Σάββατο, Νοεμβρίου 10, 2007

ΠΑΘΟΣ ΠΑΝΩ ΑΠ' ΟΛΑ


Το θέμα ουσιαστικά είναι το ίδιο με το Brokeback Mountain, κι ας είναι τόσο διαφορετικό το background και οι ιστορίες: Το πάθος, απαγορευμένο, παράλογο, που αψηφά κάθε περιορισμό και σύμβαση. Εκεί ήταν το ομοφυλόφιλο πάθος (και μάλιστα σε μια κατ' εξοχήν συντηρητική κοινωνία), εδώ είναι το πάθος για τον εχθρό εν μέσω πολέμου, διανθισμένο με περίπλοκες κατασκοπευτικές ίντριγγες.
Όπως καταλάβατε μιλώ για το "Προσοχή: Πόθος" (2007), την καινούρια ταινία του Ang Lee, που είναι πλέον ένας από τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες της εποχής μας. Βρισκόμαστε στα 1942, οι γιαπωνέζοι έχουν καταλάβει την Σαγκάη της Κίνας και μια αντιστασιακή ομάδα νεαρών κινέζων έχει σαν στόχο τη δολοφονία του επίσης κινέζου, δοσίλογου διοικητή της πόλης, που συνεργάζεται με τον κατακτητή. Το κλασικό δόλωμα είναι μια όμορφη γυναίκα. Η οποία, βέβαια, όντως τον σαγηνεύει. Από εκεί και πέρα όμως τον πρώτο λόγο έχει το ανεξέλεγκτο ερωτικό πάθος, που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει και να υπολογίσει από πριν, που είναι κόντρα σε κάθε λογική και "πρέπει", που μπορεί να οδηγήσει σε πολλά δεινά, ακόμα και στην προδοσία ή τον θάνατο. Δεν έχει σημασία η τελική έκβαση. Σίγουρο όμως είναι ότι αν κάποτε αυτό σταματήσει, όποιος από τους δύο μείνει μόνος θα είναι τσακισμένος, ίσως για όλη του τη ζωή. Όπως επίσης ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τη συνηθισμένη εκδοχή των μελό, όπου οι εραστές πρέπει να αψηφίσουν τις "κακές" απαγορεύσεις και να αφεθούν να κάνουν αυτό που πραγματικά θέλουν. Εδώ το να αφεθείς στο πάθος σημαίνει πολλά κακά για τους γύρω σου, σημαίνει προδοσία και καταπάτηση κάθε ιδεολογίας. Γι' αυτό, τούτο εδώ το πάθος, που κάθε στιγμή φλερτάρει με τον θάνατο, είναι καταστροφικό.
Η ταινία είναι ιδιαίτερα ατμοσφαιρική. Κυριαρχούν τα καφέ - ώχρα - κόκκινα ζεστά χρώματα, υπάρχει παντού μια διάχυτη κομψότητα. Και υπάρχουν και πολλές έντονες ερωτικές σκηνές, στα όρια σχεδόν της πορνογραφίας, οι οποίες όμως είναι απόλυτα ενταγμένες στο κλίμα και δεν ενοχλούν καθόλου.
Μου άρεσε η ταινία, ωστόσο δεν τη βρήκα πια και τόσο αριστουργηματική όσο πολλοί κριτικοί. Μία αντίρησή μου αφορά την αδικαιολόγητα μεγάλη κατά τη γνώμη μου διάρκειά της. Νομίζω ότι αυτό την κάνει να χάνει σε πυκνότητα. Δεν πειράζει όμως. Σίγουρα έχει κερδίσει μια θέση ανάμεσα στις καλύτερες και πιο ευαίσθητες ταινίες της χρονιάς.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 09, 2007

Η "PERSEPOLIS" ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΦΑΣΙΣΜΟΥΣ


Η Marjane Satrapi, ιρανή, έκανε αίσθηση στον κόσμο των κόμικς με το αυτοβιογραφικό, δίτομο έργο της "Persepolis". Η μεταφορά του κόμικς σε ασπρόμαυρα κινούμενα σχέδια από την ίδια και τον Vincent Paronnaud είναι εξ ίσου πετυχημένη.
Ας γίνει σαφές από την αρχή ότι, αν και κινούμενο σχέδιο, σε καμία περίπτωση δεν απευθύνεται σε παιδιά. Πρόκειται για απόλυτα ενήλικο έργο, που μιλά τόσο για την ταραγμένη πολιτική ιστορία του Ιράν όσο και για τη ζωή της δημιουργού, από τη παιδική ηλικία γύρω στα 1977 μέχρι την ωριμότητά της το 1994. Φυσικά όλα αυτά δεν μπορούν να γίνει κατανοητά αν δεν ξέρει κανείς τι συνέβει στη χώρα τα τελευταία 30 χρόνια: Η στυγνή καταπίεση του δυτικόφιλου δικτατορικού καθεστώτος του Σάχη (που ήταν αυτοκράτορας) κατέρρευσε από την ισλαμική επανάσταση του Χομεϊνί το 1979 για να αντικατασταθεί από ένα εξ ίσου καταπιεστικό θεοκρατικό καθεστώς, φανατικά αντιδυτικό αυτή τη φορά. Η μικρή Satrapi ανήκει σε μεσοαστική, αριστερή οικογένεια που εναντιώνεται στο σαχικό καθεστώς και ως έφηβη είναι απόλυτα μοντέρνα (με τη δυτική έννοια): Μπλουτζίν, πάρτι, Abba και ό,τι άλλο θα έκανε ένας έφηβος των 70ς. Και ξαφνικά, με την ισλαμική επανάσταση, όλα ανατρέπονται: Η νεαρή κοπέλα αναγκάζεται να φορά υποχρεωτικά μπούρκα, τα πάρτι και το ροκ απαγορεύονται αυστηρά, για σεξ... ούτε κατά διάνοια... και οι φυλακές των εχθρών του Σάχη γεμίζουν με εχθρούς των φανατικών ισλαμιστών. Η κοπέλα, με τη βοήθεια της οικογένειας που παραμένει αντίθετη και στο νέο καθεστώς, καταφεύγει στο Παρίσι, επισκέπτεται κατά καιρούς τη χώρα της που βουλιάζει στο φανατισμό και την καταπίεση και τελικά επιλέγει να ζήσει οριστικά στη Γαλλία.
Ως μικρή, πανέξυπνη μαθήτρια κόντρα σε θρησκόληπτες δασκάλες, θυμίζει πολύ τη Μαφάλντα από ένα άλλο, παλιότερο κόμικς. Ως νεαρή γυναίκα βιώνει όλα τα αδιέξοδα και τις απογοητεύσεις κάθε δυτικής κοπέλας στον έρωτα, στα ανεκπλήρωτα όνειρα κλπ. - συν την αποξένωση, αφού παραμένει ξένη, νε διαφορετική κουλτούρα και στο Παρίσι. Και στις δύο χώρες πασχίζει, για διαφορετικούς λόγους, να κάνει την προσωπική της επανάσταση. Και στις δύο περιπτώσεις, εκτός από την κριτική στα γύρω της, μπορεί και να αυτοσαρκάζεται. Όλα αυτά δείχνονται με συνεχή περάσματα από το χιούμορ στο δραματικό και το τραγικό, από το γέλιο στον τρόμο και την αγωνία. Βρήκα αυτά τα σκαμπανεβάσματα πολύ πετυχημένα.
Το σχέδιο είναι εντελώς απλό (καμιά σχέση με την περιπλοκότητα και το φόρτωμα της ντισνεϊκής σχολής), μινιμαλιστικό, με πλακάτες μαύρες - άσπρες επιφάνειες και χοντρά περιγράμματα. Το αποτέλεσμα είναι γοητευτικό και πολύ εκφραστικό. Δείτε το, χωρίς να κουβαλήσετε μαζί και τα παιδιά σας.
ΥΓ: Η ταινία κατηγορήθηκε από κάποιους ως φιλοδυτική. Διαφωνώ πλήρως. Μα, διάβολε, ένας "κανονικός" άνθρωπος που, από τη μια μέρα στην άλλη, του στερούν βίαια κάθε στοιχειώδη προσωπική ελευθερία - και μάλιστα εν ονόματι της θρησκείας, που, ως γνωστόν, είναι από τα καταπιεστικότερα ιδεολογήματα αν πάρει το πάνω χέρι και γίνει κράτος (σκεφτείτε πρωθυπουργό τον Χριστόδουλο, και πάλι είναι πιο light σε σχέση με τους φανατικούς μουσουλμάνους παπάδες) - ένας τέτοιος άνθρωπος λοιπόν, είναι πολύ λογικό και αναμενόμενο να θεωρήσει "παράδεισο" τη σχετικά φιλελεύθερη και σαφώς πιο ανεκτική Γαλλία (και οποιοδήποτε άλλη χώρα της δύσης). Δεν νομίζω ότι έχει κάτι φιλοδυτικό η απόλυτα φυσιολογική αυτή στάση. Αν διαπιστώσουμε ότι κάτι είναι "λιγότερο σκατά" από κάτι άλλο, αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι είμαστε υπέρμαχοι των "λιγότερων σκατών". Στόχος μας (θα έπρεπε τουλάχιστον) παραμένουν τα "καθόλου σκατά".

