Τρίτη, Μαρτίου 27, 2007

Η ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓΡΙΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ


Ο "Άγριος Πλανήτης" είναι μια γαλλική ταινία κινουμένων σχεδίων του 1973 και παραμένει ένα από τα πιο όμορφα animation που έγιναν ποτέ. Προϊόν συνεργασίας του Rene Laloux (1929-2004), σκηνοθέτη κιν. σχεδίων, και του πολυπράγμονα Roland Topor (1938-1997), ζωγράφου, σχεδιαστή, συγγραφέα και άλλα πολλά, παραμένει κλασσική μέχρι σήμερα.
Βασισμένη σ' ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Stefan Wul, μιλά για μια φυλή ανθρωποειδών γιγάντων με πολύ υψηλό πολιτισμό, που έχουν μεταφέρει την ανθρώπινη φυλή στον πλανήτη τους. Οι "εξημερωμένοι" άνθρωποι χρησιμοποιούνται από τους Ντράαγκ, τους γίγαντες, σαν κανονικά κατοικίδια, κυρίως για να παίζουν τα παιδιά τους. Οι "άγριοι", αυτοί δηλαδή που το έχουν σκάσει και ζουν πρωτόγονα σε εγκαταλειμένα πάρκα και αλλού, εξολοθρεύονται σε τατκτά διαστήματα, όπως ακριβώς κάνουμε εμείς με τα έντομα. Η ταινία παρακολουθεί τη ζωή ενός ανθρώπου, μέχρι την τελική του προσπάθεια να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη φυλή του και τους γίγαντες.
Η ιστορία παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον, η αξία όμως της ταινίας και η διαχρονικότητά της οφείλονται κυρίως στις εκπληκτικές εικόνες του Topor, ο οποίος, ως έντονα επηρεασμένος από το σουρεαλισμό, τους δίνει μια έντονα σουρεαλιστική, ονειρική και μαγική χροιά. Τα παράδοξα, ψυχεδελικά τοπία, η απίστευτη ποικιλία των όντων του πλανήτη, που άλλοτε προκαλούν γέλιο κι άλλοτε είναι σα να έχουν βγει από εφιάλτες (θυμίζοντας ενίοτε Bosch), η ποιητική αντιμετώπιση, μένουν χαραγμένα στη μνήμη μας. Μην περιμένετε να εξηγηθούν απόλυτα όλα όσα βλέπετε (οι τρόποι ζωής όλων αυτών των όντων, οι λεπτομέρειες του πολιτισμού ή της ίδιας της φυσιολογίας των Draags, οι διαλογισμοί τους, οι αλλαγές στα σώματά τους κλπ.) Αυτό όμως δεν έχει καμιά σημασία. Σημασία έχει να αφεθούμε στην πλημμύρα των εικόνων, που είναι δουλεμένες με το χαρακτηριστικό εικαστικό στιλ του Topor (πενάκι, συνήθως απαλά χρώματα και οργιαστική φαντασία).
Αν το βρείτε κάπου, μην το χάσετε.

Κυριακή, Μαρτίου 25, 2007

ΠΑΛΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ ΜΕ ΤΟ "ΦΙΔΙ"


Το "Le Serpent" (Το Φίδι) του Eric Barbier είναι ένα σκοτεινό και αρκετά βίαιο θρίλερ που κατάφερε να με κρατήσει από την αρχή μέχρι το τέλος. Ένας πετυχημένος φωτογράφος στο πρόθυρα διαζυγίου πέφτει θύμα μιας σατανικής μηχανορραφίας που υφαίνει ένας ψυχρός, στα όρια της παράνοιας, κατά συρροήν εκβιαστής. Ενώ όμως περιμένουμε να δούμε μια απλώς αστυνομική ιστορία, το πράγμα περιπλέκεται διαρκώς, αποκτά όλο και μεγαλύτερες, σκοτεινότερες διαστάσεις, παίρνει καθαρά προσωπικές προεκτάσεις, καλά κρυμμένα μυστικά και ιστορίες εκδίκησης αποκαλύπτονται και, τελικά, μετατρέπεται σε μια λυσσασμένη, μέχρι θανάτου μονομαχία ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές.
Σίγουρα υπάρχουν κάποια τραβηγμένα και υπερβολικά σημεία στο σενάριο, ωστόσο, αν τα παραβλέψεις και δεχτείς τις συμβάσεις του είδους, η μηχανή λειτουργεί πολύ καλά αυξάνοντας συνεχώς τις στροφές της, μετατρέποντας μια απλή ιστορία εκβιασμού σε απόλυτο εφιάλτη και οδηγώντας μαθηματικά στο αιματηρό φινάλε.
Αν η ταινία ήταν αμερικάνικη και διέθετε δυο - τρία διάσημα ονόματα πιστεύω ότι θα πήγαινε πολύ καλά εμπορικά. Θα βγει στα σινεμά, όμως η γαλλική καταγωγή της και οι άγνωστοι σε μας ηθοποιοί και σκηνοθέτης ίσως περιορίσουν τα εισητήρια - κι ας είναι καλύτερη από πολλά αμερικάνικα θρίλερ. Αν όμως ξεπεράσετε τέτοιου είδους "αγκυλώσεις", θα απολαύσετε ένα θρίλερ που, χωρίς σε καμία περίπτωση να είναι αριστούργημα ή να έχει οποιοδήποτε "ιδεολογικό" βάθος, σας προσφέρει ένα δίωρο με κλιμακούμενο σασπένς.

Σάββατο, Μαρτίου 24, 2007

ΠΕΤΡΙΝΟΙ ΚΥΚΛΟΙ ΚΑΙ ΣΑΜΑΝΙΚΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ


Ο "Πέτρινος Κύκλος" (Le Concile de pierre) του Guillaume Nicloux είναι ένα μεταφυσικό θρίλερ, με στοιχεία τρόμου, που αναφέρεται κυρίως σε μύθους, τελετουργίες και πρακτικές των σαμάνων της Μογγολίας. Σκοτεινοί κύκλοι στη Γαλλία προσπαθούν να πάρουν τον θετό γιο της Μόνικα Μπελούτσι για να τον χρησιμοποιήσουν σε κάτι μυστηριώδες και απόκοσμο. Αλλά η μητέρα - καθότι το μητρικό ένστικτο λειτουργεί άψογα ακόμα και σε περιπτώσεις υιοθεσίας - θα φτάσει μέχρι τη μακρινή Μογγολία διεκδικώντας με κάθε μέσο ό,τι αγαπά.
Θεραπευτικές και μη τελετές, σκοτεινές συνωμοσίες, χαμένες φυλές, αθανασία, μεταμορφώσεις σε ζώα, άγριοι φόνοι, (κάτι σαν) μεσίες και άλλα πολλά εμπλέκονται στο θρίλερ αυτό, που σε πολύ λίγα σημεία κατάφερε κάπως να με τρομάξει και το οποίο, παρά τις αρχικά μάλλον ενδιαφέρουσες ιδέες, δεν κατάφερε να με κρατήσει ιδιαίτερα, αφού ήταν γεμάτο προβλέψιμα κλισέ και σεναριακές αφέλειες. Ειδικά στο δεύτερο μέρος, όταν μετατρέπεται σε "εξωτική" περιπέτεια δράσης (χωρίς ποτέ ωστόσο να λείπει και το μεταφυσικό στοιχείο) και θυμίζει πολύ αντίστοιχες αμερικάνικες που έχουμε δει πολλές φορές. Έχει πάντως εξασφαλίσει διανομή λόγω, υποθέτω, της παρουσίας των Μόνικα Μπελούσι (που θα υποστεί τα πάνδεινα και θα γεμίσει πολλάκις αίμα και ουλές) και Κατρίν Ντενέβ, οπότε θα μπορέσετε αν θέλετε να το δείτε.
Βλέπεται με σχετικό ενδιαφέρον, δυστυχώς όμως το βάρος πιστεύω ότι πέφτει στη λέξη "σχετικό" και όχι στη λέξη "ενδιαφέρον".

