Αγνοούσα τον ούγγρο Kornel Mundruczo, ο οποίος έχει - όπως έμαθα - στο ενεργητικό του μια φιλμογραφία γεμάτη από παράδοξες ταινίες. Το 2014 πάντως γυρίζει τον "Λευκό Θεό" (Feher Isten), ο οποίος, είτε αρέσει είτε όχι, σίγουρα εντυπωσιάζει και αποτελεί για μένα μια "από το πουθενά" έκπληξη της χρονιάς.
Ένα 13χρονο κορίτσι αναγκάζεται να μείνει για μερικούς μήνες με τον χωρισμένο πατέρα της, αφού η μητέρα της θα λείψει. Ο αγαπημένος της σκύλος όμως, ο Χάγκεν, δεν είναι πουθενά ευπρόσδεκτος: Στην πολυκατοικία δεν τον δέχονται, στην ορχήστρα όπου συμμετέχει η μικρή τον διώχνουν... μέχρι που τελικά ο πατέρας της τον παρατά στη μέση του δρόμου για να τον ξεφορτωθεί. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε την οδύσσεια του σκύλου σε μια εχθρική ανθρώπινη κοινωνία... και όσο προχωρά το φιλμ τα πράγματα γίνονται όλο και πιο παράξενα.
Η ταινία ξεκινά σα μια συγκινητική ιστορία για την αγάπη ενός (σχεδόν) παιδιού και του ζώου του. Πολύ σύντομα όμως αντιλαμβανόμαστε ότι ξεφεύγει από εκεί, για να μπει ουσιαστικά στο χώρο του φανταστικού και να αποκτήσει πολλά στοιχεία θρίλερ. Καμία σχέση τελικά με "συγκινητική ιστορία για παιδιά". Σκοτεινό παραμύθι (μερικές σκηνές παραπέμπουν στον μαγικό φλογεροπαίχτη και τα ποντίκια / παιδιά), πολιτική αλληγορία, κριτική της σύγχρονης κοινωνίας, αρχίζει απόλυτα ρεαλιστικά για να απογειωθεί σχεδόν στο χώρο της ταινία τρόμου. Στο μεταξύ οι σκηνές με τα δεκάδες σκυλιά στους δρόμους της άδειας Βουδαπέστης είναι απ' αυτές που μένουν χαραγμένες στην κινηματογραφική μνήμη.
Φυσικά τα σκυλιά αντιμετωπίζονται εδώ σαν κοινωνική μειονότητα (μετανάστες; φτωχοί; άλλου είδους μειονότητα; διαλέξτε ό,τι θέλετε). Η ταινία περιγράφει την απόλυτη καταπίεση τους και στη συνέχεια την αναπόφευκτη εξέγερση. Το σίγουρο πάντως είναι ότι πρόκειται για "σφιχτό" φιλμ που κορυφώνεται όσο προχωρά, το οποίο με κράτησε από την αρχή ως το τέλος και - παρά τις κάποιες σεναριακές ευκολίες, που όμως μπορεί να είναι και απόλυτα συνειδητές - αποτελεί μια από τις μεγάλες εκπλήξεις του 2014. Και χρησιμοποιεί εμπνευσμένα την κλασική μουσική. Δοκιμάστε το!
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 17, 2014
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 15, 2014
Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΤΗ ΒΟΗΘΑ (ΑΥΤΗ ΚΑΙ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ)
Ξέρετε ποιος είναι ο Stuart Murdoch; Είναι ο βασικός των Belle and Sebastian, ενός από τα συγκροτήματα που μου αρέσουν πολύ. Το 2014 λοιπόν περνά πίσω από την κάμερα για να κάνει την πρώτη του ταινία, το "God Help the Girl". Μαθαίνω ότι το project αυτό ξεκίνησε σαν άλμπουμ, αλλά τελικά κατέληξε σε ταινία, ένα είδος pop μιούζικαλ.
Η Ιβ είναι μια ανασφαλής και όχι και πολύ ισοροπημένη (νοσηλεύεται, για να είμαστε ακριβείς) μουσικός - συνθέτης, με ταλέντο μάλιστα, για την οποία η μουσική λειτουργεί ως ψυχοθεραπαία. Ο Τζέιμς είναι κι αυτός ιδιόρυθμος και όχι πολύ πετυχημένος με τις γυναικες, η Κας είναι αυτό που λέμε... ε, χαζοχαρούμενη και μάλλον με μέτριο IQ. Οι τρεις τους θα φτιάξουν ένα γκρουπ και θα περάσουν ένα παράξενο και όμορφο - στα όρια του ονειρικού - καλοκαίρι, πριν φτάσει το φθινόπωρο και μαζευτούν πάλι τα σύννεφα.
Γυρισμένο στη Γλασκώβη, το φιλμ είναι αυτό που θα λέγαμε απόλυτα ποπ. Τρυφερό και θλιμένο, ανάλαφρο και αστείο, νεανικό αλλά και "προβληματισμένο", με χαριτωμένους, αλλά και προβληματικούς ήρωες. Και λίγο δήθεν, αν θέλετε τη γνώμη μου. Για μένα το καλύτερο σημείο είναι βέβαια - αναμενόμενο άλλωστε - η μουσική, καθώς το γκρουπ παίζει συχνά τα τραγούδια που γράφει η Ιβ. Μουσική ασφαλώς που αμέσως παραπέμπει στους Belle & Sebastian. Γι' αυτό κυρίως αξίζει - και το σάουντρακ του άλλωστε. Νομίζω πάντως ότι θα ενθουσιάσει ευαίσθητους νεαρούς/ές, που ψάχνονται και αγαπάνε την ποπ κουλτούρα. Ανθρώπους του γενικότερου κλίματος των Belle & Sebastian δηλαδή.
Προσωπικά το βρήκα σχετικά χαριτωμένο, απόλαυσα τη μουσική, αλλά μέχρις εκεί. Όχι κάτι παραπάνω. Άλλωστε έχουμε δει πολλές εύθραυστες και ελαφρώς ψυχο-τέτοιες νεαρές ποπ ηρωίδες...
ΥΓ: Σημειωτέον, η παράξενα όμορφη πρωταγωνίστρια Emily Browning είναι πράγματι ιδανική για το ρόλο.
Η Ιβ είναι μια ανασφαλής και όχι και πολύ ισοροπημένη (νοσηλεύεται, για να είμαστε ακριβείς) μουσικός - συνθέτης, με ταλέντο μάλιστα, για την οποία η μουσική λειτουργεί ως ψυχοθεραπαία. Ο Τζέιμς είναι κι αυτός ιδιόρυθμος και όχι πολύ πετυχημένος με τις γυναικες, η Κας είναι αυτό που λέμε... ε, χαζοχαρούμενη και μάλλον με μέτριο IQ. Οι τρεις τους θα φτιάξουν ένα γκρουπ και θα περάσουν ένα παράξενο και όμορφο - στα όρια του ονειρικού - καλοκαίρι, πριν φτάσει το φθινόπωρο και μαζευτούν πάλι τα σύννεφα.
Γυρισμένο στη Γλασκώβη, το φιλμ είναι αυτό που θα λέγαμε απόλυτα ποπ. Τρυφερό και θλιμένο, ανάλαφρο και αστείο, νεανικό αλλά και "προβληματισμένο", με χαριτωμένους, αλλά και προβληματικούς ήρωες. Και λίγο δήθεν, αν θέλετε τη γνώμη μου. Για μένα το καλύτερο σημείο είναι βέβαια - αναμενόμενο άλλωστε - η μουσική, καθώς το γκρουπ παίζει συχνά τα τραγούδια που γράφει η Ιβ. Μουσική ασφαλώς που αμέσως παραπέμπει στους Belle & Sebastian. Γι' αυτό κυρίως αξίζει - και το σάουντρακ του άλλωστε. Νομίζω πάντως ότι θα ενθουσιάσει ευαίσθητους νεαρούς/ές, που ψάχνονται και αγαπάνε την ποπ κουλτούρα. Ανθρώπους του γενικότερου κλίματος των Belle & Sebastian δηλαδή.
Προσωπικά το βρήκα σχετικά χαριτωμένο, απόλαυσα τη μουσική, αλλά μέχρις εκεί. Όχι κάτι παραπάνω. Άλλωστε έχουμε δει πολλές εύθραυστες και ελαφρώς ψυχο-τέτοιες νεαρές ποπ ηρωίδες...
ΥΓ: Σημειωτέον, η παράξενα όμορφη πρωταγωνίστρια Emily Browning είναι πράγματι ιδανική για το ρόλο.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 14, 2014
ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΣΤΟ "ANOTHER ME"
Η Isabel Coixet είναι ισπανίδα και έχει κάνει αρκετές ταινίες εκεί, αλλά οι τελευταίες της είναι αγγλόφωνες (μεταξύ τους και το αρκετά ενδιαφέρον "The Secret Life of Words"). Το 2013 γυρίζει ένα θρίλερ, το "Another Me".
Μια προικισμένη κοπέλα, πετυχημένη και δημοφιλής στην τάξη της, πρωταγωνίστρια του σχολικού θιάσου που θα ανεβάσει "Μάκβεθ", βλέπει ξαφνικά τη ζωή της να καταρρέει, καθώς ο πατέρας της χτυπιέται από ανίατη αρρώστια (σκλήρυνση κατά πλάκας), ενώ η μητέρα της, τσακισμένη, συμπεριφέρεται "ύποπτα" . Το πιο τρομαχτικό όμως είναι ότι μια μυστηριώδης σωσίας της (;) προσπαθεί με κάθε τρόπο να πάρει τη θέση της σε κάθε εκδήλωση της ζωής της, επιτείνοντας την εφηβική ανασφάλεια και "μπερδεύοντας" τις αλλαγές που το πέρασμα στην ενηλικίωση φέρνει στη ζωή των ανθρώπων.
Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα, η πρωταγωνίστρια Sophie Turner καλή (και με παράξενα ενδιαφέρον πρόσωπο), ωστόσο θα χαρακτήριζα το φιλμ αυτό, που θα ήθελε να είναι τρόμου, μάλλον βραδυφλεγές. Νομίζω ότι το σασπένς δεν διατηρείται και η αγωνία δεν κορυφώνεται. Βεβαίως είναι καλογυρισμένο και υπάρχουν στιγμές που προκαλούν κάποιο ρίγος, συνολικά όμως μάλλον άνευρο θα το χαρακτήριζα. Στο τέλος πάντως αποκαλύπτονται πολλά και η ταινία μπαίνει για τα καλά στο χώρο του μεταφυσικού τρόμου, ωστόσο η ατμόσφαιρα αυτή έχει χτιστεί μάλλον αργά.
Σε κάποια σημεία διαθέτει ωραία εικόνα και ανατριχιαστικό κλίμα, οπότε δεν το απορίπτω εντελώς, ωστόσο το θεωρώ από τα θρίλερ τρόμου που μάλλον δεν θα μας μείνουν ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη.
Μια προικισμένη κοπέλα, πετυχημένη και δημοφιλής στην τάξη της, πρωταγωνίστρια του σχολικού θιάσου που θα ανεβάσει "Μάκβεθ", βλέπει ξαφνικά τη ζωή της να καταρρέει, καθώς ο πατέρας της χτυπιέται από ανίατη αρρώστια (σκλήρυνση κατά πλάκας), ενώ η μητέρα της, τσακισμένη, συμπεριφέρεται "ύποπτα" . Το πιο τρομαχτικό όμως είναι ότι μια μυστηριώδης σωσίας της (;) προσπαθεί με κάθε τρόπο να πάρει τη θέση της σε κάθε εκδήλωση της ζωής της, επιτείνοντας την εφηβική ανασφάλεια και "μπερδεύοντας" τις αλλαγές που το πέρασμα στην ενηλικίωση φέρνει στη ζωή των ανθρώπων.
Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα, η πρωταγωνίστρια Sophie Turner καλή (και με παράξενα ενδιαφέρον πρόσωπο), ωστόσο θα χαρακτήριζα το φιλμ αυτό, που θα ήθελε να είναι τρόμου, μάλλον βραδυφλεγές. Νομίζω ότι το σασπένς δεν διατηρείται και η αγωνία δεν κορυφώνεται. Βεβαίως είναι καλογυρισμένο και υπάρχουν στιγμές που προκαλούν κάποιο ρίγος, συνολικά όμως μάλλον άνευρο θα το χαρακτήριζα. Στο τέλος πάντως αποκαλύπτονται πολλά και η ταινία μπαίνει για τα καλά στο χώρο του μεταφυσικού τρόμου, ωστόσο η ατμόσφαιρα αυτή έχει χτιστεί μάλλον αργά.
Σε κάποια σημεία διαθέτει ωραία εικόνα και ανατριχιαστικό κλίμα, οπότε δεν το απορίπτω εντελώς, ωστόσο το θεωρώ από τα θρίλερ τρόμου που μάλλον δεν θα μας μείνουν ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη.
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 12, 2014
ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΣΤΟ "BECKET"
Σήμερα το "Becket" είναι ένα μάλλον ξεχασμένο φιλμ. Στην εποχή του όμως, το 1964, είχε κάνει εντύπωση, είχε κερδίσει Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου και ήταν υποψήφιο για κάποια άλλα. Γυρίστηκε από τον Peter Glenville (1913-1996), θεατρικό κυρίως σκηνοθέτη με λίγες ταινίες στο ενεργητικό του. Και φέρει βεβαίως έντονη τη σφραγίδα της θεατρικότητας.
Πρόκειται για ιστορικό δράμα βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Ζαν Ανούιγ. Παρακολουθεί τη σχέση του άγγλου βασιλιά Ερίκου του 2ου και του καλύτερου φίλου του Μπάκετ - οι οποίοι μάλιστα ανήκουν σε διαφορετικές φυλές (Νορμανδοί και Σάξονες), που μισούν η μία την άλη στα πλαίσια του μεσαιωνικού φεουδαρχικού βρετανικού κράτους (12ος αιώνας). Ο βασιλιάς είναι ακόλαστος, σκληρός, δίχως να αγαπά και να υπολογίζει πολύ τους υπηκόους του. Ο φίλος του Τόμας Μπέκετ είναι η φωνή της λογικής, βρίσκεται πιο κοντά στο φτωχό λαό και προσπαθεί όσο μπορεί να μετριάσει τις πράξεις του βασιλιά. Όταν όμως ο τελευταίος αποφασίζει - παρά τις αντιρήσεις του φίλου του - να τον κάνει επίσκοπο του Καντέρμπουρι (ισχυροτερο επίσκοπο της Βρετανίας) για να τα έχει καλά με την εκκλησία , ο Μπέκετ διχάζεται ανάμεσα στα συμφέροντα της εκκλησίας και την πίστη του αφ' ενός και στα όσα του ζητά ο βασιλιάς αφ' ετέρο. Τελικά προτιμά να φτάσει μέχρι το τέλος για να υπηρετήσει τον θεό.
