Πέμπτη, Φεβρουαρίου 18, 2010

ΖΟΦΕΡΟΣ "ΔΡΟΜΟΣ"


"Ο Δρόμος" (2009) του αξιόλογου αυστραλού John Hillcoat είναι μια από τις πιο ζοφερές ταινίες που έχω δει. Αυτό το λέω από την αρχή, για να ξέρετε τι σας περιμένει. Βασισμένη στο πολύ καλό ομώνυμο μυθιστόρημα του Κόρμαν Μακ Κάρθι, μένει αρκετά πιστή σ' αυτό και είναι νομίζω μια από τις πιο "μαύρες" μετακαταστροφικές ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ.
Σε έναν απόλυτα κατεστραμένο κόσμο, όπου σχεδόν κάθε μορφή ζωής έχει εκλείψει, ένας πατέρας με το μικρό γιο του περπατάνε διαρκώς πασχίζοντας να φτάσουν στο "νότο" με την αμυδρή ελπίδα ότι εκεί μπορεί τα πράγματα να είναι κάπως καλύτερα (ή, τουλάχιστον, κάπως πιο ζεστά). Βασικά αυτό που πασχίζουν είναι να επιβιώσουν σε έναν κόσμο δίχως καθόλου τρόφιμα (τα φυτά έχουν όλα πεθάνει επίσης), όπου ανάμεσα στους λίγους επιζήσαντες επικρατεί βαρβαρότητα και κανιβαλισμός.
Ο ερειπωμένος κόσμος, μόνιμα συννεφιασμένος, παγωμένος και μουντός, δίνεται με εξαιρετική δύναμη. Οι πόλεις απόλυτα κατεστραμένες, με τη σκουριά να κυριαρχεί, τα δέντρα στα δάση καμένα, σκόνη παντού και αποκαϊδια. Ο σκηνοθέτης (όπως ακριβώς και ο συγγραφέας του βιβλίου) δεν μας λένε τα αίτια της ολικής καταστροφής. Δεν είναι αυτό που ενδιαφέρει. Το θέμα είναι τι γίνεται μετά. Παράλληλα, μέσα σ' αυτό το δίχως την παραμικρή διέξοδο και δυνατότητα διαφυγής σκηνικό, αναπτύσσεται μια αλληγορία πάνω στο καλό και το κακό, όχι όμως, κατά τη γνώμη μου, με συνήθεις απλοϊκούς χολιγουντιανούς όρους: Απλώς (απλώς;;;) οι εξουθενωμένοι ήρωες πασχίζουν να διατηρήσουν την ανθρωπιά τους μέσα στη φρίκη και την απόλυτη κατάρρευση των πάντων. Ανθρωπιά στοιχειώδης, που εδώ συνίσταται στην ανατριχιαστική υπόσχεση ότι "δεν θα φάμε ανθρώπους, όσο κι αν πεινάσουμε, ακόμα κι αν πεθάνουμε". Αυτή είναι ίσως η μόνη έννοια καλού που έχει απομείνει. Και η θέληση του άρρωστου πατέρα να προστατέψει μέχρι τελευταίας του ρανίδας το γιο του, να του μάθει όσο καλύτερα γίνεται να επιβιώνει (πράγμα πολύ αμφίβολο), διατηρώντας όμως την στοιχειώδη ανθρωπιά του. Αλλιώς, κι αυτό είναι άλλο ένα βασικό μάθημα, πρέπει να μπορέσει να αυτοκτονήσει γρήγορα και αποτελεσματικά...
Σπάνια κάποια ταινία - και μάλιστα χολιγουντιανή, με γνωστούς πρωταγωνιστές - έχει δείξει τόση μαυρίλα, τόση απόγνωση και αδιέξοδο. Είναι ξεκάθαρο απ' την αρχή ότι τα πάντα έχουν τελειώσει, ότι ο κόσμος ουσιαστικά έχει πεθάνει. Οι ρυθμοί είναι κοφτοί, η αφήγηση αποσπασματική (και σ' αυτό το σημείο το φιλμ μένει πιστό στον τρόπο που είναι γραμμένο το βιβλίο), οι σκηνές εναλλάσσονται γρήγορα. Δεν υπάρχει έντονη δράση ή περιπέτεια, όπως έχετε μάθει από άλλες ταινίες καταστροφής, υπάρχει μόνο ένα συνεχές αδιέξοδο και ένας αδιάκοπος αγώνας για επιβίωση σε έναν κόσμο όπου έστω και μια μπουκιά φαγώσιμου πράγματος είναι πολυτιμότερη από οτιδήποτε άλλο.
Προσωπικά μου άρεσε η ταινία. Τη βρήκα συγκλονιστική στην απόλυτη εικόνα του τέλους των πάντων που έχει συλλάβει, αλλά και αληθινά συγκινητική σε αρκετά σημεία, αφού κάποια συναισθήματα παραμένουν ζωντανά μέσα στην απόλυτη παγωνιά. Το θέμα είναι αν θα αντέξετε τη ζοφερότητά της, στην οποία δεν πέφτει ούτε μια χαραμάδα φωτός...

Σάββατο, Φεβρουαρίου 13, 2010

ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΣΤΟ "ΜΑΥΡΟ ΛΙΒΑΔΙ"


Ο Βαρδής Μαρινάκης πραγματοποιεί με το "Μαύρο Λιβάδι" (2009) ένα αναμφισβήτητα εντυπωσιακό ντεμπούτο, κάνοντάς μας αυτόματα "να τον έχουμε στα υπ' όψιν" και επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα την πολύ καλή φετινή χρονιά για το ελληνικό σινεμά.
Το "Μαύρο Λιβάδι" είναι εντελώς ασυνήθιστο θεματικά για τα ελληνικά δεδομένα. Διαδραματίζεται στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα του 15ου αιώνα και αφηγείται τον έρωτα ανάμεσα σε ένα γενίτσαρο και μια μοναχή, η οποία όμως είναι αγόρι μεταμφιεσμένο σε κορίτσι ακριβώς για να μην το κάνουν γενίτσαρο. Αμέσως λοιπόν θίγονται θέματα όπως η διαφορετικότητα και οι απαγορεύσεις στον έρωτα και όχι μόνο, η ανθρώπινη αλλοτρίωση, ο αγώνας ανάμεσα στη χριστιανική πίστη που απαιτεί βασανιστική αγνότητα και στις ανάγκες του σώματος (με θρίαμβο των τελευταίων) και άλλα. Και οι δύο ήρωες είναι βαθύτατα αλλοτριωμένοι, και μάλιστα με βίαιο τρόπο: Ο ένας έλληνας χριστιανός που αναγκάζεται στην παιδική του ηλικία να γίνει τούρκος μουσουλμάνος, ο άλλος αγόρι που αναγκάζεται να μεταμφιεστεί και να ζει σαν κορίτσι, και μάλιστα σε μοναστήρι, μη μπορώντας έτσι να ικανοποιήσει καμιά του ανάγκη. Έτσι η μεταξύ τους σχέση παρουσιάζει νομίζω μεγάλο ενδιαφέρον.
Υπάρχουν κάποια σεναριακά σημεία που προσωπικά δεν τα βρήκα πειστικά (όπως η αντίδραση του ήρωα απέναντι στους συντρόφους του γενίτσαρους) και ίσως κάποιοι μιλήσουν για αργούς ρυθμούς (αυτό δεν με ενόχλησε προσωπικά. Άλλωστε δεν τους βρήκα πολύ αργούς).
Αυτό που σίγουρα εντυπωσιάζει όμως είναι η σπάνια εικαστική ομορφιά του φιλμ και η εξαιρετική του φωτογραφία. Υποβλητικά, ατμοσφαιρικά τοπία και εσωτερικοί χώροι, εξαιρετικά κινηματογραφημένη φύση, μια σειρά από θαυμάσιες εικόνες, οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι απλή καλλιγραφία, αλλά δένουν με το σενάριο και εξυπηρετούν το πνεύμα της ταινίας, που απαιτεί πολλά από τα τεκταινόμενα να διαδραματίζονται σε ένα φυσικό "παράδεισο". Νομίζω ότι σπάνια ελληνικά τοπία έχουν δοθεί τόσο όμορφα.
Γενικά Θεωρώ τον Μαρινάκη αρκετά ώριμο για πρώτη ταινία. Το θέμα τώρα μπορεί να ενοχλήσει μερικούς, αυτό όμως είναι άλλη ιστορία, είναι προσωπική υπόθεση. Η ουσία είναι ότι γνωρίσαμε έναν δυνατό νέο σκηνοθέτη. Μακάρι η συνέχειά του να είναι εξ ίσου εντυπωσιακή.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 12, 2010

