Δευτέρα, Ιανουαρίου 12, 2009

ΝΕΚΡΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΕ ΗΣΥΧΕΣ ΛΙΜΝΕΣ


"Το Κορίτσι της Λίμνης" (2007) του Andrea Molaioli είναι μια ιταλική αστυνομική ταινία που διαδραματίζεται σε ένα μικρό, ήσυχο και όμορφο χωριό της βόρειας Ιταλίας. Η ήρεμη επιφάνεια των πραγμάτων όμως θα ταραχτεί όταν ένα όμορφο ντόπιο κορίτσι θα βρεθεί νεκρό στις όχθες της λίμνης.
Η ταινία είναι κι αυτή "ήσυχη" και χαμηλότονη, σαν το μικρό χωριό. Στόχος του σκηνοθέτη (που, όπως διαβάζω, είναι πρωτοεμφανιζόμενος) είναι να εμβαθύνει στην ψυχολογία των ηρώων και να αποκαλύψει τα σκοτεινά μυστικά που κρύβονται κάτω από τη στιλπνή επιφάνεια. Ο βασικός ήρωας, ο μεσήλικας επιθεωρητής που ερευνά την υπόθεση, ερμηνεύεται και πάλι πολύ καλά από τον Τόνι Σερβίλο, που θαυμάσαμε στο Il Divo. Η δομή ακολουθεί ένα τυπικό αστυνομικό στιλ, όπου, μέσα από τα πορτρέτα πολλών κατοίκων του μικρού χωριού και τις σχέσεις του καθενός με το θύμα, οδηγούμαστε σε ένα πλήθος υπόπτων. Ο καθένας θα μπορούσε να είναι ένοχος, αφού όλοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σχετίζονται με τη νεκρή. Αυτό που ενδιαφέρει όμως είναι να αποκαλυφτούν μικρά μυστικά και δράματα του καθενός, συνηθισμένα, που θα μπορούσαν να κρύβονται σε κάθε διπλανή πόρτα, για να καταδειχτεί έτσι η σκοτεινή πλευρά του συνηθισμένου και της απόλυτης καθημερινότητας. Όπως αντιλαμβάνεστε δεν υπάρχουν σκηνές έντονης δράσης, πιστολίδι, μονομαχίες, καλοί και κακοί ή ό,τι άλλο συνηθίζουμε όταν σκεφτόμαστε ένα χολιγουντιανό αστυνομικό. Αυτό που προέχει εδώ είναι ο ρεαλισμός.
Συμπαθητική ταινία, καλογυρισμένη, που την είδα με ενδιαφέρον, χωρίς όμως να τη θεωρήσω σαν κάτι εξαιρετικό. Αυτό όμως δεν την εμπόδισε να κάνει εντύπωση στην Ιταλία και να αποσπάσει βραβεία. Μ' αυτά και μ' αυτά πάντως, πότε με το Il Divo, πότε με τα Γόμορρα, μπορούμε σίγουρα να μιλήσουμε για μια αναγέννηση και επανεμφάνιση στο προσκήνιο του ιταλικού σινεμά.

Σάββατο, Ιανουαρίου 10, 2009

ΕΝΑ ΒΑΛΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΖΕΙ


Το ισραηλινό "Βαλς με τον Μπασίρ" (2008) του Ari Folman, πέραν από συγκλονιστικό, έχει και μια πρωτοτυπία: Είναι το μοναδικό (που γνωρίζω εγώ τουλάχιστον) ντοκιμαντέρ - κινούμενο σχέδιο. Από την άλλη βέβαια, αμφισβητεί έντονα και τον όρο "ντοκιμαντέρ", αφού τίθεται το ερώτημα: Πόσο ντοκιμαντέρ είναι κάτι που εικονογραφεί, εκτός από γεγονότα, και τα όνειρα, τους εφιάλτες, τις φαντασιώσεις των ηρώων; Ή πόσο ντοκιμαντέρ είναι κάτι που αναπαριστά παλιότερα γεγονότα, δίχως να τα κινηματογραφεί τη στιγμή που συμβαίνουν; Πέρα από τις πολλές πρωτοτυπίες του όμως, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Το 1982 σε έναν ακόμα αραβοϊσραηλινό πόλεμο (από τους τόσο συχνούς στην περιοχή), οι ισραηλινοί εισβάλλουν στο Λίβανο. Η Βυρηττός βομβαρδίζεται και σχεδόν καταστρέφεται. Στο Λίβανο μαίνεται ταυτόχρονα και εμφύλιος πόλεμος: Χριστιανοί, υποστηριζόμενοι από το Ισραήλ, εναντίον μουσουλμάνων, που υποστηρίζουν τους Παλαιστίνιους. Οι Φαλαγγίτες είναι ένα παραστρατιωτικό ένοπλο χριστιανικό σώμα. Όταν ο ηγέτης τους Μπασίρ δολοφονείται ορδές απ' αυτούς εισβάλλουν στα προσφυγικά στρατόπεδα Παλαιστινίων Σάμπρα και Σατίλα, που από χρόνια βρίσκονται στο λιβανικό έδαφος, και προβαίνουν σε κανονική γενοκτονία κατασφάζοντας αδιάκριτα άντρες, γυναίκες, γέρους και μικρά παιδιά, κάτω από τα βλέμματα του πάνοπλου ισραηλινού στρατού που βρισκόταν εκεί δίπλα και παρακολουθούσε δίχως να κάνει το παραμικρό για να σταματήσει τη σφαγή. Υπουργός Άμυνας το Ισραήλ, που έδωσε τη διαταγή στα στρατεύματά του να μην επέμβουν, ήταν ο μετέπειτα και μέχρι πρόσφατα πρωθυπουργός Αριέλ Σαρόν.
Ο σκηνοθέτης Φόλμαν, 19 χρονών τότε, υπηρετούσε τη θητεία του στον ισραηλινό στρατό και είδε - δίχως φυσικά να επέμβει - τη σφαγή. 20 χρόνια μετά έχει απωθήσει εντελώς από τη μνήμη του τα φρικτά γεγονότα. Καθώς όμως κομμάτια, αποσπάσματα, εφιάλτες ενός φίλου συμπολεμιστή, του ξανάρχονται σποραδικά στη μνήμη, ξεκινά έναν αγώνα να ξαναβρεί τους παλιούς συμπολεμιστές του με σκοπό να ξαναβρεί και τη μνήμη του και να λυτρωθεί έτσι από τους εφιάλτες.
Στην ταινία παρακολουθούμε αποσπασματικά συνεντεύξεις και διηγήσεις από τις μέρες της φρίκης των σαραντάρηδων πια συμπολεμιστών του. Ο καθένας αφηγείται με τον δικό του τρόπο τη δική του ιστορία, τα περιστατικά που θυμάται, σε πολλά από τα οποία συμμετέχει και ο ίδιος ο σκηνοθέτης, εκφράζει τις δικές του απόψεις για τα τραγικά συμβάντα. Παράλληλα βλέπουμε τα συγκεκριμένα περιστατικά, γυρισμένα φυσικά στη σύγχρονη εποχή, πλημμυρισμένα όμως από συγκλονιστικές εικόνες. Πέραν της ανασύστασης των γεγονότων, η ταινία αποκτά και μια ποιητική διάσταση καθώς εικονογραφούνται οι εφιάλτες, οι παραισθήσεις ή οι φαντασιώσεις πολλών από τους αφηγητές. Και ταυτόχρονα, μέσα από συζητήσεις και αναλύσεις, λειτουργεί και σαν σχόλιο πάνω στη μνήμη και τα παιχνίδια της, αλλά και σαν συμβολική ιστορία πάνω στην απωθημένη μνήμη ενός ολόκληρου λαού, του ισραηλινού, που ξεχνά συστηματικά ένα από τα πιο ειδεχθή εγκλήματα της σύγχρονης ιστορίας, που ο ίδιος διέπραξε. Μπρος - πίσω λοιπόν στο χρόνο και τις μνήμες, κομμάτια ενός παζλ που σιγά - σιγά συνενώνεται για να αποκαλυφτεί η φρίκη σε όλο της το μεγαλείο και πολύ καλή μουσική του Μαξ Ρίχτερ, για να καταλήξουμε στο συγκλονιστικό φινάλε, με τις αληθινές, κινηματογραφημένες εικόνες από τα στρατόπεδα.
Φυσικά και πρόκειται για μια από τις πιο δυνατές αντιπολεμικές ταινίες που έγιναν ποτέ. Αποκτά όμως πολύ μεγαλύτερη αξία, καθώς προχωρά πολύ παρά πέρα από το αντιπολεμικό στοιχείο. Από τώρα ήδη έχει πάρει θέση ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 09, 2009

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ ΣΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ


Να που το είδαμε κι αυτό: Το "Λυκόφως" (2008) της Catherine Hardwicke είναι μια ταινία που συνδυάζει τον τρόμο με τον εφηβικό ρομαντισμό. Είναι φυσικό, βέβαια, αφού πρόκειται για μια ακόμα παραλλαγή του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας, μόνο που εκείνη είναι ένα κοινό κορίτσι κι αυτός ένας βρικόλακας.
Είναι σίγουρο ότι πολλοί θα τη βρουν αφελή και λιγωτική. Και ως ένα βαθμό είναι. Ωστόσο η σκηνοθέτης έχει μια παράξενη δική της ματιά που, τελικά, με έκανε να βρω το φιλμ μάλλον ενδιαφέρον. Η πολύ όμορφη εικόνα της, τα χρώματα, η βροχερή ή χιονισμένη ατμόσφαιρα της πολιτείας της Ουάσιγκτον, το παράξενο, διστακτικό παίξιμο των ηθοποιών, η "γλυκειά" γεύση της νεανικής, αισθηματικής ιστορίας που όμως διαβρώνεται από μια συνεχώς επικρεμάμενη απειλή, όλα συντείνουν στη δημιουργία μιας πολύ ασυνήθιστης ατμόσφαιρας, που τελικά κράτησαν το ενδιαφέρον μου. Βέβαια συντηρητισμός και ατολμία υπάρχουν, κυρίως στο θέμα του σεξ. Έτσι, σε μια ταινία που περιστρέφεται κυρίως γύρω από έναν αδύνατο εκ πρώτης όψεως εφηβικό έρωτα, ποτέ δεν συζητιέται ανοιχτά το φλέγον θέμα: Μπορούν τελικά οι δύο τρελά ερωτευμένοι να το κάνουν ή είναι καταδικασμένοι απλώς να είναι μαζί, να αγαπιούνται, αλλά μόλις και μετά βίας να αγγίζονται, αλλιώς θα επέλθει ανεπανόρθωτη καταστροφή λόγω των ανεξέλεγκτων ενστίκτων του βρικόλακα; Γι' αυτό και οι ελάχιστες και διστακτικότατες ερωτικές σκηνές έβγαζαν γέλιο (δίχως φυσικά τη θέληση των δημιουργών) στην αίθουσα, ενώ μια ξεκάθαρη αντιμετώπιση του θέματος θα εξαφάνιζε την τάση για χαβαλέ του κοινού.
Γενικά πάντως βρήκα την ταινία σχετικά ενδιαφέρουσα και ιδιόρυθμη. Αν βέβαια συνηθίσετε στην ιδέα της ύπαρξης "καλών" και "κακών" βρικολάκων. Και αν φυσικά μπορείτε να αντέξετε τον overdose ρομαντισμό της.

Τρίτη, Ιανουαρίου 06, 2009

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΣΤΗ SUNSET BLVD.


Αν θέλετε μία και μόνο απόδειξη για το πόσο μεγάλος δημιουργός υπήρξε ο Billy Wilder (1906-2002) δεν έχετε παρά να δείτε το υπέροχο Sunset Blvd. του 1950. Ίσως τον Wilder τον ξέρουμε κυρίως για τις καυστικές του κωμωδίες και τη σαρκαστική ματιά του στην Αμερική. Παρά το ότι είμαι θαυμαστής και αυτών του των ταινιών, νομίζω ότι αυτό εδώ είναι το αριστούργημά του - και μια από τις καλύτερες ταινίες στην ιστορία του σινεμά.
Το φιλμ διαθέτει πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Αρχικά - κι αυτό είναι που συγκινεί και θα συγκινεί για πάντα κάθε σινεφίλ - είναι μια ταινία (η πρώτη ίσως) που αναφέρεται στο ίδιο το σινεμά και ιδιαίτερα στο Χόλιγουντ και τους ανελέητους μηχανισμούς του σταρ σύστεμ. Μέσα από τη σπαρακτική ιστορία της παλιάς, ξεχασμένης πια ντίβας του βωβού σινεμά, που ζει ολομόναχη με τον πιστό υπηρέτη της στην τεράστια, παρακμασμένη βίλα της νομίζοντας ότι παραμένει σούπερ σταρ, ενώ στην πραγματικότητα όλοι την έχουν ξεχάσει, μιλά για την άνοδο και την μοιραία πτώση σχεδόν κάθε αστεριού, μουσικού, κινηματογραφικού ή ό,τι άλλο. Μέσα απο τη ιστορία του ήρωα - επίδοξου σεναριογράφου του Χόλιγουντ, που ξεπουλά όλα του τα όνειρα για να καταντήσει ζιγκολό, μιλά για τη μοίρα πάμπολλων ανθρώπων που ξεκινούν με φιλοδοξίες και όνειρα, αλλά όλα τους έρχονται αλλιώς. Μέσα από την ιστορία του πιστού υπηρέτη, σκλάβου σχεδόν της σταρ, εξερευνά τα πάθη και τις εμμονές ανθρώπων που μπορούν, υποταγμένοι σ' αυτά, να εγκαταλείψουν όλα τα άλλα. Ταυτόχρονα σχολιάζει τους μηχανισμούς και τον ψεύτικο, επίχρυσο κόσμο του Χόλιγουντ, το ρόλο του χρήματος, την άνοδο και την πτώση των ονομάτων του, τις παραχωρήσεις που απαιτούνται για να γίνεις κάποιος. Για όλα αυτά ο Wilder, πολύ πριν τον Altman και τον "Παίκτη" του, δείχνει τα ίδια τα στούντιο, χρησιμοποιεί τους ίδιους τους παλιούς σταρ που παίζουν τον εαυτό τους. Έτσι, εκτός από την πρωταγωνίστρια και παλιά ντίβα Γκλόρια Σβάνσον στον συγκλονιστικό ρόλο της, εμφανίζονται παίζοντας, όπως είπαμε, τον εαυτό τους, ο Warner, ο Cecil DeMille, o Buster Keaton και άλλοι, ενώ τον βασικό ρόλο του υπηρέτη κρατά ο ίδιος ο μεγάλος σκηνοθετης Eric von Strohaim. Η όλη ιστορία είναι ειπωμένη με τυπικούς νουάρ τόνους - δίχως από τις ατάκες να λείπει ο σαρκασμός του Wilder και οι σινεφίλ αναφορές (ήδη από το 1950).
Εκτός όλων αυτών πάντως, το Sunset Blvd. μιλά για την αναπόφευκτη μελαγχολία όλων των πραγμάτων που τελειώνουν και την εξ ίσου αναπόφευκτη νοσταλγία παλιότερων εποχών, ανεξάρτητα του αν πρόκειται για καριέρα και δόξα, για έρωτες, ή για τα ίδια τα νιάτα που μοιραία δίνουν τη θέση τους στη νοσταλγία και τη μελαγχολία του λυκόφωτος κάθε ανθρώπινης ζωής. Γι΄αυτό και η ταινία παραμένει αγέραστη όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Αν δεν την έχετε δει ψάξτε την Ανήκει στα κλασικά αριστουργήματα του παγκόσμιου σινεμά.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 05, 2009

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΒΑΡΕΜΑΡΑ ΤΟΥ SPIRIT


Θα το πω από την αρχή: Σπάνια έχω δει χολιγουντιανή υπερπαραγωγή που όχι απλώς να μη μου αρέσει (αυτό συμβαίνει πολλές φορές), αλλά και να με κάνει να βαριέμαι αφόρητα. Όσο έβλεπα το Spirit του Frank Miller έπιασα τον εαυτό μου να κοιτά 2-3 φορές το ρολόι. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Το Spirit υπήρξε μία από τις διασημότερες αμερικάνικες σειρές κόμικς. Δημιουργήθηκε το 1940 από έναν από τους μεγαλύτερους δημιουργούς του χώρου, τον Will Eisner, και συνεχίστηκε για πολλά χρόνια. Παρά το ότι ο ομώνυμος ήρωας έχει επιστρέψει από τους νεκρούς, το κόμικς κατά βάθος είναι νουάρ, με βία, κυνικότητα, χιούμορ και πολλές μοιραίες γυναίκες. Το παράξενο είναι ότι ο Miller διατηρεί (προσπαθεί τέλος πάντων) όλα αυτά τα στοιχεία, αλλά το αποτέλεσμα ούτε προσωπικότητα μου φάνηκε ότι διαθέτει ούτε ενδιαφέρον. Η εικόνα του είναι και πάλι εντυπωσιακή, σαν να βλέπεις κόμικς σε οθόνη, με αληθινούς ηθοποιούς. Είναι όμως η ίδια τεχνική που χρησιμοποιήθηκε στο Sin City (πολύ καλύτερο κατά τη γνώμη μου) και, ως ένα βαθμό, και στους 300. Η ίδια πειραγμένη εικόνα, τα ίδια πλακάτα, ασπρόμαυρα συνήθως, χρώματα, τα ίδια ξαφνικά περάσματα από την "αληθινή" δράση στο κινούμενο σχέδιο. Αυτό όμως που στο Sin City λειτούργησε ως έκπληξη, που με άφησε με το στόμα ανοιχτό ως τεχνικό επίτευγμα τουλάχιστον, εδώ, στην τρίτη του επανάληψη, είναι πλέον ξαναζεσταμένο φαγητό. Από την άλλη οι ήρωες μου φάνηκαν εντελώς γελοίοι και άνευ βάθους. Ιδιαίτερα ο κακός Σάμιουελ Τζάκσον (που γενικά εκτιμώ) ήταν πραγματικά κακός στο ρόλο του, ενώ η εντυπωσιακή σε όλες τις άλλες εμφανίσεις της Σκάρλετ Γιόχανσον θα μπορούσε κάλλιστα να μην υπάρχει. Ήταν κι αυτή η αδιάκοπη φλυαρία, με το Σπίριτ να σκέφτεται συνεχώς φωναχτά και να λέει αν μη τι άλλο περιττά πράγματα, που εμένα τουλάχιστον με ενόχλησε αρκετά, ενώ νομίζω ότι έπασχε και από έλλειψη ρυθμού.
Έχω ξαναπεί ότι δεν με ενδιαφέρει η σύγκριση με το πρωτότυπο (βιβλίο, κόμικς, ιστορικό γεγονός ή ό,τι άλλο) και προσπαθώ πάντα να βλέπω κάθε ταινία αυτόνομα, ως τέτοια. Εννοείται ότι κι αυτή εδώ δεν αντέχει σε σύγκριση, όπως πολύ συχνά συμβαίνει με μεταφορές κόμικς στο σινεμά. Επί πλέον όμως μου φάνηκε και παντελώς αδιάφορη ταινία.
ΥΓ: Παρά το ότι αντιπαθώ σφόδρα και τους 300, μη νομίζετε ότι έχω τίποτα με τον Μίλερ. Ίσα - ίσα, που θεωρώ τόσο τον Batman του όσο και τα Sin City του εξαιρετικά κόμικς.