Τετάρτη, Μαρτίου 21, 2007

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ, ΒΟΥΔΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ


Δυστυχώς, μετά από δύο πολύ δυνατές ταινίες, ήρθε η ώρα να με απογοητεύσει και ο Darren Aronofsky. "Η πηγή της ζωής" (The Fountain) φλυαρεί ακατάπαυστα για μεταφυσικά και φιλοσοφικά ζητήματα, είναι πνιγμένη μέχρις εκεί που δεν παίρνει στον βουδισμό, στις περί μετεμψύχωσης θεωρίες, καθώς και σ΄αυτές περί αθανασίας (της ψυχής, υποθέτω, αν και οι προσπάθειες του επιστήμονα αποβλέπουν και στη σωματική αθανασία) και σαν γενικό συμπέρασμα μας υποδεικνύει το ότι πρέπει να συμφιλιωθούμε με τον θάνατο, να μην τον φοβόμαστε και να μη θρηνούμε (τώρα το αν αυτό πρέπει να γίνει λόγω της βεβαιότητας ότι η ψυχή είναι ούτως ή άλλως αθάνατη ή για άλλους λόγους, δεν είμαι και πολύ βέβαιος).
Καλά και ενδιαφέροντα όλα αυτά, πλην όμως η χαώδης αφήγηση, οι συχνές επαναλήψεις και το "ανοιχτό" (για να το θέσω κομψά) τέλος με άφησαν αρκετά ανικανοποίητο. Ειδική βεβαίως αναφορά πρέπει να γίνει στην πολύ εντυπωσιακή εικόνα: Χρησιμοποιώντας μια περιορισμένη χρωματική γκάμα με κυρίαρχο το χρυσό, ο Aronofsky πετυχαίνει μεν ορισμένες αξέχαστες εικόνες, πλην όμως "μπουχτίζει" τον θεατή από ένα είδος μεταφυσικού - καλλιγραφικού overdose. Αφείστε που κάποιες πρόδηλα βουδιστικές σκηνές ήταν σα να έβγαιναν κατ' ευθείαν από τα εξώφυλλα των Buddha Bar...
Γενικά βρήκα το φιλμ πομπώδες, μεγαλεπήβολο, μεγαλόστομο, αλλά και αφελές ταυτόχρονα κι όλη αυτή η ρητορεία για την αιώνια αγάπη, την αιώνια ζωή και άλλα αιώνια με κούρασε, καθώς θεωρώ ότι δεν συνοδευόταν από το απαιτούμενο νεύρο. Όλα αυτά βέβαια είναι προσωπικές απόψεις, που έχουν να κάνουν και με το ότι η όλη new age φάση δεν με συγκινεί ιδιαίτερα. Ίσως θεατές πιο μυημένοι από μένα σε εξ ανατολών μεταφυσικές να λατρέψουν την ταινία (αν και η έλλειψη νεύρου νομίζω ότι ισχύει γενικότερα).
Παρ' όλα αυτά ο Aronofsky παραμένει σίγουρα ένας απρόβλεπτος, τολμηρός και με όραμα δημιουργός (άσχετα αν στην συγκεκριμένη ταινία πιστεύω ότι "δεν του βγήκε"), που κάνει πράγματα που λίγοι τολμούν να κάνουν ή έστω να καταπιαστούν και θα εξακολουθήσω να περιμένω με ενδιαφέρον κάθε νέα δουλειά του. Και ίσως και να μπορούσα να συστήσω το Fοuntain, αν μη τι άλλο, ως ξεχωριστή οπτική εμπειρία.

Κυριακή, Μαρτίου 18, 2007

300 Ή ΟΤΑΝ Η ΥΨΗΛΗ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟΝ ΦΑΣΙΣΜΟ


Όχι, δεν με ενοχλεί το θέμα της ιστορικότητας. Δεν με νοιάζει η πιστότητα των στολών ή το ακριβές όνομα του μπατζανάκη του Λεωνίδα. Πρόκειται για ταινία μυθοπλασίας (και μάλιστα χολιγουντιανή) και μπορεί να παίρνει όσες "ελευθερίες" θέλει. Αυτό που με ενόχλησε αφάνταστα στους "300" του Zack Snyder είναι το απόλυτα στρατόκαυλο του πράγματος, ο απόλυτος ύμνος του μιλιταρισμού.
Πριν πάμε σ' αυτά όμως, να πω ότι η ταινία μου άρεσε αισθητικά, ή μάλλον, για να ακριβολογήσω, ως εικόνα και μόνο. Χρησιμοποιώντας μια ιδιόρυθμη, περιορισμένη χρωματική γκάμα (χρυσό - βυσινί - μαύρο), "πειράζοντας" τις εικόνες, καταφέρνει να δώσει ένα ενδιαφέρον, απόκοσμο αποτέλεσμα. Είναι η δεύτερη φορά μετά το Sin City που ένα κόμικς μεταφέρεται τόσο πιστά (και δεν εννοώ σεναριακά μόνο, αλλά και αισθητικά) στην οθόνη. Οι εικόνες του μοιάζουν να ξεπηδούν κατ΄ ευθείαν από τις σελίδες της Varley, που χρωμάτισε με τρόπο χαρακτηριστικό το πασίγνωστο πλέον κόμικς του Frank Miller (του οποίου οι "σχετικά δεξιές" απόψεις είναι γνωστές).
Από εκεί και πέρα όμως... Είναι απίστευτη η χαρά των Σπαρτιατών που θα πεθάνουν στη μάχη, η ηδονή που νοιώθουν με την απ' την αρχή ως το τέλος σφαγή, η τρομακτική κατάφαση στον πιο σκληρό μιλιταρισμό. Νοιώθουμε την καύλα του αφηγητή - δημιουργού - σκηνοθέτη όταν εκθειάζει το σχεδόν φασιστικό σπαρτιατικό καθεστώς, που πετά τα ανάπηρα παιδιά στον Καιάδα και όσα επιβιώσουν από τις υπόλοιπες δοκιμασίες τα ανατρέφει σαν στρατιώτες και μόνο, λες και δεν έχουν να κάνουν τίποτα πιο ενδιαφέρον στη ζωή τους. Νοιώθουμε τη βαθειά του απέχθεια όχι ακριβώς προς τους υποψήφιους κατακτητές, αλλά προς τους "βάρβαρους ασιάτες". Από την άλλη, οι Σπαρτιάτες ουρλιάζουν από την αρχή μέχρι το τέλος ως Νεάντερταλ, καταχαρούμενοι που θα γνωρίσουν ένδοξο θάνατο, ουρλιάζουν υπέρ της ελευθερίας (του μιλιταριστικού, δουλοκτητικού και, μη ξεχνάμε, με βασιλιά και όχι δημοκρατικού καθεστώτος τους). Ναι, ξέρω, όταν απειλείσαι από ξένη εισβολή είναι λογικό να υπερασπίζεσαι το όποιο καθεστώς σου, αλλά όλη αυτή η υπερβολή είναι από εξοργιστική έως αστεία. Και να φανταστείτε ότι έτυχε να τα δω όλα αυτά κολλητά με τα αντιπολεμικότατα "Γράμματα από την Ιβοζίμα".
Πέραν αυτών... αρχίζει η καθαρή πλάκα. Τα Ορκς, τα cyborgs (αστακάνθρωπος ήταν μάλλον), τα τρολ, τα σχεδόν προϊστορικά τέρατα που κουβαλούν οι Πέρσες και εμφανίζουν ένα-ένα ως ατραξιόν, ο δίμετρος, γκέι, με φωνή Νταρθ Βέιντερ Ξέρξης, ο Κουασιμόδος - Άνθρωπος-Ελέφαντας Εφιάλτης, ο λύκος - μαχαιρόδοντας της αρχής, οι επίλεκτοι Πέρσες Νίντζα που πολεμούν στη ζέστη της Ελλάδας με μάσκα... Συνεχώς περίμενα ότι από κάπου θα σκάσει μύτη και το Γκόλουμ! Άφείστε που στην εποχή της Σπάρτης δεν είχε ακόμα εφευρεθεί η πνευμονία, αφού με οποιοδήποτε καιρό, με ζέστη ή με χιονοθύελλα (χιονοθύελλα; Στη Σπάρτη;;;) παιδιά, ενήλικες και γέροι ζουν και πολεμούν ημιξεβράκωτοι. Μάλλον επειδή οι Άντρες Δεν Κρυώνουν.
Αν θέλετε να πεθάνετε καταχαρούμενοι και γεμάτοι καύλα στον πόλεμο, με γειά σας με χαρά σας. Εμένα όμως μη με καλέσετε. Έχω μια δουλειά...

