Κυριακή, Αυγούστου 23, 2009

OI TRANSFORMERS ΚΑΙ Η ΒΑΒΟΥΡΑ ΑΠΟ ΜΕΤΑΛΛΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΡΟΥΟΝΤΑΙ


Γιατί κάποιος άνω των 15 πάει να δει τους Transformers και μάλιστα το νο 2 (Transformers: Revenge of the Fallen); Επειδή βρίσκεται σε χαλαρές διακοπές και η ώρα 9.30-11 είναι κενή και το θερινό σινεμαδάκι δίχως πολλές - πολλές απαιτήσεις είναι ό, τι πρέπει. Και παρ’ όλες αυτές τις θετικές συγκυρίες βγαίνει βρίζοντας για την ώρα που έχασε.
Τι να πρωτοθάψω σε μια ταινία σαν κι αυτή; Το ότι ο Michael Bay (γνωστός και σεσημασμένος άλλωστε και για κάμποσες άλλες υπερπαραγωγές όπως ο “Armagedon” ή το “The Rock”, που βρήκα συμπαθητικό για το είδος του) επί δύο ολόκληρες ώρες κάνει μια απίστευτη βαβούρα από παλιοσίδερα που συγκρούονται μέχρις τελικής πτώσης; Για την επιεικώς γελοία ιστορία, η οποία σε μένα τουλάχιστον δεν κίνησε ούτε σε ένα σημείο το ενδιαφέρον; Ή για το ότι, παρά τη διαρκή φασαρία και την ταχύτατη, σε στιλ βιντεοκλίπ (ο Bay υπήρξε άλλωστε πρώην βιντεοκλιπάς), σκηνοθεσία, κόντεψε σε μερικά σημεία να με πάρει ο ύπνος (κυριολεκτικά, αφού κάπου – κάπου τα βλέφαρά μου βάραιναν);
Και έχω και άλλη μια ένσταση: Επιτρέψτε μου, πριν δω το φιλμ, να αγνοώ πλήρως τη μυθολογία και το όλο κόνσεπτ των Transformers. Ε, λοιπόν, για κάμποση ώρα (ίσως και μισή) δεν καταλάβαινα τίποτα σχεδόν απ’ ό, τι συνέβαινε στην οθόνη. Έπειτα συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν καλά και κακά ρομπότ (ή τέλος πάντων ρομποτοειδείς κάτοικοι κάποιου πλανήτη που έχουν εισβάλλει στη γη), αλλά μου πήρε άλλο τόσο να ξεχωρίσω τις μορφές τους (ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί δηλαδή).
Όλα τα λεφτά όμως είναι νομίζω η ηθοποιία της σούπερ γκόμενας πρωταγωνίστριας Megan Fox. Δεν θυμάμαι ποτέ να έχω ξαναδεί κάτι πιο ψεύτικο και πλαστικό στην οθόνη. Και θυμήθηκα το παλιό αστείο, που εδώ ισχύει απόλυτα, ότι τα ποικίλα ρομπότ έπαιζαν πολύ καλύτερα απ’ αυτήν (ή, τουλάχιστον, τα πρόσωπά τους ήταν πολύ πιο εκφραστικά από το δικό της). Θα την ξανάβλεπα πολύ ευχαρίστως στις σελίδες του Playboy ή κάποιου συναφούς (μακάρι και τολμηρότερου) περιοδικού, στο σινεμά όμως…
Θα τονίσω (το έχω ξαναγράψει άλλωστε και στο παρελθόν) ότι δεν έχω τίποτα με τις ταινίες που στόχος τους είναι η απλή ψυχαγωγία και απολύτως τίποτε παραπάνω. Ίσα – ίσα που πολλές φορές είναι ευπρόσδεκτες και κάποιες άλλες αληθινά καλά φιλμ (κενά περιεχομένου μεν, αλλά αληθινά καλά). Και μ’ αρέσει και η επιστημονική φαντασία. Μ’ αυτούς εδώ όμως τους τραγικούς κατά τη γνώμη μου Transformers δεν ψυχαγωγήθηκα καθόλου. Απλώς σκυλοβαρέθηκα.

Δευτέρα, Αυγούστου 03, 2009

ΚΑΛΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Το blog... κολυμπά. Ίσως δει και καμιά ταινία εκεί που θα βρίσκεται, ίσως όχι. Προέχει η θάλασσα.
Καλή αντάμωση λοιπόν στα τέλη Αυγούστου και καλές διακοπές σε όσους δεν πήγαν ακόμα.

"ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΚΙΤΡΙΝΗ" ΚΑΙ... ΓΕΡΑΣΜΕΝΗ


Ίσως το σουηδικό φιλμ "Ειμαι περίεργη: Κίτρινη" (Jag ar nyfiken) που γύρισε το 1967 ο Vilgot Sjöman (1924-2006) να θεωρείται χαρακτηριστικό του αντεργκράουντ / πειραματικού / πολιτικοποιημένου σινεμά των 60ς (όπως και η συνέχειά του "Είμαι περίεργη: Μπλε"), σήμερα όμως φοβάμαι ότι μάλλον κουράζει και φαίνεται αρκετά γερασμένο.
Πρόκειται για μια μίξη fiction και ντοκιμαντέρ, με χαλαρή πλοκή, που επιχερεί να καταπιαστεί με όλα τα καυτά προβλήματα της εποχής. Η εικοσάχρονη Λένα (πολύ καλή η Λένα Νίμαν) είναι περίεργη σχετικά με τα πάντα: Με τον καπιταλισμό και την πιθανότητα αλλαγής - ανατροπής του, με το σεξ και τον έρωτα, με τη σοσιαλδημοκρατία που κυβερνά και έχει επιτύχει το σουηδικό οικονομικό και κοινωνικό "θαύμα", με τις ανατολικές φιλοσοφίες και θρησκείες, με τον πόλεμο (του Βιετνάμ και όχι μόνο) και τα κινήματα ειρήνης κλπ. Παίρνει συνεντεύξεις από ανώνυμους και επώνυμους, μετατρέπει το δωμάτιό της σε "ινστιτούτο" ερευνών διατηρώντας τεράστια αρχεία και αποκόμματα από τα πάντα, ερωτεύεται και κάνει σεξ, διατηρεί σχέση αγάπης / μίσους με τον πατέρα της, πειραματίζεται με ανατολικές πρακτικές (γιόγκα κλπ.) και γενικά κάνει ό,τι και πολλές άλλες κοπέλες των 60ς, που συνδύασαν έντονη πολιτικοποίηση, ερωτικούς πειραματισμούς, χίπικα ιδεώδη και άλλα.
Όλα αυτά δίνονται άλλοτε ντοκιμαντερίστικα (υπάρχουν λόγοι του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και αυθεντική συνένετυξη με τον νεαρό τότε υπουργό Ούλαφ Πάλμε, ο οποίος εκφράζει όντως πολύ προχωρημένες πολιτικά θέσεις) κι άλλοτε περισσότερο αφηγηματικά (ο έρωτας της με τον άστατο φίλο της, οι σχέσεις με τον πατέρα της), με μια μουντή ασπρόμαυρη φωτογραφία και κάποιες πινελιές χιούμορ. Και υπάρχει και το α λα Γκοντάρ κλείσιμο του ματιού στο ίδιο το σινεμά (εμφανίζεται σαν χαρακτήρας ο ίδιος ο σκηνοθέτης με την πραγματική του ιδιότητα, το κινηματογραφικό συνεργείο διακόπτει μερικές φορές την πλοκή κλπ.)
Όλα αυτά ήταν πολύ προχωρημένα και πειραματικά για την εποχή τους και η ταινία θεωρήθηκε εξαιρετικά τολμηρή λόγω του αρκετού γυμνού της και κάποιων ερωτικών σκηνών, σήμερα όμως προσωπικά μάλλον με κούρασε και... πώς να το πω, ένοιωσα ότι τα ήξερα όλα αυτά, τα είχα ξαναδεί. Άλλωστε ο Sjöman δεν είναι Γκοντάρ (της καλής του εποχής) για να δώσει αυτό κάτι διαφορετικό που διέθεταν οι ταινίες του τελευταίου. Γενικά μου φάνηκε μια μάλλον παρωχημένη σήμερα, τολμηρή για την εποχή της προσπάθεια, που θα συνιστούσα να τη δει κανείς για καθαρά ιστορικούς λόγους.

