Πέμπτη, Απριλίου 25, 2013

ΠΕΡΙ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ... ΜΙΛΚ ΣΕΪΚ

O Armen Evrensel (δεν έχω ιδέα τι καταγωγής μπορεί είναι αυτό το όνομα) γυρίζει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του το 2012 με τίλο... "Space Milkshake". Όπως μάλλον καταλαβαίνετε, πρόκειται για μια απόλυτα συνειδητή παρωδία ταινιών επιστημονικής φαντασίας.
Το σκάφος του φιλμ δεν πραγματοποιεί καμιά απολύτως ηρωική αποστολή, κάθε άλλο μάλιστα. Είναι απλούστατα μια... διαστημική σκουπιδιάρα, που περιφέρεται γύρω απο τη γη μαζεύοντας διαστημικά σκουπίδια που ολοένα και αυξάνονται. Το πλήρωμα είναι τετραμελές (δυο άντρες, δυο γυναίκες), ο ένας είναι νεοφερμένος και αντιμετωπίζεται από τους άλλους με περιφρονηση και ως παιδί για όλες τις δουλειές, ο καπετάνιος έχει ερωτικά προβλήματα με μια από τις κοπέλες και όλα κυλάνε απόλυτα ρουτινιάρικα, ώσπου δέχονται μια διαστημική είσβολή. Το πλάσμα που εισχωρεί, άγνωστο πώς, στο σκάφος τους είναι ένα... πλαστικό παπάκι μπάνιου, που μάλιστα όταν το ζουλάς κάνει πίου πίου! Κι όμως. Πρόκειται για αληθινή απείλή!
Η ταινία παρωδεί με αρκετά αστείο τρόπο μια σειρά από κλισέ της επιστημονικής φαντασίας, αλλά και σατιρίζει πολύ συγκεκριμένες ταινίες του είδους, με σαφέστερες αναφορές στο πρώτο "Άλιεν" και στην "Οδύσσεια του Διαστήματαος". Το όλο φιλμ θυμίζει αρκετά, τόσο σαν κλίμα όσο και σαν στόρι, την πρώτη ταινία του Τζον Κάρπεντερ, το "Dark Star". Φυσικά από ένα σημείο και πέρα μετατρέπεται σε κλειστοφοβικό θρίλερ, αλλά πάντοτε με πολύ χιούμορ και πλάκες, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο πετυχημένες. Για μένα πάντως όλα τα λεφτά είναι ο ρόλος και η προσωπκότητα του κυβερνήτη, που ερμηνεύεται από τον Billy Boyd (έναν από τους πρωταγωνιστές - χόμπιτ στο "Lord of the Rings"). Ζοχάδας, ανασφαλής, μάλλον βλάκας, καταπιεστικός όπου τον παίρνει και με άνευ λόγου κατάχρηση εξουσίας, αποτέλεσε διαρκή πηγή γέλιου κατά τη διάρκεια του φιλμ. Αλλά και με τις εν γένει (επίτηδες) τραβηγμένες απο τα μαλλιά καταστάσεις διασκέδασα αρκετά, καθώς και με μερικές ιδιαίτερες ατάκες ("έχω πονοκέφαλο σε όλο μου το σώμα").
Σε γενικές γραμμές, και, προφανώς, δίχως να είναι και τίποτα σπουδαίο, η low budget καναδέζικη αυτή ταινιούλα με έκανε να περάσω δυο ευχάριστες ώρες και να "παίξω" με τα κλισέ του είδους. Φυσικά πολύ περισσότερο νόημα έχει όταν το φιλμ αυτό παρακολουθείται από θεατές που γνωρίζουν το είδος και ξέρουν τα στάνταρ του, αλλά και τις συγκεκριμένες ταινίες στις οποίες αναφέρεται. Αλλιώς ένα μεγάλο μέρος της πλάκας χάνεται.
Πάντως πρόκειται για μια από τις περιπτώσεις που διαφωνώ με την πολύ χαμηλή βαθμολογία που δίνουν οι θεατές του IMDB. Το βρήκα πιο διασκεδαστικό, φαίνεται, από τον μέσο όρο. Και πέρασα καλά, δίχως, τονίζω και πάλι, να πρόκειται για κάτι πολύ σπουδαίο. Και, στο κάτω - κάτω, μ' αρέσει να παρωδούνται "ιερά τέρατα" ενός συγκεκριμένου χώρου, άσχετα αν τα συγκεκριμένα "ιερά τέρατα" συγκαταλέγονται στα αγαπημένα μου φιλμ. Νομίζω ότι πρόκειται για απελευθερωτική "ασέβεια".

Δευτέρα, Απριλίου 22, 2013

ΧΙΟΝΑΤΗ Α ΛΑ ΙΣΠΑΝΙΚΑ

Να λοιπόν που ξαφνικά οι... βωβές ταινίες έγιναν μόδα. Το δρόμο άνοιξε το υπερεπιτυχημένο "The Artist" για να πάρουν τη σκυτάλη και άλλα φιλμ, ευτυχώς με εντελώς διαφορετική προσέγγιση, αισθητική και "υπόθεση". Ο ισπανός (νομίζω βάσκος, για να είμαι ακριβέστερος) Pablo Berger λοιπόν καταπιάνεται εν έτει 2012 με τον πασίγνωστο μύθο της Χιονάτης και των 7 Νάνων (άλλη μόδα κι αυτή μετά το 2010) και κάνει την "Blancanieves" (Χιονάτη). Την οποία αλλάζει με πολλούς και δημιουργικούς τρόπους, ενώ ταυτόχρονα, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, παραμένει πιστότατος στον αρχικό μύθο.
Κατ' αρχήν μεταφέρει την ιστορία στη δεκαετία του 20. Αυτό του δίνει την αφορμή για μια βουβή και ασπρόμαυρη ταινία. Δεύτερον αφαιρεί το "μαγικό", το φανταστικό στοιχείο, κάνοντάς την ρεαλιστική (όσο ρεαλιστική μπορεί να είναι μια τέτοια ιστορία). Πάντως η "μαγική" διάσταση δεν υπάρχει. Και, τρίτον, την μεταφέρει στην Ισπανία, και μάλιστα στην όμορφη Σεβίλη.
Ο μύθος λοιπόν ανανεώνεται, διασκευάζεται ριζικά και με φαντασία. Η μητέρα της Χιονάτης πεθαίνει στη γέννα, ο πατέρας, διάσημος ταυρομάχος, μένει ανάπηρος, οπότε η δεύτερη "κακιά" σύζυγός του βρίσκει την ευκαιρία να απομονώσει πλήρως τη μικρη Χιονάτη και, όταν αυτή πάει να κατοικήσει μαζί τους, να τη βασανίζει και να αποκρύπτει την ύπαρξή της από τον ανήμπορο πατέρα. Όσο για τους νάνους, είναι όντως επτά νάνοι, οι οποίοι είναι υποτίθεται διάσημοι στην Ισπανία καθώς περιφέρονται σ' αυτήν κάνοντας μια πλούσια παράσταση - παρωδία ταυρομαχίας. Και υπάρχουν φυσικά και πολλές άλλες έξυπνες παραλλαγές, ώστε τίποτα ουσιαστικά από την πρωτότυπη ιστορία να μην πάει χαμένο, τίποτα να μιην παραλειφτεί.
Η ιστορία λοιπόν μεταμορφώνεται έξυπνα σε δράμα, το οποίο διαθέτει και ρομαντισμό, πάθος και έρωτα, συγκίνηση, αλλά και έντονο σασπένς, που συχνά προκαλεί αγωνία στον θεατή. Σε κάποιες στιγμές μάλιστα ο σκηνοθέτης διαπραγματεύετει το φιλμ σαν ταινία τρόμου. Όσο για τον πρίγκηπα, μην τον περιμένετε σε λευκό άλογο. Ο πρίγκηπας ζει ανάμεσά μας και είναι κοινός θνητός. Διαθέτει επίσης (το φιλμ, όχι ο πρίγκηπας) και όμορφη, ασπρόμαυρη φωτογραφία, είναι διαρκώς πλημμυρισμένο από πολύ καλή, ισπανικού κλίματος επίσης, μουσική (θα με ενδιέφερε να έχω το σάουντρακ) και, βεβαίως όλο το φολκλόρ (με καλή έννοια το λέω) της Ισπανίας, τουτέστιν ταυρομαχίες, φλαμένκο, αρένες κλπ. Μιλά επίσης για θέματα όπως η ζήλεια, η εκδίκηση, η ματαιοδοξία, πάνω απ' όλα όμως μιλά για τη δύναμη του θεάματος (άρα και του σινεμά του ίδιου): Οι ταυρομαχία, το φλαμένκο σαν χορός και παράσταση, το τσίρκο είναι πανταχού παρόντα και κινούν τα νήματα της ιστορίας.
Άφησα τελευταίες τις πάμπολλες κινηματογραφικές αναφορές: Από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό στα "Freaks" του Μπράουνινγκ και από "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων" στα ασπρόμαυρα χιτσκοκικά θρίλερ και τα παλιά χολιγουντιανά μελό, όλα βρίσκονται εδώ. Και μάλιστα με ωραία φωτογραφία και ευφάνταστη σκηνοθετική προσέγγιση. Αν προσθέσετε και το εξ ορισμού αξιοπερίεργο μια βουβής ταινίας το 2012, το όλο πράγμα είναι και ενδιαφέρον και, τουλάχιστον εμένα, με κράτησε από την αρχή ως το τέλος. Παραμύθι μεν, αλλά ενήλικο και με κάμποσα επίπεδα. Το συνιστώ.

Παρασκευή, Απριλίου 19, 2013

ΑΙΣΘΗΣΙΑΚΗ "SIESTA"

H Mary Lambert έχει γυρίσει κυρίως βιντεοκλίπ (μεταξύ των οποίων και πολλά της Madonna στα 80ς και 90ς) και τηλεταινίες. Έχει κάνει όμως και σχετικά λίγο σινεμά. Η πρώτη ταινία της το 1987 ήταν η "Siesta", ένα παράξενο φιλμ, που προσωπικά μάλλον μου αρέσει (αν και, όπως έχω καταλάβει, είμαι πιθανόν από τους λίγους).
Μια αμερικάνα ξυπνά σε πολύ άσχημη κατάσταση στο πλάι ενός χωματόδρομου στην Ισπανία, με τον μεσημεριανό ήλιο να καίει. Δεν θυμάται τίποτα. Αρχίζει λοιπόν να περιπλανιέται στην περιοχή και στις κοντινές μικρές πόλεις, σε μια από τις οποίες ζει ο πρώην εραστής της, ενώ σκηνές από το παρελθόν της στην Αμερική εμφανίζονται συχνά σαν φλας μπακ. Στην Ισπανία πάντως θα συναντήσει μια ομάδα από παράξενους, εκκεντρικούς ανθρώπους... και όλα θα γίνουν σχεδόν παραισθητικά.
Η "Siesta" κινείται στο χώρο του φανταστικού, αφήνει πιθανόν κάμποσες απορίες στο θεατή και διαθέτει ένα παράδοξο, σχεδόν σουρεαλιστικό κλίμα. Παλλινδρομεί διαρκώς ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, τη μνήμη και τη λήθη, την πραγματικότητα και την παραίσθηση. Αυτό που κυριαρχεί όμως πάνω απ' όλα είναι ένας έντονος ερωτισμός, διάχυτος θαρείς στην ατμόσφαιρα. Μια ατμόσφαιρα που είναι κυρίως μεσημεριανή, ζεστή, ιδρωμένη και όχι νυχτερινή, όπως θα φανταζόταν κανείς ότι ταιριάζει σε ένα φιλμ με ερωτισμό και φανταστικά στοιχεία. Το ερωτικό πάθος είναι πανταχού παρόν σχεδόν σε κάθε σκηνή. Άλλωστε, όπως ανακαλύπτουμε διαρκώς, η αμνησιακή ηρωίδα κινείται ουσιαστικά και δρα με βάση το πάθος αυτό, όλες της οι πράξεις έχουν σαν επίκεντρο τον εραστή που άφησε κάπου στην Ισπανία. Ταυτόχρονα το φιλμ γίνεται συχνά αγχωτικό, καθώς όλοι μας (μαζί με την ηρωίδα βεβαίως) πασχίζουμε να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει, πώς συνδέονται όλα αυτά τα πρόσωπα, αν υπάρχει χρόνος...
Η ταινία ανήκει σ'  αυτές που κυρίως με γοήτευσαν για τη συνολική τους ατμόσφαιρα (διότι σε όλα τα υπόλοιπα μπορεί κανείς να έχει αρκετές αντιρρήσεις). Βρήκα δηλαδή γοητευτικό αυτόν τον συνδυασμού ερωτισμού και μυστηρίου, αυτό το παραισθητικά ερωτικό κλίμα. Στο τέλος τη λύση μοπορεί να την έχουμε ξαναδεί. Αλλά μέχρι τότε το παράδοξο παραμένει το κυρίαρχο στοιχείο. Μαζί με το ξερό, έρημο σχεδόν, λουσμένο σε έναν άγριο και καυτό ήλιο ισπανικό τοπίο. Επιπλέον διαθέτει ένα εξαιρετικό καστ με επικεφαλής την Έλεν Μπάρκιν σε έναν ιδιαίτερα αισθησιακό ρόλο (και με αρκετές γυμνές εμφανίσεις): Μετρείστε: Γκάμπριελ Μπερν, Τζούλιαν Σαντς, Ισαβέλα Ροσελίνι, Μάρτιν Σιν, Γκρέις Τζόουνς, Τζόντι Φόστερ!
Επιτρέψτε μου λοιπόν να βρίσκω γοητευτικό το παράξενο αυτό φιλμ και να αφήνομαι στο αγχωτικό και μυστηριώδες κλίμα του. Αν δεν σας τραβήξει πάντως θα το καταλάβω.
ΥΓ: Η Lambert έκανε στη συνέχεια την τρόμου "Pet Cemetary" βασισμένη σε βιβλίο του Στίβεν Κινγκ και λίγες άλλες, άγνωστες σε μένα ταινίες. Ίσως θα άξιζε να τους ρίξω μια ματιά...

