Παρασκευή, Δεκεμβρίου 27, 2013

Η "ΜΙΚΡΑ ΑΓΓΛΙΑ" ΩΣ ΔΥΝΑΤΟ ΔΡΑΜΑ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗΣ

Η «Μικρά Αγγλία» είναι η ταινία που γύρισε ο Παντελής Βούλγαρης το 2013 μεταφέροντας στην οθόνη το ομώνυμο μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη. Το φιλμ μας μεταφέρει στην Άνδρο του μεσοπολέμου, ένα νησί με πολλές ιδιαιτερότητες (εξ ου και «Μικρά Αγγλία»), κοσμοπολίτικο, με ευρωπαϊκή κουλτούρα και, κυρίως, στενότατα εξαρτημένο από τη θάλασσα, αφού οι περισσότεροι άντρες είναι ναυτικοί και πολλοί απ’ αυτούς αξιωματικοί, καπετάνιοι ή και πλοιοκτήτες. Η ταινία παρακολουθεί τον άκαρπο (εξ αιτίας της ψυχρής υπολογίστριας μητέρας που αρνείται τον γάμο και την παντρεύει με άλλον, πλουσιότερο καπετάνιο) αλλά παθιασμένο έρωτα της μεγαλύτερης από δύο αδελφές και τον μεταγενέστερο γάμο του αγαπημένου της με τη μικρότερη αδελφή. Έτσι τα δύο ζεύγη αναγκάζονται να συνυπάρξουν στην ίδια στέγη και το δράμα δεν αργεί να ξεσπάσει.
Θεωρώ ότι πρόκειται για μια από τις καλές ταινίες του Βούλγαρη. Εξαιρετική φωτογραφία (πανέμορφη αλλά και μουντή και  «άχρωμη» ταυτόχρονα), θαυμάσιες ερμηνείες, κυρίως από τη μικρή κόρη και τη μάνα, και, το σπουδαιότερο, δυνατή και πειστική καταγραφή του πάθους που κυριαρχεί στο φιλμ. Έτσι το τελικό αποτέλεσμα κατάφερε να με συγκινήσει. Ίσως βέβαια η διάρκεια να είναι υπερβολική και να χρειαζόταν λίγο κόψιμο, αλλά θεωρώ μικρό το κακό. Το συνολικό αποτέλεσμα μου άφησε θετικές εντυπώσεις.
Υπάρχουν βέβαια και οι αντιρρήσεις. Η σημαντικότερη απ’ αυτές είναι η εμμονή του σκηνοθέτη στην ποιητική – λογοτεχνική εκφορά του λόγου. Πρόκειται φυσικά για άποψη. Όταν όμως αυτή συνυπάρχει με τον φυσικό, καθημερινό λόγο που – ευτυχώς – κυριαρχεί στο μεγαλύτερο μέρος, προσωπικά μου «κλωτσάει» και μου ακούγεται αφύσικη και ψεύτικη. Ομολογώ ότι η συνύπαρξη αυτή με απώθησε. Από την άλλη υπάρχει η εμμονή στην καταγραφή της δυστυχίας (προερχόμενης από κοινωνικές αιτίες βεβαίως), πράγμα που είναι μόνιμο μοτίβι των βιβλίων της Καρυστιάνη, όπως και οι σχετικά αργοί ρυθμοί. Αυτά όμως οφείλουμε να τα ξέρουμε από την αρχή και να τα σεβαστούμε.
Πολύ θετικό για μένα πάντως – εκτός της δύναμης των αισθημάτων που κυριαρχούν, όπως είπα πριν -  είναι το ότι, πέραν της κυρίαρχης ερωτικής ιστορίας, «διάβασα» την ταινία σαν ένα είδος καταγγελίας της καταπίεσης των γυναικών ακόμα και σε ευημερούσες κοινωνίες, όπως αυτή της Άνδρου της εποχής. Οι γυναίκες απαγορεύεται να αποφασίζουν για τη ζωή τους και να εκφράζουν τα αισθήματά τους. Τα στοιχεία που κρίνουν ολόκληρη τη ζωή και την ευτυχία τους είναι οικονομικά. Πολύ ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι αυτό είναι κυρίαρχο όχι μόνο στην κεντρική ιστορία των δύο αδελφών, αλλά και σε όλες τις γυναίκες του νησιού. Οι στερημένες από συζύγους – ναυτικοί γαρ που εμφανίζονται αραιά και πού στο σπίτι τους -  στωικές, αλλά κατά βάθος δυστυχισμένες και εγκαταλειμμένες γυναίκες αποτελούν το μόνιμο φόντο της ιστορίας. Ακόμα και η στυγνή, άκαμπτη μητέρα, υπεύθυνη εν πολλοίς για την τραγωδία, δεν είναι παρά προϊόν της κοινωνικής αυτής κατάστασης, όπως δείχνεται με θαυμάσιο τρόπο.
Για όλα αυτά μπορώ να πω ότι, παρά τις επί μέρους αντιρρήσεις μου περί κλασικιστικού και λογοτεχνίζοντος ύφους, πρόκειται για αξιόλογη ταινία, η οποία κατάφερε να με συγκινήσει. Μπράβο σε έναν βετεράνο, με σταθερή ποιότητα, δημιοργό του ελληνικού σινεμά.


Δευτέρα, Δεκεμβρίου 23, 2013

CIMARRON: ΤΟ ΕΠΟΣ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ

Το «Cimarron”, που γύρισε το 1960 ο Anthony Mann (1906-1967) θεωρείται γουέστερν, αλλά νομίζω ότι δεν είναι ακριβώς. Ξεκινά βέβαια σαν τέτοιο, αλλά σύντομα ξεφεύγει. Ας δούμε όμως λίγο την ιστορία:
Η ταινία αρχίζει από το περίφημο «άνοιγμα» προς την Οκλαχόμα. Η αχανής αυτή πολιτεία κάποια στιγμή παραχωρήθηκε δωρεάν στους άποικους για να πάρουν όποιο κομμάτι γης προλάβαιναν. Χιλιάδες άνθρωποι δηλαδή, μόνοι ή με τις οικογένειές τους, με άλογα ή με άμαξες, παρατάχτηκαν σε μια απέραντη γραμμή και όταν δόθηκε το σύνθημα από το ιππικό το πρωί μιας προκαθορισμένης μέρας, όρμησαν όλοι στις απέραντες πεδιάδες και «κατέκτησαν» όποιο κομμάτι γης πρόλαβε ή μπόρεσε ο καθένας! Φυσικά τα βίαια επεισόδια, ακόμα και οι φόνοι, δεν έλειψαν απ’ αυτό το «ό,τι προλάβετε». Έτσι λοιπόν ξεκινά το φιλμ, σαν ένα έπος. Στη συνέχεια όμως εξελίσσεται σε μια οικογενειακή σάγκα και ταυτόχρονα σε μια τοιχογραφία της πρώιμης ιστορίας της Αμερικής και στο πορτρέτο ενός τολμηρού, τίμιου και πάνω απ’ όλα ανήσυχου ανθρώπου. Ο αδέκαστος ήρωας θα αναλάβει την εφημερίδα της πόλης, θα πολεμήσει εθελοντικά σε πολέμους, παραμελώντας φυσικά την οικογένειά του, θα προταθεί σαν γερουσιαστής, θα συγκρουστεί επανειλημμένα με κάθε λογής κατεστημένο και τελικά, σε μεγάλη πια ηλικία… αλλά ας μη σας πω το τέλος.

Νομίζω ότι συνολικά το φιλμ πάσχει από ένα είδος ανομοιογένειας. Είναι σα να προσπαθεί να τα χωρέσει όλα σε δύο ώρες. Και το γουέστερν και την αμερικάνικη ιστορία και την βιογραφία του ήρωα που ποτέ δεν μπορεί να μείνει ήσυχος. Τελικά βρίσκω το αποτέλεσμα όχι απόλυτα πετυχημένο. Η αφήγηση γίνεται σε κάποια σημεία πλαδαρή, ενώ κάποιες υποπλοκές μένουν μετέωρες. Ίσως κατά ένα μέρος να φταίει και η αντικατάσταση προς το τέλος του Mann από τον Charles Walters, οπότε προστέθηκαν σκηνές, ίσως η ίδια η υπερφιλόδοξη προσπάθεια που προσπαθεί να χωρέσει τα πάντα σε μια ταινία. Συνολικά πάντως δεν το θεωρώ από τα αγαπημένα μου γουέστερν. Πάντως και εδώ, όπως και σε άλλα φιλμ του είδους, γίνονται αρκετές νύξεις για την «αρπακτική» απαρχή του αμερικάνικου κράτους και του μετέπειτα «αμερικάνικου ονείρου»: Όποιος προλάβει ας αρπάξει ό,τι προλάβει. Όλοι έχουν τις ίδιες ευκαιρίες αρχικά κι από εκεί και πέρα… όποιον πάρει ο χάρος. Όποιος έχασε έχασε, τι να κάνουμε…

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 20, 2013

ΕΝΑΣ "ΑΔΑΜΑΣΤΟΣ" ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΟΥ ΚΟΝΑΝ

Το 2013 υπήρξε η χρονιά που γυρίστηκε η πρώτη ελληνική ταινία ηρωικής φαντασίας (fantasy), του είδους δηλαδή που συνδυάζει φανταστικούς κόσμους, ηρωικά κατορθώματα από συνήθως «μπρατσωμένους» ήρωες, μαγεία, τέρατα και πολλά σπαθιά (βλέπε Conan, ως αρχετυπικό παράδειγμα τόσο στο σινεμά όσο και στη λογοτεχνία). Πρόκειται για τον «Αδάμαστο» (Τα Χρονικά του Δρακοφοίνικα) του πρωτοεμφανιζόμενου σε μεγάλου μήκους ταινία Θάνου Κερμίτση. Για να σας το πω από την αρχή, όχι, δεν είναι σπουδαίο φιλμ, αναμφισβήτητα όμως έχει αρκετές ιδιαιτερότητες που αξίζει να αναφερθούν.
Το όλο project βασίζεται στη σειρά κόμικς «Τα Χρονικά του Δρακοφοίνικα» του Γιάννη Ρουμπούλια, του οποίου είναι το story και ο οποίος πρωταγωνιστή στο ρόλο του βάρβαρου μαχητή που δραπετεύει από τους εχθρούς που τον έχουν συλλάβει απάγοντας και την κόρη του αρχηγού. Έτσι θα αρχίσει μια αμείλικτη καταδίωξη και κάποια στιγμή… η απαραίτητη στο είδος μαγεία θα κάνει την εμφάνισή της. Όπως καταλάβατε ο Κόναν είναι πανταχού παρόν και όλα τα κλασικά στερεότυπα του είδους επίσης.
Οι ιδιαιτερότητες που προανέφερα έχουν να κάνουν με τη χρηματοδότηση της ταινίας – λίγες χιλιάδες ευρώ μόλις - που συγκεντρώθηκαν από crowdfunding, τουτέστιν χορηγίες του κοινού από το ίντερνετ! Ήδη είναι επίτευγμα το ότι ένα δείγμα ενός πολυδάπανου από τη φύση του είδος κατάφερε να γυριστεί με τόσο λίγα χρήματα και – εννοείται – με εθελοντική δουλειά από πολλούς συντελεστές. Όλα αυτά δείχνουν το αναμφισβήτητο πάθος των δημιουργών, την τεράστια αγάπη τους για το είδος και, τελικά, χαίρομαι για την ευόδωση των προσπαθειών τους. Μπράβο!
Από εκεί και πέρα βέβαια η ταινία παραμένει σε κάποιους τομείς ερασιτεχνική. Σεναριακές αφέλειες και αφόρητες συμβάσεις του είδους, έλλειψη οποιασδήποτε πρωτοτυπίας, σημεία που η μικρή παραγωγή είναι εμφανής, μέτριες ηθοποιίες… για να αναφέρουμε μερικές μόνο από τις ατέλειες. Υπάρχουν κάποια σημεία μάλιστα όπου το όλο πράγμα μάλλον γέλιο προκαλεί - άθελά του βέβαια (αλήθεια, γιατί ο ήρωας τρέχει διαρκώς και άνευ λόγου αντί να περπατά σαν άνθρωπος; Εκτός αν έτσι κάνουν οι βάρβαροι μαχητές και δεν το ήξερα). Άλλο μείον για μένα είναι το ότι η μαγική ατμόσφαιρα,το φανταστικό στοιχείο δηλαδή, σκάνε εντελώς ξαφνικά και απροειδοποίητα κάπου στα μισά, δίχως τίποτα σχεδόν να σε έχει προετοιμάσει γι’ αυτό. Μέχρι τότε νόμιζα ότι παρακολουθούσαμε μια ιστορία που διαδραματίζεται στη ρωμαϊκή εποχή.

