Κυριακή, Ιουνίου 14, 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΩΝ ΓΙΑ 4η ΦΟΡΑ


Το ότι γυρίστηκε και 4ος "Εξολοθρευτής" δείχνει εξ ορισμού την έλλειψη έμπνευσης και πρωτοτυπίας που μαστίζει το Χόλιγουντ. Το να καταφεύγουμε σε "σειρές" είναι φυσικά η εύκολη λύση.
Το "Terminator: Salvation" ("Εξολοθρευτής: Η Σωτηρία") τώρα του McG (αλήθεια, έτσι υπογράφει, δεν φταίω εγώ, και έχει στο ενεργητικό του τους 2 ανεκδιήγητους "Άγγελους του Τσάρλι"), αν μη τι άλλο είναι χορταστικότατο. Ως μια πολεμική περιπέτεια του μέλλοντος δηλαδή, όπου από την αρχή μέχρι το τέλος γίνεται χαμός. Κυνηγητά, εκρήξεις, μάχες σώμα με σώμα και όχι μόνο, αεροπλάνα, μοτοσικλέτες, απ' όλα έχει ο μπαχτσές και ο πόλεμος ανθρώπων - μηχανών καλά κρατεί. Έχει και νευρική σκηνοθεσία, οπότε, αν μπορεί κανείς να αντέξει τόση βαβούρα, νομίζω ότι κρατά άνετα τον θεατή. Και έχει επίσης και κάποια σεναριακή πλοκή. Στο πρώτο μισάωρο ήμουν έξαλλος με τις ταρζανιές του ήρωα που τα κάνει όλα και συμφέρει (δεν θα σας πω ακριβώς ποιου ήρωα), στη συνέχεια όμως αυτό εξηγήθηκε και μάλιστα πάνω σ' αυτή την εξήγηση (προβλέψιμη βεβαίως) βασίστηκε όλο το φιλμ, οπότε όλα καλά. Στο τέλος βέβαια το βρήκα αφόρητα μελό, αλλά τι να κάνουμε; Ξέρουμε υποθέτω τι πάμε να δούμε, δεν θα κολλήσουμε εκεί.
Εξ άλλου βρήκα το ζοφερό, μετακαταστροφικό κλίμα πετυχημένο, είπαμε για τη νευρική, βιντεοκλιπάδικη και επιδεικτική σκηνοθεσία (η οποία, ξαναλέω, κρατά τον θεατή), συν την ιδέα των δύο ουσιαστικά πρωταγωνιστών, οπότε έχουμε ένα εξασφαλισμένο ψυχαγωγικό δίωρο. Αν φυσικά ψυχαγωγείστε με μια non-stop δράση από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Στη συνέχεια, υποθέτω, θα το ξεχάσουμε και θα περιμένουμε να βγει ο επόμενος, που πιθανόν θα έχει ακόμα καλύτερα εφφέ.
Περιττό να σας πω βέβαια ότι σαφώς προτιμώ πάντα τον πρώτο "Εξολοθρευτή" του Κάμερον, με τον συνδυασμό δράσης και εξαιρετικής σεναριακής ιδέας. Τα υπόλοιπα, όσο καλοφτιαγμένα και να'ναι, δεν παύουν να είναι το νο 3, 4 κ.ο.κ.

Παρασκευή, Ιουνίου 12, 2009

ΤΟΜΑΣ ΚΡΑΟΥΝ: ΛΗΣΤΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΣΤΙΛ


Πολλοί μπορεί να θεωρήσουν την "Υπόθεση Τόμας Κράουν" (1968) του Norman Jewison ξεπερασμένη ή/και κάπως βαρετή σήμερα. Κανείς όμως δεν μπορεί νομίζω να αρνηθεί το άψογο στιλ της. Δηλαδή, για να είμαστε ακριβείς, πιστεύω ότι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, πρόκειται για μια ταινία που αποθεώνει το στιλ.
Ο Τόμας Κράουν είναι εκατομμυριούχος, αλλά το "χόμπι" του είναι να οργανώνει πανέξυπνες, άπιαστες ληστείες τραπεζών. Γιατί το κάνει αφού είναι ήδη εκατομμυριούχος από άλλες, νόμιμες μπίζνες; Η Βίκι είναι ερευνήτρια ασφαλιστικής εταιρίας. Αντιλαμβάνεται ότι εκείνος κρύβεται πίσω από μια εντυπωσιακή ληστεία, τον πλησιάζει, προσπαθεί να τον παγιδεύσει, ταυτόχρονα όμως έλκεται απ' αυτόν. Ο Στιβ Μακ Κουίν και η Φέι Ντάναγουέι βρίσκονται στην ακμή τους και κάνουν ένα από τα διασημότερα ζευγάρια της ιστορίας του σινεμά. Και γύρω τους τα ρούχα, τα ακριβά αυτοκίνητα, τα ακριβά πούρα, τα εσωτερικά των πολυτελών σπιτιών, τα "extreme σπορ" του εκκεντρικού εκατομμυριούχου, όλα συνεισφέρουν στη δημιουργία του χλιδάτου κλίματος που επικρατεί από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή.
Σήμερα βέβαια έχουμε δει στην οθόνη χιλιάδες ληστείες, με όλους τους πιθανούς και απίθανους τρόπους και όλα αυτά ίσως κάτι να μας θυμίζουν. Υπάρχει όμως η μοντέρνα (για την εποχή τουλάχιστον) σκηνοθεσία του Τζούισον, με τη συχνή χρήση της χωρισμένης σε μέρη οθόνης ώστε να παρακολουθούμε ταυτόχρονες δράσεις και υπάρχουν και δύο κλασικές σκηνές: Η αρχική της ληστείας και αυτή όπου οι δύο πρωταγωνιστές παίζουν μια παρτίδα σκάκι γεμάτη σεξουαλικά υπονοούμενα, καθώς και το περίφημο τραγούδι των τίτλων "The Windmills o your mind" του Μισέλ Λεγκράν. Επισημαίνω πάντως ότι για να απολαύσουμε σήμερα το φιλμ πρέπει να θυμόμαστε συχνά και την ηλικία του.
Και να έχουμε υπ' όψη μας ότι ουσιαστικά πρόκειται για ένα φιλμ που περιγράφει τον παράδοξο χαρακτήρα του ομώνυμου ήρωα. Που για να τον κατανοήσουμε πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας την ατάκα που λέει κάποια στιγμη: "Δεν είναι θέμα χρημάτων. Έχει να κάνει μ' εμένα και το σύστημα".
Πώς και γιατί τώρα εναντιώνεται στο σύστημα ένας ήδη εκατομμυριούχος μπίζνεσμαν, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Αλλά είπαμε: Πρόκειται για ένα πέρα για πέρα εκκεντρικό χαρακτήρα.

Πέμπτη, Ιουνίου 11, 2009

ΤΣΙΟΥ Ή ΟΙ ΕΘΙΣΜΟΙ ΕΧΟΥΝ ΚΑΙ ΕΥΘΥΜΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ


Η δεύτερη ταινία που βλέπει ένα τραγικό θέμα από την εύθυμη πλευρά του, εντελώς διαφορετική σίγουρα από την προηγούμενη, είναι το ελληνικό "Τσίου" του 2005 του Μάκη Παπαδημητράτου, η οποία είναι και μια από τις σχετικά λίγες πρόσφατες ελληνικές ταινίες που μ' αρέσουν.
Το θέμα - ταμπού εδώ είναι η ηρωίνη, ο εθισμός σ' αυτήν και η μίζερη ζωή των πρεζονιών. Φυσικά και πρόκειται για σοβαρότατο θέμα (δυστυχία, εγκληματικότητα. εξάρτηση), φυσικά και αποτελεί παγκόσμιο κοινωνικό πρόβλημα, φυσικά και οι άνθρωποι αυτοί είναι περισσότερο άρρωστοι παρά οτιδήποτε άλλο... Να όμως που μπορεί ένας δημιουργός με έμπνευση να χτυπήσει την αστεία φλέβα σ' όλα αυτά.
Ο Τσίου είναι ένα πρεζόνι που ξεμένει από ηρωίνη δεκαπενταύγουστο στην έρημη Αθήνα και κάνει τα πάντα για να βρει τη δόση του. Η μέρα όμως είναι κάτι παραπάνω από δύσκολη, όλες οι άκρες του την έχουν κάνει από την πόλη και η ανάγκη του αυξάνεται ώρα με την ώρα. Έτσι κινητοποιεί την αδελφή του, που με τη σειρά της "χώνει" τον σύζυγό της, αυτός πάλι τους... κλπ. κλπ. κι έτσι ένας ολόκληρος κύκλος (φαύλος μάλλον) υπόγειων τύπων αρχίζει να κινείται, έως ότου, μέσα από σπαρταριστές καταστάσεις, καταλήγει στον ίδιο τον Τσίου. Από το φιλμ, που διαθέτει το σπάνιο για ελληνική ταινία χάρισμα του ρυθμού, παρελαύνουν ένα πλήθος από απίστευτους, αλλοπρόσαλλους και ετερόκλητους τύπους, το μόνο κοινό των οποίων είναι η ενασχόλησή τους (με διάφορους τρόπους) με ουσίες. Καθώς επίσης παρελαύνουν και οι ίδιες οι διάφορες ουσίες, ή μάλλον οι διαφορετική ψυχοσύνθεση και στιλ των (εξαρτημένων) χρηστών της κάθε μιας. Και όλα αυτά σε ένα άκρως διασκεδαστικό "περιτύλιγμα", που διερευνά έναν άγνωστο στους περισσότερους μικρόκοσμο που περιστρέφεται αενάως γύρω απ' αυτές.
Και ερχόμαστε έτσι στις αρχικές αντιρρήσεις που "ενστικτωδώς" θα εκφράσουν οι περισσότεροι: "Μα καλά, είναι δυνατόν να κάνεις πλάκα με ένα τόσο σοβαρό, τραγικό μάλλον, θέμα;" Κι εδώ έρχεται αυτό που είχα γράψει κάπου αλλού: "Εξαρτάται από τον τρόπο που το κάνεις, από την ευσαισθησία σου, από την άποψή σου γι' αυτό". Αυτό που ελάχιστοι, φοβάμαι, κατανοούν είναι ότι όταν διακωμωδείς, σατιρίζεις, παρωδείς κάτι, δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι το απαξιώνεις, το μισείς. Μπορεί και να το κατανοείς απόλυτα, να είσαι ευαισθητοποιημένος σ' αυτό, να αγωνιάς κι εσύ για μια λύση. Τι εννοώ; Είδατε την ταινία. Διασκεδάσατε (πιστεύω), γιατί συν τοις άλλοις διαθέτει και έξυπνο και ευρηματικό σενάριο, πράγμα ακόμα πιο σπάνιο για ελληνικό φιλμ. ΟΚ. Κι έπειτα, μετά την πρώτη πλάκα, αρχίζετε να συνειδητοποιείτε τι είδατε, και, πολύ απλά, αντιλαμβάνεστε ότι σε όλη τη διάρκεια ο ήρωας περιφέρεται ιδρωμένος στους δρόμους με αυξανόμενη αγωνία, περιμένει με ις ώρες σε άθλια μέρη, και, τέλος πάντων, δεν κάνει τίποτα απολύτως άλλο στη ζωή του από να ψάχνει απεγνωσμένα τη δόση του. Τίποτα άλλο απολύτως. Από το πρωί μέχρι τη νύχτα. Δεν υπάρχει χρόνος για διασκέδαση, για έρωτα, για δημιουργικότητα, για φιλίες, για άραγμα (οι διακοπές ή τα ταξίδια είναι επιστημονική φαντασία). Ούτε καν για μπάνιο στο σπίτι. Και, παγωμένος, αναρωτιέσαι: "Μα είναι ζωή αυτό το πράγμα;" Και καταλαβαίνεις ότι όσα είδες είναι αστεία, αλλά περισσότερο από αστεία είναι τραγικά. Ή, αν θέλετε, ότι μέσα από μια εξαιρετικά διασκεδαστική καταγραφή της κατάστασης ο σκηνοθέτης κατάφερε να σου περάσει ύπουλα, δίχως καθόλου να μαυρίσει την ψυχή σου, όλη τη μιζέρια, τη μοναξιά, τη φρίκη του πράγματος. Αυτό, εγώ τουλάχιστον, το θεωρώ επίτευγμα.

Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2009

ΤΙ ΕΚΑΝΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ; ΟΧΙ ΤΟΝ ΗΡΩΑ, ΠΑΝΤΩΣ...


Υπάρχουν ταινίες (και όχι μόνο), που βασικό τους χαρακτηριστικό είναι ότι παίρνουν ένα πολύ σοβαρό, ακόμα και τραγικό, θέμα και το βλέπουν από την εύθυμη πλευρά του, το μετατρέπουν δηλαδή σε κωμωδία. Σε πρώτη ματιά ακούγεται ιερόσυλο, στην πραγματικότητα όμως εξαρτάται από το πώς το κάνεις, τι ακριβώς κάνεις... από την ίδια την ταινία τέλος πάντων. Με δύο τέτοια φιλμ, εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, θα ασχοληθώ σ' αυτό και στο επόμενο post.
Το "Τι έκανες στον πόλεμο, μπαμπά;" του Blake Edwards (1922-2010) γυρίστηκε το 1966 και καλά θα κάνετε να έχετε διαρκώς στο μυαλό σας την ηλικία του όσο το βλέπετε. Εδώ το "ιερό" που θίγεται είναι ο πόλεμος και οι συνυφασμένες μ' αυτόν έννοιες του ηρωισμού, της στρατιωτικής πειθαρχίας και ιεραρχίας, της "πατριωτικής τιμής" και άλλα τέτοια που μέχρι σήμερα έχουν κοστίσει πάμπολλα εκατομμύρια ζωές στην ανθρωπότητα.
Μια αμερικάνικη μονάδα - μπάχαλο, που ο φαντάρος αποκαλεί τον διοικητή του "Sweet Heart", μπαίνει για να καταλάβει ένα ιταλικό χωριό. Στις τάξεις της ιταλικής μονάδας που το "υπερασπίζει" (ντόπιοι ως επί το πλείστον) επικρατεί το ίδιο ακριβώς μπάχαλο. Το τελευταίο πράγμα που θέλουν αμφότερες οι πλευρές είναι να πέσει έστω και μια σφαλιάρα και η παράδοση του χωριού κανονίζεται με ένα τρικούβερτο γλέντι ανάμεσα σε αμερικάνους και ιταλούς, όπου άπαντες γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια στρατιωτική τιμή, ιεραρχία και άλλες τέτοιες μπούρδες. Όλο το γέλιο βγαίνει από τον στρατόκαυλο νέο αμερικάνο διοικητή, τα πράγματα όμως σοβαρεύουν πραγματικά όταν καταφτάνουν οι γερμανοί και καταλαμβάνουν το τρισευτυχισμένο χωριό.
Απόλυτα αντιπολεμική ταινία, σαρκάζει όσο δεν παίρνει οτιδήποτε έχει να κάνει με το στρατό και τη λογική του και μοιάζει να υλοποιεί το γνωστό χίππικο σύνθημα των 60ς "Κάντε έρωτα, όχι πόλεμο". Όπως παρατηρεί μάλιστα το "Αθηνόραμα", αυτό γίνεται ακόμα πιο τολμηρό αν σκεφτεί κανείς ότι το Βιετνάμ μόλις άρχιζε για τους αμερικάνους την εποχή εκείνη και η ανοιχτή αμφισβήτηση προς αυτό δεν είχε ακόμα ξεσπάσει. Δεν θα με παραξένευε καθόλου μάλιστα αν το φιλμ αυτό ήταν μια από τις πηγές έμπνευσης του μεταγενέστερου και καυστικότερου "MASH" του Altman.
Αυτά όσον αφορά τις άριστες προθέσεις. Όσον αφορά την ίδια την ταινία όμως, μπορώ να πω ότι με ικανοποίησε μόνο μερικά. Συγκεκριμένα βρήκα απολαυστικότατο, θρασύτατο, τολμηρό και ανατρεπτικό το πρώτο μέρος, αυτό με τους ιταλούς, τους αμερικάνους και τον δυσκοίλιο διοικητή τους, όπου η πλάκα αποκορυφώνεται με την εικονική μάχη που δίνουν οι δύο πλευρές. Στο δεύτερο όμως, από την εμφάνιση των γερμανών και μετά, φοβάμαι ότι το χιούμορ χοντραίνει και η ταινία μετατρέπεται σε φαρσοκωμωδία με αλλοπρόσαλλο και χαοτικό σενάριο και η αληθινά ανατρεπτική διάθεση της αρχής γίνεται "χαβαλές για τον χαβαλέ". Ωστόσο και εκεί βρήκα μερικές πολύ αστείες στιγμές, μεμονωμένες όμως. Επίσης καλό είναι να προσέξετε πόσο το δεύτερο αυτό μέρος έχει αντιγραφεί ("εμπνεύσει" για να το πω πιο ευγενικά) διάφορες ελληνικές κωμωδίες της Φίνος Φιλμ, απ' αυτές που δείχνει και ξαναδείχνει η τηλεόραση.
Συνολικά πάντως, παρά το ότι το βρήκα άνισο, νομίζω ότι αξίζει να το δει κανείς. Ιδιαίτερα σε θερινό σινεμαδάκι, όπου είναι ό,τι πρέπει, και ακόμα πιο ιδιαίτερα αν έχει μπουχτίσει με τους "Ράμπους" και τους "Εξολοθρευτές" από 3 και πάνω, και την διάχυτη γύρω μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, στρατοκαυλίαση και "επιστροφή στις καλές, παλιές αξίες" που επικρατεί τον τελευταίο καιρό.

Δευτέρα, Ιουνίου 08, 2009

Η CORALINE ΚΑΙ Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ


H "Coraline" (2009), μια ταινία κινουμένων σχεδίων για μεγάλους του εξαιρετικού Henry Selick, βασίζεται σε βιβλίο του Νιλ Γκάιμαν (του δημιουργού του Sandman) και αυτό και μόνο θα ήταν λόγος να σπεύσω. Πολύ περισσότερο το ότι τη βρήκα μια θαυμάσια εικαστικά και πολύ ενδιαφέρουσα θεματικά δουλειά, που στην ουσία μιλά για την ενηλικίωση και τις αγωνίες της.
Οι γονείς της Κοραλάιν είναι βαρετοί και δεν της δίνουν τη δέουσα προσοχή. Όταν μετακομίζουν στο καινούριο τους σπίτι, οι γείτονες είναι αλλόκοτοι (τουλάχιστον). Ο καινούριος κόσμος που ανακαλύπτει μέσα από μια μυστική πόρτα είναι αντίγραφο του δικού της, αλλά πολύ πιο ενδιαφέρων. Πλην όμως έχει το τίμημά του...
Πριν απ' όλα να έχετε υπ' όψιν σας ότι, αν και κινούμενο σχέδιο, δεν είναι μια παιδική ταινία (όχι ακριβώς τουλάχιστον). Παίζει πολύ με τη σκοτεινή όψη των πραγμάτων, με το αλλόκοτο, με τον τρόμο πολλές φορές για να είναι παιδική (και μόνο η βασική ιδέα με τα ραμμένα στα μάτια κουμπιά είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Υπάρχει το θέμα της ενηλικίωσης, η αποδοχή του διαφορετικού (στο πρόσωπο του μικρού αγοριού - φίλου της ηρωίδας), η επισήμανση ότι "ό,τι γυαλίζει δεν είναι χρυσός" και διάφορες άλλες ιδέες που καλείστε να ανακαλύψετε. Κι όσο για την οικογένεια... Η ματιά της σ' αυτή είναι σαρκαστική. Από τη μια η καθημερινότητα και η βαρεμάρα (ίσως και η απόρριψη), από την άλλη ο υπερπροστατευτισμός και η υπερβολική αγάπη, αλλά με εφιαλτικό τίμημα. Διαλέγετε και παίρνετε. Στη δεύτερη περίπτωση, θέλει πιθανόν να μας πει το φιλμ, το χάσιμο της ανεξαρτησίας, το να γίνεις ένα άβουλο όργανο, ίσως είναι πολύ χειρότερο.
Όλα αυτά βέβαια είναι δικές μου εκτιμήσεις. Μπορείτε να τα ξεχάσετε αν θέλετε και να απολαύσετε απλώς ένα ενδιαφέρον, ιδιάιτερα σκοτεινό παραμύθι, πολύ όμορφο εικαστικά (αρκετά κοντά στο "Χριστουγεννιάτικο Εφιάλτη" ή τη "Νεκρή Νύφη"), που διαθέτει κατά τη γνώμη μου μια ιδιαίερη ποιότητα, αρκετά μακριά από τα απλώς γιαλιστερά καρτούν της Ντίσνεϊ. Ξανασκεφτείτε το όμως πριν πάρετε μαζί και τα παιδιά σας...

