Πέμπτη, Δεκεμβρίου 18, 2008

Η ΛΟΡΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΤΙΜΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ


Τον τελευταίο καιρό το ρεαλιστικό σινεμά, το σινεμά της "διπλανής πόρτας", μοιάζει να δίνει παντού εντυπωσιακά δείγματα γραφής και να μαζεύει από παντού βραβεία. Προσωπικά - το έχω ξαναγράψει αυτό - δεν είμαι φανατικός του σινεμά αυτού, αυτό όμως δεν έχει καμιά σχέση με την ποιότητα ή μη μιας ταινίας, είναι μόνο ένα προσωπικό βίτσιο και ως τέτοιο να το εκλάβετε. Και, φυσικά, δεν θα γκρινιάξω για ένα καλό φιλμ, άσχετα αν ανήκει στο "είδος" που αναφέραμε. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για φιλμ των βέλγων αδελφών Jean Pierre και Luc Dardenne, που είναι από τους κορυφαίους του ρεαλιστικού, σχεδόν ντοκιμαντερίστικου σινεμά.
"Η σιωπή της Λόρνα" δεν έχει το τόσο ωμό και "ακατέργαστο" νατουραλιστιό στιλ παλιότερων δουλειών τους, όπως, ας πούμε, η "Ροζέτα". Παραμένει όμως μια πολύ δυνατή ταινία και θίγει θέματα και προβλήματα που αγνοούμε επιδεικτικά, αν και βρίσκονται κυριολεκτικά δίπλα μας. Η αλβανίδα Λόρνα κατορθώνει να γίνει βελγίδα με έναν εικονικό γάμο με ένα πρεζόνι και να πλησιάσει στο όνειρό της ή, για κείνη, στην απόλυτη ευτυχία: Να ανοίξει ένα καφέ με τον φίλο της. Γι΄αυτή, όπως και για χιλιάδες άλλους μετανάστες από φτωχές χώρες, η Ευρώπη είναι ο παράδεισος. Με μια μικρή (;;;) διαφορά: Οι πύλες αυτού του παράδεισου ανοίγουν μόνο με απάτη, που σύντομα θα μετατραπεί σε κάτι πολύ πιο σοβαρό. Κι όταν πλέον βρίσκεται πολύ κοντά στην ευτυχία, τότε η κοιμισμένη, "σιωπηλή" συνείδησή της ξυπνά και πρέπει να πληρώσει το τίμημα, που είναι δυσβάστακτο.
Ατομικό δράμα της ηρωίδας, που τινάζει τα πάντα στον αέρα κάνοντας τη δική της επανάσταση όταν σπάζει την επιβεβλημένη "σιωπή" της, που όμως μπλέκεται αξεδιάλυτα με την καταγραφή της κοινωνικής κατάστασης που είναι σαφέστατα υπεύθυνη για το δράμα. Ανελέητη κριτική της σαπίλας που κρύβεται κάτω από την "λουστραρισμένη" επιφάνεια της ευημερούσας Ευρώπης και ταυτόχρονα μια συγκηνιτική, ευαίσθητη ταινία. Το ατομικό και το κοινωνικό στοιχείο σπάνια παντρεύονται τόσο αρμονικά, ενώ σαν ταινία τη βρήκα χωρίς καθόλου κοιλιές και την παρακολούθησα με μεγάλο ενδιαφέρον. Προσωπικά την προτιμώ απ' όλες τις ταινίες των Dardenne.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 17, 2008

ΤΡΕΙΣ ΠΙΘΗΚΟΙ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΟΥΡΚΙΑ


Οι "Τρεις Πίθηκοι" του Nuri Bilge Ceylan, ενός από τους ανερχόμενους σύγχρονους τούρκους σκηνοθέτες, είναι, αρχικά, μια καλή ταινία. Ωστόσο υπάρχουν και κάποιες προσωπικές αντιρήσεις. Τα καλά όμως πρώτα.
Πρόκειται για ένα πυκνό, βαρύ δράμα, που μελετά μια τριμελή οικογένεια και την πορεία της προς τη διάλυση. Ωστόσο, ενώ υπάρχει η νεανική εγκληματικότητα, η απουσία του πατέρα, μια παλιά οικογενειακή "πληγή", η απιστία και άλλα τέτοια στοιχεία, αυτό που βρίσκω ενδιαφέρον είναι ότι τα περισσότερα δεινά πηγάζουν από καθαρά κοινωνικοπολιτικά αίτια. Η εξουσία και ο ψυχολογικός εκβιασμός ενός πλούσιου βουλευτή, που πείθει τον πατέρα να μπει φυλακή αντ' αυτού, ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου και τα πάντα παίρνουν τον κατήφορο. Η διεφθαρμένη εξουσία και οι τεράστιες οικονομικές ανισότητες λοιπόν βρίσκονται στις ρίζες του οικογενειακού δράματος. Και είναι και εξαιρετιά ενδιαφέρουσα η κατάληξη, που δείχνει ότι η διαφθορά, η απάτη, η μετάθεση ευθυνών, έχουν διαβρώσει και τις χαμηλότερες τάξεις και το κακό διαιωνίζεται, όλα κινούνται σ' έναν αέναο φαύλο κύκλο.
Όλα αυτά, μαζί με σχόλια πάνω στη στάση των σύγχρονων τούρκων σε ερωτικά θέματα, είναι δοσμένα με εξαιρετική σκηνοθετικά άποψη, με χαρακτηριστικά, "πειραγμένα" χρώματα, συχνά με πολύ όμορφες εικόνες. Ίσως όλη αυτή η εικαστική τελειότητα αποπνέει μια ψυχρότητα, ηθελημένη βέβαια. Το κακό όμως, κατά τη γνώμη μου, αυτό που τελικά με κούρασε, είναι οι υπερβολικά αργοί ρυθμοί. Ηθελημένοι και πάλι, για να τονιστεί ίσως η εικαστικότητα των πλάνων, αλλά ομολογώ ότι κουράστηκα αρκετά. Ο Ceylan έχει σίγουρα δυνατή προσωπική ματιά, σκηνοθετική άποψη και συνδυάζει το κοινωνικό με το ατομικό, αλλά θα προτιμούσα λίγο λιγότερο "στυλ", αν αυτό τείνει να προκαλέσει πλήξη.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 16, 2008

Η "ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΑΣ" ΚΑΙ Ο ΒΑΡΕΤΟΣ ΠΛΕΟΝ ΓΚΟΝΤΑΡ


Ο Jean-Luc Godard γυρίζει το "Notre musique" (Η δική μας μουσική) το 2004. Είναι ακόμα πειραματιστής, θέλει διακαώς να σπάσει κάθε αφηγηματική φόρμα και να ανατρέψει τα δεδομένα του "mainstream" σινεμά. Ό,τι όμως στη δεκαετία του 60 φαινόταν ανατρεπτικό, φρέσκο, γεμάτο ζωντάνια και έμπνευση, εδώ μου φαίνεται αρτηριοσκληρωτικό, πειραματικό με ακαδημαϊκό τρόπο (αν μπορεί να σταθεί η φράση αυτή), γερασμένο και, κυρίως, απίστευτα βαρετό.
Ο Γκοντάρ χωρίζει σέ τρία άνισα χρονικά μέρη την ταινία: Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισος. Το πρώτο αποτελείται από μια συρραφή σκηνών διαφόρων πολέμων από ντοκιμαντέρ. Πτώματα, βομβαρδισμοί, ερείπια, αγριότητες. Στο δεύτερο βρισκόμαστε στο Σεράγεβο (με τα ερείπια να μένουν ακόμα μετά τον βομβαρδισμό), όπου γίνεται κάποιο συνέδριο, στο οποίο παίρνουν μέρος εβραίοι, παλαιστίνιοι, ινδιάνοι και διάφοροι άλλοι. Ατέλειωτες, ασύνδετες και αποσπασματικές συζητήσεις, ο ίδιος ο Γκοντάρ να δίνει διάλεξη μιλώντας στριφνά και δυσνόητα και σκόρπια πλάνα της πόλης. Σε όλα κυριαρχεί η απόλυτη έλλειψη μυθοπλασίας, χωρίς όμως να σημαίνει ότι μιλάμε για ντοκιμαντέρ. Στο τρίτο μέρος μια κοπέλα (έχοντας, υποθέτω, πετάξει από πάνω της την "κατάρα" του πολιτισμού), περιφέρεται σε μια ειδυλιακή, καταπράσινη φύση, στην οποία της έχουν επιτρέψει να μπει αμερικανοί πεζοναυτες. Αυτά. Το νοήματα δικά σας.
Μπαράζ αποσπασματικών φιλοσοφικών συζητήσεων, παντελής έλλειψη δράσης και το όποιο νόημα (που είμαι σίγουρος ότι υπάρχει) να παραμένει ερμητικά κλειστό στο μυαλό του δημιουργού (ίσως και λίγων φίλων του). Η λέξη που θα χαρακτήριζε για μένα την ταινία είναι "πλήξη".
Δεν είναι μόνο αυτή η ταινία του Γκοντάρ έτσι. Κάνει παρόμοια φιλοσοφικά κινηματογραφικά δοκίμια από τα μέσα της δεκαετίας του 70 και από αυτή του την περίοδο έχω προσωπικά χάσει κάθε ενδιαφέρον για έναν πάλαι ποτέ μεγάλο ανανεωτή του σινεμά. "Η δική μας μουσική" απλώς επιβεβαίωσε τη γνώμη μου. Έχει πάντως ενδιαφέρον το ότι τα ίδια πρωτοποριακά στοιχεία του γκονταρικού σινεμά των 60ς παραμένουν και στις επόμενες ταινίες του. Πόσο διαφορετικά όμως, πόσο ακαδημαϊκά, πόσο βαρετά ή/και δυσνόητα... Αν μη τι άλλο, ο Γκοντάρ έχει για μένα ενδιαφέρον ως μια απίστευτη περίπτωση κινηματογραφικής μετάλλαξης: Από το εξαιρετικά ενδιαφέρον στην καταβύθιση στην αφόρητη πλήξη.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 14, 2008