ΟΤΑΝ Ο ΣΕΡΛΟΚ ΧΟΛΜΣ ΑΠΟΤΥΓΧΑΝΕΙ


Ο Billy Wilder (1906-2002) είναι από τους αγαπημένους μου αμερικανούς σκηνοθέτες (αν και δεν ήταν αμερικάνος, αλλά δούλεψε κυρίως εκεί). Πάντοτε σχεδόν ανατρεπτικός και σαρκαστικός, αποφάσισε το 1970 να ασχοληθεί με έναν από τους πιο συχνά μεταφερμένους στη μεγάλη οθόνη λογοτεχνικούς ήρωες: Τον Σέρλοκ Χολμς. Όμως ο Γουάιλντερ δεν θα μπορούσε να τον αφήσει ήσυχο, μεταφέροντας μια ακόμα περιπέτειά του, απ' αυτές που έγραψε ο Κόναν Ντόιλ, στην οθόνη. Αντίθετα, διάλεξε να σατιρίσει τον δημοφιλή ήρωα.
Η "Ιδιωτική Ζωή του Σέρλοκ Χολμς" λοιπόν είναι κωμωδία. Στο πρώτο μέρος μάλιστα αμιγώς κωμωδία. Στη συνέχεια η νέα υπόθεση που αναλαμβάνει ο δαιμόνιος ντετέκτιβ κρύβει όλο και περισσότερα μυστήρια, στα οποία εμπλέκεται η πολιτική, οι σχέσεις ανάμεσα σε χώρες, ακόμα και στρατιωτικά απόρρητα, οπότε το σασπένς και η αγωνία για τη λύση παίρνουν το πάνω χέρι, χωρίς βέβαια να λείψει ούτε στιγμή και το χιούμορ, για να καταλήξει τελικά σε ένα πικρό φινάλε. Το θέμα πάντως είναι ότι "αποκαλύπτει" υποτίθεται μια από τις ιστορίες τις οποίες δεν έγραψε ο βιογράφος του Γοότσον, για τον απλούστατο λόγο ότι στην ουσία στην υπόθεση αυτή ο δαιμόνιος ντετέκτιβ απέτυχε!
Και για την ιδιωτική του ζωή; Ο Χολμς παρουσιάζεται ως τζέντλεμαν, δίχως όμως συναισθήματα. Ψυχρός μέχρι παρεξήγησης με τις γυναίκες (αν και η ταινία αφηγείται τον άγνωστο στα "επίσημα χρονικά" έρωτά του), σα θηρίο σε κλουβί όταν δεν έχει κάτι για να απασχολεί το ιδιοφυές μυαλό του, παίζει βιολί και είναι ναρκομανής (στην ταινία καταναλώνει κοκαϊνη). Όσο για τον Γουότσον, δεν είναι και πολύ έξυπνος, είναι συντηρητικός στις ιδέες του, αθεράπευτα γυναικάς και ο Χολμς τον χρησιμοποιεί όπου τον βολεύει και με όποιον τρόπο του χρειάζεται κάθε στιγμη, κάνοντάς τον συχνά ρεζίλι. Όσο για την σχέση τους (συχνά πολλοί αναρωτιούνται μήπως είναι ερωτική), ο Γουάιλντερ αποκλείει κάτι τέτοιο, δεν διστάζει όμως να κάνει πλάκα με το θέμα αυτό σε μια από τις πιο αστείες σκηνές στην ταινία. Σημειωτέον ότι στον πρόσφατο Σέρλοκ Χολμς του Ρίτσι, η στάση του ήρωα απέναντι στον φίλο και συγκάτοικό του, άφηνε πολύ περισσότερες υποψίες...
Βρήκα πολύ διασκεδαστική την ταινία (στην οποία μάλιστα εμπλέκεται και το... τέρας του Λοχ Νες), αλλά και με αρκετό σασπένς ώστε να με κρατήσει μέχρι την τελική λύση. Δεν περίμενα άλλωστε τίποτα κατώτερο από έναν Γουάιλντερ. Και, εκτός των άλλων, θα απολάυσετε κι έναν ασυνήθιστο δεύτερο ρόλο για τον Κρίστοφερ Λι, ως αδελφό του Σέρλοκ Χολμς.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 11, 2010

"ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ" ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΤΕΛΕΙΑ


Τρία στα τρία! Όταν συμβαίνει αυτό, τα πράγματα είναι μάλλον σοβαρά, οπότε μπορώ να δηλώσω φαν. Μιλώ για τον Jason Reitman, που μετά το "Thanκ you for Smoking" και το "Juno" ξαναχτυπά με το "Ραντεβού στον αέρα" (Up in the Air), μ' αυτό που ξέρει να κάνει τέλεια: Κομεντί, που όμως και πικρές είναι κατά βάθος και αρκετά αμερικάνικα και όχι μόνο στάνταρς ανατρέπουν.
Έτσι κι εδώ ο Κλούνεϊ εξασκεί ένα απίστευτο και προσοδοφόρο επάγγελμα: Ταξιδεύοντας σ΄ όλη την Αμερική, αναλαμβάνει να απολύει με το γάντι (μιλώντας τους ούτε λίγο ούτε πολύ για "νέο ξεκίνημα") εργαζόμενους στους οποίους οι εταιρίες τους (που τους πετάνε στο δρόμο) δεν τολμούν ή δεν μπορούν να τους το ανακοινώσουν. Και βέβαια φροντίζει να τους πείθει να μη ζητάνε και πολλές αποζημιώσεις... Όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για επάγγελμα που ανθεί σε εποχές οικονομικής κρίσης. Και, παρ' ότι κομψά και ανάλαφρα δοσμένο, προκαλεί ανατριχίλες να ακούς τα στελέχη της εταιρίας να λένε μεταξύ τους: "Οι αυτοκινητοβιομηχανίες πάνε κατά διαόλου, οι οικοδομικές δραστηριότητες σκατά! Προβλέπονται χρυσές δουλειές για μας". Φυσικά όσο χάλια κι αν πάει ο καπιταλισμός, υπάρχουν πάντοτε κοράκια που κάνουν χρυσές δουλειές τρώγοντας πτώματα. Αλλά κι αυτό βρίσκεται μέσα στο καπιταλιστικό παιχνίδι!
Η ματιά του Reitman πάντως δεν σταματά στον οικονομικό κανιβαλισμό. Η ανθρώπινη αλλοτρίωση έχει χτυπήσει κόκκινο: Ο σχεδόν μονίμως ιπτάμενος ήρωας θωρακίζει τον εαυτό του από κάθε συναισθηματική προσβολή, αρνείται να ερωτευτεί, να δεσμευτεί, να αποκτήσει σπίτι. Σπίτι του είναι τα ξενοδοχεία, τρέφεται με αεροπορικό φαγητό και, το αποκορύφωμα, κάνει καμάκι επιδεικνύοντας πληθώρα από πιστωτικές κάρτες, ενώ η κοπέλα - αντίστοιχων προδιαγραφών - βρίσκει κάποιες χρυσές κάρτες υπερβολικά σέξι!
Φυσικά κάποια στιγμή ο κατ' επιλογήν μοναχικός ήρωάς μας θα ερωτευτεί, αλλά... αφήνω το "αλλά" να το δείτε επί της οθόνης.
Κάτω από την ανάλαφρη μορφή, το χιούμορ και τον "μανδύα" της κομεντί, ο σκηνοθέτης καυτηριάζει ανελέητα την ανθρώπινη αναισθησία, τον κυνισμό που κυριαρχεί στο χώρο των επιχειρήσεων και όχι μόνο, την βασιλεία του απρόσωπου, το πάγωμα των συναισθημάτων. Και δείχνει βέβαια και την άμεση δυστυχία που είναι επακόλουθο της κρίσης και των "κύκλων" του καπιταλιστικού συστήματος. Κι όταν, αφού έχεις διασκεδάσει και παρακολουθήσει ευχάριστα το φιλμ, μείνεις με την παγωνιά και την πικρή γεύση, μπορείς να σκεφτείς: Μα τι διάολο κάνω εγώ σ' έναν τέτοιο κόσμο; Και να μισήσεις βαθύθτατα όσους τον έκαναν έτσι. Προσοχή όμως: Με τη στάση μας, μπορεί κι εμείς να συμβάλλαμε σ΄αυτό...

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 10, 2010

ΕΡΩΤΕΣ, ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗ ΣΑΓΚΑΗ


Το Χονγκ Κονγκ, η (περίπου) πόλη - κράτος των 7 εκατομμυρίων, διαθέτει μια ανθηρή κινηματογραφική βιομηχανία. Ο Wang Kar-Wai και ο John Woo έχουν προ πολλού περάσει τα σύνορα, αποτελούν όμως, όπως φαίνεται, την κορυφή μόνο του παγόβουνου. Ο Hark Tsui θεωρείται ένας από τους σημαντικούς σκηνοθέτες της χώρας. Το γιατί δεν το έχω καταλάβει ακόμα, αφού και οι δύο ταινίες του που έχω δει (εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους) δεν μου άρεσαν. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει τίποτα, αφού έχει κάνει πάνω από 20 φιλμ.
Το Shanghai Blues (όπως είναι ο δυτικός τίτλος) γυρίστηκε το 1984 και περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μου θύμισε Δαλιανίδη και Φίνος Φιλμ σε κινέζικη εκδοχή. Κωμωδία (και πολύ συχνά φαρσοκωμωδία) παρεξηγήσεων, διάσπαρτη από τραγούδια, με ως επί το πλείστον χοντρές πλάκες που στηρίζονται σε κλασικά γκαγκς και με ένα ρομαντικό υπόβαθρο, μου φάνηκε αρκετά χονδροειδής και σε κάποια σημεία κιτς. Ίσως να την είδα σχετικά (σχετικά μόνο) ευχάριστα, μπορεί και λόγω της "εξωτικότητάς" της, αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε.
Η ιστορία διαδραματίζεται στη Σαγκάη μετά τον πόλεμο με τους γιαπωνέζους. Ένας άντρας και μια γυναίκα συναντιούνται κάτω από μια γέφυρα κατά τη διάρκεια ενός βομβαρδισμού και, ενώ γύρω επικρατεί αλλοφροσύνη, υπόσχονται να συναντηθούν στο ίδιο μέρος μετά το τέλος του πολέμου. Δέκα χρόνια μετά όμως, ψάχνουν ακόμα ο ένας τον άλλον. Το σενάριο βασίζεται - εξοργιστικά θα έλεγα - σε τερατώδεις συμπτώσεις, ενώ συνεχείς είναι οι παρεξηγήσεις, τα χοντρά λεκτικά αστεία και γκαγκς (άνθρωποι που πέφτουν ή καταβρέχονται, μουσικά όργανα που έρχονται στο κεφάλι των ηρώων κλπ.) και οι απιθανότητες κάθε είδους. Βέβαια η γλυκόπικρη γεύση του τέλους δείχνει ότι δεν έχουμε μια άνευ όρων παράδοση στο χάπι εντ και το ρομαντικό υπόβαθρο ότι η ταινία θα ήθελε να μοιάσει σε παλιότερες εξαιρετικές αμερικάνικες κομεντί, αλλά η προσωπική μου γνώμη είναι ότι δεν τα πολυκαταφέρνει.
Εντύπωση προκαλούν τα έντονα, τεχνητά χρώματα και η εμμονή στους φωτισμούς νέον (στοιχείο που συναντάμε, με πολύ ποιητικότερο τρόπο φυσικά, και στον Kar-wai), καθώς και η καταγραφή τοπίων της πόλης. Το αστικό στοιχείο είναι πανταχού παρόν. Η ιστορία, όπως συμβαίνει συχνά με εξ ανατολής ταινίες, είναι φορτωμένη με πολλές υποπλοκές, παρεξηγήσεις, ανατροπές και άλλα, που συνήθως οι δυτικοί θα απέφευγαν, τείνω όμως να πιστέψω ότι αυτή η πολυπλοκότητα, ακόμα και σε μια απλή κατά βάση ιστορία, είναι αναπόσπαστο μέρος του τρόπου αφήγησης των απωανατολίτικων ταινιών. Όσο για τα τραγούδια... ε... τι να πω, αν σας αρέσει η "κίτρινη" ποπ...
Ίσως κάποιοι το δουν ευχάριστα και φαίνεται ότι πρόκειται για γνωστή ταινία στη χώρα της. Εγώ πάντως θα προσπαθήσω να δω άλλα δείγματα του έργου του Hark Tsui, μήπως τον εκτιμήσω περισσότερο.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2010