Πέμπτη, Απριλίου 18, 2013

"ΤΟ ΣΩΜΑ" : ΟΤΑΝ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΑ "ΒΙΠΕΡ ΝΟΡΑ"

Και όμως! Ο Andrew Niccol παραμένει ο άνθρωπος που γύρισε το "Gattaca", μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία επιστημονικής φαντασίας, το 1997! Εν έτει 2013 όμως γυρίζει το τραγικό "The Host" ("Το Σώμα" στα ελληνικά) και... φοβάμαι ότι αγγίζει τον πάτο. Αναμενόμενο ήταν βέβαια, αφού βασίζεται (και είναι πιστή απόδοση, όπως μαθαίνω) μυθιστορήματος της Stephenie Meyer, της συγγραφέα των ατελείωτων "Twilight". Και εδώ λοιπόν οι δακρύβρεκτοι έρωτες και τα εφηβικής φύσης διλήμματα κυριαρχούν. Μα πάνω απ' όλα κυριαρχεί το χιλοφορεμένο (και ψευδές, πολύ φοβάμαι) "η αγάπη όλα τα νικά".
Η γη λοιπόν έχει καταληφτεί από εξωγήινους εισβολείς. Κάποια μικρά, αραχνοειδή, φωτεινά πλάσματα (σχεδόν άϋλα, σα να αποτελούνται μόνο από ακτίνες φωτός), τα οποία μπαίνουν στον ανθρώπινο ξενιστή τους, οικειοποιούνται τις αναμνήσεις του και παραμερίζουν την ανθρώπινη προσωπικότητά του. Τώρα βέβαια η εισβολή αυτή είναι ειρηνική, τα πλάσματα είναι μη βίαια και επιβάλλουν ειρήνη στον πλανήτη, λύνουν το οικολογικό πρόβλημα και δημιουργούν μια ιδανική κοινωνία (με υποδουλωμένους ανθρώπους πάντως). Κάποιοι ελάχιστοι άνθρωποι όμως παραμένουν ελεύθεροι και αντιστέκονται. Μια κοπέλα απ' αυτούς αποκαλύπτεται και συλλαμβάνεται από τους εισβολείς και καταλαμβάνεται κι αυτή από μια "Ψυχή", όπως αποκαλούνται οι τελευταίοι. Διατηρεί όμως ανέπαφη την ανθρώπθινη προσωπικότητά της, έρχεται σε επαφή με την εισβολέα, που αποδεικνύεται "καλών προθέσεων" (όπως και όλοι οι εξωγήινοι), τα βρίσκουν, αλλά... συγκρούονται στον ερωτικό τομέα, αφού η κοπέλα έχει το αγόρι της ενώ η "Ψυχή" ερωτεύεται ένα φίλο του. Και από εκεί αρχίζει ένα νερόβραστο ερωτικό... τετράγωνο (δυο άντρες, μια κοπέλα και μια αθέατη εξωγήινη). Τώρα γιατί και πώς ένα μικρό αραχνοειδές πλάσμα από φως ερωτεύεται έναν μαντράχαλο, αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Το πράγμα είναι τόσο γελοίο όσο ακούγεται. Από ένα σημείο και πέρα μάλιστα αναλώνεται σχεδόν αποκλειστικά στα ερωτικά ζητήματα (θα επικρατήσει ο έρωτας της παραμερισμένης ανθρώπινης προσωπικότητας ή αυτός της ακούσιας "φιλοξενούμενης";) Οι διάλογοι Ψυχής - κοπέλας είναι ανυπόφοροι (ακούμε διαρκώς τη φωνή της κοπέλας off) και, σα να μην έφταναν όλα αυτά, βρίσκω τη σκηνοθεσία άνευρη, δίχως την παραμικρή ατμόσφαιρα και με ελάχιστο σασπένς. Δεν υπάρχει ούτε καν θέαμα. Εξ άλλου τα πάντα είναι απόλυτα προβλέψιμα, το συγκινητικό χάπι εντ δεν αντέχεται και ο θρίαμβος της - χριστιανικής φύσης - αγάπης που νικά τα πάντα τόσο απόλυτος όσο απίθανος (δυστυχώς ξαναλέω) είναι στον αληθινό κόσμο. Για να το πω δηλαδή καθαρά, σπάνια έχω βαρεθεί τόσο σε ταινία. Όσο για τον Ουίλιαμ Χαρτ, μάλλον μάταια προσπαθεί να περισώσει κάτι.
Δεν ξερω αν το φιλμ μπορεί να συγκινήσει 14χρονους ρομαντικούς έφηβους (προσοχή, πρεπει απαραίτητα να είναι και ρομαντικοί, το "έφηβοι" μόνο δεν αρκεί). Δύσκολα όμως θα καταφέρει να συγκινήσει στοιχειωδώς σκεπτόμενους ενήλικες. Και δεν νομίζω ότι θα φταίω εγώ αν κατατάξω την ταινία στις δέκα χειρότερες επιστημονικής φαντασίας των πολλών τελευταίων ετών...

Δευτέρα, Απριλίου 15, 2013

STOKER: ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ

Ανήκω στους θαυμαστές του σκοτεινού κορεάτη Chan-wook Park (θυμηθείτε το "Old Boy" ή την "Δίψα"). Για πρώτη φορά το 2013 ο απωανατολίτης δημιουργός πηγαίνει στην Αμερική και, έχοντας μάλιστα στο καστ του ολόκληρη Νικόλ Κίντμαν, γυρίζει το "Stoker", την πρώτη αγγλόφωνη ταινία του.
Πρόκειται βέβαια για θρίλερ. Αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα / συζύγου σε αυτοκινητικό δυστύχημα, στο πλούσιο σπίτι όπου μένουν η χήρα και η έφηβη κόρη της, εμφανίζεται ο θείος (αδελφός του νεκρού), για τον οποίο οι γυναίκες είχαν ακούσει, αλλά δεν είχαν συναντήσει ποτέ. Γοητευτικός, μυστηριώδης, θα αρχίσει ένα παιχνίδι γοητείας και αποπλάνησης με αμφότερες (η μητέρα είναι ασταθής ψυχολογικά και στα όρια του αλκοολισμού). Σύντομα τα πράγματα θα αποκαλύψουν ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο απ' αυτό που βλέπουμε σε πρώτο επίπεδο και έτσι θα ξεκινήσει ένα παιχνίδι αποκαλύψεων, που σχετίζεται με ένα εφιαλτικό παρελθόν.
Σκοτεινή ταινία, με διάχυτο ερωτισμό, φλερτάρει με το φιλμ τρόμου, αλλά διαθέτει και μαύρο χιούμορ. Η μυστηριώδης ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο σκηνοθέτης, δίχως να μπαίνει εμφανώς στο χώρο του φανταστικού, παίζει μ' αυτό, δημιουργεί ένα σχεδόν μεταφυσικό κλίμα και είναι σίγουρα υποβλητική. Αλοίμονο άλλωστε. Μιλάμε για έναν δεξιοτέχνη του είδους! Αυτό που εντυπωσιάζει γενικότερα είναι το σκηνοθετικό μέρος (υπερσκηνοθετημένο το χαρακτήρισαν κάποιοι κριτικοί, προσωπικά πάντως το βρήκα γοητευτικό). Βρήκα επίσης ενδιαφέρουσα την όλη, μοναχική και κλειστή προσωπικότητα της μικρής, τη δύσκολη ενηλικίωση (άλλωστε στις αντιδράσεις της συμβάλλει και η εφηβεία), το ερωτικό της ξύπνημα και την προσχώρησή της στο κακό.
Συνολικά ωστόσο η ταινία μου αρέσει λιγότερο από τις κορεάτικες του Παρκ. Οι λόγοι είναι καθαρά σεναριακοί. Ενώ διατηρεί το εξαιρετικό του σκηνοθετικό στιλ, θα έλεγε κανείς ότι πηγαίνοντας στην Αμερική ο βιρτουόζος σκηνοθέτης χάνει τη σεναριακή του πρωτοτυπία, κάνει κάποιες παραχωρήσεις και, τελικά, γυρίζει ένα σκοτεινό θρίλερ ανατροπών, το οποίο βρίσκω μεν ενδιαφέρον, αλλά (σεναριακά πάντοτε) το έχουμε ξαναδεί στο αμερικάνικο σινεμά κάμποσες φορές. Είναι, τέλος πάντων, αυτό που περιμένει κανείς από ένα θρίλερ - συν την εντυπωσιακή σκηνοθεσία. Για μια φορά λοιπόν ακόμα επαληθεύεται μια παράδοση που θέλει πρωτότυπους ξένους σκηνοθέτες που φτάνουν στο Χόλιγουντ να "αφομοιώνονται" απ' αυτό (εντάξει, όχι απόλυτα, είπαμε ότι βρήκα τη σκηνοθεσία πολύ ιδιαίτερη, αλλά οι προηγούμενες ταινίες του διέθεταν και κάτι άλλο, μια τρέλα, μια παράνοια που εδώ απουσιάζει).
Περιμένω με αγωνία τη συνέχεια του ξεχωριστού αυτού δημιουργού. Κορεάτικη ή αμερικάνικη άραγε; Δεν σας κρύβω ότι θα προτιμούσα την πρώτη πιθανότητα.
ΥΓ: Ο τίτλος Stoker, που είναι το όνομα της οικογένειας, παραπέμπει βέβαια στον συγγραφέα του "Δράκουλα" Bram Stoker. Γιατί όμως; Ομολογώ ότι δεν βρήκα καμιά σχέση ή υπαινιγμό.