Σάββατο, Ιανουαρίου 03, 2009

Ο ΠΟΡΤΟΦΟΛΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΗΘΙΚΗΣ


Ο Robert Bresson (1901-1999) είναι ένας δύσκολος, ίσως και στριφνός σκηνοθέτης. Διαθέτει ένα πολύ προσωπικό στιλ, ωστόσο πολύ δύσκολα θα μπορούσε να είναι πολύ δημοφιλής λόγω ακριβώς των σκηνοθετικών ιδιαιτεροτήτων του. Το σινεμά του είναι φιλοσοφικό, καταπιάνεται με προβλήματα ηθικής και γενικά δίνει τροφή για σκέψη, αν και συχνά τα νοήματά του είναι δυσνόητα.
Ο "Πορτοφολάς" (Pickpocket) του 1959 θεωρείται από πολλούς το αριστούργημά του. Αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού που βρίσκεται σε σύγκρουση με την κοινωνία (και θεωρεί μάλλον ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να υπάρξει στους κόλπους της) και σαν μέσον αυτής της σύγκρουσης επιλέγει να γίνει πορτοφολάς, αν και του δίνονται ευκαιρίες για άλλες δουλειές. Το "επάγγελμα" αυτό του γίνεται σχεδόν εθισμός. Η σύλληψη είναι αναπόφευκτη. Τελικά ο δρόμος για τη λύτρωση μέσω της αγάπης (που βρίσκεται διαρκώς μπροστά του) είναι δαιδαλώδης και πολύπλοκος, αφού αρνείται να ακολουθήσει τον εύκολο, ευθύ δρόμο προς αυτή.
Όλα αυτά δίνονται με την ασπρόμαυρη φωτογραφία και το προσωπικό στιλ του Μπρεσόν, που, αν μου ζητούσαν να το χαρακτηρίσω με δυο λέξεις, θα επέλεγα τις "μινιμαλισμός" και "αυστηρότητα". Οι κινήσεις της κάμερας είναι λιγοστές, οι εικόνες απλές, όπως και τα σκηνικά. Ακόμα απλούστερες είναι οι κινήσεις και το παίξιμο των ερασιτεχνών ηθοποιών, που αντιδρούν ήσυχα, μόνο με τις απόλυτα απαραίτητες, ελάχιστες κινήσεις ή εκφράσεις, όσο σημαντικά κι αν είναι αυτά που τους συμβαίνουν. Όλη αυτή η αυστηρότητα είναι σα να δίνει ένα ιδιαίτερο βάρος σε κάθε λέξη, σε κάθε κίνηση, βλέμμα ή αντικείμενο. Νοιώθεις ότι κάθε τι που βλέπεις ή ακούς έχει ένα ιδιαίτερο βάρος και είναι το ελάχιστο δυνατό. Όταν όμως περιγράφει τον τρόπο που η ομάδα των πορτοφολάδων ξαφρίζει ανύποπτους ανθρώπους σε μέρη όπου συνωστίζονται, τότε τα πάντα γίνονται ρευστά και είναι σκηνοθετημένα αριστοτεχνικά, σα να παρακολουθούμε μια εξαιρετική χορογραφία. Είναι σαφές ότι ο Μπρεσόν γοητεύεται από την ευρηματικότητα, την ομορφιά θα έλεγε κανείς όλης αυτής της απάτης.
Γίνεται νομίζω σαφές ότι πρόκειται για σινεμά για λίγους. Κάποιους τους γοητεύει αφάνταστα, πολλούς τους κουράζει. Ούτως ή άλλως αποτελεί μια κινηματογραφική ιδιαιτερότητα.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 27, 2008

ΛΗΣΤΕΣ ΤΡΑΠΕΖΩΝ, ΜΠΑΤΣΟΙ ΚΑΙ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΕΣ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ BANG


Ε, λοιπόν, τελικά το Bank Bang (2008) του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου είναι συμπαθητικό. Ομολογώ ότι δεν το κατάλαβα από το τρέιλερ, όπου νόμιζα ότι πρόκειται για μια απ' αυτές τις τηλεοπτικής υφής κωμωδίες. Όχι. Εδώ και κινηματογραφική γλώσσα υπάρχει, και σχετικά σφιχτό σενάριο και πλάκα.
Θα πω απ' την αρχή ότι δεν το βρήκα κανένα αριστούργημα, αλλά κάνει μια χαρά τη δουλειά του σαν μια διασκεδαστική ταινία, με την καλή έννοια του όρου. Έκπληξη ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, που εκτός από πρωταγωνιστής έχει γράψει και το σενάριο. Πέραν αυτού όμως υπάρχει και η νευρώδης, αρκετά ευρηματική σκηνοθεσία, που έχει πετύχει το (σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα) επίτευγμα να μην κάνει κοιλιά η ταινία και να παρακολουθείται ευχάριστα από την αρχή μέχρι το τέλος. Στα συν επίσης η φυσική γλώσσα των διαλόγων και οι καλές, φυσικές ηθοποιίες από όλους σχεδόν τους χαρακτήρες. Υπάρχουν και τα κοινωνικά, πολιτικά και άλλα σχόλια (διεφθαρμένοι μπάτσοι, άχρηστοι και γελοίοι βουλευτές, φτωχοί λόγω απόλυσης νέοι άνθρωποι κλπ.), υπάρχουν και κάμποσες σινεφίλ αναφορές, οπότε το πράγμα κυλά πολύ ευχάριστα. Στις θετικές εκπλήξεις τέλος και η παρουσία του Βουτσά, κυρίως όμως το "αταίριαστο" δίδυμο των μπάτσων - νονών, που είναι όλα τα λεφτά.
Είπαμε: Και προβλέψιμα στοιχεία υπάρχουν και κάποιες συμβάσεις. Ανήκουν όμως στο είδος που μπορώ να συγχωρήσω σε μια κωμωδία που βασικό της στόχος είναι να διασκεδάσει. Αυτό το τελευταίο νομίζω ότι το καταφέρνει μια χαρά. Μην τη φοβηθείτε λοιπόν, λέγοντας "ουφ, μια ακόμα ελληνική κωμωδία της σειράς". Πρόκειται για κάτι καλύτερο απ' αυτό.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 25, 2008

