Σάββατο, Φεβρουαρίου 14, 2009

STRAIGHT TO HELL... ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ


Ήταν το 1987 όταν ο Alex Cox, στις δόξες του τότε (σήμερα έχει ψιλοχαθεί), δοκίμασε να κάνει ένα είδος φιλμικής πλάκας, που όμως δεν του βγήκε καθόλου. Το Straight to Hell είναι μια ταινία με προσχηματικό σενάριο (δίχως σενάριο θα ήταν ίσως καλύτερα να πω), δίχως ρυθμό και, μου φαίνεται, δίχως κανένα λόγο ύπαρξης.
Υποτίθεται ότι είναι ένα είδος παρωδίας γουέστερν, που διαδραματίζεται όμως στη σύγχρονη εποχή σε ένα άθλιο μεξικάνικο χωριουδάκι, με άφθονη βία, σεξ (όχι, δεν δείχνει πολλά πράγματα, υπονοεί όμως) και ήρωες που παίρνουν διάφορες πόζες και λένε ένα σωρό κλισέ ατάκες (επίτηδες φυσικά, γιατί είπαμε ότι είναι παρωδία). Και φυσικά όλα τελειώνουν με μια ολοκληρωτική σφαγή. Ωστόσο ο χαβαλές δεν βγαίνει με τίποτα, η πλοκή είνια ανύπαρκτη, το χιούμορ άστοχο και γενικά κατάφερα να βαρεθώ σε ένα υποτίθεται πλακατζίδικο πρότζεκτ. Είναι σαφές ότι ο Cox στόχευε να κάνει κάτι που θα γινόταν αυτόματα καλτ. Όπως όμως είπαμε και στην περίπτωση του πρόσφατου Sukiyaki Western Django, το καλτ σπανίως (και τυχαία) "κατασκευάζεται" εγκεφαλικά. Κάτι γίνεται καλτ από μόνο του, με την πάροδο του χρόνου.
Γιατί όμως θα γινόταν (υποτίθεται) καλτ η ταινία, πέραν του στοιχείου της παρωδίας (και γιατί ίσως αξίζει να τη δει κανείς σήμερα); Επειδή οι περισσότεροπι ηθοποιοί είναι γνωστοί μουσικοί, αλλά και σημαντικές προσωπικότητες του σινεμά, που εμφανίζονται τόσο σε μικρούς όσο και σε πρωταγωνιστικούς ρόλους. Πάρτε ανάσα και ψάξτε να βρείτε: Σε δύο από τους βασικούς ρόλους ο μακαρίτης Joe Strummer των Clash και η Courtney Love, πριν κάνει πλαστικές και αλλάξει μύτη και άλλα. Και σε διάφορες, μεγαλύτερες ή συντομότερες εμφανίσεις, οι Pogue (ολόκληρο το συγκρότημα σε ρόλους παράνομων), ο Elvis Costello ως... μπάτλερ που σερβίρει καφέ στην καφεϊνομανή συμμορία, ο Ντένις Χόπερ, η Grace Jones, αλλά και ο ίδιος ο Τζιμ Τζάρμους αυτοπροσώπως. Ενώ ο πρωταγωνιστής μαύρος Sy Richardson είναι σίγουρο ότι θα σας θυμίσει τον μαύρο ήρωα του Pulp Fiction. Είναι σίγουρο ότι ο Ταραντίνο έχει επηρεαστεί άμεσα (και) από εκεί.
Αυτά για το καλτ του πράγματος. Άν θέλετε να το ψάξετε γι' αυτές και μόνο τις σπάνιες εμφανίσεις, ΟΚ. Πέραν τούτου ουδέν.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 13, 2009

Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΤΕΡΟΣ "ΕΝΟΙΚΟΣ" ΠΟΥ ΘΑ ΓΝΩΡΙΣΕΤΕ ΠΟΤΕ


Ο Roman Polanski είχε κι άλλη φορά ασχοληθεί με το θέμα της παράνοιας πριν τον "Ένοικο" (Le Locataire) του 1976, στην "Αποστροφή" συγκεκριμένα, που θεωρείται από μερικούς ως η πιστότερη εικόνα της σχιζοφρένειας που αποτυπώθηκε ποτέ στην οθόνη (αλλά και το "Μωρό της Ρόζμαρι" είχε νύξεις για πιθανή παράνοια της ηρωίδας). Στον "Ένοικο" όμως πάει το πράγμα πιο πέρα με πολλούς τρόπους.
Η ταινία περιγράφει το πώς ένας ήσυχος άνθρωπος που νοικιάζει ένα διαμέρισμα σε μια παλιά πολυκατοικία του Παρισιού οδηγείται βαθμιαία στην τρέλα και στο συγκλονιστικό φινάλε. Και συγχρόνως απολαμβάνουμε τον ίδιο τον Πολάνσκι να πρωταγωνιστεί δίπλα σε μια πανέμορφη Ιζαμπέλ Αντζανί. Ωστόσο, πέραν της μελέτης της τρέλας, η ταινία επιδέχεται πολλαπλές άλλες αναγνώσεις και ερμηνείες.
Κυρίως μπορεί να θεωρηθεί ως παραβολή της επίδρασης του ασφυκτικού κοινωνικού περίγυρου πάνω στο άτομο. Είναι, βλέπετε, οι ψυχροί, σα ζόμπι, γείτονες ο καταλύτης που οδηγεί τον ήρωα στην τρέλα. Από την άλλη ο ήρωας αυτός είναι και ο ίδιος πειθήνιος, υποχωρητικός, έτοιμος να θυσιάσει τις επιθυμίες, τον τρόπο ζωής, την προσωπικότητά του τελικά, προκειμένου να γίνει αρεστός στο απρόσωπο, συντηρητικό, καταπιεστικό "σύνολο", αυτό που ορίζει τον περίφημο άχρωμο, άοσμο, δίχως ιδιότητες "μέσο άνθρωπο" (ο οποίος βεβαίως είναι και ιδιαίτερα πουριτανός και έτοιμος να τσακίσει κάθε διαφορετικό προκειμένου να θριαμβεύσει ο δικός του "καθώς πρέπει" τρόπος ζωής). Βέβαια κάποια στιγμή θα κάνει την επανάστασή του (ο ένοικος, εννοώ, όχι ο μέσος άνθρωπος), όταν θα αρνηθεί να υπογράψει για την έξωση μιας άλλης ενοίκου, αλλά θα είναι πια αργά. Η εσωτερική αρρώστια θα έχει προχωρήσει πολύ βαθιά... Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το ότι ο Πολάνσκι δεν σκιαγραφεί ένα θετικό αντίθετο πόλο σε σχέση με τον δειλό ήρωα. Αντίθετα, ο τολμηρός φίλος του, που αψηφά τους γείτονες, την κοινή ησυχία και κάθε κανόνα, παρουσιάζεται σαν η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος σε σχέση με τους καταπιεστικούς γείτονες. Παρουσιάζεται σεν κτήνος, δίχως ίχνος ανθρωπιάς, που είναι έτοιμος να πατήσει σε πτώματα για να ικανοποιηθεί προσωπικά. Οπότε; Ο Πολάνσκι μοιάζει να παραδίδει μαθήματα μισανθρωπίας, καθώς μας δίνει μια ζοφερή εικόνα τόσο του υποταγμένου ανθρωπάκου, όσο και του ακριβώς αντίθετού του, αυτού που δεν υπολογίζει κανέναν πέραν του εαυτού του. Ή μήπως θέλει να μας υποδείξει την ύπαρξη ενός άλλου, τρίτου δρόμου που καλούμαστε να ανακαλύψουμε; Πάντως (δικο μου συμπέρασμα αυτό) νομίζω ότι θεωρεί πως ο φοβισμένος, παθητικός ανθρωπάκος του είναι, κατά κάποιον τρόπο, άξιος της μοίρας του, αφού ποτέ δεν βρήκε το θάρρος να επαναστατήσει.
Παράλληλα, το περίφημο "κοινωνικό σύνολο", γκρίζο, καταθλιπτικό σαν την ίδια την πολυκατοικία, στιγματίζεται ως απόλυτα εχθρικό σε κάθε διαφορετικότητα, καθώς οι νύξεις για ρατσισμό, ομοφοβία και επιθυμία απομόνωσης οποιουδήποτε "δεν μας μοιάζει" είναι σαφέστατες.
Η ταινία, προειδοποιώ, γίνεται ζοφερή όσο προχωρά, στιγμές - στιγμές αγγίζει τα όρια της ταινίας τρόμου, καθώς ο ήρωας βυθίζεται όλο και πιο πολύ στους εφιάλτες και τις παραισθήσεις του. Παρά την σκοτεινιά της όμως, τη βρίσκω από τις δυνατότερες του δημιουργού της και ένα από τα συγκλονιστικότερα σχόλια πάνω σε όσα προαναφέραμε. Και είναι ίσως ευκαιρία να ανακαλύψετε και τον ζωγράφο, συγγραφέα και πολλά άλλα Topor, σε βιβλίο του οποίου βασίζεται.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 11, 2009

