Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2012

ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΜΕ... "25 ΚΑΡΑΤΙΑ"

Γενικά συμπαθώ το σύγχρονο ισπανικό σινεμά. Κατά καιρούς δίνει εξαιρετικές ταινίες, αν και χαρακτηρίζεται νομίζω από μια τάση υπερβολής. Τα "25 Kilates" (25 Καράτια) γυρίστηκε το 2008 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του Patxi Amezcua. Δεν μπορώ να πω όμως ότι το θεώρησα από τα καλά δείγματα.
 Πρόκειται για ένα σπινταριστό αστυνομικό φιλμ, γυρισμένο στη Βαρκελώνη, η οποία όμως δεν έχει τίποτα όμορφο ή τουριστικό, όπως έχουμε συνηθίσει να τη βλέπουμε. Η πόλη δίνεται σαν μια κοινή, μάλλον άσχημη μεγαλούπολη. Μέσα της κινούνται, σε διαφορετικές τροχιές, ένα πλήθος από ποικίλους παράνομους (άλλωστε η ταινία εστιάζει αποκλειστικά στο παράνομο κομμάτι των κατοίκων της πόλης). Έχουμε λοιπόν έναν μοναχικό "συλλέκτη χρεών" (κοινώς σπάμε στο ξύλο όποιον χρωστάει μέχρι να τσακιστεί και να μας τα δώσει), μια νεαρή κοπέλα που ζει από μικροαπατεωνιές, τον επίσης απατεώνα, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, πατέρα της, που έχει το "ταλέντο" να είναι μόνιμα χωμένος μέχρι το λαιμό στα προβλήματα, έναν σούπερ διεφθαρμένο μπάτσος με τον βοηθό του και κάμποσους άλλους (πληρωμένοι δολοφόνοι, κλεπταποδόχοι, κλέφτες κλπ.) Κάποια στιγμή, συμπτωματικά, οι τροχιές μερικών απ' αυτούς συναντιούνται και τα γεγονότα αρχίζουν να τρέχουν ραγδαία, πασπαλισμένα με μπόλικη βία.
Ο σκηνοθέτης ποντάρει στη γρήγορη δράση, στον κοφτό ρυθμό, στο συνεχές και αγχωτικό τρέξιμο. Ωστόσο τα όσα συμβαίνουν είναι μάλλον απίθανα ή, τουλάχιστον, εμένα δεν με έπεισαν. Οι συμπτώσεις είναι πολλές, τα συναισθήματα των ηρώων μάλλον τεχνητά και ψεύτικα και γενικά μου φάνηκε ότι όλη αυτή η συσσώρευση γεγονότων είναι απίθανη και εξωπραγματική. Είναι αυτό που σε κάνει να λες "ε, όλα αυτά μαζί δεν γίνονται". Αν είχαμε ένα φιλμ σε στιλ Τζέιμς Μποντ, αυτό δεν θα πείραζε. Πρόκειται για σύμβαση που ξέρεις από πριν, πριν αρχίσεις να το βλέπεις. Εδώ όμως υποτίθεται ότι έχουμε μια ρεαλιστική ιστορία (η σκηνοθεσία, η καθημερινότητα, η επιλογή των χώρων, σ' αυτό παραπέμπουν) κι αυτό ακριβώς είναι που δεν με έπεισε. Ίσως να φταίει και αυτή η υπερβολή που ανέφερα στην αρχή, η οποία είναι ένα χαρακτηριστικό με το οποίο η ισπανική κινηματογραφία φλερτάρει συχνά.
Εντάξει, το φιλμ, όπως είπα στην αρχή, παραμένει σπιντάτο και κάποιες στιγμές μπορεί και να αγχώσει τον θεατή, γενικά όμως εγώ τουλάχιστον δεν...

Τρίτη, Νοεμβρίου 13, 2012

ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΑΚΟΜΑ ΞΕΡΩ ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΠΕΡΣΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Ξεμένετε μέσα μια βραδιά, βαριέστε και δεν έχετε τίποτα καλό να δείτε. Κάπου ανακαλύπτετε ξεχασμένο ένα dvd, αποφασίζετε να το βάλετε στο μηχάνημα και... μάλλον βαριέστε ακόμα περισσότερο.
Το "I Still Know what you Did Last Summer" είναι (σα να μην έφταναν όλα) το νο 2 της γνωστής σειράς νεανικών ταινιών τρόμου και γυρίστηκε το 1998 από τον Danni Cannon. Πώς να περιμένετε λοιπόν κάτι καλό από αυτόν που λίγα χρόνια πριν είχε γυρίσει τον ανεκδιήγητο "Δικαστή Ντρεντ"; (ευτυχώς ο Cannon τα αρκετά τελευταία χρόνια κάνει μόνο τηλεόραση).
Στο δεύτερο αυτό μέρος λοιπόν ο κακός ψαράς με τον γάντζο στο χέρι επανέρχεται, ενώ όλοι πίστευαν ότι είχε πεθάνει στο πρώτο μέρος (πρωτότυπη ιδέα, έτσι;) και κυνηγά τους δύο επιζήσαντες της αρχικής ταινίας, τους νέους φίλους τους και όποιον άλλον βρει μπροστά του αδιακρίτως. Και, για να γίνει αγχωτικότερο (;) το φιλμ, αυτοί έχουν αποκλειστεί σε ένα τροπικό νησάκι στο τέλος της σεζόν, στο οποίο βρίσκονται μόνο μερικοί υπάλληλοι του ξενοδοχείου όπου μένουν και οι ίδιοι. Εκεί τους βρίσκει μια φοβερή καταιγίδα, ώστε να μη μπορούν να φύγουν και να έχουμε και τη σχετική κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Το στόρι δηλαδή θυμίζει κάπως το "Key Largo" του Χιούστον (η μέρα με τη νύχτα φυσικά).
Περιτό να πούμε νομίζω ότι το φιλμ είναι γεμάτο κλισέ, από τους φόνους και τα όσα δημιουργούν τον όποιον τρόμο υπάρχει μέχρι τους νεαρούς και ωραίους πρωταγωνιστές (σιγά μη δεν ήταν). Φυσικά το σενάριο μπάζει από παντού (πώς έκανε ο "κακός" την εκπομπή που τους έστειλε εκεί; Ποιος είναι ο μαύρος που τους προστατεύει; Γιατί είναι τόσο αγενής ο υπάλληλος στη ρεσεψιόν; Οποιοσδήποτε με τη δική του συμπεριφορά θα είχε απολυθεί πάραυτα ή το ξενοδοχείο θα είχε κλείσει... και πολλά άλλα), αλλά εκεί θα κολλήσουμε τώρα; Αφείστε που οι πρωταγωνίστριες είναι βεβαίως σέξι (αλοίμονο τώρα), αλλά δεν δείχνουν και τίποτα για να περάσει πιο εύκολα η ώρα... Ο συντηρητισμός της Αμερικής και των 90ς γαρ...
Από τα πολύ αδιάφορα φιλμ, που συνέβαλαν στην υποβίβαση του είδους της ταινίας τρόμου στο χάλι που βρίσκεται σήμερα. Αν όμως είστε αμετανόητοι, θα σας πληροφορήσω ότι υπάρχει και νο 3! Προφανώς ο ψαράς με τον γάντζο διαθέτει υπερφυσικές ιδιότητες, αφού δεν λέει να ψοφήσει με τίποτα (όχι βέβαια ότι κι αυτό το στοιχείο δεν αποτελεί αφόρητο κλισέ. Θυμηθείτε πόσες φορές το έχουμε ξαναδεί...)

Κυριακή, Νοεμβρίου 11, 2012

ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΑΡΓΟΣΥΡΤΟΥς ΡΥΘΜΟΥς ΤΗΣ "COSMOPOLIS"

Δηλώνω από την αρχή ότι είμαι λάτρης του παλιότερου έργου του David Cronenberg. Ωστόσο στις δύο τελευταίες του ταινίες έχω απογοητευτεί. Τόσο από την επίπεδη εξιστόρηση της ζωής του Γιουνγκ, όσο και από το "Cosmopolis" του 2012, που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ντον ΝτεΛίλο.
Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα. Ένας νεαρός πολυεκατομμυριούχος, προϊόν της Γουόλ Στριτ και των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών που συμβαίνουν εκεί, αποφασίζει να διασχίσει με την τεράστια και υπερπολυτελή λιμουζίνα του ένα ταραγμένο, μποτιλιαρισμένο, γεμάτο βία Μανχάταν για να πάει να... κουρευτεί στο μικρό κουρείο όπου κουρευόταν μικρός. Και μάλιστα ενώ ξέρει ότι αποτελεί στόχο δολοφονίας, και παρά τις προειδοποιήσεις του επί κεφαλής της ασφάλειάς του.
Όλα συμβαίνουν σε μία μέρα, κατά τη διάρκεια της αργής του μετακίνησης. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας διαδραματίζεται στο εσωτερικό της λιμουζίνας, όπου μοιάζει να ζει ουσιαστικά ο ήρωας. Εκεί δέχεται πλήθος από επαγγελματικά ραντεβού, συζητά με ποικίλους επισκέπτες, κάνει έρωτα, τον επισκέπτεται ο γιατρός του, η σύζυγός του... οι πάντες. Κι αυτό ακριβώς έκανε, για μένα τουλάχιστον, την ταινία αφόρητα βαρετή. Μια ταινία που αναλώνεται σε διαρκείς συζητήσεις, υπαρξιακές και όχι μόνο, και η οποία τραβά προς το αυτοκαταστροφικό τέλος με τον ίδιο βραδύτατο ρυθμό που κινείται και η ίδια η λιμουζίνα.
Μπορεί κανείς να πει πολλά για συμβολισμούς: Ο αδίστακτος καπιταλισμός, στη χειρότερη μορφή του, καταρρέει, και μαζί του ολόκληρη η κοινωνία και ο τρόπος ζωής που ξέρουμε. Ή ότι ο καπιταλισμός αυτός είναι πέρα για πέρα αυτοκαταστροφικός. Ή ότι δεν δίνει δεκάρα για τον κοινωνικό περίγυρο, αλλά μόνο για τον εαυτό του (τους στυλοβάτες του δηλαδή), πράγμα ακριβώς που μοιραία θα αποβεί αυτοκαταστροφικό. Πράγματι, η αδιαφορία του ήρωα για το χάος που επικρατεί στους δρόμους είναι πρωτοφανής. Τα μόνα που τον ενδιαφέρουν είναι όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της λιμουζίνας του. Ή πάλι, μπορεί να εκληφθεί ως σχόλιο για την κενότητα της ζωής των εξαιρετικά ισχυρών του πλανήτη, το μπούχτισμά τους από οποιοδήποτε υλικό αγαθό, την ανάγκη τους για λίγη αληθινή ζωή και την επανεύρεση του προσωπικού τους "Rosebud", για να θυμηθούμε τον "Πολίτη Κέιν".
Πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά αφού η ταινία με έκανε να πλήξω αφόρητα - και μάλιστα παρά το ερεθιστικό concept - δεν μπορώ να γράψω θετικά γι' αυτήν. Παρ' όλα αυτά θα κλείσω με δύο θετικές παρατηρήσεις - σχετικές θα έλεγα, που δεν βελτιώνουν την εικόνα της: Η πρώτη είναι ότι το φιλμ έχει μια παράξενη δύναμη να σε κάνει να το σκέφτεσαι μετά (δηλαδή σε μένα συνέβει αυτό. Δεν ξέρω αν θα συμβεί και σε άλλους). Κάποιες από τις ανησυχητικές του εικόνες (τις εκτός λιμουζίνας βεβαίως) μου εντυπώθηκαν. Η όλη αίσθηση που μου άφησε είναι ανησυχητική και με προκαλεί να ψάξω περισσότερο οσα υπονοεί. Το δεύτερο - άσχετο με το φιλμ καθ' εαυτό - είναι μια αίσθηση χαράς, καθώς με την (αποτυχημένη, όπως είπα, κατά τη γνώμη μου) αυτή προσπάθεια ο Κρόνενμπεργκ μοιάζει να επιστρέφει στο ανησυχητικό, παράδοξο, σκοτεινό κλίμα με το οποίο τον γνωρίσαμε. Πράγματι η ταινία, με κάποια έννοια, κινείται στα όρια της επιστημονικής φαντασίας, αφού στην ουσία με εντελώς πλάγιο τρόπο (με τα όσα συμβαίνουν στους δρόμους και εκτός λιμουζίνας) μοιάζει να μιλά για ένα είδος τέλους του κόσμου, για την κατάρρευση των πάντων, για την επερχόμενη βασιλεία του χάους, των ταραχών και της βίας, της επικράτησης ενός νέου μεσαίωνα. Φοβάμαι ότι με όσα έχει πράξει ένα αδίστακτο παγκόσμιο σύστημα, αυτή η διαπίστωση μπορεί να μην είναι πολύ μακριά από την επερχόμενη πραγματικότητα. Μακάρι να διαψευστώ παταγωδώς.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 08, 2012

ΤΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΤΗΣ BARBARA

Ο γερμανός Christian Petzold είναι ένας σκηνοθέτης με αρκετά προσωπικά γνωρίσματα (που μερικά ίσως και να απωθούν κάποιους). Είναι πάντοτε χαμηλότονος, δίχως κρεσέντα, και χαρακτηρίζεται από ένα στιλ που θα αποκαλούσα ψυχρό. Η κινηματογράφησή του είναι "ήσυχη", πλην όμως οι ταινίες που κάνει μάλλον στην κατηγορία των ψυχολογικών θρίλερ κατατάσονται. Η σχεδόν παγερή ατμόσφαιρά του μπορεί να σε τυλίξει και να σε παρασύρει, δίχως εξάρσεις όμως (και κανενός είδους "μπαμ").
Η "Barbara" του 2012 διακρίθηκε σε διάφορα φεστιβάλ και κέρδισε μάλιστα την Αργυρή Άρκτο στο Βερολίνο. Δικαίως κατά τη γνώμη μου. Διαδραματίζεται στην Ανατολική Γερμανία των αρχών των 80ς, όπου βιώνουμε το ίδιο κλίμα καταπίεσης και διάχυτης φοβίας που επικρατούσε στις "Ζωές των Άλλων". Η Μπάρμπαρα είναι γιατρός και, πέφτοντας στη δυσμένεια του καθεστώτος, "εξορίζεται" σε ένα νοσοκομείο μιας μικρής, ήσυχης επαρχιακής πόλης. Εκεί θα συναντήσει τον γιατρό επικεφαλής του νοσοκομείου, Ο οποίος δείχνει ενδιαφέρον γι' αυτή και ο οποίος είναι κι αυτός "εξόριστος" εκεί, αν και για διαφορετικούς λόγους. Η ηρωίδα όμως του φέρεται ψυχρά, αποκρούοντας κάθε απόπειρά του να την πλησιάζει, αφού με τον δυτικογερμανό εραστή της ετοιμάζεται να αποδράσει στη Δύση. Αυτά φυσικά είναι μόνο η αρχή, αφού τα πράγματα περιπλέκονται διαρκώς τόσο σε συναισθηματικό επίπεδο όσο και γενικότερα.
Ο Petzold δεν επιλέγει σκοτεινούς, κλειστοφοβικούς χώρους. Τα περισσότερα συμβαίνουν μέρα και μάλιστα στην εξοχή. Παρ' όλα αυτά η πνιγηρή ατμόσφαιρα είναι πανταχού παρούσα, ο φόβος πλανάται παντού, η αγχωτική φύση των όσων συμβαίνουν έχει το πάνω χέρι, τα πάντα γίνονται μυστικά, κρυφά. Η πρωταγωνίστρια Νίνα Χος είναι εξαιρετική και, εμένα τουλάχιστον, κατάφερε να με παρασύρει στις αγωνίες της.
Συνολικά τη βρήκα πολύ καλή ταινία, προειδοποιώ όμως και πάλι τους λάτρεις των καθαρόαιμων θρίλερ δράσης ότι ούτε δράση διαθέτει ούτε, όπως είπα και πριν, κρεσέντα. Ίσως όμως αυτή ακριβώς η ήσυχη, χαμηλότονη ροή είναι που κάνει τα πράγματα πιο αγχωτικά.
Φυσικά ο "υπαρκτός σοσιαλισμός" της Γερμανίας παρουσιάζεται με τα πιο μελανά χρώματα. Λογικό για μια χώρα όπου κυριαρχούσε η φοβερή Στάζι, από τις χειρότερες μυστικές αστυνομίες του κόσμου. Η όλη ατμόσφαιρα, τα εσωτερικά, τα έπιπλα, οι χώροι, όλα παραπέμπουν σ' αυτό το βαρύ, μελαγχολικό, μίζερο κλίμα κι ας συμβαίνουν πολλά από τα τεκταινόμενα "ντάλα μεσημέρι". Αυτό προσωπικά το θεωρώ επιτυχία του σκηνοθέτη. Φυσικά το όλο πράγμα μπορεί να ειδωθεί και σαν μια αλληγορία. Ένας άνθρωπος βρίσκεται σε ένα τεράστιο δίλημμα. Τι θα επιλέξει;
ΥΓ και SPOILER!!!: Ίσως κάποιοι θεωρήσουν πολύ ηρωικό το τέλος με τη θυσία της πρωταγωνίστριας. Αν το καλοεξετάσουμε όμως δεν ξέρω αν είναι και τόσο ηρωικό. Εννοώ ότι έκανε ό,τι έκανε αφού εξασφάλισε για τον εαυτό της ένα όμορφο μέλλον, αφού τακτοποιήθηκε απόλυτα συναισθηματικά, αφού γνώρισε τον έρωτα. Υπό τις παρούσες συνθήκες η θυσία είναι πολύ πιο εύκολη. Πώς θα αντιδρούσε άραγε αν δεν υπήρχε ο γιατρός και η ηρωίδα ήταν ολομόναχη στη μίζερη πόλη;

Τετάρτη, Νοεμβρίου 07, 2012

"ΣΥΜΦΩΝΙΑ" ΠΟΥ ΤΡΟΜΑΖΕΙ

Η ταινία "The Pact" (Η Συμφωνία) γυρίστηκε το 2012 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του Nicholas McCarthy. Πρόκειται για ταινία τρόμου που ξεκινά με μια καλή (και ανατριχιαστική) ιδέα: Μητέρα μόνη στο σπίτι της μιλά στο skype με την μικρή της κόρη που βρίσκεται αλλού. Ξαφνικά η κόρη ρωτά: "Ποιός είναι αυτός πίσω σου, μαμά;" Φυσικά, όταν η μαμά γυρνά, κανείς δεν βρίσκεται πίσω της...
Το φιλμ περιστρέφεται γύρω από ένα συνηθισμένο αμερικάνικο σπίτι, απ' αυτά των προαστείων, που, όπως όλα δείχνουν, είναι στοιχειωμένο. Ηρωίδες είναι αρχικά η μητέρα του μικρού κοριτσιού και, μετά τη μυστηριώδη εξαφάνισή της, η αδελφή της, που επιστρέφει στην πόλη για να την αναζητήσει.
Η ταινία διαθέτει μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με άλλες ταινίες του είδους: Εμπεριέχει δύο βασικά είδη τρόμου συγχρόνως: Αυτό που κύρια πηγή του είναι ένας σίριαλ κίλερ, αλλά και αυτό που σε τρομάζει με το μεταφυσικό στοιχείο (στοίχειωμα). Οπότε έχουμε... δύο στην τιμή του ενός. Από εκεί και πέρα, προσωπικά δεν τη βρήκα και καμιά σπουδαία ταινία, δίχως πάντως να τη θεωρώ και ιδιαίτερα κακή. Το στόρι μου φάνηκε κάπως "too much" και κάπου επίσης ο συνδυασμός των δύο υποειδών δεν με έπεισε. Όπως δεν με έπεισαν και κάποια από τα όσα συμβαίνουν. Και, διάβολε, γιατί το σπίτι αυτό είναι μονίμως τόσο σκοτεινό, λες και οι ήρωες αρνούνται να ανοίξουν παράθυρο τη μέρα και να πατήσουν τον διακόπτη του ηλεκτρικού τη νύχτα;
Ο McCarthy χρησιμοποιεί μια μουντή, ξεθωριασμένη φωτογραφία, τόσο που σε κάποια σημεία νομίζει κανείς πως έχει γίνει ασπρόμαυρη και ιδιαίτερα σκοτεινά εσωτερικά (όπως είπα μόλις). Προσπαθεί έτσι να προσδώσει ατμόσφαιρα. Κάποιες στιγμές ίσως και να τα καταφέρνει. Οι ηθοποιοί είναι οι περισσότεροι άγνωστοι και συνολικά πρόκειται για low budget φιλμ, που προσπαθεί να βασιστεί στο κλίμα που δημιουργεί (και στα πτώματα που συσσωρευονται όσο προχωρά).
Όπως είπα τη βρήκα μάλλον μέτρια ταινία, δίχως πάντως να το θεωρώ και από τα πολύ κακά παραδείγματα που το είδος της ταινίας τρόμου (που βρίσκεται σε ύφεση τα πολλά τελευταία χρόνια) μας προσφέρει αφειδώς.

Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2012

ΣΚΟΤΩΝΟΒΤΑΣ ΓΛΥΚΑ ΚΑΙ ΜΕ ΣΤΙΛ

Η τρίτη ταινία που παίχτηκε σχεδόν ταυτόχρονα στις ελληνικές οθόνες και διαθέτει και αυτή την επιροή του Ταραντίνο είναι το "Σκότωσέ τους Γλυκά" (Killing them Softly) του αξιόλογου νεοζηλανδού Andrew Dominik (2012). Και είναι αυτή που μου άρεσε περισσότερο από τις τρεις (υπενθυμίζω ότι οι άλλες δύο ήταν οι "Αγριότητα" του Στόουν και το "Killer Joe" του Φρίντκιν).
 Πρόκειται για ένα σκοτεινό σύγχρονο νουάρ, που κυρίως ασχολείται με τις επιπτώσεις μιας ληστείας σε παράνομη χαρτοπαικτική λέσχη. Η ληστεία γίνεται από δύο πραγματικά κακόμοιρους μικροαπατεώνες, αλλά η μαφία δεν συγχωρεί. Διαδραματίζεται το 2008, την εποχή της προεκλογικής εκστρατείας Ομπάμα και ΜακΚέιν.
Η σάτιρα της αμερικάνικης κοινωνίας είναι και εδώ παρούσα. Μόνο που είναι πραγματικά δυσδιάκριτη κάτω από το σοβαρό περιεχόμενο και τη σκοτεινή κινηματογράφηση. Το φιλμ καταγράφει την κοινωνική μιζέρια και δυστοπία με πολλούς τρόπους: Αρχικά τα τοπία. Αστικά τοπία διαλυμένα, εγκαταλειμένα, παρηκμασμένα, άσχημα. Η πόλη δείχνεται βρώμικη, στα όρια σχεδόν της εγκατάλειψης. Ένας αληθινά άσχημος τόπος, που είναι λογικό να εκτρέφει τόση βία και τόσα "χαμένα κορμιά". Έπειτα είναι οι χαρακτήρες: Όσον αφορά τον έναν από τους μικροαπατεώνες, σπάνια έχουμε δει στο σινεμά τόσο "τελειωμένο" άτομο: Βρωμερός, μόνιμα μαστουρωμένος με ό,τι βρεθει μπροστά του, απόλυτα ζαμανφουτίστας, εξαθλιωμένος, στα όρια σχεδόν του κλοσάρ. Αλλά και οι χαρακτήρες που τον περιβάλλουν είναι όλοι αρνητικοί: Ο στιλάτος, cool επαγγελματίας εκτελεστής που κάνει τα πάντα σα να εργάζεται στην πιο φυσιολογική δουλειά του κόσμου (πολύ καλός και ταιριαστός ο Μπραντ Πιτ), ο μαφιόζος που μοιάζει με απόλυτα κυριλέ δημόσιο υπάλληλο, ο ιδιοκτήτης του παράνομου τζόγου... όλοι είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βουτηγμένοι στη βρωμιά. Για μια ακόμα φορά καλοί δεν υπάρχουν.
Η κριτική στο αμερικάνικο σύστημα είναι σαφής: Η κάθε άλλο παρά "γλυκειά" δράση γίνεται διαρκώς κάτω από αποσπάσματα από τις προεκλογικές ομιλίες των δύο υποψήφιων, που ακούγονται από ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, και επαναλαμβάνουν τις μεγαλόστομες, ωραιοποιημένες πολιτικές παπαριές, που, καθώς αντιπαρατίθενται με όσο βλέπουμε, αναδεικννύεται ξεκάθαρα η κενότητα και το ψέμμα τους. Από την άλλη οι πάντες μιλούν απόλυτα φυσιολογικά για κάθε λογής παράνομα πράγματα (φόνους, παράνομο τζόγο, πληρωμένους δολοφόνους κλπ.), σα να μιλούν για κοινότατες, νόμιμες (;) μπίζνες και χρησιμοποιώντας όρους των μπίζνες.
Το ταραντινικό στιλ εντοπίζεται στις μακρές κουβέντες επί παντός επιστητού, που διακόπτονται ξαφνικά από κρεσέντα βίας, για να επανέλθουν στις cool συζητήσεις. Η αφήγηση είναι στιβαρή, το σκηνοθετικό στιλ συχνά εντυπωσιακό, ενώ οι χαρακτήρες ο ένας καλύτερος από τον άλλον (οι δύο μικροαπατεώνες, ο ιδιοκτήτης του τζόγου, ο Μπραντ Πιτ, ο δεύτερος παρακμιακός πληρωμένος δολοφόνος κλπ.)
Τη βρήκα αρκετά καλή ταινία και θα παρακολουθήσω με ενδιαφέρον τη συνέχεια του Dominik. Ο οποίος διαθέτει, εκτός της κινηματογραφικής απόλαυσης του νεο-νουάρ, και μια ιδιαίτερη ματιά στην αμερικάνικη κοινωνία, η οποία δεν ανακαλύπτει τίποτα θετικό σ' αυτήν. Το είπαμε πάντως και στην αρχή: Ο Ταραντίνο είναι και εδώ παρών, αν και στο παράδειγμα αυτό κάπως πιο πολιτικο / κοινωνικοποιημένος.

Σάββατο, Νοεμβρίου 03, 2012

O KILLER JOE ΚΑΙ ΤΟ ΣΑΡΔΟΝΙΟ ΧΙΟΥΜΟΡ

Τελικά ο Tarantino έχει επηρεάσει περισσότερο απ' όσο νομίζουμε το σύγχρονο σινεμά. Συμπτωματικά τρεις από τις ταινίες που παίχτηκαν τον Οκτώβρη στους κινηματογράφους έχουν έντονα επηρεαστεί από το στιλ του. Και μάλιστα γνωστών σκηνοθετών.
Ο William Friedkin μετά τη θριαμβευτική δεκαετία του 70 (και των αρχών των 80ς) μάλλον δεν πλέον έχει και τόσο ενδιαφέρον. Το 2011 γυρίζει το "Killer Joe", βασισμένο σε θεατρικό έργο, αν και η θεατρικότητα του συγκεκριμένου φιλμ είναι ελάχιστη, σε σχέση τουλάχιστον με άλλες αντίστοιχες ταινίες. Είναι μια βίαιη αστυνομική ταινία, που συχνά φτάνει στο γκροτέσκο, που μόνο σαν κατάμαυρη σάτιρα μπορεί να ειδωθεί. Και μια και το σενάριο είναι κι αυτό απίθανο, μπορούμε να μιλήσουμε και για την επιροή από το κλίμα των αδελφών Κοέν.
Ο γιος μιας διαλυμένης οικογένειας, κυνηγημένος από έμπορους ναρκωτικών επειδή τους χρωστά λεφτά, πείθει τον πατέρα του να προσλάβουν έναν διεφθαρμένο μπάτσο - επαγγελματία δολοφόνο με αποστολή να σκοτώσει την αλκοολική μητέρα του ώστε να εισπράξουν την ασφάλεια. Φυσικά τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου κατ' ευχήν και οι περιπλοκές θα γίνονται όλο και χειρότερες...
 Φυσικά υπάρχει αρκετή βία, είπαμε ότι το γκροτέσκο στοιχείο κυριαρχεί (χαρακτηριστική η τελευταία σκηνή στο τροχόσπιτο, τόσο με το τηγανητό κοτόπουλο όσο και με τα τελευταία πλάνα) και το σαρδόνιο μαύρο χιούμορ κυριαρχεί, όχι στις ατάκες, αλλά στις γενικότερες καταστάσεις. Φυσικά επίσης η αμερικάνικη οικογένεια παρουσιάζεται κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή και η παρακμή και η διάλυση των πάντων είναι πανταχού παρούσες. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ταινία με "καλούς" και "κακούς". Στο "Killer Joe" οι πάντες είναι κακοί. Η αμερικάνικη κοινωνία δείχνει ένα αποκρουστικό πρόσωπο, καθώς η σάτιρα του Φρίντκιν είναι ανελέητη.
Δεν το θεωρώ κανένα μεγάλο φιλμ. Απλώς το βρήκα συμπαθητικό μέσα στη βία και την παράνοιά του, και καλύτερο από αρκετά άλλα της πρόσφατης παραγωγής του κάποτε ξεχωριστού αυτού δημιουργού.
Στο τρίτο παρόμοιο παράδειγμα, που θα δούμε προσεχώς, θα αναρωτηθώ όχι πλέον αν κάτι δεν πάει καλά στην αμερικάνικη κοινωνία, αλλά αν τίποτα απολύτως δεν πάει καλά σ' αυτήν (και στην παγκόσμια δηλαδή, αλλά μιλώ για την αμερικάνικη αφού όλα όσα βλέπουμε διαδραματίζονται στο γνωστό Τέξας).

Πέμπτη, Νοεμβρίου 01, 2012

Η "ΑΓΡΙΟΤΗΤΑ" ΚΑΙ Ο ΣΤΟΟΥΝ ΠΟΥ ΘΑ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΡΑΝΤΙΝΟ

Είναι γνωστό ότι ο Oliver Stone παρακμάζει διαρκώς τα τελευταία πολλά χρόνια, δίχως να μπορεί να ανακτήσει τη χαμένη του αξιοπιστία. Γυρίζει πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες, δίχως όμως, φοβάμαι, σημαντικό αποτέλεσμα. Η "Αγριότητα" (Savages) του 2012 είναι, κατά τη γνώμη μου, αν μη τι άλλο διασκεδαστική, όχι όμως τίποτα περισσότερο.
Εδώ ο Στόουν ξαναβρίσκει το παλαβό σκηνοθετικό στιλ των "Γεννημένων Δολοφόνων", προσπαθώντας να τα βάλει όλα στο φιλμ (απεγνωσμένη προσπάθεια να εντυπωσιάσει ή/και να προκαλέσει πάσει θυσία μου φαίνεται). Έτσι βρίσκουμε το "βρώμικο" αστυνομικό, την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του φιλμ νουάρ (και μάλιστα από γυναίκα), τη σάτιρα τόσο των αστυνομικών ταινιών όσο και της αμερικάνικης κοινωνίας γενικότερα, κάμποση γραφική βία που ενίοτε αγγίζει τα όρια του καθαρού σπλάτερ, αφηγηματικά παιχνίδια με το εναλλακτικό τέλος (δανεισμένο ίσως από το "Funny Games" του Χάνεκε), τολμηρή ερωτική άποψη, απόλυτο αμοραλισμό, μπόλικη μαστούρα και κάμποσα άλλα πράγματα που θα εντοπίσετε. Α, και μια πλειάδα γνωστών ηθοποιών σε δεύτερους κυρίως ρόλους (Τραβόλτα, Ντελ Τόρο, Σ.Χάγιεκ κλπ.)
Βασικοί πρωταγωνιστές της ιστορίας δύο έμποροι (και παραγωγοί) μαριχουάνας, που είναι οι "καλοί". Ο ένας ειρηνιστής, ο άλλος μάλλον στρατόκαυλος, που όμως είναι οι καλύτεροι φίλοι στον κόσμο. Και, για περισσότερο αλατοπίπερο, διατηρούν και ένα αυνήθιστο ερωτικό τρίγωνο, αφού είναι ερωτευμένοι με την ίδια γυναίκα κι εκείνη... και με τους δύο. Δεν "κλέβουν" ο ένας τον άλλον. Ό,τι γίνεται είναι φανερό. Για να είμαστε ακριβέστεροι το κάνουν και οι τρεις μαζί. Κι όλα πάνε ειδυλλιακά και ρομαντικά, έως ότου έρχονται αντιμέτωποι με ένα αδίστακτο μεξικάνικο καρτέλ ναρκωτικών που θέλει να τους πάρει τη μικρή, πλην όμως υψηλότατης ποιότητας, παραγωγή. Έτσι η βία ξεκινά.
Αυτό που χτυπάει άμεσα στο μάτι είναι η απόλυτη σχεδόν επιροή του Ταραντίνο και του κινηματογραφικού του κόσμου. Κι αυτό είναι κάπως περίεργο, αφού ο Στόουν είναι παλιότερος σκηνοθέτης (κι αν ήταν πραγματικά σημαντικός, θα έπρεπε να επηρεάζει αυτός). Νομίζω όμως ότι τον Ταραντίνο δεν τον φτάνει. Ομολογώ λοιπόν ότι διασκέδασα (κάπως ένοχα) βλέποντας το φιλμ και το βρήκα συμπαθέστερο από αρκετές από τις προηγούμενες ταινίες του, τίποτα περισσότερο όμως.
ΥΓ και προσοχή, πρόκειται περί SPOILER!!!! Για να πω και κάτι υπέρ του Στόουν πάντως, κάτω από το μάλλον κατ' επίφασιν happy end κρύβεται αρκετή κριτική για το σύστημα: Ναι, κάποιοι "καλοί" τη γλύτωσαν, πλην όμως, αν το καλοσκεφτείτε, και το εγκληματικο καρτέλ πέτυχε ό,τι ήθελε και ο πιο γλοιώδης και άθλιος χαρακτήρας του φιλμ έγινε ήρωας και ο ειδυλλιακός ρομαντισμός του αρχικού τρίο πήγε περίπατο. Εκτιμώ, μέσα στην όλη πλάκα, αυτό το σκοτεινό όραμα που, δυστυχώς, είναι απόλυτα ρεαλιστικό. Έτσι δεν συμβαίνει και στην πραγματικότητα;

Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2012

ΔΥΣΚΟΛΗ "ΑΓΑΠΗ"

Ας πούμε από την αρχή ότι οι ταινίες του Michael Haneke βλέπονται εξαιρετικά δύσκολα. Νομίζω ότι αυτό είναι απόλυτα συνειδητό από τη μεριά του σκηνοθέτη. Ο Χάνεκε έχει έναν δικό του, ανατριχιστικό τρόπο να δείχνει την αλήθεια. Αλήθεια που πολύ συχνά ενοχλεί, τι λέω, μερικές φορές γίνεται αφόρητη. Το ίδιο δύσκολα με την "7η Ήπειρο", το "Funny Games", τις "76 Συμπτώσεις..." λοιπόν βλέπεται και η "Αγάπη" του 2012. Συμβαίνει όμως εδώ κάτι παράδοξο: Ενώ ταινίες όπως αυτές που αναφέραμε (όπως και η "Λευκή Κορδέλα", ο "Κρυμμένος" κ.ά.) ασχολούνται με θέματα δύσκολα, βίαια, σχεδόν ταμπού, η "Αγάπη" μιλά ακριβώς γι' αυτό που λέει ο τίτλος και η είναι πλημμυρισμένη από τρυφερότητα και συγκίνηση. Είναι σίγουρα η πιο τρυφερή του ταινία. Γιατί λοιπόν είναι τόσο δύσκολη;
Μιλήσαμε πριν για την αλήθεια. Ο Χάνεκε κινηματογραφεί τα πράγματα από κοντά, ωμά, δίχως το παραμικρό φτιασίδι, όπως ακριβώς συμβαίνουν (ή θα συνέβαιναν) στην πραγματικότητα. Αυτή η εξαντλητική, από απόσταση αναπνοής ματιά είναι, πιστεύω, που κάνει τόσο δύσκολη τη θέαση των ταινιών του. Γι' αυτό και, ανεξάρτητα με το θέμα, είτε αυτό είναι τρυφερό ("Αγάπη") είτε εφιαλτικά σκληρό ("Funny Games"), απαιτείται προσπάθεια για να ειδωθεί. Τι σημασία αν ασχολείται με τον απόλυτο έρωτα και την αγωνιώδη προσπάθεια ενός ανθρώπου να διατηρήσει ακέραια την αξιοπρέπειά του; Η θέαση παραμένει δύσκολη.
Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, ερωτευμένο μετά τόσα χρόνια, με μια ευτυχισμένη, πολλών δεκαετικών κοινή πορεία, φτάνει μοιραία στο τέλος, όταν η γυναίκα προσβάλλεται από εγκεφαλικό και, στη συνέχεια, η κατάστασή της χειροτερεύει διαρκώς. Τότε ό σύζυγος συνειδητοποιεί ότι ο έρωτας, εκτός από απόλαυση και ολοκλήρωση, κρύβει και δυσκολίες, που μερικές φορές, προς το τέλος, αγγίζουν τα όρια του αφόρητου.
Ο φακός παρακολουθεί τις εξελίξεις με απόλυτο ρεαλισμό, από κοντά, δίχως να κρύβει τίποτα. Να λοιπόν πώς μπορεί μια τόσο δύσκολη θέαση να κρύβει τόση ανθρωπιά, αγάπη, τρυφερότητα, ρομαντισμό στην ουσία. Ρομαντισμό μέσα σε μια κοινότατη και εφιαλτική συγχρόνως καθημερινότητα.
Σκέφτομαι ότι αυτό που μπορεί να "πειράζει" τον θεατή είναι ότι όλο αυτό που παρακολουθούμε είναι αρκετά συνηθισμένη κατάσταση και μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε. Και το ότι ο Χάνεκε μας φέρνει, δίχως την παραμικρή ωραιοποίηση, πρόσωπο με πρόσωπο μ' αυτό που όλοι γνωρίζουμε καλά και ξέρουμε ότι είναι αναπόφευκτο, αλλά διστάζουμε (ή "αναβάλλουμε") να σκεφτούμε και να δεχτούμε: Τον θάνατο και, ακόμα χειρότερα, τη ραγδαια φθορά που φέρνει το αμείλικτο πλησίασμά του. Και να που, απροσδόκητα, μέσα σ' αυτή την καθημερινή φρίκη, χωράει τόσος έρωτας, τόσος ρομαντισμός, τόση ανθρωπιά, ακόμα και τόσο ποιητικό, μεταφυσικό σχεδόν τέλος.
 Εκπληκτικοί είναι και οι πρωταγωνιστές, στη δύση κι αυτοί της ζωής τους, να υποδύονται υπέροχα κάτι που πολύ σύντομα μπορεί δυστυχώς να τους συμβεί: Οι ωραίοι κάποτε Ζαν Λουί Τρεντινιάν και Εμανουέλ Ριβά, που στα γέρικα πρόσωπά τους βλέπουμε τα βαθειά, ανεξίτηλα σημάδια του χρόνου.
Το συμπέρασμα βγαίνει αβίαστα: Μόνο η αγάπη και η ανθρωπιά μπορεί να απαλύνει την αναπόφευκτη, τραγική ανθρώπινη μοίρα. Κι ας βγαίνει το συμπέρασμα αυτό τόσο επώδυνα... Εν τέλει πιστεύω πρόκειται για εξαιρετική ταινία. Αν την αντέξετε...

Σάββατο, Οκτωβρίου 27, 2012

CREEPSHOW 2: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΡΟΜΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΡΟΜΑΖΟΥΝ ΚΑΝΕΝΑ

Το 1982 ο George Romero είχε γυρίσει το Creepshow, μια σπονδυλωτή ταινία με ιστορίες τρόμου στο κλίμα των pulp περιοδικών κόμικς με παρόμοιες ιστορίες των 50ς και 60ς. Το 1987 ο τηλεοπτικός σκηνοθέτης και παραγωγός Michael Gornick γυρίζει το "Creepshow 2", που είναι και η μοναδική του ταινία. Είναι κι αυτή σπονδυλωτή, αποτελείται από τρεις ιστορίες και... δεν μπορώ να το πω πιο ευγενικά, κι αν δεν γυριζόταν ποτέ ουδείς θα έχανε κάτι.
Οι ιστορίες είναι γραμμένες από τον διάσημο Steven King και έχουν προσαρμοστεί σεναριακά από τον Romero. Τα μεγάλα όμως αυτά ονόματα του χώρου ουδόλως βοηθούν στην βελτίωση του φιλμ. Για να είμαι πιο σαφής, σπάνια έχω δει πιο άνευρη, προβλέψιμη, επίπεδη και φτηνή (όχι με την οικονομική μόνο έννοια) ταινία του είδους. Ειδικά όσον αφορά την πρώτη ιστορία, αυτή με τον ξύλινο ινδιάνο, ήξερα από την πρώτη σχεδόν στιγμή τι θα γίνει και πώς θα εξελιχτεί. Αλλά και οι άλλες δύο (αυτή με το σαρκοβόρο φυτό στη λίμνη κι αυτή με τον "απέθαντο" εργάτη που κατά λάθος σκοτώνει με το αυτοκίνητό της μια πλούσια κυρία) δεν είναι και πολύ καλύτερες. Ας μη μιλήσουμε για τις αστείες ηθοποιίες ή για τα ψεύτικα και άτεχνα εφέ. Ακόμα και τα κινούμενα σχέδια που λειτουργούν σαν γέφυρες ανάμεσα στα επεισόδια είναι, αν μη τι άλλο, κοινότοπα, δίχως ίχνος σχεδιαστικής πρωτοτυπίας.
Δεν ξέρω αν η ταινία είχε την πρόθεση να είναι επίτηδες φτηνή, ώστε να γίνει ένα είδος cult. Αν πάντως στόχευε σ' αυτό, η γνώμη μου είναι ότι απέτυχε παταγωδώς. Αν πάλι σκόπευε να γίνει μια νορμάλ παραγωγή, ώστε να αρέσει στο κοινό του είδους... ακόμα χειρότερα. Το σίγουρο πάντως είναι ότι εγώ τουλάχιστον καθόλου δεν τρόμαξα βλέποντάς την (αφού αυτό προφανώς είναι το ζητούμενο στις ταινίες αυτές). Ούτε καν στοιχειώδες σασπένς δεν κατάφερε να μου δημιουργήσει. Και δεν μπορεί κανείς να πει ότι τόσο παλιά δεν υπήρχαν τόσο εξελιμένα εφέ κλπ. Ίσα ίσα που η δεκαετία του 80 υπήρξε μια από τις χρυσές εποχές του κινηματογράφου τρόμου (δεύτερος "Σχιζοφρενής δολοφόνος", "Εφιάλτης στο Δρόμο με τις Λεύκες", "Hellraiser", "Fright Night", "Hitcher" για να αναφέρω μερικές μόνο ταινίες τρόμου που μου έρχονται πρόχειρα στο νου).
Γενικά το θεωρώ από τις περιπτώσεις που το νο 2 είναι παντελώς αχρείαστο. Όχι ότι αυτό είναι ασυνήθιστο, κάθε άλλο, αλλά εδώ το κακό παράγινε. Κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 26, 2012

