Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 28, 2007

ΒΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΕΙΣ ΣΤΟ L.A.


Με χαρά είδα ότι οι φετινές Νύχτες Πρεμιέρας ξέθαψαν (με την καλή έννοια) τον "Άνθρωπο από το Λος Άντζελες" (To live and die in L.A.) του William Friedkin, μια ταινία του 1985 και για αρκετούς η τελευταία καλή του. Ήταν ευκαιρία να το ξαναδώ μετά από πολλά χρόνια, για να δω αν θα μου αρέσει τόσο όσο παλιά. Μου άρεσε. Σε κάποια σημεία βέβαια έχει γεράσει (θα πούμε γι' αυτό), αλλά σε γενικές γραμμές παραμένει ένα από τα πιο εντυπωσιακά αστυνομικά φιλμ των τελευταίων δεκαετιών, κι ας είναι σχετικά ξεχασμένο σήμερα.
Η ταινία, σχετικά κοινότοπη σαν θέμα, παρακολουθεί έναν μπάτσο που καταδιώκει με επιμονή έναν αόρατο καλλιτέχνη-παραχαράκτη, που ρίχνει άφθονα πλαστά πλην όμως άψογα χρήματα στην αγορά. Ο Ουίλιαμ Νταφόε, νέος, ωραίος, αδίστακτος και εξαιρετικά ταλαντούχος ζωγράφος (και, φυσικά, και παραχαράκτης), κλέβει την παράσταση ως σούπερ κακός. Γύρω του ωραίες γυναίκες, πολυτελή σπίτια και αυτοκίνητα και άλλα τέτοια συνθέτουν ένα κλίμα χάι παρακμής και διαφθοράς. Από την άλλη ο μπάτσος απέχει αρκετά από το να χαρακτηριστεί "θετικός ήρωας", αφού κι αυτός μοιάζει το ίδιο αδίστακτος με τον αντίπαλό του. Έντονη βία, φοβερά κυνηγητά με αυτοκίνητα, καλό τάιμινγκ και δράση, μια εξαιρετική σκηνή όπου βλέπουμε με απολαυστικές λεπτομέρειες πώς γίνεται μια τέλεια παραχάραξη χρησιμοποιώντας μεθόδους χαρακτικής και πάνω απ' όλα η στυλάτη και εντυπωσιακή σκηνοθεσία του Friedkin, συνθέτουν μια χορταστική περιπέτεια με απροσδόκητο, ανατρεπτικό τέλος που δεν κάνει καμιά παραχώρηση στο χάπι εντ ή σε όποια άλλη σύμβαση.
Όσο για το γερασμένο που λέγαμε στην αρχή... ε, υπάρχουν κάποιες πόζες του πρωταγωνιστή Ουίλιαμ Πίτερσεν που σήμερα μόνο γέλιο μπορούν να βγάλουν. Ίσως πάλι κάποιοι να θεωρήσουν ότι όλα αυτά τα έχουν ξαναδεί πολλές φορές στο σινεμά, αλλά μη ξεχνάτε: είναι ταινία του 1985!

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 27, 2007

ΟΙ ΑΔΙΑΦΟΡΟΙ ΠΑΛΑΙΣΤΕΣ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΑ ΟΥΤΑΡΑ


Οι "Παλαιστές" του 2000 (ο πρωτότυπος τίτλος είναι "Uttara") του Buddhadev Dasgupta, που θεωρείται ο σημαντικότερος σύγχρονος ινδός σκηνοθέτης (εκτός Μπόλυγουντ βέβαια), είναι ένα παράξενο μείγμα ρεαλισμού, σουρεαλισμού και όμορφων εικόνων.
Σε μια βυθισμένη στη φτώχια και τον πρωτογονισμό σύγχρονη Ινδία, οι δύο φύλακες ενός απομονωμένου σιδηροδρομικού σταθμού περνούν τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες τους παλεύοντας σε ένα σκάμμα, καπνίζοντας και κουβεντιάζοντας. Ώσπου ο ένας τους πάει στο μακρυνό χωριό του και επιστρέφει παντρεμένος. Η όμορφη, αμόρφωτη και ενστικτώδης Ουτάρα θα ανατρέψει τις μεταξύ τους ισορροπίες και όλα θα καταλήξουν σε τραγωδία.
Ακούγεται ρεαλιστικό δράμα, αλλά δεν είναι ακριβώς. Υπάρχουν σουρεαλιστικές εικόνες και καταστάσεις που παρεισφρύουν στην αφήγηση, υπάρχουν χαρακτήρες που ποτέ δεν μαθαίνουμε τι ακριβώς είναι και από πού έρχονται, υπάρχει κι ένας χορός ζωόμορφων μουσικών, που εμφανίζεται ενίοτε ως από μηχανής θεός και θυμίζει αυτόν της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Και τελικά, όσο προχωρά το φιλμ, ο ρεαλισμός δυναμιτίζεται όλο και περισσότερο και καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται μάλλον για μια συμβολική και αλληγορική ταινία, που ίσως μιλά για την σύγχρονη Ινδία και τα κακά που την καταδυναστεύουν.
Γύρω από τους πρωταγωνιστές κινείται η ομάδα των απόλυτα κακών που περιφέρεται στην περιοχή και εξοντώνει ανενόχλητη κάθε καλό στοιχείο που υπάρχει εκεί. Η άλλη ομάδα, αυτή των εξαθλιωμένων γέρων, βυθισμένων στην αμορφωσιά και τους μύθους, είναι ανήμποροι να αντιδράσουν. Και τελικά οι ίδιοι οι ήρωες, οι παλαιστές του τίτλου, αδιαφορούν πλήρως και αρνούνται να αντιδράσουν στο κακό ακόμα κι όταν μπορούν, αφήνοντας έτσι με την αδιαφορία τους τα εγκλήματα να τελεστούν. Ίσως αυτοί να συμβολίζουν τον λαό που αδιαφορεί εφησυχάζοντας σε κάθε πρόοδο και κάθε βήμα μπροστά, διαιωνίζοντας έτσι τη μίζερη κατάστασή του.
Το μόνο υγιές στοιχείο στο κλίμα αυτό είναι η νεαρή Ουτάρα, που παρά τις καταπιεστικές παραδόσεις και το ασήκωτο βάρος του συστήματος, τολμά να εξεγερθεί μπροστά στην αδιαφορία του άντρα της, δίνοντας έτσι και ένα έντονο φεμινιστικό στοιχείο στο φιλμ.
Όλα αυτά δείχνονται συχνά με πανέμορφες εικόνες, δικαιώνοντας τη φήμη του Dasgupta και κατατάσσοντάς τον στους ενδιαφέροντες σύγχρονους δημιουργούς. Δεν είδα βέβαια άλλες ταινίες του, ωστόσο η συγκεκριμένη είναι αυτή που τον έκανε διεθνώς γνωστό - και συμφωνώ μ' αυτό.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 26, 2007

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΚΘΑΜΒΩΤΙΚΟ "ΜΑΛΛΙ", ΑΛΛΑ...


Το "Wool 100%" (2006), γιαπωνέζικη ταινία του Mai Tominaga, είναι από τις πιο παράξενες ταινίες των τελευταίων χρόνων. Απόλυτα σουρεαλιστικό παραμύθι, γεμάτο καταστάσεις που δεν ξέρεις ακριβώς γιατί συμβαίνουν ή (πολύ περισσότερο) τι θέλουν να πουν, πλημμυρισμένο όμως από εικαστική ομορφιά: Δύο γριές αδελφές ζουν ολομόναχες και ακοινώνητες σε ένα μεγάλο σπίτι, περιφερόμενες καθημερινά στην πόλη και συλλέγοντας άχρηστα, πλην όμως όμορφα αντικείμενα από τα σκουπίδια, ώσπου ένα κορίτσι - γίγαντας, που δεν μιλά, αλλά συνεχώς πλέκει ένα πελώριο κατακόκκινο, μάλλινο πουλόβερ εισβάλλει απρόσμενα στη ζωή τους ανατρέποντας τα πάντα.
Ίσως ο σκηνοθέτης να θέλει να πει πράγματα για την προσκόλλησή μας σε αντικείμενα και την, ως επακόλουθο, αποκόλλησή μας από την αληθινή ζωή. Ίσως να έχει κατά νου ψυχαναλυτικές απόψεις για την παιδική ηλικία, το σεξ και τον φόβο του, τον πρίγκηπα που διαρκώς αναμένεται αλλά ποτέ δεν έρχεται... Ίσως πάλι να μη θέλει να πει τίποτα απολύτως, παρά μόνο να ξετυλίξει μια σειρά από πανέμορφες εικόνες, επηρρεασμένες συχνά από σύγχρονους εικαστικούς. Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Η ίδια η αφήγηση είναι κατακερματισμένη σε διάφορα χρονικά μπρος - πίσω, η εικόνα περνά από το κανονικό φιλμ σε κινούμενο σχέδιο, σε animation με κούκλες και άλλα είδη, ο λόγος είναι σπάνιος και επαναλαμβανόμενος. Τελικά η ταινία σχετικά γρήγορα κουράζει με την επαναληπτικότητά της.
Μένει μονάχα η ομορφιά που λέγαμε, με μερικά πλάνα να μένουν αξέχαστα, με την μυστηριώδη ατμόσφαιρα του ασφυκτικά πλημμυρισμένου από ετερόκλητα αντικείμενα σπιτιού, με τα χρώματα, στα οποία κυριαρχεί το εκθαμβωτικό κόκκινο, με τα εξπρεσιονιστικά κινούμενα σχέδια... Αυτά είναι τα στοιχεία για τα οποία ίσως αξίζει να δείτε την ταινία, ιδιαίτερα αν είστε εικαστικός καλλιτλεχνης. Ίσως. Κατά τα άλλα, απλώς την κατατάσσω σ' αυτές τις ιδιαίτερες ταινίες που αποκαλώ "κινηματογραφικά αξιοπερίεργα".