Θα μπορούσα να αναφέρω και πολλές άλλες αδυναμίες. Θα τις αποσιωπήσω όμως – δίχως ωστόσο να τις συγχωρήσω – σεβόμενος την κυριολεκτικά «ηρωική» προσπάθεια των δημιουργών. Μπράβο που κατάφεραν να ολοκληρώσουν το όνειρό τους και να κάνουν το πρώτο ελληνικό φιλμ του είδους. Την επόμενη φορά όμως ας προσέξουν περισσότερο… 

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 19, 2013

H "MISS VIOLENCE" ΚΑΙ Η ΠΝΙΓΗΡΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Θα πω από την αρχή ότι προσωπικά το «Miss Violence” (2013) του Αλέξανδρου Αβρανά μου άρεσε. Δεν ανήκω σ’ αυτούς που γκρινιάζουν μόνιμα με οποιοδήποτε επίτευγμα ή ψάχνουν να βρουν καλά κρυμμένες συνωμοσίες πίσω από μια βράβευση. Ας μιλήσουμε όμως για την ταινία και όχι για τις κάθε είδους υστερικές αντιδράσεις.
Αναμφισβήτητα πρόκειται για ένα πολύ σκληρό – έως και σοκαριστικό – φιλμ. Ένα εντεκάχρονο κορίτσι αυτοκτονεί τη μέρα των γενεθλίων του. Από εκεί και πέρα η ταινία παρακολουθεί τα έργα και τις ημέρες της οικογένειας, που αποτελείται από έναν πραγματικό δικτάτορα παππού, ο οποίος ελέγχει τα πάντα εξασκώντας λίγες φορές σωματική βία, κυρίως όμως ψυχολογική, την κόρη του και τα τρία παιδιά της, και τα τρία αγνώστου πατρός. Σιγά – σιγά η κρυφή, συγκλονιστική αλήθεια αποκαλύπτεται και το φιλμ φτάνει στην κορύφωσή του.
Φυσικά πρόκειται για μια αλληγορία της πνιγηρότητας, της καταπίεσης και – στη συγκεκριμένη περίπτωση – της νοσηρότητας που επικρατεί στους κόλπους της οικογένειας ως θεσμού. Ταυτόχρονα έχουμε την εντονότατη κριτική του – συνηθισμένου ακόμα δυστυχώς – μοντέλου του «πατέρα – αφέντη», του κυρίαρχου αρσενικού που οι πάντες είναι υποχρεωμένοι να υπακούν τυφλά. Η κριτική του οικογενειακού μοντέλου πάντως φτάνει εδώ σε ακραία επίπεδα.
Η ατμόσφαιρα της ταινίας, η μουντή, «άχρωμη» φωτογραφία, οι κλειστοί χώροι του διαμερίσματος, οι κλειστές πόρτες πίσω από τις οποίες συμβαίνουν ανομολόγητα πράγματα, τα με προσοχή επιλεγμένα άσχημα, απωθητικά θα έλεγα, τοπία της πόλης στα εξωτερικά πλάνα, όλα συγκλίνουν στη δημιουργία αυτού του πνιγηρού, κλειστοφοβικού κλίματος, που είναι άλλωστε και το ζητούμενο σε ένα τέτοιο φιλμ. Σ’ αυτό ο Αβρανάς πετυχαίνει απόλυτα. Όπως πολύ πετυχημένη νομίζω είναι η διαρκής κλιμάκωση των όσων συμβαίνουν, οι όλο και πιο «γροθιά στο στομάχι» καταστάσεις, μέχρι να φτάσουμε στο δυνατό φινάλε. Φυσικά από την πρώτη κιόλας σκηνή έχουμε υποπτευτεί ότι κάτι καθόλου υγιές συμβαίνει στους κόλπους της οικογένειας, ο τρόπος όμως που κλιμακώνεται το «κακό» και αποκαλύπτονται βαθμιαία όλο και περισσότερες πτυχές του, είναι, νομίζω, υποδειγματικός.
Ναι, βρισκόμαστε για μια ακόμα φορά τα τελευταία χρόνια μπροστά σε ένα ακόμα (καλό κατά τη γνώμη μου) δείγμα του «greek weird cinema”, το οποίο επικεντρώνεται συνήθως στην κριτική του θεσμού της οικογένειας. Δεν θεωρώ όμως, παρά την ύπαρξη μιας παρόμοιας προβληματικής, ότι μοιάζει με τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου, πράγμα για το οποίο κατηγορήθηκε. Η σκηνοθεσία, το κινηματογραφικό ύφος, είναι νομίζω αρκετά διαφορετικά. Εξ άλλου εδώ μιλάμε για ένα πολύ πιο ρεαλιστικό φιλμ σε σχέση με τον σχετικό σουρεαλισμό που επικρατεί στα φιλμ του Λάνθιμου.
 Όπως και να το κάνουμε, βρήκα την ταινία πολύ δυνατή και πετυχημένη σ’ αυτό που θέλει να κάνει, αποτέλεσμα που συνεπικουρείται και από τις πολύ καλές ηθοποιίες. Αλλά, προειδοποιώ, πρόκειται για ταινία για γερά στομάχια. Όχι, δεν υπάρχει τίποτα χαρούμενο εδώ…


Δευτέρα, Δεκεμβρίου 16, 2013

Ο THOR ΞΑΝΑΠΑΙΡΝΕΙ ΤΟ ΣΦΥΡΙ ΤΟΥ


Έχω προ πολλού πάψει να παίρνω στα σοβαρά τη χολιγουντιανή βιομηχανία κατασκευής blogbuster που βασίζονται σε υπερηρωικά κόμικς. Ναι, δεν σας κρύβω ότι κάποιες φορές μπορεί και να διασκεδάσω στο δίωρο που διαρκούν... και μετά τα ξεχνώ σε χρόνο dt. Το πρόβλημα είναι ότι μου φαίνονται όλα ίδια. Ταινίες κενές περιεχομένου, που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ποσότητα εντυπωσιακών ψηφιακών εφέ, καταιγιστικής δράσης και συχνά διαθέτουν και χιούμορ (μερικές φορές αυτό βασίζεται σε εσωτερικές αναφορές στο είδος ή αλλού). Φυσικά εξαιρέσεις υπάρχουν (μια απ’ αυτές για μένα είναι π.χ. ο θαυμάσιος δεύτερος Batman του Nolan), αλλά πολύ φοβάμαι ότι με τα παραπάνω λόγια περιγράφω το μεγαλύτερο μέρος των ταινιών αυτών.
Γι’ αυτό και δεν έχω πολλά να γράψω για τον 2ο αισίως Thor (αφού βγάζει δολάρια με το τσουβάλι, θα υπάρξουν προφανώς κι άλλες συνέχειες), το “Thor 2: Ο Σκοτεινός Κόσμος», που γύρισε το 2013 ο τηλεοπτικός κυρίως Alan Taylor. Καθώς ένας εχθρός πολύ φοβερότερος και αρχαιότερος από άλλους επανεμφανίζεται και ο Όντιν δεν μπορεί να αντιμετωπίσει, ο Θορ αναλαμβάνει δράση, πηγαινοέρχεται στις διαστάσεις (μεταξύ Γης και Άσγκαρντ δηλαδή), ξαναβρίσκει με την ευκαιρία την θνητή αγαπημένη του (την Νάταλι Πόρτμαν βεβαίως) και – αυτό κι αν είναι το αποκορύφωμα – αναγκάζεται να συμμαχήσει με τον σατανικό, φυλακισμένο για προηγούμενες ατασθαλίες, ετεροθαλή αδελφό του Λόκι, για να αντιμετωπίσουν μαζί το υπέρτατο Κακό. Ε, δεν λέω, κάποιες ψιλοανατροπές υπάρχουν στο τέλος...
Αυτά τα φοβερά. Αν επιμένετε τώρα μπορώ να σας πω ότι ναι, είναι από τις διασκεδαστικές ταινίες του είδους (αλλά, ως συνήθως, μετά την ξέχασα), ναι, έχει εντυπωσιακά εφέ και μπόλικη δράση (και κάποια βασικά πρόσωπα του συνεχιζόμενου μύθου πεθαίνουν) και ναι, διαθέτει και χιούμορ μαζί με την όποια τραγικότητα. Οπότε αν είστε φίλος του είδους θα το ευχαριστηθείτε. Ποπ κορν, αναψυκτικά... ξέρετε. Αλλά επειδή όλα τα καλά (:::) πράγματα έχουν ένα τέλος, πολύ αμφιβάλλω αν θα δω και το σίγουρα επερχόμενο νο 3.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 13, 2013

Ο ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ BORGMAN ΚΑΙ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ

To 2013 o ιδιόρρυθμος ολλανδός δημιουργός Alex van Warmerdam γυρίζει το «Borgman», το οποίο προσωπικά θεωρώ μάλλον την καλύτερη ταινία του. Εννοείται ότι βρισκόμαστε πάντα στο παράξενο κλίμα του σκηνοθέτη, οπότε μην περιμένετε ξεκάθαρες εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν. Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως αυτό ουδόλως με ενοχλεί. Το αντίθετο μάλλον.
Μια ομάδα περίεργων τύπων, κάτι σαν κλοσάρ που ζουν σε ένα είδος υπόγειων καταφύγιων σκαμμένων στο χώμα, αναγκάζονται βίαια να μετακομίσουν, άγνωστο γιατί. Ένας απ’ αυτούς θα διεισδύσει σιγά – σιγά στους κόλπους μιας ευκατάστατης, απόλυτα «καθώς πρέπει» αστικής (προς το μεγαλοαστικής) οικογένειας και, βαθμιαία, θα τη διαβρώσει εκ των έσω, φτάνοντας σε ακραίες καταστάσεις. Σιγά – σιγά πάντοτε και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας θα πάρουν μέρος σ’ αυτή την παράδοξη «άλωση».
Όπως ίσως καταλαβαίνετε, αν έχετε κι άλλες ταινίες του, εδώ συναντούμε όλα τα γνώριμα χαρακτηριστικά του σκηνοθέτη και μάλιστα, όπως είπα, στην καλύτερη κατά τη γνώμη μου εκδοχή τους: Τον σουρεαλισμό, το σαρκαστικό και κατάμαυρο χιούμορ, τις ακραίες καταστάσεις, οι οποίες όμως δίνονται με έναν τέτοιο τρόπο που μάλλον να χαμογελάς σε κάνουν, την διαρκή «επίθεση» του δημιουργού στις δομές της αστικής οικογένειας… Στο συγκεκριμένο φιλμ μάλιστα ο Warmerdam εισχωρεί στο χώρο του φανταστικού. Δεν θα μάθουμε ποτέ ποια ακριβώς είναι η φύση των ήσυχων και ύπουλα, πλην όμως μεθοδικότατα, δρώντων μελών της παράξενης ομάδας (όντων θα έπρεπε μάλλον να τους αποκαλέσω, γιατί και η ανθρώπινη ιδιότητά τους τίθεται – διακριτικά – υπό αμφισβήτηση). Βρίσκω πάντως εξαιρετικά ενδιαφέροντα τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η σταδιακή, αργή αλλά σταθερή, διάβρωση της απόλυτα τέλειας και άψογης εξωτερικά οικογένειας, η σταδιακή άλωσή της εκ των έσω…
Ταυτόχρονα η ταινία σχολιάζει, με διακριτικό πάντοτε τρόπο, τις κοινωνικές αντιθέσεις και διαφορές, την ταξική δομή της κοινωνίας, τη σχέση έλξης – απώθησης με το «ξένο», το διαφορετικό, το κρυμμένο, σκληρό πρόσωπο της ατσαλάκωτης και άψογης επιφανειακά οικογένειας των σύγχρονων κοινωνιών της ευμάρειας και ίσως και πολλά άλλα θέματα τα οποία θα ανακαλύψει ο θεατής.

Επαναλαμβάνω ότι προσωπικά η ταινία μου άρεσε πολύ. Να είστε πάντως προετοιμασμένοι για τον σουρεαλισμό, την έλλειψη πολλών εξηγήσεων, το παράλογο που επικρατεί (μερικώς τουλάχιστον). «Διαβάστε» την λοιπόν με βάση τη γενική αίσθηση που θα σας αφήσει.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 11, 2013

ΟΤΑΝ Η "ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΜΕ ΤΗ ΓΟΥΝΑ" ΓΙΝΕΤΑΙ ΘΕΑΤΡΟ

«Η Αφροδίτη με τις γούνες» είναι το μυθιστόρημα του Leopold von Sacher-Masoch, δημοσιευμένο το 1870, απ’ το οποίο προήλθε η λέξη μαζοχιζμός. Τον ίδιο ακριβώς τίτλο (La Venus a la Fourrure) έχει η ταινία του Roman Polanski του 2013. και, φυσικά, πρόκειται για ευθεία αναφορά στο έργο του Μαζόχ. Αν και όχι ακριβώς. Εδώ ο Πολάνσκι διασκευάζει κινηματογραφικά ένα θεατρικό έργο βασισμένο στο μυθιστόρημα. Και αυτή ακριβώς τη θεατρικότητα διατηρεί απόλυτα.
Πρόκειται για ταινία όπου εμφανίζονται δύο και μόνο πρόσωπα: Ένας θεατρικός σκηνοθέτης και συγγραφέας και μία επίδοξη ηθοποιός (η Εμανούελ Σενιέ είναι πολύ καλή αυτή τη φορά). Ολόκληρο το φιλμ διαδραματίζεται σε μια σκηνή θεάτρου. Θέατρο στον κινηματογράφο λοιπόν, αλλά και θέατρο στο θέατρο, αφού το ίδιο το θεατρικό έργο στο οποίο βασίζεται η ταινία αναφέρεται σε μια θεατρική παράσταση. Είναι νύχτα και ο σκηνοθέτης και συγγραφέας ενός έργου βασισμένου στο μυθιστόρημα του Μαζόχ ετοιμάζεται να φύγει μετά από εξαντλητική (και άκαρπη) οντισιόν, όταν μια καθυστερημένη υποψήφια για τον βασικό ρόλο εμφανίζεται και ζητά (πιεστικά θα έλεγα) να της δοθεί μια ευκαιρία. Στην αρχή ο σκηνοθέτης είναι αρνητικός, όταν όμως εκείνη ξεκινά την performance της όλα αλλάζουν.
Όπως καταλάβατε η ταινία επικεντρώνεται στις σχέσεις των δύο ηρώων. Κατά τη διάρκειά της οι ανατροπές θα είναι πολλές. Οι ρόλοι θα αλλάξουν, θα αντιστραφούν για να είμαστε ακριβείς, πολλές φορές, το παιχνίδι θα μεταλλάσεται συχνά, θα κινείται ανάμεσα στη σαγήνη και την επιβολή, τον πόθο και την εξουσία, τον ερωτισμό και τη σκληρότητα, το σταδιακό «ξεγύμνωμα» της ψυχής του άντρα και των βαθύτερων (μάλλον μη συνειδητών και από τον ίδιο) επιθυμιών του. Ο γενικός προβληματισμός αφορά τις σχέσεις, εξουσίας κυρίως αλλά όχι μόνο, ανάμεσα στους ανθρώπους και κυρίως ανάμεσα στα δύο φύλα, οι οποίες εδώ εκλαμβάνονται (όπως και σε άλλα φιλμ του Πολάνσκι) ως ένα είδος πάλης για την επιβολή του ισχυρότερου. Φυσικά όπλο σ’ αυτή την πάλη είναι ο ερωτισμός.
Η ταινία με κράτησε και η παρουσία δύο και μόνο προσώπων (κι αυτό το έχει ξαναδοκιμάσει ο Πολάνσκι) προσωπικά δεν με κούρασε. Φυσικά πρέπει να έχουμε πάντα υπ’ όψιν την προφανή και ομολογημένη από τη  αρχή ως πρόθεση θεατρικότητα του εγχειρήματος σε όλα τα επίπεδα. Οι αντιρρήσεις – τις οποίες συμμερίζομαι κι εγώ ως ένα βαθμό – για το γιατί τόση θεατρικότητα στο σινεμά (γιατί να είναι ταινία και όχι μια παράσταση;) είναι σεβαστές και κατανοητές. Ωστόσο αν το δούμε σεναριακά και νοηματικά παραμένει κατά τη γνώμη μου ενδιαφέρον.



Δευτέρα, Δεκεμβρίου 09, 2013

Ο CAPTAIN PHILLIPS ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΙΡΑΤΕΣ

O Paul Greengrass  υπήρξε πάντοτε ενδιαφέρων δημιουργός. Το προσωπικό του στιλ έγκειται στο ότι «παντρεύει» με άνεση το ντοκιμαντερίστικο στοιχείο (και την αντίστοιχη εικόνα, θα έλεγα, όπως θα πω παρακάτω) με το σασπένς και τη δράση. Πολλές από τις ταινίες του μάλιστα βασίζονται σε αληθινές ιστορίες.
Αυτό συμβαίνει και με το «Captain Phillips” του 2013, το οποίο αφηγείται την αληθινή ιστορία της πειρατείας ενός αμερικάνικου φορτηγού πλοίου (με τον ομώνυμο έμπειρο καπετάνιο) από μια ομάδα οπλισμένων σομαλών. Όπως γνωρίζετε το φαινόμενο ανθεί τα τελευταία χρόνια στα νερά αυτά. Από εκεί και πέρα η βασική αντιπαράθεση επικεντρώνεται ανάμεσα στον καπετάνιο και τον αρχηγό των πειρατών, αλλά δεν μένει μόνο εκεί.
Η όλη ιστορία δίνεται από τον Greengrass με απόλυτα πετυχημένο ρεαλισμό. Ο ρεαλισμός αυτός καλύπτει τόσο την εικόνα και τη δράση, όσο και τους χαρακτήρες, οι οποίοι, σημειωτέον, δεν είναι καθόλου ηρωικοί ή ξεχωριστοί. Είναι απλώς άνθρωποι που βρίσκονται αντιμέτωποι με ακραίες καταστάσεις και αντιδρούν όπως θα περίμενε κανείς να αντιδράσει ένας «κανονικός» άνθρωπος (εννοώ δίχως μπέρτα και κολάν ή μαγικό σφυρί στο χέρι). Πολύ ενδιαφέρον βρίσκω το γεγονός ότι στο φιλμ δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Μπορεί να συμμεριζόμαστε την αγωνία του πληρώματος να γλιτώσει και ίσως ταυτιζόμαστε με τον καπετάνιο, αλλά το πώς και το γιατί της άλλης πλευράς αιτιολογείται απόλυτα και οι ενέργειές τους γίνονται σχεδόν δικαιολογημένες. Μάλιστα και οι πειρατές βρίσκονται υπό πίεση και σχεδόν αναγκάζονται να κάνουν ό,τι κάνουν.
Τελικά, όπως ίσως καταλάβατε, βρισκόμαστε μπροστά στη σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων, οι οποίοι στην ουσία είναι υποχρεωμένοι να δράσουν όπως δρουν. Και, όπως ίσως επίσης καταλάβατε, το φιλμ γίνεται απροσδόκητα πολιτικό, καθώς το αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι όσο ο κόσμος είναι τόσο σκληρά και βάρβαρα χωρισμένος σε «πάνω» και «κάτω» (όπως και το εσωτερικό της κάθε κοινωνίας άλλωστε), τέτοιες καταστάσεις θα προκύπτουν διαρκώς, για να μην πω ότι πιστεύω πως θα πολλαπλασιάζονται ολοένα.
Όλα αυτά δίνονται με εικόνες κάθε άλλο παρά «ωραίες». Οι εικόνες του Greengrass είναι «βρώμικες», κοντινές, θυμίζουν ντοκιμαντέρ. Καθώς έβλεπα το φιλμ σκεφτόμουν ότι είναι δύσκολο να απομονώσεις ένα καρέ και να πεις «τι ομορφη εικόνα!». Εδώ υπάρχει μόνο η ωμή πραγματικότητα ενός εμπορικού καραβιού και αυτή της πάμφτωχης, υποσιτισμένης Αφρικής. Καμιά ωραιοποίηση. Και, φυσικά, το σασπένς δεν λείπει ούτε στιγμή, κρατώντας καθηλωμένο τον θεατή (εμένα τουλάχιστον), ενώ οι ηθοποιίες τόσο του Χανκς όσο και του σομαλού είναι πολύ καλές.