Κυριακή, Απριλίου 14, 2013

EIJANAIKA : ΠΛΗΘΩΡΙΚΟ ΚΑΙ ΧΑΩΔΕΣ

Δεν ξέρω πόσοι από εσάς είστε συνηθισμένοι στο σινεμά του Shohei Imamura (1926-2000). Είναι ένα σινεμά πληθωρικό, μερικές φορές χαώδες, που αποτελείται από ταινίες συνήθως μεγάλης διάρκειας και ταυτόχρονα ιδιαίτερα τολμηρό για τα δεδομένα της Ιαπωνίας. Ο Imamura δεν είναι ο τιμητής της ηρωικής Ιαπωνίας του παρελθόντος, των σαμουράι και των κωδίκων τιμής τους, αλλά ούτε και της σύγχρονης Ιαπωνίας του οικονομικού θαύματος. Προτιμά να φέρνει στο φως τις σκοτεινές πλευρές της, τα αρνητικά της στοιχεία, να σαρκάζει τις γιαπωνέζικες ιδιαιτερότητες και την βαθύτατη και αυστηρότατη ταξική της δομή.
Το "Eijanaika" του 1981 μας μεταφέρει στα μέσα του 19ου αιώνα, σε μια ταραγμένη για τη χώρα περίοδο. Ωστόσο δεν επικεντρώνει την προσοχή του στην εξουσία, αλλά στις επιπτώσεις των όσων συμβαίνουν στο λαό, στους φτωχούς (λούμπεν μάλλον) ανθρώπους. Παρακολουθεί τη ζωή του ήρωα του φιλμ, την ακούσια εμπλοκή του σε πόλεμο, την επιστροφή του στο χωριό, όπου μαθαίνει ότι η γυναίκα του έχει πουληθεί σαν πόρνη (μια "ευγενής" συνήθεια των Ιαπώνων που συνεχίστηκε μέχρι  τα μέσα του 20ού αιώνα), τα προβλήματά του με τις αρχές και τελικά την εγκατάστασή του σε μεγάλη πόλη, όπου ζει βοηθώντας σε ένα πορνείο (η πορνεία και οι διάφορες πτυχές της είναι ένα θέμα που επανέρχεται συχνά στο σινεμά του). Βασικό φόντο όλων αυτών είναι η κοινωνική αδικία, με διάφορες μορφές, πλην όμως πανταχού παρούσα. Η ζωή των φτωχών στρωμάτων, από την άλλη, δεν ωραιοποιείται, αλλά παρουσιάζεται κι αυτή βρώμικη, σκληρή, καθόλου ρομαντική, όπως, φαντάζομαι, ότι όντως ήταν.
Μη φανταστείτε πάντως σοσιαλιστικούς ρεαλισμούς και άλλα τέτοια. Το σινεμά του Imamura (το είπαμε) βρίσκεται σχεδόν στον αντίποδα. Ο όρος "πληθωρικό", που χρησιμοποίησα στην αρχή, είναι νομίζω ο πιο αντιπροσωπευτικός. Όλα στο φιλμ είναι κάπως υπερβολικά, "φωνακλάδικα", χαώδη και συχνά γκροτέσκα. Κατ' αρχήν (για να πάρουμε τη λέξη "φωνακλάδικα" κυριολεκτικά) πρέπει να συνηθίσετε στον ήχο μιας ιδιαίτερα θορυβώδους ταινίας. Όλοι οι ήχοι είναι δυνατοί, η μουσική το ίδιο, οι ήρωες μοιάζουν να φωνάζουν. Η έννοια του χαμηλότονου δεν υπάρχει στην ταινία. Αντίθετα τα στοιχεία του χειμμαρώδους, του γκροτέσκου, του χαώδους, του μαύρου χιούμορ κυριαρχούν πέρα ως πέρα. Η ζωή του ήρωα, που δεν έχει στον ήλιο μοίρα και είναι έρμαιο στις ίντριγκες και τις αποφάσεις υψηλότερων κοινωνικά ανθρώπων, είναι δοσμένη με αυτούς τους υψηλούς τόνους. Τελικά, μαζί με άλλους φουκαράδες, λούμπεν σχεδόν, θα κάνουν την παράδοξη, παράξενη κι αυτή σαν όλα στην ταινία, επανάστασή τους δίχως στόχο σχεδόν, μια επανάσταση αυθόρμητη και, φοβάμαι, καταδικασμένη.
Αυτό που κυρίως μένει από το φιλμ είναι η πολύ δυνατή και πολύ μεγάλη σε διάρκεια τελική σκηνή. Καρναβαλική, διονυσιακή, χαώδης, πολυπληθής, περισσότερο ξέσπασμα σε πανηγύρι και γιορτή παρά αληθινή επανάσταση με πολιτικούς όρους, εικονογραφεί αξέχαστα την αυθόρμητη, άναρχη, διχως σχέδιο εξέγερση των χαμηλότερων στρωμάτων που επιχειρούν να μπουν (πανηγυρίζοντας και χορεύοντας) στην "καθώς πρέπει" πόλη διασχίζοντας την απαγορευμένη γι' αυτούς γέφυρα που χωρίζει τους δύο κόσμους. Η σκηνή συγκλονίζει πραγματικά με την τραγική της κατάληξη. Τα πλήθη ξεχύνονται τραγουδώντας, ουρλιάζοντας την ιαχή "Eijanaika", που σημαίνει "γιατί όχι;" και όσα ακολουθούν ανήκουν στις πολύ δυνατές σκηνές του σινεμά.
Η ταινία, με τη μεγάλη της διάρκεια και τον θορυβώδικο, γκροτέσκο της τονο, ίσως παρακολουθείται δύσκολα από όσους δεν είναι συνηθισμένοι στο γιαπωνέζικο σινεμά (και σ' αυτό του Imamura ιδιαίτερα). Νομίζω όμως ότι αξίζει τον κόπο για κάτι διαφορετικό.

Παρασκευή, Απριλίου 12, 2013

Ο ΤΖΑΚ, ΤΑ ΦΑΣΟΛΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΦΕ

"Ο Τζακ και η Φασολιά" είναι βέβαια ένα πολύ γνωστό παραμύθι. Το "Τζακ ο φονιάς των Γιγάντων" πάλι είναι ένα μάλλον λιγότερο γνωστό βρετανικό παραμύθι. Οι υπέυθυνοι της ταινίας λοιπόν "πάντρεψαν" τα δύο παραμύθια και δημιούργησαν το υβρίδιο "Τζακ ο Κυνηγός Γιγάντων" (Jack the Giant Slayer) το 2013. Σκηνοθετης ο γνωστός μας Bryan Singer. Δημιουργός αρχικά του θαυμάσιου "Συνήθεις Ύποπτοι", απομακρύνθηκε αμέσως από το στιλ της πρώτης αυτής ταινίας του, μπήκε για τα καλά στο Χόλιγουντ και έκτοτε υπογράφει κυρίως μπλγκμπάστερ. Βρίσκω τα X-Men του συμπαθητικά, φοβάμαι όμως ότι ποτέ δεν θα με εντυπωσιάσει ξανά όπως έκανε με την πρώτη του ταινία.
Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με κλασικό παραμύθι. Μάλλον για μεγάλους βέβαια, αφού και κάμποση βία έχει και τις τρομαχτικές μορφές των γιγάντων που θα στείλουν τα παιδάκια κατευθείαν στην αγκαλιά της αϋπνίας. Τα μαγικά φασόλια που βρίσκει το αγροτόπαιδο Τζακ φτιάχνουν βεβαίως την θρυλική φασολιά που φτάνει μέχρι τον ουρανό, αυτή όμως αποτελεί την μοιραία γέφυρα για να κατέβουν στη γη οι προαιώνιοι εχθροί των ανθρώπων, οι φριχτοί γίγαντες, με καταστροφικές συνέπειες. Και έτσι οι μάχες ξεκινούν. Και βέβαια και τα ηρωικά κατορθώματα και το απαραίτητο και βασικό για τον μύθο ρομαντικό στοιχείο και ο απαγορευμένος έρωτας πριγκήπισας - αγροτόπαιδου και όλα τα σχετικά.
Η ταινία είναι σίγουρα θεαματική. Άλλωστε στο θέαμα κυρίως, μέσω εντυπωσιακών εφέ, ποντάρει για να προσελκύσει θεατές. Οι φασολιές που ανεβαίνουν στον ουρανό, οι τρομακτικοί γίγαντες και η εντυπωσιακή σε τοπία χώρα τους, οι μάχες... Επίσης μάλλον δεν υπάρχουν κοιλιές, οπότε το φιλμ κυλά με δίχως να κάνει τον θεατή να βαρεθεί (όχι εμένα τουλάχιστον), αλλά και δίχως να διαθέτει ιδιαίτερο νεύρο. Από την άλλη όμως δεν κάνει καμιά προσπάθεια να αποφύγει πάμπολλα κλισέ του είδους (και όχι μόνο). Επίπεδοι, μάλλον μονοδιάστατοι χαρακτήρες (ιδιαίτερα ο κακός), απόλυτα προβλέψιμο τέλος, ο κλασικός έρωτας-με-την-πρώτη-ματιά, το επίσης κλασικό ξεπέρασμα των ανισοτήτων και των απαγορεύσεων στο αισθηματικό μέρος, αποτελούν μερικά μόνο από αυτά. Συν τις χιλιοειδωμένες σε κάθε λογής περιπετειώδεις ταινίες απιθανότητες (για εκατομμυριοστή φορά κάποιος θα πέσει από γκρεμό και θα πιαστεί την τελευταία στιγμή από το χέρι κάποιου σωτήρα ή από μια ανθυποσχισμή του βράχου, από την οποία θα κρατηθεί βεβαίως παρά τη φόρα που έχει, πράγμα που προφανώς δεν γίνεται, για να αναφέρουμε έτσι στην τύχη ένα από τα πιο πολυχρησιμοποιημένα).
 Τέλος πάντων, νομίζω ότι συνολικά η μαγεία του παραμυθιού μάλλον λείπει. Αν ωστόσο αρκείστε στο φαντασμαγορικό θέαμα και τα εντυπωσιακά εφέ μπορούν να σας κρατήσουν από μόνα τους, τότε νομίζω ότι θα ευχαριστηθέίτε την ταινία. Όπως ξαναείπα σε αρκετά σημεία είναι εντυπωσιακή οπτικά. Μέχρις εκεί όμως. Προσωπικά έχω προ πολλού πάψει να ικανοποιούμαι από τέτοια στοιχεία και μόνο. Χωρίς πάντως αυτό να σημαίνει ότι έπληξα βλέποντάς την. Απλώς δεν πρόσθεσα και τίποτα σπουδαίο στην κινηματογραφική μου παιδεία...

Κυριακή, Απριλίου 07, 2013

SFF-RATED 2013 (Ή ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ)

Ο χρόνος πέρασε και ήρθε πάλι ο καιρός για το Φεστιβάλ Επιστημονικής Φαντασίας 2013 (το γνωστό SF-Rated). Από την Τετάρτη 10 Απριλίου (με avant-premiere παρακαλώ). Όπως κάθε χρόνο στον φιλικότατο και συμπαθέστατο Μικρόκοσμο, στη Συγγρού, όπως κάθε χρόνο με πλήθος μικρού μήκους ταινιών που δεν πρόκειται να δειτε πουθενά αλλού και με καμιά δεκαριά μεγάλου μήκους, οι περισσοτερες από τις οποίες δεν θα παιχτούν στα ελληνικά σινεμά. Όσοι πιστοί προσέλθετε (αλλά και οι άπιστοι γίνονται δεκτοί). Καλές ταινίες, σύντροφοι! Θα είμαστε εκεί.
Ακολουθεί το πρόγραμμα:





 

Σάββατο, Απριλίου 06, 2013

ΒΟΥΤΩΝΤΑΣ ΣΤΗ ΜΑΓΕΙΑ ΤΩΝ ΦΕΛΙΝΙΚΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ

Ένα παιδί πηγαίνει στο σχολείο μέσα από ένα δάσος, ενώ γύρω του απλώνεται πυκνή ομίχλη. Όταν αυτή διαλύετει σε ένα σημείο, προβάλει ένα τεράστιο ζώο, βουβάλι μάλλον. Αλήθεια ή παραίσθηση; Ντάλα μεσημέρι σε μια ιταλική εξοχή. Πάνω σε ένα μοναχικό, πανύψηλο δέντρο, ένας ψιλόλιγνος άντρας φωνάζει: "Θέλω γυναίκα!". Ένα υπαίθριο γλέντι γάμου σε μια παραλία. Λίγο πιο πέρα από το μακρύ τραπέζι ένας τυφλός ακορντεονίστας παίζει την υπέροχη μουσική του. Ένα πελώριο, ολόφωτο υπερωκεάνειο εμφανίζεται ξαφνικά ανάμεσα σε πέπλα ομίχλης, γεμίζοντας ενθουσιασμό τους κατοίκους της πόλης που έχουν ανοιχτεί μέσα σε βάρκες για να θαυμάσουν το νυχτερινό του πέρασμα.
Πρόκειται βέβαια για ελάχιστες μόνο από τις μαγικές σκηνές που συνθέτουν το "Amarcord" που γύρισε το 1973 ο μεγάλος Federico Fellini. Μια ταινία μαγική, παραισθητική, γλυκόπικρη και κωμική ταυτόχρονα. Τι ακριβώς είναι όμως το "Amarcord", που σημαίνει "θυμάμαι"; Είναι αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος: Οι αναμνήσεις του Φελίνι από την παιδική του ηλικία στο Ρίμινι, όπου μεγάλωσε, στη δεκαετία του 30.
Ο Φελίνι ποτέ δεν υπήρξε λάτρης του στέρεου, αυστηρά δομημένου σεναρίου. Συχνά τα σενάριά του ήταν αυτοσχεδιαστικά, σκόρπια, σαν τυχαίες ψηφίδες που συνθέτουν ένα παζλ (θυμηθείτε το "8 1/2", το "Σατιρικόν", την "Ιουλιέτα των Πνευμάτων" κλπ.). Έτσι και εδώ. Μην περιμένετε μια ιστορία με αρχή, μέση, τέλος και κορυφώσεις. Αυτή τη φορά οι ψηφίδες αφορούν τις αναμνήσεις του απο την παιδική ηλικία, όπως είπαμε, που διαδραματίζονται κατά τη διάρκεια ενός χρόνου. Οι ήρωες των αναμνήσεων είναι διάφοροι. Τα περιστατικά καλύπτουν μία ευρύτατη συναισθηματική γκάμα, από ευτράπελα έως τραγικά. Κι όμως διαθέτουν ένα κοινό ύφος. Μια απίστευτη μαγεία, μια εντονότατη νοσταλγική ατμόσφαιρα (η νοσταλγία άλλωστε είναι νομίζω το κυρίαρχο στοιχείο στο φιλμ). Κι όλα αυτά πλημμυρισμένα από την υπέροχη μουσική του Nino Rota, που προσθέτει τόσο στη νοσταλγική ατμόσφαιρα όσο και στην όλη μαγεία του φιλμ.
Η μνήμη, φιλτραρισμένη μέσα από τον χρόνο, σπάνια προσεγγίζει την απόλυτη αλήθεια. Συχνά παραποιούμε όσα ζήσαμε, νομίζουμε ότι τα πράγματα συνέβησαν αλλιώς. Η ονειρική ατμόσφαιρα που δημιουργεί το φιλμ, οι συχνά παραισθητικές σκηνές, το αξεδιάλυτο ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, τονίζουν με ιδανικό τρόπο το στοιχείο αυτό: Τα πράγματα φαίνονται έτσι επειδή έτσι τα θυμόμαστε. Όχι υποχρεωτικά επειδή έτσι συνέβησαν στ' αλήθεια. Και ποιος είναι ο ιδανικότερος δημουργός για να τονίσει αυτό το στοιχείο αν όχι ο Φελίνι;
Φυσικά και εδώ πανταχού παρόν, όπως σε πολλά άλλα φιλμ του, είναι και ένα άλλο στοιχείο, το γκροτέσκο. Δεν είναι μόνο τα συχνά παράδοξα περιστατικά ή οι εκκεντρικοί χαρακτήρες που τονίζουν αυτή τη διάσταση. Είναι και οι ίδιες οι απίστευτες μορφές των ηθοποιών (ερασιτέχνες οι περισσότεροι): Ο τυφλός ακορντεονίστας, η νάνος καλόγρια, η ψιλικατζού με τα γιγάντια στήθη, ο τρελός θείος, η νυμφομανής της πόλης, ο ελαφρώς ξεμωραμένος παπούς και τόσοι άλλοι είναι φιγούρες που μένουν χαραγμένες στη μνήμη και που νομίζω ότι θα κατοικούν εκεί για όλη μας τη ζωή. Το στοιχείο του γκροτέσκου άλλωστε τονίζεται περαιτέρω με την θεατρική διάσταση που συχνά υπάρχει, τα μερικές φορές εμφανώς ψεύτικα σκηνικά (όπως αυτά της νυχτερινής θάλασσας). Όπως επίσης και με την ύπαρξη ενός αφηγητή, ο οποίος, γυρίζοντας προς την κάμερα, λέει στους θεατές σύντομα κομάτια από την ιστορία της πόλης, θυμίζοντάς μας έτσι ότι όσα βλέπουμε είναι σινεμά, είναι κατασκευασμένα και όχι υποχρεωτικά αληθινά. Θα το πω για μια ακόμα φορά: Όλα, μα όλα, συμβάλλουν ιδανικά στη δημιουργία της χαρακτηριστικής μαγικής και ονειρικής ατμόσφαιρας, που αποτελεί το σήμα κατατεθέν του δημιουργού.
Ο Φελίνι συχνά κατηγορήθηκε για έλλειψη πολιτικών θέσεων. Όλα όσα βλέπουμε στην ταινία διαδραματίζονται σε μια εποχή όπου ο φασισμός κυριαρχεί. Πολύ λίγα όμως απ' όσα συμβαίνουν σχετίζονται μ' αυτόν. Βεβαίως υπάρχουν μερικές σκηνές που αναφέρονται στην πολιτική κατάσταση, και μάλιστα φανερώνουν την αντιπάθεια του Φελίνι γι' αυτήν, όπως η σκηνή όπου ο πατέρας του μικρού ήρωα ποτίζεται ρετσινόλαδο απ' τους φασίστες. Ωστόσο σε καμία περίπτωση η πολιτική κατάσταση δεν αποτελεί το επίκεντρο του φιλμ. Προσωπικά δεν μου φαίνεται παράξενο. Το ενδιαφέρον του σκηνοθέτη είναι να καταγράψει τις φιλτραρισμένες μέσα από το χρόνο - και γι' αυτό πιθανόν αλλαγμένες - αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Τα παιδιά δεν αντιλαμβάνονται την πολιτική κατάσταση. Μπορούν να παίζουν και να είναι ευτυχισμένα κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς, και μάλιστα να πείθονται απ' αυτό. Όταν ενηλικιωθούν βέβαια όλα αυτά αλλάζουν. Αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με μια υποκειμενική καταγραφή παιδικής ηλικίας. Να γιατί κάπως απουσιάζει το πολιτικό πλαίσιο.
Φυσικά θεωρώ την ταινία αριστούργημα. Μη σας πτοήσει η έλλειψη "κανονικής" πλοκής. Αφεθείτε στη μαγεία της, γελάστε ή δακρύστε, πάνω απ' όλα όμως απολαύστε την. Σπάνια το σινεμά μπορεί να γίνει τοσο ευαίσθητο!

Πέμπτη, Απριλίου 04, 2013

ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΤΙΠΟΤΑ "ΔΕΝ ΚΡΑΤΙΕΤΑΙ"...

Όσοι παρακολουθούν αυτό το μπλογκ ξέρουν καλά ότι είμαι φαν του σινεμά του Pedro Almodovar. Οι αρκετές τελευταίες ταινίες του με είχαν μάλιστα ενθουσιάσει. Δυστυχώς δεν συνέβει το ίδιο με το "Δεν Κρατιέμαι" (Los Amantes Pasajeros) του 2013. Μπορώ να πω μάλιστα ότι ίσως και να τη θεωρώ τη χειρότερη ταινία του από τη μακρινή εποχή των "Γυναικών στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης", οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, σηματοδοτούν το ξεκίνημα της ώριμης περιόδου του.
Το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ διαδραματίζεται σε ένα αεροπλάνο που πραγματοποιεί (σκόπευε να πραγματοποιήσει μάλλον) την υπερατλαντική πτήση Ισπανία - Μεξικό. Ένα πρόβλημα όμως στο σύστημα προσγείωσης δημιουργεί τρόμο σε όσους γνωρίζουν γι' αυτό. Οι επιβάτες της οικονομικής θέσης ναρκώνονται από το πρωσωπικό για να μην υπάρξει πανικός και οι μόνοι που αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει είναι οι λίγοι και απόλυτα ετερόκλητοι επιβάτες της business class. Και φυσικά το προσωπικό: Οι τρεις γκέι αεροσυνοδοί και οι δύο αμφι πιλότοι. Σιγά - σιγά οι μάσκες πέφτουν, όλοι θέλουν να επικοινωνήσουν με τα αγαπημένα τους πρόσωπα στην Ισπανία (και μπορούν να το κάνουν μόνο από το δημόσιο τηλέφωνο που είναι ανοιχτής ακρόασης), οπότε γνωρίζουμε ποιος είναι ποιος και γιατί βρίσκεται εκεί, ενώ οι προσωπικές τους ιστορίες (απίθανες όπως πάντα στον αλμοδοβαρικό κόσμο) ανακατεύονται με τα τεκταινόμενα στο αεροπλάνο. Εν τω μεταξύ οι πλάκες με τους γκέι και τη συμπεριφορά τους συνεχίζονται αδιάκοπα, ενώ μαθαίνουμε εν καιρώ ότι όλοι πηδιούνται με όλους...
Φυσικά οι περισσότερες ιστορίες περιστρέφονται γύρω από το σεξ και τον έρωτα σε όλες τις μορφές τους. Και υπάρχουν αναφορές και στη σύγχρονη κατάσταση της Ισπανίας. Συνολικά πάντως ο Αλμοδοβάρ εγκαταλείπει εδώ το γνωστό μπαρόκ μελοδραματικό κλίμα του - πάντοτε διανθισμένο ωστόσο με χιούμορ και με την αμίμητη κιτς αισθητική του - για μια καθαρή κωμωδία. Αυτό από μόνο του δεν έχει τίποτα το κακό. Είναι το στιλ και η ποιότητα της κωμωδίας που με ενόχλησαν. Βρήκα το όλο χιούμορ με τους γκέι επιπέδου Σεφερλή (εντάξει, είμαι υπερβολικός, δεν είναι τόσο κακό, αλλά παρασύρομαι από τις συγκρίσεις με άλλες ταινίες του σκηνοθέτη), το όλο στόρι κάπως χύμα, τις καταστάσεις τραβηγμένες, όχι όμως γοητευτικά τραβηγμένες όπως παλιότερα. Απλώς τραβηγμένες. Προσπαθώ να εκφράσω όσο πιο λογικά μπορώ τι ήταν αυτό που δεν μου άρεσε. Δεν το πετυχαίνω απόλυτα. Είναι πάντως γεγονός ότι κάπου στη μέση βαρέθηκα! Ειναι πρώτη φορά που μου συμβαίνει σε ταινία του Αλμοδοβάρ. Αυτή τη φορά βρίσκω ότι, πολύ απλά, το γνωστό (και αριστουργηματικό για μένα) αλμοδοβαρικό μπάχαλο δεν λειτουργεί. Εντάξει, κάποιες έξυπνες και αστείες στιγμές υπάρχουν. Προφανώς. Και υπάρχει και η κιτς, κοντά στην ψυχαδέλεια των 60ς αισθητική που έχει πλάκα. Το όλο πράγμα όμως μου φάνηκε περισσότερο χοντρό και εύκολο παρά διασκεδαστικό.
Δεν πειράζει. Είναι τόσες οι ταινίες του που μ' αρέσουν, που μπορώ εύκολα να του συγχωρήσω ένα παραστράτημα. Είμαι σίγουρος ότι σύντομα θα ξαναδούμε καλά πράγματα από τον Αλμοδοβάρ. Ο οποίος μάλιστα (αν εξαιρέσουμε προφανώς αυτό το φιλμ) για μένα τουλάχιστον διανύει περίοδο ακμής και ωριμότητας.