Κυριακή, Ιουνίου 07, 2009

"ΚΑΚΟ ΑΙΜΑ", ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΣΜΟΙ


Το "Mauvais Sang" ("The night is young" ο αγγλικός τίτλος - δεν αλλάζουμε μόνο εμείς τους τίτλους, βλέπετε) είναι η δέυτερη μεγάλου μήκους ταινία του Leos Carax του 1986. Αυτή τη φορά είναι έγχρωμη, τη θεωρώ καλύτερη από το "Boy meet girl", αλλά η αντιπάθειά μου για τον γάλλο δημιουργό φοβάμαι ότι παραμένει.
Ο Carax μπλέκει εδώ το νουάρ, τον έρωτα, την φρέσκια ακόμα τότε απειλή του AIDS, την ποίηση και κάποια στοιχεία επιστημονικής φαντασίας. Κι υπάρχει και μια νεότατη Ζιλιέτ Μπινός στις ομορφιές της: Δυο ηλικιωμένοι κακοποιοί προσλαμβάνουν ένα νεαρό με γρήγορα χέρια, που μόλις έχει εγκαταλείψει την ερωμένη του, για να κλέψει από μια εταιρία έναν ορό που θα θεραπεύσει μια νέα παγκοσμίων διαστάσεων ασθένεια, που έχει να κάνει με το αίμα (η αναφορά στο AIDS, αν και το τελευταίο δεν αναφέρεται, είναι σαφής). Όμως ο νεαρός ερωτεύεται τη νεαρή κοπέλα του ενός κακοποιού.
Πάνω από την ιστορία, το σενάριο, που αναπτύσεται εντελώς ελλειπτικά και σχηματικά, ο Carax βάζει την ποίηση, λεκτική και οπτική, τον πειραματισμό και τα παιχνίδια της εικόνας. Πράγματι υπάρχουν στην ταινία μερικές σκηνές ή πλάνα που τα βρήκα πολύ όμορφα, ορισμένες πολύ καλές ιδέες, κάποια έξυπνα παιχνίδια. Συνολικά όμως για μια ακόμα φορά κουράστηκα και βρήκα μάλλον ενοχλητικό όλο αυτό το ποιητικό στοιχείο, που ουκ ολίγες φορές θεώρησα ότι είναι βερμπαλιστικό και ότι κλίνει περισσότερο προς την αμπελοφιλοσοφία. Και για μια ακόμα φορά επίσης, ο πρώιμος Γκοντάρ της δεκαετίας του 60 είναι πανταχού παρόν - πρέπει να είναι η βασική επιροή του Carax - μόνο που αυτός (ο Γκοντάρ εννοώ) το έκανε κατά τη γνώμη μου πολύ καλύτερα. Σίγουρα η ευαισθησία περισσεύει, οι αλλόκοτες εικόνες και καταστάσεις είναι συχνές, πίσω όμως απ' όλα αυτά παραμονεύει επικίνδυνα η βαρεμάρα και το άνευ λόγου. Και ώρες ώρες βρήκα τον βαθύτατο ρομαντισμό του σκηνοθέτη αβάσταχτα κουραστικό και στριφνό.
Ξέρω ότι πολλοί σινεφίλ αγαπούν πολύ τον Carax και το ποιητικό σινεμά του. Το Mauvais Sang μάλιστα θεωρείται από αρκετούς η καλύτερη ταινία του (προανέφερα ότι κι εγω τη βρήκα καλύτερη από την πρώτη του). Ωστόσο φοβάμαι ότι δεν συγκαταλέγομαι στους θαυμαστές του. Πάνω από οτιδήποτε άλλο τον θεωρώ φλύαρο και επιδειξιομανή και προτιμώ σαφώς άλλους πειραματιστές σκηνοθέτες.
ΥΓ: Κι ένα απόλυτα cult στοιχείο της ταινίας: Σ' έναν χαρακτηριστικό ρόλο παίζει ο μεγάλος δημιουργός κόμικς Hugo Pratt, ο δημιουργός, μεταξύ άλλων, του Corto Maltese.

Παρασκευή, Ιουνίου 05, 2009

Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ "ΑΜΑΡΤΙΑΣ"


"Η Γοητεία της Αμαρτίας" είναι ο μάλλον άσχετος (στο πνεύμα τουλάχιστον) ελληνικός τίτλος του "Gruppo di famiglia in un interno" του 1974, της προτελευταίας δηλαδή ταινίας του Luchino Visconti (1906-1976). Και είναι μια από τις σημαντικές ταινίες του δημιουργού της.
Θα πω από την αρχή ότι ο Βισκόντι κάνει ένα "βαρύ", δραματικό, αργό συνήθως, εσωτερικών κυρίως χώρων σινεμά. Έτσι όσοι είναι συνηθισμένοι (ή μήπως εθισμένοι;) στους ταχύτατους σύγχρονους ρυθμούς των αμερικάνικων κυρίως ταινιών, ας μην ασχοληθούν. Ωστόσο το σινεμά του μεγάλου δημιουργού είναι τόσο πλήρες νοημάτων, που δίνει τροφή στη σκέψη για πολύ καιρό.
Εδώ ένας ηλικιωμένος, μοναχικός, πλούσιος καθηγητής, συλλέκτης και μελετητής παλιών έργων τέχνης, που ζει κλεισμένος στο μπαρόκ διαμέρισμά του, έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη σύγχρονη ζωή, που ενσαρκώνεται στα πρόσωπα της οικογένειας που νοικιάζει σχεδόν με το "έτσι θέλω" το επάνω διαμέρισμα, το οποίο επίσης ανήκει στον καθηγητή. Ο τελευταίος έλκεται και ταυτόχρονα απωθείται από το σύγχρονο, επιπόλαιο και ηδονιστικό πνεύμα - και ταυτόχρονα εμείς αναρωτιόμαστε αν έχει "χάσει τη ζωή του" με τον εγκλεισμό και την αποστείρωσή του.
Το θέμα φέρνει στο νου τις "Άγριες Φράουλες" ενός άλλου μεγάλου, του Μπέργκμαν. Αυτό που θαυμάζω ωστόσο στον Βισκόντι είναι ότι, ενώ στον Μπέργκμαν τα πράγματα είναι μάλλον σαφή (ναι, ο γέρος έχει σπαταλήσει τη ζωή του με τις μελέτες του. Η ζωή βρίσκεται στους νέους, στη χαρά, στη ζωντάνια), εδώ τα πράγματα είναι πολύ πιο ρευστά και διφορούμενα: Ο Λάγκαστερ (ο γέρος) ζει μόνος, ασχολείται με "νεκρά" πράγματα (μελέτη παλιών πινάκων), είναι αποκομμένος απ' τη ζωή. Οι νέοι αντίθετα είναι ηδονιστές, ζουν τη ζωή τους, ταξιδεύουν, πηδιούνται (με όλους τους πιθανούς συνδυασμούς), ξοδεύουν, έχουν μοντέρνα γούστα. Ταυτόχρονα όμως είναι παντελώς κενοί, επιφανειακοί, συχνά σκληροί και αλληλοσπαράζονται. Αντίθετα, μερικές φορές ζηλεύουμε την γαλήνη, την πληρότητα και την ηθική του ηλικιωμένου στην επιλεγμένη μοναξιά του. Έτσι, δεν υπάρχει καλό και κακό, σωστό και λάθος. Όλα διαθέτουν δύο όψεις ή, αν θέλετε, τα πάντα έχουν το τίμημά τους. Γι΄αυτό άλλωστε και ο καθηγητής δεν απορρίπτει απλώς τη χυδαιότητα και τη φτήνεια της οικογένειας, αλλά έλκεται κιόλας απ' αυτήν (και κυρίως απ' τη ζωντάνια της). Ο ωραίος Κόνραντ, καλλιεργημένος και ζιγκολό ταυτόχρονα, ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο, δεν μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα. Είναι μια τραγική φιγούρα.
Φυσικά ο ρόλος του καθηγητή θυμίζει και τον αντίστοιχο ρόλο του Λάνκαστερ στον "Γατόπαρδο". Κι εκεί ο ήρωας ήταν κάτι σαν τελευταίος του είδους του, απομεινάρι άλλων εποχών, και γι' αυτό αταίριαστος και άσχετος με ό,τι ερχόταν, ταυτόχρονα όμως, μέσα στον αναχρονισμό του, διατηρούσε μια γοητεία και μια ευθύτητα. Ο Βισκόντι φαίνεται ότι τρέφει τα ίδια αντιφατικά συναισθήματα για τον σύγχρονο κόσμο: Έλξης και απώθησης ταυτόχρονα.
Στην αμφισημία των πάντων άλλωστε εντάσσεται και η σχέση του Κόνραντ με τον ηλικιωμένο καθηγητή. Αναπτύσει ο τελευταίος πατρικά αισθήματα ή μήπως ερωτικά απέναντί του; Ίσως και ο ίδιος να μην το έχει ξεκαθαρίσει μέσα του. Να λοιπόν και το λανθάνον θέμα της ομοφυλοφιλίας, που κι άλλες φορές απασχόλησε τον Βισκόντι, αλλά και του αδυσώπητου πλησιάσματος του θανάτου και του πόσο απροετοίμαστοι είμαστε πάντοτε γι' αυτό.
Βαρύ δράμα, το είπαμε, για όσους μπορούν να δουν σήμερα τέτοιου είδους σινεμά, πλην όμως νομίζω ότι ο προβληματισμός του θα σας αποζημιώσει.

