Πέμπτη, Ιουνίου 19, 2008

ΤΑ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΚΡΕΜΑΣΤOΥ ΒΡΑΧΟΥ


Θα το πω από την αρχή (δεν είναι ακριβώς spoiler, αν θέλετε όμως να το εκλάβετε ως τέτοιο μην το διαβάσετε): Η ταινία του Peter Weir του 1975, που τον έκανε γνωστό εκτός Αυστραλίας, "Picnic at Hanging Rock" (Το Μυστικό του Βράχου των Κρεμασμένων) δεν δίνει καμιά απολύτως εξήγηση στο μυστήριο που πραγματεύεται. Παραθέτει το πώς συνέβησαν (υποτίθεται) τα ανεξήγητα συμβάντα... και τίποτα άλλο. Ούτε "λογική", ούτε μεταφυσική εξήγηση, ούτε τίποτα. Παρ' όλα αυτά είναι μια γοητευτική ταινία, βουτηγμένη στο μυστήριο και τον ρομαντισμό, που σε δεύτερο επίπεδο μιλά για τη σεξουαλική καταπίεση των έφηβων κοριτσιών ενός οικοτροφείου των αρχών του αιώνα και, ίσως, να αποτελεί και μια παραβολή.Ξεκινά αργά, νωχελικά, ρομαντικά, με τα κορίτσια ταυτισμένα σχεδόν με την έννοια της αγνότητας, που ξεκινούν την εκδρομή τους στον Κρεμαστό Βράχο, στην άγρια, σχεδόν ανεξερεύνητη φύση δηλαδή, με τα γοητευτικά και συγχρόνως επικίνδυνα στοιχεία της. Η ατμόσφαιρα είναι από την αρχή μυστηριώδης, κάτι αιωρείται στον αέρα, ίσως και να διαθέτει κάποια στοιχεία από ταινία τρόμου. Κι έπειτα το μυστήριο κλιμακώνεται και καθώς οι έρευνες προχωρούν ο θεατής εμπλέκεται σε μια σχεδόν αστυνομική πλοκή (πάντα όμως διανθισμένη με το μεταφυσικό στοιχείο)... που δεν οδηγεί πουθενά. Στο μεταξύ όμως τα όσα συμβαίνουν (έστω και με σχετικά αργούς ρυθμούς και χωρίς κορυφώσεις) με είχαν αιχμαλωτίσει.
Υπάρχουν και κάποια κοινωνικά στοιχεία (η αυταρχική και άτεγκτη οικονομικά διαυθύντρια, η αποπομπή μιας όικότροφου επειδή δε έχει να πληρώσει δίδακτρα κλπ.), σίγουρα όμως ο Weir δεν επικεντρώνει εκεί τον προβληματισμό του. Θα μπορούσα ίσως να αποτολμήσω μια παντελώς αυθαίρετη ερμηνεία: Ίσως ο Βράχος να αποτελεί κάτι σαν τελείωση, ευτυχία, προορισμό (οι κοπέλες προχωρούν προς αυτόν οικειοθελώς, σαν μαγεμένες), ο οποίος όμως δέχεται μόνο λίγους και εκλεκτούς. Άλλους τους απορρίπτει, άλλοι πάλι δεν μπορούν να εισχωρήσουν στα μυστικά του και μένουν συντετριμμένοι ή και πεθαίνουν στο κατώφλι του. Μπορεί η συντριβή τους αυτή (βλέπε την περίπτωση του νεαρού άγγλου) να οφείλεται στο ότι γνώρισε ελάχιστα, έπιασε με την "άκρη του ματιού του" κάτι από την έκσταση, δεν κατάφερε όμως να προχωρήσει βαθύτερα. Ίσως πάλι... Όλα αυτά όμως είναι, ξαναλέω, εντελώς αυθαίρετα.
Όσοι περιμένουν δράση, τρόμο, λύσεις θα απογοητευτούν. Οι υπόλοιποι ας αφεθούν στην μυστηριώδη και ανεξήγητη γοητεία της ταινίας, της πρώτης μεγάλης από τις πολλές καλές που έχει γυρίσει ο σημαντικός αυστραλός σκηνοθέτης.

Κυριακή, Ιουνίου 15, 2008

ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΑΚΟΜΑ Η "ΟΜΙΧΛΗ";


Το 1980 ο John Carpenter ήταν στις δόξες του. Είχε ήδη γυρίσει τη "Νύχτα με τις μάσκες" και τον "Σταθμό 13..." και επρόκειτο να κάνει 2-3 ακόμα καλές ταινίες πριν παρακμάσει οριστικά (εξακολουθεί μέχρι σήμερα να γυρίζει ταινίες ως καρικατούρα του παλιού καλού εαυτού του). Τότε όμως, το 1980, γύρισε την "Ομίχλη", ένα καθόλου πιστό, πλην όμως καλό, ριμέικ της οποίας είδαμε πρόσφατα.
Δεν βρίσκω την "Ομίχλη" πολύ σπουδαία ταινία. Στην εποχή της σίγουρα τρόμαζε περισσότερο απ' όσο σήμερα, που πλέον είμαστε εθισμένοι σε κάθε λογής ακραία βία ή/και τρόμο. Είναι βέβαια αρκετά καλογυρισμένη, με "χτίσιμο" της ανησυχητικής ατμόσφαιρας στην αρχή και βαθμιαίο ξέσπασμα του τρόμου. Ωστόσο η ιστορία αυτή της καταραμένης παραθαλάσσιας αμερικάνικης κωμόπολης, που τη νύχτα της 100ης επετίου από την ίδρυσή της δέχεται την τρομακτική επίθεση των προγόνων της - και προ εκατονταετίας θυμάτων - που βγαίνουν μέσα από μια απόκοσμη ομίχλη, χωλαίνει αρκετά σεναριακά. Εκτός από άλλες λεπτομέρειες που δεν δικαιολογούνται, η τελευταία σκηνή (που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά) δεν δένει. Έχει γυριστεί βεβαίως για καθαρούς λόγους σασπένς και μιας τελικής πινελιάς τρόμου, ωστόσο δεν δικαιολογείται το γιατί ό,τι συμβαίνει εκεί δεν συνέβει στην προηγούμενη σκηνή - κρεσέντο. Ο ρόλος της Τζέμι Λι Κέρτις είναι καθαρά διακοσμητικός (φανταστείτε το φιλμ δίχως αυτόν και θα δείτε ότι δεν θα του έλειπε απολύτως τίποτα). Και βέβαια, υπάρχει και η ξενερωτική εμφάνιση προς το τέλος των νεκρών που επιστρέφουν με γελοία κόκκινα μάτια - φωτάκια, λες και γιορτάζουμε το Halloween.
Παρ' όλα αυτά η "Ομίχλη" διαθέτει αρκετή ατμόσφαιρα, μερικές τρομακτικές σκηνές και, τέλος πάντων, βλέπεται παρά τα προβλήματά της. Δεν είναι πάντως από τις αγαπημένες μου της καλής εποχής του Κάρπεντερ. Προτιμώ το "The Thing" ή την "Απόδραση από τη Νέα Υόρκη".