Τετάρτη, Νοεμβρίου 07, 2007

THE SHOOTING: ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΥΠΑΡΞΙΑΚΑ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ;


Ο Monte Hellman είναι ένας όχι πολύ γνωστός σκηνοθέτης ταινιών μικρού προϋπολογισμού, που μερικές απ' αυτές θεωρούνται διαμάντια. Η μοναδική δουλειά του που έχω δει είναι το γουέστερν "The Shooting" του 1967, με έναν νεαρό Τζακ Νίκολσον σε ρόλο κακού.
Πρόκειται για απόλυτα μινιμαλιστικό φιλμ, με την έννοια ότι χρησιμοποιούνται πολύ λίγοι ηθοποιοί, λιτά σκηνικά, έρημος και λίγη σχετικά δράση, ενώ η πλοκή παραμένει σε κάποια σημεία αρκετά σκοτεινή και αδιευκρίνιστη. Βασικός πρωταγωνιστής είναι, θα μπορούσε να πει κανείς, το απέραντο τοπίο της αμερικάνικης ερήμου, γυμνό, ξερό, κακοτράχαλο, γεμάτο βράχια και σκόνη.
Ο πρωταγωνιστής Warren Oates (τακτικός συνεργάτης του Hellman) και ο φίλος και συνεργάτης του πληρώνονται από μια μυστηριώδη γυναίκα, που αρνείται να τους πει το όνομά της, να ακολουθήσουν στην έρημο τα ίχνη κάποιου που, για άγνωστους επίσης λόγους, αυτή κυνηγά. Στην πορεία θα προστεθεί στη συντροφιά και ο σκληρός πιστολέρο Τζακ Νίκολσον, επίσης πληρωμένος από την κοπέλα, κι όλοι καταλαβαίνουν ότι σκοπός της είναι να εκτελέσει αυτόν που κυνηγά.
Η ταινία επικεντρώνεται στους χαρακτήρες και στις σχέσεις των δύο ανδρών και της κοπέλας, σχέσεις που κυμαίνονται από τον έρωτα έως το βαθύ μίσος, ενώ εκείνη παραμένει ψυχρή και αινιγματική, κι όλα αυτά κάτω από το άγρυπνο και επίσης ψυχρό βλέμμα του πιστολέρο. Ταυτόχρονα είναι και ένα είδος γουέστερν - road movie, καθώς όλο το φιλμ είναι ένα ταξίδι στην έρημη απεραντοσύνη της τότε Άγριας Δύσης. Μοιάζουν περισσότερο σα να ψάχνουν οι ήρωες τον εαυτό τους, σαν μια υπαρξιακή αναζήτηση, καθώς οι λόγοι της σεναριακής αναζήτησης δεν ξεκαθαρίζονται ποτέ. Το απροσδόκητο τέλος αφήνει τον θεατή προβληματισμένο - ίσως και μπερδεμένο - μάλλον συνειδητά. Πιστεύω ότι σκοπός του σκηνοθέτη είναι η ανάπτυξη των σχέσεων που είπαμε ή - αν το δούμε και κάπως μεταφυσικά - το ταξίδι καθεαυτό, η αναζήτηση του εαυτού μας.
Παράξενη, χαμηλότονη ταινία, που δεν ξέρω αν πραγματικά μου άρεσε ή όχι, που μένει όμως στη μνήμη του θεατή σαν κάτι ασυνήθιστο. Πάντως μου έκανε κλικ να ψάξω κι άλλες δουλειές του Monte Hellman.

Τρίτη, Νοεμβρίου 06, 2007

ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ, ΚΟΙΝΟΒΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ 60's ΙΣΤΟΡΙΕΣ


Λίγες συστάσεις για πρόσωπα και πράγματα κρίνονται αρχικά απαραίτητες: Ο Woody Guthrie θεωρείται ο μεγαλύτερος αμερικανός folk τραγουδιστής - τραγουδοποιός και επηρέασε βαθύτατα τον Bob Dylan, που ήταν δηλωμένος θαυμαστής του. Ο γιός του Arlo Guthrie είναι κι αυτός τραγουδιστής - συνθέτης, με επιτυχίες στις ΗΠΑ στις δεκαετίες 60 και 70. Ο Arthur Penn είναι βέβαια από τους σημαντικότερους αμερικανούς σκηνοθέτες, που τα αρκετά τελευταία χρόνια έχει αποσυρθεί.
Το "Alice's Restaurant" του 1969 είναι μια ακόμα προσπάθεια να "συλληφθεί" επί της οθόνης το περίφημο "πνεύμα των 60ς". Ο Arlo Guthrie παίζει εδώ τον εαυτό του με αρκετά αληθινά στοιχεία της τότε βιογραφίας του, ενώ η ιστορία βασίζεται στο πετυχημένο ομώνυμο τραγούδι του. Είναι η εποχή που ο πατέρας του Woody βρίσκεται ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο (εκεί τον είχε επισκεφτεί και ο Ντύλαν), ενώ ο Arlo, νεαρός και χίπυ, περιπλανιέται στην Αμερική και τελικά καταλήγει με πολλούς φίλους σε μια πρώην εκκλησία που έχει μετατραπεί σε εστιατόριο, αλλά και κοινόβιο, από ένα ζευγάρι, τον Ρέι και την Άλις του τίτλου. Εκεί καταφεύγουν κάθε λογής επαναστατημένοι, εκκεντρικοί, περιθωριακοί, χίπις και διάφορες άλλες κατηγορίες, βρίσκοντας πάντοτε ένα ζεστό καταφύγιο. Κι εκεί καταλήγει συχνά και ο Arlo, όταν κουράζεται από περιπλανήσεις, τουρνέ ή συναυλίες σε άλλες πόλεις.
Η ταινία είναι ένας μάλλον ασυνήθιστος συνδυασμός δράματος και κωμωδίας, που δεν είμαι πολύ σίγουρος ότι είναι απόλυτα πετυχημένος, καθώς μάλλον στερείται ενός γερού σεναρίου. Η αξία της όμως έγκειται στην καταγραφή της εποχής, το "πιάσιμο του σφιγμού" των τότε γεγονότων. Ο Penn προσπαθεί να φωτίσει και τις καλές και τις κακές πλευρές. Έτσι, πέρα από τις ευτυχισμένες στιγμές στο κοινόβιο - εστιατόριο, τους έρωτες, τις ομαδικές μαστούρες, τις ξέφρενες γιορτές και τα πάρτι, θίγονται και τα προβλήματα, όπως η πανταχού παρούσα αφέλεια των τότε νέων που πίστευαν στ' αλήθεια ότι αλλάζουν τον κόσμο για πάντα, το πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών (που πολλοί θεωρούν ότι υπήρξε η βασική αιτία της διάλυσης του κινήματος των 60ς στις ΗΠΑ), ή οι απαραίτητες εσωτερικές διαφωνίες και τριβές και τα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα των ηρώων. Όπως επίσης δείχνεται (με αστείο μερικές φορές τρόπο) και η απροκάλυπτη εχθρότητα της συντηρητικής Αμερικής στα τεκταινόμενα και τον επαναστατικό αέρα που έπνεε από παντού τότε.
Πολύ ενδιαφέρον λοιπόν σαν ντοκουμέντο της εποχής, αν και ίσως όχι από τις πιο πετυχημένες στιγμές του Arthur Penn. Στα συν και η εμφάνιση του του Pete Singer, που τραγουδά σε μια συγκινητική στιγμή δίπλα στο κρεβάτι του ετοιμοθάνατου Woody (ο Woody Guthrie πέθανε το 1967, τότε που διαδραματίζεται η ταινία).

Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2007

"ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ" ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΜΑΦΙΑΣ


Από πάντα μου άρεσε πολύ ο David Cronenberg. Τον είχα βέβαια συνηθίσει σαν έναν από τους κορυφαίους σκηνοθέτες του φανταστικού κι έτσι η πρόσφατη στροφή του σε αστυνομικές ταινίες ομολογώ ότι μου κακοφάνηκε λίγο. Παρ' όλα αυτά πάντως και οι δύο τελευταίες του μου άρεσαν (νομίζω ότι είμαι από τους λίγους που τους άρεσε "Το τέλος της βίας").
Με τις "Επικίνδυνες υποσχέσεις" (Eastern promises) καταδύεται στα φριχτά βάθη της φοβερής ρωσικής μαφίας, μιας μαφίας, που, όπως και όλες που προέρχονται από χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, είναι σκληρότερη και πιο "πρωτόγονη" από την παλιά και κλασσική. Φταίει μάλλον ο ζήλος του νεοφώτιστου ή η έλλειψη "know how" και εμπειρίας αιώνα και βάλε που διαθέτει η αμερικανοϊταλική, οπότε όλα στις "ανατολικές" μαφίες γίνονται πιο χοντροκομμένα, πιο βίαια και άγρια, πιο βάρβαρα. Πέρα από τη βία όμως και από τις σεναριακές ίντριγγες αυτές καθ' εαυτές, ο Cronenberg ενδιαφέρεται όπως πάντα για το διφορούμενο των ανθρώπινων χαρακτήρων, για την μεγάλη αντίθεση του είναι και του φαίνεσθαι, της επιφάνειας και του βάθους. Ο μειλίχιος και σεβάσμιος ιδιοκτήτης εστιατορίου είναι ο αιμοσταγής και ύπουλος αρχηγός της ρωσικής μαφίας του Λονδίνου (δεν είναι spoiler, αποκαλύπτεται σχεδόν από τη αρχή), ο ήσυχος και χαμηλών τόνων οδηγός είναι ο "νεκροθάφτης" που, ήρεμα και αθόρυβα, σκοπεύει να ανέβει ψηλά κλπ. Και για να κάνει σκοτεινότερο το κλίμα, βάζει όλους τους πρωταγωνιστές να κουβαλούν μια απώλεια, έναν θάνατο, ένα μυστικό. Εκτός αυτών πάντως, περνά "από σπόντα" και ο ρατσισμός που κουβαλούν διάφορες κλειστές κοινωνίες ή ομάδες για τους γύρω τους και για οτιδήποτε είναι διαφορετικό. Κι αυτό καταγράφεται σαφώς τόσο από τα αδίστακτα μέλη της τρομακτικής οργάνωσης, όσο και από τον "καλό" (με πολλά εισαγωγικά) ρώσο θείο της ηρωίδας.
Η ατμόσφαιρα που φτιάχνει ο Cronenberg είναι νυχτερινή, κλειστοφοβική, πνιγηρή. Προειδοποιώ ότι σε αρκετές σκηνές (με εντυπωσιακότερη αυτή του χαμάμ) η βία αγγίζει τα όρια του σπλάτερ και θα ενοχλήσει τους ανύποπτους θεατές. Γενικά η ταινία μου άρεσε αρκετά - αν και εξακολουθώ να προτιμώ τον παλιό Κρόνενμπεργκ.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 02, 2007

