Το 2000 ο M. Night Shyamalan, έχοντας μόλις προκαλέσει τεράστια αίσθηση με την "6η Αίσθηση", επιστρέφει με τον "Άφθαρτο" (Unbreakable), μια ταινία που και πάλι επιχειρεί να ποντάρει στη σεναριακή της πρωτοτυπία (και χρησιμοποιεί και πάλι τον Μπρους Γουίλις).
Ένας άνθρωπος, ο μόνος επιζών από ένα μεγάλο σιδηροδρομικο δυστύχημα με 131 νεκρούς, μαθαίνει κάτι απίστευτο για τον εαυτό του. Ένας παράδοξος τύπος, φανατικός και συλλέκτης κόμικς, θα τον πλησιάσει και, σιγά - σιγά θα του εκθέσει μια πραγματικά απίθανη θεωρία. Τι απ' όλα αυτά είναι αλήθεια και τι όχι;
Ακούγονται κάπως σκοτεινά και γριφώδη τα παραπάνω, δεν μπορώ όμως να σας αποκαλύψω περισσότερα, καθώς θα καταστρέψω τη σεναριακή πρωτοτυπία που λέγαμε. Δεν μπορώ να σας πω ούτε τι ανακαλύπτει ο ήρωας για τον εαυτό του ούτε τη θεωρία του άλλου. Οι σχέσεις των δύο βασικών χαρακτήρων πάντως θα παραμείνουν τεταμένες μέχρι τέλους.
Η ιδέα είναι όντως πρωτότυπη. Ταυτόχρονα το φιλμ λειτουργεί σαν φόρος τιμής στα κόμικς - σουπερηρωικά κυρίως, τα οποία παίζουν βασικό ρόλο στην πλοκή (τα ίδια τα κόμικς ως τέτοια, όχι οι σούπερήρωες καθεαυτοί). Άλλωστε ο εκκεντρικός συλλέκτης κόμικς αναλύει και φαίνεται να γνωρίζει τα πάντα γι' αυτά. Και, συγχρόνως, διαθέτει και μια παράδοξη θεωρία για το τι είναι στην πραγματικότητα οι σούπερήρωες.
Έτσι, το φιλμ με κράτησε σε αγωνία μέχρι τέλους. Ωστόσο ο Σιάμαλαν βάζει όλους τους ηθοποιούς του να παίζουν πολύ υποτονικά, να μιλάνε σχεδόν ψιθυριστά. Υποθέτω ότι αυτό γίνεται για λόγους δημιουργίας ατμόσφαιρας, και νομίζω ότι ως ένα βαθμό αυτό επιτυγχάνεται, πλην όμως πιθανόν να το παρακάνει. Αυτό όμως που με ενόχλησε περισσότερο είναι η τελική αποκάλυψη - ανατροπή. Στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει με τις ανατροπές όσο περισσότερο μπορεί, ο σκηνοθέτης νομίζω ότι ξεπερνά κάποια όρια και, τελίκά, μοιάζει να ενδιαφέρεται μόνο για τον πάσει θυσία εντυπωσιασμό του θεατή. Κρίμα, γιατί κατά τα άλλα, οι ιδέες του είναι όντως πρωτότυπες.
Συνολικά λοιπόν μπορεί να μη με έπεισε, νομίζω όμως παραμένει μια παράξενη ταινία, που δύσκολα ξεχνάς. Ίσως μάλιστα να αποτελεί και ένα είδος cult για τους φίλους των κόμικς. Τελικά πάντως, παρά τον εντυπωσιασμό, δεν νομίζω ότι ο Σιάμαλαν είναι μεγάλος σκηνοθέτης. Η συνέχειά του δυστυχώς το απέδειξε περίτρανα (προσωπική μου γνώμη είναι ότι εκτός από την αξέχαστη "6η Αίσθηση" μόνο αυτή εδώ η ταινία και το "Σκοτεινό Χωριό" αντέχουν κάπως. Οι υπόλοιπες...)
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 10, 2014
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 08, 2014
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΚΑΙ ΤΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΜΑΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ
Ο εκ Κεμπέκ γαλλόφωνος καναδός Denis Villeneuve κατά τη γνώμη μου εξελίσεται αθόρυβα σε έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς. Μετά το πολύ δυνατό (πλην όμως "τραβηγμένο") "Μέσα από τις Φλόγες" και το εξαιρετικό "Prisoners" ακολουθεί το 2013 ο "Άνθρωπος Αντίγραφο" (Enemy), μια από τις πιο αινιγματικές και παράξενες ταινίες των τελευταίων ετών, βασισμένη - χαλαρά όπως μαθαίνω, αφού δεν το έχω διαβάσει - σε μυθιστόρημα του πορτογάλου νομπελίστα Σαραμάγκου.
Ένας "μέτριος", άχαρος και μάλλον καταπιεσμένος "συνηθισμένος άνθρωπος", καθηγητής ιστορίας, βλέποντας μια ταινία σε dvd εντοπίζει έναν ηθοποιό με τον οποίο μοιάζει σα νά' ναι δυο σταγόνες νερό. Μαθαίνοντας ότι είναι κι αυτός κάτοικος του Τορόντο, αποφασίζει να τον συναντήσει και από τότε η ζωή του θα αλλάξει δραματικά. Θα έλεγα μάλιστα ότι από πολλές απόψεις θα μετατραπεί σε εφιάλτη.
Η ταινία κινείται ανάμεσα στο κλίμα του Κάφκα, του Λυντς και του Μπουνιουέλ. Βρίσκεται πιο κοντά σε ένα σουρεαλιστικό εφιάλτη παρά σε μια δομημένη ταινία του φανταστικού. Γι' αυτό - προειδοποιώ - μην περιμένετε καθαρές εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν. Πρόκειται για περίπτωση δίδυμων (πιστεύω ότι αποκλείεται λόγω μιας πανομοιότυπης ουλής), για μια φαντασίωση του ψυχικά "παράξενου" ήρωα ή... για τι άλλο; Μπορείτε να να εικάσετε ό,τι νομίζετε. Σίγουρα όμως τα ψυχαναλυτικά μοτίβα είναι πάμπολλα (οι γυναίκες που μετατρέπονται σε αράχνες, η μητέρα κλπ.) Στην ουσία όμως νομίζω ότι ο αδέξιος, εγκλωβισμένος ήρωας "δημιουργεί" ένα πολύ πιο κοινωνικό, ζωντανό και λιγότερο προβληματικό αντίγραφο του εαυτού του, ένα αντίγραφο που θαυμάζει, ζηλευει και μισεί ταυτόχρονα και από το οποίο έλκεται και απωθείται. Ίσως η μετριότητα και η άχαρη ζωή μας φτιάχνει μια εικόνα αυτού που θα θέλαμε να είμαστε. Κι ίσως, τρομαγμένοι από ό,τι δημιουργήσαμε, θέλουμε να σκοτώσουμε το πλάσμα αυτό, να απαλλαγούμε απ' αυτό. Ίσως, λέω και επαναλαμβάνω ότι οι ερμηνείες μπορεί να είναι διαφορετικές. Άλλωστε το απροσδόκητο και ανοιχτό σε αναγνώσεις τέλος συνάδει σ' αυτό.
Η ταινία, με τη μουντή φωτογραφία και ένα Τορόντο βουτηγμένο σε μια κιτρινωπή αχλύ, κάτι σαν ομίχλη, δημιουργεί μια "άρρωστη" ατμόσφαιρα, που συμβάλλει στην όλη παραισθητική εικόνα. Η ανάπτυξη είναι αργή - προειδοπιώ και γι' αυτό - και τα τόσα ανοιχτά ερωτήματα μπορεί να ενοχλήσουν μεγάλο μέρος των θεατών. Όσοι λοιπόν ζητάτε ένα σαφές, "καθαρό" σινεμά, αποφύγετε το φιλμ. Πιστεύω όμως ότι οι οπαδοί του παράδοξου θα το εκτιμήσουν δεόντως.
Ένας "μέτριος", άχαρος και μάλλον καταπιεσμένος "συνηθισμένος άνθρωπος", καθηγητής ιστορίας, βλέποντας μια ταινία σε dvd εντοπίζει έναν ηθοποιό με τον οποίο μοιάζει σα νά' ναι δυο σταγόνες νερό. Μαθαίνοντας ότι είναι κι αυτός κάτοικος του Τορόντο, αποφασίζει να τον συναντήσει και από τότε η ζωή του θα αλλάξει δραματικά. Θα έλεγα μάλιστα ότι από πολλές απόψεις θα μετατραπεί σε εφιάλτη.
Η ταινία κινείται ανάμεσα στο κλίμα του Κάφκα, του Λυντς και του Μπουνιουέλ. Βρίσκεται πιο κοντά σε ένα σουρεαλιστικό εφιάλτη παρά σε μια δομημένη ταινία του φανταστικού. Γι' αυτό - προειδοποιώ - μην περιμένετε καθαρές εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν. Πρόκειται για περίπτωση δίδυμων (πιστεύω ότι αποκλείεται λόγω μιας πανομοιότυπης ουλής), για μια φαντασίωση του ψυχικά "παράξενου" ήρωα ή... για τι άλλο; Μπορείτε να να εικάσετε ό,τι νομίζετε. Σίγουρα όμως τα ψυχαναλυτικά μοτίβα είναι πάμπολλα (οι γυναίκες που μετατρέπονται σε αράχνες, η μητέρα κλπ.) Στην ουσία όμως νομίζω ότι ο αδέξιος, εγκλωβισμένος ήρωας "δημιουργεί" ένα πολύ πιο κοινωνικό, ζωντανό και λιγότερο προβληματικό αντίγραφο του εαυτού του, ένα αντίγραφο που θαυμάζει, ζηλευει και μισεί ταυτόχρονα και από το οποίο έλκεται και απωθείται. Ίσως η μετριότητα και η άχαρη ζωή μας φτιάχνει μια εικόνα αυτού που θα θέλαμε να είμαστε. Κι ίσως, τρομαγμένοι από ό,τι δημιουργήσαμε, θέλουμε να σκοτώσουμε το πλάσμα αυτό, να απαλλαγούμε απ' αυτό. Ίσως, λέω και επαναλαμβάνω ότι οι ερμηνείες μπορεί να είναι διαφορετικές. Άλλωστε το απροσδόκητο και ανοιχτό σε αναγνώσεις τέλος συνάδει σ' αυτό.
Η ταινία, με τη μουντή φωτογραφία και ένα Τορόντο βουτηγμένο σε μια κιτρινωπή αχλύ, κάτι σαν ομίχλη, δημιουργεί μια "άρρωστη" ατμόσφαιρα, που συμβάλλει στην όλη παραισθητική εικόνα. Η ανάπτυξη είναι αργή - προειδοπιώ και γι' αυτό - και τα τόσα ανοιχτά ερωτήματα μπορεί να ενοχλήσουν μεγάλο μέρος των θεατών. Όσοι λοιπόν ζητάτε ένα σαφές, "καθαρό" σινεμά, αποφύγετε το φιλμ. Πιστεύω όμως ότι οι οπαδοί του παράδοξου θα το εκτιμήσουν δεόντως.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 05, 2014
ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ
Στις αρχές της δεκαετίας του 60 αναδύεται στη Βρετανία το λεγόμενο Free Cinema, ένα "κίνημα" με κάποιες σχέσεις με τον προγενέστερο ιταλικό νεορεαλισμό, με την έννοια ότι οι δημιουργοί του προσβλέπιυν σε μια ρεαλιστική καταγραφή της καθημερινότητας των ηρώων, γυρίζουν σε φυσικούς χώρους, αποφεύγουν κάθε είδους "επικές" και glamorous κατευθύνσεις. Χαρακτηριστική ταινία είναι το "Σάββατο Βράδι Κυριακή Πρωί", που γύρισε το 1960 ο τσέχος Karel Reisz (1926-2002), που έζησε και έδρασε στην Αγγλία, με έναν αξέχαστο νεαρό τότε Άλμπερτ Φίνεϊ.
Πρόκειται για την καθημερινότητα ενός "επαναστάτη χωρίς αιτία". Ο ήρωας είναι εργάτης, ζει με τους γονείς του σε φτωχική και καταθλιπτική γειτονιά και, μην έχοντας πού και πώς αλλιώς να ξεφύγει από το πνιγηρό περιβάλλον και να ξεσπάσει, βρίσκει διέξοδο στο ρόλο του "κακού παιδιού". Είναι κυνικός, αλαζόνας, τσαμπουκάς, πίνει και μπλέκει σε καυγάδες και τα έχει κρυφά με τη μεγαλύτερή του σύζυγο ενός συναδέλφου του. Κάποια στιγμή θα ερωτευτεί μια κοπέλα - συντηρητική βεβαίως παρά τη μοντέρνα της εμφάνιση - και θα ξεκινήσει μια διαδικασία συμβιβασμού. Συμβιβασμού με τη μιζέρια.
Η ταιριαστά ασπρόμαυρη καταγραφή της γκρίζας καθημερινότητας είναι αριστοτεχνική. Η άσχημη, εργατική συνοικία, οι περιορισμένοι τρόποι διασκέδασης, ο καθηλωμένος μπροστά στην τηλεόραση πατέρας, όλα συμβάλλουν στη σκιαγράφηση μιας καθόλου ευχάριστης, πνιγηρής ατμόσφαιρας. Ο νεαρός ήρωας είναι αντιπαθής και "κακός", αλλά μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τους λόγους της "άγριας" συμπεριφοράς του αν αναλογιστούμε το περιβάλλον και τις συνθήκες ζωής. Αν ο χαρακτήρας κάποιου είναι κάπως επαναστατικός, είναι αναμενόμενο να αντιδρά όπως ο Άρθουρ. Μόνο που η "επανάσταση" αυτή δεν μπορεί να εντοπίσει τις βαθύτερες αιτίες της μιζέριας και εκδηλώνεται με όντως "κακούς" τρόπους (και πολύ μακριά από όσους θα έπρεπε να είναι οι αληθινοί στόχοι). Άλλωστε το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο συμβάλλει σ' όλα αυτά. Το τέλος είναι ένα είδος πικρού χάπι εντ. Την ευτυχία του ζεύγους μοιάζει να σκιάζει ο διαφαινόμενος απόλυτος συμβιβασμός του πρωταγωνιστή.
Ίσως να βαριέστε τις πολύ ρεαλιστικές, ντοκιμαντερίστικης αισθητικής ταινίες. ωστόσο αυτή εδώ είναι μια από τις καλύτερες τέτοιες, κλασικές στο είδος, και άσκησε μεγάλη επιροή στην εποχή της. Έχει γραφτεί ότι ο Τζον Λένον επηρεάστηκε απ' αυτή (θυμηθείτε τους στίχους του Working Class Hero), αλλά και ότι ο ήρωας αποτέλεσε έναν πολύ πιο ήπιο (λόγω εποχής) πρόδρομο του σατανικού ήρωα στο "Κουρδιστό Πορτοκάλι". Και, τα ξαναείπα, το φιλμ είναι δυνατό, ακόμα και μέσα στην άσχημη καθημερινότητά που τόσο πετυχημένα καταγράφει.
Πρόκειται για την καθημερινότητα ενός "επαναστάτη χωρίς αιτία". Ο ήρωας είναι εργάτης, ζει με τους γονείς του σε φτωχική και καταθλιπτική γειτονιά και, μην έχοντας πού και πώς αλλιώς να ξεφύγει από το πνιγηρό περιβάλλον και να ξεσπάσει, βρίσκει διέξοδο στο ρόλο του "κακού παιδιού". Είναι κυνικός, αλαζόνας, τσαμπουκάς, πίνει και μπλέκει σε καυγάδες και τα έχει κρυφά με τη μεγαλύτερή του σύζυγο ενός συναδέλφου του. Κάποια στιγμή θα ερωτευτεί μια κοπέλα - συντηρητική βεβαίως παρά τη μοντέρνα της εμφάνιση - και θα ξεκινήσει μια διαδικασία συμβιβασμού. Συμβιβασμού με τη μιζέρια.
