Εν έτει 2014 ο σκηνογράφος Robert Stromberg κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο αποφασίζοντας να γυρίσει το παραμύθι της "Ωραίας Κοιμωμένης" και να κάνει φυσικά μια ταινία φανταστικού σινεμά, το "Maleficent". Έχοντας μάλιστα την Αντζελίνα Τζολί στον βασικό ρόλο έχει βάσιμες ελπίδες ότι θα τραβήξει τα πλήθη.
Η Αντζελίνα παίζει εδώ το ρόλο της "κακιάς". Εκ πρώτης όψεως, γιατί στη συνέχεια θα δούμε κατά πόσον ισχύει αυτό. Φορά λοιπόν εντυπωσιακότατα κέρατα και πελώρια φτερά και γίνεται η βασίλισσα του μυθικού κόσμου του Μουρ, το οποίο παραμένει οικειοθελώς αποκλεισμένο για να αποφύγει την ανθρώπινη απληστία. Ώσπου ένας νεαρός που θα διεισδύσει σ' αυτό θα κάνει την Maleficent να τον ερωτευτεί και να νοιώσει ξανά εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή. Από εκεί και πέρα τίποτα δεν είναι όπως το ξέρουμε (ούτε στο σινεμά ούτε στο αυθεντικό παραμύθι).
Η ταινία επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία από την πλευρά της "κακιάς", της Maleficent, η οποία βεβαίως θα γίνει η νεράιδα που θα καταραστεί την νεογέννητη πριγκήπισα να πέσει σε αιώνιο ύπνο μόλις κλείσει τα 16 της. Πλην όμως δεν πρόκειται για την οπτική γωνία ενός "κακού". Η όλη ιστορία μας εξηγεί καθαρά το πώς και το γιατί η ισχυρή νεράιδα έγινε κακιά. Και το κατά πόσον είναι κακιά κατά βάθος. Έτσι τελικά η Maleficent είναι ξεκάθαρα ο πιο συμπαθής χαρακτήρας της ταινίας και μας κάνει να νοιώθουμε ότι και μεις στη θέση της τα ίδια θα κάναμε.
Έτσι λοιπόν μπορώ να πω ότι βρήκα την ταινία αρκετά συμπαθητική. Ο λόγος για μένα είναι η πλήρης ανατροπή του γνωστού παραμυθιού που επιχειρείται εδώ. Διότι δεν είναι μόνο η βασική ανατροπή για τη φύση της "κακιάς" που σας περιέγραψα. Υπάρχουν και πλήθος άλλων ανατροπών, αρκετές από τις οποίες και έξυπνες είναι και διασκεδαστικές. Ταυτόχρονα βλέπουμε ένα θεαματικό (αλοίμονο τώρα) πειραγμένο παραμύθι, αφού το θέαμα είναι πλέον δεδομένο για το σύγχρονο Χόλιγουντ. Ο φανταστικός κόσμος του Μουρ είναι αρκετά εντυπωσιακος, τα εφέ καλά, η ροή της ταινίας μια χαρά... τι άλλο θέλετε;
Όπως καταλάβατε το διασκέδασα αρκετά (δίχως φυσικά να το θεωρώ και κανένα αριστούργημα). Κυρίως λόγω των πολλαπλών ανατροπών του αυθεντικού μύθου. Διότι, πιστέψτε με, αν έβλεπα την πασίγνωστη ιστορία έστω και με την αρκετά εντυπωσιακή εικόνα του φιλμ, θα βαριόμουν αφόρητα.
Τρίτη, Ιουνίου 17, 2014
Δευτέρα, Ιουνίου 16, 2014
ΕΝΑ ΑΒΑΣΤΑΧΤΑ ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ "ΠΑΡΤΙ"
Θα πω από την πρώτη στιγμή ότι
θεωρώ το «Πάρτι», που γύρισε το 1968 ο Blake Edwards, σαν μία από τις πιο αστείες ταινίες στην ιστορία του
σινεμά και μια από τις αγαπημένες μου κωμωδίες ever. Το θεωρώ επίσης ως τον πιθανόν πιο
αστείο ρόλο του Πίτερ Σέλερς.
Ο οποίος, βεβαίως, ερμηνεύει τον
ρόλο ενός ινδού κομπάρσου σε χολιγουντιανή υπερπαραγωγή και, αφού καταφέρνει να
καταστρέψει ολόκληρο το σκηνικό της ταινίας, προσκαλείται από λάθος στο πάρτι
του παραγωγού της, σε μια σούπερ χλιδάτη βίλα του Χόλογουντ. Κι εκεί, βεβαίως,
με αλλεπάλληλες, εμπνευσμένες γκάφες, καταφέρνει – άθελά του πάντοτε - να
επιφέρει το απόλυτο χάος.
Αυτό που θεωρώ εξαιρετικό στο
φιλμ είναι η αντοχή του στο χρόνο. Ακόμα και σε πολλοστή πρόσφατη θέαση δεν
μπορούσα να μην ξεκαρδιστώ για μια ακόμα φορά. Νομίζω ότι η διαχρονικότητα αυτή
οφείλεται κυρίως στο ότι ο Edwards
βασίζει όλο το φιλμ όχι τόσο σε λεκτικά αστεία - αν και το "Birdie birdie num num" άφησε εποχή - αλλά σε γκαγκς, που παραπέμπουν
ακόμα και στην εποχή του βωβού. Ο Σέλερς παίζει με όλο του το σώμα και βγάζει
όντως πολύ γέλιο.
Εκτός από το διασκεδαστικότατο
της όλης υπόθεσης μπορούμε να εντοπίσουμε και κάποια άλλα στοιχεία στο φιλμ:
Βγαλμένο κατ’ ευθείαν από τα 60ς, φέρει πολλά σημάδια από την πιο ταραγμένη (και
ενδιαφέρουσα) δεκαετία της Αμερικής: Κατ’ αρχήν υπάρχει η ειρωνία και ο
σαρκασμός για το ίδιο το Χόλιγουντ και τους μηχανισμούς του – αυτό δεν αφορά τα
60ς, είναι γενικότερο: Οι άσχετοι με την τέχνη παραγωγοί (στρατηγός στο
συγκεκριμένο φιλμ), όλη η υποκρισία και ο συντηρητισμός των κύκλων της
κινηματογραφικής βιομηχανίας (χαρακτηριστικός ο παραγωγός που τα βάφει μαύρα
επειδή στο πάρτι καταφτάνει... ρώσικο μπαλέτο – εποχή ψυχρού πολέμου γαρ), η χλιδή, τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, οι ηλίθιοι σταρ που κάνουν καμάκι, όλα
δίνονται ανάγλυφα. Κι ακόμα υπάρχει η χίπικη νεανική κουλτούρα της εποχής, που αμφισβητεί όλα αυτά και που αντιπροσωπεύεται από την παρέα της κόρης του παραγωγού, η οποία γίνεται ο καταλύτης του τελικού μπάχαλου. Υπάρχει ακόμα, κάτω από την ξεκαρδιστική επιφάνεια, η μελαγχολία του αταίριαστου, γκαφατζή κεντρικού χαρακτήρα με την συγκινητική κατά βάθος μοναχικότητά του, ασυμβατότητα που τονίζεται όχι μόνο από την ταξική - οικονομική διαφορά με τους ανθρώπους του πάρτι, αλλά και από το γεγονός ότι ο ήρωας είναι ινδός.
Αρκετά όμως σας κούρασα με αναλύσεις. Ακόμα κι αν δεν σας ενδιαφέρει τίποτα απ' όλα αυτά, σας προκαλώ να απολαύσετε, όσοι δεν το έχετε ήδη κάνει, και μάλιστα κατ' επανάληψιν, μια από τις πιο αστείες ταινίες που έγιναν ποτέ. Κατά τη γνώμη μου πάντοτε.
Παρασκευή, Ιουνίου 13, 2014
ΤΟ ΑΝΗΣΥΧΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ GORE VIDAL
O Gore Vidal (1925-2012) υπήρξε ένας αμερικανός στοχαστής και συγγραφέας ενεργά πολιτικοποιημένος και με πολύ ριζοσπαστικές - για αμερικανό τουλάχιστον - απόψεις. Ο ίδιος είχε βάλει υποψηφιότητα δύο φορές με το Δημοκρατικό Κόμμα. Φίλος και συνεργάτης των Κένεντι (αν και δεν δίστασε να απομυθοποιήσει τον Τζον Κένεντι αργότερα) και "κολλητός" του ζεύγους Πολ Νιούμαν - Τζόαν Γούντγουορθ , πήρε μέρος σε μυθικές για την Αμερική "τηλεμαχίες", τόσο πολιτικές όσο και "ενδοσυγγραφικές" (έχει μείνει θρυλικός ο live επί της οθόνης καυγάς του με τον Norman Mailer).
Το μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ με τον εύγλωττο για τα πιστεύω του Vidal τίτλο "Gore Vidal: The United States of Amnesia", που γυρίστηκε από τον Nicholas D. Wrathall, συναντά τον Vidal στα τελευταία χρόνια της ζωής του και προβλήθηκε το 2013. Στην ταινία ο γηραιός πλέον Vidal θυμάται στιγμές από τη ζωή του, ξεδιπλώνει την πολιτική του σκέψη, εκμυστηρεύεται ιδιωτικές στιγμές, μιλά για τον σύντροφό του (ο Vidal ήταν αμφιφυλόφιλος και αρνιόταν τον όρο ομοφυλοφιλία δηλώνοντας ότι πιστεύει ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων είναι πανσεξουαλικοί). Ταυτόχρονα το φιλμ μας δείχνει και αποσπάσματα από παλιές συνεντεύξεις, εμφανίσεις στην τηλεόραση, σε προεκλογικές εκστρατείες κλπ. Για πολύ μεγάλο μέρος της ζωής του έζησε μεταξύ ΗΠΑ και Ιταλίας, σε μια εκπληκτική βίλα με θέα που κόβει την ανάσα στην ακτή Amalfi. Αναγκάστηκε να την πουλήσει το 2003, όταν πια λόγω ηλικίας ήταν αδύνατο να ανεβαίνει εκεί πάνω (η σκηνή του αποχαιρετισμού είναι από τις συγκινητικές στιγμές του φιλμ). Από όλο αυτό το υλικό προκύπτει ανάγλυφη η εικόνα του συγγραφέα, κυρίως όμως του πολιτικού στοχαστή.
Σκληρός πολέμιος της σύγχρονης αμερικάνικης πολιτικής (εξωτερικής κυρίως), εναντιώθηκε στον πόλεμο του Βιετνάμ, πήρε ανοιχτά θέση ενάντια στους δύο Μπους και την εποχή των Δίδυμων Πύργων δήλωσε σοκάροντας εντελώς την ήδη σοκαρισμένη Αμερική: "Ήταν φυσικό να συμβεί κάτι τέτοιο μετά όλα αυτά που έχουμε κάνει" (δεν είναι η ακριβής δήλωση, είναι το νόημά της). Ήδη από τα 70ς δήλωνε βαθιά απογοητευμένος για την κατάσταση στις ΗΠΑ, διέβλεπε την άνοδο του συντηρητισμού και πίστευε ότι η χώρα δεν έχει πλέον καμιά σχέση με τις δημοκρατικές διακηρύξεις των "πατέρων του έθνους", αλλά έχει μπει ήδη σε τροχιά ολοκληρωτισμού εσωτερικά, ενώ στόχος της εξωτερικά είναι να παγιώσει και να επεκτείνει την "αυτοκρατορία" που έχει φτιάξει, όπως την ονόμαζε. Άθεος και βαθιά ανθρωπιστής υπήρξε πάντοτε το "τρομερό παιδί" της αμερικάνικης διανόησης και, όπως είναι φυσικό, επανειλημμένα σόκαρε και πολεμήθηκε από το (κάτι παραπάνω από) συντηρητικό αμερικάνικο κατεστημένο.
Δίχως κάτι συγκλονιστικό κινηματογραφικά, η ταινία παρουσιάζει ανάγλυφα την προσωπικότητα και τις απόψεις του Vidal. Αν σας ενδιαφέρει λοιπόν ο συγκεκριμένος συγγραφέας (και όχι μόνο) ψάξτε το.
Το μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ με τον εύγλωττο για τα πιστεύω του Vidal τίτλο "Gore Vidal: The United States of Amnesia", που γυρίστηκε από τον Nicholas D. Wrathall, συναντά τον Vidal στα τελευταία χρόνια της ζωής του και προβλήθηκε το 2013. Στην ταινία ο γηραιός πλέον Vidal θυμάται στιγμές από τη ζωή του, ξεδιπλώνει την πολιτική του σκέψη, εκμυστηρεύεται ιδιωτικές στιγμές, μιλά για τον σύντροφό του (ο Vidal ήταν αμφιφυλόφιλος και αρνιόταν τον όρο ομοφυλοφιλία δηλώνοντας ότι πιστεύει ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων είναι πανσεξουαλικοί). Ταυτόχρονα το φιλμ μας δείχνει και αποσπάσματα από παλιές συνεντεύξεις, εμφανίσεις στην τηλεόραση, σε προεκλογικές εκστρατείες κλπ. Για πολύ μεγάλο μέρος της ζωής του έζησε μεταξύ ΗΠΑ και Ιταλίας, σε μια εκπληκτική βίλα με θέα που κόβει την ανάσα στην ακτή Amalfi. Αναγκάστηκε να την πουλήσει το 2003, όταν πια λόγω ηλικίας ήταν αδύνατο να ανεβαίνει εκεί πάνω (η σκηνή του αποχαιρετισμού είναι από τις συγκινητικές στιγμές του φιλμ). Από όλο αυτό το υλικό προκύπτει ανάγλυφη η εικόνα του συγγραφέα, κυρίως όμως του πολιτικού στοχαστή.
Σκληρός πολέμιος της σύγχρονης αμερικάνικης πολιτικής (εξωτερικής κυρίως), εναντιώθηκε στον πόλεμο του Βιετνάμ, πήρε ανοιχτά θέση ενάντια στους δύο Μπους και την εποχή των Δίδυμων Πύργων δήλωσε σοκάροντας εντελώς την ήδη σοκαρισμένη Αμερική: "Ήταν φυσικό να συμβεί κάτι τέτοιο μετά όλα αυτά που έχουμε κάνει" (δεν είναι η ακριβής δήλωση, είναι το νόημά της). Ήδη από τα 70ς δήλωνε βαθιά απογοητευμένος για την κατάσταση στις ΗΠΑ, διέβλεπε την άνοδο του συντηρητισμού και πίστευε ότι η χώρα δεν έχει πλέον καμιά σχέση με τις δημοκρατικές διακηρύξεις των "πατέρων του έθνους", αλλά έχει μπει ήδη σε τροχιά ολοκληρωτισμού εσωτερικά, ενώ στόχος της εξωτερικά είναι να παγιώσει και να επεκτείνει την "αυτοκρατορία" που έχει φτιάξει, όπως την ονόμαζε. Άθεος και βαθιά ανθρωπιστής υπήρξε πάντοτε το "τρομερό παιδί" της αμερικάνικης διανόησης και, όπως είναι φυσικό, επανειλημμένα σόκαρε και πολεμήθηκε από το (κάτι παραπάνω από) συντηρητικό αμερικάνικο κατεστημένο.
Δίχως κάτι συγκλονιστικό κινηματογραφικά, η ταινία παρουσιάζει ανάγλυφα την προσωπικότητα και τις απόψεις του Vidal. Αν σας ενδιαφέρει λοιπόν ο συγκεκριμένος συγγραφέας (και όχι μόνο) ψάξτε το.