"ΔΕΝ ΘΑ ΤΑ ΠΑΡΕΙΣ ΜΑΖΙ ΣΟΥ": ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ ΜΕ ΔΗΚΤΙΚΗ ΑΦΕΛΕΙΑ

Ο Frank Capra (1897-1991) είναι βέβαια από τους μεγαλύτερους δημιουργούς της αμερικάνικης κωμωδίας και πολλές από τις ταινίες του βλέπονται πολύ ευχαριστα μέχρι σήμερα. Το "Δεν Θα τα Πάρεις Μαζί σου" του 1938 δεν αποτελεί εξαίρεση.
Εδώ ο Κάπρα φέρνει σε πλήρη αντιπαράθεση δύο οικογένειες και, μέσα απ' αυτές, δύο εντελώς διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις, δύο διαφορετικές στάσεις ζωής. Από τη μία η οικογένεια ενός πολυεκατομμυριούχου, ενός μεγιστάνα των επιχειρήσεων, με την ψυχρή, τυπική και καθώς πρέπει γυναίκα του και το γιο του, που νοιώθει να βρίσκεται σε πολύ διαφορετικό μήκος κύματος από τους γονείς του. Από την άλλη μια απίθανη, πολυμελής οικογένεια - τσίρκο, με σπίτι ανοιχτό στους πάντες, όπου όλοι ασχολούνται με κάτι διαφορετικό (και κουφό συνήθως), μια οικογένεια - ορισμός του "όσα έρθουν κι οσο πάνε". Φυσικά, από τις πρώτες κιόλας σκηνές, ο μονάκριβος γόνος του εκατομμυριούχου ερωτεύεται την κόρη του πάτερ - φαμίλια της τρελής οικογένειας, που δουλεύει στα γραφεία της εταιρίας του. Τα προβλήματα (και το γέλιο) θα αρχίσουν όταν οι θα προσπαθήσουν να γνωριστούν μεταξύ τους οι δύο εντελώς αταίριαστοι αυτοί κόσμοι.
Ο Κάπρα αντιπαραθέτει τους δύο απόλυτα διαφορετικούς κόσμους και κλίνει φυσικά σαφώς υπέρ του ανέμελου, γεμάτου χαρά, παιδικότητα και δημιουργία. Κάνει ταυτόχρονα και μια έντονη κριτική του σκληρού και αδίστακτου καπιταλισμού (εξαιρετικά επίκαιρη δυστυχώς στις μέρες μας): Ο εκατομμυριούχος είναι στεγνός, δίχως φαντασία, σκληρός και άπληστος. Τον ενδιαφέρει μόνο το χρήμα και οι μπίζνες, δίχως να νοιάζεται για τη δυστυχία που προκαλεί στους γύρω του. Αλλά βέβαια - κατά Κάπρα πάντοτε - πληρώνει το τίμημα της απληστίας του: Ζει μια ζωή όπου έχει μεν ό,τι (υλικό) επιθυμεί, αλλά του λείπει η χαρά, η ανεμελιά, το γέλιο, το παιχνίδι. Κατά βάθος ψάχνει πάντα την ευκαιρία να (ξανα)γίνει παιδί. Δεν ξέρω πόσο ισχύουν στην παραγματικότητα όλα αυτά (ότι δηλαδή κατά βάθος οι πλούσιοι υπαφέρουν), πάντως εδώ το όλο πράγμα δίνεται απολαυστικά.
Όπως ίσως καταλάβατε η ταινία κριτικάρει τον άπληστο καπιταλισμό με αρκετή αφέλεια. Όσον αφορά δε το αντίθετο πρότυπο, αυτό της ευτυχισμένης οικογένειας, ποτέ δεν μας λέει καθαρά πώς επιβιώνουν τα διαρκώς αυξανόμενα μέλη της (αφού η στέγη της δέχεται πρόθυμα κάθε πικραμένο). Νομιζω επίσης ότι σε κάποια σημεία το φιλμ κάνει κοιλιές. Αυτά είναι για μένα τα αρνητικά στοιχεία. Ωστόσο η σχεδόν σουρεαλιστική κατάσταση που επικρατεί στο σπίτι όχι του επιχειρηματία βέβαια (πρέπει να το δείτε για να το πιστέψετε), καθως και το γέλιο που βγαίνει κατά την περίφημη συνάντηση των δύο οικογενειών και τα όσα τραγελαφικά ακολουθούν, μπορούν να αποζημειώσουν το θεατή. Όπως και η έντονη απόλαυση που νοιώθει κανείς όταν βλέπει το΄πανίσχυρο ζεύγος των ζάμπλουτων να περνά το βράδι του στη φυλακή, δίπλα σε πόρνες και κλέφτες. Είναι και η γνωστή χάρη και φινέτσα του Κάπρα και ο αφοπλιστικός του, ανάλαφρος τρόπος αφήγησης, που σε κάνουν να ξεχάσεις τις αφέλειες που λέγαμε και τις όποιες κοιλιές και, τελικά, να απολαύσεις μια κλασική κωμωδία. Εγώ τουλάχιστον αυτό έκανα.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 25, 2012

ΕΝΑΣ "LOOPER" ΣΤΗΝ ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Οι ταινίες με θέμα τα ταξίδια στο χρόνο (στο παρελθόν ακριβέστερα, γιατί κάπου εκεί η ανθρώπινη λογική παραλύει), προσφέρουν συχνά πολλή τροφή για σκέψη και κατά καιρούς έχουν δώσει καλές ταινίες (και καλύτερα διηγήματα ή μυθιστορήματα).
Μια τέτοια αξιόλογη περίπτωση - κατά τη γνώμη μου - αποτελεί το "Looper" του Rian Johnson (2012). Η ιδεα είναι ευρηματική: Κακοποιοί του μέλλοντς στέλνουν τα θύματά τους στο παρελθόν, όπου, όταν φτάνουν στον κατάλληλο τόπο και χρόνο, ένας εκτελεστής από την παρελθούσα αυτή εποχή περιμένει και κάνει τη βρώμικη δουλειά. Έτσι τα ίχνη του θύματος εξαφανίζονται παντελώς από το μέλλον. Ώσπου οι loopers, οι εκτελεστές δηλαδή, καλούνται κάποια στιγμή να εκτελέσουν τον μελλοντικό, γερασμένο εαυτό τους...
Έχω επανειλημμένα εκφράσει το παράπονο ότι οι περισσότερες σύγχρονες ταινίες επιστημονικής φαντασίας επικεντρώνονται στο action και τα εφέ, παραμερίζοντας όλους τους ουσιαστικούς παράγοντες που κάνουν καλή μια ταινία. Χαίρομαι γιατί εδώ βρισκόμαστε επιτέλους μπροστά σε μια εξαίρεση. Υπάρχει βέβαια και το στοιχείο της δράσης, είναι όμως πιο μετρημένο από άλλα πρόσφατα φιλμ του είδους και, κυρίως, βρίσκεται σε σωστές δόσεις και υπάρχει πρώτιστα για να υπηρετεί το σενάριο. Οπότε συνολικά είμαι ευχαριστημένος απ' ό,τι είδα.
Η ταινία μπορεί να αφήσει αρκετά σεναριακά ερωτηματικά. Ή μάλλον να προσφέρει ευκαιρίες για πολλές συζητήσεις (και διαφωνίες). Πολλοί θα επιμείνουν ότι υπάρχει σεναριακό κενό, άλλοι ότι υποστηρίζει την ταυτόχρονη ύπαρξη εναλλακτικών εκδοχών της πραγματικότητας. Δεν θα σας πω άλλα γι' αυτό, γιατί όσο λιγότερα ξέρετε για το στόρι τόσο καλύτερα. Ωστόσο υπάρχει και αρκετή ψυχολογική εμβάθυνση του ήρωα, ο οποίος δεν είναι ξεκάθαρα "καλός" ή "κακός", αλλά ένα κράμα των δύο ή, αν προτιμάτε, ακόμα κι όταν είναι αδίστακτος και σκοτώνει αθώους, το κάνει για κάποιο λόγο που αρκετοί θα δικαιολογήσουν. Όσο για τον πρεσβύτερο εαυτό, αυτός αποτελεί ταυτόχρονα και μια πατρική φιγούρα για το κάθαρμα που υπήρξε κάποτε. Ο απόλυτα παρακμασμένος κόσμος, στα όρια της κατάρρευσης, που αμυδρά σκιαγραφείται σαν φόντο, προσθέτει κι αυτός μια πινελιά στην ιστορία.
Γενικά νομίζω ότι ο θεατής μπορεί να βρει και πολλά άλλα ενδιαφέροντα σημεία για να επικεντρώσει την προσοχή του. Οι επιρροές από αντίστοιχα παλιότερα φιλμ είναι σαφείς: Ο πρώτος "Εξολοθρευτής" του Κάμερον και οι "12 Πίθηκοι" του Γκίλιαμ βρίσκονται ανάμεσα στις βασικότερες. Αλλά και οι αναφορές σ' αυτές, το κλείσιμο του ματιού στον θεατή. Δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο ούτε το ότι η μητέρα που μεγαλώνει ένα γιο που στο μέλλον θα εξελιχτεί σε... (ας μην πω άλλα) ονομάζεται Σάρα, όπως η μητέρα του μελλοντικού ηγέτη στον Κάμερον ούτε η επιλογή του Μπρους Γουίλις σε ένα ρόλο που θυμίζει αυτόν στους Πίθηκους.
Γενικά, χωρίς να τη θεωρώ και την σημαντικότερη ταινία του είδους, πρέπει να πω ότι την απόλαυσα. Μακάρι κι άλλα φιλμ ενός είδους που ταλαιπωρείται αφάνταστα τα πολλά τελευταία χρόνια να είχαν μια τόσο έξυπνη και "ιντριγγαδόρικη" προσέγγιση, ξεφεύγοντας επιτέλους από τα διαρκή κυνηγητά και τα πιστολίδια (με ή χωρίς ακτίνες).