Σάββατο, Ιουνίου 14, 2008

ΕΝΑ "ΣΥΜΒΑΝ" ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ


Φαίνεται ότι είναι οριστικό: Ποτέ δεν θα ξαναδούμε "Έκτη Αίσθηση". Ο M. Night Shyamalan με το "Συμβάν" (The Happening, 2008) παραμένει στο χώρο του φανταστικού και του μυστηριώδους, αλλά και μακριά από τον πάλαι ποτέ καλό του εαυτό. Το κακό με το "Συμβάν" αυτό είναι ότι είναι καλογυρισμένη και με στιγμές έντασης ταινία, πλην όμως προδίδεται παντελώς σεναριακά. Πράγματι, η αρχή με τις ομαδικές αυτοκτονίες στη Νέα Υόρκη με "έβαλαν στο λούκι" (με την καλή έννοια), σύντομα όμως οι σεναριακές αυθαιρεσίες με προσγείωσαν και το ενδιαφέρον παρέμεινε σε μεμονωμένες μόνο στιγμές και στη γενική ανησυχητική ατμόσφαιρα. Σίγουρα βρισκόμαστε μπροστά σε καλύτερη ταινία από τον γελοίο "Οιωνό" και το αφελέστατο "Lady in the Water", και πάλι όμως...
Καθώς η SPOILER - SPOILER: εκδίκηση της φύσης ενάντια στον βιαστή της άνθρωπο κλιμακώνεται, εμείς μένουμε ν' αναρωτιόμαστε: Γιατί συνέβει μόνο στη συγκεκριμένη περιοχή του πλανήτη; Γιατί άρχισε και τέλειωσε τόσο απότομα (από τις 8.23' μέχρι τις 9.15' της άλλης μέρας - ή κάτι τέτοιο, δεν θυμάμαι τις ώρες) λες και ανοιγόκλεινες διακόπτη; Γιατί ξανάρχισε; Γιατί στην αρχή χτυπούσε μεγάλους πληθυσμούς, αλλά στη συνέχεια πέρασε και σε μεμονωμένα άτομα (όπως η μισότρελη γριά); Και πολλά άλλα γιατί. ΤΕΛΟΣ SPOILER.
Βέβαια όλες αυτές οι μη εξηγήσεις μπορεί να φέρουν στο νου τα "Πουλιά" του Χίτσκοκ, όπου τα όσα διαδραματίζονται είναι εντελώς δίχως ερμηνεία, εκεί όμως αυτή ακριβώς η παντελής έλλειψη εξηγήσεων είναι, τελικά, περισσότερο αποδεκτή από μισές εξηγήσεις, που όλο και προσπαθούν να στηρίξουν κάτι λογικά, μένουν όμως στη μέση. Έτσι λοιπόν το οικολογικό αυτό θρίλερ, ένα είδος προειδοποίησης για την καταστροφή της φύσης από τον άνθρωπο, διαθέτει ατμόσφαιρα για το τίποτα.
Δεν πιστεύω ότι ο Shyamalan μπορεί να συνέλθει από τον δρόμο που έχει πάρει. Του το εύχομαι πάντως ολόψυχα, γιατί οι αρχικές τουλάχιστον σεναριακές ιδέες του παραμένουν για μένα πρωτότυπες και ενδιαφέρουσες

Τετάρτη, Ιουνίου 11, 2008

Η ΝΥΧΤΑ, Η ΠΟΛΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥΑΡ


Ο Jules Dassin (1911-2008), πριν καταλήξει στην Ελλάδα, είχε γυρίσει μερικά από τα ωραιότερα νουάρ τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη. Βρίσκω το "Η Νύχτα και η Πόλη" του 1950 ένα από τα καλύτερά του.
Στο φιλμ αυτό καταπιάνεται με έναν εξ αρχής "καταραμένο" ήρωα. Μικροαπατεώνας, τσιράκι για άλλους "μεγάλους", ονειρεύεται διαρκώς να πιάσει την καλή, κατεβάζει πανέξυπνες ενίοτε ιδέες... αλλά μένει πάντα στα χαμηλά. Τα πράγματα είναι αυστηρά περιχαρακωμένα και δεν υπάρχει θέση για παρείσακτους. Κι όταν κάποτε συλλαμβάνει το αληθινά μεγάλο κόλπο, μπαίνει υποχρεωτικά στα χωράφια πολύ μεγάλων, όπου τα λεφτά που παίζονται είναι πολλά και είναι πλέον μαθηματικά βέβαιο ότι τα φτερά που τόσο απερίσπκεπτα άνοιξε πρέπει να κοπούν... Εννοείται ότι όλα αυτά συμβαίνουν στον χώρο του υποκόσμου και της νύχτας.
Έξυπνο σενάριο, ίντριγγες, μοιραία γυναίκα και κυρίως ατμοσφαιρικότατη ασπρόμαυρη φωτογραφία, με τις σκιές και τις ύποβλητικές γωνίες λήψης, συνιστούν ένα νουάρ που με συνεπήρε και που θεωρώ αρχετυπικό του είδους.
Όσο για το τι ακριβώς λέει μ' όλα αυτά ο Ντασέν... ίσως να υπάρχουν δύο αναγνώσεις: Από τη μία μπορεί κανείς να το δει σαν μια καταδίκη της απληστίας και του κυνηγιού της κορυφής, τα οποία, βεβαίως, κάθε άλλο παρά ευτυχία φέρνουν. Ο ήρωας, ανήσυχος, αεικίνητος, μονίμως στο τρέξιμο για να πιάσει την καλή, αρνείται να συμβιβαστεί με την ευτυχία που βρίσκεται δίπλα του και που, προφανώς, θεωρεί κοινότοπη (αν μπορεί κανείς να θεωρεί "κοινότοπη" την Τζιν Τίρνεϊ). Έτσι το ασταμάτητο αυτό κυνήγι δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην καταστροφή. Από την άλλη, μπορεί να το δει κανείς και σαν σχόλιο και στηλίτευση μιας άκαμπτης ιεραρχίας, ενός "κακού" που ελέγχει τα πάντα και κινεί τα νήματα και το οποίο συντρίβει όποιον τολμήσει να σηκώσει κεφάλι και να αμφισβητήσει την σκοτεινή του εξουσία.
Αν σας αρέσει το νουάρ, δείτε το. Και προσέξτε ακόμα ότι, πολύ πριν ο Ντασέν γνωρίσει τη Μελίνα και εγκατασταθεί στην Ελλάδα, φαίνεται ότι έτρεφε μέσα του μια ιδιαίτερη αγάπη για τη χώρα μας. Μάλλον δεν είναι τυχαίο το ότι επιλέγει ο φοβερός γέρος παλαιστής, που εκπροσωπεί την τιμιότητα, το "ευ αγωνίζεσθαι", να είναι έλληνας.

Κυριακή, Ιουνίου 08, 2008

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΤΗ ΣΚΑΛΑ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΙΑΠΩΝΙΑ


