήμερα, που ανήκει σε ένα κάπως παλιό, ποιητικό σινεμά, σίγουρα θα κάνει πολλούς να βαρεθούν με την σαφή έλλειψη δράσης και "γεγονότων". Οι λίγοι όμως που μπορούν να απολαύσουν έναν τέτοιο κινηματογράφο θα ανακαλύψουν ποίηση, συγκίνηση, χιούμορ και γενικά μια κατάφαση στη ζωή, όπως κι αν έρχονται τα πράγματα. Όσο για το σοβιετικό καθεστώς, αυτό πολύ λίγο φαίνεται. Η ζωή, με όποιο σύστημα, μοιάζει να είναι ίδια, με χαρές και λύπες, με πολλή καθημερινότητα (αρκετά πρωτόγονη στη συγκεκριμένη περίπτωση). Ίσως ο Ιοσελιάνι να θέλει να μας πει ότι η ουσία είναι αλλού. Δεν ξέρω...
Τρίτη, Ιουνίου 02, 2015
ΟΙ ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΕΣ "ΜΑΓΙΣΣΕΣ ΤΟΥ ΙΣΤΓΟΥΙΚ"
Το 1987 ο αυστραλός (ελληνικής καταγωγής, όπως ίσως γνωρίζετε) George Miller, έχοντας μόλις πίσω του τη θριαμβευτική τριλογία του Mad Max, γυρίζει το επόμενο φιλμ του: Τις "Μάγισσες του Ίστγουικ", ένα είδος φανταστικής κομεντί, με ένα λαμπρό καστ: Τζακ Νίκολσον, Μισέλ Φάιφερ, Σούζαν Σάραντον, Σερ!
Στην ομώνυμη ήσυχη αμερικάνικη πόλη τρεις μόνες γυναίκες (άλλες μόνες, άλλες χήρες με παιδιά) μαζεύονται τακτικά, οικτίρουν τη βαρετή και μίζερη ζωή τους και ονειρεύονται τον τέλειο άντρα - ή, τέλος πάντων, κάτι να τους συμβεί επιτέλους. Και να: Σαν να εκπληρώνετε η ευχή τους, ξαφνικά εγκαθίσταται στην πόλη, αγοράζοντας και ανακαινίζοντας έναν πελώριο παλιό πύργο, ένας μυστηριώδης, γοητευτικός και, όπως όλα δείχνουν, ζάπλουτος ξένος με τον υπηρέτη του. Ο ξένος θα συνάψει σχέσεις και με τις τρεις, αλλά σύντομα οι πάντες θα αντιληφτούν ότι κάτι δεν πάει καλά. Μήπως ο άγνωστος δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον διάβολο;
Η ταινία ξεκινά σαν χαριτωμένη κομεντί και, όσο πλησιάζουμε προς το τέλος, γίνεται όλο και πιο ανησυχητική αγγίζοντας συχνά το γκροτέσκο (ίσως και κάπως ενοχλητικό) στοιχείο. Δίχως ωστόσο, ακόμα και τότε, να παραλείπει κάποιες πινελιές χιούμορ.
Κατά την προσωπική μου γνώμη το κύριο χαρακτηριστικό της είναι το στοιχείο του διφορούμενου: Πρόκειται για ένα φεμινιστικό φιλμ, που δείχνει τη δύναμη του θηλυκού πάνω στο κυρίαρχο (υποτίθεται) αρσενικό; Αλλά τότε γιατί οι ηρωίδες γοητεύονται τόσο απ' αυτό, μοιάζουν να το έχουν τόσο ανάγκη; Όσο για το Κακό, που φορέας του είναι βεβαίως το αρσενικό που λέγαμε και πριν... εκεί να δείτε πόσο διφορούμενο παρουσιάζεται: Από τη μία είναι πραγματικά λυτρωτικό, απολαυστικό, ικανό να πραγματοποιήσει κάθε όνειρο φτάνει να αφεθείς σ' αυτό, ικανό να ταράξει τα νερά και να εξαφανίσει κάθε μιζέρια και βαρεμάρα. Από την άλλη, ταυτόχρονα, είναι μοχθηρό, εγωμανές, αδίστακτο. Δεν σταματά μπροστά σε τίποτα προκειμένου να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του. Ακόμα και ο θάνατος άλλων δεν αποτελεί ηθικό εμπόδιο.
Έτσι διφορούμενο θα μείνει το φιλμ ως την τελευταία σκηνή, παρουσιάζοντας ένα Κακό γοητευτικό και απωθητικό ταυτόχρονα, καθώς και γυναίκες εξαρτημένες από το αρσενικό, αλλά και εξαιρετικά δυνατές, νικήτριες τελικά. Διαλέγετε και παίρνετε.
Τελικά σαν φιλμ το βρίσκω σχετικά διασκεδαστικό, δίχως όμως να αποτελεί και μια από τις αγαπημένες μου ταινίες...