Δευτέρα, Ιουνίου 09, 2014
ΔΥΟ ΓΕΝΙΕΣ Χ-ΜΕΝ ΣΕ ΜΙΑ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ
Οι X-Men είναι από τις λίγες υπερ-ηρωικές σειρές που μου αρέσουν - σχετικά, όχι ότι τρελαίνομαι κιόλας. Το 2014 η σειρά επιστρέφει με το "X-Men: Μέρες ενός Ξεχασμένου Μέλλοντος" (προτιμώ το αμερικάνικο Days of Future Past με την αναφορά στον κλασικό δίσκο των Moody Blues), το οποίο σηματοδοτεί και την επιστροφή στη σκηνοθεσία του "πρώτου διδάξαντος" Bryan Singer.
Η πρώτη γενιά των μεταλλαγμένων υπερηρώων έδωσε ό,τι είχε να δώσει στην πρώτη τριλογία, η προηγούμενη ταινία εισήγαγε τη νέα γενιά των X-Men, οπότε τι μένει τώρα; Το πάντρεμα και των δύο γενιών. Πώς γίνεται αυτό; Με το ταξίδι στο χρόνο φυσικά. Ένα ταξίδι που θυμίζει σαν concept τον πρώτο "Εξολοθρευτή" του Κάμερον: Σε ένα δυστοπικό παρόν οι αδίστακτοι άνθρωποι - διώκτες των μεταλλαγμένων έχουν κατασκευάσει πανίσχυρα ρομπότ με ιδιαίτερες δυνάμεις, που μπορούν να εξολοθρεύσουν τους τελευταίους. Αυτό έχει ήδη γίνει και η εξόντωση και των τελευταίων επιζώντων μεταλλαγμένων είναι πλέον ζήτημα χρόνου. Ο καθηγητής Ξαβιέρ και ο Μαγκνέτο, σύμμαχοι πλέον, συλλαμβάνουν ένα παράτολμο σχέδιο: Να στείλουν στο παρελθόν - στο κομβικό χρονικά 1973 συγκεκριμένα - τον Γουλβερίν, τον μόνο που μπορεί να αντέξει ένα τέτοιο ταξίδι, με σκοπό αλλάζοντας το παρελθόν να αλλάξει και το εφιαλτικό παρόν. Με το τέχνασμα αυτό οι δύο γενιές συνυπάρχουν στην οθόνη, το μεγαλύτερο μέρος της δράσης διαδραματίζεται στο ψυχεδελικό (στα τελευταία του βέβαια) 1973 και το μπρος - πίσω στο χρόνο σενάριο καθίσταται αρκούντως πολύπλοκο.
Το θέαμα είναι δεδομένο, η δράση το ίδιο, τα εφέ επίσης. Ωστόσο το φιλμ προλαβαίνει να χωρέσει, πέραν της κλασικής σύγκρουσης καλού - κακού, και κάμποσα άλλα στοιχεία: Κριτική του εθνικισμού, κριτική του αφήματος στο τυφλό ένστικτο, ψυχολογικές συγκρούσεις - στην περίπτωση του νεαρού καθηγητή Ξαβιέρ κυρίως. Επίσης δίνει και μερικές "εξηγήσεις" για τραυματικές στιγμές της αμερικάνικης ιστορίας, όπως την περίπτωση Κένεντι ή τον πόλέμο του Βιετνάμ, οι οποίες έχουν πλάκα. Πάνω απ' όλα όμως κυριαρχεί, όπως και σε όλα τα κινηματογραφικά "επεισόδια" της σειράς, αλλά και στα ομώνυμα κόμικς, η έντονη κριτική ενάντια στο φόβο του διαφορετικού και την φασιστική άρνηση συνύπαρξης με το "νορμάλ" (ό,τι κι αν σημαίνουν τέλος πάντων αυτές οι έννοιες). Αυτό είναι άλλωστε το βασικό μοτίβο πάνω στο οποίο πατά όλόκληρος ο μύθος των X-Men κι ίσως γι' αυτό μ' αρέσει σχετικά η σειρά αυτή (με δεδομένη, όπως επανειλημμένα έχω γράψει, την γενική βαρεμάρα μου για το υπερηρωικό είδος).
Πέραν των προσωπικών απόψεων όμως, νομίζω ότι η ταινία θα ικανοποιήσει απόλυτα τους φίλους του είδους τουλάχιστον.
Η πρώτη γενιά των μεταλλαγμένων υπερηρώων έδωσε ό,τι είχε να δώσει στην πρώτη τριλογία, η προηγούμενη ταινία εισήγαγε τη νέα γενιά των X-Men, οπότε τι μένει τώρα; Το πάντρεμα και των δύο γενιών. Πώς γίνεται αυτό; Με το ταξίδι στο χρόνο φυσικά. Ένα ταξίδι που θυμίζει σαν concept τον πρώτο "Εξολοθρευτή" του Κάμερον: Σε ένα δυστοπικό παρόν οι αδίστακτοι άνθρωποι - διώκτες των μεταλλαγμένων έχουν κατασκευάσει πανίσχυρα ρομπότ με ιδιαίτερες δυνάμεις, που μπορούν να εξολοθρεύσουν τους τελευταίους. Αυτό έχει ήδη γίνει και η εξόντωση και των τελευταίων επιζώντων μεταλλαγμένων είναι πλέον ζήτημα χρόνου. Ο καθηγητής Ξαβιέρ και ο Μαγκνέτο, σύμμαχοι πλέον, συλλαμβάνουν ένα παράτολμο σχέδιο: Να στείλουν στο παρελθόν - στο κομβικό χρονικά 1973 συγκεκριμένα - τον Γουλβερίν, τον μόνο που μπορεί να αντέξει ένα τέτοιο ταξίδι, με σκοπό αλλάζοντας το παρελθόν να αλλάξει και το εφιαλτικό παρόν. Με το τέχνασμα αυτό οι δύο γενιές συνυπάρχουν στην οθόνη, το μεγαλύτερο μέρος της δράσης διαδραματίζεται στο ψυχεδελικό (στα τελευταία του βέβαια) 1973 και το μπρος - πίσω στο χρόνο σενάριο καθίσταται αρκούντως πολύπλοκο.
Το θέαμα είναι δεδομένο, η δράση το ίδιο, τα εφέ επίσης. Ωστόσο το φιλμ προλαβαίνει να χωρέσει, πέραν της κλασικής σύγκρουσης καλού - κακού, και κάμποσα άλλα στοιχεία: Κριτική του εθνικισμού, κριτική του αφήματος στο τυφλό ένστικτο, ψυχολογικές συγκρούσεις - στην περίπτωση του νεαρού καθηγητή Ξαβιέρ κυρίως. Επίσης δίνει και μερικές "εξηγήσεις" για τραυματικές στιγμές της αμερικάνικης ιστορίας, όπως την περίπτωση Κένεντι ή τον πόλέμο του Βιετνάμ, οι οποίες έχουν πλάκα. Πάνω απ' όλα όμως κυριαρχεί, όπως και σε όλα τα κινηματογραφικά "επεισόδια" της σειράς, αλλά και στα ομώνυμα κόμικς, η έντονη κριτική ενάντια στο φόβο του διαφορετικού και την φασιστική άρνηση συνύπαρξης με το "νορμάλ" (ό,τι κι αν σημαίνουν τέλος πάντων αυτές οι έννοιες). Αυτό είναι άλλωστε το βασικό μοτίβο πάνω στο οποίο πατά όλόκληρος ο μύθος των X-Men κι ίσως γι' αυτό μ' αρέσει σχετικά η σειρά αυτή (με δεδομένη, όπως επανειλημμένα έχω γράψει, την γενική βαρεμάρα μου για το υπερηρωικό είδος).
Πέραν των προσωπικών απόψεων όμως, νομίζω ότι η ταινία θα ικανοποιήσει απόλυτα τους φίλους του είδους τουλάχιστον.
Σάββατο, Ιουνίου 07, 2014
ΜΙΑ ΑΣΤΕΙΑ "ΝΥΧΤΑ ΒΡΙΚΟΛΑΚΩΝ"
Το 1967 είναι η χρονιά που ο Roman Polanski γυρίζει μια από τις λίγες κωμωδίες του, το "The Fearless Vampire Killers" (Η Νύχτα των Βρικολάκων" στην Ελλάδα). Είναι μία από τις πρώτες φορές που το θέμα των βαμπίρ αντιμετωπίζεται από κωμική σκοπιά.
Ο καθηγητής Αμπρόνσιους, που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην επιβεβαίωση της ύπαρξης βρικολάκων, φτάνει επιτέλους στην Τρανσιλβανία και συγκεκριμένα σε ένα χωριό που ζει με τον διαρκή φόβο τους, αφού όχι πολύ μακριά από εκεί βρίσκεται ο κλασικός πύργος - κατοικία του μυστηριώδους και φοβερού κόμη Κρόλοκ. Μαζί του έχει τον δειλό βοηθό του (που ερμηνεύει ο ίδιος ο Πολάνσκι), ο οποίος αντί να είναι δοσμένος στο κυνήγι βρικολάκων ερωτεύεται την όμορφη κόρη του πανδοχέα του χωριού - την Σάρον Τέιτ, σε έναν από τους λίγους ρόλους της πριν τη δολοφονία της από τον Μάνσον. Όταν η τελευταία απάγεται από τον κόμη, οι διώκτες του θα πάνε στον εφιαλτικο πύργο και η δράση θα αρχίσει.
Ο Πολάνσκι χρησιμοποιεί τους ηθοποιούς με καρικατουρίστικο τρόπο (κυρίως τον γηραιό καθηγητή και τον πανδοχέα) και το όλο πράγμα αποπνέει μια αίσθηση γκροτέσκο - αν και όχι υπερβολικά. Το χιούμορ είναι δεδομένο. Υπάρχουν κλασικές σκηνές (ο χορός στη μεγάλη αίθουσα με τον καθρέφτη δίχως καμιά αντανάκλαση των χορευτών, ο εβραίος βρικόλακας, ο γκέι βρικόλακας - γιος του κόμη κλπ.). Η ανατροπή του κλασικού μύθου του Δράκουλα (στον οποίο φυσικά παραπέμπει ο Κρόλοκ δίχως να αναφέρεται) του Μπραμ Στόουκερ είναι επίσης δεδομένη και το χιούμορ ευπρόσδεκτο.
Πρόκειται για ταινία που παλιά μου άρεσε πολύ. Ωστόσο, όταν την ξαναείδα πρόσφατα, θεώρησα ότι μάλλον έχει γεράσει. Ο ρυθμός μου φάνηκε κάπως χαλαρός, τα αστεία όχι και τόσο αστεία, η δράση αργεί να ξεκινήσει κλπ. Ίσως εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε παράδειγμα ταινίας που έχει μυθοποιηθεί - και που σίγουρα έκανε εντύπωση στην εποχή της - ή που μπορεί να αρέσει σε πολύ νέους θεατές - η γοητεία της οποίας με την πάροδο του χρόνου "ξεθώριασε". Ίσως, λέω, αφού το φιλμ εξακολουθεί να έχει φανατικούς θαυμαστές. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν σας αποτρέπω από το να τη δείτε, έστω και για ιστορικούς λόγους. Και, στο κάτω - κάτω, το ανήσυχο πνεύμα του Πολάνσκι (τότε "τρομερού παιδιού" του σινεμά) φαίνεται καθαρά στην τελευταία σκηνή - και μάλιστα στην τελευταία ατάκα - τις οποίες φυσικά δεν θα αποκαλύψω.
Ο καθηγητής Αμπρόνσιους, που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην επιβεβαίωση της ύπαρξης βρικολάκων, φτάνει επιτέλους στην Τρανσιλβανία και συγκεκριμένα σε ένα χωριό που ζει με τον διαρκή φόβο τους, αφού όχι πολύ μακριά από εκεί βρίσκεται ο κλασικός πύργος - κατοικία του μυστηριώδους και φοβερού κόμη Κρόλοκ. Μαζί του έχει τον δειλό βοηθό του (που ερμηνεύει ο ίδιος ο Πολάνσκι), ο οποίος αντί να είναι δοσμένος στο κυνήγι βρικολάκων ερωτεύεται την όμορφη κόρη του πανδοχέα του χωριού - την Σάρον Τέιτ, σε έναν από τους λίγους ρόλους της πριν τη δολοφονία της από τον Μάνσον. Όταν η τελευταία απάγεται από τον κόμη, οι διώκτες του θα πάνε στον εφιαλτικο πύργο και η δράση θα αρχίσει.
Ο Πολάνσκι χρησιμοποιεί τους ηθοποιούς με καρικατουρίστικο τρόπο (κυρίως τον γηραιό καθηγητή και τον πανδοχέα) και το όλο πράγμα αποπνέει μια αίσθηση γκροτέσκο - αν και όχι υπερβολικά. Το χιούμορ είναι δεδομένο. Υπάρχουν κλασικές σκηνές (ο χορός στη μεγάλη αίθουσα με τον καθρέφτη δίχως καμιά αντανάκλαση των χορευτών, ο εβραίος βρικόλακας, ο γκέι βρικόλακας - γιος του κόμη κλπ.). Η ανατροπή του κλασικού μύθου του Δράκουλα (στον οποίο φυσικά παραπέμπει ο Κρόλοκ δίχως να αναφέρεται) του Μπραμ Στόουκερ είναι επίσης δεδομένη και το χιούμορ ευπρόσδεκτο.
Πρόκειται για ταινία που παλιά μου άρεσε πολύ. Ωστόσο, όταν την ξαναείδα πρόσφατα, θεώρησα ότι μάλλον έχει γεράσει. Ο ρυθμός μου φάνηκε κάπως χαλαρός, τα αστεία όχι και τόσο αστεία, η δράση αργεί να ξεκινήσει κλπ. Ίσως εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε παράδειγμα ταινίας που έχει μυθοποιηθεί - και που σίγουρα έκανε εντύπωση στην εποχή της - ή που μπορεί να αρέσει σε πολύ νέους θεατές - η γοητεία της οποίας με την πάροδο του χρόνου "ξεθώριασε". Ίσως, λέω, αφού το φιλμ εξακολουθεί να έχει φανατικούς θαυμαστές. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν σας αποτρέπω από το να τη δείτε, έστω και για ιστορικούς λόγους. Και, στο κάτω - κάτω, το ανήσυχο πνεύμα του Πολάνσκι (τότε "τρομερού παιδιού" του σινεμά) φαίνεται καθαρά στην τελευταία σκηνή - και μάλιστα στην τελευταία ατάκα - τις οποίες φυσικά δεν θα αποκαλύψω.
Πέμπτη, Ιουνίου 05, 2014
Ο ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ "HOMBRE"
O Martin Ritt (1914-1990) υπήρξε από τους "αριστερούς" του Χόλιγουντ και το πλήρωσε στη δεκαετία του 50, αφού βρέθηκε στη διαβόητη μαύρη λίστα του Μακάρθι (σε μνήμες από την εποχή βασίζεται άλλωστε η ταινία του "Η Βιτρίνα" με τον Γούντι Άλεν). Στα 1967 πάντως γυρίζει το ενδιαφέρον γουέστερν "Hombre" με έναν αγέρωχο Πολ Νιούμαν στον ομώνυμο πρωταγωνιστικο ρόλο.
Ο βασικός ήρωας ειναι ένας μιγάς: Μισός ινδιάνος και μισός λευκός είναι μοναχικός, πραγματικστής και δεν είναι με το μέρος κανενός. Όταν όμως η άμαξα στην οποία είναι κι αυτός επιβάτης δέχεται επίθεση από άξεστους ληστές, βρίσκεται στην παράξενη θέση να αναλάβει την άμυνά της, στρεφόμενος ενάντια σε κτήνη, υπερασπίζοντας όμως ταυτόχρονα ανθρώπους που απεχθάνεται και περιφρονεί βαθιά.