ΓΙΑΠΩΝΕΖΙΚΟ (ΣΟΥΚΙΓΙΑΚΙ) ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ (ΤΖΑΝΓΚΟ) ΚΑΙ ΣΙΝΕ-ΑΧΤΑΡΜΑΣ


Ο Takashi Miike είναι ένας καλτ γιαππωνέζος σκηνοθέτης, που ούτε λίγο ούτε πολύ έχει γυρίσει (αν βάλουμε και τα τηλεοπτικά και τα απ' ευθείας σε βίντεο)... 70τόσες (εβδομηντακάτι, να το γράψω και ολογράφως) ταινίες σε 19 χρόνια καριέρας! Οι περισσότερες από αυτές είναι βεβαίως παντελώς b-movie, τα τελευταία χρόνια όμως οι προϋπολογισμοί του έχουν ανέβει. Πάντοτε υπερβίαιες, άρρωστες πολλές φορές (αίμα και σπέρμα, ξέρετε), κινούνται σε πολλά είδη και αρκετές απ' αυτές (όχι ότι έχω δει και πολλές βεβαίως) κυριολεκτικά δεν βλέπονται, αν και στη φιλμογραφία του περιλαμβάνεται και μια από τις πιο νοσηρές και εφιαλτικές ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ, η συγκλονιστική Audition.
To Sukiyaki Western Django (2007) είναι αυτό που λέει ο σπαγγετογιαπωνέζικος τίτλος του: Μια παρωδία (μάλλον) σπαγγέτι γουέστερν, με το κλασσικό στόρι με τις δυο συμμορίες που λιμαίνονται ένα φτωχό χωριό, ώσπου έρχεται ο μυστηριώδης ξένος και ανατρέπει τα πάντα (ιδέα των "7 Σαμουράι" φυσικά, που στη συνέχεια υιοθέτησε στη δική του εκδοχή ο Λεόνε στο "Για μια χούφτα δολλάρια"). Μόνο που εδώ το χωριό είναι στη Νεβάδα, τα φτωχά σπίτια όμως έχουν γιαπωνέζικη αρχιτεκτονική, οι κάτοικοι και οι εισβολείς - συμμορίες είναι κανονικότατοι γιαπωνέζοι, οι οποίοι μιλάν αγγλικά με γιαπωνέζικη προφορά και οι οποίοι βεβαίως, εκτός από άψογο χειρισμό των εξάσφαιρων, είναι βαθείς γνώστες ανατολικών πολεμικών τεχνών, όπως η ξιφασκία. Η φωτογραφία είναι επίτηδες πειραγμένη, τα χρώματα έντονα και συχνά εξωπραγματικά και οι σκηνές με τον Ταραντίνο, που παίζει ένα χαρακτηριστικό ρόλο (λείπει ο Μάρτης απ' τη σαρακοστή;) έχουν οφθαλμοφανώς (επίτηδες φυσικά)ζωγραφισμένα σκηνικά.
Το θέμα είναι ότι όλη αυτή η άνευ λόγου βία, τα επαναλαμβανόμενα (επίτηδες και πάλι) κλισέ και η όλη αισθητική με έκαναν να βαρεθώ σύντομα και να περιμένω πώς και πώς να τελειώσει - με την καθιερωμένη πλήρη σφαγή φυσικά. Διότι άλλο ν' ανακατώνεις είδη, πράγμα που συχνά βρίσκω ενδιαφέρον, κι άλλο να κάνεις έναν πλήρη αχταρμά, τα επί μέρους συστατικά του οποίου μάλιστα έχουμε ξαναδει πάμπολλες φορές.
Φυσικά η ταινία είναι φτιαγμένη ως ένα είδος πλάκας (ευτυχώς ο Miike φαίνεται ότι ελάχιστες φορές παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του) και με ξεκάθαρο στόχο να γίνει καλτ. Μόνο που το καλτ σπανιότατα κατασκευάζεται εξ αρχής, ως πρόθεση. Γίνεται από μόνο του με την παροδο του χρόνου. Οπότε το όλο εγχείρημα μου φαίνεται πως σκάει σύντομα σα μια φανταχτερή τσιχλόφουσκα. Ίσως βέβαια κάποιοι το βρουν διασκεδαστικό. Εγώ πάντως δεν το κατάφερα.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 09, 2009

ΤΡΕΙΣ ΝΑΥΤΕΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ


Να λοιπόν που το "On the town" (όλα τα λεφτά ελληνικός τίτλος "Τρεις ναύτες και τρία κορίτσια"!) του 1949 των Stanley Donen και Gene Kelly παραμένει ένα διασκεδαστικό μιούζικαλ, κλασικό στο είδος του. Προσοχή όμως: Υπό προϋποθέσεις, και μάλιστα αρκετές, τις οποίες πρέπει να λάβει πολύ σοβαρά υπ' όψιν του ο σύγχρονος θεατής, και ειδικά ο αμύητος στον κόσμο των αμερικάνικων μιούζικαλ: Έχω γράψει και αλλού ότι στο πάλαι ποτέ ένδοξο αυτό είδος το σενάριο περνάει σε δεύτερη (μπορεί και τρίτη) μοίρα. Αυτό που προέχει είναι τα τραγούδια, τα χορευτικά νούμερα, το θέαμα. Ειδικά όταν πρόκειται για κωμωδία, όπως εδώ, κάθε αληθοφάνεια πάει περίπατο. Ξεχάστε την 1949), λοιπόν απ' την αρχή. Αν μπείτε στο λούκι "μα αυτό δεν γίν1949), εται ούτε με σφαίρες", τότε χάσατε το παιχνίδι. Δεχτείτε λοιπόν τις απιθανότητες και τις τερατώδεις και κατ' εξακολούθησιν συμπτώσεις, και τότε θα διασκεδάσετε μια χαρά.
Διότι ο εξαιρετικός χορευτής Τζιν Κέλι, ο Φρανκ Σινάτρα και ο Ζιλ Μάνσιν είναι τρεις ναύτες, που βγαίνουν για 24 μόλις ώρες στη Νέα Υόρκη, την οποία και οι τρεις επισκέπτονται για πρώτη φορά. Στο 24ωρο αυτό πρέπει να δουν όλα τα αξιοθέατα, να γλεντήσουν σ΄όλα τα τρέντι μαγαζιά και... να βρούν κοπέλες. Δεν νομίζω βέβαια ότι αποτελεί σπόιλερ να πω ότι τα πετυχαίνουν όλα. Είπαμε, το θέμα δεν είναι το σενάριο. Είναι τα μουσικοχορευτικά νούμερα, είναι τα σκηνικά (αρκετά απ' αυτά κατασκευασμένα σε στούντιο, βεβαίως), τα όμορφα τραγούδια, οι έξυπνοι διάλογοι, και το κωμικό στοιχείο, που όσο προχωρά το φιλμ ανεβαίνει όλο και περισσότερο για να καταλήξει σ' ένα κρεσέντο στο φινάλε με μεταμφιέσεις, κυνηγητά αυτοκινήτων, μπάτσους κι άλλα πολλά, ενώ σ' όλη τη διάρκεια γίνονται και πολλά κινηματογραφοφιλικά λογοπαίγνια ή αστεία - αναφορές. Πρέπει όμως να έχει κανείς γνώση του παλιότερου σινεμά, προσώπων, έργων κλπ. για να τα πιάσει. Αναφέρονται, βλέπετε, στην προ 1949 εποχή... Έχει τέλος ενδιαφέρον να δει κανείς πόσο τέτοιου είδους σενάρια έχουν επηρεάσει την ελληνική κωμωδία της δεκαετίας του 60, που τόσο συχνά βλέπουμε στην τηλεόραση. Δεν μιλώ μόνο για τον Δαλιανίδη και τα μιούζικάλ του, αλλά και για συγκεκριμένο στιλ αστείων, ιστοριών κλπ. Μόνο που εδώ βλέπουμε το πρωτότυπο.
Θα πρότεινα λοιπόν να οπλιστείτε με "αθωότητα", να μην πολυαναλύετε το τι ακριβώς συμβαίνει και να χαλαρώσετε. Τότε θα απολαύσετε ένα από τα κλασικότερα κωμικά αμερικάνικα μιούζικαλ.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 08, 2009

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΧΡΟΝΟΥ


Έχετε ίσως βαρεθεί να με ακούτε να εκθειάζω το νέο ισπανικό σινεμά. Φαίνεται ότι εκεί κρύβεται μια ανεξάντλητη πηγή νέων ταλέντων. Μακάρι αυτό το "μπουμ" να βγει και παραέξω και να μη μένει σε άγνωστα dvd.
Το "Cronocrimenes" (Time Crimes), ας πούμε, του 2007, είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Nacho Vigalondo. Δεν πρόκειται για καμιά μεγάλη ταινία, διαθέτει όμως πρωτότυπη σεναριακή ιδέα, η πλοκή της σε κρατά και γενικά είναι ένα ενδιαφέρον φιλμ, απ' αυτά που θα ικανοποιούσαν τις προσδοκίες από έναν πρωτοεμφανιζόμενο, με χαμηλό budget σκηνοθέτη. Πρόκειται για μια ταινία επιστημονικής φαντασίας (χωρίς καθόλου σχεδόν εφφέ, αν αυτό είναι που σας ενδιαφέρει), που για μια ακόμα φορά ασχολείται με τα παράδοξα που προκύπτουν από το ταξίδι στο χρόνο (και ιδιαίτερα όταν αυτό γίνεται προς τα πίσω): Όταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος ταξιδεύει άθελά του λίγες μόνο ώρες πίσω στο χρόνο, η ζωή του ανατρέπεται πλήρως και μπαίνει σε έναν απίστευτο φαύλο κύκλο με απρόβλεπτες συνέπειες.
Η ιστορία είναι κάπως πολύπλοκη και ομολογώ ότι από κάποιο σημείο και πέρα δυσκολεύτηκα να παρακολοθήσω τη λογική της. Ίσως όσοι ασχοληθούν σε βάθος με το στόρι (πράγμα που δεν έκανα) να εντοπίσουν κάποια σεναριακά κενά. Ωστόσο ο ρυθμός είναι πολύ σωστός, με αποτέλεσμα να καθηλωθώ και να την παρακολουθήσω με ενδιαφέρον. Και βέβαια, άθελά μου, η σκέψη μου πήγε στους έλληνες αντίστοιχους πρωτοεμφανιζόμενους σκηνοθέτες (καμιά δεκαριά κάθε χρόνο). Πόσοι απ' αυτούς μπορούν, αν μη τι άλλο, να αρθρώσουν έναν σωστό και στρωτό κινηματογραφικό λόγο; Αντιλαμβάνεστε ότι μελαγχόλησα...