Τρίτη, Οκτωβρίου 23, 2012

Η ΜΑΓΙΚΗ "ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥ"

Υπάρχουν ταινίες που μένουν κλασικές, πανέμορφες, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Δεν θα πω τίποτα πρωτότυπο αν χαρακτηρίσω ως τέτοια την περίφημη "Νύχτα του Κυνηγού", τη μοναδική ταινία που γύρισε σαν σκηνοθέτης ο μεγάλος ηθοποιός Charles Laughton (1899-1962) το 1955. Πρόκειται για ένα καθαρόαιμο θρίλερ (καθαρόαιμο; Θα δούμε παρακάτω).
Ένας φανατικός θρησκόληπτος, που γυρίζει τη χώρα ως ιεροκήρυκας, ως άλλος Κυανοπώγων παντρεύεται και δολοφονεί χήρες για να τους πάρει την περιουσία. Όταν μαθαίνει ότι η χήρα ενός θανατοποινίτη έχει κάπου κρυμμένα τα λεφτά από τη ληστεία που έκανε ο άντρας της, κάνει ακριβώς το ίδιο: Την παντρεύεται. Μόνο που αποδεικνύεται ότι αυτή δεν έχει ιδέα για το πού είναι κρυμένα τα λεφτά. Το μυστικό γνωρίζουν μόνο τα δύο μικρά παιδιά της, αγοράκι και μικρότερο κοριτσάκι. Από εκεί και πέρα ένα αγχωτικό κυνηγητό μέχρι θανάτου ξεκινά ανάμεσα στον αδίστακτο παπά και τα δύο παιδιά.
Δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοθαυμάσει στο φιλμ. Αυτά που ξεχωρίζουν με την πρώτη ματιά είναι η εκπληκτική ασπρόμαυρη εικόνα της ταινίας (από τις ωραιότερες και εντυπωσιακότερες στην ιστορία του σινεμά κατά τη γνώμη μου) και η σαλταρισμένη ερμηνεία του Ρόμπερτ Μίτσαμ, που για μια ακόμα φορά κυριαρχεί στην οθόνη.
Αναρωτήθηκα πριν για το κατά πόσον είναι "καθαρόαιμο" το θρίλερ αυτό. Ναι, είναι ξεκάθαρα θρίλερ. Πλην όμως η διάθεσή του, το κλίμα, αλλάζει πολλές φορές, περνώντας από την ακραία αγωνία και το σασπένς στην καθαρή ποίηση. Σκηνές όπως η νεκρή στο βυθό της λίμνης ή το νυχτερινό ταξίδι των κυνηγημένων παιδιών με τη βάρκα στο ποτάμι αγγίζουν τα όρια του μεταφυσικού και κόβουν την ανάσα με την ομορφιά τους. Η σκηνοθεσία είναι κι αυτή εξαιρετικά ευφάνταστη. Συχνά μάλιστα χρησιμοποιεί ασυνήθιστες γωνίες λήψης, δημιουργώντας πλάνα εκπληκτικής ομορφιάς. Ο Λότον εφαρμόζει άλλωστε άψογα τα διδάγματα του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Δεν είναι μόνο τα ασηνήθιστα πλάνα που προαναφέραμε, αλλά και η χρήση των σκιών και των, συχνά παραμορφωμένων, εσωτερικών χώρων, που προσδίδουν αυτή την εξπρεσιονιστική ποιότητα στη δουλειά του. Είπαμε: Πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να ξεφύγει από τη γοητεία μιας τέτοιας ταινίας.
Μιας ταινίας που είχε αποτύχει στην εποχή της. Ήταν, βλέπετε, η πρώτη φορά που η θρησκεία παρουσιαζόταν στην ακραία μορφή της, την καθαρή θρησκοληψία, σαν κάτι παρανοϊκό και επικίνδυνο. Ο ήρωας δεν είναι απλώς "κακός", δολοφόνος. Στην ουσία είναι απόλυτα παρανοϊκός. Φοβάται παθολογικά το σεξ και πιστεύει ότι οι γυναίκες πρέπει να εξαλειφτούν επειδή βάζουν σε πειρασμό τους άντρες μολύνοντάς τους και απειλώντας την "καθαρότητά" τους. Θεωρεί ότι οι δολοφονίες που διαπράττει είναι θεάρεστες και πιστεύει ότι σ' αυτές τον βοηθά ο θεός. Είναι μάλιστα εντυπωσιακό το ότι περνά όλη αυτή την παράνοια και στη δύστυχη σύζυγο, που αρχικά δεν έχει καμιά σχέση μ' αυτό. Ποιος ξέρει πώς ένοιωσαν οι συντηρητικοί αμερικανοί της εποχής βλέποντας την εικόνα του παρανοϊκού παπά με τα αρχετυπικά τατού στα δάχτυλα των χεριών, το ένα να γράφει LOVE και το άλλο HATE. Και σκεφτείτε πόσες φορές αυτό το μοτίβο της παρανοϊκής θρησκοληψίας έχει χρησιμοποιηθεί (συχνά και αντιγραφεί) έκτοτε.
Δεν έχει νόημα να γράψω κι άλλα. Προσωπικά το θεωρώ αριστούργημα.

Κυριακή, Οκτωβρίου 21, 2012

Ο ΒΑΡΒΑΚΗΣ, ΤΟ ΧΑΒΙΑΡΙ ΚΑΙ Ο ΑΚΑΔΗΜΑΪΣΜΟΣ

Όπως φαίνεται ο Γιάννης Σμαραγδής έχει αποφασίσει να εστιάσει το έργο του σε βιογραφίες μεγάλων ελλήνων. Μετά τον Καβάφη και τον Ελ Γκρέκο σειρά έχει ο Ιωάννης Βαρβάκης στο "Ο Θεός Αγαπά το Χαβιάρι" του 2012, ο οποίος Βαρβάκης έζησε όντως μια μυθιστορηματική ζωή: Ψαριανός, ξεκινά σαν πειρατής στο Αιγαίο, βοηθά τους ρώσους στην αποτυχημένη επανάσταση των Ορλωφικών, καταλήγει στην αυλή της μεγάλης Αικατερίνης, γίνεται εκατομμυριούχος και εθνικός ευεργέτης εμπορευόμενος κατ' αποκλειστικότητα το περίφημο μαύρο χαβιάρι, επιστρέφει στην Ελλάδα για να πάρει μέρος στον εμφύλιο του 1825 και τελικά πεθαίνει έγκλειστος - άτυπα φυλακισμένος - σε λοιμοκαθαρτήριο στη Ζάκυνθο.
Όλα αυτά δείχνονται σε μια εντυπωσιακά διεθνή συμπαραγωγή, με ηθοποιούς όπως ο Σεμπάστιαν Κοχ, η Κατρίν Ντενέβ, ο Τζον Κλιζ και άλλοι. Η ταινία βασίζεται σε δύο παράλληλες αφηγήσεις, ενός διπλωμάτη σε έναν άγγλο και ενός πιστού φίλου του Βαρβάκη σε μια ομάδα παιδιών, οπότε έχουμε ένα είδος διαρκούς flash back της ζωής του. Μερικές φορές υπάρχουν και κάποιες εντυπωσιακές εικόνες.
Το πρόβλημα είναι ο αφόρητος για μένα ακαδημαϊσμός. Όλα είναι γραμμικά, σαν κλασικά εικονογραφημένα, όλα είναι υπερβολικά "καθώς πρέπει", η βιογραφία γίνεται σχεδόν αγιογραφία, ακόμα και η συγκίνηση στο τέλος μοιάζει προμελετημένη και αναμενόμενη. Βρήκα ακόμα αρκετά μέτριες κάμποσες από τις ηθοποιίες (με χειρότερη των παιδιών). Και, για να ενοχληθώ περισσότερο, υπήρχαν συχνά στομφώδεις και βαρύγδουπες ατάκες, περί ελευθερίας (το μόνο πράγμα που μοιάζει να ποθεί πραγματικά ο ήρωας), περί θεού και άλλων. Ήταν όλα πολύ στημένα και άνευρα για να καταφέρουν αν με συγκινήσουν. Έλειπαν ακόμα και η σύγκρουση και το σχετικό σασπένς που υπήρχαν στον "Γκρέκο". Τα γεγονότα απλώς παρατίθενται, συχνά αποσπασματικά, το ένα δίπλα στο άλλο, σα μικρές, αυτόνομες ιστοριούλες, δίχως ιδιαίτερες κορυφώσεις. Όσο για τον μικρό, σχεδόν μεταφυσικό ρόλο του Λαζόπουλου, μάλλον ξεκάρφωτο και άσχετο με το όλο κλίμα τον βρήκα.
Εντυπωσιακή παραγωγή λοιπόν (και μακάρι να κάνει και εισιτήρια), αλλά το βρήκα γενικά ανέμπνευστο και, όπως είπα, άνευρο. Στη διάρκειά του απλώς περίμενα να γίνουν όλα όσα πρέπει να γίνουν στη ζωή του ήρωα και να τελειώσει το φιλμ. Νομίζω ότι η μεγάλη παραγωγή, οι γνωστοί ηθοποιοί και η "καλλιγραφία" δεν αρκούν πάντοτε για να δώσουν μια καλή ταινία.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 19, 2012

ΥΠΝΟΒΑΤΗΣ ΚΑΝΙΒΑΛΟΣ (;!;!;!;!)

