Τρίτη, Ιανουαρίου 20, 2015

ΣΤΗ ΒΡΩΜΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ "GONE BABY GONE"

Το έχω ξαναπεί: Ο Ben Affleck είναι ένας αξιόλογος σκηνοθέτης (και με περισσότερο ενδιαφέρον απ' όσο σαν ηθοποιός). Το απέδειξε από την πρώτη του κιόλας σκηνοθετική δουλειά, το "Gone Baby Gone" (Χωρίς Ίχνη) του 2007.
Ένα 4χρονο κοριτσάκι εξαφανίζεται σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά της Βοστώνης. Η θεία του προσλαμβάνει ένα ζεύγος ντετέκτιβ, παρά το ότι οι ίδιοι της λένε καθαρά ότι δεν έχουν καμιά εμπειρία από τέτοιου είδους υποθέσεις.Οι έρευνες αρχίζουν - στην ίδια τη γειτονιά κυρίως - αφού οι ντετέκτιβ αξιοποιούν κατά βάση τις προσωπικές τους γνωριμίες εκεί, συνεργαζόμενοι και με δύο αστυνομικούς, ενώ οι αποκαλύψεις γίνονται όλο και πιο περίπλοκες και βρώμικες. Όλη αυτή η ιστορία θα έχει τελικά βαθιές επιδράσεις και στην ίδια τους τη σχέση.
Με όχημα μια αστυνομική σε πρώτο επίπεδο ιστορία, ο Άφλεκ επιχειρεί μια κατάβαση στην πιο σκοτεινή πλευρά της Αμερικής, εκεί όπου ούτε κατά διάνοια δεν υφίσταται το "αμερικάνικο όνειρο". Η όλη εικόνα φέρνει στο νου το "Mystic River" του Ίστγουντ (και τα δύο προέρχονται από βιβλία του ίδιου συγγραφέα). Εδώ η αμερικάνικη γειτονιά κατοικείται από απαράδεκτες (και ναρκομανείς) μητέρες, μικρούς και μεγάλους ντίλερ, φουκαράδες έτοιμους για όλα, ύποπτους αστυνομικούς... Μια κοινωνία πέρα για πέρα δίχως τίποτα όμορφο, όπου το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό και - το χειρότερο - δίχως καμιά ελπίδα για βελτίωση. Το αδιέξοδο είναι απόλυτο και από παντού. Για πολλούς η κάθε λογής παρανομία αποτελεί τη μόνη ορατή λύση. Το κοινωνικό σχόλιο είναι σαφές. Και δοσμένο με απόλυτο ρεαλισμό και πειστικότητα.
Βρήκα την ταινία ιδιαίτερα σκοτεινή, δυνατή (και περίπλοκη σεναριακά) και με αναπάντεχο τέλος, που θολώνει ακόμα περισσότερο τα όρια ανάμεσα σε "καλούς" και "κακούς". Ταυτόχρονα το ηθικό δίλημμα του τέλους παραμένει ανοιχτό στον θεατή. Εσείς τι θα επιλέγατε στη θέση του ήρωα; Φυσικά, όπως είπα, νομίζω ότι πρωταγωνιστής δεν είναι οι ντετέκτιβ ή οι αστυνομικοί ή όποιος άλλος από τους χαρακτήρες, αλλά ο ίδιος ο κοινωνικός περίγυρος. ΄Ένας από τους πλέον ασφυκτικούς και βρώμικους που σκιαγράφησε ποτέ το (mainstream) αμερικάνικο σινεμά. Μπράβο στον Άφλεκ και την τόλμη του.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 16, 2015

ΤΟ "ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΚΤΗΝΟΣ" ΩΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΝΟΥΑΡ

O Jean Renoir (1894-1979) είναι βέβαια ένας απο τους μεγαλύτερους δημιουργούς στην ιστορία του σινεμά και πολλές από τις ταινίες του θεωρούνται κλασικές. Μια απ' αυτές είναι και η απόπειρά του να μεταφέρει στην οθόνη το μυθιστόρημα του Ζολά "Το Ανθρώπινο Κτήνος" (La Bete Humaine), που έλαβε χώρα το 1938, με πρωταγωνιστή τον μεγάλο Ζαν Γκαμπέν και την πανέμορφη Σιμόν Σιμόν, που ίσως γνωρίζετε από το κλασικό αυθεντικό "Cat People".
Ένας μηχανοδηγός τρένων που υποφέρει από ψυχολογικές κρίσεις (κατάλοιπο των αλκοολικών γονιών του, πιστεύει ο ίδιος) ερωτεύεται τη γυναίκα του σταθμάρχη του, ο οποίος σταθμάρχης έχει δολοφονήσει έναν πλούσιο γέρο από ζήλεια, παρουσία της συζύγου του. Ο ήρωας από έλξη στην κοπέλα, αν και γνωρίζει τι έχει συμβεί, δεν αποκαλύπτει τίποτα στην ανάκριση και ένα επικίνδυνο παιχνίδι - ερωτικό, αλλά εγκληματικό - ξεκινά ανάμεσά τους.
Ο Ρενουάρ χαρακτηρίζεται συχνά σκηνοθέτης "ποιητικού ρεαλισμού". Εδώ τα τρένα διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην ιστορία, αποτελούν αναφαίρετο κομμάτι της. Εν κινήσει ή σταματημένα, με τα πληρώματα μεταξύ τους όταν δεν δουλεύουν, με το σταθμό, συχνά υποβλητικά νυχτερινό, σαν μόνιμο σχεδόν φόντο, είναι κάτι παραπάνω από απλό ντεκόρ. Άλλωστε όλοι οι ήρωες του φιλμ σχετίζονται μ' αυτά. Οι χαρακτήρες είναι κυρίως αμφιλεγόμενοι, ποτέ καθαρά "καλοί" ή "κακοί". Όμως το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό του φιλμ είναι ότι αποτελεί έναν σαφέστατο πρόδρομο των περίφημων ταινιών νουάρ, που θα ήκμαζαν την επόμενη δεκαετία στην απέναντι πλευρα του Ατλαντικού. Τα κοινά είναι πολλά: Ο μοναχικός ήρωας που υποφέρει, ο φόνος, τα υποβλητικά, ασπρόμαυρα σκηνικά και, βέβαια, κυρίως η παρουσία της "μοιραίας γυναίκας" εν μέσω όλων αυτών, η οποία ουσιαστικά από ένα σημείο και μετά κινεί τα νήματα των όσων συμβαίνουν - ενώ εμείς θα παραμείνουμε εν αμφιβολία: Είναι πολύ ερωτευμένη ή σατανική; Και, φυσικά, κυρίαρχο στοιχείο είναι ο έρωτας, παθιασμένος, ρομαντικός, βασανισμένος. 
Και μόνο γι' αυτό και την επιρροή του στο αμερικάνικο σινεμά, η ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί κλασική. Αλλά και πέραν αυτών νομίζω ότι πρόκειται για εξαιρετικό φιλμ. Αν δεν φοβάστε τα "παλιά", απολαύστε το ανεπιφύλακτα.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 15, 2015

ΑΓΧΩΤΙΚΗ "ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ"