Η ταιριαστά ασπρόμαυρη καταγραφή της γκρίζας καθημερινότητας είναι αριστοτεχνική. Η άσχημη, εργατική συνοικία, οι περιορισμένοι τρόποι διασκέδασης, ο καθηλωμένος μπροστά στην τηλεόραση πατέρας, όλα συμβάλλουν στη σκιαγράφηση μιας καθόλου ευχάριστης, πνιγηρής ατμόσφαιρας. Ο νεαρός ήρωας είναι αντιπαθής και "κακός", αλλά μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τους λόγους της "άγριας" συμπεριφοράς του αν αναλογιστούμε το περιβάλλον και τις συνθήκες ζωής. Αν ο χαρακτήρας κάποιου είναι κάπως επαναστατικός, είναι αναμενόμενο να αντιδρά όπως ο Άρθουρ. Μόνο που η "επανάσταση" αυτή δεν μπορεί να εντοπίσει τις βαθύτερες αιτίες της μιζέριας και εκδηλώνεται με όντως "κακούς" τρόπους (και πολύ μακριά από όσους θα έπρεπε να είναι οι αληθινοί στόχοι). Άλλωστε το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο συμβάλλει σ' όλα αυτά. Το τέλος είναι ένα είδος πικρού χάπι εντ. Την ευτυχία του ζεύγους μοιάζει να σκιάζει ο διαφαινόμενος απόλυτος συμβιβασμός του πρωταγωνιστή.
Ίσως να βαριέστε τις πολύ ρεαλιστικές, ντοκιμαντερίστικης αισθητικής ταινίες. ωστόσο αυτή εδώ είναι μια από τις καλύτερες τέτοιες, κλασικές στο είδος, και άσκησε μεγάλη επιροή στην εποχή της. Έχει γραφτεί ότι ο Τζον Λένον επηρεάστηκε απ' αυτή (θυμηθείτε τους στίχους του Working Class Hero), αλλά και ότι ο ήρωας αποτέλεσε έναν πολύ πιο ήπιο (λόγω εποχής) πρόδρομο του σατανικού ήρωα στο "Κουρδιστό Πορτοκάλι". Και, τα ξαναείπα, το φιλμ είναι δυνατό, ακόμα και μέσα στην άσχημη καθημερινότητά που τόσο πετυχημένα καταγράφει.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 03, 2014
ONE MAN SHOW... ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΧΡΟΝΟ
Υπάρχουν ταινίες που μπορούν να γίνουν αξιομνημόνευτες και μόνο για την ιδιαιτερότητά τους. Το "Σε Λάθος Χρόνο" (Locke, 2013) δεν είναι μόνο αυτή η περίπτωση, αφού έχει και κάτι παραπάνω να πει εκτός από μια πρωτότυπη σεναριακή ιδέα. Ο Steven Knight είναι κυρίως γνωστός σεναριογράφος και αυτή είναι η δεύτερη μόλις σκηνοθεσία του (σε δικό του προφανώς σενάριο).
Τι γίνεται λοιπόν εδώ; Απλούστατα έχουμε μια ταινία όπου επί μιάμιση ώρα ένας άνδρας οδηγεί νύχτα το αυτοκίνητό του μιλώντας διαρκώς στο κινητό του. Τίποτα άλλο. Κανείς άλλος δεν εμφανίζεται ούτε και κανένας άλλος χώρος. Η δράση διαδραματίζεται σε πραγματικό χρόνο, στην μιάμιση ώρα δηλαδή που κρατά η ταινία. Ο ήρωας, ένας οικογενειάρχης μεσοαστός μηχανικός, ενώ το άλλο χάραμα τον περιμένει η σημαντικότερη δουλειά της ζωής του, μόλις σχολάσει το βράδι, αντί να πάει σπίτι τα παρατά όλα και αρχίζει να οδηγεί προς το Λονδίνο, απομακρυνόμενος από την πόλη του. Στο τηλέφωνο ανακοινώνει στους πάντες ότι δεν μπορεί να παρευρεθεί το πρωί και δίνει οδηγίες σε έναν πανικόβλητο υφιστάμενο για το πώς ακριβώς θα γίνει η πολύπλοκη πρωινή δουλειά... Σταδιακά θα μάθουμε γιατί φεύγει, καθώς και τα μεγάλα ηθικά διλήμματα που τον ταλανίζουν, και τα οποία απαιτούν γενναίες αποφάσεις.
Το φιλμ είναι κοινωνικό και ρεαλιστικό. Ωστόσο είναι διαπραγματευμένο σαν θρίλερ, με την έννοια ότι όλα αυτά που συμβαίνουν, οι αναποδιές, η προσπάθεια για "εξ αποστάσεως" άμεσες λύσεις, ο αγώνας με το χρόνο, δημιουργούν σασπένς που κλιμακώνεται όσο περνά η ώρα, κάνοντας το όλο πράγμα αγχωτικό. Ναι λοιπόν, ένας άνθρωπος που επί 85 λεπτά οδηγεί μιλώντας στο κινητό, καταφέρνει να κρατήσει τον θεατή! Φυσικά αυτό στηρίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος στον πολύ καλό Τομ Χάρντι, δίχως το παίξιμο του οποίου δεν θα μπορούσε να πετύχει ένα τέτοιο παράτολμο εγχείρημα.
Όσο για τα διλήμματα... Ουσιαστικά πρόκειται για ηθικό θέμα. Ο ήρωας - πρακτικός και προσγειωμένος τύπος - είναι ηθικά ακέραιος και διαθέτει έντονη την αίσθηση του καθήκοντος. Πού μπορεί να οδηγήσει όμως αυτό; Ποιο είναι το τίμημα και πόσα πράγματα που στηρίζουν κυριολεκτικά όλη του τη ζωή είναι διατεθειμένος να θυσιάσει για να περιφρουρήσει την ηθική του ακεραιότητα; Ναι, υπάρχει διάχυτη η μικροαστική ηθική. Αλλά το φιλμ θέτει μια σειρά από ερωτήματα: Αξιζει άραγε η ακεραιότητα που περιγράψαμε, όταν η διατήρησή της οδηγεί - με τη μικροαστική λογική πάντοτε - σε απόλυτη δυστυχία; Η ψυχή σου ή ολόκληρη η ζωή σου; Και μήπως αυτή ακριβώς η ακεραιότητα του χαρακτήρα είναι ταυτόχρονα και αδύνατο σημείο που απειλεί και τους οικείους σου με δυστυχία; Πόσο πολύπλοκη είναι τελικά η ζωή...
Ίσως κάποιοι - παρά το σασπένς που περιέγραψα - να κουραστούν τελικά. Σίγουρα πάντως πρόκειται για ενδιαφέρον φιλμ και, αν μη τι άλλο, πρωτότυπο.
Τι γίνεται λοιπόν εδώ; Απλούστατα έχουμε μια ταινία όπου επί μιάμιση ώρα ένας άνδρας οδηγεί νύχτα το αυτοκίνητό του μιλώντας διαρκώς στο κινητό του. Τίποτα άλλο. Κανείς άλλος δεν εμφανίζεται ούτε και κανένας άλλος χώρος. Η δράση διαδραματίζεται σε πραγματικό χρόνο, στην μιάμιση ώρα δηλαδή που κρατά η ταινία. Ο ήρωας, ένας οικογενειάρχης μεσοαστός μηχανικός, ενώ το άλλο χάραμα τον περιμένει η σημαντικότερη δουλειά της ζωής του, μόλις σχολάσει το βράδι, αντί να πάει σπίτι τα παρατά όλα και αρχίζει να οδηγεί προς το Λονδίνο, απομακρυνόμενος από την πόλη του. Στο τηλέφωνο ανακοινώνει στους πάντες ότι δεν μπορεί να παρευρεθεί το πρωί και δίνει οδηγίες σε έναν πανικόβλητο υφιστάμενο για το πώς ακριβώς θα γίνει η πολύπλοκη πρωινή δουλειά... Σταδιακά θα μάθουμε γιατί φεύγει, καθώς και τα μεγάλα ηθικά διλήμματα που τον ταλανίζουν, και τα οποία απαιτούν γενναίες αποφάσεις.
Το φιλμ είναι κοινωνικό και ρεαλιστικό. Ωστόσο είναι διαπραγματευμένο σαν θρίλερ, με την έννοια ότι όλα αυτά που συμβαίνουν, οι αναποδιές, η προσπάθεια για "εξ αποστάσεως" άμεσες λύσεις, ο αγώνας με το χρόνο, δημιουργούν σασπένς που κλιμακώνεται όσο περνά η ώρα, κάνοντας το όλο πράγμα αγχωτικό. Ναι λοιπόν, ένας άνθρωπος που επί 85 λεπτά οδηγεί μιλώντας στο κινητό, καταφέρνει να κρατήσει τον θεατή! Φυσικά αυτό στηρίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος στον πολύ καλό Τομ Χάρντι, δίχως το παίξιμο του οποίου δεν θα μπορούσε να πετύχει ένα τέτοιο παράτολμο εγχείρημα.
Όσο για τα διλήμματα... Ουσιαστικά πρόκειται για ηθικό θέμα. Ο ήρωας - πρακτικός και προσγειωμένος τύπος - είναι ηθικά ακέραιος και διαθέτει έντονη την αίσθηση του καθήκοντος. Πού μπορεί να οδηγήσει όμως αυτό; Ποιο είναι το τίμημα και πόσα πράγματα που στηρίζουν κυριολεκτικά όλη του τη ζωή είναι διατεθειμένος να θυσιάσει για να περιφρουρήσει την ηθική του ακεραιότητα; Ναι, υπάρχει διάχυτη η μικροαστική ηθική. Αλλά το φιλμ θέτει μια σειρά από ερωτήματα: Αξιζει άραγε η ακεραιότητα που περιγράψαμε, όταν η διατήρησή της οδηγεί - με τη μικροαστική λογική πάντοτε - σε απόλυτη δυστυχία; Η ψυχή σου ή ολόκληρη η ζωή σου; Και μήπως αυτή ακριβώς η ακεραιότητα του χαρακτήρα είναι ταυτόχρονα και αδύνατο σημείο που απειλεί και τους οικείους σου με δυστυχία; Πόσο πολύπλοκη είναι τελικά η ζωή...
Ίσως κάποιοι - παρά το σασπένς που περιέγραψα - να κουραστούν τελικά. Σίγουρα πάντως πρόκειται για ενδιαφέρον φιλμ και, αν μη τι άλλο, πρωτότυπο.
Δευτέρα, Αυγούστου 04, 2014
ΚΑΛΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟ!
Πιστό στις παραδόσεις, το blog σας χαιρετά για το υπόλοιπο του Αυγούστου για να κολυμπήσει. Καλώς ήλθατε όσοι επιστρέψατε από διακοπές, καλά να περάσετε όσοι θα πάτε και μακάρι να είναι μόνο για φέτος όσοι δεν θα πάτε καθόλου.
Ίσως γράψουμε για (λίγες) ταινίες, ίσως όχι. Ραντεβού το Σεπτέμβριο!
Ίσως γράψουμε για (λίγες) ταινίες, ίσως όχι. Ραντεβού το Σεπτέμβριο!
ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ (Ή ΜΗΠΩΣ ΕΥΚΟΛΑ ΜΕΛΟ) "ΚΛΕΦΤΡΑ ΒΙΒΛΙΩΝ"
Η "Κλέφτρα των Βιβλίων" βασίζεται στο ομώνυμο best seller του 30άρη μόλις Μάρκους Ζούσακ. Στην οθόνη μεταφέρθηκε το 2013 από τον Brian Percival με σκοπό, νομίζω, να συγκινήσει τα πλήθη και να γίνει και κινηματογραφικό best seller.
Η ιστορία μας μεταφέρει στη ναζιστική Γερμανία, όπου ένα μικρό κορίτσι αναγκάζεται να φιλοξενηθεί σε θετή οικογένεια, αφού η μητέρα της, ως κομουνίστρια, "εξαφανίζεται" από τα ναζιστικά κτήνη. Η μικρή είναι αναλφάβητη, χάρη όμως στον καλοκάγαθο πατριό της, αποκτά πάθος για τα βιβλία, φτάνοντας σε σημείο μάλιστα να τα κλέβει. Τα βιβλία, σημειωτέον, τα οποία καίνε σε τελετουργικές πυρές οι ναζί. Το παζλ θα συμπληρωθεί όταν ένας νεαρός εβραίος κρύβεται για καιρό στο υπόγειο της οικογένειας, ενώ ένας συμμαθητής της ηρωίδας την ερωτεύεται - ενώ όλη σχεδόν η υπόλοιπη τάξη την χλευάζει.
Καλά όλα αυτά, αλλά νομίζω ότι δίνονται με μεγάλη δόση ευκολίας, με στόχο τη συγκίνηση του θεατή. Φυσικά η φρίκη της εποχής δεν κρύβεται, πλην όμως η όλη ιστορία αναπτύσεται μάλλον σαν παραμύθι. Οι χαρακτήρες είναι απλοί - καλοί, κακοί και κάποιοι, όπως η θετή μητέρα, άγρια επιφανειακά, χρυσή καρδιά όμως κατά βάθος. Υπάρχει και το εύρημα του βιβλίου, το οποίο ακολουθείται και στην ταινία: Ο αφηγητής της όλης ιστορίας είναι ο... Θάνατος, ο οποίος βέβαια είχε την τιμητική του στην Ευρώπη της εποχής. Αφηγείται με μια κυνική, ειρωνική διάθεση όσο δραματικά και συγκινητικά συμβαίνουν, ωστόσο εμένα μου φάνηκε κάπως αχρείαστο το όλο εύρημα, μόνο για ενυπωσιασμό. Κι αν ακόμα δεν υπήρχε, η ταινία θα ήταν ολόιδια, δίχως τίποτα να αλλάζει.
Ξέρω ότι το φιλμ γενικά άρεσε στον πολύ κόσμο. Είναι από τις περιπτώσεις που θα φανώ λίγο στριφνός, αλλά προσωπικά μου φάνηκε μάλλον εύκολα μελό. Καλογυρισμένο είναι, υπάρχουν καλοί ηθοποιοί (ο Τζέφρεϊ Ρας και η Έμιλι Γουότσον), αλλά συνολικά κάτι δεν μου πήγε. Ίσως το μελό στοιχείο της και η μάλλον αναμενόμενη εξέλιξη σε σχέση με τη μοίρα της μικρής ηρωίδας. Όσοι πάντως ψάχνετε για ένα ευαίσθητο-και-σαν-παραμύθι δράμα, δείτε το. Και, στο κάτω-κάτω, δεν είναι ποτέ κακό στις μέρες μας να υπενθυμίζει κανείς τη ναζιστική κόλαση, την οποία καταντήσαμε (ως κοινωνία) να "νοσταλγούν" πολλοί (μάλλον από ασυγχώρητη άγνοια)...
Σάββατο, Αυγούστου 02, 2014
"ΘΕΕ ΜΟΥ, ΤΙ ΣΟΥ ΚΑΝΑΜΕ" Ή ΤΑ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΑ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ ΕΙΔΩΜΕΝΑ ΚΩΜΙΚΑ
Η γαλική κωμωδία του 2014 "Θεέ μου, τι σου κάναμε;" (Qu'est-ce qu'on a fait au bon dieu?) του μάλλον μέτριου Philippe de Chauveron έκανε φοβερή επιτυχία στη Γαλλία και άρεσε και στο ελληνικό κοινό, ενώ πήρε πολύ μέτριες κριτικές. Συγνώμη, αλλά αυτή τη φορά είμαι με τους κριτικούς και όχι με το κοινό.
Το συντηρητικό ζεύγος Βερνέιγ (κεντροδεξιός γκωλικός εκείνος, θρήσκα καθολική εκείνη) έχει τέσσερεις κόρες και φέρει βαρέως - αν και πασχίζει να μην το δείχνει - το ότι οι τρεις απ' αυτές παντρεύτηκαν δεύτερης γενιάς εβραίο, μαροκινό και κινέζο αντίστοιχα. Όταν έρχεται η σειρά της τέταρτης, το σοκ είναι ακόμα μεγαλύτερο και όλοι αρχίζουν να συνωμοτούν ώστε να μη γίνει ο γάμος. Ωστόσο...