Τετάρτη, Ιουνίου 03, 2009

ILLUMINATI ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΠΑΠΟΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ


Εντάξει λοιπόν, οι "Illuminati: Οι Πεφωτισμένοι" (Angels and Demons, 2009) του Ron Howard
είναι κάπως καλύτεροι από τον ανεκδιήγητο "Κωδικό Ντα Βίντσι". Δεν νομίζω όμως ότι αυτό με κάνει να χαίρομαι ιδιαίτερα, αφού οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι καλύτερο απ' αυτό δίχως να σημαίνει ότι είναι καλό από μόνο του. Και η άλλη απορία βέβαια είναι πώς τα καταφέρνει ο Howard αμέσως μετά το ενδιαφέρον Frost/Nixon να γυρνά με τόση άνεση στα προηγούμενα χάλια (προφανώς το Frost/Nixon ήταν η εξαίρεση στο έργο του κι όχι οι διάφοροι Κωδικοί).
Εδώ λοιπόν οι ρυθμοί είναι πιο σφιχτοί με αποτέλεσμα να χαζεύεις κάπως στις δύο ώρες (και αμέσως μετά φυσικά να ξεχνάς τα πάντα). Η συνωμοσιολογία και οι "συγκλονιστικές" αποκαλύψεις είναι ηπιότερες (το βάρος πέφτει σε προσωπικές συνωμοσίες και όχι σε... συμπαντικές), το σασπένς πιο έντονο. Ωστόσο είναι τόσες οι συσσωρευμένες απιθανότητες, που το πράγμα καταντά γελοίο. Αφείστε που ο ήρωας Τομ Χανκς λύνει τους πολύπλοκους γρίφους σα να' ναι πράξεις δημοτικού (και μάλιστα έναν σε κάθε ώρα, όπως απαιτεί το σενάριο), με εκνευριστική διάυγεια και (σχεδόν) μαντική ικανότητα και στο μεταξύ προλαβαίνει να παθαίνει και διάφορα, να πέφτει σε καταπακτές, να γλυτώνει τελευταία στιγμή από βέβαιο θάνατο κλπ., πλην όμως να συνεχίζει ακάθεκτος. Διότι αν την σήμερον ημέρα δεν είσαι και γαμώ τους επιστήμονες και Ταρζάν, ποία η μοίρα σου στον κόσμο;
Φυσικά ο συντηρητισμός ξεχειλίζει από παντού: Οι συντηρητικόί καρδινάλιοι αποδεικνύεται ότι έχουν δίκιο (όσοι είναι ανανεωτές άλλα έχουν στο μυαλό τους), η εκκλησία σώζεται φυσικά για να συνεχίσει το θεάρεστο έργο της, να ταϊζει παιδιά και φτωχούς και "να δίνει ελπίδα στις καρδιές εκατομμυρίων", όπως συχνά ακούγεται (πάλι καλά που κάπου αναφέρεται επίσης ότι είναι και πανίσχυρη τράπεζα και ότι έκανε και κακά πράγματα στο παρελθόν, τότε που έκαιγε "αιρετικούς" με το τσουβάλι, θυμάστε), η θρησκεία και η επιστήμη είναι αλληλοσυμπληρούμενες (κάτι σαν το γιν και το γιανγκ φαντάζομαι) και πολλά άλλα. Εύτυχώς που όσο κράταγε όλο αυτό το ρεσιτάλ αναληθοφάνειας (με αποκορύφωμα γελοιότητας τις τελευταίες σκηνές με το ελικόπτερο), εγώ χάζευα την πανέμορφη Ρώμη που έχω επισκεφτεί σχετικά πρόσφατα και τα μνημεία της (όλα σχεδόν παίζουν στο φιλμ κάποιο ρόλο: Ο άγιος Πέτρος, η Καπέλα Σιξτίνα, η Πιάτζα Ναβόνε, το Πάνθεον και άλλα πολλά). Όσο για τον Ντα Βίντσι, εδώ έχει αντικατασταθεί από τον Μπερνίνι, με γκεστ σταρ τον Ραφαήλ. Για να μη ξεχνιόμαστε δηλαδή.
Καλά ποπ κορν.

Δευτέρα, Ιουνίου 01, 2009

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΚΥΝΗΓΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΑΝΙΜΠΑΛ


Οι περισσότεροι άνθρωποι γνώρισαν τον εφιαλτικό Χάνιμπαλ Λέκτορ με την "Σιωπή των Αμνών". Ωστόσο η πρώτη εμφάνιση του ιδιοφυούς και παρανοϊκού ανθρωποφάγου στην οθόνη είχε γίνει μερικά χρόνια πριν, το 1986 συγκεκριμένα, όταν ο Michael Mann μετέφερε στο σινεμά το "Red Dragon" του Χάρις. Και το έκανε με εξαιρετικό τρόπο.
Ο Χάνιμπαλ βρίσκεται φυλακισμένος (όπως στη "Σιωπή") και ο ντετέκτιβ που τον συνέλαβε πάει να ζητήσει τη βοήθεια του για να συλλάβει έναν άλλον σίριαλ κίλερ που σκοτώνει οικογένειες. Από εκεί και πέρα ξεκινά ένα πολύ δυνατό παιχνίδι, που στο κέντρο του ουσιαστικά βρίσκεται, νομίζω, το ερώτημα του κατά πόσο ο διώκτης ντετέκτιβ μοιάζει κατά βάθος με τους φριχτούς τύπους που κυνηγά. Και βέβαια τέτοια ερωτήματα γεννιούνται αφού ο διώκτης προσπαθεί να πιάσει τους διαταραγμένους δολοφόνους (με τρόπο που κάποιες φορές αγγίζει τα όρια του μεταφυσικού) πασχίζοντας να "μπει στο μυαλό τους", να κατανοήσει τον τρόπο σκέψης τους, να καταλάβει γιατί το κάνουν και τι είναι αυτό που τους ερεθίζει τόσο. Η ιδιοφυϊα και η τρελα, λένε, χωρίζονται από μια λεπτή γραμμή. Στους σίριαλ κίλερ που βλέπουμε αυτό είναι σίγουρο. Να όμως που πιθανόν ισχύει και για τον διώκτη τους...
Ο Mann κάνει μια εξαιρετική κατά τη γνώμη μου ταινία, από τα καλύτερα θρίλερ των 80ς, δημιουργώντας μια νοσηρή ατμόσφαιρα αν και το περιβάλλον είναι μοντέρνα hightech - και απρόσωπα - εσωτερικά και σύγχρονες, ψυχρές μεγαλουπόλεις. Χρησιμοποιεί τραγούδια από γνωστά ως επί το πλείστον συγκροτήματα για να τονίσει την ατμόσφαιρα αυτή, με αποκορύφωμα τη φοβερή σκηνή προς το τέλος στο σπίτι του δολοφόνου, υπό τους ήχους του κλασικού In-A-Gadda-Da-Vida των Iron Butterfly. Και καταφέρνει να παρασύρει το θεατή στη δίνη της παράνοιας των όσων διαδραματίζονται.
Αν αγνοείτε το φιλμ αυτό, ψάξτε το. Φυσικά η "Σιωπή των Αμνών" είναι μια πολύ εντυπωσιακή, πιο εντυπωσιακή από αυτή εδώ, ταινία. Αν όμως έπρεπε να διαλέξω μία από τις δύο, πιθανώς θα θεωρούσα τον "Ανθρωποκυνηγό" καλύτερο. Άλλωστε ο Michael Mann είναι σημαντικός σκηνοθέτης.

Σάββατο, Μαΐου 30, 2009

COCKPIT: ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΗΡΩΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