Σάββατο, Μαρτίου 17, 2007

ΙΒΟΖΙΜΑ: "ΕΧΘΡΟΙ" ΚΑΙ "ΦΙΛΟΙ" ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΟΛΑΣΗ


Είναι πραγματικά πρωτότυπο και τολμηρό το εγχείρημα του Clint Eastwood να δει τον πόλεμο (την σφαγή της Ιβοζίμα για την ακρίβεια) από δύο διαφορετικές σκοπιές, αυτές των δύο εχθρών (Γιαπωνέζων και Αμερικάνων). Τα "Γράμματα από την Ιβοζίμα", η δεύτερη, "γιαπωνέζικη" ταινία είναι καλύτερη από την πρώτη (τις "Σημαίες των προγόνων μας", που γενικά δεν μου άρεσε και τόσο). Πιο δεμένη, με μεγαλύτερη συνοχή και ένταση, πιο ατμοσφαιρική και, τελικά, πιο αντιπολεμική. Μιλώντας γενικά, είναι μια από τις πολύ δυνατές αντιπολεμικές ταινίες. Ίσως να μη φτάνει τη δύναμη του "Σιδηρού Σταυρό" ή του πρώτου μέρους του "Full Metal Jacket" ας πούμε, παραμένει όμως πολύ δυνατή.
Η ιδέα να δειχθεί η κόλαση μέσα από τα μάτια του εχθρού, ώστε να κατανοήσει και ο πλέον βλαξ ότι η κόλαση αυτή ισχύει και για τους δύο αντίπαλους, για όλους τους εμπόλεμους ανεξαιρέτως δηλαδή, λειτουργεί πολύ καλά. Η σκοτεινή, μουντή, καφεκιτρινόγκριζη φωτογραφία εντείνει τη ζοφερότητα της φρίκης και της σφαγής στο μικρό νησί. Η ανθρώπινη πλευρά, το ένστικτο επιβίωσης, οι ηδονές της καθημερινότητας, που τώρα φαντάζει μακρινή, σχεδόν μυθική, σα να την έχει ζήσει άλλος, τονίζονται, επιτείνοντας έτσι τη δυστυχία των τεκταινόμενων στο νησί. Οι εικόνες ερήμωσης, μαυρίλας, ενός τόπου όπου, πλέον, δεν μπορεί να φυτρώσει τίποτα, λειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση. Η γιαπωνέζικη γλώσσα προσθέτει επίσης στην αίσθηση αυθεντικότητας που αποκομίζουμε.
Εξετάζοντας τώρα και τις δύο ταινίες μαζί, δεν μπορώ να μη θαυμάσω την αμεροληψία του Eastwood, που, πέρα από έναν θαυμασμό που τρέφει προς τους ανώνυμους "ήρωες" εκατέρωθεν (βλέπε αυτούς που τελικά την πληρώνουν), δεν διστάζει να κριτικάρει καίρια και διορατικά και τους δύο πολιτισμούς στα σημεία που πάσχουν: Στην πληρέστατη εμπορευματοποίηση, στα ψεύδη και την θυσία των πάντων μπροστά στο κέρδος ή/και στα βρώμικα πολιτικά συμφέροντα και παιχνίδια εξουσίας από τη μεριά των Αμερικάνων, στο ηλίθιο, στρατόκαυλο, σκληρά ιεραρχικό σύστημα των Γιαπωνέζων, που τελικά, με τη μιλιταριστική του παράνοια και τον τυφλό σεβασμό σε άνευ λόγου "κώδικες τιμής" και άλλα σχετικά, καταντά να κάνει κακό στον ίδιο του τον εαυτό. Στη δεύτερη περίπτωση μάλιστα δεν διστάζει να δείξει ακόμα και την "κατάπτυστη" λιποταξία ως μια ανθρώπινη, τελείως φυσιολογική και, τελικά, ίσως και λογική σε κάποιες περιπτώσεις πράξη.
Όχι, δεν θεωρώ ότι οι δύο ταινίες είναι η καλύτερη δουλειά του Eastwood. Πιστεύω όμως ότι συνολικά (κυρίως τα "Γράμματα" βεβαίως) λειτουργούν απόλυτα θετικά, πετυχαίνουν το στόχο τους - την κατάδειξη της φρίκης - και, εντέλει, ότι για μια ακόμα φορά αξίζει ένα μπράβο σ' έναν από τους σημαντικότερους αμερικανούς δημιουργούς.

Πέμπτη, Μαρτίου 15, 2007

7 ΕΙΠΑΜΕ;

Να πάρει! Έχω διπλή πρό(σ)κληση (Kourouna, Epi pantos) για τις 7 αγαπημένες μου ταινίες. Ε, λοιπόν, δεν ξέρετε πόσο δύσκολο είναι να επιλέξω, ακριβώς επειδή πρόκειται για κινηματογραφικό μπλογκ και, ε... όσο νάναι βλέπω αρκετά πράγματα εδώ και πολλά πολλά χρόνια και ούτως ή άλλως δυσκολεύομαι πάρα πολύ με τα κάθε λογής "αγαπημένα" (από τότε που, παιδάκι ακόμα, με ρώταγαν "ποιον αγαπάς πιο πολύ, τον μπαμπά η τη μαμά " και ήθελα να τους πνίξω και...
Τέλος πάντων, φοβάμαι ότι πρέπει να υποκύψω, αλλιώς θα με πάρει ο Ξέρξης από τους 300 και θα...
Λοιπόν, παραλείποντας υποχρεωτικά πάρα πάρα πολλές αγαπημένες είτε γιατί δεν χωράνε στις 7 (θα έπρεπε να είναι 107) είτε γιατί τις ξέχασα, έχουμε και λέμε (φυσικά με τυχαία και όχι με αξιολογική σειρά):

- Blade Runner (Ridley Scott)
- Ο Τρίτος Άνθρωπος (Carol Reed)
- Life of Brian (Monty Python)
- Βιριδιάνα (Louis Bunuel)
- Το Πάρτι (Blake Edwards)
- 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος (Stanley Kubrik)
- Ο Άγνωστος του εξπρές (Alfred Hitchkock)

...και ο Fellini και ο Gilliam και οι Koen και ο Cronenberg και ο Chaplin και το Weekend του Godard και το Delicatesen των Genet και Caro και ο Wilder... και πολλοί πολλοί άλλοι, ων ουκ έστιν αριθμός.

Ουφ! Τα είπα και ξαλάφρωσα! Keipi, σειρά σου!