Η ταινία παίζει διαρκώς με τα ρατσιστικά κλισε, όχι με κακία βέβαια, αλλά με αστείο τρόπο, διακωμωδώντας τα και δηλώνοντας επίσης ότι τέτοιες προκαταλήψεις υπάρχουν σε όλες τις πλευρές και όχι μόνο από τους λευκούς προς τους "έγχρωμους". Άλλοτε λοιπόν είναι όλοι εναντίον όλων, αλλότε κάποιοι συμμαχούν μεταξύ τους ενάντια σε άλλους κλπ. Ο στόχος είναι να βγαίνει όσο πιο πολύ γέλιο γίνεται. Επικίνδυνο το όλο θέμα, στις μέρες μας ιδιαίτερα, αλλά ομολογώ ότι, όπως ξαναείπα, δεν αντιμετωπίζεται με κακία ούτε μονομερώς. Και, στο κάτω - κάτω, το όλο πράγμα σατιρίζεται δίχως ο σκηνοθέτης να δείχνει να υποστηρίζει ρατσιστικά πρότυπα.
Το πρόβλημά μου είναι ότι προσωπικά δεν γέλασα τόσο πολύ. Υπήρχαν έξυπνες σκηνές και ατάκες, αλλά ούτε τόσο πολλές ούτε και τόσο έξυπνες πια κατά τη γνώμη μου. Όσο για το σενάριο, το βρήκα μάλλον αφελές και πολύ, μα πολύ προβλέψιμο και "εύκολο". Όλα λύνονται πολύ απλά, απλοϊκά θα έλεγα, όλα πάνε όπως τα περιμένεις και... τέλος καλό όλα καλά. Σαν μια εύκολη λαϊκή κωμωδία που έρχεται από πολύ παλιά, απλώς έχει ένα σύγχρονο θέμα, αυτό των μεικτών γάμων. Το όλο πράγμα μου φάνηκε πολύ κλισέ. Έτσι - προσωπικά πάντοτε - δεν μπορώ να συμμεριστώ τη γνώμη του κοινού (και φίλων) που δηλώνουν ότι διασκέδασαν αφάνταστα.
Χαριτωμένο λοιπόν και σχετικά διασκεδαστικό μέσα στην ευκολία και την αφέλειά του, αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε. Το "προσπέρασα" σε ελάχιστο χρόνο.
Το συντηρητικό ζεύγος Βερνέιγ (κεντροδεξιός γκωλικός εκείνος, θρήσκα καθολική εκείνη) έχει τέσσερεις κόρες και φέρει βαρέως - αν και πασχίζει να μην το δείχνει - το ότι οι τρεις απ' αυτές παντρεύτηκαν δεύτερης γενιάς εβραίο, μαροκινό και κινέζο αντίστοιχα. Όταν έρχεται η σειρά της τέταρτης, το σοκ είναι ακόμα μεγαλύτερο και όλοι αρχίζουν να συνωμοτούν ώστε να μη γίνει ο γάμος. Ωστόσο...
Η ταινία παίζει διαρκώς με τα ρατσιστικά κλισε, όχι με κακία βέβαια, αλλά με αστείο τρόπο, διακωμωδώντας τα και δηλώνοντας επίσης ότι τέτοιες προκαταλήψεις υπάρχουν σε όλες τις πλευρές και όχι μόνο από τους λευκούς προς τους "έγχρωμους". Άλλοτε λοιπόν είναι όλοι εναντίον όλων, αλλότε κάποιοι συμμαχούν μεταξύ τους ενάντια σε άλλους κλπ. Ο στόχος είναι να βγαίνει όσο πιο πολύ γέλιο γίνεται. Επικίνδυνο το όλο θέμα, στις μέρες μας ιδιαίτερα, αλλά ομολογώ ότι, όπως ξαναείπα, δεν αντιμετωπίζεται με κακία ούτε μονομερώς. Και, στο κάτω - κάτω, το όλο πράγμα σατιρίζεται δίχως ο σκηνοθέτης να δείχνει να υποστηρίζει ρατσιστικά πρότυπα.
Το πρόβλημά μου είναι ότι προσωπικά δεν γέλασα τόσο πολύ. Υπήρχαν έξυπνες σκηνές και ατάκες, αλλά ούτε τόσο πολλές ούτε και τόσο έξυπνες πια κατά τη γνώμη μου. Όσο για το σενάριο, το βρήκα μάλλον αφελές και πολύ, μα πολύ προβλέψιμο και "εύκολο". Όλα λύνονται πολύ απλά, απλοϊκά θα έλεγα, όλα πάνε όπως τα περιμένεις και... τέλος καλό όλα καλά. Σαν μια εύκολη λαϊκή κωμωδία που έρχεται από πολύ παλιά, απλώς έχει ένα σύγχρονο θέμα, αυτό των μεικτών γάμων. Το όλο πράγμα μου φάνηκε πολύ κλισέ. Έτσι - προσωπικά πάντοτε - δεν μπορώ να συμμεριστώ τη γνώμη του κοινού (και φίλων) που δηλώνουν ότι διασκέδασαν αφάνταστα.
Χαριτωμένο λοιπόν και σχετικά διασκεδαστικό μέσα στην ευκολία και την αφέλειά του, αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε. Το "προσπέρασα" σε ελάχιστο χρόνο.
Δευτέρα, Ιουλίου 28, 2014
ΤΑ ΗΘΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΣΤΟ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΡΕΝΟ ΑΠΌ ΤΟ ΓΚΑΝ ΧΙΛ"
Από τα κλασικά γουέστερν που "ζουν" μέχρι σήμερα, "Το Τελευταίο Τρένο από το Γκαν Χιλ" γυρίστηκε το 1959 από τον έμπειρο John Sturges (1910-1992). Περιέχει πολλά "στάνταρ" του είδους, αλλά προσφέρεται και για γενικότερο προβληματισμό.
Δύο νεαροί βιάζουν και στη συνέχεια σκοτώνουν κτηνωδώς μια ινδιάνα ("σιγά, μωρέ, ινδιάνα ήταν..." θα ακουστεί συχνά κατά τη διάρκεια του φιλμ από διάφορα στόματα). Στην πόλη - κλασική επικίνδυνη οπόλη του Ουέστ, που ελέγχεται από έναν μεγαλοκτηματία και δεν πολυνοιάζεται για νόμο κάθε μορφής - φτάνει ένας σερίφης για να συλλάβει τους ένοχους. Σύντομα θα ανακαλύψει ότι ο ένας είναι ο μοναχογιός του προαναφερθέντος μεγαλοκτηματία. Και επιπλέον, για να περιπλακούν κι άλλο τα πράγματα, ο κτηματίας υπήρξε παλιά ο καλύτερός του φίλος, ενώ η νεκρή ινδιάνα ήταν η γυναίκα του σερίφη...
Η ταινία σε πρώτη ανάγνωση είναι μια τυπική ιστορία εκδίκησης, συνηθισμένη στο είδος. Πέραν αυτού όμως θέτει και μια σειρά από ηθικά διλήμματα: Πόσο μπορεί κανείς να ρισκάρει για να κρατήσει ανέπαφες τις ηθικές αρχές του και να κάνει τον νομο και την αίσθηση του δικαίου να θριαμβεύσουν, ανεξάρτητα από το πόσο κινδυνεύει ο ίδιος; Τι γίνεται όταν συγκρούονται το καθήκον με τη βαθειά φιλία; Ποιο είναι το αληθινό κίνητρο του ήρωα; Το καθήκον ή η προσωπική εκδίκηση; Έτσι ο προβληματισμός του φιλμ βρίσκεται κοντά σ' αυτόν του επίσης κλασικού "Το Τρένο θα Σφυρίξει Τρεις Φορές" (High Noon), αλλά και άλλων φιλμ. Επίσης, όπως συμβαίνει και με άλλα γουέστερν, ένα μόνιμο υποβόσκον θέμα είναι το σταδιακό πέρασμα των ΗΠΑ ως χώρας από μια απόλυτα ανεξέλεγκτη, δίχως κανόνες κατάσταση, όπου επικρατεί απλώς ο νόμος του ισχυρού, σε μια έννομη, οργανωμένη πολιτεία όπου ισχύει κάποιο δίκαιο (όσο τέλος πάντων ισχύουν όλα αυτά ακόμα και σήμερα, όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά παντού). Και ταυτόχρονα ξύνει την πληγή του αφόρητου, κτηνώδους ρατσισμού των "πολιτισμένων" λευκών αποίκων απέναντι στους ινδιάνους (τους οποίους, ως γνωστόν, εξολόθρευσαν).
Παράλληλα με όλα αυτά το φιλμ προχωρά αργά και σταθερά προς την κορύφωση και γίνεται μάλιστα όλο και πιο κλειστοφοβικό και αγωνιώδες με την πολιορκία του ήρωα και του ομήρου του στο σαλούν από τη συμμορία. Επίσης ο "κακός" κτηματίας δεν είναι απλώς μια καρικατούρα κακού, αλλά διαθέτει πολυεπίπεδο χαρακτήρα, απ' τον οποίο δεν λείπει η προσωπική ηθική και ένας δικός του κώδικας τιμής. Κερκ Ντάγκλας και Άντονι Κουίν είναι οι κλασικοί αντίπαλοι / φίλοι. Γενικά πρόκειται κατά τη γνώμη μου για πολύ καλό φιλμ, που αξίζει να δείτε, ιδιαίτερα αν είστε φίλος των κλασικών γουέστερν-με-όχι-μόνο-πιστολίδι-και-ξύλο...
Δύο νεαροί βιάζουν και στη συνέχεια σκοτώνουν κτηνωδώς μια ινδιάνα ("σιγά, μωρέ, ινδιάνα ήταν..." θα ακουστεί συχνά κατά τη διάρκεια του φιλμ από διάφορα στόματα). Στην πόλη - κλασική επικίνδυνη οπόλη του Ουέστ, που ελέγχεται από έναν μεγαλοκτηματία και δεν πολυνοιάζεται για νόμο κάθε μορφής - φτάνει ένας σερίφης για να συλλάβει τους ένοχους. Σύντομα θα ανακαλύψει ότι ο ένας είναι ο μοναχογιός του προαναφερθέντος μεγαλοκτηματία. Και επιπλέον, για να περιπλακούν κι άλλο τα πράγματα, ο κτηματίας υπήρξε παλιά ο καλύτερός του φίλος, ενώ η νεκρή ινδιάνα ήταν η γυναίκα του σερίφη...
Η ταινία σε πρώτη ανάγνωση είναι μια τυπική ιστορία εκδίκησης, συνηθισμένη στο είδος. Πέραν αυτού όμως θέτει και μια σειρά από ηθικά διλήμματα: Πόσο μπορεί κανείς να ρισκάρει για να κρατήσει ανέπαφες τις ηθικές αρχές του και να κάνει τον νομο και την αίσθηση του δικαίου να θριαμβεύσουν, ανεξάρτητα από το πόσο κινδυνεύει ο ίδιος; Τι γίνεται όταν συγκρούονται το καθήκον με τη βαθειά φιλία; Ποιο είναι το αληθινό κίνητρο του ήρωα; Το καθήκον ή η προσωπική εκδίκηση; Έτσι ο προβληματισμός του φιλμ βρίσκεται κοντά σ' αυτόν του επίσης κλασικού "Το Τρένο θα Σφυρίξει Τρεις Φορές" (High Noon), αλλά και άλλων φιλμ. Επίσης, όπως συμβαίνει και με άλλα γουέστερν, ένα μόνιμο υποβόσκον θέμα είναι το σταδιακό πέρασμα των ΗΠΑ ως χώρας από μια απόλυτα ανεξέλεγκτη, δίχως κανόνες κατάσταση, όπου επικρατεί απλώς ο νόμος του ισχυρού, σε μια έννομη, οργανωμένη πολιτεία όπου ισχύει κάποιο δίκαιο (όσο τέλος πάντων ισχύουν όλα αυτά ακόμα και σήμερα, όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά παντού). Και ταυτόχρονα ξύνει την πληγή του αφόρητου, κτηνώδους ρατσισμού των "πολιτισμένων" λευκών αποίκων απέναντι στους ινδιάνους (τους οποίους, ως γνωστόν, εξολόθρευσαν).
Παράλληλα με όλα αυτά το φιλμ προχωρά αργά και σταθερά προς την κορύφωση και γίνεται μάλιστα όλο και πιο κλειστοφοβικό και αγωνιώδες με την πολιορκία του ήρωα και του ομήρου του στο σαλούν από τη συμμορία. Επίσης ο "κακός" κτηματίας δεν είναι απλώς μια καρικατούρα κακού, αλλά διαθέτει πολυεπίπεδο χαρακτήρα, απ' τον οποίο δεν λείπει η προσωπική ηθική και ένας δικός του κώδικας τιμής. Κερκ Ντάγκλας και Άντονι Κουίν είναι οι κλασικοί αντίπαλοι / φίλοι. Γενικά πρόκειται κατά τη γνώμη μου για πολύ καλό φιλμ, που αξίζει να δείτε, ιδιαίτερα αν είστε φίλος των κλασικών γουέστερν-με-όχι-μόνο-πιστολίδι-και-ξύλο...
Κυριακή, Ιουλίου 27, 2014
Η ΑΥΓΗ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ ΤΩΝ ΠΙΘΗΚΩΝ ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Τελικά ο σχετικά άγνωστος Matt Reeves δεν είναι καθόλου τυχαίος σκηνοθέτης. Μετά τα "Cloverfield" και το αμερικάνικο "Άσε το Κακό να Μπει", καθόλου κακά και τα δύο, μπαίνει στον κόσμο της σειράς του "Πλανήτη των Πιθήκων" με τον υπότιτλο "Η Αυγή" (2014). Και νομίζω ότι τα καταφέρνει εξ ίσου καλά.
Το φιλμ μας βάζει σε έναν ακόμα μετακαταστροφικό κόσμο: Ένας ιός έχει αποδεκατίσει την ανθρωπότητα. Οι ελάχιστοι επιζώντες ζουν σε κοινότητες με ελάχιστη τεχνολογία. Αυτό που αγνοούν είναι ότι κοντά τους (κάπου έξω από το Σαν Φρανσίσκο συγκεκριμένα) οι νοήμονες πίθηκοι έχουν πολλαπλασιαστεί και έχουν οργανώσει μια ανεπτυγμένη κοινότητα, υπό την αρχηγία βεβαίως του Σίζαρ, που κυβερνά σοφά. Οι δύο "κόσμοι" ειναι μοιραίο κάποια στιγμή να έλθουν σε επαφή και τα προβλήματα θα αρχίσουν.
Θα σας πω γιατί μου άρεσε η ταινία: Πρώτα - πρώτα είναι εξαιρετική οπτικά. Το μετακαταστροφικό τοπίο οπτικοποιείται με δύναμη, κυρίως όμως είναι οι σκηνές με την αποικία των πιθήκων και με το πλήθος τους να δεσπόζει σε διάφορους χώρους που κόβουν την ανάσα. Από την άλλη η αγωνία για το τι θα συμβεί αυξάνεται διαρκώς, οπότε νομίζω ότι το "κράτημα" του θεατή είναι δεδομένο.Το μόνο που με ενοχλεί είναι το τέλος, όχι επί της ουσίας, αλλά επειδή είναι όλα τόσο έτοιμα και τόσο ανοιχτά για την επόμενη συνέχεια της σειράς...