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 24, 2007

ΑΛΛΟΣ ΕΝΑΣ ΚΟΡΕΑΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΣ


Το "No mercy for the rude" (2006) του πρωτοεμφανιζόμενου Cheol-hie Park είναι μία ακόμα κορεάτικη ταινία με ήρωα έναν πληρωμένο εκτελεστή. Και αυτός εδώ - όπως και οι περισσότεροι όμοιοί του άλλωστε στις κορεάτικες ταινίες - έχει τις ιδιορυθμίες του: Είναι μουγγός και εκτελεί μόνο άξεστους και "δίχως στυλ" τύπους (κοινώς μόνο τα "γουρούνια", οπότε γίνεται κάτι σαν Ρομπέν των Δασών των φόνων), μαζεύοντας λεφτά για να κάνει την εγχείρηση που πρέπει για να μιλήσει. Υπάρχει και μια ερωτική ιστορία, ένα πιτσιρίκι που μάζεψε ο δολοφόνος από τον δρόμο και η απαραίτητη δραματική κορύφωση, που αγγίζει τα όρια της τραγωδίας. Ένα άλλο μάλλον σπάνιο χαρακτηριστικό για το είδος, είναι ότι η ταινία διαθέτει και αρκετό χιούμορ.
Γενικά, με όλες αυτές τις ιδιορυθμίες που αναφέραμε, μπορώ να πω ότι είναι μια αρκετά καλή ταινία, που κρατά τον θεατή μέχρι την τελική αιματηρή σκηνή. Ωστόσο το γενικότερο πρόβλημά μου (που σαφώς δεν αφορά το συγκεκριμένο φιλμ) είναι ότι έχω αρχίσει να βαριέμαι αυτό το είδος των βίαιων, γκαγκστερικών ταινιών που τόσο ακμάζουν στην Κορέα. Είναι σαν να είναι υποχρεωμένοι οι σκηνοθέτες να αναπαράγουν μια στάνταρ θεματολογία, σε όσο το δυνατόν πιο πρωτότυπες και ευρηματικές παραλλαγές. Επιτέλους, μόνο γκάγκστερς παράγει αυτή η χώρα; (Ας τονίσω έδώ ότι είμαι συνειδητά λίγο υπερβολικός, αφού προφανώς δεν ξέρω το σύνολο της κορεατικής παραγωγής. Ίσως το πρόβλημα να είναι ότι σχεδόν μόνο τέτοιες ταινίες παίζονται στη Δύση - και βέβαια είναι πολύ δύσκολο όλες αυτές να φτάσουν στο ύψος ενός Old Boy).
Τέρμα η γκρίνια όμως. Αν είστε φίλος του είδους, νομίζω ότι θα σας αρέσει. Το είπα και πιο πάνω άλλωστε: Παρά την επανάληψη της θεματολογίας, την βρήκα αρκετά καλή ταινία, και μάλιστα από πρωτοεμφανιζόμενο.

ΑΕΤΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΚΑΡΧΑΡΙΑ Ή ΠΩΣ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΒΛΑΚΕΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΒΓΑΛΕΙ ΤΟΣΟ ΓΕΛΙΟ


Το Eagle vs. Shark (2007) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του νεοζηλανδού (με Μαορί καταβολές) Taika Cohen, που συνήθως υπογράφει τις ταινίες του (μικρές μέχρι σήμερα) ως Taika Waititi. Μια από τις πιο αστείες που έχω δει τελευταία και μια από τις καλύτερες που είδα στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας.
Στα χνάρια του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά στις καλές στιγμές του, κάπου μεταξύ των πρώτων ταινιών του Τζάρμους, του χιούμορ του Γουές Άντερσοεν και του Little Miss Sunshine, διαθέτει απίστευτους χαρακτήρες, κοφτούς διαλόγους που θυμίζουν Καουρισμάκι και φοβερά γελοίες σκηνές. Όσο γελοίοι είναι και αρκετοί από τους χαρακτήρες, βασικοί από τους οποίους είναι η ασχημούλα ταμίας σε φαστφουντάδικο με την αφοπλιστική αθωώτητα και ο ανεκδιήγητος τύπος τον οποίο ερωτεύεται. Αυτός είναι που βγάζει και το περισσότερο γέλιο, καθώς πρόκειται για τον απόλυτο ορισμό του μαλάκα σε όλα τα επίπεδα. Οι ατάκες του, ο τρόπος διασκέδασής του, οι πράξεις του, το πώς αντιμετωπίζει τις σχέσεις του, το γούστο του, όλα συνθέτουν το παζλ ενός από τους πιο σπαρταριστούς χαρακτήρες που αποτυπώθηκαν τελευταία στην οθόνη. Γύρω από τους δυό τους κινείται μια πλειάδα άλλων, δευτερευόντων χαρακτήρων, που ουσιαστικά βγάζουν γέλιο μέσα από την μιζέρια των υπάρξεών τους.
Γιατί, πέραν της πλάκας, η μιζέρια είναι αυτό που κυριαρχεί: Στην επαρχιακή νεοζηλανδέζικη πόλη (ναι, όλες οι επαρχιακές πόλεις έχουν τη μιζέρια τους, γιατί όχι και οι νεοζηλανδέζικες;) όπου ταξιδεύει το ζεύγος για να αντιμετωπίσει ο ήρωας σε μια παντελώς γελοία επίδειξη εκδικητικότητας τον συμμαθητή που στο σχολείο του έκανε τη ζωή πατίνι. Στις ασχολίες μιας δίχως το παραμικρό ενδιαφέρον νεολαίας, που χαραμίζει τη ζωή της σε ηλίθια computer games και θεοβάρετα πάρτι (όλα τα λεφτά η σχετική σκηνή). Στην απίθανη οικογένεια και τους φίλους του τύπου, με τους πιο κουφούς χαρακτήρες. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά, αταίριαστος, ο ρομαντισμός της μικρής, που δείχνει όλα να τα ανέχεται αφού αυτός είναι ο άντρας που ερωτεύτηκε. Κι που παραδόξως δεν βγαίνει σαν μαζοχισμός, αλλά σαν μια γλυκειά εγκαρτέρηση, η οποία κρύβει μέσα της δύναμη.
Μάλλον δεν θα βγει στα σινεμά στην Ελλάδα. Αν όμως το πετύχετε κάπου, δείτε το. Και να θυμάστε: Ποτέ οι πολλαπλές μιζέριες που περιγράψαμε δεν παίρνουν το πάνω χέρι από την κυρίαρχη ιλαρότητα του όλου πράγματος.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 22, 2007

