Ως γνωστόν ο μεγάλος Luis Bunuel (1900-1983) πέρασε μια μακρά και δημιουργική για το έργο του περίοδο στο Μεξικό. Εκεί γύρισε μερικές από τις καλύτερες ταινίες του. Από τις πρώτες τής περιόδου αυτής, του 1950 συγκεκριμένα, είναι το "Los Olvidados" ("Οι Ξεχασμένοι"). Εδώ θα γνωρίσετε ένα διαφορετικό Μπουνουέλ. Ο σαρκασμός, το μαύρο χιούμορ και ο σουρεαλισμός δεν είναι κυρίαρχα στοιχεία. Το φιλμ είναι απόλυτα ρεαλιστικό, στα χνάρια του νεορεαλισμού θα λέγαμε. Με τις μπουνουελικές ιδιομορφίες βεβαίως.
Η ταινία παρακολουθεί τις ιστορίες μιας παρέας πάμφτωχων παιδιών που ζουν ουσιαστικά στο δρόμο στα προαστεια της Πόλης του Μεξικό. Κάποιοι έχουν γονείς (ίσως μια μάνα μόνο ή έναν αλκοολικό πατέρα), αλλά το σπίτι τους είναι ουσιαστικά ο δρόμος. Κάτω από τις συμβουλές ενός αδίστακτου νεαρού εγκληματία, φυγάδα από το αναμορφωτήριο, θα γίνουν συμμορία με απρόβλεπτα και τραγικά αποτελέσματα.
Το μήνυμα του Bunuel είναι από την πρώτη στιγμή σαφές, καθώς το φιλμ ξεκινά με ένα πολιτικό λογύδριο που μιλά για την ευθύνη της κοινωνίας για καταστάσεις σαν αυτές που θα δούμε. Όλες οι πράξεις, και οι εγκληματικές ακόμα, βρίσκουν την εξήγησή τους κάτω απ' αυτό το πρίσμα: Το παιδί που θέλει να είναι καλό, αλλά οι αδυσώπητες συνθήκες του το απαγορεύουν, ο τυφλός με την αμφίβολη ηθική, ακόμα και ο "κακός" της ταινίας, που θα βρει ένα είδος δικαίωσης στο πολύ δυνατό φινάλε. Μάλλον η λέξη "δικαίωση" δεν είναι σωστή. Αιτιολόγηση, θα έπρεπε μάλλον να πούμε, εξήγηση της βάναυσης συμπεριφοράς του, κατανόηση από το θεατή του γιατί συμβαίνουν όλα αυτά. Με λίγα λόγια, λέει ο σοφός δημιουργός, όταν γεννηθείς και μεγαλώσεις κάτω από τέτοιες συνθήκες, είναι απόλυτα αναμενόμενο και φυσιολογικό να είσαι "κακός".
Ασπρόμαυρη φωτογραφία, δυνατές εικόνες ακραίας φτώχιας και ανέχειας, ένα πνιγηρό, βρώμικο περιβάλλον να κυριαρχεί πάνω στους ανθρώπους που γεννιούνται και μεγαλώνουν μέσα του δίχως την παραμικρή ελπίδα διαφυγής, μερικές συνταραχτικές στιγμές, συνθέτουν μια από τις λιγότερο αναγνωρίσιμες, πλην όμως από τις πιο συγκλονιστικές ταινίες του σκηνοθέτη. Και ο αγαπητός στον Bunuel σουρεαλισμός, το σήμα κατατεθέν του; Κι όμως, υπάρχει κι αυτός ανάμεσα στη ζοφερή πραγματικότητα που περιγράφεται. Κρύβεται στην εκπληκτική σκηνή του ονείρου του μικρού, που αγγίζει τα όρια του τρόμου ή σε μερικές απροσδόκητες εικόνες που εμφανίζονται ξαφνικά στην οθόνη - ενταγμένες πάντως στην ιστορία και την αφήγηση.
Δριμύτατα κριτικοί κοινωνικά, έντονα πολιτικοί με την ευρεία έννοια του όρου, οι "Ξεχασμένοι", αν και κυρίως ρεαλιστικό φιλμ, παραμένουν από τα συγκλονιστικότερα του μεγάλου δημιουργού. Είναι ίσως μια από τις πρώτες φορές που το σινεμά μιλά - και μάλιστα τόσο ωμά και απροκάλυπτα - για την παιδική εγκληματικότητα και για τις συνθήκες εξαθλίωσης που ισχύουν στις παρυφές των μεγάλων πόλεων. Σίγουρα έχει επηρεάσει όσο λίγα φιλμ τις μετέπειτα προσπάθειες ενασχόλησης με τέτοια θέματα. Και, νομίζω, αν και πρώτο (ή από τα πρώτα), είναι και από τα καλύτερα και δυνατότερα σ' αυτό το θέμα.
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 24, 2013
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 23, 2013
ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ - ΜΗΧΑΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΕΡΑΤΑ ΤΟΥ PACIFIC RIM
Ως γνωστόν ο μεξικανός Guillermo Del Toro – που πάντοτε κινείται στο χώρο του φανταστικού -
έχει δύο πρόσωπα: Το «δικό του», με πολύ προσωπικές ταινίες, όπως «Η
Ραχοκοκαλιά του Διαβόλου», «Ο Λαβύρινθος του Πάνα» κλπ. και το χολιγουντιανό.
Όταν πάει εκεί γυρίζει διάφορες υπερπαραγωγές τίγκα στα εφέ και συμβάλλει όσο
μπορεί για τη δημιουργία ενός ακόμα blogbuster.
Τουλάχιστον στα δύο “Hell
Boy” υπήρχε σεναριακή πρωτοτυπία με έναν σίγουρα ασυνήθιστο
ήρωα και τα βρήκα διασκεδαστικά. Αντίθετα φοβάμαι ότι στο «Pacific Rim” του
2013 κάθε πρωτοτυπία πάει περίπατο.
Ο Del Toro συλλαμβάνει
έναν κόσμο επιστημονικής φαντασίας βασισμένο κυρίως σε γιαπωνέζικες ιδέες: Λίγο
στον Γκοτζίλα, κυρίως όμως τα πολλά anime όπου άνθρωποι «ενώνονται» με
γιγαντιαίες ανθρωπόμορφες μηχανές φτιάχνοντας κάτι σαν cyborg και τις πιλοτάρουν για να αντιμετωπίσουν εξ ίσου
γιγάντιες απειλές. Εδώ οι απειλές είναι κολοσσιαία και εφιαλτικά τέρατα που
ξεπηδούν από το ρήγμα του Ειρηνικού και καταστρέφουν οτιδήποτε ανθρώπινο στο
διάβα τους. Σαν άμυνα οι άνθρωποι θα κατασκευάσουν ίσου μεγέθους μηχανικούς
γίγαντες, οι οποίοι πιλοτάρονται από τολμηρούς ανθρώπους - πιλότους που ενώνουν
τον εγκέφαλό τους μ’ αυτές και με τον τρόπο αυτόν τις κατευθύνουν. Έτσι
μονομαχούν ατελείωτα με τα τέρατα που εμφανίζονται όλο και συχνότερα και… αυτό
είναι η ταινία. Η οποία, δυστυχώς, εκτός από τις εμπνεύσεις που προανέφερα,
χρωστά πολλά και στους Transformers.
Το πρόβλημά μου δεν βρίσκεται μόνο η ασταμάτητη
βαβούρα, τις διαρκείς μονομαχίες μηχανών – τεράτων, το χορταστικό μεν αλλά και
κουραστικό από ένα σημείο και μετά θέαμα. Βρίσκεται κυρίως στην παντελή έλλειψη
πρωτοτυπίας του όλου εγχειρήματος. Οι χαρακτήρες είναι εντελώς μονοδιάστατοι,
το μείγμα άκρατου ηρωισμού και κάποιων χιουμοριστικών πινελιών χιλιοειδωμένο,
το τέλος κάτι παραπάνω από προβλέψιμο (σε βαθμό κακουργήματος), τα κάθε είδους
κλισέ αναρίθμητα. Δεν ξέρω ποιο απ’ όλα να πρωτοθυμηθώ. Έτσι λοιπόν απομένουν
τα εντυπωσιακά εφέ (με τα οποία πάντως μπούχτισα, καθώς, εκτός των άλλων, είναι
και λίγο – πολύ επαναλαμβανόμενα) και η γνωστή σκηνοθετική ικανότητα του Del Toro.
Φοβάμαι όμως, όπως πολύ συχνά έχω γράψει σ’ αυτό το blog, ότι αυτά δεν αρκούν σε καμία περίπτωση για να
κάνουν μια καλή ταινία.
Αγαπώ τον «προσωπικό» Del Toro. Τον αγαπώ
όμως πολύ λιγότερο όταν κάνει τις συχνές του βόλτες στο Χόλιγουντ. Μερικές
φορές έως και καθόλου. Όταν, όπως εδώ κατά τη γνώμη μου, γίνεται εντελώς
ανέμπνευστος.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 20, 2013
Ο ΔΑΝΤΗΣ ΩΣ... VIDEOGAME
Τι άλλο θα δούμε ακόμα; Εν έτει 2010 γυρίζεται σε animation η Κόλαση του Δάντη σε μια αμερικανο - κορεατο - ιαπωνική παραγωγή. Τίτλος του ανεκδιήγητου αυτού επιχειρήματος "Dante's Inferno. An Animated Epic" και σκηνοθέτες πολλοί (Victor Cook, Mike Disa, Sang-Jim Kim και άλλοι τρεις). Γιατί τόσοι; Μα διότι ο καθένας τους ανέλαβε να γυρίσει και από έναν Κύκλο της Κόλασης!
Δεν ξέρω από πού να πρωτοαρχίσω: Το εγχείρημα βασίζεται - ούτε λίγο ούτε πολύ - σε προϋπάρχον... βιντεογκέιμ με το ίδιο θέμα (!). Το χειρότερο είναι ότι αυτό φαίνεται εξώφθαλμα: Ο Δάντης, με τη συνοδεία του ποιητή Βιργίλιου φυσικά, περνά από κάθε Κύκλο, καθαρίζει μερικά τέρατα ή/και κολασμένους που βασανίζονται σ' αυτόν και συνεχίζει νικητής στον επόμενο (ίσως και με extra bonus, σκέφτομαι). Θυμίζω ότι οι 7 Κύκλοι της Κόλασης στη Θεία Κωμωδία είναι επάλληλλες ζώνες σε κάθε μια από τις οποίες βασανίζονται κολασμένοι που υπέπεσαν σε κάθε ένα από τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα (λαγνεία, βλασφημία, οργή κλπ.). Έτσι εδώ ο κάθε Κύκλος λειτουργεί ως πίστα του videogame (!!).
Όσο για τον ίδιο το Δάντη... αφείστε να πάνε. Εδώ μεταμορφώνεται σε βίαιο, μπρατσαρά ιππότη, ο οποίος έχει πάρει μέρος σε Σταυροφορία και έχει επιστρέψει από τους Άγιους Τόπους για να βρει την αγαπημένη του Βεατρίκη σφαγμένη. Έτσι πάει στην Κόλαση να την φέραι πίσω, παίζει ξύλο με διάφορα όντα και περνά πίστες μέχρι να φτάσει στον ίδιο το Σατανά. Στο μεταξύ, όπως αποκαλύπτεται βαθμιαία, ο ίδιος κατά τη διάρκεια της Σταυροφορίας έχει υποπέσει σε όλα σχεδόν τα αμαρτήματα που αντικρίζει στην Κόλαση: Έχει σφάξει αθώους, έχει βιάσει, έχει απατήσει πάμπολλες φορές την αγαπημένη του, παρά τις υποσχέσεις που της έδωσε φεύγοντας... Με λίγα λόγια μεγαλύτερο κάθαρμα από αυτόν δεν έχουμε δει. Επειδή όμως η αγάπη του κατά βάθος είναι αγνή και επειδή μετανοιώνει τόσο πικρά, του δίνεται η δυνατότητα - αν είναι και καλός πολεμιστής βέβαια - να καθαρίσει τη μισή Κόλαση και να τη φέρει πίσω. Τόσο καλά!
Στο μεταξύ και σεναριακά το φιλμ δεν παρουσιάζει το παραμικρό ενδιαφέρον. Ο σούπερ - ήρωας Δάντης μπαίνει σε κάθε νέο Κύκλο όπου κάτι θα του την πέσει, αυτός μετά από μάχη θα το/τα σκοτώσει και θα περάσει στον επόμενο. Και δεν φτάνει η διαρκής επανάληψη αυτού του μοτίβου που κάνει τα πράγματα τόσο βαρετά, είναι και η σιγουριά ότι, προφανώς, θα νικήσει για να πάει παρακάτω, οπότε δεν υπάρχει το παραμικρό σασπένς. Απώς περίμενα να καθαρίσει από τον κάθε Κύκλο μέχρι να πάει στο Διάολο (κυριολεκτικά) και να ησυχάσουμε. Αφείστε που στο διάβα του έχει εξοντώσει όλα τα μυθικά τέρατα / όντα που κατοικούν ή φυλάνε κάθε Κύκλο (τον Χάροντα με την κλασική βάρκα, τον Κέρβερο, τον Μίνωα που αποφασίζει σε ποιον Κύκλο θα πάει κάθε αμαρτωλός κλπ.), οπότε δικαίως αναρωτιέσαι: Καλά, μετά από το φονικό πέρασμα του Σούπερ Δάντη δεν θα υπάρχει πια Κόλαση; Θα την έχει καταργήσει;
Το σχέδιο είναι μάλλον κλασικό, δίχως εκπλήξεις, και περιορίζεται στο να ακονίσει λίγο την περιέργειά μας για το πώς θα έχουν απεικονίσει οι σχεδιαστές τον επόμενο Κύκλο ή το επόμενο τέρας. Αυτό είναι όλο.
Καταλαβαίνετε ότι πρόκειται για ένα από τα χειρότερα πράγματα που έχω δει τον πολύ τελευταίο καιρό. Και μη χειρότερα...
Δεν ξέρω από πού να πρωτοαρχίσω: Το εγχείρημα βασίζεται - ούτε λίγο ούτε πολύ - σε προϋπάρχον... βιντεογκέιμ με το ίδιο θέμα (!). Το χειρότερο είναι ότι αυτό φαίνεται εξώφθαλμα: Ο Δάντης, με τη συνοδεία του ποιητή Βιργίλιου φυσικά, περνά από κάθε Κύκλο, καθαρίζει μερικά τέρατα ή/και κολασμένους που βασανίζονται σ' αυτόν και συνεχίζει νικητής στον επόμενο (ίσως και με extra bonus, σκέφτομαι). Θυμίζω ότι οι 7 Κύκλοι της Κόλασης στη Θεία Κωμωδία είναι επάλληλλες ζώνες σε κάθε μια από τις οποίες βασανίζονται κολασμένοι που υπέπεσαν σε κάθε ένα από τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα (λαγνεία, βλασφημία, οργή κλπ.). Έτσι εδώ ο κάθε Κύκλος λειτουργεί ως πίστα του videogame (!!).