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 06, 2009

ΤΟ ΕΠΟΣ ΕΝΟΣ ΜΟΓΓΟΛΟΥ


Ο Ρώσος Sergei Bodrov κάποτε είχε γυρίσει τον πολύ καλό "Αιχμάλωτο του Καυκάσου". Το 2007 όμως βρίσκεται πολύ μακριά απ' αυτόν, κάνοντας ένα αληθινό έπος - υπερπαραγωγή. Το "Mongol" του 2007 είναι η ιστορία του μογγόλου Τζένγκις Χαν, που κατέκτησε τον μισό κόσμο ιδρύοντας μια αχανή αυτοκρατορία. Η ταινία όμως αφηγείται το πρώτο μέρος μόνο της ζωής του (φαντάζομαι ότι θα έχουμε και συνέχεια): Τα παιδικά του χρόνια, την ενηλικίωση, τις διαρκείς φυλακίσεις και τα βάσανά του, μέχρι που μαζεύει στρατό και ξεκινά τις πρώτες του νίκες στη Μογγολία.
Ο Bodrov είναι πολύ ικανός σκηνοθέτης: Το έπος του Τεμουτζίν (αυτό ήταν το αληθινό
όνομα του Τζένγκις Χαν) δίνεται με πολύ εντυπωσιακές εικόνες, δυνατή αναπαράσταση της εποχής, φοβερά σκηνοθετημένες - χορογραφημένες θαρρείς - μάχες και ό,τι άλλο τέλος πάντων συνιστά ένα έπος. Ίσως σε κάποια σημεία να με κούρασε, καθώς νομίζω ότι το παρατραβά με τις συνεχείς συλλήψεις και αποδράσεις του ήρωά του, γενικά όμως πρόκειται για πραγματικά "χορταστική" ταινία (σε βαθμό μπουχτίσματος ίσως), που βαδίζει στα χνάρια του "Ήρωα" του Γιμού (αν και ο τελευταίος μου άρεσε περισσότερο).
Το βασικό πρόβλημα ωστόσο για μένα δεν είναι κινηματογραφικό, αλλά καθαρά ιδεολογικό: Ο Τζέγκις Χαν ένωσε βεβαίως τη χώρα του και την έκανε πανίσχυρη, αλλά ταυτόχρονα ήταν σφαγέας χιλιάδων ανθρώπων (όπως κάθε "μεγάλος" κατακτητής άλλωστε). Εδώ παρουσιάζεται δίχως το παραμικρό ψεγάδι. Αυτό που παρακολουθούμε είναι μια πραγματική αγιογραφία ενός Ήρωα με τα όλα του. Τίποτα σκοτεινό, καμιά αμφισβήτηση μιας, αν μη τι άλλο, αμφιλεγόμενης ιστορικής προσωπικότητας (όπως και κάθε κατακτητής, επαναλαμβάνω). Και επειδή δεν πολυχωνεύω όλα αυτά τα "έσφαξα και έκαψα μερικά εκατομμύρια, αλλά, α... όλα κι όλα, έκανα τη πατρίδα μου ισχυρή και δοξασμένη", θα επιτρέψω στον εαυτό μου να βυθιστεί σε μια μικρή παράνοια και να υποψιαστεί ότι θα μπορούσε κάλλιστα να πρόκειται και για μια παραβολή για τον Πούτιν. Έτσι κι αλλιώς για διάφορα είδη Μεσσία μιλάμε. Και μη σας φαίνεται εντελώς απίθανο αυτό. Υπενθυμίζω ότι μια από τις μεγαλύτερες ταινίες όλων των εποχών, ο "Ιβάν ο Τρομερός" του Αϊζενστάιν ήταν μια παραβολή για τον Στάλιν, πράγμα που έγινε αντιληπτό και γι' αυτό και απαγορεύτηκε για χρόνια στη Ρωσία, αφού περιείχε και κάμποση κριτική κι όχι μόνο αγιογράφηση...
Τέλος πάντων, αυτά είναι ιδεολογικοπολιτικά θέματα. Οι φίλοι του έπους θα απολαύσουν ένα εντυπωσιακό σύγχρονο τέτοιο. Γι' αυτούς η ταινία συστήνεται.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 05, 2009

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ BRIAGADOON, Η ΑΘΩΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΤΣ


Ο Vincente Minnelli (1903-1986), ένας από τους κατ' εξοχήν χολιγουντιανούς σκηνοθέτες, πέρασε από πολλά είδη. Το μελόδραμα και τα μιούζικαλ όμως είναι αυτά που τον χαρακτηρίζουν περισσότερο. Το Brigadoon του 1954 είναι ένα από τα μιούζικάλ του, μάλλον ξεχασμένο σήμερα. Όπου πραγματικά, ως σύγχρονος θεατής, πολύ δύσκολα αποφασίζεις αν θέλεις να θαυμάσεις ή να ενοχληθείς.
Η ιστορία του ομώνυμου μυθικού, χαμένου σκοτσέζικου χωριού, μπλέκεται με τόννους ρομαντισμού, αφέλειας και βέβαια, χορευτικών και τραγουδιών των Lerner και Loewe. O Minnelli υπήρξε πάντοτε ένας σκηνοθέτης των στούντιο. Προτιμούσε τα τεράστια κατασκευασμένα ντεκόρ από τα φυσικά σκηνικά. Ολόκληρο το τοπίο λοιπόν, τα δάση, τα βουνά και τα λουλούδια, και κυρίως το χωριό (που θυμίζει αυτό των χόμπιτ στο Lord of the Rings) είναι εμφανώς ψεύτικα, τρισδιάστατα ή ζωγραφισμένα. Τα χρώματα, ψεύτικα κι αυτά, άλλοτε εκτυφλωτικά κι άλλοτε παστέλ, μια αποθέωση του τεχνικολόρ, μπορεί να προκαλέσουν από απόλυτο θαυμασμό μέχρι αναγούλα και να χαρακτηριστούν από υπέροχα έως κιτς, ανάλογα με τα γούστα και τη διάθεση του κάθε σύγχρονου θεατή. Το ίδιο και η απίστευτα ρομαντική ιστορία με τον έρωτα του "μοντέρνου αμερικάνου" Τζιν Κέλλυ που ερωτεύεται (κεραυνοβόλα, εννοείται) την αθώα χωρικό, την πολύ όμορφη Σιντ Τσαρίς. Κάπου στα μισά της ταινίας εισβάλλει το στοιχείο του φανταστικού, του παραμυθιού, πάντοτε φυσικά στην υπηρεσία της αφέλειας και της αθωότητας.
Τελικά αυτή την "αθωότητα" (εντός ή εκτός εισαγωγικών) είναι που θεωρώ βασικό στοιχείο σε πολλά παρόμοια φιλμ, και κυρίως μιούζικαλ. Μια αθωότητα που μπορεί να αμφισβητηθεί με ένα σωρό τρόπους και από πολλές σκοπιές (είναι κατασκευασμένη στην πελώρια χολιγουντιανή μηχανή της εποχής, απομακρύνει συνειδητά από καυτά, ρεαλιστικά προβλήματα, γίνεται μόνο για τα λεφτά... να μερικές μόνο από τις κατηγορίες). Ωστόσο είναι αναμφισβήτητη αυτή η γλυκειά αφέλεια που αποπνέουν τα φιλμ αυτά - καθώς και η ψευδής κατά τη γνώμη μου θέση ότι "αν το θέλεις πολύ, γίνεται". Αν μπορεί κανείς σήμερα να αφεθεί σ' αυτές δίχως να βαρεθεί, και έχοντας πάντοτε στο μυαλό του τις κατηγορίες που μπορούν να τουςς αποδοθούν, μερικές μόνο από τις οποίες ανέφερα, ίσως περάσει καλά. Ξεροντας πολύ καλά βεβαίως, ότι άυτά που βλέπει "δεν γίνονται".