PLANET TERROR: ΖΟΜΠΙ, ΧΑΒΑΛΕΣ ΚΑΙ B-MOVIES


Σε όλη του την κινηματογραφική καριέρα ο Robert Rodriguez είχε σαν στόχο τον χαβαλέ. Έτσι, όταν ο κολλητός του Ταραντίνο του πρότεινε ένα σινεφίλ παιχνίδι με τα παλιά b-movies των 70ς, φαντάζομαι ότι θα ήταν η καλύτερή του. Το Planet Terror (2007) που προέκυψε διαθέτει όλα, μα όλα τα κλισέ των σπλάτερ της εποχής, διαθέτει την επιμελώς-προσεγμένη-ώστε-να-δείχνει-παλιά κόπια και, φυσικά, τον ζητούμενο χαβαλέ.
Οι (κλασσικά) ζομποποιημένοι από (κλασσική) μόλυνση κάτοικοι της (κλασσικής) αμερικάνικης κωμόπολης την πέφτουν (κλασσικά) από παντού στους λίγους επιζώντες και γίνεται το σώσε. Η κόπια όντως μοιάζει παλιά με τις γραμμές, τα κοψίματα και τα καψίματά της και, ως αποκορύφωμα, υποτίθεται ότι λείπει και μια ολόκληρη μπομπίνα, που υποτίθεται και πάλι ότι χάθηκε. Διασκέδασα με την όλη φάση, γέλασα αρκετά (με κατάμαυρα, σπλάτερ αστεία βεβαίως) και γενικά τη βρήκα συμπαθέστερη απ' όσο οι περισσότεροι κριτικοί, που την έθαψαν.
Εδώ ωστόσο είμαι υποχρεωμένος να προειδοποιήσω με κάθε τρόπο: Την βρήκα εγώ, που είμαι αρκετά εθισμένος σε τέτοια θεάματα από παλιά. Αλλά η ταινία είναι πολύ σπλάτερ. Πιο πολύ δεν γίνεται. Τα αίματα και τα ζουμιά εν γένει ρέουν από παντού σε άφθονες ποσότητες και συχνά το όλο πράγμα γίνεται (επίτηδες βεβαίως) εξόχως αηδιαστικό. Αν είστε ευαίσθητοι σ' αυτά τα γλυκά πραγματάκια σας προειδοποιώ: Μην περάσετε ούτε απ' έξω. Αν όμως διασκεδάζετε κι είστε συνηθισμένοι σ' αυτά, σας είπα, τη βρήκα μάλλον καλύτερη απ' όσο περίμενα.
Φυσικά πρόκειται για ένα καθαρό κινηματογραφικό αστείο. Τίποτα παραπάνω. Και ως τέτοιο και μόνο πρέπει να ειδωθεί. Οποιουδήποτε άλλου είδους ανάλυση θα είναι εξ ορισμού άκυρη.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 18, 2007

ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΕΣ ΔΙΑΤΡΙΒΕΣ ΚΑΙ SNUFF MOVIES


Το 1996 ο ισπανός Alejandro Amenabar, που αργότερα θα έκανε φιλμς όπως τα Others και "Η θάλασσα μέσα μου", γυρίζει το Tesis, την πρώτη του ταινία. Αν εξαιρέσει κανείς την "Θάλασσα", ο Amenabar είναι βασικά ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης ατμοσφαιρικών θρίλερ, ενίοτε μεταφυσικών. Κι αυτό φάνηκε ήδη απ' την αρχή.
"Θέσις" είναι η διδακτορική διατριβή σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Έτσι, αφορμή για το σκοτεινό αυτό θρίλερ, είναι η διδακτορική διατριβή μιας φοιτήτριας κινηματογραφικής σχολής με θέμα τη βία στο σινεμά. Διατριβή που θα μετατραπεί σε εφιάλτη, όταν θα πέσει πάνω σε μια σειρά snuff movies (είδος ταινιών που κινούνται στα όρια του "αστικού μύθου" και που υποτίθεται ότι περιλαμβάνουν αληθινούς φόνους) και ένας κύκλος αίματος και φρίκης θα στηθεί γύρω της.
Πρόκειται για πολύ καλό θρίλερ, με σκοτεινή ατμόσφαιρα, έντονο σασπάνς και βία και αρκετές ανατροπές πάνω στην ταυτότητα του δολοφόνου. Γενικά το θεωρώ από τις καλές ταινίες του είδους. Και, επι πλέον, περιλαμβάνει και έναν έντονο προβληματισμό πάνω σε μια σειρά από ερωτήματα: Μέχρι πού φτάνει η αρχή του "δώσε στο κοινό ό,τι θέλει"; (αρχή προσφιλέστατη βεβαίως στη βιομηχανία του θεάματος και άλλοθι για πλείστες τηλεοπτικές κυρίως αθλιότητες, που βεβαίως δεν αποσκοπεί στην ικανοποίηση του όποιου γούστου του κοινού, αλλά στο φούσκωμα της τσέπης των παραγωγών). Πώς και γιατί μας γοητεύει η θέαση της βίας; Κι αν απεχθανόμαστε τη βία στην πραγματική ζωή, γιατί απολαμβάνουμε (και εγώ φυσικά συγκαταλέγομαι στους "ένοχους") ταινίες σαν κι αυτήν ακριβώς για την οποία μιλάμε εδώ; Είμαστε, κατά βάθος, όλοι βίαιοι; Ή υπάρχει ουσιαστικός διαχωρισμός αληθινής και αναπαριστώμενης βίας;
Δεν ξέρω αν υπάρχουν σαφείς απαντήσεις. Σίγουρα όμως η ταινία θέτει τα ερωτήματα. Κι είναι και καλή ταινία στο είδος της.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 13, 2007

ZODIAC Ή ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΕΜΜΟΝΩΝ


Να πω από την αρχή ότι ο David Fincher είναι από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες και περιμένω με αγωνία κάθε καινούρια δουλειά του. Αλλά να δηλώσω επίσης από την αρχή ότι θεωρώ το Zodiac του 2007 καλή ταινία, όχι όμως το αριστούργημα για το οποίο πολλοί "παραμίλησαν".
Φυσικά (κι αυτό γίνεται πολύ γρήγορα αντιληπτό) το Zodiac δεν είναι μια ακόμα ταινία με σίριαλ κίλερ. Ο τελευταίος αποτελεί την αφορμή μονάχα για μια (ακόμα) μελέτη της ανθρώπινης εμμονής και των (καταστροφικών συνήθως) αποτελεσμάτων της. Ή, αν θέλετε να το πούμε αλλιώς, δεν είναι ο σίριαλ κίλερ αυτός που ενδιαφέρει τον σκηνοθέτη, αλλά οι διώκτες του και η ψυχολογία τους. Άλλωστε ο δολοφόνος δεν δείχνεται σχεδόν καθόλου και οι αμφιβολίες για την ταυτότητά του συσσωρεύονται διαρκώς. Αντίθετα, η σταθερή διάβρωση του χαρακτήρα των διωκτών του (ενός μπάτσου, ενός σκιτσογράφου κι ενός δημοσιογράφου), παρακολουθείται με απόλυτα ακριβείς, αλλά αργούς ρυθμούς, όπως ακριβώς αργή και ανεπαίσθητη, αλλά αμείλικτη, είναι η διάβρωση που προαναφέραμε. Στο τέλος, μετά από χρόνια ενασχόλησης με την υπόθεση, οι ζωές τους έχουν καταστραφεί και οι οικογένειές τους έχουν διαλυθεί.
Κι ενώ πρόκειται για μια ακόμα φορά για εξαιρετική δουλειά σε κάθε επί μέρους στοιχείο (φωτογραφία, ατμόσφαιρα, λεπτομέρειες αναπαράστασης της εποχής, αφού η δράση της ταινίας εκετείνεται από το 1969 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 80 κλπ.), η αντίρρησή μου - αυτή που κυρίως με εμποδίζει να το χαρακτηρίσω αριστούργημα, όπως πολλοί κριτικοί - είναι ότι έχουμε ξαναδεί αυτό ακριβώς το θέμα, συχνά πολύ καλά αναπτυγμένο στο σινεμά (από τον Αλ Πατσίνο στο "Ψωνιστήρι" μέχρι την ιδιαίτερη σχέση / ταύτιση της Φόστερ με τον Χάνιμπαλ στη "Σιωπή των Αμνών" και την κατάρρευση του ήρωα στο τέλος του "Μονάχου" του Σπίλμπεργκ - κι ας μην πρόκειται για κυνήγι δολοφόνου στο τελευταίο παράδειγμα). Νομίζω δηλαδή ότι, παρά τις σκηνοθετικές αρετές της, πρόκειται για μια συνηθισμένη θεματικά ταινία. Είναι και οι αργοί ρυθμοί, που συνδυάζονται με πλήθος λεπτομερειών και ονομάτων που κάπου μπερδεύουν...
Αυτά βέβαια δεν με εμποδίζουν να το θεωρώ καλή ταινία (το είπα και στην αρχή) και να εξακολουθήσω να πιστεύω ότι ο Φίντσερ είναι από τους μεγαλύτερους δημιουργούς του καιρού μας. Τον περιμένω πάντοτε με ανυπομονησία.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 08, 2007