Οι δύο πρωταγωνιστές είναι υπαρκτά πρόσωπα. Η σαρκοφάγος του Μπεκετ βρίσκεται και σήμερα στον εντυπωσιακό καθεδρικό του Καντέρμπουρι. Φυσικά τα γεγονότα που περιγράφονται εδώ δεν βασίζονται απόλυτα στην πραγνματικότητα, αλλά στην πένα του Ανούιγ. Οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών (Ρίτσαρντ Μπάρτον, Πίτερ Ο' Τουλ) είναι πολύ καλές - θεατρικές βεβαίως. Γενικά η θεατρικότητα "βαραίνει" το φιλμ, που δείχνει αμέσως την καταγωγή του από τη σκηνή. Όσον αφορά την ιστορία τώρα (γεμάτη ίντριγκες και πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ άλλων) ενώ είδα με ενδιαφέρον το πρώτο μέρος, με το ωραίο ξεδιπλωμα των δύο διαφορετικών χαρακτήρων, στο δεύτερο με ξένισε κάπως η μάλλον απότομη στροφή του Μπέκετ προς την πίστη στο θεό και η απόφασή του να θυσιαστεί γι' αυτήν. Νομίζω ότι στην αρχή τίποτα δεν προετοίμαζε γι' αυτή την ξαφνική αλλαγή. Ο Μπέκετ εμφανιζόταν ως πραγματιστής, λογικός, εγκρατής, σοφός ίσως. Πουθενά όμως ως πιστός.
Τέλος πρέπει να επισημανθεί η υποβόσκουσα, πλην όμως έντονη ομοερωτική σχέση των δύο αντρών.Από τη μεριά του βασιλιά κυρίως, το πάθος προς τον Μπέκετ είναι ερωτικό και όχι (μόνο) φιλικό. Τίποτα τέτοιο δεν λέγεται ανοιχτά, νομίζω όμως ότι είναι αρκετά σαφές.
Ενδιαφέρον ως ένα βαθμό, αν και κάπως κουραστικό λόγω της μεγάλης διάρκειάς του (148'), το φιλμ συνίσταται οπωσδήποτε σε όσους αρέσκονται στη μεταφορά θεατρικών έργων στην οθόνη.
Πρόκειται για ιστορικό δράμα βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Ζαν Ανούιγ. Παρακολουθεί τη σχέση του άγγλου βασιλιά Ερίκου του 2ου και του καλύτερου φίλου του Μπάκετ - οι οποίοι μάλιστα ανήκουν σε διαφορετικές φυλές (Νορμανδοί και Σάξονες), που μισούν η μία την άλη στα πλαίσια του μεσαιωνικού φεουδαρχικού βρετανικού κράτους (12ος αιώνας). Ο βασιλιάς είναι ακόλαστος, σκληρός, δίχως να αγαπά και να υπολογίζει πολύ τους υπηκόους του. Ο φίλος του Τόμας Μπέκετ είναι η φωνή της λογικής, βρίσκεται πιο κοντά στο φτωχό λαό και προσπαθεί όσο μπορεί να μετριάσει τις πράξεις του βασιλιά. Όταν όμως ο τελευταίος αποφασίζει - παρά τις αντιρήσεις του φίλου του - να τον κάνει επίσκοπο του Καντέρμπουρι (ισχυροτερο επίσκοπο της Βρετανίας) για να τα έχει καλά με την εκκλησία , ο Μπέκετ διχάζεται ανάμεσα στα συμφέροντα της εκκλησίας και την πίστη του αφ' ενός και στα όσα του ζητά ο βασιλιάς αφ' ετέρο. Τελικά προτιμά να φτάσει μέχρι το τέλος για να υπηρετήσει τον θεό.
Οι δύο πρωταγωνιστές είναι υπαρκτά πρόσωπα. Η σαρκοφάγος του Μπεκετ βρίσκεται και σήμερα στον εντυπωσιακό καθεδρικό του Καντέρμπουρι. Φυσικά τα γεγονότα που περιγράφονται εδώ δεν βασίζονται απόλυτα στην πραγνματικότητα, αλλά στην πένα του Ανούιγ. Οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών (Ρίτσαρντ Μπάρτον, Πίτερ Ο' Τουλ) είναι πολύ καλές - θεατρικές βεβαίως. Γενικά η θεατρικότητα "βαραίνει" το φιλμ, που δείχνει αμέσως την καταγωγή του από τη σκηνή. Όσον αφορά την ιστορία τώρα (γεμάτη ίντριγκες και πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ άλλων) ενώ είδα με ενδιαφέρον το πρώτο μέρος, με το ωραίο ξεδιπλωμα των δύο διαφορετικών χαρακτήρων, στο δεύτερο με ξένισε κάπως η μάλλον απότομη στροφή του Μπέκετ προς την πίστη στο θεό και η απόφασή του να θυσιαστεί γι' αυτήν. Νομίζω ότι στην αρχή τίποτα δεν προετοίμαζε γι' αυτή την ξαφνική αλλαγή. Ο Μπέκετ εμφανιζόταν ως πραγματιστής, λογικός, εγκρατής, σοφός ίσως. Πουθενά όμως ως πιστός.
Τέλος πρέπει να επισημανθεί η υποβόσκουσα, πλην όμως έντονη ομοερωτική σχέση των δύο αντρών.Από τη μεριά του βασιλιά κυρίως, το πάθος προς τον Μπέκετ είναι ερωτικό και όχι (μόνο) φιλικό. Τίποτα τέτοιο δεν λέγεται ανοιχτά, νομίζω όμως ότι είναι αρκετά σαφές.
Ενδιαφέρον ως ένα βαθμό, αν και κάπως κουραστικό λόγω της μεγάλης διάρκειάς του (148'), το φιλμ συνίσταται οπωσδήποτε σε όσους αρέσκονται στη μεταφορά θεατρικών έργων στην οθόνη.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 10, 2014
ΤΟ "ΗΡΩΙΚΟ" JIMMY'S HALL"
Για
πολλά – πολλά χρόνια ο Ken Loach ακολουθεί μια συνεπέστατη πορεία, κάνοντας
στρατευμένο σινεμά με καθαρά αριστερές θέσεις. Στον ίδιο δρόμο συνεχίζει και το
2014 με το «Jimmy’s Hall”, ένα φιλμ
που διαδραματίζεται στην Ιρλανδία της δεκαετίας του 30.
Ο
Τζέιμς Γκράλτον, υπαρκτό πρόσωπο, είναι κομουνιστής από ένα μικρό χωριό της
Ιρλανδίας. Λίγο καιρό αφότου ανοίγει ένα «κέντρο» (αίθουσα χορού και
πολιτιστικό κέντρο ταυτόχρονα), τον αναγκάζουν να το κλείσει και να
μεταναστεύσει στην Αμερική. Μετά δέκα χρόνια, το 1932 πλέον, επιστρέφει στο
χωριό πλουσιότερος σε εμπειρίες και ακόμα πιο μαχητικός και ξανανοίγει το
κέντρο – το οποίο, σημειωτέον, λατρεύουν οι νέοι της περιοχής. Η κίνηση αυτή θα
συναντήσει τη λυσσαλέα αντίδραση της εκκλησίας και των αρχών – πλούσιων της
περιοχής, οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι η λειτουργία του κέντρου δυναμιτίζει τα
θεμέλια της απόλυτης εξουσίας τους στην περιοχή (και στη χώρα γενικότερα). Ο
αγώνας ανάμεσα στις δύο πλευρές αρχίζει.
Ο
Loach, όπως πάντα, κάνει ένα ψυχωμένο σινεμά, απλό, κομψό,
σαφές, στοχευμένο. Παρακολούθησα την ταινία πολύ ευχάριστα, μπορώ να πω μάλιστα
ότι σε κάποια σημεία με συγκίνησε. Ενδιαφέρον έχει και το πολιτιστικό μέρος: Ο
ήρωας φέρνει στο κέντρο του μια παράλληλη αγάπη τόσο για τις ρίζες (τη φολκ
ιρλανδέζικη μουσική, ας πούμε), όσο και για το μοντέρνο (τη τζαζ, που τότε ήταν
η αιχμή της νεοτερικότητας στη μουσική). Αυτή ηα ακομπλεξάριστη πολιτιστική
θεώρηση μου άρεσε ιδιαίτερα. Μπορούμε ωστόσο, ιδεολογικά κυρίως, να εντοπίσουμε
κάποια προβλήματα: Ο δημιουργός χωρίζει τους πάντες σε απόλυτα καλούς – κακούς,
σε μαύρο – άσπρο, ενώ οι ενδιάμεσες αποχρώσεις μοιάζουν να λείπουν. Σε γενικές
γραμμές προσωπικά θεωρώ ότι κάπως έτσι έχουν τα πράγματα, ωστόσο ποτέ και τίποτα
δεν είναι τόσο μονοδιάστατο.
Αυτά
πάντως δεν σημαίνουν ότι δεν συνιστώ απόλυτα το φιλμ – ιδιαίτερα στην
(επιεικώς) δύσκολη εποχή μας, που τέτοια φαινόμενα τείνουν να επανεμφανιστούν.
Ο ήρωας γίνεται σύμβολο ελευθερίας και πάλης ενάντια στο σκοταδισμό και, εκτός
των άλλων, ενάντια σε μια «στεγνή» εκκλησία, η οποία πρεσβεύει ένα μαζοχιστικό
χριστιανισμό, απαλλαγμένο από κάθε έννοια ευχαρίστησης, και η οποία, φυσικά,
συνεργάζεται απόλυτα με την πολιτική – κοινωνική εξουσία για να διατηρήσει με
κάθε θυσία το υπάρχον status
quo. Ωστόσο αυτό δεν εμποδίζει τον γηραιό «κακό» παπά να
είναι ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας της ταινίας.
Επιμένω
στην περί μονοδιάστατου γκρίνια μου, ωστόσο σας προτείνω να το δείτε. Και για
να εκπλαγείτε για τον σκοταδισμό κάποιων κοινωνικών δομών τότε, παλιά, αλλά
κυρίως επειδή τέτοιες ξεκάθαρες και θαρραλέες «δηλώσεις» χρειάζονται στις μέρες
μας.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 08, 2014
ΣΤΟΝ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "BREWSTER McCLOUD"
Το 1970, τη χρονιά δηλαδή που έκανε το "MASH", ο Robert Altman (1925-2006) γυρίζει μια από τις πλέον παράδοξες και σουρεαλστικές ταινίες του, το για πολλούς cult "Brester McCloud".
Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς το τι συμβαίνει εκεί (και τι δεν συμβαίνει !). Ο ομώνυμος κεντρικός χαρακτήρας είναι ένα αγόρι με εμμονή με την πτήση. Προσπαθεί, απομονωμένος στο εσωτερικό ενός αστεροσκοπείου, να φτιάξει μια μηχανή πτήσης, κάτι σαν γιγάντια μηχανικά φτερά που θα προσαρμοστούν πάνω του, παραμένοντας παρθένος για να είναι ολότελα δοσμένος στο σκοπό του. Με μυστηριώδη τρόπο δίπλα του βρίσκεται μια όμορφη, μεγαλύτερή του γυναίκα, η οποία τον προστατεύει ως από μηχανής θεός από τον κάθε κακό που συναντά στη ζωή του ο ήρωας, καθώς αλλάζει κάθε λίγο επάγγελμα (σκοτώνοντάς τους μάλιστα). Η κορύφωση, μετά από πάμπολλα σουρεαλιστικά συμβάντα, θα έρθει όταν θα φτάσει η μεγάλη μέρα και ο ήρωας θα επιχειρήσει να πραγματοποιήσει το όνειρό του σε ένα κατάμεστο γήπεδο. Στο μεταξύ η εμμονή με τα πουλιά ξεχειλίζει - άλλωστε ο αμίμητος καθηγητής που εμφανίζεται εμβόλιμα μιλά γι' αυτά, μεταμορφώνεται βαθμιαία ο ίδιος σε πουλί...
Πρόκειται για μια απόλυτα αναρχική σάτιρα της Αμερικής της εποχής (60ς - αρχές 70ς). Πολιτικοί, μπάτσοι, κακοί εργοδότες, άπληστοι ζάπλουτοι γέροι και διάφοροι άλλοι γελοία αρνητικοί τύποι παρελαύνουν από το χαώδες αυτό φιλμ, το οποίο θα καταλήξει σε μια αναπάντεχα μεταφυσική νότα. Αλληγορία της μυθικής ιστορίας του Ίκαρου, ωδή στον πόθο για απόλυτη ελευθερία, μαύρη κωμωδία, η γκροτέσκα αυτή ταινία αντανακλά απόλυτα και φέρει ανεξίτηλα την σφραγίδα των τρελών 60ς και των χαμένων ονείρων τους (είχε γίνει νομίζω ήδη αντιληπτό ότι τα όνειρα αυτά είχαν ήδη ξεθωριάσει κάτω από την αμείλικτη πίεση της πραγματικότητας). Ταυτόχρονα ωστόσο θα την χαρακτήριζα βαρυφορτωμένη, με αρκετές "κοιλιές" και με όλη αυτή τη χαρακτηριστικά χαώδη ατμόσφαιρα που θα κάνει νομίζω αρκετούς θεατές να κουραστούν (τα αυτοκινητοκυνηγητά εναλλάσονται με το μεταφυσικό, τα αγνά όνειρα με γκροτέσκους θανάτους κ.ο.κ.) . Ίσως όμως όλο αυτό το συνονθύλευμα είναι που κάνει cult το φιλμ, το οποίο, παρά τα εμφανή σήμερα μειονεκτήματά του και το (πιθανόν) ξεπερασμένο του στιλ, αξίζει πραγματικά να ανακαλυφτεί από όσους το αγνοούν, ως μία από τις πλέον χαρακτηριστικές κινηματογραφικές παραδοξότητες.
Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς το τι συμβαίνει εκεί (και τι δεν συμβαίνει !). Ο ομώνυμος κεντρικός χαρακτήρας είναι ένα αγόρι με εμμονή με την πτήση. Προσπαθεί, απομονωμένος στο εσωτερικό ενός αστεροσκοπείου, να φτιάξει μια μηχανή πτήσης, κάτι σαν γιγάντια μηχανικά φτερά που θα προσαρμοστούν πάνω του, παραμένοντας παρθένος για να είναι ολότελα δοσμένος στο σκοπό του. Με μυστηριώδη τρόπο δίπλα του βρίσκεται μια όμορφη, μεγαλύτερή του γυναίκα, η οποία τον προστατεύει ως από μηχανής θεός από τον κάθε κακό που συναντά στη ζωή του ο ήρωας, καθώς αλλάζει κάθε λίγο επάγγελμα (σκοτώνοντάς τους μάλιστα). Η κορύφωση, μετά από πάμπολλα σουρεαλιστικά συμβάντα, θα έρθει όταν θα φτάσει η μεγάλη μέρα και ο ήρωας θα επιχειρήσει να πραγματοποιήσει το όνειρό του σε ένα κατάμεστο γήπεδο. Στο μεταξύ η εμμονή με τα πουλιά ξεχειλίζει - άλλωστε ο αμίμητος καθηγητής που εμφανίζεται εμβόλιμα μιλά γι' αυτά, μεταμορφώνεται βαθμιαία ο ίδιος σε πουλί...