Τρίτη, Μαρτίου 13, 2007

ΚΡΥΟ ΣΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΚΑΙ ΣΤΗ RED ROAD


Τελικά οι Άγγλοι έχουν έναν πολύ αποτελεσματικό τρόπο να απεικονίζουν τη μιζέρια της μικροαστικής καθημερινότητας. Το Red Road (2006), πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Andrea Arnold, είναι από τα χαρακτηριστικά δείγματα του στιλ αυτού: Απόλυτα ντοκιμαντερίστικη ματιά, σκληρός ρεαλισμός, θαμπή φωτογραφία με κόκκο, καθημερινότητα στο έπακρο, άνθρωποι που δεν είναι όμορφοι αλλά απλώς συνηθισμένοι, καταστάσεις που ακόμα κι αν συγκλονίζουν μερικές φορές, δεν υπερβαίνουν ποτέ αυτό που "μπορεί να συμβεί στον καθένα". Όλο αυτό το αποπνικτικό κλίμα τονίζεται ιδιαίτερα από την δίχως το παραμικρό φτιασίδι περιγραφή του αστικού τοπίου στο οποίο ζουν και κινούνται οι ήρωες: Συνήθως σε κάποιο προάστιο κάποιας μεγαλούπολης όπου δεν υπάρχει τίποτα όμορφο, όπου δεν θα πάει ποτέ κανένας τουρίστας. Τσιμεντένιοι όγκοι άχαρων κτιρίων, παραμελημένες, εργατικές πολυκατοικίες, σκουπίδια στους δρόμους, βαρετές δουλειές... καμιά ανάταση. Είναι επόμενο σε τέτοια μέρη η ανθρώπινη ζεστασιά να σβήνει, οι άνθρωποι να παγώνουν μέσα τους, πολλές φορές μόνοι, ίσως δίχως καν φίλους, ζώντας ζωές πανομοιότυπες.
Η συγκεκριμένη ταινία ξεκινά σαν μια ιστορία εκδίκησης, καθώς ένα παλιό, οδυνηρό περιστατικό ανακαλείται στη μνήμη της πρωταγωνίστριας μέσα από τις εικόνες των πανταχού παρόντων καμερών (είναι σωστός ο πληθυντικός αυτός;), προσθέτοντας και το περί Big Brother σχόλιο στην ήδη βαριά ατμόσφαιρα. Σιγά - σιγά όμως εξελίσσεται προς εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις, καθώς το μίσος παραμερίζει μπρος στη δίψα για λίγη ανθρώπινη επαφή, φιλική, ερωτική ή ό,τι άλλο.
Αν και πρωτοεμφανιζόμενη η Arnold δείχνει μεγάλη ωριμότητα και τόλμη, που κάνουν σε κάποια σημεία την ταινία συγκλονιστική στην ωμότητά της. Αν σας αρέσει όλο αυτό το ρεαλιστικό, ντοκιμαντερίστικο κλίμα, το Red Road ανήκει στις πολύ καλές ταινίες του είδους, κοντά στις καλές στιγμές του Loach ή του Michael Lee ας πούμε. Εμένα προσωπικά με κουράζει κάπως. Βαριέμαι λιγάκι όλη αυτή την γυμνή αναπαράσταση της μιζέριας. Αυτό όμως είναι προσωπικό και υποκειμενικό. Ξαναλέω ότι, αν σας αρέσει το είδος, μην τη χάσετε.

Δευτέρα, Μαρτίου 05, 2007

ΚΑΛΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ Ή ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΗΣ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ


Ο "Καθοδηγητής" (The Good Shepherd είναι ο πραγματικός τίτλος) είναι η τρίτη ταινία που σκηνοθετεί ο Robert De Niro. Και αποφασίζει να καταπιαστεί με ένα δύσκολο και τολμηρό θέμα: Την ίδρυση και - έμμεσα - την ιστορία της διαβόητης CIA, από τον πόλεμο μέχρι το 1961 και το φιάσκο των αμερικανών στον κουβανέζικο Κόλπο των Χοίρων. Διαβάζω (χωρίς να έχω προσωπική άποψη λόγω άγνοιας του θέματος) ότι η ταινία είναι ιστορικά ακριβής. Η σκηνοθεσία είναι κι αυτή ακριβής και ο Ντε Νίρο δείχνει έμπειρος και σίγουρος στον σπάνιο γι' αυτόν ρόλο πίσω από την κάμερα. Η δε ιδεολογική του σκοπιά είναι "προοδευτική" (τετριμμένος όρος, ε;), αφού δεν έχει πρόβλημα να δείξει τις σκοτεινές μεθόδους, τα λάθη, τον στα όρια του φασισμού πατριωτισμό των ιδρυτών και των πρώτων στελεχών της CIA και την επίσης σκοτεινή, συνωμοσιολογική ατμόσφαιρα που επικρατεί στους κόλπους της.
Οι προσωπικές μου αντιρρήσεις βρίσκονται κυρίως στην ατέλειωτη διάρκεια και τους σχετικά αργούς ρυθμούς, που με έκαναν να πλήξω αρκετά. Όχι, δεν νομίζω ότι άξιζε 167 ολόκληρα λεπτά όλη αυτή η καταγραφή. Βρίσκονται επίσης στο (μυθοπλαστικό) θέμα στο οποίο επικεντρώνεται - πέρα από το καθαρά ιστορικό: Στο γεγονός ότι ένας από τους βασικούς πρώτους πράκτορες αυτοπαγιδεύεται, χάνει κάθε ίχνος ιδιωτικής, προσωπικής ζωής και τελικά οδηγείται στη μοναξιά και τη δυστυχία (επόμενο βεβαίως αν επιλέγεις μια ζωή γεμάτη μυστικά, για τα οποία ούτε στους πλέον αγαπημένους σου επιτρέπεται να πεις το παραμικρό και καθ' ότι "όποιον ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρών οι κότες"). Ενώ λοιπόν ο Σπίλμπεργκ στο "Μόναχο" μας έδειξε πολύ καλά τη διάσταση αυτή (αν και η ταινία του συνολικά μου φάνηκε κατώτερη), ο Ντε Νίρο επιλέγει έναν χαρακτήρα που είναι από τη φύση του κρυψίνους, ψυχρός, που έχει τη συνωμοτικότητα στο αίμα του από παιδάκι (πολύ καλός σ' αυτό ο Ντέιμον), οπότε η καταστροφική επίδραση της ίδιας της έπαγγελματικής του ενασχόλησης στην προσωπική του ζωή ακυρώνεται κατά κάποιον τρόπο (σα να λέμε δηλαδή ότι δεν τον καταστρέφει η δουλειά του, αλλά "τα ήθελε ο τέτοιος του").
Πέραν αυτών πάντως θα απολαύσετε ένα από τα πλουσιότερα καστ που έγιναν ποτέ (Ντέιμον, Αν. Τζολί, Ντε Νίρο, Τορτούρο, Άλεκ Μπάλντουιν, Ουίλιαμ Χαρτ, Τζον Πέσι κλπ.)
ΥΓ: Η στροφή του Χόλιγουντ σε "δημοκρατικότερες" και "αριστερότερες" (για τα στενότατα αμερικάνικα όρια της λέξης) κατευθύνσεις που πολλάκις έχουμε επισημάνει, συνεχίζεται. Ίσως πλέον οι πάντες έχουν απηυδήσει με την σχεδόν φασιστική πολιτική της κυβέρνησης Μπους και αυτό να είναι η έμμεση αντίδραση).