Στην ομώνυμη ήσυχη αμερικάνικη πόλη τρεις μόνες γυναίκες (άλλες μόνες, άλλες χήρες με παιδιά) μαζεύονται τακτικά, οικτίρουν τη βαρετή και μίζερη ζωή τους και ονειρεύονται τον τέλειο άντρα - ή, τέλος πάντων, κάτι να τους συμβεί επιτέλους. Και να: Σαν να εκπληρώνετε η ευχή τους, ξαφνικά εγκαθίσταται στην πόλη, αγοράζοντας και ανακαινίζοντας έναν πελώριο παλιό πύργο, ένας μυστηριώδης, γοητευτικός και, όπως όλα δείχνουν, ζάπλουτος ξένος με τον υπηρέτη του. Ο ξένος θα συνάψει σχέσεις και με τις τρεις, αλλά σύντομα οι πάντες θα αντιληφτούν ότι κάτι δεν πάει καλά. Μήπως ο άγνωστος δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον διάβολο;
Η ταινία ξεκινά σαν χαριτωμένη κομεντί και, όσο πλησιάζουμε προς το τέλος, γίνεται όλο και πιο ανησυχητική αγγίζοντας συχνά το γκροτέσκο (ίσως και κάπως ενοχλητικό) στοιχείο. Δίχως ωστόσο, ακόμα και τότε, να παραλείπει κάποιες πινελιές χιούμορ.
Κατά την προσωπική μου γνώμη το κύριο χαρακτηριστικό της είναι το στοιχείο του διφορούμενου: Πρόκειται για ένα φεμινιστικό φιλμ, που δείχνει τη δύναμη του θηλυκού πάνω στο κυρίαρχο (υποτίθεται) αρσενικό; Αλλά τότε γιατί οι ηρωίδες γοητεύονται τόσο απ' αυτό, μοιάζουν να το έχουν τόσο ανάγκη; Όσο για το Κακό, που φορέας του είναι βεβαίως το αρσενικό που λέγαμε και πριν... εκεί να δείτε πόσο διφορούμενο παρουσιάζεται: Από τη μία είναι πραγματικά λυτρωτικό, απολαυστικό, ικανό να πραγματοποιήσει κάθε όνειρο φτάνει να αφεθείς σ' αυτό, ικανό να ταράξει τα νερά και να εξαφανίσει κάθε μιζέρια και βαρεμάρα. Από την άλλη, ταυτόχρονα, είναι μοχθηρό, εγωμανές, αδίστακτο. Δεν σταματά μπροστά σε τίποτα προκειμένου να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του. Ακόμα και ο θάνατος άλλων δεν αποτελεί ηθικό εμπόδιο.
Έτσι διφορούμενο θα μείνει το φιλμ ως την τελευταία σκηνή, παρουσιάζοντας ένα Κακό γοητευτικό και απωθητικό ταυτόχρονα, καθώς και γυναίκες εξαρτημένες από το αρσενικό, αλλά και εξαιρετικά δυνατές, νικήτριες τελικά. Διαλέγετε και παίρνετε.
Τελικά σαν φιλμ το βρίσκω σχετικά διασκεδαστικό, δίχως όμως να αποτελεί και μια από τις αγαπημένες μου ταινίες...
Παρασκευή, Μαΐου 29, 2015
ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ "ΕΡΕΙΠΙΑ"
Η ταινία "The Ruins" (Ερείπια) του 2008 γυρίστηκε από τον φωτογράφο και βιντεοκλιπά Carter Smith και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του. Πρόκειται για μια τυπική ταινία τρόμου, από τις αρκετές που παράγονται κάθε χρόνο στις ΗΠΑ (και όχι μόνο βέβαια).
Κλασική παρέα νεαρών αμερικανών (δύο ζευγάρια) κάνουν διακοπές στο Μεξικό. Εκεί γνωρίζονται με έναν έλληνα και ένα γερμανό - νεαροί κι αυτοί, που κάνουν επίσης διακοπές. Ο τελευταίος θα τους πείσει να πάνε μια ημερήσια εκδρομή σε έναν άγνωστο στους τουρίστες, χαμένο στη ζούγκλα πυραμιδοειδή ναό των Μάγιας, στον οποίο κάνει ανασκαφές ο αρχαιολόγος αδελφός του. Η παρέα θα πάει, θα βρει τον ναό, θα συναντήσει κάποιους ντόπιους που μιλάνε μια άγνωστη γλώσσα, θα υποχρεωθούν να σκαρφαλώσουν στο ναό... και ο τρόμος αρχίζει (αλήθεια, γιατί οι μισές τουλάχιστον αμερικάνικες ταινίες τρόμου έχουν πρωταγωνιστές κλασική ανέμελη παρέα αμερικανών νεαρών, συνήθως αγόρια - κορίτσια;)
Δεν νομίζω ότι το φιλμ έχει να προσθέσει κάτι ιδιαίτερο στην μακρά σειρά των low budget ταινιών τρόμου, είδος εξαιρετικά συνηθισμένο και, βέβαια, με φανατικό δικό του κοινό. Όσο προχωράμε προς το τέλος το φιλμ γίνεται όλο και πιο σπλάτερ, με το αίμα να ρέει άφθονο και τις πληγές να προσφέρονται ολάνοιχτες στο βλέμμα του θεατή (αρκετά συνηθισμένο κι αυτό). Πάντως η συγκεκριμένη ταινία κρατά κάπως το ενδιαφέρον του θεατή, τόσο με την κλειστοφοβική ατμόσφαιρά της (παρά το ότι οι ήρωες είναι παγιδευμένοι στην ηλιόλουστη, υπαίθρια κορυφή του ναού) όσο και με τη φύση της πηγής του "κακού", που αποκαλύπτεται κάπου στα μισά. Βεβαίως η επιρροή από ένα κλασικό προπολεμικό διήγημα τρόμου του Clark Ashton Smith είναι κάτι παραπάνω εμφανής, σε βαθμό που νομίζω ότι κακώς δεν ανεφέρεται το όνομα του συγγραφέα.
