Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2007

ΖΟΦΟΣ ΚΑΙ ΣΑΡΚΑΣΜΟΣ "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ"


Με 4 μόλις ταινίες στο ενεργητικό του από το 1970 μέχρι σήμερα, ο σουηδός Roy Andersson είναι από τους πιο προσωπικούς δημιουργούς της εποχής μας. Μας είχε εκπλήξει το 2000 με τα "Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο" και 7 χρόνια μετά επανέρχεται με το "Εσείς οι Ζωντανοί", στο ίδιο κλίμα με το προηγούμενο. Θα τονίσω από την αρχή ότι πρόκειται για ταινία με περίεργη, ιδιοσυγκρασιακή γραφή, που απευθύνεται μόνο σε σινεφίλ πρόθυμους να πειραματιστούν. Για τους υπόλοιπους υπάρχουν πολλές (και καλές) άλλες επιλογές.
Η ταινία αποτελείται από μια σειρά από μικρά "σκετς", στα οποία πρόσωπα και χώροι συχνά επανέρχονται. Έτσι η δομή της θυμίζει αυτή των σπονδυλωτών φιλμς. Πλην όμως, εδώ οι καταστάσεις που δείχνονται, ενώ είναι βουτηγμένες στην καθημερινότητα (πιο καθημερινές δεν γίνεται), διαπερνώνται ταυτόχρονα από έναν εντονότατο σουρεαλισμό και είναι τόσο παράλογες, ώστε τελικά μόνο καθημερινότητα δεν θυμίζουν: Ένας άνθρωπος καταδικάζεται εξ αιτίας ενός ασήμαντου πταίσματος στην ηλεκτρική καρέκλα (και αντιμετωπίζει την παράλογη καταδίκη του με τη φράση "Τι να κάνουμε; Αυτά έχει η ζωή"), το πέτρινο σπίτι δύο νεόνυμφων αρχίζει ξαφνικά να ταξιδεύει σαν τρένο, ενώ το πλήθος απ' έξω επευφημεί κι εκείνοι συμπεριφέρονται σα να μη συμβαίνει τίποτα, τέτοια πράγματα...
Όλο αυτό το παράδοξο εγχείρημα αποτελεί μια σάτιρα της καθημερινότητας και της ήσυχης, αστικής ζωής (ιδιάιτερα εκεί στα βόρεια. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει αλλού τόσο ψυχρή εικόνα). Ο Andersson, ως άλλος Μπουνιουέλ, σαρκάζει ανελέητα κάθε πτυχή της ζωής όπως την ξέρουμε. Ωστόσο, ταυτόχρονα, το κάνει με μια απίστευτη ζοφερότητα. Τι εννοώ; Όλη η ταινία διαθέτει μια εντελώς ψυχρή, στα όρια του γκρίζου φωτογραφία, οι χώροι είναι άδειοι και άσχημοι, οι άνθρωποι το ίδιο και γενικά το όλο κλίμα παγώνει τη ψυχή. Αν δει κανείς σκόρπιες εικόνες, θα θέλει να κόψει τις φλέβες του. Κι όμως, το άγριο χιούμορ είναι πανταχού παρόν.
Ταινία στα όρια του πειραματικού, όπως καταλάβατε, δομείται πάνω στις αντιθέσεις: Του απόλυτα καθημερινού με το απόλυτα παράλογο, του απόλυτα ψυχρού και ζοφερού με το απόλυτα αστείο. Είναι ίσως η πρώτη φορά που βλέπω φιλμ να συνδυάζει τόσο ακραία την κατάθλιψη με την κωμωδία.
Είμαι περίεργος για το τι άλλο θα κάνει ο ιδιαίτερος αυτός σκηνοθέτης. Ελπίζω να μην περιμένουμε άλλα 7 χρόνια.

Τρίτη, Οκτωβρίου 16, 2007

ΕΝΑΣ ΓΑΤΟΠΑΡΔΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΥΑΙΝΕΣ


Υπάρχουν αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου που ουδεμία σχέση έχουν με τους γρήγορους ρυθμούς, την έντονη δράση, τις ανατροπές στην πλοκή ή το στοιχείο του εντυπωσιασμού, που είναι κοινός τόπος σε μεγάλο μέρος του σύγχρονου σινεμά - και για τα οποία ουδεμία αντίρρηση έχω όταν λειτουργούν καλά. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι απορρίπτω ταινίες που δεν διαθέτουν τίποτε απ' όλα τα παραπάνω, ιδιαίτερα αν πρόκειται για αριστουργήματα όπως ο θρυλικός "Γατόπαρδος" του 1963 του Luchino Visconti (1906-1976). Μεγάλο μέρος του οποίου διαδραματίζεται σε κλειστούς χώρους (αν και διαθέτει μια μεγάλη σκηνή μάχης), οι ρυθμοί είναι μάλλον χαλαροί και πολλά γίνονται κατά τη διάρκεια ατέλειωτων χορών σε βαρυφορτωμένα, αχανή σαλόνια. Στο τέλος όμως με άφησε συγκλονισμένο, πολύ περισσότερο φυσικά από πολλές εντυπωσιακές περιπέτειες.
Η ταινία διαδραματίζεται στα μέσα του 19ου αιώνα στην Ιταλία της επανάστασης του Γαριβάλδη και των ταραγμένων χρόνων που ακολουθούν. Η χώρα αλλάζει ριζικά - ή μάλλον γεννιέται, ενώνεται και αποκτά εθνική υπόσταση για πρώτη φορά. Οι ιστορικές αλλαγές γύρω είναι κοσμογονικές, τι όμως αλλάζει πραγματικά; Ίσως ο καιροσκόπος και "όπου φυσά ο άνεμος" νεαρός ανιψιός του ήρωα συμπυκνώνει τέλεια τα τεκταινόμενα στην φράση "Για να μείνουν όλα ίδια, είναι αναγκαίο όλα να αλλάξουν".
Η αφήγηση οργανώνεται σε δύο επίπεδα: Στο ιστορικό, όπου η παντοδύναμη μέχρι τότε αριστοκρατία παρακμάζει σταθερά και παραχωρεί τη θέση της στην ανερχόμενη αστική τάξη (κοινώς, πρωτοκαθεδρία αποκτά πλέον η δύναμη του χρήματος και όχι αυτή της καταγωγής) και στο συγκλονιστικό προσωπικό, όπου παρακολουθούμε τη γήρανση - με όσα αυτή συνεπάγεται - του αγέρωχου αριστοκράτη, γαιοκτήμονα ήρωα (εξαιρετικός ο Μπαρτ Λάνκαστερ). Οι πρώτες, οι ιστορικές αλλαγές, σε καθηλώνουν με τη σαρωτική τους δύναμη, οι άλλες, οι προσωπικές, σε συγκινούν βαθύτατα με την ανθρωπιά και την ευαισθησία τους.
Ο Βισκόντι μοιάζει να θαυμάζει τον μεγαλόπρεπο αριστοκράτη που γερνά και γίνεται όλο και πιο σοφός και διορατικός, ταυτόχρονα όμως έχει (ο Βισκόντι) πλήρη επίγνωση της βαθειάς παρακμής της τάξης του, της υποκρισίας και του βρώμικου ρόλου της εκκλησίας, της σήψης και της γελοιότητας μιας τάξης πραγμάτων που περνά ανεπιστρεπτί. Από την άλλη, οι ανερχόμενοι αστοί παρουσιάζονται χυδαίοι, γλοιώδεις και αποκλειστικά συμφεροντολόγοι, πεινασμένοι για πλούτο και εξουσία κι ας ντύνουν τους πόθους τους αυτούς με φιλελεύθερες ιδεολογίες. Γι' αυτό και ο ήρωας λέει σε μια πολύ δυνατή σκηνή κριτικής και αυτοκριτικής: "Είμαστε οι τελευταίοι γατόπαρδοι ανάμεσα σε ύαινες και τσακάλια". Δεν τίθεται λοιπόν θέμα δημοκρατίας ή αριστοκρατίας. Εδώ έχουμε να κάνουμε με συμφέροντα που εναλλάσονται. Κάποιοι, ο φτωχός λαός όπως συνήθως, θα μείνουν απ' έξω και με το νέο καθεστώς, όπως ήταν και με το παλιό.
Ο Βισκόντι βρίσκεται στο απώγειο της τέχνης του, δημιουργώντας μια βαρυφορτωμένη και απόλυτα μπαρόκ ταινία, κλίμα απόλυτα ταιριαστό με τα όσα θέλει να πει. Οι πολυέλαιοι, τα χαλιά και οι βαρειές, περίτεχνες τουαλέτες, είναι μεγαλοπρεπείς και ταυτόχρονα πνίγουν τον θεατή. Όπως ακριβώς και την τάξη που συμβολίζουν, που πεθαίνει πνιγμένη στη χλιδή της. Η μεγάλη σε διάρκεια σκηνή του τελικού χορού είναι πραγματικά αριστουργηματική, καθώς καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα εκθαμβωτική και απόλυτα ασφυκτική. Ποτέ άλλοτε η παρακμή και η γελοιότητα της αριστοκρατίας δεν δόθηκε καλύτερα απ' όσο στις τελευταίες σκηνές του χορού που φθίνει. Και ποτέ δεν δείχτηκε πιο εύγλωττα η ανθρώπινη μοίρα και μοναξιά ακόμα και στη δίνη των πλέον κοσμοϊστορικών εποχών.
Νομίζω ότι δίκαια ο "Γατόπαρδος" κατέχει περίοπτη θέση στην λίστα με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών - κι ας κουράσει κάποιους που γνώρισαν το μόνο το σινεμά της δεκαετίας του 80 και μετά.