MASH: Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗ ΣΑΤΙΡΑ


Η δεκαετία του 60 είχε μόλις τελειώσει, το κλίμα αμφισβήτησης όμως ήταν ακόμα ολοζώντανο. Έτσι, το 1970 ο Robert Altman (1925-2006) γυρίζει το MASH, μια από τις καυστικότερες σάτιρες ενάντια στον πόλεμο και τη στρατιωτική λογική που έγιναν ποτέ.
Παρά το ότι το Βιετνάμ αποτελούσε τότε το καυτότερο θέμα στην Αμερική (και σ' ολόκληρο ίσως τον κόσμο), διαλέγει να τοποθετήσει την ταινία του στον πόλεμο της Κορέας που είχε γίνει στη δεκαετία του 50 (μια ακόμα επέμβαση των αμερικάνων). Ήρωές του οι στρατιωτικοί γιατροί και νοσοκόμοι μιας μονάδας κοντά στο μέτωπο. Κι ενώ το μακελειό σχεδόν δίπλα τους συνεχίζεται ασταμάτητα, αυτοί το διασκεδάζουν με πλάκες, γκόμενες, τσιμπούσια, μεθύσια κι ό,τι άλλο θέλετε. Είναι σα να έχουν τόσο συνηθίσει τη σφαγή, που ο θάνατος δεν τους κάνει την παραμικρή εντύπωση. Σα να έχουν αναισθητοποιηθεί απόλυτα και τίποτα δεν μπορεί να τους αγγίξει.
Στην ταινία εναλλάσσονται οι αστείες καταστάσεις και οι ανατριχιαστικές σκηνές μέσα στα χειρουργεία, όπου οι καταματωμένοι γιατροί - στρατιώτες πετσοκόβουν, ακρωτηριάζουν, ράβουν τους τραυματίες. Αλλά και σ' αυτές τις φριχτές σκηνές κυριαρχεί ένα κατάμαυρο χιούμορ και γελάς, παρά το ότι πιθανόν να μην αντέχεις και πολύ αυτά που βλέπεις.
Αυτό που κάνει κυρίως το MASH είναι να αποηρωικοποιήσει με κάθε τρόπο τους "ήρωες" (υποτίθεται) του πολέμου. Η απόλυτη αδιαφορία των πάντων για το μακελειό λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά τους είναι χαρακτηριστική. Καθώς και η δηλωμένη με κάθε ευκαιρία πρόθεσή τους να περάσουν όσο το δυνατόν καλύτερα και να λουφάρουν όσο το δυνατόν περισσότερο, αδιαφορώντας για τιμές, πατρίδες, ηρωισμούς και ό,τι άλλο μεγαλεπήβολο τέτοιο. Όταν κάποιος πιο φανατικός από αυτούς τους λέει: "Μα τι στρατιώτες είσαστε εσείς;", αυτοί απαντάνε αφοπλιστικότατα: "Μα ποιος είπε ότι είμαστε στρατιώτες; Γιατροί είμαστε που μας στείλανε με το ζόρι στον πόλεμο". Στην περίφημη αυτή μονάδα κάθε στρατόκαυλος, υπερπατριώτης ή υπερχριστιανός που φτάνει παίρνει σε λίγο καιρό πόδι, μερικές φορές μάλιστα με ζουρλομανδύα μετά από όλα όσα έχει υποστεί. Και, φυσικά, εκτός από τους φαντάρους, οι στρατηγοί και όλοι οι "πάνω" δεν παρουσιάζονται καθόλου καλύτεροι. Το αντίθετο μάλιστα.
Έτσι, εκτός του πολέμου, καυτηριάζεται η ίδια η στρατιωτική λογική της παράλογης υπακοής, της τυφλής ιεραρχίας, της άτεγκτης πειθαρχίας (η οποία στο περίφημο στρατόπεδο έχει πάει περίπατο). Αλλά ο Altman δεν διστάζει να προχωρήσει κι άλλο, κάνοντας πλάκα, για παράδειγμα, και με τη θρησκεία (απολαυστικότατη η σκηνή με την παρωδία του Μυστικού Δείπνου).
Πιστεύω ότι δύσκολα θα γυριζόταν σήμερα μια τόσο τολμηρή και αθυρόστομη ταινία. Αν δεν το έχετε δει, κάντε το. Νομίζω ότι και σήμερα παραμένει φρέσκια.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 31, 2007

EASY RIDER: Η ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ


Το Easy Rider ("Ξένοιαστος Καβαλάρης") του Dennis Hopper γυρίστηκε το 1969 και είναι μέχρι σήμερα μια θρυλική ταινία και το διασημότερο ίσως road movie όλων των εποχών. Από όσους την είχαν δει τότε, από όσους έζησαν αυτή την ανεπανάληπτη εποχή. Τι λέει όμως σήμερα για μας τους υπόλοιπους, που δεν γίναμε ποτέ χίπυς (είχε περάσει η "μόδα"), δεν πειραματιστήκαμε με τον ελεύθερο έρωτα (είχε ενσκύψει το AIDS), δεν περιπλανηθήκαμε δίχως κανένα σκοπό και κανένα χρονικό περιορισμό ανά τον κόσμο (έπρεπε να δουλέψουμε και πολλοί ονειρεύονταν ήδη να γίνουν γιάπις);
Δυο φίλοι (φρικιά με τη σημερινή ορολογία), ο Πίτερ Φόντα και ο σκηνοθέτης Ντένις Χόπερ, καβάλα στις τσοπεριές τους, διασχίζουν τις νότιες περιοχές των ΗΠΑ δίχως πρόγραμμα και σκοπό, καπνίζουν ασταμάτητα χόρτο, δοκιμάζουν διάφορες ουσίες, γνωρίζουν ποικίλους ανθρώπους και καταστάσεις (χίπικα κοινόβια, πολυτελή πορνεία κλπ.) και κάνοντας έρωτα όταν και όποτε προκύψει. Μαζεύουν στο δρόμο κι έναν φευγάτο δικηγόρο (Τζακ Νίκολσον) και, έτσι ανέμελα και δίχως να το καταλάβουν, καταλήγουν στο τραγικό τέλος.
Το Easy Rider είναι η απόλυτη καταγραφή μιας εποχής. Ταραγμένης, ηρωικής, που έθεσε τα πάντα υπό αμφισβήτηση και κατέληξε να "φάει τα μούτρα της" και να φτάσει στα σημερινά πολλαπλά αδιέξοδα. Σε πολλούς σύγχρονους φαίνονται ίσως εξωπραγματικά τα όσα βλέπει. Κι όμως: Αυτό ακριβώς συνέβαινε τότε στην Αμερική κι ως έναν αρκετό βαθμό και στην Ευρώπη. Τα κοινόβια υπήρχαν, οι ουσίες καταναλώνονταν, ο ελεύθερος έρωτας βασίλευε, το ροκ ήταν στα πάνω του (το σάουντρακ από πασίγνωστα κομμάτια είναι κλασικό), το κλίμα ήταν απόλυτα αντιπολεμικό, η τάση για επιστροφή στη φύση και η αμφισβήτηση του καταναλωτισμού ήταν κυρίαρχα.
Προσωπικά τη θεωρώ μέχρι σήμερα μεγάλη ταινία και φοβερό ντοκουμέντο του κλίματος και του πνεύματος της δεκαετίας του 60. Μη νομίσετε πάντως ότι όλα παρουσιάζονται ρόδινα και υπέροχα. Φαίνεται ότι από τότε ήδη, στην καρδιά της ευδαιμονίας και της αμφισβήτησης, ο Χόπερ είχε ψιλιαστεί ότι το πράγμα σύντομα θα κατέρεε, θα ξεφούσκωνε, είτε λόγω της αφέλειας και της "αθωότητας" που το περιέβαλλε, είτε λόγω της άγριας αντεπίθεσης του συστήματος, που ίσως για πρώτη φορά φάνηκε να απειλείται τόσο πολύ "από τα μέσα". Η σκηνή άλλωστε των προβλημάτων που αντιμετωπίζει το κοινόβιο όπου φιλοξενούνται οι ήρωες είναι χαρακτηριστική. Ούτε όλα όσα είπαμε παραπάνω σημαίνουν ότι ολόκληρη η Αμερική συμμεριζόταν αυτό το αόριστο, πλην όμως μεθυστικό όραμα: Μεγάλο μέρος του κόσμου παρέμενε συντηρητικότατο και απόλυτα εχθρικό προς τα καινοφανή τεκταινόμενα. Το τέλος του φιλμ το δείχνει ξεκάθαρα.
Σήμερα πάντως η ταινία με κράτησε όπως την πρώτη φορά που την είχα δει, με συγκίνησε και μου φάνηκε κινηματογραφικά ενδιαφέρουσα. Θεωρώ μάλιστα τη σκηνή της λήψης παραισθησιογόνων ως σκηνή ανθολογίας και μια από τις καλύτερες μ' αυτό το θέμα που έχουν γυριστεί ποτέ. Πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν το Easy Rider ξεπερασμένο. Δεν συμφωνώ. Δεν είναι ξεπερασμένο. Απλώς καταγράφει πιστά καταστάσεις που σήμερα, πολύ απλά, δεν υπάρχουν πλέον, και γι' αυτό ξενίζει όσους δεν γνωρίζουν τι ακριβώς συνέβαινε τότε. Ακόμα κι έτσι όμως, μπορεί σήμερα να ειδωθεί ως ένα είδος "ντοκιμαντέρ" για μια εποχή που (φοβάμαι) παρήλθε ανεπιστρεπτί.

Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2007

ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟ HAIRSPRAY


Εν αρχή ήταν το Hairspray του φοβερού John Waters το 1988. Ήταν η δεύτερη mainstream ταινία του (μετά το Cry Baby) και η πρώτη του επιτυχία. Στη συνέχεια το Hairspray ανεβαίνει ως μιούζικαλ στο Μπρόντγουέι με αναπάντεχη επιτυχία. Και τώρα, το μιούζικαλ μεταφέρεται στην οθόνη, όχι πια από τον Waters, αλλά από τον Adam Shankman.
Το καινούριο Hairspray είναι λοιπόν ένα καθαρό μιούζικαλ. Επίσης ο Shankman σε καμία περίπτωση δεν είναι Waters. Έτσι, νομίζω ότι η καινούρια προσπάθεια χάνει σε σχέση με την αυθεντική ταινία που όπως θυμάμαι με είχε διασκεδάσει περισσότερο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και το τωρινό φιλμ δεν είναι διασκεδαστικό. Αντίθετα, έχει χιούμορ, καλή - απομίμηση 50ς - μουσική, φοβερό καστ και αρκετά "μηνύματα". Για να αρχίσουμε από τα τελευταία, τάσσεται σαφώς υπέρ της διαφορετικότητας και της αποδοχής της (η χοντρούλα πλην όμως ταλαντούχα μαθήτρια - ηρωίδα, που γίνεται σταρ σε TV show εκτοπίζοντας την όμορφη αλλά ψυχρή και ατάλαντη ανταγωνίστριά της και κερδίζοντας την καρδιά του "ωραίου") και είναι εμφανέστατα αντιρατσιστικό, υποστηρίζοντας την ισότητα των πάντων - αν και είναι σαφές ότι, μουσικά τουλάχιστον, θεωρεί τους μαύρους πολύ ανώτερους. Και βέβαια, για να τονίσει κι άλλο τον αντιρατσισμό του, τοποθετεί τη δράση στη δεκαετία του 50, όταν τα πράγματα ήταν πολύ πιο σφιχτά και δύσκολα στο συγκεκριμένο θέμα.
Στα συν είναι, όπως είπα, και το απίθανο καστ. Δεν είναι μόνο η ταλαντούχα πρωτοεμφανιζόμενη ευτραφής πρωταγωνίστρια και ο πάντα καλός Κρίστοφερ Γουόκεν. Είναι και η επιστροφή της πανέμορφης Μισέλ Φάιφερ σε απολαυστικό ρόλο κακιάς. Πάνω απ' όλα όμως - και πιο αναπάντεχο από οτιδήποτε άλλο - είναι ο αγνώριστος Τζον Τραβόλτα στο ρόλο της... χοντρής μαμάς της ηρωίδας. Αυτό και μόνο αρκεί να μετατρέψει την ταινία σε cult.
Ίσως τώρα να βαρέθηκα κάπως σε σκηνές που το τραγούδι (μιούζικαλ γαρ) παρατραβούσε και να μη βρήκα την σπιρτάδα και την τόλμη του παλιού. Ωστόσο δεν είναι κακή ταινία. Θα διασκεδάσετε.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 29, 2007

ΜΑΛΛΟΝ ΠΡΟΒΛΕΨΙΜΗ "ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗ"


Το Stardust ("Αστερόσκονη", 2007) του Matthew Vaughn βασίζεται σε βιβλίο του μεγάλου σεναριογράφου κόμικς και συγγραφέα Νιλ Γκάιμαν, έχει ένα απόλυτα ρομαντικό μήνυμα και διαθέτει μια πλειάδα λαμπρών ηθοποιών (οι οποίοι μάλιστα δείχνουν να το διασκεδάζουν). Κι έχει μάγους κάθε λογής, κακούς βασιλιάδες, πολύτιμα αστέρια που πέφτουν, μονόκερους και όλα όσα χρειάζονται για να κάνουν ένα συμπαθητικό, πλην όμως στερεοτυπικό παραμύθι. Ωστόσο δεν μπορεί να ξεφύγει από το να είναι μια ακόμη fantasy περιπέτεια, δίχως να προσθέτει κάτι σημαντικό στο είδος.
Διαθέτει και μερικές όμορφες σκηνές, όπως αυτές με το ιπτάμενο πλοίο, αρκετό χιούμορ και ίσως και κάποια πρωτοτυπία στο σενάριο. Ωστόσο, λίγο η μεγάλη διάρκεια, λίγο το απόλυτα αναμενόμενο τέλος - ναι, ναι, δεν χρειάζεται να το αναφέρω και να σας τη χαλάσω, είναι ακριβώς αυτό που φαντάζεστε -, λίγο τα χιλιοειδωμένα και κάπως ψεύτικα, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος, εφφέ, δεν καταφέρνουν τελικά να την απογειώσουν όσο θα χρειαζόταν κι έτσι έπιασα τον εαυτό μου απλώς να περιμένει να τελειώσει το φιλμ.
Οι μεγάλοι ηθοποιοί πάντως, με την αναπάντεχη πολλές φορές παρουσία τους σε δεύτερους ρόλους, κρατάνε κάπως το ενδιαφέρον. Δεν είναι μόνο η πολύ καλή "κακιά" Μισέλ Φάιφερ (αν υπολογίσουμε και το "Hairspray" έχει επιστρέψει μετά από κάμποσα χρόνια με δύο ρόλους κακιάς), είναι και ο Πίτερ Ο'Τουλ, ο Ρούπερτ Έβερετ, η πρωταγωνίστρια Κλερ Ντέινς... Αυτός όμως που είναι πραγματικά όλα τα λεφτά - και βασικός λόγος για να διατηρηθεί κάπως ψηλά στην υπόληψή μου η ταινία - είναι ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, σε έναν απίστευτο ρόλο σκληρού καπετάνιου... και κάτι άλλο που δεν θα σας αποκαλύψω. Αν δεν έχετε τίποτα άλλο να κάνετε και επιμένουν και τα πιτσιρίκια σας...

Κυριακή, Οκτωβρίου 28, 2007

ΠΟΣΟ ΥΠΕΡΟΧΟΙ ΗΤΑΝ ΟΙ ΑΜΠΕΡΣΟΝΣ;


Το 1941 είχε γυρίσει τον θρυλικό "Πολίτη Κέιν". Την επόμενη χρονιά, το 1942, ο Orson Welles (1915-1985) επανέρχεται με την πολυαναμενόμενη 2η ταινία του, τους "Υπέροχους Άμπερσονς". Και επιλέγει να κάνει ένα δράμα εποχής.
Τοποθετημένη χρονικά στις αρχές του 20ού αιώνα, η ταινία παρακολουθεί τη ζωή της πλούσιας, νότιας και συντηρητικής οικογένειας Άμπερσον από το μεγαλείο και τη δόξα μέχρι την κατάρρευσή της. Όπως και στον "Γατόπαρδο" του Βισκόντι (αρκετά χρόνια αργότερα), το βασικό θέμα είναι κι εδώ το τέλος μιας εποχής : Η πτώση της αριστοκρατίας και η άνοδος της αστικής στο θρόνο της κυρίαρχης τάξης. Η τελευταία συμβολίζεται από τον εφευρέτη αυτοκινήτων, εξ ίσου πλούσιο με τους Άμπερσονς, πλην όμως ταπεινής καταγωγής, Τζόζεφ Κόττεν. Ενώ όμως ο Βισκόντι κάνει τη δική του "μελέτη" με πολιτικούς κυρίως όρους, ο Ουέλς επιλέγει να δείξει την πτώση μέσα από τις προσωπικές ιστορίες και τους έρωτες (συνήθως αποτυχημένους) των μελών της οικογένειας. Πίσω όμως από τις αποτυχίες αυτές, αν το καλοεξετάσει κανείς, κρύβεται ο βαθύτατος συντηρητισμός και η στενομυαλιά της οικογένειας και κυρίως του νεαρού γόνου - κληρονόμου. Η άτεγκτη στάση του και οι κοινωνικές του προκαταλήψεις θα οδηγήσουν τους Άμπερσονς στην καταστροφή.
Στις μέρες μας είναι αρκετά συνηθισμένο το μοτίβο των οικογενειών με "προοδευτικούς" γονείς και συντηρητικά παιδιά, που κυρίως ενδιαφέρονται για την επαγγελματική τους αποκατάσταση και την απόκτηση της ιδιότητας του γιάπι. Τότε όμως, εν έτει 1942, ήταν μάλλον η πρώτη φορά που οι γονείς απεικονίζονται συμπαθέστεροι του νεαρού γιου. Και κυρίως η μητέρα, που βιώνει αγόγγυστα το δράμα της - θύμα ωστόσο κι αυτή των κοινωνικών συμβάσεων που δεν την αφήνουν να "επαναστατήσει" και να κερδίσει την ευτυχία που βρίσκεται μόλις ένα βήμα μπροστά της.
Δράμα εποχής λοιπόν - με κοινωνικές προεκτάσεις - οι "Υπέροχοι Άμπερσονς" (τίτλος σαφώς ειρωνικός), αν και δεν γνώρισε την άμεση κριτική επιτυχία του "Πολίτη Κέιν" (φυσικό ήταν), θεωρείται από πολλούς ένα σχετικά άγνωστο διαμάντι του κλασσικού σινεμά.