Το "The Cockpit" του 1994 είναι ένα σπονδυλωτό γιαπωνέζικο anime (κινούμενο σχέδιο), που αποτελείται από τρείς ενότητες γυρισμένες αντίστοιχα από τους Yoshiaki Kawajiri (segment 1), Takashi Imanishi (segment 2) και Ryôsuke Takahashi (segment 3). Και οι τρεις είναι ιστορίες από τον Β' παγκόσμιο πόλεμο και έχουν να κάνουν με αεροπόρους. Και στις τρεις οι πρωταγωνιστές είναι ήρωες. Ωστόσο όλες τους έχουν μια έντονη αντιπολεμική διάθεση.
Το στοιχείο αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον της ταινίας. Ενώ βρισκόμαστε στην καρδιά του ηρωισμού, ενώ οι βασικοί χαρακτήρες θυσιάζονται και είναι αποφασισμένοι να πεθάνουν έστω και για την τιμή και μόνο, ο προβληματισμός είναι έντονος και σαφής: Έχουν νόημα όλα αυτά; Έχει νόημα η τόση σπατάλη ανθρώπινων ζωών εν ονόματι της πατρίδας, της τιμής, της δόξας ή όποιου άλλου; Αυτά αναρωτιέται άλλωστε η φωνή του αφηγητή στο τέλος κάθε επεισοδίου. Επίσης, ενώ οι ήρωες των ιστοριών είναι προφανώς γιαπωνέζοι ή γερμανοί, ο εχθρός (αμερικάνοι ή βρετανοί) δείχνεται με κατανόηση και όχι ως "κακοί", όπως σε πολλές πολεμικές ταινίες. Βρίσκονται κι αυτοί στο ίδιο λούκι με τους ήρωες, πολεμούν για τους ίδιους παράλογους σκοπούς, σκοτώνονται όπως ακριβώς κι εκείνοι. Φυσικά σε ταινίες σαν αυτή ξεχνάμε κάθε έννοια χάπι εντ, παιδικότητας, "χαριτωμένου". Πρόκειται για φιλμ που απευθύνονται αποκλειστικά σε ενήλικους. Να μην ξεγελά λοιπόν κανέναν το κινούμενο σχέδιο και καλά θα κάνουν να καταλάβουν άπαντες ότι αυτό έχει προ πολλού πλέον ενηλικιωθεί.
Ίσως σύγχιση προκαλεί το γεγονός ότι σε κάποια σημεία ο θεατής ταυτίζεται με τους ήρωες, θέλει να πετύχουν στις αποστολές τους. Οι ιστορίες είναι φτιαγμένες ακριβώς σαν κλασικές ηρωικές πολεμικές ιστορίες. "Καλύτερα ο θάνατος παρά η ήττα" κλπ. Η διαφορά τους όμως από άλλες αντίστοιχες είναι ότι συνεχώς αφήνεται να φανεί πόσο παράλογες είναι όλες αυτές οι πράξεις, πόσο άνευ νοήματος... Στην πρώτη ιστορία, ας πούμε, ο ήρωας πασχίζει να μην πέσει η πρώτη ατομική βόμβα, που υποτίθεται ότι έχει φτιαχτεί από γερμανούς, καθώς όμως παρακολουθούμε τον εσωτερικό του διχασμό του, τη σύγκρουση ανάμεσα στη φρίκη για το μακελειό και στο καθήκον, ξέρουμε όλοι την ματαιότητα όλων αυτών αφού γνωρίζουμε τι έγινε τελικά στην πραγματικότητα. Ενώ στην τρίτη ιστορία, το πικρό τέλος ανατρέπει όλους τους τόννους ηρωισμού που έχουν προηγηθεί...
Οι αντιρρήσεις μου βρίσκονται κυρίως στο οπτικό μέρος. Δεν το βρήκα σπουδαίο. Ιδιαίτερα στην πρώτη ιστορία βρισκόμαστε στην καρδιά του κλασικού anime με τις ολόιδιες φάτσες με τις μικρές μυτούλες και τα πελώρια μάτια, πανομοιότυπες με χιλιάδες άλλα anime κάθε είδους και άποψης. Αλλά και στις δύο άλλες δεν βρήκα τα εικαστικά αποτελέσματα ιδιαίτερα σημαντικά. Πάντοτε βαριόμουν αυτά τα αβάσταχτα εικαστικά στερεότυπα της πλειοψηφίας των anime και δεν άλλαξα γνώμη με το "Cockpit". Κρίμα, γιατί πολύ συχνά το περιεχόμενο στο είδος αυτό ξεπερνά κατά πολύ το μονότονα επαναλαμβανόμενο "περιτύλιγμα".
Νομίζω πάντως ότι αξίζει να το δείτε, τόσο για το ενήλικο του πράγματος, όσο και για να κατανοήσετε (αν δεν το έχετε ήδη κάνει) ότι τα γιαπωνέζικα κινούμενα έχουν προ πολλού εντελώς "φύγει" θεματικά. Η θεματική τους έχει τόση ποικιλία όση και ο κινηματογράφος γενικότερα, ενώ στη δύση οποιοδήποτε ενήλικο κινούμενο σχέδιο (παρά το ότι υπάρχουν πολλά απ' αυτά) δεν παύει να αποτελεί κάτι σαν εξαίρεση.

Πέμπτη, Μαΐου 28, 2009

Η "ΔΙΧΑΣΜΕΝΗ" ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΑΣΜΕΝΟΙ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ


Στη δεύτερη μεγόλου μήκους ταινία του ο άγγλος Sean Ellis, που είχε παλιότερα κάνει το Cashback, μπαίνει για τα καλά στο χώρο του τρόμου, του μεταφυσικού θρίλερ για την ακρίβεια. "Η Διχασμένη" (The Broken, 2008) δημιουργεί από την αρχή ανησυχητική ατμόσφαιρα, ακόμα και στις σκηνές όπου δεν συμβαίνει τίποτα απολύτως. Ο τρόπος κινηματογράφησης, η μουσική, οι ρυθμοί, συμβάλλουν σ' αυτό. Κι έπειτα μπαίνουμε στην καρδιά του φόβου με την απρόσμενη εμφάνιση μιας ρέπλικας της ηρωίδας, η οποία μάλιστα μοιάζει να γνωρίζει τα ίδια πρόσωπα και να έχει τις ίδιες σχέσεις με εκείνη. Και όσο προχωράμε όλο και περισσότερο καθρέφτες σπάνε και η ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο τρομαχτική, πράγμα φυσικά ευπρόσδεκτο για το είδος.
Ο Ellis έχει νομίζω ικανότητες και βγάζει την άβολη κατάσταση που επιθυμεί δίχως να καταφεύγει στα εφφέ ή στα ξαφνικά "μπαμ" κάποιων φριχτών εμφανίσεων. Ταυτόχρονα η ταινία λειτουργεί και σε ένα δεύτερο επίπεδο σαν παραβολή μιας κοινωνίας... αλλά ας μη σας πω τι κοινωνίας γιατί θα είναι σπόιλερ. Ωστόσο, όλο αυτό το παιχνίδι κάπου το έχουμε ξαναδεί. Πράγματι, η ιδέα είναι κατευθείαν παρμένη από μια άλλη ταινία τρόμου, που θα μου επιτρέψετε και πάλι να μη σας αποκαλύψω ποιά είναι, επειδή αυτό το αντιλαμβανόμαστε κάπου στη μέση, οπότε θα ήταν κρίμα να σας "καρφώσω" το τι συμβαίνει από τώρα. Αυτά τα δάνεια όμως δεν με πείραξαν τόσο, καθώς θεωρώ το φιλμ καλογυρισμένο, αφού κατάφερε να με κρατήσει μέχρι τέλους. Γι' αυτό όμως που θα γκρινιάξω (ή, τέλος πάντων, θα ομολογήσω την αδυναμία μου) είναι το νεφελώδες τέλος. Εγώ τουλάχιστον εν κατάλαβα τι ακριβώς έγινε τελικά. Δεν μιλάμε εδώ για ένα συνειδητά "ανοιχτό" τέλος, όπου ο κάθε θεατής βγάζει το δικό του συμπέρασμα. Μιλάμε για μια ιστορία που κάπου το πήγαινε, αλλά... Συγνώμη, αλλά έμεινα με μια έντονη αίσθηση ανικανοποίητου.
Πάντως εξακολουθώ να θεωρώ το φιλμ αρκετά καλό στο είδος του και σίγουρα θα δω και επόμενες ταινίες του Sean Ellis, που μου φαίνεται αρκετά ενδιαφέρων νέος δημιουργός, παρά τις αδυναμίες του.

Τετάρτη, Μαΐου 27, 2009

ΤΟ ΑΓΟΡΙ, ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ


Το 1984 ο γάλλος Leos Carax γυρίζει την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους "Boy Meets Girl" και αμέσως τοποθετεί τον εαυτό του στη λίστα των "δημιουργών". Μόνο που στην περίπτωσή του οι πιστοί του νομίζω ότι αποτελούνται αποκλειστικά και μόνο από την κατηγορία που αποκαλείται "σινεφίλ". Από κανέναν άλλον.
Ασπρόμαυρη φωτογραφία, εξεζητημένο στιλ, παράξενες πόζες των ηρώων, μακριές σιωπές και, ενίοτε, ακατάσχετη φλυαρία, άφθονο στιλιζάρισμα, υπέρμετρος, απαισιόδοξος ρομαντισμός, σουρεαλισμός, ποιητική πρόζα, πολλή ευαισθησία, αποτελούν μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά της ταινίας που αφηγείται την συνάντηση και τον έρωτα (;) ενός αγοριού και ενός κοριτσιού που πρόσφατα εγκαταλείφτηκαν από τους συντρόφους τους. Πρόκειται για κάτι ανάμεσα σε Γκοντάρ της δεκαετίας του 60 και πρώιμου Τζάρμους (δίχως το χιούμορ του τελευταίου), περιπτώσεις που θα μου επιτρέψετε να τις προτιμώ αμφότερες από το συγκεκριμένο φιλμ του Carax. Παρά το ότι το "Boy Meets Girl" διαθέτει στιλ και προσωπική κινηματογραφική ματιά, ομολογώ ότι με κούρασε αρκετά σε κάποια σημεία. Και, τέλος πάντων, διαθέτει όλον αυτόν τον χαρακτηριστικό βερμπαλισμό πολλών σινεφίλ γαλικών ταινιών συν την απόλυτα πεσιμιστική ματιά του δημιουργού του. Σίγουρα διαθέτει και γοητευτικά στοιχεία (και ξέρω αρκετούς που αγαπάνε το φιλμ αυτό), όπως το στιλ που προείπαμε, οι όμορφες εικόνες, κάποιες έξυπνες ή/και σουρεαλιστικές στιγμές, αλλά γενικά βλέποντάς το, σε μένα τουλάχιστον, κυριάρχησε μια αίσθηση "άνευ λόγου". Κυρίως όσον αφορά την απαισιόδοξη φλυαρία (ή ίσως αμπελοφιλοσοφία;) περί έρωτος.
Ο Carax πάντως αν μη τι άλλο είναι ειλικρινής. Αυτοκαταστροφικός ο ίδιος, με μακρές απουσίες (έχει καταφέρει να γυρίσει 5 μόλις ταινίες σε 25 χρόνια), βγάζει, νομίζω, τον ίδιο του τον εαυτό, τις ανησυχίες και τις αγωνίες του στο φιλμ. Ίσως γι' αυτό αξίζει να το δει κανείς. Προσοχή όμως: Το ξαναείπαμε: Να ανήκει "βαθειά" στην κάστα των σινεφίλ.