Ίσως οι σκληροπυρηνικοί φανς ταινιών τρόμου να διασκεδάσουν (άλλωστε σ' αυτούς μόνο απευθύνεται το φιλμ). Προσωπικά το βρήκα "ένα ακόμα απ' αυτά", αν και κάποιο κλιμακούμενο σασπένς νομίζω ότι διαθέτει.
Κλασική παρέα νεαρών αμερικανών (δύο ζευγάρια) κάνουν διακοπές στο Μεξικό. Εκεί γνωρίζονται με έναν έλληνα και ένα γερμανό - νεαροί κι αυτοί, που κάνουν επίσης διακοπές. Ο τελευταίος θα τους πείσει να πάνε μια ημερήσια εκδρομή σε έναν άγνωστο στους τουρίστες, χαμένο στη ζούγκλα πυραμιδοειδή ναό των Μάγιας, στον οποίο κάνει ανασκαφές ο αρχαιολόγος αδελφός του. Η παρέα θα πάει, θα βρει τον ναό, θα συναντήσει κάποιους ντόπιους που μιλάνε μια άγνωστη γλώσσα, θα υποχρεωθούν να σκαρφαλώσουν στο ναό... και ο τρόμος αρχίζει (αλήθεια, γιατί οι μισές τουλάχιστον αμερικάνικες ταινίες τρόμου έχουν πρωταγωνιστές κλασική ανέμελη παρέα αμερικανών νεαρών, συνήθως αγόρια - κορίτσια;)
Δεν νομίζω ότι το φιλμ έχει να προσθέσει κάτι ιδιαίτερο στην μακρά σειρά των low budget ταινιών τρόμου, είδος εξαιρετικά συνηθισμένο και, βέβαια, με φανατικό δικό του κοινό. Όσο προχωράμε προς το τέλος το φιλμ γίνεται όλο και πιο σπλάτερ, με το αίμα να ρέει άφθονο και τις πληγές να προσφέρονται ολάνοιχτες στο βλέμμα του θεατή (αρκετά συνηθισμένο κι αυτό). Πάντως η συγκεκριμένη ταινία κρατά κάπως το ενδιαφέρον του θεατή, τόσο με την κλειστοφοβική ατμόσφαιρά της (παρά το ότι οι ήρωες είναι παγιδευμένοι στην ηλιόλουστη, υπαίθρια κορυφή του ναού) όσο και με τη φύση της πηγής του "κακού", που αποκαλύπτεται κάπου στα μισά. Βεβαίως η επιρροή από ένα κλασικό προπολεμικό διήγημα τρόμου του Clark Ashton Smith είναι κάτι παραπάνω εμφανής, σε βαθμό που νομίζω ότι κακώς δεν ανεφέρεται το όνομα του συγγραφέα.
Ίσως οι σκληροπυρηνικοί φανς ταινιών τρόμου να διασκεδάσουν (άλλωστε σ' αυτούς μόνο απευθύνεται το φιλμ). Προσωπικά το βρήκα "ένα ακόμα απ' αυτά", αν και κάποιο κλιμακούμενο σασπένς νομίζω ότι διαθέτει.
Τρίτη, Μαΐου 26, 2015
MAD MAX ΠΟΥ ΚΟΒΕΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ
Έχω επανειλημμένα γράψει για τη βαρεμάρα που νοιώθω όταν βλέπω ταινίες που βασίζονται αποκλειστικά στη δράση, στο "ξύλο" και τα διαρκή κυνηγητά. Ε, λοιπόν καιρός να γράψω και για μια λαμπρή εξαίρεση (που, υποθέτω, επιβεβαιώνει τον κανόνα): Το "Mad Max : Ο Δρόμος της Οργής" του 2015, του αυθεντικού δημιουργού βεβαίως της πρώτης τριλογίας των Mad Max, του George Miller. Ο οποίος, να σημειώσουμε, το 2015 έκλεισε αισίως τα 70!