Τρίτη, Φεβρουαρίου 03, 2009

Ο ΜΠΕΝΖΑΜΙΝ ΚΑΙ Ο ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΟΣ ΧΡΟΝΟΣ


Αναλύεις μια ταινία σε πολλά μικρά μέρη ή την εξετάζεις κάθε φορά από μια διαφορετική οπτική. Τα επί μέρους αποτελέσματα είναι όλα άψογα. Ωστόσο το σύνολο δεν σε ενθουσιάζει τόσο κι ας σ' αρέσει και η σκηνοθεσία, και η πρωτότυπη ιστορία και η φωτογραφία και τα εφφέ... Είναι σπάνιο, αλλά αυτό μου συνέβει με το "The Curious Case of Benjamin Button" (Η απίστευτη ιστορία του Μ.Μ.) του David Fincher. Και, να φανταστείτε, εκτός όλων των παραπάνω, θεωρώ τον Fincher σαν έναν από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες της εποχής μας...
Η ταινία, που ως γνωστόν αφηγείται την αλλόκοτη ιστορία ενός ανθρώπου που γεννιέται γέρος (περίπου 80άρης) και χρόνο με τον χρόνο γίνεται νεότερος, ώσπου καταλήγει να γίνει το φυσιολογικό εξωτερικά (μόνο εξωτερικά όμως) βρέφος που δεν υπήρξε ποτέ, διαθέτει μια σειρά από αναμφισβήτητες αρετές: Υπέροχες εικόνες και εντυπωσιακή, καφέ - ώχρα φωτογραφία, γνήσιες στιγμές συγκίνησης, κυρίως προς το τέλος, καλές ηθοποιίες, εκπληκτικά μακιγιάζ (με τον Μπραντ Πιτ και την Κέιτ Μπλάνσετ να περνάν μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας από όλες τις πιθανές ηλικίες), εξαιρετικούς δεύτερους ρόλους (Τίλντα Σουίντον, Ελίας Κοτέας, Τζούλια Όρμοντ κλπ.) και αρκετό προβληματισμό πάνω στο χρόνο που κυλά αδυσώπητα, στο εφήμερο των ανθρώπινων σχέσεων, την ματαιότητα των πάντων τελικά. Και συγχρόνως είναι και μια καλοφτιαγμένη τοιχογραφία της ιστορίας της Αμερικής του 20ού αιώνα. Τι μου φταίει λοιπόν;
Πολύ απλά, το ότι με κούρασε. Εξ αιτίας κυρίως της ατέλειωτης διάρκειάς της (166' είναι αυτά) και των σχετικά αργών ρυθμών (οι οποίοι συχνά δεν με ενοχλούν, το έχω ξαναπεί, αλλά εδώ λειτούργησαν μάλλον αρνητικά). Ίσως βέβαια να έφταιγε και το ότι, παρά το ότι το φιλμ ανήκει τυπικά στο χώρο του φανταστικού, είχα διαρκώς στο πίσω μέρος του μυαλού μου το ότι όλα δείχνουν ότι ο Fincher μοιάζει να έχει εγκαταλείψει τον χώρο της "αρρώστιας" (με την καλή έννοια) που τον ανέδειξε (σκεφτείτε τα Alien 3, Fight Club, Seven) και σαν βασικό στόχο να έχει πλέον τα πολλά Όσκαρ, με μια ταινία κομένη και ραμένη γι' αυτά. Και βέβαια με εντυπωσιάζει και πάλι η άνεση με την οποία μπορεί να το κάνει κι αυτό, αλλά επιτρέψτε μου να μου λείπει ο παλιός, καλός (κατ' εμέ τουλάχιστον) εαυτός του. Ίσως αν η ταινία ήταν λιγότερο φλύαρη (= μεγαλεπήβολη) να χαιρέτιζα με ενθουσιασμό κι αυτή τη νέα του κατεύθυνση. Προς το παρόν μένω με την ανάμικτη αίσθηση ότι είδα κάτι πολύ όμορφο, πλην όμως κάπως βαρετό.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 01, 2009

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΙΝΤΡΙΓΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΠΟΥ ΠΕΤΑΝΕ


Το κλασικό χολιγουντιανό μιούζικαλ είναι ένα "δύσκολο" είδος: Ή το αγαπάς ή το απεχθάνεσαι βαθύτατα. Κι έχει κι ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό: Η "υπόθεση", το στόρι, περνά σε δεύτερη μοίρα. Η μερίδα του λέοντος πέφτει στα εκπληκτικά ενίοτε χορευτικά νούμερα, στη μουσική και τα τραγούδια.
Έτσι συμβαίνει, για παράδειγμα, στο "The Barkleys of Broadway" ("Τα φτερωτά παπούτσια" ο ελληνικός τίτλος) του Charles Walters (1911-1982), που γυρίστηκε το 1949. Στο οποίο, βέβαια, και μόνο η παρουσία του αρχετυπικού ζεύγους του αμερικάνικου μιούζικαλ, του Φρεντ Αστέρ και της Τζίντζερ Ρότζερς, αρκεί για να το κάνει να θεωρηθεί κλασικό. Είναι μάλιστα και η τελευταία φορά που το θρυλικό ζύγος εμφανίστηκε μαζί στην οθόνη.
Οι δύο σταρ παίζουν στην ουσία τον εαυτό τους: Οι Barkleys είναι ένα διάσημο χορευτικό ζευγάρι εντός και εκτός σκηνής, σούπερ σταρ στα μουσικά θέατρα του Μπρόντγουει. Στην προσωπική ζωή τους ενσαρκώνουν αυτό που θα λέγαμε "εμείς μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε". Τις τρυφερές ερωτικές στιγμές διαδέχονται ομηρικοί καυγάδες και το σίριαλ συνεχίζεται για χρόνια. Κάποτε θα χωρίσουν, εκείνη θα ασχοληθεί με το "σοβαρό" θέατρο... και οι παρεξηγήσεις και οι κωμικοτραγικές καταστάσεις εν μέσω χορευτικών θα προσπαθήσουν να κρατήσουν το ενδιαφέρον του θεατή.
Δίχως να έχω βαθειά γνώση των μιούζικαλ, αυτό εδώ δεν πρέπει να είναι από τα πολύ μεγάλα. Περιέχει όμως - ανάμεσα σε μερικά μάλλον βαρετά - και ορισμένα εκπληκτικά νούμερα, όπως αυτό με τα ζευγάρια παπουτσιών που χορεύουν μόνα τους γύρω από έναν έκπληκτο Φρεντ Ασταίρ (απ' όπου πήρε και τον ελληνικό τίτλο το φιλμ) και το συγκινητικό χορευτικό με το πολύ όμορφο τραγούδι του μεγάλου Γκέρσουιν They can't take that away from me (η υπόλοιπη μουσική είναι του Harry Warren). Και βέβαια είναι πάντοτε άξια θαυμασμού η τέλεια χημεία του ζεύγους στη σκηνή, ο συγχρονισμός και ο φοβερός ρυθμός (του Ασταίρ κυρίως) στις κλακέτες.
Να πω τώρα ότι βρήκα την ταινία συντηρητική όσον αφορά στα ερωτικά και μάλλον μισογύνικη, καθώς ουσιαστικά κάνει μια ακόμα παραλλαγή του μύθου του Πυγμαλίωνα, που διαμορφώνει σαν γλύπτης το "άμορφο υλικό" που αρχικά είναι η γυναίκα του; Είπαμε: Αυτά πρέπει να τα έχουνε εξ αρχής υπ' όψη όταν μιλάμε για τα περισσότερα φιλμ που προέρχονται από το "βαθύ Χόλιγουντ" (και μάλιστα τόσο παλιά).

Παρασκευή, Ιανουαρίου 30, 2009

"MILK" ΟΠΩΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


Είχα γράψει παλιότερα για το ντοκιμαντέρ "The times of Harvey Milk" του Epstein, όπου παρουσιαζόταν ανάγλυφα η συγκλονιστική ιστορία του Μιλκ, του πρώτου ανοιχτά γκέι που εκλέχτηκε σε θέση εξουσίας στις ΗΠΑ (δημοτικός σύμβουλος στο Σαν Φρανσίσκο) τη δεκαετία του 70 και δολοφονήθηκε μαζί με τον προοδευτικό δήμαρχο από έναν άλλο φανατικό και πουριτανό δημοτικό σύμβουλο. Τώρα έρχεται η ταινία Milk (2008) του Gus Van Sant για να δει την ίδια ιστορία από μυθοπλαστική σκοπιά.
Μόνο που ο Van Sant αφηγείται την ταινία του επίσης σαν ντοκιμαντέρ, ανακατεύοντας μάλιστα και ντοκουμέντα της εποχής. Και νομίζω ότι το κάνει θαυμάσια. Αν και μεγάλη σε διάρκεια η ταινία, με ένα θέμα που γνώριζα, με καθήλωσε και δεν με άφησε να βαρεθώ καθόλου. Ίσως χάρη στον άψογο ρυθμό της, ίσως χάρη στην πετυχημένη μίξη προσωπικών και πολιτικών στοιχείων... σίγουρα πάντως χάρη στην εκπληκτική ερμηνεία του Σον Πεν, που δίνει ρεσιτάλ. Συντρέχουν βέβαια και οι πολύ ευρύτερες προεκτάσεις του θέματος. Φυσικά σαν γκέι ακτιβιστής ο Μιλκ αγωνίστηκε για την ισότητα ομοφυλόφιλων και ετεροφυλόφιλων, την κατάργηση νόμων ενάντια στους πρώτους και για να μπορούν άφοβα οι ομοφυλόφιλοι να δηλώνουν αυτό που είναι. Όμως ουσιαστικά πρόκειται για την ίδια τη δημοκρατία που διακυβεύεται από τέτοιου είδους ανισότητες ή διαφορετικές αντιμετωπίσεις. Ίσως σήμερα να φαίνεται αυτονόητο, 30 χρόνια πριν όμως υπήρχαν ή προσπαθούσαν να περάσουν νόμοι που διέταζαν οι γκέι να απολύονται από τη δουλειά τους (!) για να μη διαφθείρουν τους άλλους (!!). Μέσα σε τέτοια ατμόσφαιρα, αντιλαμβάνεστε πόσο γενναίο ήταν από κάποιον όχι μόνο να δηλώσει ανοιχτά την ομοφυλοφιλία του, αλλά και να προσπαθήσει επανειλημμένα να εκλεγεί με σύνθημα την ισότητα όλων, ανεξάρτητα από τις σεξουαλικές προτιμήσεις τους. Και είναι πραγματικά απίστευτο να παρακολουθεί τα επιχειρήματα και τις κινήσεις των αντίθετων φανατικών συντηρητικών (φασιστών θα ήταν σωστότερη λέξη), που συνήθως επικαλούνται τον θεό και άλλα συναφή.
Πέρα απ' όλα αυτά όμως τα σαφέστατα νοήματα που περιέχονται στην ταινία, αξίζει κανείς να τη δει για τη δύναμή της. Ίσως οι φίλοι του Van Sant απογοητευτούν, αφού εδώ αφήνει τους πειραματισμούς του και γυρίζει ένα mainstream, στρατευμένο φιλμ (το κάνει κατά καιρούς αυτό άλλωστε). Νομίζω όμως ότι αξίζει τον κόπο.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 29, 2009

ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΦΕΥΓΕΙ... ΚΑΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΕΠΟΧΗ


Το 1983 ο Federico Fellini (1920-1993) είναι ήδη 63 χρονών. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να γυρίσει ένα από τα καλύτερα φιλμ της καριέρας του: "Και το πλοίο φεύγει". Είναι δύσκολο να εστιάσω ένα μόνο λόγο για τον οποίο η ταινία μου αρέσει πολύ, αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι και σχετικά αργή είναι και αρκετά μεγάλη σε διάρκεια. Είναι όμως τόση η ποίηση του Φελίνι, τέτοια η ονειρική, συχνά σουρεαλιστική ατμόσφαιρα που δημιουργεί, ώστε νομίζω ότι τα υπόλοιπα περνάνε σε δεύτερη μοίρα.
1914, λίγο πριν ξεσπάσει ο πρώτος παγκόσμιος, που θα αλλάξει την ανθρώπινη ιστορία. Ένα πολυτελέστατο υπερωκεάνειο μεταφέρει πλούσιους αριστοκράτες, αστέρες της όπερας, αλλά και έναν πρίγκηπα, με σκοπό να σκορπίσουν στα νερά του νησιού που γεννήθηκε τις στάχτες της "μεγαλύτερης τραγουδίστριας όλων των εποχών", σύμφωνα με τη διαθήκη της. Όμως τις ίντριγκες, τα βίτσια, την τρυφηλή ζωή των αριστοκρατών θα διακόψει η άφιξη στο πλοίο ενός πλήθους σέρβων προσφύγων που έχουν ναυαγήσει και ο καπετάνιος αποφασίζει να σώσει. Στο τέλος η πραγματικότητα θα εισβάλλει στη ζωή των αριστοκρατών με τον πιο δυνατό τρόπο.
Ο Φελίνι κινηματογραφεί την ιστορία του με τον αντιρεαλιστικότερο δυνατό τρόπο. Τα πλούσια, μπαρόκ σκηνικά, οι θάλασσες, τα ίδια τα πλοία, είναι εμφανώς ψεύτικα, χάρτινα, φτιαγμένα με τρόπους που φτιάχνονται σε θεατρικές υπερπαραγωγές. Αν δεν το δείτε όμως με τα μάτια σας, δύσκολα θα πιστέψετε το πόσο ποιητικές και ονειρικές μπορεί να είναι αυτές οι ψεύτικες θάλασσες, τα φεγγάρια και οι ουρανοί. Οι προθέσεις του είναι φανερές από την πρώτη σκηνή, που ξεκινά σαν πιστή απομίμηση ασπρόμαυρης, βουβής ταινίας για να αποκτήσει σιγά - σιγά ήχο και χρώμα με εκπληκτικό τρόπο. Για να κάνει ακόμα πιο αντιρεαλιστικό το φιλμ, βάζει τον αφηγητή - δημοσιογράφο που καλύπτει την ιδιόρυθμη αυτή κρουαζιέρα να μιλά κατ' ευθείαν στην κάμερα, δηλαδή στους θεατές, και να διακόπτει τη ροή με τίς αφηγήσεις του. Και στο τέλος η κάμερα αποκαλύπτει ολόκληρο το στούντιο, τα σκηνικά, το συνεργείο, ενώ η δράση συνεχίζεται. Όλα αυτά συμβαίνουν κάτω από άφθονη μουσική όπερας - και όχι μόνο - και σε καίρια σημεία οι ηθοποιοί τραγουδούν αποσπάσματα από όπερες, δίνοντας έτσι στο φιλμ και χαρακτήρα ενός "περιορισμένου" ιδιόρυθμου μιούζικαλ.
Και βέβαια, σε πολιτικό επίπεδο, ο Φελίνι μιλά για το τέλος μιας εποχής: Η αριστοκρατική τάξη, παρασιτική, κούφια και ήδη παρακμασμένη, αποχωρεί από το προσκήνιο μέσα στους καπνούς και τις εκρήξεις του μεγαλύτερου πολέμου που είχε γνωρίσει μέχρι τότε η ανθρωπότητα, σπάζοντας το φανταχτερό κουκούλι μέσα στο οποίο ζούσε αγνοώντας τα πράγματα που άλλαζαν γύρω της, ενώ μια καινούρια εποχή, πιο ρεαλιστική και βίαιη ίσως, πιο κυνική, μοιάζει να κυριαρχεί.
Ίσως οι εθισμένοι σε ένα γρήγορο, κοφτό σινεμά να κουραστούν. Ας έχουν όμως υπ' όψη τους ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια από τις πιο ονειρικές ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ. Που δείχνει για μια ακόμα φορά την πολύ ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία ενός από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες στην ιστορία του σινεμά.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 28, 2009

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ, "ΚΑΤΑΣΚΟΠΙΑ" ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ


Πώς η προσωπική ζωή μπλέκεται αξεδιάλυτα με την επιστημονική έρευνα; Πόσο ηθική επικρατεί στην τελευταία και πόσο ακέραιοι είναι οι πιο προχωρημένοι ερευνητές - επιστήμονες; Και πώς λειτουργούν όλα αυτά κάτω από τη σκιά της τρέχουσας παράνοιας σχετικά με την τρομοκρατία σε μια δημοκρατική, δυτική κοινωνία; Πολύ ενδιαφέροντα ερωτήματα, που προσπαθεί να διερευνήσει ο Benjamin Heisenberg στον "Κατάσκοπο υπό αίρεση" (Schlafer) του 2005 και άλλο ένα δείγμα σύγχρονου γερμανικού σινεμά.
Η ταινία ψυχογραφεί έναν νεαρό, ταλαντούχο επιστήμονα - ερευνητή, που δέχεται να γίνει χαφιές της αστυνομίας καρφώνοντάς τους όσα ξέρει για έναν συνάδελφο και φίλο ιρανικής καταγωγής. Η αρχική απέχθεια για τους μπάτσους και το ρόλο που θέλουν να του ετοιμάσουν δίνει τη θέση της στην αποδοχή όταν εμπλέκεται το προσωπικό (ερωτικό για την ακρίβεια) στοιχείο. Όταν δηλαδή ο ιρανος φίλος κερδίζει την κοπέλα που ποθεί ο ήρωας και, σα να μην έφτανε αυτό, διαπρέπει περισσότερο απ' αυτόν στην έρευνα. Από εκεί και πέρα ο ηθικός κατήφορος του πρωταγωνιστή γίνεται ολισθηρότερος.
Ταινία που παίζει με τις ψυχολογίες των χαρακτήρων, δίχως όμως να αγιοποιεί κάποιον απ' αυτούς. Ταυτόχρονα μιλά για έναν υπόγειο φασισμό που έρπει στα θεμέλια μιας δημοκρατικής κατά τα άλλα κοινωνίας, αλλά και για τα ηθικά όρια και τα συναδελφικά μαχαιρώματα σε έναν υπεράνω, υποτίθεται, όλων αυτών χώρο: Αυτόν της προωθημένης επιστημονικής έρευνας. Και, τελικά, για την σχέση προσωπικού - κοινωνικού.
Ενδιαφέρον σαν θέμα, αλλά το βρήκα αρκετά αργό, κάπως κουραστικό και σε καμιά περίπτωση αριστούργημα, δίχως όμως να είναι και αδιάφορο. Ωστόσο πιστοποιεί για μια ακόμα φορά ότι το νέο γερμανικό σινεμά αν μη τι άλλο ασχολείται με καυτά θέματα, έστω κι αν τα αποτελέσματα δεν είναι πάντοτε εφάμιλλα των "Ζωών των Άλλων" (για να θυμηθούμε ένα λαμπρό παράδειγμα).

Τρίτη, Ιανουαρίου 27, 2009

ΟΛΑ ΠΑΝΕ ΣΤΡΑΒΑ ΣΤΟ "ΓΑΛΑΚΤΟΔΑΣΟΣ"