Ο ΜΕΛ ΜΠΡΟΥΚΣ ΚΑΙ Η ΒΟΥΒΗ ΤΟΥ ΤΡΕΛΑ


Το 1976 ο Mel Brooks βρισκόταν ακόμα σε φόρμα. Είχε ήδη γυρίσει ταινίες όπως "Οι Παραγωγοί", οι "Καυτές σέλλες" και το θρυλικό "Φρανκενστάιν Τζούνιορ", οπότε κάθε καινούριο φιλμ του αναμενόταν με αγωνία. Έτσι το "Silent Movie" (που στην Ελλάδα προβλήθηκε ως... "Η τελευταία τρέλα του Μελ Μπρουκς"!) είχε συγκεντρώσει το ενδιαφέρον όλων.
Θυμάμαι ότι όταν το είχα δει μικρός είχα ενθουσιαστεί. Ξαναβλέποντάς το σήμερα, μετά από χρόνια, ο ενθουσιασμός σαφώς μετριάζεται (ίσως και εξαφανίζεται), πιστεύω όμως ότι ακόμα έχει τις στιγμές του. Στα συν βρίσκεται, κατ' αρχήν, η ιδέα: Ο Μπρουκς αποφασίζει να γυρίσει, εν έτει 1976, μια βουβή ταινία, αποδίδοντας φόρο τιμής στις παλιές κωμωδίες του βωβού σινεμά, τις λεγόμενες σλάπστικ, αυτές δηλαδή που βασίζονται περισσότερο σε οπτικά γκαγκς παρά σε σεναριακά ή λεκτικά ευρήματα! Και ποια είναι η υπόθεση της ταινίας; Μα... ακριβώς αυτή: Ένας ξεπεσμένος, πρώην αλκοολικός σκηνοθέτης αποφασίζει το 1976 να κάνει μια βουβή ταινία. Και φυσικά, βρίσκει έντονη αντίδραση από το μεγάλο στούντιο στο οποίο απευθύνεται. Ο μόνος τρόπος να τους πείσει είναι να βρεί ένα all stars καστ, που θα εξασφαλίσει την επιτυχία. Έτσι, αυτός και οι δύο ανεκδιήγητοι συνεργάτες του ξεκινούν μια αναζήτηση για να κλείσουν διάσημους αστέρες.
Βρίσκω την ιδέα πανέξυπνη, τόσο της βουβής κωμωδίας στη δεκαετία του 70 όσο και της ιστορίας, που ταυτίζεται με την ίδια τη ταινία. Έτσι ο Μπρουκς βρίσκει την ευκαιρία να σατιρίσει τα μεγάλα στούντιο, το Χόλιγουντ δηλαδή γενικότερα, που φυσικά πιστεύουν μόνο στα λεφτά και όχι στην τέχνη, τον πόλεμο ανάμεσα στις μεγάλες εταιρίες, το ότι τα μεγάλα ονόματα είναι σημαντικότερα για την επιτυχία μιας ταινίας απ' ό,τι η ίδια η ταινία κλπ. Ταυτόχρονα, κι εδώ είναι ένα άλλο έξυπνο σημείο, βάζει μια σειρά από σούπερ σταρς της εποχής να παίξουν τον εαυτό τους σε μικρές, χαρακτηριστικές εμφανίσεις, ακόμα και να αυτοπαρωδηθούν. Έτσι βλέπουμε να παρελαύνουν ο Μπαρτ Ρέινολντς, η Λίζα Μινέλι, ο Τζέιμς Κάαν, η Αν Μπάνκροφτ (σύζυγος του Μπρουκς), ο Πολ Νιούμαν, ακόμα και ο περίφημος μίμος Μαρσέλ Μαρσό. Και βέβαια υπάρχει και το φοβερό πρωταγωνιστικό τρίο: Ο ίδιος ο Μελ Μπρουκς, ο αξέχαστος Μάρτι Φέλντμαν και ο Ντον ντε Λουίζ.
Το κακό είναι ότι θεωρώ πολλά από τα αστεία του φιλμ αρκετά κρύα ή χοντρά, πράγμα που συνηθίζει ούτως ή άλλως ο Μπρουκς. Έτσι δεν νομίζω ότι βγαίνει συνολικά το γέλιο που θα μπορούσε να βγει. Ωστόσο υπάρχουν αρκετές αστείες στιγμές και πιστή στο πνεύμα του παλιού σλάπστικ ατμόσφαιρα, καθώς και οι έξυπνες ιδέες που είπαμε, οπότε δεν θεωρώ το φιλμ και για πέταμα. Άλλωστε αυτή (άντε και η επόμενη, το High Anxiety), είναι οι τελευταίες δουλειές του που βλέπονται. Μετά βρίσκω ότι βυθίζεται ανεπανόρθωτα στην παρακμή και τη χοντράδα.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 24, 2008

ΟΤΑΝ ΕΚΛΑΨΕ Η ΠΕΤΡΑ ΦΟΝ ΚΑΝΤ


Αναμφισβήτητα ο Rainer Werner Fassbinder (1945-1982) υπήρξε μια σημαντική όσο και ιδιόμορφη περίπτωση στο κινηματογραφικό σύμπαν. Και μόνο το γεγονός ότι πέθανε μόλις 37 χρονών αφήνοντας πίσω του πάνω από 40 (!!!) ταινίες είναι ικανό να προκαλέσει δέος. Απόλυτα παρακμιακός, αλκοολικός, δύσκολος χαρακτήρας, ώθησε τη ζωή του στα άκρα και την έκαψε.
Παρά τον σεβασμό που τρέφω για την περίπτωσή του, θα μου επιτρέψετε να μην τον συγκαταλέγω στους αγαπημένους μου σκηνοθέτες, αφού αρκετές από τις ταινίες του μου προκαλούν πλήξη, παρά την σε βάθος εξερεύνηση των χαρακτήρων των ηρώων τους. Έτσι, "Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ" του 1972 με κούρασαν για αρκετούς λόγους.
Λίγα για τη ιστορία όμως: Η ομώνυμη ηρωίδα είναι διάσημη σχεδιάστρια μόδας. Σκληρή, άκαρδη, κυνική, με άθλιο φέρσιμο στην αμίλητη υπηρέτρια / γραμματέα / συνεργάτη της. Ώσπου γνωρίζει μια όμορφη νέα κοπέλα που θέλει να γίνει μοντέλο, την ερωτεύεται παράφορα και σύντομα χάνει κάθε έλεγχο, παραπαίοντας από την αυτοταπείνωση στην υστερία.
Για τον Fassbinder ο πόθος είναι το υπέρτατο κίνητρο των ανθρώπινων πράξεων. Και ο έρωτας είναι ικανός να αντιστρέψει τους ρόλους, κάνοντας τον κυνηγό θήραμα, τον εξουσιαστή εξουσιαζόμενο, τον εγωμανή ταπεινωμένο. Καλά και ενδιαφέροντα όλα αυτά. Ωστόσο στα "Δάκρυα..." με ενοχλούν αρκετά πράγματα: Το βαθύ μελοδραματικό στοιχείο, που δεν είναι και το καλύτερό μου. Ο εγκλεισμός σ' ένα και μόνο δωμάτιο (ούτε καν σπίτι, δωμάτιο), στο οποίο διαδραματίζεται ολόκληρη η ταινία. Πάνω απ' όλα όμως με ενοχλεί η αφόρητη (και ηθελημένη βεβαίως) θεατρικότητα, που είναι στοιχείο που πάντοτε με κουράζει στο σινεμά. Ο εγκλεισμός που είπαμε, ο σαφής χωρισμός σε πράξεις περισσότερο παρά σε σεκάνς, το απόλυτα θεατρικό, "ψεύτικο" (ηθελημένα, το ξαναλέω) παίξιμο των ηθοποιών, που είναι αποκλειστικά γυναίκες. Δεν κατηγορώ τον Fassbinder. Σέβομαι τις αισθητικές επιλογές του (μπαρόκ ενίοτε, από τα σκηνικά μέχρι την επιλογή της μουσικής), απλώς δεν μου ταιριάζουν καθόλου. Ξέρω ότι πολλοί είναι αφοσιωμένοι οπαδοί του. Κανένα πρόβλημα. Είναι καθαρά θέμα γούστου. Εγώ πάντως με δυσκολία παρακολούθησα το φιλμ.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 22, 2008

ΕΝΑΣ "ΔΡΟΜΟΣ" ΠΟΥ ΘΑ ΣΥΓΚΙΝΕΙ ΠΑΝΤΑ


Το "La Strada" (Ο Δρόμος, 1954) του Federico Fellini (1920-1993) μπορεί να θεωρηθεί το πρώτο του αριστούργημα ή, αν θέλετε, η πρώτη ταινία που μας βάζει για τα καλά στο σύμπαν του. Ενώ σ' αυτή υπάρχουν έντονα στοιχεία νεορεαλισμού, που κυριαρχούσε τότε στο ιταλικό σινεμά, τα συναισθήματα, η συγκίνηση, η αγάπη για το τσίρκο, τους πλανόδιους "καλλιτέχνες" και άλλα συναφή λαϊκά θεάματα, οι χαρακτήρες, όλα μας βάζουν στην ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του μεγάλου δημιουργού.
Μια πάμφτωχη, αφελής - ίσως και λιγάκι καθυστερημένη - κοπέλα "πουλιέται" από την μητέρα της στον βάναυσο, δίχως ευαισθησίες και συναισθήματα Ζαμπανό, έναν περιπλανώμενο σαλτιμπάγκο, που σπάει αλυσίδες με το στήθος σε κάθε παράστασή του σε πλατείες και δρόμους χωριών και πόλεων. Από τη μία η απόλυτη καλοσύνη, η θυσία, η ανιδιοτελής αγάπη, από την άλλη η βαρβαρότητα, η προσπάθεια ικανοποίησης ατομικών επιθυμιών και μόνο, δίχως την παραμικρή σκέψη για τους άλλους. Ωστόσο η αθώα Τζελσομίνα αγαπά με τον δικό της τρόπο τον κτηνώδη Ζαμπανό και, όσο η ταινία προχωρά, η συγκίνηση ανεβαίνει στα ύψη με τη συνύπαρξη των δύο αυτών τόσο διαφορετικών χαρακτήρων, μέχρι το σπαρακτικό φινάλε, όταν θα δούμε τον Ζαμπανό να σπάει για πρώτη φορά (αλλά θα είναι πια πολύ αργά).
Είναι δύσκολο να πει κανείς τι μένει περισσότερο στο θεατή από μια τέτοια ταινία: Η εκπληκτική Τζουλιέτα Μασίνα, πλασμένη θαρρείς γι' αυτό το ρόλο, ο "βάρβαρος" Άντονι Κουίν, επίσης σε έναν απ' τους καλύτερους ρόλους του, η αξέχαστη, νοσταλγική μουσική του Νίνο Ρότα, η θαυμάσια ασπρόμαυρη φωτογραφία... Επίσης, πέραν όλων αυτών, ο Φελίνι κάνει μια ιδιόρυθμη ταινία δρόμου, πριν ακόμα "εφευρεθεί" ο όρος αυτός. Κι όσο για τον νεορεαλισμό που είπαμε στην αρχή, ελλοχεύει στην κινηματογράφηση μιας πάμφτωχης - όπως οι χαρακτήρες του φιλμ - Ιταλίας, που προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές του πολέμου και της ήττας της και βιώνει τη πρώτη ανοικοδόμηση και το αβέβαιο ακόμα πέρασμα στη σύγχρονη εποχή, μιας Ιταλίας που θυμίζει πολύ την Ελλάδα του 50, όπως τη βλέπουμε μέσα από ελληνικά φιλμ της εποχής.
Νομίζω ότι η Strada ανήκει ανεπιφύλακτα σ' αυτό που λέμε "κλασική ταινία", αφού η δύναμή της κρατά μέχρι σήμερα. Εμένα τουλάχιστον καταφέρνει να με συγκνεί ακόμα - και την πλειοψηφία των θεατών νομίζω.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 21, 2008