Κυριακή, Αυγούστου 02, 2009

ΠΕΡΙ ΓΥΝΑΙΚΑΣ Ή Ο ΠΑΙΓΝΙΩΔΗΣ ΓΚΟΝΤΑΡ


Ποιος είπε ότι ο Jean-Luc Godard δεν είχε χιούμορ; Επικρατεί γι' αυτόν η άποψη του στριφνού και αυστηρού σκηνοθέτη, αγέλαστου και διανοούμενου. Και ίσως έτσι να είναι από τις αρχές των 70ς και μετά. Το 1961 όμως γύριζε τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του "Η Γυναίκα είναι Γυναίκα" (Une Femme est une Femme) με την πανέμορφη Άννα Καρίνα και πάλι, φυσικά. Κι εδώ βλέπουμε έναν παιχνιδιάρη, αστείο, ανάλαφρο Γκοντάρ - πάντοτε όμως ανατρεπτικό.
Τι είναι τελικά αυτό που κάνει τον Γκοντάρ τόσο σημαντικό, πρωτοπόρο, ανανεωτικό; Είναι, νομίζω, αυτό το διαρκές παιχνίδι που κάνει με τους ίδιους τους κώδικες και τις αρχές του σινεμά - ή της αφήγησης, αν θέλετε. Το ότι κρατά διαρκώς τον θεατή αποστασιοποιημένο υπενθυμίζοντάς του με πλήθος διαφορετικών τρόπων ότι αυτό που βλέπει δεν είναι παρά σινεμά, μια ταινία μόνο, όχι η αληθινή ζωή. "Μην πιστεύετε όσα βλέπετε" μοιάζει να λέει. "Δεν είναι αλήθεια. Εγώ τα επινόησα!"
Πώς το κάνει αυτό; Αφηγείται μια απλή ιστορία μιας στριπτιζέζ που ζει με τον φίλο της και προσπαθεί να τον πείσει να κάνουν παιδί ενώ αυτός διστάζει, και ταυτόχρονα φλερτάρει με τον καλύτερό του φίλο που είναι ερωτευμένος μαζί της. Αυτή η αφήγηση όμως κάνει το παν για να μας υπενθυμίσει ότι ακριβώς πρόκειται για αφήγηση, fiction, κάτι που κάποιος σκέφτηκε και έφτιαξε. Έτσι οι ηθοποιοί παίζουν συχνά αφύσικα, μερικές φορές στρέφονται στην κάμερα, σα να μιλούν με το θεατή και όχι με τον εκάστοτε συνομιλητή τους. Άλλες φορές στα καλά καθούμενα η μέχρι τότε "πεζή" αφήγηση μετατρέπεται σε μιούζικαλ, άλλοτε πάλι οι καταστάσεις είναι αφύσικες, σχεδόν σουρεαλιστικές. Ταυτόχρονα οι ενδοκινηματογραφικές αναφορές είναι πανταχού παρούσες. Οι ήρωες μιλάν για παλιές ταινίες, συχνά αμερικάνικες, ή φέρονται όπως οι πρωταγωνιστές τους, αναφέρονται όμως και στο ίδιο το "Με κομένη την ανάσα", το προηγούμενο φιλμ του Γκοντάρ. Η συμπεριφορά τους γίνεται συχνά παράξενη, καθόλου ρεαλιστική, άλλοτε συνενοούνται μόνο με λέξεις από εξώφυλλα βιβλίων, δίχως να μιλάνε - κι αυτά είναι ένα μόνο μέρος από το ανατρεπτικό οπλοστάσιο του Γκοντάρ. Κι όσο για το τέλος, είναι κι αυτό αστείο και "κουφό". Κι όλα αυτά με έντονα χρώματα, που μερικές φορές βγάζουν μάτι, και με χαρακτηριστική ποπ (για την εποχή) αισθητική - το ποπ στοιχείο είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό του πρώιμου Γκοντάρ.
Σίγουρα, το καταλάβατε, δεν θα δείτε ένα φιλμ με στρωτή αφήγηση. Συχνά θα αναρωτιέστε γιατί ο Γκοντάρ κάνει ό,τι βλέπετε, γιατί δεν αφήνει την ιστορία να κυλήσει. Ακριβώς για να μας ξεβολεύει, είναι μια πιθανή απάντηση, να μας κάνει να νοιώθουμε διαρκώς ότι βλέπουμε σινεμά κι όχι πραγματικούς ανθρώπους και καταστάσεις, με σάρκα και οστά. Ίσως. Αυτό όμως που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η φρεσκάδα και η ιδιομορφία ταινιών σαν κι αυτή. Και η επίδραση του σκηνοθέτη αυτού στο μετέπειτα σινεμά.
Εμένα τώρα, περισσότερο απ' αυτήν εδώ, μ' αρέσουν μεταγενέστερες ταινίες του, όπως ο "Τρελλός Πιερό" ή το "Weekend". Αυτό όμως είναι προσωπικό. Εσείς θα απολαύσετε (ή θα μισήσετε βαθύτατα) μια από τις πιο χαρακτηριστικές του δημιουργίες. Τότε που ακόμα ήταν φρέσκος και άλλαζε τον τρόπο που βλέπουμε σινεμά.

Παρασκευή, Ιουλίου 24, 2009

ΡΟΥΜΠΑ: ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΛΑΠΣΤΙΚ ΚΑΙ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΚΩΜΩΔΙΑ


Οι Dominique Abel, Fiona Gordon και Bruno Romy είναι ένα τρίο από το Βέλγιο που δουλεύουν μαζί: Σκηνοθετούν τα φιλμ τους και οι δύο πρώτοι πρωταγωνιστούν κιόλας. Πριν λίγα χρόνια είχα βρει απολαυστικότατο το Iceberg τους. Τώρα επανέρχονται με τη Rumba (2008) και βαδίζουν στα ίδια χνάρια.
Αυτό που χαρακτηρίζει το στιλ τους είναι η ομοιότητά του με το βουβό σινεμά. Βασίζεται περισσότερο σe οπτικά γκαγκς, ενώ ο λόγος είναι ελάχιστος και σε μεγάλες σκηνές απουσιάζει εντελώς. Βοηθούν και οι φάτσες των (ίδιων στις δύο ταινίες) 3 πρωταγωνιστών, οπότε η όλη κατάσταση θυμίζει κλόουν.
Η Rumba έχει αρκετά "μαύρα" στοιχεία. Το αγαπημένο και σαν καρτούν ζεύγος που τρέφει πάθος για τους λάτιν χορούς (και έχει μαζέψει όλα τα βραβεία στους σχετικούς διαγωνισμούς), χάνει τα πάντα μετά από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Εκείνη χάνει το πόδι της, εκείνος τη μνήμη του και από εκεί και πέρα ξεκινά ένας κατήφορος. Μόνο που όλα αυτά, ακόμα και οι πιο τραγικές καταστάσεις, που κανονικά θα έφτιαχναν ένα δράμα, δίνονται μέσα από χιουμοριστικά, οπτικά κυρίως γκαγκς, και η ίδια η ιστορία είναι κι αυτή απίθανη, αστεία, βασισμένη σε συμπτώσεις, επίτηδες σχηματική και μινιμαλιστική, όπως ακριβώς και η εικόνα. Ο μινιμαλισμός είναι γενικότερα ένα άλλο βασικό στοιχείο που τους χαρακτηρίζει.
Το πρόβλημα για μένα είναι ότι σ' αυτόν τον αθώο, αστείο και αισιόδοξο, ακόμα και στις δυσκολότερες φάσεις, κόσμο, το χιούμορ είναι περιορισμένο και συχνά επαναλαμβανόμενο. Ή, να το πω πιο απλά, γέλασα λιγότερο απ' όσο, φαντάζομαι, θα ήθελαν οι ιδιόρυθμοι δημιουργοί. Γενικά το βρήκα κατώτερο από το Iceberg, που με είχε ιδιαιτέρως διασκεδάσει. Γενικά πάντως, αν δεν τους έχετε υπ' όψιν σας, είναι ευκαιρία να γνωρίσετε το, αν μη τι άλλο, πολύ πρωτότυπο αυτό δημιουργικό τρίο, που, όπως όλα δείχνουν, δημιουργεί μια δική του σχολή με το προσωπικό στιλ και χιούμορ του (τώρα πώς μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει "προσωπικό" το στιλ 3 ανθρώπων, αυτό είναι άλλη ιστορία. Μη ξεχνάτε ότι απίστευτα προσωπικό - δηλαδή δεν έμοιαζε με κανένα άλλο - ήταν και το στιλ των 6 Monty Python).

Τετάρτη, Ιουλίου 22, 2009

Η ΡΩΜΗ, Η ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΑ ΚΑΙ Η ΚΟΜΨΟΤΗΤΑ ΑΛΛΩΝ ΕΠΟΧΩΝ



Το 1953 ο William Wyler (1902-1981) γυρίζει την κλασική ρομαντική κωμωδία "Διακοπές στη Ρώμη", πρώτη ταινία της υπέροχης Όντρεϊ Χέπμπορν, και σχεδόν καθορίζει για πάντα την έννοια αυτού που σήμερα αποκαλούμε κομεντί, στο όνομα της οποίας έχουν γίνει ουκ ολίγα παντελώς ξενέρωτα φιλμ. Δεν ξέρω αν θα με αποκαλέσετε παλιομοδίτη ή... αρχαιολάτρη, αλλά βρήκα αυτές τις "Διακοπές" πολύ καλύτερες από δεκάδες σύγχρονες αντίστοιχες (που μπορεί να πάρουν τη μορφή ρομαντικού, κατασκοπικού, αστυνομικού, ερωτικού ή ό,τι άλλου είδους, πλην όμως διατηρούν τη βασική φόρμα της κομεντί).
Στην ταινία του Wyler πάντως δεν ξέρεις τι να πρωτοθαυμάσεις. Την κομψότητα και το πνεύμα της, την άψογη μείξη κωμικού και ρομαντικού στοιχείου, γέλιου και συγκίνησης, την υπέροχη Ρώμη του 53 (έστω και ασπρόμαυρα φωτογραφημένη), που δεν είναι απλό σκηνικό, αλλά ίσως η ουσιαστική πρωταγωνίστρια του φιλμ, την Όντρεϊ Χέπμπορν στην πρώτη της εμφάνιση, ως θλιμένη πριγκήπισα, να σφύζει από νιάτα κι από εκείνη τη μοναδική χάρη που υπήρξε πάντα το σήμα κατατεθέν της...
Σαφώς το στόρι είναι αφελές και απλό. Μην ψάχνετε για βαθιά νοήματα και συμβολισμούς. Και, μέσα στην αφέλειά του, μας λέει απλώς ότι και οι πριγκήπισες (κι ας είναι και όμορφες) μπορεί να είναι δυστυχισμένες και να χρειάζονται απεγνωσμένα "αληθινή" ζωή (τουτέστιν να έρθουν σε επαφή με τον λαό, να ερωτευτούν, να ξεσκάσουν...) Τίποτα το σπουδαίο δηλαδή. Η ουσία όμως δεν βρίσκεται στο θέμα, αλλά στο πώς δίνεται αυτό, ώστε το φιλμ να παραμένει τόσο ευχάριστο και έξυπνο διαχρονικά. Αυτή είναι άλλωστε και η τέχνη του κλασικού αμερικάνικου σινεμά, που εδώ βρίσκεται στα καλύτερά του. Αφέλεια, αλλά τόσο τέλεια σερβιρισμένη... Μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να μειωθεί το IQ κανενός βλέποντας μια τέτοια ταινία. Αρκεί να ξέρεις από την αρχή ότι θα δεις μια απλοϊκή ιστορία. Αν το έχεις χωνέψει αυτό και δεν παραμυθιάζεσαι (μόνο βλάκες θα πίστευαν όσα βλέπουν), ε, τότε αυτό που μένει είναι καθαρή κινηματογραφική απόλαυση.
ΥΓ και Spoiler Spoiler Spoiler: Αυτό που θαυμάζω ακόμα περισσότερο στην ταινία αυτή είναι η καθαρή συγκίνηση του τέλους. Πέστε μου, πόσες χαριτωμένες σύγχρονες αισθηματικές κομεντί έχετε δει ΧΩΡΙΣ χάπι εντ; Με μια πρόχειρη σκέψη δεν θυμάμαι καμιά απολύτως. Κι όμως το 1953 ο Wyler τολμούσε να τελειώσει το φιλμ του δείχνοντας το αδύνατο μιας τέτοιας σχέσης και κάνοντας ίσως, μετά την τόση ευφορία, ένα δάκρυ να τρέξει από το μάτι των πιο ευαίσθητων θεατών. Πόσοι τολμούν κάτι τέτοιο στις μέρες μας;