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 2006-2007

Αρχές Σεπτέμβρη λοιπόν και εποχή κινηματογραφικών απολογισμών. Τουτέστιν οι 10 καλύτερες ταινίες - κατά την ταπεινή μου γνώμη - της σεζόν που πέρασε. Όπως κάναμε και πέρισι θα διευκρινίσουμε και πάλι τα εξής:
1. Ως "σεζόν" εννοώ την περίοδο από 1 Σεπτέμβρη 2006 έως 31 Αυγούστου 2007. Όποια ταινία βγήκε στα ελληνικά σινεμά μέχρι και την τελευταία μέρα του Αυγούστου που μόλις τελείωσε ανήκει σ΄αυτήν. Όποια βγήκε από 1η Σεπτέμβρη θα εξεταστεί στον επόμενο απολογισμό (αν είμαστε καλά μέχρι τότε).
2. Η σειρά των 10 ταινιών ΔΕΝ είναι αξιολογική, αλλά απλώς αλφαβητική. Μου είναι αδύνατο να κρίνω το νο 1, το νο 5 ή το 6 ας πούμε από οτιδήποτε. Ήδη κουράστηκα για να επιλέξω 10 από τις καμιά εικοσαριά που μου άρεσαν.
3. Οι παλιές ταινίες που προβλήθηκαν ξανά στη σεζόν (π.χ. "Ο Νεκρός", "Στη σκιά των 4 γιγάντων" κλπ.) ΔΕΝ περιλαμβάνονται στη λίστα.
Πάμε λοιπόν.

ΟΙ ΔΕΚΑ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ

- 13 (ΤΖΑΜΈΤΙ) του Gela Babluani
- AZUR ET ASMAR του Michel Ocelet
- ΒΑΒΕΛ του Alejandro Inarritu
- THE BUBBLE του Eytan Fox
- Ο ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ του Joon-ho Bong
- ΟΙ ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ του Florian Henckel von Donnersmarck
- Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑ του Guillermo del Toro
- ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ του Alfonso Quaron
- THE SIMPSONS MOVIE του David Silverman
- VOLVER Του Pedro Almodovar

Να και οι υπόλοιπες 10 ταινίες που ξεχώρισα φέτος (πάντα χωρίς αξιολογική σειρά):

- THE DEPARTED του Martin Scorsese
- PRESTIGE του Christopher Nolan
- LITTLE MISS SUNSHINE των Jonathan Deyton και Valerie Faris
- ΚΡΥΦΕΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ (LITTLE CHILDREN) του Todd Fields
- Η ΨΥΧΗ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ του Γιάννη Οικονομίδη
- ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΒΟΖΙΜΑ του Clint Eastwood
- Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΦΥΛΑΚΑ του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου
- ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΙ ΦΟΒΟΙ ΣΕ ΔΗΜΟΣΙΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ (COEURS) του Alain Resnais
- DEAD GIRL της Karen Monrieff
- ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ του Jens Lien

Καλύτερο blogbuster της χρονιάς οι τρίτοι ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΑΪΒΙΚΗΣ του Gore Verbinski.

Ξέρω από τώρα τις έντονες διαφωνίες πολλών από σας: Η παράλειψη των Inland Empire του David Lynch και Fountain του Darren Aronofsky. Τι να κάνουμε; Όπως έγραψα στα σχετικά μ' αυτές κείμενα, οι συγκεκριμένες ταινίες δύο από τους αγαπημένους μου δημιουργούς με απογοήτευσαν. Δεν παύω όμως να περιμένω με αγωνία κάθε επόμενη δουλειά τους.
Αυτά για φέτος. Και του χρόνου.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 07, 2007

ΠΕΡΙ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΗΣ (;) ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ


Διότι περί αυτού ακριβώς μιλά το "Με την πρώτη" (Knocked up) του Judd Apatow (2007): Νεαρός ατσούμπαλος και φανατικό μέλος αντροπαρέας που δεν διακρίνεται για την κομψότητά της, τίγκα στις διάφορες "ουσίες" μάλιστα, κάνει σχεδόν κατά λάθος σεξ για μια βραδιά με ωραία γκόμενα εντελώς διαφορετικής κουλτούρας και ευαισθησιών και, εξ ίσου κατά λάθος, την αφήνει έγκυο. Κι από εκεί και πέρα...
Ακούγεται και μοιάζει σε πρώτη ματιά με μια ακόμα χαζή αμερικάνικη κωμωδία, απ' αυτές που βλέπεις αποκλειστικά σε dvd όταν πλήτεις αφόρητα . Ωστόσο δεν είναι ακριβώς. Αυτή εδώ διαθέτει αρετές και τόλμη που είναι ανύπαρκτες στο είδος που προαναφέραμε. Ας πάρουμε αρχικά την αυστηρώς ακατάλληλη αθυροστομία της, τόσο κυριολεκτικά, στα όσα λέγονται και με τον τρόπο που λέγονται, όσο και σε όσα δείχνονται, κυρίως σε ό,τι αφορά την κατανάλωση διαφόρων ουσιών - με πρώτο και κύριο βέβαια το χασίς. Κι έπειτα είναι και η καταγραφή των σχέσεων του κατά λάθος ζεύγους, που περνά από πλείστες φάσεις και (καλές και κακές) στιγμές. Ο τρόμος της δέσμευσης που μοιάζει να ενυπάρχει σε κάθε άντρα, η αθεράπευτη ανάγκη του για παιδικότητα και "μαλακίες", ο αντίθετος (συνήθως) χαρακτήρας των γυναικών με την "σοβαρότητα" και την πιο προσγειωμένη οπτική τους, όλα υπάρχουν εδώ. Όπως και ο τελματωμένος γάμος της αδελφής της κοπέλας, με αναπαραγωγή των παραπάνω σε πιο ακραία και καρικατουρίστικη μορφή. Τελικά, μετά από κάμποσα γέλια, πιάνεις τον εαυτό σου να αναρωτιέται αν πρόκειται στην ουσία για κωμωδία ή ρεαλιστικό δράμα.
Από την άλλη, ο αντίλογος μπορεί να υπάρξει και να βασίζεται ακριβώς σε όσα είπαμε παραπάνω: Η ταινία μπορεί κάλλιστα να κατηγορηθεί για αναπαραγωγή όλων αυτών των κλισέ - σταθερή, μονογαμικη γυναίκα που ολοκληρώνεται με την εγκυμοσύνη, τσαπατσούλης, αιώνιο παιδί άντρας που φοβάται τη δέσμευση. Και για συντηρητισμό επίσης, αφού όλα στο τέλος θυσιάζονται μπροστά στο "υπέρτατο γεγονός": Την έλευση του παιδιού. Και, διάβολε, δεν μπορώ να πιστέψω ότι δύο τόσο πανάσχετοι χαρακτήρες (μιλάμε για κυριολεκτικά διαφορετικούς κόσμους), που αρχικά σιχαίνονται ο ένας τον άλλον, μπορούν να τα βρουν με οποιονδήποτε τρόπο και να ερωτευτούν "για χάρη του παιδιού" και της υπέρτατης αξίας: της οικογένειας. Πολύ αμερικάνικο μου ακούγεται.
Διαλέγετε και παίρνετε λοιπόν. Στο μεταξύ όμως, όλα τα λεφτά είναι τα όσα απίστευτα συμβαίνουν στους κόλπους της ανεκδιήγητης αντροπαρέας. Η καταγραφή της κάθε λογής καφρίλας και χοντράδας - απόλυτα αληθινής ωστόσο - είναι κάτι παραπάνω από διασκεδαστική (ίσως μάλιστα πρώτη φορά να την έχω δει τόσο καλά δοσμένη στο σινεμά).