Κυριακή, Οκτωβρίου 14, 2007

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ, ΕΓΩ ΚΑΙ Η ΓΛΥΚΕΙΑ ΠΑΡΑΚΜΗ


O Βρετανός Bruce Robinson έχει κάνει 3 μόνο ταινίες. Η πρώτη απ' αυτές, το Withnail and I ("Ο φίλος μου κι εγώ") του 1987 ήταν αρκετή για να τον καθιερώσει στο καλτ πάνθεον.
Το φιλμ παρακολουθεί τα έργα και τις ημέρες δύο συγκάτοικων άνεργων ηθοποιών στα τέλη της δεκαετίας του 60, που προσπαθούν να επιβιώσουν περιμένοντας το τηλεφώνημα που θα τους προτείνει τον πολυπόθητο ρόλο. Κάποια στιγμή, μπαφιασμένοι από την ανέχεια, φεύγουν για ένα γουίκεντ στην εξοχή, στο σπίτι του ηλικιωμένου γκέι θείου του ενός, με κάθε άλλο παρά χαλαρωτικές συνέπειες...
Αυτό που κυριαρχεί στην ταινία είναι η παρακμή στην οποία αφήνονται να βυθίζονται όλο και περισσότερο οι δύο φίλοι, μια παρακμή όμως που βιώνεται ταυτόχρονα και με ένα είδος ανομολόγητης ηδονής και που επενδύεται ιδεολογικά με την εναντίωση σε κάθε λογής κατεστημένο. Μη νομίζετε πάντως ότι θα κόψετε τις φλέβες σας βλέποντας όλη αυτή τη μιζέρια. Αντίθετα, το όλο κλίμα (αυτοβιογραφικό σε μεγάλο βαθμό του Robinson) είναι δοσμένο με πολύ χιούμορ. Έχουμε να κάνουμε με μια βρετανική κωμωδία, από τις καλύτερες του είδους κατά τη γνώμη μου, και όχι με μια σκληρά ρεαλιστική ματιά στο στιλ των Ken Loach ή Mike Leigh. Άλλωστε, ενώ χρειάζονται απεγνωσμένα λίγο φαϊ παραπάνω ή ένα πιο καθαρό διαμέρισμα, οι δύο φίλοι (και κυρίως ο εκκεντρικός Withnail, που είναι και η κεντρική φιγούρα) είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τα πάντα για ένα ακόμα ποτό ή μια καλή μαστούρα με ό,τι βρίσκεται πρόχειρο. Ο συμβολικός χωρισμός τους, καθώς τα πιο "σοβαρά" 70ς πλησιάζουν, τους βρίσκει να ακολουθούν δύο διαφορετικούς δρόμους: Αυτόν της επιτυχίας (ή της ενσωμάτωσης τελικά στο σύστημα) και αυτόν της κατά βάθος ηθελημένης μοναξιάς ή αυτοκαταστροφής.
Παράλληλα με μια νοσταλγική ματιά πάνω στα δύσκολα και φτωχά, πλην όμως όμορφα φοιτητικά (και λίγο μετά) χρόνια, η ταινία πιάνει αρκετά και το κλίμα της μυθικής δεκαετίας του 60, όταν όλο αυτό το άφημα, η ντεγκαντάνς και η αλητεία ήταν κυρίαρχη τάση σε μια μεγάλη μερίδα νέων κι όταν ακόμα ο όρος γιάπι ήταν ανύπαρκτος. Άλλωστε, όπως δηλώνει ο απίστευτος ντίλερ τους καπνίζοντας το μεγαλύτερο τσιγαριλίκι που έχετε δει ποτέ, (και ο οποίος περηφανεύεται ότι αντέχει σε οποιαδήποτε ποσότητα "ουσιών")... "σε λίγο τελειώνει η πιο όμορφη δεκαετία στην ιστορία της ανθρωπότητας".
Ταινία που έγινε αυτόματα καλτ, το Withnail and I διατηρεί νομίζω και σήμερα όλη του τη φρεσκάδα. Αν δεν το έχετε κάνει ήδη, ανακαλύψτε το.

Σάββατο, Οκτωβρίου 13, 2007

BOURNE ΜΕ ΚΟΜΜΕΝΗ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ


Με το Bourne Ultimatum του εξαιρετικού Paul Greengrass ολοκληρώνεται με τον καλύτερο τρόπο η τριλογία του Bourne, του πράκτορα που πάσχει από αμνησία και, ενώ τον κυνηγάνε όλες οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, πασχίζει να ξαναβρεί το ξεχασμένο παρελθόν του.
Πρόκειται φυσικά για ταινία δράσης, με έντονη περιπέτεια, κυνηγητά, ξύλο και όλα τα σχετικά. Και εδώ βρίσκεται όλη το η ουσία του ζητήματος: Ο κυνηγημένος-και-κυνηγός ταυτόχρονα Bourne κάνει όλες τις απιθανότητες που κάνουν όλοι οι σαν κι αυτόν ήρωες στο σινεμά εδώ και αμέτρητα χρόνια και, πρακτικά, είναι... απέθαντος. Ό,τι δηλαδή κάνει ο Τζέιμς Μποντ από τα 60ς, ο Τομ Κρουζ στις "Επικίνδυνες Αποστολές", ο Μπρους Γουίλις στα "Die Hard", ο Κιάνου Ριβς στα "Speed" και ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό. Τι είναι λοιόν αυτό που κάνει την τριλογία του Μπορν να ξεχωρίζει (διότι αναμφισβήτητα ξεχωρίζει); Η απάντηση δεν μπορεί να είναι παρά καθαρά κινηματογραφική: Η σκηνοθεσία! Διότι εκεί που οι περιπέτειες του είδους γίνονται συνήθως από αστραφτερούς και εντυπωσιακούς βιντεοκλιπάδες, ο Greengrass (που έκανε και την προηγούμενη συνέχεια) είναι αληθινός σκηνοθέτης. Από τα καλύτερα timing που έχουν γίνει, η ταινία κυριολεκτικά δεν σ' αφήνει να πάρεις ανάσα. Η κάμερα στο χέρι, η ενίοτε κουνημένη φωτογραφία, ο ρυθμός, δίνουν απρόσμενη αλήθεια και ζωντάνια στις συσσωρευμένες απιθανότητες που στα χέρια άλλων φαντάζουν ως εντυπωσιακά αλλά άψυχα βιντεοκλίπ. Κι είναι βέβαια και το αρκετά πρωτότυπο σενάριο: Ο Μπορν (και μαζί του κι ο θεατής) αναζητά τον ίδιο του τον εαυτό, τις ρίζες και το αληθινό του όνομα και οι εχθροί δεν δεν είναι κακοί ρώσοι πράκτορες, άραβες τρομοκράτες ή διεθνείς μεγαλέμποροι ναρκωτικών, αλλά η ίδια η CIA και οι αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες. SPOILER!!! SPOILER!!! Και στο τέλος, για να ολοκληρωθεί η πρωτοτυπία, αποδεικνύεται ότι ο ίδιος είναι υπαίτιος για όλα, ότι όλα έγιναν με την αρχική του συγκατάθεση, αποκαθηλώνοντας έτσι τον συνήθως άμεμπτο κυνηγημένο ήρωα και αποκαλύπτοντας ότι κι ίδιος δεν ήταν στην ουσία παρά ένα φανατικό κάθαρμαΤΕΛΟΣ SPOILER
Βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή της σεζόν, νομίζω όμως ότι το Bourne Ultimatum θε είναι μάλλον η καλύτερη περιπέτεια δράσης της φετινής περιόδου.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 12, 2007