Ωστόσο βρίσκω σημαντικότατο και τον προβληματισμό του φιλμ: Ουσιαστικά μιλά για την αυτοκαταστροφικότητα του ανθρώπινου γένους (και του γένους των πιθήκων από τη στιγμή που αναπτύσουν ανθρώπινου στιλ πολιτισμό, άρα ουσιαστικά γίνονται μια μεταφορά της ανθρώπινης κοινωνίας). Αυτοκαταστροφικότητα που κυρίως έγκειται στον μιλιταρισμό, στην τάση για καταφυγή στη βία. Από εκεί και πέρα, όταν το "μικρόβιο" εισχωρεί και στον κόσμο των πιθήκων, δεν υπάρχει επιστροφή. Και δεν νομίζω ότι αμφιβάλλει κανείς ότι ο πόλεμος είναι ό,τι χειρότερο "επινόησε" η ανθρωπότητα... Ταυτόχρονα το φιλμ μπορεί να μιλά και για θέματα όπως ο ρατσισμός (η στάση ενός μέλους της αρχικής ανθρώπινης αποστολής είναι χαρακτηριστική) ή η ανθρώπινη δίψα για εξουσία - συνιφασμένη με την προαναφερθείσα μιλιταριστική κατάρα. Βέβαια οι χαρακτήρες είναι από την πρώτη στιγμή χωρισμένοι αυστηρα σε καλούς - κακούς, αλλά στο Χόλιγουντ βρισκόμαστε, σε υπερπαραγωγή μάλιστα, οπότε αυτά είναι αναμενόμενα.
Συνολικά λοιπόν το βρήκα αξιοπρεπέστατο μπλόγκμπάστερ, από τα καλά του είδους. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο μεγάλος Tim Burton έφαγε τα μούτρα του όταν επιχείρησε να κάνει ένα είδος ριμέικ της πρώτης ταινίας του 1968, φτιάχνοντας νομίζω τη χειρότερη ταινία του.
Το φιλμ μας βάζει σε έναν ακόμα μετακαταστροφικό κόσμο: Ένας ιός έχει αποδεκατίσει την ανθρωπότητα. Οι ελάχιστοι επιζώντες ζουν σε κοινότητες με ελάχιστη τεχνολογία. Αυτό που αγνοούν είναι ότι κοντά τους (κάπου έξω από το Σαν Φρανσίσκο συγκεκριμένα) οι νοήμονες πίθηκοι έχουν πολλαπλασιαστεί και έχουν οργανώσει μια ανεπτυγμένη κοινότητα, υπό την αρχηγία βεβαίως του Σίζαρ, που κυβερνά σοφά. Οι δύο "κόσμοι" ειναι μοιραίο κάποια στιγμή να έλθουν σε επαφή και τα προβλήματα θα αρχίσουν.
Θα σας πω γιατί μου άρεσε η ταινία: Πρώτα - πρώτα είναι εξαιρετική οπτικά. Το μετακαταστροφικό τοπίο οπτικοποιείται με δύναμη, κυρίως όμως είναι οι σκηνές με την αποικία των πιθήκων και με το πλήθος τους να δεσπόζει σε διάφορους χώρους που κόβουν την ανάσα. Από την άλλη η αγωνία για το τι θα συμβεί αυξάνεται διαρκώς, οπότε νομίζω ότι το "κράτημα" του θεατή είναι δεδομένο.Το μόνο που με ενοχλεί είναι το τέλος, όχι επί της ουσίας, αλλά επειδή είναι όλα τόσο έτοιμα και τόσο ανοιχτά για την επόμενη συνέχεια της σειράς...
Ωστόσο βρίσκω σημαντικότατο και τον προβληματισμό του φιλμ: Ουσιαστικά μιλά για την αυτοκαταστροφικότητα του ανθρώπινου γένους (και του γένους των πιθήκων από τη στιγμή που αναπτύσουν ανθρώπινου στιλ πολιτισμό, άρα ουσιαστικά γίνονται μια μεταφορά της ανθρώπινης κοινωνίας). Αυτοκαταστροφικότητα που κυρίως έγκειται στον μιλιταρισμό, στην τάση για καταφυγή στη βία. Από εκεί και πέρα, όταν το "μικρόβιο" εισχωρεί και στον κόσμο των πιθήκων, δεν υπάρχει επιστροφή. Και δεν νομίζω ότι αμφιβάλλει κανείς ότι ο πόλεμος είναι ό,τι χειρότερο "επινόησε" η ανθρωπότητα... Ταυτόχρονα το φιλμ μπορεί να μιλά και για θέματα όπως ο ρατσισμός (η στάση ενός μέλους της αρχικής ανθρώπινης αποστολής είναι χαρακτηριστική) ή η ανθρώπινη δίψα για εξουσία - συνιφασμένη με την προαναφερθείσα μιλιταριστική κατάρα. Βέβαια οι χαρακτήρες είναι από την πρώτη στιγμή χωρισμένοι αυστηρα σε καλούς - κακούς, αλλά στο Χόλιγουντ βρισκόμαστε, σε υπερπαραγωγή μάλιστα, οπότε αυτά είναι αναμενόμενα.
Συνολικά λοιπόν το βρήκα αξιοπρεπέστατο μπλόγκμπάστερ, από τα καλά του είδους. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο μεγάλος Tim Burton έφαγε τα μούτρα του όταν επιχείρησε να κάνει ένα είδος ριμέικ της πρώτης ταινίας του 1968, φτιάχνοντας νομίζω τη χειρότερη ταινία του.
Πέμπτη, Ιουλίου 24, 2014
ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΝΕΟ "ΤΡΙΤΟ ΑΝΘΡΩΠΟ" ΣΤΟ "THE MAN BETWEEN"
Ο σημαντικός βρετανός σκηνοθέτης Carol Reed (1906-1976) είχε γυρίσει το 1949 την καλύτερη ισως ταινία του, τον "Τρίτο Άνθρωπο". Το 1953 γυρίζει το κατασκοπικό "The Man Between" σε μια προσπάθεια να επαναλάβει τον προηγούμενο θρίαμβό του. Η ταινία είναι νομίζω καλή, αλλά δεν φτάνει το κλασικό αριστούργημα του 1949.
Σίγουρα οι ομοιότητες είναι αρκετές. Χαώδης μεταπολεμική κατάσταση, φτώχεια και εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, ερειπωμένες από βομβαρδισμούς πόλεις, πολύπλοκες ίντριγκες... Η ατμόσφαιρα των δύο ταινιών μοιάζει πολύ. Μόνο που εδώ η πόλη που "πρωταγωνιστεί" ουσιαστικά στο φιλμ δεν είναι η Βιέννη, αλλά το Βερολίνο. Διότι, αν έπρεπε να βρούμε τον ουσιαστικό πρωταγωνιστή, αυτός είναι η ίδια η πόλη.
Εκεί θα φτάσει η βρετανή ηρωίδα, για να φιλοξενηθεί για λίγο από τον στρατιωτικό γιατρό αδελφό της, ο οποίος έχει γνωρίσει και παντρευτεί μια γερμανίδα. Από την αρχή η κοπέλα θα καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά με τη σύζυγο. Βιαστικά τηλέφωνα, κρυφές συναντήσεις, έκδηλο άγχος... Πρόκειται για κάποια απιστία ή για κάτι μεγαλύτερο; Σύντομα θα κάνει και την εμφάνισή του ένας μυστηριώδης γερμανός, μάλλον τυχοδιώκτης, που φαίνεται να ξέρει από παλιά την κοπέλα και τα πράγματα θα γίνουν πολύπλοκα, κυρίως όσον αφορά τη σχέση του με την αγγλίδα αδελφή. Ταυτόχρονα κυριαρχεί ένα σκοτεινό φόντο από μηχανοραφίες ανάμεσα σε δυτικούς και ανατολικούς...
Η ταινία είναι ατμοσφαιρική, κυρίως λόγω του σκηνικού. Παντού δεσπόζει το ερειπωμένο Βερολίνο, ισοπεδωμένο σε πολλά σημεία από τους βομβαρδισμούς, γεμάτο βουνά από μπάζα και κατεστραμένα κτίρια που υψώνονται σα στοιχειωμένα, χωρισμένο σε "δυτικό" και "ανατολικό" - βλέπε κομμουνιστικό - τομέα (το Τείχος δεν είχε ακόμα χτιστεί), πλημμυρισμένο από ανατολικούς πρόσφυγες που αναζητούν καλύτερη μοίρα στη Δύση. Όλα αυτά επιτείνουν το χάος και την ανησυχητική, γεμάτη ανασφάλεια ατμόσφαιρα. Και φυσικά, όπως είπαμε, ανάμεσα σ' όλα αυτά οργιάζουν οι κατασκοπευτικές ίντριγκες (ο Ψυχρός Πόλεμος έχει αρχίσει για τα καλά).
Ναι, η ταινία είναι κι αυτή σαφώς ψυχροπολεμική. Τα στρατόπεδα είνα σαφή: Οι "καλοί" δυτικοί και οι "κακοί" ανατολικοί (κομμουνιστές). Από τα δίχτυα τους άλλωστε πασχίζει να ξεφύγει... ας μην αποκαλύψουμε ποιος ή ποιοι. Αυτό, είτε συμφωνείτε είτε όχι, πάρτε το σαν δεδομένο. Από εκεί και πέρα προτείνω να επικεντρωθείτε στην ανησυχητική και μυστηριώδη ατμόσφαιρα, στο σασπένς που όλο και μεγαλώνει όσο προχωρά το φιλμ, στην παρουσία του Τζέιμς Μέισον, στο δυνατό τέλος...
Είπαμε, δεν είναι "Τρίτος Άνθρωπος", την βρήκα όμως ενδιαφέρουσα ταινία.
Σίγουρα οι ομοιότητες είναι αρκετές. Χαώδης μεταπολεμική κατάσταση, φτώχεια και εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, ερειπωμένες από βομβαρδισμούς πόλεις, πολύπλοκες ίντριγκες... Η ατμόσφαιρα των δύο ταινιών μοιάζει πολύ. Μόνο που εδώ η πόλη που "πρωταγωνιστεί" ουσιαστικά στο φιλμ δεν είναι η Βιέννη, αλλά το Βερολίνο. Διότι, αν έπρεπε να βρούμε τον ουσιαστικό πρωταγωνιστή, αυτός είναι η ίδια η πόλη.
Εκεί θα φτάσει η βρετανή ηρωίδα, για να φιλοξενηθεί για λίγο από τον στρατιωτικό γιατρό αδελφό της, ο οποίος έχει γνωρίσει και παντρευτεί μια γερμανίδα. Από την αρχή η κοπέλα θα καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά με τη σύζυγο. Βιαστικά τηλέφωνα, κρυφές συναντήσεις, έκδηλο άγχος... Πρόκειται για κάποια απιστία ή για κάτι μεγαλύτερο; Σύντομα θα κάνει και την εμφάνισή του ένας μυστηριώδης γερμανός, μάλλον τυχοδιώκτης, που φαίνεται να ξέρει από παλιά την κοπέλα και τα πράγματα θα γίνουν πολύπλοκα, κυρίως όσον αφορά τη σχέση του με την αγγλίδα αδελφή. Ταυτόχρονα κυριαρχεί ένα σκοτεινό φόντο από μηχανοραφίες ανάμεσα σε δυτικούς και ανατολικούς...
Η ταινία είναι ατμοσφαιρική, κυρίως λόγω του σκηνικού. Παντού δεσπόζει το ερειπωμένο Βερολίνο, ισοπεδωμένο σε πολλά σημεία από τους βομβαρδισμούς, γεμάτο βουνά από μπάζα και κατεστραμένα κτίρια που υψώνονται σα στοιχειωμένα, χωρισμένο σε "δυτικό" και "ανατολικό" - βλέπε κομμουνιστικό - τομέα (το Τείχος δεν είχε ακόμα χτιστεί), πλημμυρισμένο από ανατολικούς πρόσφυγες που αναζητούν καλύτερη μοίρα στη Δύση. Όλα αυτά επιτείνουν το χάος και την ανησυχητική, γεμάτη ανασφάλεια ατμόσφαιρα. Και φυσικά, όπως είπαμε, ανάμεσα σ' όλα αυτά οργιάζουν οι κατασκοπευτικές ίντριγκες (ο Ψυχρός Πόλεμος έχει αρχίσει για τα καλά).
Ναι, η ταινία είναι κι αυτή σαφώς ψυχροπολεμική. Τα στρατόπεδα είνα σαφή: Οι "καλοί" δυτικοί και οι "κακοί" ανατολικοί (κομμουνιστές). Από τα δίχτυα τους άλλωστε πασχίζει να ξεφύγει... ας μην αποκαλύψουμε ποιος ή ποιοι. Αυτό, είτε συμφωνείτε είτε όχι, πάρτε το σαν δεδομένο. Από εκεί και πέρα προτείνω να επικεντρωθείτε στην ανησυχητική και μυστηριώδη ατμόσφαιρα, στο σασπένς που όλο και μεγαλώνει όσο προχωρά το φιλμ, στην παρουσία του Τζέιμς Μέισον, στο δυνατό τέλος...
Είπαμε, δεν είναι "Τρίτος Άνθρωπος", την βρήκα όμως ενδιαφέρουσα ταινία.
Τρίτη, Ιουλίου 22, 2014
FIVE CΑRD STUD: ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ Ή ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ;
Δεν νομίζω ότι πρόκειται για μεγάλη ταινία. Διαθέτει όμως μια σημαντική ιδιορυθμία, για την οποία θα σας πω πιο κάτω. Λίγα όμως για την ιστορία: Σε τυπική πόλη του Φαρ Ουέστ, στο τυπικό σαλούν, 6 άνθρωποι παίζουν πόκερ. Όταν κάποιος απ' αυτούς συλλαμβάνεται να κλέβει, οι μεθυσμένοι συμπαίκτες του (πλην ενός, του μοναδικού επαγγελματία χαρτοπαίκτη), τον λυντσάρουν και τον κρεμάνε, παρά τις αντιρρήσεις του τελευταίου. Από εκεί και πέρα ένας - ένας αρχίζουν να δολοφονούνται, πάντοτε δι' απαγχονισμού. Ποιος είναι ο ένοχος και γιατί κάνει ό,τι κάνει;
Νομίζω ότι αντιληφθήκατε την ιδιορυθμία για την οποία έλεγα: Πρόκειται για ένα γουέστερν με καθαρά αστυνομική πλοκή, στα χνάρια μάλιστα των κλασικών ιστοριών της Άγκαθα Κρίστι. Ενώ υπάρχουν όλες οι συμβάσεις του είδους (οι καουμπόιδες, το ξύλο στο σαλούν, το ουίσκι, το πιστολίδι, ο οίκος ανοχής με την επικεφαλής "μαντάμ", το ράντσο κλπ.), η πλοκή είναι καθαρά αστυνομική. Αυτό που ενδιαφέρει τον θεατή δεν είναι τόσο το ποιος θα κερδίσει σε μια μονομαχία, αλλά το "ποιος το έκανε", όπως στα αστυνομικά. Κοινώς "βρείτε το δολοφόνο". Και για να γίνει ακομα πιο αστυνομικό το όλο πράγμα, όπως συμβαίνει στα αντίστοιχα φιλμ ή βιβλία, το σενάριο στρέφει τις υποψίες πότε στον ένα χαρακτήρα και πότε στον άλλο, υπάρχουν δηκαδή πολλοί ύποπτοι.
Η παρουσία του Ντιν Μάρτιν στο ρόλο του "καλού" χαρτοπαίκτη και γυναικά, αλλά κυρίως του πάντοτε "καλτ" Ρόμπερτ Μίτσαμ και του νεαρού τότε Ρούντι Μακ Ντάουελ είναι ευπρόσδεκτες, αν και αρκετές από τις άλλες ηθοποιίες δεν μου φάνηκαν και εξαιρετικές. Συνολικά λοιπόν η ταινία - δίχως να διεκδικεί δάφνες - βλέπεται νομίζω ευχάριστα, κυρίως λόγω της πρωτότυπης ανάμειξης των ειδών.