Πρόκειται για μια απόλυτα αναρχική σάτιρα της Αμερικής της εποχής (60ς - αρχές 70ς). Πολιτικοί, μπάτσοι, κακοί εργοδότες, άπληστοι ζάπλουτοι γέροι και διάφοροι άλλοι γελοία αρνητικοί τύποι παρελαύνουν από το χαώδες αυτό φιλμ, το οποίο θα καταλήξει σε μια αναπάντεχα μεταφυσική νότα. Αλληγορία της μυθικής ιστορίας του Ίκαρου, ωδή στον πόθο για απόλυτη ελευθερία, μαύρη κωμωδία, η γκροτέσκα αυτή ταινία αντανακλά απόλυτα και φέρει ανεξίτηλα την σφραγίδα των τρελών 60ς και των χαμένων ονείρων τους (είχε γίνει νομίζω ήδη αντιληπτό ότι τα όνειρα αυτά είχαν ήδη ξεθωριάσει κάτω από την αμείλικτη πίεση της πραγματικότητας). Ταυτόχρονα ωστόσο θα την χαρακτήριζα βαρυφορτωμένη, με αρκετές "κοιλιές" και με όλη αυτή τη χαρακτηριστικά χαώδη ατμόσφαιρα που θα κάνει νομίζω αρκετούς θεατές να κουραστούν (τα αυτοκινητοκυνηγητά εναλλάσονται με το μεταφυσικό, τα αγνά όνειρα με γκροτέσκους θανάτους κ.ο.κ.) . Ίσως όμως όλο αυτό το συνονθύλευμα είναι που κάνει cult το φιλμ, το οποίο, παρά τα εμφανή σήμερα μειονεκτήματά του και το (πιθανόν) ξεπερασμένο του στιλ, αξίζει πραγματικά να ανακαλυφτεί από όσους το αγνοούν, ως μία από τις πλέον χαρακτηριστικές κινηματογραφικές παραδοξότητες.
Σάββατο, Δεκεμβρίου 06, 2014
ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ ΑΣΤΕΙΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΚΑΤΣΕ..."
Δεν ξέρω αν έχετε δει ποτέ ταινία του σουηδού Roy Andersson, ("Τραγούδια από τον Δεύτερο Όροφο" π.χ.) Ο σκηνοθέτης αυτός, που σπάνια κάνει ταινίες, δημιουργεί έναν σουρεαλιστικό, συχνά παράλογο κόσμο με φιλμ που δεν έχουν ακριβώς πλοκή, αλλά αποτελούνται από μια σειρά άσχετων μεταξύ τους "σκετς", πολλά από τα οποία σχεδόν παρανοϊκά και με πλήθος ανορθολογικών καταστάσεων. Το ίδιο ακριβώς στιλ κυριαρχεί και στο "Ένα Περιστέρι Έκατσε σε ένα Κλαδί και Συλλογίστηκε την Ύπαρξή του" του 2014.
Όλες οι μικρές ιστορίες χαρακτηρίζονται από ένα κατάπικρο και κατάμαυρο χιούμορ και αυτό συνυπάρχει με μια εξαιρετικά καταθλιπτική ατμόσφαιρα, που επιτείνεται απο τα μουντά, μπεζ - γκρίζα, "νεκρά" χρώματα (ακόμα και τα πρόσωπα των περισσότερων ηθοποιών είναι μακιγιαρισμένα σχεδόν νεκρικά), τα ψυχρά, άδεια ή με ελάχιστα έπιπλα, στενόχωρα δωμάτια ή χώρους, τη μόνιμη συννεφιά και την απολύτως ακίνητη κάμερα, που απλώς κινηματογραφεί όσα παράλογα συμβαίνουν σαν σκηνή θεάτρου, στην οποία μπαινοβγαίνουν τα πρόσωπα. Ακόμα και οι κινήσεις των χαρακτήρων είναι άτονες, μονοκόμματες, ενώ οι άνθρωποι στο βάθος στέκουν σχεδον ακίνητοι σε ένα είδος "ταμπλό βιβάν" που δημιουργεί η κάθε σκηνή.
Στο κέντρο βρίσκονται δύο άχαροι και ατσούμπαλοι μεσήλικοι πωλητές, ένα είδος πλασιέ που μάταια προσπαθούν να πουλήσουν γελοία και φτηνά τρικ (μάσκες, σακούλια γέλιου κλπ.) και των οποίων οι καταθλιπτικές φιγούρες έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα αστεία, υποτίθεται, είδη που πουλάνε και με όσα λένε. Γύρω τους στήνονται σκετς με γελοίους θανάτους - ή γελοίες αντιδράσεις ανθρώπων μετά από ένα θάνατο, με ιστορικούς αναχρονισμούς και στρατούς του 18ου αιώνα να μπαίνουν σε ένα σύγχρονο μπαρ, με μια συγκλονιστικά μακάβρια παραβολή της αποικιοκρατίας, με ένα στέλεχος επιχέιρησης που αυτοκτονεί λέγοντας στο τηλέφωνο "Χαίρομαι που ακούω ότι είσαι καλά" (φράση που επαναλαμβάνεται συχνά σε εντελώς στενόχωρες στιγμές) και πολλά άλλα.
Τι είναι τελικά όλο αυτό; Νομίζω μια σκοτεινή και "κακιά" αν θέλετε ματιά στη ματαιότητα, τη γελοιότητα, το παράλογο και το "άνευ λόγου" της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και στην ανθρώπινη κακία, σκληρότητα, μοναξιά και άλλα, αρνητικά πάντοτε, χαρακτηριστικά. Από εκεί πηγάζει και η όλη υπαρξιακή αγωνία και αδιέξοδο που εκπέμπει η ταινία.
Επιρροές; Πολλές. Το χιούμορ του Τατί, ο Μπουνιουέλ, ο Μπέργκμαν, αλλά κυρίως - θα σας φανεί παράξενο, αλλά αυτή μου φαίνεται η σημαντικότερη - οι Μόντι Πάιθον! Η όλη δομή των σκετς, το είδος του χιούμορ, ακόμα και συγκεκριμένες ατάκες ή καταστάσεις, μου φαίνεται ότι παρέπεμπαν σ' αυτούς. Ναι, χιούμορ, το οποίο όμως, οπως είπαμε, είναι κατάμαυρο, σαρκαστικό, κατάπικρο και, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί στα απίστευτα γέλια που μας προκαλούν οι εξ ίσου σουρεάλ καταστάσεις της περίφημης ομάδας.
Φυσικά πρόκειται για αυστηρά σινεφίλ ταινία, που προορίζεται για λίγους, ενώ φοβάμαι ότι θα εκνευρίσει πολλούς. Προσωπικά γοητεύομαι (κόβοντας παράλληλα τις φλέβες μου) από τον ιδιόρυθμο σουηδό, εσείς ωστόσο δείτε την με δική σας ευθύνη.
Όλες οι μικρές ιστορίες χαρακτηρίζονται από ένα κατάπικρο και κατάμαυρο χιούμορ και αυτό συνυπάρχει με μια εξαιρετικά καταθλιπτική ατμόσφαιρα, που επιτείνεται απο τα μουντά, μπεζ - γκρίζα, "νεκρά" χρώματα (ακόμα και τα πρόσωπα των περισσότερων ηθοποιών είναι μακιγιαρισμένα σχεδόν νεκρικά), τα ψυχρά, άδεια ή με ελάχιστα έπιπλα, στενόχωρα δωμάτια ή χώρους, τη μόνιμη συννεφιά και την απολύτως ακίνητη κάμερα, που απλώς κινηματογραφεί όσα παράλογα συμβαίνουν σαν σκηνή θεάτρου, στην οποία μπαινοβγαίνουν τα πρόσωπα. Ακόμα και οι κινήσεις των χαρακτήρων είναι άτονες, μονοκόμματες, ενώ οι άνθρωποι στο βάθος στέκουν σχεδον ακίνητοι σε ένα είδος "ταμπλό βιβάν" που δημιουργεί η κάθε σκηνή.
Στο κέντρο βρίσκονται δύο άχαροι και ατσούμπαλοι μεσήλικοι πωλητές, ένα είδος πλασιέ που μάταια προσπαθούν να πουλήσουν γελοία και φτηνά τρικ (μάσκες, σακούλια γέλιου κλπ.) και των οποίων οι καταθλιπτικές φιγούρες έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα αστεία, υποτίθεται, είδη που πουλάνε και με όσα λένε. Γύρω τους στήνονται σκετς με γελοίους θανάτους - ή γελοίες αντιδράσεις ανθρώπων μετά από ένα θάνατο, με ιστορικούς αναχρονισμούς και στρατούς του 18ου αιώνα να μπαίνουν σε ένα σύγχρονο μπαρ, με μια συγκλονιστικά μακάβρια παραβολή της αποικιοκρατίας, με ένα στέλεχος επιχέιρησης που αυτοκτονεί λέγοντας στο τηλέφωνο "Χαίρομαι που ακούω ότι είσαι καλά" (φράση που επαναλαμβάνεται συχνά σε εντελώς στενόχωρες στιγμές) και πολλά άλλα.
Τι είναι τελικά όλο αυτό; Νομίζω μια σκοτεινή και "κακιά" αν θέλετε ματιά στη ματαιότητα, τη γελοιότητα, το παράλογο και το "άνευ λόγου" της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και στην ανθρώπινη κακία, σκληρότητα, μοναξιά και άλλα, αρνητικά πάντοτε, χαρακτηριστικά. Από εκεί πηγάζει και η όλη υπαρξιακή αγωνία και αδιέξοδο που εκπέμπει η ταινία.
Επιρροές; Πολλές. Το χιούμορ του Τατί, ο Μπουνιουέλ, ο Μπέργκμαν, αλλά κυρίως - θα σας φανεί παράξενο, αλλά αυτή μου φαίνεται η σημαντικότερη - οι Μόντι Πάιθον! Η όλη δομή των σκετς, το είδος του χιούμορ, ακόμα και συγκεκριμένες ατάκες ή καταστάσεις, μου φαίνεται ότι παρέπεμπαν σ' αυτούς. Ναι, χιούμορ, το οποίο όμως, οπως είπαμε, είναι κατάμαυρο, σαρκαστικό, κατάπικρο και, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί στα απίστευτα γέλια που μας προκαλούν οι εξ ίσου σουρεάλ καταστάσεις της περίφημης ομάδας.
Φυσικά πρόκειται για αυστηρά σινεφίλ ταινία, που προορίζεται για λίγους, ενώ φοβάμαι ότι θα εκνευρίσει πολλούς. Προσωπικά γοητεύομαι (κόβοντας παράλληλα τις φλέβες μου) από τον ιδιόρυθμο σουηδό, εσείς ωστόσο δείτε την με δική σας ευθύνη.
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 04, 2014
Η ΒΡΩΜΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ "ΣΤΑΥΡΟΙ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ"
Λένε ότι ο Stanley Kubrick (1928-1999) θέλησε να κάνει μία ταινία από κάθε είδος και μ' αυτή να σφραγίσει ανεξίτηλα το είδος αυτό. Πολεμικές ταινίες έκανε δύο και ίσως πολλοί θυμούνται περισσότερο το "Full Metal Jacket", αλλά το "Paths of Glory" (Σταυροί στο Μέτωπο" στα ελληνικά) του 1957 είναι για μένα το (αντι)πολεμικό του αριστούργημα και μία από τις καλύτερες (αντι)πολεμικές ταινίες που έγιναν ποτέ.
Το παράξενο στα πολεμικά φιλμ είναι ότι πολλά απ' αυτά είναι δύσκολο να αποφασίσεις αν είναι πολεμικά ή αντιπολεμικά, με την έννοια ότι δεν ξέρεις αν η δράση, οι μάχες, το βίαιο θέαμα και η πολεμική αγωνία υπάρχουν ως ένα ακόμα βίαιο και θεαματικό, ελκυστικό υλικό ή ως καταγγελία όλης αυτής της φρίκης. Στους "Σταυρούς" το νόημα είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο: Εδώ ο πόλεμος δεν έχει τίποτα ηρωικό, οι στρατιώτες παραμένουν οι χαρακτήρες που είχαν πριν (ως άνθρωποι και όχι ως "κρέας") και μπορεί να είναι δειλοί ή γενναίοι, εκδικητικοί ή μη, να έχουν προσωπικές διαφορές κλπ. Και ο πόλεμος δεν είναι παρά βρωμιά, λάσπη, αίμα και φρίκη. Απολύτως τίποτα άλλο.
Το φιλμ διαδραματίζεται στον Α' παγκόσμιο πόλεμο, στα εφιαλτικά χαρακώματα. Δύο φιλόδοξοι στρατηγοί - που αποφασίζουν, βεβαίως, πολύ πίσω από την πρώτη γραμμή - ο ένας πονηρός και ύπουλος και ο άλλος "στρατόκαυλος", οδηγούν ένα τάγμα σε μια από την αρχή καταδικασμένη επίθεση ενάντια σε ένα ύψωμα που κατέχουν οι γερμανοί. Όταν οι στρατιώτες υποχωρούν έντρομοι με τεράστιες απώλειες και κάποιοι αρνούνται να βγουν καν από τα χαρακώματα, αφού, απλούστατα, δεν μπορούν, οι στρατηγοί αποφασίζουν να περάσουν κάποιους από στρατοδικείο και να τους εκτελέσουν για "παραδειγματισμό" των υπολοίπων. Ο συνταγματάρχης τους, βλέποντας το άδικο και το παράλογο της υπόθεσης, προσπαθεί να τους υπερασπίσει.