ΑΡΣΕΝΙΚΟ, ΔΑΝΤΕΛΕΣ ΚΑΙ ΓΛΥΚΥΤΑΤΕΣ ΓΡΙΟΥΛΕΣ - ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ


Ο Frank Capra (1897-1991) είναι δημιουργός αρκετών ταινιών που χαρακτηρίζονται κλασικές. Όχι με βαρύγδουπους, πολύπλοκους ορισμούς, αλλά επειδή, απλούστατα, τόσα χρόνια μετά την εποχή τους βλέπονται εξ ίσου ευχάριστα και διατηρούν τη φρεσκάδα τους. Και βέβαια, χρησιμοποιώ τη λέξη ευχάριστα επειδή ο Capra γύρισε κυρίως κωμωδίες, είδος που κατά γενική ομολογία σήμερα περνά μεγάλη κρίση.
Από τις πιο αστείες και έξυπνες ταινίες του είναι το "Αρσενικό και Παλιά Δαντέλα" του 1944, όπου, εκτός από το κλασικό οπτικό και λεκτικό χιούμορ, υπάρχει και το στοιχείο του "μαύρου". Και πώς να μην υπάρχει, αφού εδώ συναντάμε δύο γλυκύτατες γριούλες που μένουν μαζί, θείες του ήρωα, οι οποίες... δολοφονούν κατά συροήν (και από συμπόνοια) τους υποψήφιους νοικάρηδες ενός δωματίου και τους θάβουν στο υπόγειο. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν το όλο σκηνικό ανακαλύπτεται τυχαία από τον ανιψιό τη μέρα ακριβώς που ο τελευταίος παντρεύεται, ενώ στη φάση μπαίνει και ένας ψυχωτικός γκάνγκστερ που μοιάζει με τον Μπόρις Καρλόφ με τον αλκοολικό βοηθό - γιατρό του. Καταλαβαίνετε τι γίνεται στη συνέχεια.
Ο Capra σκηνοθετεί όπως πάντα με κομψότητα, μαεστρία και στιλ, τα κωμικά ευρήματα διαδέχονται το ένα το άλλο και την παράσταση κλέβει ο Κάρι Γκραντ σε έναν από τους χαρακτηριστικότερους ρόλους του, με παίξιμο και γκριμάτσες που βγάζουν ακόμα περισσότερο γέλιο. Η ταινία προδίδει βέβαια τη θεατρική καταγωγή της, αφού μιλάμε περίπου για μια "κωμωδία δωματίου", είναι όμως όλα τόσο αστεία και ευχάριστα μέσα στο μαύρο χιούμορ τους, που το - συνήθως μειονέκτικό αυτό χαρακτηριστικό για τον κινηματογράφο - συγχωρείται και ξεχνιέται, καθώς ο θεατής απορροφάται στην παρακολούθηση της έξυπνης υπόθεσης. Γι' αυτούς τους λόγους (και όσους άλλους ανακαλύψετε) δεν διστάζω κι εγώ να χαρακτηρίσω την ταινία κλασική.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 20, 2008

ΟΤΑΝ Η ΓΗ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΞΑΝΑ... ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΙΔΙΟ


Ίσως θα έπρεπε να υπάρχει μια αστυνομία (μετά συγχωρήσεως) κινηματογράφου που να απαγορεύει τα ριμέικ. Η οποία να μη δωροδοκείται, να μην κάνει τα στραβά μάτια όταν της συμφέρει, να μη πουλά παράνομα ριμέικ και τα λοιπά. Φυσικά, αν υπήρχε θα ήμουν ο πρώτος που θα έκανε αγώνα για την κατάργησή της... αλλά να μην πούμε και κάτι για πλάκα;
Τέτοιες σκέψεις μου γεννήθηκαν όταν είδα το "Όταν η γη σταμάτησε" του Scott Derrickson, που "διασκευάζει" το κλασικό πρωτότυπο του Robert Wise του 1951. Ή μάλλον του αλλάζει τα φώτα. Η παλιά ταινία ήταν τολμηρή και ερχόταν σε έντονη αντίθεση με το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής. Διότι θέλει τόλμη εν μέσω μακαρθισμού και "κακών ρώσων παντού", να καταγγέλεις την ηλιθιότητα του αθρώπινου είδους εν γένει και να προειδοποιείς ότι βαδίζει προς την καταστροφή. Στη σύγχρονη ταινία ο φόβος της βόμβας έχει αντικατασταθεί από τον φόβο της οικολογικής καταστροφής. Δεν είναι κακό αυτό. Αυτό που με χαλάει είναι η έλλειψη εξηγήσεων για τη δράση του "καλού" εξωγήινου στον κόσμο μας, για τη σχέση του με το παντοδύναμο ρομπότ κλπ. Αυτό που με χαλάει όμως κυρίως είναι η κυριολεκτικά αφόρητη και αφελέστατη συναισθηματικότητα του τελευταίου τρίτου περίπου της ταινίας, οι τόννοι σιροπιών για τον πατέρα που χάσαμε και τη θετή μάνα που αγαπά το παιδί της, το οποίο δεν είναι ως εκ τούτου μόνο στον κόσμο, όπως νόμιζε, και γι' αυτό το παιδί μετανοιώνει και γίνεται καλό, η με το ζόρι συγκίνηση, το φριχτά προβλέψιμο και αναμενόμενο όλων αυτών, ο εξωγήινος που συγκινείται ακούγοντας Μπαχ (λες και έχουν ίδια μουσικά γούστα οι εξωγήινοι, οι οποίοι στην πραγματικότηα έχουν και εντελώς διαφορετική φυσική κατασκευή από τους ανθρώπους, όπως σαφώς λέγεται), και οι διαπιστώσεις του στιλ "τώρα βλέπω ότι οι άνθρωποι έχουν και μια φωτεινή πλευρά" και άλλα τέτοια νερόβραστα. Αφείστε που "έρχεται να σώσει τη γη απ' τους ανθρώπους", αλλά όπως όλα δείχνουν θα καταστρέψει και τα ζώα και όλο το φυσικό περιβάλλον, γι' αυτό άλλωστε φτιάχνει κάτι σαν κιβωτό. Καλά, τα ζώα και τα φυτά τι φταίνε; Διαπιστώνω λοιπόν για μια ακόμα φορά ότι το μέσο Χόλιγουντ - ή, αν επιθυμείτε, ο μέσος αμερικάνος ή/και ο μέσος παγκόσμιος άνθρωπος - παραμένει εξαιρετικά αφελής, για να μη χρησιμοποιήσω βαρύτερες έκφράσεις. Μα καλά, δεν σκυλοβαρέθηκαν ακόμα με όλα αυτά τα ηλίθια ηθικοπλαστικά;
Μένουν κάποια καλά εφφέ, μερικές σκηνές έντασης (λίγες) και ο ανέκφραστος Κιάνου Ριβς, που λόγω ακριβώς αυτού του ανέκφραστου είναι πολύ πειστικός στο ρόλο του. Μικρή συγκομιδή. Αν μπορείτε δείτε την παλιά ταινία και ξεχάστε ότι ξαναγυρίστηκε.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 19, 2008

"Η ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ" 'Η ΟΙ ΜΠΑΤΣΟΙ ΩΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ


Όσοι διαβάζουν αυτό το μπλογκ ξέρουν ότι αποφεύγω να συνδέω ταινίες με την άμεση επικαιρότητα / συγκυρία, ωστόσο δεν θα μπορούσα να μην κάνω τον αναπόφευκτο συνειρμό, αφού "Η Ανταλλαγή", η τελευταία ταινία του Clint Eastwood, αναφέρεται κυρίως στην απαράδεκτη αυταρχικότητα και διαφθορά των μπάτσων. Μιλάμε βέβαια για το Λος Άντζελες του 1928, αλλά κάτι δεν σας θυμίζει το θέμα;
Πίσω στο σινεμά λοιπόν. Ο Eastwood είναι αυτό που λέμε "κλασικός" σκηνοθέτης. Με την έννοια ότι οι ταινίες του έχουν πάντα μια γραμμική, στέρεα, δίχως "κόλπα" σκηνοθεσία, λίγο παλιομοδίτικη ίσως, αλλά πάντοτε στιβαρή, άψογη αφηγηματικά και με κάτι από τη γοητεία του παλιού, καλού κρασιού. "Η Ανταλλαγή" δεν ξεφεύγει απ' αυτές τις σταθερές κι έτσι, παρά την μεγάλη διάρκειά της (ίσως υπερβολικά μεγάλη), παρακολουθείται με κομμένη την ανάσα. Κι αν ακόμα σε κάποια σημεία είναι κάπως φλύαρη, βρήκα το συνολικό αποτέλεσμα απόλυτα ικανοποιητικό.
Βασισμένο σε αληθινή ιστορία, αναφέρεται στους απόλυτα διεφθαρμένους, εγκληματικούς θα ήταν η σωστότερη λέξη, μπάτσους του Λος Άντζελες της δεκαετίας του 20, που, προκειμένου να κάνουν μια επιτυχία και να κατευνάσουν το δικαιολογημένο μένος του κόσμου εναντίον τους, δεν διστάζουν να ανταλλάξουν τον εξαφανισμένο γιο μιας μόνης μητέρας με ένα άσχετο παιδί, κι όταν αυτή διαμαρτύρεται σθεναρά, να την κλείσουν σε τρελάδικο. Παράλληλα παρακολουθούμε την ανατριχιαστική ιστορία ενός σίριαλ κίλερ και μοιραία οι δύο ιστορίες μπλέκονται αξεδιάλυτα. Πάνω απ' όλα όμως παρακολουθούμε τον αγώνα μιας γυναίκας που τα βάζει με ολόκληρο το διεφθαρμένο σύστημα και δεν λυγίζει μέχρι τέλους.
Πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά, και σας είπα ότι σαν ταινία μου άρεσε, θα μου επιτρέψετε όμως να διαφωνήσω με την αλήθεια όλου αυτού του ηρωισμού που, τελικά, δικαιώνεται. Ένα και μόνο γενναίο άτομο τα βάζει με ένα ολόκληρο σύστημα και, χάρη στην επιμονή και τον ηρωισμό του, καταφέρνει να νικήσει (για να μη νομίζετε ότι κάνω spoiler, σας λέω ότι άλλο νίκη κι άλλο χάπι εντ, γιατί τα πράγματα είναι εδώ λίγο πιο πολύπλοκα). Πόσες φορές όμως το έχετε δει αυτό στην πραγματική ζωή; Πόσους διεφθαρμένους λειτουργούς κάθε είδους έχει τιμωρήσει παραδειγματικά το σύστημα; Ή, αν θέλετε να το πω διαφορετικά, είναι too good to be true. Πολύ δυνατή η καταγγελία και δίχως να μασάει τα λόγια της, αλλά δεν παύω να διακρίνω αρκετή αφέλεια. Προτιμώ το τέλος του "Σκοτεινού Ποταμιού", με το πλήθος να πανηγυρίζει πανευτυχές σε μια εθνική επέτειο, ενώ κάτω από την απαστράπτουσα αυτή επιφάνεια βρίσκονται θαμμένοι τόννοι βρωμιάς. Φοβάμαι ότι, δυστυχώς, αυτή είναι η αλήθεια. Χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι η σταθερή, γενναία στάση είναι κάτι που δεν πρέπει να τηρούμε.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 18, 2008

Η ΛΟΡΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΤΙΜΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ


Τον τελευταίο καιρό το ρεαλιστικό σινεμά, το σινεμά της "διπλανής πόρτας", μοιάζει να δίνει παντού εντυπωσιακά δείγματα γραφής και να μαζεύει από παντού βραβεία. Προσωπικά - το έχω ξαναγράψει αυτό - δεν είμαι φανατικός του σινεμά αυτού, αυτό όμως δεν έχει καμιά σχέση με την ποιότητα ή μη μιας ταινίας, είναι μόνο ένα προσωπικό βίτσιο και ως τέτοιο να το εκλάβετε. Και, φυσικά, δεν θα γκρινιάξω για ένα καλό φιλμ, άσχετα αν ανήκει στο "είδος" που αναφέραμε. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για φιλμ των βέλγων αδελφών Jean Pierre και Luc Dardenne, που είναι από τους κορυφαίους του ρεαλιστικού, σχεδόν ντοκιμαντερίστικου σινεμά.
"Η σιωπή της Λόρνα" δεν έχει το τόσο ωμό και "ακατέργαστο" νατουραλιστιό στιλ παλιότερων δουλειών τους, όπως, ας πούμε, η "Ροζέτα". Παραμένει όμως μια πολύ δυνατή ταινία και θίγει θέματα και προβλήματα που αγνοούμε επιδεικτικά, αν και βρίσκονται κυριολεκτικά δίπλα μας. Η αλβανίδα Λόρνα κατορθώνει να γίνει βελγίδα με έναν εικονικό γάμο με ένα πρεζόνι και να πλησιάσει στο όνειρό της ή, για κείνη, στην απόλυτη ευτυχία: Να ανοίξει ένα καφέ με τον φίλο της. Γι΄αυτή, όπως και για χιλιάδες άλλους μετανάστες από φτωχές χώρες, η Ευρώπη είναι ο παράδεισος. Με μια μικρή (;;;) διαφορά: Οι πύλες αυτού του παράδεισου ανοίγουν μόνο με απάτη, που σύντομα θα μετατραπεί σε κάτι πολύ πιο σοβαρό. Κι όταν πλέον βρίσκεται πολύ κοντά στην ευτυχία, τότε η κοιμισμένη, "σιωπηλή" συνείδησή της ξυπνά και πρέπει να πληρώσει το τίμημα, που είναι δυσβάστακτο.
Ατομικό δράμα της ηρωίδας, που τινάζει τα πάντα στον αέρα κάνοντας τη δική της επανάσταση όταν σπάζει την επιβεβλημένη "σιωπή" της, που όμως μπλέκεται αξεδιάλυτα με την καταγραφή της κοινωνικής κατάστασης που είναι σαφέστατα υπεύθυνη για το δράμα. Ανελέητη κριτική της σαπίλας που κρύβεται κάτω από την "λουστραρισμένη" επιφάνεια της ευημερούσας Ευρώπης και ταυτόχρονα μια συγκηνιτική, ευαίσθητη ταινία. Το ατομικό και το κοινωνικό στοιχείο σπάνια παντρεύονται τόσο αρμονικά, ενώ σαν ταινία τη βρήκα χωρίς καθόλου κοιλιές και την παρακολούθησα με μεγάλο ενδιαφέρον. Προσωπικά την προτιμώ απ' όλες τις ταινίες των Dardenne.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 17, 2008

ΤΡΕΙΣ ΠΙΘΗΚΟΙ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΟΥΡΚΙΑ


Οι "Τρεις Πίθηκοι" του Nuri Bilge Ceylan, ενός από τους ανερχόμενους σύγχρονους τούρκους σκηνοθέτες, είναι, αρχικά, μια καλή ταινία. Ωστόσο υπάρχουν και κάποιες προσωπικές αντιρήσεις. Τα καλά όμως πρώτα.
Πρόκειται για ένα πυκνό, βαρύ δράμα, που μελετά μια τριμελή οικογένεια και την πορεία της προς τη διάλυση. Ωστόσο, ενώ υπάρχει η νεανική εγκληματικότητα, η απουσία του πατέρα, μια παλιά οικογενειακή "πληγή", η απιστία και άλλα τέτοια στοιχεία, αυτό που βρίσκω ενδιαφέρον είναι ότι τα περισσότερα δεινά πηγάζουν από καθαρά κοινωνικοπολιτικά αίτια. Η εξουσία και ο ψυχολογικός εκβιασμός ενός πλούσιου βουλευτή, που πείθει τον πατέρα να μπει φυλακή αντ' αυτού, ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου και τα πάντα παίρνουν τον κατήφορο. Η διεφθαρμένη εξουσία και οι τεράστιες οικονομικές ανισότητες λοιπόν βρίσκονται στις ρίζες του οικογενειακού δράματος. Και είναι και εξαιρετιά ενδιαφέρουσα η κατάληξη, που δείχνει ότι η διαφθορά, η απάτη, η μετάθεση ευθυνών, έχουν διαβρώσει και τις χαμηλότερες τάξεις και το κακό διαιωνίζεται, όλα κινούνται σ' έναν αέναο φαύλο κύκλο.
Όλα αυτά, μαζί με σχόλια πάνω στη στάση των σύγχρονων τούρκων σε ερωτικά θέματα, είναι δοσμένα με εξαιρετική σκηνοθετικά άποψη, με χαρακτηριστικά, "πειραγμένα" χρώματα, συχνά με πολύ όμορφες εικόνες. Ίσως όλη αυτή η εικαστική τελειότητα αποπνέει μια ψυχρότητα, ηθελημένη βέβαια. Το κακό όμως, κατά τη γνώμη μου, αυτό που τελικά με κούρασε, είναι οι υπερβολικά αργοί ρυθμοί. Ηθελημένοι και πάλι, για να τονιστεί ίσως η εικαστικότητα των πλάνων, αλλά ομολογώ ότι κουράστηκα αρκετά. Ο Ceylan έχει σίγουρα δυνατή προσωπική ματιά, σκηνοθετική άποψη και συνδυάζει το κοινωνικό με το ατομικό, αλλά θα προτιμούσα λίγο λιγότερο "στυλ", αν αυτό τείνει να προκαλέσει πλήξη.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 16, 2008