Σας το προτείνω για τη σφαιρική ματιά στο θέμα και την έλλειψη ηρώων και μαρτύρων.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 06, 2013

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ "ΣΤΡΑΤΙΑΣ ΤΟΥ ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ"

Οι ταινίες τρόμου διαθέτουν έναν δικό τους κώδικα αξιολόγησης κατανοητό και αποδεκτό μόνο από τους φανς του είδους. Άλλωστε πρόκειται για ένα από τα λίγα είδη που απευθύνονται σε μια συγκεκριμένη μερίδα κοινού, ενώ ένα μεγάλο μέρος των υπολοίπων θα αρνηθεί να δοκιμάσει έστω να δει ένα τέτοιο φιλμ. Απόλυτα κατανοητό και αποδεκτό.
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές μου έδωσε η ταινία του 2013 «Frankensteins Army” του Richard Raaphorst. Πρόκειται για αμερικανο τσεχο ολλανδική παραγωγή, γυρισμένη μάλιστα στην Τσεχία. Ο πόλεμος κοντεύει να τελειώσει και μια ομάδα σοβιετικών στρατιωτών μπαίνει στην Ανατολική Γερμανία, όταν, σε ένα μικρό χωριό, ανακαλύπτουν ένα μυστικό εργαστήριο των ναζί… και η φρίκη αρχίζει.
Η ταινία είναι ένα τυπικό b-movie του είδους, με κυρίαρχο το παλιό μοτίβο του «τρελού επιστήμονα». Άγνωστοι ηθοποιοί, πρωτοεμφανιζόμενος σε μεγάλο μήκος σκηνοθέτης, σχετικά φτηνή παραγωγή, απλό – έως και απλοϊκό - σενάριο. ‘Όπως και άλλες ταινίες με τα χαρακτηριστικά αυτά δεν διστάζει καθόλου να μπει στο χώρο του σπλάτερ – αν και εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με σπλάτερ για το σπλάτερ, αλλά υπάρχουν και στοιχεία καθαρού τρόμου και προσπάθειες δημιουργίας ατμόσφαιρας. Ωστόσο το αίμα κυριαρχεί. Στα υπέρ συγκαταλέγω και τη σκιαγράφηση κάποιων διαφορετικών χαρακτήρων στους κόλπους της ομάδας των στρατιωτών. Και ανάμεσα σ’ αυτούς υπάρχουν «καλοί» και «κακοί».
Παρά το ότι η ταινία βλέπεται άνετα, κρατά τον θεατή και διαθέτει σωστό timing, θα την περιελάμβανα απλώς στο σωρό των αντίστοιχων (σχετικά καλών) b-movies αν δεν διέθετε ένα πολύ ξεχωριστό και αξιόλογο κατά τη γνώμη μου στοιχείο: Τα πλάσματα! Όπως καταλαβαίνετε, κάποια στιγμή θα αρχίσουν να εμφανίζονται εφιαλτικά πλάσματα. Ε, λοιπόν, αυτά είναι από τα πιο αξιομνημόνευτα και ευφάνταστα που έχω δει σε τέτοια φιλμ. Εκπληκτικές συνθέσεις που αναμειγνύουν σάρκα και μέταλλο, οργανικά και ανόργανα στοιχεία, κομμάτια από ανθρώπινα σώματα και κάθε λογής εργαλεία ή μηχανές. Βρισκόμαστε στην καρδιά ενός απόλυτου εφιάλτη. Αισθητικά πλησιάζουμε στην εικονολογία του γιαπωνέζικου «Tetsuo» (δίχως, βέβαια, το «πειραματικό» στοιχείο του τελευταίου), με δόσεις από “Re-animator”. Νομίζω λοιπόν ότι η εικόνα, οι συγκεκριμένες εφιαλτικές κατασκευές συγκεκριμένα, αποτελούν το ξεχωριστό σημείο του φιλμ και τον βασικό λόγο για τον οποίο αξίζει κανείς να το ψάξει.

Προσοχή (θα το επαναλάβω και πάλι και θα γίνω κουραστικός): Να το ψάξουν μόνο οι φίλοι του είδους! Οι υπόλοιποι ας μείνουν μακριά.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 04, 2013

"GRAVITY" Ή Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ

Ο μεξικάνος Alfonso Cuaron υπήρξε πάντα ένας ικανός σκηνοθέτης, με μερικές πολύ καλές ταινίες στο ενεργητικό του. Με το "Gravity" του 2013 καταφέρνει να σπάσει τα ταμεία (καπως απροσδόκητο για μένα) και να κάνει μια από τις μεγάλες επιτυχίες της χρονιάς. Δράμα του διαστήματος περισσότερο παρά επιστημονική φαντασία (με την έννοια ότι το στοιχείο "φαντασία" λείπει, καθώς η ταινία θα μπορούσε άνετα να διαδραματίζεται στο σήμερα, με την υπάρχουσα τεχνολογία), καταφέρνει παρά το εξ ορισμού "δύσκολο" concept της να κρατά τον θεατή. Ως "δύσκολο" εννοώ βέβαια το γεγονός ότι στο φιλμ εμφανίζονται δύο όλοι κι όλοι ηθοποιοί, ότι πρόκειται για μια κλειστοφοβική ταινία, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας διαδραματίζεται στον ασφυκτικό χώρο ενός διαστημικού σταθμού και το ότι της λείπει η παραδοσιακή έντονη χολιγουντιανή δράση.
 Η ιστορία μπορεί να περιγραφεί σε λίγες μόνο σειρές: Μετά από ένα ατύχημα μία γιατρός και ένας αστροναύτης απομένουν ολομόναχοι στο διάστημα, σε τροχιά γύρω από τη γη, και προσπαθούν απεγνωσμένα να επιστρέψουν σ' αυτήν. Αυτό είναι όλο. Υπάρχουν βέβαια αρκετά φιλμ επιστημονικής φαντασίας με έναν ή δύο μοναδικούς ηθοποιούς, το ίδιο κλειστοφοβικά και αρκετά με υψηλή ποιότητα. Πρώτη φορά όμως βλέπουμε νομίζω μια τέτοιου είδους μεγάλη χολιγουντιανή παραγωγή. Έτσι ο προφανής μινιμαλισμός της ιστορίας συνυπάρχει αρμονικά με το υπερθέαμα μιας υπερπαραγωγής. Πραγματικά οι εξωτερικές σκηνές, όπως αυτή της καταστροφής του δορυφόρου, είναι φαντασμαγορικά γυρισμένες και κόβουν την ανάσα. Κατά τη γνώμη μου στην υποβλητικότητα του όλου εγχειρήματος - πέραν της μαγείας του αχανούς διαστήματος και της υπέροχης, πελώριας γης που κρέμεται πάντα πάνω από το σκάφος - συμβάλλει το ότι όλα, οι συγκρούσεις, οι καταστροφές, η αγωνία του μόνου αστροναύτη στο απέραντο κενό, συμβαίνουν σε απόλυτη σιωπή, την αληθινή σιωπή που επικρατεί στο διάστημα. Κι έτσι φτάνουμε στο θέμα του ρεαλισμού. Σας είπα από πριν ότι ουσιαστικά δεν πρόκειται για επιστημονική φαντασία, αλλά για ρεαλιστικό δράμα / θρίλερ που διαδραματίζεται στο διάστημα. Κι αυτό αποτελεί μια ακόμα ιδιαιτερότητα.
 Πάντως το όλο φιλμ είναι φτιαγμένο σαν αγωνιώδες θρίλερ και νομίζω ότι καταφέρνει να μας κάνει να συμμεριστούμε την προσπάθεια των ηρώων για επιβίωση. Ταυτόχρονα υπάρχουν και τα υπαρξιακά στοιχεία για να δώσουν το απαραίτητο βάθος στην ιστορία. Οι χολιγουντιανές παραχωρήσεις υπάρχουν βέβαια κι αυτές. Κάποιες σεναριακές ευκολίες, κάποιες τραβηγμένες καταστάσεις, κάποιες - λίγες ευτυχώς - γλυκερές παρενθέσεις για να πω την αλήθεια.... Αλοίμονο τώρα...
Σε γενικές γραμμές πάντως η ταινία με ικανοποίησε αρκετά. Την βρήκα τολμηρή (για Χόλιγουντ, να εξηγούμαι), καλοφτιαγμένη πάνω απ' όλα, υποβλητική σε αρκετά σημεία της. Και κυρίως εκτιμώ το ότι κατάφερε να με κρατήσει από την αρχή ως το τέλος. Δίχως πάντως να συμμερίζομαι τις ενθουσιώδεις κριτικές και τα 4 αστεράκια αρκετών κριτικών...

Παρασκευή, Νοεμβρίου 29, 2013

Η "ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΡΩΜΗ" ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΝΕΟΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