Η ασπρόμαυρη ταινία μόνο στο πρώτο μέρος είναι καθαρά πολεμική, όταν διαδραματίζεται στα χαρακώματα και καταγράφει τις μάχες (αλλά και τις σχέσεις των στρατιωτών). Στο δεύτερο παρακολουθούμε (με μεγαλύτερο ίσως αποτροπιασμό από όταν βρισκόμαστε στο σφαγείο) όσα απιστευτα συμβαίνουν πίσω από το μέτωπο ή/και στο παρασκήνιο. Η πραγματική κόλαση και φρίκη βρίσκεται εδώ, γιατί εδώ οι αποφάσεις λαμβάνονται εν ψυχρώ, μετά από στυγνούς υπολογισμούς, εδώ όπου απουσιάζει η ενστικτώδης φρίκη της μάχης. Η ηγεσία (οι στρατηγοί) καταγγέλονται ως φιλόδοξοι, που χρησιμοποιούν τους ανθρώπους (είναι άνθρωποι οι στρατιώτες;) απλά σαν πιόνια για τους δικούς τους σκοπούς. Η ανθρώπινη ζωή έχει χάσει κάθε αξία, ο θάνατος είναι κοινός τόπος και κάτι παντελώς αδιάφορο. Ο στόχος μετρά, όση δυστυχία κι αν προκαλέσει η επίτευξή του (κι αν πάλι δεν επιτευχθεί, δεν πειράζει. Συμβαίνουν κι αυτά...).
Ο Κιούμπρικ καταγγέλει με τρόπο άμεσο την εξουσία, τον πόλεμο ως σκέτη κρετομηχανή, μίλια μακριά από ηρωισμούς και "αξίες" και τη στρατιωτική μηχανή σαν το άκρον άωτο του ανθρώπινου παραλογισμού και ηλιθιότητας. Το πορτρέτο του γηραιού, ύπουλου στρατηγού ειδικά, που μπορεί να ελίσσεται με απιστευτο τρόπο (και ο οποίος, σημειωτέον, δεν είναι καν εκδικητικός, είναι απλά ψυχρός και υπολογιστικός. Τα συναισθήματα δεν έχουν καμιά θέση στις κινήσεις του. Γιατί να εκδικηθεί κάποιον που τον πρόσβαλλε; Έτσι κι αλλιώς οι σκοποί του είναι πολύ υψηλότεροι) είναι εκπληκτικό και αντιπαρατίθεται υπέροχα με αυτό του άλλου, πιο "άγριου" στρατηγού.
Με το "Paths of Glory" ο μεγάλος δημιουργός φτιάχνει μια κυριολεκτικά συγκλονιστική ταινία που δεν δεν αφήνει τον θεατή να πάρει ανάσα από την αρχή ως το τέλος και τελικά σφραγίζει για πάντα το αντιπολεμικό σινεμά. Το θεωρώ αριστούργημα.
Το παράξενο στα πολεμικά φιλμ είναι ότι πολλά απ' αυτά είναι δύσκολο να αποφασίσεις αν είναι πολεμικά ή αντιπολεμικά, με την έννοια ότι δεν ξέρεις αν η δράση, οι μάχες, το βίαιο θέαμα και η πολεμική αγωνία υπάρχουν ως ένα ακόμα βίαιο και θεαματικό, ελκυστικό υλικό ή ως καταγγελία όλης αυτής της φρίκης. Στους "Σταυρούς" το νόημα είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο: Εδώ ο πόλεμος δεν έχει τίποτα ηρωικό, οι στρατιώτες παραμένουν οι χαρακτήρες που είχαν πριν (ως άνθρωποι και όχι ως "κρέας") και μπορεί να είναι δειλοί ή γενναίοι, εκδικητικοί ή μη, να έχουν προσωπικές διαφορές κλπ. Και ο πόλεμος δεν είναι παρά βρωμιά, λάσπη, αίμα και φρίκη. Απολύτως τίποτα άλλο.
Το φιλμ διαδραματίζεται στον Α' παγκόσμιο πόλεμο, στα εφιαλτικά χαρακώματα. Δύο φιλόδοξοι στρατηγοί - που αποφασίζουν, βεβαίως, πολύ πίσω από την πρώτη γραμμή - ο ένας πονηρός και ύπουλος και ο άλλος "στρατόκαυλος", οδηγούν ένα τάγμα σε μια από την αρχή καταδικασμένη επίθεση ενάντια σε ένα ύψωμα που κατέχουν οι γερμανοί. Όταν οι στρατιώτες υποχωρούν έντρομοι με τεράστιες απώλειες και κάποιοι αρνούνται να βγουν καν από τα χαρακώματα, αφού, απλούστατα, δεν μπορούν, οι στρατηγοί αποφασίζουν να περάσουν κάποιους από στρατοδικείο και να τους εκτελέσουν για "παραδειγματισμό" των υπολοίπων. Ο συνταγματάρχης τους, βλέποντας το άδικο και το παράλογο της υπόθεσης, προσπαθεί να τους υπερασπίσει.
Η ασπρόμαυρη ταινία μόνο στο πρώτο μέρος είναι καθαρά πολεμική, όταν διαδραματίζεται στα χαρακώματα και καταγράφει τις μάχες (αλλά και τις σχέσεις των στρατιωτών). Στο δεύτερο παρακολουθούμε (με μεγαλύτερο ίσως αποτροπιασμό από όταν βρισκόμαστε στο σφαγείο) όσα απιστευτα συμβαίνουν πίσω από το μέτωπο ή/και στο παρασκήνιο. Η πραγματική κόλαση και φρίκη βρίσκεται εδώ, γιατί εδώ οι αποφάσεις λαμβάνονται εν ψυχρώ, μετά από στυγνούς υπολογισμούς, εδώ όπου απουσιάζει η ενστικτώδης φρίκη της μάχης. Η ηγεσία (οι στρατηγοί) καταγγέλονται ως φιλόδοξοι, που χρησιμοποιούν τους ανθρώπους (είναι άνθρωποι οι στρατιώτες;) απλά σαν πιόνια για τους δικούς τους σκοπούς. Η ανθρώπινη ζωή έχει χάσει κάθε αξία, ο θάνατος είναι κοινός τόπος και κάτι παντελώς αδιάφορο. Ο στόχος μετρά, όση δυστυχία κι αν προκαλέσει η επίτευξή του (κι αν πάλι δεν επιτευχθεί, δεν πειράζει. Συμβαίνουν κι αυτά...).
Ο Κιούμπρικ καταγγέλει με τρόπο άμεσο την εξουσία, τον πόλεμο ως σκέτη κρετομηχανή, μίλια μακριά από ηρωισμούς και "αξίες" και τη στρατιωτική μηχανή σαν το άκρον άωτο του ανθρώπινου παραλογισμού και ηλιθιότητας. Το πορτρέτο του γηραιού, ύπουλου στρατηγού ειδικά, που μπορεί να ελίσσεται με απιστευτο τρόπο (και ο οποίος, σημειωτέον, δεν είναι καν εκδικητικός, είναι απλά ψυχρός και υπολογιστικός. Τα συναισθήματα δεν έχουν καμιά θέση στις κινήσεις του. Γιατί να εκδικηθεί κάποιον που τον πρόσβαλλε; Έτσι κι αλλιώς οι σκοποί του είναι πολύ υψηλότεροι) είναι εκπληκτικό και αντιπαρατίθεται υπέροχα με αυτό του άλλου, πιο "άγριου" στρατηγού.
Με το "Paths of Glory" ο μεγάλος δημιουργός φτιάχνει μια κυριολεκτικά συγκλονιστική ταινία που δεν δεν αφήνει τον θεατή να πάρει ανάσα από την αρχή ως το τέλος και τελικά σφραγίζει για πάντα το αντιπολεμικό σινεμά. Το θεωρώ αριστούργημα.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 02, 2014
ΑΦΟΠΛΙΣΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΚΟΣ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΣΕ "ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ"
Κάθε ταινία των Jean-Pierre και Luc Dardenne αποτελεί μια νέα κατάθεση σε έναν απόλυτο και λεπτομερή ρεαλισμό, με άμεση πολιτική ματιά και διερεύνηση καθημερινών προβλημάτων που κόβουν την ανάσα. Κι αυτό επειδή οι Dardenne συχνά διαπραγματεύονται τον ρεαλισμό τους σαν θρίλερ, θρίλερ της απόλυτης καθημερινότητας βεβαίως.
Έτσι και στο "Δύο Ημέρες, Μία Νύχτα" του 2014 μιλάνε για τα προβλήματα της εργατικης τάξης σε μια εποχή στυγνής κρίσης, δημιουργώντας όμως ένα καθηλωτικό σασπένς. Η ηρωίδα, παντρεμένη, μητέρα δύο παιδιών και μόλις θεραπευμένη (περίπου) από κρίση κατάθλιψης, πληροφορείται Παρασκευή απόγευμα ότι θα απολυθεί, εκτός αν οι 16 συνάδελφοί της στη δουλειά δεχτούν να χάσουν το ετήσιο μπόνους τους των 1000 ευρώ. Οι τελευταίοι αποφασίζουν αρχικά να μην το χάσουν. Όταν όμως δίνεται η δυνατότητα να επαναληφτεί μυστικά η ψηφοφορία το πρωί της Δευτέρας, η ηρωίδα θα αποδυθεί σε έναν αγχωτικό αγώνα (παλεύοντας πάντα με τη κατάθλιψη) για να τους αλλάξει γνώμη, συναντώντας τους έναν - έναν το Σαββατοκύριακο.
Η Μαριόν Κοτιγιάρ είναι εξαιρετική στον βασικό ρόλο. Συγχρόνως, όπως είπαμε, η τόσο ωμά ρεαλιστική αυτή ταινία κατάφερε να με κρατήσει με το σασπένς που δημιουργεί, με την εκπληκτική προσοχή στη λεπτομέρεια και στα συναισθήματα των ηρώων, με την μέχρι τέλους αγωνία. Φυσικά βρισκόμαστε σε εργασιακό μεσαίωνα, προϊόν της κρισης και της αντεπίθεσης του καπιταλισμού στην πιο στυγνή μορφή του, και βέβαια ισχύει απόλυτα το "ο θάνατός σου η ζωή μου", καθώς κάθε είδος συλλογικότητας μοιάζει να έχει χαθεί. Οι επάνω μεταθέτουν τις ευθύνες και τις σκληρές αποφάσεις στους κάτω και "νίπτουν τα χέρια τους". Ωστόσο, ενώ όλα αυτά δείχνονται ξεκάθαρα, οι Dardenne δεν γίνονται ποτέ διδακτικοί. Απλώς καταγράφουν τα γεγονότα (με σασπένς, το είπα), δίχως όμως να περιφρονούν τα συναισθήματα και την προσωπικότητα του κάθε χαρακτήρα.
Έχω ξαναπεί ότι δεν είμαι φανατικός του απόλυτα ρεαλιστικού σινεμά. Πιστέψτε με όμως, οι βέλγοι αδελφοί το κάνουν με εξαιρετικό τρόπο!
Έτσι και στο "Δύο Ημέρες, Μία Νύχτα" του 2014 μιλάνε για τα προβλήματα της εργατικης τάξης σε μια εποχή στυγνής κρίσης, δημιουργώντας όμως ένα καθηλωτικό σασπένς. Η ηρωίδα, παντρεμένη, μητέρα δύο παιδιών και μόλις θεραπευμένη (περίπου) από κρίση κατάθλιψης, πληροφορείται Παρασκευή απόγευμα ότι θα απολυθεί, εκτός αν οι 16 συνάδελφοί της στη δουλειά δεχτούν να χάσουν το ετήσιο μπόνους τους των 1000 ευρώ. Οι τελευταίοι αποφασίζουν αρχικά να μην το χάσουν. Όταν όμως δίνεται η δυνατότητα να επαναληφτεί μυστικά η ψηφοφορία το πρωί της Δευτέρας, η ηρωίδα θα αποδυθεί σε έναν αγχωτικό αγώνα (παλεύοντας πάντα με τη κατάθλιψη) για να τους αλλάξει γνώμη, συναντώντας τους έναν - έναν το Σαββατοκύριακο.
Η Μαριόν Κοτιγιάρ είναι εξαιρετική στον βασικό ρόλο. Συγχρόνως, όπως είπαμε, η τόσο ωμά ρεαλιστική αυτή ταινία κατάφερε να με κρατήσει με το σασπένς που δημιουργεί, με την εκπληκτική προσοχή στη λεπτομέρεια και στα συναισθήματα των ηρώων, με την μέχρι τέλους αγωνία. Φυσικά βρισκόμαστε σε εργασιακό μεσαίωνα, προϊόν της κρισης και της αντεπίθεσης του καπιταλισμού στην πιο στυγνή μορφή του, και βέβαια ισχύει απόλυτα το "ο θάνατός σου η ζωή μου", καθώς κάθε είδος συλλογικότητας μοιάζει να έχει χαθεί. Οι επάνω μεταθέτουν τις ευθύνες και τις σκληρές αποφάσεις στους κάτω και "νίπτουν τα χέρια τους". Ωστόσο, ενώ όλα αυτά δείχνονται ξεκάθαρα, οι Dardenne δεν γίνονται ποτέ διδακτικοί. Απλώς καταγράφουν τα γεγονότα (με σασπένς, το είπα), δίχως όμως να περιφρονούν τα συναισθήματα και την προσωπικότητα του κάθε χαρακτήρα.
Έχω ξαναπεί ότι δεν είμαι φανατικός του απόλυτα ρεαλιστικού σινεμά. Πιστέψτε με όμως, οι βέλγοι αδελφοί το κάνουν με εξαιρετικό τρόπο!
Κυριακή, Νοεμβρίου 30, 2014
Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΤΟ "FINAL CUT"
"The Final Cut" είναι μία ταινία επιστημονικής φαντασίας του 2004 του άγνωστού μου ιορδανού Omar Naim, ο οποίος προφανώς δούλευε ή δουλεύει στο Χόλιγουντ. Πρωταγωνιστής ο Ρόμπιν Ουίλιαμς, που παίρνει πάνω του όλο το φιλμ.
Αγνοούσα την ταινία, και έτσι χάρηκα επειδή τη βρήκα αρκετά ενδιαφέρουσα. Σε έναν μελλοντικό κόσμο, ένα τσιπάκι εμφυτεύεται από τη στιγμή της γέννησης στα βρέφη των οποίων οι γονείς έχουν να πληρώσουν για κάτι τέτοιο. Το τσιπάκι καταγράφει ολόκληρη τη ζωή τους, στιγμή - στιγμή. Μετά το θάνατό τους θεωρείται απόλυτα in οι συγγενείς τους (παιδιά, σύζυγοι κλπ.) να φτιάχνουν μια ταινία της ζωής του εκλιπόντος ως αναμνηστικό. Επειδή όμως προφανώς η ταινία δεν μπορεί να διαρκεί 80 χρόνια ή κάτι τέτοιο, ειδικοί ταλαντούχοι "μοντερ" φτιάχνουν μια δίωρη βερσιόν με τα highlights της ζωής του θανόντος. Και, φυσικά, αφαιρούν κάθε σκοτεινό και δυσάρεστο σημείο, ώστε να παρουσιάσουν τελικά μια εξιδανικευμένη βερσιόν της. Ο ήρωας είναι ο καλύτερος και πιο ακριβοπληρωμένος τέτοιος "μοντερ", όταν αρχίζει να έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με μία περίεργη υπόθεση, αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό του, τα ψυχικά του τραύματα και, τελικά, την ηθική του επαγγέλματός του.