ΤΑ... EXTENSIONS ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ


Είναι γνωστό ότι όταν οι γιαπωνέζοι κάνουν τρόμο, δημιουργούν ταινίες πιο άρρωστες από κάθε τι δυτικό. Εξέχουσα θέση στον χώρο κατέχει ο Shion Sono, ένας παράξενος σκηνοθέτης που κινείται ανάμεσα στον τρόμο και τη φρίκη και το παράλογο. Το 2007 γυρίζει το "Exte: Hair Extensions" (Ekusute), ένα κράμα φρίκης και εφιαλτικής κωμωδίας (αν και είμαι σίγουρος ότι πολλοί δεν θα βρείτε καθόλου κωμωδία σε ένα φιλμ σαν αυτό, αλλά πιστεύω ότι κατά βάθος έχει κάποιο κατάμαυρο, άρρωστο χιούμορ, όπως θα διαπιστώσετε (;) στην τελευταία σκηνή).
Όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, όλος ο τρόμος προέρχεται από τα μαλλιά! Νεκρές, κακοποιημένες κοπέλες, μακριά μαύρα μαλλιά που φυτρώνουν από παντού (κυριολεκτικά από παντού) και σκοτώνουν, μερικές εφιαλτικές σκηνές, παράνοια και σαλταρισμένοι τύποι και ελάχιστες εξηγήσεις για το γιατί συμβαίνουν όλα αυτά (το τελευταίο στοιχείο είναι φαίνεται χαρακτηριστικό του Sono, αφού και άλλες ταινίες του είναι είτε παντελώς ακατανόητες είτε δεν εξηγούν και πολλά πράγματα).
Σίγουρα, αν μη τι άλλο, πρόκειται για ευρηματική ταινία (στο χώρο της φρίκης πάντοτε), αφού μάλλον μιλάμε για το πρώτο "μαλλιοκεντρικό" φιλμ τρόμου (ή, αν προτιμάτε, φιλμ που εγκαινιάζει νομίζω το υποείδος του "κομμωτικού τρόμου"). Σημειώστε, πέραν της πλάκας, ότι μερικές σκηνές και εφφέ είναι όντως και ατμοσφαιρικά και εντυπωσιακά. Έτσι, νομίζω ότι τουλάχιστον οι φίλοι του τρόμου θα θαυμάσουν αν μη τι άλλο τη φαντασία του δημιουργού αυτού. Όσο για το μαύρο χιούμορ, ε... μαλλιά που αυτονομούνται και σκοτώνουν... νομίζω ότι είναι από μόνο του αστείο (αν και εδώ δεν μιλάμε ακριβώς για κλασικό b-movie, όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Είναι μάλλον πιο προσεγμένο σαν παραγωγή).
Δείτε το - οι φίλοι του είδους μόνο φυσικά - σαν ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο απο έναν από τους πιο σκοτεινούς σύγχρονους σκηνοθέτες, που σε άλλα φιλμς του μπορεί να σοκάρει ακόμα και πολύ ψύχραιμους θεατές.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 07, 2010

Η "ΑΓΟΡΑ" ΚΑΙ Η ΦΡΙΚΗ ΤΟΥ ΟΧΛΟΥ


Ο ισπανός Alejandro Amenábar είναι σίγουρα ικανότατος σκηνοθέτης. Η ιδέα να καταπιαστεί στο "Agora" (2009) με την κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια του 4ου μ.Χ. αιώνα και τη φιλόσοφο και αστρονόμο Υπατία είναι, αν μη τι άλλο, πρωτότυπη. Η θέση του - με "κακούς" τους χριστιανούς, που μόλις έχουν καταλάβει την εξουσία και επιδίδονται σ' ένα όργιο εκδίκησης, σκοταδισμού και μισαλλοδοξίας, το οποίο, βέβαια, οδήγησε στον μεσαίωνα - ασυνήθιστη για τα κινηματογραφικά δεδομένα. Παρ' όλα αυτά τα θετικά ωστόσο, δεν νομίζω ότι η ταινία δεν αποτελεί κάτι ιδιαίτερα σημαντικό.
Παρά την τολμηρή θέση της (μάλλον δεν την πήρε ακόμα χαμπάρι η εκκλησία να κινητοποιήσει τις ορδές των "πιστών"), βρήκα ότι και τα κλισέ είναι αρκετά και η πλοκή σχετικά προβλεπόμενη και ο χαρακτήρας της Υπατίας μονοδιάστατος, σαν αγιογραφία. Μερικές εντυπωσιακές εικόνες και αναπαραστάσεις της αρχαίας Αλεξάνδρειας (με υπολογιστή υποθέτω) και ένα σχετικό σασπένς δεν μου αρκούν για να τη θεωρήσω σημαντική.
Αρκετή συζήτηση σηκώνουν όμως οι τολμηρές ιστορικές θέσεις της. Να λοιπόν που στις μέρες μας ακόμα και οι υπερπαραγωγές μπορούν να τα βάζουν με τον παντοδύναμο χριστιανισμό, έστω κι αν αναφέρονται 16 αιώνες πριν. Αυτό που βλέπουμε είναι τον χριστιανικό όχλο να μη διαθέτει τίποτα απολύτως χριστιανικό. Απλώς να εκδικείται μετά μανίας αθώους και ένοχους, να εξοντώνει κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο (η Υπατία αρνήθηκε να γίνει χριστιανή παρά την επικράτηση του χριστιανισμού και γι' αυτό πέθανε), να καταστρέφει κάθε πηγή γνώσης ή σκέψης (σύμβολο των οποίων αποτέλεσε βέβαια η θρυλική βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, που καταστρέφεται ολοσχερώς με την επικράτησή τους). Και, όπως έγραψα στην αρχή, δεν είναι τυχαίο ότι κάπου εκεί γύρω ξεκινά ο μεσαίωνας. Αν εξετάσουμε γενικότερα την εικόνα πάντως και ξεχάσουμε προς στιγμή τη διαμάχη χριστιανών - εθνικών που εκείνα τα ταραγμένα χρόνια βρισκόταν στο τέλος της, θα δούμε μια μελέτη για την τυφλή βία του όχλου, όταν αυτός αποκτά δύναμη. Ο όχλος δεν σκέπτεται, απλώς εκδικείται για την καταπίεσή του με απόλυτα βίαιο τρόπο. Οι εθνικοί έκαναν τα ίδια στους πρώτους χριστιανούς, όταν αυτοί ήταν ακόμη αδύναμοι, και οι τελευταίοι το ανατποδίδουν και με το παραπάνω όταν παίρνουν την εξουσία. Η ιστορία επαναλαμβάνεται μέχρι τις μέρες μας, όχι πια με χριστιανούς και εθνικούς, αλλά με κάθε λογής πολιτικές, θρησκευτικές ή εθνικές συγκρούσεις.
Εδώ βέβαια πρέπει να επισημάνουμε και την ταξική διάσταση του θέματος. Οι χριστιανοί αποτελούνται κυρίως από τα κατώτερα στρώματα, σκλάβους, εξαθλιωμένους πολίτες, παρίες κάθε είδους. Η συσπείρωσή τους γύρω από μια νέα θρησκεία που υπόσχεται ισότητα και αιώνια ζωή είναι απόλυτα κατανοητή. Η βία και η εκδικητικότητά τους σαφώς οφείλονται σε αιώνες καταπίεσης και δεν έχει τίποτα το θρησκευτικό (αν και μέσα στον τυφλό φανατισμό και την αμορφωσιά τους αυτό επικαλούνται). Ωστόσο, παρά το ότι όλα αυτά είναι κατανοητά, τα γεγονότα δεν παύουν και εφιαλτικά να είναι και σε μια από τις χειρότερες περιόδους της ανθρωπότητας να οδηγούν.
Κάτω απ' αυτό το πρίσμα, ίσως ο Amenábar να δικαιολογείται για το μονοδιάστατο του χαρακτήρα της Υπατίας και τη μη εμβάθυνση στη φιλοσοφία της. Ίσως η φιλόσοφος να ήταν απλώς το πρόσχημα για να δείξει την εποχή, να τονίσει τις πιθανές αναλογίες της με τη σημερινή και να υποστηρίξει τις τολμηρές θέσεις του για το ρόλο του χριστιανισμού. Και, για να το ξεκαθαρίσω, όταν μιλάμε συνεχώς για χριστιανισμό, δεν εννοούμε τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές θέσεις του, το τι βρίσκει δηλαδή σ' αυτόν ένας αληθινός πιστός ή διανοούμενος, αλλά για τη μαζικοποίησή του, τη μετατροπή του σε κρατική εξουσία, τον κοσμικό του ρόλο και όλα τα βρώμικα πολιτικά παιχνίδια, ίντριγκες και συμβιβασμούς που όλα αυτά συνεπάγονται.
Ενδιαφέρον λοιπόν και τολμηρό ως τροφή για σκέψη και συζήτηση, τίποτα σπουδαίο όμως κινηματογραφικά κατά τη γνώμη μου. Αντιρρήσεις δεκτές.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 04, 2010

PATLABOR 2: ΙΝΤΡΙΓΓΕΣ, ΜΠΑΤΣΟΙ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ


Το Patlabor είναι μια γιαπωνέζικη σειρά κινουμένων σχεδίων (anime). Στα τέλη της δεκαετίας του 80 γυρίζεται η πρώτη ταινία, ενώ το 1993 ο σημαντικός σκηνοθέτης του είδους Mamoru Oshii γυρίζει το Patlabor 2 (αργότερα θα κάνει το Ghost in the Shell και άλλα).
Αρχικά το Patlabor 2 εντυπωσιάζει για μια ακόμα φορά για το απόλυτα ενήλικο σενάριο, τόσο ενήλικο που είναι αδιανόητο σχεδόν για δυτικά κινούμενα σχέδια, που συνήθως προσπαθούν να πιάσουν και το παιδικό κοινό, αν δεν γίνονται αποκλειστικά γι' αυτό. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μπερδεμένες ίντριγγες ανάμεσα στα διάφορα σώματα της αστυνομίας, σε τρομοκράτες και ανθρώπους που προσπαθούν να φέρουν τον πόλεμο στην "εφησυχασμένη" κοινωνία. Κι όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα μάλλον εναλλακτικό παρόν, σε ένα Τόκιο όπου η εγκληματικότητα έχει φτάσει στο κόκκινο, ενώ η αστυνομία κατηγορείται για κατάχρηση εξουσίας (το κοινωνικό background είναι ίδιο περίπου μ' αυτό του Jin-Roh, το οποίο σημειωτέον μου άρεσε περισσότερο). Κατά βάση πρόκειται για μια πολιτική ταινία, αφού κυρίαρχο ρόλο παίζουν τα παιχνίδια εξουσίας. Καμία ελπίδα κατανόησης από παιδιά δηλαδή.
Να σας πω τώρα την αμαρτία μου: Ενώ το φιλμ θεωρείται εξαιρετικό από τους φίλους των anime, προσωπικά με κούρασε. Κατά τη γνώμη μου φταίει το αδιάκοπο μπλα μπλα των ηρώων και η εξαιρετικά μπερδεμένη ίντριγκα με τα πολλά σώματα αστυνομίας και στρατού να βρίσκονται σε αέναη διαμάχη. Κι όλα αυτά να αποκαλούνται με μια σειρά αρχικών γραμμάτων (σα να λέμε: ΑΔΕΔΥ εναντίον ΤΕΑΔΕ, σε προσωρινή συμμαχία με το ΤΕΒΕ για να εκμηδενίσουμε την ΠΑΣΕΓΕΣ, ένα πράγμα). Κάνω πλάκα βέβαια, γιατί τα πράγματα στην ταινία είναι πολύ πιο σοβαρά, αλλά κάποια στιγμή άρχισα να χάνω επαφή και, για να πω την αλήθεια, δεν με πολυενδιέφερε να την ξαναβρώ. Συνδυάστε αυτό με μάλλον αργούς ρυθμούς και ατέλειωτους διαλόγους (όπως είπαμε), οπότε θα καταλάβετε γιατί κουράστηκα. Επίσης το σχέδιο, η εικόνα, ήταν μάλλον απρόσωπο και κοινό. Καλό μεν και εκφραστικό, αλλά από αυτά που έχουμε δει πολλές φορές.
Σας είπα ότι αυτά είναι υποκειμενικές κρίσεις, γιατί η ταινία θεωρείται από τις καλές του είδους (μια ματιά στα σχόλια στην IMDB θα σας πείσει για του λόγου το αληθές). Τι να κάνουμε; Συμβαίνουν κι αυτά. Το στόρι πάντως παραμένει ενδιαφέρον. Και για πολλοστή φορά θα διαπιστώσω με θαυνμασμό πόσο ενήλικα είναι - από τα 90ς τουλάχιστον - τα anime.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 03, 2010

ALL THAT JAZZ : ΧΟΡΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ


Πιστεύω ότι το «All that Jazz", που γύρισε ο Bob Fosse (1927-1987) το 1979 δεν είναι μόνο το τελευταίο σημαντικό μιούζικαλ που γυρίστηκε μέχρι σήμερα, αλλά και ένα από τα καλύτερα όλων των εποχών. Υπενθυμίζω ότι την εποχή αυτή (τέλη 70ς) το είδος έχει ήδη παρακμάσει ή μάλλον, για να είμαστε πιο ακριβείς, στην ουσία έχουν πάψει να γυρίζονται μιούζικαλ (οι εξαιρέσεις βέβαια υπάρχουν πάντα). Και ξαφνικά «σκάει» αυτή εδώ η ταινία και γίνεται ένα από τα ελάχιστα απόλυτα ενήλικα δείγματα του είδους.
Σίγουρα ένα μέρος της επιτυχίας οφείλεται στο ότι πρόκειται ουσιαστικά για ένα αυτοβιογραφικό φιλμ. Γυρίζεται από έναν άνθρωπο που γνωρίζει πάρα πολύ καλά, από τα μέσα, το είδος, αφού ο Fosse υπήρξε και διάσημος άνθρωπος της show business με πετυχημένα θεατρικά μιούζικαλ στο ενεργητικό του. Ηθοποιός, περίφημος χορογράφος, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, πολύ απλά καταγράφει τη ζωή του και τις εμπειρίες του από έναν λαμπερό αλλά και σκληρό κόσμο, αυτόν της show business.
Ο ήρωας - ο ίδιος δηλαδή κι ας μην αναφέρεται το όνομά του - είναι διάσημος και ακριβοπληρωμένος όλα-αυτά-που-είπαμε-παραπάνω, είναι αθεράπευτος γυναικάς (έχει συνεχώς το σεξ στο μυαλό του, του λένε όλοι) και πέρα για πέρα αυτοκαταστροφικός: Ποτό, αμφεταμίνες, μανιώδες κάπνισμα, εξαντλητική δουλειά. Με έναν αποτυχημένο γάμο και μια κόρη, "τα έχει κάνει σκατά στη ζωή του", όπως λέει ο ίδιος. Ζει όμως για τη δουλειά που υπεραγαπά. Και βλέπει τον κόσμο γύρω του σαν ένα διαρκές μιούζικαλ, φανταζόμενος ότι χορογραφεί τα πάντα. Κι όταν, μετά από οξύτατη καρδιακή προσβολή, νοιώθει ότι το τέλος πλησιάζει, τι κάνει; Χορογραφεί τον ίδιο του το θάνατο.
Η ταινία λειτουργεί σε πολλά επίπεδα: Σαν ένα θαυμάσιο μιούζικαλ, με εξαιρετικά χορευτικά και πολύ καλή μουσική (κυρίως πάνω σε προϋπάρχοντα τραγούδια) με αποκορύφωμα το "Bye bye love", την κλασική επιτυχία των Everly Brothers σε μια απίστευτη διασκευή και χορογραφία, που κλείνει το φιλμ. Σαν μια πιστή καταγραφή του χώρου των show business, με τη δημιουργικότητα και την χαρά που μπορεί να προσφέρει στους "εργάτες" της, αλλά και τη σκληρότητα, την υποκρισία, τις λυκοφιλίες που τη διακρίνουν (μη ξεχνάμε ότι πρόκειται πάντοτε για επένδυση χρημάτων από κάποιους, οι οποίοι ενδιαφέρονται μόνο για το οικονομικό αποτέλεσμα). Σαν μια μελέτη για τον αναπότρεπτα επερχόμενο θάνατο και την αυτοκαταστροφικότητα. Και τέλος, σαν μια ενδιαφέρουσα αυτοβιογραφία.
Όλα αυτά δίνονται άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με συγκίνηση και τρυφερότητα, πάντοτε όμως με πολλή φαντασία. Ξαναβλέποντάς το μετά από πολλά χρόνια, το απόλαυσα όπως και την πρώτη φορά. Και θαύμασα ένα από τα ελάχιστα ενήλικα μιούζικαλ, που αν και μιούζικαλ, αφηγείται όσα θέλει να αφηγηθεί με απόλυτο ρεαλισμό και αλήθεια.
Ο Fosse πέθανε από καρδιακή προσβολή 8 χρόνια μετά. Ήταν μόνο 60 χρονών.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 01, 2010

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟΣ "ΛΙΒΑΝΟΣ"


Στην ιστορία του σινεμά έχουν γίνει πολλές αληθινά συγκλονιστικές αντιπολεμικές ταινίες, που περιγράφουν δηλαδή τον πόλεμο ως αυτό που πραγματικά είναι: Μια διαρκής φρίκη. Δεν ξέρω αν φανώ υπερβολικός, αλλά νομίζω ότι ο "Λίβανος" (2009) του ισραηλινού Samuel Maoz είναι μια από τις καλύτερες.
Ο σκηνοθέτης έχει βιώσει τη φρίκη αυτή, καθώς έχει ο ίδιος πολεμήσει σαν πλήρωμα τανκ στον πόλεμο που περιγράφει: Τον πρώτο εμφύλιο του Λιβάνου (στον οποίο αναμείχτηκαν και ισραηλινοί και σύριοι) το 1982. Φυσικά πολύ γρήγορα παύει να μας ενδιαφέρει για ποιον ακριβώς πόλεμο πρόκειται. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε. Αυτό που απομένει είναι η καθαρή φρίκη.
Θα το πω από την αρχή: Η ταινία βλέπεται - ή μάλλον αντέχεται - δύσκολα. Αυτό που την κάνει τόσο αγχωτική είναι το ότι ο δημιουργός επέλεξε να δείξει την κτηνωδία μέσα από τα μάτια του πληρώματος ενός ισραηλινού τανκ. Η κάμερα μένει σχεδόν συνεχώς στο ασφυκτικό εσωτερικό του και κεντράρει διαρκώς στα βρώμικα, ταλαιπωρημένα και φοβισμένα πρόσωπα του πληρώματος. Και τι σημαίνει εσωτερικό τανκ σε καιρό πολέμου; Πέντε άνθρωποι στριμωγμένοι σε έναν ελάχιστο μεταλλικό χώρο, πανβρώμικο, αποκρουστικό, με ελάχιστο οξυγόνο και 40 βαθμούς. Άμεση επαφή με τον έξω κόσμο δεν υπάρχει. Μόνο μέσω της διόπτρας. Αυτός ο εγκλωβισμός μπορεί από μόνος να τσακίσει τα νεύρα, πολύ περισσότερο αν συνδυαστεί με τις τερατωδίες του πολέμου. Αν αυτό δεν είναι κόλαση, τότε τι είναι;
Πέραν αυτών όμως η ταινία με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, δίχως να με κάνει καθόλου να βαρεθώ, αφού διαθέτει και πολύ δυνατό σασπένς, το οποίο μάλιστα κλιμακώνεται συνεχώς: Το τανκ πρέπει να διασχίσει μια εχθρική περιοχή σχεδόν στα τυφλά. Κανείς δεν ξέρει αν θα επιβιώσει.
Με ντοκιμαντερίστικη αισθητική και βρώμικο ρεαλισμό, ο Maoz καταγράφει ό,τι πραγματικά συμβαίνει σε τέτοιες εφιαλτικές καταστάσεις. Ταυτιζόμαστε απόλυτα με το πλήρωμα, αφού η γύρω φρίκη και το τοπίο βιβλικής καταστροφής που απλώνεται παντού δείχνεται μέσα από τα μάτια τους - μέσα από τη διόπτρα για την ακρίβεια, που αποτελεί το μοναδικό μάτι για τον έξω κόσμο. Αυτό όμως που εκτίμησα περισσότερο είναι ότι σ' όλη αυτή την κόλαση δεν υπάρχει κανένα απολύτως ίχνος ηρωισμού. Οι στρατιώτες, πολύ απλά, είναι χεσμένοι πάνω τους. Το μόνο που θέλουν είναι να ξεμπερδεύουν όσο πιο γρήγορα γίνεται, να φύγουν απ' αυτή την κόλαση και να γυρίσουν σπίτια τους. Γι' αυτό τους βλέπουμε να φοβούνται, να πανικοβάλλονται μερικές φορές, να σοκάρονται, να κλαίνε. Βλέπετε, πρόκειται για απλούς φαντάρους, εμένα κι εσένα δηλαδή, που κάνουν τη θητεία τους και ξαφνικά βρίσκονται στην κόλαση. Ούτε ίχνος λοιπόν στρατοκαυλίασης. Μόνο κόλαση. Μέσα σ' αυτόν τον εφιάλτη, ακόμα και οι διοικητές, τα αξιώματα, μικρή αξία έχουν. Ο φόβος είναι πολύ δυνατός και η εραρχία στο εσωτερικό του τανκ σχεδόν καταρρέει.
Αν μπορέσετε δείτε αυτό το πολύ δυνατό φιλμ. Σας προειδοποίησα όμως ότι αντέχεται δύσκολα. Δεν είναι μόνο ο πόλεμος, είναι και η έντονη κλειστοφοβικότητα. Αν τα καταφέρετε όμως, νομίζω ότι θα συμφωνήσετε για την τρομερή του δύναμη.