Όσο για τον ίδιο το Δάντη... αφείστε να πάνε. Εδώ μεταμορφώνεται σε βίαιο, μπρατσαρά ιππότη, ο οποίος έχει πάρει μέρος σε Σταυροφορία και έχει επιστρέψει από τους Άγιους Τόπους για να βρει την αγαπημένη του Βεατρίκη σφαγμένη. Έτσι πάει στην Κόλαση να την φέραι πίσω, παίζει ξύλο με διάφορα όντα και περνά πίστες μέχρι να φτάσει στον ίδιο το Σατανά. Στο μεταξύ, όπως αποκαλύπτεται βαθμιαία, ο ίδιος κατά τη διάρκεια της Σταυροφορίας έχει υποπέσει σε όλα σχεδόν τα αμαρτήματα που αντικρίζει στην Κόλαση: Έχει σφάξει αθώους, έχει βιάσει, έχει απατήσει πάμπολλες φορές την αγαπημένη του, παρά τις υποσχέσεις που της έδωσε φεύγοντας... Με λίγα λόγια μεγαλύτερο κάθαρμα από αυτόν δεν έχουμε δει. Επειδή όμως η αγάπη του κατά βάθος είναι αγνή και επειδή μετανοιώνει τόσο πικρά, του δίνεται η δυνατότητα - αν είναι και καλός πολεμιστής βέβαια - να καθαρίσει τη μισή Κόλαση και να τη φέρει πίσω. Τόσο καλά!
Στο μεταξύ και σεναριακά το φιλμ δεν παρουσιάζει το παραμικρό ενδιαφέρον. Ο σούπερ - ήρωας Δάντης μπαίνει σε κάθε νέο Κύκλο όπου κάτι θα του την πέσει, αυτός μετά από μάχη θα το/τα σκοτώσει και θα περάσει στον επόμενο. Και δεν φτάνει η διαρκής επανάληψη αυτού του μοτίβου που κάνει τα πράγματα τόσο βαρετά, είναι και η σιγουριά ότι, προφανώς, θα νικήσει για να πάει παρακάτω, οπότε δεν υπάρχει το παραμικρό σασπένς. Απώς περίμενα να καθαρίσει από τον κάθε Κύκλο μέχρι να πάει στο Διάολο (κυριολεκτικά) και να ησυχάσουμε. Αφείστε που στο διάβα του έχει εξοντώσει όλα τα μυθικά τέρατα / όντα που κατοικούν ή φυλάνε κάθε Κύκλο (τον Χάροντα με την κλασική βάρκα, τον Κέρβερο, τον Μίνωα που αποφασίζει σε ποιον Κύκλο θα πάει κάθε αμαρτωλός κλπ.), οπότε δικαίως αναρωτιέσαι: Καλά, μετά από το φονικό πέρασμα του Σούπερ Δάντη δεν θα υπάρχει πια Κόλαση; Θα την έχει καταργήσει;
Το σχέδιο είναι μάλλον κλασικό, δίχως εκπλήξεις, και περιορίζεται στο να ακονίσει λίγο την περιέργειά μας για το πώς θα έχουν απεικονίσει οι σχεδιαστές τον επόμενο Κύκλο ή το επόμενο τέρας. Αυτό είναι όλο.
Καταλαβαίνετε ότι πρόκειται για ένα από τα χειρότερα πράγματα που έχω δει τον πολύ τελευταίο καιρό. Και μη χειρότερα...
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 19, 2013
ΟΙ ΠΟΛΥΠΛΟΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΤΟΥ "ΤΕΛΕΙΟΥ ΧΤΥΠΗΜΑΤΟΣ"
Ο Giuseppe Tornatore είναι ένας βιρτουόζος σκηνοθέτης, διαθέτει εντυπωσιακή εικόνα και ενδιαφέρουσες κινηματογραφικές ιδέες, νομίζω όμως ότι πάσχει από ένα είδος φλυαρίας που κάνουν πολλά από τα φιλμ του να "ξεχειλώνουν" κάπως. Δική μου γνώμη βέβαια, και μπορείτε ελεύθερα να διαφωνήσετε. Στο "Τελευταίο Χτύπημα" πάντως (La Ultima Offerta ιταλικά) του 2013 φτιάχνει ένα εντυπωσιακό θρίλερ - αν και μάλλον στο τέλος αντιλαμβάνεσαι ότι πρόκειται για θρίλερ.
Εδώ μεταφερόμαστε στον κόσμο της τέχνης και των πανάκριβων δημοπρασιών που σχετίζονται μ' αυτήν. Ο Tornatore σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός αριστικρατικού, υποχόνδριου, βαθύτατου γνώστη της τέχνης και εξαιρετικά μοναχικού μεσήλικα (πολύ καλός όπως πάντα ο Τζέφρεϊ Ρας), που είναι αυθεντία στην αναγνώριση του γνήσιου και του πλαστού, είναι τέλειος εκτιμητής έργων τέχνης και φοβερός δημοπράτης. Στη ζωή του χωράνε τα πάντα εκτός από τον έρωτα. Ώσπου καλείται να εκτιμήσει τα πολύτιμα περιεχόμενα μιας παλιάς βίλας στη Ρώμη και γνωρίζεται (;) με τη μυστηριώδη ιδιοκτήτη της, μια γυναίκα που πάσχει από πολύ βαριά μορφή αγοραφοβίας με αποτέλεσμα να μη βγαίνει ποτέ από το σπίτι και να μην έρχεται σε άμεση επαφή ούτε καν με τον ίδιο τον εκτιμητή που η ίδια έχει προσλάβει. Ανάμεσά τους δημιουργείται μια παράξενη σχεση όπου το πραγματικό και το ψεύτικο μοιάζουν να εναλλάσσονται διαρκώς.
Τι είναι αλήθεια και τι ψέμα; Τι πραγματικότητα και τι ψευδαίσθηση; Τι είναι γνήσιο και αυθεντικό και τι απομίμηση; Αυτά και άλλα μοιάζουν να απασχολούν τον Tornatore, ο οποίος χτίζει μια πραγματικά εντυπωσιακή μπαρόκ, υποβλητική και μυστηριώδη ατμόσφαιρα που σε οδηγεί βαθιά στα άδυτα της υψηλής τέχνης, αλλά και έναν κόσμο κατοικημένο από παράδοξους χαρακτήρες. Ταυτόχρονα μας κάνει να σκεφτούμε τα ερωτήματα που προανέφερα, τονίζοντας μάλιστα ότι ακόμα και στο πλαστό υπάρχει κάπου μια αυθεντική πινελιά, μια δόση αληθινής τέχνης. Όλα λοιπόν στην εκτέλεση είναι άψογα.
Οι όποιες αντιρρήσεις μου βρίσκονται και πάλι στη φλυαρία. Δεν νομίζω ότι υπήρχε ουσιαστικός λόγος για διάρκεια 124 λεπτών. Λίγο "σφίξιμο" εμένα τουλάχιστον δεν θα με έβλαπτε καθόλου. Σημαντικότερο πρόβλημα όμως βρίσκω το σεναριακό. Οι ανατροπές του τέλους, το απροσδόκητο φινάλε, οι όποιες εξηγήσεις, δεν με έπεισαν. Δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες γιατί θα αποκαλύψω πολλά, βρίσκω όμως σεναριακά κενά και μη πειστικές λύσεις. Έτσι, έχω μια αίσθηση ότι η θριλεροειδής κατάληξη γίνεται μάλλον για εντυπωσιασμό, ενώ η περιγραφή των παράξενων χαρακτήρων και καταστάσεων και οι μεταξύ τους σχέσεις λειτουργούσαν πολύ καλύτερα. Προσωπική γνώμη πάντα, γιατί πρόκειται για πολύ καλοφτιαγμένη και εντυπωσιακή ταινία, που, παρά τις αντιρρήσεις μου, την απόλαυσα. Απλώς βρήκα κάποια πράγματα ξεκάρφωτα.
Εδώ μεταφερόμαστε στον κόσμο της τέχνης και των πανάκριβων δημοπρασιών που σχετίζονται μ' αυτήν. Ο Tornatore σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός αριστικρατικού, υποχόνδριου, βαθύτατου γνώστη της τέχνης και εξαιρετικά μοναχικού μεσήλικα (πολύ καλός όπως πάντα ο Τζέφρεϊ Ρας), που είναι αυθεντία στην αναγνώριση του γνήσιου και του πλαστού, είναι τέλειος εκτιμητής έργων τέχνης και φοβερός δημοπράτης. Στη ζωή του χωράνε τα πάντα εκτός από τον έρωτα. Ώσπου καλείται να εκτιμήσει τα πολύτιμα περιεχόμενα μιας παλιάς βίλας στη Ρώμη και γνωρίζεται (;) με τη μυστηριώδη ιδιοκτήτη της, μια γυναίκα που πάσχει από πολύ βαριά μορφή αγοραφοβίας με αποτέλεσμα να μη βγαίνει ποτέ από το σπίτι και να μην έρχεται σε άμεση επαφή ούτε καν με τον ίδιο τον εκτιμητή που η ίδια έχει προσλάβει. Ανάμεσά τους δημιουργείται μια παράξενη σχεση όπου το πραγματικό και το ψεύτικο μοιάζουν να εναλλάσσονται διαρκώς.
Τι είναι αλήθεια και τι ψέμα; Τι πραγματικότητα και τι ψευδαίσθηση; Τι είναι γνήσιο και αυθεντικό και τι απομίμηση; Αυτά και άλλα μοιάζουν να απασχολούν τον Tornatore, ο οποίος χτίζει μια πραγματικά εντυπωσιακή μπαρόκ, υποβλητική και μυστηριώδη ατμόσφαιρα που σε οδηγεί βαθιά στα άδυτα της υψηλής τέχνης, αλλά και έναν κόσμο κατοικημένο από παράδοξους χαρακτήρες. Ταυτόχρονα μας κάνει να σκεφτούμε τα ερωτήματα που προανέφερα, τονίζοντας μάλιστα ότι ακόμα και στο πλαστό υπάρχει κάπου μια αυθεντική πινελιά, μια δόση αληθινής τέχνης. Όλα λοιπόν στην εκτέλεση είναι άψογα.
Οι όποιες αντιρρήσεις μου βρίσκονται και πάλι στη φλυαρία. Δεν νομίζω ότι υπήρχε ουσιαστικός λόγος για διάρκεια 124 λεπτών. Λίγο "σφίξιμο" εμένα τουλάχιστον δεν θα με έβλαπτε καθόλου. Σημαντικότερο πρόβλημα όμως βρίσκω το σεναριακό. Οι ανατροπές του τέλους, το απροσδόκητο φινάλε, οι όποιες εξηγήσεις, δεν με έπεισαν. Δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες γιατί θα αποκαλύψω πολλά, βρίσκω όμως σεναριακά κενά και μη πειστικές λύσεις. Έτσι, έχω μια αίσθηση ότι η θριλεροειδής κατάληξη γίνεται μάλλον για εντυπωσιασμό, ενώ η περιγραφή των παράξενων χαρακτήρων και καταστάσεων και οι μεταξύ τους σχέσεις λειτουργούσαν πολύ καλύτερα. Προσωπική γνώμη πάντα, γιατί πρόκειται για πολύ καλοφτιαγμένη και εντυπωσιακή ταινία, που, παρά τις αντιρρήσεις μου, την απόλαυσα. Απλώς βρήκα κάποια πράγματα ξεκάρφωτα.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 18, 2013
H JASMINE ΠΟΥ ΚΑΤΑΡΡΕΕΙ
Με την 43η (!) ταινία του, το απίστευτο φαινόμενο παραγωγικότητας που λέγεται Woody Allen καταφέρνει να εντυπωσιάσει. Η "Blue Jasmine" του 2013 είναι νομίζω από τις καλύτερες, πρόσφατες τουλάχιστον, δημιουργίες του.
Αυτή τη φορά ο δαιμόνιος σκηνοθέτης και σεναριογράφος δεν κάνει κωμωδία. Δεν είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζεται σε κάτι μη κωμικό. Θυμίζω ότι ο Allen έχει μέχρι σήμερα φτιάξει 5-6 δραματικές ταινίες, κάποιες μάλιστα επηρεασμένες από τον αγαπημένο του Μπέργκμαν (και όχι πάντοτε με επιτυχία). Εδώ όμως πετυχαίνει διάνα - και δίχως μπεργκμανικές επιροές.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία της καταρρέουσας ψυχολογικά Τζάσμιν, που από ζάπλουτη, κακομαθημενη αριστοκράτισα της Νέας Υόρκης μένει σχεδόν άστεγη όταν αποκαλύπτεται ότι ο πλούσιος σύζυγος και μεγάλος τ ης έρωτας, εκτός από άπιστος, υπήρξε αυτό που ονομάζουμε "λαμόγιο", κοινώς ένας απατεώνας που έκανε ό,τι έκανε με τα λεφτά άλλων. Όταν αυτός συλλαμβάνεται και αυτοκτονεί και η τεράστια περιουσία του χάνεται, η Τζασμιν, μισότρελη σχεδόν, καταφεύγει στην άλλη άκρη της Αμερικής, στο Σαν Φρανσίσκο, για να φιλοξενηθεί στη φτωχή αδελφή της, η οποία είναι το άκρο αντίθετό της (λαϊκή, προσγειωμένη, "συνηθισμένη", καλόκαρδη) και της οποίας την ύπαρξη "ξεχνούσε" με κάθε τρόπο στα χρόνια της χλιδής.Η ιστορία δίνεται με συνεχή μπρος πίσω στο χρόνο. Μεταφερόμαστε άλλοτε στο τώρα και άλλοτε στην εποχή της χλιδής που προαναφέραμε.
Ολόκληρο το φιλμ βασίζεται βέβαια στην εκπληκτική ερμηνεία της Κέιτ Μπλάνσετ, που ενσαρκώνει κάτι περισσότερο από πειστικά τη πορεία της εύθραυστης ηρωίδας προς στην τρέλα. Ο χαρακτήρας της είναι βάβαια σπαρακτικός, μας πλημμυρίζει αγωνία για την τύχη και το ψυχολογικό της αδιέξοδο, μας κάνει συχνά να συμπάσχουμε. Ταυτόχρονα όμως είναι και αντιπαθής. Η Τζάσμιν είναι ψηλομύτα, κακομαθημένη, έχει πλήρη άγνοια της πραγματικής ζωής, ζει στον χρυσελεφάντινο κόσμο της δίχως να νοιάζεται ουσιαστικά για το τι συμβαίνει γύρω της (οι "φιλανθρωπίες" με τις οποίες ασχολείται την εποχή του πλούτου τονίζουν ακριβώς αυτό: Ένα είδος υποχρέωσης για εξιλέωση που νοιώθουν οι πολύ πλούσιοι σκορπώντας κάποια ψίχουλα στους αναξιοπαθούντες, ώστε να τα έχουν καλά με τον εαυτό τους και να κάνουν και το κομάτι τους στην καλή κοινωνία). Έτσι, ρίχνοντας μια ματιά στον εκθαμβωτικό κόσμο των πλούσιων και κατακρίνοντάς τον απόλυτα, αποκαλύπτοντας αδίστακτα όχι μόνο την ματαιοδοξία, τη σπατάλη και την επίδειξη που τον διακρίνει, αλλά και την απάτη που κρύβεται στις ρίζες του, ο Allen είναι μία από τις σπάνιες φορές που μπορεί κανείς να πει ότι γίνεται και κάπως πολιτικός.
Ταινία απολαυστική παρά το τραγικό θέμα της (υπάρχουν και μερικές χιουμοριστικές πινελιές), με συνεχείς αντιθέσεις (πλούτος - φτώχεια, εκζήτηση - κοινοτοπία, ανατολική - δυτική Ακτή, ψηλή ξανθιά - κοντή μελαχρινή όσον αφορά την εμφάνιση των δύο αδελφών κλπ.), είναι νομίζω μια από τις καλύτερες των τελευταίων χρόνων του αστείρευτου δημιουργού.