Ο Νίκος Παπατάκης (1918-2010), έλληνας που κυρίως έζησε στο Παρίσι, υπήρξε πολυσχιδής προσωπικότητα. Στον κινηματογράφο γύρισε 5 μόνο ταινίες, οι οποίες - παρά τις πιθανές διαφωνίες -  δεν μπορούν να αφήσουν κανέναν αδιάφορο. Προσωπικά (και υποκειμενικά βεβαίως) οι δύο ελληνικές του ("Βοσκοί", "Φωτογραφία") είναι οι αγαπημένες μου.
"Η Φωτογραφία" γυρίστηκε το 1987 και την θεωρώ μια από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες. Στα τελευταία χρόνια της χούντας ένας νεαρός από την Καστοριά, μην αντέχοντας να μείνει άλλο στη χώρα του αφού τον κυνηγάνε τα αριστερά φρονήματα του... πεθαμένου πατέρα του, φεύγει για το Παρίσι με σκοπό να συναντήσει έναν μοναχικό συχωριανό του που ζει εκεί για χρόνια (και θεωρείται μονόχνωτος και στρυφνός) και να μάθει την τέχνη του γουναρά. Οι σχέσεις ανάμεσα στους δύο θα πάρουν απρόσμενη τροπή, καθώς μια τυχαία φωτογραφία θα τα αλλάξει όλα.
Η ταινία ξεκινά με την κατάδειξη της μίζερης ελληνικής επαρχίας επί χούντας, μεταφέρεται στο Παρίσι και σταδιακά αποκτά έναν διαρκώς εντεινόμενο αγχωτικό ρυθμό. Έτσι μετατρέπεται σε ένα εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ. Στο κέντρο όλου αυτού υπάρχει η "τυφλή" αγάπη για ένα ψέμα, για μια ιδέα που στην πραγματικότητα είναι ανύπαρκτη, το ατελέσφορο κυνήγι μιας χίμαιρας, οι χαμένες, μοναχικές ανθρώπινες ζωές, οι ανθρώπινες εμμονές. Από την άλλη καταδεικνύεται η "μετατροπή" ενός αθώου και γελοίου ψέματος σε κεντρικό θέμα που θα στοιχειώσει και θα αλλάξει με τραγικό τρόπο τις ζωές των δύο ηρώων - άρα η πάντοτε πιθανή εισβολή του τυχαίου στη ζωή μας και οι δραματικές επιπτώσεις του .Όσο το φιλμ προχωρά, οι καταστάσεις γίνονται όλο και πιο αγχωτικές, το αδιέξοδο διαφαίνεται από παντού, μέχρι να φτάσουμε στη δυνατή κατάληξη. Ποιος λέει ότι ο θάνατος δεν μπορεί να αποτελεί πράξη αγάπης;
Ο Παπατάκης χρησιμοποιεί σε κάποια σημεία ακόμα και χιούμορ και περιλαμβάνει στην ταινία του κάποιες γκροτέσκες καταστάσεις. Ωστόσο η αγχωτική ατμόσφαιρα κυριαρχεί. Αυτό που επίσης επιτυγχάνει με εξαιρετικό, "υπόγειο" τρόπο, δίχως σεναριακά να επικεντρώσει σ' αυτό, είναι να μιλήσει καίρια για την ασφυκτική πολιτική κατάσταση και την καθημερινότητα της ελληνικής κοινωνίας επί χούντας και να καταδείξει τα δεινά που αυτή έφερε στην ζωή των απλών ανθρώπων. Η Ιστορία (με κεφαλαίο γιώτα) υπάρχει διαρκώς στο φόντο, πάνω σ' αυτή - ως διαρκές background - χτίζεται  στέρεα η τραγική προσωπική ιστορία των δύο ανδρών. Η Ιστορία θα φτάσει (δίχως ποτέ, επαναλαμβάνω, να γίνει το κυρίαρχο θέμα) έως τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης, το 1974, όπου, με φόντο τα ερείπια που πίσω του αφήνει ο απερχόμενος φασισμός, θα παιχτεί η τελική πράξη, στην Ελλάδα και πάλι.
Συστήνω τη "Φωτογραφία" ως μία από τις καλύτερες, πλην όμως σχετικά άγνωστες, ταινίες του ελληνικού σινεμά. Αν ποτέ την πετύχετε...

Δευτέρα, Ιανουαρίου 12, 2015

"ΟΙ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΕΣ": ΜΙΑ ΒΟΥΤΙΑ ΣΤΟΝ ΥΠΟΚΟΣΜΟ

Το 2014 ο Νίκος Τριανραφυλλίδης επανέρχεται μετά από πολλά χρόνια στη σκηνοθεσία με τους "Αισθηματίες", μια νεο-νουάρ απόπειρα που διαδραματίζεται στη σύγχρονη Αθήνα.
Στα κέντρο της ιστορίας βρίσκονται δύο νεαροί πληρωμένοι δολοφόνοι, οι οποίοι κάνουν τις βρώμικες δουλειές για έναν υπεράνω πάσης υποψίας πλούσιο, ο οποίος ζει απομονωμένος στη βίλα του με την έφηβη κόρη του, στην πραγματικότητα όμως είναι αρχαιοκάπηλος και άλλα σκοτεινά. Φυσικά οι "αισθηματίες" του τίτλου είναι οι δύο νεαροί, αφού ο ένας ερωτεύεται την "απαγορευμένη" κόρη του αφεντικού, ενώ ο άλλος μία πόρνη πολυτελείας. Στο επάγγελμά τους όμως τα συναισθήματα απαγορεύονται αυστηρά....
Η ταινία είναι θα έλεγα καλογυρισμένη, με σαφές σενάριο και στρωτή αφήγηση και, αν μη τι άλλο, παρακολουθείται μάλλον ευχάριστα. Παράλληλα ο Τριανταφυλλίδης ξεδιπλώνει κάποιες εμμονές του, κάποια cult στοιχεία (πολύ καλή και σουρεαλιστική η σκηνή με τον λαϊκό βάρδο Λευτέρη Μυτηληναίονε εμφανίζεται από το πουθενά και να τραγουδά live σε ένα "κωλόμπαρο" όταν ένας από τους ήρωες ζητά από τη μπαργούμαν να ακούσει ένα τραγούδι του), ενώ επιχειρεί μια καταβύθιση στον υπόκοσμο και τη νύχτα: Ύποπτα μπαρ, πόρνες, σκυλάδες, "βρώμικοι" πλούσιοι, fast food, εσωτερικά ξεκαθαρίσματα και άλλα συνθέτουν μια καθόλου κολακευτική εικόνα της νυχτερινής (κυρίως) σύγχρονης μεγαλούπολης (της Αθήνας στη συγκεκριμένη περίπτωση). Ίσως κάπως πιο "γραφικά" από την πραγματικότητα, αλλά κάπως έτσι. Και εν μέσω όλης αυτής της βρωμιάς ο ρομαντισμός (τι "αισθηματίες" θα ήταν άλλωστε) και ο αγνός έρωτας, που είναι αδύνατο φυσικά να ανθίσει και να θριαμβεύσει. Όπως είπαμε, βρισκόμαστε για τα καλά στο νουάρ.
ΟΚ, το είδα ευχάριστα, όπως είπα, είναι μια σχετικά ευπρόσωπη ελληνική παραγωγή, ο Τριανταφυλλίδης είναι "αξιοπρεπής" σκηνοθέτης, αλλά - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - μέχρις εκεί. Τίποτα που να με συγκλονίσει ή να μην έχω ξαναδεί (εντάξει, το τελευταίο μάλλον γίνεται επίτηδες, αφού πρόκειται για ταινία συγκεκριμένου είδους). Δεν νομίζω ότι θα βαρεθείτε, ούτε όμως και θα εκστασιαστείτε.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 08, 2015

ΕΝΑΣ ΕΞΠΡΕΣΙΟΝΙΣΤΙΚΟΣ "ΚΥΑΝΟΠΩΓΩΝΑΣ" ΤΟΥ 1944

Στην ιστορία του κινηματογράφου έχουν γυριστεί αρκετές παραλλαγές του "Κυανοπώγωνα", όρος που τελικά σημαίνει απλώς τον κατά συρροήν δολοφόνο γυναικών. Μια από αυτές είναι και "Κυανοπώγων" (Bluebeard) του 1944 από τον γεννημένο στην τότε Αυστροουγγαρία Edgar G. Ulmer (1904-1972), ο οποίος από το 1930 δούλεψε στις ΗΠΑ.
Με τον "σκοτεινό" Τζον Καραντάιν στον βασικο ρόλο (που του ταιριάζει πολύ), η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός μαριονετίστα στο Παρίσι του 19ου αιώνα, ο οποίος είναι πρώην ζωγράφος και ο οποίος στραγγαλίζει τα θηλυκά μοντέλα του. Όταν κάποτε ερωτεύεται μια κοπέλα που είναι πρόθυμη να του ποζάρει, πασχίζει να αποφύγει το αναπόφευκτο... Στην ιστορία όμως θα εμπλακεί και η αδελφή της κοπέλας και τα γεγονότα θα γίνουν φριχτά.
Η ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί εξπρεσιονιστική, αφού ο Ούλμερ στην ασπρόμαυρη εικόνα του παίζει με τις σκιές, τις προοπτικές, την παράδοξη και ανησυχητική ατμόσφαιρα. Άλλωστε η καταγωγή του ταιριάζει απόλυτα με τις επιροές αυτές. Οι φόνοι τελούνται συνήθως εκτός πλάνου, μια κάποια σεναριακή αφέλεια υπάρχει, αλλά νομίζω ότι το όλο σκοτεινό κλίμα που δημιουργείται αξίζει μιας θέασης - και την κατάταξη του φιλμ στην ομάδα των μάλλον άγνωστων εξπρεσιονιστικών ταινιών του σινεμά. Αρκετά ενοχλητική βρήκα πάντως την μουσική του Erdody (διακεκριμένου και επιτυχημένου συνθέτη μουσικής και τραγουδιών στην εποχή του), η οποία παίζει κυριολεκτικά ασταμάτητα, "καλύπτοντας" ηχητικά κάθε λεπτό του φιλμ.
Γενικά προκειται για καθαρό b-movie της δεκαετίας του 40 (ο Ούλμερ έφτιαξε κυρίως τέτοια), το οποίο πάντως είναι από τα συμπαθητικά του είδους. Φυσικά σήμερα δεν πρόκειται να τρομάξετε με τα τεκταινόμενα. Άλλοι όμως είναι οι λόγοι που βλέπουμε τέτοια παλιά, σχετικά αξιόλογα φιλμ...