Βρισκόμαστε στο 1945. Ο πόλεμος μόλις έχει τελειώσει και ο Roberto Rosselini (1906-1977) γυρίζει την πρώτη κλασική του ταινία, την "Ρώμη, Ανοχύρωτη Πόλη" (Roma, Citta Aperta), μια από τις πρώτες που εγκαινιαζουν το περίφημο κίνημα του (ιταλικού αρχικά) νεορεαλισμού. Η κάμερα βγαίνει στο δρόμο, τα σκηνικά είναι λιγοστά, μερικοί ηθοποιοί είναι ερσιτέχνες, η ιστορία αναφέρεται στη ζωή απλών, καθημερινών ανθρώπων. Ο στόχος δεν είναι να γίνουν "ωραιες" ταινίες, αλλά "αληθινές". Ο ίδιος πάντως δήλωσε ότι θέλει να φτιάχνει "χρήσιμες" ταινίες.
Εδώ βέβαια  η ιστορία δεν είναι μια ιστορία απόλυτης καθημερινότητας (όπως, ας πούμε, στον "Κλέφτη Ποδηλάτων" και σε άλλα χαρακτηριστικά δείγματα του είδους). Εδώ υπάρχει αγωνία και άνθρωποι που δρουν υπό συνθήκες μεγάλης πίεσης. Η ιστορία αναφέρεται σε μια εφιαλτική περίοδο της Ιταλίας που μόλις τότε είχε τελειώσει: Την ναζιστική κατοχή της Ρώμης. Για τον λαό όλα είναι δύσκολα: Ελάχιστα τρόφιμα με δελτίο, φτώχια, μαύρη αγορά, απαγόρευση κυκλοφορίας μετά από κάποια ώρα, άγριες διώξεις αντιστασιακών. Η ηρωίδα, η Άννα Μανιάνι βεβαίως, είναι μια τυπική ιταλίδα νοικοκυρά της εποχής, πιστή, οξύθυμη, όχι ιδαιίτερα μορφωμένη, με ενστικτωδώς σχεδόν αντιφασιστική διάθεση. Ο αραβωνιαστικός της είναι κομμουνιστής, ενεργό μέλος της αντίστασης και περισσότερο "διανοούμενος". Ο αληθινός πρωταγωνιστής όμως είναι ο παπάς της ενορίας. Όχι μόνο ανέχεται την αθεϊα του φίλου του και του ηρωικού αρχηγού της αντίστασης της περιοχής, αλλά βοηθά με κάθε τρόπο τους αντιστασιακούς, όπου κι αν ανήκουν ιδεολογικά. Κάτω από το καλοκάγαθο και ήσυχο παρουσιαστικό του κρύβεται ένας άνθρωπος που δεν διστάζει να ρισκάρει ακόμα και τη ζωή του για να πολεμήσει τους φασίστες. Το δράμα δεν αργεί να ξεσπάσει.
Η ταινία, όπως προαναφέραμε, διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του νεορεαλιστικού κινήματος που θα άλλαζε την ιστορία του κινηματογράφου. Για να το αντιληφτούμε όμως αυτό πρέπει να ξέρουμε τι γινόταν μέχρι τότε: Στην Ιταλία - και αλλού βεβαίως - κυριαρχούσαν οι υπερπαραγωγές, ιστορικές και στομφώδεις πολλές φορές. Αλλά κι αν δεν ήταν έτσι ακριβώς οι ταινίες, δεν έπαυαν να χρησιμοποιούν κατά κόρον στούντιο, τεχνητούς φωτισμούς, "κόλπα" του φακού για μια συχνά εξωραϊσμένη φωτογραφία. Ο Ροσελίνι αντίθετα βγαίνει στους δρόμους και κινηματογραφεί μια Ρώμη πάμφτωχη, πεινασμένη, μια πόλη που αιμορραγεί κάτω από τη ναζιστική μπότα. Καμιά ωραιοποίηση, καμιά πρόθεση να "μεταμφιεστούν" τα πράγματα. Ο στόχος είναι η αλήθεια, ακόμα κι αν είναι ωμή.
Σήμερα  δεν αντιλαμβανόμαστε όλα αυτά τα πράγματα, όλη την ανατρεπτικότητα ταινιών σαν αυτή, καθώς πολλές καινοτομίες αποτελούν εδώ και δεκαετίες κοινό τόπο. Αρκεί όμως να πούμε ότι η συγκεκριμένη και μερικά ακόμα φιλμ αυτού του στιλ συγκαταλέγονται στα πιο επιδραστικά της ιστορίας του σινεμά.
Παράλληλα πάντως ο Ροσελίνι, όντας χριστιανός, δείχνει  τις τάσεις του προς τα εκεί τοποθετώντας στο κέντρο της ιστορίας έναν ηρωικό (καθόλου ωραίο ή"άνθρωπο της δράσης", σημειωτέον) παπά, θέλοντας να υπογραμμίσει ότι και αρκετοί κληρικοί αντιστάθηκαν στη ναζιστική βαρβαρότητα. Εξ άλλου ο ιερέας μας, όπως είπαμε, δεν νοιάζεται για το αν αυτοί που προστατεύει είναι δεξιοί, αριστεροί ή απλοί άνθρωποι. Φτάνει να μην είναι γερμανοί ή συνεργάτες των γερμανών.
Πόσο στέκει σήμερα ένα φιλμ σαν αυτό; Πολύ, κατά τη γνώμη μου. Εκτός από τη ντοκιμαντερίστικη δύναμή του, την καταγραφή της δύσκολης εποχής και την κυριολεκτική καταγραφή της πόλης όπως ακριβώς ήταν όταν έβγαινε από τον πόλεμο, νομίζω ότι καταφέρνει να κρατά τον θεατή και να του δημιουργεί αγωνία για τη συνέχεια, ενώ η τραγική μοίρα των ηρώων συγκινεί βαθιά. Αφείστε που νομίζω ότι όλες οι ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες του 50 και του 60 που αναφέρονται στην κατοχή βασίστηκαν λίγο ή πολύ σ' αυτήν.
Προφανώς μιλάμε για κλασικό φιλμ. Αν δεν το έχετε δει δοκιμάστε το. έστω και για ιστορικούς λόγους.

Τρίτη, Νοεμβρίου 26, 2013

ΠΑΣΧΙΖΟΝΤΑΣ ΝΑ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΣΤΟ "ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ"



Το «Worlds End” είναι η ταινία που γύρισε ο Edgar Wright το 2013, μετά το ξεκαρδιστικό και με απρόσμενη εξέλιξη «Hot Fuzz”. Ουσιαστικά δηλαδή είναι μια παραγωγή της παρέας Wright και Simon Pegg (ο οποίος πρωταγωνιστεί), που συνυπογράφουν άλλωστε και το σενάριο.
Η ταινία κινείται στο ίδιο τρελό κλίμα των προηγούμενων πονημάτων της ομάδας: Μια παρέα 5 μεσήλικων πλέον φίλων συναντιούνται μετά από χρόνια και αποφασίζουν - μετά από έντονες πιέσεις ενός απ' αυτούς που κατά βάθος παραμένει έφηβος - να επιχειρήσουν ξανά αυτό που είχαν αφήσει στη μέση (λόγω λιποθυμιών και άλλων αδυναμιών) 20 χρόνια πριν: Να κάνουν μια μαραθώνια μπαρότσαρκα και στα 12 παμπ της μικρής τους πόλης (πίνοντας φυσικά από ένα γερό ποτήρι μπύρας στο καθένα), μέχρι να φτάσουν στο τελευταίο απ' αυτά, το «Worlds End». Σύντομα θα διαπιστώσουν ότι τίποτα πια δεν είναι ίδιο με τότε και… ξαφνικά το να φτάσουν σ΄αυτό το τελευταίο παμπ είναι το λιγότερο που τους απασχολεί, αφού ο στόχος γίνεται άλλος: Ούτε λίγο ούτε πολύ να σώσουν την ανθρωπότητα!
Η ταινία ξεκινά σαν μια αστεία κωμωδία και ξαφνικά και απροειδοποίητα, κάπου στα μισά, μετατρέπεται σε επιστημονική φαντασία, δίχως φυσικά να χάσει τα κωμικά της στοιχεία. Παράλληλα αποτελεί μια σάτιρα της σύγχρονης εποχής, η οποία μοιάζει «πλαστική» και ρομποτοποιημένη σε σχέση με το παρελθόν (εξιδανικευμένο στο μυαλό πολλών ανθρώπων), αλλά και μια ωδή στην αιώνια εφηβεία ή – έστω – στην για μια ζωή νοσταλγία της. Αν θέλετε φυσικά μπορείτε όλα αυτά να τα ονομάσετε και αλλιώς: Πρόκειται για ένα έξυπνο αφιέρωμα στον αντρικό παλιμπαιδισμό και στο πνεύμα της παρέας… έστω και κάπως με το ζόρι.
Σίγουρα το φιλμ διαθέτει πολλά έξυπνα στοιχεία και εγώ τουλάχιστον διασκέδασα αρκετά. Εξ άλλου η βρετανική ομάδα έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι διαθέτει πολύ χιούμορ και περιμένω κι άλλα απ' αυτούς. Συνολικά πάντως το βρήκα κάπως κατώτερο από το προηγούμενο, το «Hot Fuzz», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το θεωρώ κακό. Σε καμία περίπτωση. Αν λοιπόν ψάχνετε για διασκέδαση (με κάμποσες ανατροπές και κάποια – πολύ λίγα – στοιχεία σπλάτερ) αναζητείστε το. Δεν νομίζω άλλωστε ότι θα βγει στις αίθουσες.

Κυριακή, Νοεμβρίου 24, 2013

Η ΚΛΕΙΣΤΟΦΟΒΙΚΗ "ΚΡΥΑ ΩΡΑ"

Η ταινία "La Hora Fria" (Η Κρύα Ώρα) είναι ισπανική και γυρίστηκε το 2006 από τον Elio Quiroga. Πρόκειται για φιλμ επιστημονικής φαντασίας, με κάποια στοιχεία τρόμου.
Μια ομάδα ανθρώπων διαφόρων ηλικιών (μαζί τους και δύο - ή μήπως τρία; - παιδιά) ζουν σε υπόγειους χώρους που έχουν μείνει από παλιά. Μοιάζουν να είναι επιζήσαντες από μια καταστροφή του κόσμου - πυρηνική προφανώς - και έχουν βρει καταφύγιο εκεί. Είναι αρκετά καλά οργανωμένοι και διαθέτουν αρκετό στοκ από προμήθειες και κάθε λογής παλιά, χρήσιμα αντικείμενα του κόσμου που δεν υπάρχει πια. Στην επιφάνεια, αλλά και σε άλλους απομονωμένους υπόγειους χώρους κινούνται όντα σαν ζόμπι, που καλό είναι να μη συναντήσει κανείς. Το πιο παράξενο και ανατριχιαστικό όμως είναι ότι κάθε νύχτα (αν μπορούμε να ορίσουμε κάτι σαν "νύχτα" στον σκοτεινό αυτό κόσμο) και για συγκεκριμένες ώρες η θερμοκρασία πέφτει κάθετα και μυστηριώδη, διάφανα όντα κυκλοφορούν στους διαδρόμους και μοιάζουν να προσπαθούν να μπουν στα κλειδαμπαρωμένα δωμάτια των έντρομων μελών της μικρής κοινότητας.
Για την ταινία σχημάτισα μια απόλυτα διττή άποψη: Κατ' αρχήν τη βρήκα πολύ καλογυρισμένη, υποβλητική και ατμοσφαιρική. Το φθαρμένο, "σκουριασμένο" περιβάλλον, οι μισοσκότεινοι διάδρομοι, οι κλειστές πόρτες των δωματίων των επιζησάντων, μας βάζουν με πολύ πετυχημένο τρόπο σε μια απόλυτα κλειστοφοβική, σκοτεινή διάθεση. Οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας - καθώς και η εξέλιξή τους - είναι επίσης ενδιαφέρουσες. Μερικές σκηνές μου φάνηκαν καθηλωτικές. Έτσι βρήκα το όλο κλίμα του φιλμ πολύ καλό. Αλλά και το σασπένς και το timing δεν μου άφησαν καθόλου χρόνο να βαρεθώ.
Τα προβλήματα, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, είναι σεναριακής φύσης. Στην ιστορία υπάρχουν πολλά, πολλά κενά. Η εντυπωσιακή ανατροπή του τέλους, αν το καλοσκεφτεί κανείς, δεν εξυπηρετεί ουσιαστικά σε τίποτα εκτός από τον προαναφερθέντα εντυπωσιασμό. Το χειρότερο για μένα είναι το ότι η όποια εξήγηση για το τι είναι τα "κρύα" φωτεινά όντα μένει μετέωρη, σα να μην ενδιαφέρει καθόλου τους δημιουργούς. Μ' αυτά άραγε εισάγεται μια μεταφυσική διάσταση σε μια κατά τα άλλα κλασική ταινία επιστημονικής φαντασίας; Αδύνατο να απαντήσω. Βγάλτε τα δικά σας συμπεράσματα (;). Είναι κρίμα, γιατί έτσι ακυρώνεται - κατά ένα μέρος τουλάχιστον - μια κατά τα άλλα αξιόλογη ταινία του φανταστικού.
Θα τελειώσω επισημαίνοντας για μια ακόμα φορά ότι - παρά τα προβλήματα του συγκεκριμένου φιλμ - οι ισπανοί κάνουν σήμερα τον πιο ενδιαφέροντα φανταστικό σινεμά στην Ευρώπη και έναν από τους πιο ενδιαφέροντες παγκοσμίως. Ακόμα και μια όχι ολοκληρωμένη ταινία όπως αυτή καταφέρνει να διαθέτει μια εξαιρετική "σκοτεινή" ατμόσφαιρα. Ε, ναι, μπορούμε να μιλάμε για σχολή.