ΖΟΥΣΕ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ


Ας ξεκαθαρίσουμε από την αρχή ότι το να δεις σήμερα το "Ζούσε τη Ζωή της" (Vivre sa vie) του Jean-Luc Godard, του 1962, είναι μια δύσκολη (ή και αφόρητη) εμπειρία για ένα σύγχρονο θεατή εθισμένο στον τρόπο αφήγησης και τις ταχύτητες του σύγχρονου Χόλιγουντ. Και, βεβαίως, επειδή τόσα χρόνια μετά, η ταινία παραμένει προκλητική, μοντέρνα, πειραματική σε κάποια σημεία της... και πολλά άλλα αντισυμβατικά.
Ωστόσο είναι μια από τις καλύτερες του πρώιμου (και καλύτερου) Γκοντάρ - τον οποίο, σημειωτέον, προσωπικά δεν αντέχω από τα μέσα της δεκαετίας του 70 μέχρι σήμερα. Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας που εγκαταλείπει σύζυγο και παιδί και βαθμιαία καταλήγει να γίνει πόρνη.
Όμως, όπως και σε όλες τις ταινίες του Γκοντάρ της δεκαετίας του 60, η ιστορία είναι πρόσχημα, αφού προέχει ο τρόπος αφήγησης, η ρήξη με τους παραδοσιακούς τρόπους, αλλά και η σχεδόν ντοκιμαντερίστικη κινηματογράφηση του καθημερινού Παρισιού (οι δρόμοι, οι αφίσες, τα αυτοκίνητα, τα καφέ, τα ξενοδοχεία κλπ.) Αν με μια λέξη θα έπρεπε να χαρακτηρίσω τον τρόπο του Γκοντάρ, θα διάλεγα τη λέξη αποστασιοποίηση: Η ταινία είναι χωρισμένη σε 12 κεφάλαια, με τίτλους το καθένα, η σκηνοθετική ματιά είναι ψυχρή, σα να παρακολουθεί αντικειμενικά τα τεκταινόμενα δίχως να παίρνει θέση, η αφήγηση σε κάποια σημεία διακόπτεται από φιλοσοφικές συζητήσεις και σχόλια (όχι πολλά, μην τρομάξετε πολύ), κάνοντας έτσι τον θεατή να την παρακολουθεί σα να διαβάζει ένα δοκίμιο και όχι ένα μυθιστόρημα.
Παρ' όλα αυτά τα για πολλούς στριφνά, η ταινία για μένα διατηρεί μια αξεπέραστη γοητεία και φρεσκάδα. "Φταίει" η πανέμορφη Άννα Καρίνα (ίσως πιο όμορφη από ποτέ), την οποία ο φακός παρακολουθεί σχεδόν συνεχώς σαν ερωτευμένος (νομίζω ότι ο Γκοντάρ ήταν όντως ερωτευμένος μαζί της αυτή την εποχή), "φταίει" η πανέμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία που δείχνει ένα σύγχρονο (για τότε) Παρίσι αποφεύγοντας κάθε τουριστική γραφικότητα, η καταβύθιση σε μια ποπ κουλτούρα (τζουκ μποξ, αυτοκίνητα, φλιπεράκια, ποπ μουσική - το ροκ δεν είχε γίνει ακόμα τότε αυτό που ξέρουμε σήμερα - αφίσες κλπ.), η έντονη σινεφιλία που δεν κρύβεται (από την "Jan d'Arc" του Ντράγερ μέχρι σύγχρονους και φίλους του Γκοντάρ γάλους σκηνοθέτες της νουβέλ βαγκ, όπως η αφίσα του "Ζιλ και Τζιμ" του Τριφό που δεσπόζει έξω από ένα σινεμά)... κι ένα σωρό άλλες λεπτομέρειες που συνθέτουν την συνολική εικόνα. Κι αν η τελευταία δραματική σκηνή φαντάζει ξεκάρφωτη και κάπως ψεύτικη, μάλλον πρόκειται για έναν ακόμα τρόπο ανατροπής παραδοσιακών αφηγηματικών δομών, σύμφωνα με τις οποίες όλα θα έπρεπε να κορυφώνονται καθώς οδηγούμαστε στο κρεσέντο του φινάλε, εδώ όμως τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει...
Εξαιρετικό δείγμα της περίφημης γαλικής νουβέλ βαγκ, αλλά για λίγους. Για όσους ψάχνουν την ιστορία του σινεμά, για όσους αντέχουν παράδοξα δείγματα γραφής ή για τους αμετανόητους λάτρεις του μοντέρνου.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 13, 2008

MORE DRUGS, MORE SEX, MORE HOLIDAYS


Υπάρχουν πολλές ταινίες για τα 60ς, το έχουμε ξαναπεί. Και υπάρχουν και πολλές για τα ναρκωτικά (συχνά αυτά πάνε μαζί). Ξεχωριστή θέση ανάμεσά τους κατέχει βέβαια το More, πρώτη ταινία του Barbet Schroeder, ακόμα και λόγω της εποχής που γυρίστηκε (1969), όταν δηλαδή η φάση ακόμα ήταν κραταιά και "έβραζε". Θεωρώ βέβαια τον Schroeder άνισο σκηνοθέτη, που έχει κάνει πράγματα που αγαπώ κι άλλα που απεχθάνομαι. Το More ωστόσο είναι από τα καλά του, έστω και μόνο χάρη στην περίοπτη θέση που κατέχει σαν καταγραφή μιας εποχής.
Ένας νεαρός γερμανός, που μόλις τέλειωσε το κολλέγιο, κάνει ωτοστόπ για Παρίσι - αν και ουσιαστικά δεν έχει κανέναν βασικό προορισμό. Εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται μια όμορφη αμερικάνα και την ακολουθεί στην Ίμπιζα, όπου θα εγκατασταθούν πειραματιζόμενοι με το σεξ και, κυρίως, με τα ναρκωτικά. Οι ιδυλλιακές σκηνές σύντομα θα δώσουν τη θέση τους σε τραγικές και όλα θα καταλήξουν όχι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο...
Οι περισσότεροι βλέπουν το More σαν μια ταινία για τα ναρκωτικά και νομίζω ότι αυτό είναι το θέμα που δεσπόζει. Ο Schroeder από την άλλη έχει δηλώσει ότι τον ενδιέφερε κυρίως η σχέση των δύο ηρώων και οι διαφορετικές προσεγγίσεις τους στον έρωτα (εκείνος την αγαπά παθιασμένα, εκείνη είναι κάπως πιο απόμακρη και κρύβει μυστικά και εκπλήξεις) κι ότι τα ναρκωτικά χρησιμοποιήθηκαν απλώς για να διευκολύνουν το σενάριο. Ισχύει βέβαια κι αυτό, αλλά είναι τόσο δυνατό το θέμα των "ουσιών", που νομίζω ότι, έστω και παρά τη θέληση του σκηνοθέτη, καλύπτει όλα τα άλλα, όταν μάλιστα υπάρχουν σημεία που δεν διστάζει να μιλήσει ανοιχτά για τις μεγάλες διαφορές των ναρκωτικών και να πει ότι κακώς μπαίνουν όλα στο ίδιο τσουβάλι. Είπαμε ότι σημαντικό ρόλο παίζει και η καταγραφή του χίπικου κλίματος της εποχής (αν και εδώ δεν υπάρχουν νύξεις για επανάσταση και αλλαγή του κόσμου, οι ήρωες απλώς ζουν την εποχή δίχως να παίρνουν ουσιαστικές θέσεις), το κλίμα της Ίμπιζα, που υπήρξε τότε σημαντικό κέντρο του χιπισμού, και βέβαια υπάρχει και το εξαιρετικό, υποβλητικό σάουντρακ των Pink Floyd, που γράφτηκε ειδικά για το φιλμ (από τους καλύτερους πρώιμους δίσκους τους). Για όλα αυτά το More δικαίως θεωρείται ένα μικρό καλτ, χωρίς ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, να είναι πολύ μεγάλη ταινία.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 12, 2008

ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΑΓΓΕΛΟ


"Το Σημάδι ενός αγγέλου" (L'Empreinte de l'Ange) του Safy Nebbou είναι μια παράξενη γαλική ταινία που ακροβατεί ανάμεσα στο θρίλερ και την "αληθινή ιστορία". Μια ώριμη, χωρισμένη γυναίκα, μητέρα ενός αγοριού, που έχει χάσει στο παρελθόν μια νεογέννητη κόρη, νοιώθει μια ακαταμάχητη έλξη (όχι ερωτική, να το ξεκαθαρίσουμε) για το εφτάχρονο κοριτσάκι μιας ευκατάστατης οικογένειας, νοιώθοντας ότι είναι δικό της παιδί. Από εκεί και πέρα θα μπει σε μια εξαιρετιά δύσκολη φάση, που δίνεται σκηνοθετικά σαν ψυχολογικό θρίλερ.
Μέχρι ένα προχωρημένο μέρος της ταινίας ο θεατής αναρωτιέται αν η όλη φάση περιγράφει μια βαθύτατη ψυχολογική αρρώστεια, μια παράνοια, ή αν εμπλέκονται μεταφυσικά στοιχεία. Καθώς η ένταση κλιμακώνεται και η ευτυχία της καθημερινότητας χάνεται από την εύπορη οικογένεια, οδηγούμαστε στη "μονομαχία" δύο γυναικών (δύο μητέρων καλύτερα) για ένα παιδί και, ταυτόχρονα, απολαμβάνουμε τη μονομαχία δύο πολύ καλών ηθοποιών, της Κατρίν Φροτ και της Σαντρίν Μπονέρ. Και επειδή όλα αυτά συμβαίνουν σε γαλική ταινία, μην περιμένετε ακρότητες, βία, εφφέ ή απόλυτη βύθιση στην παράνοια. Αντίθετα, η ταινία είναι χαμηλότονη, δίχως ξεσπάσματα, με κάποια κλιμάκωση μετά το μέσο, όταν η κατάσταση γίνεται ασφυκτική. Παρά το χαμηλότονο ύφος της πάντως, την παρακολούθησα με ενδιαφέρον μέχρι τη μάλλον συγκινητική κατάληξη.
Ευαίσθητο αν και (κατά κάποιον τρόπο) θρίλερ, δεν συνίσταται στους εχθρούς του γαλικού σινεμά, που θα περίμεναν περισσότερες "εκρήξεις" και μια όχι τόσο διακριτική σκηνοθετική ματιά. Οι υπόλοιποι νομίζω ότι θα ικανοποιηθούν με την κορύφωση του ψυχολογικού παιχνιδιού και (χωρίς να το θεωρώ κι εγώ αριστούργημα) θα το θεωρήσουν μια αρκετά καλή ταινία.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 11, 2008

DRUGS, MONEY AND ROCKNROLLA


Ή, αν δεν το καταλάβατε, το "Rocknrolla" είναι η καινούρια ταινία του Guy Ritchie, που δεν ξέρω πόσο καινούρια είναι, αφού, από τα σέπια χρώματα που κυριαρχούν μέχρι τις coοl ατάκες και το σχετικά πολύπλοκο στόρι, θυμίζει έντονα τις "Καπνισμένες Κάνες" και την "Αρπαχτή".
Έτσι λοιπόν βρισκόμαστε και πάλι στον γραφικό (;) κόσμο της βρετανικής παρανομίας με μεγαλογκάνγκστερς, μικροαπατεώνες, πρεζόνια, εκτελεστές, τελειωμένους ροκ σταρς και μεγάλους ρώσους "επενδυτές" (βλέπε καραπαράνομους) να εμπλέκονται σε ένα μπερδεμένο κουβάρι με άλλοτε αλληλοσυγκρουόμενα και άλλοτε όχι συμφέροντα και βλέψεις. Και κατά λάθος (δεν πρόκειται για κλοπή, όπως σε πολλές αντίστοιχες ταινίες) χώνεται στο μέσο κι ένας πίνακας που όλοι θέλουν για διαφορετικούς λόγους και το πράγμα έρχεται και δένει.
Οι επιρροές από Ταραντίνο είναι εμφανείς, η βία εναλλάσσεται με την πλάκα, οι cool ατάκες, όπως είπαμε και πιο πάνω, υπάρχουν, τα διάφορα σκηνοθετικά κολπάκια δίνουν και παίρνουν, οι ταχύτητες όμως είναι σχετικά πεσμένες αν τις συγκρίνουμε με τις δύο ταινίες του Ritchie που αναφέραμε. Υπάρχει και η σύγκρουση παλιού - καινούριου, σε επίπεδο υποκόσμου πάντοτε, καθώς η νέα, νεοπλουτίστικη τάξη, εκπροσωπούμενη βέβαια κυρίως από ρώσους μεγιστάνες, έρχεται να πάρει τη θέση των "παλιών, καλών, παραδοσιακών" Άγγλων γκάνγκστερς, που σκότωναν με πιο γραφικούς τρόπους και ήταν πιο εμφανώς καθίκια σε σχέση με τους ψυχρούς και άψογους εξωτερικά ρώσους. Ααααχ οι παλιοί, καλοί καιροί... Τελικά φαίνεται ότι τους καίει πολύ τους βρετανούς ότι οι δικοί τους, ντόπιοι κακοποιοί χάνουν έδαφος από τους αλλοδαπούς. Προσωπικά βέβαια καρφί δεν μου καίγεται για το ποιος θα κάνει τις πουστιές και θα ελέγχει τη μαφία της κάθε χώρας, τέλος πάντων...
Η ταινία λοιπόν είναι διασκεδαστική, διαθέτει ηθελημένες απιθανότητες, έχει στιλ, πλην όμως ένοιωθα ότι όλα αυτά τα είχα ξαναδεί. Αν βλέπετε πρώτη φορά ταινία του Ritchie μάλλον θα κάνετε τον χαβαλέ σας και θα περάσετε καλά (και μετά θα την ξεχάσετε). Αν όμως τον έχετε ξαναδεί, πιθανόν θα συμφωνήσετε ότι το "κακό" τρίτωσε κι ότι καιρός είναι να αλλάξει πηγές έμπνευσης και να κάνει τίποτα πιο ουσιαστικό.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 09, 2008

"ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ" ΜΕ ΕΝΤΟΜΑ ΚΑΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ


Το 1985 ο Dario Argento γυρίζει τα "Φαινόμενα", μια ταινία τρόμου που συνδυάζει το μεταφυσικό στοιχείο με έναν σίριαλ κίλερ. Εδώ ο Argento "παντρεύει" τα δύο αυτά διαφορετικά είδη τρόμου: Το κλασσικό σπλάτερ με σειρά ειδεχθών δολοφονιών και το υπερφυσικό στοιχείο.
Μια νεαρή αμερικανίδα, κόρη διάσημου ηθοποιού, πηγαίνει έγκλειστη σε ελβετικό σχολείο θηλέων, όπου όμως δρα ένας κατά συρροήν δολοφόνος με θύματα - τι άλλο; - κοπέλες. Ωστόσο και η ηρωίδα διαθέτει υπερφυσικές δυνάμεις και συγκεκριμένα την ικανότητα να επικοινωνεί, να "ελέγχει" και να διαγείρει κατά βούλησιν τα έντομα. Υπάρχει φυσικά στο τέλος και η αποκάλυψη του δολοφόνου, καθώς και μερικές άλλες αποκαλύψεις.
Η ιστορία με την αμερικανίδα σε ένα σχολείο θηλέων θυμίζει φυσικά πολύ την αντίστοιχη στο Suspiria. Σε σχέση με άλλες του ταινίες η ηθοποιία είναι, νομίζω, βελτιωμένη, καθώς οι καλοί πρωταγωνιστές είναι η Τζένιφερ Κόνελι (σε μικρή και τρυφερή ηλικία) και ο Ντόναλντ Πλέζανς στο ρόλο ενός ανάπηρου εντομολόγου. Ωστόσο το σενάριο είναι, όπως πάντα, αρκετά πρόχειρο, σήμα κατατεθέν αυτό του Argento, (γιατί η πρώτη κοπελίτσα - θύμα φορούσε λεπτό κοντομάνικο πουκαμισάκι μέσα στον ψόφο, κάτω από τις χιονισμένες Άλπεις;) με κάμποσες αψυχολόγητες ενέργειες διαφόρων χαρακτήρων. Από την άλλη έχει πλάκα το ότι μεταφέρει την ζοφερή ατμόσφαιρα τρόμου στην "κυριλέ" και ειδυλιακή Ελβετία, κάτω από τις Άλπεις. Πάντως σαν θρίλερ τρόμου παρακολουθείται με ενδιαφέρον, δίχως αυτό να σημαίνει ότι το θεωρώ και αριστούργημα του είδους. Διαθέτει και μερικές εντυπωσιακές και ατμοσφαιρικές σκηνές σπλάτερ και όχι μόνο, με έμφαση σε έντομα και σκουλήκια, οπότε νομίζω ότι θα ικανοποιήσει τους φίλους του είδους (αποκλειστικά σ' αυτούς απευθύνεται άλλωστε). Με όλα τα τυπικά μείον του σινεμά του ιταλού δημιουργού βεβαίως.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 07, 2008