Η ΧΙΟΝΑΤΗ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΑΚΟΜΑ


Δύο πράγματα που πρέπει να ξέρετε για την κλασσική "Χιονάτη και τους 7 Νάνους" του 1937: α) Είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία κινουμένων σχεδίων της εταιρίας Ντίσνεϊ β) ΔΕΝ είναι σκηνοθετημένη από τον Walt Disney, αλλά από τον David Hand. Ο πρώτος το 1937 είχε ήδη πάψει να είναι δημιουργός και ήταν απλώς(;) ένας πανέξυπνος μπίζνεσμαν, ιδιοκτήτης μιας ήδη μεγάλης εταιρίας. Ο Disney δεν σκηνοθέτησε ποτέ καμιά μεγάλου μήκους ταινία.
Επί της ουσίας όμως. Είδα πρόσφατα την "Χιονάτη" στη μεγάλη οθόνη και ομολογώ ότι έμεινα έκπληκτος από το πόσο αντέχει στο χρόνο, πώς καταφέρνει να ενθουσιάζει ακόμα τα πιτσιρίκια που πλημμύριζαν την αίθουσα (και τους μεγάλους που τα συνόδευαν). Αν αυτό δεν είναι ο ορισμός του κλασσικού, τότε ποιος είναι;
Η ταινία διαθέτει αυτή την ακαταμάχητη αθωότητα (αφέλεια αν θέλετε, αλλά πάντως είναι αφοπλιστική), που μπορεί να σε συγκινήσει ή να σε κάνει να γελάσεις ακόμα. Είναι επίσης η πρώτη φορά που κίνηση και μουσική δένουν τόσο αρμονικά (μη ξεχνάτε ότι 3 χρόνια αργότερα θα ακολουθούσε η "Φαντασία"). Είναι και οι πανέξυπνοι και συμπαθέστατοι χαρακτήρες των νάνων, είναι και όλα αυτά τα ακουαρελέ χρώματα, καθώς και η δισδιάστατη αίσθηση, που είναι πολύ γλυκύτερα από τα σύγχρονα, συνήθως ψυχρά 3D. Μερικά δε από τα τραγούδια που συνοδεύουν τις μιούζικαλ σκηνές παραμένουν πασίγνωστα. Προσθέστε σ' όλα αυτά και τις σκηνές με την κακιά μάγισσα (τη μεταμόρφωσή της σε γριά, την κάθοδό της στο υπόγειο για να φτιάξει το περίφημο δηλητήριο, την καταδίωξη και τον θάνατό της τους νάνους) που μέχρι σήμερα είναι σκοτεινές και τρομαχτικές για τους μικρούς (δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν τότε).
Φυσικά αρκετά στοιχεία της είναι ξεπερασμένα σήμερα. Αυτή η αφέλεια που λέγαμε... Ο χαρακτήρας της Χιονάτης είναι πολύ καλός, πολύ μονοδιάστατος για να συγκινήσει στις μέρες μας, ο ερχομός του πρίγκηπα στο λευκό άλογο μόνο ως παρωδία θα μπορούσε να γίνει σήμερα, το τέλος είναι πολύ βιαστικό, σα να έπρεπε να κάνουν ένα όπως - όπως χάπι εντ (υποθέτω ότι δεν σας χαλάω την έκπληξη, σιγά μη δεν είχε χάπι εντ, εδώ μέχρι τώρα η πλειοψηφία του Χόλιγουντ δεν μπορεί να ξεκολλήσει απ' αυτό...) Όσο για φεμινισμό... άστα να πάνε... Όμως, διάβολε, βρισκόμαστε στα 1937 και είναι, είπαμε, το πρώτο μεγάλου μήκους animation... Τι περιμένατε;
Σε γενικές γραμμές παραμένει μια από τις καλύτερες δημιουργίες της Ντίσνεϊ και, παρά την αφέλεια, θεωρώ ότι είναι κλασσικό. Αν μπορέσετε δείτε το (δίχως να ντρέπεστε γι' αυτό) σε μεγάλη οθόνη, ώστε η μαγεία να είναι πλήρης.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 11, 2007

ΒΡΥΚΟΛΑΚΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΦΗ ΣΤΗ ΜΟΣΧΑ


Το δεύτερο μέρος της προαναγγελθείσης τριλογίας του ρώσου Timur Bekmambetov, μετά το προ διετίας "Φύλακες της Νύχτας", είναι - φυσικά - οι "Φύλακες της Μέρας" (2006). Όπου, εκτός από τους βρυκόλακες, τους Φύλακες και άλλα υπερφυσικά όντα που κατακλύζουν τη Ρωσία (και ιδιαίτερα τη Μόσχα), εμφανίζεται και η προαιώνια Κιμωλία της Μοίρας, που όποιος την έχει μπορεί ν' αλλάξει το παρελθόν.
Ομολογώ ότι δεν είμαι φανατικός φίλος της σειράς, από το πρώτο ήδη μέρος. Σίγουρα έχει το ενδιαφέρον της και, ούτως ή άλλως, είναι πολύ πρωτότυπο να βλέπεις μια ταινία φαντασίας στη ρώσικη γλώσσα, αλλά λίγο το μπερδεμένο σενάριο, λίγο η όλη μπαρόκ κατασκευή, κάπως με λιγώνουν. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα επειδή το 2ο αυτό μέρος είναι απόλυτη συνέχεια του πρώτου, το οποίο δεν θυμόμουν ιδιαίτερα, οπότε έχανα και κάμποσα σεναριακά στοιχεία. Σ΄αυτό όμως προφανώς δεν φταίει ο σκηνοθέτης. Το βασικό πρόβλημα για μένα είναι όλη αυτή η βαρυφορτωμένη ατμόσφαιρα, με τους βρυκόλακες, τους Φύλακες Μέρας και Νύχτας, τους Φωτεινούς και διάφορα άλλα να μπερδεύονται αξεδιάλυτα και να με κουράζουν, ιδιαίτερα στο πρώτο μισό (μπήκε και η Κιμωλία που λέγαμε...) Στο δεύτερο μέρος τα πράγματα νομίζω ότι βελτιώθηκαν. Και πάλι όμως δεν πρόκειται για την ταινία μου.
Πέραν αυτών πάντως, ο Bekmambetov είναι σίγουρα ικανός σκηνοθέτης και ορισμένες από τις σκηνές του είναι εντυπωσιακές. Άλλωστε έχει ήδη βάλει τις βάσεις των ρωσικών υπερπαραγωγών, στα χνάρια των χολυγουντιανών αντίστοιχων, αν και το ρώσικο στοιχείο είναι εδώ κάτι παραπάνω από ευδιάκριτο. Στα συν και το χιούμορ, που σπάει λίγο τη βαρειά ατμόσφαιρα. Ενδιαφέρον επίσης έχει και η μάλλον από σπόντα απεικόνιση της μετακομμουνιστικής κατάστασης μιας Ρωσίας με τερατώδεις ανισότητες, με πεινασμένους και ζάμπλουτους, καθώς και η κατάδειξη της παρακμής της Μόσχας, που πρωταγωνιστεί με τον τρόπο της. Τα εσωτερικά των διαμερισμάτων ή κάποια εξωτερικά (δρόμοι και κτίρια) είναι απίθανο να τα συναντήσει κανείς στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Και μια συμβουλή: Αν πάτε, φρεσκάρετε πριν το πρώτο μέρος. Αλλιώς θα έχετε και σεις κενά.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 08, 2007

ΜΙΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΜΠΑΝΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΗ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ


Αν και πρωτοεμφανιζόμενος ο ισραηλινός Eran Kolirin κατάφερε να με γοητεύσει με την "Επίσκεψη της Μπάντας" του (2007). Μια οκταμελής μπάντα της αιγυπτιακής αστυνομίας επισκέπτεται το "εχθρικό" υποτίθεται Ισραήλ για μια συναυλία. Οι άπειροι Αιγύπτιοι όμως χάνονται και βρίσκονται κατά λάθος σε ένα χωριό στη μέση του πουθενά - της ερήμου για να είμαστε ακριβέστεροι - όπου θα αναγκαστούν να διανυκτερεύσουν. Αυτή τη μία νύχτα μας περιγράφει με ευαισθησία, συγκίνηση και αρκετό χιούμορ ο Kolirin. Μια νύχτα δίχως συγκρούσεις και κορυφώσεις. Υπάρχει μονάχα η μελαγχολία, η μοναξιά, η ανάγκη των ανθρώπων για επαφή κι ας προέρχονται από αντίπαλα στρατόπεδα και διαφορετικές κουλτούρες (Άραβες και Εβραίοι) και το χιούμορ που λέγαμε, υπόγειο, καθόλου τρανταχτό, που υποβόσκει και, παραδόξως ταιριάζει απόλυτα με την κυρίαρχη μελαγχολία.
Δεν θα βρείτε εδώ σχόλια για τις δύο κουλτούρες, ή, πολύ περισσότερο, για την πολιτική κατάσταση, παρά το ότι η διαφορά των δύο πλευρών σχεδιάζεται με απόλυτη σαφήνεια. Οι αυστηροί, μαζεμένοι, ίσως και λιγάκι φοβισμένοι αφού βρίσκονται σε ξένη χώρα Αιγύπτιοι από τη μία, οι πιο "απελευθερωμένοι", δυτικής ουσιαστικά κουλτούρας, κάπως σαν κι εμάς τέλος πάντων, Ισραηλινοί επαρχιώτες από την άλλη. Αλλά το θέμα δεν είναι αυτό. Ο σκηνοθετης ενδιαφέρεται μόνο να μας δείξει την ανάγκη για επαφή ανάμεσα σ' όλους, που μεγαλώνει καθώς η νύχτα προχωρά και το μίζερο χωριό φαντάζει όλο και πιο έρημικό κι απομονωμένο.
Και μια δική μου κοινωνιολογική παρατήρηση: Η μιζέρια των μικρών, ξεχασμένων χωριών είναι παντού στον κόσμο ίδια: Είτε στην Ελλάδα βρισκόμαστε (βλ. "Ο γιος του φύλακα") είτε στο Ισραήλ είτε στην Ευρώπη.
Ταινία χαμηλότονη, μινιμαλιστική, όπου πολύ λίγα πράγματα συμβαίνουν, που πετυχαίνει ωστόσο τον στόχο της. Προειδοποιώ: Αν είστε αποκλειστικά της δράσης και του μεγάλου θεάματος στο σινεμά, μάλλον θα βαρεθείτε και θα κουραστείτε. Οι υπόλοιποι δώστε της μια ευκαιρία.

Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2007

ΠΕΡΙ ΗΔΟΝΟΒΛΕΠΤΙΣΜΟΥ, ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΩΝ ΤΡΑΥΜΑΤΩΝ


Συνηθισμένος σε μάλλον εκκεντρικές καταστάσεις και προσωπικότητες, ο David Mackenzie σκηνοθετεί το "Ημερολόγιο ενός ρομαντικού ηδονοβλεψία" (Hallam Foe - καμία σχέση). Πρόκειται για την ιστορία του ομώνυμου νεαρού, ηδονοβλεψία (αν και όχι ακριβώς επειδή αυτό τον ερεθίζει), πλούσιου κληρονόμου ενός τεράστιου σκωτσέζικου πύργου (αν και δεν νοιάζεται ιδιαίτερα για την οικογενειακή περιουσία) και γεμάτου ψυχικά τραύματα, κυρίως από την αυτοκτονία(;) της μητέρας του (την οποία "αντικαθιστά" ερωτευόμενος μια κοπέλα που της μοιάζει).
Πέραν της απίθανης προσωπικότητας του ήρωα, που ερμηνεύει άριστα ο "Μπίλυ Έλιοτ" Τζέιμι Μπελ, η ταινία είναι ταυτόχρονα σκοτεινή, αλλά και με χιούμορ, συνδυασμός ευπρόσδεκτος, που την κάνει να παρακολουθείται πολύ ευχάριστα. Οι καλές σκηνές είναι πολλές, κυρίως αυτές του από ψηλά κινηματογραφημένου Εδιμβούργου, στις στέγες του οποίου ο νεαρός ήρωας έχει στήσει το κρυφό του παρατηρητήριο. Ενδιαφέρον και το τέλος, που συνδυάζει αρκετά πρωτότυπα την αισιοδοξία με την έλλειψη κλασσικού χάπι εντ.
Στην ουσία, αυτό που παρακολουθούμε είναι η πολύ δύσκολη πορεία ενηλικίωσης του (καθόλου εύκολου ούτως ή άλλως) ήρωα, το πέρασμα από τη μοναξιά της εφηβείας στη συμφιλίωση με τον κόσμο και την κοινωνία. Ξαναλέω ότι είναι μια ενδιαφέρουσα και συγχρόνως ευχάριστη (παρά τις σκοτεινές της πτυχές) ταινία, που διαθέτει μάλιστα και θαυμάσια μουσική. Για το μόνο που διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις είναι αυτή η ενασχόληση με μια εντελώς απίθανη, εκκεντρική και σπάνια προσωπικότητα, δίχως - πώς να το πω - "προεκτάσεις" στον έξω κόσμο και σε όσα συμβαίνουν σ' αυτόν. Πρόκειται για μια εντελώς ατομική περίπτωση. Εκτός αν ο πολύ ενδιαφέρων κατά τα άλλα Mackenzie θέλει να μας δείξει αυτό ακριβώς το πέρασμα στην ενηλικίωση και τη συμφιλίωση που λέγαμε πριν, μέσα από μια ομολογουμένως στριφνή περίπτωση.

Σάββατο, Οκτωβρίου 06, 2007

ΝΟΣΗΡΟ ΚΑΙ ΟΜΟΡΦΟ "ΔΙΑΦΑΝΟ ΔΕΡΜΑ"


Ο Philip Ridley έχει κάνει δύο μόνο ταινίες πριν αποσυρθεί. Η μία απ' αυτές, το "Διάφανο δέρμα" (Reflecting Skin) του 1990 μένει για πάντα στη μνήμη μας ως μια πανέμορφη και, συγχρόνως, ακραία νοσηρή ταινία.
Δεκαετία του 50, αμερικάνικη ύπαιθρος κι ένα απομονωμένο χωριό (σκόρπια ξύλινα σπίτια για την ακρίβεια) στο μέσο του πουθενά. Γύρω τους απέραντα, επίπεδα λιβάδια με κίτρινα στάχια και ατέλειωτη λιακάδα. Τίποτα άλλο. Σ' αυτό το όμορφο σαν τοπίο, αλλά ερημικό περιβάλλον, μεγαλώνει με δυο φίλους του (πιθανόν οι μόνοι γείτονες) ο ενιάχρονος ήρωας. Οτιδήποτε, μα οτιδήποτε υπάρχει γύρω του είναι εφιαλτικό. Μια υστερική, καταπιεστική μητέρα, ένας αδύναμος πατέρας που παλιά έχει κατηγορηθεί για παιδεραστία, μια μυστηριώδης αγγλίδα γειτόνισα, που αποδεινύεται ότι δεν είναι παρά μια δυστυχισμένη χήρα, ένας μεγάλος αδελφός που λείπει στο στρατό. Κι επί πλέον, μια παρέα νεαρών σίριαλ κίλερς, που τριγυρίζουν με μια αστραφτερή Κάντιλακ στην ερημική περιοχή.
Γύρω από τον μικρό υπάρχει μόνο φόβος. Σ' αυτό συμβάλλουν και οι φτηνές ιστορίες τρόμου του πατέρα του, που τον πείθουν απόλυτα ότι η αγγλίδα είναι βρυκόλακας. Η επιστροφή του "μεσία" αδελφού δεν θα βελτιώσει τα πράγματα, μάλλον θα είναι ο καταλύτης για την τελική τραγωδία.
Σπάνια η παιδική ηλικία, με τους φόβους και τις αβεβαιότητές της, έχει δοθεί τόσο ζοφερά, νοσηρά θα έλεγα, στο σινεμά. Στη ζωή του παιδιού δεν υπάρχει ούτε μια χαραμάδα φωτός, παρά την μονίμως ηλιόλουστη και ολόφωτη φύση. Και ακόμα πιο σπάνια μια τόσο ζοφερή ταινία διαθέτει τόση εικαστική ομορφιά. Παράδοξος συνδυασμός, που δημιουργεί το τελικό ενδιαφέρον και, τελικά, γοητευτικό αποτέλεμα. Ο Ridley τραβώντας το πράγμα στα άκρα, φτιάχνει μια γκροτέσκα ατμόσφαιρα (ίσως και με δυσδιάκριτα στοιχεία κατάμαυρου χιούμορ), κατεδαφίζοντας μεθοδικά όλους τους μύθους της Αμερικής των 50ς: Οι νεαροί με τα δερμάτινα και την εντυπωσιακή Κάντιλακ - φετίχ είναι δολοφόνοι, η οικογένεια κάθε άλλο παρά "ζεστή και προστατευτική", ο αδελφός δεν είναι ήρωας αλλά αηδιασμένος και σημαδεμένος βαθειά από τη φρίκη του πολέμου, οι γείτονες επιθετικοί και εκδικητικοί, ο σερίφης μια γκροτέσκα φιγούρα. Η "αθωότητα" της φύσης εδώ γεννά τέρατα. Η απομόνωση στην "ειδυλλιακή" ύπαιθρο τρελλαίνει. Ταυτόχρονα ο σκηνοθέτης μας δείχνει μια Αμερική υστερική, βαθύτατα θρησκόληπτη και συντηριτική, όπως περίπου είναι μέχρι σήμερα στα βάθη της.
Δείτε το αν αντέχετε τη ζοφερότητά του. Είναι πανέμορφο... αλλά πριν μπείτε "ξεχάστε κάθε ελπίδα".