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 03, 2007

Η ΠΙΣΙΝΑ Ή ΟΙ ΑΦΟΡΗΤΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΣΧΕΣΗΣ


"Η Πισίνα" του Jacques Deray (1929-2003) είναι μια ταινία του 1969, που συνδυάζει την ψυχολογική ανάλυση με την αστυνομική πλοκή. Ένα ζευγάρι περνά ευτυχισμένες διακοπές σε μια πολυτελή βίλα με πελώρια πισίνα, ώσπου τους επισκέπτεται ένας παλιός φίλος (και αθεράπευτος μποέμ) με την σέξι κόρη του. Από εκεί και πέρα οι ισορροπίες ανατρέπονται, οι συμβάσεις αποκαλύπτονται, τα προσωπεία πέφτουν... και, όταν συμβαίνει και ένας φόνος και το πράγμα παίρνει αστυνομική τροπή, αυτό γίνεται μόνο και μόνο για να εδραιωθούν συμβάσεις ακόμα βαρύτερες και τρομακτικότερες.
Πρέπει να πούμε ότι η ταινία δείχνει έντονα τα χρόνια της. Είναι βουτηγμένη μέχρις εκεί που δεν παίρνει στα 60ς, αισθητικά, ενδυματολογικά κλπ. Αυτό όμως είναι κάτι που μπορείτε να παραβλέψετε. Στο κάτω - κάτω, δείτε το σαν μελέτη της αισθητικής μιας εποχής (που σήμερα, σε ορισμένες σκηνές και ιδιαίτερα σε κάποιες εμφανίσεις της Ρόμι Σνάιντερ μας φαίνεται ακόμα και γελοία). Ωστόσο το ενδιαφέρον νοηματικά παραμένει: Όλο το θέμα είναι η υποκρισία (ακόμα και το μίσος κάποιες φορές) που υποβόσκει στις σχέσεις ενός ευτυχισμένου επιφανειακά ζευγαριού, τη φθορά των σχέσεων που όλοι κάποτε έχουμε ζήσει και που δεν φαίνεται αν δεν εμφανιστεί κάποιος καταλύτης. Και εδώ ο Deray αποκαλύπτει ότι κατά βάθος, η γεμάτη πάθος, ειδυλιακή σε πρώτη ματιά σχέση, στηρίζεται μόνο και μόνο στην πιεστική ανάγκη να έχεις κάποιον δίπλα σου με κάθε τίμημα. Ακόμα κι αν αυτό βασίζεται στον ωμό εκβιασμό. Ακόμα κι αν στα θεμέλια της σχέσης είναι, καλά θαμένο, ένα πτώμα.
Προειδοποιώ για τους σχετικά αργούς ρυθμούς της ταινίας, ιδιαίτερα στην αρχή, όταν καταγράφεται η ξένοιαστη ζωή των διακοπών του ζευγαριού. Ωστόσο είναι απόλαυση να βλέπεις κλασσικούς πρωταγωνιστές στις πιο όμορφες στιγμές τους (Αλέν Ντελόν, Ρόμι Σνάιντερ, Μορίς Ρονέ). Και πάνω απ' όλους (συγχωρείστε τον εντονότατο υποκειμενισμό μου, αλλά πρόκειται για παλιό φετίχ) την Τζέιν Μπίρκιν, πιο δροσερή και όμορφη από ποτέ. Στα 23 της, βλέπετε, τότε...

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 02, 2007

SIMPSONS: Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΝΕΙΡΕΥΕΣΤΕ ΝΑ ΕΧΕΤΕ


Το ότι οι Simpsons είναι τηλεοπτικό αριστούργημα είναι γνωστό. Το ότι θα τολμούσε να είναι το ίδιο αιχμηρή, ανελέητη θα έλεγα, και η ταινία του David Silverman (2007), αποδείχτηκε μόλις.
Ενήλικο όσο δεν παίρνει, καυστικό σε βιτριολικό βαθμό, το Simpsons Movie τινάζει στον αέρα όσα οι δεκάδες ανά τον κόσμο Waltons προσπαθούν να μας πείσουν ότι αποτελούν την οικογένεια (η αμερικάνικη, αλλά και γενικότερα).
Ο ανεκδιήτητος πάτερ φαμίλας Homer μολύνεια ασύστολα το περιβάλλον, τρέφεται με σκουπίδια, κάνει κάθε λογής χοντράδες και, επί πλέον, πασχίζει να τα περάσει όλα αυτά στον γιο του, πράγμα που εν πολλοίς έχει πετύχει. Οι πολιτικοί κινούνται σε μια γκάμα που ξεκινά από την ηλιθιότητα και φτάνει στον σαδισμό (όλα τα λεφτά ο ηλίθιος Σβαρτσενέγκερ ως πρόεδρος των ΗΠΑ). Οι πολίτες, αντάξιοι των κυβερνήσεών τους, είναι μισσαλόδοξοι, εκδικητικοί και, φυσικά, συντηρητικοί. Γενικά η εικόνα της αμερικάνικης κοινωνίας που ανάγλυφα παρουσιάζεται στο φιλμ (και στη σειρά βεβαίως) είναι με μια λέξη εφιαλτική. Και βέβαια, μη ξεχνάτε ότι όταν στο τέλος ο Homer κάνει την ηρωική πράξη, δεν το κάνει από κανενόςε είδους αλτρουισμό ή ηρωισμό, αλλά επειδή τον έχει εγκαταλείψει η οικογένεια και αναγκάζεται να το κάνει. Άγρια πολιτική και κοινωνική σάτιρα λοιπόν και οικολογικά μηνύματα, πράγματα ασυνήθιστα για αμερικάνικο κινούμενο σχέδιο, ανεβάζουν κάθετα το ενδιαφέρον.
Σ' όλα αυτά προσθέστε το ενίοτε σουρεαλιστικό χιούμορ και τα πολλά "εσωτερικά" κινηματογραφικά αστεία και θα έχετε το ανατρεπτικότερο κινούμενο σχέδιο των τελευταίων ετών (τίτλο που μόνο το επερχόμενο South Park μπορεί πιθανόν να διεκδικήσει). Εννοείται ότι πρέπει να το δείτε στην πρωτότυπη, αγγλόφωνη βερσιόν (είμαι περίεργος αν έχει πέσει λογοκρισία στην ελληνική μεταγλώττιση, αφού πολλές ατάκες δεν είναι καθόλου παιδικές), εννοείται ότι δεν είναι κινούμενο σχέδιο για παιδιά (μπορεί να είναι δηλαδή, αλλά θα καταλάβουν τα μισά), εννοείται ότι θα το διασκεδάσετε όσο δεν παίρνει (αν βεβαίως πρότυπο και αγαπημένη σας σειρά ΔΕΝ είναι οι προαναφερθέντες Waltons). Και εννοείται ότι μένει πάντοτε η αντίφαση του πώς μια κοινωνία που μοιάζει αρκετά σ' αυτήν που δείχνεται με ακραίο τρόπο στην ταινία, παράγει τέτοιες αυτοσαρκαστικές σειρές και φιλμ, τα οποία μάλιστα έχουν και μεγάλη επιτυχία.

Πέμπτη, Αυγούστου 30, 2007

ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΑ HARRY POTTER


Είναι ο πέμπτος στη σειρά Χάρι Πότερ, του μέτριου David Yates αυτή τη φορά, όπου ο ήρωας γνωρίζει το Τάγμα του Φοίνικα (2007). Οφείλω να παραδεχτώ αρχικά ότι η σειρά εδώ και καιρό είναι αρκετά ενήλικη, διαθέτει σκοτεινές σκηνές και ατμόσφαιρα, και δύσκολα την χαρακτηρίζεις "παιδική" (βέβαια, το τι ακριβώς είναι "παιδικό" στις μέρες μας, με τα κάθε είδους dvd στις εφημερίδες, την 24ωρη τηλεόραση και το Ίντερνετ, είναι κάτι που σηκώνει μεγάλη συζήτηση). Η ταινία είναι επίσης πιστή στο βιβλίο, όπως με πληροφορούν οι φανατικοί της σειράς. Θετικά αυτά.
Εδώ λοιπόν ο μικρός μάγος (που πλέον μεγάλωσε αρκετά), θα διερευνήσει την κρυφή σχέση του με τον αρχικακό αυτοπροσώπως και, εκτός των συνήθων κακών, θα αντιμέτωπίσει και τον ίδιο του τον κακό εαυτό (όχι και πολύ πρωτότυπο εύρημα), αλλά μετά από εσωτερική (και όχι μόνο) μονομαχία, το καλό θα θριαμβεύσει (μη μου πείτε ότι αποκαλύπτω πολλά, αφού γυρίζεται ήδη η επόμενη συνέχεια). Απλώς έχω δει στο σινεμά και πολύ δυνατότερες μονομαχίες ηρώων με τη σκοτεινή τους πλευρά. Πλάκα έχει πάντως η φασιστοειδής και μισσαλόδοξη καθηγήτρια (που είναι τόσο σαδίστρια και δυσκοίλια που τη μισείς πανεύκολα), καθώς και η πλειάδα γνωστών ηθοποιών που παρελαύνουν σε μικρούς ρόλους από το φιλμ.
Πέραν αυτών... ομολογώ ότι βαριέμαι λιγάκι (είναι και η 5η συνέχεια είπαμε). Δεν θεωρώ ακριβώς κακό το φιλμ, αλλά να... Μη συγκαταλεγόμενος στους προαναφερθέντες φανατικούς, ξεχνώ λιγάκι στην ετήσια επαφή μου με τις ταινίες ποιος είναι ποιος, ποια είναι η σχέση του Σίριους με τον Χάρυ και τους γονείς του, τι παίζεται με τη μαγική εφημερίδα και ποιος την ελέγχει και διάφορα άλλα τέτοια. Μικρό το κακό, θα μου πείτε. Το πρόβλημά μου είναι περισσότερο ότι η ταινία δεν είναι κακή, αλλά ούτε και τίποτα φοβερό, δεν είναι χαζοχαρούμενη, αλλά ούτε και σε συγκλονίζει με τη σκοτεινιά της, έχει εντυπωσιακά εφφέ, αλλά όχι κάτι που να μας κάνει να πάθουμε πλάκα... και γενικά τη θεωρώ αυτό που λέμε "εντάξει, δεν ήταν κακό". Τελικά, νομίζω ότι το ετήσιο ραντεβού μου με τον Χάρι γίνεται μάλλον από υποχρέωση, σαν κάτι συγγενείς που πρέπει να δούμε στη γιορτή τους μια φορά το χρόνο και δεν περνάμε πολύ άσχημα, συνήθως τρώμε και καλά, αλλά παρ' όλα αυτά φεύγοντας σκεφτόμαστε με πλήξη "Ώχ, του χρόνου πάλι τα ίδια!"