Αυτή τη φορά ο δαιμόνιος σκηνοθέτης και σεναριογράφος δεν κάνει κωμωδία. Δεν είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζεται σε κάτι μη κωμικό. Θυμίζω ότι ο Allen έχει μέχρι σήμερα φτιάξει 5-6 δραματικές ταινίες, κάποιες μάλιστα επηρεασμένες από τον αγαπημένο του Μπέργκμαν (και όχι πάντοτε με επιτυχία). Εδώ όμως πετυχαίνει διάνα - και δίχως μπεργκμανικές επιροές.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία της καταρρέουσας ψυχολογικά Τζάσμιν, που από ζάπλουτη, κακομαθημενη αριστοκράτισα της Νέας Υόρκης μένει σχεδόν άστεγη όταν αποκαλύπτεται ότι ο πλούσιος σύζυγος και μεγάλος τ ης έρωτας, εκτός από άπιστος, υπήρξε αυτό που ονομάζουμε "λαμόγιο", κοινώς ένας απατεώνας που έκανε ό,τι έκανε με τα λεφτά άλλων. Όταν αυτός συλλαμβάνεται και αυτοκτονεί και η τεράστια περιουσία του χάνεται, η Τζασμιν, μισότρελη σχεδόν, καταφεύγει στην άλλη άκρη της Αμερικής, στο Σαν Φρανσίσκο, για να φιλοξενηθεί στη φτωχή αδελφή της, η οποία είναι το άκρο αντίθετό της (λαϊκή, προσγειωμένη, "συνηθισμένη", καλόκαρδη) και της οποίας την ύπαρξη "ξεχνούσε" με κάθε τρόπο στα χρόνια της χλιδής.Η ιστορία δίνεται με συνεχή μπρος πίσω στο χρόνο. Μεταφερόμαστε άλλοτε στο τώρα και άλλοτε στην εποχή της χλιδής που προαναφέραμε.
Ολόκληρο το φιλμ βασίζεται βέβαια στην εκπληκτική ερμηνεία της Κέιτ Μπλάνσετ, που ενσαρκώνει κάτι περισσότερο από πειστικά τη πορεία της εύθραυστης ηρωίδας προς στην τρέλα. Ο χαρακτήρας της είναι βάβαια σπαρακτικός, μας πλημμυρίζει αγωνία για την τύχη και το ψυχολογικό της αδιέξοδο, μας κάνει συχνά να συμπάσχουμε. Ταυτόχρονα όμως είναι και αντιπαθής. Η Τζάσμιν είναι ψηλομύτα, κακομαθημένη, έχει πλήρη άγνοια της πραγματικής ζωής, ζει στον χρυσελεφάντινο κόσμο της δίχως να νοιάζεται ουσιαστικά για το τι συμβαίνει γύρω της (οι "φιλανθρωπίες" με τις οποίες ασχολείται την εποχή του πλούτου τονίζουν ακριβώς αυτό: Ένα είδος υποχρέωσης για εξιλέωση που νοιώθουν οι πολύ πλούσιοι σκορπώντας κάποια ψίχουλα στους αναξιοπαθούντες, ώστε να τα έχουν καλά με τον εαυτό τους και να κάνουν και το κομάτι τους στην καλή κοινωνία). Έτσι, ρίχνοντας μια ματιά στον εκθαμβωτικό κόσμο των πλούσιων και κατακρίνοντάς τον απόλυτα, αποκαλύπτοντας αδίστακτα όχι μόνο την ματαιοδοξία, τη σπατάλη και την επίδειξη που τον διακρίνει, αλλά και την απάτη που κρύβεται στις ρίζες του, ο Allen είναι μία από τις σπάνιες φορές που μπορεί κανείς να πει ότι γίνεται και κάπως πολιτικός.
Ταινία απολαυστική παρά το τραγικό θέμα της (υπάρχουν και μερικές χιουμοριστικές πινελιές), με συνεχείς αντιθέσεις (πλούτος - φτώχεια, εκζήτηση - κοινοτοπία, ανατολική - δυτική Ακτή, ψηλή ξανθιά - κοντή μελαχρινή όσον αφορά την εμφάνιση των δύο αδελφών κλπ.), είναι νομίζω μια από τις καλύτερες των τελευταίων χρόνων του αστείρευτου δημιουργού.
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 17, 2013
ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 2012 - 2013
Φτάσαμε και πάλι στην αρχή της νέας σεζόν και, όπως συνηθίζουμε, φτιάχνω τις λίστες με τις ταινίες που μου άρεσαν φέτος. Με τους γνωστούς, όπως πάντα, κανόνες:
- Οι λίστες ΔΕΝ είναι αξιολογικές. Μπαίνουν πρώτα οι 10 πρώτες ταινιες (αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη) και ακολουθούν με τον ίδιο τρόπο, οι "επιλαχούσε;".
- Οι παλιές ταινιες που βγαίνουν σε επανέκδοση (π.χ. "DOA") ΔΕΝ μετράνε
- H σεζόν ξεκινά από 1 Σεπτέμβρη 2012 και τελειώνει στις 31 Αυγούστου 2013. Μετράνε οι νέες ταινίες που παίχτηκαν την περίοδο αυτή.
1. Blancanieves του Pablo Berger
2. Frankenweenie του Tim Burton
3. Amour του Michael Haneke
4. Pieta του Kim Ki-duk
5. No του Pablo Larrain
6. Angel's Share του Ken Loach
7. Barbara του Christian Petzold
8. Django του Quentin Tarantino
9. Το Κυνήγι του Thomas Vinterberg
10.Beasts of the Southern Wild του Ben Zeitlin
Ιδού και οι "επιλαχούσες", ταινίες δηλαδή που επίσης ξεχώρισα και που μερικές απ' αυτές θα μπορούσαν να βρίσκονται στις 10 πρώτες:
1. Η Αγελάδα που Έπεσε από τον Ουρανό του Sebastian Berensztein
2. Elysium του Neil Blomkamp
3. Holy Motors του Leos Carax
4. Killing them Softly του Andrew Dominik
5. Tabu του Miguel Gomes
6. Looper του Rian Johnson
7. Life of Pi του Ang Lee
8. Before Midnight του Richard Linklater
9. Shadowdancer του James Marsh
10. The Company you Keep του Robert Redford
11.Ο Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει των Αδελφών Taviani
12. Grabbers του Jon Wright
Και του χρόνου!
- Οι λίστες ΔΕΝ είναι αξιολογικές. Μπαίνουν πρώτα οι 10 πρώτες ταινιες (αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη) και ακολουθούν με τον ίδιο τρόπο, οι "επιλαχούσε;".
- Οι παλιές ταινιες που βγαίνουν σε επανέκδοση (π.χ. "DOA") ΔΕΝ μετράνε
- H σεζόν ξεκινά από 1 Σεπτέμβρη 2012 και τελειώνει στις 31 Αυγούστου 2013. Μετράνε οι νέες ταινίες που παίχτηκαν την περίοδο αυτή.
1. Blancanieves του Pablo Berger
2. Frankenweenie του Tim Burton
3. Amour του Michael Haneke
4. Pieta του Kim Ki-duk
5. No του Pablo Larrain
6. Angel's Share του Ken Loach
7. Barbara του Christian Petzold
8. Django του Quentin Tarantino
9. Το Κυνήγι του Thomas Vinterberg
10.Beasts of the Southern Wild του Ben Zeitlin
Ιδού και οι "επιλαχούσες", ταινίες δηλαδή που επίσης ξεχώρισα και που μερικές απ' αυτές θα μπορούσαν να βρίσκονται στις 10 πρώτες:
1. Η Αγελάδα που Έπεσε από τον Ουρανό του Sebastian Berensztein
2. Elysium του Neil Blomkamp
3. Holy Motors του Leos Carax
4. Killing them Softly του Andrew Dominik
5. Tabu του Miguel Gomes
6. Looper του Rian Johnson
7. Life of Pi του Ang Lee
8. Before Midnight του Richard Linklater
9. Shadowdancer του James Marsh
10. The Company you Keep του Robert Redford
11.Ο Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει των Αδελφών Taviani
12. Grabbers του Jon Wright
Και του χρόνου!
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 16, 2013
ΕΦΙΑΛΤΕΣ "ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥΣ"
Όσο περνά ο καιρός βεβαιώνομαι ότι οι ισπανοί κάνουν στις μέρες μας το καλύτερο φανταστικό σινεμά στην Ευρώπη. Και μάλιστα με έναν τρόπο απόλυτα δικό τους και άμεσα αναγνωρίσιμο. Το "Μέσα από τα Μάτια τους") ("Insensibles" στα ισπανικά) του 2012 του πρωτοεμφανιζόμενου Juan Carlos Madina το επιβεβαιώνει.
Η ταινία αφηγείται δύο παράλληλες ιστορίες: Η μία διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή και αφορά κάποιον που ανακαλύπτει τυχαία ότι πάσχει απο λευχαιμία και χρειάζεται επειγόντως μεταμόσχευση μυελού των οστών. Αναζητά λοιπόν τους βιολογικούς του γονείς για να τους παρακαλέσει να δεχτούν τη μεταμόσχευση. Η δεύτερη μας πάει πίσω στα χρόνια του ισπανικού εμφύλιου. Σε ένα χωριό γεννιέται μια ομάδα παιδιών που πάσχουν από μια ασυνήθιστη αρρώστια: Δεν νοιώθουν πόνο. Τα αποτελέσματα είναι καταστροφικά τόσο για τα ίδια όσο και για τους άλλους γύρω τους. Γι' αυτό φυλακίζονται για πάντα σε ένα απομονωμένο φρούριο - κλινική στα Πυρηναία. Κάποια στιγμή οι δύο αυτές ιστορίες θα δέσουν με απροσδόκητο τρόπο.
Το φιλμ κινείται στις παρυφές του φανταστικού - αν και όσα συμβαίνουν είναι μάλλον απίθανο να συμβούν στην πραγματικότητα. Ίσως υπάρχουν κάποια σεναριακά προβλήματα, κάποια πράγματα που δεν εξηγούνται ακριβώς. Ωστόσο η ζοφερή ατμόσφαιρα και το σασπένς είναι παρόντα και δεν με άφησαν να πλήξω. Φυσικά υπάρχει και το στοιχείο της πολιτικής αλληγορίας και η απαραίτητη στα ισπανικά ή ισπανόφωνα φιλμς τρόμου αναφορά στον εμφύλιο και την επικράτηση του εφιαλτικού φασισμού στη συνέχεια. Το φριχτό αυτό καθεστώς άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη του στη χώρα, οπότε νομίζω ότι θα βλέπουμε τις αναφορές στον εμφύλιο και στην κόλαση που ακολούθησε για πολλά χρόνια ακόμα.
Γενικά η ταινία θυμίζει σαν γενικό κλίμα τη "Ραχοκοκαλιά του Διαβόλου" του Ντελ Τόρο ή το "Ορφανοτροφείο". Όλα αυτά τα φιλμς δημιουργούν ένα υποβλητικό κλίμα και μια σκοτεινή ατμόσφαιρα που απέχουν πολύ από τα αντίστοιχα αμερικάνικα (χολιγουντιανά κυρίως) πρότυπα, που απαιτούν άπειρα εφέ και συνεχή "μπου" για να τρομάξουν ντε και καλά τον θεατή (βλέπε το πρόσφατο ρικέικ του "Evil Dead" και πολλά άλλα) και που μας ταλαιπωρούν (εμένα τουλάχιστον) από τη δεκαετία του 90 και μετά. Οπότε, και αν ακόμα θεωρήσουμε ότι η ταινία δεν είναι από τις καλύτερες ισπανικές του είδους, και πάλι την προτιμώ από πολλές σύγχρονες ταινίες τρόμου. Αν μάλιστα σκεφτούμε ότι ανήκει σε πρωτοεμφανιζόμενο δημιουργό, από τον οποίο μπορούμε να περιμένουμε τη συνέχεια.
ΜΕΤΑ ΤΟ ΣΦΑΛΜΑ
Μετά από γύρω στις 10 μέρες όπου o blogspot είχε πρόβλημα και ήταν αδύνατο να κάνεις νέα ανάρτηση, συνεχίζουμε κανονικά (ελπίζουμε).
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 07, 2013
Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ "BEYOND A REASONABLE DOUBT"
O Fritz Lang (1890-1976) καταφεύγει στις ΗΠΑ για να αποφύγει τη ναζιστική κατάρα στην πατρίδα του. Εκεί θα γυρίσει αρκετες ταινίες, μερικές από τις οποίες εξαιρετικά νουάρ. Το 1956 κάνει την τελευταία απ' αυτές, το "Beyond a Reasonable Doubt", ένα ασπρόμαυρο φιλμ με τον Ντάνα Άντριους και τη Μάργκοτ Φοντέιν, που χαρακτηρίζεται από τις απρόσμενες ανατροπές που διαθέτει.
Ένας συγγραφέας συλλαμβάνει με τον μέλλοντα πεθερό του και ισχυρό εκδότη εφημερίδας την τρελή ιδέα να "στήσει" μια σειρά από στοιχεία τα οποία ενοχοποιούν τον ίδιο, ώστε τελικά να κατηγορηθεί ως ένοχος ενός άσχετου φόνου και μετά να αθωωθεί πανηγυρικά αποκαλύπτοντας την πλεκτάνη που ο ίδιος έστησε. Έτσι οι δύο "συνεργάτες" θα ξεμπροστιάσουν το σύστημα δικαιοσύνης, θα κάνουν σαφές ότι αυτό μπορεί να κάνει λάθη και θα αποδείξουν το άδικο και επικίνδυνο της θανατικής ποινής. Να όμως που το τόσο καλοστημένο αυτό σχέδιο δεν θα αποδειχτεί τόσο απλό στην εκτέλεσή του, καθώς κανείς δεν έχει λάβει υπ' όψιν του μια σειρά από αστάθμητους παράγοντες...
Νομίζω ότι σκηνοθετικά το φιλμ δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας. Διαθέτει μια κλασική, στέρεα σκηνοθεσία, δίχως όμως κάτι ιδιαίτερο νομίζω. Οι παλιοί και χαρακτηριστικοί εξπρεσιονιστικοί τόνοι του Λανγκ εδώ εγκαταλείπονται και όλα γίνονται με στερεότυπο τρόπο. Αυτά όμως δεν σημαίνουν ότι δεν σας το συνιστώ. Η αξία του πιστεύω ότι οφείλεται στην σεναριακή πρωτοτυπία, στις ανατροπές που αναφέραμε, στο απροσδόκητο φινάλε (δεν θα το αποκαλύψω φυσικά, νομίζω όμως ότι το εύρημα αυτό, που στη συνέχεια έχουμε δει λίγες σχετικά φορές, εδώ χρησιμοποιείται για πρώτη φορά. Τουλάχιστον είναι η πιο παλιά περίπτωση όπου το έχω συναντήσει προσωπικά). Πέραν αυτών η ταινία αρθρώνει έναν πρόωρο λόγο ενάντια στην θανατική ποινή, αλλά και ενάντια στο υποτιθέμενο αλάνθαστο της δικαιοσύνης. Το δεύτερο είναι βέβαια σαφές. Όλοι γνωρίζουμε ότι η διακαιοσύνη - άθελά της στην καλύτερη περίπτωση - μπορεί να διαπράξει λάθη. Αυτό όμως ακριβώς είναι και το επιχείρημα ενάντια στη θανατική ποινή. Πώς μπορείς να επιβάλλεις σε κάποιον κάτι τόσο τελεσίδικο και διχως επιστροφή όταν υπάρχει έστω και η παραμικρή πιθανότητα λάθους;
Γενικά τη βρήκα ενδιαφέρουσα ταινία, που με κράτησε μέχρι τέλους, παρά την έλλειψη σκηνοθετικής πρωτοτυπίας που προανέφερα. Οπότε τη συνιστώ, αν μάλιστα λάβουμε υπ' όψιν μας ότι πρόκειται για κάτι σχετικά άγνωστο στο έργο του μεγάλου γερμανού σκηνοθέτη.