Το Mad Max λοιπόν διαθέτει στοιχειώδες σενάριο: Μια στρατηγός ενός κτηνώδους δικτάτορα μιας πολεμοχαρούς φυλής (θυμίζω ότι βρισκόμαστε σε μια μετακαταστροφική γη, που ουσιαστικά έχει μεταβληθεί σε έρημο, με το νερό και τα καύσιμα σε διαρκή έλλειψη) το σκάει απ' αυτόν κλέβοντας ένα "πολεμικό άρμα" γεμάτο πολύτιμα καύσιμα και ένα ακόμα πιο πολύτιμο μυστικό φορτίο. Φυσικά ολόκληρη η φυλή (όπως, άθελά του, και ο Mad Max, ο οποίος είναι αιχμάλωτός τους) αρχίζει να τους κυνηγά λυσσασμένα. Ο Mad Max θα συνεργαστεί με την φυγάδα, αφού δεν υπάρχει άλλος τρόπος επιβίωσης. Στο δρόμο θα συναντήσουν άλλες φυλές και διάφορα εμπόδια...
Όλη η ταινία λοιπόν - σας προειδοποιώ - είναι ένα διαρκές υπερ βίαιο κυνηγητό. Και γιατί μου άρεσε τόσο; Υπάρχει ένα σινεμά που βασίζεται στην εικόνα. Εδώ αυτό επιτυγχάνεται νομίζω στον υπέρτατο βαθμό. Τα φοβερά, μεταλλαγμένα οχήματα κλέβουν την παράσταση, όπως και στο κλασικό δεύτερο Mad Max του 1981. Πέραν αυτού όμως, η φοβερή εικόνα, τα κυρίαρχα τοπία και χρώματα της ερήμου, οι λήψεις, η άφθονη αδρεναλίνη, ζαλιστική ταχύτητα κυριολεκτικά κόβουν την ανάσα. Το παρακολούθησα εντυπωσιασμένος, δίχως να χαλαρώσω ούτε λεπτό. Ακριβώς αυτό θεωρώ τόσο μεγάλο επίτευγμα: Μια τόσο δυνατή ταινία με ένα σενάριο από το τίποτα!
Εκτός αυτών βεβαίως υπάρχουν και οι σαφείς και ευπρόσδεκτες φεμινιστικές νύξεις. Όχι μόνο η προσωπικότητα της στρατηγού (αγνώριστη η Σαρλίζ Θερόν) γίνεται ο χαρακτήρας που κινεί τα νήματα, αλλά υπάρχουν κι άλλα στον ίδιο φεμινιστικό άξονα. Αυτά όμως είναι ίσως "ψιλά γράμματα". Αυτό που προέχει είναι η καταιγιστική εικόνα και το διαρκώς αυξανόμενο σασπένς.
Νομίζω ότι με τον Mad Max του 2015 (30 χρόνια μετά δηλαδή) η τετραλογία πλέον γίνεται η εμβληματικότερη εικόνα μετακαταστροφικής κοινωνίας ολόκληρου του κινηματογράφου. Άλλωστε από τότε ήδη τον είχε επηρεάσει πολύ...
Το Mad Max λοιπόν διαθέτει στοιχειώδες σενάριο: Μια στρατηγός ενός κτηνώδους δικτάτορα μιας πολεμοχαρούς φυλής (θυμίζω ότι βρισκόμαστε σε μια μετακαταστροφική γη, που ουσιαστικά έχει μεταβληθεί σε έρημο, με το νερό και τα καύσιμα σε διαρκή έλλειψη) το σκάει απ' αυτόν κλέβοντας ένα "πολεμικό άρμα" γεμάτο πολύτιμα καύσιμα και ένα ακόμα πιο πολύτιμο μυστικό φορτίο. Φυσικά ολόκληρη η φυλή (όπως, άθελά του, και ο Mad Max, ο οποίος είναι αιχμάλωτός τους) αρχίζει να τους κυνηγά λυσσασμένα. Ο Mad Max θα συνεργαστεί με την φυγάδα, αφού δεν υπάρχει άλλος τρόπος επιβίωσης. Στο δρόμο θα συναντήσουν άλλες φυλές και διάφορα εμπόδια...
Όλη η ταινία λοιπόν - σας προειδοποιώ - είναι ένα διαρκές υπερ βίαιο κυνηγητό. Και γιατί μου άρεσε τόσο; Υπάρχει ένα σινεμά που βασίζεται στην εικόνα. Εδώ αυτό επιτυγχάνεται νομίζω στον υπέρτατο βαθμό. Τα φοβερά, μεταλλαγμένα οχήματα κλέβουν την παράσταση, όπως και στο κλασικό δεύτερο Mad Max του 1981. Πέραν αυτού όμως, η φοβερή εικόνα, τα κυρίαρχα τοπία και χρώματα της ερήμου, οι λήψεις, η άφθονη αδρεναλίνη, ζαλιστική ταχύτητα κυριολεκτικά κόβουν την ανάσα. Το παρακολούθησα εντυπωσιασμένος, δίχως να χαλαρώσω ούτε λεπτό. Ακριβώς αυτό θεωρώ τόσο μεγάλο επίτευγμα: Μια τόσο δυνατή ταινία με ένα σενάριο από το τίποτα!