Κυριακή, Ιουλίου 19, 2009

Ο ΞΕΚΑΡΔΙΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΕΞΟΡΓΙΣΤΙΚΟΣ BRUNO


Εδώ είναι που σηκώνω τα χέρια ψηλά. Διότι τι άλλο να κάνεις, αν βγαίνοντας από μια ταινία νοιώθεις ταυτόχρονα ευχαρίστηση και απώθηση; Ο λόγος φυσικά για το Bruno του Larry Charles (δε ξέρω αν το προσέξατε, αλλά είναι ο ίδιος που έκανε και το Borat και το Religoulous) με τον απίστευτο Sacha Baron Cohen βέβαια, που αυτή τη φορά ενσαρκώνει την περσόνα ενός gay (στην υπέρτατη δυνατή μορφή του) αυστριακού παρουσιαστή σόου, που μετά τον εξοστρακισμό του από την πατρίδα του πάει στην Αμερική με μοναδικό στόχο - τι άλλο; - να γίνει διάσημος με κάθε κόστος. Ακολουθούν αμίμητες φάσεις, που πραγματικά δεν πιστεύεις ότι τις βλέπεις στην οθόνη ενός mainstream κινηματογράφου, που γίνονται ακόμα εντονότερες αφού το φιλμ έχει τη μορφή (όπως και στο Borat) ψευδοντοκιμαντέρ.
Πρόκειται σαφέστατα για κωμωδία κακού γούστου. Ο Cohen κάνει απίστευτες χοντράδες (πότε έχετε δει σε mainstream, ξαναλέω, ταινία να κουνά κάποιος επί ώρα το πουλί του σε γκρο πλαν;) και αρνείται πεισματικά να τηρήσει οποιαδήποτε κινηματογραφική σύμβαση. Μα τότε γιατί τελικά εκτιμάμε αυτή την ταινία; Γιατί ο "Bruno" δεν αφήνει πραγματικά τίποτα όρθιο. Γιατί σατιρίζει ανελέητα τους πάντες και τα πάντα και μάλιστα αυτά που είναι "ιερά και όσια" για τους αμερικάνους (και όχι μόνο φυσικά). Γιατί δείχνει όσο κανένας άλλος και με τον πιο άμεσο (και χοντρό και χυδαίο μπορείτε αν θέλετε να προσθέσετε) τρόπο την απύθμενη ηλιθιότητα, κενότητα και υπό το μηδέν πολιτική συνείδηση της σόου μπίζνες, του κόσμου της μόδας, της τηλεόρασης και των σόου. Γιατί καυτηριάζει όσο κανείς άλλος τη μανία τού να γίνεις ντε και καλά διάσημος (έστω και πατώντας επί πτωμάτων), τον ρατσισμό (και άσπρο και μαύρο), τη θρησκεία και τους διάφορους χριστιανοειδείς σύγχρονους απατεώνες, τον φαλλοκρατισμό και το αντριλίκι (σε φασιστοειδείς μάλιστα εκδοχές τους όπως ο στρατός, οι κυνηγοί, το κατς κλπ.), αλλά, ταυτόχρονα, και την gay υπερβολή ή "μόδα", και την gay κακογουστιά. Και, βέβαια, την συχνή κενότητα των σταρς (που δεν διστάζει πολλούς απ' αυτούς να τους λέει με τα ονόματά τους κάνοντας χοντρά σχόλια) και την σύγχρονη φιλανθρωπική μόδα, όπου ο καθένας "υιοθετεί" μια χώρα, μια ασθένεια, ένα υπό εξαφάνιση ζώο, ένα παιδάκι και τα προστατεύει. Και πολλά, πολλά άλλα.
Αυτοί οι απόλυτα θετικοί (για μένα τουλάχιστον) στόχοι είναι που ανεβάζουν την εκτίμησή μου στο φαινόμενο Cohen. Οι πιθανές αντιρρήσεις βρίσκονται στον τρόπο που το κάνει. Είναι σα να πολεμά τους "κακούς" με τους πλέον χοντρούς, χυδαίους, κακόγουστους τρόπους. Αλλά, ό,τι κι αν κάνει, δεν μπορώ παρά να του βγάλω το καπέλο αν μη τι άλλο για την απίστευτη τόλμη του.
Είπαμε: Ο Cohen είναι μια κατηγορία από μόνος του. Δεν μοιάζει με κανέναν άλλο κωμικό και κάνει πράγματα που ουδείς άλλος τόλμησε στο σινεμά. Και δεν κολώνει μπροστά σε τίποτα. Ή τον αγαπάτε ή τον μισείτε και νοιώθετε βαθύτατα προσβεβλημένοι γι' αυτό που είδατε ή, ακόμα συχνότερα, και τα δύο μαζί.

Σάββατο, Ιουλίου 18, 2009

ΟΙ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ HANGOVER


Υπάρχει μια φρέσκια σχολή αμερικάνικης κωμωδίας η οποία, ενώ βασίζεται σε χοντρές πλάκες, παίζει με την έννοια της καφρίλας, δεν είναι καθόλου "πολιτικά ορθή", ωστόσο είναι εξόχως διασκεδαστική, έχει αληθινή πλάκα αν θέλετε να το πω αλλιώς και, παραδόξως, ενώ σε πρώτη φάση μοιάζει να απαρτίζεται από τα ίδια ουσιαστικά συστατικά, δεν έχει καμιά σχέση με τα διάφορα "American Pie" ή τους καθ' ημάς Σεφερλήδες. Φοβάμαι ότι δεν μπορώ να σας εξηγήσω λογικά πώς ακριβώς συμβαίνει αυτό, νομίζω όμως ότι θα το καταλάβετε βλέποντας ταινίες της "σχολής" Apatow ή το "The Hangover" (2009) του Todd Phillips.
Όπου τρεις φίλοι πάνε στο κλασικό Λας Βέγκας (απόλυτα κιτς και τυπική "πόλη ακολασίας" για τους αμερικάνους) για το κλασικό μπάτσελορ πάρτι, αφού ο ένας τους παντρεύεται σε δύο μέρες. Μόνο που παίρνουν μαζί τους και τον αδελφό της νύφης, που κανείς τους δεν τον ξέρει καλά, ο οποίος είναι... κάπως. Και το μπάχαλο αρχίζει το επόμενο μεσημέρι, όταν ξυπνάνε στην πολυτελέστατη σουίτα τους σε ένα απόλυτα σουρεαλιστικό σκηνικό: η σουίτα είναι κατεστραμένη, ένα άγνωστο βρέφος κλαίει σε ένα καλάθι, μια κότα περιφέρεται, μια... τίγρη βρίσκεται κλεισμένη στο μπάνιο και, το σπουδαιότερο, ο μέλλων γαμπρός έχει εξαφανιστεί. Αλλά το ακόμα σπουδαιότερο είναι ότι ουδείς από τους τρεις εναπομείναντες θυμάται το παραμικρό για την προηγούμενη νύχτα!
Το είπα: Πολλές από τις πλάκες είναι χοντρές, ορισμένες λεπτομέρειες μπορεί να ενοχλήσουν κάποιους (ή κάποιες), ίσως το φιλμ να κατηγορηθεί ότι απευθύνεται μόνο σε άντρες, αφού ουσιαστικά ασχολείται με την αντρική καφρίλα ή/και ανωριμότητα ή/και παλιμπαιδισμό, αλλά, διάβολε, διασκέδασα πολύ. Και επιπλέον διαθέτει και γερό σενάριο που δημιουργεί αναμφισβήτητο σασπένς. Αφείστε που τολμά να ισχυριστεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις - προσοχή, όχι σε όλες - όλη αυτή η καφρίλα μπορεί να είναι απόλυτα απελευθερωτική και να αλλάξει (προς το θετικό βάβαια) τη ζωή κάποιου.
Όλα τα λεφτά νομίζω ότι είναι ο αδελφός (ο ελληνικής καταγωγής Ζακ Γαλιφιανάκης, τον οποίο προσωπικά αγνοούσα). Δεν είναι ακριβώς καθυστερημένος ή ηλίθιος ή απλώς βλάκας, αλλά είναι... πώς να το πω, αλλού. Σα να ζει σε ένα δικό του κόσμο, που δεν έχει πάντα επαφή με όσα κωμικοτραγικά συμβαίνουν γύρω του. Κι αυτό το "αλλού" είναι που προσωπικά με έκανε να γελάσω περισσότερο στην ταινία.
Καλή διασκέδαση, λοιπόν, αλλά... εγώ σας προειδοποίησα.