Η Ιαπωνία έχει ξεπεράσει τον πόλεμο και την ήττα, η ανοικοδόμηση και το οικονομικό θαύμα καλπάζουν, η παράδοση χάνεται και τα πάντα δυτικοποιούνται (βλ. το διαμέρισμα της ηρωίδας). Το "Μια γυναίκα ανεβαίνει τη σκάλα" γυρίζεται το 1960 από τον Mikio Naruse (1905-1969), που θεωρείται μεγάλος πλην όμως άγνωστος στην Ελλάδα τουλάχιστον, και πιάνει αυτό ακριβώς το κλίμα. Και, συγχρόνως, τον αγώνα για ανεξαρτησία της γυναίκας στη χώρα αυτή.
Ο Naruse είναι ένας χαμηλότονος σκηνοθέτης. Βρίσκεται, ας πούμε, πιο κοντά στον Όζου παρά στον Κουροσάβα. Η ηρωίδα του είναι μια όμορφη χήρα που δουλεύει σε μπαρ της Γκίνζα, της μπαροπεριοχής του Τόκιο. Υπερήφανη, παραμένει ανένδοτη στις πιέσεις από πλούσιους και μη άντρες, αρνείται να "πέσει χαμηλά" προκειμένου να πραγματοποιήσει το όνειρό της, να ανοίξει δικό της μπαρ, και διατηρεί την τιμιότητα και την προσωπική της ηθική. Πλην όμως, όλα γύρω της οδηγούν μαθηματικά στην καταπάτηση των αρχών της. Πράγμα που κάνουν, άλλωστε, και οι περισσότερες συνάδελφοί της. Ωστόσο εκείνη θα υπομείνει μια σειρά από προσωπικά δράματα και διαψεύσεις και, διατηρώντας την αξιοπρέπειά της, θα συνεχίσει να κάνει τη δουλειά που μισεί.
Ο Naruze είναι χαμηλότονος, δίχως εξάρσεις και κορυφώσεις, με λιτό και ήρεμο στιλ, παρά τα, βουβά συνήθως, δράματα που συμβαίνουν στην ταινία. Αυτό, προειδοποιώ, μπορεί να κουράσει θεατές εθισμένους στη δράση ή στις έντονες εξάρσεις. Θα βρουν την ταινία αργή. Για τους υπόλοιπους, είναι, πιστεύω, ενδιαφέρουσα ακόμα και σαν καταγραφή της κατάστασης και της θέσης της γυναίκας στην Ιαπωνία - καθώς και το πώς λειτουργούν τα μπαρ εκεί (σε μια σκηνή, π.χ., γίνεται σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε πόρνη, γκέισα και γυναίκα που δουλεύει σε μπαρ). Και σκιαγραφείται και η δύναμη των ισχυρών να επιβάλλουν τις επιθυμίες τους πάνω στους κάθε λογής αδύναμους.

Σάββατο, Ιουνίου 07, 2008

ΠΑΝΤΟΤΕ ΥΠΕΡΟΧΗ "ΓΚΑΡΣΟΝΙΕΡΑ"


Τελικά δεν είναι το είδος που κάνει το καλό σινεμά. Οποιοδήποτε απ' αυτά (τα είδη εννοώ) διαθέτει τα αριστουργήματά του και τις κακές του στιγμές. Πώς λοιπόν να απορίψει κανείς συλλήβδην την "ξενέρωτη" (υποτίθεται) κομεντί, όταν σ' αυτή περιλαμβάνονται ταινίες όπως "Η Γκαρσονιέρα" (The apartment) του 1960; Πώς αλλιώς όμως θα μπορούσε να γίνει αφού η εν λόγω γκαρσονιέρα υπογράφεται από τον Billy Wilder (1906-2002), έναν από τους ευφυέστερους δημιουργούς που πέρασαν ποτέ από το Χόλιγουντ;
Πρώτα απ' όλα η "Γκαρσονιέρα" είναι απολαυστικότατη. Παρακολουθείται με ενδιαφέρον από την αρχή ως το τέλος, διαθέτει έξυπνο χιούμορ, μια επίσης έξυπνη ιστορία και, φυσικά, τους υπέροχους Σίρλεϊ Μακ Λέιν (στα καλύτερά της εδώ) και Τζακ Λέμον. Αν και δεν είναι μόνο κωμική. Σε αρκετές στιγμές υποβάσκει η θλίψη, η συγκίνηση, η κατάδειξη της μοναξιάς στη σύγχρονη μεγαλούπολη, ώστε να μου θυμίσει ενίοτε αυτό το μείγμα κωμικού - συγκινητικού που πάντοτε πετυχαίνει ο Τσάπλιν. Πέραν αυτών όμως, ο Wilder, κάτω από το "αθώο" καμουφλάζ της ανώδυνης, υποτίθεται, αισθηματικής κομεντί, βρίσκει για μια ακόμα φορά την ευκαιρία να σατιρίσει και να καυτηριάσει ανελέητα ένα σύστημα που βασίζεται σε μια αυστηρά άκαμπτη ιεραρχία κι όπου για να ανέβεις πρέπει να γλύψεις (στην πιο ανώδυνη περίπτωση) και γενικά να αφεθείς στις ορέξεις των αφεντικών - και, εν πάσει περιπτώσει, η ανέλιξη είναι άσχετη από τις ικανότητές σου. Και να γίνει, επίσης, και αρκετά τολμηρός (εν έτει 1960) για τα ερωτικά ήθη της εποχής και την υποκρισία που κυριαρχεί σ' αυτά.
Δεν ήταν η πρώτη φορά βέβαια που ο αυστριακής καταγωγής σκηνοθέτης έκανε ανελέητη κριτική. Ταινίες σαν το "Τελευταίο ατού" ας πούμε (δείτε το αν μπορείτε να το βρείτε) έδειχναν την απόλυτα κριτική του στάση προς τα πράγματα. Και μόνο οι εκπληκτικές αρχικές σκηνές στη "Γκαρσονιέρα" με το αχανές (εφιαλτικό μάλλον) γραφείο - μυρμηγκοφωλιά αρκούν για να πείσουν οποιονδήποτε ότι η ευτυχία δεν μπορεί να βρίσκεται εκεί μέσα.
Είπαμε όμως. Όλα αυτά είναι "παράλληλες" παρατηρήσεις. Γιατί πρώτα - πρώτα έχουμε ένα απόλυτα απολαυστικό κινηματογραφικό πιάτο, κι αυτό είναι που μετρά σε πρώτη φάση. Α, ναι, και την επιβεβαίωση ότι η Σίρλει ΜακΛέιν είναι μια από τις ωραιότερες γυναίκες που πέρασαν ποτέ από την οθόνη.