Η ταινία διαθετει ανατροπές, ενδιαφέρον σενάριο και θέτει μια σειρά από ερωτήματα. Δεν υπάρχει μόνο το παιχνίδι με την ανθρώπινη μνήμη (τι ακριβώς θυμόμαστε; Τι διαγράφεται ή αλλάζει στις αναμνήσεις μας με την πάροδο του χρόνου; Είναι τελικά σωστά τα όσα θυμόμαστε;). Υπάρχει και η κριτική της "αγιοποίησης" κάποιων προσωπικοτήτων, υπάρχει, τελικά, το ίδιο το θέμα του πώς και από ποιους γράφεται η ιστορία. Τελικά, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό, θυμόμαστε ό,τι πραγματικά συνέβει ή ό,τι "πρέπει" να θυμόμαστε, ό,τι έχει καταφέρει να περάσει από μια είτε ατομική είτε συλλογική λογοκρισία;
Ενδιαφεροντα ερωτήματα σε μια ενδιαφέρουσα, μάλλον χαμηλότονη (και ξεχασμένη) ταινία, η οποία νομίζω αξίζει μιας παραπάνω ευκαιρίας.
Αγνοούσα την ταινία, και έτσι χάρηκα επειδή τη βρήκα αρκετά ενδιαφέρουσα. Σε έναν μελλοντικό κόσμο, ένα τσιπάκι εμφυτεύεται από τη στιγμή της γέννησης στα βρέφη των οποίων οι γονείς έχουν να πληρώσουν για κάτι τέτοιο. Το τσιπάκι καταγράφει ολόκληρη τη ζωή τους, στιγμή - στιγμή. Μετά το θάνατό τους θεωρείται απόλυτα in οι συγγενείς τους (παιδιά, σύζυγοι κλπ.) να φτιάχνουν μια ταινία της ζωής του εκλιπόντος ως αναμνηστικό. Επειδή όμως προφανώς η ταινία δεν μπορεί να διαρκεί 80 χρόνια ή κάτι τέτοιο, ειδικοί ταλαντούχοι "μοντερ" φτιάχνουν μια δίωρη βερσιόν με τα highlights της ζωής του θανόντος. Και, φυσικά, αφαιρούν κάθε σκοτεινό και δυσάρεστο σημείο, ώστε να παρουσιάσουν τελικά μια εξιδανικευμένη βερσιόν της. Ο ήρωας είναι ο καλύτερος και πιο ακριβοπληρωμένος τέτοιος "μοντερ", όταν αρχίζει να έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με μία περίεργη υπόθεση, αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό του, τα ψυχικά του τραύματα και, τελικά, την ηθική του επαγγέλματός του.
Η ταινία διαθετει ανατροπές, ενδιαφέρον σενάριο και θέτει μια σειρά από ερωτήματα. Δεν υπάρχει μόνο το παιχνίδι με την ανθρώπινη μνήμη (τι ακριβώς θυμόμαστε; Τι διαγράφεται ή αλλάζει στις αναμνήσεις μας με την πάροδο του χρόνου; Είναι τελικά σωστά τα όσα θυμόμαστε;). Υπάρχει και η κριτική της "αγιοποίησης" κάποιων προσωπικοτήτων, υπάρχει, τελικά, το ίδιο το θέμα του πώς και από ποιους γράφεται η ιστορία. Τελικά, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό, θυμόμαστε ό,τι πραγματικά συνέβει ή ό,τι "πρέπει" να θυμόμαστε, ό,τι έχει καταφέρει να περάσει από μια είτε ατομική είτε συλλογική λογοκρισία;
Ενδιαφεροντα ερωτήματα σε μια ενδιαφέρουσα, μάλλον χαμηλότονη (και ξεχασμένη) ταινία, η οποία νομίζω αξίζει μιας παραπάνω ευκαιρίας.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 27, 2014
ΣΤΟ ΚΛΑΣΙΚΟ "ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΑΓΩΝΙΑΣ"
Θα επαναλάβω πράγματα που έγραψα σε προηγούμενο ποστ για ταινία του: Ο Elia Kazan (1909-2003) μπορεί να θεωρήθηκε "προδότης" στην προσωπική του ζωή λόγω των γνωστών του "καρφωμάτων" στην περιβόητη ημιφασιστική επιτροπή Μακάρθι, πλην όμως οι ταινίες του τίποτα τέτοιο δεν φανερώνουν. Το αντίθετο μάλιστα!
Ας δούμε το κλασικό "Λιμάνι της Αγωνίας" (On the Waterfront) του 1954 (το οποίο, βέβαια, λέγεται ότι γυρίστηκε ακριβώς για να "εξιλεωθεί" ο Καζάν από το στίγμα του). Η ιστορία διαδραματίζεται ανάμεσα σε λιμενεργάτες, οι οποίοι καταπιέζονται και τρομοκρατούνται από το συνδικάτο "τους" (να σημειώσουμε ότι το εργατικό συνδικάτο εδώ, όπως συνέβαινε ή συμβαίνει στις ΗΠΑ, δεν έχει το πολιτικό βάρος των αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Εδώ μιλάμε για συνδικάτο υποτίθεται εργατικό, πλην όμως απόλυτα διαβρωμένο από τη Μαφία, που εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντά της και δεν διστάζει ακόμα και να δολοφονήσει αντιπάλους του). Ο ήρωας, μάλλον ανεγκέφαλος άνθρωπος του συνδικάτου αρχικά, οδηγείται βαθμιαία στη συνειδητοποίηση του ρόλου του και των αληθινών του συμφερόντων και τελικά επαναστατεί ηρωικά (και ανοιχτά) ενάντιά του.
Από τη μία υπάρχει η σταδιακή μετάλαξη του φιλοτομαριστή και αδιάφορου αρχικά πρωταγωνιστή (ο εξαιρετικός νεαρός Μάρλον Μπράντο) σε ηρωική φιγούρα, που δέχεται ακόμα και να θυσιστεί για τις (όψιμες) ιδέες του και γίνεται έτσι άθελά του σύμβολο και ηγέτης των λιμενεργατών (ως άλλος Ζαπάτα στην κατά δύο χρόνια παλιότερη ταινία του ίδιου). Ταυτόχρονα στα καθαρά φιλμικά στοιχεία περιλαμβάνεται το ότι ο Μπράντο κυρίως, αλλά και άλλοι ηθοποιοί, αυτοσχεδίαζαν τους διαλόγους τους σε κάποιες σκηνές, και το ότι οι κύριοι χαρακτήρες είναι βασισμένοι σε αληθινά πρόσωπα.
Πέραν αυτών όμως το δυνατό δράμα, οι συγκρούσεις, το σασπένς, η απεικόνιση της ζωής των λιμενεργατών της Νέας Υόρκης, η εξαιρετική σκηνοθεσία και η πολύ καλή ασπρόμαυρη φωτογραφία, καθιστούν την ταινία απόλυτα κλασική. Αν λοιπόν δεν την έχετε δει (αλλά έχετε ακούσει γι' αυτή) μη χάσετε την ευκαιρία.
Ας δούμε το κλασικό "Λιμάνι της Αγωνίας" (On the Waterfront) του 1954 (το οποίο, βέβαια, λέγεται ότι γυρίστηκε ακριβώς για να "εξιλεωθεί" ο Καζάν από το στίγμα του). Η ιστορία διαδραματίζεται ανάμεσα σε λιμενεργάτες, οι οποίοι καταπιέζονται και τρομοκρατούνται από το συνδικάτο "τους" (να σημειώσουμε ότι το εργατικό συνδικάτο εδώ, όπως συνέβαινε ή συμβαίνει στις ΗΠΑ, δεν έχει το πολιτικό βάρος των αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Εδώ μιλάμε για συνδικάτο υποτίθεται εργατικό, πλην όμως απόλυτα διαβρωμένο από τη Μαφία, που εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντά της και δεν διστάζει ακόμα και να δολοφονήσει αντιπάλους του). Ο ήρωας, μάλλον ανεγκέφαλος άνθρωπος του συνδικάτου αρχικά, οδηγείται βαθμιαία στη συνειδητοποίηση του ρόλου του και των αληθινών του συμφερόντων και τελικά επαναστατεί ηρωικά (και ανοιχτά) ενάντιά του.
Από τη μία υπάρχει η σταδιακή μετάλαξη του φιλοτομαριστή και αδιάφορου αρχικά πρωταγωνιστή (ο εξαιρετικός νεαρός Μάρλον Μπράντο) σε ηρωική φιγούρα, που δέχεται ακόμα και να θυσιστεί για τις (όψιμες) ιδέες του και γίνεται έτσι άθελά του σύμβολο και ηγέτης των λιμενεργατών (ως άλλος Ζαπάτα στην κατά δύο χρόνια παλιότερη ταινία του ίδιου). Ταυτόχρονα στα καθαρά φιλμικά στοιχεία περιλαμβάνεται το ότι ο Μπράντο κυρίως, αλλά και άλλοι ηθοποιοί, αυτοσχεδίαζαν τους διαλόγους τους σε κάποιες σκηνές, και το ότι οι κύριοι χαρακτήρες είναι βασισμένοι σε αληθινά πρόσωπα.
Πέραν αυτών όμως το δυνατό δράμα, οι συγκρούσεις, το σασπένς, η απεικόνιση της ζωής των λιμενεργατών της Νέας Υόρκης, η εξαιρετική σκηνοθεσία και η πολύ καλή ασπρόμαυρη φωτογραφία, καθιστούν την ταινία απόλυτα κλασική. Αν λοιπόν δεν την έχετε δει (αλλά έχετε ακούσει γι' αυτή) μη χάσετε την ευκαιρία.
Τρίτη, Νοεμβρίου 25, 2014
ΟΙ ΠΟΛΛΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ "INTERSTELLAR"
O Christopher Nolan είναι αναμφισβήτητα ένας ξεχωριστός σύγχρονος δημιουργός, έχοντας μάλιστα επιτύχει απόλυτη ελευθερία στα πλαίσια του Χόλιγουντ. Αν θα έπρεπε να τον χαρακτηρίσω με μία και μόνο λέξη, θα διάλεγα τη λέξη "μεγαλεπήβολος". Κι αυτό δεν είναι πάντοτε καλό. Ενώ το ενδιαφέρον κάθε δουλειάς του είναι εκ των προτέρων σίγουρο και κάθε του ταινία αποτελεί "must", ωστόσο σχεδόν πάντοτε του προσάπτω και ένα "too much".
Το "Interstellar" του 2014 δεν αποτελεί βέβαια εξαίρεση. Εντυπωσιακότατη ταινία επιστημονικής φαντασίας, μιλά για το (μυστικό) σχέδιο της ΝΑΣΑ να βρει μακρινούς κατοικήσιμους πλανήτες, καθώς η γη πεθαίνει από ξηρασία. Οι τολμηροί αστροναύτες θα ταξιδέψουν απίστευτα μακριά μέσω μιας σκουληκότρυπας, η οποία μπορεί να σε πηγαίνει εκεί όπου είναι αδύνατο να φτάσει κανείς, με όση ταχύτητα κι αν κινείται, για να στείλουν δεδομένα από μια σειρά πιθανών συμβατών με τον άνθρωπο πλανητών. Ωστοσο το ταξίδι αυτό συνοδεύεται και από μια σειρά από χρονικά παράδοξα...
Η σκηνοθεσία είναι άψογη, τα εφέ εντυπωσιακά, το διάστημα υποβλητικό και μυστηριώδες, η τεχνολογία κάτι παραπάνω από προχωρημένη. Η "Οδύσσεια του Διαστήματος", οι "Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου", η "Επαφή", αποτελούν μερικές από τις επιρροές. Ωστόσο το τρίωρο φιλμ παραμένει για μένα βαρυφορτωμένο. Σα να θέλει να τα πει όλα, σα να θέλει να χωρέσει μέσα τα πάντα. Κι αυτό προσωπικά κάπου με κούρασε. Αν μάλιστα προσθέσουμε το (μόνιμα στον Νόλαν) πολύπλοκο σενάριο, με σειρά από δύσκολα επιστημονικά δεδομένα που έχουν να κάνουν με τις πολλές διαστάσεις που μπορεί να υπάρχουν στο Σύμπαν και τα απιστευτα φαινόμενα που σχετίζονται με τον χρόνο, ο πράγμα γίνεται ακόμα πιο δύσκολο. Παράλληλα υπάρχει η μόνιμη στους αμερικάνους εμμονή με την οικογένεια - πάνω από οτιδήποτε άλλο η προστασία της - και, τελικά, όλο το γιγάντιο project καταλήγει με το μάλλον χιλιοειδωμένο "η αγάπη είναι το παν".
Αυτά με τη γκρίνια μου. Δεν σημαίνει όμως ότι δεν συνιστώ την ταινία. Η οποία, παρά το - θα το επαναλάβω - φόρτωμα και τη μεγαλομανία της, νομίζω ότι θα κρατήσει και θα εντυπωσιάσει τον θεατή. Παρά τις όποιες αντιρρήσεις.
ΥΓ: Θετική έκπληξη η αναπάντεχη εμφάνιση του Ματ Ντέιμον.
Το "Interstellar" του 2014 δεν αποτελεί βέβαια εξαίρεση. Εντυπωσιακότατη ταινία επιστημονικής φαντασίας, μιλά για το (μυστικό) σχέδιο της ΝΑΣΑ να βρει μακρινούς κατοικήσιμους πλανήτες, καθώς η γη πεθαίνει από ξηρασία. Οι τολμηροί αστροναύτες θα ταξιδέψουν απίστευτα μακριά μέσω μιας σκουληκότρυπας, η οποία μπορεί να σε πηγαίνει εκεί όπου είναι αδύνατο να φτάσει κανείς, με όση ταχύτητα κι αν κινείται, για να στείλουν δεδομένα από μια σειρά πιθανών συμβατών με τον άνθρωπο πλανητών. Ωστοσο το ταξίδι αυτό συνοδεύεται και από μια σειρά από χρονικά παράδοξα...
Η σκηνοθεσία είναι άψογη, τα εφέ εντυπωσιακά, το διάστημα υποβλητικό και μυστηριώδες, η τεχνολογία κάτι παραπάνω από προχωρημένη. Η "Οδύσσεια του Διαστήματος", οι "Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου", η "Επαφή", αποτελούν μερικές από τις επιρροές. Ωστόσο το τρίωρο φιλμ παραμένει για μένα βαρυφορτωμένο. Σα να θέλει να τα πει όλα, σα να θέλει να χωρέσει μέσα τα πάντα. Κι αυτό προσωπικά κάπου με κούρασε. Αν μάλιστα προσθέσουμε το (μόνιμα στον Νόλαν) πολύπλοκο σενάριο, με σειρά από δύσκολα επιστημονικά δεδομένα που έχουν να κάνουν με τις πολλές διαστάσεις που μπορεί να υπάρχουν στο Σύμπαν και τα απιστευτα φαινόμενα που σχετίζονται με τον χρόνο, ο πράγμα γίνεται ακόμα πιο δύσκολο. Παράλληλα υπάρχει η μόνιμη στους αμερικάνους εμμονή με την οικογένεια - πάνω από οτιδήποτε άλλο η προστασία της - και, τελικά, όλο το γιγάντιο project καταλήγει με το μάλλον χιλιοειδωμένο "η αγάπη είναι το παν".