ΥΓ: Πάντοτε όταν βλέπω ένα παλιό γουέστερν - ακομα κι αν δεν είναι "προβληματισμένο", είναι δηλαδή εντελώς τυποποιημένο, δεν μπορώ να μη σκέφτομαι τις τοσο βάρβαρες ρίζες αυτης της χώρας μόλις εκατό τόσα χρόνια από σήμερα. Το έχουμε βέβαια συνηθίσει από τις ταινίες και δεν μας κάνει εντύπωση, αλλά σκεφτείτε πόση καθημερινή βία υπήρχε στην κοινωνία αυτή. Και μόνο το ότι οι άνθρωποι οπλοφορούσαν (πράγμα αδιανόητο για την Ευρώπη της εποχής) αρκεί. Άσε που δεν ήταν και τίποτα να κρεμάσουν οι συμπαίχτες του κάποιον που έκλεβε στο πόκερ...
Δευτέρα, Ιουλίου 21, 2014
Ο ΟΝΤΩΣ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΟΣ κ. ΣΠΙΒΕΤ
Ο Jean-Pierre Jeunet υπήρξε από την αρχή της καριέρας του (τότε δίδυμο με τον Καρό) ένας πάνω απ' όλα στυλίστας σκηνοθέτης. Το στιλ του έγκειται σε ένα συνδυασμό ευφάνταστης σκηνοθεσίας, feelgood παιδικότητας, ιδιαίτερης εικόνας και παραμυθένιας διάθεσης. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τα βρίσκουμε ατόφια στον αγγλόφωνο αυτή τη φορά "Απρόβλεπτο κ. Σπίβετ" (The Young and Prodigious T.S.Spivet) του 2013.
Ένα δεκάχρονο παιδί - θαύμα, ιδιοφυϊα στις επιστήμες, ζει με την μάλλον δυσλειτουργική οικογένειά του σε μια απομονωμένη φάρμα στις ερημιές της αμερικάνικης υπαίθρου. Όταν κερδίζει από το περίφημο Smithsonean Institute το σημαντικότερο επιστημονικό βραβείο, αποκρύπτει την ηλικία του, το σκάει από το σπίτι και ταξιδεύει λαθραία προς τη μακρινή Ουάσινγκτον για να το παραλάβει.
Το φιλμ διακρίνεται αμέσως από την ιδιόμορφη ατμόσφαιρα που δημιουργεί στις ταινίες του ο Ζενέ. Η απίστευτα καθαρή φωτογραφία, πλημμυρισμένη από χρώμα, τα υπέροχα φυσικά τοπία, ο ενυπάρχον σουρεαλισμός, τα σκηνοθετικά κόλπα (σχεδιαγράμματα, γράμματα που βγαίνουν στην οθόνη, ενίοτε κινούμενα σχέδια, παράξενες λήψεις κλπ.), όλα υπάρχουν εδώ. Η feelgood διάθεση που προαναφέραμε επίσης, αυτή τη φορά όμως ανάμικτη με συγκίνηση, που κυρίως έχει να κάνει με την ουσιαστικότερη και βαθύτερη ανάγκη του ιδιοφυούς μικρού ήρωα για αγάπη και αποδοχή από την οικογένειά του. Επίσης οι περιπέτειές του και το χιούμορ νομίζω ότι δεν αφήνουν τον θεατή να πλήξει. Έτσι, αν ιδιαίτερα ενδιαφέρεστε για παράδοξη και προσωπική ατμόσφαιρα στο σινεμά, συνιστώ το φιλμ.
Ωστόσο έχω να παρατηρήσω ότι πλέον ο κάποτε τόσο αγαπητός και πρωτότυπος Ζενέ (θυμηθείτε την τεράστια επιτυχία της "Αμελί") δεν έχει μεν χάσει τις ιδέες του, φοβάμαι όμως ότι πλέον επαναλαμβάνει τον εαυτό του. Το πρόβλημα είναι ότι ο θεατής που ξέρει τη δουλειά του σκηνοθέτη δεν νοιώθει πλέον καμία έκπληξη, γνωρίζει από πριν τι περίπου θα δει. Να λοιπόν το πρόβλημα (συν την πανταχού παρούσα, σαφώς ηθελημένη πάντως, αφέλεια). Πέραν αυτών νομίζω ότι γενικά θα περάσετε καλά. Και υπάρχει και μια έντονη κριτική της τηλεόρασης, του τύπου και κάθε λογής άλλων "κορακιών" (πανεπιστημιακού κατεστημένου κλπ) που εκμεταλλεύονται αδίστακτα ό ,τι μπορεί να βγάλει χρήμα ή δόξα. Είναι πλέον χαρακτηριστικό του συστήματος που ζούμε...
Ένα δεκάχρονο παιδί - θαύμα, ιδιοφυϊα στις επιστήμες, ζει με την μάλλον δυσλειτουργική οικογένειά του σε μια απομονωμένη φάρμα στις ερημιές της αμερικάνικης υπαίθρου. Όταν κερδίζει από το περίφημο Smithsonean Institute το σημαντικότερο επιστημονικό βραβείο, αποκρύπτει την ηλικία του, το σκάει από το σπίτι και ταξιδεύει λαθραία προς τη μακρινή Ουάσινγκτον για να το παραλάβει.
Το φιλμ διακρίνεται αμέσως από την ιδιόμορφη ατμόσφαιρα που δημιουργεί στις ταινίες του ο Ζενέ. Η απίστευτα καθαρή φωτογραφία, πλημμυρισμένη από χρώμα, τα υπέροχα φυσικά τοπία, ο ενυπάρχον σουρεαλισμός, τα σκηνοθετικά κόλπα (σχεδιαγράμματα, γράμματα που βγαίνουν στην οθόνη, ενίοτε κινούμενα σχέδια, παράξενες λήψεις κλπ.), όλα υπάρχουν εδώ. Η feelgood διάθεση που προαναφέραμε επίσης, αυτή τη φορά όμως ανάμικτη με συγκίνηση, που κυρίως έχει να κάνει με την ουσιαστικότερη και βαθύτερη ανάγκη του ιδιοφυούς μικρού ήρωα για αγάπη και αποδοχή από την οικογένειά του. Επίσης οι περιπέτειές του και το χιούμορ νομίζω ότι δεν αφήνουν τον θεατή να πλήξει. Έτσι, αν ιδιαίτερα ενδιαφέρεστε για παράδοξη και προσωπική ατμόσφαιρα στο σινεμά, συνιστώ το φιλμ.
Ωστόσο έχω να παρατηρήσω ότι πλέον ο κάποτε τόσο αγαπητός και πρωτότυπος Ζενέ (θυμηθείτε την τεράστια επιτυχία της "Αμελί") δεν έχει μεν χάσει τις ιδέες του, φοβάμαι όμως ότι πλέον επαναλαμβάνει τον εαυτό του. Το πρόβλημα είναι ότι ο θεατής που ξέρει τη δουλειά του σκηνοθέτη δεν νοιώθει πλέον καμία έκπληξη, γνωρίζει από πριν τι περίπου θα δει. Να λοιπόν το πρόβλημα (συν την πανταχού παρούσα, σαφώς ηθελημένη πάντως, αφέλεια). Πέραν αυτών νομίζω ότι γενικά θα περάσετε καλά. Και υπάρχει και μια έντονη κριτική της τηλεόρασης, του τύπου και κάθε λογής άλλων "κορακιών" (πανεπιστημιακού κατεστημένου κλπ) που εκμεταλλεύονται αδίστακτα ό ,τι μπορεί να βγάλει χρήμα ή δόξα. Είναι πλέον χαρακτηριστικό του συστήματος που ζούμε...
Πέμπτη, Ιουλίου 17, 2014
H "FEDORA" ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΣΗΜΟΤΗΤΑΣ
Η "Fedora" του 1978 είναι η προτελευταία ταινία του μεγάλου Billy Wilder (1906-2002). Είναι η δεύτερη φορά που ο δημιουργός - από τους σημαντικότερους του Χόλιγουντ - καταπιάνεται με το θέμα της παράνοιας του star system και των κρυμμένων μυστικών της κινηματογραφικής βιομηχανίας μετά το αριστουργηματικό Sunset Boulevard (Η Λεωφόρος της; Δύσης). Και διαθέτει και ελληνικό ενδιαφέρον, αφού είναι γυρισμένο στην Κέρκυρα.
Ένας ξεπεσμένος παραγωγός φτάνει στην Κέρκυρα, σε μια βίλα της οποίας ζει εντελώς απομονωμένη μια παλιά, ηλικιωμένη πλέον, σούπερ σταρ του Χόλιγουντ, για να της προτείνει ένα "θριαμβευτικό come back". Εκεί θα διαπιστώσει ότι η πρώην σταρ ζει σε ένα είδος αιχμαλωσίας στη βίλα, η οποία "διοικείται" ουσιαστικά από μία αυταρχική γριά κόμισα. Από εκεί και πέρα οι συγκλονιστικές αποκαλύψεις θα διαδέχονται η μία την άλλη.
Ας πούμε από την αρχή ότι η "Φεντόρα" δεν είναι σε καμία περίπτωση "Sunset Boulevard". Ο Γουάιλντερ, λογικά, είναι πιο κουρασμένος (72 ετών τότε), ο Ουίλιαμ Χόλντεν (επίσης πρωταγωνιστής της παλιότερης ταινίας) το ίδιο. Γενικά οι ηθοποιίες δεν είναι ό, τι καλύτερο, ενώ στο φιλμ κυριαρχεί μια περίεργη αίσθηση του γκροτέσκο. Μέχρι εδώ όμως τα αρνητικά. Θα ξαναπώ ότι το φιλμ είναι συγκλονιστικό.
Στην πρώτη κιόλας σκηνή βλέπουμε τον θάνατο της σταρ στις γραμμές ενός τρένου. Το φιλμ είναι λοιπόν ένα φλας μπακ για το πώς φτάσαμε ως εκεί και, πιστέψτε με, κρατά καθηλωμένο τον θεατή κι ας είναι γνωστή η κατάληξη. Η σημασία του βρίσκεται στα θέματα που θίγει: Το πρώτο - πρώτο είναι το σκληρό τίμημα της δόξας. Οι σταρ κουβαλούν ένα βαρύ φορτίο, το οποίο ενίοτε οδηγεί στην καθαρή παράνοια. Φυσικά και η ματαιοδοξία στον απόλυτο βαθμό είναι πανταχού παρούσα. Οι προσωπικές σχέσεις, η οικογένεια, ο έρωτας, η μητρότητα, περνούν σε δεύτερο επίπεδο. Όλα θυσιάζονται για να κρατηθεί η απαστράπτουσα εικόνα, η τέλεια βιτρίνα, για να διατηρηθεί η δόξα όσο περισσότερο μπορεί. Ταυτόχρονα, όπως φυσικά και αλλού, η απληστία είναι και εδώ δεδομένη.
Τα πιο πάνω θα μπορούσαν να ισχύουν και σε άλλους καλλιτεχνικούς χώρους. Πάντως η κατά Wilder εικόνα των εσωτερικών της κινηματογραφικής βιομηχανίας, δεν είναι καθόλου, μα καθόλου κολακευτική. Οι ήρωες είναι όλοι τσακισμένοι με διάφορους τρόπους. Κανείς δεν βγαίνει αλώβητος από τις συμπληγάδες της βιομηχανίας της δόξας. Πέραν από τη μελέτη του ίδιου του σινεμά πάντως και την προφανή αυτοαναφορικότητα (ο Μάικλ Γιορκ παίζει τον εαυτό του, το γύρισμα μιας "Μαντάμ Μποβαρί" παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη), το φιλμ αποτελεί μια πολύ δυνατή μελέτη της ανθρώπινης αυτοκαταστροφικότητας, παράνοιας, απληστίας.
Όχι, δεν είναι Sunset Boulevard. Παρ΄όλα αυτά όμως - και παρά τα όποια προβλήματα - θα πρότεινα ανεπιφύλακτα να μην το χάσετε.
Τρίτη, Ιουλίου 15, 2014
ALPHAVILLE Ή Η ΚΑΤΑ ΓΚΟΝΤΑΡ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Το "Aplhaville" είναι η ταινία επιστημονικής φαντασίας που γύρισε ο Jean- Luc Godard το 1965. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Είναι και η νοσταλγική ματιά του δημιουργού στα αμερικάνικα b-movies και στην pulp λογοτεχνία. Και είναι και διάφορα άλλα πράγματα.
Ασπρόμαυρο, δίχως εφέ, δίχως έντονη δράση, το φιλμ ελάχιστα θυμίζει τη σύγχρονη χολιγουντιανή ΕΦ. Σε ένα δυστοπικό μέλλον, με έναν κόσμο χωρισμένο πιθανόν σε πόλεις - κράτη, ένας πράκτορας από τις "Έξω Χώρες" φτάνει στην ισχυρή Aplhaville για να διαπιστώσει ότι πρόκειται για μια πόλη που κυβερνάται από ένα υπερ - κομπιούτερ και όπου τα συναισθήματα απαγορεύονται. Η γνωριμία του με μια όμορφη κοπέλα που προσφέρει τις υπηρεσίες της στους άντρες (η Άννα Καρίνα φυσικά, σύζυγος και μόνιμη πρωταγωνίστρια των πρώτων ταινιών του Γκοντάρ) θα αποτελέσει καταλύτη για τις εξελίξεις.
Η πόλη είναι γκρίζα, μουντή, σα να βρίσκεται σε μόνιμη νύχτα. Όλα εκεί είναι καταθλιπτικά. Οι φωτεινές επιγραφές, τα φώτα που αναβοσβήνουν, τα γράμματα, δημιουργούν μια υπνωτική ατμόσφαιρα. Οι άνθρωποι είναι κι αυτοί ζωντανά φαντάσματα, υποταγμένα σε μια αόρατη δικτατορία. Ο "επισκέπτης από τις Έξω Χώρες" είναι αντίθετα φορέας της ζωής, των συναισθημάτων, του έρωτα. Ουσιαστικά λοιπόν νομίζω ότι το "Αλφαβίλ" είναι μια ρομαντική ταινία, που πρεσβεύει τη δύναμη του έρωτα και την επανάσταση ενάντια σε μηχανιστικές λογικές, στο μπλοκάρισμα των συναισθημάτων, στην απώλεια της ανθρωπιάς και - φυσικά - ενάντια σε κάθε λογής απαγορεύσεις. Η ουσιαστική νίκη του ήρωα θα επιτευχθεί όταν κάνει την σχεδόν-ρομπότ-κοπέλα να ψελλίσει "σ' αγαπώ".
Αυτά για το νόημα (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Κατά τα άλλα στο φιλμ υπάρχουν πάντοτε οι φιλοσοφικοί στοχασμοί του Γκοντάρ, η προσφιλής του ανάγνωση αποσπασματων από βιβλία, οι μακρείς διάλογοι, όσα δηλαδή χαρακτηρίζουν το γκονταρικό έργο της δεκαετίας του 60. Συγχρόνως όμως υπάρχει και εντονότατη η κινηματογραφοφιλία του δημιουργού και οι πλείστες αναφορές. Εκτός από την προφανή παραπομπή στο Metropolis, εδώ ο Γκοντάρ βουτά όχι μόνο στο αμερικάνικο σινεμά, αλλά στα b-movieς και το pulp στοιχείο, όπως είπαμε στην αρχή. Η ιστορία δεν είναι παρά "μια περιπέτεια του Λέμι Κόσιον", όπως ρητά αναφέρεται. Ο Λέμι ήταν μυστικός πράκτορας και ήρωας σειράς φτηνών περιπετειωδών ταινιών και βιβλίων. Ερμηνευόταν από τον Έντι Κονσταντέν. Ακριβώς αυτόν τον ηθοποιό επιλέγει και ο Γκοντάρ για τη δική του "σοβαρή" ταινία (είναι, νομίζω, και ο μόνος "σοβαρός" ρόλος που ερμήνευσε ποτέ ο ηθοποιός). Όπως βλέπετε, οι αναφορές στην ποπ κουλτούρα της εποχής είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Άλλωστε και η ίδια η επιλογή του είδους της ΕΦ παρέπεμπε την εποχή εκείνη σε κάτι "μη σοβαρό" (προφανώς σε εισαγωγικά, απλώς αυτή ήταν η επικρατούσα γνώμη). Ο Γκοντάρ επίτηδες αφήνει πλήθος σεναριακές αφέλειες και πολλές ευκολίες στα όσα συμβαίνουν (στη δράση κυρίως), για να αναφερθεί ακριβώ;ς στις εξόφθαλμες συμβάσεις του λαϊκού σινεμά και λογοτεχνίας του είδους, που δείχνει να γνωρίζει καλά.