Τρίτη, Μαΐου 27, 2008

ΟΤΑΝ Ο ΙΝΤΙΑΝΑ ΞΕΘΥΜΑΙΝΕΙ


Ας πούμε από την αρχή ότι ακόμα και αριστούργημα να ήταν, ο νέος "Indiana Jones and the Kingdom of the Crystal Skull" (2008), του Steven Spielberg φυσικά, δεν θα μπορούσε να συγκινήσει το ίδιο όπως η πρώτη τριλογία. Όπως και να το κάνουμε ή εμείς έχουμε μεγαλώσει (κοντά 20 χρόνια έχουν περάσει από το τελευταίο φιλμ της σειράς) ή/και δεν υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης, αφού μιλάμε για την 4η συνέχεια. Εκτός αν είναι κανείς γύρω στα 15, άντε 20, ΚΑΙ δεν έχει τύχει να δει τα πρώτα τρία. Όταν συμβαίνει αυτός ο σπάνιος συνδυασμός, ίσως κάποιος να εκστασιαστεί. Αλλιώς, φοβάμαι ότι το παιχνίδι είναι χαμένο από χέρι.
Αυτά όμως ήταν λίγο - πολύ γνωστά από την αρχή. Το θέμα είναι ότι, όσο κι αν προσπάθησα να τα ξεχάσω, βρήκα το φιλμ κατώτερο από τα αρχικά. Μπορώ να βρω συγκεκριμένους λόγους γι' αυτό: Νομίζω ότι σε αρκετά σημεία του λείπει ο αλάνθαστος ρυθμός των πρώτων. Ειδικά προς το τέλος, με την τελική κάθοδο στο άντρο των... ας μην πούμε ποιών, μάλλον βαρέθηκα και σκεφτόμουν: "Άντε πια, τι άλλο θα γίνει; Ας τελειώνουμε". Έπειτα, σίγουρα αυτός εδώ ο Ιντιάνα διαθέτει λιγότερο χιούμορ από τους άλλους, πράγμα παράξενο, αφού στο στοιχείο αυτό στηριζόταν μεγάλο μέρος της επιτυχίας του. Ευπρόσδεκτη η (αυτο)σάτιρα για την ηλικία του αρχαιολόγου (και του Χάρισον φυσικά), αλλά κι αυτή ήταν μάλλον λίγη. Έπειτα, στην εποχή των ανά τον κόσμο Λιακόπουλων, πολλοί είναι αυτοί που θα γελάσουν κοροϊδευτικά και μόνο με το όλο κόνσεπτ, πράγμα που δεν συνέβαινε στη δεκαετία του 80, όταν όλα αυτά ήταν φυσικά εξ ίσου γραφικά, όχι όμως επικίνδυνα, οπότε το όλο εγχείρημα ήταν πολύ περισσότερο ευπρόσδεκτο και αθώο. Και, κερασάκι στην τούρτα, ήρθε κι όλος αυτός ο αντικομμουνισμός και η αναβίωση του ψυχροπολεμικού κλίματος με τους πάνκακους Ρώσους κι έδεσε το πράγμα. Αυτό πάλι τι το ήθελαν; Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θα εκτιμούσα τα "επιτεύγματα" του χασάπη Στάλιν, αλλά από εκεί μέχρις του ότι ΟΛΟΙ οι κομμουνιστές είναι κακοί εξ ορισμού, ενώ ανάμεσα στους αμερικάνους υπάρχουν πάρα πολλοί καλοί, τίμιοι, πατριώτες (μπλιαχ) και άλλα τέτοια επιεικώς ηλίθια, υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Νομίζετε ότι σας αποτρέπω να πάτε; Όχι. Συνολικά πέρασα μάλλον καλά, ευχαριστήθηκα πολλά καλά σημεία καταιγιστικής δράσης και θεάματος (παρά τα ενίοτε εμφανώς ψηφιακά εφφέ), στο πρώτο μέρος το "αστυνομικό" ξετύλιγμα του γρίφου με κράτησε, ήταν και η φοβερή Κέιτ Μπλάνσετ στο ρόλο κακής κομμουνίστριας... Αλλά να, το να λες "πέρασα ΜΑΛΛΟΝ καλά" για έναν Ιντιάνα Τζόουνς, λες και μιλάς για Χάρι Πόττερ, ε, είναι αυτό καθαρή παρακμή.

Κυριακή, Μαΐου 25, 2008

Ο ΣΚΥΛΟΣ ΚΑΙ Η ΟΥΡΑ ΤΟΥ


Το "Wag the Dog" (1997) του Barry Levinson είναι για μένα μια από τις πιο έξυπνες και καυστικές αμερικάνικες κωμωδίες. Ένας πρόεδρος των ΗΠΑ εμπλέκεται σε σεξουαλικό σκάνδαλο λίγο πριν τις εκλογές και, για να τις κερδίσει, ένας παμπόνηρος τύπος που "διορθώνει καταστάσεις" συμμαχεί με έναν ισχυρό χολιγουντιανό παραγωγό και επινοούν έναν... πόλεμο ενάντια στην άσχετη Αλβανία (!) για να ρίξουν στάχτη στα μάτια των αμερικανών, αλλά και ολόκληρου του πλανήτη. Πολύ καλοί οι Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Ντάστιν Χόφμαν στους βασικούς ρόλους.
Σαφώς εμπνευσμένο από τη γνωστή υπόθεση Κλίντον - Μόνικα, ξεπερνά ωστόσο κατά πολύ την επικαιρική πλάκα και καυτηριάζει ανελέητα σχεδόν κάθε πτυχή της πολιτικής και της show business, δείχνοντάς μας με πάμπολλους τρόπους ότι, τελικά, αυτά τα δύο είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα, τουλάχιστον για τις ΗΠΑ. Έτσι, ακόμα κι αν χρόνια μετά ο θεατής αγνοεί πλήρως την υπόθεση "Μόνικα", μπορεί κάλλιστα να απολαύσει την ταινία.
Φυσικά πολλοί θα πουν ότι αποκλείεται να συμβούν στην πραγματικότητα αυτά που δείχνονται. Δεν μπορείς σήμερα να κάνεις έναν εικονικό πόλεμο, πείθοντας όλη την υδρόγειο, ενώ στην πραγματικότητα "δεν κουνιέται φύλλο". Όντως, αλλά νομίζω ότι η υπερβολή στο σενάριο είναι ηθελημένη και δεν ενοχλεί, αφού λειτουργεί σαν αλληγορία για να πει πλήθος άλλων πραγμάτων και να σατιρίσει δεκάδες κλισέ που οι περισσότεροι εξακολουθούμε να "καταπίνουμε". Και, βασικό αυτό, είναι μια καλογυρισμένη, πυκνή και γρήγορη κωμωδία που παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον.
Ο πόλεμος ως θέαμα στις τηλεοράσεις, η τεράστια δύναμη των media που μπορούν να κάνουν πιστευτή οποιαδήποτε ψευτιά και αποβλακώνουν εκατομμύρια θεατές, η άγνοια του μέσου αμερικάνου για πάμπολλά θέματα, η δύναμη των show business και του Χόλιγουντ ιδιαίτερα, το πλήρες ξεπούλημα της τέχνης στο χρήμα, τη δόξα ή τις "άνωθεν εντολές", η γελοιότητα της πολιτικής και τα βρώμικα μέσα που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει, η αποκάλυψη μηχανισμών που κινούν τα νήματα μετατρέποντας τους εκλεγμένους άρχοντες σε μαριονέτες, η κατάδειξη των αθέατων μηχανισμών του χολιγουντιανού σινεμά αλλά και των show business γενικότερα, είναι μερικά μόνο από τα θέματα που θίγονται στο πυκνότατο αυτό φιλμ που, ξαναλέω, παραμένει παρ' όλα αυτά και απολαυστικό. Αν δεν το έχετε δει κάντε το, συγχωρώντας την υπερβολή του και ξεχνώντας την λογική αντίρρηση "μα δεν μπορεί να γίνουν όλα αυτά". Άλλος είναι ο στόχος.
ΥΓ: Και, φυσικά, για μια ακόμα φορά τίθεται το ερώτημα που έχω ξαναθέσει: Πώς το ίδιο το Χόλιγουντ, η πεμπτουσία της show business, γυρίζει τόσο αποκαλυπτικές και καυστικές για το ίδιο (και για πολλά άλλα θέματα) ταινίες;