Κι όμως! Υπάρχει κι αυτό! Ταινία με τον απίστευτο τίτλο (και αντίστοιχο περιεχόμενο) "Έντι: Ο Υπνοβάτης Κανίβαλος" (Eddie: The Sleepwalking Cannibal). Είναι του Boris Rodriguez, γυρίστηκε το 2012 και είναι μια ασυνήθιστη καναδοδανέζικη συμπαραγωγή! Και ξέρετε το πιο παράξενο απ' όλα; Ενώ πήγαμε να το δούμε με πλήρη διάθεση απόλυτου χαβαλέ, προετοιμασμένοι για ό,τι χειρότερο, μας βγήκε αρκετά καλό φιλμ (τουλάχιστον συμπαθητικό στη χειρότερη περίπτωση).
Κάπου στο πουθενά, στον Καναδά, σε χιονισμένες εκτάσεις μέσα σε δάση, υπάρχει μια σχολή καλών τεχνών. Ένας δανός προσλαμβάνεται εκεί σαν καθηγητής. Πριν 10 χρόνια ήταν διάσημος ζωγράφος και είχε εντυπωσιάσει με την έκθεσή του. Στη συνέχεια όμως η έμπνευση εξαφανίστηκε και όλα αυτά τα χρόνια είχε σιγήσει. Ανάμεσα στους σπουδαστές υπάρχει ένας καθυστερημένος σαραντάρης, με μυαλό μικρού παιδιού, που γίνεται δεκτός στη σχολή επειδή η θεία του είναι από τους βασικούς σπόνσορές της. Ο δανός σύντομα ανακαλύπτει ότι ο καθυστερημένος όταν υπνοβατεί μετατρέπεται σε έναν άγριο κανίβαλο, που καταβροχθίζει τα πάντα και διαθέτει και τεράστια δύναμη. Όταν όμως ξυπνά χορτασμένος γίνεται και πάλι αθώος σα μικρό παιδί. Το θέμα είναι ότι εξ αιτίας των φριχτών θεαμάτων που αντικρύζει, ο δανός ξαναβρίσκει τη χαμένη του έμπνευση. Πώς λοιπόν θα χειριστεί το όλο θέμα; Θα αποκαλύψει το εφιαλτικό μυστικό ή...
Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στο φιλμ τρόμου και την άγρια σάτιρα. Το κατάμαυρο χιούμορ είναι διάσπαρτο σ' όλη της τη διάρκεια, το γέλιο εναλλάσσεται με τη φρίκη και η ογκώδης φιγούρα του Έντι, που τρέχει με το σώβρακο μέσα στην παγωμένη, χιονισμένη νύχτα καταβροχθίζοντας ανθρώπους (!) μένει αξέχαστη. Πρόκειται μάλιστα και για αρκετά καλογυρισμένο φιλμ. Ταυτόχρονα, μέσα στην όλη πλάκα, θέτει και ορισμένα σοβαρότερα θέματα: Πού τελειώνουν τα όρια της ηθικής και από πού αρχίζει το αδίστακτο κυνήγι της επιτυχίας; Πόσες θυσίες αξίζουν για το "κοινό καλό"; Τι θα κάνατε εσείς στη θέση του καθηγητή; Μήπως δεν αρκούν πάντοτε οι καλές προθέσεις ή, πάλι, μήπως όλοι έχουμε την τιμή εξαγοράς μας;
 Εντάξει, δεν πρόκειται για αριστούργημα. Αν μάλιστα δεν αντέχετε καθόλου το (ελαφρό έστω) σπλάτερ, μείνετε μακριά. Προσωπικά πάντως το διασκέδασα αρκετά. Σίγουρα πάντως πιστεύω ότι συνολικά πρόκειται για καλύτερο φιλμ απ' ό,τι θα περίμενε κανείς αντικρύζοντας τον απίστευτο αυτόν τίτλο.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2012

"Η ΚΟΡΗ" ΚΑΙ Η ΑΠΕΓΝΩΣΜΕΝΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΚΡΙΣΗΣ

"Η Κόρη" του 2012 είναι η τρίτη ταινία του Θάνου Αναστόπουλου. Παραμένει στο ρεαλιστικό κλίμα που προτιμά ο σκηνοθέτης και, δίχως να είναι κάτι συγκλονιστικό, τη βρήκα τουλάχιστον αξιόλογη.
 Ένα 14χρονο κορίτσι με χωρισμένους γονείς νοιώθει όλα να αλλάζουν με την εξαφάνιση του πατέρα της, με τον οποίο νοιώθει πιο κοντά απ' όσο με τη μητέρα. Όταν αντιλαμβάνεται ότι αυτό έγινε λόγω χρεών, για τα οποία υπεύθυνος είναι μάλλον ο συνεταίρος και φίλος του, αντιδρά με ανορθόδοξο τρόπο μέχρι να τον ξαναβρεί με οποιονδήποτε τρόπο: Απαγάγει τον μικρό γιο του συνεταίρου, που είναι μικρότερός της, και τον κρατά όμηρο στην δαιδαλώδη ξυλαποθήκη των δύο συνεταίρων.
Το φιλμ ξεκινά με απόλυτο ρεαλισμό, ντοκιμαντερίστικο στιλ και αποτύπωση της καθημερινότητας, θυμίζοντας το σινεμά των αδελφών Νταρντέν, για να προχωρήσει σταδιακά - μετά τα μισά - σε ένα είδος (χαλαρού πάντως) θρίλερ, με το σασπένς να κορυφώνεται στην τελευταία σκηνή. Μην περιμένετε λοιπόν κάποιο άγριο θρίλερ. Απλώς βαθμιαίο "σφίξιμο" και σχετικά αυξανόμενη αγωνία.
Αυτό που εκτίμησα στην ταινία είναι ότι, είτε διεισδύοντας στην καθημερινότητα των ηρώων είτε επινοώντας το συγκεκριμένο στόρι, μας δείχνει όχι μόνο τις προφανείς, αλλά και τις αναπάντεχες επιπτώσεις της κρίσης που μαστίζει τα πάντα. Όλα ξεκινάνε απ' αυτήν (την κρίση εννοώ), την οικονομική της διάσταση συγκεκριμένα, αλλά οι αντιδράσεις του κάθε ανθρώπου που υποφέρει απ' αυτήν είναι πραγματικά απρόσμενες και ενίοτε ανεξέλεγκτες. Και βέβαια, ας το επισημάνουμε κι αυτό, η κρίση που βιώνουμε έχει σαν φόντο, σαν απαραίτητο background, μια προϋπάρχουσα κοινωνική κρίση, στην οικογένεια (το χωρισμένο ζευγάρι), στις ανθρώπινες σχέσεις και την διαφθορά τους από τον πόθο για χρήμα (οι σχέσεις των πρώην φίλων συνεταίρων), στην κοινωνία γενικότερα. Πάνω σ' αυτό το εύφορο έδαφος γιγαντώνεται η τωρινή κρίση παράγοντας, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα, και τα αποτελέσματα που παρακολουθούμε στην οθόνη.
Τη βρήκα λοιπόν ενδιαφέρουσα ταινία, δίχως, ξαναλέω, να τη θεωρώ κάτι φοβερό. Το βλέμμα όμως της μικρής πρωταγωνίστριας Σαβίνας Αλιμάνι, η αποφασιστικότητα και το πείσμα της, θα με ακολουθούν για καιρό.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2012

Ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΑΣ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ

Οι μεγάλες ταινίες των αδελφών Paolo και Vittorio Taviani έγιναν πίσω στη δεκαετία του 70 (άντε και στις αρχές του 80). Μετά ήρθε η δημιουργική παρακμή. Και ξαφνικά, ογδοντάρηδες πια (!), γυρίζουν το 2012 το "Ο Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει" (Cesare deve Morire) και έρχονται αναπάντεχα ξανά στην επικαιρότητα, κερδίζοντας μάλιστα τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες.
 Γενικά δεν μου πολυαρέσουν οι ταινίες που ασχολούνται με το "σινεμά μέσα στο σινεμά" ή το "θέατρο μέσα στο σινεμά", πολύ περισσότερο μάλιστα όταν είναι ημιντοκιμαντερίστικες. Ωστόσο εδώ θα "βγάλω το καπέλο" στους γηραιούς αδελφούς, γιατί αυτό που έχουν κάνει είναι και ευφάνταστο και πολύ δυνατό. Η ιδέα είναι εντυπωσιακή: Κάποιοι φυλακισμένοι (και μάλιστα βαρυποινίτες, σε φυλακές ύψιστης ασφάλειας) ανεβάζουν τον "Ιούλιο Καίσαρα" του Σέξπιρ. Ναι, όμως και στην ταινία αυτό ακριβώς βλέπουμε. Την προετοιμασία μέσα στις φυλακές, τις προσπάθειες όλων, τη μεταμόρφωσή τους. Μόνο που οι ίδιοι οι Ταβιάνι έχουν εισχωρήσει στις φυλακές και κινηματογραφούν το ίδιο το γεγονός. Οπότε οι ηθοποιοί είναι όντως βαρυποινίτες, οι οποίοι ερμηνεύουν συγχρόνως και τους σεξπιρικούς ρόλους και τους εαυτούς τους στα διαλείμματα των προβών. Στο τέλος μάλιστα, στα credits, αναφέρονται, μαζί με τα ονόματα, και οι ποινές τους και οι λόγοι για τους οποίους τις εκτίουν.
 Αυτό που είναι πάνω απ' όλα συγκλονιστικό για μένα σ' αυτό το διαρκές παιχνίδι θεάτρου - πραγματικότητας, είναι οι φοβερές ερμηνείες όλων σχεδόν των ηθοποιών - κατάδικων. Όλοι έχον δοθεί με πάθος στους ρόλους τους, όλοι τούς ζουν πραγματικά, όλοι πιάνονται απ' αυτούς για να ξεφύγουν από την άθλια καθημερινότητά του εγκλεισμού, και τα ερμηνευτικά αποτελέσματα είναι απίστευτα. Οι Ταβιάνι παίζουν έξυπνα με το χρώμα, που μετετρέπεται από έγχρωμο σε ασπρόμαυρο, και τοποθετούν τη σεξπιρική δράση άλλοτε στο σανίδι (στην τελική παράσταση) κι άλλοτε ανάμεσα στους τοίχους της φυλακής, στους διαδρόμους, στους κοινόχρηστους χώρους, στις μίζερες, γκρίζες αυλές. Έτσι ο λόγος του Σέξπιρ μεταφέρεται στο σήμερα και οι ατάκες περί ελευθερίας, δημοκρατίας, φιλίας, προδοσίας κλπ. αποκτούν άλλο νόημα, καθώς φωτίζονται κάτω από το σύγχρονο φως και μάλιστα σε απόλυτες συνθήκες έλλειψης ελευθερίας.
Σας ξαναείπα: Δεν είμαι πολύ φίλος του είδους. Το συγκεκριμένο φιλμ όμως με κράτησε, κυρίως χάρη στις ερμηνείες του (δεν πιστεύεις ότι πρόκειται για ερασιτέχνες φυλακισμένους). Συνίσταται ανεπιφύλακτα σε σινεφίλ θεατρόφιλους (και όχι μόνο). Η τελευταία ατάκα δε ενός, αληθινού όπως είπαμε, βαρυποινίτη είναι συγκλονιστική: "Από τότε που ανακάλυψα την τέχνη το κελλί μου έγινε πραγματική φυλακή".