Η ταινία κρατά τον θεατή με την αργή, τελετουργική, αλλά και διαρκώς εξελισσόμενη δράση της και καταφέρνει νομίζω να μεταδώσει την αγωνία της ομάδας των πολιορκημένων και τα αδιέξοδά τους. Συγχρόνως όμως - επειδή είναι ο Ritt - θέτει και άλλα θέματα: Κατ' αρχήν το θέμα της διαφορετικότητας : Ο ήρωας αντιμετωπίζει διαρκώς το ρατσισμό ή την περιφρόνηση των άλλων και προφανώς - ΟΚ, κλισέ, αλλά "για καλό σκοπό" - είναι πολύ πιο άξιος απ' αυτούς. Η μη αποδοχή του διαφορετικού από μια βαθύτατα οπισθοδρομική (βάρβαρη θα λέγαμε) κοινωνία είναι εδώ κάτι περισσότερο από σαφής. Από την άλλη υπάρχουν πολλές αναφορές στο δράμα των ινδιάνων της Αμερικής: Για τη γενοκτονία τους, για τις άθλιες συνθήκες που βιώνουν όσοι απέμειναν, για τον εις βάρος τους ρατσισμό. Και βέβαια υπάρχει η πανταχού παρούσα βαθιά περιφρόνηση για την "πολιτισμένη" κοινωνία των λευκών. Οι περισσότεροι εκπρόσωποί της είναι στο φιλμ άπληστοι, βάρβαροι, δειλοί και διάφορα άλλα καθόλου κολακευτικά. Η αντιπαράθεση με τον μοναχικό (όπως ολόκληρη η φυλή του), στωικό και πάντοτε ατάραχο, αλλά ταυτόχρονα πρακτικότατο, λιτοδίαιτο και ρεαλιστή ινδιάνο, απόλυτα συμφιλιωμένο με την πραγματικότητα της ζωής και του θανάτου, είναι σαφής.
Κλασικό γουέστερν της ύστερης περιόδου του είδους - όταν πια πολύ λίγα γυρίζονταν και το είδος βρισκόταν σε μαρασμό πριν εξαφανιστεί πρακτικά - συνίσταται ανεπιφύλακτα στους λάτρεις του, αλλά - προσοχή - όχι μόνο σ' αυτούς.
Ο βασικός ήρωας ειναι ένας μιγάς: Μισός ινδιάνος και μισός λευκός είναι μοναχικός, πραγματικστής και δεν είναι με το μέρος κανενός. Όταν όμως η άμαξα στην οποία είναι κι αυτός επιβάτης δέχεται επίθεση από άξεστους ληστές, βρίσκεται στην παράξενη θέση να αναλάβει την άμυνά της, στρεφόμενος ενάντια σε κτήνη, υπερασπίζοντας όμως ταυτόχρονα ανθρώπους που απεχθάνεται και περιφρονεί βαθιά.
Η ταινία κρατά τον θεατή με την αργή, τελετουργική, αλλά και διαρκώς εξελισσόμενη δράση της και καταφέρνει νομίζω να μεταδώσει την αγωνία της ομάδας των πολιορκημένων και τα αδιέξοδά τους. Συγχρόνως όμως - επειδή είναι ο Ritt - θέτει και άλλα θέματα: Κατ' αρχήν το θέμα της διαφορετικότητας : Ο ήρωας αντιμετωπίζει διαρκώς το ρατσισμό ή την περιφρόνηση των άλλων και προφανώς - ΟΚ, κλισέ, αλλά "για καλό σκοπό" - είναι πολύ πιο άξιος απ' αυτούς. Η μη αποδοχή του διαφορετικού από μια βαθύτατα οπισθοδρομική (βάρβαρη θα λέγαμε) κοινωνία είναι εδώ κάτι περισσότερο από σαφής. Από την άλλη υπάρχουν πολλές αναφορές στο δράμα των ινδιάνων της Αμερικής: Για τη γενοκτονία τους, για τις άθλιες συνθήκες που βιώνουν όσοι απέμειναν, για τον εις βάρος τους ρατσισμό. Και βέβαια υπάρχει η πανταχού παρούσα βαθιά περιφρόνηση για την "πολιτισμένη" κοινωνία των λευκών. Οι περισσότεροι εκπρόσωποί της είναι στο φιλμ άπληστοι, βάρβαροι, δειλοί και διάφορα άλλα καθόλου κολακευτικά. Η αντιπαράθεση με τον μοναχικό (όπως ολόκληρη η φυλή του), στωικό και πάντοτε ατάραχο, αλλά ταυτόχρονα πρακτικότατο, λιτοδίαιτο και ρεαλιστή ινδιάνο, απόλυτα συμφιλιωμένο με την πραγματικότητα της ζωής και του θανάτου, είναι σαφής.
Κλασικό γουέστερν της ύστερης περιόδου του είδους - όταν πια πολύ λίγα γυρίζονταν και το είδος βρισκόταν σε μαρασμό πριν εξαφανιστεί πρακτικά - συνίσταται ανεπιφύλακτα στους λάτρεις του, αλλά - προσοχή - όχι μόνο σ' αυτούς.
Κυριακή, Ιουνίου 01, 2014
"ΜΝΗΜΕΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ" Ή ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Θεωρώ τον κορεάτη Joon-ho Bong πολύ σημαντικό δημιουργό. Είχα δει το "Host" και στη συνέχεια το "Snowpiercer", την πρώτη του διεθνή παραγωγή, οπότε γύρισα και σε παλιότερες δουλειές του. Οι "Μνήμες Εγκλήματος" (Salinui Chueok) του 2003 μου έκαναν εξαιρετική εντύπωση.
Πρόκειται για ένα πρωτότυπο αστυνομικό δράμα, από αυτά που ξέρουν καλά να φτιάχνουν οι κορεάτες. Εδώ όμως βρισκόμαστε πολύ μακριά από τα αμερικάνικα στάνταρ του είδους. Σε μια μικρή πόλη της κορεάτικης επαρχίας της δεκαετίας του 80, όταν στη χώρα υπήρχε δικτατορία, αρχίζουν να δολοφονούνται γυναίκες. Σύντομα αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για σίριαλ κίλερ με άγνωστα κίνητρα και ψυχοσύνθεση. Αρχικά την υπόθεση αναλαμβάνουν οι δύο όχι και τόσο έξυπνοι ντετέκτιβ της περιοχής. Ο ένας λιγάκι "ούφο", κολλημένος με αμερικάνικες αστυνομικές σειρές, κι ο άλλος βίαιος ακόμα κι όταν δεν υπάρχει λόγος - δεν σκέπτεται και πολύ άλλωστε και αυτά τα δύο πάνε πάντα μαζί.Καθώς αποτυγχάνουν διαρκώς και συλλαμβάνουν λάθος υπόπτους - από τους οποίους, σημειωτέον, αποσπούν με βία ομολογίες - ένας πιο οργανωμένος ντετέκτιβ από την πρωτεύουσα έρχεται να συνεργαστεί μαζί τους.
Η ταινία παρακολουθεί τόσο τις σχέσεις των αστυνομικών μεταξύ τους, όσο και την έρευνα, η οποία, ακόμα και με τη συνδρομή του "πρωτευουσιάνου" δεν μοιάζει να οδηγεί πουθενά. Παράλληλα καταγράφει τη ασφυκτική επαρχιακή κοινωνία και αφήνει υπαινικτικά να δειχτούν οι επιπτώσεις της δικτατορίας και η αστυνομική βία. Ωστοσο σημαντικότερο στοιχείο, νομίζω, είναι μια ιδέα που φαίνεται να επανέρχεται και σε άλλα φιλμ του σκηνοθέτη: Το ότι η δικαιοσύνη δεν είναι καθόλου δίκαια ούτε αποτελεσματική. Η δικαιοσύνη μπορεί κάλλιστα να σφάλλει ή, πολύ απλά, να μην καταφέρνει να κάνει τη δουλειά της, να αποτυγχάνει. Ποιος είπε ότι ο ανθρώπινος αυτός θεσμός μπορεί να αντιμετωπίσει με σιγουριά το κακό εκεί έξω;
Το πρώτο μέρος, κάπως πιο ανάλαφρο, διαθέτει και αρκετό χιούμορ. Σ' όλη τη διάρκειά της πάντως οι συνεχείς ανατροπές όσον αφορά τους υπόπτους κρατάνε αμείωτη την αγωνία του θεατή. Αν πάντως θέλετε μια σύγκριση με κάτι αμερικάνικο, θα σας έλεγα ότι η ταινία θυμίζει σαν γενική προβληματική το Zodiac του Φίντσερ. Ή μάλλον το Zodiac θυμίζει τις "Μνήμες...", αφού η αμερικάνικη ταινία είναι του 2007.
Συνιστώ ανεπιφύλακτα το φιλμ, καθώς και κάθε άλλο του σκηνοθέτη. Έχω δει συνολικά 4 και μου άρεσαν πολύ όλες. Ψάξτε τον. Το συγκεκριμένο φιλμ μάλιστα για μια διαφορετική ματιά στο αστυνομικό είδος.
Πρόκειται για ένα πρωτότυπο αστυνομικό δράμα, από αυτά που ξέρουν καλά να φτιάχνουν οι κορεάτες. Εδώ όμως βρισκόμαστε πολύ μακριά από τα αμερικάνικα στάνταρ του είδους. Σε μια μικρή πόλη της κορεάτικης επαρχίας της δεκαετίας του 80, όταν στη χώρα υπήρχε δικτατορία, αρχίζουν να δολοφονούνται γυναίκες. Σύντομα αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για σίριαλ κίλερ με άγνωστα κίνητρα και ψυχοσύνθεση. Αρχικά την υπόθεση αναλαμβάνουν οι δύο όχι και τόσο έξυπνοι ντετέκτιβ της περιοχής. Ο ένας λιγάκι "ούφο", κολλημένος με αμερικάνικες αστυνομικές σειρές, κι ο άλλος βίαιος ακόμα κι όταν δεν υπάρχει λόγος - δεν σκέπτεται και πολύ άλλωστε και αυτά τα δύο πάνε πάντα μαζί.Καθώς αποτυγχάνουν διαρκώς και συλλαμβάνουν λάθος υπόπτους - από τους οποίους, σημειωτέον, αποσπούν με βία ομολογίες - ένας πιο οργανωμένος ντετέκτιβ από την πρωτεύουσα έρχεται να συνεργαστεί μαζί τους.
Η ταινία παρακολουθεί τόσο τις σχέσεις των αστυνομικών μεταξύ τους, όσο και την έρευνα, η οποία, ακόμα και με τη συνδρομή του "πρωτευουσιάνου" δεν μοιάζει να οδηγεί πουθενά. Παράλληλα καταγράφει τη ασφυκτική επαρχιακή κοινωνία και αφήνει υπαινικτικά να δειχτούν οι επιπτώσεις της δικτατορίας και η αστυνομική βία. Ωστοσο σημαντικότερο στοιχείο, νομίζω, είναι μια ιδέα που φαίνεται να επανέρχεται και σε άλλα φιλμ του σκηνοθέτη: Το ότι η δικαιοσύνη δεν είναι καθόλου δίκαια ούτε αποτελεσματική. Η δικαιοσύνη μπορεί κάλλιστα να σφάλλει ή, πολύ απλά, να μην καταφέρνει να κάνει τη δουλειά της, να αποτυγχάνει. Ποιος είπε ότι ο ανθρώπινος αυτός θεσμός μπορεί να αντιμετωπίσει με σιγουριά το κακό εκεί έξω;
Το πρώτο μέρος, κάπως πιο ανάλαφρο, διαθέτει και αρκετό χιούμορ. Σ' όλη τη διάρκειά της πάντως οι συνεχείς ανατροπές όσον αφορά τους υπόπτους κρατάνε αμείωτη την αγωνία του θεατή. Αν πάντως θέλετε μια σύγκριση με κάτι αμερικάνικο, θα σας έλεγα ότι η ταινία θυμίζει σαν γενική προβληματική το Zodiac του Φίντσερ. Ή μάλλον το Zodiac θυμίζει τις "Μνήμες...", αφού η αμερικάνικη ταινία είναι του 2007.
Συνιστώ ανεπιφύλακτα το φιλμ, καθώς και κάθε άλλο του σκηνοθέτη. Έχω δει συνολικά 4 και μου άρεσαν πολύ όλες. Ψάξτε τον. Το συγκεκριμένο φιλμ μάλιστα για μια διαφορετική ματιά στο αστυνομικό είδος.
Πέμπτη, Μαΐου 29, 2014
Ο ΤΕΤΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΛΟΛΑΜΠΡΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ
Ο Παναγιώτης Τέτσης, γεννημένος το 1925, είναι από τους γνωστότερους και σημαντικότερους έλληνες ζωγράφους του 20ου αιώνα. Το εικαστικό του ενδιαφέρον περιστρέφεται κυρίως γύρω από το χρώμα.
Εν έτει 2014 ο σκηνοθέτης Γιάννης Βαμβακάς (ο οποίος δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείται με εικαστικο θέμα) γυρίζει το ντοκιμαντέρ 100 λεπτών "Παναγιώτης Τέτσης: Παίζοντας... με τα Χρώματα" επιχειρώντας να δώσει το ποτρτρέτο του καλλιτέχνη, ο οποίος βεβαίως κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, που κράτησαν κάμποσα χρόνια, ήταν άνω των 85 ετών. Η ιστορικός τέχνης Λίμπερτη (!) Πολύζου αναλαμβάνει την έρευνα και είναι διαρκώς παρούσα δίπλα στον καλλιτέχνη, κουβεντιάζοντας, περπατώντας, ρωτώντας, σχολιάζοντας...
Ο Τέτσης μιλά για τα πάντα, ευρισκόμενος άλλοτε στην Αθήνα κι άλλοτε στην Ύδρα. Υδραίος στην καταγωγή, δεν εγκατέλειψε ποτέ την ιδιαίτερη πατρίδα του, αφού πολύ συχνά και για αρκετά μακρά διαστήματα μένει εκεί - όπως και στη Σίφνο. Έτσι ο λόγος του συχνά περιστρέφεται γύρω από την Ύδρα, άλλοτε ενθυμούμενος τα παιδικά και νεανικά του χρόνια κι άλλοτε μιλώντας για το τώρα. Άλλοτε πάλι μιλά για τη σχέση του με τη διδασκαλία της τέχνης και τους μαθητές του, αφού υπήρξε για πολλά χρόνια καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών και πρύτανής της μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 90. Όπως είναι όμως φυσικό μιλά κυρίως για τη ζωγραφική, για τη χρήση του χρώματος και τα μυστικά του ή για συγκεκριμένα έργα του. Ο Τέτσης ούτως ή άλλως θεωρείται από τους μεγαλύτερους έλληνες κολορίστες. Μια ματιά σε πίνακές του, ακόμα και από αδαείς, το επιβεβαιώνει. Το στιλ του έχει επηρεαστεί από τον ιμπρεσιονισμό, κυρίως όμως από τον εξπρεσιονισμό, ενώ αγαπημένη θεματολογία του παραμένει το τοπίο και η νεκρή φύση. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο μνημειακό του έργο, πελωρίων διαστάσεων, "Λαϊκή Αγορά".
Αν σας ενδιαφέρει η τέχνη, το ντοκιμαντέρ είναι απόλυτα κατατοπιστικό για τον καλλιτέχνη, αν και δεν διαθέτει κάτι ιδιαίτερο κινηματογραφικά. Ο λόγος του Τέτση μπορεί να είναι μεστός, συχνά συγκινητικός, είναι όμως και διασπαρμένος από χιούμορ, καθώς παλλινδρομεί ευχάριστα ανάμεσα σε απόψεις για τη ζωγραφική και προσωπικές, καθημερινές στιγμές. Φίλοι και παλιοί μαθητές του δάσκαλου εμπλουτίζουν το φιλμ καταθέτοντας τις δικές τους μαρτυρίες γι' αυτόν. Ο Τέτσης είναι συναρπατικός, η Λίμπερτη (νομίζω) έτσι κι έτσι...