Σάββατο, Οκτωβρίου 27, 2007

Η ΜΟΙΡΑΙΑ "ΚΥΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΑΓΚΑΗ"


Το 1947 ο Orson Welles (1915-1985) "βουτάει" για πρώτη φορά στο νουάρ, γυρίζοντας την κλασσική "Κυρία από τη Σαγκάη". Πρόκειται για ένα τυπικό δείγμα του είδους, το οποίο την εποχή εκείνη βρισκόταν στις δόξες του, μόνο που ο Welles, που είχε ήδη στο ενεργητικό του φιλμς όπως ο "Πολίτης Κέιν" και οι "Υπέροχοι Άμπερσονς", του έχει προσθέσει και κάτι παραπάνω. Όπως "κάτι παραπάνω" προσθέτει και η εκτυφλωτική ενίοτε Ρίτα Χέιγουορθ, η βασική πρωταγωνίστρια.
Ένας ναυτικός, ο ίδιος ο Ουέλες, γοητεύεται από την πανέμορφη και παντρεμένη με πάμπλουτο μεγαλοδικηγόρο κυρία Μπάνιστερ, δέχεται την πρό(σ)κλησή της να γίνει καπετάνιος τροπικής κρουαζιέρας με το γιωτ του ζεύγους - και μερικών ακόμα πλούσιων φίλων - και μπλέκεται σε μια ασυνήθιστη ιστορία φόνου με μπερδεμένα κίνητρα, στην οποία θα βρεθεί κατηγορούμενος.
Στην ταινία υπάρχουν όλα τα αρχετυπικά στοιχεία των φιλμ νουάρ: Η υποβλητική ασπρόμαυρη φωτογραφία, η κλασσική μοιραία γυναίκα που παρασέρνει το θύμα της στον όλεθρο, ο φόνος, ο ερωτευμένος που, ακριβώς εξ αιτίας του έρωτά του χάνει τον έλεγχο των πράξεών του και τη συνήθη ψυχραιμία του και αφήνεται να παρασυρθεί βήμα - βήμα προς την καταστροφή, η voice over πρωτοπρόσωπη αφήγηση... κι επιπλέον μπόνους η κλασσική στην ιστορία του σινεμά σκηνή του τέλους με το τελικό ξεκαθάρισμα στο δωμάτιο με τους πολλαπλούς καθρέφτες ενός λούνα παρκ. Το "έξτρα" του Ουέλλες, είναι η έντονη κοινωνική κριτική του και η προφανής απέχθειά του για τους πλούσιους, τους οποίους θεωρεί σχεδόν εξ ορισμού διεφθαρμένους, άπληστους, αδίστακτους και απίστευτα υποκριτές. Σαν να μας λέει ότι από τη στιγμή που κάποιος γίνεται ζάμπλουτος... κάποιον λάκο έχει η φάβα... κάποιες βρωμιές έχει διαπράξει. Είναι χαρακτηριστικός ο επαναλαμβανόμενος παραλληλισμός της μεγαλοαστικής τάξης με τους καρχαρίες, που κατασπαράζουν ό,τι βρουν γύρω τους και, μετά, τρελλαμένοι από τη μυρουδιά του αίματος, κατασπαράζονται μεταξύ τους. Έτσι, δίνει σε ένα τυπικό νουάρ μια αναπάντεχη πολιτική διάσταση.
Κάποια στοιχεία βέβαια της ταινίας έχουν γεράσει: Ίσως σας ενοχλήσουν οι υπερβολικές για την εποχή μας ηθοποιίες, ίσως κάποιες ευκολίες στο σενάριο (όπως αυτή με την οποία ο ήρωας ξεφεύγει από το δικαστήριο στο οποίο είναι κατηγορούμενος)... αυτά όμως είναι αναμενόμενα για μια τόσο παλιά ταινία. Σε γενικές γραμμές παραμένει κλασσική.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 25, 2007

4 ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΜΗΝΕΣ Ή Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΣΑΝ ΘΡΙΛΕΡ


Το ρουμάνικο φιλμ "4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες" του Cristian Mungiu ίσως να αποτελέσει την έκπληξη της φετινής σεζόν. Έξω ήδη ισχύει αυτό, αφού πήρε από το πουθενά τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες.
Τι το εξαιρετικό συμβαίνει μ' αυτό; Η ταινία είναι απόλυτα, μα απόλυτα ρεαλιστική, σχεδόν ντοκιμαντερίστικη, στη γνωστή παράδοση του αγγλικού σινεμά (Μάικλ Λι, Κεν Λόουτς κλπ.) ή των αδελφών Νταρντέν. Έχω γράψει μάλιστα σε παλιότερα ποστ ότι δεν είμαι και πολύ φίλος αυτής της παράδοσης. Εδώ όμως αυτή η αφόρητη καθημερινότητα έχει αντιμετωπιστεί σαν θρίλερ, που με κράτησε (αγχωμένο μάλιστα) από την αρχή μέχρι το τέλος. Είναι και η εξιρετική πρωταγωνίστρια, οπότε τα πράγματα βελτιώνονται κι άλλο. Προειδοποιώ όμως ότι ο θεατής μπορεί και να "κόψει τις φλέβες του" μ' όλη αυτή τη μιζέρια και το άγχος που κυριαρχούν.
Στην μίζερη λοιπόν και καταθλιπτική Ρουμανία της δεκαετίας του 80, επί εποχής δηλαδή της δικτατορίας του Τσαουσέσκου, μια κοπέλα προσπαθεί να κάνει έκτρωση, η οποία, όπως και πάμπολλα άλλα πράγματα τη ζοφερή αυτή περίοδο, απαγορεύεται αυστηρά. Η κολλητή φίλη και συγκάτοικός της στην εξ ίσου καταθλιπτική φοιτητική εστία τη βοηθά με κάθε τρόπο, παρανομώντας διαρκώς και ρισκάροντας και κείνη την ελευθερία της (και άλλα πολλά) και επωμίζεται όλο το βάρος της αγχώδους προσπάθειας, αφού η έγκυος δεν είναι σε θέση να κάνει πολλά. Η ταινία διαδραματίζεται ουσιαστικά κατά τη διάρκεια μιας μέρας (και κυρίως της νύχτας), μιας εφιαλτικής μέρας όπου πάρα πολλά θα συμβούν...
Το φιλμ αποτελεί πρώτα πρώτα καταγγελία του συγκεκριμένου καθεστώτος, αλλά και όλων των παρόμοια ανελεύθερων καθεστώτων, που έχουν το εφιαλτικό "προνόμιο" να μετατρέπουν ένα απλό γεγονός σε θέμα ζωής και θανάτου, που μπορεί να τινάξει στον αέρα όλη την υπόλοιπη ζωή όσων εμπλέκονται σ' αυτό. Δείχνει λοιπόν τις επιπτώσεις της καταπίεσης όχι απλά στα πολιτικά πράγματα, αλλά και στην άσχετη μ' αυτά (;) καθημερινότητα. Πέραν αυτού, μπορεί να ειδωθεί και σαν μεταφορά του περάσματος των ηρωίδων από τη "ρομαντική" νεότητα στην αληθινή ζωή, που εδώ μόνο να σε τσακίσει μπορεί. Spoiller. Τι σημασία έχει αν στο τέλος "όλα θα πάνε καλά;" Τα σημάδια που θα αφήσει η μέρα θα μείνουν, φοβάμαι, ανεξίτηλα χαραγμένα στις ζωές τους. Τέλος Spoiler.
Συστήνεται ανεπιφύλακτα, κι ας νοιώσετε στο τέλος σα να έχετε φάει μια γερή γροθιά στο στομάχι.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 24, 2007

ΣΤΗ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΑ ΒΡΩΜΙΚΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


Μετά το δραματικό Crash o Paul Haggis επιστρέφει με την δυνατή "Κοιλάδα του Ηλά", ταινία που εκτίμησα όχι μόνο για το θάρρος της (για τα αμερικάνικα τουλάχιστον δεδομένα), αλλά και γιατί δεν είναι απλώς αντιπολεμική, αλλά βαθειά αντιστρατιωτική.
Ο επαγγελματίας καραβανάς, βετεράνος του Βιετνάμ και απόλυτα συντηρητικός και πιστός μέχρι ηλιθιότητας στην πατρίδα ήρωας (πολύ καλός ο Τόμι Λι Τζόουνς), πληροφορείται ότι ο γιός του, επίσης στρατιωτικός και πολεμιστής στο Ιράκ, έχει σκοτωθεί. Όχι όμως στην κόλαση του πολέμου, αλλά στην Αμερική, λίγο μετά την επιστροφή του. Επειδή συναντά παντού ένα τοίχος μυστικότητας, αποφασίζει να ερευνήσει ο ίδιος τις συνθήκες του θανάτου του. Από εκεί και πέρα ένα τεράστιο κουβάρι φρικιαστικών και βρώμικων στρατιωτικών μυστικών αρχίζει να ξετυλίγεται και η ταινία προχωρά διατηρώντας μια ενδιαφέρουσα αστυνομική δομή.
Η ταινία, συγκλονιστική σε κάποια σημεία της, ενδιαφέρεται κυρίως να εντοπίσει και να καυτηριάσει όχι τη φρίκη του πολέμου καθ' εαυτή (αυτό είναι δεδομένο - και εξ άλλου υπάρχουν σημεία που θίγουν και αυτό το προφανές θέμα), αλλά τις επιπτώσεις του στη ψυχή των ανθρώπων και στην κοινωνία. Στους ίδιους τους στρατιώτες δηλαδή και στα ανεξίτηλα σημάδια που αφήνει όχι μόνο σ' αυτούς, αλλά και στον κοινωνικό περίγυρο. Βλέπετε, το θέμα με τον σύγχρονο πόλεμο (με δεδομένο ότι οι σύγχρονοι πόλεμοι είναι πολύ πιο βρώμικοι από τους παλιούς) δεν είναι μόνο οι χίλιοι, ας πούμε, νεκροί, αλλά και οι εκατό χιλιάδες ψυχικά διαταραγμένοι επιζήσαντες, που όταν επιστρέψουν πολύ δύσκολα θα επανενταχτούν στην κοινωνία. Μάλλον θα της προκαλέσουν πλήθος δυσεπίλυτων προβλημάτων.
Υπάρχει φυσικά σε πρώτο επίπεδο η καταγγελία ενάντια στον εγκληματικό πόλεμο στο Ιράκ και τις βαρβαρότητες που καθημερινά διαπράττονται εκεί. Το πράγμα όμως παίρνει ευρύτερες διαστάσεις: Ο Χάγγις μας λέει ότι ουσιαστικά σε κάθε πόλεμο οι άνθρωποι - άσχετα με τις προσωπικές τους προθέσεις - μετατρέπονται εξ ορισμού σε κτηνώδεις δολοφόνους. Δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Η βαρβαρότητα ενάντια όχι μόνο στον εχθρό καθ' εαυτό, αλλά και στους άμαχους και στο περιβάλλον και παντού, βρίσκεται στην ίδια τη φύση του πολέμου. Και μετά ακολουθούν οι επιπτώσεις που λέγαμε με την επιστροφή στην πατρίδα... Προχωρώντας ακόμα πιο πέρα, καταγγέλλει - πέραν του πολέμου - και την ίδια τη φύση του στρατού ως εγκληματική και διεστραμμένη, όπου το καλό και το κακό διαστρεβλώνονται και τη θέση τους παίρνει η τυφλή "πίστη στην πατρίδα" και η εξ ίσου τυφλή πίστη στην άκαμπτη ιεραρχία. Κι αυτά τα τελευταία περί στρατού και απόλυτης καταδίκης της στρατοκαυλίασης - που μόνο δεινά επιφέρει - τη θεωρώ σημαντικότερη από το απλώς αντιπολεμικό στοιχείο.
Τολμηρή λοιπόν η "Κοιλάδα", εκεί που νομίζεις ότι τελειώνει, πάει ακόμα πιο βαθειά και αποκαλύπτει κι άλλα - βρώμικα πάντα - στρατιωτικά μυστικά (εγκλήματα μάλλον). Και να σκεφτείτε ότι βρισκόμαστε μονάχα στην αρχή των ταινιών περί αμερικάνικου τραύματος στο Ιράκ. Η σφαγή εκεί κάτω συνεχίζεται. Θυμηθείτε τι είχε γίνει στο αμερικάνικο σινεμά εξ αιτίας του Βιετνάμ...