Δευτέρα, Ιανουαρίου 05, 2015

H CULT "ΝΟΡΒΗΓΙΑ" ΚΑΙ ΤΑ ΒΑΜΠΙΡ ΤΗΣ

Ο Γιάννης Βεσλεμές είναι γνωστός για μερικές ιδιόρυθμης αισθητικής μικρού μήκους ταινίες ("Γκολ", "Φωταγωγός") και για αρκετές ηλεκτρονικές μουσικές ως Felizol. Το 2014 γυρίζει την πρώτη του μεγάλου μήκους, τη "Νορβηγία", και φτιάχνει, αν μη τι άλλο, ένα φιλμ που όμοιό του δεν υπάρχει στην ελληνική φιλμογραφία.
1984. Ο βρικόλακας Ζανό, δεινός χορευτής ντίσκο, κατεβαίνει στην Αθήνα από την επαρχία διψασμένος για σεξ, χορό και περιπέτειες. Στην ντίσκο "Ζαρντόζ" θα συναντήσει έναν άλλον βρικόλακα, μια πόρνη, έναν νορβηγό, τον ιδιοκτήτη Μάρκο και άλλους και μετά θα περιπλανηθεί στην ύπαιθρο (στην Πάρνηθα για την ακρίβεια) και σε υπόγειες στοές για μια μυστηριώδη δουλειά της κοπέλας.
Η ταινία δεν διαθέτει και πολύ ξεκάθαρο σεναριο, οι φάσεις διαδέχονται η μία την άλλη κάπως ασύνδετα, οι χαρακτήρες είναι ανολοκλήρωτοι. Στο μέσον όλων αυτών ένας απίστευτης εμφάνισης (με... ξανθιά περούκα) Βαγγέλης Μουρίκης, από τις πλέον συχνές (και εξαιρετικές) παρουσίες του σύγχρονου ελληνικού σινεμά. Αυτό που απασχολεί τον σκηνοθέτη από την αρχή ως το τέλος είναι η δημιουργία ενός απόλυτα cult φιλμ. Το κιτς της δεκαετίας του 80 (η "Αυριανή", ο Μάρκος Λεζές σε βασικό ρόλο και οι βιντεοταινίες του, η Σόφη Ζανίνου, οι παρακμιακές ντίσκο, τα μεγάλα κασετόφωνα και ένα σωρό άλλα στοιχεία) συναντούν τον βαμπιρικό μύθο, την πολιτική αλληγορία, την ηλεκτρονική (πλήν όμως ντισκίζουσα) μουσική του ίδιου του Βεσλεμέ φυσικά, το συγκρότημα της εποχής Χωρίς Περιδέραιο, τις α λα Νικολαϊδη ατάκες και τα ατμοσφαιρικά, συχνά παράδοξα σκηνικά.
Η αντιρρήσεις μου εστιάζονται στο ότι ολο αυτό είναι κυριολεκτικά το cult για το cult. Τίποτα άλλο. Ωστόσο ο Βεσλεμές και καλός σκηνοθέτης είναι, και κινηματογραφικό τσαμπουκά διαθέτει, και κόντρα στην πεπατημένη του ελληνικου σινεμά πηγαίνει και ατμοσφαιρικός είναι και ιδέες έχει. Απλώς βρήκα όλο αυτό το πόνημα ανολοκλήρωτο. Γι΄αυτό περιμένω εναγωνίως τις επόμενες δουλειές του, που είμαι σίγουρος ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα ξεχωρίσουν από την υπόλοιπη παραγωγή. Δείτε το, επαναλαμβάνω, μόνο όσοι ενδιαφέρεστε για κάτι πέρα για πέρα cult και να είστε προετοιμασμένοι να αγνοήσετε τα όποια άλλα στοιχεία.

Κυριακή, Ιανουαρίου 04, 2015

ΤΑ ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ "MAGICAL GIRL"

Το "Magical Girl" (2014) είναι η δεύτερη ταινία του ισπανού πρώην δημιουργού κόμικς Carlos Vermut και δείχνει για πολλοστή φορά την άνοδο του ισπανικού σινεμά. Βασισμένη σε ένα πολύπλοκο και στέρεο σενάριο, είναι δραματική, γκροτέσκα σε κάποια σημεία και συγχρόνως δεν παραλείπει να μιλά για τη σύγχρονη πραγματικότητα της κρίσης.
Παρακολουθούμε τις ιστορίες τριών διαφορετικών ανθρώπων, φαινομενικά άσχετων μεταξύ τους: Ενός πρώην καθηγητή και νυν άνεργου, του οποίου η κόρη πάσχει από ανίατη ασθένεια. Εκείνος αποφασίζει να φτάσει μέχρι τα άκρα για να βρει λεφτά και να της δωρίσει αυτό που επιθυμεί περισσότερο (και που πιθανόν θα είναι η τελευταία της επιθυμία): Μια πανάκριβη κούκλα από γιαπωνέζικο manga ή anime, το ομώνυμο "Μagical girl". Μιας όμορφης, αλλά διαταραγμένης ψυχικά κοπέλας με σκοτεινό παρελθόν, συζύγου ενός ψυχίατρου, που ζει κυρίως κλεισμένη στο σπίτι της. Ενός μοναχικού ηλικιωμένου που συμπληρώνει γιγάντια παζλ, και κάποια σχέση φαίνεται να έχει με την κοπέλα... Όλες αυτές οι ιστορίες δένουν με απροσδόκητο τρόπο και με σίγουρα δραματικά αποτελέσματα.
Το δραματικό και ταυτόχρονα φορτωμένο σεναριακά κλίμα του Αλμοδοβάρ είναι παρόν, η βία είναι έντονη και καθισταται δυνατότερη καθώς ποτέ δεν δείχνεται αυτούσια στην οθόνη (στο στιλ του Χάνεκε), η πλοκή κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, η λογική και το συναίσθημα, οι επιθυμίες και οι ανάγκες συγκρούονται. Επίσης η πλοκή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που λέμε "buterfly effect": Του πώς δηλαδή άσχετα γεγονότα μπορεί να πυροδοτήσουν μια αλυσίδα γεγονότων με επιπτώσεις απόλυτα απρόβλεπτες. Σημειωτέον ότι κατά βάθος οι περισσότεροι χαρακτήρερς δεν έχουν κακά κίνητρα, κι ας συμβαίνου τόσο πολλά και τραγικά. Ταυτόχρονα η οικονονική κρίση αποτελεί ένα σταθερό background (πολλά οφείλονται σ' αυτήν), οπότε μέσα από το ακραίο σενάριο η ταινία μπορεί να μας μιλά και για την παγματικότητα που όλοι βιώνουμε.
Κάποιες αντιρρήσειςπάντως τις έχω. Δεν κατάφερα να ανακαλύψω το μαύρο χιούμορ για το οποίο μιλούσαν οι κριτικές. Είδα μόνο ένα σχεδόν ακραίο δράμα, που ναι μεν θυμίζει τις τραβηγμένες καταστάσεις του Αλμοδοβάρ, μάλλον όχι όμως το υπόγειο χιούμορ του. Επίσης μου φάνηκαν αδικαιολόγητες οι πράξεις του ηλικιωμένου ήρωα στο τέλος του φιλμ. Συγνώμη, αλλά δεν κατάφερα να ψυχολογήσω τις τόσο βίαιες αντιδράσεις του. Πέραν αυτών όμως βρίσκω πολύ δυνατό το φιλμ. Και πολύ σκοτεινό ταυτόχρονα.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 31, 2014

Η ΑΝΘΡΩΠΙΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

H Lorene Scafaria μαθαίνω ότι είναι κυρίως ηθοποιός. Ωστόσο με την πρώτη της κιόλας σκηνοθεσία, το φιλμ του 2012 "Seeking a Friend for the End of the World" (στα ελληνικά "Χάρηκα που σε γνώρισα"), καταφέρνει να ξεχωρίσει, αφού κάνει μια συμπαθέστατη κομεντί, που διαφέρει  αρκετά από άλλα δείγματα του τόσο ταλαιπωρημένου στην Αμερική αυτού είδους.
Από την πρώτη κιόλας σκηνή ξέρουμε ότι ο κόσμος θα τελειώσει σε λίγες μόλις μέρες, αφού ένας αστεροειδής θα συγκρουστεί με τη γη. Ο ήρωας, ένας συνηθισμένος άνθρωπος (ο Στιβ Καρέλ), ανακαλύπτει ότι μόλις ανακοινώθηκε το συγκλονιστικό νέο η γυναίκα του τον εγκατέλειψε (δεν είχαν και την καλύτερη σχέση. Τότε στο σκηνικό θα μπει η κοπέλα που μένει στο επάνω πάτωμα και την οποία ως τώρα αγνοούσε και μαζί θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι, αυτή για να πάει στους γονείς της και να πεθάνει εκεί κι αυτός για να βρει τον μεγάλο έρωτα της ζωής του (με την οποία δεν έχουν συναντηθεί εδώ και πολλά χρόνια),για να περάσουν μεζί τις τελευταίες ώρες, ενώ, βεβαίως, γύρω τους επικρατεί χάος.
Η ταινία συνδυάζει νομίζω σε πολύ σωστές δόσεις χιούμορ και συγκίνηση, δίχως ωστόσο να γίνεται μελό. Η μελαγχολική ατμόσφαιρα του τέλους διαποτίζει τα πάντα, αλλά το χιούμορ που προαναφέραμε καταφέρνει να ισορροπεί τα πράγματα. Έτσι τελικά η ταινία μετατρέπεται σε έναν ύμνο όχι απλώς στον έρωτα, αλλά στην ουσιαστική ανθρώπινη επαφή, στη φιλία, την ανθρωπιά. Συγχρόνως διατηρεί το σχετικό σασπένς, καθώς ο θεατής δεν ξέρει πού θα καταλήξουν όλα αυτά και δεν υποκύπτει σε φτηνές παραχωρήσεις στο τέλος. Και υπάρχει βεβαίως και το στοιχειο της επιστημονικής φαντασίας που δίνει την πρωτοτυπία στην ιστορία.
Τη βρήκα από τις πολύ συμπαθητικές κομεντί - πολύ περισσότερο επειδή, όπως είπα στην αρχή, πρόκειται για φθαρμένο και συχνά ξενέρωτο είδος - και περιμένω την επόμενη σκηνοθετική προσπάθεια της Scafaria. Ελπίζω να διαθέτει παρόμοια φρεσκάδα.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 30, 2014