Δευτέρα, Απριλίου 01, 2013

ΟΤΑΝ Ο ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΙΤΣΑΜ ΜΟΙΑΖΕΙ ΜΕ ΚΑΟΥΡΙΣΜΑΚΙ

Οι Olivier Babinet και Fred Kihn είναι γάλλοι. Όπως αποδεικνύει περίτρανα η πρώτη ταινία τους, που γύρισαν το 2010 "Ο Ρόμπερτ Μιτσαμ είναι Νεκρός", οι επιροές τους δεν κρύβονται. Αντίθετα είναι κάτι περισσότερο από εμφανείς.
Η ταινία είναι μια ελεγεία για περίεργους losers. Το απίθανο τρίο των πρωταγωνιστών της αποτελείται από έναν μεσήλικα ροκά, πρώην μέλος συγκροτήματος, έναν πανύψηλο και ατσούμπαλο άνεργο ηθοποιό και έναν απίστευτο μαύρο... ροκαμπιλά (που για μένα είναι όλα τα λεφτά, και γι' αυτό θα επανέλθουμε σ' αυτόν). Ο πρώτος είναι μάνατζερ του δεύτερου και, όταν μαθαίνει ότι ένας διάσημος παλαίμαχος πλέον σκηνοθέτης του Χόλιγουντ βρίσκεται σε ένα φεστιβάλ κινηματογράφου σε μια μικρή, χαμένη πόλη κάπου μέσα στον... Αρκτικό Κύκλο, βουτάει απλούστατα ένα αυτοκίνητο, το πολύτιμο σενάριο που έχει γράψει και τον μάλλον άβουλο wannabe πρωταγωνιστή του και φεύγουν δίχως την παραμικρή προετοιμασία για εκεί. Μέχρι να φτάσουν θα συμβούν πολλά.
Road movie, κουφές φάσεις, σχετικά λίγοι διάλογοι, παράδοξες συμπεριφορές, κάποια συγκίνηση και νοσταλγία, ιδιόρυθμο χιούμορ, κοινότοπα μέρη και χώροι σαν σκηνικά και ένας γενικός μινιμαλισμός συνθέτουν ένα κράμα που είναι μεν γοητευτικό (μάλλον για λίγους, φοβάμαι), πλην όμως... σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά; (για να επανέλθουμε στις επιροές που λέγαμε). Ε, λοιπόν, λίγες σκηνές μόνο να δει κανείς μεταφέρεται αμέσως σε ένα κλίμα ολόιδιο μ' αυτό του Aki Kaurismaki, με προσθήκες Τζάρμους. Οι δημιουργοί δεν κάνουν καμιά απολύτως προσπάθεια να κρύψουν αυτές τις "εκκωφαντικές" επιδράσεις. Μάλλον το αντίθετο. Σα να πασχίζουν πάσει θυσία να μιμηθούν τους σκηνοθέτες αυτούς. Κατά τη γνώμη μου δεν καταφέρνουν να φτάσουν τα πρότυπά τους, ωστόσο βρήκα το αποτέλεσμα συμπαθητικό, δίχως όμως να είναι και κάτι φοβερό.
Η συγκίνηση που λέγαμε πάντως ενυπάρχει στην όλη συνταγή: Κρύβεται στην άρνηση των ηρώων να ενηλικιωθούν και να ζήσουν μια "φυσιολογική" (;) ζωή, στις εμμονές τους, στην προδιαγεγραμμένη αποτυχία των προσπαθειών τους, στην αδυναμία τους να αντιμετωπίσουν το σκληρό πρόσωπο της αληθινής ζωής. Ο μάνατζερ και αποτυχημένος ροκάς προβάλλει τα νεανικά όνειρά του στον προστατευόμενό του ηθοποιό, ο οποίος τον ακολουθεί πειθήνια ενώ παλεύει με την κατάθλιψη και τις τάσεις αυτοκτονίας. Οι τύποι που θα συναντήσουν στο ταξίδι τους είναι εξ ίσου παράδοξες προσωπικότητες, αποτυχημένοι κι αυτοί με διάφορους τρόπους και σε διάφορους τομείς. Το τέλος μένει κι αυτό ανοιχτό. Ο καθένας θα ακολουθήσει το δρόμο του στο πουθενά. Ποιος θα είναι αυτός; Άγνωστο.
Και γυρίζουμε στον απίστευτο μαύρο, που θα πάρουν (μάλλον άθελά τους) μαζί τους: Μάλλον πρώτη φορά θα δείτε μαύρο ροκαμπιλά, με το μαλί όρθιο (αν και κατσαρό φυσικά), με σαν βρικόλακα μακριά νύχια και κατάμαυρο ντύσιμο. Ο τύπος παίζει διάφορα παράδοξα ηλεκτρονικά όργανα, ίσως και ιδιοκατασκευές, που θυμίζουν τα πρώτα αντίστοιχα των 60ς, διαθέτει απίθανη φάτσα και, γενικά, αποτέλεσε για μένα μια διαρκή πηγή διασκέδασης, δίχως ουσιαστικά να κάνει ή να λέει τίποτα ιδιαίτερο.
Συνολικά δεν την θεωρώ και πολύ σπουδαία ταινία και μάλλον με ενόχλησαν οι τόσο φανερές επιδράσεις. Ωστοσο την είδα ευχάριστα. Αν σας αρέσει το κλίμα των προτύπων των δύο γάλλων, τότε μάλλον θα τη βρείτε κι εσείς συμπαθητική. Μέχρις εκεί όμως.

Σάββατο, Μαρτίου 30, 2013

ΤΟ "ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ", Ο ΚΑΗΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Αν φτιάχναμε μια λίστα με τις 10 γνωστότερες ελληνικές ταινίες από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, το "Ρεμπέτικο" του Κώστα Φέρρη θα καταλάμβανε σίγουρα μια θέση. Γυρισμένο το 1983, έγινε πασίγνωστο όχι μόνο σαν ταινία, αλλά και μέσα από άλλους δρόμους που θα συζητήσουμε παρακάτω.
Ο Φέρρης είναι βαθύς γνώστης του ρεμπέτικου. Της μουσικής του και του ιδιαίτερου τρόπου ζωής που το συνόδευε. Η ιδέα της ταινίας είναι σίγουρα μεγαλεπήβολη: Να φτιαχτεί κάτι που θα αγκαλιάζει ολόκληρη τη μουσική αυτή, που σημάδεψε και υπήρξε το λίκνο απ' όπου ξεπήδησε όλη σχεδόν η ελληνική μουσική που ξέρουμε, την εξέλιξη, τις φάσεις της και την τελική παρακμή της και, μέσα απ' αυτή τη μουσική οδύσσεια, να σκιαγραφήσει και την ελληνική ιστορία σχεδόν των 2/3 του 20ου αιώνα στην Ελλάδα. Ως ένα βαθμό τουλάχιστον νομίζω ότι τα κατάφερε.
Λέω "ως ένα βαθμό" διότι ξαναβλέποντας την ταινία μετά από πολλά χρόνια ανακαλύπτω κάμποσα αρνητικά για μένα στοιχεία, με βασικά μερικές κακές ηθοποιίες (αντίθετα κάποιες άλλες είναι εξαιρετικές) και μια ελλειπτικότητα στην αφήγηση, κάποια ξαφνικά άλματα (ή χάσματα) που δεν βοηθούν στην ομαλή πορεία της ιστορίας. Ωστοσο νομίζω ότι έχει πιάσει αυτό το βαθύτερο πνεύμα που χαρακτήριζε έναν περιθωριακό και καθόλου "καθώς πρέπει" τρόπο ζωής, έκφραση του οποίου υπήρξαν τα τραγούδια αυτά. Ας μη ξεχνάμε ότι το ρεμπέτικο άνθησε σε πάμφτωχα στρώματα της τότε ελληνικής κοινωνίας, στις φτωχές εργατικές συνοικίες, στους εξαθλιωμένους πρόσφυγικούς καταυλισμούς αμέσως μετά την καταστροφή και, κυρίως, στα λούμπεν στοιχεία που φυτοζωούσαν στο περιθώριο σημαντικών ελληνικών φαινομένων όπως η (ατελής) ανάπτυξη της αστικής τάξης, η καλλιέργεια του (ολέθριου όπως αποδείχτηκε) μεγαλοϊδεατισμού, η βαθμιαία έξοδος από τη μιζέρια σχετικά μεγάλων τμημάτων του λαού, η πνευματική παραγωγή της "γενιάς του '30" κλπ. Αυτά τα προλεταριακά ή λούμπεν στρώματα δεν είχαν τίποτα να κερδισουν απ' όσα αναφέραμε παραπάνω. Διέθεταν έναν "μποέμικο" θα λέγαμε τρόπο ζωής, λάτρεψαν το αλκοόλ ή το χασίς, εφηύραν έναν δικό τους κώδικα τιμής (ή, αν θέλετε, έναν δικο τους τσαμπουκά), που εκφράστηκε μέσα από την συμπεριφορά του "μάγκα".
Όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν στην ταινία, η οποία παρακολουθεί ουσιαστικά τρεις γενιές: Με κεντρική ηρωίδα τη Μαρίκα, μια διάσημη τραγουδίστρια του ρεμπέτικου, ξεκινά από τα χρόνια της μητέρας της, όταν η ίδια ήταν ακόμα παιδί, και καταλήγει στην εποχή που και η δική της κόρη έχει πια γίνει γυναίκα. Παράλληλα με την ιστορία της Μαρίκας ξετυλίγεται, όπως είπαμε, και η ιστορία του ρεμπέτικου, με τις μεταλλάξεις και την τελική υιοθέτησή του από τα "σαλόνια", αλλά και οι βασικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας. Σαν χαρακτήρας πάντως η Μαρίκα βιώνει απόλυτα αυτό που οι ρεμπέτες ονομάζουν "καημό". Άτυχη στον έρωτα, αποξενωμένη (με δική της ευθύνη) από την κόρη της, αυτοκαταστροφική ακόμα και στις περιόδους της μεγάλης επιτυχίας, οδηγείται τελικά στον απόλυτα άδοξο θάνατο.
Συνολικά νομίζω ότι όλη αυτή η "τοιχογραφία" μιας ολόκληρης εποχής λειτουργεί ως τέτοια, παρά τα επί μέρους αρνητικά στοιχεία. Θα ήθελα όμως να επικεντρώσω σε ένα ιδιάιτερο στοιχείο της ταινίας, που είναι σπάνιο γενικότερα στον κινηματογράφο: Πρόκειται κατά τη γνώμη μου για μια από τις λίγες φορές που η φήμη ενός φιλμ οφείλεται περισσότερο στη μουσική του παρά στο ίδιο. Ουσιαστικά το σήμα κατατεθέν του φιλμ είναι η εξαιρετική μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου. Τα σαν-ρεμπέτικα, πλην όμως γραμμένα στη δεκαετία του '80 (όταν το ρεμπέτικο είχε πια προ πολλού σβήσει) τραγούδια του κολλάνε στο μυαλό και, φυσικά παραμένουν πασίγνωστα και τραγουδιούνται μέχρι τις μέρες μας. Σπάνια η μουσική που γράφτηκε ειδικά για μια ταινία υπήρξε τοσο ταιριαστή με το περιεχόμενό της. Τελικά δεν ξέρω αν θα ήταν τόσο διάσημο το φιλμ αυτό αν δεν υπήρχε η συγκεκριμένη μουσική.
 Πέραν αυτών όμως - και των προβλημάτων που προσωπικά τουλάχιστον εντοπίζω - πρόκειται αναμφισβήτητα για ένα σημαντικό εγχείρημα, που δίκαια κατέχει τη θέση που κατέχει στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.

Παρασκευή, Μαρτίου 29, 2013

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΣΧΗΜΙΑ

Βρισκόμαστε στη Λευκορωσία (μέρος τότε της Σοβιετικής Ένωσης) κατά τη διάρκεια του Β' παγκόσμιου πολέμου. Δύο αντάρτες φτάνουν στο σπίτι του ήρωα για να τον εκτελέσουν σαν συνεργάτη των Γερμανών, αφού 3 άλλοι που έκαναν μια δολιοφθορά εκτελέστηκαν, ενώ αυτός είναι ο μόνος που αφέθηκε ελεύθερος. Ο ένας από τους δύο μάλιστα είναι παιδικός φίλος του καταδικασμένου. Τον οδηγούν νύχτα στο δάσος, όταν η εμφάνιση ενός αποσπάσματος της φιλοναζιστικής αστυνομίας ανατρέπει τους όρους, καθώς ο καταδικασμένος γλυτώνει, ενώ ο παλιός του φίλος τραυματίζεται και ο δεύτερος αντάρτης το σκάει. Τι θα κάνει ο άνθρωπος που μόλις τη γλύτωσε κυριολεκτικά από τα δόντια του χάρου;
Αυτά συμβαίνουν στο "Πρόσωπο της Ομίχλης" (V Tumane) του ρώσου Sergei Loznitsa (κυρίως ντοκιμαντερίστα και σκηνοθέτη ταινιών μικρού μήκους), που γυρίστηκε το 2012. Φυσικά πρόκειται για μια πολεμική ιστορία, δίχως όμως μάχες και εκρήξεις και ό,τι άλλο σχετικό, και κυρίως δίχως ηρωισμούς. Η ταινία εστιάζει στους ανθρώπους, τους ήρωές της, τις σχέσεις τους, τα όσα παθαίνουν, την απελπισία και το αδιέξοδό τους. Στην ουσία κάτω από την πολεμική επιφάνεια κρύβεται ένα βαθύ δράμα, ζοφερό και σκοτεινό. Όπως ζοφερή και σκοτεινή είναι και η όλη ατμόσφαιρα του φιλμ. Φτωχά χωριά με ξύλινα σπίτια, πυκνά δάση, σκοτεινές νυχτερινές σκηνές, η πανταχού παρούσα ομίχλη και μουντοί, συννεφιασμένοι ουρανοί είναι το σκηνικό που ταιριάζει απόλυτα με το δράμα και την απόγνωση στις ψυχές των ηρώων. Τελικά το θέμα του φιλμ είναι περισσότερο υπαρξιακό. Η πορεία των τριών πρωταγωνιστών μέσα στα δάση, με τη σκοτεινιά και την υγρασία που θαρρείς ότι τρυπά τα κόκκαλα, πορεία όλο και πιο δύσκολη και απελπισμένη, μπορεί να ειδωθεί και σαν ένα είδος αλληγορίας μιας κατάβασης σε όλο και βαθύτερα ψυχικά βάθη. Με όσα συμβαίνουν η τελική απόφαση του βασικού πρωταγωνιστή μοιάζει απόλυτα δικαιολογημένη, μοιάζει η μόνη λύση.
Τελικά ο πρωταγωνιστής του φιλμ είναι η ανθρώπινη σκοτεινιά των ψυχών. Ηρωισμός και προδοσία, φίλοι και εχθροί, ζωή και θάνατος, όλα μπερδεύονται. Τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο, τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται, όπως ακριβώς συμβαίνει μέσα σε ένα ομιχλώδες τοπίο. Ο χειμώνας της Ρωσίας είναι ταιριαστός με τον χειμώνα στις ψυχές. Φυσικά η αηδία και η απέχθεια για τον πόλεμο, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τις φριχτές αυτές καταστάσεις και την απανθρωποποίηση των ανθρώπων, είναι προφανής. Όπως είπαμε όμως το φιλμ λειτουργεί και συμβολικά, φανερώνοντας τις σκοτεινές αβύσους της ανθρώπινης ψυχής.
Ταινία βαριά, μουντή, απελπισμένη, με αργούς ρυθμούς και έναν ρεαλισμό που δεν αφήνει τίποτα να εξωραϊστεί, είναι μεν εξαιρετικά προσεγμένη μέχρι τις τελευταιες λεπτομέρειες, πλην όμως βλέπεται δύσκολα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι καλή (κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον).