Ένας συγγραφέας συλλαμβάνει με τον μέλλοντα πεθερό του και ισχυρό εκδότη εφημερίδας την τρελή ιδέα να "στήσει" μια σειρά από στοιχεία τα οποία ενοχοποιούν τον ίδιο, ώστε τελικά να κατηγορηθεί ως ένοχος ενός άσχετου φόνου και μετά να αθωωθεί πανηγυρικά αποκαλύπτοντας την πλεκτάνη που ο ίδιος έστησε. Έτσι οι δύο "συνεργάτες" θα ξεμπροστιάσουν το σύστημα δικαιοσύνης, θα κάνουν σαφές ότι αυτό μπορεί να κάνει λάθη και θα αποδείξουν το άδικο και επικίνδυνο της θανατικής ποινής. Να όμως που το τόσο καλοστημένο αυτό σχέδιο δεν θα αποδειχτεί τόσο απλό στην εκτέλεσή του, καθώς κανείς δεν έχει λάβει υπ' όψιν του μια σειρά από αστάθμητους παράγοντες...
Νομίζω ότι σκηνοθετικά το φιλμ δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας. Διαθέτει μια κλασική, στέρεα σκηνοθεσία, δίχως όμως κάτι ιδιαίτερο νομίζω. Οι παλιοί και χαρακτηριστικοί εξπρεσιονιστικοί τόνοι του Λανγκ εδώ εγκαταλείπονται και όλα γίνονται με στερεότυπο τρόπο. Αυτά όμως δεν σημαίνουν ότι δεν σας το συνιστώ. Η αξία του πιστεύω ότι οφείλεται στην σεναριακή πρωτοτυπία, στις ανατροπές που αναφέραμε, στο απροσδόκητο φινάλε (δεν θα το αποκαλύψω φυσικά, νομίζω όμως ότι το εύρημα αυτό, που στη συνέχεια έχουμε δει λίγες σχετικά φορές, εδώ χρησιμοποιείται για πρώτη φορά. Τουλάχιστον είναι η πιο παλιά περίπτωση όπου το έχω συναντήσει προσωπικά). Πέραν αυτών η ταινία αρθρώνει έναν πρόωρο λόγο ενάντια στην θανατική ποινή, αλλά και ενάντια στο υποτιθέμενο αλάνθαστο της δικαιοσύνης. Το δεύτερο είναι βέβαια σαφές. Όλοι γνωρίζουμε ότι η διακαιοσύνη - άθελά της στην καλύτερη περίπτωση - μπορεί να διαπράξει λάθη. Αυτό όμως ακριβώς είναι και το επιχείρημα ενάντια στη θανατική ποινή. Πώς μπορείς να επιβάλλεις σε κάποιον κάτι τόσο τελεσίδικο και διχως επιστροφή όταν υπάρχει έστω και η παραμικρή πιθανότητα λάθους;
Γενικά τη βρήκα ενδιαφέρουσα ταινία, που με κράτησε μέχρι τέλους, παρά την έλλειψη σκηνοθετικής πρωτοτυπίας που προανέφερα. Οπότε τη συνιστώ, αν μάλιστα λάβουμε υπ' όψιν μας ότι πρόκειται για κάτι σχετικά άγνωστο στο έργο του μεγάλου γερμανού σκηνοθέτη.
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 05, 2013
ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ "ELYSIUM"
O Neil Blomkamp είναι ο νοτιοαφρικανός δημιουργός που το 2009 είχε γυρίσει το πολύ ενδθαφέρον "District 9". Το 2013, σε χολιγουντιανή παραγωγή πλέον, κάνει το "Elysium", με το οποίο όχι μόνο παραμένει στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας, αλλά αποδεικνύει ότι έχει άποψη, τόσο αισθητική όσο και πολιτική, αφού το φιλμ έχει αρκετά κοινά σημεία με το προηγούμενο.
Στο μέλλον η κοινωνία είναι βαθύτατα διχασμένη. Οι προνομιούχοι έχουν εγκαταλείψει την παρακμασμένη γη και ζουν σε έναν αχανή και πολυτελέστατο διαστημικό σταθμό που βρίσκεται στην ατμόσφαιρα. Όσοι μένουν κάτω, η πλειοψηφία φυσικά, ζουν σε άθλιες συνθήκες, εργάζονται εξοντωτικά και βιώνουν ένα καταπιεστικό καθεστώς. Όλοι τους έχουν το όνειρο να ανέβουν κάποτε στο Elysium, τον σταθμό, αυτό όμως είναι αδύνατο. Ο ήρωας του φιλμ πρέπει να πάει οπωσδήποτε εκεί για να θεραπευτεί χάρη στις προηγμένες μεθόδους ιατρικής, αφού δεν του μένουν παρά λίγες μέρες ζωής. Για να το πετύχει θα δεχτεί να αναλάβει μια πέρα για πέρα παράτολμη αποστολή.
Υπάρχει λοιπόν η πολιτική άποψη, που είναι καθαρή: Μια κοινωνίας όπου η ψαλίδα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς έχει ανοίξει σε αδιανόητα επίπεδα. Οι προνομιούχοι δεν νοιάζονται καθόλου για τους κάτω. Ακόμα και ο θάνατός τους τούς είναι αδιάφορος. Επίσης οι ίντριγκες και οι συνωμοσίες που εξυφαίνονται ανάμεσά τους παραπέμπουν στα παιχνίδια εξουσίας που συχνά συμβαίνουν ανάμεσα σε ισχυρούς, με καθοδηγητή φυσικά την απληστία, τη μάστιγα (και) της σύγχρονης ανθρωπότητας.
Αλλά και το αισθητικό κλίμα μοιάζει μ' αυτό του District 9 - και, ευτυχώς, βρίσκεται μίλια μακριά απ' αυτό των κάθε λογής υπερηρώων που μας έχουν κατακλύσει. Αυτό που κυριαρχεί στην ταινία είναι η χαρακτηριστική "βρωμιά" του περιβάλλοντος. Χώμα και σκόνη, τρώγλες που παραπέμπουν άμεσα στις σύγχρονες φαβέλες και παραγκουπόλεις που μεγαλώνουν σαν καρκίνος στις παρυφές ή και μέσα στις μεγαλουπόλεις, ανύπαρκτη ιατρική περίθαλψη, ακραία φτώχια, παράνομες δραστηριότητες για επιβίωση, εξοντωτική δουλειά... (σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά;) Πρόκειται για επιστημονική φαντασία που πολύ λίγα στοιχεία έχει από το χαρακτηριστικό hi-tec των περισσότερων ταινιών του είδους. Αυτό υπάρχει στον εντυπωσιακό διαστημικό σταθμό, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι το κυρίαρχο στοιχείο στην ταινία.
Φυσικά κάποιες παραχωρήσεις έχουν γίνει - στο Χόλιγουντ βρισκόμαστε... Αλλά η δράση που βέβαια υπάρχει, είναι σχετικά περιορισμένη, βρισκόμαστε δηλαδή αρκετά μακριά από τη μανιακή (και εξαιρετικά βαρετή για μένα τουλάχιστον) "δράση για τη δράση" που μοιάζει να κυριαρχεί στο σύγχρονο αμερικάνικο σινεμά. Δεν το θεωρώ αριστούργημα, αλλά σίγουρα μια ενδιαφέρουσα ταινία φανταστικού κινηματογράφου, που τόσο έχει υποφέρει (βλέπε παρακμάσει) στην εποχή μας.
Στο μέλλον η κοινωνία είναι βαθύτατα διχασμένη. Οι προνομιούχοι έχουν εγκαταλείψει την παρακμασμένη γη και ζουν σε έναν αχανή και πολυτελέστατο διαστημικό σταθμό που βρίσκεται στην ατμόσφαιρα. Όσοι μένουν κάτω, η πλειοψηφία φυσικά, ζουν σε άθλιες συνθήκες, εργάζονται εξοντωτικά και βιώνουν ένα καταπιεστικό καθεστώς. Όλοι τους έχουν το όνειρο να ανέβουν κάποτε στο Elysium, τον σταθμό, αυτό όμως είναι αδύνατο. Ο ήρωας του φιλμ πρέπει να πάει οπωσδήποτε εκεί για να θεραπευτεί χάρη στις προηγμένες μεθόδους ιατρικής, αφού δεν του μένουν παρά λίγες μέρες ζωής. Για να το πετύχει θα δεχτεί να αναλάβει μια πέρα για πέρα παράτολμη αποστολή.
Υπάρχει λοιπόν η πολιτική άποψη, που είναι καθαρή: Μια κοινωνίας όπου η ψαλίδα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς έχει ανοίξει σε αδιανόητα επίπεδα. Οι προνομιούχοι δεν νοιάζονται καθόλου για τους κάτω. Ακόμα και ο θάνατός τους τούς είναι αδιάφορος. Επίσης οι ίντριγκες και οι συνωμοσίες που εξυφαίνονται ανάμεσά τους παραπέμπουν στα παιχνίδια εξουσίας που συχνά συμβαίνουν ανάμεσα σε ισχυρούς, με καθοδηγητή φυσικά την απληστία, τη μάστιγα (και) της σύγχρονης ανθρωπότητας.
Αλλά και το αισθητικό κλίμα μοιάζει μ' αυτό του District 9 - και, ευτυχώς, βρίσκεται μίλια μακριά απ' αυτό των κάθε λογής υπερηρώων που μας έχουν κατακλύσει. Αυτό που κυριαρχεί στην ταινία είναι η χαρακτηριστική "βρωμιά" του περιβάλλοντος. Χώμα και σκόνη, τρώγλες που παραπέμπουν άμεσα στις σύγχρονες φαβέλες και παραγκουπόλεις που μεγαλώνουν σαν καρκίνος στις παρυφές ή και μέσα στις μεγαλουπόλεις, ανύπαρκτη ιατρική περίθαλψη, ακραία φτώχια, παράνομες δραστηριότητες για επιβίωση, εξοντωτική δουλειά... (σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά;) Πρόκειται για επιστημονική φαντασία που πολύ λίγα στοιχεία έχει από το χαρακτηριστικό hi-tec των περισσότερων ταινιών του είδους. Αυτό υπάρχει στον εντυπωσιακό διαστημικό σταθμό, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι το κυρίαρχο στοιχείο στην ταινία.
Φυσικά κάποιες παραχωρήσεις έχουν γίνει - στο Χόλιγουντ βρισκόμαστε... Αλλά η δράση που βέβαια υπάρχει, είναι σχετικά περιορισμένη, βρισκόμαστε δηλαδή αρκετά μακριά από τη μανιακή (και εξαιρετικά βαρετή για μένα τουλάχιστον) "δράση για τη δράση" που μοιάζει να κυριαρχεί στο σύγχρονο αμερικάνικο σινεμά. Δεν το θεωρώ αριστούργημα, αλλά σίγουρα μια ενδιαφέρουσα ταινία φανταστικού κινηματογράφου, που τόσο έχει υποφέρει (βλέπε παρακμάσει) στην εποχή μας.
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 03, 2013
"ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ" ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΠΙΤΝΙΚΣ
Το βιβλίο "Στο Δρόμο" (On the Road) του Τζακ Κέρουακ αποτελεί ένα είδος βίβλου για πολλούς. Μέσα από την εξιστόρηση των περιπλανήσεων των εμβληματικών ηρώων του κατάφερε να αποτυπώσει το κίνημα των μπίτνικς, που ξεκινά κάπου στα τέλη των 40ς, αλλά και γενικότερα το κλίμα των ανήσυχων ανθρώπων κάθε γενιάς (των χίπις αργότερα, αλλά και των κάθε λογής "περιπλανώμενων" στη ζωή). Το 2012 ο βραζιλιάνος Walter Salles παίρνει τη δύσκολη απόφαση να μεταφέρει ένα τόσο cult υλικό στην οθόνη.
Δεν θεωρώ το "On the Road" που προέκυψε κακή ταινία. Ίσα ίσα που νομίζω ότι ως ένα βαθμό καταφέρνει αν αποτυπώσει το πνεύμα του βιβλίου και των ανθρώπων αυτών που επηρέασαν όσο λίγοι πολλές επόμενες γενιές και την underground κουλτούρα μέχρι σήμερα. Θα σας προειδοποιήσω όμως: Η ταινία (όπως και το βιβλίο) δεν έχουν μια σαφή πλοκή με αρχή, μέση, τέλος και κορυφώσεις. Πρόκειται για ένα road movie που απλώς καταγράφει την αλήτικη, νομαδική ζωή των πρωταγωνιστών, την κατανάλωση ουσιών και αλκοόλ, την αγάπη τους για τη τζαζ, τους ερωτικούς και σεξουαλικούς τους πειραματισμούς, την αναζήτηση της ψυχής, την υπαρξιακή αγωνία, το πάθος τους για το γράψιμο. Οι ήρωες αυτοί δεν είναι άλλοι από τα alter ego των βασικών πρωταγωνιστών του κινήματος, του Γκίνσμπεργκ, του Μπάροους, του ίδιου του Κέρουακ. Έτσι η ταινία ακολουθεί νωχελικά την περιπλάνηση, το διαρκές ταξίδι, τις περιπέτειές τους, τη λυσσασμένη τους αντίδραση σε κάθε μορφής κομφορμισμό και εφησυχασμό.
Ο βασικός ήρωας, ο Νιλ Κάσαντι, είναι μια χαρισματική προσωπικότητα αλήτη - άγιου. Ζει μόνο για τη στιγμή, σα να μην υπάρχει αύριο, και με το ακόρεστο πάθος του για ζωή αποτελεί την έμπνευση των υπολοίπων (και κυρίως του Κέρουακ, που τον κάνει πρωταγωνιστή του μυθιστορήματός του). Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι ακριβώς καλός (ούτε φυσικά κακός). Είναι σα να βρίσκεται πέρα απ' αυτά, σα να νοιάζεται μόνο να τα ζήσει όλα. Σε μια κρίσιμη στιγμή δεν διστάζει να παρατήσει ολομόναχο τον αγαπημένο του φίλο και να την κοπανήσει. Δεν υπάρχουν ηθικές αρχές, Μονάχα πάθος.
Είπα ότι η ταινία καταφέρνει να πιάσει πολλά από την ψυχολογία των ηρώων. Θεωρώ την προσπάθεια του Σάλες καλή, δίχως όμως να ενθουσιαστώ κιόλας. Είναι που το βιβλίο είναι τόσο σημαντικό, που άθελά μου (και παρά το ότι είμαι εναντίον των συγκεκριμένων συγκρίσεων), οι συγκρίσεις γίνονται αναπόφευκτα. Πάντως την είδα ευχάριστα, τη θεώρησα καλή και τίμια προσπάθεια... και μέχρις εκεί.
Δεν θεωρώ το "On the Road" που προέκυψε κακή ταινία. Ίσα ίσα που νομίζω ότι ως ένα βαθμό καταφέρνει αν αποτυπώσει το πνεύμα του βιβλίου και των ανθρώπων αυτών που επηρέασαν όσο λίγοι πολλές επόμενες γενιές και την underground κουλτούρα μέχρι σήμερα. Θα σας προειδοποιήσω όμως: Η ταινία (όπως και το βιβλίο) δεν έχουν μια σαφή πλοκή με αρχή, μέση, τέλος και κορυφώσεις. Πρόκειται για ένα road movie που απλώς καταγράφει την αλήτικη, νομαδική ζωή των πρωταγωνιστών, την κατανάλωση ουσιών και αλκοόλ, την αγάπη τους για τη τζαζ, τους ερωτικούς και σεξουαλικούς τους πειραματισμούς, την αναζήτηση της ψυχής, την υπαρξιακή αγωνία, το πάθος τους για το γράψιμο. Οι ήρωες αυτοί δεν είναι άλλοι από τα alter ego των βασικών πρωταγωνιστών του κινήματος, του Γκίνσμπεργκ, του Μπάροους, του ίδιου του Κέρουακ. Έτσι η ταινία ακολουθεί νωχελικά την περιπλάνηση, το διαρκές ταξίδι, τις περιπέτειές τους, τη λυσσασμένη τους αντίδραση σε κάθε μορφής κομφορμισμό και εφησυχασμό.