Πέμπτη, Ιουλίου 16, 2009

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ, Ο ΓΙΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΨΑΡΙΑ


Ένας αμερικανός που ζει στο Παρίσι έχει αποξενωθεί από τον αθεράπευτα παραμυθά πατέρα του. Όταν όμως μαθαίνει ότι αυτός είναι στα τελευταία του αναγκάζεται να γυρίσει στην πόλη του με τη γαλίδα γυναίκα του. Πατέρας και γιος συναντιούνται, μιλάνε για πρώτη φορά μετά από χρόνια και σιγά – σιγά αρχίζει ένα είδος προσέγγισης.
Θα μπορούσε να είναι το στόρι ενός φιλμ του Μπέργκμαν ή κάτι τέτοιο. Είναι όμως το Big Fish του 2003 του Τim Βurton, ενός δημιουργού που διαθέτει από τις οργιαστικότερες φαντασίες που «κυκλοφορούν» στο σύγχρονο σινεμά. Και είναι ίσως η τρυφερότερη και πιο συγκινητική του ταινία.
Και η οργιαστική φαντασία; Το παραμύθι; Οι φευγάτες εικόνες, που αποτελούν το σήμα κατατεθέν του Burton; Μην ανησυχείτε. Βρίσκονται όλες (και) εδώ. Είπαμε. Ο πατέρας υπήρξε σ΄όλη του τη ζωή ένας απίστευτος παραμυθάς. Αυτές ακριβώς οι απίθανες ιστορίες του, που αφορούν πάντοτε "περιπέτειες που έζησε", δείχνονται στο φιλμ. Κι αυτές μπλέκονται αξεδιάλυτα με την πραγματικότητα, κάνοντας έτσι ένα διαρκές μπρος - πίσω στο παρόν και στο παρελθόν, στο πραγματικό και στο φανταστικό, στην αλήθεια και στο ψέμα. Κι έτσι, όσο προχωρά το φιλμ, τα όρια ανάμεσα στο παραμύθι και στα γεγονότα γίνονται όλο και περισσότερο δισδιάκριτα. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται κατά τη γνώμη μου και η γοητεία της ταινίας.
Εκει όμως βρίσκεται νομίζω κι αυτό που θέλει να πει: Τελικά η "πραγματικότητα", αυτό που βιώνουμε, είναι μια σύνθεση του "αντικειμενικού" εξωτερικού περιβάλλοντος κι αυτού που έχουμε στο μυαλό μας. Η φαντασία μας αλληλεπιδρά με τα γεγονότα και δημιουργεί αυτό που εκλαμβάνουμε σαν πραγματικό. Κι ότι η αλήθεια, μας λέει επίσης το φιλμ, είναι λίγο διαφορετική για τον κάθε άνθρωπο. Αυτά όλα είναι που αρνείται να δεχτεί ο γιος, κι αυτό τον κάνει να αποξενωθεί απ' τον πατέρα. Κι όταν σιγά - σιγά τα αποδεχτεί θα δει τη ζωή γενικότερα και τον πατέρα του ειδικότερα με άλλο μάτι και θα τον πλησιάσει πραγματικά σε ένα από τα συγκινητικότερα φινάλε των τελευταίων χρόνων.
Αλλά μέχρι να φτάσουμε εκεί θε έχετε νομίζω διασκεδάσει με το χιούμορ, την παράδοξη ροή των όσων συμβαίνουν, τις αλλόκοτες ιστορίες που μπλέκονται η μια με την άλλη. Θα έχετε δηλαδή απολάυσει μια από τις καλύτερες,νομίζω, στιγμές στην καριέρα του Burton.

Κυριακή, Ιουλίου 12, 2009

Ο ΜΑΜΠΟΥΖΕ ΞΑΝΑ


11 ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη ταινία για τον Μαμπούζε (Dr Mambuse, der spieler), το 1933 δηλαδή, ο Fritz Lang επιστρέφει στον εφιαλτικό του ήρωα με το Das Testament des Dr. Mabuse (Η Διαθήκη του Δρ Μαμπούζε). Τη φορά αυτή η ταινία είναι ομιλούσα, ο ιδιοφυής εγκληματίας είναι τρομακτικότερος ίσως από την προηγούμενη φορά... και το στοιχείο του φανταστικού μπαίνει για τα καλά στην ιστορία.
Ο Μαμπούζε είναι κλεισμένος στο κελί του στο άσυλο (όπου τον είχαμε αφήσει στο τέλος του πρώτου φιλμ) και το μόνο που κάνει είναι να γράφει μανιακά, γεμίζοντας πλήθος σελίδων αρχικά με ασυναρτησίες, βαθμιαία όμως με... Ας μη σας χαλάσω όμως το σασπένς. Ο εξαιρετικός Rudolf Klein-Rogge, από τις πλέον αξέχαστες φιγούρες που έχεουν στοιχειώσει ποτέ την οθόνη ως Μαμπούζε, έχει εδώ δευτερεύοντα ρόλο και δεν κυριαρχεί όπως στο πρώτο φιλμ. Ωστόσο η παρουσία του, άυλη έστω, είναι πανταχού παρούσα. Γιατί από το κελί του το εγκληματικό πνεύμα του μπορεί να "καταλαμβάνει" πλέον σώματα άλλων ανθρώπων... Στα συν της ταινίας και η αξέχαστη φιγούρα του επιθεωρητή - αντίπαλου του δόκτορα: Είναι ένας μάλλον κτηνώδης, άξεστος τύπος, δίχως προσωπική ζωή (τον βλέπουμε να κοιμάται στο γραφείο του), που καπνίζει ασταμάτητα και προκαλεί φόβο στους πάντες (όχι μόνο στους εγκληματίες). Νομίζω ότι κι αυτή η αντιπαράθεση νόμου - εγκλήματος, όπου καμιά από τις δύο πλευρές δεν δείχνεται ιδιαίτερα κολακευτική (άσχετα αν ταυτιζόμαστε με τον επιθεωρητή μπροστά στην αντίπαλη φρίκη), έχει κι αυτή το ενδιαφέρον της.
Στην ταινία αυτή, που περιστρέφεται όλη γύρω από το άσυλο, διαθέτει ένα όλο και αυξανόμενο σασπένς και αρκετές αξέχαστες σκηνές (ο Μαμπούζε στο κελί του, η κατάληψη ενός σώματος από τη φασματική του παρουσία, ο τρελός πρώην συνεργάτης της αστυνομίας κ.ά.), ξετυλίγεται όλη η εγκληματική φιλοσοφία του βασικού ήρωα. Ο Μαμπούζε είναι, ρητά πλέον, υπεράνω κάθε χρηματικού κέρδους. Αυτό που θέλει (το γράφει ο ίδιος) είναι να εγκαθιδρύσει μια παγκόσμια αυτοκρατορία τρόμου και εγκλήματος, να εγκαταστήσει τον φόβο στην ψυχή κάθε ανθρώπου και να σπείρει το χάος στην υφήλιο. Γι' αυτό και τα χτυπήματα που σχεδιάζει δεν έχουν καμιά σχέση με κέρδος: Θέλει να προκαλέσει κατάρρευση του χρηματιστηρίου, να ανατινάξει επικίνδυνα χημικά εργοστάσια, να δηλητηριάσει το νερό... Το κέρδος παύει πλέον να είναι υλικό. Ο στόχος του είναι πια μόνο η απόκτηση απόλυτης δύναμης, ο πόθος του να εξουσιάζει μια παγκόσμια αυτοκρατορία τρόμου!
Η ναζιστική κυβέρνηση απαγόρευσε το φιλμ, όπως ο διαβόητος Γκέμπελς, θαυμαστής ο ίδιος του έργου του Λανγκ, του ανακοίνωσε. Ίσως η ομοιότητα του τρελού Μαμπούζε να γράφει τις ολέθριες οδηγίες του στο κελί του στο άσυλο με τον Χίτλερ να γράφει το "Ο Αγών μου" από το δικό του κελί όταν ήταν φυλακισμένος, να παραήταν εμφανείς...
Προσωπικά βρίσκω την "Διαθήκη" πιο σφιχτή ταινία από τον πρώτο, πάνω από τετράωρο, δόκτορα. Την συμπαθώ περισσότερο. Και νομίζω ότι διαθέτει ακόμα περισσότερες δυνατές σκηνές από την προηγούμενη.
Λίγο μετά την ολοκλήρωσή της ο Λανγκ εγκατέλειψε κρυφά τη Γερμανία και δεν επέστρεψε παρά αρκετά μετά την πτώση των ναζί.