Τρίτη, Μαρτίου 26, 2013

ΚΛΑΣΙΚΟΙ "ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ": ΝΟΥΑΡ ΚΑΙ ΕΞΠΡΕΣΙΟΝΙΣΜΟΣ

Ο Μπαρτ Λάνκαστερ, στον πρώτο ρόλο της καριέρας του που θα τον κάνει αμέσως σταρ, είναι ένας ήσυχος άνθρωπος που ζει σε μια μικρή πόλη. Όταν δύο δολοφόνοι φτάνουν εκεί για να τον σκοτώσουν, αυτός δεν θα προβάλλει την παραμικρή αντίσταση, σα να περιμένει ή να εύχεται το τέλος του. Ξέρουμε λοιπόν από την πρώτη στιγμή ότι ο ήρωας της ταινίας είναι νεκρός. Με ένα διαρκές φλας μπακ θα ξετυλιχτεί σιγά - σιγά η ιστορία για το πώς έφτασε μέχρις εκεί και γιατί έδειξε τόση μοιρολατρεία.
Όλα αυτά συμβαίνουν στους εξαιρετικούς "Δολοφόνους" (The Killers) που γύρισε το 1946 ο Robert Siodmak (1900-1973). Ο τελευταίος ήταν γερμανός, ξεκίνησε εκεί την καριέρα του και μετά τη ναζιστική κατάρα κατέφυγε πρώτα στη Γαλλία και μετά στις ΗΠΑ, όπου έκανε αρκετές καλές ταινίες. "Οι Δολοφόνοι" είναι ίσως η πιο γνωστή του.
Εδώ θα συναντήσουμε όλα τα γνωρίσματα του κλασικού νουάρ και όλα τα στοιχεία που κάνουν το είδος αυτό τόσο γοητευτικό μέχρι σήμερα.: Την ατμόσφαιρα της πόλης, τα νυχτερινά πλάνα, τον υπόκοσμο, το χρήμα και το κυνήγι του, την μελέτη της απληστίας, την κλασική μοιραία, διπρόσωπη συνήθως, όμορφη γυναίκα, τον άντρα - θύμα (αν και οχι και τόσο αθώο και τον ίδιο), τα καπέλα και τις καπαρντίνες... Κι όλα αυτά, φυσικά, σε μαυρόασπρη φωτογραφία, όπως αρμόζει σε κάθε νουάρ που σέβεται τον εαυτό του. Ταυτόχρονα ο Σιόντμακ, γερμανός γαρ, εμπλουτίζει το νουάρ του με γερή δόση εξπρεσιονισμού: Οι φωτοσκιάσεις στα πρόσωπα, οι σκιές των νυχτερινών πλάνων, η όλη ατμόσφαιρα, όλα παραπέμπουν εκεί και δυναμώνουν το φιλμ.
Η πλοκή παρακολουθείται απνευστί, δίχως κοιλιές, με τις ανατροπές της, τους ρόλους πίσω από τους ρόλους, τους διπρόσωπους ήρωες, τα κρυμένα μυστικά. Και, κυρίαρχος μέσα σ' όλα αυτά, ο καταλυτικός έρωτας που κινεί τα νήματα της πλοκής και των καταστάσεων. Δίπλα στον Λάνκαστερ, πανέμορφη και σε έναν από τους σημαντικότερους ρόλους της, η Άβα Γκάρντνερ προσθέτει με τη γοητεία της στην αγέραστη γοητεία της ταινίας.
Δεν έχω να πω πολλά. Θα επισημάνω ότι όλα σχεδόν τα νουάρ μοιάζουν μεταξύ τους, σα να πρόκειται για δεκάδες παραλλαγές στα ίδια μοτίβα. Ωστόσο τα καλά από αυτά, ακόμα κι αν ξεχάσεις την πλοκή ή την μπερδέψεις με κάποια άλλη παρόμοια, διαθέτουν μια απίστευτη γοητεία και αντέχουν στο χρόνο. Όσες φορές κι αν δεις τις ατελείωτες αυτές παραλλαγές. Κι τούτο εδώ είναι σίγουρα ένα από τα πολύ καλά.
ΥΓ: Οι "Δολοφόνοι" βασίζονται σε ένα διήγημα του Έρνεστ Χέμινγουέι. Η πρώτη δεκάλεπτη περίπου σκηνή με τους δολοφόνους να περιμένουν το θύμα τους σε ένα μπαρ, βγάζει μια εξαιρετική υπόγεια απειλή, δίχως ουσιαστικά να γίνεται κάτι βίαιο. Κι νομίζω ότι υπάρχουν κι άλλες σκηνές ανθολογίας...

Δευτέρα, Μαρτίου 25, 2013

ΕΝΑ "ΠΟΛΙΚΟ ΕΞΠΡΕΣ" ΓΙΑ ΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Ο Robert Zemeckis, μετά από σειρά μεγάλων επιτυχιών, στρέφεται το 2004 σε ένα πρωτόγνωρο τότε είδος animation, όπου, με ψηφιακά μέσα φυσικά, τα σχέδια προσαρμόζονται στις αληθινές φιγούρες των ηθοποιών (ή, αν θέλετε, οι κανονικοί ηθοποιοί μετατρέπονται σε animation). Το "Polar Express" είναι μια από τις πρώτες τέτοιες προσπάθειες (ίσως και η πρώτη, αν και δεν είμαι απόλυτα σίγουρος γι' αυτό).
Πρόκειται για μια καθαρά χριστουγεννιάτικη και καθαρά παιδική ιστορία. Ένα παιδί που αμφισβητεί την ύπαρξη του Santa Claus (του άγιου Βασίλη τέλος πάντων), επιβιβάζεται την παραμονή των Χριστουγέννων σε ένα μαγικό τρένο που οδηγεί κατ' ευθείαν στη Χώρα των Χριστουγέννων. Στη διαδρομή θα γνωρίσει κι άλλα παιδιά - επιβάτες του τρένου, με διαφορετικούς χαρακτήρες το καθένα και, όταν φτάσει στη μαγική χώρα, θα ζήσσει μια σειρά από περιπέτειες, αλλά και τον Santa Claus αυτοπροσώπως.
Προσωπικά ποτέ δεν χώνεψα την τεχνική animation που ανέφερα στην αρχή. Μου φαίνεται ότι κάνει τις φιγούρες "πλαστικές", υπερβολικά λείες και δύσκαμπτες. Ο Τομ Χανκς είναι αναγνωρίσιμος, αλλά και τι μ' αυτό; Προτιμώ σαφώς τα κλασικά, ζωγραφισμένα κινούμενα σχέδια ή άλλες, κατ' ευθείαν ψηφιακές τεχνικές. Φυσικά το φιλμ διαθέτει μια σειρά από εντυπωσιακές εικόνες, που βοηθούν στη δημιουργία μαγικής ατμόσφαιρας, αυτές όμως περιορίζονται νομίζω στα τοπία και τα σκηνικά. Οι ανθρώπινες φιγούρες είναι αυτές που με ενοχλούν.
Αλλά και η ταινία καθεαυτή δεν μου είπε και πολλά πράγματα. Τη βρήκα υπερβολικά παιδική (πράγμα που δεν συμβαίνει με ταινίες της Pixar, ας πούμε, που αν και υποτίθεται παιδικές, παρακολουθούνται με εξαιρετική απόλαυση από τους ενήλικους). Και, βέβαια, νοηματικά είναι πλημμυρισμένη από "χριστουγεννιάτικα" κλισέ: Το παν είναι η πίστη, αν πιστεύεις όλα μπορούν να συμβούν, ενώ η αμφισβήτηση σε "στεγνώνει" εσωτερικά και δεν μπορείς να δεις θαύματα, δώστε μια ευκαιρία στους μοναχικούς και άλλα τέτοια.
Συνολικά λοιπόν μου φάνηκε αρκετά αφελής και αναμενόμενη. Οπωσδήποτε διαθέτει κάποιο σασπένς, αν και νομίζω ότι το ατού της είναι η εικόνα. Όντως μερικές από τις διαδρομές του τρένου είναι μαγικές, όντως η Χώρα των Χριστουγέννων είναι εντυπωσιακά φτιαγμένη, αλλά αυτά μάλλον δεν μου αρκούν για να με ικανοποιήσουν. Όταν μάλιστα ξέρω καλά ότι προ πολλού έχει βρεθεί η χρυσή τομή ανάμεσα στην παιδική και την ενήλικη ταινία, και μάλιστα με άριστα αποτελέσματα. Δείτε την αν έχετε παιδιά ή αν, τέλος πάντων, θέλετε για τα καλά να μπείτε στο περίφημο (;) "πνεύμα των Χριστουγέννων". Εκεί ίσως σας βοηθήσει.
ΥΓ: Τρία χρόνια μετά ο Ζεμέκις επανέλαβε την ίδια τεχνική και έφτιαξε το πολύ πιο ενήλικο "Beowolf".