Δείτε το, έχοντας πάντοτε υπ' όψιν ότι δεν πρόκειται να δείτε μια συμβατική, θεαματική ταινία ΕΦ. Για Γκοντάρ πρόκειται. Ίσως κάποιοι να το βρείτε και ξεπερασμένο. Ωστόσο το φιλμ και οι επιλογές δείχνουν, μεταξύ άλλων, την τόλμη του δημιουργού αυτού που σίγουρα σημάδεψε τον κινηματογράφο. Και, νομίζω, διατηρεί αρκετή από τη μουντή γοητεία του.
Ασπρόμαυρο, δίχως εφέ, δίχως έντονη δράση, το φιλμ ελάχιστα θυμίζει τη σύγχρονη χολιγουντιανή ΕΦ. Σε ένα δυστοπικό μέλλον, με έναν κόσμο χωρισμένο πιθανόν σε πόλεις - κράτη, ένας πράκτορας από τις "Έξω Χώρες" φτάνει στην ισχυρή Aplhaville για να διαπιστώσει ότι πρόκειται για μια πόλη που κυβερνάται από ένα υπερ - κομπιούτερ και όπου τα συναισθήματα απαγορεύονται. Η γνωριμία του με μια όμορφη κοπέλα που προσφέρει τις υπηρεσίες της στους άντρες (η Άννα Καρίνα φυσικά, σύζυγος και μόνιμη πρωταγωνίστρια των πρώτων ταινιών του Γκοντάρ) θα αποτελέσει καταλύτη για τις εξελίξεις.
Η πόλη είναι γκρίζα, μουντή, σα να βρίσκεται σε μόνιμη νύχτα. Όλα εκεί είναι καταθλιπτικά. Οι φωτεινές επιγραφές, τα φώτα που αναβοσβήνουν, τα γράμματα, δημιουργούν μια υπνωτική ατμόσφαιρα. Οι άνθρωποι είναι κι αυτοί ζωντανά φαντάσματα, υποταγμένα σε μια αόρατη δικτατορία. Ο "επισκέπτης από τις Έξω Χώρες" είναι αντίθετα φορέας της ζωής, των συναισθημάτων, του έρωτα. Ουσιαστικά λοιπόν νομίζω ότι το "Αλφαβίλ" είναι μια ρομαντική ταινία, που πρεσβεύει τη δύναμη του έρωτα και την επανάσταση ενάντια σε μηχανιστικές λογικές, στο μπλοκάρισμα των συναισθημάτων, στην απώλεια της ανθρωπιάς και - φυσικά - ενάντια σε κάθε λογής απαγορεύσεις. Η ουσιαστική νίκη του ήρωα θα επιτευχθεί όταν κάνει την σχεδόν-ρομπότ-κοπέλα να ψελλίσει "σ' αγαπώ".
Αυτά για το νόημα (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Κατά τα άλλα στο φιλμ υπάρχουν πάντοτε οι φιλοσοφικοί στοχασμοί του Γκοντάρ, η προσφιλής του ανάγνωση αποσπασματων από βιβλία, οι μακρείς διάλογοι, όσα δηλαδή χαρακτηρίζουν το γκονταρικό έργο της δεκαετίας του 60. Συγχρόνως όμως υπάρχει και εντονότατη η κινηματογραφοφιλία του δημιουργού και οι πλείστες αναφορές. Εκτός από την προφανή παραπομπή στο Metropolis, εδώ ο Γκοντάρ βουτά όχι μόνο στο αμερικάνικο σινεμά, αλλά στα b-movieς και το pulp στοιχείο, όπως είπαμε στην αρχή. Η ιστορία δεν είναι παρά "μια περιπέτεια του Λέμι Κόσιον", όπως ρητά αναφέρεται. Ο Λέμι ήταν μυστικός πράκτορας και ήρωας σειράς φτηνών περιπετειωδών ταινιών και βιβλίων. Ερμηνευόταν από τον Έντι Κονσταντέν. Ακριβώς αυτόν τον ηθοποιό επιλέγει και ο Γκοντάρ για τη δική του "σοβαρή" ταινία (είναι, νομίζω, και ο μόνος "σοβαρός" ρόλος που ερμήνευσε ποτέ ο ηθοποιός). Όπως βλέπετε, οι αναφορές στην ποπ κουλτούρα της εποχής είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Άλλωστε και η ίδια η επιλογή του είδους της ΕΦ παρέπεμπε την εποχή εκείνη σε κάτι "μη σοβαρό" (προφανώς σε εισαγωγικά, απλώς αυτή ήταν η επικρατούσα γνώμη). Ο Γκοντάρ επίτηδες αφήνει πλήθος σεναριακές αφέλειες και πολλές ευκολίες στα όσα συμβαίνουν (στη δράση κυρίως), για να αναφερθεί ακριβώ;ς στις εξόφθαλμες συμβάσεις του λαϊκού σινεμά και λογοτεχνίας του είδους, που δείχνει να γνωρίζει καλά.
Δείτε το, έχοντας πάντοτε υπ' όψιν ότι δεν πρόκειται να δείτε μια συμβατική, θεαματική ταινία ΕΦ. Για Γκοντάρ πρόκειται. Ίσως κάποιοι να το βρείτε και ξεπερασμένο. Ωστόσο το φιλμ και οι επιλογές δείχνουν, μεταξύ άλλων, την τόλμη του δημιουργού αυτού που σίγουρα σημάδεψε τον κινηματογράφο. Και, νομίζω, διατηρεί αρκετή από τη μουντή γοητεία του.
Σάββατο, Ιουλίου 12, 2014
"ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ": ΕΝΑ ΟΧΙ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ
Ο Tommy Lee Jones είχε αποδείξει με τις "Τρεις Ταφές του Μελκιάδες Εστράντο" ότι είναι και πολύ καλός σκηνοθέτης. Με τη δεύτερη ταινία του, το "Μέχρι το Τέλος" (The Homesman) του 2014 το επιβεβαιώνει απόλυτα.
Πρόκειται για γουέστερν, το οποίο όμως κινείται αρκετά μακριά από τα κλισέ και - κυρίως - τους ηρωισμούς παλιότερων δειγμάτων του είδους. Εδώ τα πράγματα είναι ρεαλιστικά, τραχειά, βρώμικα και καθόλου, μα καθόλου ηρωικά. Εδώ βλέπουμε ένα Φαρ Ουέστ περισσότερο εξαθλιωμένο, σκληρό και βάρβαρο, βουτηγμένο στην πείνα, την ανέχεια, τη βία και - από τότε - στις ανισότητες. Σιγά μην υπάρχει χώρος και για ηρωισμούς...
Η ηρωίδα, μια μοναχική γυναίκα που έχει ράντσο σε μια σκληρη και φτωχή, σχεδόν έρημη περιοχή, αναλαμβάνει να συνοδεύεσι τρεις γυναίκες της περιοχής που έχουν τρελαθεί από τις κακουχίες σε μια ευημερούσα κοινότητα πάμπολλα μίλια μακριά, διασχίζοντας μια επικίνδυνη ερημιά σε ένα ταξίδι εβδομάδων. Σαν βοηθό παίρνει έναν απόλυτα αναξιόπιστο τυχοδιώκτη, ο οποίος την ακολουθεί απρόθυμα μόνο και μόνο επειδή τον έσωσε από την κρεμάλα. Στο ταξίδι τους πολλά απρόοπτα θα συμβούν.
Η γοητεία του φιλμ προκύπτει αρχικά από τους δύο τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες. Εκείνη είναι άκαμπτη, ακούσια μοναχική και δυνατή, κρύβει όμως και μια κρυμένη καλοσύνη και τρυφερότητα. Εκείνος είναι τυχοδιώκτης, λιποτάκτης, ρεαλιστής και πάνω απ' όλα φροντίζει για το τομάρι του, διαθέτει όμως ένα είδος εσωτερικού κώδικα τιμής. Γύρω τους ο κόσμος είναι βουτηγμένος στην πείνα και την ανέχεια, στην εξαθλίωση θα έλεγα, αλλά και σε μια σκληρότητα που χαρακτηρίζει εξ ίσου φουκαράδες και πλούσιους. Κανείς δεν είναι "καλός". Από τους εξαθλιωμένους ινδιάνους και τους περιπλανώμενους των καραβανιών μέχρι τους πλούσιους του πολυτελούς ξενοδοχείου που "περιμένουν επενδυτές", όλοι είναι βουτηγμένοι σε μια πρωτοφανή σκληρότητα, βία και αδιαφορία για τους άλλους.
Η ταινία είναι βαρειά, μελαγχολική και κινείται μακριά από εύκολα χάπι εντ. Αν προσθέσετε και το ζοφερό μοτίβο της τρέλας των γυναικών, που υπάρχει ως μόνιμο background, μιλάμε περισσότερο για ένα σκοτεινό δράμα παρά για καθαρό γουέστερν. Οι ερμηνείες της Χίλαρι Σουόνκ και του Τόμι Λι Τζόουνς είναι εξαιρετικές, ενώ πολύ δυνατή είναι - για μια ακόμα φορά - η κατάδειξη των βρώμικων και εγκληματικών θεμελίων πάνω στα οποία στηρίχτηκε η χώρα των ΗΠΑ.
Τη βρήκα πολύ καλή ταινία, αλλά - προειδοποιώ και πάλι - πολύ βαρειά και μελαγχολική. Σας συνιστώ να μην πάτε προετοιμασμένοι να δείτε ένα ευχάριστο, περιπετειώδες γουέστερν.
Πρόκειται για γουέστερν, το οποίο όμως κινείται αρκετά μακριά από τα κλισέ και - κυρίως - τους ηρωισμούς παλιότερων δειγμάτων του είδους. Εδώ τα πράγματα είναι ρεαλιστικά, τραχειά, βρώμικα και καθόλου, μα καθόλου ηρωικά. Εδώ βλέπουμε ένα Φαρ Ουέστ περισσότερο εξαθλιωμένο, σκληρό και βάρβαρο, βουτηγμένο στην πείνα, την ανέχεια, τη βία και - από τότε - στις ανισότητες. Σιγά μην υπάρχει χώρος και για ηρωισμούς...
Η ηρωίδα, μια μοναχική γυναίκα που έχει ράντσο σε μια σκληρη και φτωχή, σχεδόν έρημη περιοχή, αναλαμβάνει να συνοδεύεσι τρεις γυναίκες της περιοχής που έχουν τρελαθεί από τις κακουχίες σε μια ευημερούσα κοινότητα πάμπολλα μίλια μακριά, διασχίζοντας μια επικίνδυνη ερημιά σε ένα ταξίδι εβδομάδων. Σαν βοηθό παίρνει έναν απόλυτα αναξιόπιστο τυχοδιώκτη, ο οποίος την ακολουθεί απρόθυμα μόνο και μόνο επειδή τον έσωσε από την κρεμάλα. Στο ταξίδι τους πολλά απρόοπτα θα συμβούν.
Η γοητεία του φιλμ προκύπτει αρχικά από τους δύο τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες. Εκείνη είναι άκαμπτη, ακούσια μοναχική και δυνατή, κρύβει όμως και μια κρυμένη καλοσύνη και τρυφερότητα. Εκείνος είναι τυχοδιώκτης, λιποτάκτης, ρεαλιστής και πάνω απ' όλα φροντίζει για το τομάρι του, διαθέτει όμως ένα είδος εσωτερικού κώδικα τιμής. Γύρω τους ο κόσμος είναι βουτηγμένος στην πείνα και την ανέχεια, στην εξαθλίωση θα έλεγα, αλλά και σε μια σκληρότητα που χαρακτηρίζει εξ ίσου φουκαράδες και πλούσιους. Κανείς δεν είναι "καλός". Από τους εξαθλιωμένους ινδιάνους και τους περιπλανώμενους των καραβανιών μέχρι τους πλούσιους του πολυτελούς ξενοδοχείου που "περιμένουν επενδυτές", όλοι είναι βουτηγμένοι σε μια πρωτοφανή σκληρότητα, βία και αδιαφορία για τους άλλους.
Η ταινία είναι βαρειά, μελαγχολική και κινείται μακριά από εύκολα χάπι εντ. Αν προσθέσετε και το ζοφερό μοτίβο της τρέλας των γυναικών, που υπάρχει ως μόνιμο background, μιλάμε περισσότερο για ένα σκοτεινό δράμα παρά για καθαρό γουέστερν. Οι ερμηνείες της Χίλαρι Σουόνκ και του Τόμι Λι Τζόουνς είναι εξαιρετικές, ενώ πολύ δυνατή είναι - για μια ακόμα φορά - η κατάδειξη των βρώμικων και εγκληματικών θεμελίων πάνω στα οποία στηρίχτηκε η χώρα των ΗΠΑ.
Τη βρήκα πολύ καλή ταινία, αλλά - προειδοποιώ και πάλι - πολύ βαρειά και μελαγχολική. Σας συνιστώ να μην πάτε προετοιμασμένοι να δείτε ένα ευχάριστο, περιπετειώδες γουέστερν.
Πέμπτη, Ιουλίου 10, 2014
Ο ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟ "SENSO"
Το 1954 ο Lucchino Visconti (1906-1978) είχε ήδη απομακρυνθεί από τον νεορεαλισμό, απ' όπου ξεκίνησε, και είχε οδηγήσει το στιλ του σε ένα "βαρύ" μπαρόκ - πράγμα που συνδέεται και με τη δηλωμένη αγάπη του για την όπερα. Όλα αυτά είναι φανερά στο ιστορικό μελόδραμα "Senso", που γύρισε τη χρονιά εκείνη.
Βρισκόμαστε στα 1866, στα τελευταία της αυστριακής κατοχής της Ιταλίας. Η επανάσταση των ιταλών έχει ξεκινήσει και οι μάχες δεν θα αργήσουν να ξεσπάσουν. Μέσα στην αναταραχή μια ιταλίδα κόμισα ερωτεύεται παράφορα έναν γοητευτικό αυστριακό αξιωματικό και, για χάρη ενός ουσιαστικά αδύνατου έρωτα, δεν θα διστάσει να φτάσει ακόμα και στην προδοσία της πατρίδας της.
Η πρώτη μόλις σκηνή διαδραματίζεται κατά την παράσταση της όπερας του Βέρντι "Τροβατόρε", πράγμα που δηλώνει τη βαθιά αγάπη του σκηνοθέτη για τη μορφή αυτή τέχνης, όπως είπαμε και στην αρχή (ο ίδιος είχε ανεβάσει και αρκετές όπερες στη σκηνή). Ο Βισκόντι, μακριά πλέον από νεορεαλιστικά στοιχεία, όπως προείπαμε, χρησιμοποιεί βαριά σκηνικά και κοστούμια εποχής, διευρυμένα τοπία, πολυπρόσωπα πλάνα, μακρινές λήψεις και σπάνια κοντινά πλάνα, προσδίδοντας έτσι στο φιλμ την μπαρόκ ατμόσφαιρα που είναι το σήμα κατατεθέν σε πολλές ταινίες του (θυμηθείτε τον "Γατόπαρδο" ή τον "Αθώο").
Φυσικά το κυρίαρχο στοιχείο εδώ είναι ο έρωτας. Ο τρελός, παράλογος έρωτας, που αψηφά τα πάντα και μπορεί να φτάσει μέχρι το έγκλημα. Αυτό που καταγράφεται εδώ είναι το αυτοκαταστροφικό, το αδύνατο, το δραματικό στοιχείο του έρωτα, αυτό που τελικά οδηγεί στην παράνοια και όχι η τρυφερότητα ή η χαρά του. Και, για να γίνουν τα πράγματα ακόμα βαρύτερα, μιλάμε για μονόπλευρο έρωτα και όχι αμοιβαίο. Φυσικά στο φόντο υπάρχει η ιστορική καταγραφή της εποχής, μια τοιχογραφία της ταραγμένης Ιταλίας των μέσων του 19ου αιώνα, όταν η χώρα πάσχιζε να αποκτήσει την ανεξαρτησία της. Το δέσιμο αυτό του ιστορικού με το βαθύτατα προσωπικό και οι αλληλεπιδράσεις τους είναι, νομίζω, το νόημα του φιλμ.