Αυτά με τη γκρίνια μου. Δεν σημαίνει όμως ότι δεν συνιστώ την ταινία. Η οποία, παρά το - θα το επαναλάβω - φόρτωμα και τη μεγαλομανία της, νομίζω ότι θα κρατήσει και θα εντυπωσιάσει τον θεατή. Παρά τις όποιες αντιρρήσεις.
ΥΓ: Θετική έκπληξη η αναπάντεχη εμφάνιση του Ματ Ντέιμον.
Κυριακή, Νοεμβρίου 23, 2014
ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ "WHEN ANIMALS DREAM"
Έχουμε δει πάμπολλες ταινίες με θέμα τον λυκανθρωπισμό. Το 2014 τη σκυτάλη παίρνουν - ποιες άλλες; - οι σκανδιναβικές χώρες, των οποίων η κινηματογραφική άνθηση είναι αναμφισβήτητη. Ο Jonas Alexander Arnby είναι δανός και το "When Animals Dream" (Nar Dyrene Drommer) είναι η πρώτη του ταινία.
Μια ντροπαλή και καταπιεσμένη έφηβη σε μικρή επαρχιακή πόλη της Δανίας, ανακαλύπτει σιγά - σιγά ότι στο σώμα της εμφανίζονται ανησυχητικές αλλαγές (παράδοξη τριχοφυία, μελανιές κλπ.). Βαθμιαία το κτήνος αρχίζει να ξυπνά μέσα της, πράγμα που είναι ταυτόχρονα εφιαλτικό και απελευθερωτικό, ενώ κρυμμένα οικογενειακά μυστικά αποκαλύπτονται. Ο ρόλος του μιικρού κοινωνικού περίγυρου παίζει κι αυτός καθοριστικό ρόλο.
Η ταινία καθηλώνει αρχικά με τις υπέροχες εικόνες της μουντής, συννεφιασμένης δανέζικης επαρχίας. Σίγουρα πάντως αυτό που κάνει τη διαφορά από πάμπολλες άλλες ταινίες τρόμου είναι η εντελώς ρεαλιστική προσέγγιση των (φριχτών) γεγονότων. Όλα συμβαίνουν σε μια απόλυτη επαρχιακή καθημερινότητα, όλα είναι σα να συμβαίνουν δίπλα μας, σε μια συνηθισμένη επαρχιακή πόλη. Οι αντιδράσεις των ηρώων είναι κι αυτές ρεαλιστικές, κάνουν δηλαδή ό,τι θα έκανε οποιοσδήποτε κοινός άνθρωπος παρουσίαζε κάποια παράξενα προβλήματα. Αυτός ο ρεαλισμός στην αντιμετώπιση του φανταστικού είναι που κάνει το φιλμ διαφορετικό.
Από την άλλη η ταινία δεν διαθέτει ιδιάιτερο σασπένς ή δυνατές κορυφώσεις και παίζει σχετικά λίγο με τα εφέ. Και βέβαια, όπως σημείωσα στην αρχή, έχει αυτή τη χαρακτηριστική διττή προσέγγιση στο "κακό": Είναι ταυτόχρονα τρομαχτικό άλλά και ανακουφιστικό. Είναι σα να πρόκειται για την ανακάλυψη και την παραδοχή των καταπιεσμένων ενστίκτων. Ή, συμβολικά , το φιλμ περιγράφει το ξέσπασμα της εφηβείας και την είσοδο στην ενηλικίωση, καθοριστικά γεγονότα της ανθρώπινης ζωής, που οντως συνήθως είναι τρομαχτικά και επιθυμητά συγχρόνως.
Δεν την βρήκα τόσο σπουδαία ταινία, τη βρήκα όμως αρκετά ιδιαίτερη. Όσοι ενδιαφέρεστε για μια διαφορετική ματιά στο φανταστικό, ψάξτε την.
Μια ντροπαλή και καταπιεσμένη έφηβη σε μικρή επαρχιακή πόλη της Δανίας, ανακαλύπτει σιγά - σιγά ότι στο σώμα της εμφανίζονται ανησυχητικές αλλαγές (παράδοξη τριχοφυία, μελανιές κλπ.). Βαθμιαία το κτήνος αρχίζει να ξυπνά μέσα της, πράγμα που είναι ταυτόχρονα εφιαλτικό και απελευθερωτικό, ενώ κρυμμένα οικογενειακά μυστικά αποκαλύπτονται. Ο ρόλος του μιικρού κοινωνικού περίγυρου παίζει κι αυτός καθοριστικό ρόλο.
Η ταινία καθηλώνει αρχικά με τις υπέροχες εικόνες της μουντής, συννεφιασμένης δανέζικης επαρχίας. Σίγουρα πάντως αυτό που κάνει τη διαφορά από πάμπολλες άλλες ταινίες τρόμου είναι η εντελώς ρεαλιστική προσέγγιση των (φριχτών) γεγονότων. Όλα συμβαίνουν σε μια απόλυτη επαρχιακή καθημερινότητα, όλα είναι σα να συμβαίνουν δίπλα μας, σε μια συνηθισμένη επαρχιακή πόλη. Οι αντιδράσεις των ηρώων είναι κι αυτές ρεαλιστικές, κάνουν δηλαδή ό,τι θα έκανε οποιοσδήποτε κοινός άνθρωπος παρουσίαζε κάποια παράξενα προβλήματα. Αυτός ο ρεαλισμός στην αντιμετώπιση του φανταστικού είναι που κάνει το φιλμ διαφορετικό.
Από την άλλη η ταινία δεν διαθέτει ιδιάιτερο σασπένς ή δυνατές κορυφώσεις και παίζει σχετικά λίγο με τα εφέ. Και βέβαια, όπως σημείωσα στην αρχή, έχει αυτή τη χαρακτηριστική διττή προσέγγιση στο "κακό": Είναι ταυτόχρονα τρομαχτικό άλλά και ανακουφιστικό. Είναι σα να πρόκειται για την ανακάλυψη και την παραδοχή των καταπιεσμένων ενστίκτων. Ή, συμβολικά , το φιλμ περιγράφει το ξέσπασμα της εφηβείας και την είσοδο στην ενηλικίωση, καθοριστικά γεγονότα της ανθρώπινης ζωής, που οντως συνήθως είναι τρομαχτικά και επιθυμητά συγχρόνως.
Δεν την βρήκα τόσο σπουδαία ταινία, τη βρήκα όμως αρκετά ιδιαίτερη. Όσοι ενδιαφέρεστε για μια διαφορετική ματιά στο φανταστικό, ψάξτε την.
Παρασκευή, Νοεμβρίου 21, 2014
Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ "IDA".
O Pawel Pawlikowski είναι πολωνός, μέχρι τώρα όμως δούλευε
στην Βρετανία. Το 2013 επιστρέφει
στην πατρίδα του για την πρώτη πολωνική του ταινία, την «Ida”.
Η ιστορία διαδραματίζεται στις αρχές
της δεκαετίας του 60, στη μουντή, μελαγχολική Πολωνία των πρώτων σοσιαλιστικών
χρόνων και ενώ τα τραύματα του πολέμου είναι ακόμα σχετικά νωπά. Μια νεαρή κοπέλα, που ετοιμάζεται να χειροτονηθεί μοναχή, βγαίνει για πρώτη φορά από το μοναστήρι
όπου έχει γεννηθεί και μεγαλώσει, για να γνωρίσει τη θεία της, τη μοναδική
ζωντανή συγγενή της. Μαζί θα κάνουν ένα ταξίδι στα μέρη που γεννήθηκε για να μάθουν
τι ακριβώς συνέβη στους νεκρούς γονείς της, ενώ μυστικά του παρελθόντος αρχίζουν
να αποκαλύπτονται στη μικρή.
Η ταινία αρχικά εντυπωσιάζει με
την εκπληκτική ασπρόμαυρη φωτογραφία της. Τα καδραρίσματα, οι εικόνες, η σύνθεση
των πλάνων, είναι εξαιρετικά, επιτυγχάνοντας έτσι ένα πανέμορφο εικαστικό αποτέλεσμα.
Όσον αφορά την ιστορία τώρα: Η
ατμόσφαιρα αποδίδει τη γκρίζα, μονίμως μελαγχολική θα έλεγε κανείς ατμόσφαιρα
του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η οποία επιτείνεται από το χειμωνιάτικο τοπίο. Η αντιπαράθεση
των δύο εντελώς διαφορετικών χαρακτήρων, της δυναμικής, απελευθερωμένης, κομουνίστριας
θείας και της λιγομίλητης, άβγαλτης μικρής κυριαρχεί. Η τελευταία είναι αυτή
που, στην παρθενική της έξοδο στον κόσμο, δεν θα γνωρίσει μόνο την αλήθεια για
το παρελθόν της, αλλά θα γευτεί για πρώτη φορά την αληθινή ζωή και θα βρεθεί
μπροστά στο δίλημμα του τι θα επιλέξει. Οι δύο γυναίκες όμως μπορεί να εκληφθούν
και ως σύμβολα της σοσιαλιστικής Πολωνίας αφ΄ ενός και της παλιότερης,
συντηρητικής καθολικής παράδοσης, η οποία βεβαίως επικρατεί (ξανά) και στις μέρες
μας.
Προσωπικά με ενόχλησε το τέλος
και το χριστιανικό μήνυμα του φιλμ. Ποτέ δεν κατάλαβα την (αυτο)θυσία του είδους
που θα δείτε, την απόρριψη κάθε υλικής απόλαυσης εν ονόματι μιας σχεδόν
μαζοχιστικής πνευματικότητας (βλέπε στέρησης των πάντων). Από την άλλη όμως η θέση
αυτή μπορεί να θεωρηθεί απλώς συμβολική, με την έννοια ότι καταδεικνύει την θέση
και την «προτίμηση» της σύγχρονης Πολωνίας, η οποία είναι από τις συντηρητικότερες
χώρες του πρώην «υπαρκτού», καθώς ο τελευταίος μοιάζει να εξαφανίζεται, κατανοώντας τα αδιέξοδα στα οποία οδήγησε τις κοινωνίες όπου επικράτησε –
χαρακτηριστική η τελική πράξη της θείας..
Πάντως, παρά την όποια ιδεολογική
αντίθεση, η ταινία είναι αξιόλογη έστω και μόνο λόγω της ομορφιάς, της εσωτερικότητας
και των δύο πολύ καλών πρωταγωνιστριών της.
Δευτέρα, Νοεμβρίου 17, 2014
Ο 2ος ΜΠΑΤΣΟΣ ΤΟΥ ΜΠΕΒΕΡΛΙ ΧΙΛΣ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ 80ς
Μερικές φορές έχει πλάκα να ξαναβλέπεις μέτριες 80ς ταινίες, έτσι για να θυμάσαι τι έβλεπες παλιά... Μόνο που σε ορισμένες περιπτώσεις ομολογώ ότι δεν το ευχαριστιέμαι καθόλου. Αφορμή για τα παραπάνω στάθηκε ο 2ος "Beverly Hills Cop" που γύρισε ο ντεφορμέ προφανώς τότε Tony Scott (1944-2012) το 1987. Θυμάμαι ότι μάλλον είχα διασκεδάσει με το πρώτο μέρος της σειράς, αλλά τίποτα τέτοιο δεν συνέβει με το δεύτερο μέρος.
Φυσικά ο Έντι Μέρφι είναι μπάτσος και γυρίζει κρυφά στο Μπέβερλι Χιλς να βοηθήσει τους δύο φίλους του - εξ ίσου μπάτσους - που κυνηγάνε έναν σίριαλ κίλερ, ο οποίος όμως δεν είναι ψυχοπαθής ως συνήθως, αλλά συνοδεύει τη δράση του με ιδιοφυείς ληστείες. Έχει και δική του συμμορία και απ' όπου περάσει το αίμα ρέει άφθονο. Και, φυσικά επίσης, ο Μέρφι θα κάνει όλη τη δουλειά.
Ναι, όμως βρήκα το σενάριο ανέμπνευστο, μπανάλ, αφελές και πρόχειρο. Κακέκτυπο της πρώτης ταινίας, με τα ίδια βέβαια πρόσωπα επι σκηνής, και την τότε σούπερ-γκόμενα Μπριγκίτε Νίλσεν σε ρόλο σούπερ-κακιάς, επαναλαμβάνει χιλιοειδωμένα κλισέ και προσχηματική δράση (πιστολίδι, κυνηγητά αυτοκινήτων, πολύ κακούς τύπους κλπ.). Το χειρότερο όμως για μένα είναι το κρύο χιούμορ (ας μην ξεχνάμε ότι οι ταινίες είναι αστυνομικές κωμωδίες). Εδώ ο Έντι Μέρφι - στα πάνω του τότε εμπορικά - ξεπερνά τον εαυτό του σε κρυοκωλίαση και, για μένα τουλάχιστον, γίνεται αντιπαθέστερος από ποτέ. Φωνακλάς, επιδειξιομανής, με αυτό το ηλίθιο γέλιο, μόνο να γελάσω δεν κατάφερε να με κάνει. Μάλλον κρύο μου προκάλεσε...
Ίσως ο Tony Scott να είναι ικανότεριος σκηνοθέτης δράσης από τον Martin Brest του πρώτου φιλμ. Ωστόσο εδώ χάνει απόλυτα σε σύγκριση. Και να φανταστεί κανείς ότι πρόκειται για την αμέσως επόμενη ταινία από το σούπερ επιτυχημένο "Top Gun"... Είναι η κατάρα των ανέμπνευστων και κακέκτυπων νο 2 (ελάχιστες οι εξαιρέσεις), είναι τα 80ς στα χειρότερά τους (το κιτς σε όλο του το μεγαλείο) ή... τι; Πάντως καλό δεν είναι!
Φυσικά ο Έντι Μέρφι είναι μπάτσος και γυρίζει κρυφά στο Μπέβερλι Χιλς να βοηθήσει τους δύο φίλους του - εξ ίσου μπάτσους - που κυνηγάνε έναν σίριαλ κίλερ, ο οποίος όμως δεν είναι ψυχοπαθής ως συνήθως, αλλά συνοδεύει τη δράση του με ιδιοφυείς ληστείες. Έχει και δική του συμμορία και απ' όπου περάσει το αίμα ρέει άφθονο. Και, φυσικά επίσης, ο Μέρφι θα κάνει όλη τη δουλειά.