Κυριακή, Ιανουαρίου 31, 2010

"JIN-RO" ΚΑΙ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΑ ΓΙΑΠΩΝΕΖΙΚΑ ΚΙΝΟΥΜΕΝΑ ΣΧΕΔΙΑ


Το "Jin-Ro" (Wolf Brigate στα αγγλικά) είναι ένα γιαπωνέζικό anime που γύρισε το 1998 ο Hiroyuki Okiura. Και μόνο απ' αυτό το φιλμ, θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει την απόλυτη ενηλικίωση ενος είδους που, εκτός από έναν κύκλο φανς (φανατικών συνήθως), είναι ουσιαστικά άγνωστο στη δύση.
Η ταινία διαδραματίζεται σε ένα πιθανόν εναλλακτικό μέλλον. Η Ιαπωνία μετά το τέλος του πολέμου (του οποίου μάλιστα το αποτέλεσμα δεν ξεκαθαρίζεται απόλυτα) έχει ακολουθήσει έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο απ' αυτόν που ξέρουμε. Έτσι σήμερα διάφορες πανίσχυρες και αντιμαχόμενες μεταξύ τους αστυνομίες (τμήματα της αστυνομίας δηλαδή που, με τα χρόνια, έγιναν σχεδόν αυτόνομα, με διαφορετικές αρμοδιότητες), πολεμούν συχνά μέχρι θανάτου ενάντια σε χιλιάδες διαδηλωτές - καθώς τα προβλήματα της χώρας οξύνονται - αλλά και ενάντια σε φανατικούς τρομοκράτες. Η ιστορία είναι αρκετά πολύπλοκη, καθώς παρακολουθεί τις μπερδεμένες ίντριγκες και εσωτερικές διαμάχες (επίσης συχνά μέχρι θανάτου) στους κόλπους της αστυνομίας. Ο ήρωας, ένας μπάτσος που αρνήθηκε να πυροβολήσει ένα κοριτσάκι - τρομοκράτη που κουβαλούσε μια βόμβα, διχάζεται ανάμεσα στην αποστολή και τα πιστεύω του και στα συναισθήματά του. Κι έτσι, μέσα από πολλές ανατροπές και εκπλήξεις, οδηγούμαστε στο πολύ δυνατο - και ίσως αμφιλεγόμενο - φινάλε.
Η σύγκρουση καθήκοντας και προσωπικής επιθυμίας, η απληστία της εξουσίας, η τρομοκρατία και η κατάχρηση εξουσίας, είναι μερικά από τα θέματα που θίγει η ταινία. Και μάλιστα κρατά σχεδόν ίσες αποστάσεις από τις "δυνάμεις της τάξης" και τους διαδηλωτές / τρομοκράτες, εστιάζοντας στις ανθρώπινες πλευρές σύνθετων προβλημάτων. Γενικά βρήκα πολύ καλό το φιλμ, και παρά κάποια σκοτεινά ή / και ακατανόητα σεναριακά σημεία, παρακολούθησα με ενδιαφέρον τη σύνθετη προβληματική του.
Μια μικρή γκρίνια: Το σχέδιο είναι απόλυτα κλασικό και κοινότοπο, δίχως "προσωπικότητα" ή δίχως να διαθέτει κάτι πρωτότυπο ή χαρακτηριστικό, εκτός ίσως από κάποιες σχετικά ατμοσφαιρικές σκηνές στους υπόνομους της πόλης. Δεν θα το ξεχώριζα από πολλές άλλες ταινίες του είδους. Κρίμα, γιατί θεωρώ την ταινία αρκετά ιδιόρυθμη και ξεχωριστή. Αν ήταν το ίδιο ξεχωριστή και η εικόνα της, σίγουρα οι "πόντοι" που θα κέρδιζε θα ήταν πολύ περισσότεροι.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 29, 2010

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΕΠΑΙΖΕ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


Μετά το πολύ ενδιαφέρον "Κορίτσι με το τατουάζ", το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Στιγκ Λάρσον, "Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά" (Flickan som lekte med elden, 2009) μεταφέρεται κι αυτό στην οθόνη από τον σουηδό Daniel Alfredson. Το βρήκα κάπως κατώτερο του πρώτου μέρους, σε καμία περίπτωση όμως απογοητευτικό.
Οι ήρωες είναι οι ίδιοι: Η ιδιόρυθμη, περιθωριακή ερευνήτρια και ο επίμονος δημοσιογράφος. Αμφότεροι καταπιάνονται με καυτά θέματα, που συχνά είναι θέματα ζωής και θανάτου για όσους ανακατεύονται. Αυτή τη φορά έχουμε να κάνουμε με το τράφικινγκ γυναικών (την εισαγόμενη πορνεία δηλαδή). Το κλίμα είναι το ίδιο "βρώμικο" και σκοτεινό με το πρώτο φιλμ, τα εφιαλτικά μυστικά αποκαλύπτονται το ένα μετά το άλλο, η δομή είναι σφιχτή και το κλίμα καταγγελίας για την κοινωνική διαφθορά (ακόμα και σε ευνομούμενες κοινωνίες όπως οι σκανδιναυικές) εξ ίσου οξύ. Μόνο που εδώ η παράδοξη ηρωίδα εμπλέκεται όλο και περισσότερο προσωπικά και τελικά, παράλληλα με τα μυστικά που αφορούν διάφορους υψηλά ιστάμενους, έχουμε και απρόσμενες αποκαλύψεις για το ίδιο της το παρελθόν.
Όπως καταλάβατε, παρακολούθησα κι αυτό το φιλμ (που έχει αρκετά σύνθετη δομή και σχετικά πολύπλοκο σενάριο) με ενδιαφέρον. Θεωρώ όμως το πρώτο μάλλον καλύτερο, πιο σφιχτό και πιο καταγγελτικό ίσως. Είναι και διαφορετικοί οι σκηνοθέτες, βλέπετε. Ίσως πάντως - και αυτό είναι γενικότερη παρατήρηση - αυτή μου η αίσθηση να οφείλεται στο ότι, όπως και να το κάνουμε, πρόκειται για ένα "νο 2", και πάντοτε θεωρώ την πρώτη φορά, όταν μπαίνεις σε ένα άγνωστο σύμπαν και δεν ξέρεις τι να περιμένεις, εξ ορισμού σχεδόν καλύτερη. Αν και, το λέω από τώρα, θα δω και το τρίτο και τελευταίο μέρος, που όπως διαβάζω είναι ήδη έτοιμο.
Συνολικά πάντως δεν το βρήκα κακό (ίσως λίγο περισσότερο "action movie" σε σχέση με το πρώτο). Θα σας δώσω όμως μια συμβουλή: Παρά το ότι το δεύτερο αυτό μέρος είναι αυτόνομο και οι ήρωές μας ερευνούν μια εντελώς διαφορετική υπόθεση, πρόσωπα από το πρώτο μέρος, σκηνές και σχέσεις από το παρελθόν επανεμφανίζονται και γενικά καλό είναι να έχει κανείς υπ' όψιν τι έχει συμβεί στο πρώτο φιλμ. Γι' αυτό καλύτερα να δείτε το "Κορίτσι με το τατουάζ" πρώτα, και μετά περάστε σ' αυτό εδώ. Όπως και να το κάνουμε πάντως, τα σκανδιναυικά θρίλερ παραμένουν ενδιαφέροντα και ιδιαζόντως σκοτεινά.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 27, 2010

ΤΑ "ΑΓΡΙΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ" ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ Η ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ


Το "Where the Wild Things are" είναι ένα διάσημο παιδικό (και σαφώς όχι μόνο) βιβλίο του Πίτερ Σέντακ των αρχών της δεκαετίας του 60. Ο Spike Jonze αναλαμβάνει να το μεταφέρει στην οθόνη το 2009 (διάβασα ότι ήταν παλιό του όνειρο) και βρίσκω το αποτέλεσμα πολύ ικανοποιητικό.

Φυσικά θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς παιδική ταινία. Αυτό που την κάνει όμως να διαφέρει από τις περισσότερες άλλες του είδους είναι η καταγραφή της πολυπλοκότητας της παιδικής ψυχοσύνθεσης, ο αληθινός τρόπος με τον οποίο την προσεγγίζει. Συνήθως τα παιδιά παρουσιάζονται ως αθώα, αγγελικά (άντε και λίγο σκανταλιάρικα) πλάσματα - αν φυσικά δεν πρόκειται για ταινία τρόμου, αλλά και σ' αυτές ακόμα είναι μονοδιάστατα κακά. Εδώ αντίθετα έχουμε ένα παιδί με ζωηρή φαντασία, αλλά και μοναχικό, με συχνές εκρήξεις θυμού και συχνά αυτό που θα αποκαλούσαμε "σπαστική" συμπεριφορά, που μπορεί να σπάσει τα νεύρα ενός ενήλικου. Φυσικά καταφεύγει πολύ συχνά στον κόσμο της φαντασίας ή μάλλον σε ένα συγκεκριμένο κόσμο που έχει πλάσει με τη φαντασία του, κατοικημένο από αλλόκοτα, πελώρια, συμπαθέστατα και τρομαχτικά ταυτόχρονα, χνουδωτά πλάσματα.