Εκτός αυτών βεβαίως υπάρχουν και οι σαφείς και ευπρόσδεκτες φεμινιστικές νύξεις. Όχι μόνο η προσωπικότητα της στρατηγού (αγνώριστη η Σαρλίζ Θερόν) γίνεται ο χαρακτήρας που κινεί τα νήματα, αλλά υπάρχουν κι άλλα στον ίδιο φεμινιστικό άξονα. Αυτά όμως είναι ίσως "ψιλά γράμματα". Αυτό που προέχει είναι η καταιγιστική εικόνα και το διαρκώς αυξανόμενο σασπένς.
Νομίζω ότι με τον Mad Max του 2015 (30 χρόνια μετά δηλαδή) η τετραλογία πλέον γίνεται η εμβληματικότερη εικόνα μετακαταστροφικής κοινωνίας ολόκληρου του κινηματογράφου. Άλλωστε από τότε ήδη τον είχε επηρεάσει πολύ...
Σάββατο, Μαΐου 23, 2015
ΟΙ ΠΙΘΗΚΟΙ ΚΑΙ Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΤΟΥΣ ΞΑΝΑΧΤΥΠΟΥΝ...
Μετά την επιτυχία του πρώτου και κλασικού στο είδος του "Πλανήτη των Πιθήκων" του 1968, ακολούθησε μια σειρά συνεχειών. Η πρώτη απ' αυτές γυρίστηκε το 1970 από τον (τηλεοπτικό κυρίως) Ted Post (1918-2013) και λεγόταν "Beneath the Planet of Apes". Και, όπως γίνεται συνήθως, ήταν νομίζω κατώτερη από την πρώτη ταινία.
Εδώ ένας άλλος αστροναύτης φεύγει για αναζήτηση και σωτηρία του αγνοούμενου στη γη Τέιλορ. Ακολουθεί τα χνάρια του, πέφτει στην ίδια χρονική δίνη και, φυσικά, καταλήγει κι αυτός στον Πλανήτη των Πιθήκων, όπου θα συναντήσει τη Νόβα, την κοπέλα του Τέιλορ, θα αιχμαλωτιστεί από τους πιθήκους, θα ζήσει περιπέτειες, αλλά το κλου θα είναι η ανακάλυψη και άλλης μιας φυλής στον πλανήτη, καθώς και η εμφάνιση του Τσάρλτον Ίστον από το προηγούμενο φιλμ.! Όσο για τους πιθήκους, ας μην ξεχνάμε ότι οι γορίλες είναι οι πολεμοχαρείς και οι χιμπατζήδες οι "καλοί", ειρηνικοί επιστήμονες.
Γενικά δεν θεωρώ καλές ταινίες την πρώτη σειρά των "Πιθήκων". Η πρωτότυπη βέβαια είναι σχεδόν cult σήμερα - και λόγω της γενικής ιδέας και λόγω του σεναριακής φύσης σοκ του τέλους. Στη δεύτερη όμως το "μυστικό" αυτό είναι εξ ορισμού γνωστό από την αρχή, το περιβάλλον το ξέρουμε, οπότε, όπως και να το κάνουμε, κάπου η ιστορία αδυνατίζει. Και γενικότερα όμως νομίζω ότι οι σεναριακές αφέλειες είναι πολλές και, όπως είπαμε, το όλο σκηνικό το έχουμε ξαναδεί. Μένει, σε σεναριακό επίπεδο πάντα, η ανακάλυψη των άλλων κατοίκων του πλανήτη. Εδώ το πράγμα έχει κάποιο ενδιαφέρον. Η λατρεία της Βόμβας, που γίνεται με σχεδόν χριστιανικό θρησκευτικό τελετουργικό, η αποκάλυψη της μορφής τους και κάποια άλλα στοιχεία, είναι σχετικά πρωτότυπα. Το τέλος, το οποίο δεν θα αποκαλύψω φυσικά, είναι σοκαριστικό. Είναι ένα τέλος που ταιριάζει στις συνθήκες της εποχής (ο φόβος για πυρηνικό ολοκάυτωμα ήταν τότε διάχυτος) και το οποίο πιστεύω ότι δεν θα τολμούσε το σημερινό Χόλιγουντ.
Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν βέβαια ότι πρόκειται για καλή ταινία - το είπα. Απλώς μια περιπέτεια για να περάσουμε την ώρα μας και να δούμε ένα πρώιμο σίκουελ, πολύ πριν αυτά κατακλύσουν τις οθόνες.