Ναι, όμως βρήκα το σενάριο ανέμπνευστο, μπανάλ, αφελές και πρόχειρο. Κακέκτυπο της πρώτης ταινίας, με τα ίδια βέβαια πρόσωπα επι σκηνής, και την τότε σούπερ-γκόμενα Μπριγκίτε Νίλσεν σε ρόλο σούπερ-κακιάς, επαναλαμβάνει χιλιοειδωμένα κλισέ και προσχηματική δράση (πιστολίδι, κυνηγητά αυτοκινήτων, πολύ κακούς τύπους κλπ.). Το χειρότερο όμως για μένα είναι το κρύο χιούμορ (ας μην ξεχνάμε ότι οι ταινίες είναι αστυνομικές κωμωδίες). Εδώ ο Έντι Μέρφι - στα πάνω του τότε εμπορικά - ξεπερνά τον εαυτό του σε κρυοκωλίαση και, για μένα τουλάχιστον, γίνεται αντιπαθέστερος από ποτέ. Φωνακλάς, επιδειξιομανής, με αυτό το ηλίθιο γέλιο, μόνο να γελάσω δεν κατάφερε να με κάνει. Μάλλον κρύο μου προκάλεσε...
Ίσως ο Tony Scott να είναι ικανότεριος σκηνοθέτης δράσης από τον Martin Brest του πρώτου φιλμ. Ωστόσο εδώ χάνει απόλυτα σε σύγκριση. Και να φανταστεί κανείς ότι πρόκειται για την αμέσως επόμενη ταινία από το σούπερ επιτυχημένο "Top Gun"... Είναι η κατάρα των ανέμπνευστων και κακέκτυπων νο 2 (ελάχιστες οι εξαιρέσεις), είναι τα 80ς στα χειρότερά τους (το κιτς σε όλο του το μεγαλείο) ή... τι; Πάντως καλό δεν είναι!
Κυριακή, Νοεμβρίου 16, 2014
ΔΡΟΣΕΡΟ ΚΑΙ... ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ "ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ"
Ο σουηδός Lukas Moodysson, γνωστός μας από κάμποσες και διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες, επιστρέφει εν έτει 2013 στην Στοκχόλμη του 1982 για να μας αφηγηθεί μια σχεδόν προεφηβική ιστορία με το "We Are the Best!" (Vi Ar Bast). Δύο 13χρονες "περιθωριακές" μαθήτριες, που αντιπαθούν τον τρόπο ζωής των γονιών τους και θεωρούν συμβιβασμένες τις συμμαθήτριές τους, φτιάχνουν ένα πανκ συγκρότημα (μουσική που και οι δύο ακούν φανατικά), παρά το ότι δεν ξέρουν να παίζουν κανένα όργανο και δεν έχουν ιδέα από νότες. Κάποια στιγμή στο γκρουπ προστίθεται και μια έφηβη... χριστιανή, που παίζει καλή κιθάρα (αυτή ξέρει μουσική) και είναι επίσης περιθωριακή ως ξενέρωτη θεούσα. Το θράσος των κοριτσιών τους εξασφαλιζει μια θέση ακόμα και σε ένα μικρό επαρχιακό φεστιβάλ. Κι έπειτα θα αρχίσουν τα εσωτερικά προβλήματα με τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα.
Η ταινία διακρίνεται κυρίως για τη δροσιά, τη φρεσκάδα και το feelgood κλίμα της. Ταυτόχρονα καταφέρνει να μιλά με άνεση για την εφηβική (προεφηβική εδώ) επαναστατικότητα (και την συμπαθητική και "απαραίτητη" αφέλειά της), για τη μουντή και πληκτική Στοκχόλμη, για τη βαρεμάρα που αποπνέουν οι γονείς (ακόμα κι αν κάποιοι απ' αυτούς είναι εναλλακτικοί) στα μάτια των παιδιών τους και γενικά για όλη την εφηβική ορμή, ανησυχία, θράσος και έμφυτη σχεδόν επαναστατικότητα, και να αποτελεί και μια μελέτη των διαφορετικών χαρακτήρων των κοριτσιών. Και, αν θέλετε, να μιλά για τη φύση του ίδιου του πανκ ως μουσικό ξέσπασμα βαθύτερων ανησυχιών και αγωνιών. Αυτή ήταν άλλωστε η ουσία του, δίχως να λογαριάζει καθόλου την όποια μουσικότητα ή / και ομορφιά. Η ιδέα ήταν το ξέσπαμα, η έκφραση της αγωνίας και της αντίθεσης σε έναν άσχημο απ' όλες τις πλευρές κόσμο.
Βρήκα την σχεδόν αυτοσχέδια αυτή ταινία πολύ συμπαθητική, πολύ αληθινή, αυθόρμητη και, τελικά, αρκετά διασκεδαστική. Όχι, δεν είναι το "μεγάλο σινεμά", αυτό όμως είναι απόλυτα ηθελημένο και συνειδητό. Αν θέλετε να θυμηθείτε κάτι από τα εφηβικά σας χρόνια και τη ενέργειά τους (δίχως καθόλου χολιγουνταινές συμβάσεις όμως) δείτε το.
Η ταινία διακρίνεται κυρίως για τη δροσιά, τη φρεσκάδα και το feelgood κλίμα της. Ταυτόχρονα καταφέρνει να μιλά με άνεση για την εφηβική (προεφηβική εδώ) επαναστατικότητα (και την συμπαθητική και "απαραίτητη" αφέλειά της), για τη μουντή και πληκτική Στοκχόλμη, για τη βαρεμάρα που αποπνέουν οι γονείς (ακόμα κι αν κάποιοι απ' αυτούς είναι εναλλακτικοί) στα μάτια των παιδιών τους και γενικά για όλη την εφηβική ορμή, ανησυχία, θράσος και έμφυτη σχεδόν επαναστατικότητα, και να αποτελεί και μια μελέτη των διαφορετικών χαρακτήρων των κοριτσιών. Και, αν θέλετε, να μιλά για τη φύση του ίδιου του πανκ ως μουσικό ξέσπασμα βαθύτερων ανησυχιών και αγωνιών. Αυτή ήταν άλλωστε η ουσία του, δίχως να λογαριάζει καθόλου την όποια μουσικότητα ή / και ομορφιά. Η ιδέα ήταν το ξέσπαμα, η έκφραση της αγωνίας και της αντίθεσης σε έναν άσχημο απ' όλες τις πλευρές κόσμο.
Βρήκα την σχεδόν αυτοσχέδια αυτή ταινία πολύ συμπαθητική, πολύ αληθινή, αυθόρμητη και, τελικά, αρκετά διασκεδαστική. Όχι, δεν είναι το "μεγάλο σινεμά", αυτό όμως είναι απόλυτα ηθελημένο και συνειδητό. Αν θέλετε να θυμηθείτε κάτι από τα εφηβικά σας χρόνια και τη ενέργειά τους (δίχως καθόλου χολιγουνταινές συμβάσεις όμως) δείτε το.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 13, 2014
ΣΤΗΝ ΠΝΙΓΗΡΗ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ ΤΗΣ "ΣΥΓΚΑΛΥΨΗΣ"
Γνωρίσαμε τον βέλγο Michael Roskam με τη "Μοσχαροκεφαλή" του 2011. Η ταινία έκανε εντύπωση και ο Roskam, όπως τόσοι άλλοι, προσκλήθηκε στοπ Χόλιγουντ και έκανε εκεί το πρώτο του αμερικάνικο φιλμ, το ενδιαφέρον "Η Συγκάλυψη" (The Drop) το 2014.
Ο ήρωας είναι ένας λιγομίλητος, κλειστός και φιλήσυχος μπάρμαν, που δουλεύει στο μπαρ του ξαδέλφου του, το οποίο ωστόσο ελέγχεται από την τσετσένικη μαφία. Το μπαρ χρησιμοποιείται επίσης για διάφορες βρώμικες δουλειές. Όταν όμως γίνει μία ληστεία, η μαφία θα απαιτήσει όσα έχασε και η πολυπόθητη ησυχία του μπάρμαν πάει περίπατο.
Το φιλμ μας μεταφέρει σε έναν σκοτεινό, βρώμικο, αδίστακτο κόσμο, όπου όλοι (σχεδόν) είναι εναντίον όλων, πάνω απ' όλα βρίσκεται το συμφέρον, η κάθε λογής ανθρωπιά είναι "άγνωστη λέξη" και όπου συνήθως τα πράγματα δεν είναι αυτά που δείχνουν. Ο πολύ καλός και πάλι Τομ Χάρντι είναι πειστικός ως μοναχικός, ήσυχος, εσωστρεφης και χαμηλών τόνων χαρακτήρας, δίχως ενδιαφέροντα εκτός από τη δουλειά και το σπίτι, ένας άνθρωπος που θέλει να περνά απαρατήρητος και να μην προκαλεί κανέναν. Ωστόσο, όταν τα πράγματα "σφίγγουν", καλείται - ως άλλος, αλλά πιο κλειστός, Ντάστιν Χόφμαν στα "Αδέσποτα Σκυλιά" - να δράσει, έστω και με τον χαρακτηριστικό "βραδυφλεφγή" τρόπο του. Είναι σα να μας λέει η ταινία ότι όταν όλα γύρω σου είναι σκατά, δεν μπορείς να μείνεις αλώβητος, ανέπαφος, δίχως ανάμειξη, όσο κι αν το επιθυμείς. Αν και, τελικά, κι αυτός ακόμα κάτι κρύβει...
Βρήκα την ταινία σκοτεινή, πλην όμως στιβαρή και στέρεα και τη παρακολούθησα με ενδιαφέρον, δίχως βέβαια να τη θεωρώ και αριστούργημα. Νομίζω όμως ότι όντως αξίζει τον κόπο. Και, επιπλέον, αποτελεί την τελευταία εμφάνιση στην οθόνη του μακαρίτη Τζέιμς Γκαντολφίνι.
Ο ήρωας είναι ένας λιγομίλητος, κλειστός και φιλήσυχος μπάρμαν, που δουλεύει στο μπαρ του ξαδέλφου του, το οποίο ωστόσο ελέγχεται από την τσετσένικη μαφία. Το μπαρ χρησιμοποιείται επίσης για διάφορες βρώμικες δουλειές. Όταν όμως γίνει μία ληστεία, η μαφία θα απαιτήσει όσα έχασε και η πολυπόθητη ησυχία του μπάρμαν πάει περίπατο.
Το φιλμ μας μεταφέρει σε έναν σκοτεινό, βρώμικο, αδίστακτο κόσμο, όπου όλοι (σχεδόν) είναι εναντίον όλων, πάνω απ' όλα βρίσκεται το συμφέρον, η κάθε λογής ανθρωπιά είναι "άγνωστη λέξη" και όπου συνήθως τα πράγματα δεν είναι αυτά που δείχνουν. Ο πολύ καλός και πάλι Τομ Χάρντι είναι πειστικός ως μοναχικός, ήσυχος, εσωστρεφης και χαμηλών τόνων χαρακτήρας, δίχως ενδιαφέροντα εκτός από τη δουλειά και το σπίτι, ένας άνθρωπος που θέλει να περνά απαρατήρητος και να μην προκαλεί κανέναν. Ωστόσο, όταν τα πράγματα "σφίγγουν", καλείται - ως άλλος, αλλά πιο κλειστός, Ντάστιν Χόφμαν στα "Αδέσποτα Σκυλιά" - να δράσει, έστω και με τον χαρακτηριστικό "βραδυφλεφγή" τρόπο του. Είναι σα να μας λέει η ταινία ότι όταν όλα γύρω σου είναι σκατά, δεν μπορείς να μείνεις αλώβητος, ανέπαφος, δίχως ανάμειξη, όσο κι αν το επιθυμείς. Αν και, τελικά, κι αυτός ακόμα κάτι κρύβει...
Βρήκα την ταινία σκοτεινή, πλην όμως στιβαρή και στέρεα και τη παρακολούθησα με ενδιαφέρον, δίχως βέβαια να τη θεωρώ και αριστούργημα. Νομίζω όμως ότι όντως αξίζει τον κόπο. Και, επιπλέον, αποτελεί την τελευταία εμφάνιση στην οθόνη του μακαρίτη Τζέιμς Γκαντολφίνι.
Τρίτη, Νοεμβρίου 11, 2014
Η ΦΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΟ "'71"
Το 2014 ο τηλεοπτικός μέχρι τώρα Yann Demange κάνει το εντυπωσιακό ντεμπούτο του με το "'71", μια ταινία που αναφέρεται στην ιρλανδική κρίση (της Βόρειας Ιρλανδίας για την ακρίβεια), που κόστισε πολύ αίμα στη δεκαετία του 70 κυρίως, και δεν πάυει να αποτελεί μια ανοιχτή πληγή (με πολύ ηπιότερες καταστάσεις βεβαίως) ακόμα και σήμερα.
Ένας νεαρός βρετανός στρατιώτης μετατίθεται ξαφνικά στο ταραγμένο Μπέλφαστ και από την πρώτη κιόλας μέρα μοιάζει να βρίσκεται σε ένα αληθινό πεδίο μάχης. Στην πρώτη του κιόλας αποστολή, άπειρος και χαμένος, αποκόπτεται από τη μονάδα του και βρίσκεται να περιπλανιέται μόνος και άοπλος σε μια εφιαλτική νύχτα και σε μια πέρα για πέρα εχθρική πόλη, αφού βρίσκεται στη συνοικία των καθολικών, το προπύργιο του ΙΡΑ, που πολεμά τους βρετανούς. Από εκεί και πέρα η μία αγωνία διαδέχεται την άλλη και η κατάσταση γίνεται αληθινή κόλαση.
Το φιλμ εντυπωσιάζει αρχικά με τη στιβαρότητά του. Σκοτεινή ατμόσφαιρα, άσχημο αστικό περιβάλλον, φτώχεια και πανταχού παρούσα βία, συνθέτουν το δυσοίωνο, λαβυρινθώδες σκηνικό. Το σασπένς είναι αδιάκοπο και με κράτησε από την αρχή ως το τέλος. Η ντοκιμαντερίστικη και, ξαναλέω, σκοτεινή και μουντή κινηματογράφηση είναι νομίζω εξαίρετες και πέρα για πέρα ταιριαστές με την κατάσταση.