Κυριακή, Αυγούστου 26, 2007

ΑΝ ΚΑΙ ΝΕΚΡΟΣ, ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟΣ


Να το πούμε απ' την αρχή: Ο "Νεκρός" του Jim Jarmusch (1995) είναι μια μάλλον αργή ταινία. Αν λοιπόν είστε αλλεργικοί στους αργούς κινηματογραφικούς ρυθμούς, εγώ σας προειδοποίησα. Να ξεκαθαρίσουμε και το άλλο - και σημαντικότερο: Θεωρώ τον "Νεκρό" αριστούργημα. Πιθανόν μάλιστα την καλύτερη ταινία του Τζάρμους.
Τι ακριβώς είναι ο "Νεκρός"; Αρχικά ένα γουέστερν. Έχει μοναχικό, περπλανώμενο ήρωα, ινδιάνους, πυροβολισμούς, κυνηγούς επικηρυγμένων... Αυτά όμως είναι μόνο η επιφάνεια. Γιατί ταυτόχρονα έχει ανατρεπτική πολιτική άποψη, έχει υποβλητική μεταφυσική θεώρηση του θανάτου, υπέροχη, ασπρόμαυρη φωτογραφία με πλήθος από πανέμορφες, ποιητικές εικόνες που χαράσονται ανεξίτηλα στη μνήμη, υπνωτική, εθιστική μουσική του Neil Young... Με λίγα λόγια, αν μπεις στο τριπ της δύσκολα βγαίνεις απ' αυτό. Αλλά περί αυτού ακριβώς πρόκειται: Θεωρώ τον "Νεκρό" την απόλυτη ταινία - τριπ, τόσο κυριολεκτικά (με την έννοια του ταξιδιού που έχει η λέξη) όσο και μεταφορικά. Ενός ταξιδιού που, αν αφεθείς σ' αυτό, παρακαλάς να μην τελειώσει ποτέ.
Η πολιτική άποψη που είπαμε, έγκειται στην πλήρη ανατροπή του παραδοσιακού μοντέλου "καλός / γενναίος λευκός - άγριοι ιθαγενείς". Λίγες φορές οι λευκοί άποικοι, που δημιούργησαν την Αμερική, έχουν δειχτεί τόσο βάρβαροι, άπληστοι, άρπαγες, κτηνώδεις, σε αντίθεση με τους βουτηγμένους στην μεταφυσική και σε μια πρωτόγονη και άγρια ποίηση ινδιάνους. Ο πρωταγωνιστής ινδιάνος μάλιστα, που είναι και ο καταλύτης της υπόθεσης, ανατρέποντας τα δεδομένα, διαθέτει δυτική κουλτούρα και είναι πολύ περισσότερο ευαίσθητος και διανοούμενος από κάθε λευκό. Οι τελευταίοι δείχνονται και ως φορείς μόλυνσης, οικολογικής καταστροφής και κάθε καταστροφής γενικότερα.
Η άλλη πλευρά της ταινίας, η μεταφυσική, επηρεάζεται από την ινδιάνικη θεώρηση του θανάτου και αντλεί στοιχεία από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, τελετές και δοξασίες, που έχουν να κάνουν με την ωρίμανση και το ταξίδι, εν τέλει, της ανθρώπινης ψυχής. Μπορεί και ολόκληρο το φιλμ να ειδωθεί κάτω απ' αυτή τη σκοπιά, σαν το ταξίδι του ανθρώπου προς τον αναπόφευκτο θάνατο. Αυτά ενσαρκώνονται στο πρόσωπο του ήρωα που φέρει το συμβολικό - ποιητικό όνομα Ουίλιαμ Μπλέικ (ένας από τους καλύτερους ever Τζόνι Ντεπ), που από δειλός, τρομαγμένος λογιστής μετατρέπεται σταδιακά σε θρύλο και (συχνά ακούσιο) εκδικητή, πανέτοιμο πλέον στο τέλος για το τελειωτικό μεγάλο ταξίδι (γενικά η ποίηση και οι κάθε λογής αναφορές παίζουν μεγάλο ρόλο στο φιλμ).
Όλα αυτά δίνονται με το χαρακτηριστικό, αποσπασματικό στιλ του Τζάρμους, με τα μικρά επεισόδια του ταξιδιού του λογιστή στην όλο και πιο άγρια Δύση να διαδέχονται απολαυστικά το ένα το άλλο, όπως και η πληθώρα γνωστών ηθοποιών (Ρόμπερτ Μίτσαμ, Τζον Χαρτ, Ίγκι Ποπ σε ανεκδιήγητη εμφάνιση, Γκάμπριελ Μπερν, Μπίλι Μπομπ Θόρτον κλπ.) Και ξέρετε ποιο είναι το πιο παράξενο; Αν και όλα αυτά ακούγονται υπερβολικά σοβαρά, ο "Νεκρός" διαθέτει πολύ και καλό χιούμορ, ενίοτε μαύρο. Πώς συνδυάζεται τώρα το χιούμορ με όλα τα παραπάνω, μόνο ο Τζάρμους ξέρει (και μπορεί).
Εσείς μένει μόνο να το δείτε - πράγμα που σας συνιστώ αν δεν το έχετε ήδη κάνει - για να το διαπιστώσετε. Σπεύσατε λοιπόν. Και για όσα είπαμε και διότι περιέχει σκηνές ανθολογίας, όπως οι τελευταίες, από την είσοδο στον ινδιάνικο καταυλισμό μέχρι το τέλος. Το ξαναείπα: Το θεωρώ αριστούργημα.

Κυριακή, Ιουλίου 29, 2007

ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Έφτασε η ώρα! 29 Ιουλίου με 27 Αυγούστου διακοπεύω! Κι επειδή θα βρίσκομαι σε θάλασσες, μεταξύ Κρήτης και Λέσβου, σινεμά θα δω μόνο αν γίνονται κάπου τίποτε υποβρύχιες προβολές.
Σαν τα παλιά χειμερινά σινεμά λοιπόν... Ραντεβού τον Σεπτέμβριο (περίπου).
Να περνάτε καλά.