Ο βασικός ήρωας, ο Νιλ Κάσαντι, είναι μια χαρισματική προσωπικότητα αλήτη - άγιου. Ζει μόνο για τη στιγμή, σα να μην υπάρχει αύριο, και με το ακόρεστο πάθος του για ζωή αποτελεί την έμπνευση των υπολοίπων (και κυρίως του Κέρουακ, που τον κάνει πρωταγωνιστή του μυθιστορήματός του). Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι ακριβώς καλός (ούτε φυσικά κακός). Είναι σα να βρίσκεται πέρα απ' αυτά, σα να νοιάζεται μόνο να τα ζήσει όλα. Σε μια κρίσιμη στιγμή δεν διστάζει να παρατήσει ολομόναχο τον αγαπημένο του φίλο και να την κοπανήσει. Δεν υπάρχουν ηθικές αρχές, Μονάχα πάθος.
Είπα ότι η ταινία καταφέρνει να πιάσει πολλά από την ψυχολογία των ηρώων. Θεωρώ την προσπάθεια του Σάλες καλή, δίχως όμως να ενθουσιαστώ κιόλας. Είναι που το βιβλίο είναι τόσο σημαντικό, που άθελά μου (και παρά το ότι είμαι εναντίον των συγκεκριμένων συγκρίσεων), οι συγκρίσεις γίνονται αναπόφευκτα. Πάντως την είδα ευχάριστα, τη θεώρησα καλή και τίμια προσπάθεια... και μέχρις εκεί.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 01, 2013
ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΟ "HEAVY METAL"
Το 1981 το περιοδικό κόμικς Heavy Metal βρισκόταν στην ακμή του δημοσιεύοντας κόμικς που κινούνταν κυρίως στο χώρο του φανταστικού. Ήταν η αμερικάνικη έκδοση του προϋπάρχοντος από το 1976 γαλικού Metal Hourlant. Από τις σελίδες τους είχαν παρελάσει οι γνωστότεροι σχεδιαστές και σεναριογράφοι της εποχής. Τότε λοιπόν έπεσε η ιδέα της δημιουργίας μιας ταινίας κινουμένων σχεδίων με την υπογραφή μερικών από αυτούς, Η σκηνοθεσία ήταν του Gerald Potterton και ο τίτλος...πολύ απλά "Heavy Metal".
Η ταινία είναι σπονδυλωτή. Τις διαφορετικές ιστορίες δένει μια κεντρική, που διατρέχει το φιλμ: Μια φωτεινή σφαίρα από το διάστημα τρομοκρατεί ένα μικρό κορίτσι και της διηγείται παράξενες ιστορίες από "εκεί έξω". Στο τελευταίο επεισόδιο το κορίτσι θα μετατραπεί σε πρωταγωνίστρια.
Έχουμε λοιπόν διάφορες ιστορίες κάθε μια από τις οποίες σχεδιάζει αρχικά ένας γνωστός κόμικς δημιουργός: Ο Angus McKie, o Richard Corbin, o Bernie Wrightson, o μεγάλος Moebius (για άγνωστο λόγο το όνομά του δεν φαίνεται πουθενά στα credits), ο σεναριογράφος Dan O' Bannon κ.ά. Σε αρκετά από τα επεισόδια η γραμμή των δημιουργών αυτών είναι άμεσα αναγνωρίσιμη σε όσους τους γνωρίζουν.
Το concept ακούγεται ενδιαφέρον. Φοβάμαι όμως ότι το αποτέλεσμα δεν είναι και τόσο. Υπάρχουν σιγουρα κάποιες εντυπωσιακές εικόνες, αλλά οι ιστορίες είναι πολύ αφελείς και απόλυτα προβλέψιμες. Εμένα πάντως δεν κατάφεραν να διατηρήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον και σύντομα έπιασα τον εαυτό μου να περιμένει απλώς την επόμενη ιστορία... Ιδιαίτερο βάρος πέφτει στο άνευ λόγου γυμνό και σε έναν ήπιο ερωτισμό, απλώς και μόνο για γαργάλημα των αισθήσεων. Σήμερα η εξώφθαλμη αυτή προσπάθεια "προκλητικότητας" (άνευ σεναριακού λόγου, όπως είπα) φαντάζει μάλλον αστεία. Έτσι το όλο πράγμα υποβιβάζεται απλώς σε μια σειρά από φτηνές, φοβάμαι, διαστημικές περιπέτειες.
Στα θετικά θα σημειώσω την ιστορία με τον πιλότο. Δεν είναι κάτι φοβερό, είναι όμως το παλιότερο κινούμενο σχέδιο καθαρά τρόμου που έχω δει. Για την εποχή του πρέπει να αποτελούσε καινοτομία (για μια mainstream παραγωγή τουλάχιστον). Επισης θα σημειώσω τα ονειρικά, άμεσα αναγνωρίσιμα φανταστικά τοπία του Moebius, που έχουν το πάνω χέρι στο τελευταίο επεισόδιο και σε κάνουν να ταξιδεύεις.
Όπως καταλάβατε δεν το θεωρώ σπουδαία (αν και ιστορική) προσπάθεια. Το συνιστώ μόνο σε φίλους των κόμικς που γνωρίζουν τους δημιουργούς αυτούς και - για ιστορικούς λόγους πάντοτε - στους νοσταλγούς του ομώνυμου αξιόλογου περιοδικού, που είχε αφήσει εποχή. Α, και στους φίλους του σκληρού ροκ (μάλλον τότε δεν λεγόταν ακόμα heavy metal), αφου στο σάουντρακ ακούγονται ονόματα όπως αυτά των Nazareth, Blue Oyster Cult, Black Sabbath, Devo κ.ά.
Η ταινία είναι σπονδυλωτή. Τις διαφορετικές ιστορίες δένει μια κεντρική, που διατρέχει το φιλμ: Μια φωτεινή σφαίρα από το διάστημα τρομοκρατεί ένα μικρό κορίτσι και της διηγείται παράξενες ιστορίες από "εκεί έξω". Στο τελευταίο επεισόδιο το κορίτσι θα μετατραπεί σε πρωταγωνίστρια.
Έχουμε λοιπόν διάφορες ιστορίες κάθε μια από τις οποίες σχεδιάζει αρχικά ένας γνωστός κόμικς δημιουργός: Ο Angus McKie, o Richard Corbin, o Bernie Wrightson, o μεγάλος Moebius (για άγνωστο λόγο το όνομά του δεν φαίνεται πουθενά στα credits), ο σεναριογράφος Dan O' Bannon κ.ά. Σε αρκετά από τα επεισόδια η γραμμή των δημιουργών αυτών είναι άμεσα αναγνωρίσιμη σε όσους τους γνωρίζουν.
Το concept ακούγεται ενδιαφέρον. Φοβάμαι όμως ότι το αποτέλεσμα δεν είναι και τόσο. Υπάρχουν σιγουρα κάποιες εντυπωσιακές εικόνες, αλλά οι ιστορίες είναι πολύ αφελείς και απόλυτα προβλέψιμες. Εμένα πάντως δεν κατάφεραν να διατηρήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον και σύντομα έπιασα τον εαυτό μου να περιμένει απλώς την επόμενη ιστορία... Ιδιαίτερο βάρος πέφτει στο άνευ λόγου γυμνό και σε έναν ήπιο ερωτισμό, απλώς και μόνο για γαργάλημα των αισθήσεων. Σήμερα η εξώφθαλμη αυτή προσπάθεια "προκλητικότητας" (άνευ σεναριακού λόγου, όπως είπα) φαντάζει μάλλον αστεία. Έτσι το όλο πράγμα υποβιβάζεται απλώς σε μια σειρά από φτηνές, φοβάμαι, διαστημικές περιπέτειες.
Στα θετικά θα σημειώσω την ιστορία με τον πιλότο. Δεν είναι κάτι φοβερό, είναι όμως το παλιότερο κινούμενο σχέδιο καθαρά τρόμου που έχω δει. Για την εποχή του πρέπει να αποτελούσε καινοτομία (για μια mainstream παραγωγή τουλάχιστον). Επισης θα σημειώσω τα ονειρικά, άμεσα αναγνωρίσιμα φανταστικά τοπία του Moebius, που έχουν το πάνω χέρι στο τελευταίο επεισόδιο και σε κάνουν να ταξιδεύεις.
Όπως καταλάβατε δεν το θεωρώ σπουδαία (αν και ιστορική) προσπάθεια. Το συνιστώ μόνο σε φίλους των κόμικς που γνωρίζουν τους δημιουργούς αυτούς και - για ιστορικούς λόγους πάντοτε - στους νοσταλγούς του ομώνυμου αξιόλογου περιοδικού, που είχε αφήσει εποχή. Α, και στους φίλους του σκληρού ροκ (μάλλον τότε δεν λεγόταν ακόμα heavy metal), αφου στο σάουντρακ ακούγονται ονόματα όπως αυτά των Nazareth, Blue Oyster Cult, Black Sabbath, Devo κ.ά.
Σάββατο, Αυγούστου 31, 2013
Ο ΡΟΜΠΕΡΤ ΡΕΝΤΦΟΡΝΤ ΚΑΙ Η... ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ
Ο Robert Redford υπήρξε πάντοτε ένας πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης, ηθοποιός κυρίως, αλλά και με σκηνοθεσίες στο ενεργητικό του. Ανήκει σ' αυτό που θα αποκαλούσαμε "αριστερά" του Χόλιγουντ (όσο αριστεροί μπορούν να είναι βέβαια κάποιοι αμερικανοί σταρ). Είναι επίσης ένας νοσταλγός των 60'ς και των αγώνων που έγιναν τότε στις ΗΠΑ.
Το 2012 γυρίζει το "The Company you Keep" ("Ο Κανόνας της Σιωπής") και ασχολείται επίσης με ένα πολιτικό θέμα. Θα πω από την αρχή ότι η σκηνοθεσία είναι κλασική ("ακαδημαϊκή" θα την χαρακτήριζαν πολλοί), οπότε η στρωτή αφήγηση, δίχως κινηματογραφικές εκπλήξεις, είναι δεδομένη. Έτσι θα επικεντρώσω το κείμενο στο στόρι, στο θέμα του φιλμ.
Ο Ρέντφορντ επιστρέφει στα χρόνια των 60'ς - αρχών 70΄ς, εποχή που η πολιτικοποίηση στις ΗΠΑ υπήρξε εντονότατη, εξ αιτίας βεβαίως του πολέμου του Βιετνάμ. Το 1969 μάλιστα ιδρύθηκε και η μοναδική ίσως αμερικάνικη τρομοκρατική οργάνωση, οι Weather Underground, οι οποίοι πραγματοποίησαν βομβιστικές επιθέσεις σε τράπεζες και κυβερνητικά κτίρια. Μέλη της, τα οποία πραγματοποίησαν μια αιματηρή ληστεία τράπεζας τότε, παραμένουν ασύλληπτα δεκαετίες μετά. Πάνω από 30 χρόνια αργότερα μία από αυτά τα μέλη αποφασίζει να παραδοθεί στις αρχές. Από εκεί ξεκινά ένα ντόμινο αποκαλύψεων που θα συμπαρασύρει και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας της ληστείας που εξακολουθούν να κρύβονται. Ένα απ' αυτά, που με άλλο όνομα έχει γίνει επιφανής δικηγόρος, τρέπεται σε φυγή όταν αποκαλύπτεται η ταυτότητά του προσπαθώντας να αποδείξει... τι άραγε;
Η ταινία με κράτησε τόσο με το ήπιο σασπένς που διαθέτει όσο και με το ενδιαφέρον θέμα. Πολλοί μπορούν να διαφωνήσουν με την κατάληξη, αλλά και με την κλασική "αμερικανιά" που κυριαρχεί: "η οικογένεια πάνω απ' ολα". Το σέβομαι, το καταλαβαίνω απόλυτα και διατηρώ κι εγώ προσωπικά επιφυλάξεις. Ωστόσο συνολικά έχω θετική άποψη για το φιλμ, κυρίως για το πλήθος θεμάτων που εγείρει και την αποκάλυψη μιας μάλλον άγνωστης πτυχής της αμερικάνικης ιστορίας:
Πρώτα - πρώτα έχουμε το θέμα της δικαιοσύνης: Μετά 30τόσα χρόνια, όταν οι άνθρωποι έχουν αλλάξει ριζικά και βρίσκονται σε μια τελείως διαφορετική φάση της ζωής και της ιδεολογίας τους, έχει νόημα η καταδίωξή τους από τις αρχές; Φυσικά οι αμερικάνοι έχουν αλλεργία ακόμα και με την παραμικρή υποψία τρομοκρατίας, οπότε κάθε δίωξη είναι γι' αυτούς δικαιολογημένη. Ωστόσο δεν είναι τυχαίο ότι στο φιλμ το FBI αποτελεί την αρνητική δύναμη και ο θεατής ταυτίζεται απόλυτα - και συνειδητά από τη μεριά του Ρέντφορντ - με τους διωκόμενους, Ακόμα και με το μόνο μέλος που παραμένει πιστό στην ιδεολογία της επανάστασης, που παρουσιάζεται αν όχι ακριβώς θετικά, τουλάχιστον κάθε άλλο παρά απόλυτα αρνητικά. Από την άλλη τίθεται το κλασικό θέμα της βίας και της τρομοκρατίας: Η κατάφωρη αδικία (ο πόλεμος του Βιετνάμ στο συγκεκριμένο παράδειγμα) δικαιολογεί βίαιες ενέργειες ή όχι; Αν και ο δημιουργός τείνει σαφώς υπέρ των "ειρηνικών λύσεων" δεν παύει να βλέπει με συμπάθεια όσους υποστήριξαν ακραίες λύσεις στην εποχή τους. Άλλο θέμα είναι το νόημα της επανάστασης σήμερα. Μπορεί κανείς να εξακολουθεί να αγωνίζεται στις μέρες μας με τους όρους των 60ς ή αυτό είναι ουτοπικό και ανεδαφικό; Το μέλος που αγωνίζεται ακόμα πάντως αφήνεται να υποστηρίξει τη θέση του λέγοντας ότι ο κόσμος σήμερα έχει χειροτερέψει πολιτικά σε σχέση με τον τότε, και θέτει και το σχεδόν ανύπαρκτο τότε οικολογικό ζήτημα.
Για όλα αυτά - και για άλλα - θεωρώ την ταινία πολύ ενδιαφέρουσα σαν προβληματική. Άσχετα αν διαφωνούμε με κάποιες ευκολίες, αλλά και με κάποιες από τις ιδεολογικές θέσεις της. Στο κάτω - κάτω ελάχιστοι είναι αυτοί που τολμούν να θέσουν έστω τέτοια θέματα στην απόλυτα συντηρητική δεκαετία της κρίσης.
Και μια ματιά στο καστ: Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Σούζαν Σάραντον, Τζούλι Κρίστι, Νικ Νόλντε, Στάνλε"ι Τούτσι, για να ανφέρουμε μερικούς μόνο. Πανδαισία παλιών κυρίως σταρ δηλαδή.
Το 2012 γυρίζει το "The Company you Keep" ("Ο Κανόνας της Σιωπής") και ασχολείται επίσης με ένα πολιτικό θέμα. Θα πω από την αρχή ότι η σκηνοθεσία είναι κλασική ("ακαδημαϊκή" θα την χαρακτήριζαν πολλοί), οπότε η στρωτή αφήγηση, δίχως κινηματογραφικές εκπλήξεις, είναι δεδομένη. Έτσι θα επικεντρώσω το κείμενο στο στόρι, στο θέμα του φιλμ.