Πέμπτη, Μαΐου 22, 2008

ΝΟΣΗΡΟ JAR CITY, ΠΝΙΓΗΡΗ ΙΣΛΑΝΔΙΑ


Το Jar City (Myrin) του 2006 του Baltasar Kormákur είναι ένα αστυνομικό θρίλερ. πλην όμως είναι μια από τις νοσηρότερες ταινίες που έχω δει τελευταία. Όχι, δεν υπάρχει κάποιος serial killer που κάνει φριχτά πράγματα. Εδώ ένας ηλικιωμένος μπάτσος ερευνά μια δολοφονία και αναγκάζεται να γυρίσει πίσω, σε μια βρώμικη ιστορία της δεκαετίας του 70, για να βγάλει άκρη. Ωστόσο τα πάντα συντρέχουν στη δημιουργία μιας απίστευτα καταθλιπτικής ατμόσφαιρας. Τα ίδια τα εγκλήματα, οι άνθρωποι και οι συμπεριφορές τους, η παρακμή και η διαφθορά, τα κτίρια και οι χώροι, ο τρόπος κινηματογράφησης, η "παγωμένη" φωτογραφία, όλα δημιουργούν ένα αρρωστημένο κλίμα.
Η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα, με κράτησε ως το τέλος και, νομίζω, ότι μόνο στη μικρή, απομονωμένη Ισλανδία θα μπορούσε να συμβεί. Έχεις μια αίσθηση ότι όλοι γνωρίζουν όλους, τα ίδια πρόσωπα έρχονται και επανέρχονται, δημιουργούν έναν κύκλο, σα να πρόκειται για ένα μεγάλο χωριό (και ίσως αυτό ακριβώς να είναι αυτή η χώρα). Ο Kormákur είναι σα να κινηματογραφεί ηθελημένα ό,τι πιο άσχημο διαθέτει η πατρίδα του (δημιουργώντας σοκ στους λάτρεις της χώρας αυτής, που βασικά την αγάπησαν μέσω της εξαιρετικής μουσικής της και στους οποίους συγκαταλέγομαι κι εγώ). Βλέποντας την ταινία, με το διαρκές μουντό λυκόφως να κυριαρχεί, τα απρόσωπα κτίρια, την πνιγηρή καθημερινότητα, τις απέραντες γυμνές και έρημες εκτάσεις, η πρώτη αυθόρμητη αντίδραση είναι ότι "δεν θα ήθελα να ζω εκεί".
Ανακεφαλαιώνοντας θα έλεγα ότι παρά το ότι πρόκειται για ένα καλό θρίλερ, ο αληθινός πρωταγωνιστής είναι νομίζω η ίδια η Ισλανδία (η αρνητική πλευρά της δηλαδή).

Τετάρτη, Μαΐου 21, 2008

ΕΝΑ ΕΞΠΡΕΣ ΓΕΜΑΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ


Αν πρέπει να θυμόμαστε για έναν και μόνο λόγο το "Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές" (1974) του Sidney Lumet, αυτός θα ήταν το απίστευτο καστ του. Νομίζω ότι ποτέ δεν μαζεύτηκαν τόσο πολλοί καλοί ηθοποιοί μαζί. Για την ιστορία αναφέρω τους διασημότερους απ' αυτούς: Λορίν Μπακόλ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Μάρτιν Μπάλσαμ, Ζακλίν Μπισέ, Σον Κόνερι, Βανέσα Ρέντγκρέιβ, Ζαν-Πιέρ Κασέλ, Μάικλ Γιορκ, Άντονι Πέρκινς, Τζον Γκίλγκουντ, Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ, Τζορτζ Κουλούρης και, φυσικά, ο εκπληκτικός και αγνώριστος Άλμπερτ Φίνεϊ στο ρόλο του διάσημου ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό.
Βασισμένη στο βιβλίο της Άγκαθα Κρίστι, η ταινία δεν κρύβει πολλές κινηματογραφικές εκπλήξεις. Είναι η κλασική ιστορία με τον φόνο, που θα συμβεί αυτή τη φορά στο εξωτικό Οριάν Εξπρές στα βάθη της χιονισμένης Γιουγκοσλαβίας, και, φυσικά επίσης, όλοι οι ετερόκλητοι επιβάτες, ευγενείς ή/και πλούσιοι οι περισότεροι, είναι εξ ίσου ύποπτοι. Το τέλος βέβαια είναι αρκετά απροσδόκητο, και η σκηνή του φόνου σε φλας μπακ προκαλεί σχετική ανατριχίλα, το υπόλοιπο φιλμ όμως κυλά ομαλά, δίχως ανατροπές και ιδιαίτερες εντάσεις. Ένας - ένας οι σούπερ σταρ πρωταγωνιστές εμφανίζονται στην ανάκριση, εκθέτουν το άλοθί τους και... πάμε στον επόμενο.
Ιδιαίτερη μνεία ωστόσο πρέπει να γίνει στον Άλμπερτ Φίνεϊ, που ερμηνεύει σπαρταριστά έναν άκρως ιδιόρυθμο, στα όρια του γελοίου μερικές φορές, sui generis Πουαρό, κάνοντας την όλη ταινία απολαυστική.
SPOILER SPOILER: Και βέβαια, μένει και ο ηθικός προβληματισμός του τέλους: Τι γίνεται αν ένα έγκλημα είναι απόλυτα δικαιολογημένο και αποδίδει δικαιοσύνη; Καταδικάζουμε τον εγκληματία ή όχι; Και επίσης, θα ήταν ίδια η τελική απόφαση του Πουαρό αν το έγκλημα δεν είχε γίνει από τόσο high society άτομα; ΤΕΛΟΣ SPOILER.
Καλογυρισμένο, παρακολουθείται με ενδιαφέρον... αλλά μέχρις εκεί.

Δευτέρα, Μαΐου 19, 2008

ΞΥΠΝΩΝΤΑΣ ΣΕ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΕΦΙΑΛΤΗ

Το "Ξύπνημα στον Εφιάλτη" (Jacob's Ladder) του 1990 του Adrian Lyne είναι σαφώς η σκοτεινότερη ταινία ενός άνισου και με μικρή παραγωγή σκηνοθέτη. Και καταφέρνει, νομίζω, να είναι αληθινά εφιαλτική, πράγμα βεβαίως θετικό για τους φίλους του τρόμου και απωθητικό για τους υπόλοιπους. Το "Ξύπνημα" βέβαια είναι μια μάλλον ασυνήθιστη ταινία τρόμου. Μην περιμένετε να δείτε ζόμπι ή τέρατα ή κάτι τέτοιο. Αντίθετα ο τρόμος εδώ γεννιέται από τις μικρές, σποραδικές "εμφανίσεις" κάποιων όντων ή μια σειρά ανεξήγητων συμβάντων που συμβαίνουν όλο και συχνότερα στην "κανονική" ζωή ενός βετεράνου του Βιετνάμ, όταν δηλαδή αυτός επιστρέφει τραυματίας από τον πόλεμο και επιχειρεί να επανενταχθεί στην καθημερινότητα. Τα παράδοξα μερικές φορές αφορούν και χρονικά μπερδέματα στη ζωή του, καθώς ο ήρωας μερικές φορές βιώνει σαν τωρινά κομμάτια προηγούμενων φάσεών του (σα να ζει ακόμα με την πρώην γυναίκα του κλπ.) Οι εξηγήσεις και η αναπάντεχη ανατροπή που θα έρθουν στο τέλος ίσως να μην αρέσουν σε κάποιους, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλο το φιλμ δεν καταφέρνει να είναι σε πολλά σημεία τρομαχτικό, κυρίως από ψυχολογική άποψη, καθώς θα μπορούσαμε κάλλιστα να παρακολουθούμε την φριχτή και δίχως επιστροφή πορεία ενός ανθρώπου (που ερμηνεύει ο Τιμ Ρόμπινς με διαρκώς σαστισμένο βλέμμα) προς την τρέλλα. Χαρακτηριστική επίσης είναι και η περιρέουσα "θρησκευτική" ατμόσφαιρα (προσέξτε τα επαναλαμβανόμενα σύμβολα, τα ονόματα κλπ.) Ίσως να διαφωνήσετε σε επί μέρους σημεία, το φιλμ όμως δεν παύει να είναι πνιγηρό, ασφυκτικό θα έλεγα, και ατμοσφαιρικό, στοιχεία βέβαια που αποτελούν αρετές για μια αρκετά ιδιόρυθμη ταινία τρόμου, που δύσκολα ξεχνά κανείς.