Σάββατο, Μαρτίου 03, 2007

DREAMGIRLS: Η ΑΝΟΔΟΣ, Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΟΜΦΟΡΜΙΣΜΟΣ


Το Dreamgirls του Bill Condon είναι πρώτα απ' όλα μιούζικαλ. Δεύτερο, είναι η ιστορία των θρυλικών Supremes, ενός από τα 4-5 πιο πετυχημένα συγκροτήματα της δεκαετίας του 60 (οι άλλοι ήταν οι Beatles, οι Rolling Stones και ίσως 1-2 ακόμα, για να καταλάβετε για τι μεγέθη μιλάμε). Τρίτο, είναι μια ιστορία ανόδου, κατάκτησης της κορυφής, αλλά και όλων των αρνητικών που τη συνοδεύουν. Επειδή τα συνδυάζει όλα αυτά όμως, μη νομίζετε ότι την θεωρώ και πετυχημένη ταινία.
Ως μιούζικαλ (μεταφορά θεατρικού μιούζικαλ στο σινεμά, όπως γίνεται συνήθως) είναι εξειδικευμένο: Θα σας αρέσει μόνον αν είστε λάτρης της μαύρης μουσικής. Της χρυσής περιόδου της σόουλ της δεκαετίας του 60 και της προς το νεροβραστότερο μετεξέλιξής της στη δεκαετία του 70. Σ' αυτή την περίπτωση λοιπόν θα σας αρέσει τουλάχιστον από καθαρά μουσικής πλευράς. Αν πάλι σας ενδιαφέρει η ιστορία της μουσικής, έχετε, όπως είπαμε, την ιστορία των τριών Supremes (και της εταιρίας Motown). Που ξεκίνησαν ως ένα ακόμα γυναικείο μαύρο φωνητικό γκρουπ, αυτονομήθηκαν και σύντομα κατέκτησαν την κορυφή (για την ιστορία είναι το μοναδικό συγκρότημα που είχε στις ΗΠΑ 5 συνεχή Νο 1). Κι εκεί άρχισαν τα εσωτερικά προβλήματα: Η πρώτη και καλύτερη φωνή Florence Ballard παραγκωνίστηκε από την κατώτερη μεν, αλλά πολύ εντυπωσιακότερη ως παρουσία, Diana Ross, η οποία παντρεύτηκε τον ιδρυτή της εταιρίας Berry Gordy και έγινε η βιτρίνα του γκρουπ, για να ακολουθήσει η προσωπική καριέρα της ως σούπερσταρ (εννοείται ότι τα αληθινά ονόματα δεν αναφέρονται, αλλά είναι πασίγνωστο ότι η ταινία φωτογραφίζει τις συγκεκριμένες περιπτωσεις). Το πιο ενδιαφέρον τρίτο επίπεδο είναι αυτό όπου καταγράφονται ο συντηρητισμός, η εμπορικοποίηση και οι παραχωρήσεις που συνοδεύουν την πάσει θυσία διατήρηση στην κορυφή, καθώς και η βαθμιαία μεταμόρφωση του εταιριάρχη και συζύγου από οραματιστή, ιδεολόγο και πρωτοπόρο των πρώτων καιρών σε στυγνό, αδίστακτο και καταπιεστικό μεγαλοεπιχειρηματία στο τέλος, στα χέρια του οποίου κάθε προσπάθεια αυθεντικότητας και ανανέωσης είναι καταδικασμένη. Φυσικά η συγκεκριμένη αυτή περίπτωση έχει προεκτάσεις και αποκτά ευρύτερο ενδιαφέρον για το τι γενικά συμβαίνει εκεί πάνω.
Ωστόσο σαν ταινία, ενώ μου κράτησε το ενδιαφέρον στην αρχή, μου φάνηκε ότι έκανε μια μεγάλη κοιλιά στη συνέχεια, οδεύοντας προς ένα μάλλον δακρύβρεκτο μελό (η περίπτωση της μοίρας και της κατάπτωσής της Ballard, ερμηνευμένη ωστόσο δυνατά από την Jennifer Hudson, που δίκαια πήρε το Όσκαρ β' γυναικείου ρόλου). Η οποία κοιλιά συνοδεύεται και από βαρετότερη (για μένα) γλυκερή μουσική, που αντικαθιστά τη νευρώδη σόουλ της αρχής. Για την ιστορία και πάλι, η αληθινή Ballard πέθανε φτωχή και ξεχασμένη το 1976, αυτό όμως δεν το δείχνει η ταινία. Στα ατού και ο πολύ καλός εδώ Έντι Μέρφι σε ρόλο παρηκαμασμένου πρώην σόουλ σταρ. Συνολικά μάλλον βαρέθηκα όπως σας είπα - αν και, βέβαια, πρόκειται για άρτια και εντυπωσιακή παραγωγή. Αν σας ενδιαφέρει η εποχή ή/και το συγκεκριμένο γκρουπ, δείτε το.

Παρασκευή, Μαρτίου 02, 2007

ΜΟΥΣΙΚΗ, ΣΤΙΧΟΙ ΚΑΙ OVERDOSE ΑΠΟ ΣΙΡΟΠΙΑ


Τώρα θα μου πείτε "τι δουλειά είχες να δεις το "Music and Lyrics"; Ε, συμβαίνουν καμιά φορά και λάθη (όντως βρέθηκα εκεί κατά λάθος). Η ταινία λοιπόν του Marc Lawrence παρουσιάζει για πολλοστή φορά τον Χιου Γκραντ σε αισθηματική κομεντί (δεν βαρέθηκε ακόμα;) αυτή τη φορά με την Ντρου Μπάριμορ. Ξέρετε, στην αρχή δεν πολυσυμπαθιούνται, το πράγμα αρχίζει να αλλάζει σιγά - σιγά, στο τέλος ερωτεύονται τρελά, γελάς λίγο με μερικές καυστικές ατάκες του Χιου, δακρύζεις λίγο εκεί που πάνε να χωρίσουν... τέτοιες πρωτοτυπίες.
Αν κάτι είναι κάπως συμπαθητικό είναι η "κριτική" που κάνει η ταινία (μη φανταστείτε τώρα τίποτα βαθυστόχαστα πράγματα) στην ποπ μουσική (το ελαφρύτερο και βαρετότερο κομμάτι της ποπ για να είμαστε ακριβείς). Στο πώς κατασκευάζονται και διατηρούνται στην επικαιρότητα τα ποπ είδωλα και στην απύθμενη κενότητά τους (βλακεία μήπως έπρεπε να πω;) Αυτά λοιπόν έχουν σχετική πλάκα, όπως και αρκετές ατάκες που αναφέρονται σε στίχους ή τίτλους γνωστών επιτυχιών και παρεισφρύουν συχνά στις κουβέντες των ηρώων. Φυσικά εξώφθαλμες ομοιότητες και αναφορές σε υπαρκτά είδωλα (Wham, Aguilera - Shakira και άλλα τέτοια) είναι απόλυτα ηθελημένες. Το κακό είναι ότι δεν είμαι καθόλου φαν ούτε της ποπ των 80ς ούτε των σύγχρονων ΑγκιλεροΜπριτνεϊΣακίρων που λέγαμε και πριν (στη "σύγκριση" και σχέση των δύο αυτών εποχών αναφέρεται το μη αισθηματικό μέρος της ταινίας), οπότε όλο αυτό - παρά το ότι είναι κατασκευασμένο καθαρά για λόγους feelgood και μόνο - με άφησε αδιάφορο.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 28, 2007