Δευτέρα, Μαΐου 25, 2009

ΤΑ ΦΥΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ ΤΗΣ EDEN LOG


Το "Eden Log" (2007), πρώτο φιλμ του γάλλου Franck Vestiel (αν και η ταινία είναι αγγλόφωνη), είναι ένα θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, συχνά εντυπωσιακό οπτικά, αλλά... Τα προβλήματά του είναι κυρίως σεναριακά, αφού μετά το τέλος του πολλοί θεατές θα έχουν αρκετές απορίες για το τι ακριβώς συμβαίνει. Ωστόσο δεν μπορώ να παραβλέψω και μια σειρά από αρετές που με εντυπωσίασαν.
Η ταινία, πάνω απ' όλα, δημιουργεί εξαιρετική ατμόσφαιρα. Σκοτεινή, φωτισμένη κυρίως με "σποραδικούς" φωτισμούς (πηγές φωτός που κουνιούνται, εικόνα που μια φωτίζεται μια σκοτεινιάζει, ξαφνικά μεγενθυμένες λεπτομέρειες από δέσμες φωτός που πέφτουν απότομα σ' αυτές κλπ.), γυρισμένη σε χώρους γεμάτους βιομηχανικά σκουπίδια και ακαθόριστα, μάλλον κατεστραμένα αντικείμενα, που δεν ξέρεις ακριβώς αν είναι οργανικά ή βιομηχανικά, χώρους των οποίων δεν μπορείς να μαντέψεις το σχήμα ή το μέγεθος, δαιδαλώδεις διαδρομές και έντονα κλειστοφοβικό κλίμα, με ελάχιστους διαλόγους, με κράτησε σ' όλη της τη διάρκεια, κι ας μην καταλάβαινα τι ακριβώς συνέβαινε.
Σε γενικές γραμμές κατάλαβα ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα είδος ουτοπίας που καταρρέει μέσα σε μια σειρά εφιαλτικών καταστάσεων, με ένα σχέδιο εξαπάτησης των πολιτών που κάποια στιγμή αποκαλύπτεται και δημιουργείται χάος (αυτό το χάος παρακολουθούμε από την αρχή), με ένα συνδυασμό Matrix, Tetsuo (στο οπτικό μέρος) και άλλων δυστοπικών φιλμ. Η δομή θυμίζει computer game, καθώς ο ήρωας που έχει αμνησία "γεννιέται" σε μια εξαιρετική πρώτη σκηνή μέσα από τη λάσπη και πασχίζει να ανέβει σε όλο και ψηλότερα επίπεδα. Ωστόσο βρήκα το συνολικό αποτέλεσμα πολύ πιο ενδιαφέρον από τα συνήθη "βιντεογκεϊμώδη" φιλμ.
Σας προειδοποιώ: Αν θέλετε φανατικά να ξεκαθαρίζετε τα πάντα, να έχετε πλήρη ιστορία και σαφέστατη "υπόθεση", αλλάξτε φιλμ. Όσοι όμως μπορείτε να ανεχτείτε ορισμένα σκοτεινά σημεία σε μια σκοτεινή ούτως ή άλλως ταινία, μάλλον θα τη βρείτε ενδιαφέρουσα ή, τουλάχιστον, με σκηνοθετική άποψη.

Σάββατο, Μαΐου 23, 2009

ΟΙ ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ ΤΟΥ ΡΑΣΕΛ


Ο Ken Russell είναι, πολύ απλά, ένας σαλταρισμένος σκηνοθέτης. Είναι σα να έχει πέσει μικρός σε ένα καζάνι με LSD και η επίδραση να είναι μόνιμη πάνω του. Τα αποτελέσματα του ατέλειωτου αυτού τριπ κυμαίνονται από σπάνιες οπτικές εμπειρίες έως overdose κιτς, πάντοτε όμως χαρακτηρίζονται από το στοιχείο του υπερβολικού.
Στις "Ανεξέλεγκτες Καταστάσεις" (Altered States, 1980), μοιάζει αρχικά να ελέγχει την καλπάζουσα φαντασία του, σιγά - σιγά όμως χάνεται (όπως συνήθως) σε ένα ακόμα ψυχεδελικό τριπ. Ωστόσο, συνολικά, το φιλμ αυτό παραμένει νομίζω από τις πιο δομημένες ταινίες του. Και διαθέτει και μια ενδιαφέρουσα προβληματική.
Ένας επιστήμονας κάνει πειράματα στον εαυτό του με τους γεμάτους νερό θάλαμους όπου το "πειραματόζωο" αιωρείται επί ώρες μέχρι να χάσει τις αισθήσεις του όπως τις αντιλαμβανόμαστε (τέτοια πειράματα είχαν όντως γίνει στη δεκαετία του 60) και με μια ψυχεδελική ουσία από το Μεξικό, με αποτέλεσμα να παλλινδρομήσει στο χρόνο, να επιστρέψει ακόμα και στην αρχή της ζωής και να βιώσει τον απόλυτο τρόμο. Τα όρια επιστήμης και μεταφυσικής, φυσικού και υπερβατικού, βιωμένης εμπειρίας και παραίσθησης μοιάζουν να καταλύονται.
Παράλληλα ο Russell προβληματίζεται πάνω στην αντίθεση ενστίκτου / πολιτισμού. Η επιστροφή στην κατάσταση του ζώου, όπου κυριαρχεί το καθαρό ένστικτο, είναι καταστροφική, ανεξέλεγκτη, βίαιη, ταυτόχρονα όμως απόλυτα απολαυστική, ηδονική. Καταλύει κάθε έννοια πολιτισμού και κοινωνίας, σε κάνει όμως να βιώσεις αυθεντικές εμπειρίες που αποκλείεται να βιωθούν σε μια οποιαδήποτε οργανωμένη κοινωνία, από τη βαθειά αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Άλλος ένας παράλληλος προβληματισμός είναι αυτός της λειτουργίας των παραισθησιογόνων (που ενδιαφέρει, νομίζω, πάντοτε τον Russell) καθώς όλη η ταινία μπορεί να ειδωθεί και σαν ένα τέτοιο "ταξίδι". Το τέλος βέβαια, ο απόλυτος τρόμος όταν το πράγμα έχει φτάσει σε επικίνδυνα όρια και η "δήλωση" ότι, τελικά, μόνο η αγάπη σώζει, μπορεί να γίνει αποδεκτή από πολλούς, μπορεί και όχι. Το ίδιο και το φινάλε, που πολλοί θα θεωρήσουν απότομο και άγαρμπο, αλλά στο μεταξύ το ταξίδι μέχρι εκεί είναι πολύ πλούσιο.
Η ταινία είναι βυθισμένη σε πλήθος από οπτικά εφφέ (πριν από την εποχή των κομπιούτερ, υπενθυμίζω) που μέχρι σήμερα φαίνονται εντυπωσιακά. Το τελικό ταξίδι βέβαια είναι, νομίζω, αρκετά επηρεασμένο από το αντίστοιχο του "2001: Οδύσσεια του Διαστήματος", ωστόσο το φιλμ διαθέτει μια διαφορετική λογική. Είτε μείνετε άναυδοι όμως είτε θυμώσετε, νομίζω ότι αποτελεί ένα σημαντικό φιλμ στο χώρο του φανταστικού, ενώ ο Russell παραμένει απόλυτα παραληρηματικός και παραισθητικός, όπως στο μεγαλύτερο μέρος του έργου του.

Τετάρτη, Μαΐου 20, 2009

Η BABY JANE ΜΕΓΑΛΩΣΕ...


Υπάρχουν ταινίες των οποίων η επίδραση στο θεατή είναι διαχρονική. Είχα δει άπειρα χρόνια πριν στην τηλεόραση το "What Ever Happened to Baby Jane?" (1962) του Robert Aldrich (1918-1983) και είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό. Το ξαναείδα σήμερα και διαπίστωσα ότι η πολύ δυνατή εντύπωση παρέμενε αναλλοίωτη. Κι αν δοκιμάσετε να τη δείτε, θα αντιληφθείτε νομίζω ότι τα "άρρωστα" θρίλλερ που εξερευνούν την ψυχοπάθεια και κατορθώνουν να τρομάξουν το θεατή δεν "ανακαλύφτηκαν" στα 70ς, αφού η ασπρόμαυρη Baby Jane είναι ταινία του 1962.
Η νοσηρή σχέση δύο μεσήλικων αδελφών, η μία πρώην παιδί θαύμα, η άλλη σούπερ σταρ ως κοπέλα, με καριέρα που διακόπηκε απότομα εξ αιτίας ενός ατυχήματος που την άφησε ανάπηρη, δίνεται από τον Aldrich με έναν πολύ δυνατό τρόπο και έχει το πλεονέκτημα (για θρίλερ φυσικά) να ανεβάζει διαρκώς τους "βαθμούς" νοσηρότητας, να γίνεται όλο και πιο αφόρητο όσο περνά η ώρα, καταλήγοντας σε ένα συγκλονιστικό φινάλε - που περιέχει και μία μεγάλη ανατροπή. Φυσικά η ταινία υποστηρίζεται από τις δύο σούπερ σταρ πρωταγωνίστριες σε μια αξέχαστη ερμηνευτική μονομαχία: Την Μπέτι Ντέιβις και τη Τζόαν Κρόφορντ στο ρόλο της ανάπηρης αδελφής, που κρατιέται φυλακισμένη στην παρακμασμένη τους έπαυλη από τη μισότρελη, αλκοολική αδελφή της. Εκδίκηση, παιδικά τραύματα, ο χρόνος που περνά αδυσώπητα, η προσκόληση στην παιδική ηλικία, η μοναξιά, είναι μερικά μόνο από τα θέματα που θίγονται εδώ. Και, ταυτόχρονα, είναι μια από τις πρώιμες ταινίες που μιλάνε για τους μηχανισμούς του ίδιου του Χόλιγουντ, για τους όρους (σκληρούς βεβαίως) της παραγωγής θεάματος, για το τίμημα της δόξας. Και βέβαια εξαιρετικά ενδιαφέροντα βρίσκω τον χαρακτήρα της Μπέτι Ντέιβις, που σε κάνει να τη μισήσεις και να τη λυπηθείς συγχρόνως και που αποτελεί ένα αξέχαστο κράμα κακίας και παιδικής αθωότητας, σαδισμού και παρακμής.
Από τα κλασικά θρίλερ του σινεμά, η Baby Jane συνίσταται ανεπιφύλακτα στους φίλους των πνιγηρών θρίλερ, που δεν θα χαρακτήριζα ακριβώς τρόμου όσο νοσηρότητας και κλιμακούμενης αγωνίας. Και, αν και όχι ακριβώς τρόμου, όπως μόλις είπα, δείχνει ξεκάθαρα την παρακμή των σύγχρονων αξιοθρήνητων, σπλατεροειδών ως επί το πλείστον αποπειρών για κατασκευή ταινιών τρόμου από ανθρώπους που νομίζουν ότι τρόμος είναι εντυπωσιακά εφφέ με τέρατα και κάθε λογής φρικτές παρουσίες και συνεχή "μπου" στον θεατή...