Σάββατο, Νοεμβρίου 23, 2013

ΤΟ "ΚΟΝ ΤΙΚΙ" ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗς ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΗΣ

Η Γαλλική Πολυνησία είναι ένα σύμπλεγμα νησιών χαμένων στον Ειρηνικό Ωκεανό, ανατολικά της Αυστραλίας. Η επιστήμη θεωρούσε πάντοτε ότι οι κάτοικοί της προήλθαν από τα δυτικά (από την Αυστραλία, την Ινδονησία, τη νοτιοανατολική Ασία ή κάπου εκεί τέλος πάντων). Ο Θορ Χέγερνταλ ήταν ένας νορβηγός εθνολόγος που έζησε για χρόνια στη Μαρκέζα, ένα απο τα πολυάριθμα νησιά της Πολυνησίας. Εκεί, βάσει ορισμένων ενδείξεων, συνέλαβε τη θεωρία ότι οι πρώτοι άποικοι προέρχονται - αντίθετα με τη γενική παραδοχή - από τα ανατολικά, από τη Νότια Αμερική. Ότι δηλαδή πολιτισμοί του σημερινού Περού, του Ισημερινού κλπ. διέσχισαν τον ωκεανό και έφτασαν ως εκεί. Όταν η θεωρία του δεν έγινε δεκτή από τους επιστημονικούς κύκλους έβαλε σε εφαρμογή μια αληθινά παράτολμη ιδέα: Να κατασκευάσει μια πρωτόγονη σχεδία, όμοια με αυτήν που θα μπορούσαν να κατασκευάσουν με τα μέσα που διέθεταν οι κάτοικοι της Νότιας Αμερικής και να διασχίσει 8000 χιλιόμετρα ωκεανού (!), ώστε να αποδείξει ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Το εγχείρημα πραγματοποιήθηκε το 1947 και τελικά, ξεκινώντας από τη Λίμα του Περού και μετά από μήνες ταλαιπωρίας στο πουθενά, ο Χέγερνταλ και οι 5-6 σύντροφοί του κατάφεραν όντως να φτάσουν στα πολυπόθητα νησιά.
Την αληθινή αυτή ιστορία παράτολμου θάρους μετέφεραν το 2012 στην οθόνη οι και στην ταινία "Kon-Tiki" (αυτό ήταν το όνομα της σχεδίας, παρμένο από το όνομα του θεού του Ήλιου που λατρεύεται από ιθαγενείς της Πολυνησίας). Το δίδυμο των νορβηγών σκηνοθετών είχε κάνει πριν μερικά χρόνια το ανεκδιήγητο "Bandidas". Ευτυχώς τα πράγματα εδώ είναι πολύ βελτιωμένα. Εδώ παρακολουθούμε μια κλασική εξωτική περιπέτεια με ωραία εικόνα, πλημμυρισμένη με "κλασικές αξίες": Το ανθρώπινο θάρρος, η επιστημονική περιέργεια και η ανάγκη για γνώση και αλήθεια, έστω κι αν η γνώση αυτή ανατρέπει κάθε καθιερωμένη παραδοχή, ο ηρωισμός, η θυσία σε κάποια ιδανικά. Όλα αυτά αντανακλώνται στην προσωπικότητα του ήρωα του φιλμ, του Χέγερνταλ προφανώς. Έτσι λοιπόν το φιλμ γίνεται ένα είδος "αγιογραφίας" μιας όντως τολμηρής προσωπικότητας. 
Αν εξαιρέσει κανείς αυτή τη μονοδιάστατη και "ηρωική" οπτική, βρήκα το φιλμ διασκεδαστικό: Διαθέτει το σασπένς του (παρά το ότι ξέρουμε από την αρχή το τέλος), είναι καλογυρισμένο και, σε ορισμένες σκηνές τουλάχιστον, καθηλωτικό. Φυσικά δεν έχει σημασία να αναρωτηθούμε πόσα απ' όσα βλέπουμε συνέβησαν ακριβώς έτσι ή είναι επινοημένα. Αν όμως έχετε όρεξη για μια εξωτική θαλάσσια περιπέτεια, γεμάτη "ανοιχτούς ορίζοντες", απειλητικούς καρχαρίες και λίγο National Geographic, το "Kon -Tiki" προσφέρεται.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 21, 2013

ΟΙ 6 ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΟΛΟΦΟΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΙΤΑΛΙΚΟ GIALLO

Το ιταλικό giallo είναι ένα είδος που ήκμασε στη χώρα αυτή τις δεκαετίες 60 και 70. Στα όρια της ταινίας τρόμου, μερικές φορές μπαίνει στα χωράφια του φανταστικού και του υπερφυσικού, τις περισσότερες όμως ασχολείται με serial killers, γραφικές δολοφονίες, αίμα... Διαθέτει επίσης δική του αισθητική και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Φαίνεται ότι ποτέ το giallo δεν ενδιαφέρθηκε για αληθοφανείς καταστάσεις, για τον όποιο ρεαλισμό, για τις καλές ηθοποιίες. Αντίθετα η γραφική βία, το σκηνοθετικό στιλ, η σεξουαλικότητα και οι μάλλον τραβηγμένες ή και απίθανες πλοκές υπήρξαν νομίζω το φόρτε του.
Από τους σημαντικότερους - αν όχι ο σημαντικότερος - δημιουργούς του είδους είναι βέβαια ο Mario Bava (1914-1980). To "Sei Donne per l'Assassino" (μεταφράζεται "6 Γυναίκες για τον Δολοφόνο', αλλά ο αγγλόφωνος τίτλος είναι "Blood and Black Lace" γυρίστηκε το 1964 και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του έργου του. Μια σειρά από φρικτές δολοφονίες όμορφων μοντέλων συμβαίνει σε έναν οίκο μόδας που διευθύνει μια χήρα. Ο δολοφόνος,κάποιος με καμπαρντίνα, καπέλο και λευκή μάσκα, άμεση αναφορά στον κινηματογραφικό "Αόρατο Άνθρωπο" της δεκαετίας του 30, εμφανίζεται από την αρχή, αλλά φυσικά δεν ξέρουμε ποιος είναι. Στο μεταξύ όλοι όσοι εμπλέκονται με τον οίκο (ιδιοκτήτες, λογιστής, μόδιστρος κ.ά.) είναι εξ ίσου ύποπτοι. Φυσικά το τέλος κρύβει ανατροπές και εκπλήξεις, ενώ τα πτώματα ωραίων γυναικών έχουν, επίσης φυσικά, συσσωρευτεί.
Αυτό που έχει σημασία στην ταινία είναι το στιλ του Μπάβα. Στιλ καθαρά οπτικό βεβαίως. Ο Μπάβα χρησιμοποιεί σχεδόν συνεχώς τεχνητούς, και μάλιστα χρωματιστούς, φωτισμούς, δημιουργώντας υποβλητική, εξωπραγματική ατμόσφαιρα. Οι πηγές τους, καθώς και τα χρώματα, είναι στην πραγματικότητα αδύνατο να υπάρχουν. Ωστόσο ο δημιουργός αδιαφορεί πλήρως γι΄αυτό. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αδιαφορεί για την αληθοφάνεια της εικόνας αδιαφορεί και για τη σεναριακή αληθοφάνεια. Τα πάντα θυσιάζονται στην ατμοσφαιρικότητα. Τα αποτελέσματα είναι συχνά εντυπωσιακά. Η εικόνα μπορεί να καθηλώσει. Η επιρροή του, σημειωτέον,  στο οπτικό στιλ του Αρτζέντο είναι κάτι παραπάνω από προφανής. Στο στιλ αυτό προσθέστε και την διάχυτη σεξουαλικότητα - δίχως στην πραγματικότητα να βλέπουμε το παραμικρό - τα σέξι εσώρουχα, τα ημίγυμνα πτώματα... σχεδόν μπορούμε να μιλήσουμε για μια μπαρόκ, νοσηρή ατμόσφαιρα νεκροφιλίας.
Προσωπικά δεν είμαι φανατικός των giallo. Όσο ενδιαφέροντα και αν είναι τα οπτικά αποτελέσματα ενός Bava δεν παύουν να μου φαίνονται αστείες οι καταστάσεις - και ακόμα πιο αστείες οι ηθοποιίες. Ωστόσο στο σύνολό του πρόκειται για ενδιαφέρον κινηματογραφικό φαινόμενο, το οποίο μάλιστα διαθέτει φανατικούς οπαδούς. Θα σας πρότεινα να πάρετε μια γεύση, έστω κια δεν πάρετε το είδος πολύ στα σοβαρά. Η ταινία αυτή προσφέρεται.