Ο Ρέντφορντ επιστρέφει στα χρόνια των 60'ς - αρχών 70΄ς, εποχή που η πολιτικοποίηση στις ΗΠΑ υπήρξε εντονότατη, εξ αιτίας βεβαίως του πολέμου του Βιετνάμ. Το 1969 μάλιστα ιδρύθηκε και η μοναδική ίσως αμερικάνικη τρομοκρατική οργάνωση, οι Weather Underground, οι οποίοι πραγματοποίησαν βομβιστικές επιθέσεις σε τράπεζες και κυβερνητικά κτίρια. Μέλη της, τα οποία πραγματοποίησαν μια αιματηρή ληστεία τράπεζας τότε, παραμένουν ασύλληπτα δεκαετίες μετά. Πάνω από 30 χρόνια αργότερα μία από αυτά τα μέλη αποφασίζει να παραδοθεί στις αρχές. Από εκεί ξεκινά ένα ντόμινο αποκαλύψεων που θα συμπαρασύρει και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας της ληστείας που εξακολουθούν να κρύβονται. Ένα απ' αυτά, που με άλλο όνομα έχει γίνει επιφανής δικηγόρος, τρέπεται σε φυγή όταν αποκαλύπτεται η ταυτότητά του προσπαθώντας να αποδείξει... τι άραγε;
Η ταινία με κράτησε τόσο με το ήπιο σασπένς που διαθέτει όσο και με το ενδιαφέρον θέμα. Πολλοί μπορούν να διαφωνήσουν με την κατάληξη, αλλά και με την κλασική "αμερικανιά" που κυριαρχεί: "η οικογένεια πάνω απ' ολα". Το σέβομαι, το καταλαβαίνω απόλυτα και διατηρώ κι εγώ προσωπικά επιφυλάξεις. Ωστόσο συνολικά έχω θετική άποψη για το φιλμ, κυρίως για το πλήθος θεμάτων που εγείρει και την αποκάλυψη μιας μάλλον άγνωστης πτυχής της αμερικάνικης ιστορίας:
Πρώτα - πρώτα έχουμε το θέμα της δικαιοσύνης: Μετά 30τόσα χρόνια, όταν οι άνθρωποι έχουν αλλάξει ριζικά και βρίσκονται σε μια τελείως διαφορετική φάση της ζωής και της ιδεολογίας τους, έχει νόημα η καταδίωξή τους από τις αρχές; Φυσικά οι αμερικάνοι έχουν αλλεργία ακόμα και με την παραμικρή υποψία τρομοκρατίας, οπότε κάθε δίωξη είναι γι' αυτούς δικαιολογημένη. Ωστόσο δεν είναι τυχαίο ότι στο φιλμ το FBI αποτελεί την αρνητική δύναμη και ο θεατής ταυτίζεται απόλυτα - και συνειδητά από τη μεριά του Ρέντφορντ - με τους διωκόμενους, Ακόμα και με το μόνο μέλος που παραμένει πιστό στην ιδεολογία της επανάστασης, που παρουσιάζεται αν όχι ακριβώς θετικά, τουλάχιστον κάθε άλλο παρά απόλυτα αρνητικά. Από την άλλη τίθεται το κλασικό θέμα της βίας και της τρομοκρατίας: Η κατάφωρη αδικία (ο πόλεμος του Βιετνάμ στο συγκεκριμένο παράδειγμα) δικαιολογεί βίαιες ενέργειες ή όχι; Αν και ο δημιουργός τείνει σαφώς υπέρ των "ειρηνικών λύσεων" δεν παύει να βλέπει με συμπάθεια όσους υποστήριξαν ακραίες λύσεις στην εποχή τους. Άλλο θέμα είναι το νόημα της επανάστασης σήμερα. Μπορεί κανείς να εξακολουθεί να αγωνίζεται στις μέρες μας με τους όρους των 60ς ή αυτό είναι ουτοπικό και ανεδαφικό; Το μέλος που αγωνίζεται ακόμα πάντως αφήνεται να υποστηρίξει τη θέση του λέγοντας ότι ο κόσμος σήμερα έχει χειροτερέψει πολιτικά σε σχέση με τον τότε, και θέτει και το σχεδόν ανύπαρκτο τότε οικολογικό ζήτημα.
Για όλα αυτά - και για άλλα - θεωρώ την ταινία πολύ ενδιαφέρουσα σαν προβληματική. Άσχετα αν διαφωνούμε με κάποιες ευκολίες, αλλά και με κάποιες από τις ιδεολογικές θέσεις της. Στο κάτω - κάτω ελάχιστοι είναι αυτοί που τολμούν να θέσουν έστω τέτοια θέματα στην απόλυτα συντηρητική δεκαετία της κρίσης.
Και μια ματιά στο καστ: Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Σούζαν Σάραντον, Τζούλι Κρίστι, Νικ Νόλντε, Στάνλε"ι Τούτσι, για να ανφέρουμε μερικούς μόνο. Πανδαισία παλιών κυρίως σταρ δηλαδή.
Σάββατο, Αυγούστου 24, 2013
ΤΟ "TRUST" ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΡΥΘΜΙΕΣ ΤΟΥ HARTLEY
Θυμάστε τον Hal Hartley; Είναι ένας ανεξάρτητος αμερικανός σκηνοθέτης, που δημιούργησε ένα προσωπικό στιλ στη δεκαετία του 90 κυρίως. Στη συνέχεια παρήκμασε όσο λίγοι άλλοι και σήμερα γυρίζει σπάνια ταινίες, οι ποίες περνούν μάλλον απαρατήρητες. Στην καλή εποχή του ωστόσο μας έδωσε απολαυστικά (κατά τη γνώμη του τουλάχιστον) δείγματα δουλειάς.
Το 1990 γυρίζει τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, το «Trust”, όπου συναντάμε όλα τα γνώριμα χαρακτηριστικά του ύφους του. Η ιστορία αναφέρεται σε δύο αληθινούς outsiders (loosers θα τους χαρακτηρίζαμε επίσης), τη συνάντηση και τον έρωτά τους. Σας ακούγεται πολύ σοβαρό; Καθόλου. Είναι το ιδιαίτερο στιλ του Χάρτλει που «μεταλλάσει» ένα από τη φύση του «βαρύ» θέμα σε μια ιδιόρρυθμη, συχνά διασκεδαστική εμπειρία. Ίσως κάποιους να ξενίσει, αν όμως δεν αποζητάτε μια απόλυτα mainstream κατάσταση, νομίζω ότι θα το ευχαριστηθείτε.
Εκείνος είναι ένας αντικοινωνικός, οργισμένος με τα πάντα τύπος, που ζει με τον καταπιεστικό (στα όρια του psycho) πατέρα του, είναι διανοούμενος, ιδιοφυία στα ηλεκτρονικά, αλλάζει δουλειές σαν πουκάμισα, αφού δεν ανέχεται τις καταστάσεις που δημιουργούνται εκεί και, καλού – κακού, κουβαλά μόνιμα μαζί του μια… χειροβομβίδα. Εκείνη είναι μια αφελής κοπέλα με μηδενικά ενδιαφέροντα, που παρατά το σχολείο, διώχνεται από το σπίτι της και, επί πλέον, μένει έγκυος από έναν ανεγκέφαλο αθλητή γκόμενο. Οι δύο αυτοί παντελώς ανόμοιοι άνθρωποι θα συναντηθούν, θα ερωτευτούν και θα φτιάξουν μια πολύ ιδιότυπη σχέση που θα τους αλλάξει.
Το στιλ του Χάρτλει συνδυάζει τρυφερότητα, ρομαντισμό ακόμα, παράδοξο χιούμορ, απίθανες καταστάσεις και ατάκες, κοφτό μοντάζ και μια έντονη αποστασιοποίηση, ένα είδος απόστασης του δημιουργού από τα τεκταινόμενα. Αυτό φαίνεται κυρίως στις ηθοποιίες. Όλοι μιλούν (επίτηδες φυσικά) κάπως μηχανικά, με σύντομες ατάκες, σαν στημένοι. Δεν νομίζω ότι μπορώ να το κάνω περισσότερο κατανοητό αν δεν το δείτε οι ίδιοι. Το παράξενο αυτό στιλ πάντως συχνά γίνεται, νομίζω, πηγή διασκέδασης για τον θεατή. Όλες αυτές οι ιδιαιτερότητες πάντως, που θυμίζουν άλλες αντίστοιχες των καλών αμερικάνικων ανεξάρτητων ταινιών, δεν κρύβουν την τρυφερότητα που προαναφέραμε, την αγάπη του δημιουργού για τους παράξενους ήρωές του, την αισιόδοξη άποψη ότι όλα μπορούν να ταιριάσουν μεταξύ τους, ότι για όλους υπάρχει κάπου μια «αδελφή ψυχή». Προς θεού, όχι με οποιονδήποτε διδακτικό τρόπο – μην πάει καθόλου το μυαλό σας εκεί – αλλά με τρόπο πρωτότυπο, παιχνιδιάρικο, απολαυστικό. Αν είστε λάτρης ου ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά, θεωρώ την περίπτωση Χάρτλει της δεκαετίας ου 90 απόλυτα «must”, ενώ το «Trust” μια από τις πιο αντιπροσωπευτικές δουλειές του.
Παρασκευή, Αυγούστου 16, 2013
Η ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΚΗ "ΜΑΣΚΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ"
Ο Jean Νegulesco (1900-1993), ρουμανικής καταγωγής, υπήρξε ένας από εκείνους τους παλιούς χολιγουντιανούς δημιουργούς με τις πολλές ταινίες στο ενεργητικό τους – μάλλον άγνωστες οι περισσότερες σήμερα – που, ωστόσο, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν κακοί. Απλώς ξεχασμένοι. Άλλωστε αρκετές από αυτές είχαν πάρει πολύ καλές κριτικές. Το 1944 πάντως αναλαμβάνει να μεταφέρει στην οθόνη το καλό βιβλίο του Eric Ambler «Η Μάσκα του Δημήτριου» και τα καταφέρνει νομίζω μια χαρά.
Το
βιβλίο – και η ταινία – ακολουθούν τα βήματα ενός συγγραφέα στην αναζήτηση του
διαβόητου κακοποιού Δημήτριου Μακρόπουλου, ενός έλληνα της Σμύρνης. Ο
συγγραφέας βλέπει το πτώμα του εγκληματία στην Κωνσταντινούπολη, ακούει γι’
αυτόν και την μακρόχρονη εγκληματική του δράση, γοητεύεται με μάλλον νοσηρό τρόπο από την τρομακτική αυτή προσωπικότητα και αποφασίζει να σχηματίσει το
πολύπλοκο παζλ των εγκλημάτων του, που ξεκινούν από τη Σμύρνη πριν την καταστροφή
του 1922 και, περνώντας από την Αθήνα, το Βελιγράδι, τη Βιέννη και αλλού,
καταλήγουν στο Παρίσι και σε απροσδόκητες αποκαλύψεις.
Πάνω
σ’ αυτό το πρωτότυπο, νομίζω, μοτίβο, πλέκεται ένα γαϊτανάκι από συνωμοσίες,
προδοσίες, κατασκοπεία, απάτες και σατανικά σχέδια, αρκετά
από τα οποία έχουν σχέση με τη μπερδεμένη πολιτική κατάσταση της Ευρώπης και
των Βαλκανίων στο μεσοπόλεμο. Από το φιλμ έχουν αφαιρεθεί κάποιες από τις
ιστορικές και πολιτικές αναφορές που υπάρχουν στο βιβλίο, αφήνοντας το καθαρό
μυστήριο και το σασπένς να κυριαρχήσουν. Ο πρωταγωνιστής, ο πάντοτε χαρακτηριστικός
Πίτερ Λόρε, γράφει όπως πάντα στην οθόνη, ενώ η ασπρόμαυρη φωτογραφία, με τα
κοντράστα μαύρου – άσπρου και τις μακριές σκιές, είναι σαφώς επηρεασμένη από τον
γερμανικό εξπρεσιονισμό, προσδίδοντας έτσι στην ταινία μια υποβλητική
ατμόσφαιρα. Όσο για τον Δημήτριο, αποτελεί ένα είδος ενσάρκωσης του αρχετυπικού
Κακού, μια φιγούρα αδίστακτη, δίχως τύψεις για τα όσα πράττει και προκαλεί, που εμπνέει έναν
ανεξέλεγκτο, σχεδόν στα όρια του μεταφυσικού, φόβο στους γύρω του, ακόμα και
στις ερωμένες του.
Καλό,
ατμοσφαιρικό και, όπως είπα και πριν, πρωτότυπο φιλμ, στα όρια του νουάρ, και
μάλλον άγνωστο νομίζω σήμερα, το οποίο διαθέτει και το ενδιαφέρον (για εμάς) στοιχείο του ότι
μεγάλο μέρος του διαδραματίζεται στην ταραγμένη περιοχή μας, τα Βαλκάνια.
Πάντως, για να μην σας καλλιεργήσω τέτοιου είδους προσδοκίες, είναι γυρισμένο
σε αμερικάνικα στούντιο και όχι στις ποικίλες πόλεις όπου διαδραματίζεται η
κοσμοπολίτικη δράση του. Κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο άλλωστε, αφού το 1944 η
Ευρώπη αιματοκυλιόταν από τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο…
Πέμπτη, Αυγούστου 01, 2013
ΚΑΛΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ (ΟΣΟΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΑΚΟΜΑ)
Αύγουστος. Πιστό στις παραδόσεις το blοg πάει για μπάνια. Ίσως υπάρξουν και μερικές αναρτήσεις από εκεί, ίσως όχι. Θα τα ξαναπούμε το Σεπτέμβρη.
Εύχομαι, στις δύσκολες μέρες που περνάμε, να κάνουν διακοπές όσο περισσότεροι γίνεται.
Εύχομαι, στις δύσκολες μέρες που περνάμε, να κάνουν διακοπές όσο περισσότεροι γίνεται.
Τετάρτη, Ιουλίου 31, 2013
ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΑΡΚΤΙΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ, Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ
Ο ισπανός Julio Medem έκανε μερικές ενδιαφέρουσες ταινίες στην αρχή της καριέρας του, για να παρακμάσει κάθετα αργότερα και να γυρίσει φιλμς που σχεδόν προκαλούν γέλιο (άθελά τους φυσικά). Στην καλή εποχή του πάντως η μάλλον καλύτερη ταινία του ήταν "Οι Εραστές του Αρκτικού Κύκλου" (Los amantes del Circulo Polar) του 1998.
Πρόκειται για μια απόλυτα ρομαντική ταινία, που μιλά για την έννοια του αιώνιου έρωτα, αλλά και φλερτάρει με το μεταφυσικό στοιχείο. Βασικός άξονας του τελευταίου είναι οι διαρκείς συμπτώσεις που καθορίζουν τις ζωές των δύο ηρώων.
Ο Όττο και η Άνα (τα ονόματα των οποίων είναι αμφότερα καρκινικά, διαβάζονται δηλαδή το ίδιο και ανάποδα) συναντιούνται παιδιά, τη μέρα του θανάτου του πατέρα του κοριτσιού, ερωτεύονται αμέσως και, παρά το ότι οι ζωές τους πολύ αργότερα θα χωρίσουν, παραμένουν ερωτευμένοι σε όλη τους τη ζωή. Από σύμπτωση οι γονείς τους τα φτιάχνουν, οπότε η σχέση τους είναι κάτι σαν αδέλφια εξ αγχιστείας. Αυτό όμως δεν εμποδίζει το εφηβικό φούντωμα του κρυφού τους έρωτα, έως ότου... Δεν θα πω άλλα. Αλλά ο βοράς της Φινλανδίας, ο αρκτικός κύκλος, παίζουν μεγάλο ρόλο σε όλα αυτά.