ΨΙΘΥΡΟΙ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΞΑΝΑΚΟΥΣΕΙ


Το Stir of Echoes (Ψίθυροι των Πνευμάτων) του David Koepp είναι μια ακόμα ταινία με φαντάσματα. Γυρισμένη το 1999, έχει σαν ατού της τον Κέβιν Μπέικον, που σηκώνει όλο το βάρος της ερμηνείας, προσπαθεί να είναι τρομακτική (αλλά δεν είναι τόσο) και γενικά, το μεγάλο της πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά τα έχουμε ξαναδεί πολλές φορές και μάλιστα με πολύ καλύτερο τρόπο, κυρίως από ασιάτες, ανάμεσα στους οποίους οι ιστορίες με πνεύματα και φαντάσματα είναι συνηθέστατες. Αλήθεια, πόσες φορές έχετε δει στοιχειωμένο σπίτι, επειδή κάποιο φάντασμα (που ανήκε φυσικά σε άτομο που πέθανε με βίαιο τρόπο) "πιέζει" για να γίνει αντιληπτό και να λυτρωθεί; Δεν είναι ότι είναι εντελώς κακή ταινία, αλλά να, είναι σχετικά άνευρη και έχεις συνεχώς την αίσθηση πως "κάπου το ξέρεις αυτό".
Από τα θετικά σημεία θεωρώ κάτι που σπάνια δείχνεται σε ταινίες του είδους: ΟΚ, υπάρχει πάντοτε κάποιος/οι που βλέπουν περίεργα πράγματα, ενώ οι γύρω τους δεν παίρνουν χαμπάρι. Δεν είναι απόλυτα φυσικό αυτοί οι "ελαφροϊσκιωτοι" να σαλτάρουν πλήρως; Ενώ λοιπόν αυτό το σαλτάρισμα σπάνια το βλέπουμε, εδώ ο Μπέικον τα παίζει κανονικά, καταστρέφει άθελά του τη σχέση με τη γυναίκα του, γίνεται άλλος άνθρωπος γεμάτος ψυχαναγκασμούς όταν τα φαινόμενα αρχίζουν να πληθαίνουν. Αυτό είναι ενδιαφέρον. Α, υπάρχει και το αστυνομικό στοιχείο, το "ποιος το έκανε" που κάτι προσθέτει. Αυτά τα λίγα μόνο.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 27, 2007

ΑΣ ΤΑ ΠΑΡΕΙ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΠΕΝΤΕ...

Μετά από έντονες πιέσεις που δέχτηκα (φάλαγγα, στέρηση ύπνου, απειλές κατά των δικών μου, υποχρεωτική παρακολούθηση επί 24ώρου βάσεως του Rocky Balboa κλπ.) υποκύπτω κι εγώ στο παιχνιδάκι των βλόγερς και αποκαλύπτω:
1. Είμαι λάτρης του φανταστικού σε όλες του τις μορφές (λογοτεχνία, κόμικς, σινεμά κλπ.) Και η προσωπική μου παραγωγή άλλωστε ανήκει κυρίως στον χώρο αυτόν.
2. Σιχαίνομαι βαθύτατα την τηλεόραση. Έχω σπίτι μου μόνο για κανένα DVD πού και πού. Δεν βλέπω ούτε καν ταινίες σ' αυτήν. Εξακολουθεί να με ενοχλεί το ότι τις κόβουν για να βάλουν *@#&^%διαφημίσεις.
3. Μεγάλωσα, όμως ακόμα ασχολούμαι με τα μίκυ μάου (που επισήμως πλέον ονομάζονται κόμικς). Όταν ήμουν μικρός στην επαρχία, είμαστε χωρισμένοι σε φανς του Μπλεκ, του Ζαγκόρ και του Όμπραξ (κάτι σαν ΟΣΦΠ, ΠΑΟ, ΑΕΚ). Εγώ ήμουν πάντα οπαδός του Ζαγκόρ. Είχα γύρω στα 100 τεύχη. Μετά τις - κοινές σε όλο τον ενήλικο πληθυσμό - μαμαδικές εκκαθαρίσεις, δεν έχω πια κανένα. Όχι ότι θα τα μελετούσα σήμερα, αλλά νά, για τη νοσταλγία...
4. Όταν ταξιδεύω, δεν πάω συστηματικά σε μέρη που μ΄ αρέσουν και μόνο, αλλά όπου προκύψει. Δεν αρνούμαι κανένα που μου προτείνεται (ε... το Ιράκ αποτελεί εξαίρεση) κι ας μην σκόπευα να πάω εκεί από μόνος μου. Μακάρι να μπορούσα να πάω παντού.
5. Όταν ήμουν μικρός πίστευα ακράδαντα ότι το γνωστό λαϊκό άσμα "Όνειρο δεμένο στο μουράγιο..." έλεγε "Όνειρο δεμένο στο μουλάρι..." και προβληματιζόμουν βαθύτατα για τη σημασία του.
Αυτά.
Εγώ δεν είμαι τόσο κακός να "δώσω" άλλους πέντε...

Σάββατο, Φεβρουαρίου 24, 2007

Η ΨΥΧΗ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ


Δύο στα δύο λοιπόν. Η δεύτερη ταινία του Γιάννη Οικονομίδη "Η ψυχή στο στόμα" καταφέρνει να δώσει στο θεατή μια ακόμα πιο δυνατή γροθιά στο στομάχι απ' όσο το "Σπιρτόκουτο". Ο κόσμος εδώ, η ελληνική κοινωνία για την ακρίβεια, είναι ακόμα πιο σκοτεινός, ακόμα πιο αδιέξοδος, ακόμα πιο πνιγηρός. Μέσα σε μια καθημερινότητα που κυριολεκτικά σκοτώνει, δίχως την παραμικρή χαραμάδα φωτός, ο ήρωας, σαλταρισμένος από την πρώτη κιόλας σκηνή, περιφέρεται αμέτοχος, χωρίς να αντιδρά (δεν μπορεί άλλωστε), χωρίς να μιλά σχεδόν, ενώ καταπιέζεται και τρώει απανωτές σφαλιάρες από τους πάντες γύρω του (γυναίκα, εργοδότη, συνάδελφους, συγγενείς κλπ.) Ακόμα και από απλούς γνωστούς, το μόνο που εισπράττει είναι μία απύθμενη οργή, ίσως όχι για το πρόσωπό του ειδικά, αλλά για τα πάντα γύρω τους.
Η ταινία παρακολουθείται πολύ δύσκολα. Πολλοί δεν αντέχουν αυτή την αδυσώπητη ψυχολογική βία, τη συνεχή, δίχως το παραμικρό διάλειμμα πίεση του ήρωα από τους πάντες και τα πάντα. Σημειωτέον ότι μιλάμε για ψυχολογική βία και μόνο. Δεν υπάρχει σχεδόν καμιά σκηνή σωματικής βίας, αυτό το γεγονός όμως σε καμιά περίπτωση δεν ελαφρύνει τα πράγματα. Κάθε άλλο. Αλλά αυτό που πραγματικά προκαλεί overdose είναι η λεκτική βία. Το 90% ίσως των όσων λέγονται αποτελούνται από βρισιές. Οι πάντες μιλάνε βρίζοντας, εκφράζονται αποκλειστικά με βρισιές, μερικές από τις οποίες μάλιστα ιδιαιτέρως ευφάνταστες (ίσως και να αποτελεί παγκόσμιο ρεκόρ το ποσοστό τους επί του συνολικών διαλόγων).
Αν καταφέρετε να τα αντέξετε όλα αυτά, θα διαπιστώσετε ότι ο Οικονομίδης είναι καλός σκηνοθέτης και κάνει ένα προσωπικό, άμεσα αναγνωρίσιμο σινεμά. Το μεγάλο ατού του είναι η εξαιρετική διεύθυνση των ηθοποιών, όλων ανεξαιρέτως, οι οποίοι είναι πειστικότατοι στους απάνθρωπους ρόλους τους. Είναι αλήθεια ότι απομονώνει και μεγενθύνει μονάχα ό,τι αποκρουστικότερο υπάρχει στην καθημερινή μας ρουτίνα, αποκλείοντας οτιδήποτε ευχάριστο (αυτή ακριβώς η καθημερινότητα, η οικειότητα που νοιώθουμε με τα τεκταινόμενα, είναι που κάνουν αβάσταχτες σχεδόν στη θέασή τους τις ταινίες του). Αυτό όμως το κάνει με εξαιρετικά αποτελεσματικό τρόπο. Ο κίνδυνος είναι όλο αυτό το μικροσύμπαν να γίνει μανιέρα και απλή επανάληψη. Βρίσκεται όμως ακόμα στην αρχή και - δεδομένων των ικανοτήτων του - κάλλιστα μπορεί να αποφύγει κάτι τέτοιο.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 22, 2007