Κυριακή, Νοεμβρίου 17, 2013

Η "ΑΤΙΘΑΣΗ ΚΑΡΔΙΑ" ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑΣ

Τι ακριβώς είναι η "Ατίθαση Καρδιά" (Wild at Heart) που γύρισε το 1990 ο τρομερός David Lynch; Road movie; Γκαγκστερική ταινία; Σκοτεινό νουάρ; Σουρεαλιστική κωμωδία; Ρομαντικό δράμα; Τίποτα από αυτά και όλα αυτά μαζί. Και κάτι παραπάνω. Το παραπάνω βέβαια είναι η άμεσα αναγνωρίσιμη σουρεαλιστική, παρανοϊκή ίσως, οπτική του Lynch, που κάνει και τα πιο οικεία (κινηματογραφικά εννοώ) πράγματα να φαίνονται άγρια, σκοτεινά, νοσηρά, παράδοξα. Αυτό το χαρακτηριστικό άγγιγμά του, που μετατρέπει ακόμα και το πιο χιλιοειδωμένο στόρι σε ένα είδος κιτς εφιάλτη.
Ο άρτι αποφυλακισθείς Σέιλορ ξαναβρίσκει την αγαπημένη του Λούλα και, παραβιάζοντας την αναστολή του, φεύγει από την πολιτεία και μαζί τραβάνε για Καλιφόρνια. Ο δρόμος τους κάθε άλλο παρά "συνηθισμένος" είναι. Οι απίθανοι χαρακτήρες που συναντούν, σουρεαλιστικοί και παράξενοι, δεν αφήνουν κανέναν να πλήξει.... Στο μεταξύ η παρανοϊκή μητέρα της Λούνα προσπαθεί με κάθε τρόπο να πάρει την κόρη της από την αγκαλιά του Σέιλορ και προσλαμβάνει έναν πληρωμένο δολοφόνο για να τον βγάλει από τη μέση, ενώ το παράφορα ερωτευμένο ζευγάρι συνεχίζει ανύποπτο τον παράξενο δρόμο του.
Όπως σε πολλές ταινίες του Lynch συχνά αναρωτιέσαι: Τώρα γιατί συνέβει αυτό; Γιατί ο συγκεκριμένος χαρακτήρας ξεστόμισε αυτή την ατάκα; Γιατί έκανε ό,τι έκανε; Και τι είναι αυτές οι αινιγματικές, δίχως ειρμό εικόνες που ξεπηδούν κάθε λίγο μπροστά στα μάτια μας; Ο Lynch μετατρέπει την καθημερινότητα σε έναν κόσμο ονείρου - ή μάλλον εφιάλτη. Αυτό είναι νομίζω το βασικό γνώρισμα του έργου του.
Εδώ πάντως θα μου επιτρέψετε να θεωρήσω σαν κύριο χαρακτηριστικό τις διαρκείς αναφορές στην κυρίαρχη αμερικάνικη μυθολογία και κουλτούρα. Φυσικά με μια ανεστραμένη οπτική, με έναν τρόπο που σκοτεινιάζει κάθε υποψία "αμερικάνικου ονείρου". Από το βασικό κιόλας στόρι που παραπέμπει σε ένα είδος Μπόνι και Κλάιντ, οι αναφορές που λέγαμε δεν σταματιούν. Ο "Μάγος του Οζ" είναι πανταχού παρόν, αφού οι δύο ήρωες μιλάν συνέχεια γι' αυτόν. Αλλά παρόν είναι και το ροκ και ο Έλβις Πρίσλεϊ, και το φιδίσιο σακάκι του Σέιλορ, που είναι αυτό που φορούσε ο Μάρλον Μπράντο στο "Fugitive Kid", και το κλασικό road movie με το αχανές αμερικάνικο τοπίο, τους δίχως τέλος δρόμους, και τα μεγάλα αμερικάνικα αυτοκίνητα, και τα μοτέλ στη μέση του πουθενά, και η ηλιόλουστη Καλιφορνια που αποτελεί τον τελικό στόχο για όλους, και οι γκάγκστερς, και το αμερικάνιο κιτς που περιβάλλει την μανιακή μάνα... Όλα βρίσκονται εδώ. Αλλά, το είπαμε. Ανεστραμένα. Παρανοϊκά. Σκοτεινά, τρομακτικά ενίοτε. Δίχως καμιά λογική.
Απολαυστικό και σοκαριστικό μερικές φορές, κωμικό και αιματοβαμένο ταυτόχρονα, παρανοϊκό και βαθιά ρομαντικό, το "Wild at Heart" αποτελεί νομίζω χαρακτηριστικότατη ταινία της "διεστραμένης" λυντσεϊκής ματιάς. Όχι, η Αμερική δεν είναι ακριβώς αυτό που έχουμε συνηθίσει από το Χόλιγουντ...

Σάββατο, Νοεμβρίου 16, 2013

Η ADELE ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟ ΠΑΘΟΣ

Έχουν γραφεί πολλά για τη "Ζωή της Αντέλ", την τολμηρή ταινία που γύρισε το 2013 ο πολύ καλός γαλλοτυνήσιος Abdellatif Kechiche, που παλιότερα είχε κάνει τα πολύ ενδιαφέροντα "Κους κους με Ψάρι" και "Μαύρη Αφροδίτη". Επειδή, φυσικά, αναφέρεται σε έναν παθιασμένο λεσβιακό έρωτα και, κυρίως, επειδή περιέχει δύο πολύ τολμηρές ερωτικές σκηνές. Βέβαια, θα πω εγώ, δύο σκηνές δεν είναι τίποτα μπροστά σε μια τρίωρη ταινία. Θα επανέλθω όμως σ' αυτό.
Η ιστορία είναι απλή. Η 15χρονη μαθήτρια Αντέλ νοιώθει ότι κάτι δεν την ικανοποιεί στις ερωτικές σχέσεις με συμμαθητές της. Όταν γνωρίζει την Εμά, μια φοιτήτρια της Καλών Τεχνών και δηλωμένη λεσβία, την ερωτεύεται κεραυνοβόλα και εκείνη δέχεται τον έρωτά της. Η υπόλοιπη ταινία περιγράφει τη ζωή της Αντέλ τα επόμενα χρόνια (αποφοίτηση, επαγγελματική ζωή και καθημερινότητα) με βασικό άξονα βεβαίως τη σχέση της με την Εμά.
Ο Κεσίς βέβαια είναι από τους δημιουργούς που υπηρετούν έναν απόλυτο ρεαλισμό. Οι ταινίες του δίνουν βάρος και στην πιο μικρή λεπτομέρεια και τελικά το αποτέλεσμα είναι μια απόλυτα πιστή αναπαράσταση αληθινών καταστάσεων. Στην "Αντέλ" οδηγεί το στιλ αυτό στην τελειότητα. Οι σκηνές είναι συνήθως μακρές, οι λεπτομέρειες της καθημερινότητας προσεγμένες στο έπακρο, οι ερμηνείες σωματικές, άμεσες. Γι' αυτό ακριβώς βρίσκω τις μακρές και ασυνήθιστα ρεαλιστικές για mainstream σινεμά ερωτικές σκηνές εναρμονισμένες με το όλο κλίμα του φιλμ. Όπως ακριβώς μια σκηνή πάρτι, μια σκηνή κλάματος, ένας καβγάς, κρατάνε σε μάκρος, στη φυσική τους σχεδόν διάρκεια, το ίδιο γίνεται και με το σεξ. Ταυτόχρονα ο Κεσίς μελετά τη σχέση αυτού που θεωρείται "απαγορευμένο" με το ανθρώπινο ένστικτο, το οποίο συχνά αντιδρά και πάει κόντρα στα "επιτρεπτά". Έτσι η απόλαυση της ζωής μπορεί κάλλιστα να εναντιώνεται στα κάθε λογής "πρέπει". Και είναι συχνά, όπως προανέφερα, ενστικτώδης, δεν αφήνει δηλαδή πολλά περιθώρια αντίστασης. Γι' αυτό άλλωστε τονίζεται το "κεραυνοβόλο" της έλξης των δύο κοριτσιών. Ετσι δείχνεται επίσης κάτι που όλοι ξέρουμε στο βάθος του μυαλού μας. αλλά συχνά δεν το σκεφτόμαστε: Ότι οι νόμοι του ανθρώπινου πόθου και της της ερωτικής επιθυμίας είναι ανεξέλεγκτοι και άναρχοι - άσχετα αν κάποιος θα "υποκύψει" σ' αυτούς ή θα επιλέξει μια επώδυνη εγκράτεια. Επίσης οι ταξικές διαφορές, στα γούστα, στην αντιμετώπιση της ερωτικής επιθυμίας, στην επαγγελματική ενασχόληση κλπ. υπογραμμίζονται διακριτικά και δείχνουν πώς το οικονομικό / ταξικό στοιχείο καθορίζει εν πολλοίς τον ανθρώπινο χαρακτήρα (η Αντέλ κατάγεται από λαϊκή οικογένεια, η Εμά από πιο πλούσια).
Θα παρατηρήσω επίσης κάτι πολύ σημαντικό για μένα: Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, δεν πρόκειται για μια gay ταινία. Τι εννοώ μ' αυτό; Προφανώς στο επίκεντρο βρίσκεται ένα ομοφυλόφιλο ζεύγος, κάντε όμως ένα πείραμα: Βάλτε στη θέση των δύο πρωταγωνιστριών ένα "κανονικό", ετεροφυλόφιλο ζεύγος. Θα δείτε έκπληκτοι ότι σχεδόν τίποτα στην ιστορία δεν θα αλλάξει κατά βάθος, αν εξαιρέσει κανείς δύο σκηνές στην αρχή, εκεί που οι συμμαθήτριες επιτίθενται λεκτικά στην Αντέλ, φωνάζοντάς τη "λεσβία" κι εκεί που δεν αποκαλύπτει στους γονείς τη σχέση της με την Εμά, λέγοντας ότι είναι τάχα απλή φίλη. Σε όλο το υπόλοιπο φιλμ (3ωρο, υπενθυμίζω) τα πάντα είναι φυσιολογικά, συμβαίνει ό,τι ακριβώς μπορεί να συμβεί σε ένα "κανονικο" ζευγάρι. Δεν βασίζεται σε κάποια απαγόρευση, στο φόβο της αποκάλυψης (όπως για παράδειγμα συνέβαινε στο "Broadback Mountain") ή σε κάτι παρόμοιο. Αυτή ακριβώς η αντιμετώπιση του όποιου ερωτικού πόθου ως κάτι απόλυτα κανονικό είναι που δίνει στην ταινία μια επιπλέον αξία.
Φυσικά θα επισημάνω κι εγώ την εξαιρετική ερμηνεία και των δύο κοριτσιών και κυρίως της εκπληκτικής Αντέλ Εξαρχόπουλος - από τις καλύτερες γυναικείες ερμηνείες των πολλών τελευταίων ετών - και στο ότι προσωπικά η μεγάλη διάρκεια δεν με κούρασε. Δεν ξέρω αν συμφωνώ με τα 5 (!) αστεράκια που της έδωσαν αρκετοί κριτικοί, αλλά σίγουρα νομίζω ότι πρόκειται για πολύ σημαντική ταινία.
ΥΓ: Η ταινία βασίζεται σε ένα γαλλικό κόμικς της Ζιλί Μαρό.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 15, 2013