Ο Medem κάνει πάνω απ' όλα μια πρωτότυπη άσκηση αφήγησης. Οι ίδιες σκηνές παρουσιάζονται από τη (διαφορετική) σκοπιά του καθ' ενός από τους ήρωες. Μόνο έτσι όμως τα κομάτια του παζλ κολλάνε και σχηματίζουν τη συνολική εικόνα. Άλλες φορές η ματιά μπορεί να είναι κοινή, όταν βιώνουν μαζί κάποιο γεγονός, ενώ τα μπρος - πίσω στο χρόνο δεν σταματάνε ποτέ. Ευτυχώς δεν υπάρχουν κενά στο μάλλον δύσκολο αυτό πείραμα. Η ιστορία δένει απόλυτα.
Εκτός από την έννοια του αιώνιου έρωτα, των ανθρώπων που "ο ένας είναι πλασμένος για τον άλλο", ο σκηνοθέτης φιλοσοφεί πάνω στο φαινόμενο της σύμπτωσης. Είναι εξωφρενικές οι συμπτώσεις που καθορίζουν τις ζωές τους, και βέβαια ο Μέντεμ παίζει με το στοιχείο αυτό, προσθέτοντας όλο και περισσότερες και πιο πολύπλοκες, ώστε να αγγίξει, όπως είπαμε στην αρχή, τα όρια του μεταφυσικού. Αλλά ακόμα κι όταν οι δύο ήρωες δεν συναντιούνται, οι ζωές τους κινούνται διαρκώς παράλληλα, βρίσκονται τυχαία ο ένας πολύ κοντά στον άλλον (κυριολεκτικά εννοώ, στον ίδιο χώρο), ακόμα κι αν δεν θα το μάθουν ποτέ.
Παράδοξη, γοητευτική ταινία, με απροσδόκητες καμπές σε όσα συμβαίνουν, που την παρακολούθησα με αμείωτο ενδιαφέρον. Και, όχι. Όσοι φοβάστε τον τόσο ρομαντισμό μην ανησυχείτε. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια αισθηματική ταινία, αλλά για ένα φιλμ στα όρια του φανταστικού, όπου ιστορίες από το παρελθόν και από το παρόν δένονται αριστοτεχνικά μεταξύ τους για να φτιάξουν την πραγματικότητα που βλέπουμε στην οθόνη. Ακόμα κι αν δεν πιστεύετε τίποτα απ' όλα αυτά (είναι εξωφρενικά άλλωστε), το φιλμ εκπέμπει νομίζω μια πολύ ιδιαίτερη γοητεία.
Μετά από τους "Εραστές" ακολούθησε το χάος για τον δημιουργό αυτόν. Κρίμα.
Πρόκειται για μια απόλυτα ρομαντική ταινία, που μιλά για την έννοια του αιώνιου έρωτα, αλλά και φλερτάρει με το μεταφυσικό στοιχείο. Βασικός άξονας του τελευταίου είναι οι διαρκείς συμπτώσεις που καθορίζουν τις ζωές των δύο ηρώων.
Ο Όττο και η Άνα (τα ονόματα των οποίων είναι αμφότερα καρκινικά, διαβάζονται δηλαδή το ίδιο και ανάποδα) συναντιούνται παιδιά, τη μέρα του θανάτου του πατέρα του κοριτσιού, ερωτεύονται αμέσως και, παρά το ότι οι ζωές τους πολύ αργότερα θα χωρίσουν, παραμένουν ερωτευμένοι σε όλη τους τη ζωή. Από σύμπτωση οι γονείς τους τα φτιάχνουν, οπότε η σχέση τους είναι κάτι σαν αδέλφια εξ αγχιστείας. Αυτό όμως δεν εμποδίζει το εφηβικό φούντωμα του κρυφού τους έρωτα, έως ότου... Δεν θα πω άλλα. Αλλά ο βοράς της Φινλανδίας, ο αρκτικός κύκλος, παίζουν μεγάλο ρόλο σε όλα αυτά.
Ο Medem κάνει πάνω απ' όλα μια πρωτότυπη άσκηση αφήγησης. Οι ίδιες σκηνές παρουσιάζονται από τη (διαφορετική) σκοπιά του καθ' ενός από τους ήρωες. Μόνο έτσι όμως τα κομάτια του παζλ κολλάνε και σχηματίζουν τη συνολική εικόνα. Άλλες φορές η ματιά μπορεί να είναι κοινή, όταν βιώνουν μαζί κάποιο γεγονός, ενώ τα μπρος - πίσω στο χρόνο δεν σταματάνε ποτέ. Ευτυχώς δεν υπάρχουν κενά στο μάλλον δύσκολο αυτό πείραμα. Η ιστορία δένει απόλυτα.
Εκτός από την έννοια του αιώνιου έρωτα, των ανθρώπων που "ο ένας είναι πλασμένος για τον άλλο", ο σκηνοθέτης φιλοσοφεί πάνω στο φαινόμενο της σύμπτωσης. Είναι εξωφρενικές οι συμπτώσεις που καθορίζουν τις ζωές τους, και βέβαια ο Μέντεμ παίζει με το στοιχείο αυτό, προσθέτοντας όλο και περισσότερες και πιο πολύπλοκες, ώστε να αγγίξει, όπως είπαμε στην αρχή, τα όρια του μεταφυσικού. Αλλά ακόμα κι όταν οι δύο ήρωες δεν συναντιούνται, οι ζωές τους κινούνται διαρκώς παράλληλα, βρίσκονται τυχαία ο ένας πολύ κοντά στον άλλον (κυριολεκτικά εννοώ, στον ίδιο χώρο), ακόμα κι αν δεν θα το μάθουν ποτέ.
Παράδοξη, γοητευτική ταινία, με απροσδόκητες καμπές σε όσα συμβαίνουν, που την παρακολούθησα με αμείωτο ενδιαφέρον. Και, όχι. Όσοι φοβάστε τον τόσο ρομαντισμό μην ανησυχείτε. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια αισθηματική ταινία, αλλά για ένα φιλμ στα όρια του φανταστικού, όπου ιστορίες από το παρελθόν και από το παρόν δένονται αριστοτεχνικά μεταξύ τους για να φτιάξουν την πραγματικότητα που βλέπουμε στην οθόνη. Ακόμα κι αν δεν πιστεύετε τίποτα απ' όλα αυτά (είναι εξωφρενικά άλλωστε), το φιλμ εκπέμπει νομίζω μια πολύ ιδιαίτερη γοητεία.
Μετά από τους "Εραστές" ακολούθησε το χάος για τον δημιουργό αυτόν. Κρίμα.
Τρίτη, Ιουλίου 30, 2013
ΤΑ "400 ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ" ΚΑΙ ΟΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΖΩΕΣ
Τα "400 Χτυπήματα" (Les Quatre Cents Coups) γυρίστηκαν το 1959, είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Francois Truffaut (1932-1984) και, μαζί με το "Με Κομένη την Ανάσα" του Γκοντάρ σημαδεύει την αρχή της περίφημης γαλικής νουβέλ βαγκ, ενός "κινήματος" που ανέτρεψε πολλά από τα κινηματογραφικά στάνταρ και άλλαξε όσο λίγα το σινεμά.
Η ασπρόμαυρη αυτή ταινία παρακολουθεί τη ζωή του μαθητή Αντουάν Ντουανέλ, ενός τυπικά "κακού" παιδιού, που σύντομα θα περάσει από το σκασιαρχείο και την τιμωρία στο σχολείο στην κλοπή και τον εγκλεισμό σε αναμορφωτήριο. Παρακολουθεί τη ζωή του στο σχολείο, την κακή σχέση του με το δάσκαλο, τη φιλική του σχέση με ένα πλούσιο, επίσης "κακό" παιδί (ο Αντουάν είναι φτωχός) και, κυρίως, τη σχέση του με τους γονείς: Μια σκληρή μητέρα που δεν νοιάζεται γι' αυτόν και έναν θετό πατέρα, ο οποίος μάταια προσπαθεί να κερδίσει την αγάπη του παιδιού.
Στο φιλμ το δράμα, ακόμα και η σκληρότητα, εναλλάσσονται με το χιούμορ, η καθημερινή συναισθηματική βία με την τρυφερότητα, οι καλές με τις κακές στιγμές. Βλέπετε, η ζωή, ακόμα και στα πιο δύσκολά της, δεν είναι ποτέ μονομερής. Πάντοτε έχει τις εναλλαγές της. Γι' αυτό, ακόμα και μια κακή σχέση, όπως αυτή των μελών της οικογένειας, έχει τις ευτυχισμένες στιγμές της, όπως η έξοδός τους για σινεμά.
Η τρυφερότητα της ματιάς του Τριφό είναι συγκινητική. Ναι, είναι ένα "κακό παιδί", που βρίσκεται σε συνεχείς μπελάδες, ο σκηνοθέτης όμως δεν κρύβει τη συμπάθεια και την κατανόησή του. Και αντιλαμβάνεται καλά την χαρά και τη ξενοιασιά που μπορεί, για παράδειγμα, να δημιουργήσει μια απαγορευμένη κοπάνα από το καταπιεστικό σχολείο. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Βλέπουμε, όπως είπαμε, τη ζωή ενός παιδιού που δεν θα έπρεπε να είναι παράδειγμα για κανένα. Γιατί ο Τριφό το βλέπει με τόση συγκίνηση και συμπάθεια; Ένας λόγος (φαίνεται από την πρώτη κιόλας σκηνή στην τάξη) είναι ότι ο Ντουανέλ δεν είναι μόνο "κακός" (σε εισαγωγικά φυσικά) και δημιουργός συνεχών προβλημάτων. Είναι και άτυχος. Συχνά καταδικάζεται για κάτι για το οποίο δεν φταίει. Αυτό όμως συμβαίνει μερικές μόνο φορές. Η ουσία βρίσκεται αλλού. Ο ουσιαστικός λόγος της συμπάθειάς για έναν "άσωτο" ξεδιπλώνεται ξεκάθαρα στη λίγο πριν το τέλος εξομολόγησή του: Την διήγηση της ζωής του. Εκεί βλέπουμε κάτι περισσότερο από καθαρά αυτό που νομίζω ότι θέλει να πει ο σκηνοθέτης: Δεν υπάρχουν ακριβώς "κακά παιδιά". Ίσως μόνο κάποιες ιδιαιτερότητες στο χαρακτήρα, όπως ένας υπερβολικός πόθος για ελευθερία. Είναι οι κοινωνικές συνθήκες, ο τρόπος ζωής, που τα δημιουργούν. Στη σκηνή αυτή το πράγμα ξεκαθαρίζεται. Έχουμε όμως υποψιαστεί ήδη τη θέση του σκηνοθέτη: Είναι τόσο ανάγλυφη η καταπιεστικότητα, η πνιγηρότητα τόσο του σχολείου όσο και της οικογένειας που καταγράφεται σ' όλο το φιλμ...
Συγχρόνως μ' όλα αυτά ο Τριφό κάνει συχνές αναφορές στο ίδιο το σινεμά (κοπάνες για ταινίες, οικογενειακή θέαση του φιλμ "Το Παρίσι μας Ανήκει", διαρκής παρουσία κινηματογραφικών αφισών κλπ.), επιβεβαιώνοντας έτσι τη γνωστή του κινηματογραφοφιλία. Θυμίζω επίσης ότι ο κόσμος των παιδιών τον συγκινούσε πάντα, αφού μ' αυτά έχει ασχοληθει και σε άλλη, μεταγενέστερη ταινία του.
Τελειώνοντας θα ήθελα να προειδοποιήσω όσους αρέσκονται σε αποκλειστικά σαφείς καταλήξεις ότι το τέλος παραμένεια ανοιχτό. Τι θα συμβεί μετά; Κάθε υπόθεση των θεατών είναι ευπρόσδεκτη. Άλλωστε η ανατροπή του κλασικού σχήματος "αρχή - μέση - τέλος" ήταν ένα από τα γνωρίσματα της νουβελ βαγκ.
Θα τη χαρακτήριζα κλασική ταινία. Πιστεύω ότι μετά τόσες δεκαετίες η συγκίνηση που προκαλεί και η ευαισθησία της παραμένουν αναλοίωτες. Αυτό δεν χαρακτηρίζει τις μεγάλες ταινίες;
Η ασπρόμαυρη αυτή ταινία παρακολουθεί τη ζωή του μαθητή Αντουάν Ντουανέλ, ενός τυπικά "κακού" παιδιού, που σύντομα θα περάσει από το σκασιαρχείο και την τιμωρία στο σχολείο στην κλοπή και τον εγκλεισμό σε αναμορφωτήριο. Παρακολουθεί τη ζωή του στο σχολείο, την κακή σχέση του με το δάσκαλο, τη φιλική του σχέση με ένα πλούσιο, επίσης "κακό" παιδί (ο Αντουάν είναι φτωχός) και, κυρίως, τη σχέση του με τους γονείς: Μια σκληρή μητέρα που δεν νοιάζεται γι' αυτόν και έναν θετό πατέρα, ο οποίος μάταια προσπαθεί να κερδίσει την αγάπη του παιδιού.
Στο φιλμ το δράμα, ακόμα και η σκληρότητα, εναλλάσσονται με το χιούμορ, η καθημερινή συναισθηματική βία με την τρυφερότητα, οι καλές με τις κακές στιγμές. Βλέπετε, η ζωή, ακόμα και στα πιο δύσκολά της, δεν είναι ποτέ μονομερής. Πάντοτε έχει τις εναλλαγές της. Γι' αυτό, ακόμα και μια κακή σχέση, όπως αυτή των μελών της οικογένειας, έχει τις ευτυχισμένες στιγμές της, όπως η έξοδός τους για σινεμά.
Η τρυφερότητα της ματιάς του Τριφό είναι συγκινητική. Ναι, είναι ένα "κακό παιδί", που βρίσκεται σε συνεχείς μπελάδες, ο σκηνοθέτης όμως δεν κρύβει τη συμπάθεια και την κατανόησή του. Και αντιλαμβάνεται καλά την χαρά και τη ξενοιασιά που μπορεί, για παράδειγμα, να δημιουργήσει μια απαγορευμένη κοπάνα από το καταπιεστικό σχολείο. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Βλέπουμε, όπως είπαμε, τη ζωή ενός παιδιού που δεν θα έπρεπε να είναι παράδειγμα για κανένα. Γιατί ο Τριφό το βλέπει με τόση συγκίνηση και συμπάθεια; Ένας λόγος (φαίνεται από την πρώτη κιόλας σκηνή στην τάξη) είναι ότι ο Ντουανέλ δεν είναι μόνο "κακός" (σε εισαγωγικά φυσικά) και δημιουργός συνεχών προβλημάτων. Είναι και άτυχος. Συχνά καταδικάζεται για κάτι για το οποίο δεν φταίει. Αυτό όμως συμβαίνει μερικές μόνο φορές. Η ουσία βρίσκεται αλλού. Ο ουσιαστικός λόγος της συμπάθειάς για έναν "άσωτο" ξεδιπλώνεται ξεκάθαρα στη λίγο πριν το τέλος εξομολόγησή του: Την διήγηση της ζωής του. Εκεί βλέπουμε κάτι περισσότερο από καθαρά αυτό που νομίζω ότι θέλει να πει ο σκηνοθέτης: Δεν υπάρχουν ακριβώς "κακά παιδιά". Ίσως μόνο κάποιες ιδιαιτερότητες στο χαρακτήρα, όπως ένας υπερβολικός πόθος για ελευθερία. Είναι οι κοινωνικές συνθήκες, ο τρόπος ζωής, που τα δημιουργούν. Στη σκηνή αυτή το πράγμα ξεκαθαρίζεται. Έχουμε όμως υποψιαστεί ήδη τη θέση του σκηνοθέτη: Είναι τόσο ανάγλυφη η καταπιεστικότητα, η πνιγηρότητα τόσο του σχολείου όσο και της οικογένειας που καταγράφεται σ' όλο το φιλμ...