Σάββατο, Ιουλίου 11, 2009

Ο ΜΑΜΠΟΥΖΕ ΩΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΟΥ ΚΑΚΟΥ


Το 1922 ο Fritz Lang (1890-1976) γυρίζει τον θρυλικό "Dr Mabuse, der Spieler" (Δρ Μαμπούζε, ο Παίκτης) και πετυχαίνει ταυτόχρονα αρκετά πράγματα. Πρώτα όμως μια προειδοποίηση: Η ταινία, εκτός από βουβή φυσικά, διαρκεί ούτε λίγο ούτε πολύ 4,5 (τέσσερεις και μισή) ώρες! Πρόκειται για ένα αληθινό έπος, έπος για το Κακό θα λέγαμε.
Σίγουρα το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη σύλληψη ενός τέτοιου φιλμ: Η Γερμανία είναι διαλυμένη από την πρόσφατη ήττα της στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Παντού επικρατεί ηττοπάθεια, απελπισία και κυρίως φτώχεια και ανεργία. Οι άνθρωποι θρηνούν ακόμα τους χιλιάδες νεκρούς τους, ενώ πολλά μέρη ή υποδομές είναι ακόμα κατεστραμένα. Ο φόβος για το μέλλον είναι διάχυτος (και, φυσικά, όπως έδειξε η ιστορία και ο επερχόμενος ναζισμός, απόλυτα δικαιολογημένος). Μέσα σ' αυτό το ζοφερό κλίμα, είναι πολύ φυσικό ο μεγάλος σκηνοθέτης να συλλάβει έναν εκπρόσωπο του απόλυτου κακού, κάποιον που επιθυμεί το απόλυτο χάος και τη διάλυση των πάντων (την ατμόσφαιρα δηλαδή που σχεδόν επικρατεί στην πραγματικότητα). Και συγχρόνως να δώσει μια εμβληματική φιγούρα κακού, από τις πρώτες και συγχρόνως από τις χαρακτηριστικότερες στην ιστορία του παγκόσμιου σινεμά.
Ο Δρ Μαμπούζε στην καθημερινότητά του είναι διάσημος ψυχίατρος του Βερολίνου. Κουράρει πλούσιους και δίνει πετυχημένες διαλέξεις. Στην κρυφή ζωή του όμως είναι ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα, ο άσσος στις μεταμφιέσεις, ο ιδιοφυής εγκληματίας. Μπορεί να μεταμφιεστεί σε οτιδήποτε θέλει, από σεβάσμιο γέρο αριστοκράτη μέχρι μέθυσο εργάτη, να βρίσκεται όπου επιθυμεί, ακόμα και μπροστά στους διώκτες του, που φυσικά είναι αδύνατο να τον αναγωρίσουν (ακόμα και εμείς οι θεατές δυσκολευόμαστε αρκετές φορές να καταλάβουμε ποιος απ' όλους είναι αυτή τη φορά ο Μαμπούζε καθώς το μακιγιάζ και οι προσθετικές κάνουν θαύματα). Κι έτσι μπορεί να υλοποιεί τα ιδιοφυή του σχέδια, που μπορεί να έχουν σα στόχο από την κατάρρευση του χρηματιστηρίου μέχρι την απαγωγή μιας όμορφης αριστοκράτισας που έχει ερωτευτεί. Συγχρόνως (κι εδώ μπαίνει κάπως και το φανταστικό στοιχείο) ο Μ. είναι πανίσχυρος υπνωτιστής και μπορεί να συντρίψει τη βούληση οποιουδήποτε, αναγκάζοντάν τον να κάνει ό,τι εκείνος (ο Μαμπούζε) θέλει. Έτσι, πρακτικά είναι πανίσχυρος. Και αρέσκεται να παίζει κυρίως με τις ζωές, τις ψυχές, τις πίστεις των ανθρώπων, να τους κατευθύνει σα μαριονέτες. Εξ ου και ο "παίκτης" του τίτλου. Μόνος εχθρός που μπορεί να τον απειλήσει είναι η ίδια του η μεγαλομανία, η τρέλα του (οι σκηνές όπου αντικρίζει τα φαντάσματα των θυμάτων του είναι πολύ δυνατές). Κι εδώ γίνεται ένα ακόμα πρώιμο σχόλιο για την πολύ κοντινή συγγένεια μεγαλοφυίας και τρέλας.
Στην ταινία ξέρουμε από την αρχή τον εγκέφαλο του κακού, δεν ψάχνουμε να "βρούμε τον δολοφόνο", πράγμα πρωτοποριακό για την εποχή του. Απλώς παρακολουθούμε την σχεδόν υπερανθρώπινη αυτή ευφυία να καταστρώνει και να εκτελεί τα σατανικά του σχέδια. Έχουν ειπωθεί πολλά για τους πιθανούς συμβολισμούς που μπορεί να κρύβει ένα τέτοιο πρόσωπο: Πολλοί έγραψαν ότι μέσα απ' αυτόν ο Λανγκ πρόβλεψε την έλευση του Χίτλερ (την κατάλυση δηλ. κάθε ελευθερίας και την επικράτηση του απόλυτου κακού), αν και ο ίδιος ο σκηνοθέτης αρνήθηκε κάτι τέτοιο. Έχει ακόμα ειπωθεί πως το ότι ακριβώς ο Μαμπούζε μπορεί να είναι οποιοσδήποτε δίπλα μας, δείχνει την πανταχού παρουσία του κακού, που μπορεί να βρίσκεται μέσσα σε κάθε άνθρωπο, κάθε κοινωνικής τάξης. Εσείς μπορείτε να επινοήσετε και όποια άλλη ερμηνεία νομίζετε, αν πιστεύετε ότι οι ερμηνείες είναι απαραίτητες.
Ο Λανγκ είναι εδώ λιγότερο εξπρεσιονιστής από τον Μουρνάου ή τον Βίνε (Καλιγκάρι) ας πούμε. Χρησιμοποιεί συχνά δυνατές εξπρεσιονιστικές εικόνες (παραμόρφωση χώρων, σκιές κλπ.), αλλά όχι πάντοτε. Πάντως ο χώρος (τα τεράστια, ψηλοτάβανα δωμάτια, που μπορεί να εκμηδενίσουν τον άνθρωπο, οι εκκεντρικές διακοσμήσεις) παίζει συχνά κεντρικό ρόλο.
Σήμερα ίσως ολόκληρη η παρακολούθηση του έπους κουράζει και κάποια σημεία του φαίνονται πιθανόν ξεπερασμένα. Επισημαίνω και το θεατρικό, υπερβολικό παίξιμο των ηθοποιών, χαρακτηριστικό στοιχείο του βωβού και δη του εξπρεσιονιστικού σινεμά. Ωστόσο το επικό αυτό φιλμ παραμένει μια σημαντική στιγμή του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ο Λανγκ θα επανέλθει, αρκετά χρόνια αργότερα, άλλες δύο φορές στον σκοτεινό του ήρωα. Ίσως αυτό δείχνει και την κεντρική σημασία που έπαιξε ο Μαμπούζε στο έργο του.

Παρασκευή, Ιουλίου 10, 2009

ΝΤΙΛΙΝΤΖΕΡ, ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ


Ο "Δημοσιος Κίνδυνος" (Public Enemies) του Michael Mann είναι μια ακόμα κλασική γκαγκστερική ταινία, που διαδραματίζεται στο Σικάγο της δεκαετίας του 30 και βασίζεται στην αληθινή ιστορία του περιβόητου ληστή τραπεζών Ντίλιντζερ. Και, αφού πρόκειται για ταινία του Mann, είναι εξ ορισμού καλογυρισμένη, στιβαρή και χορταστική.
Η εποχή δίνεται ανάγλυφα και σωστά σκηνογραφικά, ο Ντίλιντζερ παρουσιάζεται ως ένα είδος ρομαντικού εγκληματία (θα το αναλύσουμε λίγο πιο κάτω αυτό) και η δράση είναι συχνά καταιγιστική. Α, και η επιλογή της μουσικής μου άρεσε ιδιαίτερα, καθώς έπιανε απόλυτα το κλίμα της εποχής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μένα είχε όχι μόνο ο "ρομαντισμός" του ήρωα, αλλά και η αντιπαράθεσή του με τις νέες μορφές του οργανωμένου εγκλήματος, που μόλις τότε αναδύονταν: Πρόκειται για την πολύ απλή σκέψη ενός κακοποιού ότι "έτσι κι αλλιώς για τα λεφτά πάω, οπότε γιατί να μη το κάνω με λιγότερο ρίσκο και όσο πιο νόμιμα γίνεται;". Έτσι ένας άλλος πρώην γκάγκστερ έχει στήσει μια ολόκληρη επιχείρηση με τηλεφωνικές παρακολουθήσεις που σχετίζονται με ιππόδρομο και βγάζει πολύ περισσότερα εκατομμύρια από τον ήρωά μας, παράνομα μεν αλλά αναίμακτα, δίχως να ρισκάρει, "πολιτισμένα". Ενώ ο Ντίλιντζερ επιμένει στη "χειρωνακτική" δράση, κοινώς ληστείες τραπεζών, όπου όλα παίζονται κάθε φορά κορώνα - γράμματα κι όπου τα παίρνει από το σύστημα (από τις τράπεζες δηλαδή), δίχως μάλιστα να ληστεύει τους πελάτες που βρίσκονται τη στιγμή αυτή στο κατάστημα. Γι' αυτό άλλωστε γίνεται και ένα είδος λαϊκού ήρωα. Από την άλλη ο μπάτσος που τον κυνηγά είναι κι αυτός τίμιος (και οι δύο βασικοί ήρωες διαθέτουν ένα είδος αδιαπραγμάτευτης προσωπικής ηθικής), αναγκάζεται όμως κι αυτός να παραβεί ορισμένους κανόνες για να συλλάβει τον αντίπαλό του.
Το πρόβλημά μου με το φιλμ είναι ότι όλα αυτά τα έχουμε ξαναδεί πολλές φορές, από το "Μπόνι και Κλάιντ" μέχρι τον άλλο "Δημόσιο Κίνδυνο", το πρόσφατο "Μεσρίν" δηλαδή, το οποίο σημειωτέον βρήκα πιο ενδιαφέρον, αφού καταπιανόταν με έναν πολύ πιο πολύπλευρο και αντιφατικό χαρακτήρα. Όσο λοιπόν καλογυρισμένη και να βρήκα την ταινία, ατμοσφαιρική σε μερικές στιγμές της, δεν μου ήταν αρκετό για να μ' αρέσει πραγματικά. Εννοώ ότι σχεδόν κάθε μέση χολιγουντιανή ταινία έχει πλέον φτάσει τεχνικά σε ένα υψηλό επίπεδο, είναι δηλαδή καλογυρισμένη, οπότε αυτό το - θετικό σίγουρα - στοιχείο δεν είναι για μένα αρκετό από μόνο του. Φοβάμαι ότι ο Michael Mann, όσο καλός σκηνοθέτης και να είναι, παγιδεύεται σε ευπρόσωπα μεν φιλμ, τα οποία όμως πολύ λίγα προσθέτουν σε όσα ήδη ξέρουμε. Και δεν νομίζω ότι η στιβαρότητα της σκηνοθεσίας είναι πλέον ικανή από μόνη της να κάνει την (σημαντική) διαφορά. Έτσι συνολικά τη βρήκα καλή ταινία, όχι όμως και κάτι ιδιαίτερο.

Τρίτη, Ιουλίου 07, 2009

ICE AGE 3: ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΜΕ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΟΥΣ


Ξέρετε ίσως ότι έχω μια κάποια απέχθεια στα κινηματογραφικά νο 2, 3 και δεν συμμαζεύεται. Αν μη τι άλλο προδίδουν κατά τη γνώμη μου έλλειψη πρωτότυπων ιδεών ή, πολύ απλά, γίνονται μόνο για τα λεφτά, αφού το πρωτότυπο υπήρξε προφανώς πετυχημένο.
Στο Ice Age 3 : Dawn of the Dinosaurs ωστόσο του Carlos Saldanha θα κάνω μια εξαίρεση. Το διασκέδασα όσο και τα προηγούμενα - και πιθανόν ακόμα περισσότερο.
Πώς να αντισταθείς στους ξέφρενους ρυθμούς, που με κράτησαν από την αρχή ως το τέλος, στις φοβερές εικόνες, άλλοτε με πάγους κι άλλοτε με ηφαίστεια, που ενίοτε προκαλούν ακόμα και δέος, στο πανταχού παρόν χιούμορ, στις πολλές κινηματογραφικές και φιλολογικές αναφορές (στο Moby Dick ή στον "Χαμένο Κόσμο" του Έντγκαρ Ράις Μπάροους για παράδειγμα), στην εισαγωγή δεινοσαύρων στο στόρι και, στο κάτω - κάτω, και στο 3-D, που μπορεί να μη "βγάζει μάτι", αλλά προσθέτει όπως και να το κάνουμε μια παραπάνω διάσταση στο φιλμ (στην προκειμένη περίπτωση κυριολεκτικά).
Αλλά και τα νέα σεναριακά ευρήματα μου άρεσαν αρκετά, όπως ο ερωτευμένος αυτή τη φορά σκίουρος, που διχάζεται ανάμεσα στο γνωστό βελανίδι του και σε μια νεαρή και πονηρή σκιουρίνα ή η εισαγωγή του μονόφθαλμου λίγο-Ταρζάν-λίγο-Αχάμπ κουναβιού με την παλαβή συμπεριφορά και τον αιώνιο αντίπαλο. Και, φυσικά, ο χαμένος κόσμος που ανακαλύπτουν οι γνωστοί ήρωες δίνει την ευκαιρία για εντυπωσιακές εικόνες και ακόμα πιο εντυπωσιακές και ιλιγγιώδεις πτώσεις (ή παραλίγο πτώσεις) από δυσθεώρητα ύψη. Όπως καταλαβαίνετε το διασκέδασα αρκετά και πιστεύω ότι μάλλον το ίδιο θα "πάθετε" κι εσείς.
Τελικά τα κινούμενα σχέδια, είτε τα πιο "σκεπτόμενα" της Pixar είτε τα καθαρά διασκεδαστικά άλλων εταιριών, καταφέρνουν να έχουν στις μέρες μας μια σχεδόν σταθερή ποιότητα και να τη συνδυάζουν με μια καλοδεχούμενη εμπορικότητα. Μπράβο τους.