ΗΟΒΒΙΤ 3 : Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΜΙΑΣ "ΞΕΧΕΙΛΩΜΕΝΗΣ" ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ

Το 2014 ο Peter Jackson ολοκληρώνει την αξέχαστη επίσκεψή του στη Μέση Γη με το "Χόμπιτ. Η Μάχη των Πέντε Στρατών". Όχι με τον ιδανικότερο τρόπο κατά τη γνώμη μου, αλλά σίγουρα το εξαπλό έπος (ή οι δύο περίπου οκτάωρες ταινίες) θα καθορίζουν για πολύ καιρό τα όρια του θεάματος στο σινεμά.
Ας δούμε όμως τα του "Χόμπιτ": Κατ' αρχήν - το έχω ξαναγράψει - με ενόχλησε πολύ η απόφαση να γίνει και το "Χόμπιτ" τριλογία. Εκεί που το πράγμα ήταν απόλυτα δικαιολογημένο στον "Άρχοντα των Δαχτυλιδιών" (ένα όντως τρίτομο έπος), σε ένα βιβλίο τριακοσίωντόσων σελίδων ήταν κάτι παραπάνω απο σαφές ότι η μετατροπή σε τριλογία είχε μοναδικό στόχο να κρατάμε με το ζόρι το ενδιαφέρον του θεατή και να βγάζουμε όλο και περισσότερα λεφτά (πράγμα που επετεύχθη απόλυτα φυσικά). Έτσι λοιπόν επρόκειτο για μια εκ των προτέρων "ξεχειλωμένη" τριλογία, πράγμα που έγινε ακόμα πιο φανερό με την άτεχνη προσθήκη διάφορω ανύπαρκτων στο βιβλίο υποπλοκών (ο έρωτας ξωτικής και νάνου ήταν το χειρότερο απ' αυτά, για να βάλουμε και λίγη δακρύβρεκτη ερωτική ιστορία, να έχουμε και λίγο "Ρωμαίο και Ιουλιέτα", αλλά και η αυθαίρετη προσθήκη του Λέγκολας, ενός από τους ήρωες του μετέπειτα "Άρχοντα"). Αφού λοιπόν στο τέλος του 2ου φιλμ είχαμε ήδη φτάσει στον δράκο, τι μας έμενε στο 3ο μέρος; Μια άνευ προηγουμένου μάχη, που κρατά πραγματικά πάνω από την μισή ταινία και που δεν λέει να τελειώσει με τίποτα. Και, κερασάκι στην τούρτα, οι κάθε είδους ταρζανιές του Λέγκολας κυρίως, αλλά και άλλων, που θύμιζαν φτηνές σουπερηρωικές ταινίες.
Μην τα βάφετε όλα μαύρα πάντως. Η βιρτουοζιτέ του Τζάκσον είναι δεδομένη, το υπερθέαμα απόλυτα εγγυημένο, τα τοπία και τα σκηνικά μαγευτικά, η διασκέδαση (αν και βαρέθηκα κάπως στη μάχη) απολυτη. Και  υπάρχει βέβαια και το πιο ενδιαφέρον σημείο της προβληματικής του Τόλκιν, το θέμα της ανθρώπινης απληστίας μπροστά στο χρήμα και την εκμαυλιστική εξουσία, που αντιπροσωπεύεται βέβαια από το πάθος του Θόριν για τον αμύθητο θησαυρό, αλλά και την σύγκρουση Ξωτικών, Ανθρώπων και Νάνων γι' αυτόν, που οδηγούν στην απόλυτη παράνοια. Το καλύτερο σημείο για μένα.
Οπότε ναι, χορταστικότατο, αλλά και ένα είδος "αρπαχτής" ταυτόχρονα. Φυσικά αν έπρεπε να διαλέξω από τις δύο τριλογίες θα προτιμούσα την πρώτη, αυτή του "Άρχοντα". Το άλλο έγινε δεξιοτεχνικά μεν, αλλά για να τα οικονομήσουμε.
ΥΓ: Εκτιμώ πάντως το ότι διατηρήθηκε απόλυτα ενιαία η αισθητική και στις δύο τριλογίες.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 26, 2014

ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΥΓΙΕΙΣ ΣΤΟ STONEHEARST ASYLUM;

Ο Brad Anderson μας είναι γνωστός απο κάποια παλιότερα θρίλερ, ενώ ταυτόχρονα κάνει και πολλή τηλεόραση. Το 2014 πάντως γυρίζει το "Stonehearst Asylum", ένα θρίλερ που βασίζεται (πολύ χαλαρά) σε διήγημα του Πόε, στο οποίο πάντως μοιάζει μόνο κατά το ένα τρίτο της ταινίας.
Στα τέλη του 19ου αιώνα ένας νεαρός γιατρός φτάνει σε ένα απομονωμένο άσυλο για ψυχικά ασθενείς. Πολύ σύντομα θα αντιληφτεί ότι κάτι δεν πάει καλά εκεί, ενώ συγχρόνως νοιώθει ακατανίκητη έλξη για μία από τις ασθενείς. Από εκεί και πέρα υπάρχουν αρκετές ανατροπές μέχρι την τελική.
Η ατμόσφαιρα της ταινίας είναι καθαρά γοτθική. Ο πύργος - άσυλο, η μουντή, ομιχλώδης φύση που το περιβάλλει, τα ανησυχητικά, ζοφερά θα έλεγα, σκηνικά στο εσωτερικό, οι τρελοί, όλα ενισχύουν την ατμόσφαιρα αυτή. Συγχρόνως υπάρχει ένα εντυπωσιακό καστ: Μπεν Κινγκσλεϊ, Κέιτ Μπέκινσέϊλ, Μάικλ Κέιν, Ντέιβιντ Θιούλις, Μπρένταν Γκλίσον... Αυτό όμως που μου άρεσε περισσότερο, πέρα από μερικές ενδιαφέρουσες ανατροπές που προανέφερα, είναι ο προβληματισμός πάνω στις έννοιες του καλού και του κακού, του τρελού και του υγιούς, του εξουσιαστή και του εξουσιαζόμενου. Βλέπετε, τίποτα δεν είναι οπως φαίνεται αρχικά. Αυτό θα το διαπιστώσετε πολύ σύντομα, στο πρώτο τρίτο κιόλας του φιλμ. Ο προβληματισμός όμως και η αμφισβήτηση των εννοιών που ανέφερα πιο πάνω συνεχίζονται σε όλη τη διάρκειά του και πάνε πολύ βαθύτερα. Και τελικά, αυτό που κυρίως αμφισβητείται είναι οι ίδιες οι "ψυχοθεραπευτικές" μέθοδοι, της εποχής τουλάχιστον και η αντιμετώπισή της τρέλας εν γένει. Η τρέλα και η σκληρότητα εδώ είναι έννοιες που θα προβληματίσουν και δεν θα αποδοθούν ξεκάθαρα στη μία μόνο πλευρά...
Τελικά το φιλμ μπορεί να ειδωθεί και ως μία ευρύτερη αλληγορία πάνω στην ελευθερία, την επανάσταση, τις συνέπειές της, την ίδια την έννοια της εξουσίας. Και γι' αυτό το βρήκα ενδιαφέρον, δίχως φυσικά να το θεωρώ αριστούργημα. Και, σαν ειρωνικό σχόλιο, όλα αυτά τοποθετούνται στην έναρξη ακριβώς του 20ού αιώνα (πράγμα που παίζει ρόλο στην ιστορία), του αιώνα της λογικής, της ειστήμης, των φώτων (υποτίθεται). Η κατάληξη του αιώνα αυτού βέβαια άλλα μας έδειξε για την ανθρώπινη παράνοια και αυτοκαταστροφικότητα.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 24, 2014