Σάββατο, Ιουλίου 28, 2007

ΑΓΡΙΕΣ ΓΚΟΜΕΝΕΣ ΚΑΙ "ΑΛΕΞΙΘΑΝΑΤΑ" ΑΜΑΞΙΑ


Το τόσο αναμενόμενο Death Proof (2007) του Quentin Tarantino μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα. Πριν γράψω όμως γι' αυτά, λίγα για το φιλμ:
Φυσικά πρόκειται για ταινία καθαρού χαβαλέ. Οποιαδήποτε απόπειρα να την πάρει κανείς στα σοβαρά, με οποιονδήποτε τρόπο, πέφτει παταγωδώς στο κενό. Αυτό, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είναι κακό, αφού πρόκειται για συνειδητή, δηλωμένη πρόθεση και απόλυτο σκοπό του Ταραντίνο. Επίσης, όπως είναι πολύ γνωστό, πρόκειται για μια άμεση αναφορά στα b-movies της δεκαετίας του 70, ιδιαίτερα σ' αυτά που βασίζονται σε κυνηγητά αυτοκονήτων, τα οποία έβλεπε κατά κόρον ο σκηνοθέτης και χάρη σ' αυτά κυρίως απέκτησε την κινηματογραφική του "μόρφωση". Οι αναφορές αυτές βρήκα ότι έχουν πλάκα, αφού φρόντισε να πείσει τον θεατή ότι βλέπει μια "κακή" ταινία των 70ς, και μάλιστα σε ταλαιπωρημένη κόπια (φωτογραφία με κόκκο, "πηδήματα" από σκηνή σε σκηνή, γραμμές και τεχνιτή φθορά στο φιλμ κλπ.)
Τα καλά και τα κακά τώρα (κατά τη γνώμη μου φυσικά): Ο Ταραντίνο είναι καλός σκηνοθέτης, αυτό το ξέρουμε όλοι, και μπορεί να κρατά τον θεατή τεντωμένο, ιδιαίτερα στις σκηνές δράσης. Το χιούμορ φυσικά δεν λείπει, η βρώμικη γλώσσα επίσης και γενικά όλα τα στοιχεία του σινεμά του είναι και εδώ παρόντα. Αν αφεθείς λοιπόν, είναι σίγουρο ότι "θα το ευχαριστηθείς" και θα διασκεδάσεις. Σ' αυτό πετυχαίνει απόλυτα. Αναρωτιέμαι ωστόσο (για να περάσουμε στα "κακά"): Μέχρι πότε ο Ταραντίνο θα κάνει καθαρό κινηματογραφικό χαβαλέ και τίποτα παραπάνω; Μέχρι πότε οι ταινίες του θα στερούνται παντελώς νοήματος; (εκτός αν θεωρήσουμε σαν τέτοιο το "φεμινιστικό" στοιχείο, με τις άγριες κοπέλες που εκδικούνται τον σάικο πρωταγωνιστή) Και, επί πλέον, νομίζω ότι όλα αυτά τα στοιχεία έχουν γίνει πια απόλυτα αναγνωρίσμη μανιέρα στο ταραντινικό σινεμά και από εδώ και πέρα ελλοχεύουν κίνδυνοι επανάληψης. (χαρακτηριστικό το στυλ των ατελείωτων διαλόγων, που στην ουσία δεν λένε τίποτα απολύτως πλην όμως καταφέρνουν να γίνονται διασκεδαστικοί, που εναλλάσονται με άγρια δράση και βία). Και κάτι ακόμα αρνητικό: Στο δεύτερο μέρος, όταν ξανάρχισαν οι διάλογοι που λέγαμε ανάμεσα στις γκόμενες της δεύτερης ομάδας, κουράστηκα και βαρέθηκα αρκετά μέχρι να ξεκινήσει η καθηλωτική δράση.
Διασκέδαση και χαβαλές λοιπόν και σινεφίλ κλείσιμο ματιού. Πέρασα καλά σε γενικές γραμμές. Μέχρι πότε όμως;

Παρασκευή, Ιουλίου 27, 2007

ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΚΛΑΣΣΙΚΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ


Τι είναι αυτό που κάνει μια ταινία του 1959 διασκεδαστική σήμερα; Και μάλιστα μια ταινία που και σεναριακές αφέλειες περιέχει και, ενίοτε, ξεπερασμένο παίξιμο από τους ηθοποιούς. Κι όμως: Θα συνιστούσα να δείτε, αν δεν το έχετε κάνει ήδη, τη "Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων" (North by Northwest) του Alfred Hitchcock (1899-1980). Ίσως να είναι αυτή ακριβώς η αφέλεια που συμβάλλει στη γοητεία, ίσως η γνώση ότι πολλά από αυτά που βλέπουμε γίνονται για πρώτη φορά στο σινεμά και είναι πρόδρομοι πλήθους στοιχείων που έκτοτε έχουν κατά κόρον κλαπεί και σήμερα θεωρούνται κοινοτοπίες. Και βέβαια, είναι και η πανέξυπνη, γεμάτη ανατροπές ιστορία, καθώς και ο μοναδικός συνδυασμός σασπένς, ερωτισμού και χιούμορ, χαρακτηριστικά πολλών ταινιών του Χίτσκοκ.
Προσωπικά βρίσκω γοητευτικό το βασικό μοτίβο που υπάρχει σε αρκετές ταινίες του: Αυτό του αθώου που κατηγορείται άδικα ή/και όλοι γύρω του του αποδίδουν μια ταυτότητα που δεν είναι δική του. Κι ακόμα πιο ενδιαφέρον το ότι από ένα σημείο και πέρα ο ήρωας αναγκάζεται να δεχτεί αυτή την ταυτότητα και να προσποιηθεί ότι είναι ο άλλος, γιατί αλλιώς δεν θα επιβιώσει. Εδώ μάλιστα, ο Κάρυ Γκραντ αναγκάζεται να επωμιστεί ένα ρόλο που όλοι του αποδίδουν, ενώ ο ρόλος αυτός ανήκει σε ανύπαρκτο πρόσωπο!
Πώς λοιπόν να μην υποκύψει ο θεατής σ' αυτή τη γοητεία και να μην τον αγγίξει το σαπένς, όταν μάλιστα στην ταινία περιέχονται και κλασικές σκηνές σαν αυτή της επίθεσης του αεροπλάνου στον ανύποπτο ήρωα στο μέσον της ερήμου ή την άλλη, της καταδίωξης του κεντρικού ζεύγους στα απότομα βράχια του Ράσμορ, του περίφημου βουνού όπου έχουν σκαλιστεί τα γιγάντια πρόσωπα τν πρώτων προέδρων της Αμερικής; Και είναι και η τελευταία, παμπόνηρη εικόνα του τρένου που μπαίνει στο τούνελ τη στιγμή που ο ήρωας κάνει έρωτα... Είναι πασίγνωστο: Ο μετρ δεν ήταν μόνο μάστορας της αγωνίας. Διέθετε και φοβερό χιούμορ!

Τετάρτη, Ιουλίου 18, 2007

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΦΙΛΟ


Ευτυχώς! Μετά το πολύ κακό "Φίλοι για πάντα" (βλ. Ιούλιος 2006), ο Patrice Leconte γίνεται και πάλι ο Λεκόντ που γνωρίζουμε και αγαπάμε. "Ο κολλητός μου" (Mon meilleur Ami) μιλά πάλι για τη φιλία, ένα θέμα που φαίνεται να απασχολεί τον σκηνοθέτη, αφού έχει αφιερώσει αρκετές ταινίες του σ' αυτό (θυμηθείτε και τον καλό - που όμως πέρασε απαρατήρητος - "Άνθρωπο του τρένου" δυo-τρία χρόνια πριν).
Εδώ ένας ευκατάστατος μεσήλικας αντικέρ αντιλαμβάνεται ξαφνικά ότι έχει πολλούς γνωστούς, αλλά κανένα φίλο. Κι όταν ο εγωισμός του πληγώνεται εξ αιτίας ενός στοιχήματος, ψάχνει απεγνωσμένα να βρει κάποιον "κολλητό" και πιάνεται από τον πρώτο διαθέσιμο: Έναν φλύαρο, αλλά συμπαθητικό ταξιτζή, που όμως κι αυτός έχει τα προβλήματά του...
Χιούμορ υπάρχει αρκετό (χωρίς βέβαια να είναι ξεκαρδιστικό, αφού δεν πρόκειται για κωμωδία, αλλά για κομεντί), συγκίνηση επίσης (δίχως να ξεσπά κανείς σε κλάματα, κι εδώ ο Λεκόντ είναι χαμηλότονος) και υπάρχει και η έμφυτη θαρρείς τρυφερότητα, ευγένεια και γλυκύτητα αυτού του δημιουργού, καθώς και το αναμφισβήτητο ταλέντο του να κάνει ταινίες που βλέπονται πολύ ευχάριστα. Γι΄αυτό, κι όταν ακόμα μιλά για μοναξιά, όπως εδώ, καταφέρνει να με κάνει να χαμογελώ. Είναι και οι καλά σχεδιασμένοι χαρακτήρες των δύο βασικών ηρώων και το σασπένς με το τηλεπαιχνίδι στο τέλος... Λίγα είναι αυτά; Δεν πρόκειται για αριστούργημα, μακάρι όμως οι πατάτες που συνήθως βγαίνουν σε πρώτη προβολή τα καλοκαίρια να έφταναν έστω και λίγο το επίπεδό της.
Τέλος χαίρομαι ιδιαίτερα που ξαναβρίσκω έναν παλιό, καλό φίλο. Γιατί πέρυσι τέτοια εποχή, όπως είπα και στην αρχή, είχα ανησυχήσει σοβαρά...