Κυριακή, Μαΐου 17, 2009

CAFE BAGDAD: ΤΟ ΠΙΟ ΓΛΥΚΟ ΚΑΦΕ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Το 1987 το παγκόσμιο σινεμά γνώριζε τον γερμανό Percy Adlon (που είχε ήδη μερικές ταινίες στο ενεργητικό του) με το Bagdad Cafe, μια από τις πιο γλυκές ταινίες που έγιναν ποτέ. Και συγχρόνως την ευτραφή μούσα του με το δυσκολοπρόφερτο όνομα
Marianne Sägebrecht, που έχει παίξει σε τέσσερις ταινίες του.
Όπου ευτραφής βαυαρή τουρίστρια εγκαταλείπει τον σπαστικό σύζυγό της στο μέσον της ερήμου κάπου στην Αμερική και καταλήγει, κυριολεκτικά από το πουθενά και ντυμένη απίθανα, στο "πιο ερημικό καφέ / μοτέλ του κόσμου", που φέρει το όνομα Cafe Bagdad. Τόσο οι ιδιοκτήτες όσο και οι (μόνιμοι) ένοικοί του είναι γραφικοί τύποι, ο ένας πιο ιδιόρυθμος από τον άλλον, το καφέ είναι παρατημένο, η μαύρη ιδιοκτήτριοα έχει μόλις χωρίσει με τον άντρα της... Η άφιξη της παράξενης γερμανίδας όμως θα ξεκινήσει μια σειρά από μικρά θαύματα...
Η γοητεία της ερήμου, το χιούμορ, η μοναχικότητα, η νοσταλγία χαμένων ή ξεχασμένων από το χρόνο τόπων και πραγμάτων, το γλυκό άφημα στον χρόνο που κυλά, αλλά και η γυναικεία φιλία, σε συνδυασμό με την όμορφη φωτογραφία και τη νοσταλγική μουσική, συνθέτουν μια ταινία από την οποία δεν λείπει η ποίηση, η μαγεία (κάτι σαν μαγικός ρεαλισμός), αλλά ούτε και το φεμινιστικό σχόλιο και το αρμονικό πλησίασμα δύο παντελώς διαφορετικών κουλτούρων. Και, σα να μην έφταναν όλα, ο Adlon καταφέρνει να μετατρέψει την άχαρη και υπέρβαρη πρωταγωνίστριά του σε σέξι, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο.
Την ξαναείδα χρόνια μετά και διατήρησε ατόφια την γοητεία της πρώτης φοράς. Δυστυχώς ο σκηνοθέτης της νομίζω ότι δεν κατάφερε ποτέ να κάνει μια τόσο συμπαθητική και γλυκειά ταινία. Για μένα πάντως το Bagdad Cafe παραμένει μια από τις πιο feel good ταινίες των (πάρα πολλών) τελευταίων χρόνων.
ΥΓ: Και μετά σκέφτηκα μελαγχολικά ότι στην εποχή μας θα ήταν αδύνατο να ονομάσεις το συμπαθέστατο, αστείο και χαμένο στο πουθενά καφέ "Βαγδάτη"...

Σάββατο, Μαΐου 16, 2009

ONE FROM THE HEART: ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ - ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ 5-0


Υπάρχουν ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου (και έργα στην ιστορία όλων των τεχνών) που γίνονται για αποκλειστικά αισθητικούς λόγους. Ο δημιουργός δηλαδή ρίχνει όλο το βάρος στη μορφή, στο στιλ, στο ΠΩΣ θα πεις κάτι και όχι στο ΤΙ θα πεις. Οι εχθροί αυτής της τάσης θα λέγανε ότι το βάρος ρίχνεται στο περιτύλιγμα και όχι στο περιεχόμενο. Οι φίλοι της πάλι θα αντέτειναν ότι αυτό είναι η τέχνη. Ότι η πεμπτουσία της βρίσκεται στους χιλιάδες διαφορετικούς τρόπους να πεις κάτι και όχι στο τι ακριβώς λες. Διαλέγετε και παίρνετε.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα πάντως της άποψης αυτής στο σινεμά αποτελεί νομίζω το One from the Heart του 1982 του Francis Ford Coppola, που αφηγείται την ιστορία ενός ζευγαριού που μετά από 5 χρόνια συμβίωσης χωρίζει, ο καθένας τους τα φτιάχνει με άλλη/άλλον και έπειτα τα ξαναβρίσκουν. Κοινότοπο! θα αναφωνήσετε όλοι. Μα αυτό ακριβώς δεν σας λέω; Ο Coppola παίρνει, επίτηδες νομίζω, μια χιλιοειπωμένη, βαρετή ιστορία και προσπαθεί να τη δώσει με όσο πιο εντυπωσιακό τρόπο μπορεί, κοινώς ρίχνει όλο, μα όλο το βάρος στην εικόνα και στον τρόπο αφήγησης. Τόσο, που κάποιες στιγμές το φιλμ μοιάζει σχεδόν πειραματικό.
Ο σκηνοθέτης, στην ακμή του τότε και ενώ μόλις είχε φτιάξει το προσωπικό του στούντιο Zoetrope (που στη συνέχεια απέτυχε), χρησιμοποιεί εντυπωσιακές εικόνες, διπλοτυπίες, χωρίζει σε μέρη την οθόνη, παίζει με απόλυτα μη ρεαλιστικά χρώματα, σπάει την αφήγηση με εμβόλιμα νούμερα μιούζικαλ, δοκιμάζει νέες κινηματογραφικές τεχνικές (αν θυμάμαι καλά το φιλμ γυρίστηκε για πρώτη φορά όλο σε βίντεο) και γενικά αποθεώνει το αισθητικό μέρος με κυρίαρχη τη λάμψη και το φως των επιγραφών από νέον. Η αισθητική του μερικές φορές φλερτάρει με το κιτς (άλλωστε, επίτηδες προφανώς, η δράση τοποθετείται στο Λας Βέγκας, ίσως την πιο κιτς πόλη του κόσμου), άλλες φορές επινοεί απρόβλεπτες εικόνες λουσμένες σε έναν μη ρεαλιστικό, τεχνητό φωτισμό, μερικές απ' τις οποίες είναι μονόχρωμες (κατακόκκινες, μόνο μπλε κλπ.) και, το ξεναλέω, συχνά αγγίζει τον πειραματισμό. Η ταινία, στο μεταξύ, είναι πλημμυρισμένη από τραγούδια του Tom Waits που γράφτηκαν ειδικά γι' αυτήν, τα οποία ακούγονται ολόκληρα και όχι αποσπασματικά, κάνοντας έτσι μεγάλο μέρος της να μοιάζει με βιντεοκλίπ - πριν την εποχή τους και σαφώς όχι με τους ρυθμούς που τα έχουμε συνηθίσει σήμερα.
Τι μένει απ' όλη αυτή την αγωνιώδη προσπάθεια επιβολής του στιλ πάνω στο περιεχόμενο; Θα το κρίνετε εσείς. Νομίζω ότι κάποιοι θα λατρέψουν και κάποιοι θα μισήσουν την ταινία. Και μάλλον αυτό το ήξερε από την αρχή ο Coppola. Μένει να αποφασίσετε με ποιούς είστε.

Παρασκευή, Μαΐου 15, 2009

ΟΙ ΕΝΤΙΜΟΤΑΤΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΚΑΙ ΕΝΤΙΜΟΤΑΤΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ


"Οι Εντιμότατοι Φίλοι μου" (Amici miei, 1975) του Mario Monicelli (1915-2010) αρνούνται, τόσα χρόνια μετά, να χάσουν τη γοητεία τους και παραμένουν μια από τις χαρακτηριστικότερες, κλασικές ιταλικές κωμωδίες. Και ταυτόχρονα εξακολουθούν να διαθέτουν αυτό το άψογων δόσεων μείγμα κωμικού και δραματικού, που χαρακτηρίζει την κωμωδία των 50ς, 60ς και 70ς της χώρας αυτής.
Υποθέτω ότι στους περισσότερους το τι συμβαίνει εδώ είναι γνωστό: Μια παρέα 4 (συν έναν που προστίθεται αργότερα) παλιών φίλων από το σχολείο, άνω των πενήντα τώρα πια, κάθε λίγο παρατάνε οικογένεια, δουλειά και όποια άλλη υποχρέωση για να αλητέψουν "σαν τσιγγάνοι", κοινώς όπου τους βγάλει ο δρόμος τους, οργανώνοντας στο ξεφάντωμά τους αυτό ιδιοφυείς πλάκες σε ανύποπτους ανθρώπους που συναντούν στο δρόμο τους. Η ταινία καταγράφει μερικές από τις πλάκες αυτές, αλλά και τον τρόπο ζωής αυτών των μεσήλικων που αρνούνται πεισματικά να μεγαλώσουν.
Μια ανάλυση των χαρακτήρων τους θα απέβαινε μάλλον εις βάρος τους: Επιπόλαιοι όσο δεν παίρνει, δίχως να παίρνουν τίποτε στα σοβαρά (εκτός ίσως του ίδιου του χαβαλέ) και πάνω απ' όλα παντελώς ανεύθυνοι, δεν διστάζουν να κάνουν τις οικογένειές τους να υποφέρουν (κυρίως ο Ούγκο Τονιάτσι) ή να αφήσουν έναν ασθενή χωρίς χειρουργείο, προκειμένου να οργανώσουν τις αποδράσεις τους και να γελάσουν. Ταυτόχρονα όμως είναι τόσο, μα τόσο αξιαγάπητοι, που είναι δύσκολο να τους καταδικάσεις. Ή, αν θέλετε,
σηματοδοτούν μια φωτεινή, ανέμελη οπτική της ζωής, μονίμως αισιόδοξη παρά τις αντιξοότητες, μονίμως "έξω καρδιά", η οποία φαίνεται πολύ προτιμότερη αν τη συγκρίνουμε με τον σοβαρό, κουμπωμένο 30άρη γιάπι γιο του Φιλίπ Νουαρέ (άλλο ένα συν της ταινίας το ότι προέβλεψε από τότε ήδη την ύπαρξη "φρικιών" γονιών και συντηριτικών παιδιών, που, αντιστρέφοντας τον παραδοσικό ρόλο των γενεών, προσπαθούν μάταια να νουθετήσουν τους πατεράδες τους). Εξ άλλου το φιλμ δεν νομίζω ότι τους θεοποιεί. Ίσα - ίσα αρκετές φορές δείχνει αρνητικές πλευρές τους, άλλοτε φαλοκρατικές κι άλλοτε κυνικές.
Είτε τους μισήσετε όμως (ιδιαίτερα κάποιες στιγμές θα αντιπαθήσετε μερικούς τουλάχιστον από αυτούς τους ζαμανφουτίστες μεσοαστούς με την καθόλου μικροαστική λογική) είτε τους αγαπήσετε, το σίγουρο είναι ότι πολλές φορές θα ξεκαρδιστείτε πραγματικά από τα γέλια. Σ' αυτό νομίζω ότι το φιλμ παραμένει αγέραστο. Και, σαν επιστέγασμα, η ταινία αυτή, ένας από τους θερμότερους ύμνους στην αντρική φιλία που έγινε ποτέ, καταλήγει στο απίστευτο, κωμικοτραγικό φινάλε που είναι από τα ελάχιστα που με έκαναν να συγκινούμαι μέχρι δακρύων και ταυτόχρονα να δακρύζω από τα γέλια. Πολύ απλά επειδή κάποιος (ίσως ο πιο συμπαθής ή ο πιο συνεπής της παρέας) κρατά τη λογική τού "δεν παίρνω τίποτα στα σοβαρά" κυριολεκτικά μέχρι θανάτου...
ΥΓ: Η ατινία είχε τόση επιτυχία που γνώρισε άλλα δύο σίκουελ. Απ' όσο θυμάμαι το 2ο ήταν σχετικά συμπαθητικό, ενώ το 3ο δεν βλέπεται. Αμφότερα όμως δεν συγκρίνονται με το αυθεντικό πρώτο.