Εν έτει 2014 ο σκηνοθέτης Γιάννης Βαμβακάς (ο οποίος δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείται με εικαστικο θέμα) γυρίζει το ντοκιμαντέρ 100 λεπτών "Παναγιώτης Τέτσης: Παίζοντας... με τα Χρώματα" επιχειρώντας να δώσει το ποτρτρέτο του καλλιτέχνη, ο οποίος βεβαίως κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, που κράτησαν κάμποσα χρόνια, ήταν άνω των 85 ετών. Η ιστορικός τέχνης Λίμπερτη (!) Πολύζου αναλαμβάνει την έρευνα και είναι διαρκώς παρούσα δίπλα στον καλλιτέχνη, κουβεντιάζοντας, περπατώντας, ρωτώντας, σχολιάζοντας...
Ο Τέτσης μιλά για τα πάντα, ευρισκόμενος άλλοτε στην Αθήνα κι άλλοτε στην Ύδρα. Υδραίος στην καταγωγή, δεν εγκατέλειψε ποτέ την ιδιαίτερη πατρίδα του, αφού πολύ συχνά και για αρκετά μακρά διαστήματα μένει εκεί - όπως και στη Σίφνο. Έτσι ο λόγος του συχνά περιστρέφεται γύρω από την Ύδρα, άλλοτε ενθυμούμενος τα παιδικά και νεανικά του χρόνια κι άλλοτε μιλώντας για το τώρα. Άλλοτε πάλι μιλά για τη σχέση του με τη διδασκαλία της τέχνης και τους μαθητές του, αφού υπήρξε για πολλά χρόνια καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών και πρύτανής της μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 90. Όπως είναι όμως φυσικό μιλά κυρίως για τη ζωγραφική, για τη χρήση του χρώματος και τα μυστικά του ή για συγκεκριμένα έργα του. Ο Τέτσης ούτως ή άλλως θεωρείται από τους μεγαλύτερους έλληνες κολορίστες. Μια ματιά σε πίνακές του, ακόμα και από αδαείς, το επιβεβαιώνει. Το στιλ του έχει επηρεαστεί από τον ιμπρεσιονισμό, κυρίως όμως από τον εξπρεσιονισμό, ενώ αγαπημένη θεματολογία του παραμένει το τοπίο και η νεκρή φύση. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο μνημειακό του έργο, πελωρίων διαστάσεων, "Λαϊκή Αγορά".
Αν σας ενδιαφέρει η τέχνη, το ντοκιμαντέρ είναι απόλυτα κατατοπιστικό για τον καλλιτέχνη, αν και δεν διαθέτει κάτι ιδιαίτερο κινηματογραφικά. Ο λόγος του Τέτση μπορεί να είναι μεστός, συχνά συγκινητικός, είναι όμως και διασπαρμένος από χιούμορ, καθώς παλλινδρομεί ευχάριστα ανάμεσα σε απόψεις για τη ζωγραφική και προσωπικές, καθημερινές στιγμές. Φίλοι και παλιοί μαθητές του δάσκαλου εμπλουτίζουν το φιλμ καταθέτοντας τις δικές τους μαρτυρίες γι' αυτόν. Ο Τέτσης είναι συναρπατικός, η Λίμπερτη (νομίζω) έτσι κι έτσι...
Δευτέρα, Μαΐου 19, 2014
SECONDS: ΟΤΑΝ ΓΙΝΕΣΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΛΛΟΣ
Το Χόλιγουντ, παράλληλα με την χαρούμενη, ψυχαγωγική και γεμάτη τραβηγμένα από τα μαλλιά hapy end πλευρά του, μπορούσε πάντοτε να κάνει και πραγματικά σκοτεινές ταινίες, που πάγωναν τον θεατή (παλιότερα τουλάχιστον). Σαν κλασική τέτοια ταινία θεωρώ το "Seconds" του John Frankenheimer (1930-2002) του 1966, με έναν αγνώριστο στον δραματικό του ρόλο Ροκ Χάτσον.
Ναι, πρόκειται για ένα είδος επιστημονικής φαντασίας, καμία σχέση όμως με διαστημόπλοια, εξωγήινους και θέαμα. Όλα συμβαίνουν στη γη όπως την ξέρουμε - ή περίπου. Τι θα λέγατε λοιπόν αν σας δινόταν η ευκαιρία να αλλάξετε εντελώς ζωή, να αφήσετε πίσω σας τα πάντα, να πετάξετε τον παλιό σας εαυτό και να γίνεται ένας εντελώς άλλος άνθρωπος, με εντελώς διαφορετική ταυτότητα; Αυτό συμβαίνει στον εύπορο, πλην όμως κουρασμένο από τη ζωή, βαριεστημένο με τα πάντα μεσήλικα-και-κάτι ήρωα. "Αφείστε πίσω ό,τι για τόσα χρόνια έχετε βαρεθεί. Γίνετε ένας καινούριος άνθρωπος, σε έναν όμορφο κόσμο όπου κανείς δεν σας γνωρίζει". Νομίζω ότι όλοι, αν δεν αρπάζαμε την (καλοπληρωμένη βεβαίως) ευκαιρία, τουλάχιστον θα μπαίναμε σίγουρα σε πειρασμό.
Φυσικά ο ήρωας δέχεται και, με τρόπους που θα δείτε, μεταμορφώνεται σε έναν νεότερο και εύρωστο άντρα, πετυχημένο, με μια εντελώς νέα ταυτότητα. Τι γίνεται όμως με την πολυπόθητη ευτυχία;
Πρόκειται για φιλμ που πραγματικά εισάγει μια σειρά από θέματα και φιλοσοφικά ερωτήματα - τροφή για σκέψη: Τι είναι η ευτυχία; Μπορεί να "αγοραστεί"; Και αν ναι, μήπως προσφέρεται στην κοινωνία μας μόνο σε όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα να την αγοράσουν; Μπορεί κανείς να υπερβεί τον εαυτό του και να γίνει κάποιος άλλος; Τι είναι η δύναμη της συνήθειας; Και, ερώτημα που και εμένα έχει απασχολήσει, ποια είναι η μοίρα των ανθρώπων που, πολύ απλά, δεν έχουν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα; Πιστέψτε με, είναι πολλοί αυτού του είδους που βρίσκονται γύρω μας.Κι όλα αυτά είναι μερικά μόνο. Ο θεατής μπορεί να ανακαλύψει κι άλλα και να προβληματιστεί.
Το φιλμ είναι κάπως αργό σε μερικά σημεία και ίσως το διονυσιακό όργιο στον τρύγο μιας εξωτικής σχεδόν Καλιφόρνια τραβάει λίγο παραπάνω. Δείτε όμως την εποχή: Βρισκόμαστε στα 1966 και το κίνημα των χίπις είχε ξεκινήσει. Σίγουρα ο Frankenheimer ήθελε να καταγράψει τα όσα πρωτόγνωρα συνέβαιναν στην αμερικάνικη κοινωνία και το όλο αίτημα για "επιστροφή στη φύση".
Όπως και να το κάνουμε πάντως το συγκλονιστικό φινάλε της ταινίας - το συγκλονιστικό τελευταίο μέρος θα έλεγα γενικότερα - αρκεί νομίζω από μόνο του για να χαρακτηριστεί η ταινία ως μία από τις πλέον ιδιόμορφες και σημαντικές των 60ς.
Ναι, πρόκειται για ένα είδος επιστημονικής φαντασίας, καμία σχέση όμως με διαστημόπλοια, εξωγήινους και θέαμα. Όλα συμβαίνουν στη γη όπως την ξέρουμε - ή περίπου. Τι θα λέγατε λοιπόν αν σας δινόταν η ευκαιρία να αλλάξετε εντελώς ζωή, να αφήσετε πίσω σας τα πάντα, να πετάξετε τον παλιό σας εαυτό και να γίνεται ένας εντελώς άλλος άνθρωπος, με εντελώς διαφορετική ταυτότητα; Αυτό συμβαίνει στον εύπορο, πλην όμως κουρασμένο από τη ζωή, βαριεστημένο με τα πάντα μεσήλικα-και-κάτι ήρωα. "Αφείστε πίσω ό,τι για τόσα χρόνια έχετε βαρεθεί. Γίνετε ένας καινούριος άνθρωπος, σε έναν όμορφο κόσμο όπου κανείς δεν σας γνωρίζει". Νομίζω ότι όλοι, αν δεν αρπάζαμε την (καλοπληρωμένη βεβαίως) ευκαιρία, τουλάχιστον θα μπαίναμε σίγουρα σε πειρασμό.
Φυσικά ο ήρωας δέχεται και, με τρόπους που θα δείτε, μεταμορφώνεται σε έναν νεότερο και εύρωστο άντρα, πετυχημένο, με μια εντελώς νέα ταυτότητα. Τι γίνεται όμως με την πολυπόθητη ευτυχία;
Πρόκειται για φιλμ που πραγματικά εισάγει μια σειρά από θέματα και φιλοσοφικά ερωτήματα - τροφή για σκέψη: Τι είναι η ευτυχία; Μπορεί να "αγοραστεί"; Και αν ναι, μήπως προσφέρεται στην κοινωνία μας μόνο σε όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα να την αγοράσουν; Μπορεί κανείς να υπερβεί τον εαυτό του και να γίνει κάποιος άλλος; Τι είναι η δύναμη της συνήθειας; Και, ερώτημα που και εμένα έχει απασχολήσει, ποια είναι η μοίρα των ανθρώπων που, πολύ απλά, δεν έχουν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα; Πιστέψτε με, είναι πολλοί αυτού του είδους που βρίσκονται γύρω μας.Κι όλα αυτά είναι μερικά μόνο. Ο θεατής μπορεί να ανακαλύψει κι άλλα και να προβληματιστεί.
Το φιλμ είναι κάπως αργό σε μερικά σημεία και ίσως το διονυσιακό όργιο στον τρύγο μιας εξωτικής σχεδόν Καλιφόρνια τραβάει λίγο παραπάνω. Δείτε όμως την εποχή: Βρισκόμαστε στα 1966 και το κίνημα των χίπις είχε ξεκινήσει. Σίγουρα ο Frankenheimer ήθελε να καταγράψει τα όσα πρωτόγνωρα συνέβαιναν στην αμερικάνικη κοινωνία και το όλο αίτημα για "επιστροφή στη φύση".
Όπως και να το κάνουμε πάντως το συγκλονιστικό φινάλε της ταινίας - το συγκλονιστικό τελευταίο μέρος θα έλεγα γενικότερα - αρκεί νομίζω από μόνο του για να χαρακτηριστεί η ταινία ως μία από τις πλέον ιδιόμορφες και σημαντικές των 60ς.
Κυριακή, Μαΐου 18, 2014
Ο ΠΑΝΤΟΤΕ "ΑΛΛΟΥ" ΓΚΙΛΙΑΜ ΚΑΙ ΤΟ "ΘΕΩΡΗΜΑ ΜΗΔΕΝ"
Το 2013 ο (κάποτε τουλάχιστον) αγαπημένος Terry Gilliam θυμάται τις μακρινες μέρες του Btazil και φτιάχνει το "Θεώρημα Μηδέν". Αναφέρω το Brazil επειδή ο μελλοντικός, δυστοπικός κόσμος που έχει φτιάξει εδώ βρίσκεται αρκετά κοντά σ' εκείνον της θρυλικής ταινίας του 1985. Δυστυχώς όμως οι συγκρίσεις σταματάνε κατά τη γνώμη μου εδώ.
Η ταινία παρακολουθεί τη ζωή ενός μοναχικού, αγοραφοβικού τύπου, που ζει σε μια ερειπωμένη και κατάλληλα διαμορφωμένη πρώην εκκλησία και βγαίνει μόνο από υποχρέωση να πάει στη δουλειά του. Δουλεύει σαν προγραμματιστής στην πανταχού παρούσα Διοίκηση, που μοιάζει να παρακολουθεί και να ελέγχει τα πάντα, και πασχίζει να αποδείξει το "Θεώρημα Μηδέν", που, όταν αποδειχτεί, θα σημαινει ότι ο κόσμος δεν έχει κανένα νόημα ή σκοπό. Κάποια στιγμή θα λάβει την πολυπόθητη άδεια να εργαστεί κλεισμένος στο σπίτι του, δίχως να χρειάζεται να πηγαίνει στη δουλειά, αλλά και εκεί θα διακόπτεται από απεσταλμένους της Διοίκησης, ενώ θα βρίσκεται διαρκώς στα όρια της απόλυτης παράνοιας.
Πρόκειται για μια μάλλον πολύπλοκη φιλοσοφική αλληγορία, που εμπλέκει σε μεγάλο βαθμό και με ποικίλους τρόπους τη θρησκεία (η εκκλησία όπου ζει ο ήρωας, η κάμερα παρακολούθησης στο κεφάλι του Εσταυρωμένου, ο γιος του "Διευθυντή της Διοίκησης", το μυστηριώδες τηλεφώνημα που θα του αποκακλυψει το νόημα της ζωής κλπ.) Ίσως τα νοήματα είναι κάπως μπερδεμένα και είναι δυσκολο να αντιληφτούμε τι ακριβώς θέλει να δείξει ο Γκίλιαμ - πέραν βέβαια του δυστοπικού μέλλοντος. Σίγουρα πάντως υπάρχει εδώ (ξανά και ευπρόσδεκτη) όλη η τρέλα του ιδιαίτερου αυτού δημιουργού, όλη η μπαρόκ εικονοποιία του, όλο το μόνιμο παιχνίδι του με την παράνοια. Βρήκα ιδιαίτερα εντυπωσιακό τον εξωτερικό κόσμο που έχει δημιουργήσει (όταν ο ήρωας βγαίνει από την εκκλησία - κατοικία του), με τις ζωντανές διαφημίσεις και τα εγκατελειμένα, γεμάτα γκράφιτι κτίρια, αλλά και την κάπως steampunk ατμόσφαιρα (συνδυασμός υψηλής τεχνολογίας και έντονα παλιομοδίτικων στοιχείων), βρήκα αρκετά ψήγματα του παλιού καλού εαυτού του, αλλά φοβάμαι ότι σε καμία περίπτωση δεν φτάνει το παρελθόν του. Είναι πια χαώδης, μπερδεμένος και - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - μόνιμα ντεφορμέ τα αρκετά τελευταία χρόνια. Φοβάμαι ότι ποτέ πια δεν θα δούμε μια πραγματικά καλή ταινία απ' αυτόν (μακάρι να διαψευστώ παταγωδώς, διότι εξακολουθεί να με γοητεύει).
Πάντως, επειδή θεωρώ το φιλμ πιο ενδιαφέρον από τα τελευταία του, θα πρότεινα στους φίλους του Γκίλιαμ τουλάχιστον, να το δουν οπωσδήποτε. Σας το είπα: Έχει κάτι από τον παλιό καλό εαυτό του.
Η ταινία παρακολουθεί τη ζωή ενός μοναχικού, αγοραφοβικού τύπου, που ζει σε μια ερειπωμένη και κατάλληλα διαμορφωμένη πρώην εκκλησία και βγαίνει μόνο από υποχρέωση να πάει στη δουλειά του. Δουλεύει σαν προγραμματιστής στην πανταχού παρούσα Διοίκηση, που μοιάζει να παρακολουθεί και να ελέγχει τα πάντα, και πασχίζει να αποδείξει το "Θεώρημα Μηδέν", που, όταν αποδειχτεί, θα σημαινει ότι ο κόσμος δεν έχει κανένα νόημα ή σκοπό. Κάποια στιγμή θα λάβει την πολυπόθητη άδεια να εργαστεί κλεισμένος στο σπίτι του, δίχως να χρειάζεται να πηγαίνει στη δουλειά, αλλά και εκεί θα διακόπτεται από απεσταλμένους της Διοίκησης, ενώ θα βρίσκεται διαρκώς στα όρια της απόλυτης παράνοιας.