"Η ΠΤΗΣΗ ΤΟΥ ΦΟΙΝΙΚΑ" ΚΑΙ Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΕΠΙΒΙΩΣΗ

Ένας από τους καλούς χολιγουντιανούς σκηνοθέτες, ο Robert Aldrich (1918-1983) γυρίζει το 1965 μια all star ταινία, την "Πτήση του Φοίνικα". Σημειώστε: Τζέιμς Στιούαρτ, Ρίτσαρντ Ατένμπορο, Πίτερ Φιντς, Χάρντι Κρούγκερ, Έρνεστ Μποργκνάιν...
Ένα αεροπλάνο που μεταφέρει εργαζόμενους σε μια πετρελαϊκή εταιρία πέφτει σε καταιγίδα και προσγειώνεται ανώμαλα στην έρημο. Το σκάφος σχεδόν συντρίβεται, οι περισσότεροι όμως από τους επιβάτες επιζούν. Και από εδώ αρχίζει το δράμα: Ναι, επιζούν, αλλά βρίσκονται καθηλωμένοι στο πουθενά, στο μέσον της Σαχάρας, και οι πιθανότητες να τους εντοπίσουν ειναι μηδαμινές. Από εδώ και πέρα η ταινία θα μετατραπεί σε φιλμ επιβίωσης. Ενας γερμανός μηχανικός αεροπλάνων ισχυρίζεται ότι μπορεί να φτιάξει ένα σκάφος που μπορεί να πετάξει από τα συντρίμια του αρχικού αεροπλάνου και ο αγώνας αρχίζει.
Η ταινία με κράτησε αρκετά με το σασπένς της και, βέβαια, το θέμα είναι ποιοι τελικά θα επιβιώσουν και ποιοι όχι. Παράλληλα υπάρχουν κάμποσες υποπλοκές που αφορούν τους πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες και τις μεταξύ τους σχέσεις, οι οποίες δεν είναι πάντοτε οι καλύτερες. Λογικό, αφού ανάμεσά τους υπάρχει ένας μάλλον ξεροκέφαλος πιλότος, ένας αλκοολικός, ένας κυνικός εργάτης, ένας μηχανικός με ψυχρή λογική, ένας μάλλον διαταραγμένος τύπος, ένας σκληροπυρηνικός στρατιωτικός και κάμποσοι άλλοι. Καμιά ομοιομορφία. Σημειωτέον ότι οι χαρακτήρες αυτοί βρίσκονται πολύ μακριά από το σχηματικό διαχωρισμό σε "καλούς" και "κακούς". Αντίθετα διαθέτουν πολλές, συχνά αντικρουόμενες πλευρές, πράγμα που αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ταινίας.
Ίσως να κουράζει κάπως η μεγάλη διάρκεια, σε γενικές γραμμές όμως πρόκειται για ένα ενδιαφέρον δράμα χαρακτήρων / περιπέτεια επιβίωσης, που επικεντρώνεται στην ανθρώπινη εφευρετικότητα σε πολύ δύσκολες στιγμές και στη δύναμη της ελπίδας.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 22, 2014

FOXCATCHER : ΣΥΜΠΛΕΓΜΑΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΕΠΙΠΕΔΑ

Πατέρας - γιος; Πλούσιος - φτωχός; Αριστοκράτης - λαϊκός; Εκμεταλλευτής - εκμεταλλευόμενος; Μπορείτε να βρείτε και άλλα τέτοια δίπολα στις σχέσεις ανάμεσα στις δύο βασικές προσωπικότητες του "Foxcatcher", της θαυμάσιας για μένα ταινίας που γύρισε το 2014 ο Bennett Miller. Η οποία, μάλιστα, βασίζεται σε αληθινή ιστορία και η οποία, αν και μπορεί να διαφημιστεί (;) ως "αθλητικό δράμα", δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να σας τρομάξει. Ο αθλητισμός είναι εδώ ένα απλό πλαίσιο - πρόσχημα για να αναπτυχθούν όλα τα επίπεδα μιας αρρωστημένης σχέσης.
Ένας από τους πλουσιότερους γόνους της Αμερικής, ιδιόρρυθμος, μοναχικός, μεγαλομανής, παθιασμένος με την πάλη και βαθύτατα συντηρητικός πολιτικά, παίρνει υπό την προστασία του "παιδοβούβαλο" πρωταθλητή της ελεύθερης πάλης, εξ ίσου μοναχικό και μίζερο, ο οποίος (ο αθλητής) έχει βαθιά σχέση μόνο με τον μεγάλο αδελφό και προπονητή του, επίσης αθλητή της πάλης και τον μόνο "φυσιολογικό" χαρακτήρα της ταινίας, αφού πρόκειται για έναν ευτυχισμένο οικογενειάρχη. Στόχος ένα χρυσό μετάλιο στους επερχόμενους Ολυμπιακούς της Σεούλ (βρισκόμαστε στη δεκαετία του 80). Όταν όλα δείχνουν ότι ο "μικρός" δεν μπορεί να τα καταφέρει δίχως τον αδελφό του, ο εκατομμυριούχος προσπαθεί να "αγοράσει" τον μεγάλο αδελφό με κάθε τρόπο. Από εκεί και πέρα οι σχέσεις τους περιπλέκονται όλο και περισσότερο, έως την απροσδόκητα τραγική κατάληξη.
Φυσικά εδώ βρισκόμαστε στον αντίποδα του αμερικάνικου όνειρου. Πρόκειται περισσότερο για "κατοχή" ενός ανθρώπου από έναν άλλον. Ναι, όλα φαίνονται να πηγαίνουν καλά και να πλησιάζουν στο στόχο τους, αλλά ποιο θα ειναι το τίμημα; Μήπως τελικά δεν υπάρχει επιτυχία δίχως τίμημα και δίχως σκοτεινές, αθέατες πτυχές; Σημειωτέον ότι κάτω απ' όλα αυτά υποβόσκει και μια καταπιεσμένη ομοφυλόφιλη επιθυμία.
Για μια ακόμα φορά τα τελευταία χρόνια φωτίζεται άπλετα η σκοτεινή πλευρά της Αμερικής. Η ταινία μπορεί να είναι σχετικά χαμηλότονη, είναι όμως πραγματικά σκοτεινή, πραγματικά ανησυχητική, όπως η προσωπικότητα του εθνικιστή, φασίστα ουσιαστικά, εκατομμυριούχου, που ξεδιπλώνεται σταδιακά κατά τη διάρκεια του φιλμ. Όσο για τις ηθοποιίες, είναι πραγματικά εξαιρετικές, με κυρίαρχη αυτή του Στιβ Καρέλ στον έναν από τος δύο βασικούς ρόλους.
"Βαριά", πυκνή και, ξαναλέω για πολλοστή φορά, σκοτεινή ταινία, μου άρεσε ιδιαίτερα και τη θεωρώ ήδη από τις καλύτερες της χρονιάς. Αλλά, σας προειδοποιώ, δεν πρόκειται να χαμογελάσετε. Καθόλου! 

Κυριακή, Δεκεμβρίου 21, 2014

Ο "ΣΙΔΗΡΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΣ" ΚΑΙ Η ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΗ ΣΤΑΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