Τρίτη, Οκτωβρίου 23, 2007

ΧΟΛΥΓΟΥΝΤΙΑΝΟΣ EL GRECO


Ας ξεκινήσουμε με τη διαπίστωση ότι ο El Greco του Γιάννη Σμαραγδή είναι η πιο άρτια ελληνική (ελληνοϊσπανική για την ακρίβεια) χολυγουντιανού στιλ παραγωγή που έγινε ποτέ (και η πρώτη, άλλωστε, θα μου πείτε, η αρτιότητα όμως παραμένει). Θέαμα, κοστούμια και σκηνικά, καλοί στην πλειοψηφία τους ηθοποιοί, καλή μουσική και άλλα επί μέρους στοιχεία συνθέτουν το αποτέλεσμα αυτό. Ας αφήσουμε επίσης κατά μέρος το θέμα της ιστορικής ακρίβειας. Προκειται για μια καθαρά μυθιστορηματική βιογραφία. Άλλωστε δεν πάμε σινεμά για να μάθουμε ιστορία. Γι' αυτό, προσωπικά, καθόλου δεν μ' ενδιαφέρει αν ο ιεροεξεταστής και η περίπλοκη σχέση του με τον Γκρέκο είναι αληθινά γεγονότα ή αν όντως ο νεαρός ζωγράφος πηδούσε την κόρη του Ενετού διοικητή της Κρήτης. Πέραν αυτών λοιπόν:
Η ταινία επικεντρώνει όχι τόσο στην προσωπικότητα του μεγάλου ζωγράφου (είναι από την αρχή δεδομένο ότι πρόκειται για ιδιοφυία), αλλά στη σύγκρουσή του με τον στυγνό ιεροεξεταστή και πρώην φίλο του, σύγκρουση που συμβολίζει (όπως ρητά λέγεται) τη σύγκρουση φωτός και σκότους, ελευθερίας και καταπίεσης, ατόφιας, ανεξέλεγκτης δημιουργηκότητας και μίζερων, αποπνικτικών κανόνων. Στο σημείο αυτό πετυχαίνει αρκετά - αν και το σασπένς λείπει αφού όλοι ξέρουμε ότι ο Γκρέκο δεν κατέληξε στην πυρά (κάτι τέτοιο θα ήταν πασίγνωστο, πιστέψτε με). Από την άλλη πάντως, ρεαλιστικά μιλώντας, δεν είμαι και πολύ σίγουρος ότι τα λόγια ενός μεγάλου καλλιτέχνη, όσο πύρινα και καίρια κι αν ήταν, θα έπειθαν έναν φανατικό ιεροεξεταστή του 16ου αιώνα...
Κατά τα άλλα τα αρκετά χολυγουντιανά κλισέ υπάρχουν (είπαμε, είναι μεγάλη παραγωγή και έπρεπε να τηρηθούν κάποιοι κανόνες ασφαλείας) και με ενόχλησε αρκετά η-απαραίτητη-για-να-κάνουμε-σουξέ αγγλική γλώσσα, που βγάζει και μερικά κωμικά αποτελέσματα (θα προτιμούσα να ήταν στα ελληνικά και στα ισπανικά μόνο), αλλά δεν σας κρύβω ότι σε κάποια σημεία βρήκα την ταινία καλύτερη απ' όσο περίμενα. Και μάλλον χαίρομαι που θα κάνει πάμπολλα εισιτήρια, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Το θεωρώ δίκαιη ανταμοιβή της πρώτης τόσο μεγάλης ελληνικής απόπειρας.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 22, 2007

ΣΤΗΝ ΑΠΟΞΕΝΩΣΗ ΤΗΣ "ΚΟΚΚΙΝΗΣ ΕΡΗΜΟΥ"


Ήταν στα 1964 όταν ο Michelangelo Antonioni (1912-2007) γύριζε την "Κόκκινη Έρημο", την πρώτη έγχρωμή του ταινία - κι αυτό έχει σημασία, γιατί έχει ιδιαίτερα παίξει με το χρώμα. Είχαν προηγηθεί τα άλλα του φιλμ για την ανθρώπινη αποξένωση και το πάγωμα των σχέσεων: Η "Περιπέτεια", η "Νύχτα" και η "Έκλειψη". Καλό είναι από την αρχή να πούμε ότι και η "Κόκκινη Έρημος" είναι μια δύσκολη, στριφνή θα έλεγα ταινία (όπως και οι 3 προηγούμενες) που ακόμα και σήμερα βλέπεται σχετικά δύσκολα και απευθύνεται σε ένα ιδιαίτερο σινεφίλ κοινό.
Η πλοκή είναι ελάχιστη. Μια παντρεμένη γυναίκα, στα πρόθυρα της ψυχικής κατάρρευσης, γνωρίζει έναν συνάδελφο και φίλο του άντρα της. Η μεταξύ τους σχέση είναι σχεδόν ερωτική, σχεδόν φιλική κι ένα "σχεδόν" μοιάζει να δεσπόζει σ' όλες τις σχέσεις όλων των χαρακτήρων: Οι φίλοι μεταξύ τους, η γυναίκα με τον άντρα της, τα υπόλοιπα φιλικά ζευγάρια κλπ. Ακόμα κι όταν όλα δείχνουν ότι ετοιμάζεται ένα όργιο ανάμεσα σε τρία ζεύγη, ούτε κι αυτό θα πραγματοποιηθεί. Όλα μένουν μετέωρα, να αιωρούνται. Σαν οι ανθρώπινες σχέσεις να έχουν παγώσει, να έχουν γίνει ψεύτικες. Η επαφή είναι αδύνατη. Πουθενά δεν υπάρχει ζεστασιά.
Ο βασικός πρωταγωνιστής της ταινίας όμως είναι το εφιαλτικό περιβάλλον. Γυρισμένη ολόκληρη σε εξαιρετικά άσχημα, βιομηχανικά αστικά τοπία, με πελώριες εγκαταστάσεις με πανύψηλες καπνοδόχους και πολύπλοκους σωλήνες που ξερνάνε διαρκώς καπνό και απόβλητα και μολύνουν κάθε φυσικό χώρο, με κάτι σαν γκρίζα ομίχλη να θαμπώνει συνεχώς τη μουντή ατμόσφαιρα, η πόλη μοιάζει με αληθινή κόλαση μέσα στην οποία περιφέρονται και βασανίζονται οι ούτως ή άλλως ψυχροί ήρωες, που φοβούνται κάθε διαφορετικό (όπως το ξένο καράβι που φτάνει τυλιγμένο στην ομίχλη στο λιμάνι, κουβαλώντας μια μυστηριώδη ασθένεια). Αλλά και τα εσωτερικά τονίζουν την ψυχρότητα των πάντων: Άδεια και μουντά διαμερίσματα, ακόμα κι αυτό του ευκατάστατου πρωταγωνιστικού ζεύγους. Μια απαισιόδοξη άποψη κυριαρχεί, που μέχρι τέλος δεν αφήνει ούτε ίχνος φωτός να εισχωρήσει. Μπορούμε βέβαια, μέσα σ' όλη αυτή τη ζοφερότητα, να δούμε στο βάθος ένα πολιτικό σχόλιο για την παρακμή, τη κατάντια της αστικής τάξης. Πράγμα που τονίζεται περισσότερο με το μοναδικό "ζωντανό" και παθιασμένο ζεύγος που εμφανίζεται για λίγο και που είναι ένα λαϊκό ζεύγος εργατών.
Φυσικά ο Antonioni μιλά για την αποξένωση που είπαμε και πριν, αλλά και (έμμεσα) για την καταστροφή της φύσης με μια πρώιμη οικολογική ματιά. Όσο για τη χρήση του χρώματος που αναφέραμε στην αρχή, εδώ ο σκηνοθέτης κάνει μια απόλυτα μινιμαλιστική δουλειά, συνθέτοντας πλάνα με μεγάλες επιφάνειες πλακάτων χρωμάτων που θυμίζουν αφηρημένους πίνακες της εποχής. Πιστεύω ότι η επιρροή από την αφηρημένη ζωγραφική είναι συνειδητή.
Δύσκολη ταινία, χαρακτηριστική της αβάν γκαρντ της εποχής της, που και σήμερα βλέπεται δύσκολα. Θυμηθείτε ότι όλα όσα ανέφερα παραπάνω δείχνονται με ελάχιστη πλοκή, με καταστάσεις όπου σχεδόν τίποτα δεν συμβαίνει. Δείτε το αν ενδιαφέρεστε για ένα κομμάτι κινηματογραφικής ιστορίας.