Το ενδιαφέρον είναι ότι στον κόσμο αυτόν ακολουθεί - ξαναζεί αν θέλετε - τα καθημερινά του συναισθήματα ή συχνά τα μεταφέρει στα πλάσματα. Έτσι τα τελευταία δεν είναι ούτε καλά ούτε κακά. Συχνά είναι συμπαθητικά, αστεία, φιλικά και παιχνιδιάρικα, άλλοτε ξεσπούν σε εκρήξεις θυμού και ζήλιας, γίνονται κακά και σκοτεινά, απειλούν να τον φάνε. Παράλληλα παρακολουθούμε, μέσα από τίς περιπέτειες στον φανταστικό κόσμο, μια σαφή αλληγορία ενηλικίωσης. Όλα ξεκινάνε υπέροχα, τέλεια, όπως φαντάζεται κανείς τη ζωή του όταν είναι παιδί, και βαθμιαία σκοτεινιάζουν. Ο "βασιλιάς", το παιδί δηλαδή που έχει διαλέξει - φυσικά - αυτόν τον ρόλο για τον εαυτό του, παύει να είναι παντοδύναμος και συνειδητοποιεί (μαζί με τα πλάσματα - υπηκόους του) ότι οι ικανότητές του είναι περιορισμένες, ότι οι ιδανικές μέρες έχουν τελειώσει και οι σκοτεινές βρίσκονται μπροστά. Και τι κάνει; Αυτό που κάνουμε όλοι μας: Το αποδέχεται, παραιτείται από το "αξίωμά" του και αποχωρεί επιστρέφοντας στο αληθινό κόσμο. Όπως ακριβώς συμβαίνει στην αληθινή ζωή. Αν αυτό δεν είναι ιστορία ενηλικίωσης, τότε τι είναι;

Παράξενη ταινία, που δύσκολα κατατάσεται, ίσως απογοητεύσει όσους ψάχνουν για εντυπωσιακά εφφέ (ελάχιστα ψηφιακά υπάρχουν, ίσως και καθόλου), προσωπικά όμως τη βρήκα γοητευτική, συγκινητική και τρυφερή. Και ιδιαίτερα ενήλικη για "παιδική" (;).

Κυριακή, Ιανουαρίου 24, 2010

ΟΤΑΝ Ο ΣΕΡΛΟΚ ΧΟΛΜΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ACTION HERO


Ο διασημότερος ντετέκτιβ όλων των εποχών, ο Σέρλοκ Χολμς του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ έχει επισκεφτεί πολλές φορές την οθόνη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση (2009) τον "αναλαμβάνει" ο Guy Ritchie και τον "εκμοντερνίζει" με, κατά τη γνώμη μου, θετικά και αρνητικά αποτελέσματα.
Για το ότι η ταινία βλέπεται ευχάριστα, είναι μάλλον σίγουρο. Γρήγοροι ρυθμοί (αν και όχι τόσο γρήγοροι και με "κόλπα", όπως μας έχει συνηθίσει ο Ritchie), μυστήρια που ανακύπτουν διαρκώς, χιούμορ και κάμποσο θέαμα. ΟΚ, ήμουν σίγουρος ότι θα τα είχε όλα αυτά. Και σιγά μη δεν ήταν καλγυρισμένο. Είπαμε πολλές φορές ότι το αμερικάνικο σινεμά - και δη αυτό των μπλογκμπάστερς - έχει κατακτήσει μια αφηγηματική δεινότητα. Επειδή όμως αυτό είναι πλέον δεδομένο, έχει πάψει εδώ και χρόνια να αποτελεί αρετή, έχει γίνει κοινός τόπος. Θα μας εξέπληττε πολύ περισσότερο ένα κακογυρισμένο μπλογκμπάστερ...
Το θέμα είναι ότι αν έχει κανείς διαβάσει Σ.Χ. και έχει αγαπήσει τον ήρωα, δύσκολα θα δεχτεί τη νέα προσωπικότητα που του δίνει το φιλμ και ο πάντα καλός Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, αφού εν ονόματι του τρέχοντος στιλ (της μόδας, τέλος πάντων) και, κατά συνέπεια, της σίγουρης επιτυχίας στα ταμεία, τον έχει μετατρέψει σε action hero, ή τουλάχιστον ΚΑΙ σε action hero (τονίζω το "και" διότι σαφώς η διανοούμενη, εγκεφαλική του πλευρά παραμένει). Ένας Σ.Χ. λοιπόν που στις μισές σκηνές παίζει ξύλο, αντιμετωπίζει πολύ ογκωδέστερους εχθρούς, γλυτώνει από εκρήξεις, κυνηγά και κυνηγιέται στη γέφυρα του Λονδίνου και γενικά διαθέτει και μια πλευρά Σβαρτσενέγκερ, εμένα τουλάχιστον με ξενίζει - για να μην πω με ενοχλεί.
Κατά τα άλλα, βρήκα την όλο γκρίνια, ζήλια και "φιλικούς" καυγάδες σχέση του με τον Γουότσον ευπρόσδεκτη και διασκέδασα αρκετά μ' αυτήν, όπως επίσης και με την απόλυτη "ρεμαλοποίηση" του ήρωα όταν δεν έχει κάποια υπόθεση να ασχολείται (το στοιχείο αυτό υπάρχει και στα βιβλία), ενώ η ατμόσφαιρα είναι γκρίζα, βαριά και πειστική για Λονδίνο του 19ου αιώνα. Ενδιαφέρον είχε επίσης και ο ναζιστοειδής κακός, που έβαζε στο φιλμ μελλοντικά στοιχεία (πράγμα που γινόταν και με κάποια στοιχεία μελλοντικής τεχνολογίας). Στα συν και κάποια σχόλια για την βρετανική αυτοκρατορία και τον ιμπεριαλισμό των μεγάλων αυτοκρατοριών γενικότερα. Τέλος η ταινία βασιζόταν σ' ένα συνεχές παιχνίδι ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φανταστικό (καθώς έβαζε στοιχεία αποκρυφισμού, μαγείας κλπ.). [SPOILER SPOILER Ευτυχώς όμως όλα είχαν λογική εξήγηση. Το ευτυχώς το λέω επειδή ολόκληρη η προσωπικότητα και οι ιστορίες του Σ.Χ. βασίζονται στον απίστευτο, τετράγωνο ορθολογισμό και στην "υπερφυσική" εξυπνάδα του, οπότε αν η ταινία προχωρούσε σε υπερφυσικές λύσεις, θα ήταν πιά εντελώς, μα εντελώς εκτός πνεύματος]

Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα, το είδα πάντως σχετικά ευχάριστα. Το κακό είναι ότι το νο 2 ετοιμάζεται ολοταχώς (μπαμ έκανε), οπότε μου φαίνεται ότι θα έχουμε ένα ακόμα κινηματογραφιό σίριαλ.

Σάββατο, Ιανουαρίου 23, 2010

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΟΝΗΡΙΑ ΚΑΙ Η ΑΘΩΩΤΗΤΑ ΣΤΟ "ΜΙΚΡΟ ΝΙΚΟΛΑ"


Ο Rene Gosciny (1926-1977) υπήρξε αναμφισβήτητα μια κωμική ιδιοφυϊα. Παραγωγικότατος σεναριογράφος, σφράγισε κυριολεκτικά τα γαλλικά κόμικς δημιουργώντας πλήθος από ήρωες, με πασίγνωστους ανάμεσά τους τους Αστερίξ και Λούκι Λουκ. Ο Μικρός Νικόλας είναι μια σειρά ξεκαρδιστικών βιβλίων με ήρωα το ομώνυμο πιτσιρίκι και τους ανεκδιήγητους συμμαθητές του. Την εικονογράφησή τους έχει κάνει ο πολύ γνωστός Sempe, με το χαρακτηριστικό μινιμαλιστικό αλλά πολύ εκφραστικό σχέδιο. Στη Γαλλία ο Μ.Ν. είναι πασίγνωστος σε όλους, ανεξάρτητα από το αν ασχολούνται με κόμικς ή βιβλία.
Ήταν λοιπόν ήδη άξιο απορίας πώς ο διάσημος αυτός ήρωας δεν είχε μεταφερθεί ακόμα στην οθόνη. Να λοιπόν που ο Laurent Tirard ανέλαβε το έργο αυτό. Με τον "Μικρό Νικόλα" έδωσε σάρκα και οστά στο διαβολικό και ταυτόχρονα αθώο αυτό πιτσιρίκι και στην σκανταλιάρικη παρέα του.
Η ταινία είναι βασικά παιδική, νομίζω όμως ότι και οι μεγάλοι θα γελάσουν σε αρκετά σημεία, αφού το χιούμορ του Γκοσινί και διαχρονικό είναι και καταφέρνει να πιάσει όλες τις ηλικίες. Επί πλέον διαθέτει και ένα στοιχείο νοσταλγίας (για τους μεγάλους φυσικά), αφού αναπαράγει αυτούσιο το κλίμα μιας μικροαστικής οικογένειας στις αρχές των 60ς, μιας εποχής βέβαια δίχως υπολογιστές, κινητά, cd και έγχρωμες τηλεοράσεις και με ένα πολύ πιο αυστηρό σχολείο απ' ότι σήμερα (δεν το λέω αυτό σαν κάτι ντε και καλά καλό, αλλά αναμφισβήτητα η αυστηρότητα αυτή και η αρτηρισκλήρωση δίνουν έναυσμα για πολλές πλάκες). Διαθέτει επίσης η ταινία κι αυτή την παλιομοδίτικη αθωότητα, που σπάνια απαντάται πια σήμερα, κι έτσι, εκτός από αστεία, γίνεται και γλυκιά. Γενικά το γέλιο βγαίνει από τις απίστευτες ιδέες των παιδιών και την συνήθως "λοξή" πρόσληψη της πραγματικότητας απ' αυτά, με αποτέλεσμα καταστάσεις παντελώς παράλογες και γι' αυτό αστείες. Δεν νομίζω φυσικά ότι πρόκειται για κάποα σπουδαία ταινία, αν όμως πάτε με τα παιδιά σας νομίζω ότι δεν θα περάσετε άσχημα.
ΥΓ: Έκανα το τεράστιο λάθος να τη δω μεταγλωτισμένη στα ελληνικά (από δική μου απροσεξία) και έτσι το απόλαυσα λιγότερο. Δεν κάνω καμιά κριτική στην ποιότητα της μεταγλώτισης και στην ηθοποιία των φωνών. Απλώς θεωρώ τη μεταγλώτιση κάτι εξ ορισμού απαράδεκτο, είτε γίνεται από σεξπηρικούς ηθοποιούς είτε από τον Σεφερλή.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 21, 2010