Εδώ ένας άλλος αστροναύτης φεύγει για αναζήτηση και σωτηρία του αγνοούμενου στη γη Τέιλορ. Ακολουθεί τα χνάρια του, πέφτει στην ίδια χρονική δίνη και, φυσικά, καταλήγει κι αυτός στον Πλανήτη των Πιθήκων, όπου θα συναντήσει τη Νόβα, την κοπέλα του Τέιλορ, θα αιχμαλωτιστεί από τους πιθήκους, θα ζήσει περιπέτειες, αλλά το κλου θα είναι η ανακάλυψη και άλλης μιας φυλής στον πλανήτη, καθώς και η εμφάνιση του Τσάρλτον Ίστον από το προηγούμενο φιλμ.! Όσο για τους πιθήκους, ας μην ξεχνάμε ότι οι γορίλες είναι οι πολεμοχαρείς και οι χιμπατζήδες οι "καλοί", ειρηνικοί επιστήμονες.
Γενικά δεν θεωρώ καλές ταινίες την πρώτη σειρά των "Πιθήκων". Η πρωτότυπη βέβαια είναι σχεδόν cult σήμερα - και λόγω της γενικής ιδέας και λόγω του σεναριακής φύσης σοκ του τέλους. Στη δεύτερη όμως το "μυστικό" αυτό είναι εξ ορισμού γνωστό από την αρχή, το περιβάλλον το ξέρουμε, οπότε, όπως και να το κάνουμε, κάπου η ιστορία αδυνατίζει. Και γενικότερα όμως νομίζω ότι οι σεναριακές αφέλειες είναι πολλές και, όπως είπαμε, το όλο σκηνικό το έχουμε ξαναδεί. Μένει, σε σεναριακό επίπεδο πάντα, η ανακάλυψη των άλλων κατοίκων του πλανήτη. Εδώ το πράγμα έχει κάποιο ενδιαφέρον. Η λατρεία της Βόμβας, που γίνεται με σχεδόν χριστιανικό θρησκευτικό τελετουργικό, η αποκάλυψη της μορφής τους και κάποια άλλα στοιχεία, είναι σχετικά πρωτότυπα. Το τέλος, το οποίο δεν θα αποκαλύψω φυσικά, είναι σοκαριστικό. Είναι ένα τέλος που ταιριάζει στις συνθήκες της εποχής (ο φόβος για πυρηνικό ολοκάυτωμα ήταν τότε διάχυτος) και το οποίο πιστεύω ότι δεν θα τολμούσε το σημερινό Χόλιγουντ.
Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν βέβαια ότι πρόκειται για καλή ταινία - το είπα. Απλώς μια περιπέτεια για να περάσουμε την ώρα μας και να δούμε ένα πρώιμο σίκουελ, πολύ πριν αυτά κατακλύσουν τις οθόνες.
Τετάρτη, Μαΐου 20, 2015
Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ "ΠΥΓΜΑΛΙΩΝΑ"
Στην αρχή υπήρχε ο αρχαιοελληνικός μύθος του γλύπτη Πυγμαλίωνα, ο οποίος ερωτεύεται την Γαλάτεια, ένα δικό του γλυπτό. Στη συνέχεια έρχεται ο πανέξυπνος και ατακαδόρος θεατρικός συγγραφέας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο με το έργο του "Πυγμαλίων" (ανέβηκε το 1913), που μεταφέρει τον μύθο (κάποια στοιχεία του τέλος πάντων) στη σύγχρονη εποχή. Το σινεμά δεν θα έμενε βέβαια πίσω. Η γνωστότερη διασκευή είναι το μιόυζικαλ "Ωραία μου Κυρία" του 1964. Πολύ πριν απ' αυτό όμως ο κλασικός βρετανός σκηνοθέτης Anthony Asquith (1902-1968) είχε γυρίσει το 1938 την ταινία "Πυγμαλίων" με τον πολύ καλό Λέσλι Χάουαρντ στο βασικό ρόλο.
Στην ασπρόμαυρη αυτή "κομεντί" (πριν εμφανιστεί βέβαια ο όρος) ένας σνομπ καθηγητής ορθοφωνικής αναλαμβάνει να μεταμορφώσει μια πάμφτωχη, λαϊκή και ταπεινής καταγωγής ανθοπώλισα σε μεγάλη κυρία, με άψογους τρόπους και προφορά, η οποία θα πείσει τους πάντες στα μεγάλα σαλόνια για την αριστοκρατική καταγωγή της. Οι σχέσεις των δύο θα περάσουν από πολλά στάδια, η μεταμόρφωση της κοπέλας θα είναι πλήρης εξωτερικά, αλλά πώς θα αντιδράσει μετά ο ψηλομύτης καθηγητής;
Η ταινία λοιπόν είναι στην ουσία ένα είδος κωμωδίας καταστάσεων. Διαθέτει έξυπνες ατάκες, συνδυασμό χιούμορ και δράματος και, τελικά, νομίζω ότι αντέχει μέχρι σήμερα. Πέραν αυτών όμως - και με το χαρακτηριστικό βρετανικό φλέγμα - σατιρίζει στην ουσία τις σχέσεις των δύο φύλων, σχολιάζοντας τόσο την (κατώτερη προφανώς) θέση της γυναίκας στην κοινωνία, όσο και την διαστρωμάτωση και βαθύτατα ταξική δομή της κοινωνίας αυτής. Η αστική ηθική έρχεται συχνά σε αντιπαράθεση με την πολύ χαλαρή ηθική των κατώτερων στρωμάτων, αυτό όμως δεν είναι ένα εις βάρος τους σχόλιο. Περισσότερο μοιάζει να δικαιολογεί τη στάση αυτή. Σημαντική φιγούρα στη σάτιρα αυτή και στις περί ηθικής παρατηρήσεις και θέσεις αποτελεί ο άξεστος πατέρας της κοπέλας, ένας καρακτήρας "αντιπαθής", πλην όμως δικαιολογημένα αντιπαθής. Και, βεβαια, ο άψογος, κομψός και αριστοκρατικός καθηγητής πολλές φορές κατά τη διάρκεια του φιλμ γίνεται κι αυτός αντιπαθέστατος, άκαρδος, σκληρός.