Πρόκειται για μια μάλλον πολύπλοκη φιλοσοφική αλληγορία, που εμπλέκει σε μεγάλο βαθμό και με ποικίλους τρόπους τη θρησκεία (η εκκλησία όπου ζει ο ήρωας, η κάμερα παρακολούθησης στο κεφάλι του Εσταυρωμένου, ο γιος του "Διευθυντή της Διοίκησης", το μυστηριώδες τηλεφώνημα που θα του αποκακλυψει το νόημα της ζωής κλπ.) Ίσως τα νοήματα είναι κάπως μπερδεμένα και είναι δυσκολο να αντιληφτούμε τι ακριβώς θέλει να δείξει ο Γκίλιαμ - πέραν βέβαια του δυστοπικού μέλλοντος. Σίγουρα πάντως υπάρχει εδώ (ξανά και ευπρόσδεκτη) όλη η τρέλα του ιδιαίτερου αυτού δημιουργού, όλη η μπαρόκ εικονοποιία του, όλο το μόνιμο παιχνίδι του με την παράνοια. Βρήκα ιδιαίτερα εντυπωσιακό τον εξωτερικό κόσμο που έχει δημιουργήσει (όταν ο ήρωας βγαίνει από την εκκλησία - κατοικία του), με τις ζωντανές διαφημίσεις και τα εγκατελειμένα, γεμάτα γκράφιτι κτίρια, αλλά και την κάπως steampunk ατμόσφαιρα (συνδυασμός υψηλής τεχνολογίας και έντονα παλιομοδίτικων στοιχείων), βρήκα αρκετά ψήγματα του παλιού καλού εαυτού του, αλλά φοβάμαι ότι σε καμία περίπτωση δεν φτάνει το παρελθόν του. Είναι πια χαώδης, μπερδεμένος και - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - μόνιμα ντεφορμέ τα αρκετά τελευταία χρόνια. Φοβάμαι ότι ποτέ πια δεν θα δούμε μια πραγματικά καλή ταινία απ' αυτόν (μακάρι να διαψευστώ παταγωδώς, διότι εξακολουθεί να με γοητεύει).
Πάντως, επειδή θεωρώ το φιλμ πιο ενδιαφέρον από τα τελευταία του, θα πρότεινα στους φίλους του Γκίλιαμ τουλάχιστον, να το δουν οπωσδήποτε. Σας το είπα: Έχει κάτι από τον παλιό καλό εαυτό του.
Τετάρτη, Μαΐου 14, 2014
ΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ "ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΡΜΑ";
Το φιλμ "Κάτω από το Δέρμα" του Jonathan Glazer γυρίστηκε το 2013 και βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του ολλανδού Michel Faber. Αυτό που πρέπει να τονιστεί από ην πρώτη στιγμή, είναι ότι δεν πρόκειται για ένα απλό φιλμ επιστημονικής φαντασίας, αλλά η σκηνοθεσία, η απόλυτα ελλειπτική αφήγηση και το όλο κλίμα το κάνουν σε ορισμένες περιπτώσεις να αγγίζει τα όρια του πειραματικού σινεμά. Οπότε, οι οπαδοί της mainstream ΕΦ ας το έχουν καλά στο μυαλό τους πριν το "τολμήσουν".
Η ταινία παρακολουθεί μια όμορφη, μοναχική γυναίκα σε ένα σχεδόν καθημερινά επαναλαμβανόμενο τελετουργικό: Οδηγώντας ένα φορτηγάκι, "ψαρεύει" μοναχικούς άντρες, τους οδηγεί σε ένα εκτός τόπου και χρόνου μαύρο δωμάτιο (;) και μετά... τι; Κανείς δεν αντιλαμβάνεται τι ακριβώς τους κάνει και γιατί, αλλά πάντως κανένα αρσενικό δεν βγαίνει ζωντανό από εκεί. Ένας μοτοσικλετιστής την ακολουθεί μόνιμα και μοιάζει να βρίσκεται στην υπηρεσία της, "καθαρίζοντας" τα ίχνη της.
Ποια (ή μάλλον τι) είναι αυτή η γυναίκα; Γιατί χρειάζεται τους άντρες; Ποιος είναι ο ακόλουθός της και γιατί τη βοηθά; Ο Glazer δεν θα απαντήσει ποτέ. Στόχος του δεν είναι να εξηγήσει οτιδήποτε, αλλά να δημιουργήσει ατμόσφαιρα και να παρακολουθήσει (ελλειπτικά κι αυτό) την ψυχολογική εξέλιξη (;) της σιωπηλής ηρωίδας. Ουσιαστικά αυτό που παρακολουθούμε με αργούς, τελετουργικούς ρυθμούς, είναι η πορεία ενός μοναχικού πλάσματος σε έναν κόσμο που δεν κατανοεί και στον οποίο δεν μπορεί να συμμετέχει. Όλα γύρω της τής δημιουργούν απορία, όλα είναι άβολα, ξένα. Η ηρωίδα μοιάζει να μην αντιλαμβάνεται το περιβάλλον της. Κάποια στιγμή θα προσπαθήσει να ενταχθεί στον κόσμο, να συμμετάσχει. Θα ελευθερώσει κάποιον που ψυχολογικά της μοιάζει, θα προσπαθήσει να απολαύσει την καλοσύνη όταν τη συναντά. Η αποτυχία της όμως είναι προδιαγραμμένη.
Η ζοφερή, σκοτεινή ατμόσφαιρα είναι δεδομένη. Το μουντό, μόνιμα συννεφιασμένο τοπίο της Σκωτίας, οι εξ ίσου μουντοί αστικοί, βιομηχανικοί χώροι, οι αργοί ρυθμοί, τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όλα συμβάλλουν στο χτίσιμό της. Η Σκάρλετ Γιόχανσον, βουβή σχεδόν, συμβάλλει με την ερμηνεία της. Μερικές εικόνες, όπως αυτές με τους άντρες στον μαύρο, άμορφο χώρο, εντυπώνονται στο νου. Σίγουρα υπάρχει σκηνοθετική άποψη, σίγουρα το φιλμ διαφέρει κατά πολύ από το συνηθισμένο, ωστόσο δεν σας κρύβω ότι με κούρασε αρκετά. Τελικά καλό είναι να το δει κανείς σα μια σινεφίλ, εγκεφαλική άσκηση, υποβλητική, σκοτεινή, σαν μια μελέτη της μοναχικότητας και του αταίριαστου με το περιβάλλον ατόμου, αλλά δεν μπορώ να πω τελικά ότι απόλαυσα όλο αυτό το ψυχρό παιχνίδι.
Η ταινία παρακολουθεί μια όμορφη, μοναχική γυναίκα σε ένα σχεδόν καθημερινά επαναλαμβανόμενο τελετουργικό: Οδηγώντας ένα φορτηγάκι, "ψαρεύει" μοναχικούς άντρες, τους οδηγεί σε ένα εκτός τόπου και χρόνου μαύρο δωμάτιο (;) και μετά... τι; Κανείς δεν αντιλαμβάνεται τι ακριβώς τους κάνει και γιατί, αλλά πάντως κανένα αρσενικό δεν βγαίνει ζωντανό από εκεί. Ένας μοτοσικλετιστής την ακολουθεί μόνιμα και μοιάζει να βρίσκεται στην υπηρεσία της, "καθαρίζοντας" τα ίχνη της.
Ποια (ή μάλλον τι) είναι αυτή η γυναίκα; Γιατί χρειάζεται τους άντρες; Ποιος είναι ο ακόλουθός της και γιατί τη βοηθά; Ο Glazer δεν θα απαντήσει ποτέ. Στόχος του δεν είναι να εξηγήσει οτιδήποτε, αλλά να δημιουργήσει ατμόσφαιρα και να παρακολουθήσει (ελλειπτικά κι αυτό) την ψυχολογική εξέλιξη (;) της σιωπηλής ηρωίδας. Ουσιαστικά αυτό που παρακολουθούμε με αργούς, τελετουργικούς ρυθμούς, είναι η πορεία ενός μοναχικού πλάσματος σε έναν κόσμο που δεν κατανοεί και στον οποίο δεν μπορεί να συμμετέχει. Όλα γύρω της τής δημιουργούν απορία, όλα είναι άβολα, ξένα. Η ηρωίδα μοιάζει να μην αντιλαμβάνεται το περιβάλλον της. Κάποια στιγμή θα προσπαθήσει να ενταχθεί στον κόσμο, να συμμετάσχει. Θα ελευθερώσει κάποιον που ψυχολογικά της μοιάζει, θα προσπαθήσει να απολαύσει την καλοσύνη όταν τη συναντά. Η αποτυχία της όμως είναι προδιαγραμμένη.
Η ζοφερή, σκοτεινή ατμόσφαιρα είναι δεδομένη. Το μουντό, μόνιμα συννεφιασμένο τοπίο της Σκωτίας, οι εξ ίσου μουντοί αστικοί, βιομηχανικοί χώροι, οι αργοί ρυθμοί, τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όλα συμβάλλουν στο χτίσιμό της. Η Σκάρλετ Γιόχανσον, βουβή σχεδόν, συμβάλλει με την ερμηνεία της. Μερικές εικόνες, όπως αυτές με τους άντρες στον μαύρο, άμορφο χώρο, εντυπώνονται στο νου. Σίγουρα υπάρχει σκηνοθετική άποψη, σίγουρα το φιλμ διαφέρει κατά πολύ από το συνηθισμένο, ωστόσο δεν σας κρύβω ότι με κούρασε αρκετά. Τελικά καλό είναι να το δει κανείς σα μια σινεφίλ, εγκεφαλική άσκηση, υποβλητική, σκοτεινή, σαν μια μελέτη της μοναχικότητας και του αταίριαστου με το περιβάλλον ατόμου, αλλά δεν μπορώ να πω τελικά ότι απόλαυσα όλο αυτό το ψυχρό παιχνίδι.
Δευτέρα, Μαΐου 12, 2014
Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΑ, ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΗΣ PHILOMENA
Αν και κάνει πολύ διαφορετικές μεταξύ
τους ταινίες, ο Steven Frears παραμένει για μένα, μετά τόσα χρόνια, ένας (σχεδόν) πάντοτε
πολύ ενδιαφέρων σκηνοθέτης. Αυτό κατά τη γνώμη μου συμβαίνει και με την τρυφερή,
συγκινητική, αλλά και με αρκετές ανατροπές «Philomena» του 2013, που βασίζεται σε αληθινή ιστορία.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα, με τη βοήθεια
ενός πρώην γνωστού και νυν σε επικίνδυνη καμπή της καριέρας του δημοσιογράφου,
αποφασίζει το 2008 να ψάξει τον γιο της, ο οποίος είχε δοθεί για υιοθεσία από
καλόγριες πίσω στη δεκαετία του 50, δίχως ποτέ η «παράνομη» μητέρα να μάθει
οτιδήποτε γι’ αυτόν. Η αναζήτηση θα την οδηγήσει στην Αμερική, όπου οι εκπλήξεις
διαδέχονται η μία την άλλη.
Η ταινία λειτουργεί σε πολλαπλά
επίπεδα και γι’ αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, πολλαπλά ενδιαφέρουσα. Έχουμε
κατ’ αρχήν την προαναφερθείσα αγωνία και τις ανατροπές, όσο προχωρά η αναζήτηση,
που κρατούν σε αγωνία τον θεατή. Έπειτα υπάρχει το δίδυμο των αντίθετων
πρωταγωνιστικών χαρακτήρων, που δένουν υπέροχα μεταξύ τους: «Λαϊκή», κλόκαρδη
αλλά και πεισματάρα, εύπιστη και βαθύτατα πιστή χριστιανή εκείνη, κυνικός, έξυπνος,
μορφβωμένος, διανοούμενος, άθεος ο άλλος. Εντελώς διαφορετικά background, διανοητικό επίπεδο, κουλτούρα,
που όμως αναγκάζονται να συνυπάρξουν όσο κρατά η αναζήτηση. Στη συνέχεια έχουμε
τις δόσεις του υπόγειου αγγλικού χιούμορ, που διαποτίζει ευχάριστα την κατά τα άλλα
δραματική αυτή ταινία. Έχουμε τέλος και την απολαυστική ηθοποιία της Τζούντι
Ντεντς, αλλά και του Στιβ Κούγκαν.
Και ιδεολογικά; Ο Φρίαρς κάνει
μια κατά μέτωπο επίθεση στην καθολική εκκλησία, τουλάχιστον όπως αυτή λειτουργούσε
παλιότερα στην «καθυστερημένη» Ιρλανδία, αποκαλύπτοντας ένα απάνθρωπο
κυριολεκτικά πρόσωπο και μια στάση απόλυτα φοβική σε κάθε μορφή σεξουαλικότητας,
πλημμυρισμένη από ψέμα και υποκρισία. Σε ατομικό επίπεδο, αποκαλύπτονται περιπτώσεις
όπου η νεύρωση ή/και η υστερία γίνονται νόμος, οδηγώντας, όντας βρισκόμενες σε
θέση ισχύος, σε απόγνωση και δυστυχία άλλους ανθρώπους. Υπάρχει επίσης ο προβληματισμός
για τη φύση και την αξία της εκδίκησης γενικότερα, αλλά και για τη χριστιανική
θέση απέναντί της. Τελικά (όχι ότι ο συγκεκριμένος προβληματισμός με ενδιαφέρει
προσωπικά, αλλά τέλος πάντων υπάρχει και δίνει και ένα πολύ δυνατό φινάλε)
ποιος είναι πιο χριστιανός; Οι κανονικοί εκπρόσωποι της εκκλησίας ή η αφελής,
λαϊκή και αμόρφωτη γυναίκα; Αν σκεφτείτε μάλιστα ότι πρόκειται για αληθινή
ιστορία, τα πράγματα στο επίπεδο αυτό γίνονται ακόμα πιο ανατριχιαστικά (λέω «στο
επίπεδο αυτό», γιατί συνολικά παρακολούθησα την ταινία πολύ ευχάριστα, αφού,
παρά το δραματικό θέμα της, καταφέρνει να διατηρεί και μια feelgood διάσταση).
Προσωπικά τη θεωρώ από τις πολύ καλές
ταινίες της χρονιάς. Θα τη συναντήσουμε μάλλον στις παραδοσιακές λίστες στο τέλος
της.
Παρασκευή, Μαΐου 09, 2014
Η ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΟΥ SNOWPIERCER
Θα πω από την αρχή ότι είχα αρκετό καιρό να ευχαριστηθώ πραγματικά ταινία επιστημονικής φαντασίας όσο το Snowpiercer (2013) του εξαιρετικού κορεάτη Joon-ho Bong, που στο παρελθόν μας είχε χαρίσει, μεταξύ άλλων, και το πρωτότυπο "Host" (Ο Επισκέπτης). Πάντως η ταινία δεν είναι κορεάτικη, αλλά διεθνής παραγωγή.
Βασισμένο σε γαλλικό κόμικς του 1982 (του οποίου την ύπαρξη δυστυχώς αγνοούσα), το φιλμ μας μεταφέρει σε ένα ζοφερό μέλλον όπου η γη έχει επανέλθει από ανθρώπινο λάθος στην εποχή των παγετώνων και ουσιαστικά η ανθρωπότητα έχει καταστραφεί, Οι μόνοι επιζήσαντες βρίσκονται συγκεντρωμένοι σε ένα αενάως κινούμενο γύρω από τον πλανήτη τρένο. Ούτε εκεί όμως θα καταφέρουν να φτιάξουν έναν ιδανικό κόσμο. Κάθε άλλο: Στα πίσω βαγόνια είναι στιβαγμένοι οι "επιβάτες τρίτης θέσης", που ζουν σε συνθήκες βάναυσης καταπίεσης και εξαθλίωσης, ενώ όσο προχωράμε προς την πρώτη θέση οι συνθήκες βελτιώνονται, για να φτάσουμε στη χλιδή των λίγων προνομιούχων. Στο πρώτο βαγόνι, οδηγός και απόλυτος αρχηγός, κατοικεί ο ιδιοφυής κατασκευαστής του τρένου και επινοητής της όλης κατάστασης: Τόσο της επιβίωσης της πολυπληθούς ομάδας όσο και της ανισότητας που την διέπει. Η άγρια εξέγερση στα πίσω βαγόνια δεν θα αργήσει να ξεσπάσει και θα είναι αιματηρή...