Τρίτη, Μαΐου 13, 2008

ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΟΣ "ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ"


Έτυχε πρόσφατα να ξαναδώ τον "Εξόριστο στην Κεντρική Λεωφόρο"(!) του 1979 του Νίκου Ζερβού, μια σχεδόν καλτ στην εποχή της ταινία. Αλλά πριν πούμε οτιδήποτε γι' αυτή, θα έπρεπε να προσδιοριστεί (πολιτικά κυρίως) η εποχή αυτή στην Ελλάδα. 5 μόλις χρόνια μετά την πτώση της χούντας, οι νέοι Έλληνες (φοιτητές κυρίως) πέφτουν με τα μούτρα στην πολιτική, που τις περισσότερες φορές συνεπάγεται απόλυτη προσύλωση σε κάποιο αριστερό κόμμα, πράγμα απόλυτα δικαιολογημένο βέβαια μετά από 7 χρόνια στυγνής καταπίεσης. Από την αρχή σχεδόν όμως της κατάστασης αυτής, τα μελανά (γελοία ίσως για τα σημερινά δεδομένα) στοιχεία της γίνονται εμφανή από μια άλλη ομάδα νέων και εξ ίσου πολιτικοποιημένων. Έτσι, στα πανεπιστήμια κυρίως, δημιουργούνται οι πρώτες αυτόνομες / ανένταχτες / ανεξάρτητες ή όπως άλλιώς θέλετε να τις ονομάσετε ομάδες και παρατάξεις, οι οποίες, όπως είπα και πριν, είναι συνήθως πολιτικοποιημένες, αντιδρούν όμως στην κομματική χειραγώγηση και τον μόλις συνειδητοποιημένο τότε αρτηριοσκληρωτισμό των "επίσημων" παρατάξεων. Ταυτόχρονα, πολλοί νέοι ανακαλύπτουν με καθυστέρηση αρκετών ετών την περίφημη δεκαετία του 60 και ό,τι αυτή συνεπάγεται (Μάης του 68, ροκ, χάσμα των γενεών, σεξουαλική απελευθερωση, ειρηνευτικά κινήματα κλπ.) Όλα αυτά ήταν αδύνατο να περάσουν στην εποχή τους στην στρατοκρατούμενη Ελλάδα, και μάλιστα σε μια εποχή παντελούς έλλειψης πληροφόρησης.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν, ο "Εξόριστος" εκφράζει ακριβώς αυτή την καινούρια για τη χώρα αμφισβήτηση προς κάθε κατεύθυνση. Γι' αυτό και έκανε αίσθηση στην εποχή της.
Η ταινία έχει ένα πολύ χαλαρό σενάριο. Ο ήρωας, που ερμηνεύεται από τον Κώστα Φέρρη, περιφέρεται απαγγέλοντας τσιτάτα, μερικές φορές σαν μονόλογο, που σχετίζονται με το ροκ (ιδιαίτερα με τους ροκ θανάτους - Morrison, Joplin κλπ.) και με τον Μάη του 68, ενώ η στη ζωή του έχει τρεις άξονες: Την επανάσταση, τον έρωτα και το ροκ - αν και αμφισβητεί ενίοτε ακόμα κι αυτά. Επίσης μαθαίνει κόρνο, συναντά έναν παλιό του έρωτα, σκέφτεται το θάνατο και άλλα τέτοια (να σημειώσουμε ότι την εποχή αυτή απλώς το να ακούς ροκ θεωρούνταν επαναστατικό, ενώ από κάποιες νεολαίες απαγορευμένο και αντιδραστικό). Οι ηθοποιίες είναι κακές, η εικόνα επίσης, οι τεχνικές ατέλειες πολλές και πολλοί δεν θα καταλάβουν καν τον λόγο ύπαρξης μιας τέτοιας ταινίας. Τόσο έχει αλλάξει το κλίμα από τότε.
Δεν νομίζω ότι το φιλμ αντέχει σήμερα. Δείτε το, αν θέλετε, μόνο σαν καταγραφή μιας μάλλον μίζερης εποχής. Α, και κάτι άλλο. Προσέξτε πόσο απαίσια είναι η Αθήνα των 70ς. Δεν ξέρω αν το ξέρετε, αλλά μετά τη δεκαετία του 90 η πόλη έχει ομορφήνει πολύ (συγκριτικά πάντοτε, γιατί αν το δούμε αντικειμενικά...)

Κυριακή, Μαΐου 11, 2008

ΣΤΗΝ "ΑΓΡΙΑ ΦΥΣΗ" ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΟΠΩΣ ΤΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ...


Στην 4η ταινία του ο Sean Penn επιβεβαιώνει ότι εκτός από καλός ηθοποιός είναι και αξιόλογος σκηνοθέτης. Το "Into the wild" (2007) (Ταξίδι στην άγρια φύση) καταγράφει την αληθινή ιστορία ενός ανθρώπου που αποφασίζει να αφήσει πίσω του κάθε μορφή πολιτισμού και κοινωνίας και να ζήσει ολομόναχος στην παρθένα φύση. Μόνο που εκεί τα πράγματα δεν είναι πάντοτε ρόδινα.
Η ταινία αφηγείται με συνεχή φλας - μπακ την πορεία του νεαρού, ευκατάστατου και φέρελπι ήρωα. Γόνος ασφυκτικής οικογένειας με καταπιεστικό πατέρα, με λαμπρό μέλλον μπροστά του, επιλέγει να εξαφανιστεί δίχως να αφήσει κανένα ίχνος πίσω του, να περιπλανηθεί στους αχανείς δρόμους της Αμερικής και, τελικά, να απομονωθεί στην άγρια φύση και να ζήσει ολομόναχος εκεί, ακολουθώντας διδάγματα των λογοτεχνικών του ηρώων και ζώντας αποκλειστικά από το κυνήγι. Σε μεγάλο μέρος του φιλμ παρακολουθούμε την πορεία του και τις συναντήσεις του στο δρόμο με διαφορετικούς, περιθωριακούς (αν και με διαφορετικό τρόπο ο καθένας) και αρκετά συμπαθείς ανθρώπους, με τους οποίους θα δεθεί στενά, αλλά κανείς δεν θα καταφέρει να τον κρατήσει μακριά από την αμετάκλητη απόφασή του να ζήσει μόνος στη φύση. Έτσι μπορούμε να μιλήσουμε για ένα road movie, αν και, όπως είπαμε, ο στόχος του ήρωα δεν είναι η εμπειρία του ταξιδιού καθ' εαυτή.
Ούτε και οικολογικοί λόγοι είναι όμως αυτοί που ωθούν τον απολύτως καλών προθέσεων πρωταγωνιστή. Το βασικό του κίνητρο είναι μια σπάνια ανάγκη για ακραία ελευθερία. Τόσο ακραία, που εκλαμβάνει ώς ένα είδος καταπίεσης ακόμα και το να ζει κανείς μέσα στους κόλπους μιας οποιασδήποτε κοινωνίας. Ενώ όμως αυτό είναι αλήθεια (και μόνο η ύπαρξη άλλων γύρω μας απαιτεί περιορισμούς της ελευθερίας μας), ωστόσο αλήθεια είναι και το ότι ο άνθρωπος είναι απίστευτα δύσκολο (σχεδόν αδύνατο μάλλον) να ζήσει ολομόναχος, εκτός κοινωνίας. Κι αυτό δείχνεται με τραγικό τρόπο στο φιλμ.
Η ταινία με κράτησε από την αρχή ως το τέλος. Ενδιαφέροντες οι ποικίλοι χαρακήρες που συναντά στις περιπλανήσεις του ο ήρωας, με αποκορύφωμα το ζεύγος και την ευρύτερη κοινότητα νεο-χίππιδων (μερικοί απ' αυτούς απομεινάρια των 60ς που εξακολουθούν να ζουν έτσι), πανέμορφες εικόνες άγριας ομορφιάς και σφιχτή σκηνοθεσία συνθέτουν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κατά τη γνώμη μου φετινά φιλμ.