O DON JON ΚΑΙ Η ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ



O Joseph Gordon-Levitt είναι γνωστός νέος ηθοποιός. Το 2013 όμως περνά πίσω από την κάμερα γυρίζοντας το «Don Jon”, λογοπαίγνιο βεβαίως με το «Δον Ζουάν» (το οποίο είναι και ο ελληνικός τίτλος του φιλμ).
Πρόκειται για μια αισθηματική κομεντί… με αρκετές ιδιαιτερότητες όμως. Ο ήρωας, που ερμηνεύεται από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, είναι πιτσιρικάς, ανώριμος, όχι ιδιαίτερα διανοούμενος… αυτό που λέμε ένα «λαϊκό παιδί». Πηγαίνει σε νυχτερινή τεχνική σχολή, αλλά το πάθος του είναι άλλο: Οι γυναίκες. Είναι άσσος στο να δημιουργεί σχέσεις της μιας νύχτας (άντε της μιας βδομάδας), ψαρεύοντας κοπέλες από τα κλαμπ. Και τα καταφέρνει μια χαρά. Έχει και δύο κολλητούς παρομοίων επιδόσεων, και το θέμα συζήτησής τους βέβαια είναι μόνο αυτό. Ναι, αλλά το αληθινό πάθος του, παρά τα φαινόμενα, δεν είναι ακριβώς οι γυναίκες – ή, τέλος πάντων, οι αληθινές γυναίκες. Είναι το ιντερνετικό πορνό! Αυνανίζεται πολλές φορές κάθε μέρα, κι αυτό ανεξάρτητα με το αν κάνει αληθινό έρωτα (την ίδια μέρα) ή όχι. Φτάνει μάλιστα σε σημείο να ανοίγει κρυφά το κομπιούτερ του ψάχνοντας για τσόντες μόλις αποκοιμηθεί η περιστασιακή σύντροφός του, με την οποία μόλις το έκανε! Μέχρι που γνωρίζει τη σούπερ γκόμενα Σκάρλετ Γιόχανσον και για πρώτη φορά στη ζωή του ερωτεύεται. Και πάλι όμως τα πράγματα δεν θα εξελιχτούν όπως τα περιμένετε.
Η ταινία διαθέτει αρκετή σεναριακή πρωτοτυπία για κομεντί. Για πρώτη φορά είδα μια μελέτη – ανάλαφρη έστω – για τον εθισμό στο πορνό. Και για πρώτη φορά άκουσα και μια ανάλυση (δια στόματος του ήρωα) για την ανωτερότητα του πορνό σε σχέση με το αληθινό σεξ. Σημειωτέον μάλιστα ότι οίδιος δεν έχει κανένα πρόβλημα να μιλά για το αληθινό του πάθος με τους φίλους του. Το πράγμα λοιπόν έχει αρκετό ενδιαφέρον, όταν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι η σχέση με την φοβερή Σκάρλετ δεν εξελίσσεται καθόλου όπως φαντάζεστε και υπάρχει και εκεί ανατροπή. Ωστόσο, παρά την πρωτοτυπία της, η ταινία δεν μου άρεσε και τόσο. Βλέπετε, παρά τα όσα σας είπα, βρήκα τελικά την κατάληξη κάπως «ξενέρωτη», αναμενόμενη. Μα καλά, θα μου πείτε, μόλις τώρα δεν σας μίλησα για την πρωτοτυπία της; Είναι παράξενο, αλλά η αναμενόμενη κατάληξη, η κοινοτοπία, εντοπίζεται στο ηθικό επίπεδο, όχι στο σεναριακό. Τελικά φεύγοντας είπα: «ΟΚ, για μία ακόμα φορά όλα πήγαν μια χαρά». Έστω και με όχι αναμενόμενο τρόπο. Κοινώς η ιδέα υπάρχει, αλλά ο Gordon-Levitt δεν την οδήγησε σε άκρα ή σε πραγματικά ανατρεπτικές λύσεις. Κατά βάθος λοιπον βρήκα το φιλμ συντηρητικό. Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι δεν απογειώνεται – κατά τη γνώμη μου – ούτε σε χιουμοριστικό επίπεδο… Χμμμ…
Σίγουρα πάντως δεν το απορρίπτω εντελώς. Αξίζει για τις πρωτότυπες, φρέσκιες ιδέες που προανέφερα και για το ότι δεν το γυρίζει εντελώς στο ξενέρωτο ή τη φαρσοκωμωδία. Και, στο κάτω – κάτω, είναι η πρώτη (mainstream τουλάχιστον) ταινία που μιλά πολύ για ένα μάλλον απαγορευμένο θέμα: Τον απόλυτο εθισμό στην πορνογραφία.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 11, 2013

ΤΟ ΑΝΑΛΑΦΡΟ "ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΓΕΦΥΡΑΣ" ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΙ

Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω με λίδες λέξεις τον Patrice Leconte θα διάλεγα τις λέξεις "γλυκός", "ανάλαφρος", "χαριτωμένος". Και σχεδόν πάντοτε με χιούμορ, φυσικά. Όλα αυτά υπάρχουν σε υπέρτατο βαθμό στο "Κορίτσι της Γέφυρας" (Le Fille Sur le Ponte) του 1999. Πλην όμως, φοβάμαι ότι υπάρχουν μόνο αυτά και τίποτα άλλο. Και είναι κακό αυτό; θα μου πείτε. Όχι ακριβώς. Αν όμως σε ένα φιλμ υπάρχει τόσο έκδηλη προσπάθεια να είναι μόνο αυτό, αν δηλαδή μιλάμε για μια ταινία παντελώς κενή περιεχομένου, ε, τότε έχω κάποιες αντιρρήσεις.
Η Βανέσα Παραντί (εκθαμβωτική εδώ) είναι μια αφελής κοπέλα, που παρασύρεται πολύ εύκολα από τους άντρες, οι οποίοι μετά την παρατάνε. Ενώ λοιπόν ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει πηδώντας από μια γέφυρα, σώζεται την τελευταία στιγμή από έναν μεσήλικα άντρα που τυχαίνει να βρίσκεται εκεί. Αυτός αποδεικνύεαται ότι είναι ζογκλέρ, απ' αυτούς που δουλεύουν σε τσίρκο και πετάνε μαχαίρια σε μια δεμένη κοπέλα. Φυσικά εκείνη θα δεχτεί να εξασκήσει το επικίνδυνο αυτό σπορ και θα γίνουν πετυχημένο ζευγάρι επί σκηνής, στη ζωή όμως τα πράγματα θα παραμείνουν σε μια σχέση συμπάθειας και μέχρις εκεί. Κάμποσα άλλα θα συμβούν  (η κοπέλα είναι πάντοτε επιρρεπής στους άντρες) μέχρι το λίγο-πολύ-όπως-το-περιμένουμε φινάλε.
Η ταινία βλέπεται ευχάριστα, διαθέτει όμορφη, ασπρόμαυρη φωτογραφία και μια ακόμα πιο όμορφη Παραντί... και τίποτα άλλο. Νομίζω ότι εδώ ο Λεκόντ τραβά το χαριτωμένο στιλ του στα άκρα. Παύει να ενδιαφέρεται για οποιαδήποτε μορφή αληθοφάνειας, δίχως όμως να γίνεται σουρεαλιστικός ή να μπαίνει στο χώρο του φανταστικού. Παύει να ενδιαφέρεται για οποιοδήποτε "περιεχόμενο" και παραμένει σε μια ευχάριστη και καλογυαλισμένη επιφάνεια ή/και στην προσπάθεια δημιουργίας στιλ (η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι νομίζω βασικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση). Παύει να ενδιαφέρεται για οποιοδήποτε βαθύτερο ψάξιμο χαρακτήρων ή τόπων και γίνεται απλώς καρτποσταλικός (οι σκηνές στην Ιταλία, την Αθήνα - ναι, φαίνεται η Ακρόπολη - και στην Κωνσταντινούπολη είναι χαρακτηριστικά στερεοτυπικές και τουριστικές). Και στο τέλος σκάει απο το πουθενά κι ένας πέρα για πέρα "από μηχανής θεός" και όλα βαίνουν καλώς.
Ναι, φαντάζομαι ότι όλα αυτά γίνονται εν γνώσει του. Ότι ήθελε να φτιάξει κάτι που να είναι το άκρον άωτον του ανάλαφρου και του χαριτωμένου. Ωστοσο κατά τη γνώμη μου το παράκανε. Και, ναι, το είδα ευχάριστα, αλλά μέχρις εκεί. Απολύτως τίποτα άλλο. Επιτρέψτε μου να προτιμώ σαφώς αρκετές άλλες ταινίες του (από τον "Εραστή της Κομώτριας" και τους ξεκαρδιστικούς "Αρχιδούκες" μέχρι τον "Άνθρωπο του Τρένου" και το "Tango")

Κυριακή, Νοεμβρίου 10, 2013

Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΕΡΕΖ ΝΤΕΚΕΡΟΥ

Η "Therese Desqueyroux" ήταν αρχικά μυθιστόρημα του Φρανσουά Μοριάκ. Το 1962 ο πολύ ενδιαφέρων γάλλος δημιουργός Georges Franju (1912-1987) το μεταφέρει στην οθόνη με εξαιρετικό κατά τη γνώμη μου τρόπο. Στον ομώνυμο ρόλο η πολύ καλή Εμανουέλ Ριβά, νέα τότε και όμορφη, η ίδια Ριβά που απολαύσαμε, ηλικιωμένη πλέον, στην "Αγάπη" του Χάνεκε.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας ζωντανής, ανήσυχης και σκεπτόμενης κοπέλας από τη γαλική επαρχία. Οι γονείς της αποφασίζουν να την παντρέψουν για περιουσιακούς λόγους με τον αδιάφορο και βαρετό Μπερνάρ και η ζωή της θα γίνει ασφυκτική. Ώσπου εκείνη, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ελευθερωθεί, αποφασίζει να τον δηλητηριάσει. Αποτυγχάνει όμως, και ο σύζυγος αρνείται να την μηνύσει για να μην προκληθεί σκάνδαλο. Αποφασίζει όμως να την φυλακίσει στο σπίτι... Από την αρχή ξέρουμε για την απόπειρα της Τερέζ και την "σικέ" αθώωσή της από το δικαστήριο. Το πώς έφτασε ως εκεί το βλέπουμε σε φλας - μπακ, ενώ το από εδώ και πέρα απασχολεί το δεύτερο μισό του φιλμ.
Βρήκα την ταινία εξαιρετική. Νομίζω ότι σπάνια ο κινηματογράφος έχει αποτυπώσει με τόσο δυνατό τρόπο την μιζέρια και την πλήξη της επαρχίας, την υποκρισία της, τον υπέρτατο φόβο των επιφανών μελών της για το "τι θα πουν οι άλλοι". Συγχρόνως καταφέρνει με εξ ίσου θαυμάσιο τρόπο να φτιάξει το πορτρέτο της γεμάτης ζωή και ενδιαφέροντα κοπέλας, που θα "θαφτεί" στη μουντή και πνιγηρή ατμόσφαιρα του σπιτιού, των συγγενών, του χωριού. Στη συνέχει θα αποτυπώσει εξ ίσου σπαρακτικά την πορεία τής κάποτε τόσο φρέσκιας και ευαίσθητης ηρωίδας προς την αυτοκαταστροφή. Επίσης το θέμα του εγκλεισμού, της φυλάκισης, που φαίνεται να απασχολεί τον Φρανζύ και σε άλλα φιλμ του, εξετάζεται εδώ με τρόπο ανατριχιαστικό, όπως - κάπως στο περιθώριο - περνά και το θέμα της κάθε άλλο παρά αδέκαστης δικαιοσύνης.
Η ταινία, με την ασπρόμαυρη φωτογραφία της και την έντονη αντίθεση της φύσης, της εξοχής που το περιβάλλουν με την ασφυκτική ατμόσφαιρα του σπιτιού, κατάφερε να με παρασύρει. Κατάφερε να με κάνει να νοιώσω τα αδιέξοδα της ηρωίδας, ακόμα και την απελπισμένη, άδικη ίσως, απόφαση να σκοτώσει τον άντρα της (ο οποίος, σημειωτέον, δεν είναι ακριβώς "κακός". Είναι απλώς απόλυτα κομφορμιστής και συντηρητικός και, πάνω απ' όλα, αδυνατεί πραγματικά, ακόμα κι αν το προσπαθεί κάποιες στιγμές, να κατανοήσει το δράμα της γυναίκας του). Στην ταινία τέλος ενυπάρχουν και κάποιες νύξεις για έναν πρώιμο λεσβιακό - πλατωνικό πάντως - έρωτα της ηρωίδας προς μια αγαπημένη της φίλη, η οποία μάλιστα ζει για παρόμοιους λόγους με την πρωταγωνίστρια το δικό της δράμα.
Βρήκα την ταινία εξαιρετική, παρά τους αργούς ρυθμούς - τόσο ταιριαστούς ωστόσο στο κλίμα της. Τη θεωρώ μάλιστα ένα από τα σχετικά άγνωστα αριστουργήματα του κινηματογράφου.