Σάββατο, Μαρτίου 23, 2013

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΜΙΚΡΕΣ ΑΦΡΟΔΙΤΕΣ

Το 1963 ο Νίκος Κούνδουρος γυρίζει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες κατά τη γνώμη μου ταινίες του: Τις ασπρόμαυρες "Μικρές Αφροδίτες". Μια ταινία που συνδυάζει ποίηση και έντονο ερωτισμό.
Η ιστορία τοποθετείται σε μια μάλλον ακαθόριστη αρχαιότητα (γύρω στο 200 π.Χ. διαβάζω, αν και νομίζω ότι δεν αναφέρεται ρητά). Βρισκόμαστε στα τέλη του καλοκαιριού και μια ομάδα αντρών νομάδων, εξοντωμένη από την ξηρασία, φτάνει με κόπο σε ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό, που διαθέτει και φρέσκο νερό. Οι άντρες του χωριού λείπουν για ψάρεμα, δραστηριότητα από την οποία ζουν. Θα επιστρέψουν με τις πρώτες βροχές. Οι νομάδες θα μείνουν μέχρι τότε εκεί, κατασκηνώνοντας κάπου έξω από τον οικισμό. Σιγά - σιγά κάποιοι απ' αυτούς θα αναπτύξουν σχέσεις με τις γυναίκες του χωριού, που, όπως είπαμε, είναι μόνες.
Η ταινία παρακολουθεί δύο παράλληλες ερωτικές ιστορίες: Ένα σχεδον παιδί πολιορκεί μια εξ ίσου μικρή κοπέλα του χωριού. Και οι δύο νοιώθουν τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, καθώς ετοιμάζονται να μπουν στην εφηβεία. Συγχρόνως ένας από τους νομάδες πολιορκεί μια όμορφη παντρεμένη γυναίκα του χωριού, προσπαθώντας να την πείσει να κοιμηθεί μαζί του.
Το μεγάλο ατού της ταινίας δεν είναι η πλοκή, αλλά η εικόνα. Ο Κούνδουρος αφήνεται σε ένα χείμαρο ποιητικών εικόνων, οι οποίες όμως, συγχρόνως, είναι πλημμυρισμένες από το ερωτικό στοιχείο και μια άγρια, πρωτόγονη σεξουαλικότητα. Άλλωστε ο αισθησιασμός είναι το σήμα κατατεθέν του φιλμ. Το ενδιαφέρον του δημιουργού περιστρέφεται γύρω από το ερωτικό παιχνίδι, το οποίο δίνεται με αρχετυπικούς όρους: Από τη μία υπάρχει το αρσενικό, περισσότερο επιθετικό, ακατέργαστο, ωμό. Από την άλλη το θηλυκό είναι πιο ευαίσθητο, αναποφάσιστο, παιχνιδιάρικο. Υπάρχουν όμως και άλλα αρχετυπικά στοιχεία στον τρόπο που εμφανίζεται το δίπολο αρσενικού - θηλυκού. Ένα από αυτά είναι και το γνωστό μοτίβο όπου η γυναίκα ζητά από τον άντρα να κάνει κάποιο ανδραγάθημα (πιθανόν και παράλογο) για να αποδείξει την αγάπη (ή τον πόθο του) και μετά θα του δοθεί. Επίσης υπάρχει το μοτίβο της ζήλειας, του τρίτου που θα παρεμβληθεί σχεδόν βίαια στο νεαρό ζευγάρι. Το γεγονός ότι η ομάδα των αντρών είναι βουνίσιοι, κτηνοτρόφοι κυρίως, ενώ οι γυναίκες θαλασσινές, που ζουν από το ψάρεμα, τονίζει τα αρχετυπικά χαρακτηριστικά που προαναφέραμε. Η βροχή που πλησιάζει, φέρνοντας έτσι όλο και πιο κοντά την επιστροφή των απόντων αντρών του χωριού και την υποχρεωτική αποχώρηση των νομάδων, δίνει έναν αγχωτικό τόνο και δείχνει το προσωρινό και εφήμερο όλων αυτών των παιχνιδιών (ή τελετουργιών) του έρωτα. Γενικά το φιλμ παίζει διαρκώς με ερωτικά μοτίβα, πρακτικές φλερτ ή κατάκτησης του άλλου, παιχνίδια αντίστασης ή αποδοχής, πόθου και έρωτα αιώνιου ή προσωρινού.
Αλλά, το είπαμε, πιο δυνατές από τα αρχέτυπα αυτά (που ίσως και να ενοχλούν κάπως σε μια φεμινιστική ανάγνωση) είναι οι εικόνες. Το παιδί που περιπλανιέται κουβαλώντας το πελώριο, νεκρό πουλί, το γυμνό τοπίο, τα βράχια και οι σπηλιές, τα ημίγυμνα, συχνά προκλητικά σώματα, όλα συμβάλλουν στο να κάνουν την ταινία μια ποιητική οπτική απόλαυση. Ίσως μερικές φορές ο θεατής να μη μπορεί να αποκρυπτογραφήσει κάποια σύμβολα, ωστόσο βρίσκω απολαυστικό το να αφεθεί κανείς στη μαγεία και την ιδιόρυθμη γοητεία της.
Από τις πλέον παράδοξες και αταξινόμητες ταινίες του ελληνικού σινεμά, νομίζω ότι οι "Μικρές Αφρογίτες" αξίζουν τουλάχιστον μια θέαση.
ΥΓ: Κάπου αναφέρεται ότι η βασική έμπνευση είναι το "Δάφνις και Χλόη" του Λόγγου, αλλά το φιλμ ελάχιστα μοιάζει με το βιβλίο.

Πέμπτη, Μαρτίου 21, 2013

ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΑ ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟΣ (ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ)

Ο άγνωστός μου βιντεοκλιπάς κυρίως (αλλά και με κάποιες ταινίες στο ενεργητικό του) Louis Morneau γύρισε το "Werewolf: The Beast Among Us" το 2012. Όπως καταλαβαίνετε από τον τίτλο, πρόκειται για ταινία τρόμου που έρχεται να προστεθεί στην μεγάλη οικογένεια ταινιών με λυκάνθρωπους.
Βρισκόμαστε στον 19ο αιώνα σε μια μικρή ρουμάνικη πόλη. Υποτίθεται ότι στην περιοχή υπάρχουν λυκάνθρωποι, πλην όμως ξαφνικά κάνει την εμφάνισή του ένας διαφορετικός από τους άλλους, δυνατότερος, αγριότερος και νοήμων, σκορπώντας τον τρόμο. Μια ομάδα "κυνηγών λυκανθρώπων" προσφέρεται (με το αζημείωτο φυσικά) να απαλλάξει την πόλη από τον εφιάλτη. Στην ομάδα προστίθεται και ο νεαρός μαθητευόμενος του γιατρού σαν εθελοντής και το κυνήγι αρχίζει.
Το φιλμ, που γενικά βρήκα μάλλον αδιάφορο, περιέχει ωστόσο κάποια θετικά για μένα στοιχεία: Πρώτον, διαθέτει αρκετά καλή εικόνα. Είναι μάλιστα γυρισμένο στη Ρουμανία, οπότε υπάρχει και κάποια αυθεντικότητα σ' αυτή. Σε κάποια σημεία (λίγα) η εικόνα μπορεί να γίνει και εντυπωσιακή. Δεύτερον, υπάρχει κάποια σεναριακή πρωτοτυπία: Στο κλασικό θέμα του λυκάνθρωπου προστίθεται, θα λέγαμε, και ένα "αστυνομικό" στοιχείο, με την έννοια ότι ξέρουμε πως ο λυκάνθρωπος είναι κάποιος από το χωριό, αγνοούμε όμως μέχρι τα 2/3 του φιλμ το ποιος. Όταν αυτό αποκαλύπτεται λειτουργεί σαν ανατροπή (αρκετά προβλέψιμη βέβαια).
Αν όμως το σεναριακό αυτό εύρημα έχει το ενδιαφέρον του, είναι κατά τη γνώμη μου ακριβώς το σενάριο που καθιστά την ταινία τόσο μέτρια (ακόμα και αστεία σε κάποια σημεία). Υπάρχουν κάμποσες τρύπες, αρκετές αφύσικες συμπεριφορές και αψυχολόγητες ενέργειες, πολλοί ρηχοί χαρακτήρες, για τους οποίους ελάχιστα μαθαίνουμε. Υπάρχουν ακόμα και γελοίες καταστάσεις: Σε μια από τις πιο κραυγαλέες οι οπλισμένοι κάτοικοι δολοφονούν άνευ λόγου πέντε - έξι κρατούμενους (επειδή υποψιάζονται ότι ένας απ' αυτούς είναι πιθανώς λυκάνθρωπος), μόνο και μόνο επειδή κάποιος αρχίζει να έχει σπασμούς και νομίζουν ότι έχει αρχίζει να μεταμορφώνεται. Τελικά αποδεικνύεται ότι ήταν αθώος και, απλώς, έπασχε από επιληψία. Τώρα το γιατί σκοτώνουν και τους πεντ' έξι συγκρατούμενούς του, παραμένει μυστήριο. Το πιο αστείο όμως είναι ότι σε επόμενη σκηνή οι ίδιοι κάτοικοι έχουν αιχμαλωτίσει τον αληθινό λυκάνθρωπο, τον έχουν δέσει, παρακολουθούν live τη μεταμόρφωσή του, όμως, αν και οπλισμένοι, ουδείς τον πυροβολεί, μέχρι που αυτός καταφέρνει να απελευθερωθεί και να το σκάσει ανενόχλητος! Άβυσος η ψυχή του ανθρώπου...
Αδιάφορη λοιπόν ταινία, παρά τα λίγα θετικά της. Νομίζω ότι δίκαια βγήκε κατ' ευθείαν σε βίντεο (και γι' αυτό παραμένει άγνωστη). Δείτε την μόνο αν δεν έχετε τι άλλο να κάνετε και, προφανώς, αν είστε φανατικοί των ταινιών τρόμου (με κάμποσα στοιχεία σπλάτερ μάλιστα).

Τετάρτη, Μαρτίου 20, 2013

ΟΖ: ΤΡΙΣΔΙΑΣΤΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΣ

Φυσικά ο αυθεντικός "Μάγος του Οζ" του 1939, βασισμένος στο βιβλίο του Μπάουμ, είναι μια από τις γνωστότερες ταινίες όλων των εποχών και μέσα στις 10 σημαντικότερες παιδικές (και όχι μόνο, όπως συμβαίνει για πάμπολλες παιδικές ταινίες, βιβλία κλπ.) Στην εποχή μας λοιπόν, όπου το Χόλιγουντ δεν αφήνει τίποτα παλιό να πάει χαμενο (έλλειψη έμπνευσης κατά τη γνώμη μου), ήταν καιρός να (ξανα)πιάσουν και την κλασική αυτή ιστορία - η οποία, σημειωτέον, είχε αποτύχει σε παλιότερες κινηματογραφικές αναβιώσεις.
Το "Oz. The Great and Powerful" του 2013 έχει δύο πλεονεκτήματα: Έχει σαν σκηνοθέτη τον αν μη τι άλλο ικανότατο Sam Raimi και διαθέτει τη σοφία να μην είναι ένα ακόμα ριμέικ, αλλά ένα είδος prequel, οπότε δεν είναι εκ των προτέρων τα πάντα γνωστά για την πλοκή του. Πάλι καλά.
Κατά τα άλλα, πρόκειται για μια πολύ εντυπωσιακή, οπτικά τουλάχιστον, ταινία. Μιλάμε για ένα απόλυτο όργιο φανταστικών τοπίων, πλασμάτων και κυρίως χρωμάτων, που μοιάζουν να ξεπηδούν από την ψθυχεδέλεια του δεύτερου μισού των 60ς. Και, σαν αναφορά στον πρόγονό της, ξεκινά κι αυτή ασπρόμαυρα (πού αλλού, στο Κάνσας) για να καταλήξει σύντομα στο όργιο χρωμάτων που προαναφέραμε. Ο ήρωας είναι ένας μικροαπατεώνας ταχυδακτυλουργός, που το παίζει μάγος και δεν νοιάζεται παρά μόνο για τον εαυτό του. Όταν θα μεταφερθεί κηνυγημένος στη φανταστική (και φαντασμαγορική) χώρα του Οζ με ένα κλεμένο αερόστατο, όλοι εκεί θα νομίζουν ότι είναι ο μάγος που θα τους σώσει από την κακιά μάγισα, όπως λέει μια προφητεία. Η βασίλισσα της χώρας και η αδελφή της, μάγισες αμφότερες, θα τον καλοδεχτούν και θα του υποδείξουν πώς να εξοντώσει την κακιά μάγισα που καταδυναστεύει τη χώρα. Τα πράγματα όμως δεν είναι αυτά που δείχνουν με την πρώτη ματιά και σύντομα θα προκύψουν πολλές ανατροπές.
Θα χαρακτήριζα το φιλμ χορταστικό. Η Χώρα του Οζ είναι μαι καινούρια Χώρα των Θαυμάτων (όπως η αντίστοιχη της Αλίκης). Η ιστορία έχει το ενδιαφέρον της (με τις τρεις μάγισες και τους διαφορετικούς χαρακτήρες τους, τους αστείους κάτοικους των διαφόρων περιοχών του Οζ κλπ.). Ταυτόχρονα μιλά για τη δύναμη της εικόνας, αφού η "ψεύτικη" εικόνα καταφέρνει να νικήσει ακόμα και την αληθινή μαγεία και, φυσικά, και για μερικές τετριμένες χολιγουντιανές αξίες, όπως η δύναμη της πίστης, η καλοσύνη που κρύβεται ακόμα και μέσα σε έναν φαινομενικά άκαρδο, η νίκη του καλού πάνω στο κακό κλπ. Αυτό που προσωπικά μου άρεσε περισσότερο είναι οι αναφορές στο ίδιο το σινεμά, και μάλιστα στις αρχές του, στο τέλος του 19ου - αρχές 20ού αιώνα. Η επίδραση που έχει μια προβολή στους καλοκάγαθους κατοίκους της μαγικής χώρας είναι ανάλογη με το σοκ που ένοιωθαν οι πρώτοι θεατές του 1896 όταν έβλεπαν ένα τρένο να κινείται στην οθόνη, πράγμα που τους φαινόταν αδιανόητο. Η επίδραση αυτή μάλιστα στο φιλμ δεν δείχνεται απλώς σε κάποιο σημείο του, αλλά παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής. Για μένα η καθοριστική αυτή αυτοαναφορικότητα είναι γοητευτική.
Κατά τα άλλα με ξενέρωσε ο Τζέιμς Φράνκο στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν μου πήγαινε καθόλου και έυρισκα την ερμηνεία του κάπως χαζοχαρούμενη. Επίσης επιτρέψτε μου, παρά τον απίστευτο πλούτο του και το "χάσιμο" που προσφέρουν, να χαρακτηρίσω και κάπως κιτς όλο αυτό το όργιο των χρωμάτων και των αντικειμένων ή τοπίων που πλημμυρίζουν ασφυκτικά θα έλεγα την ταινία.
Δεν πειράζει όμως. Όπως είπα θεωρώ το φιλμ ένα απόλυτα χορταστικό παραμύθι, με τις κλασικές συμβάσεις του είδους βεβαίως. Δείτε το λοιπόν για λόγους φαντασμαγορίας κυρίως.