Η "ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΑΣ" ΚΑΙ Ο ΒΑΡΕΤΟΣ ΠΛΕΟΝ ΓΚΟΝΤΑΡ


Ο Jean-Luc Godard γυρίζει το "Notre musique" (Η δική μας μουσική) το 2004. Είναι ακόμα πειραματιστής, θέλει διακαώς να σπάσει κάθε αφηγηματική φόρμα και να ανατρέψει τα δεδομένα του "mainstream" σινεμά. Ό,τι όμως στη δεκαετία του 60 φαινόταν ανατρεπτικό, φρέσκο, γεμάτο ζωντάνια και έμπνευση, εδώ μου φαίνεται αρτηριοσκληρωτικό, πειραματικό με ακαδημαϊκό τρόπο (αν μπορεί να σταθεί η φράση αυτή), γερασμένο και, κυρίως, απίστευτα βαρετό.
Ο Γκοντάρ χωρίζει σέ τρία άνισα χρονικά μέρη την ταινία: Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισος. Το πρώτο αποτελείται από μια συρραφή σκηνών διαφόρων πολέμων από ντοκιμαντέρ. Πτώματα, βομβαρδισμοί, ερείπια, αγριότητες. Στο δεύτερο βρισκόμαστε στο Σεράγεβο (με τα ερείπια να μένουν ακόμα μετά τον βομβαρδισμό), όπου γίνεται κάποιο συνέδριο, στο οποίο παίρνουν μέρος εβραίοι, παλαιστίνιοι, ινδιάνοι και διάφοροι άλλοι. Ατέλειωτες, ασύνδετες και αποσπασματικές συζητήσεις, ο ίδιος ο Γκοντάρ να δίνει διάλεξη μιλώντας στριφνά και δυσνόητα και σκόρπια πλάνα της πόλης. Σε όλα κυριαρχεί η απόλυτη έλλειψη μυθοπλασίας, χωρίς όμως να σημαίνει ότι μιλάμε για ντοκιμαντέρ. Στο τρίτο μέρος μια κοπέλα (έχοντας, υποθέτω, πετάξει από πάνω της την "κατάρα" του πολιτισμού), περιφέρεται σε μια ειδυλιακή, καταπράσινη φύση, στην οποία της έχουν επιτρέψει να μπει αμερικανοί πεζοναυτες. Αυτά. Το νοήματα δικά σας.
Μπαράζ αποσπασματικών φιλοσοφικών συζητήσεων, παντελής έλλειψη δράσης και το όποιο νόημα (που είμαι σίγουρος ότι υπάρχει) να παραμένει ερμητικά κλειστό στο μυαλό του δημιουργού (ίσως και λίγων φίλων του). Η λέξη που θα χαρακτήριζε για μένα την ταινία είναι "πλήξη".
Δεν είναι μόνο αυτή η ταινία του Γκοντάρ έτσι. Κάνει παρόμοια φιλοσοφικά κινηματογραφικά δοκίμια από τα μέσα της δεκαετίας του 70 και από αυτή του την περίοδο έχω προσωπικά χάσει κάθε ενδιαφέρον για έναν πάλαι ποτέ μεγάλο ανανεωτή του σινεμά. "Η δική μας μουσική" απλώς επιβεβαίωσε τη γνώμη μου. Έχει πάντως ενδιαφέρον το ότι τα ίδια πρωτοποριακά στοιχεία του γκονταρικού σινεμά των 60ς παραμένουν και στις επόμενες ταινίες του. Πόσο διαφορετικά όμως, πόσο ακαδημαϊκά, πόσο βαρετά ή/και δυσνόητα... Αν μη τι άλλο, ο Γκοντάρ έχει για μένα ενδιαφέρον ως μια απίστευτη περίπτωση κινηματογραφικής μετάλλαξης: Από το εξαιρετικά ενδιαφέρον στην καταβύθιση στην αφόρητη πλήξη.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 14, 2008

ΖΟΥΣΕ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ


Ας ξεκαθαρίσουμε από την αρχή ότι το να δεις σήμερα το "Ζούσε τη Ζωή της" (Vivre sa vie) του Jean-Luc Godard, του 1962, είναι μια δύσκολη (ή και αφόρητη) εμπειρία για ένα σύγχρονο θεατή εθισμένο στον τρόπο αφήγησης και τις ταχύτητες του σύγχρονου Χόλιγουντ. Και, βεβαίως, επειδή τόσα χρόνια μετά, η ταινία παραμένει προκλητική, μοντέρνα, πειραματική σε κάποια σημεία της... και πολλά άλλα αντισυμβατικά.
Ωστόσο είναι μια από τις καλύτερες του πρώιμου (και καλύτερου) Γκοντάρ - τον οποίο, σημειωτέον, προσωπικά δεν αντέχω από τα μέσα της δεκαετίας του 70 μέχρι σήμερα. Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας που εγκαταλείπει σύζυγο και παιδί και βαθμιαία καταλήγει να γίνει πόρνη.
Όμως, όπως και σε όλες τις ταινίες του Γκοντάρ της δεκαετίας του 60, η ιστορία είναι πρόσχημα, αφού προέχει ο τρόπος αφήγησης, η ρήξη με τους παραδοσιακούς τρόπους, αλλά και η σχεδόν ντοκιμαντερίστικη κινηματογράφηση του καθημερινού Παρισιού (οι δρόμοι, οι αφίσες, τα αυτοκίνητα, τα καφέ, τα ξενοδοχεία κλπ.) Αν με μια λέξη θα έπρεπε να χαρακτηρίσω τον τρόπο του Γκοντάρ, θα διάλεγα τη λέξη αποστασιοποίηση: Η ταινία είναι χωρισμένη σε 12 κεφάλαια, με τίτλους το καθένα, η σκηνοθετική ματιά είναι ψυχρή, σα να παρακολουθεί αντικειμενικά τα τεκταινόμενα δίχως να παίρνει θέση, η αφήγηση σε κάποια σημεία διακόπτεται από φιλοσοφικές συζητήσεις και σχόλια (όχι πολλά, μην τρομάξετε πολύ), κάνοντας έτσι τον θεατή να την παρακολουθεί σα να διαβάζει ένα δοκίμιο και όχι ένα μυθιστόρημα.
Παρ' όλα αυτά τα για πολλούς στριφνά, η ταινία για μένα διατηρεί μια αξεπέραστη γοητεία και φρεσκάδα. "Φταίει" η πανέμορφη Άννα Καρίνα (ίσως πιο όμορφη από ποτέ), την οποία ο φακός παρακολουθεί σχεδόν συνεχώς σαν ερωτευμένος (νομίζω ότι ο Γκοντάρ ήταν όντως ερωτευμένος μαζί της αυτή την εποχή), "φταίει" η πανέμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία που δείχνει ένα σύγχρονο (για τότε) Παρίσι αποφεύγοντας κάθε τουριστική γραφικότητα, η καταβύθιση σε μια ποπ κουλτούρα (τζουκ μποξ, αυτοκίνητα, φλιπεράκια, ποπ μουσική - το ροκ δεν είχε γίνει ακόμα τότε αυτό που ξέρουμε σήμερα - αφίσες κλπ.), η έντονη σινεφιλία που δεν κρύβεται (από την "Jan d'Arc" του Ντράγερ μέχρι σύγχρονους και φίλους του Γκοντάρ γάλους σκηνοθέτες της νουβέλ βαγκ, όπως η αφίσα του "Ζιλ και Τζιμ" του Τριφό που δεσπόζει έξω από ένα σινεμά)... κι ένα σωρό άλλες λεπτομέρειες που συνθέτουν την συνολική εικόνα. Κι αν η τελευταία δραματική σκηνή φαντάζει ξεκάρφωτη και κάπως ψεύτικη, μάλλον πρόκειται για έναν ακόμα τρόπο ανατροπής παραδοσιακών αφηγηματικών δομών, σύμφωνα με τις οποίες όλα θα έπρεπε να κορυφώνονται καθώς οδηγούμαστε στο κρεσέντο του φινάλε, εδώ όμως τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει...
Εξαιρετικό δείγμα της περίφημης γαλικής νουβέλ βαγκ, αλλά για λίγους. Για όσους ψάχνουν την ιστορία του σινεμά, για όσους αντέχουν παράδοξα δείγματα γραφής ή για τους αμετανόητους λάτρεις του μοντέρνου.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 13, 2008