Πέμπτη, Οκτωβρίου 04, 2007

ΚΑΙ ΑΡΟΥΡΑΙΟΣ ΚΑΙ ΣΕΦ


Το Ratatouille (2007) των Brad Bird και Jan Pinkava, συμπαραγωγή της αυτοκρατορίας Disney με την ιδιοφυή Pixar, είναι από τα καλά σύγχρονα κινούμενα σχέδια, τα τρισδιάστατα, κομπιουτερέ κλπ. Παρά το ότι σε γενικές γραμμές μάλλον βαριέμαι το είδος αυτό, εδώ έχουμε να κάνουμε με πολύ καλό δείγμα.
Η παράξενη ιστορία του πανέξυπνου αρουραίου που αρνείται να τρώει σκουπίδια, όπως όλοι της φυλής του, αλλά είναι γεννημένος γκουρμέ και ονειρεύεται να γίνει μεγάλος σεφ, δίνει την ευκαιρία για θαυμάσιες και ενίοτε πολύ αστείες ιδέες, για άφθονη, καλογυρισμένη δράση και αφήνει και χώρο για "μηνύματα". Περιττό νομίζω να πούμε ότι η τεχνική (κίνηση, χρώματα κλπ.) είναι άψογη. Εξαιρετικά τα κυνηγητά, καθημερινά στη ζωή των αρουραίων, που δίνουν απρόσμενο σασπένς στο φιλμ. Επίσης, παρά το ότι πρωταγωνιστούν αρουραίοι (ναι, αυτοί ακριβώς οι βρωμεροί των υπονόμων), οι οποίοι δεν έχουν ανθρωποποιηθεί όπως π.χ. ο Μίκι Μάους, αλλά διατηρούν όλη την... αρουραιότητά τους τοσο σαν εμφάνιση όσο και σαν συνήθειες και τρόπο ζωής, είναι σίγουρο ότι η ταινία θα σας ανοίξει την όρεξη με όλα αυτά τα περί πανόστιμων φαγητών και υψηλής μαγειρικής που διαθέτει. Όσο για μια μικρή κοιλιά που νομίζω ότι κάνει κάπου στο μέσον... μικρό το κακό. Σύντομα η δράση επανέρχεται δριμύτερη και το τέλος είναι απολαυστικό.
Θετικό και το "μήνυμα" που λέγαμε: Η ταινία μιλά ξεκάθαρα για την αποδοχή των ιδιαιτεροτήτων του καθενός, απορρίπτει κάθε ρατσισμό και υποστηρίζει με θέρμη ότι οποιοσδήποτε, από οπουδήποτε κι αν προέρχεται, μπορεί να διαθέτει σπάνια χαρίσματα. Μακάρι τα σύγχρονα, συχνά ξενέρωτα, κινούμενα σχέδια να ήταν πάντα τόσο καλά.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2007

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ "LA ZONA"


Θα πω από την αρχή ότι θεωρώ το μεξικάνικο "La Zona" (2007), πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Rodrigo Pla, την καλύτερη απ' όσες είδα στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας (από τις καινούριες). Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό, έντονα πολιτικοποιημένο φιλμ, που μιλά για τον διαχωρισμό των ανθρώπων σε κατηγορίες και τις τραγικές συνέπειές του.
Στην Πόλη του Μεξικό η Ζώνη είναι μια συνοικία πλουσίων, αυστηρά απομονωμένη από την υπόλοιπη πόλη από ψηλά τείχη με αγκαθωτά σύρματα, άπειρες κάμερες που παρακολουθούν τα πάντα και ιδιωτική αστυνομία. Γύρω της απλώνονται εξαθλιωμένες φαβέλες, κατοικημένες από εκατομμύρια που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Εκτός από το υπηρετικό προσωπικό, που φυσικά προέρχεται από τους "έξω", κανείς άλλος δεν μπαίνει εκεί μέσα, ούτε καν η κανονική αστυνομία. Όταν τρεις πιτσιρικάδες καταφέρνουν τυχαία να μπουν μια νύχτα, ληστεύουν ένα σπίτι και σκοτώνουν την ιδιακτήτριά του, οι φύλακες σκοτώνουν με τη σειρά τους δύο απ' αυτούς, ο τρίτος όμως ξεφεύγει και κρύβεται κάπου στη Ζώνη. Οι πλούσιοι κάτοικοι αποφασίζουν να μην αναφέρουν τίποτα απ' αυτά στην αστυνομία και να πάρουν τη δικαιοσύνη στα χέρια τους - και την εκδίκησή τους μόνοι τους. Από εκεί και πέρα τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται όλο και περισσότερο εκτός ελέγχου...
Η "Ζώνη" είναι μια ταινία γεμάτη ένταση που κλιμακώνεται συνεχώς, που με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Είναι επίσης μια ταινία που δεν χαρίζεται σε κανένα. Ούτε φυσικά στους πλούσιους κάτοικους και στα παιδιά τους, χρυσούς γόνους και στυλοβάτες της αυριανής κοινωνίας, ούτε στην διεφθαρμένη "κανονική" αστυνομία. Και δεν αφήνει κανένα ίχνος αισιοδοξίας. Το θέμα, μοιάζει να λέει ο νεαρός σκηνοθέτης, δεν είναι ούτε κάποιοι "υγιείς" πλούσιοι που διαφωνούν, ούτε μεμονωμένοι αδέκαστοι μπάτσοι (που κι αυτοί θα αναγκαστούν να υποκύψουν). Είναι ο ίδιος ο διαχωρισμός και η ύπαρξη ανθρώπων δύο κατηγοριών. Όσο αυτό το απαράδεκτο φαινόμενο παραμένει, τραγωδίες σαν κι αυτή που άναυδοι παρακολουθούμε επί της οθόνης θα γίνονται όλο και συχνότερα.
Το ανατριχιαστικό είναι ότι τέτοιες οχυρωμένες συνοικίες υπάρχουν ήδη στην Αργεντική, στο Μεξικό και αλλού, όπως μας είπε ο ίδιος ο Pla, και το φαινόμενο απλώνεται. Ίσως να τράβηξε λίγο στα άκρα το νομικό καθεστώς στο οποίο αυτές υπόκεινται, όπως και πάλι μας είπε, αλλά η ουσία παραμένει. Αλλά και πάλι, το θέμα δεν είναι οι συγκεκριμένες απομονωμένες κοινότητες πλουσίων. Πρόκειται για μια ευρύτερη παραβολή πάνω στον διαχωρισμό κάθε είδους. Και γι' αυτό έχει μεγαλύτερη αξία.
Ο Pla είναι ουρουγουανός, αλλά από μικρό παιδί ζει και δουλεύει στο Μεξικό. "Η Ζώνη" είναι μια καθαρά μεξικάνικη ταινία. Οπότε... Μετά τους Ιναρίτου, Κουαρόν, Ντελ Τόρο, το "μεξικάνικο θαύμα" συνεχίζεται. Φαίνεται ότι έχουμε πολλά ακόμα να περιμένουμε από αυτή την μέχρι πρότινος ως επί το πλείστον άγνωστη κινηματογραφικά χώρα. Στο μεταξύ όμως εσείς δείτε την ταινία όπου κι αν τη βρείτε (ίσως να βγει αργότερα στα σινεμά). Παρά τη μαυρίλα στην οποία θα σας βυθίσει...

Τρίτη, Οκτωβρίου 02, 2007

SUPERVIXENS: CULT ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΤΗΘΟΥΣ


Ο Russ Meyer (1922-2004) υπήρξε ένας τυπικός σκηνοθέτης b-movies (και μάλιστα εκ των απολαυστικότερων τέτοιων) που είχε ένα φετίχ: Τις γυναίκες με τεράστια στήθη. Αυτό είναι και το στοιχείο που χαρακτηρίζει το έργο του. Τώρα βέβαια, το να χαρακτηρίζεις έναν δημιουργό από αυτό το στοιχείο, είναι επιεικώς γελοίο, αλλά ούτως ή άλλως μιλάμε για ταινίες που το μόνο που μάς ζητάνε είναι τον χαβαλέ μας.
Το Supervixens! (1975) είναι τυπικό φιλμ του Meyer. Συνδυάζει βία και στοιχεία θρίλερ, πλάκα και soft sex. Παρανοϊκός μπάτσος δολοφονεί τη γυναίκα (με μεγάλα βυζιά φυσικά) υπάλληλου βενζινάδικου. Ο τελευταίος αναγκάζεται να φύγει, κάνοντας ωτοστόπ σ' όλη την Αμερική. Στην πορεία του τού την πέφτουν απίστευτες θεογκόμενες (ναι, το μαντέψατε, όλες με μεγάλα βυζιά), αλλά αυτός αρνείται κατηγορηματικά να ενδώσει, πιστός στη μνήμη της συζύγου του, μέχρις ότου βρει την γυναίκα των ονείρων του, που μοιάζει με τη μακαρίτισα (άρα, προφανώς τα έχει μεγάλα βυζιά). Και τότε ο κακός μπάτσος επανεμφανίζεται...
Αντίθετα με άλλα b-movies σύγχρονα ή παλιότερα του Supervixens που προσπαθούσαν να πάρουν τον εαυτό τους στα σοβαρά (βλέπε Ed Wood), ο Meyer κάνει συνειδητή πλάκα καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας. Μπορεί να χαρακτηριστεί ως θρίλερ σεξοκωμωδία, αν υπάρχει αυτός ο όρος. Και αντίθετα με άλλα b-movies (βλέπε Bee-Girls, για το οποίο έγραφα λίγες μέρες πριν) είναι σχετικά καλογυρισμένη, με έξυπνο και αστείο μοντάζ. Προς θεού, μη νομίζετε ότι μιλάμε για κανένα "κρυμμένο διαμάντι της 7ης Τέχνης", αν το δείτε όμως κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες και ψυχολογικά προετοιμασμένοι γι' αυτό που θα παρακολουθήσετε, ο χαβαλές είναι νομίζω εξασφαλισμένος.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 01, 2007