Αν δεν σας "τρομάζουν" τα παλιά φιλμ, το θεωρώ καλή επιλογή. Θα επιμείνω ότι, αν μη τι άλλο, παραμένει μέχρι σήμερα διασκεδαστικό - σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, εκτός δηλαδή των θεμάτων που θίγει.
Στην ασπρόμαυρη αυτή "κομεντί" (πριν εμφανιστεί βέβαια ο όρος) ένας σνομπ καθηγητής ορθοφωνικής αναλαμβάνει να μεταμορφώσει μια πάμφτωχη, λαϊκή και ταπεινής καταγωγής ανθοπώλισα σε μεγάλη κυρία, με άψογους τρόπους και προφορά, η οποία θα πείσει τους πάντες στα μεγάλα σαλόνια για την αριστοκρατική καταγωγή της. Οι σχέσεις των δύο θα περάσουν από πολλά στάδια, η μεταμόρφωση της κοπέλας θα είναι πλήρης εξωτερικά, αλλά πώς θα αντιδράσει μετά ο ψηλομύτης καθηγητής;
Η ταινία λοιπόν είναι στην ουσία ένα είδος κωμωδίας καταστάσεων. Διαθέτει έξυπνες ατάκες, συνδυασμό χιούμορ και δράματος και, τελικά, νομίζω ότι αντέχει μέχρι σήμερα. Πέραν αυτών όμως - και με το χαρακτηριστικό βρετανικό φλέγμα - σατιρίζει στην ουσία τις σχέσεις των δύο φύλων, σχολιάζοντας τόσο την (κατώτερη προφανώς) θέση της γυναίκας στην κοινωνία, όσο και την διαστρωμάτωση και βαθύτατα ταξική δομή της κοινωνίας αυτής. Η αστική ηθική έρχεται συχνά σε αντιπαράθεση με την πολύ χαλαρή ηθική των κατώτερων στρωμάτων, αυτό όμως δεν είναι ένα εις βάρος τους σχόλιο. Περισσότερο μοιάζει να δικαιολογεί τη στάση αυτή. Σημαντική φιγούρα στη σάτιρα αυτή και στις περί ηθικής παρατηρήσεις και θέσεις αποτελεί ο άξεστος πατέρας της κοπέλας, ένας καρακτήρας "αντιπαθής", πλην όμως δικαιολογημένα αντιπαθής. Και, βεβαια, ο άψογος, κομψός και αριστοκρατικός καθηγητής πολλές φορές κατά τη διάρκεια του φιλμ γίνεται κι αυτός αντιπαθέστατος, άκαρδος, σκληρός.
Αν δεν σας "τρομάζουν" τα παλιά φιλμ, το θεωρώ καλή επιλογή. Θα επιμείνω ότι, αν μη τι άλλο, παραμένει μέχρι σήμερα διασκεδαστικό - σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, εκτός δηλαδή των θεμάτων που θίγει.
Κυριακή, Μαΐου 17, 2015
"1001 ΓΡΑΜΜΑΡΙΑ" : ΟΙ ΑΨΟΓΑ ΤΥΠΙΚΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΙ
"Το βαρύτερο φορτίο της ζωής είναι να μην κουβαλάει κανείς τίποτα". Αυτό είναι ένα επαναλαμβανόμενο μότο που δεσπόζει στο νορβηγικό φιλμ του Bent Hamer "1001 Γραμμάρια" του 2014. Κι επειδή μου είχαν αρέσει οι παλιότερες "Ιστορίες Κουζίνας" του ίδιου σκηνοθέτη, έσπευσα να το δω.
Πρόκειται για ένα είδος κομεντί, καθόλου χολιγουντιανού στιλ όμως (κάθε άλλο). Μόνη, στη διαδικασία διαζυγίου η ηρωίδα, εργάζεται στη νορβηγική Υπηρεσία Μέτρων και Σταθμών και αναλαμβάνει να μεταφέρει στο Παρίσι το πρότυπο νορβηγικό χιλιόγραμμο, που φυλάσσεται στη Νορβηγία ως κόρη οφθαλμού, με σκοπό αυτό να μετρηθεί στο σχετικό παγκόσμιο συνέδριο Μέτρων και Σταθμών (!) και να επιβεβαιωθεί η ακρίβεια του βάρους του. Διάφορα θα συμβούν εκεί, αλλά και πίσω στη Νορβηγία, και βαθμιαία η Μαρίε θα αρχίσει να αναθεωρεί την άψογη, τυπική και στεγνή ζωή της.