Σάββατο, Οκτωβρίου 13, 2012

ΚΥΡΙΟΣ Ή ΚΥΡΙΑ LAURENCE;

Ο Xavier Dolan είναι πραγματικά το νέο "τρομερό παιδί" του σινεμά. Γαλλόφωνος καναδός εκ Κεμπέκ, έχει ήδη γυρίσει 3 ταινίες, ενώ έχει γεννηθεί μόλις το 1989! Το 2012 λοιπόν γυρίζει το τρίτο του φιλμ, το "Laurence Anyway", που ασχολείται με μια ιδιάζουσα περίπτωση ανθρώπου.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ευτυχισμένος: Συγγραφέας, με ευχάριστη κοινωνική ζωή και με μια πολύ καλή ερωτική σχέση με κοπέλα που αγαπά. Ώσπου στα 35 του αποφασίζει να αποκαλύψει τον πραγματικό του πόθο: Να γίνει γυναίκα! Ποια είναι η ιδιορυθμία; Το ότι ο τύπος δεν είναι καν γκέι. Το πάθος του είναι να ντύνεται γυναικεία, να κάνει ό,τι κάνουν οι γυναίκες (κομμωτήριο, αποτρίχωση, βάψιμο κλπ.), αλλά κατά τα άλλα εξακολουθεί να είναι ερωτευμένος με την (κατάπληκτη προφανώς) κοπέλα του, με την οποία επιθυμεί να διατηρήσει τη σχέση του. Μετά την αποκάλυψη η ταινία ασχολείται με το μέλλον της σχέσης τους σε αρκετό βάθος χρόνου, τους χωρισμούς και τα ξανασμιξίματά τους, αλλά και τη ζωή του ήρωα, ο οποίος κυκλοφορεί παντού σαν κανονική γυναίκα δίχως ποτέ να έχει κάνει αλλαγή φύλου.
Πριν πείτε ότι μια τέτοια περίπτωση είναι αδύνατη, θα σας θυμίσω ότι αυτή ακριβώς την ιδιαιτερότητα διέθετε ο Ed Wood (του "Plan 9 from Outer Space"), για πολλούς ο χειρότερος σκηνοθέτης όλων των εποχών. Είχε μάλιστα γυρίσει και ταινία για το θέμα, το "Glen or Glenda" (πιστέψτε με, δεν βλέπεται). Όλα αυτά θα τα δείτε καλύτερα στη θαυμάσια κινηματογραφική του βιογραφία που είχε γυρίσει ο Tim Burton. Τα αναφέρω αυτά απλώς για να σας δείξω ότι αυτή το σπάνιο πάθος όντως υπάρχει.
Η ταινία του Dolan τώρα μάλλον με κούρασε. Αναμφισβήτητα ο ίδιος, αν μη τι άλλο, είναι εντυπωσιακός σκηνοθέτης. Δυνατές εικόνες, παράξενες γωνίες λήψης, ξαφνικά σουρεαλιστικά συμβάντα που σπάνε το ρεαλισμό (;) της υπόθεσης (π.χ. το σαλόνι που ξαφνικά πλημμυρίζει από νερό), εκκεντρικοί χαρακτήρες, αρκετό απόλυτα ηθελημένο κιτς κλπ. Και φυσικά μιλά (κάπως μεγαλόστομα είναι αλήθεια) για το θέμα της διαφορετικότητας και του δικαιώματος σ' αυτή. Αλλά και για τα κοινωνικά ταμπού που αντιστέκονται και τελικά θριαμβεύουν. Ωστόσο η περίπτωση δεν παύει να παραμένει φοβερά σπάνια, σχεδόν μοναδική για να επιδέχεται γενικεύσεις. Επίσης (ίσως κυρίως θα έπρεπε να πω) βρήκα αδικαιολόγητη την μεγάλη διάρκεια (πάνω από δυόμιση ώρες), που προφανώς αύξησε την κούρασή μου.
Ο Dolan είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση και, το είπαμε, διαθέτει φαντασία τουλάχιστον από πλευράς εικόνας. Παρά το ότι λοιπόν το συγκεκριμένο φιλμ μάλλον με απογοήτευσε, θα παρακολουθησω με ενδιαφέρον το έργο του.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 12, 2012

Η ΝΤΑΝΑΓΟΥΕΪ ΩΣ ΥΣΤΕΡΙΚΗ ΤΖΟΑΝ ΚΡΟΦΟΡΝΤ

Η Τζόαν Κρόφορντ υπήρξε βέβαια μια από τις μεγαλύτερες χολιγουντιανές σταρ. Η προσωπική της ζωή ωστόσο κάθε άλλο παρά ισορροπημένη ήταν. Υστερική, καταπιεστική, βασάνιζε την θετή κόρη της, είχε παθολογική μανία με την καθαριότητα και, γενικά, πολύ λίγο απείχε από εγκλεισμό σε άσυλο.
 Το "Mommie Dearest" γυρίστηκε από τον Frank Perry (1930-1995) το 1981 και βασίστηκε στο βιβλίο που εξέδωσε ακριβώς η θετή της κόρη, αποκαλύπτοντας την κόλαση στην οποία έζησε. Στο ρόλο της Κρόφορντ η Φέι Νταναγουέι, φτιαγμένη να μοιάζει μ' αυτήν μ' έναν σχεδόν τρομακτικό τρόπο, σε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες περφόρμανς της καριέρας της.
Αυτό που βλέπουμε στο φιλμ είναι μια απόλυτα προσωπική περίπτωση (μια προσωπική ασθένεια μάλλον). Δεν ξέρουμε από πότε ήταν έτσι η Κρόφορντ, δεν ξέρουμε αν η όλη ψυχοπάθεια οφείλεται στο Χόλιγουντ, στη λάμψη, αλλά και την αφόρητη πίεση που εξασκεί στους σταρ. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία σκηνή η ηθοποιός (και η Φέι και η Τζόαν) είναι πέρα για πέρα υστερική - και αλκοολική επιπλέον. Η αγωνία της για το ότι δεν έχει παιδιά, οι ερωτικές σχέσεις της που καταστρέφονται λόγω της κατάστασής της, οι σχέσεις της με την θετή κόρη (τραυματική για την τελευταία), η μεγαλομανία της (συχνά κρυμένη κάτω από μια επίφαση σεμνότητας), η καταπιεστικότητά της, η ψύχωσή της με την καθαριότητα... όλα περνάνε απο την οθόνη, δίχως όμως περαιτέρω εξηγήσεις.
Μίλησα στην αρχή για αμφιλεγόμενη ηθοποιία. Όλη η ιδιορυθμία της ταινίας έγκειται στο ότι πρόκειται για ένα διαρκές overdose. Η ηθοποιία, οι ατάκες, οι καταστάσεις, κάπου το παρακάνουν. Έτσι βρισκόμαστε μπροστά σ' αυτές τις περιπτώσεις όπου ένα απόλυτα δραματικό φιλμ προκαλεί άθελά του γέλιο σε αρκετά σημεία. Δεν είναι τυχαίο ότι στις Νύχτες Πρεμιέρας παίχτηκε στο αφιέρωμα Camp (κάτι σαν κιτς, overdose, άθελά του όμως). Μένει αξέχαστη η σκηνή όπου η Νταναγουέι / Κρόφορντ ουρλιάζει, παραληρεί σχεδόν ενάντια στις... σιδερένιες κρεμάστρες, προκαλώντας γέλιο στο κοινό.
 Ντελίριο λοιπόν σε όλα τα επίπεδα, υπέρ του δέοντος μελόδραμα, υπερβολή, σε μια ταινία που ενδιαφέρει ίσως όσους θέλουν να μάθουν για σκοτεινές πλευρές του λαμπερού Χόλιγουντ... είπαμε όμως: Κάποια τουλάχιστον χαμόγελα από το διαρκές too much δεν θα τα γλυτώσετε...

Τετάρτη, Οκτωβρίου 10, 2012

Η ΠΤΩΣΗ ΜΙΑΣ... ΑΓΕΛΑΔΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ

Μια... αγελάδα πέφτει ξαφνικά από τον ουρανό και καταστρέφει το μέλλον και τις ζωές ενός ζευγαριού νεαρών κινέζων, στην πιο ρομαντική στιγμή της ζωής τους. Κι έπειτα βρισκόμαστε στην άλλη άκρη του κόσμου, στην Αργεντινή, για να παρακολουθήσουμε την άχαρη καθημερινότητα ενός μονόχνωτου, "γρουσούζη" εργένη. Τι σχέση έχουν οι δύο αυτές ιστορίες; Θα το μάθετε στο αργεντίνικο φιλμ του 2011 "Η Αγελάδα που Έπεσε από τον Ουρανό" (Un Cuento Chino), τρίτη ταινία του (άγνωστού μου) Sebastian Borensztein.
Η ταινία, όπως και η αγελάδα, ήρθε πραγματικά από το πουθενά και είναι από τις πιο συμπαθητικές που έχω δει τελευταία. Σωστά μοιρασμένες δόσεις χιούμορ και συγκίνησης, εξαιρετικές ηθοποιίες και, κυρίως, μια σειρά από καίρια θέματα που θίγονται έξυπνα μέσα από αυτή την ιστορία "παγκοσμιοποίησης" (όχι με την απεχθή οικονομική έννοια, αλλά με τη θετική, αυτή που φέρνει άσχετους φαινομενικά ανθρώπους κοντά, όπου κι αν βρίσκονται αυτοί). Έτσι, με απλό και ευχάριστο τρόπο, το φιλμ καταφέρνει να μιλήσει και να σχολιάσει θέματα όπως η μοναχικότητα και οι (μακροπρόθεσμα τουλάχιστον αρνητικές)επιπτώσεις της, ο ρατσισμός, το μεταναστευτικό πρόβλημα, η δυσκολία της επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους και άλλα που καλείστε πιθανόν να ανακαλύψετε.
Η φόρμα ισορροπεί κι αυτή ανάμεσα στο ρεαλισμό και ένα είδος μαγικού ρεαλισμού (οι σκηνές των ονείρων, η αρχική σκηνή με την αγελάδα κλπ.) Όλα τα λεφτά νομίζω ότι είναι ο πρωταγωνιστής, ο εξαιρετικός Ρικάρντο Ντάριν, στον απολαυστικό και συγχρόνως θλιβερό ρόλο του σχεδόν μισάνθρωπου (επιφανειακά τουλάχιστον), μοναχικού τύπου, που δεν ξέρει πώς να αγαπήσει και - ως αιώνιο παιδί - καταφεύγει στο "σπορ" πολλών μοναχικών ανθρώπων (όχι αποκλειστικά φυσικά), τη συλλογή διαφόρων αντικειμένων.
Η ταινία κατάφερε να με συγκινήσει και να με διασκεδάσει συγχρόνως και προσωπικά τη θεωρώ από τις πολύ ευχάριστες εκπλήξεις της χρονιάς. Ίσως το μοτίβο να το έχουμε δει αρκετές φορές (δύο άσχετοι και αταίριαστοι χαρακτήρες, που έρχονται σταδιακά όλο και πιο κοντά), αλλά βρίσκω ότι εδώ βρίσκεται σε μια από τις πιο απολαυστικές της παραλλαγές. Με λίγα λόγια το συνιστώ.