Φυσικά - το είπαμε - πρόκειται για βαριά και μάλλον αργή ταινία, που όσο προχωρά οδεύει προς την απόλυτη κορύφωση του δράματος. Σίγουρα σήμερα δεν μπορεί να παρακολουθηθεί ευχάριστα από μεγάλο μέρος του κοινού, εθισμένου στη σύγχρονη ταχύτητα και την έντονη δράση του κυρίαρχου σινεμά των ημερών μας. Όσοι αποφασίσουν να το δουν, ας τα έχουν αυτά υπ' όψιν τους.
Βρισκόμαστε στα 1866, στα τελευταία της αυστριακής κατοχής της Ιταλίας. Η επανάσταση των ιταλών έχει ξεκινήσει και οι μάχες δεν θα αργήσουν να ξεσπάσουν. Μέσα στην αναταραχή μια ιταλίδα κόμισα ερωτεύεται παράφορα έναν γοητευτικό αυστριακό αξιωματικό και, για χάρη ενός ουσιαστικά αδύνατου έρωτα, δεν θα διστάσει να φτάσει ακόμα και στην προδοσία της πατρίδας της.
Η πρώτη μόλις σκηνή διαδραματίζεται κατά την παράσταση της όπερας του Βέρντι "Τροβατόρε", πράγμα που δηλώνει τη βαθιά αγάπη του σκηνοθέτη για τη μορφή αυτή τέχνης, όπως είπαμε και στην αρχή (ο ίδιος είχε ανεβάσει και αρκετές όπερες στη σκηνή). Ο Βισκόντι, μακριά πλέον από νεορεαλιστικά στοιχεία, όπως προείπαμε, χρησιμοποιεί βαριά σκηνικά και κοστούμια εποχής, διευρυμένα τοπία, πολυπρόσωπα πλάνα, μακρινές λήψεις και σπάνια κοντινά πλάνα, προσδίδοντας έτσι στο φιλμ την μπαρόκ ατμόσφαιρα που είναι το σήμα κατατεθέν σε πολλές ταινίες του (θυμηθείτε τον "Γατόπαρδο" ή τον "Αθώο").
Φυσικά το κυρίαρχο στοιχείο εδώ είναι ο έρωτας. Ο τρελός, παράλογος έρωτας, που αψηφά τα πάντα και μπορεί να φτάσει μέχρι το έγκλημα. Αυτό που καταγράφεται εδώ είναι το αυτοκαταστροφικό, το αδύνατο, το δραματικό στοιχείο του έρωτα, αυτό που τελικά οδηγεί στην παράνοια και όχι η τρυφερότητα ή η χαρά του. Και, για να γίνουν τα πράγματα ακόμα βαρύτερα, μιλάμε για μονόπλευρο έρωτα και όχι αμοιβαίο. Φυσικά στο φόντο υπάρχει η ιστορική καταγραφή της εποχής, μια τοιχογραφία της ταραγμένης Ιταλίας των μέσων του 19ου αιώνα, όταν η χώρα πάσχιζε να αποκτήσει την ανεξαρτησία της. Το δέσιμο αυτό του ιστορικού με το βαθύτατα προσωπικό και οι αλληλεπιδράσεις τους είναι, νομίζω, το νόημα του φιλμ.
Φυσικά - το είπαμε - πρόκειται για βαριά και μάλλον αργή ταινία, που όσο προχωρά οδεύει προς την απόλυτη κορύφωση του δράματος. Σίγουρα σήμερα δεν μπορεί να παρακολουθηθεί ευχάριστα από μεγάλο μέρος του κοινού, εθισμένου στη σύγχρονη ταχύτητα και την έντονη δράση του κυρίαρχου σινεμά των ημερών μας. Όσοι αποφασίσουν να το δουν, ας τα έχουν αυτά υπ' όψιν τους.
Δευτέρα, Ιουλίου 07, 2014
ΑΓΩΝΙΑ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΙΚΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΣΤΟ "ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΝΥΧΤΩΣΕΙ"
Ο Terence Young (1915-1994) παραμένει κυρίως γνωστός από μερικούς από τους πρώτους Τζέιμς Μποντ των 60ς με τον Σον Κόνερι. Κατά τη γνώμη μου όμως μια από τις καλύτερες ταινίες του είναι το "Wait Until Dark" (Περίμενε μέχρι να Νυχτώσει) του 1967 με την Ώντρεϊ Χέπμπορν, τον Άλαν Άρκιν και άλλους.
Μιλάμε για ένα αρχετυπικό θρίλερ δωματίου, από αυτά δηλαδή που ουσιαστικά διαδραματίζονται μέσα σε ένα διαμέρισμα και, παρ΄ όλ' αυτά, πιστέψτε με, δεν σε κάνουν να βαριέσαι ούτε λεπτό. Ακριβώς το αντίθετο μάλιστα. Φυσικά - φαίνεται αυτό - βασίζεται σε θεατρικό έργο, το οποίο έχει ανέβει πολλές φορές (και στην Ελλάδα).
Η ηρωίδα είναι τυφλή εδώ κι ένα χρόνο, ενώ ο σύζυγός της είναι διάσημος φωτογράφος. Σε ένα ταξίδι του κάποιοι του φορτώνουν εν αγνοία του μια κούκλα γεμάτη ηρωίνη. Όταν η τυφλή κοπέλα μείνει μόνη στο σπίτι, θα γίνει στόχος μιας συμμορίας κακοποιών, οι οποίοι θα μπουν με διάφορους τρόπους στο διαμέρισμά της (άλλοτε βίαια κι άλλοτε με απάτη) , με σκοπό βέβαια να πάρουν την περίφημη κούκλα.
Προσωπικά θεωρώ το σασπένς της ταινίας πραγματικά υποδειγματικό. Ξεκινά με ένταση, αλλά αυτό είναι μόνο η αρχή. Η ένταση αυτή, η αγωνία, κλιμακώνονται διαρκώς με γεωμετρική πρόοδο μέχρι τη συγκλονιστική κορύφωση. Στο μεταξύ οι ανατροπές είναι διαρκείς, οι ρόλοι αλλάζουν συνεχώς, ο θύτης γίνεται θύμα και αντίστροφα, το άγχος αυξάνεται, οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ τα σχέδια, οι πλεκτάνες, οι ίντριγκες κι από τις δύο πλευρές (βλέπετε, η τυφλή είναι πολύ πιο έξυπνη απ' ότι κάποιοι νομίζουν) διαδέχονται η μία την άλλη με ιλιγγιώδη ρυθμό. Ταυτόχρονα, λόγω του χώρου, η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο έντονη.
Φυσικά εδώ βρισκόμαστε στα χνάρια του μεγάλου Χίτσκοκ, ο οποίος, θυμίζω, είχε κάνει παλιότερα εξαιρετικά θρίλερ δωματίου (αναφέρω πρόχειρα τον "Σιωπηλό Μάρτυρα" ή τη "Θηλιά"). Κατά τη γνώμη μου έχουμε να κάνουμε με μια από τις καλύτερες χιτσκοκικές ταινίες που δεν γύρισε ο ίδιος ο Χίτσκοκ. Από την άλλη νομίζω ότι το φιλμ έχει επηρεάσει και μεταγενέστερα θρίλερ. Το δυνατό από τη φύση του μοτίβο της τυφλής κοπέλας, παγιδευμένης σε κλειστό χώρο, που έχει να αντιμετωπίσει μια αυξανόμενη απειλή, θα το ξαναβρούμε, ας πούμε, στο "Manhunter" του Μάικλ Μαν.
Ξεχνώντας πάντως επιρροές και επιδράσεις, σας καλώ, πολύ απλά, να απολαύσετε ένα από τα πιο δυνατά και έξυπνα θρίλερ.
Μιλάμε για ένα αρχετυπικό θρίλερ δωματίου, από αυτά δηλαδή που ουσιαστικά διαδραματίζονται μέσα σε ένα διαμέρισμα και, παρ΄ όλ' αυτά, πιστέψτε με, δεν σε κάνουν να βαριέσαι ούτε λεπτό. Ακριβώς το αντίθετο μάλιστα. Φυσικά - φαίνεται αυτό - βασίζεται σε θεατρικό έργο, το οποίο έχει ανέβει πολλές φορές (και στην Ελλάδα).
Η ηρωίδα είναι τυφλή εδώ κι ένα χρόνο, ενώ ο σύζυγός της είναι διάσημος φωτογράφος. Σε ένα ταξίδι του κάποιοι του φορτώνουν εν αγνοία του μια κούκλα γεμάτη ηρωίνη. Όταν η τυφλή κοπέλα μείνει μόνη στο σπίτι, θα γίνει στόχος μιας συμμορίας κακοποιών, οι οποίοι θα μπουν με διάφορους τρόπους στο διαμέρισμά της (άλλοτε βίαια κι άλλοτε με απάτη) , με σκοπό βέβαια να πάρουν την περίφημη κούκλα.
Προσωπικά θεωρώ το σασπένς της ταινίας πραγματικά υποδειγματικό. Ξεκινά με ένταση, αλλά αυτό είναι μόνο η αρχή. Η ένταση αυτή, η αγωνία, κλιμακώνονται διαρκώς με γεωμετρική πρόοδο μέχρι τη συγκλονιστική κορύφωση. Στο μεταξύ οι ανατροπές είναι διαρκείς, οι ρόλοι αλλάζουν συνεχώς, ο θύτης γίνεται θύμα και αντίστροφα, το άγχος αυξάνεται, οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ τα σχέδια, οι πλεκτάνες, οι ίντριγκες κι από τις δύο πλευρές (βλέπετε, η τυφλή είναι πολύ πιο έξυπνη απ' ότι κάποιοι νομίζουν) διαδέχονται η μία την άλλη με ιλιγγιώδη ρυθμό. Ταυτόχρονα, λόγω του χώρου, η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο έντονη.
Φυσικά εδώ βρισκόμαστε στα χνάρια του μεγάλου Χίτσκοκ, ο οποίος, θυμίζω, είχε κάνει παλιότερα εξαιρετικά θρίλερ δωματίου (αναφέρω πρόχειρα τον "Σιωπηλό Μάρτυρα" ή τη "Θηλιά"). Κατά τη γνώμη μου έχουμε να κάνουμε με μια από τις καλύτερες χιτσκοκικές ταινίες που δεν γύρισε ο ίδιος ο Χίτσκοκ. Από την άλλη νομίζω ότι το φιλμ έχει επηρεάσει και μεταγενέστερα θρίλερ. Το δυνατό από τη φύση του μοτίβο της τυφλής κοπέλας, παγιδευμένης σε κλειστό χώρο, που έχει να αντιμετωπίσει μια αυξανόμενη απειλή, θα το ξαναβρούμε, ας πούμε, στο "Manhunter" του Μάικλ Μαν.
Ξεχνώντας πάντως επιρροές και επιδράσεις, σας καλώ, πολύ απλά, να απολαύσετε ένα από τα πιο δυνατά και έξυπνα θρίλερ.
Σάββατο, Ιουλίου 05, 2014
Η "ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ" ΚΑΙ Ο ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΚΑΙ ΤΙς ΣΧΕΣΕΙΣ
Στα 1963 ο Jean-Luc Godard στην ακμή του (προσωπικά μ' αρέσει μόνο η δεκαετία του 60 του ανατρεπτικού δημιουργού), γυρίζει την "Περιφρόνηση" (Le mepris) με μια εκθαμβωτική, σέξι Μπριζίτ Μπαρντό στον βασικό ρόλο. Η ταινία αποτελεί ένα ταυτόχρονο στοχασμό τόσο για τις σχέσεις των δύο φύλων όσο και για τον ίδιο τον κινηματογράφο.
Ο Φριτς Λανγκ παίζει τον εαυτό του. Είναι ο σκηνοθέτης που γυρίζει μια σύγχρονη (του 1963 δηλαδή) Οδύσσεια. Ο Τζακ Πάλανς είναι ο αμερικάνος παραγωγός που προσπαθεί να οδηγήσει τον σκηνοθέτη σε πιο εμπορικούς δρόμους και να τον απομακρύνει από το προσωπικό του καλλιτεχνικό όραμα. Ο Μισέλ Πικολί είναι ο σεναριογράφος που καλείται να μετατρέψει το αρχικό σενάριο σε κάτι εμπορικότερο.Ο τελευταίος "προσφέρει" ουσιαστικά την όμορφη σύζυγό του στον παραγωγό για να κερδίσει ικανοποιητικότερη αμοιβή. Από εκεί και πέρα όμως οι σχέσεις με τη γυναίκα του (όπως είναι μάλλον αναμενόμενο) αρχίζουν να διαβρώνονται.
Νομίζω ότι ο αισθηματικός προβληματισμός του φιλμ είναι μάλλον προφανής. Αν προσπαθήσεις να "πουλήσεις" σε κάποιον αυτή που αγαπάς, εκείνη μάλλον θα σε περιφρονήσει. Από την άλλη ο προβληματισμός για την τέχνη του σινεμά είναι ίσως πιο ενδιαφέρων και διερευνά τη διττή φύση του ίδιου του κινηματογράφου: Με το ένα πόδι πατά στην τέχνη και με το άλλο στη βιομηχανία και την προσπάθεια δημιουργίας οικονομικού κέρδους. Κι αυτά τα δύο σκέλη πάμπολλες φορές συνυπάρχουν.Ο Λανγκ και ο παραγωγός είναι οι αρχετυπικές φιγούρες που δίνουν σάρκα και οστά στο τυπικό αυτό δίπολο.
Από εκεί και πέρα το φιλμ περιέχει την κλασική "πολυλογία" του Γκοντάρ: Μακρές συζητήσεις του ζεύγους (μεγάλο μέρος του είναι γυρισμένο μέσα στο διαμέρισμά τους), αλλά και των εμπλεκόμενων στην "Οδύσσεια" για τη φύση της τέχνης και του κινηματογράφου. Περιέχει ακόμα μια περιήγηση στα παρηκμασμένα στούντιο της Τσινετσιτά στην Ιταλία, μια εκθαμβωτική βίλα σε τοποθεσία που κόβει την ανάσα στο Τίβολι στο δεύτερο μέρος του και, βέβαια, την σεξουαλικότερη ίσως Μπριζίτ Μπαρντό σε αρκετές γυμνές σκηνές.
Υπάρχουν άλλες ταινίες του Γκοντάρ (των 60ς πάντοτε), που μου αρέσουν περισσότερο. Ωστόσο αυτό παραμένει προσωπική γνώμη. Η "Περιφρόνηση" σίγουρα αποτελεί χαρακτηριστικό μέρος της ανατρεπτικής προσωπικότητας του δημιουργού που έφερε τα πάνω κάτω στο σινεμά στην πρώτη του δημιουργική περίοδο. Αν και το συγκεκριμένο φιλμ είναι σαφώς λιγότερο ανατρεπτικό από άλλες του ταινίες της ίδιας δεκαετίας.
Ο Φριτς Λανγκ παίζει τον εαυτό του. Είναι ο σκηνοθέτης που γυρίζει μια σύγχρονη (του 1963 δηλαδή) Οδύσσεια. Ο Τζακ Πάλανς είναι ο αμερικάνος παραγωγός που προσπαθεί να οδηγήσει τον σκηνοθέτη σε πιο εμπορικούς δρόμους και να τον απομακρύνει από το προσωπικό του καλλιτεχνικό όραμα. Ο Μισέλ Πικολί είναι ο σεναριογράφος που καλείται να μετατρέψει το αρχικό σενάριο σε κάτι εμπορικότερο.Ο τελευταίος "προσφέρει" ουσιαστικά την όμορφη σύζυγό του στον παραγωγό για να κερδίσει ικανοποιητικότερη αμοιβή. Από εκεί και πέρα όμως οι σχέσεις με τη γυναίκα του (όπως είναι μάλλον αναμενόμενο) αρχίζουν να διαβρώνονται.