Ο σκηνοθέτης δεν παίρνει θέση στη διαμάχη καθολικών (που ένοπλο τμήμα τους είναι ο ΙΡΑ) και διαμαρυρόμενων (που υποστηρίζουν τους Άγγλους) Ιρλανδών, δείχνει ωστόσο τις πολύπλοκες ίντριγκες και τις εσωτερικές διαμάχες στους κόλπους αμφοτέρων των παρατάξεων. Ο φανατισμός ή η απάνθρωπη ψυχρότητα διαδέχονται η μία την άλλη. Αυτό όμως που είναι πραγματικά συγκλονιστικό στην "ασθμαίνουσα" αυτή ταινία είναι το πώς παρουσιάζει ανάγλυφα το παράλογο του πολέμου και της βίας, την ωμή φρίκη τους, όπου δεν έχει θέση τίποτα το ανθρώπινο. Και, επίσης, την κτηνωδία του στρατού (του κάθε στρατού οποιασδήποτε χώρας). Οι φαντάροι δεν είναι παρά αναλώσιμο κρέας, άβουλα πιόνια σε μια ευρύτερη, πολύπλοκη και συχνά δίχως νόημα - και δίχως τέλος - τεράστιας σκακιέρας. Ο στρατός και ο πόλεμος κάνουν τον άνθρωπο μη άνθρωπο. Τόσο απλά. Πέρα από ιδεολογίες και συμπάθειες. Στο τέλος ο θεατής δεν μπορεί, νομίζω, να είναι υπέρ του ενός ή του άλλου - ή μάλλον μπορεί κάλλιστα να είναι βλέποντας τα πράγματα γενικά και απ' έξω, αλλά η γεύση που μένει είναι η αηδία και το παράλογο στρατών και πολέμων.
Γι' αυτό, σε συνδυασμό με το σασπένς της, θεωρώ τόσο δυνατή αυτή την "από το πουθενά" ταινία.
Ένας νεαρός βρετανός στρατιώτης μετατίθεται ξαφνικά στο ταραγμένο Μπέλφαστ και από την πρώτη κιόλας μέρα μοιάζει να βρίσκεται σε ένα αληθινό πεδίο μάχης. Στην πρώτη του κιόλας αποστολή, άπειρος και χαμένος, αποκόπτεται από τη μονάδα του και βρίσκεται να περιπλανιέται μόνος και άοπλος σε μια εφιαλτική νύχτα και σε μια πέρα για πέρα εχθρική πόλη, αφού βρίσκεται στη συνοικία των καθολικών, το προπύργιο του ΙΡΑ, που πολεμά τους βρετανούς. Από εκεί και πέρα η μία αγωνία διαδέχεται την άλλη και η κατάσταση γίνεται αληθινή κόλαση.
Το φιλμ εντυπωσιάζει αρχικά με τη στιβαρότητά του. Σκοτεινή ατμόσφαιρα, άσχημο αστικό περιβάλλον, φτώχεια και πανταχού παρούσα βία, συνθέτουν το δυσοίωνο, λαβυρινθώδες σκηνικό. Το σασπένς είναι αδιάκοπο και με κράτησε από την αρχή ως το τέλος. Η ντοκιμαντερίστικη και, ξαναλέω, σκοτεινή και μουντή κινηματογράφηση είναι νομίζω εξαίρετες και πέρα για πέρα ταιριαστές με την κατάσταση.
Ο σκηνοθέτης δεν παίρνει θέση στη διαμάχη καθολικών (που ένοπλο τμήμα τους είναι ο ΙΡΑ) και διαμαρυρόμενων (που υποστηρίζουν τους Άγγλους) Ιρλανδών, δείχνει ωστόσο τις πολύπλοκες ίντριγκες και τις εσωτερικές διαμάχες στους κόλπους αμφοτέρων των παρατάξεων. Ο φανατισμός ή η απάνθρωπη ψυχρότητα διαδέχονται η μία την άλλη. Αυτό όμως που είναι πραγματικά συγκλονιστικό στην "ασθμαίνουσα" αυτή ταινία είναι το πώς παρουσιάζει ανάγλυφα το παράλογο του πολέμου και της βίας, την ωμή φρίκη τους, όπου δεν έχει θέση τίποτα το ανθρώπινο. Και, επίσης, την κτηνωδία του στρατού (του κάθε στρατού οποιασδήποτε χώρας). Οι φαντάροι δεν είναι παρά αναλώσιμο κρέας, άβουλα πιόνια σε μια ευρύτερη, πολύπλοκη και συχνά δίχως νόημα - και δίχως τέλος - τεράστιας σκακιέρας. Ο στρατός και ο πόλεμος κάνουν τον άνθρωπο μη άνθρωπο. Τόσο απλά. Πέρα από ιδεολογίες και συμπάθειες. Στο τέλος ο θεατής δεν μπορεί, νομίζω, να είναι υπέρ του ενός ή του άλλου - ή μάλλον μπορεί κάλλιστα να είναι βλέποντας τα πράγματα γενικά και απ' έξω, αλλά η γεύση που μένει είναι η αηδία και το παράλογο στρατών και πολέμων.
Γι' αυτό, σε συνδυασμό με το σασπένς της, θεωρώ τόσο δυνατή αυτή την "από το πουθενά" ταινία.
Σάββατο, Νοεμβρίου 08, 2014
Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΠΛΗ ΝΤΕ ΧΑΒΙΛΑΝΤ
Ο γερμανός Robert Siodmak (1900-1973) υπήρξε ένας από τους "μετανάστες" που έδωσαν λάμψη στο κλασικό Χόλιγουντ και το έκαναν αυτό που γνωρίζουμε σήμερα (στην τεράστια λίστα τέτοιων μεταναστών περιλαμβάνονται, ας πούμε, οι Τσάπλιν, Χίτσκοκ, Λανγκ, Όφιλς, Γουάιλντερ και πλήθος άλλων). Το 1956 γυρίζει το νουάρ "Dark Mirror", μια παράξενη ταινία, που μένει στη μνήμη μας κυρίως χάρη στην πρωταγωνίστρια Ολίβια ντε Χάβιλαντ και τον διπλό ρόλο της.
Ένας άντρας δολοφονείται. Οι μάρτυρες εντοπίζουν εύκολα τη γυναίκα που βγήκε από το διαμέρισμά του, να όμως που εκείνη διαθέτει ακλόνητο άλοθι, αφού άλλοι τόσοι, εξ ίσου αξιόπιστοι μάρτυρες, την έχουν δει την ίδια ώρα κάπου αλλού. Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για δύο πανομοιότυπες δίδυμες. Ωστόσο ο επιθεωρητής είναι αδύνατο να ανακαλύψει ποια από τις δύο έκανε τον φόνο, αφού αμφότερες αρνούνται να συνεργαστούν. Ένας ψυχολόγος προσπαθεί να βοηθήσει την αστυνομία και η πραγματική πλοκή - στην οποία, φυσικά, εμπλέκεται και μια ερωτική ιστορία - ξεκινά από το σημείο αυτό.
Η ιστορία δεν είναι τόσο πολύπλοκη και ο θεατής σύντομα αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει - παρά το ότι υπάρχουν αρκετές ανατροπές. Ωστόσο η ταινία με κράτησε. Βασικός λόγος βέβαια είναι η εξαιρετική ερμηνεία της Ντε Χάβιλαντ στον διπλό της ρόλο, που είναι όντως συναρπαστική και δείχνει τις δυνατότητες της ηθοποιού αυτής. Και υπάρχουν επίσης και τα πειστικότατα εφέ της ταυτόχρονης παρουσίας στην οθόνη των διδύμων σε πολλές σκηνές (της διπλής Ντε Χάβιλαντ δηλαδή) που είναι εντυπωσιακές - μιλάμε, θυμηθείτε, για το 1956.
Πρόκειται για ένα ξεχασμένο σήμερα, πλην όμως αξιόλογο κατά τη γνώμη μου, νουάρ, που μάλλον θα έπρεπε να βρει τη θέση του στη λίστα των κλασικών - ή σχεδόν. Έστω και λόγω της πρωτοτυπίας του. Εκτός του ότι, βεβαίως, είναι πρόδρομος πολλών μεταγενέστερων ταινιών, όπως π.χ. το "Sisters" του Ντε Πάλμα. Οι λάτρεις του παλιού Χόλιγουντ ας το ψάξουν, μια που πρόκειται, όπως είπα, για σχετικά άγνωστο φιλμ.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 06, 2014
Ο ΖΑΠΑΤΑ ΚΑΙ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΦΘΕΙΡΕΙ
Ίσως ο Elia Kazan (1909-2003) να φέρει το στίγμα του "προδότη", λόγω της γνωστής κατάθεσής του στην άθλια Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών του Μακάρθι, ουδείς όμως μπορεί να αρνηθεί ότι πρόκειται για μεγάλο δημιουργό. Και όχι μόνο κινηματογραφικά, αλλά και από ιδεολογική άποψη, με την έννοια ότι ο "προδότης" αυτός παραδίδει με το έργο του μαθήματα προβληματισμού και κριτικής προσέγγισης στην αμερικάνικη κοινωνία - ή την ανθρώπινη γενικότερα. Είναι από εκείνες τις παράξενες περιπτώσεις όπου ο καλλιτέχνης είναι πολύ μεγαλύτερος από τον άνθρωπο.
Το "Viva Zapata" του 1952 (σε σενάριο του Τζον Στάιμπεκ) είναι βεβαίως η βιογραφία - το έπος θα λέγαμε - του μεξικανού Εμιλιάνο Ζαπάτα, που ξεκινά από αμόρφωτος και πάμφτωχος αγρότης για να καταλήξει σε ηγέτη μιας πέρα για πέρα δίκαιης επανάστασης ενάντια στην φτώχεια και την καταπίεση των αγροτών και ενάντια σε μια απόλυτα διεφθαρμένη δικτατορική εξουσία. Και, πολύ περισσότερο, γίνεται ένα διαχρονικό σύμβολο εξέγερσης ενάντια στην κοινωνική αδικία και αθλιότητα. Ο ηρωισμός, η αυταπάρνηση και, τελικά, η ύπουλη δολοφονία του συμβάλλουν ακόμα περισσότερο στη συμβολοποίησή του.
Ωστόσο ο Καζάν δεν μένει ούτε στην απλή, "ηρωική", βιογραφία ούτε στο δίκιο της εξέγερσης, το οποίο είναι προφανές και δεδομένο. Αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο, κατά τη γνώμη μου, είναι η κατάδειξη της εκμαυλιστική δύναμης της εξουσίας, η διαφθορά και οι συμβιβασμοί που σχεδόν αναπόφευκτα αποτελούν τη μοίρα όποιου την κατακτά. Ο ακέραιος και αδιάφθορος Ζαπάτα αποτελεί ακριβώς την απόλυτη και σπανιότατη εξαίρεση στον κανόνα. Και, επίσης σχεδόν αναπόφευκτα, θα πληρώσει το τίμημα της ακεραιότητάς του, όπως πικρά καταλήγει ο Καζάν.
Κινηματογραφικά η ταινία παραμένει νομίζω εξαιρετικά δυνατή, κρατά τον θεατή, συχνά τον συγκινεί βαθειά και, τελικά, φτάνει να διαθέτει τη δύναμη μιας τραγωδίας. Σ΄ αυτό συμβάλλουν βεβαίως και οι εξαιρετικές ερμηνείες του Μάρλον Μπράντο και του Άντονι Κουίν (ο Καζάν υπήρξε άλλωστε ο σκηνοθέτης των ηθοποιών και σ' αυτό συνέβαλλε κυρίως η εξαίρετη θεατρική του παιδεία), αλλά και τα δυνατά και σαφή σύμβολα που χρησιμοποιεί ο δημιουργός (π.χ. το λευκό άλογο), που προσδίδουν μια ιδιαίτερη ποιητική διάσταση. Όπως αντιληφτήκατε το φιλμ μου πρόσφερε μεγάλη απόλαυση και άφοβα το κατατάσω στη χορεία των κλασικών. Είναι γνωστή άλλωστε η συμβουλή που πάντοτε δίνω σε μη φανατικούς σινεφίλ: Μη φοβάστε το "παλιό". Τα αριστουργήματα είναι διαχρονικά.
Το "Viva Zapata" του 1952 (σε σενάριο του Τζον Στάιμπεκ) είναι βεβαίως η βιογραφία - το έπος θα λέγαμε - του μεξικανού Εμιλιάνο Ζαπάτα, που ξεκινά από αμόρφωτος και πάμφτωχος αγρότης για να καταλήξει σε ηγέτη μιας πέρα για πέρα δίκαιης επανάστασης ενάντια στην φτώχεια και την καταπίεση των αγροτών και ενάντια σε μια απόλυτα διεφθαρμένη δικτατορική εξουσία. Και, πολύ περισσότερο, γίνεται ένα διαχρονικό σύμβολο εξέγερσης ενάντια στην κοινωνική αδικία και αθλιότητα. Ο ηρωισμός, η αυταπάρνηση και, τελικά, η ύπουλη δολοφονία του συμβάλλουν ακόμα περισσότερο στη συμβολοποίησή του.
Ωστόσο ο Καζάν δεν μένει ούτε στην απλή, "ηρωική", βιογραφία ούτε στο δίκιο της εξέγερσης, το οποίο είναι προφανές και δεδομένο. Αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο, κατά τη γνώμη μου, είναι η κατάδειξη της εκμαυλιστική δύναμης της εξουσίας, η διαφθορά και οι συμβιβασμοί που σχεδόν αναπόφευκτα αποτελούν τη μοίρα όποιου την κατακτά. Ο ακέραιος και αδιάφθορος Ζαπάτα αποτελεί ακριβώς την απόλυτη και σπανιότατη εξαίρεση στον κανόνα. Και, επίσης σχεδόν αναπόφευκτα, θα πληρώσει το τίμημα της ακεραιότητάς του, όπως πικρά καταλήγει ο Καζάν.
Κινηματογραφικά η ταινία παραμένει νομίζω εξαιρετικά δυνατή, κρατά τον θεατή, συχνά τον συγκινεί βαθειά και, τελικά, φτάνει να διαθέτει τη δύναμη μιας τραγωδίας. Σ΄ αυτό συμβάλλουν βεβαίως και οι εξαιρετικές ερμηνείες του Μάρλον Μπράντο και του Άντονι Κουίν (ο Καζάν υπήρξε άλλωστε ο σκηνοθέτης των ηθοποιών και σ' αυτό συνέβαλλε κυρίως η εξαίρετη θεατρική του παιδεία), αλλά και τα δυνατά και σαφή σύμβολα που χρησιμοποιεί ο δημιουργός (π.χ. το λευκό άλογο), που προσδίδουν μια ιδιαίτερη ποιητική διάσταση. Όπως αντιληφτήκατε το φιλμ μου πρόσφερε μεγάλη απόλαυση και άφοβα το κατατάσω στη χορεία των κλασικών. Είναι γνωστή άλλωστε η συμβουλή που πάντοτε δίνω σε μη φανατικούς σινεφίλ: Μη φοβάστε το "παλιό". Τα αριστουργήματα είναι διαχρονικά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