Σάββατο, Μαΐου 10, 2008

IRON MAN ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ


Ό,τι ακριβώς συμβαίνει με τον ήρωα της ταινίας, το ίδιο μου φάνηκε ότι συμβαίνει και με την ίδια την ταινία. Μιλώ βέβαια για τον Iron Man (2008) του Jon Favreau, ενός ακόμα όχι πολύ γνωστού ήρωα της Marvel που ξέθαψε το Χόλιγουντ, μη και του ξεφύγει κανένας.
Αυτό που πρέπει σίγουρα να πούμε, είναι ότι ο Iron Man διαφέρει αρκετά σαν χαρακτήρας από τους συνηθισμένους σούπερ ήρωες. "Κακός" αρχικά, ιδιοφυής, πλέιμπόι και πολυεκατομμυριούχος κατασκευαστής και έμπορος όπλων, με προϊόντα που σκορπούν το θάνατο σε χιλιάδες, αθώους και μη, ανανίπτει όταν συλλαμβάνεται από άλλους, πιο κακούς απ' αυτόν και, αφού φτιάξει την ανίκητη στολή του, προσπαθεί να κάνει το καλό και να εξιλεωθεί για το παρελθόν του. Έτσι οι δύο περσόνες του ήρωα κινούνται ανάμεσα σε Τζέιμς Μποντ και Robocop. Υπάρχει επίσης το χιούμορ, διάχυτο στην ταινία, και ενίοτε αυτοσαρκαστικό, αφού ο ήρωας είναι και πνευματώδης. Στα συν τέλος και ο αγνώριστος "κακός" Τζεφ Μπρίτζες.
Παρ' όλα αυτά όμως ομολογώ ότι βαρέθηκα κάπως καθώς η ταινία είναι μάλλον άγαρμπη συνολικά, χωρίς να μπορεί να αποφασίσει αν θα είναι ταινία δράσης ή χαρακτήρων, με κάποια μάλιστα πολιτική διάσταση. Πολλές αναληθοφάνειες επίσης (πώς διάβολο κατασκεύασε κοτζάμ πανοπλία στη φυλακή, κάτω από τη διαρκή εποπτεία των δεσμοφυλάκων του, ενώ αυτοί του είχαν παραγγείλει... πύραυλο;), αλλά αυτό είναι το λιγότερο, αφού αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του είδους. Τελικά βρήκα το συνολικό αποτέλεσμα μέτριο.
Γενικά πάντως, όσες υπερβάσεις και ανατροπές και να επιχειρεί ενίοτε, το υπερηρωικό φιλμ είναι ένα είδος που πάντοτε βαριόμουν. Δυστυχώς για μένα όμως, με τη φόρα που έχουν πάρει, δεν θα μείνει ούτε ένας κόμικς ανθυποήρωας που να μην κάνει την κινηματογραφική του εμφάνιση.

Πέμπτη, Μαΐου 08, 2008

ΑΝΕΥΡΟ "ΜΥΣΤΙΚΟ"


"Το Μυστικό" (Un secret, 2007) του γάλλου Claude Miller είναι μια ακόμα τραγική ιστορία από το Ολοκαύτωμα. Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη να γίνονται ακόμα ταινίες γι' αυτό, αφού αποτελεί (μαζί με το ναζιστικό φαινόμενο γενικότερα) το συγκλονιστικότερο και κτηνωδέστερο γεγονός του 20ού αιώνα. Από την άλλη όμως, μετά από τόσα που έχουμε δει, η ταινία πρέπει πλέον να είναι πολύ ιδιαίτερη και δυνατή για να συγκλονίσει. Πράγμα που, κατά τη γνώμη μου, η συγκεκριμένη δεν είναι.
Υπάρχει ένα συνεχές μπρος - πίσω στο χρόνο (κυρίως πίσω, αφού το μεγαλύτερο μέρος είναι φλας-μπακ) και μάλιστα με την ιδιομορφία το παρόν να δίνεται ασπρόμαυρα και το παρελθόν έγχρωμα. Συγχρόνως, η ταινία μοιράζεται ανάμεσα σε δύο άξονες: Τον ιστορικό (διωγμοί των Εβραίων, φυγή από τις πατρίδες τους κλπ.) και τον ερωτικό, αφού το "μυστικό" του τίτλου σχετίζεται με μια ιστορία πάθους. Ωστόσο ούτε η τελευταία διαθέτει τόσο (κινηματογραφικό) πάθος ούτε η πρώτη κατάφερε να με αγγίξει πραγματικά. Το μυστικό γύρω από την καταγωγή του ήρωα και τις σχέσεις της οικογένειας με άλλα πρόσωπα και καταστάσεις αποκαλύπτεται σχετικά νωρίς, κι εμείς απλώς παρακολουθούμε πώς, τελικά, έγιναν όλα μέχρι να φτάσουμε στο σήμερα (στα μέσα της δεκαετίας του 80 δηλαδή). Γενικά βρήκα το φιλμ κάπως επίπεδο, δίχως εξάρσεις και κορυφώσεις - και η ιστορία με τον φανταστικό αδελφό που πλάθει ο μικρός ήρωας περνάει, κατά τη γνώμη μου, σχετικά "στο ντούκου", ενώ θα μπορούσε να δώσει ακόμα και μια ταινία τρόμου. Πάντως ο Miller είναι γενικά καλός σκηνοθέτης (ίσως εδώ υπερβολικά διακριτικός).
Όχι, δεν τη βρήκα κακή ταινία. Μάλλον κάπως χλιαρή και, όπως είπα, επίπεδη θα τη χαρακτήριζα.

Δευτέρα, Μαΐου 05, 2008

ΠΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ


Μάλλον ελάχιστοι γνωρίζουν το "The Man from Earth" (2007) του Richard Schenkman, με μικρό και μάλλον αδιάφορο έργο μέχρι σήμερα. Πράγμα λογικό αφού στην Ελλάδα δεν έχει κυκλοφορήσει σε καμία μορφή. Βασισμένη σε διήγημα της δεκαετίας του 60 του καλού συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Jerome Bixby, η ταινία ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για μένα.
Ας το πω από την αρχή για να σας προετοιμάσω: Ολόκληρη διαδραματίζεται μέσα σε ένα δωμάτιο (και 2-3 σκηνές στην αυλή). Και, σα να μην έφτανε αυτό, δεν έχει καν δράση, ούτε σεξ ή βία. Σε όλη τη διάρκειά της 7-8 άνθρωποι απλώς συζητάνε. Πλήξατε κιόλας; Μέγα λάθος. Στοιχηματίζω ότι, αν όχι θα αρέσει, τουλάχιστον θα κρατήσει σε πλήρη επαγρύπνηση τη συντριπτική πλειοψηφία των θεατών (και δεν εννοώ μόνο τους φανατικούς σινεφίλ).
Τι ακριβώς συμβαίνει εκεί μέσα; Ένας καθηγητής πανεπιστημίου παραιτείται εντελώς στα καλά καθούμενα από τη δουλειά του, τα μαζεύει και ετοιμάζεται να φύγει προς άγνωστη κατεύθυνση. Μερικοί φίλοι και συνάδελφοί του, διαφορετικού επιστημονικού ή ανθρωπιστικού κλάδου ο καθένας, του κάνουν ξαφνική επίσκεψη θορυβημένοι από το απροσδόκητο της απόφασής του. Κι εκεί ο ήρωας τους αποκαλύπτει ότι αναγκάζεται να φύγει επειδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι... αθάνατος (14000 ετών για την ακρίβεια) και είναι υποχρεωμένος να μετακινείται κάθε μερικά χρόνια για να μην παρατηρεί κανείς ότι ο χρόνος δεν τον αγγίζει. Μη φοβάστε, δεν κάνω σπόιλερ, όλα αυτά συμβαίνουν στα 5 πρώτα λεπτά. Και οι εκπληξεις δεν σταματούν εκεί.
Βασισμένη σε έξυπνους διαλόγους και ψυχολογικές μεταπτώσεις (δοσμένα όλα απόλυτα ρεαλιστικά καθώς οι άλλοι αμφισβητούν, όπως είναι φυσικό, τα λεγόμενά του), κρατά, όπως είπα και στην αρχή, τον θεατή χάρη στην ανάπτυξη επιχειρημάτων εκατέρωθεν, τις ανατροπές και το απροσδόκητο τέλος. Και, σαν κερασάκι στην τούρτα, θα ακούσετε και μερικές πρωτότυπες και πέρα για πέρα ανατρεπτικές εκδοχές για σημαντικότατες πτυχές της ανθρώπινης ιστορίας, καθώς και πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για την ψυχολογία ενός αθάνατου, που όπως θα δείτε, κάθε άλλο παρά πάνσοφος είναι.
Φυσικά θα μπορούσε να είναι ένα πολύ ενδιαφέρον θεατρικό μονόπρακτο. Αποτελεί επίσης την τέλεια απόδειξη ότι μερικές φορές (πολύ σπάνιες, τουλάχιστον απ' ό,τι έχω δει μέχρι σήμερα) μπορεί κανείς να κάνει πετυχημένο σινεμά με απόλυτα εξωκινηματογραφικά μέσα. Εννοώ ότι εδώ το σενάριο είναι το 90% και όλα τα άλλα το υπόλοιπο 10. Ωστόσο νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να το ψάξετε.
ΥΓ: Ισχύει βεβαίως και η αντίρρηση ότι "προτιμώ να διαβάσω το διήγημα". Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο, δοσμένο απλώς με διαφορετικά εκφραστικά μέσα.