Κυριακή, Ιουλίου 15, 2007

ΕΝΑ ΚΤΗΝΟΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΡΡΙΠΤΕΙ ΚΑΘΕ ΤΑΜΠΟΥ


Ο Walerian Borowczyk (1923-2006), Πολωνός και με σημαντική θητεία στο κινούμενο σχέδιο πριν πάει στη Γαλλία, είναι ένας από τους σημαντικούς ερωτογράφους στη δεκαετία του 70. Πολλές φορές μάλιστα οι ταινίες του αγγίζουν τα όρια της πορνογραφίας. "Το Κτήνος" του 1975 είναι από τις χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις.
Βλέποντάς το σήμερα, μπορώ να πω ότι δεν το θεωρώ ιδιαίτερα καλή ταινία. Υπάρχει κάτι άτσαλο, πρόχειρο στη σκηνοθεσία και πολλές σκηνές ανήκουν περισσότερο στο χώρο του γκροτέσκο. Λίγα για το στόρι: Μια όμορφη και πλούσια αμερικάνα δέχεται να παντρευτεί τον γόνο μιας παρακμασμένης γαλλικής αριστοκρατικής οικογένειας, τον οποίο γνωρίζει μόνο από αλληλογραφία. Όταν φτάνει στον σχεδόν εγκαταλειμένο πύργο, όπου αυτός ζει με τον πατέρα και τον θείο του, η ατμόσφαιρα, φορτισμένη ερωτικά από την πρώτη στιγμή, την κάνει να ξεπεράσει τα ταμπού της και να επιθυμήσει πράγματα που δεν μπορούσε να φανταστεί. Παράλληλα, ο θρύλος ενός κτήνους που εμφανίζεται στον πύργο κάθε 200 χρόνια κάνει ακόμα πιο βαρειά την ήδη αλλόκοτη ατμόσφαιρα.
Προφανώς ο Μπόροβζικ θέλει να μιλήσει για τις απωθημένες ερωτικές επιθυμίες των "καθώς πρέπει" ανθρώπων και για το "κτήνος" που όλοι κρύβουμε μέσα μας δίχως συνήθως να το γνωρίζουμε, που όταν απελευθερωθεί οδηγεί ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Ταυτόχρονα καυτηριάζει με ειρωνία την σεξουαλική υποκρισία των ανώτερων τάξεων, της εκκλησίας και γενικά μιας κοινωνίας μουχλιασμένης, που κύριο μέλημά της έχει να κρύψει όσο καλύτερα γίνεται αυτά που πραγματικά ποθεί. Προσπαθώντας ίσως συνειδητά να ενοχλήσει ή, αν θέλετε, να δοκιμάσει τα όρια των θεατών, βάζει κάθε είδους ερωτικές σκηνές: Το άφθονο γυμνό, οι αυνανισμοί, η παιδεραστία, η κτηνοβασία και άλλα διάφορα δίνουν και παίρνουν. Η σκηνή του βιασμού της κόμισας από το ζωόμορφο τέρας, απωθητικό και ερωτικό ταυτόχρονα, με το τελευταίο να εκσπερματώνει ακατάπαυστα σε κοντινά πλάνα, με την ωμότητα και το γκροτέσκο να συνυπάρχουν, είχε στην εποχή της συζητηθεί πολύ. Τα κοντινά αλόγων που συνουσιάζονται, με όλες τις "βρώμικες" λεπτομέρειες, θα ενοχλήσουν επίσης τους σεμνότυφους θεατές. Οι τελευταίοι, προειδοποιώ, ας μείνουν μακριά, πολύ μακριά από την ταινία.
Ωστόσο, το είπα και στην αρχή: Βρίσκω το "Κτήνος" αρκετά ξεπερασμένο, άγαρμπο σκηνοθετικά, ακατέργαστο. Και δεν σας κρύβω ότι σε κάποια σημεία βαρέθηκα. Δεν μπορώ πάντως παρά να επισημάνω ότι μια τέτοια ταινία θα ήταν αδύνατο να γυριστεί σήμερα, σε μια εποχή ασφυκτικής πολιτικής ορθότητας, συντηρητισμού και σεμνοτυφίας. Ίσως γι' αυτό να αξίζει να το δει κανείς. Ή ως ένα ακόμα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο.

Παρασκευή, Ιουλίου 13, 2007

Η ΠΩΛΙΝ ΣΤΟΝ ΣΚΛΗΡΟ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ


Να σας εξομολογηθώ αρχικά (σιγά την εξομολόγηση δηλαδή. Συμβαίνει σε πάρα πολλούς) ότι πάντοτε βαριόμουν αρκετά τον Eric Rohmer. Μικρές, καθημερινές, αισθηματικές ιστορίες, ήρωες που μιλούν ακατάπαυστα λέγοντας (συνήθως) αμπελοφιλοσοφίες... Τέλος πάντων. Κάποιες από τις ταινίες του βλέπονται σχετικά ευχάριστα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 80 ο Ρομέρ γυρίζει 5 (αν θυμάμαι καλά) ταινίες που κάθε μια τους βασίζεται σε μια παροιμία. "Η Πωλίν στην πλαζ" του 1983 είναι η τρίτη απ' αυτές. Καλοκαίρι λοιπόν και η 15χρονη Πωλίν πάει διακοπές σε παραθαλάσσιο θέρετρο με την τριαντάρα και όμορφη ξαδέρφη της. Κατά τη διάρκεια των διακοπών θα γνωρίσουν και οι δύο έρωτες - και το ίδιο θα κάνουν και οι χαρακτήρες που εμπλέκονται στην ιστορία, άντρες και γυναίκες. Καθημερινές ίντριγκες, φλερτ, μικρές απάτες, παρεξηγήσεις, χωρισμοί, και, όταν οι διακοπές τελειώσουν, η Πωλέτ θα έχει πάρει μια πρώτη γεύση (μάλλον αρνητική) του κόσμου των ενηλίκων και πιο ώριμη (μάλλον ελαφρά αηδιασμένη μου φάνηκε εμένα) θα ξεκινήσει την "κανονική", εκτός διακοπών και εντός ενηλικίωσης ζωή της. Υπάρχει διάχυτη μια ελαφριά δόση ειρωνείας και συγκρατημένο χιούμορ και η ταινία κυλά σα μια απλή αισθηματική κομεντί που ίσως βλέπεται ευχάριστα από κάποιους, ενώ γύρω κυριαρχεί μια αφόρητα 80ς ατμόσφαιρα, στο ντύσιμο, στις κομώσεις, στο όλο κλίμα.
Όλα αυτά συμβαίνουν εν μέσω ατέρμονων συζητήσεων όλων των χαρακτήρων, σε όλα τα πιθανά μέρη και τις ώρες. Κι όλες, μα όλες αυτές οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από τον έρωτα. Εντάξει, ο Ρομέρ είναι ακριβής ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, παρουσιάζοντάς μας πολύ καθαρά διαφορετικούς χαρακτήρες, στάσεις και φιλοσοφίες στον έρωτα (κυνικοί, ρομαντικοί, προσγειωμένοι, επιπόλαιοι κλπ.) Όμως εδώ είναι και μια από τις αντιρήσεις μου. Προφανώς ηθελημένα, ο σκηνοθέτης αφήνει τα όλα τα άλλα απ' έξω και επικεντρώνει την ανάλυση του στον έρωτα και μόνο (ούτε λέξη μάλιστα για σεξ - μόνο για έρωτα). Τα χόμπι, οι δουλειές, οι πολιτικές / κοινωνικές απόψεις, οι φιλίες, τα ταξίδια, τα γούστα στην τέχνη, στο φαγητό, όπου αλλού τέλος πάντων, απουσιάζουν πλήρως. Υπάρχει ο έρωτας και μόνον αυτός. Κι αυτό συμβαίνει και σε άλλες ταινίες του.
Ναι, κάτι υπάρχει που ξεχωρίζει από συνηθισμένη αισθηματική κομεντί. Ωστόσο, το είπα από την αρχή, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο Ρομέρ θεωρείται μεγάλος σκηνοθέτης.