Κυριακή, Μαρτίου 17, 2013

ΟΙ ΚΑΝΓΚΑΣΕΪΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΡΑΖΙΛΙΑΝΙΚΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ

Το βραζιλιάνικο σινεμά έχει δώσει κατά καιρούς σπουδαίες ταινίες. Ο σκηνοθέτης Lima Barreto (1906-1982) γύρισε ελάχιστα φιλμ (μόνο δύο fiction μεγάλου μήκους). Το πρώτο από αυτά είναι το "Cangaceiro" του 1953. Πρόκειται για ένα γουέστερν ουσιαστικά, το οποίο όμως έχει μεταφερθεί στη βραζιλιάνικη πραγματικότητα και κουλτούρα.
Κανγκασέιρος ήταν οι ληστές της Βραζιλίας. Κάτι ανάμεσα σε επαναστάτες και κοινούς ληστές, με δικούς τους κώδικες ηθικής και απέχθεια προς κάθε μορφής εξουσίας, θύμιζαν κάπως τους δικούς μας κλέφτες της τουρκοκρατίας. Οι ίδιες οι πρακτικές τους φαίνεται ότι διέπονταν από διχασμό: Μπορεί να ήταν άλλοτε αιμοσταγείς εισβολείς που λεηλατούσαν και άλλοτε να απέδιδαν δικαιοσύνη στους καταπιεσμένους, πάμφτωχους χωρικούς, οι οποίοι τους αντιμετώπιζαν με ενα μείγμα τρόμου και ευγνωμοσύνης.
Η ασπρόμαυρη ταινία του Μπαρέτο είναι μια ιστορία με μια συμμορία κανγκασέιρος. Ο επί κεφαλής τους, αιμοσταγής, βίαιος και ταυτόχρονα με μια ιδιότυπη αίσθηση δικαιοσύνης και προσωπικής ηθικής, θεωρεί την περιοχή δική του και δεν ανέχεται καμιά παρέμβαση από το κράτος και τα όργανά του (στρατό, αστυνομία κλπ.). Όταν όμως απαγάγει τη δασκάλα ενός χωριού, το δράμα θα ξεκινήσει, καθώς ένα από τα πρωτοπαλήκαρά του (και προσωπικός του φίλος) την ερωτεύεται και τη σώζει από τη συμμορία. Η διαφορά των δύο ανδρών θα γίνει πλέον προσωπική, μέχρι τη τελική σύγκρουση.
Το ενδιαφέρον της ταινίας έγκειται κατά τη γνώμη μου στο πάντρεμα των δομών του κλασικού αμερικάνικου γουέστερν με το βραζιλιάνικο φολκλόρ, την τότε βραζιλιάνικη πραγματικότητα, τη βραζιλιάνικη κουλτούρα και ιδιοσυγκρασία. Τα τραγούδια που τραγουδούν οι ληστές σε αρκετά σημεία της ταινίας είναι γοητευτικά και χαρακτηριστικά της μουσικής της χώρας. Οι εικόνες γίνονται συχνά υποβλητικές. Συγχρόνως αναπτύσσεται όλη η αμφισημία και οι αντιφάσεις των κανγκασέιρος. Σε μια σκηνή εισβάλλουν σε ένα φτωχό χωριό λεηλατώντας και βιάζοντας. Σε άλλη σκηνή ο βίαιος αρχηγός αποδίδει παραδειγματικά δικαιοσύνη σε μια χωρική, μη διστάζοντας μάλιστα να τιμωρήσει έναν δικό του. Σε μια άλλη σκηνή τιμωρεί σκληρότατα έναν δικό του (ο οποίος μάλιστα μάλλον δεν έφταιγε). Παράλληλα με όλα αυτά διαθέτει έναν βαθύτατα ριζωμένο κώδικα τιμής, τον οποίο δεν πρόκειται να παραβεί ακόμα κι αν απ' αυτό εξαρτάται η ζωή του. Ο αντίπαλος και πρώην φίλος του από την άλλη έχει μια, θα λέγαμε, ρομαντική ιδιοσυγκρασία και, βέβαια, είναι κι αυτός έτοιμος να πεθάνει όχι μόνο για να προστατέψει αυτή που αγαπά, αλλά και επειδή οι δικοί του κώδικες τιμής αναγνωρίζουν ότι η πράξη του αποτελεί προδοσία για την ομάδα, για την οποία προδοσία είναι πρόθυμος να πληρώσει.
Ίσως σήμερα το φιλμ, που είχε κάνει μεγάλη εντύπωση στην εποχή του, είναι κάπως ξεπερασμένο. Ωστόσο θεωρώ πολύ ενδιαφέρουσα και γοητευτική τη μείξη των βραζιλιάνικων στοιχείων (εικόνα, τοπίο, φορεσιές, μουσική και τραγούδια κλπ.) με τη φόρμα του γουέστερν. Γι' αυτό άλλωστε θεωρείται από πολλούς κλασικό φιλμ. Ακόμα όμως κι αν θεωρήσετε υπερβολικό τον χαρακτηρισμό αυτόν, ενδιαφέρον είναι σίγουρα.

Παρασκευή, Μαρτίου 15, 2013

ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ "ΕΠΙΔΗΜΙΑ"

Το "Beat the Drum" (στην ελληνική προβολή λεγόταν "Επιδημία") είναι μια νοτιοαφρικάνικη ταινία που γύρισε ο David Hickson το 2003. Έχει σαν ήρωα έναν μικρό μαύρο, τον Μούσα, της φυλής των Ζουλού μάλιστα. Πρόκειται για μια στρατευμένη ταινία, που μιλά για ένα από τα πλέον φλέγοντα προβλήματα της Αφρικής: Το AIDS.
Στην αρχή βλέπουμε τις άθλιες συνθήκες ζωής στο μικρό χωριό όπου ζει ο Μούσα. Φτώχεια στα όρια της πείνας, υποτυπώδες σχολείο και, σαν να μην έφταναν όλα, μια κατάρα: Πολλοί από τους ανθρώπους, όπως ο πατέρας του, πεθαίνουν χτυπημένοι απο μια άγνωστη αρρώστεια, που οι μάγοι του χωριού αποδίδουν σε κατάρα και την αντιμετωπίζουν με θυσίες πολυτιμότατων ζώων. Ο Μούσα, μη μπορώντας να επιβιώσει εκεί, φεύγει πολύ μακριά, στο τεράστιο Γιοχάνεσμπουργκ, για να αναζητήσει έναν θείο που ζει εκεί, δίχως να έχει το παραμικρό άλλο στοιχείο. Φυσικά δεν θα τον βρει. Στη συνέχεια παρακολουθούμε τη δύσκολη επιβίωσή του στην πόλη και την σχέση του με έναν οδηγό φορτηγού, που τον πήγε έως εκεί. Το βασικό όμως είναι ότι εκεί θα ανακαλύψει ότι οι θάνατοι δεν προέρχονται από κάποια κατάρα, αλλά από μια ασθένεια με όνομα και τρόπους αντιμετώπισης, το εφιαλτικό AIDS. Τι θα κάνει μετά, έχοντας αυτή τη γνώση και ξεφεύγοντας από τον πρωτογονισμό;
Η ταινία είναι αρκετά καλογυρισμένη, πολύ συναισθηματική και με αρκετή πλοκή, ώστε να μη μπορείς να την κατατάξεις σ' αυτό που αποκαλούμε "ντοκιμαντερίστικο" ρεαλισμό. Λειτουργεί όμως και έτσι, αφού μας δείχνει ανάγλυφα (και συχνά με δυνατό τρόπο) την καθημερινότητα τόσο σε ένα εξαθλιωμένο χωριουδάκι της "βαθιάς Αφρικής", που μαστίζεται όχι μόνο από την ανυπόφορη φτώχεια, αλλά και από τις δυσειδαιμονίες που κάνουν το σκοτάδι βαθύτερο, όσο και στη μεγαλούπολη, εξ ίσου εξαθλιωμένη για μια πολύ μεγάλη μερίδα του πληθυσμού. Εδώ η ματιά του σκηνοθέτη θα περιπλανηθει τόσο στις συνθήκες ζωής των παιδιών του δρόμου, που ζουν εκεί σε αγέλες ζητιανεύοντας, όσο και σ' αυτές των πιο "φυσιολογικών" (;) φτωχογειτονιών της. Πέραν όμως από τους αδιανόητους (έστω και σε περίοδο κρίσης) για μας τους δυτικούς τρόπους ζωής που αποκαλύπτει, μιλά κυρίως για την επιδημία. Και, επί πλέον, πανταχού παρόν και κυρίαρχο είναι το μεγάλο, υποβλητικό αφρικάνικο τοπίο, κυρίως στις σκηνές στο χωριό και στο ταξίδι.
Η στάση των αφρικανών απέναντι στην αρρώστεια (οι οροθετικοί φτάνουν στα 30 εκατομμύρια!) είναι παράδοξη: Ειτε από καθαρή άγνοια είτε από ντροπή ντρέπονται να μιλήσουν γι' αυτή. Ακόμα κι αν ακούσουν κάτι, πολλοί αρνούνται να χρησιμοποιήσουν προφυλακτικό, πιστεύοντας ότι όλα αυτά είναι σαχλαμαρες. Και η μάστιγα εξαπλώνεται. Οι οργανώσεις που πασχίζουν να βοηθήσουν είναι σταγόνες σε ωκεανούς ανέχειας και δυσειδαιμονίας. Ο στόχος της ταινίας είναι ακριβώς να δείξει την απεγνωσμένη ανάγκη πληροφόρησης.
Όλα αυτά ακούγονται πολύ διδακτικά, σαν μάθημα. Ωστόσο, επειδή διαθέτει σενάριο, ακόμα και κάποια ανατροπή προς το τέλος, παρακολούθησα το φιλμ με ενδιαφέρον και συχνά συνέπασχα με τον μικρό ήρωα και τις διακυμάνσεις της δύσκολης ζωής του. Φυσικά και μπορεί να κατηγορηθεί για διδακτισμό και αρκετή σχηματοποίηση, ακόμα και για εύκολες σεναριακά λύσεις. Ωστοσο το πρόβλημα είναι τόσο καυτό, τόσο άμεσο, τόσο μέσα στην καθημερινή ζωή των δημιουργών, ώστε μπορώ να τα δεχτώ όλα αυτά, πράγμα που δεν θα έκανα αν επρόκειτο για μια δυτική ταινία. Η συναισθηματική φόρτιση είναι δεδομένη. Ναι, πρόκειται κατά βάθος για μια προπαγάνδα (για καλό σκοπό), αλλά, στο κάτω - κάτω, ενώ εμείς μπορούμε να την δούμε σαν την οδύσσεια ενός μικρού αθώου και να την παρακολουθήσουμε δίχως να κουραστούμε, ουσιαστικά απευθύνεται στους αφρικανούς και έχει σα στόχο να τους μιλήσει για πολύ συγκεκριμένα πράγματα, που αποτελούν γι' αυτούς ζητήματα ζωής και θανάτου.