Το "Γαλακτόδασος" (Milchwald, 2003) είναι η πρώτη ταινία του Christoph Hochhäusler και αποτελεί ένα από τα δείγματα του νέου γερμανικού σινεμά. Η πρόθεση του νέου σκηνοθέτη είναι ενδιαφέρουσα. Αφηγείται τις περιπέτειες και τις περιπλανήσεις δύο παιδιών (που είναι αδέλφια) που εγκαταλείπονται για λίγο από τη θετή μητέρα τους στην Πολωνία. Όταν όμως εκείνη επιστρέφει για να τα πάρει, αυτά έχουν ήδη χαθεί. Η πλοκή στη συνέχεια γίνεται όλο και πιο αγχωτική - παρά το ότι δεν τη βρήκα γυρισμένη με ιδιαίτερο νεύρο, ώστε να κορυφώσει αυτή την αγχωτική ατμόσφαιρα.
Ο δημιουργός θέλει να μεταφέρει (όπως ο ίδιος δηλώνει) την ιστορία του Χανς και της Γκρέτελ, που χάνονται στο δάσος, στη σύγχρονη εποχή, δίχως όμως όπως στο παραμύθι (και σε κάθε παραμύθι) να υπεισέρχεται το φανταστικό στοιχείο. Αντίθετα, όσα συμβαίνουν εδώ είναι απόλυτα ρεαλιστικά.
Η ταινία λειτουργεί σαν παραβολή πάνω στη βίαιη ενηλικίωση, την άγρια δηλαδή είσοδο των δυο παιδιών στον κόσμο των μεγάλων. Ταυτόχρονα μια σειρά συμπτώσεων και όχι μόνο (τόσο η "μοίρα" όσο και η ανθρώπινη παρέμβαση) συντελούν στη διαρκή απομάκρυνση της δυνατότητας επιστροφής στους γονείς, ενώ το διφορούμενο τέλος παραμένει ανοιχτό σε αναγνώσεις - αν και εγώ το ερμήνευσα ως απαισιόδοξο. Το ενδιαφέρον στο φιλμ είναι ότι δεν υπάρχουν ξεκάθαροι "καλοί" και "κακοί". Όλοι οι ήρωες είναι διφορούμενες προσωπικότητες, που ταλαντεύονται ανάμεσα στους δύο αυτούς μονοδιάστατους χαρακτηρισμούς. Ακόμα και τα ίδια τα παιδιά-θύματα δεν έχουν ξεκάθαρο θετικό ή αρνητικό χαρακτήρα - και κυρίως το κορίτσι, που είναι και μεγαλύτερο και που δεν μοιάζει αθώο ούτε δίνει στο θεατή την βολική ευκολία να το συμπαθήσει ιδιαίτερα. Πάντως βρήκα και κάποιες σεναριακές απιθανότητες σε μια ταινία που η γραφή της είναι απόλυτα ρεαλιστική - παρά το ότι πολλοί θα αντικρούσουν ότι δεν είναι ο ρεαλισμός της πλοκής αυτό που προέχει και κατά βάθος θα έχουν δίκιο.
Αρκετά ενδιαφέρον, αν μάλιστα θυμηθεί κανείς ότι πρόκειται όχι απλώς για ντεμπούτο αλλά για πτυχιακή εργασία, χωρίς όμως να μου φανεί και κάτι ιδιαίτερο. Αν δω άλλη ταινία του σκηνοθέτη ίσως αποκτήσω πληρέστερη άποψη.

Σάββατο, Ιανουαρίου 24, 2009

ΤΟ ΚΑΦΕ ΤΩΝ ΤΑΝΓΚΟΣ ΚΑΙ Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ BUENA VISTA


Λυπάμαι που το λέω τόσο καθαρά, αλλά νομιζω ότι το Cafe de los Maestros (2008) του Miguel Kohan προσπαθεί δίχως επιτυχία να μιμηθεί το Buena Vista Social Club του Βέντερς. Εκεί ήταν ο Ry Cooder που πήγαινε στην Αβάνα να μαζέψει ηλικιωμένους κουβανούς μουσικούς. Εδώ είναι ο Gustavo Santaolalla που πηγαίνει στο Μπουένος Άιρες να μαζέψει ηλικιωμένους αργεντίνους μουσικούς του τάνγκο. Εκεί είχαμε υπάροχες στιγμές από τη συναυλία τους στο Buena Vista. Εδώ καταλήγουμε επίσης με τη συναυλία τους στο θέατρο Colon. Στο ενδιάμεσο παρακολουθούμε συνεντεύξεις, αναμνήσεις, συναντήσεις... Όλοι μιλάνε για τα τάνγκος, την ψυχή της Αργεντινής, θυμούνται μεγάλους μουσικούς του παρελθόντος, θυμούνται χαρακτηριστικές στιγμές... Αλλά νομίζω ότι η συγκίνηση διαφεύγει. Ενώ στο Buena Vista (συγνώμη για τις συνεχείς συγκρίσεις, αλλά μου φαίνονται αναπόφευκτες για ένα τόσο κοντινό εγχείρημα) δεν μπορούσες παρά να βουρκώσεις σε κάποια σημεία, εδώ διάφορες τέτοιες απόπειρες πέρασαν (από μένα τουλάχιστον) ξώφαλτσα. Ο Santaolalla περιφέρεται μάλλον άσκοπα, δίχως να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς κάνει, ενώ το Μπουένος Άιρες σαν περιβάλλον όπου γεννήθηκαν τα τάνγκος εμφανίζεται ελάχιστα - κια αυτό το θεωρώ βασικό μειονέκτημα της ταινίας. Καμιά σχέση με τον καθοριστικό ρόλο που έπαιζε η ίδια η Αβάνα στο άλλο φιλμ.
Μένει βέβαια η μουσική. Αν είστε φίλοι των τάνγκος θα βρεθείτε στον παράδεισο, καθώς η ταινία είναι πλημμυρισμένη απ' αυτά. Το ακορντεόν έχει τον πρώτο λόγο, τα βιολιά σιγοντάρουν και οι μελωδίες διαδέχονται η μια την άλλη - αν και εδώ, όπως και γενικότερα, νομίζω ότι διακρίνω αρκετή αποσπασματικότητα. Η κορύφωση βέβαια έρχεται με την τελική συναυλία στο Colon. Εκεί οι λάτρεις θα απολαύσουν μερικά από τα ιερά τέρατα του είδους (κάποιοι απ' αυτούς έχουν ήδη πεθάνει, όπως πληροφορηθήκαμε στο τέλος). Αν βέβαια δεν σας ενδιαφέρουν μουσικά τα τάνγκος, αλλάξτε καλύτερα αίθουσα.
Συνίσταται λοιπόν στους φίλους τους για καθαρά μουσικούς λόγους. Όχι όμως και για κινηματογραφικούς.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 22, 2009

Η "ΩΡΑΙΑ ΚΥΡΙΑ" ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΠΥΓΜΑΛΙΩΝΑ


Ξέρω. Πολύς κοσμος σιχαίνεται τα μιούζικαλ. Πρόκειται, άλλωστε, για ένα είδος που ουσιαστικά έχει τελειώσει και οι σποραδικές αναβιώσεις του, ακόμα και πετυχημένες αν είναι, αποτελούν τις εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Υπάρχουν ωστόσο και οι φανατικοί φίλοι. Γι' αυτούς, νομίζω, το "Ωραία μου Κυρία" (My Fair Lady) του 1964 του George Cukor (1899-1983) είναι από τα κορυφαία όλων των εποχών.
Η ταινία διηγείται μια παραλλαγή της ιστορίας του Πυγμαλίωνα: Ένας αριστοκράτης καθηγητής της αγγλικής γλώσσας παίρνει σπίτι του μια μικρή, παντελώς αμόρφωτη ανθοπώλη και βάζει στοίχημα με έναν φίλο του ότι σε 6 μήνες θα τη διδάξει τόσο καλά ώστε όλη η αριστοκρατία του Λονδίνου θα πιστέψει ότι είναι αριστοκράτισα - ίσως και γαλαζοαίματη. Ο καθηγητής βέβαια είναι μισογύνης, ορκισμένος εργένης, εγωιστής και δίχως αισθήματα. Σιγά - σιγά όμως...
Με τη μπαρόκ ατμόσφαιρα, τα χορευτικά νούμερα και τα τραγούδια, τα απίστευτα φορέματα, τα καπρίτσια των ηρώων, ο Cukor, από τους μεγαλύτερους χολιγουντιανούς σκηνοθέτες, δημιουργεί μια τρίωρη εκθαμβωτική πανδαισία χρωμάτων που σαφώς είναι σημαντικότερη από την ιστορία - συχνά αφελή - που διηγείται. Και βέβαια, στο κέντρο όλων αυτών λάμπει κυριολεκτικά η Ώντρεϊ Χέπμπορν στον γνωστότερο ίσως ρόλο της καριέρας της. Τελικά η ηθοποιός αυτή υπήρξε όντως η επιτομή της κομψότητας.
Και η ιστορία; θα μου πείτε. Είπαμε, συχνά είναι αφελής, συχνά θέλεις να σπάσεις τα μούτρα του αλλαζόνα αριστοκράτη Ρεξ Χάρισον... αλλά προσέξτε: Σε ταινίες σαν κι αυτή το στόρι περνά σε δεύτερη μοίρα. Προέχει το θέαμα, τα νούμερα, τα τραγούδια, οι σταρς. Και, σαν μπόνους, υπάρχει και ο ρόλος του μπεκρή και αλήτη - καλόκαρδου όμως - πατέρα της Ελάιζα, που σ' όλη την ταινία, και ιδιαίτερα προς το τέλος, κάνει "κήρυγμα" υπέρ της ανεμελιάς και της αδέσμευτης ζωής και, όταν γίνεται πλούσιος, ασφυκτιά στην καθώς πρέπει μικροαστική ηθική: Πρέπει να φορά καλά ρούχα, να μην πίνει πολύ, ακόμα - φευ - και να πάψει να ξενοπηδά και να πάει στην εκκλησία να παντρευτεί αυτή με την οποία τόσα χρόνια χρόνια συζεί... Και τελικά, καταριέται τη στιγμή που απέκτησε λεφτά. "Και γιατί δεν τα δίνεις αλλούν να γίνεις όπως πριν;" τον ρωτάνε οι φίλοι του. "Μα αυτή είναι η παγίδα (ή η κατάρα τους)", απαντά εκείνος. "Όταν τα έχεις είναι αδύνατο να το κάνεις αυτό"... και οδεύει προς το γάμο σαν πτώμα σε κηδεία. Βρίσκω αρκετά ανατρεπτική όλη αυτή τη σκηνή, μέσα στην καρδιά και την αποθέωση του συντηρητικού Χόλιγουντ.
Τελικά, αν απεχθάνεστε ή βρίσκετε ξεπερασμένα τα μιούζικαλ, αφείστε το. Αν είστε όμως φίλος η ταινία παραμένει must και ένα από τα κλύτερα δείγματα του είδους. Και σου κολλάνε και σιγοτραγουδάς δίχως να το θέλεις και κάποια από τα ρεφρέν των τραγουδιών της...