MORE DRUGS, MORE SEX, MORE HOLIDAYS


Υπάρχουν πολλές ταινίες για τα 60ς, το έχουμε ξαναπεί. Και υπάρχουν και πολλές για τα ναρκωτικά (συχνά αυτά πάνε μαζί). Ξεχωριστή θέση ανάμεσά τους κατέχει βέβαια το More, πρώτη ταινία του Barbet Schroeder, ακόμα και λόγω της εποχής που γυρίστηκε (1969), όταν δηλαδή η φάση ακόμα ήταν κραταιά και "έβραζε". Θεωρώ βέβαια τον Schroeder άνισο σκηνοθέτη, που έχει κάνει πράγματα που αγαπώ κι άλλα που απεχθάνομαι. Το More ωστόσο είναι από τα καλά του, έστω και μόνο χάρη στην περίοπτη θέση που κατέχει σαν καταγραφή μιας εποχής.
Ένας νεαρός γερμανός, που μόλις τέλειωσε το κολλέγιο, κάνει ωτοστόπ για Παρίσι - αν και ουσιαστικά δεν έχει κανέναν βασικό προορισμό. Εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται μια όμορφη αμερικάνα και την ακολουθεί στην Ίμπιζα, όπου θα εγκατασταθούν πειραματιζόμενοι με το σεξ και, κυρίως, με τα ναρκωτικά. Οι ιδυλλιακές σκηνές σύντομα θα δώσουν τη θέση τους σε τραγικές και όλα θα καταλήξουν όχι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο...
Οι περισσότεροι βλέπουν το More σαν μια ταινία για τα ναρκωτικά και νομίζω ότι αυτό είναι το θέμα που δεσπόζει. Ο Schroeder από την άλλη έχει δηλώσει ότι τον ενδιέφερε κυρίως η σχέση των δύο ηρώων και οι διαφορετικές προσεγγίσεις τους στον έρωτα (εκείνος την αγαπά παθιασμένα, εκείνη είναι κάπως πιο απόμακρη και κρύβει μυστικά και εκπλήξεις) κι ότι τα ναρκωτικά χρησιμοποιήθηκαν απλώς για να διευκολύνουν το σενάριο. Ισχύει βέβαια κι αυτό, αλλά είναι τόσο δυνατό το θέμα των "ουσιών", που νομίζω ότι, έστω και παρά τη θέληση του σκηνοθέτη, καλύπτει όλα τα άλλα, όταν μάλιστα υπάρχουν σημεία που δεν διστάζει να μιλήσει ανοιχτά για τις μεγάλες διαφορές των ναρκωτικών και να πει ότι κακώς μπαίνουν όλα στο ίδιο τσουβάλι. Είπαμε ότι σημαντικό ρόλο παίζει και η καταγραφή του χίπικου κλίματος της εποχής (αν και εδώ δεν υπάρχουν νύξεις για επανάσταση και αλλαγή του κόσμου, οι ήρωες απλώς ζουν την εποχή δίχως να παίρνουν ουσιαστικές θέσεις), το κλίμα της Ίμπιζα, που υπήρξε τότε σημαντικό κέντρο του χιπισμού, και βέβαια υπάρχει και το εξαιρετικό, υποβλητικό σάουντρακ των Pink Floyd, που γράφτηκε ειδικά για το φιλμ (από τους καλύτερους πρώιμους δίσκους τους). Για όλα αυτά το More δικαίως θεωρείται ένα μικρό καλτ, χωρίς ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, να είναι πολύ μεγάλη ταινία.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 12, 2008

ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΑΓΓΕΛΟ


"Το Σημάδι ενός αγγέλου" (L'Empreinte de l'Ange) του Safy Nebbou είναι μια παράξενη γαλική ταινία που ακροβατεί ανάμεσα στο θρίλερ και την "αληθινή ιστορία". Μια ώριμη, χωρισμένη γυναίκα, μητέρα ενός αγοριού, που έχει χάσει στο παρελθόν μια νεογέννητη κόρη, νοιώθει μια ακαταμάχητη έλξη (όχι ερωτική, να το ξεκαθαρίσουμε) για το εφτάχρονο κοριτσάκι μιας ευκατάστατης οικογένειας, νοιώθοντας ότι είναι δικό της παιδί. Από εκεί και πέρα θα μπει σε μια εξαιρετιά δύσκολη φάση, που δίνεται σκηνοθετικά σαν ψυχολογικό θρίλερ.
Μέχρι ένα προχωρημένο μέρος της ταινίας ο θεατής αναρωτιέται αν η όλη φάση περιγράφει μια βαθύτατη ψυχολογική αρρώστεια, μια παράνοια, ή αν εμπλέκονται μεταφυσικά στοιχεία. Καθώς η ένταση κλιμακώνεται και η ευτυχία της καθημερινότητας χάνεται από την εύπορη οικογένεια, οδηγούμαστε στη "μονομαχία" δύο γυναικών (δύο μητέρων καλύτερα) για ένα παιδί και, ταυτόχρονα, απολαμβάνουμε τη μονομαχία δύο πολύ καλών ηθοποιών, της Κατρίν Φροτ και της Σαντρίν Μπονέρ. Και επειδή όλα αυτά συμβαίνουν σε γαλική ταινία, μην περιμένετε ακρότητες, βία, εφφέ ή απόλυτη βύθιση στην παράνοια. Αντίθετα, η ταινία είναι χαμηλότονη, δίχως ξεσπάσματα, με κάποια κλιμάκωση μετά το μέσο, όταν η κατάσταση γίνεται ασφυκτική. Παρά το χαμηλότονο ύφος της πάντως, την παρακολούθησα με ενδιαφέρον μέχρι τη μάλλον συγκινητική κατάληξη.
Ευαίσθητο αν και (κατά κάποιον τρόπο) θρίλερ, δεν συνίσταται στους εχθρούς του γαλικού σινεμά, που θα περίμεναν περισσότερες "εκρήξεις" και μια όχι τόσο διακριτική σκηνοθετική ματιά. Οι υπόλοιποι νομίζω ότι θα ικανοποιηθούν με την κορύφωση του ψυχολογικού παιχνιδιού και (χωρίς να το θεωρώ κι εγώ αριστούργημα) θα το θεωρήσουν μια αρκετά καλή ταινία.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 11, 2008

DRUGS, MONEY AND ROCKNROLLA


Ή, αν δεν το καταλάβατε, το "Rocknrolla" είναι η καινούρια ταινία του Guy Ritchie, που δεν ξέρω πόσο καινούρια είναι, αφού, από τα σέπια χρώματα που κυριαρχούν μέχρι τις coοl ατάκες και το σχετικά πολύπλοκο στόρι, θυμίζει έντονα τις "Καπνισμένες Κάνες" και την "Αρπαχτή".
Έτσι λοιπόν βρισκόμαστε και πάλι στον γραφικό (;) κόσμο της βρετανικής παρανομίας με μεγαλογκάνγκστερς, μικροαπατεώνες, πρεζόνια, εκτελεστές, τελειωμένους ροκ σταρς και μεγάλους ρώσους "επενδυτές" (βλέπε καραπαράνομους) να εμπλέκονται σε ένα μπερδεμένο κουβάρι με άλλοτε αλληλοσυγκρουόμενα και άλλοτε όχι συμφέροντα και βλέψεις. Και κατά λάθος (δεν πρόκειται για κλοπή, όπως σε πολλές αντίστοιχες ταινίες) χώνεται στο μέσο κι ένας πίνακας που όλοι θέλουν για διαφορετικούς λόγους και το πράγμα έρχεται και δένει.
Οι επιρροές από Ταραντίνο είναι εμφανείς, η βία εναλλάσσεται με την πλάκα, οι cool ατάκες, όπως είπαμε και πιο πάνω, υπάρχουν, τα διάφορα σκηνοθετικά κολπάκια δίνουν και παίρνουν, οι ταχύτητες όμως είναι σχετικά πεσμένες αν τις συγκρίνουμε με τις δύο ταινίες του Ritchie που αναφέραμε. Υπάρχει και η σύγκρουση παλιού - καινούριου, σε επίπεδο υποκόσμου πάντοτε, καθώς η νέα, νεοπλουτίστικη τάξη, εκπροσωπούμενη βέβαια κυρίως από ρώσους μεγιστάνες, έρχεται να πάρει τη θέση των "παλιών, καλών, παραδοσιακών" Άγγλων γκάνγκστερς, που σκότωναν με πιο γραφικούς τρόπους και ήταν πιο εμφανώς καθίκια σε σχέση με τους ψυχρούς και άψογους εξωτερικά ρώσους. Ααααχ οι παλιοί, καλοί καιροί... Τελικά φαίνεται ότι τους καίει πολύ τους βρετανούς ότι οι δικοί τους, ντόπιοι κακοποιοί χάνουν έδαφος από τους αλλοδαπούς. Προσωπικά βέβαια καρφί δεν μου καίγεται για το ποιος θα κάνει τις πουστιές και θα ελέγχει τη μαφία της κάθε χώρας, τέλος πάντων...
Η ταινία λοιπόν είναι διασκεδαστική, διαθέτει ηθελημένες απιθανότητες, έχει στιλ, πλην όμως ένοιωθα ότι όλα αυτά τα είχα ξαναδεί. Αν βλέπετε πρώτη φορά ταινία του Ritchie μάλλον θα κάνετε τον χαβαλέ σας και θα περάσετε καλά (και μετά θα την ξεχάσετε). Αν όμως τον έχετε ξαναδεί, πιθανόν θα συμφωνήσετε ότι το "κακό" τρίτωσε κι ότι καιρός είναι να αλλάξει πηγές έμπνευσης και να κάνει τίποτα πιο ουσιαστικό.