ΕΚΘΑΜΒΩΤΙΚΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ, ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΕΣ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ


Στον "Ήρωα" το βάρος έπεφτε στο επικό στοιχείο και στις απίστευτα χορογραφημένες μάχες. Στα "Ιπτάμενα στιλέτα" ο ρομαντισμός και η ποίηση είχαν τον πρώτο λόγο μέσα από πανέμορφες εικόνες. Στην "Κατάρα του χρυσού λουλουδιού" ο Yimou Zhang ρίχνει το βάρος στην τραγωδία στους κόλπους της πανίσχυρης αυτοκρατορικής οικογένειας. Και πάλι η λέξη "απίστευτα" έχει θέση εδώ, μόνο που αφορά πλέον τα εσωτερικά του παλατιού, τα εξωφρενικά φορέματα, τους άπειρους στρατούς. Είναι τόσος ο πλούτος, η χλιδή, το μεγαλείο, που ο θεατής μοιάζει να πνίγεται, να μπουχτίζει από τα μυριάδες χρώματα, τον χρυσό που καταλαμβάνει κάθε τετραγωνικό εκατοστό της οθόνης, τα αναρίθμητα, πολύπλοκα διακοσμητικά μοτίβα που στροβιλίζονται θαρρείς γύρω του. Μέσα σ' αυτό το χαώδες, υπερ-μπαρόκ περιβάλλον, το πιο βαρυφορτωμένο που έχω δει ποτέ, το ζοφερό δράμα, με τις αιμομεικτικές σχέσεις, τις πολύπλοκες ίντριγκες, τους φόνους και τις συνωμοσίες, μοιάζει να ασφυκτιά.
Υπάρχουν και οι (λίγες σε σχέση με τις προηγούμενες δύο ταινίες) σκηνές μονομαχιών και μαχών, όπου η ανάσα κόβεται τόσο από τις γεωμετρικές διατάξεις των πάντων, όσο κυρίως και με τα απίστευτα πλήθη που κατακλύζουν κάθε πιθανό χώρο. Πραγματικά εντυπωσιακή η τελική μάχη - σφαγή πάνω στα εκατομμύρια χρυσάνθεμα, φριχτή και η αλληλοσφαγή στους κόλπους της αυτοκρατορικής οικογένειας. Υποθέτω ότι τα κομπιούτερ συνέβαλαν για τα καλά για τη δημιουργία όλων αυτών. Τι μου έμεινε όμως μετά από όλο αυτό το "μπούκωμα", το όργιο των εικόνων; Ότι η εξουσία είναι πιο αδυσώπητη, εγκληματική και αδίστακτη από κάθε εγκληματία και στραγγαλίζει κάθε προσωπικό και ανθρώπινο συναίσθημα αν θέλει να παραμείνει πανίσχυρη.
Νομίζω όμως ότι μάλλον μου άρεσε λιγότερο από τις δύο προηγούμενες ταινίες της τριλογίας. Δείτε το αν θέλετε κυρίως για λόγους απόλυτου, σε βαθμό λιγώματος, εντυπωσιασμού (και καταλάβετε γιατί οι κινέζοι θα κάνουν δεν ξέρω τους καλύτερους, αλλά σίγουρα τους πιο εντυπωσιακούς ολυμπιακούς).
ΥΓ: Πάντως οι ταινίες του Γιμού εξακολουθούν να μ' αρέσουν γενικά περισσότερο από τις αντίστοιχες του άλλου διάσημου κινέζου σκηνοθέτη, του Κάιγκε.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 21, 2007

ΣΚΑΝΔΑΛΑ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ


Το "Ημερολόγιο ενός σκανδάλου" (Notes on a scandal) του Richard Eyre διαφημίζεται σαν μια ταινία που αναφέρεται στη σχέση μιας καθηγήτριας με έναν 15χρονο μαθητή της. Όχι ακριβώς. Η εν λόγω σχέση αποτελεί το έναυσμα μόνο, την αφορμή για τα όσα συμβαίνουν σ' αυτήν. Σε καμία περίπτωση η ταινία δεν επικεντρώνεται στην απαγορευμένη αυτή σχέση. Αντίθετα το βάρος πέφτει στη σχέση των δύο γυναικών: Της νέας καθηγήτριας και της ηλικιωμένης συναδέλφου της (που είναι και η ουσιαστική πρωταγωνίστρια), μιας ψυχρής, ανέραστης, στεγνής και, τελικά, πέρα για πέρα "άρρωστη" προσωπικότητας. Το δράμα κορυφώνεται σιγά - σιγά, η ένταση ανεβαίνει και, τελικά, αυτό που βλέπουμε είναι στην ουσία ένα θρίλερ, μόνο που όσα συμβαίνουν είναι σε καθαρά ψυχολογικό επίπεδο (αν εξαιρέσεις βέβαια τη βία των δημοσιογράφων). Μπορούμε λοιπόν να τη διαβάσουμε και σαν μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη για το πού οδηγεί η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, ο απόλυτος συντηρητισμός και η υποταγή στην άχρωμη, καθημερινή ρουτίνα.
Παράλληλα υπάρχουν και οι νύξεις για την ταξική προέλευση όλων αυτών (εντελώς διαφορετική καταγωγή και background της "ελεύθερης" Μπλάνσετ και της καταπιεσμένης Dench), καθώς και για τον φασισμό των δημοσιογράφων ("κίτρινων" υποθέτω, εσπρεσοτραφικοειδών και άλλων τέτοιων ζωντανών) με την αδίστακτη καταρράκωση των πάντων στην υπόθεση του σκανδάλου. Και πάνω απ' όλα υπάρχει η εκπληκτική ηθοποιία και των δύο, με κυρίαρχη βέβαια την Judi Dench, η οποίοα δίκαια είναι υποψήφια για Όσκαρ.
Μοναδική, μικρή, αντίρρηση η εξέλιξη του χαρακτήρα της Ντεντς προς το τέλος, όταν εμφανίζεται ως είδος "ψυχικού" σίριαλ κίλερ. Ίσως να είναι κάπως τραβηγμένο και "φωναχτό", ωστόσο ελάχιστα μου στέρησε την απόλαυση μιας πολύ ενδιαφέρουσας ταινίας.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 18, 2007