Τετάρτη, Μαΐου 13, 2009

ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ ΤΟΥ "ΣΛΟΥΘ"


Το "Sleuth" (1972) του Joseph L. Mankiewicz (1909-1993) βασίζεται σε θεατρικό έργο του Άντονι Σάφερ. Έχει κατά βάση δύο μόνο ηθοποιούς, διαρκεί κοντά δυόμισι ώρες, είναι ολόκληρο σχεδόν γυρισμένο μέσα σε ένα σπίτι και... σας υπόσχομαι ότι όχι μόνο δεν θα βαρεθείτε ούτε λεπτό, αλλά θα το παρακολουθήσετε με κομμένη την ανάσα. Πώς γίνεται αυτό; Δν έχετε παρά να δείτε το φιλμ.
Ξεκινά σαν ένα είδος αστυνομικού, μια απάτη σχεδιάζεται, σύντομα τα πράγματα σοβαρεύουν, καταλήγουμε με ένα πτώμα... κι αυτό είναι μόνο η αρχή. Οι διάλογοι είναι εκπληκτικοί, πνευματώδεις, λεπτοί, σαρκαστικοί και μπορούν να τσακίσουν κόκαλα. Οι ανατροπές διαδέχονται η μία την άλλη με ταχύτητα, ούτε στιγμή όμως το στόρι δεν γίνεται χαώδες, αντίθετα είναι ακριβές σα χειρουργικό νυστέρι. Όταν συμβαίνει η απόλυτη ανατροπή, που αφήνει άναυδο το θεατή να μη πιστεύει στα μάτια του, βρισκόμαστε μόλις λίγο μετά το μέσο του φιλμ. Τι διάβολο άλλο μπορεί ακόμα να συμβεί; Κι όμως...
Πέρα από την ποιότητα των διαλόγων, μεγάλο μέρος της γοητείας της ταινίας οφείλεται φυσικά στους δύο μέγιστους ηθοποιούς που ερμηνεύουν τους βασικούς ρόλους σε μια αληθινή υποκριτική μονομαχία υψηλού επιπέδου: Λόρενς Ολιβιέ και Μάικλ Κέιν. Άλλωστε ο Μάνκιεβιτς ήταν ειδικευμένος τόσο στη μεταφορά θεατρικών στην οθόνη όσο και στην άψογη διεύθυνση των ηθοποιών του.
Και μένει βέβαια, εκτός της ευφάνταστης πλοκής, και η βαθύτατη κριτική που ασκεί η ταινία (ή μάλλον το κείμενο στο οποίο βασίζεται). Δεν έχουμε μόνο ένα βαθύ ψυχολογικό πορτρέτο, αλλά και μια έντονη αλληγορία πάνω στις τάξεις και τις σχέσεις τους: Ο αριστοκράτης, πλούσιος Ολιβιέ και ο αυτοδημιούργητος, ταπεινής καταγωγής Κέιν αντιπροσωπεύουν τις τάξεις τους, τις αξίες τους, την (όποια) ηθική τους. Τα περισσότερα βέλη πέφτουν στον αριστοκράτη, το ψυχικό στριπτίζ του οποίου είναι ανελέητο. Όσο το φιλμ προχωρά αντιλαμβανόμαστε τι σημαίνει αυτός και η τάξη του, το αληθινό τους πρόσωπο. Κι όλα αυτά συμβαίνουν ενώ σχεδιάζεται ανάγλυφα τόσο ο χαρακτήρας του γεννημένου συλλέκτη, όσο και του ανθρώπου που του αρέσει πάνω απ' όλα να παίζει. Το μέρος που αφορά τη φύση και την ουσία της έννοιας του παιχνιδιού (σε ενηλίκους εννοώ φυσικά), είναι άλλο ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κομμάτι.
Ξέρω την πιθανή σας αντίρρηση: Η θεατρικότητα. Γιατί να μην δω ένα τέτοιο έργο στο θέατρο (άλλωστε απ' όσο διάβασα είχε κάποτε ανέβει και στην Ελλάδα με τους Χορν και Αλεξανδράκη στους βασικούς ρόλου). Συνήθως κι εγώ συμμερίζομαι αυτή την επιφύλαξη. Υπάρχουν όμως ορισμένα έργα τόσο δυνατά, που σε αποροφούν ολότελα είτε στη σκηνή τα παρακολουθείς είτε στην οθόνη. Οπότε, κατά τη γνώμη μου πάντα, έχουμε να κάνουμε με μια από τις μάλλον σπάνιες περιπτώσεις όπου συγχωρείται η θεατρικότητα.
ΥΓ: Δεν είδα το ριμέικ του 2007, αλλά άκουσα / διάβασα πολύ κακά σχόλια. Λογικό όταν έχεις να κάνεις με τέτοιο πρωτότυπο. Ακόμα δεν έχω κατανοήσει γιατί στην ευχή επιχειρούν να ξαναγυρίσουν ντε και καλά μεγάλες ταινίες.

Τρίτη, Μαΐου 12, 2009

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΚΟΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΗς ΜΟΙΡΑΣ


Σίγουρα οι "Παράλληλοι Κόσμοι" (Franklyn, 2008) του βρετανού Gerald McMorrow είναι μια πρωτότυπη, ασυνήθιστη ταινία. Σίγουρα επίσης δύσκολα την κατατάσεις στην κλασική επιστημονική φαντασία. Και, επίσης, από την αρχή δείχνει ότι δεν πρόκειται για κοινή περιπέτεια, αλλά περισσότερο για καλλιτεχνική προσπάθεια.
Η ταινία παρακολουθεί 4 άσχετες αρχικά μεταξύ τους ιστορίες: Τρεις ρεαλιστικές, του σύγχρονου Λονδίνου, και μία φανταστική, που διαδραματίζεται στην λίγο-Metropolis- λίγο-Brazil-λίγο-Gotham πόλη Meanwhile, όπου συγκεντρώνονται όλες οι πιθανές και απίθανες θρησκείες κι όπου ο καθένας είναι υποχρεωμένος να έχει μια πίστη, όσο παλαβή κι αν είναι αυτή, και στην οποία ήρωας είναι ένας μασκοφόρος εκδικητής, που δραπετεύει από τη φυλακή του. Γρήγορα διαπιστώνουμε ότι στις 4 αυτές ιστορίες παίζουν οι ίδιοι ηθοποιοί, άλλοτε σε παρόμοιους/παραλλαγμένους ρόλους κι άλλοτε σε άσχετους. Στο τέλος οι ιστορίες θα συγκλίνουν με μάλλον απροσδόκητο τρόπο.
Προβληματισμός πάνω στην τυχαιότητα, τη μοίρα ή το πεπρωμένο αν προτιμάτε, σχόλια για τον απόλυτο έρωτα, την παράνοια, την καλλιτεχνική δημιουργία στη σύγχρονη τέχνη και για διάφορα άλλα, ανακατωμένα με κάμποσα φροϋδικά και ψυχαναλυτικά στοιχεία(κυρίως αφορούν σχέσεις γονιών - παιδιών), συνθέτουν το φιλμ αυτό που βρήκα ότι κινείται επικίνδυνα ανάμεσα στον σοβαρό προβληματισμό και τη new age αμπελοφιλοσοφία. Δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες γιατί θα σας αποκαλύψω στοιχεία της πλοκής που δεν πρέπει, αλλά μάλλον προς το δεύτερο φοβάμαι ότι πλησιάζει περισσότερο. Ενώ έχει σίγουρα ενδιαφέρον, κάτι δεν μου πήγαινε καλά και τελικά έφυγα ανικανοποίητος. Μου θύμιζε προβληματικές παλιότερων ταινιών του Tikwer, με λίγο από Lynch, αλλά και πάλι όχι ολοκληρωμένα. Τέλος πάντων δεν μετάνοιωσα που το είδα, δεν μου άρεσε πάντως ιδιάιτερα. Ίσως να έπαιρνε κάπως περισσότερο απ' όσο πρέπει στα σοβαρά τον εαυτό του. Αν το συνιστώ για κάποιον λόγο είναι για τη σεναριακή του πρωτοτυπία.