Κάτι ανάμεσα σε Καουρισμάκι και Τατί, με αρκετή δόση μελαγχολίας και συγκίνησης, αλλά και πολύ χιούμορ, η ταινία αντιπαραθέτει σατιρίζοντας τον απόλυτα "καθαρό" και καλοζυγισμένο μέχρι χιλιοστού του γραμμαρίου βόρειο τρόπο ζωής με έναν πιο χαλαρό, ελεύθερο, ρομαντικό και πλούσιο σε συναισθήματα κόσμο - το Παρίσι βέβαια αποτελεί το κλισέ σύμβολο αυτού του κόσμου, πλην όμως το όλο πράγμα δίνεται πολύ χαριτωμένα και το συγκεκριμένο κλισέ δεν με ενόχλησε. Το χιούμορ επικεντρώνεται κυρίως στην λιτή, αλλά γεμάτη έξυπνες παρατηρήσεις σάτιρα των βορείων, με την απόλυτη clean cut καθαρότητά τους και την εξ ίσου απόλυτη κυριαρχία του "καθαρού", γεωμετρικού σκανδιναβικού ντιζάιν. Όχι, δεν είναι ακριβώς ξεκαρδιστικό, αλλά τρυπώνει "ύπουλα" σε πολλές σκηνές του φιλμ.
Η ταινία είναι κομψή, λιτή και χαμηλότονη, ωστόσο λέει καθαρά αυτά που θέλει να πει και σίγουρα βρίσκεται πολύ μακριά (το είπαμε και στην αρχή) από το βαρετό συνήθως χολιγουντιανό πρότυπο της κομεντί. Δεν είναι το μεγάλο αριστούργημα, ωστόσο το βρήκα πολύ καλό στο συνδυασμό δράματος και χιούμορ και στην απέριτη και απλή, αλλά. το ξαναλέω, κομψή ματιά του.
Πρόκειται για ένα είδος κομεντί, καθόλου χολιγουντιανού στιλ όμως (κάθε άλλο). Μόνη, στη διαδικασία διαζυγίου η ηρωίδα, εργάζεται στη νορβηγική Υπηρεσία Μέτρων και Σταθμών και αναλαμβάνει να μεταφέρει στο Παρίσι το πρότυπο νορβηγικό χιλιόγραμμο, που φυλάσσεται στη Νορβηγία ως κόρη οφθαλμού, με σκοπό αυτό να μετρηθεί στο σχετικό παγκόσμιο συνέδριο Μέτρων και Σταθμών (!) και να επιβεβαιωθεί η ακρίβεια του βάρους του. Διάφορα θα συμβούν εκεί, αλλά και πίσω στη Νορβηγία, και βαθμιαία η Μαρίε θα αρχίσει να αναθεωρεί την άψογη, τυπική και στεγνή ζωή της.
Κάτι ανάμεσα σε Καουρισμάκι και Τατί, με αρκετή δόση μελαγχολίας και συγκίνησης, αλλά και πολύ χιούμορ, η ταινία αντιπαραθέτει σατιρίζοντας τον απόλυτα "καθαρό" και καλοζυγισμένο μέχρι χιλιοστού του γραμμαρίου βόρειο τρόπο ζωής με έναν πιο χαλαρό, ελεύθερο, ρομαντικό και πλούσιο σε συναισθήματα κόσμο - το Παρίσι βέβαια αποτελεί το κλισέ σύμβολο αυτού του κόσμου, πλην όμως το όλο πράγμα δίνεται πολύ χαριτωμένα και το συγκεκριμένο κλισέ δεν με ενόχλησε. Το χιούμορ επικεντρώνεται κυρίως στην λιτή, αλλά γεμάτη έξυπνες παρατηρήσεις σάτιρα των βορείων, με την απόλυτη clean cut καθαρότητά τους και την εξ ίσου απόλυτη κυριαρχία του "καθαρού", γεωμετρικού σκανδιναβικού ντιζάιν. Όχι, δεν είναι ακριβώς ξεκαρδιστικό, αλλά τρυπώνει "ύπουλα" σε πολλές σκηνές του φιλμ.
Η ταινία είναι κομψή, λιτή και χαμηλότονη, ωστόσο λέει καθαρά αυτά που θέλει να πει και σίγουρα βρίσκεται πολύ μακριά (το είπαμε και στην αρχή) από το βαρετό συνήθως χολιγουντιανό πρότυπο της κομεντί. Δεν είναι το μεγάλο αριστούργημα, ωστόσο το βρήκα πολύ καλό στο συνδυασμό δράματος και χιούμορ και στην απέριτη και απλή, αλλά. το ξαναλέω, κομψή ματιά του.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