POWAQQATSI Ή Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ


6 χρόνια μετά το Koyanisqaatsi, το 1988 δηλαδή, ο Godrey Reggio γυρίζει το δεύτερο μέρος, το Powaqqatsi. Φυσικά το στιλ, η "συνταγή" αν θέλετε, είναι ίδια: Εικόνες απ' όλο τον κόσμο, μερικές συγκλονιστικές, παρελαύνουν μπροστά μας, άλλες σε αργή κίνηση, άλλες σε γρήγορη, και τα πάντα πλημμυρίζουν από τη μουσική που έγραψε και πάλι για το φιλμ ο Philip Glass.
Εδώ η φύση, που έκανε αισθητή την παρουσία της στο Koyanisqaatsi, απουσιάζει εντελώς. Αποκλειστικό θέμα είναι οι άνθρωποι, κυρίως αυτοί του Τρίτου Κόσμου. Χωρίς σχόλια ή λόγια, τους βλέπουμε σε πλήθος από δραστηριότητες: Κυρίως να δουλεύουν, δουλειές σκληρές, γεμάτες κόπο, αλλά και να γιορτάζουν, να προσεύχονται, να πανηγυρίζουν, να περπατάνε στις πόλεις ή στην ύπαιθρο... Το βάρος επίσης πολλές φορές πέφτει στη συνύπαρξη του παλιού, του παραδοσιακού στοιχείου με το σύγχρονο, την τεχνολογία, την μεγαλούπολη με τους ουρανοξύστες κλπ.
Η ροή των εικόνων αφήνει στο θεατή πιθανώς αντικρουόμενες "γεύσεις". Από τη μία συμπάσχει αντικρύζοντας τον ανθρώπινο μόχθο, τον αδιάκοπο αγώνα για ζωή, πολύ συχνά σε περιβάλλοντα που θυμίζουν κόλαση (ορυχεία, άνυδρες ερήμους, σύγχρονες, άσχημες, τσιμεντένιες και απρόσωπες μεγαλουπόλεις κλπ.) Από την άλλη βιώνει την απόλυτη εξαφάνιση της φύσης, τον βιασμό της από τον άνθρωπο, την εξάντληση των πόρων της. Άλλωστε Powaqqatsi, στη γλώσσα των Ινδιάνων, σημαίνει "μια οντότητα που ζει σε βάρος των άλλων, που εξαντλεί τα πάντα γύρω του δίχως να σκέφτεται".
Ίσως εδώ το μοντάζ φαίνεται κάπως πιο "τυχαίο" σε σύγκριση με την πρώτη ταινία, με συχνά πισωγυρίσματα σε θέματα που έχουμε ήδη δει (μου φάνηκε μάλιστα ότι το δέσιμο μουσικής και εικόνας υστερούσε κάπως), η μουσική του Γκλας έχει περισσότερα έθνικ στοιχεία, ενώ συχνά οι εικόνες είναι πανέμορφες, δίνοντας έτσι την αίσθηση ενός πιο "καλλιγραφικού" φιλμ. Αυτό που μένει πάντως είναι ένας απίστευτος πλούτος, μια ποικιλία ανθρώπων, χρωμάτων, δραστηριοτήτων, τόπων, δείχνοντάς μας ποσο πλούσιος είναι ο πλανήτης και πόση διαφορετικότητα κρύβει. Ελπίζω να το ξέρετε ήδη: Όσα κάνουμε, πιστεύουμε, ο τρόπος ζωής μας γενικότερα, δεν είναι υποχρεωτικά ο σωστός (ή ο μόνος σωστός) και, κυρίως, δεν είναι ο μόνος. Γύρω μας υπάρχουν πολλές διαφορετικές καταστάσεις...
Αν το βλέπαμε ξεκομμένο, σίγουρα θα εντυπωσιαζόμαστε. Ωστόσο το Powaqqatsi φέρει υποχρεωτικά το βάρος του "νο 2", κάτι δηλαδή που έχουμε ξαναδεί. Αν το ξεχάσετε αυτό, σίγουρα πρόκειται για μια ακόμα εμπειρία.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 06, 2008

KOYAANISQATSI 'Η Η ΖΩΗ ΔΙΧΩΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ


Όταν το Koyaanisqatsi του Godfrey Reggio προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1982 ήταν μια πέρα για πέρα διαφορετική εμπειρία. Και τέτοια παραμένει και σήμερα, παρά τα εκατομμύρια βιντεοκλίπ ή τις εικόνες από κομπιούτερ που έχουμε καταναλώσει έκτοτε.
Τι είναι το Koyaanisqatsi; Θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει ως ένα γιγάντιο, σχεδόν δίωρο βιντεοκλίπ. Ή, πάλι, μια οικολογική ταινία δίχως λόγια. Ή, απλώς μια συρραφή από πανέμορφες εικόνες που παρελαύνουν άλλοτε με φρενήρη ταχύτητα κι άλλοτε εντελώς νωχελικά μπροστά στα μάτια μας.
Για όσους δεν γνωρίζουν τίποτα γι' αυτό, θα πούμε ότι πρόκειται για ένα παράξενο είδος ντοκιμαντέρ (αν και ο όρος δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι τ1982)αιριάζει εδώ), όπου στο πρώτο μέρος παρελαύνουν εικόνες της παρθένας φύσης και στη συνέχεια εικόνες "πολιτισμού", σύγχρονων πόλεων για την ακρίβεια. Η αντιπαράθεση γεννά πάμπολλους συνειρμούς για την παράνοια του πολιτισμού μας, το άγχος της σύγχρονης ζωής, το διαρκές τρέξιμο των ανθρώπων, το πόσο μοιάζουν οι μεγαλουπόλεις με αχανείς μυρμηγκοφωλιές όπου εκατομμύρια έντομα (εμείς) τρέχουν ασταμάτητα και για ό,τι άλλο μπορεί να σκεφτεί ο κάθε θεατής. Το βασικό χαρακτηριστικό όμως του φιλμ είναι η μουσική. Ο γνωστός Philip Glass έγραψε γι' αυτό μια σειρά από μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια (δίχως λόγια φυσικά) που ακούγονται αδιάκοπα (η μουσική του έχει ακριβώς την ίδια διάρκεια με το φιλμ) "ντύνοντας" τις εικόνες - αν και πολλοί θα έλεγαν ότι οι εικόνες "ντύνουν" τη μουσική. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ήχοι και εικόνες αλληλοσυμπληρώνονται, μπλέκονται αξεδιάλυτα, δημιουργώντας ένα απόλυτα αδιάσπαστο σύνολο. Θα ήταν πραγματικά αδιανόητο να σκεφτούμε την ταινία δίχως τη μουσική της. Γι' αυτό και στην αρχή μίλησα για ένα είδος γιγάντιου βιντεοκλίπ, δίχως ιστορία ή λόγια.
Η έλλειψη λόγου κάνει τη ταινία πανανθρώπινη. Μπορεί να προβληθεί οπουδήποτε δίχως το "φράγμα" της γλώσσας. Ο Reggio χησιμοποιεί άλλοτε slow motion και άλλοτε υπερεπιταχυμένες εικόνες, ανάλογα με το τι δείχνει και, φυσικά, ανάλογα με τη μουσική. Και νομίζω ότι με μαγικό τρόπο, τόσο τα πολύ αργά πλάνα όσο και τα ιλιγγιώδη λειτουργούν θαυμάσια.
Ίσως δεν είναι ταινία για όλους, αφού αγγίζει τα όρια του πειραματικού. Ίσως πολλοί κουραστούν ή βαρεθούν. Ωστόσο η ταινία λειτουργεί σαν ένα απόλυτο τριπ, στο οποίο συμμετέχουν κάμποσες αισθήσεις. Θα πρότεινα να αφεθείτε εντελώς στη γοητεία του, ακόμα και να μη σκέπτεστε όσο βλέπετε, αν αυτό είναι δυνατό. Αν ο συνδυασμός ήχου και εικόνας δεν καταφέρουν να σας "πάρουν", σταματείστε το. Δεν έχει νόημα.
ΥΓ: Koyaanisqatsi είναι μια ινδιάνικη λέξη που σημαίνει "τρελή ζωή", "ζωή δίχως ισορροπία" ή κάτι τέτοιο. Οι δημιουργοί, φαντάζομαι, εννοούν κυρίως το οικολογικό μέρος, το κομμάτι της ανισορροπίας με τη φύση και τη συστηματική καταστροφή της από τον άνθρωπο.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 01, 2008