ΒΑΡΕΤΑ "ΚΟΥΤΙΑ"


Μου αρέσει πολύ η Jane Birkin. Σαν ηθοποιός, σαν τραγουδίστρια (βρείτε τους 3 τελευταίους της δίσκους και θα με θυμηθείτε) και σαν μια από τις πιο όμορφες γυναίκες που πέρασαν από την οθόνη. Με τα "Κουτιά" (Boxes, 2007) στα εξηντακάτι της χρόνια αποφασίζει να περάσει για πρώτη φορά στη σκηνοθεσία. Δυστυχώς το αποτέλεσμα με απογοήτευσε πλήρως. Δεν είναι παράξενο, δεν μπορείς να τάχεις όλα...
Τα "Κουτιά" λοιπόν είναι μια σουρεαλιστική "γυναικεία" ταινία, όπου μια ώριμη γυναίκα (η ίδια η Μπίρκιν) αντιμετωπίζει το βράδι του θανάτου του πατέρα της ολόκληρη τη ζωή της: Τους γονείς της, τους άντρες που πέρασαν απ' αυτήν, τις τρεις κόρες της (από διαφορετικούς άντρες). Όχι όμως σαν αναμνήσεις: Όλα αυτά τα πρόσωπα, ζωντανά, νεκρά ή από χρόνια χαμένα από τη ζωή της πρωταγωνίστριας, συρρέουν στο έρημο εξοχικό σπίτι, συζητούν μεταξύ τους, τσακώνονται, ξεκαθαρίζουν παλιούς λογαριασμούς και γενικά ξετυλίγουν ένα μπερδεμένο κουβάρι κάθε λογής σχέσεων, με επίκεντρο πάντα τη γυναίκα που τα έχει "ανακαλέσει".
Η ταινία διαθέτει βέβαια τρυφερότητα και ευαισθησία, πάσχει όμως από αφόρητη θετρικότητα (όντως θα μπορούσε να είναι θεατρικό παιγμένο επί σκηνής - άντε με κάπως λιγότερους χώρους - δίχως να χάσει σε τίποτα) και ασταμάτητο μπλα - μπλα, που με έκαναν να βαρεθώ αφάνταστα από το πρώτο μόλις δεκάλεπτο. Δεν ξέρω αν όλη αυτή η κατασκευή μπορεί να αγγίξει οποιονδήποτε, κι ας μιλά για τόσο οικεία πράγματα όπως οι σχέσεις με γονείς, εραστές και παιδιά. Εκτός αν θέλετε να δείτε μια πλειάδα (γερασμένων) σταρ του γαλλικού κυρίως σινεμά συγκεντρωμένους μαζί (Αννί Ζιραρντό, Μισέλ Πικολί, Τζέραλντιν Τσάπλιν, Τζων Χαρτ και η ίδια η Μπίρκιν βέβαια).
Προτιμώ να θαυμάζω την συμπαθέστατη Τζέιν (ήταν εκεί και ήταν πολύ απλή, γλυκύτατη και έντονα πολιτικοποιημένη) σαν ηθοποιό και τραγουδίστρια, όπως είπα και στην αρχή.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 30, 2007

ΔΡΑΜΑ ΚΑΙ ΕΚΤΥΦΛΩΤΙΚΟ ΜΠΑΡΟΚ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ LOLA MONTES


H Lola Montes γυρίστηκε το 1955 και είναι η τελευταία ταινία του Max Ophüls (1902-1957). Θεωρείται μάλλον η καλύτερή και, σίγουρα, η πιο γνωστή του. Είναι επίσης και η μοναδική του έγχρωμη. Και φαίνεται ότι, μαγεμένος απ' αυτό, πραγματικά ξεσαλώνει με τη χρήση των χρωμάτων.
Σίγουρα πρόκειται για μια εκθαμβωτική ταινία. Όχι μεταφορικά, αλλά με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Είναι ένα από τα πλέον μπαρόκ φιλμ που έχω δει ποτέ, τόσο μπαρόκ που σχεδόν ζαλίζει τον θεατή. Δεν είναι μόνο τα παλάτια, οι πύργοι και το όλο βαρύ σκηνικό, είναι και το πολύχρωμο τσίρκο που παίζει βασικό ρόλο στην ιστορία, που ολοκληρώνει την εικόνα.
Η όμορφη και ώριμη πλέον Λόλα Μοντέζ δουλεύει σε τσίρκο και ως κορύφωση του προγράμματός του παρουσιάζει ως υπέρτατο νούμερο την ίδια την πολυτάραχη ζωή της. Μια ζωή γεμάτη έρωτες με διάσημες προσωπικότητες του καιρού της, ακόμα και με τον βασιλιά της Βαυαρίας, έρωτας ο οποίος παρά λίγο να τινάξει στον αέρα τη χώρα και να ανατρέψει τη βασιλεία. Η Λόλα είναι η διασημότερη "εταίρα" της Ευρώπης, αρκετά κυνική η ίδια ώστε να μπορεί να μην πληγώνεται και τόσο από τους αλλεπάλληλους χωρισμούς, πολύ ελεύθερη για να τους προκαλεί όταν βλέπει τις σχέσεις της να βαλτώνουν και το αρχικό πάθος να φεύγει. Καθώς παρακολουθούμε τη ζωή της, από μικρό κορίτσι μέχρι τώρα, αντιλαμβανόμαστε ότι όταν οι μέρες του μεγαλείου παρέρχονται το μόνο που της απομένει είναι να δεχτεί την πρόταση του διευθυντή και να καταλήξει, κουρασμένη πια, στο τσίρκο, παίζοντας κάθε βράδυ κορώνα - γράμματα τη ζωή της και παρουσιάζοντας ως ατραξιόν την ίδια την πρότερη δόξα της.
Όλα αυτά δείχνονται μέσα από μια μη γραμμική αφήγηση, με συνεχή φλας μπακ (όχι με χρονική σειρά) και επιστροφές στο τώρα. Άλλοτε ως κλασσική εικονογράφηση του ένδοξου παρελθόντος, άλλοτε μέσα από τη δραματοποίησή του στα νούμερα του τσίρκου, άλλοτε μέσα από την αφήγηση του παρουσιαστή. Έτσι η ταινία δεν διαθέτει ακριβώς αυτό που αποκαλούμε δραματική κορύφωση, καθώς αποτελείται από ένα συνεχές ποτάμι γεγονότων από τη ζωή και τους έρωτες της ηρωίδας.
Μυθική ταινία, με διάφορες ιστορίες γύρω απ' αυτήν, θεωρείται από πολλούς ως μία από τις δέκα καλύτερες όλων των εποχών. Προσωπικά δεν συμφωνώ με μια τόσο υψηλή θέση, πλην όμως είναι κάτι που αξίζει να δει κανείς. Ιδιαίτερα για το πολύ δυνατό, απαισιόδοξο τέλος, που βυθίζει τον θεατή σε σκέψεις για το εφήμερο και τη ματαιότητα της ζωής.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 29, 2007