Κυριακή, Οκτωβρίου 21, 2007

ΘΑΝΑΤΟΙ, ΚΗΔΕΙΕΣ ΚΑΙ ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ (ΚΥΡΙΩΣ) ΧΙΟΥΜΟΡ


Ξέραμε τον Frank Oz σαν έναν συμπαθητικό χολυγουντιανό σκηνοθέτη κωμωδιών (κυρίως) - αν και είχε προηγηθεί η θητεία του στα Muppets και η συνδημιουργία των animation ταινιών του Jim Henson. Με το "Ένας θάνατος σε μία κηδεία" επιστρέφει στην Αγγλία και κάνει μια ταινία περισσότερο βρετανική.
Στην κηδεία ενός πετυχημένου οικογενειάρχη ετερόκλητοι συγγενείς μαζεύονται, πλην όμως... όλα, μα όλα, πάνε στραβά. Και όχι μόνο όσον αφορά την τελετή καθ' εαυτή. Το χειρότερο είναι ότι έπτασφράγιστα οικογενειακά μυστικά αποκαλύπτονται, ταμπού καταρρίπτονται... και επικρατεί γενικό μπάχαλο.
Το χιούμορ είναι κυρίως βρετανικό, κι αυτό είναι καλό. Το άλλο καλό είναι ότι ο Oz δεν "σέβεται" τίποτα, δεν διστάζει να τινάξει στον αέρα κάθε ταμπού, δεν διστάζει να φτάσει τις ποικίλες "αποκαλύψεις" στα άκρα. Κι αυτά είναι ιδιότητες στις οποίες δεν μας είχε συνηθίσει. Από την άλλη, πρόβλημα είναι το ότι μερικές φορές τα αστεία παραείναι χοντρά, το όλο πράγμα γίνεται φάρσα, το χιούμορ δέχεται κάμποσες "ενέσεις" αηδίας.
Ανεξαρτήτως αυτών πάντων, η ταινία διαθέτει μερικές ξεκαρδιστικές στιγμές, αρκετούς ενδιαφέροντες χαρακτήρες και μια διασκεδαστική ασέβεια. Από τα highlights ο ακούσια μαστουρωμένος σοβαρός δικηγόρος, ρόλος που είναι απόλυτα αντίστοιχος μ' αυτόν του περίφημου μεθυσμένου γκαρσονιού στο παλιό "Πάρτυ" με τον Πίτερ Σέλερς. Γενικά, αν εξαιρέσετε μερικές τραβηγμένες σκηνές και καταστάσεις, μάλλον θα διασκεδάσετε.

Σάββατο, Οκτωβρίου 20, 2007

ΧΩΡΙΣ CONTROL


Διάσημος φωτογράφος και σκηνοθέτης βιντεοκλίπ (U2, Depeche Mode, Metallica κ.ά.) ο Anton Corbijn, πετυχαίνει απόλυτα με την πρώτη του ταινία "Control" να πιάσει τόσο το κλίμα της εποχής, όσο και την προσωπικότητα του ήρωά του. Που, όπως ξέρετε, δεν είναι άλλος από τον μεγάλο Ian Curtis, τραγουδιστή και αρχηγό των θρυλικών Joy Division, που αυτοκτόνησε στα 23 του (!), προλαβαίνοντας να κάνει δύο μόλις δίσκους που θεωρούνται κλασσικοί.
Ο Curtis παντρεύεται πολύ μικρός, κάνει γρήγορα - γρήγορα ένα παιδί και λίγο μετά, όταν η επιτυχία χτυπά την πόρτα του γκρουπ, ερωτεύεται μια άλλη γυναίκα. Διχασμένος ανάμεσα σε σύζυγο και ερωμένη, μελαγχολικός από την φύση του, βγάζει τα προσωπικά του αδιέξοδα στα τραγούδια του και, τελικά, στα 23 του μόλις, δεν αντέχει άλλο. Η ταινία παρακολουθεί περισσότερο τη ζωή του, ταυτόχρονα όμως και τον σχηματισμό και τη σταδιακή επιτυχία των Joy Division. Ο Corbijn καταφέρνει να αιχμαλωτίσει τέλεια την ατμόσφαιρα της εποχής (τέλη 70ς) με την θαυμάσια, ασπρόμαυρη φωτογραφία του και ο πρωταγωνιστής Σαμ Ράιλι είναι εξαιρετικός και πειστικότατος ως Ian Curtis.
Η ασπρόμαυρη φωτογραφία πετυχαίνει όμως και κάτι άλλο, εξ ίσου σημαντικό: Να δώσει όλη την αφόρητη μιζέρια της αγγλικής επαρχιακής κωμόπολης, που νομίζω ότι πρωταγωνιστεί κι αυτή στην ταινία και είναι κατά πολύ υπέυθυνη για το δράμα του νεαρού μουσικού. Κάθε φορά που ο ήδη σχετικά διάσημος Curtis επιστρέφει από το Μάντσεστερ (κέντρο τότε των προχωρημένων μουσικών της Βρετανίας) ή από αλλού στο σπίτι του στη μικρή πόλη, νοιώθουμε ένα σφίξιμο στην καρδιά, το πνιγηρό αδιέξοδο του Curtis μεταδίδεται και σε μας. Κι αυτό το θεωρώ μεγάλη επιτυχία.
Δείτε την ταινία είτε ως καταγραφή της σύντομης πορείας των μεγάλων Joy Division, είτε ως πιστή μαρτυρία μιας σχεδόν μυθποιημένης εποχής είτε ως προσωπική ιστορία ενός από τους τελευταίους σύγχρονους ρομαντικούς.
Και μια παρατήρηση άσχετη με την ταινία καθ' εαυτή: Σύμφωνα με το φιλμ (και δεν έχω κανένα λόγο να το αμφισβητήσω) ο Curtis ήταν απόλυτα συντηρητικός. Είχε βέβαια προδιάθεση κατάθλιψης, ήταν από μικρός "διαφορετικός", ωστόσο αυτό που τον οδήγησε στην αυτοκτονία ήταν βασικά ο απόλυτα μικροαστικός διχασμός ανάμεσα σε σύζυγο και ερωμένη. Άλλωστε, όταν το γκρουπ πρωτομπαίνει για ηχογράφηση στη θρυλική εταιρία Factory, ο ιδιοκτήτης της λέει: "Και φυσικά, όλοι εδώ είμαστε δημοκρατικοί και αντιβασιλικοί" και ο Curtis απαντά: "Εγώ είμαι βασιλικός". Δεδομένου ότι ήταν μεγάλος καλλιτέχνης, σκέφτομαι και πάλι ότι ένα μεγάλο έργο μπορεί συχνά να μη σημαίνει ότι δημιουργήθηκε από έναν εξ ίσου μεγάλο, σημαντικό ή προχωρημένο άνθρωπο. Αν θέλετε να το πω στην καθομιλουμένη, πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες υπήρξαν και μεγάλοι "μαλάκες" (μην παρεξηγήσετε, δεν χαρακτηρίζω σε καμιά περίπτωση έτσι τον Κέρτις, μιλώ γενικά) ενώ θαυμάσιοι ως άνθρωποι δημιουργοί παρήγαγαν μέτριο ή και αδιάφορο καλλιτεχνικό έργο.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2007

ΖΟΦΟΣ ΚΑΙ ΣΑΡΚΑΣΜΟΣ "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ"


Με 4 μόλις ταινίες στο ενεργητικό του από το 1970 μέχρι σήμερα, ο σουηδός Roy Andersson είναι από τους πιο προσωπικούς δημιουργούς της εποχής μας. Μας είχε εκπλήξει το 2000 με τα "Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο" και 7 χρόνια μετά επανέρχεται με το "Εσείς οι Ζωντανοί", στο ίδιο κλίμα με το προηγούμενο. Θα τονίσω από την αρχή ότι πρόκειται για ταινία με περίεργη, ιδιοσυγκρασιακή γραφή, που απευθύνεται μόνο σε σινεφίλ πρόθυμους να πειραματιστούν. Για τους υπόλοιπους υπάρχουν πολλές (και καλές) άλλες επιλογές.
Η ταινία αποτελείται από μια σειρά από μικρά "σκετς", στα οποία πρόσωπα και χώροι συχνά επανέρχονται. Έτσι η δομή της θυμίζει αυτή των σπονδυλωτών φιλμς. Πλην όμως, εδώ οι καταστάσεις που δείχνονται, ενώ είναι βουτηγμένες στην καθημερινότητα (πιο καθημερινές δεν γίνεται), διαπερνώνται ταυτόχρονα από έναν εντονότατο σουρεαλισμό και είναι τόσο παράλογες, ώστε τελικά μόνο καθημερινότητα δεν θυμίζουν: Ένας άνθρωπος καταδικάζεται εξ αιτίας ενός ασήμαντου πταίσματος στην ηλεκτρική καρέκλα (και αντιμετωπίζει την παράλογη καταδίκη του με τη φράση "Τι να κάνουμε; Αυτά έχει η ζωή"), το πέτρινο σπίτι δύο νεόνυμφων αρχίζει ξαφνικά να ταξιδεύει σαν τρένο, ενώ το πλήθος απ' έξω επευφημεί κι εκείνοι συμπεριφέρονται σα να μη συμβαίνει τίποτα, τέτοια πράγματα...
Όλο αυτό το παράδοξο εγχείρημα αποτελεί μια σάτιρα της καθημερινότητας και της ήσυχης, αστικής ζωής (ιδιάιτερα εκεί στα βόρεια. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει αλλού τόσο ψυχρή εικόνα). Ο Andersson, ως άλλος Μπουνιουέλ, σαρκάζει ανελέητα κάθε πτυχή της ζωής όπως την ξέρουμε. Ωστόσο, ταυτόχρονα, το κάνει με μια απίστευτη ζοφερότητα. Τι εννοώ; Όλη η ταινία διαθέτει μια εντελώς ψυχρή, στα όρια του γκρίζου φωτογραφία, οι χώροι είναι άδειοι και άσχημοι, οι άνθρωποι το ίδιο και γενικά το όλο κλίμα παγώνει τη ψυχή. Αν δει κανείς σκόρπιες εικόνες, θα θέλει να κόψει τις φλέβες του. Κι όμως, το άγριο χιούμορ είναι πανταχού παρόν.
Ταινία στα όρια του πειραματικού, όπως καταλάβατε, δομείται πάνω στις αντιθέσεις: Του απόλυτα καθημερινού με το απόλυτα παράλογο, του απόλυτα ψυχρού και ζοφερού με το απόλυτα αστείο. Είναι ίσως η πρώτη φορά που βλέπω φιλμ να συνδυάζει τόσο ακραία την κατάθλιψη με την κωμωδία.
Είμαι περίεργος για το τι άλλο θα κάνει ο ιδιαίτερος αυτός σκηνοθέτης. Ελπίζω να μην περιμένουμε άλλα 7 χρόνια.