Κυριακή, Ιουλίου 05, 2009

ΛΥΣΣΑΣΜΕΝΕΣ ΓΑΤΕΣ ΚΑΙ ΑΣΦΥΚΤΙΚΑ ΝΟΤΙΑ ΔΡΑΜΑΤΑ


Η "Λυσσασμένη Γάτα" (Cat on a hot tin roof, 1958) του Richard Brooks (1912-1992) βασίζεται στο γνωστό θεατρικό του Τενεσί Ουίλιαμς και, βέβαια, δείχνει τις θεατρικές της καταβολές. Ανεξάρτητα απ' αυτό, πάντως, είναι μια ταινία βουτηγμένη στο δράμα, βαρύ, σπαρακτικό, ασφυκτικό. Στο πρώτο μέρος κυρίως έφτασα να δυσανασχετώ από τα αδιέξοδα πάθη, την δυσλειτουργικότητα και τη μιζέρια όλων ανεξαιρέτως των χαρακτήρων.
Αυτό που κάνει βέβαια η ταινία είναι να επιτίθεται με κάθε τρόπο, να καταλύει τον μύθο, να σπάζει την όμορφη και ψεύτικη βιτρίνα της μεγάλης αμερικάνικης οικογένειας - και μάλιστα νότιας, όπου τα πράγματα είναι ως γνωστόν πιο συντηρητικά (αμερικάνικη, νότια είναι η οικογένεια που βλέπουμε, φαντάζομαι όμως ότι όλα αυτά ισχύουν για κάθε δυτική οικογένεια). Επίτηδες η οικογένεια που επιλέγει ο Ουίλιαμς (και ο Brooks) είναι πολύ πλούσια, διάσημη στα μέρη της, με πάτερ-φαμίλια γαιοκτήμονα και γερουσιαστή, ώστε η βιτρίνα, που από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή θα τσακίζει μεθοδικά, να είναι όσο πιο αστραφτερή γίνεται. Ε, λοιπόν, όλα μα όλα τα μέλη (έξη βασικά) κρύβουν σκοτεινά μυστικά, ανομολόγητους πόθους, κρυφές βλέψεις, βρώμικα σχέδια... και στο παρόν που βλέπουμε δεν λειτουργεί τίποτα απολύτως: Βαθύτατα μίση καλυμμένα κάτω από ψεύτικες στρώσεις αγάπης και καθωσπρεπισμού, υποκρισία, αλληλοσπαραγμοί φανεροί ή κρυφοί, συμφέροντα, σεξουαλικές δυσλειτουργίες, αλκοολισμός - οι πάντες μοιάζουν να μισούν και να είναι αηδιασμένοι με τους πάντες, άλλοτε φανερά κι άλλοτε κρυφά.
Κάτω απ' όλα αυτά όμως υποβόσκει η πίστη στην κλασική φροϊδική ψυχανάλυση: Πολλά από τα τραύματα μπορούν να θεραπευτούν, φτάνει να ειπωθούν, να βγουν στο φως - αφού βέβαια βρεθεί η ρίζα του κακού, η πρωταρχική αιτία που τα δημιούργησε. Ίσως σήμερα αυτή η πίστη να μοιάζει κάπως απλοϊκή, ωστόσο, ανεξάρτητα απ' αυτό, η καταγγελία της ψευτιάς της οικογένειας και των σκοτεινών και μυστικών σχέσεων των μελών της παραμένει. Αν σ' αυτά προσθέσετε και τις αστραφτερές παρουσίες των Πολ Νιούμαν και Ελίζαμπεθ Τέιλορ, έχουμε μια από αυτό που θα αποκαλούσαμε "κλασική δραματική ταινία".
ΥΓ: Νομίζω ότι εδώ εμφανίζεται η απεχθέστερη οικογένεια που έχετε δει ποτέ. Δεν μιλώ για τη συνολική, αλλά συγκεκριμένα για την οικογένεια του αδελφού του Νιούμαν, με την αντιπαθέστατη σύζυγο (πρότυπο κακίας) και τα εφιαλτικότερα 5 παιδιά που έχετε δει ποτέ (και τα οποία η Τέιλορ αποκαλεί σ' όλο το φιλμ "άλαιμα τέρατα"). Τόσο, που κινδυνεύετε να μισήσετε τα παιδιά για πάντα. Και όλα αυτά ενώ, όπως είπαμε, πρόκειται για εύπορη οικογένεια και, κυρίως, όσο πιο "αμερικάνικη" γίνεται, με όλα ανεξαιρέτως τα σχετικά στερεότυπα.

Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2009

Η ΟΝΕΙΡΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΤΟΥ VAMPYR


Το 1932 ο δανός Carl Theodor Dreyer (1889-1968), που θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες του κινηματογράφου, γυρίζει το Vampyr, τη μοναδική του ταινία τρόμου. Βασισμένο χαλαρά σ' ένα διήγημα του ιρλανδού Σεριντάν Λε Φανού, με πολυεθνικό καστ και συντελεστές, γυρισμένο στη Γαλλία, αφηγείται τις περιπέτειες ενός νέου που περνά μια νύχτα σ' ένα παράξενο, απομάκρυσμένο πανδοχείο και όσα αλλόκοτα συμβαίνουν εκεί - που σχετίζονται βέβαια με ένα βαμπίρ.
Μην περιμένετε ωστόσο μια κανονική ιστορία με στρωτή αφήγηση. Σας λέω από τώρα ότι είναι δύσκολο να παρακολουθήσει ο θεατής τα όσα συμβαίνουν στο φιλμ. Κι αυτό επειδή το τελευταίο διαθέτει μια απόλυτα ονειρική ποιότητα, μοιάζει σε ορισμένα σημεία σαν ένα σουρεαλιστικό πείραμα. Συχνά δεν κατανοούμε γιατί συμβαίνει κάτι ή, ακόμα περισσότερο, αν συμβαίνει στ' αλήθεια ή πρόκειται για όνειρο, φαντασίωση ή κάτι άλλο. Παραιτηθείτε λοιπόν από την (πλήρη) κατανόηση των τεκταινόμενων. Τότε;
Αυτό που μένει είναι η ποιότητα των ασπρόμαυρων εικόνων, η φοβερή ατμόσφαιρα, το ονειρικό κλίμα. Είναι από τις περιπτώσεις που το στόρι υποχωρεί μπροστά στην εικόνα. Και είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις μερικές μόνο απ' αυτές.
Πώς να το κάνεις σε μια ταινία όπου οι σκιές αυτονομούνται από τους "ιδιοκτήτες" τους και δρουν μόνες τους, κάνοντας ακόμα και εγκλήματα; Όπου ένας άνθρωπος παρακολουθεί την ίδια του την κηδεία (μερικά υπέροχα υποκειμενικά πλάνα υπάρχουν εδώ) δίχως ποτέ να εξηγηθεί αν η σκηνή αυτή είναι όνειρο ή πραγματικότητα; Όπου ο γιατρός συνεργάτης του βρικόλακα θάβεται σε μια ατμοσφαιρική σκηνή κάτω από τόννους από αλεύρι ανάμεσα στους τροχούς ενός νερόμυλου; Ή όπου το βαμπίρ εμφανίζεται σε μια αλλόκοτη σκηνή και σε έναν ακαθόριστο χώρο με γρανάζια και τροχούς να κινούνται ψηλά πάνω από το κεφάλι του; Κι υπάρχουν και πολλές άλλες ακόμα. Αλλά και η ηθοποιία, οι κινήσεις των ηρώων που μοιάζουν να υπνοβατούν, τα νυχτερινά εξωτερικά πλάνα με το θαμπό, ομιχλώδες φως (που υποτίθεται ότι είναι το σεληνόφως, στο φιλμ όμως διαθέτει μια πολύ διαφορετική, παράξενη ποιότητα), μαζί με το "αφηρημένο" σενάριο, όλα συντελούν στη δημιουργία της απόλυτα ονειρικής ατμόσφαιρας.
Φυσικά θα καταλάβατε ότι μια τέτοια ταινία (και μόνο το ότι είναι του 32 αρκεί, πολύ περισσότερο που έχει τόσες ιδιορυθμίες) δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί από τον σύγχρονο θεατή σα μια ταινία τρόμου. Μην περιμένετε να τρομάξετε ή να νοιώσετε σασπένς. Εδώ τον βασικό ρόλο παίζουν οι εικόνες και η ατμόσφαιρα. Και αυτές την κάνουν ένα κλασικό αριστούργημα. Ας τη δουν λοιπόν όσοι αγαπάνε το σινεμά σαν τέχνη και όχι όσοι βλέπουν ένα φιλμ τρόμου (μόνο) για να τρομάξουν.