To 1977 o Sam Peckinpah (1925-1984) γυρίζει μια από τις πιο εντυπωσιακές πολεμικές ταινίες, τον "Σιδηρούν Σταυρό" (Cross of Iron), με εξαιρετικό επιτελείο ηθοποιών (Τζέιμς Κόμπερν, Τζέιμς Μέισον, Μαξιμίλιαν Σελ, Ντέιβιντ Γουόρνερ, Σέντα Μπέργκερ).
Η ταινία - ασυνήθιστο για αμερικάνικο φιλμ - παρακολουθεί τον πόλεμο από τη μεριά των γερμανών και όχι των συμμάχων, καθώς πρωταγωνιστεί μια ομάδα γερμανών στρατιωτών στο ρωσικό μέτωπο. Ο ήρωας είναι γενναίος και παρασημοφορημένος, όταν όμως έρχεται ο νέος διοικητής, ένας πρώσος αριστοκράτης που το όνειρό τους είναι να τιμηθεί με τον Σιδηρό Σταυρό με οποιοδήποτε τίμημα, οι δύο άντρες αναπόφευκτα θα συγκρουστούν. Ο αξιωματικός θα φτάσει ως τον συνειδητό φόνο συνστρατιωτών του προκειμένου να πάρει το πολύτιμο γι' αυτόν παράσημο, αλλά ο Στάινερ (ο ήρωάς μας σηλαδή) δεν είναι οποιοσδήποτε...
Το φιλμ είναι εξαιρετικά σκηνοθετημένο, με εντυπωσιακές σκηνές μάχης, με τα προσφιλή στον Πέκινπα βίαια slow motion, με το σασπένς να παραμένει αμείωτο. Σίγουρα παρακολουθείται με έντονο ενδιαφέρον (εκτός βεβαίως αν μισείτε τα πολεμικά φιλμ, πράγμα απόλυτα κατανοητό). Δεν είναι τυχαίο ότι κατέχει εξέχουσα θέση ανάμεσα στις ταινίες του είδους. Κινηματογραφικά λοιπόν βρισκόμαστε αναμφισβήτητα μπροστά σε σημαντική ταινία. Ιδεολογικά όμως;
Ο εξαιρετικός σαν σκηνοθέτης Πέκινπα είναι γνωστός για την αγάπη του στη βία και τις macho καταστάσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πολύ δύσκολο να αποφανθεί κανέις αν κάνει μια καθαρά πολεμική ή μια αντιπολεμική ταινία. Ο ηρωισμός υπάρχει στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή Τζέιμς Κόμπερν, ο ξεκαθαρα "κακός" υπάρχει επίσης, η ταύτιση του θεατή με τον πρώτο είναι προφανής. Φυσικά ο πόλεμος είναι αιμοτοβαμένος και φριχτός, τα ηρωικά κατορθώματα όμως και η αυτοθυσία μειώνουν τα αντιπολεμικά αισθήματα. Υπάρχει βεβαίως μια "αναρχική" στάση του ήρωα, με το δηλωμένο μίσος του απέναντι στους αξιωματικούς γενικά (άρα απέναντι στην εξουσία) και αυτό είναι κάπως ανατρεπτικό. Μέχρις εκεί όμως. Βρισκόμαστε πολύ - πολύ μακριά νομίζω από ένα καθαρά αντιπολεμικό φιλμ, οπως οι εκπληκτικοί "Σταυροί στο Μέτωπο" (Paths of Glory) του Κιούμπρικ για παράδειγμα. Άλλωστε ο ήρωας εδώ, εκτός από αναμφισβήτητα γενναίος, μπορεί να θεωρηθεί και εθισμένος στον πόλεμο και τη βία, άρα όχι και τόσο νορμάλ...
Η ταινία αποτελεί αληθινό must για τους φίλους των πολεμικών περιπετειών. Προσωπικά πάντως προτιμώ την οπτική του Κιούμπρικ που προανέφερα. Η οποία, σημειωτέον, καυτηριάζει την εξουσία με πολύ βαθύτερο τρόπο.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 18, 2014

Η "ΦΟΡΜΟΥΛΑ" ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΚΙΝΟΥΝ ΤΑ ΝΗΜΑΤΑ

Ένα από τα χαρακτηριστικά της δεκαετίας του 70 ήταν η έντονη - για τα αμερικάνικα δεδομένα τουλάχιστον - πολιτικοποίηση του κινηματογράφου της χώρας (θυμηθείτε φιλμς όπως "Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου", "Οι τρεις μέρες του κόνδορα" κλπ.) Στον απόηχο όλων αυτών κινείται και η "Φορμουλα", μια ταινία του John Avildsen του 1980. Η οποία μάλιστα διαθέτει δύο μεγάλους σταρ, τον Τζορτζ Σκοτ και τον Μάρλον Μπράντο (χοντρό και καραφλό, σχεδόν αγνώριστο).
Η ταινία είναι αστυνομική, οι πολιτικές προεκτάσεις όμως σαφέστατες. Όταν ένας υψηλόβαθμος αξιωματικός της αστυνομίας βρίσκεται νεκρός, ένας μάλλον βαριεστημένος ντετέκτιβ, αναλαμβάνει να διελευκάνει την υπόθεση. Όλα δείχνουν ότι ο μπάτσος πέθανε από υπερβολική δόση κοκαϊνης, αλλά εκείνος άλλα υποψιάζεται. Οι έρευνες θα τον φέρουν μέχρι το Βερολίνο, στην πορεία του θα συναντήσει εναν πάμπλουτο και πανίσχυρο πετρελαιά, αλλά και μια παλιά ναζιστική φόρμουλα τεράστιας σημασίας για τη μετατροπή συνθετικών προϊόντων σε καύσιμα.
Τελικά η ταινία μιλά για το ποιοι πραγματικά κυβερνούν τον κόσμο (όχι οι κυβερνήσεις που ξέρουμε πάντως) και, κυρίως, για την ανθρώπινη απληστία, πηγή των χειρότερων δεινών μας πιστεύω. Οι φόνοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον, αλλά όσο προχωράμε η εικόνα ξεκαθαρίζει: Βρισκόμαστε μπροστά σε κολοσσιαίες παγκόσμιες δυνάμεις,απέναντι στις οποίες το άτομο μοιάζει ανίσχυρο. Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολο (αν όχι ακατόρθωτο) να αλλάξουν.
Η ιστορία ξετυλίγεται μάλλον αργά - δεν πρόκειται άλλωστε για ταινία δράσης - ενώ η απαισιοδοξία για τον κόσμο και την κυριαρχία της ωμής οικονομικής  δύναμης πάνω στην όποια ιδεολογία ή ανθρωπιά είναι σαφής. Δεν τη θεωρώ μεγάλη ταινία, απλώς δείγμα του σινεμά της εποχής. Ίσως κάποιοι από τους θεατές να κουραστούν. Δυστυχώς όμως τα συμπεράσματά της ισχύουν απόλυτα και σήμερα.
ΥΓ: Το έχω ξανασυζητήσει: Ακόμα και το χολιγουντιανό σινεμά δεν φοβάται να καταγγείλει καταστάσεις που αποτελούν την πηγή της ανθρώπινης δυστυχίας και που είναι δομικά χαρακτηριστικά του συστήματος (την εποχή για την οποία μιλάμε το φαινόμενο ήταν συχνότερο). Πολύ φοβάμαι ότι
αυτό σημαίνει, πολύ απλά, ότι ο κινηματογράφος και η τέχνη γενικότερα δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτα. Αν μπορούσε, θα την απαγόρευαν.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 17, 2014

Η ΕΚΠΛΗΞΗ ΤΟΥ "ΛΕΥΚΟΥ ΘΕΟΥ" ΚΑΙ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΩΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ

Αγνοούσα τον ούγγρο Kornel Mundruczo, ο οποίος έχει - όπως έμαθα - στο ενεργητικό του μια φιλμογραφία γεμάτη από παράδοξες ταινίες. Το 2014 πάντως γυρίζει τον "Λευκό Θεό" (Feher Isten), ο οποίος, είτε αρέσει είτε όχι, σίγουρα εντυπωσιάζει και αποτελεί για μένα μια "από το πουθενά" έκπληξη της χρονιάς.
Ένα 13χρονο κορίτσι αναγκάζεται να μείνει για μερικούς μήνες με τον χωρισμένο πατέρα της, αφού η μητέρα της θα λείψει. Ο αγαπημένος της σκύλος όμως, ο Χάγκεν, δεν είναι πουθενά ευπρόσδεκτος: Στην πολυκατοικία δεν τον δέχονται, στην ορχήστρα όπου συμμετέχει η μικρή τον διώχνουν... μέχρι που τελικά ο πατέρας της τον παρατά στη μέση του δρόμου για να τον ξεφορτωθεί. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε την οδύσσεια του σκύλου σε μια εχθρική ανθρώπινη κοινωνία... και όσο προχωρά το φιλμ τα πράγματα γίνονται όλο και πιο παράξενα.
Η ταινία ξεκινά σα μια συγκινητική ιστορία για την αγάπη ενός (σχεδόν) παιδιού και του ζώου του. Πολύ σύντομα όμως αντιλαμβανόμαστε ότι ξεφεύγει από εκεί, για να μπει ουσιαστικά στο χώρο του φανταστικού και να αποκτήσει πολλά στοιχεία θρίλερ. Καμία σχέση τελικά με "συγκινητική ιστορία για παιδιά". Σκοτεινό παραμύθι (μερικές σκηνές παραπέμπουν στον μαγικό φλογεροπαίχτη και τα ποντίκια / παιδιά), πολιτική αλληγορία, κριτική της σύγχρονης κοινωνίας, αρχίζει απόλυτα ρεαλιστικά για να απογειωθεί σχεδόν στο χώρο της ταινία τρόμου. Στο μεταξύ οι σκηνές με τα δεκάδες σκυλιά στους δρόμους της άδειας Βουδαπέστης είναι απ' αυτές που μένουν χαραγμένες στην κινηματογραφική μνήμη.
Φυσικά τα σκυλιά αντιμετωπίζονται εδώ σαν κοινωνική μειονότητα (μετανάστες; φτωχοί; άλλου είδους μειονότητα; διαλέξτε ό,τι θέλετε). Η ταινία περιγράφει την απόλυτη καταπίεση τους και στη συνέχεια την αναπόφευκτη εξέγερση. Το σίγουρο πάντως είναι ότι πρόκειται για "σφιχτό" φιλμ που κορυφώνεται όσο προχωρά, το οποίο με κράτησε από την αρχή ως το τέλος και - παρά τις κάποιες σεναριακές ευκολίες, που όμως μπορεί να είναι και απόλυτα συνειδητές - αποτελεί μια από τις μεγάλες εκπλήξεις του 2014. Και χρησιμοποιεί εμπνευσμένα την κλασική μουσική. Δοκιμάστε το!