ΓΥΝΑΙΚΕΣ - ΜΕΛΙΣΣΕΣ ΚΑΙ ΧΑΒΑΛΕΣ ΜΕΧΡΙ ΒΑΡΕΜΑΡΑΣ


Υπάρχουν ταινίες που βρίσκονται πολύ... μα πολύ κάτω του μετρίου. Πάρα πολλά b-movies ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία, αν και εξαιρέσεις υπάρχουν πολλές και σημαντικές. Το Invasion of the Bee Girls (1973) του Denis Sanders (1928-1987) όμως, σαφώς δεν ανήκει σ' αυτές.
Εδώ έχουμε να κάνουμε με b-movie με τα όλα του, που δικαιολογεί απόλυτα κάθε φήμη που κυκλοφορεί για το είδος... και θέλει αντοχή για να το δεις ολόκληρο. Όπου κάπου σε μια επαρχιακή αμερικάνικη πόλη με εργαστήριο γενετικής κάπου εκεί κοντά, κάτι ξεφεύγει και μετατρέπει τις γυναίκες σε... ανθρωπόμορφες μέλισσες, διψασμένες - μεταξύ άλλων - για σεξ (!), που, φυσικά, σκοτώνουν τα αρσενικά θύματα - εραστές τους. Άφθονες σεναριακές τρύπες, αστεία ειδικά εφφέ, ανεκδιήγητες ηθοποιίες, πίου - πίου μουσική και αφόρητα 70ς ντυσίματα και εμφανίσεις, συνθέτουν μια πανδαισία κακού γούστου που απαιτεί πολύ καλή παρέα, προχωρημένες αϋπνίες, άφθονη κατανάλωση μπύρας ή ό,τι άλλου και μεγάλη προδιάθεση για ανεξέλεγκτο χαβαλέ για να το δει κανείς ολόκληρο. Α, μη ξεχάσω και το κάμποσο γυμνό, που μετά βίας φτάνει μέχρι τα βυζιά, έτσι για αλατοπίπερο στο όλο πράγμα. Και τη σκηνή της μετατροπής της γυνίκας - σκέτο σε γυναίκα - μέλισσα στο μυστικό εργαστήριο, όπου θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι.
Τελικά υπάρχουν ταινίες τόσο κακές, που, με έναν διεστραμμένο τρόπο "καταντούν" καλές. Αλλά είπαμε: Μόνο για χαβαλέ σε περιόδους πνευματικής απελπισίας.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 28, 2007

ΒΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΕΙΣ ΣΤΟ L.A.


Με χαρά είδα ότι οι φετινές Νύχτες Πρεμιέρας ξέθαψαν (με την καλή έννοια) τον "Άνθρωπο από το Λος Άντζελες" (To live and die in L.A.) του William Friedkin, μια ταινία του 1985 και για αρκετούς η τελευταία καλή του. Ήταν ευκαιρία να το ξαναδώ μετά από πολλά χρόνια, για να δω αν θα μου αρέσει τόσο όσο παλιά. Μου άρεσε. Σε κάποια σημεία βέβαια έχει γεράσει (θα πούμε γι' αυτό), αλλά σε γενικές γραμμές παραμένει ένα από τα πιο εντυπωσιακά αστυνομικά φιλμ των τελευταίων δεκαετιών, κι ας είναι σχετικά ξεχασμένο σήμερα.
Η ταινία, σχετικά κοινότοπη σαν θέμα, παρακολουθεί έναν μπάτσο που καταδιώκει με επιμονή έναν αόρατο καλλιτέχνη-παραχαράκτη, που ρίχνει άφθονα πλαστά πλην όμως άψογα χρήματα στην αγορά. Ο Ουίλιαμ Νταφόε, νέος, ωραίος, αδίστακτος και εξαιρετικά ταλαντούχος ζωγράφος (και, φυσικά, και παραχαράκτης), κλέβει την παράσταση ως σούπερ κακός. Γύρω του ωραίες γυναίκες, πολυτελή σπίτια και αυτοκίνητα και άλλα τέτοια συνθέτουν ένα κλίμα χάι παρακμής και διαφθοράς. Από την άλλη ο μπάτσος απέχει αρκετά από το να χαρακτηριστεί "θετικός ήρωας", αφού κι αυτός μοιάζει το ίδιο αδίστακτος με τον αντίπαλό του. Έντονη βία, φοβερά κυνηγητά με αυτοκίνητα, καλό τάιμινγκ και δράση, μια εξαιρετική σκηνή όπου βλέπουμε με απολαυστικές λεπτομέρειες πώς γίνεται μια τέλεια παραχάραξη χρησιμοποιώντας μεθόδους χαρακτικής και πάνω απ' όλα η στυλάτη και εντυπωσιακή σκηνοθεσία του Friedkin, συνθέτουν μια χορταστική περιπέτεια με απροσδόκητο, ανατρεπτικό τέλος που δεν κάνει καμιά παραχώρηση στο χάπι εντ ή σε όποια άλλη σύμβαση.
Όσο για το γερασμένο που λέγαμε στην αρχή... ε, υπάρχουν κάποιες πόζες του πρωταγωνιστή Ουίλιαμ Πίτερσεν που σήμερα μόνο γέλιο μπορούν να βγάλουν. Ίσως πάλι κάποιοι να θεωρήσουν ότι όλα αυτά τα έχουν ξαναδεί πολλές φορές στο σινεμά, αλλά μη ξεχνάτε: είναι ταινία του 1985!

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 27, 2007

ΟΙ ΑΔΙΑΦΟΡΟΙ ΠΑΛΑΙΣΤΕΣ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΑ ΟΥΤΑΡΑ


Οι "Παλαιστές" του 2000 (ο πρωτότυπος τίτλος είναι "Uttara") του Buddhadev Dasgupta, που θεωρείται ο σημαντικότερος σύγχρονος ινδός σκηνοθέτης (εκτός Μπόλυγουντ βέβαια), είναι ένα παράξενο μείγμα ρεαλισμού, σουρεαλισμού και όμορφων εικόνων.
Σε μια βυθισμένη στη φτώχια και τον πρωτογονισμό σύγχρονη Ινδία, οι δύο φύλακες ενός απομονωμένου σιδηροδρομικού σταθμού περνούν τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες τους παλεύοντας σε ένα σκάμμα, καπνίζοντας και κουβεντιάζοντας. Ώσπου ο ένας τους πάει στο μακρυνό χωριό του και επιστρέφει παντρεμένος. Η όμορφη, αμόρφωτη και ενστικτώδης Ουτάρα θα ανατρέψει τις μεταξύ τους ισορροπίες και όλα θα καταλήξουν σε τραγωδία.
Ακούγεται ρεαλιστικό δράμα, αλλά δεν είναι ακριβώς. Υπάρχουν σουρεαλιστικές εικόνες και καταστάσεις που παρεισφρύουν στην αφήγηση, υπάρχουν χαρακτήρες που ποτέ δεν μαθαίνουμε τι ακριβώς είναι και από πού έρχονται, υπάρχει κι ένας χορός ζωόμορφων μουσικών, που εμφανίζεται ενίοτε ως από μηχανής θεός και θυμίζει αυτόν της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Και τελικά, όσο προχωρά το φιλμ, ο ρεαλισμός δυναμιτίζεται όλο και περισσότερο και καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται μάλλον για μια συμβολική και αλληγορική ταινία, που ίσως μιλά για την σύγχρονη Ινδία και τα κακά που την καταδυναστεύουν.
Γύρω από τους πρωταγωνιστές κινείται η ομάδα των απόλυτα κακών που περιφέρεται στην περιοχή και εξοντώνει ανενόχλητη κάθε καλό στοιχείο που υπάρχει εκεί. Η άλλη ομάδα, αυτή των εξαθλιωμένων γέρων, βυθισμένων στην αμορφωσιά και τους μύθους, είναι ανήμποροι να αντιδράσουν. Και τελικά οι ίδιοι οι ήρωες, οι παλαιστές του τίτλου, αδιαφορούν πλήρως και αρνούνται να αντιδράσουν στο κακό ακόμα κι όταν μπορούν, αφήνοντας έτσι με την αδιαφορία τους τα εγκλήματα να τελεστούν. Ίσως αυτοί να συμβολίζουν τον λαό που αδιαφορεί εφησυχάζοντας σε κάθε πρόοδο και κάθε βήμα μπροστά, διαιωνίζοντας έτσι τη μίζερη κατάστασή του.
Το μόνο υγιές στοιχείο στο κλίμα αυτό είναι η νεαρή Ουτάρα, που παρά τις καταπιεστικές παραδόσεις και το ασήκωτο βάρος του συστήματος, τολμά να εξεγερθεί μπροστά στην αδιαφορία του άντρα της, δίνοντας έτσι και ένα έντονο φεμινιστικό στοιχείο στο φιλμ.
Όλα αυτά δείχνονται συχνά με πανέμορφες εικόνες, δικαιώνοντας τη φήμη του Dasgupta και κατατάσσοντάς τον στους ενδιαφέροντες σύγχρονους δημιουργούς. Δεν είδα βέβαια άλλες ταινίες του, ωστόσο η συγκεκριμένη είναι αυτή που τον έκανε διεθνώς γνωστό - και συμφωνώ μ' αυτό.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 26, 2007

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΚΘΑΜΒΩΤΙΚΟ "ΜΑΛΛΙ", ΑΛΛΑ...