Τρίτη, Οκτωβρίου 16, 2007

ΕΝΑΣ ΓΑΤΟΠΑΡΔΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΥΑΙΝΕΣ


Υπάρχουν αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου που ουδεμία σχέση έχουν με τους γρήγορους ρυθμούς, την έντονη δράση, τις ανατροπές στην πλοκή ή το στοιχείο του εντυπωσιασμού, που είναι κοινός τόπος σε μεγάλο μέρος του σύγχρονου σινεμά - και για τα οποία ουδεμία αντίρρηση έχω όταν λειτουργούν καλά. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι απορρίπτω ταινίες που δεν διαθέτουν τίποτε απ' όλα τα παραπάνω, ιδιαίτερα αν πρόκειται για αριστουργήματα όπως ο θρυλικός "Γατόπαρδος" του 1963 του Luchino Visconti (1906-1976). Μεγάλο μέρος του οποίου διαδραματίζεται σε κλειστούς χώρους (αν και διαθέτει μια μεγάλη σκηνή μάχης), οι ρυθμοί είναι μάλλον χαλαροί και πολλά γίνονται κατά τη διάρκεια ατέλειωτων χορών σε βαρυφορτωμένα, αχανή σαλόνια. Στο τέλος όμως με άφησε συγκλονισμένο, πολύ περισσότερο φυσικά από πολλές εντυπωσιακές περιπέτειες.
Η ταινία διαδραματίζεται στα μέσα του 19ου αιώνα στην Ιταλία της επανάστασης του Γαριβάλδη και των ταραγμένων χρόνων που ακολουθούν. Η χώρα αλλάζει ριζικά - ή μάλλον γεννιέται, ενώνεται και αποκτά εθνική υπόσταση για πρώτη φορά. Οι ιστορικές αλλαγές γύρω είναι κοσμογονικές, τι όμως αλλάζει πραγματικά; Ίσως ο καιροσκόπος και "όπου φυσά ο άνεμος" νεαρός ανιψιός του ήρωα συμπυκνώνει τέλεια τα τεκταινόμενα στην φράση "Για να μείνουν όλα ίδια, είναι αναγκαίο όλα να αλλάξουν".
Η αφήγηση οργανώνεται σε δύο επίπεδα: Στο ιστορικό, όπου η παντοδύναμη μέχρι τότε αριστοκρατία παρακμάζει σταθερά και παραχωρεί τη θέση της στην ανερχόμενη αστική τάξη (κοινώς, πρωτοκαθεδρία αποκτά πλέον η δύναμη του χρήματος και όχι αυτή της καταγωγής) και στο συγκλονιστικό προσωπικό, όπου παρακολουθούμε τη γήρανση - με όσα αυτή συνεπάγεται - του αγέρωχου αριστοκράτη, γαιοκτήμονα ήρωα (εξαιρετικός ο Μπαρτ Λάνκαστερ). Οι πρώτες, οι ιστορικές αλλαγές, σε καθηλώνουν με τη σαρωτική τους δύναμη, οι άλλες, οι προσωπικές, σε συγκινούν βαθύτατα με την ανθρωπιά και την ευαισθησία τους.
Ο Βισκόντι μοιάζει να θαυμάζει τον μεγαλόπρεπο αριστοκράτη που γερνά και γίνεται όλο και πιο σοφός και διορατικός, ταυτόχρονα όμως έχει (ο Βισκόντι) πλήρη επίγνωση της βαθειάς παρακμής της τάξης του, της υποκρισίας και του βρώμικου ρόλου της εκκλησίας, της σήψης και της γελοιότητας μιας τάξης πραγμάτων που περνά ανεπιστρεπτί. Από την άλλη, οι ανερχόμενοι αστοί παρουσιάζονται χυδαίοι, γλοιώδεις και αποκλειστικά συμφεροντολόγοι, πεινασμένοι για πλούτο και εξουσία κι ας ντύνουν τους πόθους τους αυτούς με φιλελεύθερες ιδεολογίες. Γι' αυτό και ο ήρωας λέει σε μια πολύ δυνατή σκηνή κριτικής και αυτοκριτικής: "Είμαστε οι τελευταίοι γατόπαρδοι ανάμεσα σε ύαινες και τσακάλια". Δεν τίθεται λοιπόν θέμα δημοκρατίας ή αριστοκρατίας. Εδώ έχουμε να κάνουμε με συμφέροντα που εναλλάσονται. Κάποιοι, ο φτωχός λαός όπως συνήθως, θα μείνουν απ' έξω και με το νέο καθεστώς, όπως ήταν και με το παλιό.
Ο Βισκόντι βρίσκεται στο απώγειο της τέχνης του, δημιουργώντας μια βαρυφορτωμένη και απόλυτα μπαρόκ ταινία, κλίμα απόλυτα ταιριαστό με τα όσα θέλει να πει. Οι πολυέλαιοι, τα χαλιά και οι βαρειές, περίτεχνες τουαλέτες, είναι μεγαλοπρεπείς και ταυτόχρονα πνίγουν τον θεατή. Όπως ακριβώς και την τάξη που συμβολίζουν, που πεθαίνει πνιγμένη στη χλιδή της. Η μεγάλη σε διάρκεια σκηνή του τελικού χορού είναι πραγματικά αριστουργηματική, καθώς καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα εκθαμβωτική και απόλυτα ασφυκτική. Ποτέ άλλοτε η παρακμή και η γελοιότητα της αριστοκρατίας δεν δόθηκε καλύτερα απ' όσο στις τελευταίες σκηνές του χορού που φθίνει. Και ποτέ δεν δείχτηκε πιο εύγλωττα η ανθρώπινη μοίρα και μοναξιά ακόμα και στη δίνη των πλέον κοσμοϊστορικών εποχών.
Νομίζω ότι δίκαια ο "Γατόπαρδος" κατέχει περίοπτη θέση στην λίστα με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών - κι ας κουράσει κάποιους που γνώρισαν το μόνο το σινεμά της δεκαετίας του 80 και μετά.

Κυριακή, Οκτωβρίου 14, 2007

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ, ΕΓΩ ΚΑΙ Η ΓΛΥΚΕΙΑ ΠΑΡΑΚΜΗ


O Βρετανός Bruce Robinson έχει κάνει 3 μόνο ταινίες. Η πρώτη απ' αυτές, το Withnail and I ("Ο φίλος μου κι εγώ") του 1987 ήταν αρκετή για να τον καθιερώσει στο καλτ πάνθεον.
Το φιλμ παρακολουθεί τα έργα και τις ημέρες δύο συγκάτοικων άνεργων ηθοποιών στα τέλη της δεκαετίας του 60, που προσπαθούν να επιβιώσουν περιμένοντας το τηλεφώνημα που θα τους προτείνει τον πολυπόθητο ρόλο. Κάποια στιγμή, μπαφιασμένοι από την ανέχεια, φεύγουν για ένα γουίκεντ στην εξοχή, στο σπίτι του ηλικιωμένου γκέι θείου του ενός, με κάθε άλλο παρά χαλαρωτικές συνέπειες...
Αυτό που κυριαρχεί στην ταινία είναι η παρακμή στην οποία αφήνονται να βυθίζονται όλο και περισσότερο οι δύο φίλοι, μια παρακμή όμως που βιώνεται ταυτόχρονα και με ένα είδος ανομολόγητης ηδονής και που επενδύεται ιδεολογικά με την εναντίωση σε κάθε λογής κατεστημένο. Μη νομίζετε πάντως ότι θα κόψετε τις φλέβες σας βλέποντας όλη αυτή τη μιζέρια. Αντίθετα, το όλο κλίμα (αυτοβιογραφικό σε μεγάλο βαθμό του Robinson) είναι δοσμένο με πολύ χιούμορ. Έχουμε να κάνουμε με μια βρετανική κωμωδία, από τις καλύτερες του είδους κατά τη γνώμη μου, και όχι με μια σκληρά ρεαλιστική ματιά στο στιλ των Ken Loach ή Mike Leigh. Άλλωστε, ενώ χρειάζονται απεγνωσμένα λίγο φαϊ παραπάνω ή ένα πιο καθαρό διαμέρισμα, οι δύο φίλοι (και κυρίως ο εκκεντρικός Withnail, που είναι και η κεντρική φιγούρα) είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τα πάντα για ένα ακόμα ποτό ή μια καλή μαστούρα με ό,τι βρίσκεται πρόχειρο. Ο συμβολικός χωρισμός τους, καθώς τα πιο "σοβαρά" 70ς πλησιάζουν, τους βρίσκει να ακολουθούν δύο διαφορετικούς δρόμους: Αυτόν της επιτυχίας (ή της ενσωμάτωσης τελικά στο σύστημα) και αυτόν της κατά βάθος ηθελημένης μοναξιάς ή αυτοκαταστροφής.
Παράλληλα με μια νοσταλγική ματιά πάνω στα δύσκολα και φτωχά, πλην όμως όμορφα φοιτητικά (και λίγο μετά) χρόνια, η ταινία πιάνει αρκετά και το κλίμα της μυθικής δεκαετίας του 60, όταν όλο αυτό το άφημα, η ντεγκαντάνς και η αλητεία ήταν κυρίαρχη τάση σε μια μεγάλη μερίδα νέων κι όταν ακόμα ο όρος γιάπι ήταν ανύπαρκτος. Άλλωστε, όπως δηλώνει ο απίστευτος ντίλερ τους καπνίζοντας το μεγαλύτερο τσιγαριλίκι που έχετε δει ποτέ, (και ο οποίος περηφανεύεται ότι αντέχει σε οποιαδήποτε ποσότητα "ουσιών")... "σε λίγο τελειώνει η πιο όμορφη δεκαετία στην ιστορία της ανθρωπότητας".
Ταινία που έγινε αυτόματα καλτ, το Withnail and I διατηρεί νομίζω και σήμερα όλη του τη φρεσκάδα. Αν δεν το έχετε κάνει ήδη, ανακαλύψτε το.