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 15, 2014

Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΤΗ ΒΟΗΘΑ (ΑΥΤΗ ΚΑΙ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ)

Ξέρετε ποιος είναι ο Stuart Murdoch; Είναι ο βασικός των Belle and Sebastian, ενός από τα συγκροτήματα που μου αρέσουν πολύ. Το 2014 λοιπόν περνά πίσω από την κάμερα για να κάνει την πρώτη του ταινία, το "God Help the Girl". Μαθαίνω ότι το project αυτό ξεκίνησε σαν άλμπουμ, αλλά τελικά κατέληξε σε ταινία, ένα είδος pop μιούζικαλ.
Η Ιβ είναι μια ανασφαλής και όχι και πολύ ισοροπημένη (νοσηλεύεται, για να είμαστε ακριβείς) μουσικός - συνθέτης, με ταλέντο μάλιστα, για την οποία η μουσική λειτουργεί ως ψυχοθεραπαία. Ο Τζέιμς είναι κι αυτός ιδιόρυθμος και όχι πολύ πετυχημένος με τις γυναικες, η Κας είναι αυτό που λέμε... ε, χαζοχαρούμενη και μάλλον με μέτριο IQ. Οι τρεις τους θα φτιάξουν ένα γκρουπ και θα περάσουν ένα παράξενο και όμορφο - στα όρια του ονειρικού - καλοκαίρι, πριν φτάσει το φθινόπωρο και μαζευτούν πάλι τα σύννεφα.
Γυρισμένο στη Γλασκώβη, το φιλμ είναι αυτό που θα λέγαμε απόλυτα ποπ. Τρυφερό και θλιμένο, ανάλαφρο και αστείο, νεανικό αλλά και "προβληματισμένο", με χαριτωμένους, αλλά και προβληματικούς ήρωες. Και λίγο δήθεν, αν θέλετε τη γνώμη μου. Για μένα το καλύτερο σημείο είναι βέβαια - αναμενόμενο άλλωστε - η μουσική, καθώς το γκρουπ παίζει συχνά τα τραγούδια που γράφει η Ιβ. Μουσική ασφαλώς που αμέσως παραπέμπει στους Belle & Sebastian. Γι' αυτό κυρίως αξίζει - και το σάουντρακ του άλλωστε. Νομίζω πάντως ότι θα ενθουσιάσει ευαίσθητους νεαρούς/ές, που ψάχνονται και αγαπάνε την ποπ κουλτούρα. Ανθρώπους του γενικότερου κλίματος των Belle & Sebastian δηλαδή.
Προσωπικά το βρήκα σχετικά χαριτωμένο, απόλαυσα τη μουσική, αλλά μέχρις εκεί. Όχι κάτι παραπάνω. Άλλωστε έχουμε δει πολλές εύθραυστες και ελαφρώς ψυχο-τέτοιες νεαρές ποπ ηρωίδες...
ΥΓ: Σημειωτέον, η παράξενα όμορφη πρωταγωνίστρια Emily Browning είναι πράγματι ιδανική για το ρόλο.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 14, 2014

ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΣΤΟ "ANOTHER ME"

Η Isabel Coixet είναι ισπανίδα και έχει κάνει αρκετές ταινίες εκεί, αλλά οι τελευταίες της είναι αγγλόφωνες (μεταξύ τους και το αρκετά ενδιαφέρον "The Secret Life of Words"). Το 2013 γυρίζει ένα θρίλερ, το "Another Me".
Μια προικισμένη κοπέλα, πετυχημένη και δημοφιλής στην τάξη της, πρωταγωνίστρια του σχολικού θιάσου που θα ανεβάσει "Μάκβεθ", βλέπει ξαφνικά τη ζωή της να καταρρέει, καθώς ο πατέρας της χτυπιέται από ανίατη αρρώστια (σκλήρυνση κατά πλάκας), ενώ η μητέρα της, τσακισμένη, συμπεριφέρεται "ύποπτα" . Το πιο τρομαχτικό όμως είναι ότι μια μυστηριώδης σωσίας της (;) προσπαθεί με κάθε τρόπο να πάρει τη θέση της σε κάθε εκδήλωση της ζωής της, επιτείνοντας την εφηβική ανασφάλεια και "μπερδεύοντας" τις αλλαγές που το πέρασμα στην ενηλικίωση φέρνει στη ζωή των ανθρώπων.
Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα, η πρωταγωνίστρια Sophie Turner καλή (και με παράξενα ενδιαφέρον πρόσωπο), ωστόσο θα χαρακτήριζα το φιλμ αυτό, που θα ήθελε να είναι τρόμου, μάλλον βραδυφλεγές. Νομίζω ότι το σασπένς δεν διατηρείται και η αγωνία δεν κορυφώνεται. Βεβαίως είναι καλογυρισμένο και υπάρχουν στιγμές που προκαλούν κάποιο ρίγος, συνολικά όμως μάλλον άνευρο θα το χαρακτήριζα. Στο τέλος πάντως αποκαλύπτονται πολλά και η ταινία μπαίνει για τα καλά στο χώρο του μεταφυσικού τρόμου, ωστόσο η ατμόσφαιρα αυτή έχει χτιστεί μάλλον αργά.
Σε κάποια σημεία διαθέτει ωραία εικόνα και ανατριχιαστικό κλίμα, οπότε δεν το απορίπτω εντελώς, ωστόσο το θεωρώ από τα θρίλερ τρόμου που μάλλον δεν θα μας μείνουν ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 12, 2014

ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΣΤΟ "BECKET"

Σήμερα το "Becket" είναι ένα μάλλον ξεχασμένο φιλμ. Στην εποχή του όμως, το 1964, είχε κάνει εντύπωση, είχε κερδίσει Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου και ήταν υποψήφιο για κάποια άλλα. Γυρίστηκε από τον Peter Glenville (1913-1996), θεατρικό κυρίως σκηνοθέτη με λίγες ταινίες στο ενεργητικό του. Και φέρει βεβαίως έντονη τη σφραγίδα της θεατρικότητας.
Πρόκειται για ιστορικό δράμα βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Ζαν Ανούιγ. Παρακολουθεί τη σχέση του άγγλου βασιλιά Ερίκου του 2ου και του καλύτερου φίλου του Μπάκετ - οι οποίοι μάλιστα ανήκουν σε διαφορετικές φυλές (Νορμανδοί και Σάξονες), που μισούν η μία την άλη στα πλαίσια του μεσαιωνικού φεουδαρχικού βρετανικού κράτους (12ος αιώνας). Ο βασιλιάς είναι ακόλαστος, σκληρός, δίχως να αγαπά και να υπολογίζει πολύ τους υπηκόους του. Ο φίλος του Τόμας Μπέκετ είναι η φωνή της λογικής, βρίσκεται πιο κοντά στο φτωχό λαό και προσπαθεί όσο μπορεί να μετριάσει τις πράξεις του βασιλιά. Όταν όμως ο τελευταίος αποφασίζει - παρά τις αντιρήσεις του φίλου του - να τον κάνει επίσκοπο του Καντέρμπουρι (ισχυροτερο επίσκοπο της Βρετανίας) για να τα έχει καλά με την εκκλησία , ο Μπέκετ διχάζεται ανάμεσα στα συμφέροντα της εκκλησίας και την πίστη του αφ' ενός και στα όσα του ζητά ο βασιλιάς αφ' ετέρο. Τελικά προτιμά να φτάσει μέχρι το τέλος για να υπηρετήσει τον θεό.
Οι δύο πρωταγωνιστές είναι υπαρκτά πρόσωπα. Η σαρκοφάγος του Μπεκετ βρίσκεται και σήμερα στον εντυπωσιακό καθεδρικό του Καντέρμπουρι. Φυσικά τα γεγονότα που περιγράφονται εδώ δεν βασίζονται απόλυτα στην πραγνματικότητα, αλλά στην πένα του Ανούιγ. Οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών (Ρίτσαρντ Μπάρτον, Πίτερ Ο' Τουλ) είναι πολύ καλές - θεατρικές βεβαίως. Γενικά η θεατρικότητα "βαραίνει" το φιλμ, που δείχνει αμέσως την καταγωγή του από τη σκηνή. Όσον αφορά την ιστορία τώρα (γεμάτη ίντριγκες και πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ άλλων) ενώ είδα με ενδιαφέρον το πρώτο μέρος, με το ωραίο ξεδιπλωμα των δύο διαφορετικών χαρακτήρων, στο δεύτερο με ξένισε κάπως η μάλλον απότομη στροφή του Μπέκετ προς την πίστη στο θεό και η απόφασή του να θυσιαστεί γι' αυτήν. Νομίζω ότι στην αρχή τίποτα δεν προετοίμαζε γι' αυτή την ξαφνική αλλαγή. Ο Μπέκετ εμφανιζόταν ως πραγματιστής, λογικός, εγκρατής, σοφός ίσως. Πουθενά όμως ως πιστός.
Τέλος πρέπει να επισημανθεί η υποβόσκουσα, πλην όμως έντονη ομοερωτική σχέση των δύο αντρών.Από τη μεριά του βασιλιά κυρίως, το πάθος προς τον Μπέκετ είναι ερωτικό και όχι (μόνο) φιλικό. Τίποτα τέτοιο δεν λέγεται ανοιχτά, νομίζω όμως ότι είναι αρκετά σαφές.
Ενδιαφέρον ως ένα βαθμό, αν και κάπως κουραστικό λόγω της μεγάλης διάρκειάς του (148'), το φιλμ συνίσταται οπωσδήποτε σε όσους αρέσκονται στη μεταφορά θεατρικών έργων στην οθόνη.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 10, 2014