Η αλληγορία της όλης ιστορίας είναι σαφής. Το τρένο είναι φυσικά μεταφορά μιας βαθύτατα διχασμένης ταξικά, αλλά και γεωγραφικά, κοινωνίας που αλληλοσπαράσεται μέχρις τελικής καταστροφής. Σχόλιο προφανώς για την ανθρώπινη αυτοκαταστροφικότητα, αλλά και πολύ πρωτότυπη ιδέα, η ταινία διαθέτει, μεταξύ άλλων, εξαιρετικό σασπένς και κάμποσες ανατροπές. Μια άλλη έξυπνη ιδέα είναι το ότι η κάμερα ακολουθεί την αιματοβαμένη πορεία των επαναστατών (οι οποίοι, σημειωτέον, δεν έχουν φύγει ποτέ από την άθλια πίσω θέση) από βαγόνι σε βαγόνι, οπότε ο θεατής μαθαίνει μαζί μ' αυτούς τι ακριβώς υπάρχει στο τρένο και το πώς αυτό είναι δομημένο, ενώ οι σύντομες εικόνες του νεκρού, παγωμένου έξω κόσμο κόβουν μερικές φορές την ανάσα.
Ο συνδυασμός πρωτοτυπίας, σασπένς και (διάφανου έστω) συμβολισμού, το εξαιρετικό γύρισμα και η όλη κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που δημιουργείται από την πρώτη κιόλας στιγμή κάνουν κατά τη γνώμη μου το φιλμ να ξεχωρίζει από τον σωρό ανούσιων και χιλιοειδωμένων περιπετειών φαντασίας (επιστημονικής ή μη) που μας κατακλύζουν τα τελευταία χρόνια. Η δε (αγνώριστη) Τίλντα Σουίντον και οι Εντ Χάρις και Τζον Χαρτ ξεχωρίζουν στους ρόλους τους. Όπως είπα και στην αρχή, το απόλαυσα.
ΥΓ: Ψάξτε και παλιότερες ταινίες του Joon-ho Bong, Είναι πολύ ενδιαφέρουσες.
Βασισμένο σε γαλλικό κόμικς του 1982 (του οποίου την ύπαρξη δυστυχώς αγνοούσα), το φιλμ μας μεταφέρει σε ένα ζοφερό μέλλον όπου η γη έχει επανέλθει από ανθρώπινο λάθος στην εποχή των παγετώνων και ουσιαστικά η ανθρωπότητα έχει καταστραφεί, Οι μόνοι επιζήσαντες βρίσκονται συγκεντρωμένοι σε ένα αενάως κινούμενο γύρω από τον πλανήτη τρένο. Ούτε εκεί όμως θα καταφέρουν να φτιάξουν έναν ιδανικό κόσμο. Κάθε άλλο: Στα πίσω βαγόνια είναι στιβαγμένοι οι "επιβάτες τρίτης θέσης", που ζουν σε συνθήκες βάναυσης καταπίεσης και εξαθλίωσης, ενώ όσο προχωράμε προς την πρώτη θέση οι συνθήκες βελτιώνονται, για να φτάσουμε στη χλιδή των λίγων προνομιούχων. Στο πρώτο βαγόνι, οδηγός και απόλυτος αρχηγός, κατοικεί ο ιδιοφυής κατασκευαστής του τρένου και επινοητής της όλης κατάστασης: Τόσο της επιβίωσης της πολυπληθούς ομάδας όσο και της ανισότητας που την διέπει. Η άγρια εξέγερση στα πίσω βαγόνια δεν θα αργήσει να ξεσπάσει και θα είναι αιματηρή...
Η αλληγορία της όλης ιστορίας είναι σαφής. Το τρένο είναι φυσικά μεταφορά μιας βαθύτατα διχασμένης ταξικά, αλλά και γεωγραφικά, κοινωνίας που αλληλοσπαράσεται μέχρις τελικής καταστροφής. Σχόλιο προφανώς για την ανθρώπινη αυτοκαταστροφικότητα, αλλά και πολύ πρωτότυπη ιδέα, η ταινία διαθέτει, μεταξύ άλλων, εξαιρετικό σασπένς και κάμποσες ανατροπές. Μια άλλη έξυπνη ιδέα είναι το ότι η κάμερα ακολουθεί την αιματοβαμένη πορεία των επαναστατών (οι οποίοι, σημειωτέον, δεν έχουν φύγει ποτέ από την άθλια πίσω θέση) από βαγόνι σε βαγόνι, οπότε ο θεατής μαθαίνει μαζί μ' αυτούς τι ακριβώς υπάρχει στο τρένο και το πώς αυτό είναι δομημένο, ενώ οι σύντομες εικόνες του νεκρού, παγωμένου έξω κόσμο κόβουν μερικές φορές την ανάσα.
Ο συνδυασμός πρωτοτυπίας, σασπένς και (διάφανου έστω) συμβολισμού, το εξαιρετικό γύρισμα και η όλη κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που δημιουργείται από την πρώτη κιόλας στιγμή κάνουν κατά τη γνώμη μου το φιλμ να ξεχωρίζει από τον σωρό ανούσιων και χιλιοειδωμένων περιπετειών φαντασίας (επιστημονικής ή μη) που μας κατακλύζουν τα τελευταία χρόνια. Η δε (αγνώριστη) Τίλντα Σουίντον και οι Εντ Χάρις και Τζον Χαρτ ξεχωρίζουν στους ρόλους τους. Όπως είπα και στην αρχή, το απόλαυσα.
ΥΓ: Ψάξτε και παλιότερες ταινίες του Joon-ho Bong, Είναι πολύ ενδιαφέρουσες.
Τρίτη, Μαΐου 06, 2014
ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΕΞΑΠΑΤΗΣΗΣ ΣΤΙς "36 ΩΡΕΣ"
Η ταινία «36 Hours” γυρίστηκε το 1965 από τον George Seaton (1911-1979) και νομίζω
ότι μέχρι σήμερα η ιστορία της είναι ασυνήθιστη. Ενώ διαδραματίζεται στον
πόλεμο, με κλασικούς «κακούς» γερμανούς και «καλούς» συμμάχους, δύσκολα τη
χαρακτηρίζεις πολεμική και επίσης δύσκολα ταινία κατασκοπείας.
Ένας αμερικανός πράκτορας
πιάνεται αιχμάλωτος από τους ναζί κατά τη διάρκεια μιας αποστολής του στην
ουδέτερη Πορτογαλία. Οι πληροφορίες του έχουν τεράστια σημασία για την έκβαση
του πολέμου, αφού ο πράκτορας γνωρίζει πού και πότε θα γίνει η περίφημη απόβαση
των συμμάχων στην Ευρώπη (πρόκειται βέβαια για την απόβαση στη Νορμανδία, που
ελάχιστες ώρες πριν ξεκινήσει κρατιόταν σαν επτασφράγιστο μυστικό). Οι
απαγωγείς ωστόσο αποφασίζουν όχι να τον ανακρίνουν με τις συνηθισμένες μεθόδους
(βλέπε βασανιστήρια), αλλά χρησιμοποιώντας ένα πραγματικά σατανικό σχέδιο. Δεν
θα σας το αποκαλύψω, αν και αποκαλύπτεται γύρω στο 20λεπτο μετά την έναρξη του
φιλμ, γιατί ακόμα κι αυτός ο λίγος χρόνος κυλά απολαυστικά μέχρι να καταλάβουμε
τι συμβαίνει.
Το φιλμ, στο πρώτο ιδιαίτερα
μέρος του, είναι ένα λεπτοδουλεμένο ψυχολογικό παιχνίδι ανάμεσα στον αιχμάλωτο
και τον ψυχολόγο των ναζί και επινοητή της μεθόδου. Οι ανατροπές είναι
διαρκείς, οι ρόλοι αλλάζουν με γοργούς ρυθμούς και ποτέ δεν μπορείς να είσαι
σίγουρος για το τι θα συμβεί την επόμενη στιγμή. Προσωπικά απόλαυσα πραγματικά
αυτό το πρώτο μισό.
Στη συνέχεια – προς το τέλος – η
ταινία θα μετατραπεί σε περιπέτεια απόδρασης. Και πάλι το σασπένς είναι
διαρκές, και πάλι κάθε δευτερόλεπτο έχει την αξία του, και πάλι ο χρόνος παίζει
τον πιο σημαντικό ρόλο, δημιουργώντας (όπως και στην αρχή άλλωστε) μια μονίμως
αγχωτική ατμόσφαιρα. Ωστόσο θα προτιμήσω το πρώτο μισό, με το εξαιρετικό
ψυχολογικό παιχνίδι αμοιβαίας εξαπάτησης ανάμεσα σε δύο πανέξυπνους
αντιπάλους.
Προσωπικά θεωρώ την ταινία από τα
σχετικά άγνωστα διαμάντια του Χόλιγουντ. Αν κι εσείς αγνοείτε την ύπαρξή της
(όπως, ομολογώ, κι εγώ πριν τη δω), δώστε της μια ευκαιρία. Τη συνιστώ.
Δευτέρα, Μαΐου 05, 2014
"ΖΗΤΩ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ": ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΚΑΙ ΑΦΕΛΕΙΑ
Η ιδέα του σωσία, κάποιου δηλαδή
που, λόγω ομοιότητας, παίρνει τη θέση του ήρωα, έχει χρησιμοποιηθεί πολλές
φορές στο σινεμά, κυρίως για κωμικούς σκοπούς (αν και όχι μόνο). Η έννοια του
σωσία αποτελεί τη βασική ιδέα και στο ιταλικό φιλμ «Ζήτω η Ελευθερία» (Viva la Liberta ) του 2013, που γυρίστηκε από τον Roberto Ando.
Εδώ ο ήρωας είναι γνωστός
πολιτικός, αρχηγός μάλιστα της αξιωματικής αντιπολίτευσης της χώρας, και
ηγείται κόμματος της αριστεράς (ή κεντροαριστεράς). Ωστόσο ελάχιστες ελπίδες
έχει να επικρατήσει του «εχθρού» (της κυβερνώσας δεξιάς βεβαίως), αφού η γλώσσα
που χρησιμοποιεί είναι πέρα για πέρα «ξύλινη» και τετριμμένη, ενώ ο ίδιος είναι
κουρασμένος και δεν πιστεύει ουσιαστικά στη νίκη (ούτε τα βασικά στυελέχη του
κόμματός του άλλωστε). Όταν λοιπόν καταρρέει και, στα πρόθυρα υπερκόπωσης, τα
παρατά όλα και εξαφανίζεται για να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί, ο βασικός
σύνεργάτης του αποφασίζει να βάλει στη θέση του τον δίδυμο αδελφό του (ολόιδιο
φυσικά), ο οποίος είναι φιλόσοφος, ποιητής και... έγκλειστος ψυχιατρικής
κλινικής. Το παράτολμο εγχείρημα αρχίζει να αποδίδει καρπούς, καθώς ο αδελφός, με
τον «τρελό» του λόγο, αλλάζει ριζικά, ανανεώνει και φρεσκάρει τη μορφή του
αραχνιασμένου κόμματος, δίνοντας ελπίδα σε εκατομμύρια ταλαιπωρημένου και
απογοητευμένου κόσμου και, ανατρέποντας τα μέχρι τότε προγνωστικά, κάνει το
κόμμα να προηγείται.
Η ταινία είναι αρκετά
διασκεδαστική, έχει χιούμορ, αλλά και μελετά τη ψυχολογία των δύο τόσο
διαφορετικών αδελφών, καθώς ο θεατής δεν παρακολουθεί μόνο τα έργα και τις ημέρες
του «τρελού» αδελφού, αλλά και του κουρασμένου πολιτικού παράλληλα. Ο στόχος
του φιλμ είναι σαφής και ευπρόσδεκτος: Η κριτική στη σύγχρονη ευρωπαϊκή
(τουλάχιστον) πολιτική, μια πολιτική υποταγμένη στις αγορές και τους
κερδοσκόπους, δίχως ουσιαστικά όραμα, δίχως διάθεση αλλαγής, μιας πολιτικής - ακριβώς
όπως στο φιλμ - κουρασμένης, που δεν πιστεύει καν στον εαυτό της. Το ότι
διαλέγει μάλιστα ένα συμβατικό αριστερό κόμμα είναι χαρακτηριστικό, καθώς
δείχνει την ουσιαστική ομοιότητα και την κοινή έλλειψη «καθαρού αέρα» σε
αμφότερες τις πλευρές του εκάστοτε δίπολου κυβέρνησης – αντιπολίτευσης. Επίσης
ο Τόνι Σερβίλιο είναι και πάλι απολαυστικός στο διπλό ρόλο του.
Ωστόσο συνολικά η ταινία δεν
μπορώ να πω ότι μου άρεσε ιδαίτερα. Της καταλογίζω κυρίως μια άνευ προηγουμένου
αφέλεια. Εντάξει όλα με τις προθέσεις που προαναφέραμε, αλλά δεν νομίζω ότι
ένας απόλυτα ασαφής, περί ανέμων και υδάτων, ποιητικός λόγος ενός πολιτικού
μπορεί να αλλάξει οτιδήποτε. Διότι είναι σαφέστατο ότι, πέραν του ανανεωτικού
του στιλ, ο «τρελός» δεν προτείνει απολύτως τίποτα στη θέση του υπάρχοντος
βαλτώματος. Όλα στην ταινία γίνονται πολύ εύκολα, ο κόσμος ενθουσιάζεται και
μεταστρέφεται πολύ γρήγορα και το όλο πράγμα μου φαίνεται μάλλον απλοϊκά δοσμένο.
Νομίζω ότι ένα παρόμοιο θέμα (δίχως το στοιχείο του σωσία όμως) είχε δοθεί πολύ
καλύτερα στο «Να Είσαι Εκεί, κύριε Τσανς» του Άσμπι από τη δεκαετία του 70.
γιατί σ’ αυτό ο στόχο δεν ήταν απλά η κατάδειξη της κουρασμένης πολιτικής, αλλά
ακριβώς η αφέλεια ενός αντίθετου λόγου που στην ουσία δεν λέει τίποτα – και η
αφέλεια του κοινού ταυτόχρονα.
Διασκεδαστικό φιλμ λοιπόν, με
ενδιαφέρον ανοιχτό, σχεδόν σουρεαλιστικό τέλος, αλλά μέχρις εκεί. Δεν μπόρεσα
να το πάρω σοβαρά λόγω, όπως είπα, υπερβάλλουσας κατά τη γνώμη μου αφέλειας.
Πέμπτη, Μαΐου 01, 2014
ΞΥΠΟΛΥΤΟΙ (ΚΑΙ ΟΛΙΓΟΝ ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΟΙ) ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ
Η ταινία του 1967 "Ξυπόλυτοι στο Πάρκο" (Barefoot in the park) βασίζεται σε θεατρικό έργο του Neil Simon (ο οποίος έγραψε και το σενάριο) και γυρίστηκε από τον ηθοποιό και σπάνίως και σκηνοθέτη Gene Saks. Πρόκειται για τυπική αμερικάνικη αισθηματική κομεντί, προσωπικά όμως δεν την θεωρώ από τις αγαπημένες μου.
Το φιλμ βασίζεται στα ερωτικά σκαμπανεβάσματα ενός μόλις παντρεμένου νεαρού ζεύγους (στην πρώτη σκηνή βγαίνουν μόλις απο την εκκλησία και πάνε για την εβδομάδα του μέλιτος). Παρεξηγήσεις, έλευση της μητέρας του γαμπρού για λίγες μέρες, ένα διαμέρισμα στον 5ο όροφο δίχως ασανσέρ (και δίχως την απαραίτητη θέρμανση και δίχως πολλά άλλα), ένας γοητευτικός μεσήλικας γείτονας αμφιβόλου ηθικής που μπαίνει στη μέση και διάφορα άλλα χαριτωμένα επεισόδια φτιάχνουν σιγά - σιγά το κωμικό - αισθηματικό κλίμα της ταινίας.