ΤΥΦΛΑ ΠΟΝΤΙΚΙΑ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΕΜΒΑΘΥΝΣΗ


Το "Three Blind Mice" (Τρία τυφλά ποντίκια, 2008) του Matthew Newton είναι μια αυστραλέζικη ταινία που έχει κάνει τον γύρο πολλών φεστιβάλ και έχει μάλιστα βραβευτεί σε μερικά (και στη Θεσσαλονίκη). Περιγράφει την τελευταία νύχτα στο Σίντνεϊ τριών αξιωματικών του ναυτικού που το πρωί σαλπάρουν για το Ιράκ. Πολλά και διάφορα, αναπάντεχα κυρίως, συμβαίνουν την ατέλειωτη αυτή νύχτα καθώς οι τρεις τους, με εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες, στόχους και προτεραιότητες στη ζωή προσπαθούν να κάνουν όσο το δυνατόν περισσότερα, αφού δεν ξέρουν τι θα τους ξημερώσει.
Πρόκειται για ψυχολογική κατά βάση ταινία, καθώς οι ανατροπές συμβαίνουν όσον αφορά τα γεγονότα της νύχτας και τις αποκαλύψεις από το παρελθόν, κυρίως όμως συμβαίνουν στην αποκάλυψη των αληθινών χαρακτήρων τους, στο πέσιμο των μασκών, στο ξεγύμνωμα της ψυχής του καθενός. Η αρχική εικόνα που ο θεατής αποκομίζει από τη ψυχοσύνθεση των τριών φίλων δεν είναι υποχρεωτικά η αληθινή...
Όπως καταλάβατε το Ιράκ - θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε μακρινή αποστολή - λειτουργεί σαν πρόσχημα, προκειμένου να έχουμε μια "τελευταία νύχτα" για να πέσουν οι άμυνες και να ριχτεί περισσότερο φως στην προσωπικότητα του καθενός. Μην νομίζετε, λοιπόν, σε καμιά περίπτωση ότι θα δείτε μια ακόμα ταινία για τον βρώμικο πόλεμο του Ιράκ ή μια πολιτική ταινία - καταγγελία.
Ενδιαφέροντα όλα αυτά, καλές ηθοποιίες, προσοχή στη σκηνοθεσία, ωστόσο συνολικά η ταινία με έκανε μάλλον να βαρεθώ με το συνεχές μπλα μπλα και τα συνεχή κοντινά πλάνα στα πρόσωπα. Νομίζω ότι μάλλον της λείπει το νεύρο, αυτό το κάτι που θα καθηλώσει τον θεατή. Δεν την βρήκα για πέταμα, ούτε όμως με άγγιξε ιδιαίτερα.

Σάββατο, Νοεμβρίου 29, 2008

Η ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΛΛΟΝ ΑΣΤΕΙΟ ΣΠΛΑΤΕΡ


Προσωπικά το αγνοούσα, αλλά έμαθα ότι πρόκειται για μια σειρά βραζιλιάνικων ταινιών τρόμου (και σπλάτερ) με ήρωα τον φριχτό και σαδιστή Coffin Joe, που υπάρχει από τη δεκαετία του 60 από τον ίδιο πάντα σκηνοθέτη, τον José Mojica Marins. Το τελευταίο πόνημα της σειράς είναι η "Ενσάρκωση του Κακού" (Encarnacao do Demonio, 2008). Όπου ο εν λόγω Coffin Joe, ο οποίος είναι ένας σαδιστής σίριαλ κίλερ, αλλά με υπερφυσικές ικανότητες, κάτι σαν επί γης ενσάρκωση του Κακού, συνεχίζει την αναζήτησή του (προφανώς αυτό έκανε και στις άλλες ταινίες της σειράς): Να βρει την τέλεια γυναίκα που θα κάνει το παιδί του, ώστε να διαιωνιστεί το "είδος". Μόνο που τώρα, 40 χρόνια μετά την αρχή των περιπετειών του, αποφυλακίζεται (είχε κλειστεί μέσα ως κοινός σίριαλ κίλερ) και, γέρος ών, συνεχίζει ακάθεκτος. Ταυτόχρονα σκοτώνει με εφιαλτικούς (και ευρηματικούς) τρόπους γυναίκες που δεν κρίνει "τέλειες" (ομολογώ ότι δεν κατάλαβα ακριβώς τα κριτήριά του), ενώ υπάρχουν και "αφηρημένες" σκηνές από εφιάλτες, όπου ο ήρωας οδηγείται στην κόλαση, καθώς και ασπρόμαυρες σκηνές - φλας μπακ από... προηγούμενες ταινίες του.
Αυτά τα ωραία. Η ταινία διαθέτει μπόλικο κιτς, έντονο μπαρόκ στοιχείο (βαρυφορτωμένα σκηνικά, πομπώδη μουσική, βαρύ, στομφώδες παίξιμο από τον πρωταγωνιστή κλπ). Ο οποίος πρωταγωνιστής είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης, μια αλησμόνητη φιγούρα στα 68 του, κάτι σαν Όρσον Ουέλλες ντυμένος Δράκουλας. Η υπόθεση είναι παιδαριώδης, το αίμα (συνοδευόμενο με αρκετό σεξ) ρέει άφθονο, η σκηνοθεσία ατμοσφαιρική, μπαρόκ (όπως είπαμε), αλλά και αδέξια και γενικά γέλασα αρκετά - μιλάω για το είδος γέλιου που ρίχνει κανείς όταν βλέπει μέτριες ταινίες τρόμου. Όλα τα λεφτά η εμφάνιση στη συζήτηση του ίδιου του σκηνοθέτη (αυτός που βλέπετε στην αφίσα), ντυμένου όπως ακριβώς τον βλέπετε στην αφίσα (ναι, και με το νύχι), όπου έκανε επί σκηνής με τη βαριά, γεμάτη στόμφο φωνή του επικλήσεις στο κακό, υποθέτω (μιλούσε, βλέπετε, άπταιστα βραζιλιάνικα).
Συνίσταται αποκλειστικά και μόνο σε φίλους του είδους, που θα έχουν όμως και λίγη διάθεση για γέλιο.

ΤΟ "ΚΥΜΑ" ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ


Να πω από την αρχή ότι το γερμανικό "Κύμα" (Die Welle, 2008) του Dennis Gansel είναι ενδιαφέρουσα, καλογυρισμένη ταινία που την παρακολουθεί κανείς με κομμένη την ανάσα. Να προσθέσω αμέσως όμως ότι, παρ' όλα αυτά, δεν με έπεισε καθόλου. Για να είμαι ακριβέστερος, τη βρήκα απλοϊκή, έως και αφελή.
Την ιστορία την ξέρετε φαντάζομαι: Ένας καθηγητής που διδάσκει το πολίτευμα της απολυταρχίας στην τάξη του, θέλοντας να δείξει ότι ο φασισμός μπορεί να γιγαντωθεί ακόμα και στη σημερινή, ευημερούσα εποχή μας, αναπαράγει σταδιακά στον μικρόκοσμο της τάξης όλες τις συνθήκες που έφεραν τον ναζισμό... και καταφέρνει να δημιουργήσει, άθελά του, μια κανονική φασιστική οργάνωση, στην οποία συμμετέχουν σχεδόν όλοι πανευτυχείς, δίχως να αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει, και που πολύ γρήγορα ξεφεύγει από τον έλεγχό του.
Τα ενδιαφέρονα σημεία που θίγει το φιλμ (πέραν του ότι είναι, όπως είπαμε, καλογυρισμένο) είναι πολλά: Είναι εντυπωσιακό το ότι η καθαρά φασιστική οργάνωση επιβάλλεται δίχως την παραμικρή ιδεολογία. Δεν υπάρχουν εδώ κακοί εβραίοι ή οιποιοσδήποτε άλλος ρατσισμός (ίσα ίσα που ένα από τα στελέχη είναι τούρκος). Τα αιτήματα θα μπορούσαν κάλλιστα να προέρχονται από την αριστερά: Απέχθεια για την οικονομική ή όποια άλλη ανισότητα (γι' αυτό καλό είναι να φοράμε στολές), απέχθεια για τον καπιταλισμό εν γένει, ακόμα και οικολογικά μηνύματα ("θα συντρίψουμε", λέει ο νέος Φύρερ, "όσους καταστρέφουν και μολύνουν τη φύση" και όλοι από κάτω παραληρούν ενθουσιασμένοι, όπως τότε με τον αληθινό). Τι συμβαίνει λοιπόν; Τα αίτια του φασισμού είναι κυρίως ψυχολογικά, φαίνεται να υποστηρίζει ο Gansel. Η ανάγκη για δύναμη (η οποία βεβαίως εξασφαλίζεται όταν όλοι λειτουργούν ομαδικά, σαν ένα άτομο ή, αν θέλετε, σαν μυρμήγκια), η ανάγκη να ανήκεις κάπου, σε μια οποιαδήποτε ομάδα, η υπόσχεση ότι κάτω από τον ηγέτη και μέσα στην ομοιόμορφη στολή είμαστε όλοι ίσοι και άλλα τέτοια. Όταν αυτά λειτουργούν δεν έχει καμιά σημασία η ιδεολογία. Μπορεί να είναι από ακροδεξιά έως ακροαριστερή, από οικολογική έως ρατσιστική, από σοσιαλιστική έως χριστιανική. Το τι πιστεύεις δεν έχει καμιά σημασία. Σημασία έχει να πιστεύεις κάπου (οπουδήποτε) και να νοιώθεις μέρος της ομάδας!
Πού βρίσκονται όμως οι διαφωνίες μου; Στο ότι η ταινία δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτα. Θέλει να μας πει ότι μπορεί ακόμα και σήμερα να υπάρξει φασισμός, δεν το στηρίζει όμως πουθενά. Υποθέτει, υποθέτει λέω, δεν αποδεικνύει, ότι από την πρώτη στιγμή που στην τάξη επιβάλλεται σιδηρά πειθαρχία, έστω και σαν παιχνίδι ("για να δούμε πώς είναι"), όλοι γουστάρουν και τσιμπάνε αμέσως, τους αρέσει. Μετά από αυτή την πρώτη στιγμή, όλα κυλούν πολύ εύκολα ή μάλλον παίρνουν τον κατήφορο ανεπιστρεπτί. Μα, διάβολε, αυτό είναι εντελώς αυθαίρετο. Ποιος είπε δηλαδή ότι όλοι θα τσιμπήσουν με τη μία; Και εντάξει, τσιμπάνε την πρώτη μέρα για χάρη του πειράματος. Όσο όμως το πράγμα χοντραίνει δεν βρίσκεται κανείς (ΟΚ, φεύγουν 2 κοπέλες μόνο) να αντιδράσει, να πει φτάνει μέχρις εδώ και να σηκωθεί να φύγει; Η ιδέα ότι όλοι σχεδόν θα ντοπαριστούν από τη νέα κατάσταση μου φαίνεται παντελώς αστήρικτη. Θα μπορούσε, αφού έτσι κι αλλιώς δεν χρησιμοποιείται κανένα απολύτως επιχείρημα, να συμβεί εντελώς το αντίθετο, να μείνουν δηλαδή δυο - τρεις και όλοι οι άλλοι να πουν ένα μεγαλοπρεπές "χέσε μας" και να αποχωρήσουν. Έτσι, και πάλι δίχως κανένα απολύτως επιχείρημα. Άφείστε πια που όλα αυτά γίνονται σε διάστημα μιας μόνο εβδομάδας (!!!), πράγμα που θεωρώ έως και βλακώδες. Για να γιγαντωθεί ένα τέτοιο "Κύμα" θα χρειαζόντουσαν τουλάχιστον μήνες.
Κρίμα για την τόση αφέλεια, σχηματικότητα και ευκολία. Γιατί, το ξαναείπα, εδώ θίγονται εξαιρετικά ενδιαφέροντα θέματα.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 26, 2008