Πέμπτη, Απριλίου 24, 2008

ΠΑΣΧΑΛΙΝΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

Το μπλογκ πάει διακοπές στα νησιά. Για 10 περίπου μέρες δεν θα βλέπει ταινίες (cine-αποτοξίνωση). Αρχές Μαϊου όμως και πάλι μαζί σας.
Καλό Πάσχα

Τετάρτη, Απριλίου 23, 2008

ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΤΟΥΣ ΓΑΜΟΥΣ ΣΑΣ. ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΞΩΓΗΙΝΟΙ


Κάτω από τον πολύ αστείο τίτλο "I married a monster from outer space" (1958) κρύβεται (τι κρύβεται δηλαδή, είναι προφανές) ένα τυπικό b-movie των 50ς του Gene Fowler Jr. (1917-1998), που γύρισε λίγες ταινίες και λίγα τηλεοπτικά στη δεκαετία αυτή πριν γίνει αποκλειστικά editor. Υπάρχουν φυσικά κακοί εξωγήινοι που αντικαθιστούν έναν - έναν τους κατοίκους μιας πόλης παίρνοντας τις μορφές τους. Από τα πρώτα θύματα ένας νιόπαντρος, του οποίου η όμορφη σύζυγος αντιλαμβάνεται από την πρώτη νύχτα γάμου ότι κάτι δεν πάει καλά κι ότι ο άντρας της συμπεριφέρεται πολύ διαφορετικά από τον άντρα που γνώριζε. Το κλου είναι ότι σύντομα αποκαλύπτεται ότι οι εξωγήινοι το κάνουν αυτό για... να μας πάρουν τις γυναίκες και να αναπαραχθούν, αφού οι δικές τους γυναίκες έχουν πεθάνει σε κάποια καταστροφή.
Περιττό να πούμε ότι τα εφφέ είναι αστεία, όπως και οι περισσότερες από τις ηθοποιίες. Υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον προς το τέλος, με κάποια μεταστροφή του πρωταγωνιστή εξωγήινου, αλλά φοβάμαι ότι το υπόλοιπο φιλμ είναι μάλλον ξεπερασμένο σήμερα. Αν μάλιστα συνυπολογίσει κανείς και το πόσες φορές έχουμε δει το θέμα των εξωγήινων που παίρνουν τη μορφή των διπλανών μας ανθρώπων, ε, μάλλον είναι μία από τα ίδια. Τίποτα ιδιαίτερα σημαντικό κατά τη γνώμη μου, εκτός αν έχετε κέφι για πλάκα. Που, και πάλι, ούτε κι αυτή είναι αρκετή όπως συμβαίνει, ας πούμε, στις ταινίες του Ed Wood...

Κυριακή, Απριλίου 20, 2008

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑ ΣΤΗΝ ΜΠΡΙΖ


Η "Αποστολή στην Μπριζ" (In Bruges, 2008) του πρωτοεμφανιζόμενου βρετανού Martin McDonagh αποτέλεσε για μένα μια ευχάριστη έκπληξη, καθώς δεν ήξερα τίποτα για την ταινία και πήγα εντελώς απροετοίμαστος. Ωστόσο ο σκηνοθέτης καταφέρνει να φτιάξει ένα ομοιογενές αποτέλεσμα από ένα κράμα ετερόκλητων ειδών, δίχως να έχεις την αίσθηση ότι "κάτι δεν κολλάει εδώ". Πράγματι εδώ συνυπάρχουν το αστυνομικό φιλμ, η κωμωδία, το δράμα, η βία και οι πολλές κινηματογραφοφιλικές αναφορές. Έτσι στο τέλος ήμουν αναποφάσιστος για το αν είδα μια κωμωδία ή ένα βίαιο δράμα, αλλά αυτό δεν ήταν αρνητική αίσθηση, αφού όλα αυτά ήταν καλοχωνεμένα και τελικά έδεναν.
Άλλο ατού της ταινίας είναι οι διάφοροι ασυνήθιστοι ή/και εκκεντρικοί χαρακτήρες, που πολύ μακριά από κλισέ και τετριμμένα πρότυπα, επιδίδονται σε ένα όργιο μη πολιτικής ορθότητας, τινάζοντας στον αέρα καθωσπρεπισμούς, μασημένα λόγια και κανόνες. Ακόμα και όταν το φιλμ προσχωρά προς το τέλος του και το δράμα κορυφώνεται καθώς ο ανυποψίαστος θεατής αντιλαμβάνεται προς τα πού οδεύουν όλα αυτά, ακόμα και τότε λοιπόν δεν μπορεί να μη γελάσει με κάποιες ατάκες, κάποιες κουφές σκηνές ή αντιδράσεις. Ταυτόχρονα είναι ενδιαφέρουσα η κατάδειξη ενός αυστηρότατου κώδικα τιμής που διαθέτουν ακόμα και τα πιο καθάρματα από τους ήρωες, καθώς και η ανθρώπινη, κοινότοπη πλευρά τους (όχι ότι δεν το έχουμε δει πολλές φορές αυτό, αλλά αποτελεί ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο του φιλμ).
Όλα αυτά συμβαίνουν στην ειδυλλιακή, μεσαιωνική και άριστα διατηρημένη Μπριζ, όπου οι δύο επαγγελματίες δολοφόνοι με τον τόσο διαφορετικό χαρακτήρα περιφέρονται ως με το ζόρι τουρίστες, μπλέκοντας σε απίστευτες καταστάσεις. Με πολύ χιούμορ λοιπόν (και μάλιστα συχνά μαύρο), μακριά από κλισέ και χάπι εντ, αλλά και με έντονο δραματικό στοιχείο που κορυφώνεται όσο προχωρά, ο McDonagh με έκανε να περιμένω με ενδιαφέρον την επόμενη δουλειά του.