Τρίτη, Ιουνίου 30, 2009

Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΕΝΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΜΦΙΣΗΜΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ


"Η Ανατομία ενός εγκλήματος" (1959) του Otto Preminger (1906-1986) είναι από τα κλασικότερα δικαστικά δράματα της ιστορίας του κινηματογράφου. Με εξαιρετικό καστ (Τζέιμς Στιούαρτ, Λι Ρέμικ, Μπεν Γκαζάρα, Τζορτζ Σκοτ) αναλύει την περίπτωση του φόνου ενός μπάρμαν που μόλις έχει βιάσει μια γυναίκα από τον σύζυγο της τελευταίας. Αυτό όμως είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου, γιατί πολλά πράγματα κρύβονται κάτω από αυτή την ιστορία.
Θα πω από τώρα ότι, μιας και δεν είμαι πολύ φανατικός φίλος των δικαστικών δραμάτων, η ταινία μάλλον με κούρασε συνολικά με την ατέλειωτη διάρκειά της (γύρω στις 2,5 ώρες). Είναι αναμφισβήτητα καλογυρισμένη, αναλύει άψογα και σε βάθος τους χαρακτήρες και θεωρείται κλασική, αλλά... συμβαίνουν αυτά. Ίσως όμως να είναι κάτι προσωπικό. Γιατί σίγουρα τα προτερήματά της είναι πολλά. Όπως οι αποκαλύψεις για τους χαρακτήρες των ηρώων και τα μπακγκράουντ τους, οι συμπαθητικoί αντιήρωες πρωταγωνιστές (ο Στιούαρτ είναι σχεδόν παρατημένος από τη ζωή δικηγόρος και στα πρόθυρα του αλκοολισμού, ο γέρος φίλος του είναι κανονικά παρατημένος δικηγόρος και κανονικός αλκοολικός), η σκιαγράφηση σε δεύτερο επίπεδο της επαρχιακής πλήξης και της κατάστασης όλοι-ξέρουν-τα-πάντα-για-όλους. Αλλά το σημαντικότερο για μένα σημείο (και προτέρημα) του φιλμ είναι η διφορούμενη ματιά που ρίχνει στη δικαιοσύνη. Και λέει κάτι πολύ απλό, που σπάνια έχει ειπωθεί με τόσο σχετικά χαμηλούς τόνους (εννοώ δίχως εντυπωσιακές δικαστικές πλάνες, από μηχανής θεούς που εμφανίζονται ξαφνικά στην αίθουσα του δικαστηρίου, αποδράσεις και άλλα τέτοια): Λέει ότι όσο κι αν η δικαιοσύνη κάνει τυπικά σωστά τη δουλειά της, η αλήθεια μπορεί πάντοτε να παραμένει κάτι άπιαστο ή ανεξιχνίαστο. Κι αυτό γιατί η κρίση γίνεται πολύ απλά από ανθρώπους (ένορκους, δικαστές, δεν έχει σημασία) και οι άνθρωποι εξ ορισμού και υποκειμενικοί είναι και επιρρεπείς στα συναισθήματά τους. Και έχει ενδιαφέρον ότι δεν πρόκειται για μια εντυπωσιακή καταγγελία του δικαστικού συστήματος. Κάθε άλλο. Αυτό αντιμετωπίζεται μάλλον με συμπάθεια. Όλα γίνονται τυπικά σωστά κι όχι μόνο αυτό, αλλά οι πάντες (δικαστές, εισαγγελείς, υπεράσπιση, ένορκοι) έχουν τις καλύτερες προθέσεις: Να αποκαλύψουν την αλήθεια. Καμιά "πουστιά", καμιά συναλλαγή κάτω από το τραπέζι, κανένα ανώτερο συμφέρον. Μια καθημερινή επαρχιακή ιστορία μόνο, με καθημερινούς πρωταγωνιστές. Κι όμως SPOILER SPOILER η αλήθεια ακόμα και μετά το τέλος της δίκης είναι, τουλάχιστον, διφορούμενη. Δεν έχει καμιά σημασία αν κέρδιασαν οι "καλοί" (η συμπαθής υπεράσπιση) ή οι "κακοί" (ο πρωτευουσιάνος μεγαλοδικηγόρος κατήγορος). Σημασία έχει ότι στο τέλος, ανεξαρτήτως απόφασης, δεν είμαστε και πολύ σίγουροι για το τι ακριβώς συνέβει και για το αν η απόφαση ήταν τελικά σωστή ΤΕΛΟΣ SPOILER. Άλλωστε ο κατηγορούμενος που υπερασπίζεται ο συμπαθής ήρωας κάθε άλλο παρά συμπαθής είναι.
Έτσι λοιπόν βρίσκω πολλές αρετές στην κλασική αυτή ταινία και οι αντιρρήσεις μου (για τη διάρκειά της κυρίως) είναι μάλλον υποκειμενικές. Κατά βάθος σας τη συνιστώ.

Δευτέρα, Ιουνίου 29, 2009

ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΕΣ (ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΜΕΛΟ) "ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΙΣ"


Οι "Αναχωρήσεις" (Οkuribito, 2008), γιαπωνέζικη ταινία του Yôjirô Takita, είναι το φιλμ που πήρε το Ξενόγλωσσο Όσκαρ του 2008. Πρόκειται για την τρυφερή και συγκινητική ιστορία ενός παντρεμένου νέου που, όταν μένει άνεργος, αποτυγχάνοντας να σταδιοδρομήσει ως τσελίστας, επιστρέφει στην ιδιαίτερη πατρίδα του και αναγκάζεται να βρει δουλειά σε ένα γραφείο που περιποιείται (καθαρίζει, μακιγιάρει, ντύνει)νεκρούς πριν τους αποτεφρώσουν. Το επάγγελμα αυτό δεν είναι ευπρόσδεκτο από τους οικείους του, η αφοσίωση του ήρωα όμως θα αρχίσει βαθμιαία να τους μεταπείθει.
Η ταινία επικεντρώνεται στη φυσική (;) απέχθεια που έχει ο άνθρωπος για τους νεκρούς που, αν το αναλύσει κανείς, είναι ένα κράμα φόβου, αηδίας, στρυθοκαμηλικής άρνησης αυτού που μας περιμένει όλους και ίσως και άλλων στοιχείων. Το φιλμ λοιπόν προσπαθεί - και σε μεγάλο βαθμό το καταφέρνει νομίζω - να μας συμφιλιώσει με την ιδέα του θανάτου και να καταδείξει το συμβολισμό που κρύβει η τελευταία, τρυφερή περιποίηση προς το νεκρό σαν δείγμα αγάπης, συγχώρεσης και κατανόησης γι' αυτόν. Και, επί πλέον, βλέπεται και σαν ένα είδος "ντοκιμαντέρ" για τα παράξενα για μας γιαπωνέζικα ταφικά έθιμα από τους φιλοπερίεργους θεατές.
Ναι, η ταινία είναι γεμάτη θανάτους, νεκρούς, νεκρικές τελετές και θλίψη (που όμως είναι απόλυτα κατανοητή και φυσική και όχι, στις περισότερες περιπτώσεις, μόνιμη). Γι' αυτό ίσως "τρομάξετε" και δεν έχετε καμιά όρεξη να δείτε ένα τέτοιο φιλμ. Ωστόσο ο Takita σπάει την αφήγησή του με λίγο χιούμορ, αν και αυτό που κυριαρχεί βέβαια είναι η συγκίνηση. Που αποτελεί και την αντίρρησή μου, καθώς βρήκα το τέλος ιδιαίτερα υπέρ του δέοντος συναισθηματικό, φτιαχτό, προορισμένο να βρέξει τα μαντήλια κάθε θεατή, δηλαδή σχεδόν μελό. Πράγμα που δεν με εξέπληξε ιδιαίτερα βέβαια, διότι δίχως το (έντονο) στοιχείο της συγκίνησης πολύ σπάνια μια ταινία κατακτά το ξενόγλωσσο Όσκαρ.
Τέλος πάντων, πέρα από τις επί μέρους αντιρρήσεις μου, νομίζω ότι πρόκειται για τρυφερή, ευαίσθητη και καλογυρισμένη ταινία, που θα συγκινήσει τους θεατές.
ΥΓ: Δεν έχω δει άλλη ταινία του Takita, βλέποντας όμως την πλούσια φιλμογραφία του είδα ότι περιλαμβάνει απόλυτα βίαια, ίσως και "άρρωστα" φιλμ. Πώς τώρα από κει φτάνει να κάνει μια τόσο ευαίσθητη ταινία... τι να σας πω. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Ή, αν προτιμάτε, είναι τρελοί αυτοί οι γιαπωνέζοι.

Κυριακή, Ιουνίου 28, 2009

ΟΤΑΝ Η ΜΥΘΙΚΗ ΜΕΔΟΥΣΑ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΓΕΛΙΟ...