ΕΦΗΒΙΚΗ "ΕΚΡΗΞΗ"


Το "Θα εκραγώ" (Voy a explotar, 2008) είναι μια ενδιαφέρουσα μεξικάνικη ταινία του Gerardo Naranjo. Θέμα της (αρκετά κοινό στο σινεμά) είναι η εφηβική επανάσταση ενάντια σε όλα. Τυφλή, δίχως καμιά εγκεφαλική "επεξεργασία", ενστικτώδης σχεδόν, θέλει μονάχα να αποτινάξει κάθε σύμβαση, να μην γίνει βορά ενός κόσμου που όπου σχεδόν το κάθε τι είναι σάπιο.
Έτσι οι έφηβοι της ταινίας (ο ένας γιος πλούσιου, διεφθαρμένου δεξιού βουλευτή, η άλλη γόνος μικροαστικής οικογένειας δίχως πατέρα) γνωρίζονται στο σχολείο και νοιώθουν ότι βρίσκονται κοντά εξ αιτίας της κοινής τους απόρριψης για οτιδήποτε τους περιβάλλει. Έτσι κάνουν την επανάστασή τους, παρατούν πίσω τους τα πάντα και φεύγουν, ή μάλλον κρύβονται, αλλά δεν θα σας αποκαλύψω πού, αφού είναι από τα έξυπνα ευρήματα του φιλμ. Μόνοι πια, μακριά από κάθε σύμβαση και υποχρέωση, ανακαλύπτουν τον έρωτα, αλλά και τα αρνητικά της συμβίωσης και το τίμημα της άρνησης των πάντων.
Δυνατή, ρεαλιστική εικόνα, κάμερα στο χέρι, "νευρική" σκηνοθεσία, με έκαναν να παρακολουθήσω το φιλμ με ενδιαφέρον. Κι όχι μόνο αυτό. Ο σκηνοθέτης πάει το πράγμα αρκετά βαθιά, μέχρι που οι ήρωές του να ανακαλύψουν ότι πλέον έχουν κόψει κάθε δεσμό με το παρελθόν τους κι ότι πλέον δεν υπάρχει τρόπος επιστροφής και να οδηγηθούν στην τραγική κορύφωση.
Μου φάνηκε ειλικρινής ταινία, με στόχο να καταγγείλει την ζοφερή κατάσταση στο Μεξικό, αλλά και γενικότερα στον κόσμο, και να αντιπαραθέσει τη νεανική αγνότητα και επαναστατικότητα με τη διαφθορά, τη μιζέρια, την βρώμικη καθημερινότητα, έστω κι αν η επαναστατικότητα αυτή οδηγήσει τους νεαρούς ήρωες στα άκρα. Κι εδώ που τα λέμε, βλέποντας το περιβάλλον τους (που δεν διαφέρει και πολύ από το δικό μας), δεν μπορούμε παρά να τους συμπαθήσουμε, παρά το όποιο κόστος.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 24, 2008

Ο ΤΟΝΙ ΜΑΝΕΡΟ ΩΣ ΣΙΡΙΑΛ ΚΙΛΕΡ


Ενδιαφέρον δεν ακούγεται; Ψωνάρα 50κάτι χρονών, κολλημένος απόλυτα με τον Τόνι Μανέρο (που, για τους ανιστόρητους, είναι ο χαρακτήρας που ερμήνευε ο Τραβόλτα στο Saturday Night Fever), πάει κάθε τρεις και λίγο σινεμά και βλέπει και ξαναβλέπει το φιλμ, ηγείται ερασιτεχνικής ομάδας χορού της κακιάς ώρας που θέλει να "ανεβάσει" χορευτικά νούμερα της ταινίας στη σκηνή άθλιου μπαρ και που το απώτατο ονειρό του είναι να κερδίσει σε ηλίθια τηλεοπτική εκπομπή όπου διαγωνίζονται... μιμητές του Τραβόλτα, είναι ταυτόχρονα και σίριαλ κίλερ μόνο και μόνο για να βρει τα φτηνά υλικά που απαιτούνται για να στηθεί το σόου (για το οποίο, σημειωτέον, εκτός του ήρωα, ζουν και αναπνέουν και όλοι οι άλλοι "συντελεστές"). Όλα αυτά συμβαίνουν στην εξαθλιωμένη Χιλή του Πινοσέτ κάπου στα τέλη των 70ς. Συμβαίνουν επίσης στην χιλιανή ταινία "Τόνι Μανέρο" (2008) του Pablo Larrain.
Όντως μου φάνηκαν ενδιαφέροντα όλα αυτά, γι' αυτό και είδα την ταινία στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης. Πλην όμως απογοητεύτηκα, ή μάλλον, για να είμαι ακριβέστερος, έκοψα τις φλέβες μου. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί κάθε δυνατό μέσο για να βγάλει όσο περισσότερη μιζέρια γίνεται, σε όλα τα επίπεδα. Πεσμένα χρώματα, σχεδόν γκρίζα, στη φωτογραφία, άσχημες, καθημερινές (αυτό δεν είναι κακό) φάτσες, κάμερα στο χλερι, άθλιοι χώροι, εσωτερικοί και εξωτερικοί, εξουθενωτικός ρεαλισμός και απόλυτα πνιγηρή ατμόσφαιρα κυριαρχούν από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Φυσικά όλα αυτά γίνονται ηθελημένα και σ' αυτό ο Larrain πετυχαίνει απόλυτα. Οι θεατές όμως τι φταίνε;
Πάντως, εκτός από την στενόχωρη, "βρώμικη" ατμόσφαιρα που, υποθέτω, αποδίδει τέλεια τη μιζέρια των μαύρων χρόνων μιας από τις εφιαλτικότερες και πιο μισητές δικτατορίες που γνώρισε ποτέ η Νότια Αμερική (ίσως και ο κόσμος ολόκληρος), καταφέρνει να δείξει και τις επιπτώσεις της ασφυκτικής πολιτικής κατάστασης στην καθημερινή ζωή των άχαρων ηρώων και να κάνει αρκετά σχόλια πάνω στο θέμα των γελοίων ονείρων (που φυσικά διαψεύδονται), πάνω στις επιδράσεις που ασκούν στον μέσο άνθρωπο παντελώς ηλίθια πρότυπα, καθώς και στην ψευτιά του αμερικάνικου (και διεθνούς πλέον) όνειρου: Ο καθένας, απ' όπου και να ξεκινά, έχει ευκαιρίες να πιάσει την καλή.
Μπορεί και να ειδωθεί και ως μια πικρότατη σάτιρα, αφού ωθεί τον μιμητισμό του ήρωα στην μονομανία και στα απόλυτα άκρα. Και όλες οι προθέσεις είναι σεβαστές. Κρίμα που βλέπεται τόσο, μα τόσο δύσκολα ως ταινία και, όταν τελειώνει, αφήνεις να σου ξεφύγει ένα βαθύτατο "ουφ!" ανακούφισης (επειδή τελείωσε εννοώ).