ΤΟ "ΗΡΩΙΚΟ" JIMMY'S HALL"



Για πολλά – πολλά χρόνια ο Ken Loach ακολουθεί μια συνεπέστατη πορεία, κάνοντας στρατευμένο σινεμά με καθαρά αριστερές θέσεις. Στον ίδιο δρόμο συνεχίζει και το 2014 με το «Jimmy’s Hall”, ένα φιλμ που διαδραματίζεται στην Ιρλανδία της δεκαετίας του 30.
Ο Τζέιμς Γκράλτον, υπαρκτό πρόσωπο, είναι κομουνιστής από ένα μικρό χωριό της Ιρλανδίας. Λίγο καιρό αφότου ανοίγει ένα «κέντρο» (αίθουσα χορού και πολιτιστικό κέντρο ταυτόχρονα), τον αναγκάζουν να το κλείσει και να μεταναστεύσει στην Αμερική. Μετά δέκα χρόνια, το 1932 πλέον, επιστρέφει στο χωριό πλουσιότερος σε εμπειρίες και ακόμα πιο μαχητικός και ξανανοίγει το κέντρο – το οποίο, σημειωτέον, λατρεύουν οι νέοι της περιοχής. Η κίνηση αυτή θα συναντήσει τη λυσσαλέα αντίδραση της εκκλησίας και των αρχών – πλούσιων της περιοχής, οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι η λειτουργία του κέντρου δυναμιτίζει τα θεμέλια της απόλυτης εξουσίας τους στην περιοχή (και στη χώρα γενικότερα). Ο αγώνας ανάμεσα στις δύο πλευρές αρχίζει.
Ο Loach, όπως πάντα, κάνει ένα ψυχωμένο σινεμά, απλό, κομψό, σαφές, στοχευμένο. Παρακολούθησα την ταινία πολύ ευχάριστα, μπορώ να πω μάλιστα ότι σε κάποια σημεία με συγκίνησε. Ενδιαφέρον έχει και το πολιτιστικό μέρος: Ο ήρωας φέρνει στο κέντρο του μια παράλληλη αγάπη τόσο για τις ρίζες (τη φολκ ιρλανδέζικη μουσική, ας πούμε), όσο και για το μοντέρνο (τη τζαζ, που τότε ήταν η αιχμή της νεοτερικότητας στη μουσική). Αυτή ηα ακομπλεξάριστη πολιτιστική θεώρηση μου άρεσε ιδιαίτερα. Μπορούμε ωστόσο, ιδεολογικά κυρίως, να εντοπίσουμε κάποια προβλήματα: Ο δημιουργός χωρίζει τους πάντες σε απόλυτα καλούς – κακούς, σε μαύρο – άσπρο, ενώ οι ενδιάμεσες αποχρώσεις μοιάζουν να λείπουν. Σε γενικές γραμμές προσωπικά θεωρώ ότι κάπως έτσι έχουν τα πράγματα, ωστόσο ποτέ και τίποτα δεν είναι τόσο μονοδιάστατο.
Αυτά πάντως δεν σημαίνουν ότι δεν συνιστώ απόλυτα το φιλμ – ιδιαίτερα στην (επιεικώς) δύσκολη εποχή μας, που τέτοια φαινόμενα τείνουν να επανεμφανιστούν. Ο ήρωας γίνεται σύμβολο ελευθερίας και πάλης ενάντια στο σκοταδισμό και, εκτός των άλλων, ενάντια σε μια «στεγνή» εκκλησία, η οποία πρεσβεύει ένα μαζοχιστικό χριστιανισμό, απαλλαγμένο από κάθε έννοια ευχαρίστησης, και η οποία, φυσικά, συνεργάζεται απόλυτα με την πολιτική – κοινωνική εξουσία για να διατηρήσει με κάθε θυσία το υπάρχον status quo. Ωστόσο αυτό δεν εμποδίζει τον γηραιό «κακό» παπά να είναι ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας της ταινίας.
Επιμένω στην περί μονοδιάστατου γκρίνια μου, ωστόσο σας προτείνω να το δείτε. Και για να εκπλαγείτε για τον σκοταδισμό κάποιων κοινωνικών δομών τότε, παλιά, αλλά κυρίως επειδή τέτοιες ξεκάθαρες και θαρραλέες «δηλώσεις» χρειάζονται στις μέρες μας.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 08, 2014

ΣΤΟΝ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "BREWSTER McCLOUD"

Το 1970, τη χρονιά δηλαδή που έκανε το "MASH", ο Robert Altman (1925-2006) γυρίζει μια από τις πλέον παράδοξες και σουρεαλστικές ταινίες του, το για πολλούς cult "Brester McCloud".
Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς το τι συμβαίνει εκεί (και τι δεν συμβαίνει !). Ο ομώνυμος κεντρικός χαρακτήρας είναι ένα αγόρι με εμμονή με την πτήση. Προσπαθεί, απομονωμένος στο εσωτερικό ενός αστεροσκοπείου, να φτιάξει μια μηχανή πτήσης, κάτι σαν γιγάντια μηχανικά φτερά που θα προσαρμοστούν πάνω του, παραμένοντας παρθένος για να είναι ολότελα δοσμένος στο σκοπό του. Με μυστηριώδη τρόπο δίπλα του βρίσκεται μια όμορφη, μεγαλύτερή του γυναίκα, η οποία τον προστατεύει ως από μηχανής θεός από τον κάθε κακό που συναντά στη ζωή του ο ήρωας, καθώς αλλάζει κάθε λίγο επάγγελμα (σκοτώνοντάς τους μάλιστα). Η κορύφωση, μετά από πάμπολλα σουρεαλιστικά συμβάντα, θα έρθει όταν θα φτάσει η μεγάλη μέρα και ο ήρωας θα επιχειρήσει να πραγματοποιήσει το όνειρό του σε ένα κατάμεστο γήπεδο. Στο μεταξύ η εμμονή με τα πουλιά ξεχειλίζει - άλλωστε ο αμίμητος καθηγητής που εμφανίζεται εμβόλιμα μιλά γι' αυτά, μεταμορφώνεται βαθμιαία ο ίδιος σε πουλί...
Πρόκειται για μια απόλυτα αναρχική σάτιρα της Αμερικής της εποχής (60ς - αρχές 70ς). Πολιτικοί, μπάτσοι, κακοί εργοδότες, άπληστοι ζάπλουτοι γέροι και διάφοροι άλλοι γελοία αρνητικοί τύποι παρελαύνουν από το χαώδες αυτό φιλμ, το οποίο θα καταλήξει σε μια αναπάντεχα μεταφυσική νότα. Αλληγορία της μυθικής ιστορίας του Ίκαρου, ωδή στον πόθο για απόλυτη ελευθερία, μαύρη κωμωδία, η γκροτέσκα αυτή ταινία αντανακλά απόλυτα και φέρει ανεξίτηλα την σφραγίδα των τρελών 60ς και των χαμένων ονείρων τους (είχε γίνει νομίζω ήδη αντιληπτό ότι τα όνειρα αυτά είχαν ήδη ξεθωριάσει κάτω από την αμείλικτη πίεση της πραγματικότητας). Ταυτόχρονα ωστόσο θα την χαρακτήριζα βαρυφορτωμένη, με αρκετές "κοιλιές" και με όλη αυτή τη χαρακτηριστικά χαώδη ατμόσφαιρα που θα κάνει νομίζω αρκετούς θεατές να κουραστούν (τα αυτοκινητοκυνηγητά εναλλάσονται με το μεταφυσικό, τα αγνά όνειρα με γκροτέσκους θανάτους κ.ο.κ.) . Ίσως όμως όλο αυτό το συνονθύλευμα είναι που κάνει cult το φιλμ, το οποίο, παρά τα εμφανή σήμερα μειονεκτήματά του και το (πιθανόν) ξεπερασμένο του στιλ, αξίζει πραγματικά να ανακαλυφτεί από όσους το αγνοούν, ως μία από τις πλέον χαρακτηριστικές κινηματογραφικές παραδοξότητες.