Φυσικά όλη η γοητεία της βασίζεται στους δύο νεαρούς τότε και απόλυτα λαμπερούς πρωταγωνιστές της: Τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ και την Τζέιν Φόντα. Ταλαντούχοι, όμορφοι, παίρνουν την όλη ιστορία στις πλάτες τους και μάλλον τα καταφέρνουν σ' αυτό. Βεβαίως όλη η ίντριγκα και ολες οι ενίοτε απίθανες καταστάσεις πυροδοτούνται από τη απόλυτα διαφορετική (αντίθετη για να είμαστε ακριβείς) ιδισυγκρασία των δύο ηρώων: Εκείνος είναι ένας συντηρητικός νεαρός δικηγόρος που προσπαθεί να κάνει τα πρώτα βήματα της καριέρας του κι εκείνη μια εκρηκτική, γεμάτη πάθος, ζωντάνια και, βεβαίως, πολύ σέξι κοπέλα, κάπως κυκλοθυμική και ολίγον τρελούτσικη. Ο συνδυασμός βεβαίως "σκοτώνει", αλλά ο έρωτας είναι φυσικά πολύ βαθύς...
Η ταινία περιέχει κάποιες διασκεδαστικές στιγμές (σε μια από αυτές όλοι μαζί καταλήγουν σε ένα... αλβανικό εστιατόριο στη Νέα Υόρκη, το 1967 υπενθυμίζω), διαθέτει χιούμορ, αλλά τη βρήκα και κάπως παρωχημένη (έως και λίγο βαρετή) σήμερα. Περιορίζεται στις σχέσεις του ζεύγους και τις διαρκείς αλλαγές τους, αλλά όλο αυτό το αισθηματικό πάρε - δώσε και οι συνεχείς αγάπες - καυγάδες μάλλον με κούρασαν. Τις βρήκα κάπως άνευ ενδιαφέροντος. Η παραπάνω παραμένει πάντως προσωπική γνώμη. Νομίζω ότι πολλοί θα είναι αυτοί που θα διασκεδάσουν με το φιλμ. Και βέβαια θα απολαύσουν τους δροσερούς (τότε) πρωταγωνιστές του. Τι παραπάνω περιμένετε στο κάτω - κάτω; Μια αμερικάνικη αισθηματική κομεντί είναι...
Το φιλμ βασίζεται στα ερωτικά σκαμπανεβάσματα ενός μόλις παντρεμένου νεαρού ζεύγους (στην πρώτη σκηνή βγαίνουν μόλις απο την εκκλησία και πάνε για την εβδομάδα του μέλιτος). Παρεξηγήσεις, έλευση της μητέρας του γαμπρού για λίγες μέρες, ένα διαμέρισμα στον 5ο όροφο δίχως ασανσέρ (και δίχως την απαραίτητη θέρμανση και δίχως πολλά άλλα), ένας γοητευτικός μεσήλικας γείτονας αμφιβόλου ηθικής που μπαίνει στη μέση και διάφορα άλλα χαριτωμένα επεισόδια φτιάχνουν σιγά - σιγά το κωμικό - αισθηματικό κλίμα της ταινίας.
Φυσικά όλη η γοητεία της βασίζεται στους δύο νεαρούς τότε και απόλυτα λαμπερούς πρωταγωνιστές της: Τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ και την Τζέιν Φόντα. Ταλαντούχοι, όμορφοι, παίρνουν την όλη ιστορία στις πλάτες τους και μάλλον τα καταφέρνουν σ' αυτό. Βεβαίως όλη η ίντριγκα και ολες οι ενίοτε απίθανες καταστάσεις πυροδοτούνται από τη απόλυτα διαφορετική (αντίθετη για να είμαστε ακριβείς) ιδισυγκρασία των δύο ηρώων: Εκείνος είναι ένας συντηρητικός νεαρός δικηγόρος που προσπαθεί να κάνει τα πρώτα βήματα της καριέρας του κι εκείνη μια εκρηκτική, γεμάτη πάθος, ζωντάνια και, βεβαίως, πολύ σέξι κοπέλα, κάπως κυκλοθυμική και ολίγον τρελούτσικη. Ο συνδυασμός βεβαίως "σκοτώνει", αλλά ο έρωτας είναι φυσικά πολύ βαθύς...
Η ταινία περιέχει κάποιες διασκεδαστικές στιγμές (σε μια από αυτές όλοι μαζί καταλήγουν σε ένα... αλβανικό εστιατόριο στη Νέα Υόρκη, το 1967 υπενθυμίζω), διαθέτει χιούμορ, αλλά τη βρήκα και κάπως παρωχημένη (έως και λίγο βαρετή) σήμερα. Περιορίζεται στις σχέσεις του ζεύγους και τις διαρκείς αλλαγές τους, αλλά όλο αυτό το αισθηματικό πάρε - δώσε και οι συνεχείς αγάπες - καυγάδες μάλλον με κούρασαν. Τις βρήκα κάπως άνευ ενδιαφέροντος. Η παραπάνω παραμένει πάντως προσωπική γνώμη. Νομίζω ότι πολλοί θα είναι αυτοί που θα διασκεδάσουν με το φιλμ. Και βέβαια θα απολαύσουν τους δροσερούς (τότε) πρωταγωνιστές του. Τι παραπάνω περιμένετε στο κάτω - κάτω; Μια αμερικάνικη αισθηματική κομεντί είναι...
Κυριακή, Απριλίου 27, 2014
"ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ" Ή ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ;
Πρέπει, φοβάμαι, να το πάρουμε απόφαση ότι οι εφηβικές σειρές φαντασίας θα μας ταλαιπωρούν για πολλά χρόνια ακόμα (προσοχή: σειρές είπα, όχι ταινίες. Αυτό είναι το χειρότερο). Και γιατί όχι άλλωστε; Αφού το Χόλιγουντ βγάζει πάμπολλα δολάρια απ' αυτές, κορόιδα είναι οι παραγωγοί και οι εταιρίες;
Αφορμή για τα παραπάνω είναι βέβαια η καινούρια "Τριλογία της Απόκλισης: Οι Διαφορετικοί" (Divergent, 2014) του σχετικά συμπαθούς μέχρι σήμερα Neil Burger (πρόκειται για το πρώτο μέρος). Το κακό μ' αυτήν είναι ότι μοιάζει αρκετά με την δεν-θυμάμαι-ποσο-λογία των "Hunger Games", τα οποία βεβαίως προηγούνται χρονικά. Και πάλι βασίζεται σε πετυχημένη εφηβική λογοτεχνική πολυ-λογία, και πάλι έχουμε να κάνουμε με ένα δυστοπικό μέλλον, όπου η κοινωνία χωρίζεται σε μια high κάστα και στην ατελείωτη πλέμπα, η οποία βεβαίως καταπιέζεται οικτρά, και πάλι έχουμε να περιμένουμε το ξέσπασμα μιας επανάστασης που σιγοβράζει, και πάλι η ηρωίδα είναι γυναίκα.
Εδώ το "εύρημα" είναι ότι η δυστοπική κοινωνία είναι χωρισμένη σε κάστες, κάθε μία από τις οποίες βασίζεται σε μια αρετή του στιλ "Οι Ατρόμητοι", "Οι Πολυμαθείς", "Οι Αλτρουιστές" κλπ. Κάθε έφηβος, όταν φτάσει σε συγκεκριμένη ηλικία, πρεπει να αποφασίσει σε ποια θα καταταγεί για την υπόλοιπη ζωή του και να λάβει την αντίστοιχη εκπαίδευση. Προσοχή: Όλα αυτά αφορούν μια άρχουσα τάξη. Διότι υπάρχει και η μάζα, η οποία δεν ανήκει σε καμία κάστα και ζει σε απόλυτη εξαθλίωση. Ο κίνδυνος για την κοινωνία αυτή και τη δομή της είναι οι "Διαφορετικοί", αυτοί που δεν ανήκουν ξεκάθαρα σε καμία από τις κάστες ή μάλλον έχουν αρετές απ' όλες. Αυτοί δεν μπορούν να αφοσιωθούν σε ένα μοναδικό σκοπό σε όλη τους τη ζωή, άρα απειλούν το κοινωνικό status quo και εξολοθρέυονται. Όπως σωστά μαντέψατε, η ηρωίδα ανήκει σ' αυτούς.
Η δράση κυλά μάλλον αργά, οι δοκιμασίες είναι προβλέψιμες, οι καλοί και οι κακοί το ίδιο, και μπορώ από τώρα να φανταστώ το τελικό αποτέλεσμα. Εντάξει, κάποιες καλογυρισμένες σκηνές υπάρχουν, μερικούς η δράση θα τους κρατήσει, αλλά συνολικά δεν βρήκα τίποτα το εξαιρετικά ενδιαφέρον στο φιλμ.
Δύο παρατηρήσεις: Πρώτη: Τουλάχιστον το βρήκα κάπως (κάπως λέω) καλύτερο από το πρώτο Hunger Games (στο 2ο τα πράγματα βελτιώθηκαν κατά τη γνώμη μου). Η δεύτερη αφορά τη χρήση όλης αυτής της πολιτικής ορθότητας, όλου αυτού του αγώνα υπέρ του διαφορετικού και ενάντια σε κάθε μορφής ολοκληρωτισμό και ολιγαρχία, όλη αυτή η ρητορική υπέρ της επανάστασης, με τόσο μπανάλ και ευτελή τρόπο, που απευθύνεται μόνο σε έφηβους. Προφανώς η επανάσταση πουλάει και η κινηματογραφική βιομηχανία, που βρίσκεται στην καρδιά του συστήματος, δεν έχει τη παραμικρή αντίρρηση να την πουλήσει και να βγάλει λεφτά. O tempora, o mores...
Αφορμή για τα παραπάνω είναι βέβαια η καινούρια "Τριλογία της Απόκλισης: Οι Διαφορετικοί" (Divergent, 2014) του σχετικά συμπαθούς μέχρι σήμερα Neil Burger (πρόκειται για το πρώτο μέρος). Το κακό μ' αυτήν είναι ότι μοιάζει αρκετά με την δεν-θυμάμαι-ποσο-λογία των "Hunger Games", τα οποία βεβαίως προηγούνται χρονικά. Και πάλι βασίζεται σε πετυχημένη εφηβική λογοτεχνική πολυ-λογία, και πάλι έχουμε να κάνουμε με ένα δυστοπικό μέλλον, όπου η κοινωνία χωρίζεται σε μια high κάστα και στην ατελείωτη πλέμπα, η οποία βεβαίως καταπιέζεται οικτρά, και πάλι έχουμε να περιμένουμε το ξέσπασμα μιας επανάστασης που σιγοβράζει, και πάλι η ηρωίδα είναι γυναίκα.
Εδώ το "εύρημα" είναι ότι η δυστοπική κοινωνία είναι χωρισμένη σε κάστες, κάθε μία από τις οποίες βασίζεται σε μια αρετή του στιλ "Οι Ατρόμητοι", "Οι Πολυμαθείς", "Οι Αλτρουιστές" κλπ. Κάθε έφηβος, όταν φτάσει σε συγκεκριμένη ηλικία, πρεπει να αποφασίσει σε ποια θα καταταγεί για την υπόλοιπη ζωή του και να λάβει την αντίστοιχη εκπαίδευση. Προσοχή: Όλα αυτά αφορούν μια άρχουσα τάξη. Διότι υπάρχει και η μάζα, η οποία δεν ανήκει σε καμία κάστα και ζει σε απόλυτη εξαθλίωση. Ο κίνδυνος για την κοινωνία αυτή και τη δομή της είναι οι "Διαφορετικοί", αυτοί που δεν ανήκουν ξεκάθαρα σε καμία από τις κάστες ή μάλλον έχουν αρετές απ' όλες. Αυτοί δεν μπορούν να αφοσιωθούν σε ένα μοναδικό σκοπό σε όλη τους τη ζωή, άρα απειλούν το κοινωνικό status quo και εξολοθρέυονται. Όπως σωστά μαντέψατε, η ηρωίδα ανήκει σ' αυτούς.
Η δράση κυλά μάλλον αργά, οι δοκιμασίες είναι προβλέψιμες, οι καλοί και οι κακοί το ίδιο, και μπορώ από τώρα να φανταστώ το τελικό αποτέλεσμα. Εντάξει, κάποιες καλογυρισμένες σκηνές υπάρχουν, μερικούς η δράση θα τους κρατήσει, αλλά συνολικά δεν βρήκα τίποτα το εξαιρετικά ενδιαφέρον στο φιλμ.
Δύο παρατηρήσεις: Πρώτη: Τουλάχιστον το βρήκα κάπως (κάπως λέω) καλύτερο από το πρώτο Hunger Games (στο 2ο τα πράγματα βελτιώθηκαν κατά τη γνώμη μου). Η δεύτερη αφορά τη χρήση όλης αυτής της πολιτικής ορθότητας, όλου αυτού του αγώνα υπέρ του διαφορετικού και ενάντια σε κάθε μορφής ολοκληρωτισμό και ολιγαρχία, όλη αυτή η ρητορική υπέρ της επανάστασης, με τόσο μπανάλ και ευτελή τρόπο, που απευθύνεται μόνο σε έφηβους. Προφανώς η επανάσταση πουλάει και η κινηματογραφική βιομηχανία, που βρίσκεται στην καρδιά του συστήματος, δεν έχει τη παραμικρή αντίρρηση να την πουλήσει και να βγάλει λεφτά. O tempora, o mores...
Σάββατο, Απριλίου 26, 2014
ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ "ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ"
Στην Παταγονία του 1960 ένας γερμανός γιατρός που ζει εκεί συναντά τυχαία μια αργεντινή οικογένεια με δύο παιδιά. Η 12χρονη κόρη έχει πρόβλημα στην ανάπτυξή της, με αποτέλεσμα να δείχνει μικρότερη απ' όσο είναι. Ο γιατρός αποφασίζει να εφαρμόσει μια δικής του επινόησης θεραπεία για την ανάπτυξη της μικρής, με τη συγκατάθεση της μητέρας, δίχως όμως να το γνωρίζει ο πατέρας. Από την αρχή σχεδόν του φιλμ καταλαβαίνουμε ότι ο γιατρός δεν είναι άλλος από τον φυγόδικο διαβόητο και εφιαλτικό Μένγκελε, τον αδίστακτο γιατρό των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, που ζει κρυφά στην Αργεντινή.
Όλα αυτά συμβαίνουν στη ταινία της αργεντινής Lucia Puenzo "Ο Γερμανός Γιατρός" (Wakolda) του 2013. Η ιστορία είναι ειδωμένη μέσα από τα μάτια του 12χρονου κοριτσιού, το οποίο βεβαίως, μέσα στην άγνοιά του, δεν έχει κανένα λόγο να μη συμπαθεί τον ευγενή κύριο που προσπαθεί να τη βοηθήσει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το φιλμ επικεντρώνεται στο να μας δείξει "το ανθρώπινο πρόσωπο" ενός καθάρματος. Αντίθετα, ο αδίστακτος και εμμονικός - στα όρια της παράνοιας - χαρακτήρας του σκιαγραφείται σιγά - σιγά με πετυχημένο τρόπο. Η Puenzo επιλέγει έναν χαμηλότονο τρόπο αφήγησης, μας δίνει ανάγλυφα την ψυχολογία των ηρώων και, συγχρόνως, χρησιμοποιεί διάφορους συμβολισμούς για να δώσει μια παράδοξη και ενίοτε εφιαλτική νότα στην ταινία της (ο απειλητικός καιρός, τα αχανή, μοναχικά τοπία της Παταγονίας, οι κούκλες που κατασκευάζει ο πατέρας και γοητεύουν τον Μένγκελε, ο οποίος, μέσα από έναν πολύ ταιριαστό παραλληλισμό, θέλει να τις κάνει ομοιόμορφες κλπ.). Σημειωτέον ότι, καθόλου τυχαία, Wakolda (ο πρωτότυπος τίτλος του φιλμ) είναι το όνομα μιας αγαπημένης κούκλας της μικρής.