Τρίτη, Ιανουαρίου 20, 2009

"Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ" ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΟΣΠΑΡΤΟΣ


"Ο Δρόμος της Επανάστασης" (2008) του Sam Mendes είναι ένα βαρύ δράμα, απ' αυτά που πολλοί θα χαρακτήριζαν "κοψοφλέβικο". Το λέω από την αρχή για να ξέρετε με τι έχετε να κάνετε. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν το κάνει κακή ταινία. Εγώ τουλάχιστον τη βρήκα πολύ δυνατή και εύστοχη.
Στη δεκαετία του 50 το περίφημο αμερικάνικο όνειρο γνώρισε το απώγειο της δόξας του και ελάχιστη αμφισβήτηση, όπως κατά κόρον έγινε από την επόμενη δεκαετία και μετά. Η ταινία του Mendes λοιπόν έχει βαλθεί να το ανατρέψει για τα καλά ακόμα και τότε, στη "χρυσή" του δεκαετία, μέσα από την ιστορία ενός νεαρού, ωραίου και προικισμένου ζευγαριού, πρότυπο υγειών, "τέλειων" αμερικάνων, που η καθημερινότητα το ρίχνει στη ρουτίνα και τη μιζέρια. Κι όταν αποφασίζει να επαναστατήσει, να αλλάξει τα πράγματα, τίποτα δεν είναι τόσο εύκολο και απλό όσο φαίνεται αρχικά. Πολύ ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως ό,τι εμποδίζει την "επανάσταση" ενάντια στη μικροαστική πνιγηρότητα ("ευτυχία" για πάρα πολλούς) δεν προέρχεται από ένα εξωτερικό, εχθρικό περιβάλλον, αλλά από τους κόλπους του ίδιου του ζευγαριού, τους φόβους του, την κατά βάθος συντηρητική σκέψη, όσο κι αν σε πρώτη φάση φαίνονται ως το άκρο άωτο της προοδευτικότητας - τουλάχιστον αυτά ισχύουν για το ένα μέλος του ζεύγους. Το θέμα λοιπόν είναι η πάλη με τις συμβάσεις και οι τραγικές της συνέπειες.
Μίλησα βέβαια για "αμερικάνικο όνειρο" που γίνεται εφιάλτης, πλην όμως νομίζω ότι σήμερα αυτό το "αμερικάνικο" έχει πάψει να ισχύει ή μάλλον έχει γίνει ένα κοινό όνειρο κάθε (σχεδόν) δυτικού ανθρώπου, από την Αμερική και την Ευρώπη μέχρι την Ιαπωνία (όπως καταλάβατε δεν εννοώ τη λέξη δυτικός με γεωγραφικό, αλλά με πολιτιστικό προσδιορισμό, ανεξαρτήτως χώρας). Όλοι έχουν να πολεμήσουν τις ίδιες πάνω - κάτω συμβάσεις, τις ίδιες αγκυλώσεις, να αντιμετωπίσουν τα ίδια διλήμματα, που ενίοτε μπορεί να οδηγήσουν σε καταστάσεις που δεν φανταζόμαστε.
Μην τρομάξετε διαβάζοντας για συζυγικές σχέσεις και προβλήματα ζευγαριών και τέτοια. Δεν πρόκειται για αισθηματικό φιλμ. Εμένα τουλάχιστον μου κράτησε απόλυτα το ενδιαφέρον και είναι και οι πρωταγωνιστές του (Γουίνσλετ - Ντι Κάπριο) πολύ καλοί. Άλλωστε το φιλμ κινείται ιδεολογικά σε παρόμοιο χώρο με την άλλη μεγάλη ταινία του Mendes, το American Beauty: Βαρύ; Ναι. Βαρετό; Καθόλου.

Κυριακή, Ιανουαρίου 18, 2009

ΠΑΤ ΓΚΑΡΕΤ - ΜΠΙΛΙ ΔΕ ΚΙΝΤ Ή ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ ΑΝΤΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΙ


Ο Sam Peckinpah (1925-1984) είναι γνωστός για τις βίαιες ταινίες του, αλλά και για την ανατρεπτική ματιά του τόσο στο γουέστερν όσο και σε άλλα είδη. Το "Pat Garrett and Billy the Kid" του 1973 δεν αποτελεί εξαίρεση. Η ανθρώπινη ζωή είναι φτηνή σ' ένα άγριο Φαρ Ουέστ, τα πτώματα συσσωρεύονται, στον πυρήνα της ιστορίας όμως κρύβεται ο προβληματισμός για το ποιοί είναι οι "καλοί" και ποιοί οι "κακοί".
Η ιστορία αυτή έχει κι άλλες φορές μεταφερθεί στο σινεμά: Ο Billy the Kid ήταν ένας θρυλικός παράνομος της Δύσης και, μετά από πολλούς φόνους και ληστείες, σκοτώνεται από τον σερίφη Πατ Γκάρετ, πρώην φίλο και μέλος της συμμορίας του.
Οι φόνοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον, το πιστολίδι δίνει και παίρνει καθώς ο πρώην παράνομος και νυν σερίφης Γκάρετ καθαρίζει έναν - έναν τους παλιούς του συντρόφους και πλησιάζει όλο και πιο κοντά στον κάποτε καλύτερο φίλο του Μπίλι. Όμως η περιπέτεια από μόνη της δεν φαίνεται να ικανοποιεί τον Peckinpah. Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε την αντιστροφή των ρόλων: Ο Μπίλι είναι ο ρομαντικός παράνομος, αγαπητός στους συντρόφους του, θρύλος στους κάτοικους του Ουέστ, που πασχίζει - αν και βλέπει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια επιτυχίας - να κρατήσει ανοιχτές τις αχανείς, σχεδόν παρθένες εκτάσεις της αμερικάνικης δύσης και αγωνίζεται ενάντια στους μεγαλοκτηματίες που αποκτούν τεράστιες ιδιοκτησίες και τις περιχαρακώνουν με συρματοπλέγματα, εμποδίζοντας την πρόσβαση και μετατρέποντας χιλιάδες κάτοικους σε πάμφτωχους υποτακτικούς τους. Ο εκπρόσωπος του νόμου Γκάρετ είναι αυτός που ξεπουλήθηκε στους κτηματίες για να εξασφαλίσει τη βολή του. Ο νόμος φτιάχνεται από και είναι με το μέρος των ισχυρών. Η αρχή του αμερικάνικου κράτους, η επιβολή του νόμου και της ιδιοκτησίας, είναι για τον Πέκινπα συνώνυμες με τη στέρηση της ελευθερίας και το τέλος του ονείρου για μια "κοινόχρηστη" αχανή γη.
Πέρα απ' όλα αυτά όμως το "Πατ Γκάρετ..." μένει στην ιστορία σαν η πρώτη - και μια από τις ελάχιστες - ταινίες στις οποίες έναν χαρακτηριστικό ρόλο παίζει ο Μπομπ Ντίλαν, ο οποίος βέβαια έχει γράψει και την πολύ καλή μουσική. Ανάμεσα στα τραγούδια μάλιστα πρωτοακούγεται εδώ το θρυλικό "Knocking on heaven's door" σε μια πραγματικά πολύ δυνατή στιγμή του φιλμ. Ίσως και για τον Ντίλαν και μόνο θα άξιζε να δει κανείς ένα από τα τελευταία κλασικά γουέστερν, πριν το είδος παρακμάσει οριστικά (με σποραδικές και μόνο αναβιώσεις - εξαιρέσεις).

Σάββατο, Ιανουαρίου 17, 2009

ΑΝΕΙΠΩΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΣΦΡΑΓΙΣΜΕΝΑ ΧΕΙΛΗ


Να λοιπόν που ο βρετανός Stephen Daldry βάζει με την τρίτη του ταινία υποψηφιότητα σαν ένα από τα σημαντικότερα ονόματα της εποχής μας, αφού έχει πετύχει το 3 στα 3 (Μπίλι Έλλιοτ, Οι Ώρες τα προηγούμενα). Με τα "Σφραγισμένα Χείλη" (The Reader, 2008) διασκευάζει με πολύ καλό τρόπο το βιβλίο "Διαβάζοντας στη Χάνα" του Μπέρναρντ Σλικ (το οποίο δεν έχω διαβάσει, οπότε οποιαδήποτε σύγκριση είναι εκ των προτέρων ανέφικτη). Και ταυτόχρονα αναδεικνύει την Κέιτ Γουίνσλετ σε μια από τις κορυφαίες σύγχρονες ηθοποιούς.
Η ταινία διαθέτει στέρεη αφήγηση, αρκετές εκπλήξεις, αλλά και πολλή ανθρωπιά. Πάνω απ' όλα όμως διαθέτει πολύ ενδιαφέροντες χαρακτήρες - κυρίως βεβαίως αυτόν της Χάνα -που, όπως συμβαίνει στην αληθινή ζωή, δεν είναι μονοδιάστατοι, αλλά έχουν προσωπικότητες με πολλές πλευρές και, αυτό είναι το σημαντικότερο, συχνά αντιφατικές. Αυτή ακριβώς η αντιφατικότητα, η ισορροπία ανάμεσα σε άκρα, είναι το βασικό χαρακτηριστικό της ηρωίδας. Και μην περιμένετε εξήγηση γι' αυτό. Δεν θα δοθεί καμιά. Στον άνθρωπο, μοιάζει να λέει η ταινία, οι φωτεινές και οι σκοτεινές πλευρές συνυπάρχουν (άσχετα αν συχνά κατορθώνουμε να τιθασεύουμε τις τελευταίες). Και είναι δύσκολη οποιαδήποτε προσπάθεια ανάλυσης αν δεν κατανοήσουμε αυτή τη βάση.
Όλα αυτά δίνονται με ανθρωπιά και συγκίνηση (μη μπερδεύετε το μελό με τη συγκίνηση, καμία σχέση), καθώς παρακολουθούμε με αυξανόμενο ενδιαφέρον την αποκάλυψη των σκοτεινών μυστικών της Χάνα, που δεν είναι μόνο ένα. Συγχρόνως το φιλμ επαναφέρει και ένα πολυσυζητημένο θέμα: Αυτό της ευθύνης ενός ολόκληρου λαού για τις ναζιστικές θηριωδίες ή - για να το πούμε πιο καθαρά - το κατά πόσο ήξερε και κατά πόσο έφταιγε ο μέσος γερμανός για όσα συνέβησαν στα στρατόπεδα. Αν και εδώ βέβαια στο επίκεντρο βρίσκεται ένας κανονικός θύτης και όχι ένας απλός, μέσος άνθρωπος. Είναι σίγουρο ότι στο τέλος, εκτός από συγκινημένοι, θα φύγετε και προβληματισμένοι. Θετικά πιστεύω.
Όπως καταλάβατε, τη θεωρώ μια από τις πιο δυνατές φετινές ταινίες.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 16, 2009

Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ


Το 1965 ο Federico Fellini (1920-1993) γυρίζει την τρίτη του ταινία με πρωταγωνίστρια τη γυναίκα του Τζουλιέτα Μασίνα. Η «Ιουλιέτα των Πνευμάτων» (Giulietta degli Spiriti) όμως βρίσκεται πολύ μακριά από τον συγκινητικό ρεαλισμό των 2 άλλων (La Strada, Νύχτες της Καμπίρια). Με την πρώτη του αυτή έγχρωμη ταινία (έχει ιδιαίτερη σημασία το «έγχρωμη») ο Φελίνι περνά στον ονειρικό, ποιητικό, μπαρόκ και σουρεαλιστικό κόσμο που θα τον χαρακτήριζε μέχρι το τέλος του.
Η Ιουλιέτα, μια μεσήλικας πλούσια, παντρεμένη γυναίκα, αγαπά τον άντρα της, αλλά αυτός της λέει ψέματα και την απατά. Στο φιλμ παρακολουθούμε το πέρασμά της από διάφορες ψυχολογικές «δοκιμασίες» και πειρασμούς, τη μάχη της με τις τύψεις και τις ενοχές που από παιδί κουβαλά λόγω της καθολικής της εκπαίδευσης και την τελική απελευθέρωσή της από τη σκιά του συζύγου, την κατάκτηση της ελευθερίας και τη νίκη της πάνω στο φόβο μιας πιθανής επικείμενης μοναξιάς.
Σύμφωνοι. Αυτό όμως που δεν φαίνεται σε οποιαδήποτε περίληψη είναι ο καθαρά φελινικός τρόπος χειρισμού του θέματος. Διότι ο μετρ επιλέγει να κάνει την ηρωίδα του κάπως (;) ελαφροϊσκιωτη, ονειροπαρμένη. Την κάνει να βλέπει οράματα, παρουσίες που δεν υπάρχουν ή, τέλος πάντων, δεν γίνονται αντιληπτές από τους άλλους. Έτσι η ταινία κυλά ανάμεσα στον πραγματικό κόσμο κι αυτόν της φαντασίας της Ιουλιέτας. Ταυτόχρονα δεν μπορούμε να μη χαμογελάσουμε με την σαρκαστική και καυστική ματιά του πάνω στον απίστευτα κενό, μοδάτο και χαζοχαρούμενο κόσμο των αριστοκρατών της εποχής, που αγωνιούν να είναι και μοντέρνοι. Ο ίδιος ο Φελίνι έχει πει ότι δεν είχε σταθερό, προκαθορισμένο σενάριο, αλλά αυτοσχεδίαζε στα γυρίσματα, τακτική που έχει ακολουθήσει και σε άλλε κλασικές του ταινίες και που γίνεται αντιληπτή χάρη στη «ρευστή» πλοκή. Ο θεατής αντιλαμβάνεται όντως ότι θα μπορούσε να προστεθεί ή να τροποποιηθεί μια σκηνή την τελευταία στιγμή, δίχως αυτό να έχει επίπτωση στο σύνολο.
Αυτό όμως στο οποίο πρέπει ιδιαίτερα να σταθούμε είναι ο φελινικός χειρισμός του χρώματος και της εικόνας γενικότερα. Σαν να μην τα χορταίνει, σα να τα ανακαλύπτει για πρώτη φορά, σα να βρίσκεται σε ένα διαρκές τριπ, ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί συνεχώς τα πιο εκτυφλωτικά και έντονα χρώματα που μπορείτε να φανταστείτε (είχε δηλώσει ότι την εποχή εκείνη δοκίμασε LSD, αν και αυτό, πάντα σύμφωνα με τα λεγόμενά του, δεν τον επηρέασε τόσο). Η ακραία αυτή χρήση της εικόνας τονίζεται ακόμα περισσότερο από τα εξωφρενικά φορέματα – γυναικεία κυρίως - και τις σουρεαλιστικές εικόνες των παραισθήσεων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια ολοκληρωτικά μπαρόκ, φορτωμένη ατμόσφαιρα, που σίγουρα μερικοί θα θεωρούσαν ότι έχει περάσει στο χώρο του κιτς. Δεν ξέρω για το κιτς, σίγουρα όμως ο όλος χειρισμός φέρνει έντονα στο νου εικόνες ρωμαϊκής παρακμής, ντυμένης μάλιστα με την ανυπέρβλητη, νοσταλγική μουσική του Νίνο Ρότα.
Όλο αυτό το εξεζητημένο πείραμα, τόσο στο σενάριο όσο και στην μπαρόκ εικόνα, σίγουρα θα κουράσει κάποιους. Κατανοητό. Οι υπόλοιποι ας αφεθούν σε κάτι που παραπέμπει περισσότερο σε ταξίδι ή, αν προτιμάτε, σε παραίσθηση.

Τρίτη, Ιανουαρίου 13, 2009

Ο ΚΙΡΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ


Αρκετά πριν το θαυμάσιο "Αζούρ και Ασμάρ" (2006), το 1998 συγκεκριμένα, ο γάλλος δημιουργός κινουμένων σχεδίων Michel Ocelot έκανε το "Ο Κιρίκου και η Μάγισα". Η ταινία διαδραματίζεται σε ένα πρωτόγονο αφρικάνικο χωριό και βασίζεται σε ένα αφρικάνικο παραμύθι.
Ο μικρός Κιρίκου, που αν και νεογέννητος και μικροσκοπικός, διαθέτει εξυπνάδα και σωφροσύνη, προσπαθεί να σώσει το χωριό του από την κατάρα μιας μάγισας που ζει εκεί κοντά. Κι εμείς παρακολουθούμε τις περιπέτειές του πάνω και κάτω από τη γη, σε βουνά, σπηλιές και μυρμηκοφωλιές και τις συναντήσεις του με ζώα, πουλιά, καλούς μάγους και, φυσικά, με την περίφημη - και εντυπωσιακή - μάγισα. Με μια σχεδόν ψυαχαναλυτική διάθεση η ιστορία προσπαθεί να αναλύσει και να κατανοήσει γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι κακοί και καταλήγει ότι γι' αυτό συντρέχουν πάντοτε κάποιοι λόγοι. Ταυτόχρονα προτείνει στους θεατές να σκέφτονται ανεξάρτητα, να θέτουν κάθε τι, παραδοσιακό ή μη, υπό αμφισβήτηση, να ρωτάνε. Είναι οι συνεχείς ερωτήσεις που θέτει ο μικρός Κιρίκου στον εαυτό του και στους άλλους που θα τον βοηθήσουν κι όχι οι ελάχιστες σωματικές του δυνάμεις.
Όλα αυτά όμως θα μπορούσαν να ακούγονται τετριμμένα αν η ταινία δεν διέθετε την πανέμορφη εικόνα της. Ο Ocelot χρησιμοποιεί πάντοτε σαν βασικό μέσο έκφρασης - και αναγνωρίσιμο στιλ - το εκθαμβωτικό χρώμα. Έτσι, όπως και στο μεταγενέστερο "Αζούρ και Ασμάρ", οι περιπέτειες του Κιρίκου είναι βουτηγμένες σε μαγευτικά χρώματα, τόσο ώστε να να νοιώθω σαν να βρίσκομαι σε διαρκές τριπ. Γι' αυτό και μόνο το αισθητικό μέρος, θα άξιζε να δει κανείς την ταινία.
ΥΓ1: Προκαλεί εντύπωση το πόσο μοιάζουν τελικά τα παραμύθια σ' όλο τον κόσμο. Όχι φυσικά στο εξωτερικό περιβάλλον, που εδώ είναι προφανώς καθαρά αφρικάνικο, αλλά στη δομή και στον τρόπο αφήγησης. Τελικά η λαϊκή έκφραση διαθέτει από μόνη της παγκοσμιότητα.
ΥΓ2: Σε μια μεγαλειώδη επίδειξη ηλιθιότητας και υποκρισίας, οι αμερκάνοι και οι άγγλοι χαρακτήρισαν το φιλμ ακατάλληλο, επειδή ο μικρός ήρωας και τα άλλα παιδιά του χωριού περιφέρονται ολόγυμνα, ενώ οι γυναίκες ημίγυμνες. Νομίζω ότι θα έπρεπε να προβληματίσει βαθύτατα όλους μας το γεγονός ότι ζούμε σε μια κοινωνία που επιτρέπει ανενδοίαστα τη θέαση εξαιρετικά βίαιων σκηνών, απαγορεύει όμως τη θέαση βυζιών...