Η ΓΟΥΕΝΤΙ, Η ΛΟΥΣΙ ΚΑΙ ΤΟ ΛΙΤΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ


Με το "Wendy and Lucy" του 2008 της Kelly Reichardt βρισκόμαστε στην καρδιά του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά. Γι' αυτό και πρόκειται για ταινία μάλλον για λίγους. Μινιμαλισμός και λιτότητα, "ακατέργαστη" φωτογραφία με κόκκο, ελάχιστη "υπόθεση", εικόνες άχαρης καθημερινότητας, πλην όμως ανθρωπιά, τρυφερότητα, συγκίνηση - και μια έντονα πολιτική ματιά, δίχως όμως μεγαλοστομίες, διδακτισμούς και καταγγελίες κάθε είδους.
Μια κοπέλα με το σκύλο της ταξιδεύει με ένα παλιό αυτοκίνητο προς την Αλάσκα, όπου ελπίζει να βρει δουλειά - ή μάλλον ελπίζει στο αόριστο "εκεί τα πράγματα θα είναι καλύτερα". Με ελάχιστα χρήματα, κολλά οδυνηρά σε μια απρόσωπη αμερικάνικη μικρή πόλη στο πουθενά, όταν όλα αρχίζουν να πηγαίνουν στραβά: Χάνει τον αγαπημένο της σκύλο, χαλάει το αυτοκίνητό της... και αναγκάζεται να μετατραπεί σε ένα είδος κλοσάρ.
Δεν πρόκειται ακριβώς για ταινία δρόμου, αφού η ηρωίδα είναι παρά τη θέλησή της ακινητοποιημένη στην άχρωμη πόλη. Πολύ λίγα πράγματα συμβαίνουν: Συναντήσεις με κάποιους ανθρώπους, κάποια τηλεφωνήματα που τονίζουν τη μοναξιά και την αποξένωσή της, μια μικροκλοπή... Κι όλα αυτά με "γυμνές", καθημερινές εικόνες, δίχως οποιονδήποτε καλλωπισμό. Κι όμως, μέσα από όλα αυτά τα μικροπράγματα διαγράφεται το αμείλικτο πρόσωπο ενός στυγνού καπιταλισμού / νεοφιλελευθερισμού, με την εφιαλτική ανεργία, τις στρατιές νεόπτωχων και τις εντάσεις, την εγκληματικότητα, την κοινωνική απομόνωση που όλα αυτά δημιουργούν. Ακόμα και ο φύλακας που μιλά με την ηρωίδα, λέει κάποια στιγμή ότι δουλεύει 12 ώρες (!) και είναι και τυχερός που έχει δουλειά...
Η ταινία στηρίζεται στην πολύ καλή και εκφραστική Μισέλ Γουίλιαμς, που αναγκάζεται να στερηθεί ακόμα κι απ' αυτό που αγαπά περισσότερο σε μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές του φιλμ. Γενικά η συγκίνηση και η τρυφερότητα κυριαρχούν, όλα όμως σε πολύ χαμηλούς τόνους. Μπορεί να κουράσει αρκετούς ο μινιμαλισμός και η έλλειψη δράσης της, προσωπικά πάντως, δίχως να τη θεωρώ και κανένα αριστούργημα, τη βρήκα αρκετά συμπαθητική.

Τρίτη, Ιανουαρίου 19, 2010

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΙΒΑΝ, Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ


"Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν" (Ivanovo destvo) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που γυρίζει ο Andrei Tarkovsky (1932-1986) το 1962. Έχει κάποιες διαφορές από το υπόλοιπο έργο του, συγχρόνως όμως συναντούμε και πολλά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, που θα αναπτυχθούν αργότερα.
Κατά τη διάρκεια της ναζιστικής εισβολής στη Ρωσία, ο μικρός, ορφανός Ιβάν ρισκάρει διαρκώς τη ζωή του περνώντας στην απέναντι όχθη ενός ποταμού, που είναι κατειλημένη από τους γερμανούς, μεταφέροντας πολύτιμες πληροφορίες στο ρωσικό στρατό, οι αξιωματικοί του οποίου τον υπεραγαπούν, έχοντάς τον κάτι σαν μασκότ.
Μ' αυτή την απλή υπόθεση, ο Ταρκόφσκι κάνει το πρώτο του ποιητικό φιλμ, καταφέρνοντας να απογειώσει θαρρείς τις εικόνες του από τα εγκόσμια, και ταυτόχρονα να κάνει μια από τις πλέον αντιπολεμικές ταινίες του σινεμά. Δίχως να έχει τους τόσο αργούς ρυθμούς που χαρακτηρίζουν τις επόμενες δουλειές του, δημιουργεί πανέμορφες, ποιητικές, ασπρόμαυρες εικόνες, που έχουν να κάνουν τόσο με τα όνειρα του μικρού (στα οποία κυρίως εμφανίζεται η σκοτωμένη μάνα του) όσο και, παραδόξως, με τις εφιαλτικές, συχνά αποκαλυπτικές εικόνες του πολέμου. Και εδώ βρίσκεται και η άλλη διάσταση του φιλμ. Ακόμα και μ' αυτόν τον τόσο ποιητικό τρόπο, δεν μπορούμε παρά να αισθανθούμε φρίκη για τόση καταστροφή, τόση δυστυχία, τόσες χαμένες, κακοξοδεμένες ζωές. Και πρώτη και καλύτερη βέβαια του ίδιου του Ιβάν, που αντί να περνά την ευτυχισμένη παιδική ηλικία που θα του άξιζε, ζει μέσα στα ερείπια, τις λάσπες, το κρύο, τον θάνατο. Η ίδια η ψυχή του, πλημμυρισμένη από μίσος για τους ναζί, με μόνο στόχο να εκδικηθεί τη σφαγή των δικών του, δίνει μια πολύ δυνατή εικόνα της ψυχικής "διαστροφής" που προκαλεί ο πόλεμος. Γιατί είναι όντως συγκλονιστικό να βλέπεις ένα δεκάχρονο ή δωδεκάχρονο αγοράκι να έχει σα μόνο στόχο στη ζωή του την τυφλή εκδίκηση. Ο Ταρκόφσκι, πράτοντας έξυπνα και διαλεκτικά, δείχνει εκτός από τον ηρωισμό του μικρού και την αλλοτρίωση, την "απανθρωποποίησή" του, για την οποία βέβαια μόνο αυτός δεν φταίει (είναι χαρακτηριστικές οι σκηνές όπου ο μικρός λεει με βεβαιότητα που παγώνει "Μα δεν υπάρχουν καλοί γερμανοί" και, βλέποντας τις γκραβούρες του Ντίρερ με θέμα την Αποκάλυψη και τους καβαλάρηδες από την κόλαση να θερίζουν ανθρώπους αναφωνεί: "Να, βλεπεις; Από τότε οι γερμανοί σκότωναν!")
Στο φιλμ νομίζω ότι δεν υπάρχει - τουλάχιστον τόσο ανεπτυγμένη - η μεταφυσική διάσταση που χαρακτηρίζει το έργο του δημιουργού. Υπάρχει όμως ήδη η εμμονή του με το νερό και τις υδάτινες επιφάνειες (είναι πανέμορφες οι νυχτερινές εικόνες στο βάλτο, με τη βάρκα και τις φωτοβολίδες). Και υπάρχει - το είπα ήδη - και μια αλλόκοτη, άγρια ομορφιά ακόμα και στις εικόνες καταστροφής.
Θεωρώ "Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν" ίσως όχι ακόμα μια χαρακτηριστική ταινία του Ταρκόφσκι, πλην όμως μια θαυμάσια ταινία, έστω και με λιγότερα ταρκοφσκικά γνωρίσματα.

Κυριακή, Ιανουαρίου 17, 2010

ΕΝΑ "ΠΕΙΡΑΜΑ" ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΖΕΙ


Το 2001 ο γερμανός Oliver Hirschbiegel γυρίζει "Το Πείραμα" (Das Experiment), προκαλώντας σοκ στο κοινό. Η ταινία αφηγείται ένα "κοινωνικό" πείραμα που γίνεται σε μια σχολή: 20 άνθρωποι δέχονται εθελοντικά (έναντι αμοιβής) να παίξουν για 15 μέρες τους ρόλους δεσμοφυλάκων και φυλακισμένων, υπακούοντας σε ορισμένους κανόνες. Οδηγούνται σε μια κανονικά προσομοιωμένη φυλακή, χωρίζονται στους μεν και στους δε... και η κόλαση αρχίζε. Στις 5 μόλις μέρες η κατάσταση έχει εκτροχιαστεί πλήρως.
Το φιλμ καταφέρνει με κοφτό ρυθμό να κρατά ένα διαρκές σασπένς. Συγρόνως, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό η ένταση κλιμακώνεται αδιάκοπα, μέχρι το πολύ δυνατό φινάλε. Η κατάσταση ξεφεύγει πολύ σύντομα από το απλό παιχνίδι, γίνεται όλο και περισότερο δυσάρεστη (και για τον θεατή, πόσο μάλλον για τους έγκλειστους) και, τελικά, η ωμή βία είναι αναπόφευκτη - και το τέντωμα των νεύρων των θεατών εγγυημένο. Προφανώς ο σκηνοθέτης θέλει να μας δείξει ότι η βία, τα άγρια ένστικτα, η "ανάγκη" για δύναμη και εξουσία είναι ριζωμένα μέσα μας, ότι μια χούφτα ανθρώπων δίχως καμιά έξωθεν καθοδήγηση θα οδηγηθεί αναπόφευκτα στον πρωτογονισμό και τη βία (σ' αυτό το συμπέρασμα θυμίζει πολύ το παλιό "Lord of the Flies" για το οποίο έγραψα πρόσφατα).
Παρά το ότι λοιπόν είναι ένα αναμφισβήτητα δυνατό φιλμ, οι αντιρρήσεις μου είναι αρκετές. Ο βασικός λόγος είναι ότι δεν το βρήκα αρκετά πειστικό. Δεν νομίζω ότι τέτοιες ανεξέλεγκτες καταστάσεις μπορούν να προκύψουν σε 5 μόλις μέρες. Κι έπειτα μου φάνηκε αρκετά ψεύτικη η μη συμμετοχή (η ελάχιστη συμμετοχή τέλος πάντων) των "άνωθεν", αυτών δηλαδή - καθηγητών πανεπιστημίου κυρίως - που παρακολουθούν το πείραμα. Πιστεύω ότι στην πραγματικότητα θα το σταματούσαν ή θα έκαναν αυστηρες συστάσεις πολύ συντομότερα. Και δεν είμαι σίγουρος ότι ένας άνθρωπος φασιστικής νοοτροπίας (ο "κακός" της ταινίας) μπορεί να παρασύρει τόσο εύκολα όλους τους υπόλοιπους (ναι, ασφαλώς και συνέβει με τον Χίτλερ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι συμβαίνει καθημερινά. Γι' αυτό άλλωστε το ναζιστικό φαινόμενο είναι τόσο ιδιαίτερο και μελετάται ακόμα τόσο πολύ). Στο νου βέβαια με όλα αυτά μας έρχεται το μεταγενέστερο "Κύμα", που κι αυτό επίσης δεν με είχε πείσει. Ίσως οι γερμανοί κουβαλούν τις ενοχές του παρελθόντος τους και προσπαθούν απεγνωσμένα να διερευνήσουν τα βαθύτερα αίτια γι' αυτό, να αποδείξουν ότι η γοητεία του φασισμού είναι (σε λανθάνουσα κατάσταση) ριζωμένη στην ανθρώπινη ψυχή και περιμένει τις κατάλληλες συνθήκες για να ξυπνήσει. Πάντως και οι δύο αυτές κινηματογραφικές απόπειρες, παρά το ότι είναι πολύ δυνατές σαν ταινίες, δεν με έπεισαν.