Κυριακή, Νοεμβρίου 23, 2008

Ο ΚΑΛΟΣ, Ο ΚΑΚΟΣ ΚΑΙ Ο... ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΠΑΝΕ ΚΟΡΕΑ


Το "The Bad, the Good and the Weird" (2008) του κορεάτη Ji-woon Kim είναι, όπως αντιλαμβάνεστε από τον τίτλο του, ένα ριμέικ ή, αν θέλετε, ένα είδος παρωδίας του κλασικού γουέστερν "Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος". Επίσης, όπως περήφανα δηλώνει και στην αφίσα, είναι ένα "oriental western". Ε, λοιπόν, πρόκειται ακριβώς γι' αυτό. Και είναι και χορταστικότατο (130').
Ο σκηνοθέτης μεταφέρει (περίπου και με κάμποσες αλλαγές) την ιστορία των τριών παράνομων που συγκρούονται για έναν θησαυρό στη Μαντζουρία της δεκαετίας του 30 και τα κάνει όλα κυριολεκτικά λίμπα. Με την καλή έννοια το λέω, με την έννοια δηλαδή ότι γίνεται ένας απίστευτος χαμός απ' την αρχή μέχρι το τέλος. Πράγμα που σημαίνει, επίσης, ότι μην περιμένετε να δείτε ένα "σοβαρό" φιλμ με νοήματα ή ό,τι άλλο. Εδώ μιλάμε για τον απόλυτο χαμό. Προσοχή όμως. Αυτός έχει δύο πολύ σοβαρά στοιχεία υπέρ του: Α. Αντίθετα με κάτι σφιχτόκωλες "Επικίνδυνες Αποστολές", "Τζέιμς Μποντ" (τον πρόσφατο εννοώ) και άλλα τέτοια, αυτό εδώ δεν παίρνει τον εαυτό του καθόλου στα σοβαρά και το δείχνει κάθε λίγο και λιγάκι. Κοινώς έχει χιούμορ (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι κωμωδία) και, εν πάσει περιπτώσει, αντιλαμβάνεσαι ότι ο δημιουργός κάνει πλάκα δίχως να ντρέπεται να το δηλώσει. Όλο το νταβαντούρι και οι απιθανότητες γίνονται για καθαρή διασκέδαση κι αυτό, ξαναλέω, είναι φανερό. Β. Η σηνοθεσία των τόσων καταιγιστικών φάσεων είναι απόλυτα βιρτουόζικη και εντυπωσιακή, η απίστευτη δεξιοτεχνία είναι εμφανής και συχνά πολύ εντυπωσιακότερη αυτής των αντίστοιχων αμερικάνικων ταινιών.
Εντυπωσιακά και καθόλου δυτικά είναι και τα χρώματα της ταινίας. Από την αρχή ως το τέλος ο χρωματικός πλούτος είναι εκτυφλωτικός (και αυτό σε κάνει από την πρώτη στιγμή να αντιληφτείς ότι δεν πρόκειται για δυτική ταινία) και όλα τα σκηνικά κάτι παραπάνω απο μπαρόκ, τόσο που δεν θα δεν τολμούσε μια χολιγουντιανή ταινία δράσης. Τώρα αυτό μπορεί να σας λιγώσει αρκετά και να κουραστείτε από το τόσο too much, παραμένει όμως σήμα κατατεθέν της ταινίας. Κι εμένα άλλωστε με κούρασε λίγο και θα προτιμούσα να μην διαρκεί τόσο πολύ, αλλά, είπαμε, έχει την πλάκα του. Α, και διαθέτει και μια απροσδόκητη ανατροπή στο τέλος, πράγμα που δεν συνηθίζεται σε γουέστερν. Τέλος πάντων, δίχως να είναι κανένα αριστούργημα, με διασκέδασε πολύ περισσότερ από την "Γλυκόπικρη Ζωή", την προηγούμενη ταινία του Ji-woon Kim.
Να ανακεφαλαιώσω: Δείτε το εντελώς απενοχοποιημένα, για τον χαβαλέ και μόνο του πράγματος και για την δεξιοτεχνική κατασκευή. Με κίνδυνο, όπως είπαμε, κάπου να σας μπουχτίσει από το "πολύ" του όλου πράγματος. Αλλά, στο κάτω - κάτω, πότε άλλοτε θα ξαναδείτε κορεάτικο γουέστερν, το οποίο, μάλιστα, να βάζει κάτω τις περισσότερες δυτικές ταινίες δράσης;

Τετάρτη, Νοεμβρίου 19, 2008

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΔΙΧΩΣ ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ Η ΒΙΑΙΗ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ


"Το Καλοκαίρι που έφυγαν οι γονείς μου" (2006) του Cao Hamburger είναι μια βραζιλιάνικη ταινία με ιδιαίτερη ευαισθησία και στιλ. Βρισκόμαστε στο 1970, η Βραζιλία στενάζει κάτω από στυγνή δικτατορία και είναι οι μέρες του περίφημου Παγκόσμιου Κύπελου, τότε που έπαιζε ο Πελέ, ο Ζαϊρζίνιο και άλλοι ποδοσφαιρικοί θρύλοι στην Εθνική (η οποία βεβαίως το κατέκτησε πανηγυρικά). Ένας 12χρονος φεύγει από την πόλη του και αναγκάζεται να μείνει με τον παπού του στο Σάο Πάολο, καθώς οι γονείς του, αριστεροί γαρ, εξαφανίζονται ή, κατά κόσμον, "πάνε διακοπές". Ο παπούς όμως πεθαίνει πριν καν συναντήσει τον μικρό κι αυτός περνά ολόκληρο το καλοκαίρι στο διαμέρισμα και τη γειτονιά του παπού, που βρίσκεται στην καρδιά της εβραϊκής συνοικίας.
Πολύ καλή ισορροπία ανάμεσα στο χιούμορ, τη συγκίνηση, την τρυφερότητα, τις πολιτικές νύξεις, θαυμάσια κατάδειξη του τρόπου που τα πολιτικά πράγματα καθορίζουν την καθημερινότητά μας και επεμβαίνουν (εδώ με κάθε άλλο παρά θετικό τρόπο) στη ζωή μας και ταυτόχρονα μια έξυπνη ιστορία ενηλικίωσης (έστω και με το ζόρι), συνθέτουν μια από τις ταινίες που θεωρώ ως "χαμηλότονες" εκπλήξεις της χρονιάς.
Οι δημιουργοί πάντως, όπως διαβάζω, δεν είναι τυχαίοι, καθώς στο φιλμ συνεργάζονται ο σεναριογράφος, ο σκηνοθέτης Meirelles (ως παραγωγός) και ο μοντέρ της πολύ καλής "Πόλης του Θεού". Πολύ ενδιαφέρουσα και η επισήμανση του τι κρύβεται πίσω από ποδοσφαιρικούς θριάμβους και φιέστες (εδώ μια αδίστακτη δικτατορία), αλλά και η απεικόνιση του γνήσιου ενθουσιασμού, του πάθους και της χαράς της ζωής που διακρίνει τους βραζιλιάνους, σε αντιπαράθεση με το μουντό πολιτικό τοπίο της εποχής. Και τέλος, μια πολύ καλή ερμηνεία από τον πιτσιρικά, που μέσα από τόσες τραυματικές εμπειρίες, αλλά και πρωτόγνωρες χαρές, εξόριστος σε ένα ξένο σ' αυτόν περιβάλλον (οι εβραίοι με τις δικές τους συνήθειες και τρόπο ζωής), καταφέρνει να ανταπεξέλθει και να βγει πλούσιος ή, αν θέλετε, να ενηλικιωθεί με έναν, εν τέλει, μεστό τρόπο. (Γιατί, διάβολε, οι δικοί μας πιτσιρικάδες ηθοποιοί είναι συνήθως τόσο ψεύτικοι στις ελληνικές ταινίες);

Δευτέρα, Νοεμβρίου 17, 2008

H SUSPIRIA ΚΑΙ Ο ΕΦΙΑΛΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ARGENTO