Συγχρόνως μ' όλα αυτά ο Τριφό κάνει συχνές αναφορές στο ίδιο το σινεμά (κοπάνες για ταινίες, οικογενειακή θέαση του φιλμ "Το Παρίσι μας Ανήκει", διαρκής παρουσία κινηματογραφικών αφισών κλπ.), επιβεβαιώνοντας έτσι τη γνωστή του κινηματογραφοφιλία. Θυμίζω επίσης ότι ο κόσμος των παιδιών τον συγκινούσε πάντα, αφού μ' αυτά έχει ασχοληθει και σε άλλη, μεταγενέστερη ταινία του.
Τελειώνοντας θα ήθελα να προειδοποιήσω όσους αρέσκονται σε αποκλειστικά σαφείς καταλήξεις ότι το τέλος παραμένεια ανοιχτό. Τι θα συμβεί μετά; Κάθε υπόθεση των θεατών είναι ευπρόσδεκτη. Άλλωστε η ανατροπή του κλασικού σχήματος "αρχή - μέση - τέλος" ήταν ένα από τα γνωρίσματα της νουβελ βαγκ.
Θα τη χαρακτήριζα κλασική ταινία. Πιστεύω ότι μετά τόσες δεκαετίες η συγκίνηση που προκαλεί και η ευαισθησία της παραμένουν αναλοίωτες. Αυτό δεν χαρακτηρίζει τις μεγάλες ταινίες;
Κυριακή, Ιουλίου 28, 2013
ΕΝΑ "ΤΡΕΝΟ ΓΙΑ ΤΗ ΛΙΣΑΒΩΝΑ" ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΕΙ ΖΩΕΣ
Ο σουηδός Bille August γυρίζει το "Night Train to Lisbon" το 2013 με ένα εξαιρετικό all star καστ: Τζέρεμι Άιρονς, Σαρλότ Ράμπλινγκ, Λένα Όλιν, Τομ Κόρτνεϊ, Μπρούνο Γκανς... Πρόκειται για τη ιστορία ενός μοναχικού ελβετού καθηγητή, που μια μέρα σώζει μια κοπέλα από αυτοκτονία... και η ζωή του αλλάζει ριζικά. Ψάχνοντας να τη βρει (όχι για ερωτικούς λόγους) θα πάρει ένα τρένο για τη Λισαβώνα, αφήνοντας τα πάντα πίσω του. Εκεί η ιστορία θα γίνει πολυπλοκότερη, καθώς τα χνάρια και ένα βιβλίο ενός άγνωστού του, νεκρού πλέον, συγγραφέα, τον οδηγούν όλο και πιο βαθιά σε παλιές ιστορίες που σχετίζονται με τα σκοτεινά χρόνια του φασισμού και της στυγνής δικτατορίας του Σαλαζάρ στη χώρα.
Βρήκα την ιστορία πολύ ενδαφέρουσα, καθώς παίζει σε δύο επίπεδα: Το ένα είναι το προσωπικό, του μεσήλικα καθηγητή, και είναι περισσότερο υπαρξιακό. Ο ήρωας θα αντιληφτεί ξαφνικά πόσο έχει βαλτώσει η ζωή του και, όταν του συμβαίνει κάτι αναπάντεχο, είναι έτοιμος να τα παρατήσει όλα και να ριχτεί σε μια άγνωστη περιπέτεια. Είναι αυτό που συμβαίνει όταν συνειδητοποιείς ξαφνικά πόσο άδεια είναι η ζωή σου και θέλεις να τα αλλάξεις όλα, έστω και με τίμημα την βολή και την ασφάλειά σου (το θέμα θυμίζει αυτό στις "Άγριες Φράουλες" του Μπέργκμαν). Ασφυκτιούμε και νοιώθουμε την αμνάγκη αλλαγής, έστω και αν δεν το συνειδητοποιούμε. Σε πόσους θα δοθεί η ευκαιρία για μαι τέτοια ριζική αλλαγη; Το δεύτερο επίπεδο είναι το πολιτικό: Έχει να κάνει με ιστορίες ξεχασμένες από πολλούς, που όμως πονάνε ακόμα. Και με μια απόλυτη καταδίκη του φασισμού, καθώς βλέπουμε πόσο ανοιχτές παραμένουν οι πληγές 40 χρόνια μετά... Βλέπετε. αν τα γουρούνια καταλάβουν την εξουσία, η βρωμιά τους θα μολύνει μια κοινωνία όχι μόνο κατά τη διάρκεια της εξουσίας τους, αλλά και για πάρα πολύ καιρό μετά, αφού θα έχουν προ πολλού ψοφήσει!
Βρήκα όλα αυτά σημαντικά και σε μερικά σημεία και συγκινητικά. Η ταινία αφηγείται την ιστορία και ξετυλίγει τα νήματα με συνεχή μπρος πίσω στο χρόνο, που λειτουργούν μια χαρά. Το θέμα είναι ότι η σκηνοθεσία του August, όπως συνήθως, είναι πολύ ακαδημαϊκή θα έλεγα, δίχως εκπλήξεις και κορυφώσεις. Είναι ακριβώς αυτό που θα περίμενε κανείς να δει και τίποτα παραπάνω. Αν όμως η ακαδημαϊκή, κλασική σκηνοθεσία δεν σας ενοχλεί, νομίζω ότι θα απολαύσετε το φιλμ.
Άφησα τελευταία μια σύμβαση, που απαντάται μεν συχνά στο σινεμά, εδώ όμως, λόγω πολυεθνικότητας της ίδιας της ιστορίας της ταινίας, "παραγίνεται" σε βαθμό που με ενόχλησε: Πρόκειται για έναν ελβετό καθηγητή λυκείου (οι ελβετοί μιλάν γαλλικά ή/και γερμανικά ή/και ιταλικά), ο οποίος πάει εντελώς ξαφνικά και απρογραμμάτιστα σε μια χώρα όπου μιλάν πορτογαλικά και συννενοείται άψογα με όλους σε άπταιστα... αγγλικά. Με όλους: Από διαβάτες στο δρόμο ή υπαλλήλους ενός νεκροταφείου μέχρι πιο μορφωμένα άτομα, δίχως ποτέ να έχει κάποιο εμπόδιο στη συννενόηση, έστω κι αν τα θέματα είναι πολύπλοκα. Και το βιβλίο που παίζει βασικό ρόλο στην ιστορία είναι γραμμένο προφανώς στα πορτογαλικά, αλλά ο ήρωας το μελετά άνετα και επηρεάζεται απ' αυτό. Μερικές φορές η (οικονομικής φύσης) "αναγκαιότητα" να είναι αγγλόφωνο κάποιο φιλμ δημιουργεί σεναριακές αναληθοφάνειες...
Βρήκα την ιστορία πολύ ενδαφέρουσα, καθώς παίζει σε δύο επίπεδα: Το ένα είναι το προσωπικό, του μεσήλικα καθηγητή, και είναι περισσότερο υπαρξιακό. Ο ήρωας θα αντιληφτεί ξαφνικά πόσο έχει βαλτώσει η ζωή του και, όταν του συμβαίνει κάτι αναπάντεχο, είναι έτοιμος να τα παρατήσει όλα και να ριχτεί σε μια άγνωστη περιπέτεια. Είναι αυτό που συμβαίνει όταν συνειδητοποιείς ξαφνικά πόσο άδεια είναι η ζωή σου και θέλεις να τα αλλάξεις όλα, έστω και με τίμημα την βολή και την ασφάλειά σου (το θέμα θυμίζει αυτό στις "Άγριες Φράουλες" του Μπέργκμαν). Ασφυκτιούμε και νοιώθουμε την αμνάγκη αλλαγής, έστω και αν δεν το συνειδητοποιούμε. Σε πόσους θα δοθεί η ευκαιρία για μαι τέτοια ριζική αλλαγη; Το δεύτερο επίπεδο είναι το πολιτικό: Έχει να κάνει με ιστορίες ξεχασμένες από πολλούς, που όμως πονάνε ακόμα. Και με μια απόλυτη καταδίκη του φασισμού, καθώς βλέπουμε πόσο ανοιχτές παραμένουν οι πληγές 40 χρόνια μετά... Βλέπετε. αν τα γουρούνια καταλάβουν την εξουσία, η βρωμιά τους θα μολύνει μια κοινωνία όχι μόνο κατά τη διάρκεια της εξουσίας τους, αλλά και για πάρα πολύ καιρό μετά, αφού θα έχουν προ πολλού ψοφήσει!
Βρήκα όλα αυτά σημαντικά και σε μερικά σημεία και συγκινητικά. Η ταινία αφηγείται την ιστορία και ξετυλίγει τα νήματα με συνεχή μπρος πίσω στο χρόνο, που λειτουργούν μια χαρά. Το θέμα είναι ότι η σκηνοθεσία του August, όπως συνήθως, είναι πολύ ακαδημαϊκή θα έλεγα, δίχως εκπλήξεις και κορυφώσεις. Είναι ακριβώς αυτό που θα περίμενε κανείς να δει και τίποτα παραπάνω. Αν όμως η ακαδημαϊκή, κλασική σκηνοθεσία δεν σας ενοχλεί, νομίζω ότι θα απολαύσετε το φιλμ.
Άφησα τελευταία μια σύμβαση, που απαντάται μεν συχνά στο σινεμά, εδώ όμως, λόγω πολυεθνικότητας της ίδιας της ιστορίας της ταινίας, "παραγίνεται" σε βαθμό που με ενόχλησε: Πρόκειται για έναν ελβετό καθηγητή λυκείου (οι ελβετοί μιλάν γαλλικά ή/και γερμανικά ή/και ιταλικά), ο οποίος πάει εντελώς ξαφνικά και απρογραμμάτιστα σε μια χώρα όπου μιλάν πορτογαλικά και συννενοείται άψογα με όλους σε άπταιστα... αγγλικά. Με όλους: Από διαβάτες στο δρόμο ή υπαλλήλους ενός νεκροταφείου μέχρι πιο μορφωμένα άτομα, δίχως ποτέ να έχει κάποιο εμπόδιο στη συννενόηση, έστω κι αν τα θέματα είναι πολύπλοκα. Και το βιβλίο που παίζει βασικό ρόλο στην ιστορία είναι γραμμένο προφανώς στα πορτογαλικά, αλλά ο ήρωας το μελετά άνετα και επηρεάζεται απ' αυτό. Μερικές φορές η (οικονομικής φύσης) "αναγκαιότητα" να είναι αγγλόφωνο κάποιο φιλμ δημιουργεί σεναριακές αναληθοφάνειες...
Παρασκευή, Ιουλίου 26, 2013
ΟΤΑΝ ΤΟ ΤΑΛΙΝ ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΖΕΙ
Το Ταλίν είναι η πρωτεύουσα της
Εσθονίας. Προσωπικά έχω δει μία μόνο εσθονική ταινία, πολύ καλή μάλιστα.
Πρόκειται για το «Σκοταδι. στο Ταλίν» του 1993, που γύρισε o Ilkka Jarvi-Laturi, ο οποίος στη συνέχεια μάλλον χάθηκε, αφού γύρισε μόλις
δύο άλλα φιλμ μέχρι το 2011 (τα οποία δεν έχω δει).
Το «Σκοτάδι..." ωστόσο υπήρξε μια πολύ
ενδιαφέρουσα ταινία. Με την πτώση του Τείχους και την άμεση σχεδόν
ανεξαρτοποίηση της χώρας από τη Σοβιετική Ένωση, ο χρυσός της Εσθονίας,
τεράστιας αξίας, που μέχρι τότε φυλασσόταν στη Γερμανία (νομίζω), επιστρέφει
θριαμβευτικά στην κεντρική τράπεζα του Ταλίν. Είναι μέρα γιορτής για όλους τους
εσθονούς, αφού η επιστροφή αυτή τονίζει (και με συμβολικό τρόπο) την επιστροφή
της χώρας στην ελευθερία. Ωστόσο μια ομάδα αδίστακτων κακοποιών δεν
ενδιαφέρονται καθόλου για θριάμβους και πανηγυρισμούς και καταστρώνει ένα
μεγαλεπήβολο σχέδιο για να κλέψει το χρυσάφι, τουτέστιν όλη ουσιαστικά την
«περιουσία» μιας ολόκληρης χώρας. Γι' αυτό τα μεσάνυχτα, την ώρα ακριβώς της τελετής της παράδοσης του χρυσού, το ρεύμα πρέπει να κοπεί, το Ταλίν πρέπει να σκοτεινιάσει και οι ληστές να σκοτώσουν με την ησυχία τους τους φρουρούς. Ένας εργαζόμενος στην αντίστοιχη ΔΕΗ του Ταλίν εκβιάζεται για να ρίξει το ρεύμα, δίχως να γνωρίζει για ποιον λόγο, ενώ η γυναίκα του περιμένει από στιγμή σε στιφμή να γεννήσει.
Ξεχάστε τα δεκάδες φιλμ με ληστείες που έχετε δει, όπου οι ληστές είναι συνήθως συμπαθείς και το κοινό ταυτίζεται μαζί τους. Εδώ οι ληστές είναι αληθινά καθάρματα που δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα. Άλλωστε το αρχικό τους σχέδιο, όπως είπαμε, είναι να δολοφονήσουν καμιά δεκαπενταριά φρουρούς - κι αν με τον πανικό αιματοκυλιστεί όλη η πόλη, σκασίλα τους. Συγχρόνως όμως - κι αυτό βρίσκω πολύ ενδιαφέρον στοιχείο - καθάρματα ή μη, δεν παύουν να έχουν ανθρώπινες σχέσεις, δεν παύουν να νοιάζονται και να πονάν για τα παιδιά τους. Σ' αυτές τις τόσο ανθρώπινες συναισθημετικές εκρήξεις άλλωστε βασίζεται και όλη η πλοκή. Βλέπετε, τα εκατοντάδες απρόσωπα θύματα που περνούν αστραπιαία από τις αμερικάνικες (κυρίως) οθόνες, δεν παύουν να είναι "γιοι κάποιων, πατεράδες κάποιων", όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο φιλμ. Και υπάρχει και έντονος προβληματισμός για το βάρος και κυρίως το τίμημα της τόσο ποθητής για πολλούς εξουσίας. Ας πρόσεχαν...
Βρίσκω την ταινία πραγματικό υπόδειγμα σασπένς από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Και μάλιστα σε δύο επίπεδα, αφού από τη μία έχουμε τη ληστεία και, σε παράλληλη δράση, την γέννα της κοπέλας, που, πιστέψτε με, δεν υστερεί καθόλου σε αγωνία. Η φωτογραφία είναι ασπρόμαυρη (με μια έκπληξη προς το τέλος, όπου όλα κορυφώνονται). Γενικά απο την πρώτη στιγμή θα καταλάβετε ότι δεν βρίσκεστε μπροστά σε μια ακόμα χολιγουντιανή παραγωγή με ληστεία, αλλά σε κάτι απόλυτα διαφορετικό. Και γι' αυτό, για μένα τουλάχιστον, απόλυτα καλοδεχούμενο. Είναι κι αυτή η ανάλυση των ανθρώπινων σχέσεων που προανέφερα - δίχως το σασπένς να μειώνεται καθόλου - οπότε μπορώ να μιλήσω για ένα φιλμ που μου αρέσει πολύ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

