Σάββατο, Ιανουαρίου 16, 2010

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΣΙΕΡΑ ΜΑΝΤΡΕ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΠΛΗΣΤΙΑ


O Huston Huston (1906-1987) γυρίζει το 1948 τον "Θησαυρό της Σιέρα Μάντρε", που θεωρώ από τις καλύτερες ταινίες του. Σπάνια ο κινηματογράφος έχει καταγράψει με τόση ένταση την ανθρώπινη απληστία και την τρέλα που τη συνοδεύει, μια τρέλα που δεν υποχωρεί μπροστά σε τίποτα, που δεν έχει ιερό ή όσιο, που δεν διστάζει να φτάσει στον φόνο. Και βέβαια είναι το καλύτερο φιλμ (νομίζω) που μιλά για τον πυρετό του χρυσού.
Η απόλυτη φτώχια και η αθλιότητα της καθημερινότητάς τους θα οδηγήσουν τρεις αμερικάνους που έχουν ξεμείνει πάμφτωχοι σε ένα μεξικάνικο χωριό να γίνουν χρυσοθήρες και να ψάξουν για χρυσό σε μια μακρινή περιοχή στα βουνά. Αλλά το γεγονός ότι τους δένουν πλέον δεσμοί ζωής και θανάτου (ο ένας έχει σώσει τη ζωή του άλλου) δεν εμποδίζει το μικρόβιο της απληστίας να αναπτυχθεί και η παράνοια που δημιουργεί καταλαμβάνει τον έναν απ' αυτούς με τραγικές συνέπειες.
Δεν είναι μόνο η μελέτη της ανθρώπινης απληστίας ούτε η εξαιρετική παρουσία του Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ (σε έναν από τους καλύτερους ρόλους του) που κάνουν καλή την ταινία. Είναι και το ότι ο Χιούστον, από τους μεγάλους κλασικούς αμερικανούς σκηνοθέτες, ξέρει να αφηγείται με άψογο τρόπο και με το σφιχτό και δυνατό σενάριο καταφέρνει να κρατά από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό τον θεατή και μάλιστα μέχρι σήμερα. Οι περιπέτειες των τριών φίλων, η εμφάνιση αδίστακτων ληστών, οι φτωχοί μεξικάνοι ενός χωριού, ο παρείσακτος τέταρτος που θα εμφανιστεί ξαφνικά, είναι μερικά από τα στοιχεία που εμπλουτίζουν την πλοκή και καθηλώνουν.
Η απληστία και ο πυρετός που δημιουργεί ο πλούτος μπορούν να προσβάλλουν κάποιους ανθρώπους και να τους οδηγήσουν στην παράνοια, λέει ο σκηνοθέτης. Κι αυτό είναι μια διαπίστωση που εξηγεί κάμποσες ανθρώπινες συμπεριφορές (έχετε σκεφτεί ποτέ γιατί κάποιος εκατομμυριούχος που κυριολεκτικά δεν ξέρει τι έχει εξακολουθεί να αγωνίζεται για να αυξήσει τα κέρδη του και μάλιστα πολύ συχνά πατά επί πτωμάτων, παραβιάζει νόμους, πολεμά λυσασμένα αντιπάλους του, τη στιγμή που όσα παραπάνω εκατομμύρια να βγάλει δεν θα προσθέσεουν τίποτα στην ευημερία του, αφού πρακτικά μπορεί να ικανοποιήσει κυριολεκτικά οποιαδήποτε υλική του επιθυμία); Και βέβαια ένα είδος μοίρας στο τέλος του φιλμ θα δείξει με συντριπτικό (και ιδιοφυή) τρόπο τη ματαιότητα και το παράλογο της όλης κατάστασης, τη γελοιότητα της ανθρώινης μεγαλομανίας και της συνεχώς μεγαλύτερης επιδίωξης κέρδους.
Αρχετυπική ταινία, παραλλαγές του θέματος της οποίας συναντούμε σε κάθε είδους αφηγηματικής τέχνης (ούτε κι αυτή βέβαια ήταν η πρώτη που ασχολήθηκε μ' αυτό), συνίσταται ανεπιφύλακτα ως κλασική.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 14, 2010

ΟΤΑΝ ΟΙ ΚΟΕΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑΜΑΥΡΟΙ ΚΑΙ ΙΔΙΑΖΟΝΤΩΣ "ΣΟΒΑΡΟΙ"


Είμαι ορκισμένος φαν των δαιμόνιων αδελφών Ethan και Joel Coen, που τους θεωρώ από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς. Μ' αρέσουν και οι σοβαρές πλευρές τους (Το Πέρασμα του Μίλερ, Μόνο Αίμα) και οι πολλές πιο "ανάλαφρες", πλην όμως πάντοτε κοφτερές σαν ξυράφι. Ωστόσο το "Ένας Σοβαρός Άνθρωπος" (A Serious Man) μάλλον με απογοήτευσε λιγάκι. Έχει σποραδικά το σατανικό κοενικό χιούμορ και κριτικάρει για μια ακόμα φορά την ανθρώπινη - και ιδιαίτερα την αμερικάνικη - ηλιθιότητα, αλλά όλα γίνονται πολύ αργόσυρτα και βασανιστικά και τελικά αυτό που μου έμεινε - παρά τις πολύ αστείες στιγμές, ξαναλέω - ήταν μια βαθιά αίσθηση μαυρίλας.
Η ιστορία, που διαδραματίζεται στη δεκαετία του 60, πάρα πολύ απλά περιγράφει τη ζωή ενός "σοβαρού", συμβατικού εβραίου οικογενειάρχη, όπου ξαφνικά όλα, μα όλα, του πάνε από στραβά έως απόλυτα καταστροφικά. Κι αυτό είναι όλο μέχρι τέλους - ή μέχρι τελευταίας ρανίδας αν προτιμάτε, δίχως την παραμικρή χαραμάδα ελπίδας. Σα να μας λένε "ξεχάστε όσα συνήθως βλέπετε στο σινεμά. Η ζωή είναι σκληρή και παράλογη, δίχως ίχνος δικαιοσύνης, και στο τέλος πεθαίνεις κιόλας".
Το ενδιαφέρον είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν μέσα στους κόλπους μιας πραγματικά ασφυκτικής εβραϊκής κοινότητας στην Αμερική, ενός αληθινού πολιτισμικού "γκέτο", που ελάχιστα πράγματα αντιλαμβάνεται από το χαμό των δεύτερων μισών των 60ς που συμβαίνει γύρω τους. Όλα αναφέρονται στον ιουδαϊσμό. Τα σχολεία είναι θησκευτικά, οι ραβίνοι είναι οι μόνοι άνθρωποι που δίνουν καθημερινές συμβουλές επί παντός επιστητού, οι τελετές και τα έθιμα τηρούνται σχολαστικά κλπ. Φυσικά οι Κοέν σατιρίζουν όλον αυτό τον εγκλωβισμό - και ίσως στο συγκεκριμένο φιλμ αυτός να είναι ο στόχος τους στη μόνιμη μελέτη της ανθρώπινης βλακείας που αποτελεί βασική συνιστώσα του έργου τους. Δεν νομίζω πάντως ότι ο στόχος είναι οι εβραίοι. Αυτοί αποτελούν απλώς ένα σύμβολο. Νομίζω ότι με τον ίδιο τρόπο θα αντιμετώπιζαν οποιαδήποτε κλειστή, φανατική σχεδόν, κοινότητα. Σατιρίζουν επίσης βαθιά ριζωμένα αμερικάνικα κλισέ και "πιστεύω", όπως το τακτοποιημένο, συντηρητικό αμερικάνικο όνειρο από το οποίο σχεδόν κανείς δεν ξεφεύγει (και τη διάψευσή του, αφού όλη η στιλπνή, καθώς πρέπει εξωτερική επιφάνεια κρύβει από κάτω οτιδήποτε μπορείτε να φανταστείτε), ή τα "όμορφα" υποτίθεται, πλην όμως απόλυτα νεκρά, κομφορμιστικά και αποστειρωμένα αμερικάνικα προάστια. Ωστόσο, σας το εξομολογήθηκα ήδη, κουράστηκα αρκετά, πράγμα στο οποίο συνέβαλλαν και οι ασυνήθιστοι για Κοέν αργοί ρυθμοί.
Μένουν για μένα λίγες ανατρεπτικές, ξεκαρδιστικές στιγμές, απόλυτα στο πνεύμα τους. Προσωπικά την καταβρήκα κυρίως με τις σκηνές με τους 3 ραβίνους, που διαδοχικά επισκέπτεται ο ταλαίπωρος ήρωας - με αποκορύφωμα την σουρεαλιστική απαγελία από τον γεροντότερο και σοφότερο απ' αυτούς των στίχων του κλασικού White Rabbit των Jefferson Airplane, ενός τραγουδιού που παίζει καθοριστικό ρόλο στο φιλμ.
Παρά το μούδιασμα πάντως, περιμένω από τώρα εναγωνίως το επόμενο φιλμ τους. Είναι τόσο ελάχιστα αυτά που με έχουν απογοητεύσει και τόσο πολλά τα διαμάντια τους, που δεν τους φοβάμαι.