Το "Wool 100%" (2006), γιαπωνέζικη ταινία του Mai Tominaga, είναι από τις πιο παράξενες ταινίες των τελευταίων χρόνων. Απόλυτα σουρεαλιστικό παραμύθι, γεμάτο καταστάσεις που δεν ξέρεις ακριβώς γιατί συμβαίνουν ή (πολύ περισσότερο) τι θέλουν να πουν, πλημμυρισμένο όμως από εικαστική ομορφιά: Δύο γριές αδελφές ζουν ολομόναχες και ακοινώνητες σε ένα μεγάλο σπίτι, περιφερόμενες καθημερινά στην πόλη και συλλέγοντας άχρηστα, πλην όμως όμορφα αντικείμενα από τα σκουπίδια, ώσπου ένα κορίτσι - γίγαντας, που δεν μιλά, αλλά συνεχώς πλέκει ένα πελώριο κατακόκκινο, μάλλινο πουλόβερ εισβάλλει απρόσμενα στη ζωή τους ανατρέποντας τα πάντα.
Ίσως ο σκηνοθέτης να θέλει να πει πράγματα για την προσκόλλησή μας σε αντικείμενα και την, ως επακόλουθο, αποκόλλησή μας από την αληθινή ζωή. Ίσως να έχει κατά νου ψυχαναλυτικές απόψεις για την παιδική ηλικία, το σεξ και τον φόβο του, τον πρίγκηπα που διαρκώς αναμένεται αλλά ποτέ δεν έρχεται... Ίσως πάλι να μη θέλει να πει τίποτα απολύτως, παρά μόνο να ξετυλίξει μια σειρά από πανέμορφες εικόνες, επηρρεασμένες συχνά από σύγχρονους εικαστικούς. Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Η ίδια η αφήγηση είναι κατακερματισμένη σε διάφορα χρονικά μπρος - πίσω, η εικόνα περνά από το κανονικό φιλμ σε κινούμενο σχέδιο, σε animation με κούκλες και άλλα είδη, ο λόγος είναι σπάνιος και επαναλαμβανόμενος. Τελικά η ταινία σχετικά γρήγορα κουράζει με την επαναληπτικότητά της.
Μένει μονάχα η ομορφιά που λέγαμε, με μερικά πλάνα να μένουν αξέχαστα, με την μυστηριώδη ατμόσφαιρα του ασφυκτικά πλημμυρισμένου από ετερόκλητα αντικείμενα σπιτιού, με τα χρώματα, στα οποία κυριαρχεί το εκθαμβωτικό κόκκινο, με τα εξπρεσιονιστικά κινούμενα σχέδια... Αυτά είναι τα στοιχεία για τα οποία ίσως αξίζει να δείτε την ταινία, ιδιαίτερα αν είστε εικαστικός καλλιτλεχνης. Ίσως. Κατά τα άλλα, απλώς την κατατάσσω σ' αυτές τις ιδιαίτερες ταινίες που αποκαλώ "κινηματογραφικά αξιοπερίεργα".

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 24, 2007

ΑΛΛΟΣ ΕΝΑΣ ΚΟΡΕΑΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΣ


Το "No mercy for the rude" (2006) του πρωτοεμφανιζόμενου Cheol-hie Park είναι μία ακόμα κορεάτικη ταινία με ήρωα έναν πληρωμένο εκτελεστή. Και αυτός εδώ - όπως και οι περισσότεροι όμοιοί του άλλωστε στις κορεάτικες ταινίες - έχει τις ιδιορυθμίες του: Είναι μουγγός και εκτελεί μόνο άξεστους και "δίχως στυλ" τύπους (κοινώς μόνο τα "γουρούνια", οπότε γίνεται κάτι σαν Ρομπέν των Δασών των φόνων), μαζεύοντας λεφτά για να κάνει την εγχείρηση που πρέπει για να μιλήσει. Υπάρχει και μια ερωτική ιστορία, ένα πιτσιρίκι που μάζεψε ο δολοφόνος από τον δρόμο και η απαραίτητη δραματική κορύφωση, που αγγίζει τα όρια της τραγωδίας. Ένα άλλο μάλλον σπάνιο χαρακτηριστικό για το είδος, είναι ότι η ταινία διαθέτει και αρκετό χιούμορ.
Γενικά, με όλες αυτές τις ιδιορυθμίες που αναφέραμε, μπορώ να πω ότι είναι μια αρκετά καλή ταινία, που κρατά τον θεατή μέχρι την τελική αιματηρή σκηνή. Ωστόσο το γενικότερο πρόβλημά μου (που σαφώς δεν αφορά το συγκεκριμένο φιλμ) είναι ότι έχω αρχίσει να βαριέμαι αυτό το είδος των βίαιων, γκαγκστερικών ταινιών που τόσο ακμάζουν στην Κορέα. Είναι σαν να είναι υποχρεωμένοι οι σκηνοθέτες να αναπαράγουν μια στάνταρ θεματολογία, σε όσο το δυνατόν πιο πρωτότυπες και ευρηματικές παραλλαγές. Επιτέλους, μόνο γκάγκστερς παράγει αυτή η χώρα; (Ας τονίσω έδώ ότι είμαι συνειδητά λίγο υπερβολικός, αφού προφανώς δεν ξέρω το σύνολο της κορεατικής παραγωγής. Ίσως το πρόβλημα να είναι ότι σχεδόν μόνο τέτοιες ταινίες παίζονται στη Δύση - και βέβαια είναι πολύ δύσκολο όλες αυτές να φτάσουν στο ύψος ενός Old Boy).
Τέρμα η γκρίνια όμως. Αν είστε φίλος του είδους, νομίζω ότι θα σας αρέσει. Το είπα και πιο πάνω άλλωστε: Παρά την επανάληψη της θεματολογίας, την βρήκα αρκετά καλή ταινία, και μάλιστα από πρωτοεμφανιζόμενο.

ΑΕΤΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΚΑΡΧΑΡΙΑ Ή ΠΩΣ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΒΛΑΚΕΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΒΓΑΛΕΙ ΤΟΣΟ ΓΕΛΙΟ


Το Eagle vs. Shark (2007) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του νεοζηλανδού (με Μαορί καταβολές) Taika Cohen, που συνήθως υπογράφει τις ταινίες του (μικρές μέχρι σήμερα) ως Taika Waititi. Μια από τις πιο αστείες που έχω δει τελευταία και μια από τις καλύτερες που είδα στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας.
Στα χνάρια του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά στις καλές στιγμές του, κάπου μεταξύ των πρώτων ταινιών του Τζάρμους, του χιούμορ του Γουές Άντερσοεν και του Little Miss Sunshine, διαθέτει απίστευτους χαρακτήρες, κοφτούς διαλόγους που θυμίζουν Καουρισμάκι και φοβερά γελοίες σκηνές. Όσο γελοίοι είναι και αρκετοί από τους χαρακτήρες, βασικοί από τους οποίους είναι η ασχημούλα ταμίας σε φαστφουντάδικο με την αφοπλιστική αθωώτητα και ο ανεκδιήγητος τύπος τον οποίο ερωτεύεται. Αυτός είναι που βγάζει και το περισσότερο γέλιο, καθώς πρόκειται για τον απόλυτο ορισμό του μαλάκα σε όλα τα επίπεδα. Οι ατάκες του, ο τρόπος διασκέδασής του, οι πράξεις του, το πώς αντιμετωπίζει τις σχέσεις του, το γούστο του, όλα συνθέτουν το παζλ ενός από τους πιο σπαρταριστούς χαρακτήρες που αποτυπώθηκαν τελευταία στην οθόνη. Γύρω από τους δυό τους κινείται μια πλειάδα άλλων, δευτερευόντων χαρακτήρων, που ουσιαστικά βγάζουν γέλιο μέσα από την μιζέρια των υπάρξεών τους.
Γιατί, πέραν της πλάκας, η μιζέρια είναι αυτό που κυριαρχεί: Στην επαρχιακή νεοζηλανδέζικη πόλη (ναι, όλες οι επαρχιακές πόλεις έχουν τη μιζέρια τους, γιατί όχι και οι νεοζηλανδέζικες;) όπου ταξιδεύει το ζεύγος για να αντιμετωπίσει ο ήρωας σε μια παντελώς γελοία επίδειξη εκδικητικότητας τον συμμαθητή που στο σχολείο του έκανε τη ζωή πατίνι. Στις ασχολίες μιας δίχως το παραμικρό ενδιαφέρον νεολαίας, που χαραμίζει τη ζωή της σε ηλίθια computer games και θεοβάρετα πάρτι (όλα τα λεφτά η σχετική σκηνή). Στην απίθανη οικογένεια και τους φίλους του τύπου, με τους πιο κουφούς χαρακτήρες. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά, αταίριαστος, ο ρομαντισμός της μικρής, που δείχνει όλα να τα ανέχεται αφού αυτός είναι ο άντρας που ερωτεύτηκε. Κι που παραδόξως δεν βγαίνει σαν μαζοχισμός, αλλά σαν μια γλυκειά εγκαρτέρηση, η οποία κρύβει μέσα της δύναμη.
Μάλλον δεν θα βγει στα σινεμά στην Ελλάδα. Αν όμως το πετύχετε κάπου, δείτε το. Και να θυμάστε: Ποτέ οι πολλαπλές μιζέριες που περιγράψαμε δεν παίρνουν το πάνω χέρι από την κυρίαρχη ιλαρότητα του όλου πράγματος.