Είναι αλήθεια ότι το φανταστικό είναι πολύ σπάνιο στο ελληνικό σινεμά. Δυστυχώς οι λίγες εξαιρέσεις στον παραπάνω κανόνα δεν είναι πάντοτε ευπρόσδεκτες. Έτσι το 1998 ο Γιώργος Λαζόπουλος (δεν έχω ιδέα αν έχει κάποια σχέση με τον γνωστό) επιχείρησε να αντλήσει έμπνευση από την ελληνική μυθολογία φτιάχνοντας ένα σύγχρονο θρίλερ, τη "Μέδουσα". Η ιδέα είναι καλή, γιατί η μυθολογία εμπεριέχει άπειρα παντελώς αναξιοποίητα στοιχεία, που θα μπορούσαν κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν σε σύγχρονες ταινίες του φανταστικού. Φοβάμαι ότι η καλή ιδέα είναι και το μόνο καλό που υπάρχει στη "Μέδουσα".
Δεν ξέρω από πού να αρχίσω. Πρόχειρο σενάριο με μεγάλα κενά, κακές ηθοποιίες, παντελώς μη πειστικές αντιδράσεις από τους ήρωες, ψυχολογική αληθοφάνεια μηδέν... είναι τα πρώτα που μου έρχονται στο νου. Και η Ελένη Φιλίνη ως κράχτης σε μικρό σχετικά ρόλο, μπας και πείσουμε κανέναν να δει την ταινία.
Φυσικά πρόκειται για παραλλαγή του μύθου της Μέδουσας, που το πρόσωπό της πετρώνει όποιον το αντικρύζει, όπου διάφορα αγάλματα αντρών, ντυμένα με κανονικά ρούχα, αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους στη σύγχρονη Αθήνα. Την υπόθεση αναλαμβάνει ένας ανεκδιήγητος μπάτσος με το ακόμα πιο ανεκδιήγητο τρίο των βοηθών του που τον συνοδεύουν παντού και το γλέντι... συγνώμη, το κυνήγι, ξεκινά. Φυσικά τη λύση θα δώσει ένας αρχηγός συμμορίας που (σύμπτωση) ονομάζεται Περσέας, με αποτέλεσμα το γέλιο να μεταφερθεί και στην ελληνική επαρχία, όπου συνεχίζεται η δράση. Ακόμα και μια σεναριακή ιδέα που βρήκα ενδιαφέρουσα, το ότι το βλέμμα της Μέδουσας πετρώνει μόνο άντρες, ενώ έχει διαφορετική επίδραση σε γυναίκες, μένει μετέωρη και ανολοκλήρωτη.
Νομίζω ότι το φιλμ είναι καλό (άθελά του φυσικά) μόνο για να γελάσουμε λιγάκι σε χαβαλετζίδικη ατμόσφαιρα με φίλους, αν και καλά θα κάνετε να ρίξετε βάρος στο "λιγάκι". Ούτε κανονικό χαβαλέ σου επιτρέπει να κάνεις η διαρκής σοβαροφάνειά του.
Α, και μια απορία: Αφού η Μέδουσα, όπως θα δείτε, υπήρχε και θα υπάρχει ανέκαθεν, τότε πώς η σειρά των "αγαλμάτων" εμφανίζεται στα καλά καθούμενα στη συγκεκριμένη φάση, σα να πρόκειται για έναν σίριαλ κίλερ που ξαφνικά άρχισε τη δράση του; Τα προηγούμενα χρόνια (και τους προηγούμενους αιώνες) δεν υπήρχαν πετρωμένα πτώματα;
Καλή πηγή έμπνευσης η ελληνική μυθολογία για σύγχρονα θρίλερ, ακόμα καλύτερο όμως είναι να ξέρουμε λίγο περισσότερο κινηματογράφο.

Παρασκευή, Ιουνίου 26, 2009

Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ "ΔΕΣΜΩΤΗ ΤΟΥ ΙΛΙΓΓΟΥ"


Δεν νομίζω ότι έχω να προσθέσω πολλά σε ένα αριστούργημα του σινεμά όπως το "Vertigo" ("Δεσμώτης του Ιλίγγου"), που γύρισε το 1958 ο Alfred Hitchcock (1899-1980). Τα πάντα γι' αυτό το φιλμ έχουν, νομίζω, ειπωθεί. Σαν προσωπική μαρτυρία μπορώ μόνο να πω ότι ξαναβλέποντάς το βρήκα ότι κρατά ατόφια τη γοητεία του. Είναι φυσικό κάτι τέτοιο για μια ταινία που συνδυάζει με άψογο τρόπο μια πολύ δυνατή, σπαρακτική ερωτική ιστορία, αμείωτο σασπένς, συνεχείς ανατροπές, ονειρικό κλίμα, πινελιές μεταφυσικής, μια μοιραία γυναίκα, ένα φόνο και δεν ξέρω τι άλλο. Και πίσω απ' όλα αυτά υπάρχει η ψυχαναλυτική ματιά του Χίτσκοκ, που παίζει με τα φετίχ, την ερωτική επιθυμία, τα ψυχικά τραύματα και πλήθος άλλων ψυχαναλυτικών αναφορών.
Όλα αυτά συμβαίνουν στο πανέμορφο σκηνικό του Σαν Φρανσίσκο, όπου ένας αστυνομικός που παραιτείται επειδή πάσχει από υψοφοβία και νοιώθει υπεύθυνος για το θάνατο ενός συναδέλφου του καλείται από έναν παλιό συμμαθητή του να παρακολουθήσει τη γυναίκα του, που μοιάζει να έχει καταληφθεί από το πνεύμα μιας νεκρής. Η αγωνία αρχίζει και η παγίδα κλείνει αριστοτεχνικά γύρω από τον ήρωα.
Έχουν γραφτεί πάρα πολλά για το ψυχολογικό μέρος, όπου ο Χίτσκοκ φαίνεται ότι μιλά για έννοιες όπως ο φετιχισμός, η ψεύτικη εικόνα που πλάθουμε γι΄αυτόν/ην που αγαπάμε, η ανάγκη μας να "φτιάξουμε" το αντικείμενο του πόθου μας όπως ακριβώς το θέλουμε εμείς - αγνοώντας συχνά τις δικές του ανάγκες και επιθυμίες - που δείχνει και μια μανία εξουσίας και επιβολής πάνω στο αγαπημένο πρόσωπο, οι ρόλοι που παίζουμε στη ζωή μας (εδώ πρόκειται κυριολεκτικά για ρόλους που ενσαρκώνει η ηρωίδα) κλπ. Νομίζω ότι είναι εύκολο να βρείτε πλήθος αναλύσεων για όλα αυτά. Εγώ θα περιοριστώ εδώ να επισημάνω την πρωτοτυπία της δομής της ταινίας, καθώς η αριστοτεχνικά στημένη πλεκτάνη αποκαλύπτεται λίγο μετά τη μέση της ταινίας. Και μετά; Τι άλλο μπορεί να γίνει αφού ξέρουμε το δολοφόνο και το τι συνέβει πραγματικά; Εδώ το πάνω χέρι παίρνει η ψυχολογία και η αρρωστημένη και ανατριχιαστική εμμονή του ήρωα να "ξαναφτιάξει" τη γυναίκα των ονείρων του, που γι' αυτόν είναι νεκρή, μέχρι την τελική δυνατή κατάληξη με την απόλυτη επανάληψη ενός σκηνικού που έχουμε ξαναδεί...
Συμφωνώ κι εγώ μαζί με χιλιάδες άλλους ότι πρόκειται για μια απ' τις σημαντικότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Αν δεν το έχετε δει, σπεύσατε.
ΥΓ: Σε ένα από τα θερινά που αγαπώ ιδαίτερα, όπου το είδα, η κόπια ήταν άθλια. Μισοσβησμένα χρώματα, μεγάλες μαύρες περιοχές που δεν διακρίνεις τι περιέχουν, μέχρι που σχεδόν δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται στην τελική, αρκετά σκοτεινή σκηνή. Κρίμα.

Τετάρτη, Ιουνίου 24, 2009

ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΑΙ ΠΑΘΗ ΓΥΝΑΙΚΩΝ


Ο μεξικανός Guillermo Arriaga είναι ο μόνιμος σεναριογράφος του συμπατριώτη του Ιναρίτου, αλλά και των πολύ καλών "Τριών Ταφών του Μελκιάδες Εστράδα". Τώρα γίνεται για πρώτη φορά και σκηνοθέτης (σε δικό του σενάριο φυσικά) και τα αποτελέσματα του "The Burning Plane" του 2008 ("Τα Σύνορα της Μοναξιάς" στα ελληνικά) με άφησαν απόλυτα ικανοποιημένο.
Όπως και στα άλλα του σενάρια χρησιμοποιεί το σήμα κατατεθέν του: Παράλληλες ιστορίες, άσχετες φαινομενικά, που τελικά όμως δένουν με πρωτότυπους τρόπους. Εδώ, εκτός από τις ιστορίες τριών γυναικών που έχουν πληγωθεί πολύ στη ζωή τους, χρησιμοποιεί και ένα συνεχές μπρος - πίσω στο χρόνο, που ο θεατής καλείται να καταλάβει μόνος του αν κάθε φορά πρόκειται για παρελθόν ή παρόν. Στο τέλος, όπως είπαμε και για τα άλλα φιλμ του, το παζλ δένει (με μια έκπληξη μάλιστα που, επίτηδες, διαφαίνεται από τα μισά περίπου της ταινίας) και τότε, με θαυμαστή ακρίβεια, οι συμπεριφορές, οι αντιδράσεις (ακατανόητες αρχικά μερικές φορές), τα ψυχολογικά τοπία των ηρώων, τα πάντα, εξηγούνται τέλεια. Η μαεστρία του Arriaga είναι δεδομένη και, προσωπικά τουλάχιστον, συγκινήθηκα αρκετά. Οπότε θεωρώ το ντεμπούτο του απόλυτα πετυχημένο. Όταν μάλιστα υποστηρίζεται από τις πολύ καλές ερμηνείες της Σαρλίζ Θερόν, της Κιμ Μπάσινγκερ και της Τζένιφερ Λόρενς.
Στο κέντρο βέβαια του προβληματισμού του βρίσκεται πάντοτε η μοίρα ή, αν θέλετε, "μοίρα", το πώς δηλαδή οι ζωές τυχαίων, παντελώς διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων, συναντιούνται και αλληλεπιδρούν έντονα, σημαδεύοντάς τους πολλές φορές θετικά ή αρνητικά. Το ερωτικό πάθος είναι βασικός παράγοντας / καταλύτης σ' αυτό, σε καμία περίπτωση όμως δεν είναι ο μοναδικός. Το αρνητικό βέβαια, που πολλοί θα παρατηρήσουν, είναι η επανάληψη του στιλ του εξαιρετικού αυτού σεναριογράφου (τώρα και σκηνοθέτη). Όσοι έχουν δει τα φιλμ που προανέφερα, θα καταλάβουν ότι έχει βρει έναν ευφυέστατο τρόπο, τον οποίο επαναλαμβάνει - σε αρκετά διαφορετικές παραλλαγές ωστόσο. Όταν όμως βρίσκω τα αποτελέσματα τόσο καλά, προσωπικά αυτή η επανάληψη δεν με έχει καθόλου κουράσει (προς το παρόν τουλάχιστον). Όταν μάλιστα η ευαισθησία, η πρωτοτυπία της κάθε "παραλλαγής" και η ψυχολογική εμβάθυνση των ηρώων είναι δεδομένες.
Μη φοβηθείτε το δραματικό του πράγματος. Νομίζω ότι η ταινία θα σας κρατήσει κι ας μην είστε πιθανόν φίλοι των σπαρακτικών δραμάτων.
ΥΓ: Η παραγωγή είναι βέβαια αμερικάνικη, πολλοί συντελεστές όμως (και πολλά γυρίσματα) είναι μεξικανοί. Πράγμα που επιβεβαιώνει (το έχω ξαναγράψει) την μεγάλη ακμή του κινηματογράφου της χώρας αυτής.