Νομίζω ότι ο αισθηματικός προβληματισμός του φιλμ είναι μάλλον προφανής. Αν προσπαθήσεις να "πουλήσεις" σε κάποιον αυτή που αγαπάς, εκείνη μάλλον θα σε περιφρονήσει. Από την άλλη ο προβληματισμός για την τέχνη του σινεμά είναι ίσως πιο ενδιαφέρων και διερευνά τη διττή φύση του ίδιου του κινηματογράφου: Με το ένα πόδι πατά στην τέχνη και με το άλλο στη βιομηχανία και την προσπάθεια δημιουργίας οικονομικού κέρδους. Κι αυτά τα δύο σκέλη πάμπολλες φορές συνυπάρχουν.Ο Λανγκ και ο παραγωγός είναι οι αρχετυπικές φιγούρες που δίνουν σάρκα και οστά στο τυπικό αυτό δίπολο.
Από εκεί και πέρα το φιλμ περιέχει την κλασική "πολυλογία" του Γκοντάρ: Μακρές συζητήσεις του ζεύγους (μεγάλο μέρος του είναι γυρισμένο μέσα στο διαμέρισμά τους), αλλά και των εμπλεκόμενων στην "Οδύσσεια" για τη φύση της τέχνης και του κινηματογράφου. Περιέχει ακόμα μια περιήγηση στα παρηκμασμένα στούντιο της Τσινετσιτά στην Ιταλία, μια εκθαμβωτική βίλα σε τοποθεσία που κόβει την ανάσα στο Τίβολι στο δεύτερο μέρος του και, βέβαια, την σεξουαλικότερη ίσως Μπριζίτ Μπαρντό σε αρκετές γυμνές σκηνές.
Υπάρχουν άλλες ταινίες του Γκοντάρ (των 60ς πάντοτε), που μου αρέσουν περισσότερο. Ωστόσο αυτό παραμένει προσωπική γνώμη. Η "Περιφρόνηση" σίγουρα αποτελεί χαρακτηριστικό μέρος της ανατρεπτικής προσωπικότητας του δημιουργού που έφερε τα πάνω κάτω στο σινεμά στην πρώτη του δημιουργική περίοδο. Αν και το συγκεκριμένο φιλμ είναι σαφώς λιγότερο ανατρεπτικό από άλλες του ταινίες της ίδιας δεκαετίας.
Παρασκευή, Ιουλίου 04, 2014
ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ
"Τα Δύο Πρόσωπα του Ιανουαρίου" βασίζονται σε βιβλίο της εξαιρετικής Patricia Highsmith, όπως αρκετές άλλες γνωστές ταινίες από την εποχή ήδη του "Άγνωστου του Τρένου" του Χίτσκοκ (1951). Γυρίστηκε το 2014 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του σεναριογράφου Hossein Amini.
Πρόκειται για ένα ψυχολογικό, αστυνομικό θρίλερ (προφανώς, για Highsmith μιλάμε) που διαθέτει και ιδιαίτερο "ελληνικό" ενδιαφέρον, καθώς το μεγαλύτερο μέρος είναι γυρισμένο στη χώρα μας.
Βρισκόμαστε στα 1962. Ένα ζευγάρι αμερικανών τουριστών περιφέρεται στην Αθήνα του τότε, ανεβαίνει στην Ακρόπολη, περιπλανιέται στο Μοναστηράκι. Κάπου εκεί θα γνωρίσουν έναν αμερικανό ξεναγό - και μικροαπατεώνα - που ζει στην Αθήνα. Σύντομα οι σχέσεις των τριών θα μπερδευτούν, τόσο συναισθηματικά όσο και οικονομικά. Όταν ο σύζυγος αποδεικνύεται ότι είναι καταζητούμενος και μετά από μια ολέθρια πράξη, ο ξεναγός προσφέρεται να τους βοηθήσει και το τρίο (με το ζεύγος ήδη κυνηγημένο) καταφεύγει στην Κρήτη. Τα γεγονότα θα γίνονται όλο και δραματικότερα, έως την τελική σκηνή στην Κωνσταντινούπολη.
Βρήκα ότι η ταινία καταφέρνει να πιάσει την ατμόσφαιρα αρκετών πραγμάτων: Πρώτα - πρώτα υπάρχει μια πολύ προσεγμένη απόδοση της Ελλάδας του 1962. Θεωρώ την αναπαράσταση πολύ πετυχημένη. Έπειτα υπάρχει το πνιγηρό, ενίοτε κλειστοφοβικό κλίμα, που δημιουργείται τόσο κυριολεκτικά, από την καλοκαιριάτικη ζέστη καθ' εαυτή, όσο και ψυχολογικά, από τα διαρκώς κλιμακούμενα γεγονότα. Έπειτα νομίζω ότι οι διφορούμενες προσωπικότητες των ηρώων (των δύο ανδρών κυρίως) και οι πολύπλοκες μεταξύ τους σχέσεις αγάπης - μίσους και όχι μόνο δίνονται πολύ καλά. Ίσως κάποιοι να παρατηρήσουν ότι λείπει κάπως η δράση. Αυτό όμως για μένα δεν αποτελεί μειονέκτημα, αφού μιλάμε για τον ορισμό του ψυχολογικού θρίλερ και όχι του θρίλερ δράσης. Ωστόσο το σασπένς νομίζω ότι υπάρχει - και κλιμακώνεται μάλιστα - αφού η κατάσταση γίνεται όλο και πιο περίπλοκη και η "θηλιά" σφίγγει όλο και περισσότερο γύρω από τους πρωταγωνιστές. Από τους οποίους, σημειωτέον, θα ξεχωρίσω τον Vigo Mortensen.
Προσωπικά λοιπόν - λόγω κυρίως του πολυεπίπεδου των σχέσεων - μου άρεσε, δίχως να το θεωρώ βέβαια αριστούργημα. Περιμένω την επόμενη ταινία του Amini.
Πρόκειται για ένα ψυχολογικό, αστυνομικό θρίλερ (προφανώς, για Highsmith μιλάμε) που διαθέτει και ιδιαίτερο "ελληνικό" ενδιαφέρον, καθώς το μεγαλύτερο μέρος είναι γυρισμένο στη χώρα μας.
Βρισκόμαστε στα 1962. Ένα ζευγάρι αμερικανών τουριστών περιφέρεται στην Αθήνα του τότε, ανεβαίνει στην Ακρόπολη, περιπλανιέται στο Μοναστηράκι. Κάπου εκεί θα γνωρίσουν έναν αμερικανό ξεναγό - και μικροαπατεώνα - που ζει στην Αθήνα. Σύντομα οι σχέσεις των τριών θα μπερδευτούν, τόσο συναισθηματικά όσο και οικονομικά. Όταν ο σύζυγος αποδεικνύεται ότι είναι καταζητούμενος και μετά από μια ολέθρια πράξη, ο ξεναγός προσφέρεται να τους βοηθήσει και το τρίο (με το ζεύγος ήδη κυνηγημένο) καταφεύγει στην Κρήτη. Τα γεγονότα θα γίνονται όλο και δραματικότερα, έως την τελική σκηνή στην Κωνσταντινούπολη.
Βρήκα ότι η ταινία καταφέρνει να πιάσει την ατμόσφαιρα αρκετών πραγμάτων: Πρώτα - πρώτα υπάρχει μια πολύ προσεγμένη απόδοση της Ελλάδας του 1962. Θεωρώ την αναπαράσταση πολύ πετυχημένη. Έπειτα υπάρχει το πνιγηρό, ενίοτε κλειστοφοβικό κλίμα, που δημιουργείται τόσο κυριολεκτικά, από την καλοκαιριάτικη ζέστη καθ' εαυτή, όσο και ψυχολογικά, από τα διαρκώς κλιμακούμενα γεγονότα. Έπειτα νομίζω ότι οι διφορούμενες προσωπικότητες των ηρώων (των δύο ανδρών κυρίως) και οι πολύπλοκες μεταξύ τους σχέσεις αγάπης - μίσους και όχι μόνο δίνονται πολύ καλά. Ίσως κάποιοι να παρατηρήσουν ότι λείπει κάπως η δράση. Αυτό όμως για μένα δεν αποτελεί μειονέκτημα, αφού μιλάμε για τον ορισμό του ψυχολογικού θρίλερ και όχι του θρίλερ δράσης. Ωστόσο το σασπένς νομίζω ότι υπάρχει - και κλιμακώνεται μάλιστα - αφού η κατάσταση γίνεται όλο και πιο περίπλοκη και η "θηλιά" σφίγγει όλο και περισσότερο γύρω από τους πρωταγωνιστές. Από τους οποίους, σημειωτέον, θα ξεχωρίσω τον Vigo Mortensen.
Προσωπικά λοιπόν - λόγω κυρίως του πολυεπίπεδου των σχέσεων - μου άρεσε, δίχως να το θεωρώ βέβαια αριστούργημα. Περιμένω την επόμενη ταινία του Amini.
Δευτέρα, Ιουνίου 30, 2014
WORLD ON A WIRE: ΟΤΑΝ Ο ΦΑΣΜΠΙΝΤΕΡ ΕΚΑΝΕ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Ο γερμανός Reiner Werner Fassbinder (1945-1982), παρά τα λίγα χρόνια που έζησε, υπήρξε παραγωγικότατος αφήνοντας πίσω του ένα ογκώδες έργο, τόσο για το σινεμά όσο και για την τηλεόραση. Προσωπικά αγνοούσα παντελώς την ύπαρξη του "Welt am Draht" (World on a Wire) του 1973. Στην πραγματικότητα πρόσκειται για μια μίνι τηλεοπτική σειρά, η οποία όμως βλέπεται κανονικότατα και σαν ταινία. Το παράξενο (για τον Φασμπίντερ) είναι ότι πρόκειται για φιλμ επιστημονικής φαντασίας, βασισμένο μάλιστα σε διήγημα γνωστού συγραφέα του είδους, του Daniel Galouye με αυθεντικό τίτλο "Simulacron-3", που θυμίζει θα έλεγα το κλίμα των κειμένων του Φίλιπ Ντικ.
Σε ένα κοντινό μέλλον μια μεγάλη εταιρία πειραματίζεται με τη δημιουργία ενός υπερ κομπιούτερ, "μέσα" στο οποίο δημιουργεί μια ολόκληρη "κοινωνία" ανθρώπων - ψηφιακών μονάδων κατ' εικόνα και ομοίωση της δικής μας κοινωνίας. Πώς εμπλέκεται με όλο αυτό ο διευθυντής του προγράμματος και ήρωας της ταινίας και τι ακριβώς έχει συμβεί με τον θάνατο του προηγούμενου διευθυντή;
Το πρώτο που παρατηρούμε στο φιλμ είναι το απόλυτο στυλιζάρισμά του, κάτι συνηθισμένο στο έργο του Φασμπίντερ. Με το μεγαλύτερο μέρος να διαδραματίζεται σε υπερμοντέρνα, ψυχρά γραφεία εταιριών, φτιαγμένα θαρρείς από γιαλί και ατσάλι, δίνει έμφαση ακριβώς στην ψυχρότητα του μελλοντικού αυτού υπερ-τεχνολογικού κόσμου. Την ψυχρότητα αυτή διακρίνεις ακόμα και στις ανθρώπινες σχέσεις (ή, αν προτιμάτε, κυρίως σ' αυτές).Οι ηθοποιοί παίζουν επίσης στυλιζαρισμένα και έτσι είναι και η όλη τους παρουσία. Συχνά παίρνουν απίθανες, παγωμένες θαρρείς στο χρόνο θεατρικές πόζες, πράγμα αναμενόμενο, αφού η θεατρικότητα αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του έργου του δημιουργού. Σήμερα βεβαίως η ατμόσφαιρα των 70ς είναι κάτι παραπάνω απο εμφανής, ωστόσο η θεατρικότητα παραμένει βασικό στοιχείο.
Το φιλμ δεν βασίζεται στη δράση ή στο θέαμα (κάθε άλλο μάλιστα). Περισσότερο στατικό και διαλογικό, δίνει έμφαση στο φιλοσοφικό στοιχείο, στον προβληματισμό για τη σχέση ανθρώπου και τεχνολογίας, φυσικής και τεχνητής νοημοσύνης, δημιουργού και δημιουργήματος. Αρκετά πριν το Blade Runner ένα από τα ερωτήματα που τίθενται είναι το πόσο "άνθρωπος" και πόσα δικαιώματα έχει ένα δημιούργημα του ανθρώπου;
Δεν ξέρω αν θα σας αρέσει σαν ταινία. Σίγουρα θα ξενίσει τους φίλους της σύγχρονης, βασισμένης στα εφέ ΕΦ. Πρόκειται περισσότερο για ταινία προβληματισμού. Μπορεί επίσης να ειδωθεί σαν ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο, κυρίως λόγω της ψυχρής, απόκοσμης ατμόσφαιρας που δημιουργεί το στιλ του Φασμπίντερ.
Σε ένα κοντινό μέλλον μια μεγάλη εταιρία πειραματίζεται με τη δημιουργία ενός υπερ κομπιούτερ, "μέσα" στο οποίο δημιουργεί μια ολόκληρη "κοινωνία" ανθρώπων - ψηφιακών μονάδων κατ' εικόνα και ομοίωση της δικής μας κοινωνίας. Πώς εμπλέκεται με όλο αυτό ο διευθυντής του προγράμματος και ήρωας της ταινίας και τι ακριβώς έχει συμβεί με τον θάνατο του προηγούμενου διευθυντή;
Το πρώτο που παρατηρούμε στο φιλμ είναι το απόλυτο στυλιζάρισμά του, κάτι συνηθισμένο στο έργο του Φασμπίντερ. Με το μεγαλύτερο μέρος να διαδραματίζεται σε υπερμοντέρνα, ψυχρά γραφεία εταιριών, φτιαγμένα θαρρείς από γιαλί και ατσάλι, δίνει έμφαση ακριβώς στην ψυχρότητα του μελλοντικού αυτού υπερ-τεχνολογικού κόσμου. Την ψυχρότητα αυτή διακρίνεις ακόμα και στις ανθρώπινες σχέσεις (ή, αν προτιμάτε, κυρίως σ' αυτές).Οι ηθοποιοί παίζουν επίσης στυλιζαρισμένα και έτσι είναι και η όλη τους παρουσία. Συχνά παίρνουν απίθανες, παγωμένες θαρρείς στο χρόνο θεατρικές πόζες, πράγμα αναμενόμενο, αφού η θεατρικότητα αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του έργου του δημιουργού. Σήμερα βεβαίως η ατμόσφαιρα των 70ς είναι κάτι παραπάνω απο εμφανής, ωστόσο η θεατρικότητα παραμένει βασικό στοιχείο.
Το φιλμ δεν βασίζεται στη δράση ή στο θέαμα (κάθε άλλο μάλιστα). Περισσότερο στατικό και διαλογικό, δίνει έμφαση στο φιλοσοφικό στοιχείο, στον προβληματισμό για τη σχέση ανθρώπου και τεχνολογίας, φυσικής και τεχνητής νοημοσύνης, δημιουργού και δημιουργήματος. Αρκετά πριν το Blade Runner ένα από τα ερωτήματα που τίθενται είναι το πόσο "άνθρωπος" και πόσα δικαιώματα έχει ένα δημιούργημα του ανθρώπου;
Δεν ξέρω αν θα σας αρέσει σαν ταινία. Σίγουρα θα ξενίσει τους φίλους της σύγχρονης, βασισμένης στα εφέ ΕΦ. Πρόκειται περισσότερο για ταινία προβληματισμού. Μπορεί επίσης να ειδωθεί σαν ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο, κυρίως λόγω της ψυχρής, απόκοσμης ατμόσφαιρας που δημιουργεί το στιλ του Φασμπίντερ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


