Η Suspiria (1977) θεωρείται από τις καλύτερες ταινίες του ιταλού μετρ της φρίκης Dario Argento. Και επειδή μιλάμε για μετρ της φρίκης, καλό είναι να μη μπουν στον κόπο να διαβάσουν τα παρακάτω όσοι απεχθάνονται το ειδος (και είναι πάρα πολλοί, πράγμα αναμενόμενο).
Ο Argento είναι κατά τη γνώμη μου ένας κακός σκηνοθέτης. Καμιά απολύτως ταινία του δεν θα μπορούσα να χαρακτηρίσω ικανοποιητική. Η Suspiria φέρει κι αυτή όλα τα χαρακτηριστικά μελανά του σημεία: Κάκιστες ηθοποιίες, απίστευτα πρόχειρο σενάριο (σε βαθμό κακουργήματος), ανεκδιήγητες ατάκες που φτάνουν (δίχως τη θέληση των δημιουργών τους) στη γελοιότητα, εντελώς αψυχολόγητες αντιδράσεις των ηρώων στα όσα εφιαλτικά συμβαίνουν καί άλλα τέτοια. Τι είναι λοιόν αυτό που κανει τη Suspiria (και μερικά άλλα φιλμ του δημιουργού της) απόλυτα καλτ;
Είναι, νομίζω, η ιδιαίτερη εικόνα του Αρτζέντο. Εδώ χειρίζεται το όλο πράγμα εντελώς εξπρεσιονιστικά. Φωτίζει το art nouveau σκηνικό του (το χοροδιδασκαλείο όπου διαδραματίζονται τα φοβερά γεγονότα είναι χτισμένο και διακοσμημένο μ' αυτό τον ρυθμό) με συνεχείς μονοχρωμίες (με αγαπημένο βέβαια το κόκκινο). Έτσι πολλές από τις σκηνές είναι κατακόκκινες, καταπράσινες, μπλε κλπ., δίνοντας έτσι μια πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Είναι και οι αλλόκοτες γωνίες λήψης, τα ασυνήθιστα πλάνα, που μπορεί να κινηματογραφούν ας πούμε μόνο ένα σημείο στο βάθος δίχως να φαίνονται τα πρόσωπα που μιλάνε, είναι η ευρηματικότητα στους τρόπους των φόνων, καθώς και η χαρακτηριστική μουσική των Goblins που ντύνει τις τρομακτικές εικόνες, οπότε έχουμε μπροστά μας ένα μάθημα ατμόσφαιρας.
Και είναι καλό αυτό, θα μου πείτε, όταν όλα τα υπόλοιπα είναι από αστεία έως κακά; Όχι ακριβώς. Το είπαμε από την αρχή. Δεν θεωρώ καμιά του ταινία απόλυτα καλή. Πρόκειται όμως για ένα είδος παράξενης ιδιομορφίας, μια πολύ ξεχωριστή, προσωπική ματιά, κι αυτό τοποθετεί σε περίοπτη θέση στο πάνθεον των ταινιών τρόμου τη Suspiria (πρώτο μέρος μιας τριλογίας από την οποία γύρισε μόνο το 2ο μέρος, το Inferno, ενώ πολύ πρόσφατα επιχείρησε να γυρίσει με σχεδόν 30 χρόνια καθυστέρηση και το 3ο με κακά, όπως διαβάζω, αποτελέσματα).

Κυριακή, Νοεμβρίου 16, 2008

IL DIVO Ή Η ΒΡΩΜΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΩΣ ΚΑΡΙΚΑΤΟΥΡΑ


Θα έλεγε κανείς (και εγώ πρώτος και καλύτερος) ότι μια ταινία με θέμα τη βιογραφία του Τζούλιο Αντρεότι θα ήταν, αν μη τι άλλο, βαρετή. Φυσικά άλλαξα 100% γνώμη βλέποντας το Il Divo (2008) του Paolo Sorrentino.
Πριν όμως λίγα λόγια για τον αληθινό Αντρεότι. Δεξιός πολιτικός, κυρίαρχος στην ιταλική πολιτική σκηνή για μισό αιώνα (ήταν για πρώτη φορά υφυπουργός το 1947!) και 7φορές πρωθυπουργός (!!), κατηγορήθηκε επανειλημένα για εμπλοκή σε σκάνδαλα και σχέσεις με Μαφία και άλλα σκοτεινά κέντρα εξουσίας (αποκαλείται στη χώρα του Μαύρος Πάπας, Βελζεβούλ, Αλεπού και πολλά άλλα) και τέλος, πρόσφατα σχετικά, στα γεράματά του, καταδικάστηκε. Μάλλον δεν πήγε ποτέ φυλακή, αλλά η καταδίκη ενός τόσο ισχυρού προσώπου λέει πολλά...
Ωραία. Και λοιπόν; Πόσο ενδιαφέρουσα μπορεί να είναι μια βιογραφία του Καραμανλή (του παλαιότερου ή του νεότερου αδιάφορο), του Μητσοτάκη ή του Αβέρωφ; Κι εδώ έρχεται ο Sorrentino. Γιατί το Il Divo δεν είναι μια απλή, κλασική, ευθύγραμμη χρονικά βιογραφία, που παραθέτει γεγονότα και ντοκουμέντα. Εδώ το όλο θέμα έχει ειδωθεί μέσα από το πρίσμα μιας σχεδόν σουρεαλιστικής σάτιρας, όπου όλοι οι πρωταγωνιστές (υπαρκτά πρόσωπα φυσικά, υπουργοί, υφυπουργοί, βουλευτές) μοιάζουν και συμπεριφέρονται σαν καρτούν, άλλοτε στομφώδεις σαν ηθοποιοί όπερας, άλλοτε αστείοι σαν ήρωες βουβών ταινιών, πάντοτε όμως απίστευτα γελοίοι, τόσο που κάνουν το θεατή να αντιληφτεί σε βάθος τη γελοιότητα της τρέχουσας πολιτικής και όσων "παίζουν" σ' αυτήν, κυρίως αν τους εξετάσεις μεμονωμένα, σαν άτομα. Και φυσικά, επικεφαλής του θιάσου, ο Αντρεότι, μια απίστευτη φιγούρα, κάτι μεταξύ Νοσφεράτου και Πιγκουίνου του Ντε Βίτο, λιγομίλητος, αγέλαστος, λιτοδίαιτος, πειθαρχημένος, πονηρός και ύπουλος, μοναχικός, βαθιά συντηρητικός, αλλά και με ένα είδος σοφίας από τόσα χρόνια στο κουρμπέτι, που κινείται με απίστευτο τρόπο (σαν καρτούν, το είπαμε) και μοιάζει να πιστεύει ότι κάνει όλη τη βρώμικη δουλειά, που είναι η διαχείρηση της εξουσίας, σαν ένα είδος θυσίας. Σα να λέει ότι "θυσιάζομαι για σας και χώνομαι στα σκατά, και αναγκάζομαι να γίνομαι και να ξαναγίνομαι πρωθυπουργός, κι εσείς, αντί για ευχαριστώ, με δικάζετε από πάνω".
Υπάρχει φυσικά και η καταγγελία, πολλές βρωμιές, πολύπλοκες ίντριγκες, ύποπτες διασυνδέσεις με Μαφία, Βατικανό, τράπεζες, μασόνους, βιομήχανους και άλλες λέρες,
κλπ. (κάπου σ' όλα αυτά εμπλέκεται και αναφέρεται και ο Μπερλουσκόνι). Ίσως κάπου να χάσετε τα γεγονότα και τα ονόματα. Δεν έχει καμιά απολύτως σημασία. Η όλη εικόνα της διαφθοράς και της σαπίλας δίνεται ανάγλυφα κι ας μη θυμόμαστε ποιος ακριβώς είναι τι και τι έκανε. Κι έτσι η ταινία απογειώνεται από την Ιταλία και τα εκεί τεκταινόμενα και γίνεται διαχρονική και παγκόσμια, σαν μια καταγγελία των συμβιβασμών, της διαφθοράς και της σαπίλας που συνεπάγεται κάθε άσκηση εξουσίας.
Το βρήκα από τα καλύτερα φετινά φιλμ (με τον πρωταγωνιστή Τόνι Σερβίλο όλα τα λεφτά) και, κυρίως, με ξάφνιασε ευχάριστα καθώς είδα κάθε άλλο παρά αυτό που περίμενα να δω. Να λοιπόν που υπάρχει τρόπος να απογειώσεις ακόμα και μια αυστηρά πολιτική ταινία, και μάλιστα βιογραφία!
ΥΓ1: Το Il Divo συμπίπτει χρονικά με τα Γόμορρα. Και τα δυο μαζί δίνουν μια εφιαλτική εικόνα της Ιταλίας. Το ένα στην καθημερινότητα του Νότου, το άλλο στα πιο υψηλά κέντρα εξουσίας. Δεν θα περίμενε κανείς κάτι άλλο από μια χώρα που βγάζει δύο φορές πρωθυπουργό ένα άτομο σαν τον Μπερλουσκόνι.
ΥΓ2: Μη σας ξαφνιάζει τόσο το "7 φορές πρωθυπουργός" του Αντρεότι. Θυμίζω ότι στην Ιταλία, από το τέλος του πολέμου μέχρι τη δεκαετία του 90 άλλαζαν συνεχώς κυβερνήσεις, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν βραχύβιες, μερικές μάλιστα διαρκούσαν λιγότερο από χρόνο. Πολλοί πρωθυπουργοί διορίζονταν υπηρεσιακά μέχρι τις επόμενες εκλογές.