Βρήκα την ταινία αξιόλογη και γοητευτική. Καταφέρνει, νομίζω, να δημιουργεί μια υποβόσκουσα απειλητική ατμόσφαιρα και ένα υπόγειο σασπένς, ενώ - όντας χαμηλότονη, όπως προείπαμε - ισορροπεί ανάμεσα στο ρεαλιστικο και το παράδοξο. Ναι, το κακό διαθέτει τη σκοτεινή γοητεία του... Ταυτόχρονα σκιαγραφεί μια εποχή και μια αληθινή ιστορική στιγμή, τότε που η Λατινική Αμερική είχε γίνει καταφύγιο ναζιστών εγκληματιών, των οποίων η επιροή εκεί, όπως ξεκάθαρα δείχνεται, δεν υπήρξε καθόλου αμελητέα. Σκέπτομαι μερικές φορές ότι η "μαγιά" αυτή ίσως και να έχει σχέση με το ότι στην ήπειρο αυτή ευδοκίμησαν για κάμποσες μεταπολεμικές δεκαετίες μερικές από τις στυγνότερες και αιματηρότερες δικτατορίες που γνώρισε ο 20ός αιώνας...
Προς το τέλος βέβαια το φιλμ μετατρέπεται σε ένα είδος περιπέτειας, με το σασπένς και το timing να παίζουν τον κύριο λόγο. Αυτό όμως διαρκεί λίγο και δεν νομίζω ότι διαταράσσει την όλη υποβλητική του ατμόσφαιρα.
Όλα αυτά συμβαίνουν στη ταινία της αργεντινής Lucia Puenzo "Ο Γερμανός Γιατρός" (Wakolda) του 2013. Η ιστορία είναι ειδωμένη μέσα από τα μάτια του 12χρονου κοριτσιού, το οποίο βεβαίως, μέσα στην άγνοιά του, δεν έχει κανένα λόγο να μη συμπαθεί τον ευγενή κύριο που προσπαθεί να τη βοηθήσει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το φιλμ επικεντρώνεται στο να μας δείξει "το ανθρώπινο πρόσωπο" ενός καθάρματος. Αντίθετα, ο αδίστακτος και εμμονικός - στα όρια της παράνοιας - χαρακτήρας του σκιαγραφείται σιγά - σιγά με πετυχημένο τρόπο. Η Puenzo επιλέγει έναν χαμηλότονο τρόπο αφήγησης, μας δίνει ανάγλυφα την ψυχολογία των ηρώων και, συγχρόνως, χρησιμοποιεί διάφορους συμβολισμούς για να δώσει μια παράδοξη και ενίοτε εφιαλτική νότα στην ταινία της (ο απειλητικός καιρός, τα αχανή, μοναχικά τοπία της Παταγονίας, οι κούκλες που κατασκευάζει ο πατέρας και γοητεύουν τον Μένγκελε, ο οποίος, μέσα από έναν πολύ ταιριαστό παραλληλισμό, θέλει να τις κάνει ομοιόμορφες κλπ.). Σημειωτέον ότι, καθόλου τυχαία, Wakolda (ο πρωτότυπος τίτλος του φιλμ) είναι το όνομα μιας αγαπημένης κούκλας της μικρής.
Βρήκα την ταινία αξιόλογη και γοητευτική. Καταφέρνει, νομίζω, να δημιουργεί μια υποβόσκουσα απειλητική ατμόσφαιρα και ένα υπόγειο σασπένς, ενώ - όντας χαμηλότονη, όπως προείπαμε - ισορροπεί ανάμεσα στο ρεαλιστικο και το παράδοξο. Ναι, το κακό διαθέτει τη σκοτεινή γοητεία του... Ταυτόχρονα σκιαγραφεί μια εποχή και μια αληθινή ιστορική στιγμή, τότε που η Λατινική Αμερική είχε γίνει καταφύγιο ναζιστών εγκληματιών, των οποίων η επιροή εκεί, όπως ξεκάθαρα δείχνεται, δεν υπήρξε καθόλου αμελητέα. Σκέπτομαι μερικές φορές ότι η "μαγιά" αυτή ίσως και να έχει σχέση με το ότι στην ήπειρο αυτή ευδοκίμησαν για κάμποσες μεταπολεμικές δεκαετίες μερικές από τις στυγνότερες και αιματηρότερες δικτατορίες που γνώρισε ο 20ός αιώνας...
Προς το τέλος βέβαια το φιλμ μετατρέπεται σε ένα είδος περιπέτειας, με το σασπένς και το timing να παίζουν τον κύριο λόγο. Αυτό όμως διαρκεί λίγο και δεν νομίζω ότι διαταράσσει την όλη υποβλητική του ατμόσφαιρα.
Δευτέρα, Απριλίου 21, 2014
ΣΤΟ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ "GRAND BUDAPEST"
Το 2014 ο πολύ ιδιαίτερος Wes Anderson επιστρέφει με το "The Grand Budapest Hotel", μια ακόμη προσθήκη στη σειρά της ιδιόρυθμης φιλμογραφίας του. Αυτή τη φορά επιλέγει τη φόρμα της περιπετειώδους κωμωδίας.
Βασισμένη χαλαρά σε ένα έργο του Στάφαν Τσβάιχ, η ταινία μας μεταφέρει σε μια φανταστική κεντροευρωπαϊκή χώρα στο μεσοπόλεμο, στα βουνά της οποίας δεσπόζει το θρυλικό ξενοδοχείο "Grand Budapest", και μας αφηγείται την ιστορία του περίφημου αρχιθαλαμηπόλου του Gustave H. Αμφίβολης σεξουαλικής ταυτότητας, "παρηγορητής" ώριμων κυριών, προικισμένος με στιλ, ευγένεια και εξαιρετική ευφράδεια, ο ήρωάς μας είναι ο διασημότερος στο επάγγελμά του. Όταν ο βάρβαρος ναζισμός επικρατεί στην Ευρώπη, ο ήρωάς μας θα κατηγορηθεί από συγγενείς μιας πλούσιας κυρίας που μετά θάνατον του αφήνει έναν πολύτιμο πίνακα, θα φυλακιστεί και μια απίθανη απόδραση θα μπει στα σκαριά. Την ιστορία αφηγείται ο μικρός προστατευόμενος και μαθητευόμενός του, ο οποίος αργότερα θα τον διαδεχτεί.
Η ταινία υιοθετεί διάφορα στιλ. Άλλοτε θυμίζει βωβό σινεμά, άλλοτε μπαρόκ ταινίες (ακολουθώντας το μπαρόκ μεσοπολεμικό κλίμα), άλλοτε κάτι απροσδιόριστα παλιομοδίτικο. Πάντα όμως το σασπένς κυριαρχεί όπως, βέβαια, και το πάντοτε ιδιόρυθμο χιούμορ του Anderson. Γενικά, αν μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε με μια λέξη, αυτή θα ήταν "στιλάτη". Αυτό όμως είναι, νομίζω, δεδομένο για τον συγκεκριμέο δημιουργό. Με γρήγορο ρυθμό, συχνά ευρηματική (θυμηθείτε, ας πούμε, τη "διεθνή", κάτι σαν μασωνεία, των... αρχιθαλαμηπόλων) , νομίζω ότι καταφέρνει να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, τοσο με τα ευρήματα όσο και με την ιδιαίτερη εικόνα της. Συγχρόνως αποτελεί και έναν ύμνο στο διαφορετικό, ενώ αντιπαραβάλλει ένα είδος παλιομοδίτικης ευγένειας με τη φασιστική βαρβαρότητα, ενώ μιλά (με χιούμορ βεβαίως) για έναν κόσμο που χάνεται. Όσο για το κυριολεκτικά all-star καστ, τι να πει κανείς. Σπάνια έχουν εμφανιστεί στο ίδιο φιλμ τόσοι γνωστοί ηθοποιοί μαζί. Κρατείστε την ανάσα σας: Εκτός του πρωταγωνιστή Ρέιφ Φάινς έχουμε τους Τίλντα Σουίντον, Μπιλ Μάρεϊ, Ουίλαμ Νταφόε, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Μάρεϊ Άμπρααμς, Αντριέν Μπρόντι, Τζεφ Γκόλντμπλουμ, Τζουντ Λο, Έντουαρντ Νόρτον, Λεά Σεϊντού, Ματιέ Αμαλρίκ... Απίστευτο...
Γενικά, όπως καταλάβατε, τη βρήκα διασκεδαστική. Δεν σας κρύβω όμως ότι το "Moonlight Kingdom", η προηγούμενη ταινία υου Άντερσον, μου άρεσε περισσότερο.
Βασισμένη χαλαρά σε ένα έργο του Στάφαν Τσβάιχ, η ταινία μας μεταφέρει σε μια φανταστική κεντροευρωπαϊκή χώρα στο μεσοπόλεμο, στα βουνά της οποίας δεσπόζει το θρυλικό ξενοδοχείο "Grand Budapest", και μας αφηγείται την ιστορία του περίφημου αρχιθαλαμηπόλου του Gustave H. Αμφίβολης σεξουαλικής ταυτότητας, "παρηγορητής" ώριμων κυριών, προικισμένος με στιλ, ευγένεια και εξαιρετική ευφράδεια, ο ήρωάς μας είναι ο διασημότερος στο επάγγελμά του. Όταν ο βάρβαρος ναζισμός επικρατεί στην Ευρώπη, ο ήρωάς μας θα κατηγορηθεί από συγγενείς μιας πλούσιας κυρίας που μετά θάνατον του αφήνει έναν πολύτιμο πίνακα, θα φυλακιστεί και μια απίθανη απόδραση θα μπει στα σκαριά. Την ιστορία αφηγείται ο μικρός προστατευόμενος και μαθητευόμενός του, ο οποίος αργότερα θα τον διαδεχτεί.
Η ταινία υιοθετεί διάφορα στιλ. Άλλοτε θυμίζει βωβό σινεμά, άλλοτε μπαρόκ ταινίες (ακολουθώντας το μπαρόκ μεσοπολεμικό κλίμα), άλλοτε κάτι απροσδιόριστα παλιομοδίτικο. Πάντα όμως το σασπένς κυριαρχεί όπως, βέβαια, και το πάντοτε ιδιόρυθμο χιούμορ του Anderson. Γενικά, αν μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε με μια λέξη, αυτή θα ήταν "στιλάτη". Αυτό όμως είναι, νομίζω, δεδομένο για τον συγκεκριμέο δημιουργό. Με γρήγορο ρυθμό, συχνά ευρηματική (θυμηθείτε, ας πούμε, τη "διεθνή", κάτι σαν μασωνεία, των... αρχιθαλαμηπόλων) , νομίζω ότι καταφέρνει να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, τοσο με τα ευρήματα όσο και με την ιδιαίτερη εικόνα της. Συγχρόνως αποτελεί και έναν ύμνο στο διαφορετικό, ενώ αντιπαραβάλλει ένα είδος παλιομοδίτικης ευγένειας με τη φασιστική βαρβαρότητα, ενώ μιλά (με χιούμορ βεβαίως) για έναν κόσμο που χάνεται. Όσο για το κυριολεκτικά all-star καστ, τι να πει κανείς. Σπάνια έχουν εμφανιστεί στο ίδιο φιλμ τόσοι γνωστοί ηθοποιοί μαζί. Κρατείστε την ανάσα σας: Εκτός του πρωταγωνιστή Ρέιφ Φάινς έχουμε τους Τίλντα Σουίντον, Μπιλ Μάρεϊ, Ουίλαμ Νταφόε, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Μάρεϊ Άμπρααμς, Αντριέν Μπρόντι, Τζεφ Γκόλντμπλουμ, Τζουντ Λο, Έντουαρντ Νόρτον, Λεά Σεϊντού, Ματιέ Αμαλρίκ... Απίστευτο...
Γενικά, όπως καταλάβατε, τη βρήκα διασκεδαστική. Δεν σας κρύβω όμως ότι το "Moonlight Kingdom", η προηγούμενη ταινία υου Άντερσον, μου άρεσε περισσότερο.
Δευτέρα, Απριλίου 14, 2014
"ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΨΑΡΙ" ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΘΙΚΗ ΕΞΑΘΛΙΩΣΗ
«Το Μικρό Ψάρι» του 2014 είναι η
τέταρτη ταινία του Γιάννη Οικονομίδη και, κατά τη γνώμη μου, η ωριμότερή του.
Στο φιλμ αυτό το διαρκές υβρεολόγιο (σήμα κατατεθέν του δημιουργού, που
προσέδιδε μια ένταση και βιαιότητα σχεδόν σωματική στα προηγούμενα φιλμ του,
κυρίως τα δύο πρώτα) έχει κάπως υποχωρήσει, για να δώσει τη θέση του σε μια πιο
βαθιά, αλλά εξ ίσου συγκλονιστική εσωτερική αγωνία.
Ο ήρωας είναι ένας
αποφυλακισμένος, που δουλεύει σε φούρνο, ταυτόχρονα όμως είναι και πληρωμένος
δολοφόνος, εκτελώντας συμβόλαια θανάτου. Μοναχικός, λιγομίλητος, υπόκειται
διαρκώς λεκτική βία από παντού γύρω του. Την αντιμετωπίζει όμως στωικά,
σιωπηλά,, ζει ασκητικά και δίνει όλα σχεδόν τα (μπόλικα) λεφτά που βγάζει στον
αδελφό του φυλακισμένου Λεωνίδα, ο οποίος του έχει σώσει τη ζωή, για να πάρει
σάρκα και οστά ένα παράτολμο σχέδιο απόδρασης του τελευταίου. Όταν όμως ο ήρωάς
μας νοιώσει προδομένος, η βία είναι πλέον μονόδρομος.
Όπως καταλάβατε η ταινία δανείζεται
πολλά από τα φιλμ νουάρ (του Μελβίλ κυρίως). Ο μοναχικός, λιγομίλητος ήρωας,
δολοφόνος μεν, αλλά με μια προσωπική, άτεγκτη ηθική, αποτελεί αρχετυπική φιγούρα
του είδους. Παράλληλα ο Οικονομίδης κάνει για μια ακόμα φορά μια σκληρότατη, άγρια
θα λέγαμε, κριτική της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας της κρίσης. Η παρακμή της
- κι αυτό δείχνεται ξεκάθαρα - δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά πρώτιστα ηθική:
Η εκπόρνευση, η έλλειψη κάθε δισταγμού μπροστά στην απόκτηση χρήματος, η απάτη,
η παντελής απουσία ηθικής από τον εργασιακό χώρο μέχρι οπουδήποτε, η εκμετάλλευση,
είναι τα στοιχεία που κυριαρχούν σ’ αυτή. Μπροστά σ’ αυτή την ηθική εξαθλίωση ένας
πληρωμένος φονιάς μοιάζει να είναι πολύ πιο ηθικός, τίμιος και δίκαιος από τον
βόρβορο που τον περιβάλλει. Κι αυτό σπάνια έχει δειχτεί, νομίζω, τόσο ξεκάθαρα
στο σινεμά (και όχι μόνο το ελληνικό). Όπως επίσης και ο κοινωνικός εγκλωβισμός,
η βαθύτατη μοναξιά η από παντού πίεση του πρωταγωνιστή που γίνεται αφόρητη.
Όλα τα παραπάνω συνεπικουρούνται
τόσο από την εσωτερική, εξαίρετη ερμηνεία του Βαγγέλη Μουρίκη, όσο και από την απροσδόκητα
εντυπωσιακή ερμηνεία του γνωστού δημιουργού κόμικς (και παντελώς ερασιτέχνη
ηθοποιού) Πέτρου Ζερβού στο ρόλο του γείτονα και μοναδικού ίσως φίλου του ήρωα.
Όπως καταλάβατε βρήκα την ταινία έως
και συγκλονιστική. Και μάλιστα δίχως να επικεντρώνεται τόσο στην κατάδειξη της βίας
καθεαυτής. Είναι η ψυχολογική βία αυτή που πραγματικά τσακίζει κόκαλα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