ΜΑΓΟΙ ΚΑΙ ΓΗΤΕΥΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ


Φαίνεται ότι η φέτος είναι η χρονιά των showmen μάγων. Πώς αλλιώς να εξηγήσεις σε τόσο σύντομο διάστημα μετά το Prestige, μια ακόμα ταινία με παρόμοιο θέμα; "Ο μάγος Αϊζενχάιμ" (The illusionist) του Neil Burger είναι λιγότερο εντυπωσιακή από το προαναφερθέν Prestige, με αρκετές κατά τη γνώμη μου σεναριακές τρύπες. Είναι ωστόσο καλογυρισμένη, κρατά τον θεατή και εν γένει σώζεται χάρη στις πολύ καλές ηθοποιίες του Έντουαρντ Νόρτον και Πολ Τζιαμάτι και χάρη στην ενδιαφέρουσα μουντή φωτογραφία, που δημιουργεί υποβλητική ατμόσφαιρα. Στην οποία βεβαίως συνεισφέρει και η Πράγα, όπου έχει γυριστεί, που ούτως ή άλλως είναι από τις εντυπωσιακότερες πόλεις της Ευρώπης. Ενδιαφέρουσες και κάποιες νύξεις για την ταξική καταγωγή σε σχέση με τις δυνατότητες των χαρακτήρων, όπως επίσης και αυτές περί σχέσεων εξουσίας και κοινού και περί της δύναμης της τέχνης (ή του θεάματος τέλος πάντων), που εδώ απειλεί σχεδόν να ανατρέψει το καθεστώς της εποχής. Ρομαντικό - αισθηματικό δράμα, θρίλερ μυστηρίου αστυνομικού στυλ, πολιτικές ίντριγκες και κάμποση μαγεία (μάλλον δίχως υπερφυσικό στοιχείο κατά το σενάριο) μπλέκονται για να μας δώσουν ένα ενδιαφέρον και γοητευτικό μεν μείγμα, αλλά με κάμποσες αντιρρήσεις από μέρους μου, σεναριακές κυρίως.
Κατ' αρχάς ο Αϊζενχάιμ παρουσιάζεται σχεδόν παντοδύναμος: Κάνει ό,τι θέλει και ό,τι του ζητήσουν, έστω κι αν είναι απροετοίμαστος γι' αυτό. Δεν αποκαλύπτεται φυσικά ποτέ πώς κάνει τα κόλπα, αλλά, καταλαβαίνετε, όλη αυτή η απίστευτη (και αδικαιολόγητη) παντοδυναμία του κάνει τα πράγματα πολύ πιο εύκολα γι΄ αυτόν (και για τον σεναριογράφο). Όπως επίσης βρήκα ξενέρωτο - παραχώρηση μάλλον σε άνωθεν απαιτήσεις - το τέλος. Αν η ταινία τέλειωνε λίγα λεπτά πριν, θα μου άφηνε καλύτερες εντυπώσεις. Ως έχει όμως, κάνει τα πράγματα ακόμα πιο απίθανα.
Πέραν αυτών πάντως δεν στερείται νομίζω κινηματογραφικού ενδιαφέροντος.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 17, 2007

ΠΟΙΑ "ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ";


Η "Ταυτότητα" (Identity) του James Mangold είναι ένα θρίλερ του 2003 το οποίο, μάλλον συνειδητά, παραπέμπει στο "Ψυχώ". Λέω μάλλον συνειδητά, αφού και εδώ όλα γίνονται μέσα σε ένα μοτέλ στο μέσον του πουθενά. Εκεί μαζεύονται, χάρη σε μια σειρά από εξωφρενικές συμπτώσεις, διάφοροι χαρακτήρες και... οι φόνοι αρχίζουν. Το μυαλό μας πάει αρχικά σε μια αλά Άγκαθα Κρίστι ιστορία, αφού κατά τη διάρκειά του, όλοι σχεδόν γίνονται διαδοχικά ύποπτοι. Ποιός απ' όλους ειναι ο σίριαλ κίλερ; Από την άλλη, υπάρχουν και κάποιες πινελιές μεταφυσικού στοιχείου, έτσι για να θολώσουν κι άλλο την κατάσταση. Πλην όμως η λύση βρίσκεται πολύ μακριά απ' όλα αυτά. Πού; Δεν θα σας το αποκαλύψω φυσικά.
Μια σειρά από ανατροπές, καθώς και η κλειστοφοβική, αδιέξοδη ατμόσφαιρα, κάνουν την ταινία να παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον. Η λύση είναι όντως ευφάνταστη και εντελώς απροσδόκητη. Πλην όμως, όλη αυτή η αγωνιώδης προσπάθεια για πρωτοτυπία και ανατροπή στην ανατροπή, την κάνουν (την τελική λύση εννοώ) κάπως τραβηγμένη από τα μαλλιά. Ένας ψυχίατρος θα μπορούσε να μας διαφωτίσει για το κατά πόσον αληθοφανή είναι όλα αυτά. Εγώ αδυνατώ. Δεν νομίζω επίσης ότι χρειαζόταν και πολύ αυτή η τελευταία (πολλοστή) ανατροπή.
Παρά τη σχετική μου γκρίνια ωστόσο, πέρασα αρκετά καλά βλέποντάς το (σε DVD). Και υποστηρίζεται και από ένα εντυπωσιακό καστ ονομάτων (Κιούζακ, Λιότα, ΝτιΜορναί, Μολίνα κ.ά.) Δεν τη θεωρώ κακή ταινία. Απλώς υπερβολική.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 13, 2007

ΠΝΙΓΗΡΟΙ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ ΣΕ ΔΥΟ ΕΠΙΠΕΔΑ



Ο "Λαβύρινθος του Πάνα" ("...του Φαύνου" είναι ο πρωτότυπος ισπανόφωνος τίτλος) του Guillermo del Toro αποδεικνύει ότι αυτός ο μεξικάνος είναι σπουδαίος σκηνοθέτης όταν κάνει τα δικά του (εννοώ όχι στυλ Blade II και τέτοια). Για του λόγου το αληθές ανατρέξτε στη "Ραχοκοκαλιά του Διαβόλου" του 2001. Αυτή, μαζί με τον τωρινό "Λαβύρινθο", είναι κατά τη γνώμη μου και οι καλύτερές του (δίχως να παραβλέπω και το διασκεδαστικό Hellboy).

Πριν πω οτιδήποτε άλλο οφείλω να προειδοπιήσω ότι αυτή εδώ η ταινία είναι για πολλούς δυσβάσταχτη. Πολλά στομάχια θα ανακατωθούν, τόσο από την έντονη βία, ενίοτε σπλάτερ, όσο και από την όλη πνιγηρή και σκοτεινή ατμόσφαιρα. Αν δεν αντέχετε, μην το κάνετε (χάνοντας πάντως ένα εξαιρετικό φιλμ).

Ο "Λαβύρινθος..." λοιπόν κινείται σε δύο επίπεδα: Στο πραγματικό και στο φανταστικό. Είναι εντυπωσιακό το πόσο καλά δένουν αυτές οι δύο παράλληλες αφηγήσεις, παράλληλοι κόσμοι, ώστε το πέρασμα από τον έναν στον άλλον να μην ενοχλεί καθόλου. Το κοριτσάκι, που μην αντέχοντας την αφόρητη καθημερινότητα, καταφεύγει στο φανταστικό, παραπέμπει στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων (αν και η εδώ "Χώρα των Θαυμάτων" είναι πολύ πιο ζοφερή από αυτήν του Λούις Κάρολ). Ζοφερότητα που, τόσο στον πραγματικό όσο και στον φανταστικό κόσμο, τονίζεται από τα καταθλιπτικά περιβάλλοντα, το κλειστοφοβικό κλίμα (από τον μύλο/οχυρό/κατοικία δεν υπάρχει καμιά διαφυγή για τη μικρή ηρωίδα, στον πραγματικό κόσμο τουλάχιστον) και τη σκοτεινή φωτογραφία, με κυρίαρχο χρώμα το μαύρο (γενικά, τόσο η σκηνογραφική δουλειά όσο και τα εφφέ είναι εξαιρετικά). Το απόλυτο κακό στην ταινία ταυτίζεται με τον φασισμό (της Ισπανίας του Φράνκο συγκεκριμένα), δίνοντας έτσι και μια πολιτική διάσταση. Μοναδική μου αντίρρηση είναι ότι ο κακός, ο φασίστας λοχαγός δηλαδή, είναι πολύ κακός, τόσο, που κινδυνεύει να γίνει καρικατούρα. Από την άλλη, αν κανείς το δει σε συμβολικό επίπεδο, αφού ούτως ή άλλως η ταινία περιέχει πλήθος συμβόλων, ίσως αυτή η συσσώρευση κακίας και σαδισμού να είναι ηθελημένη, ως σύμβολο ακριβώς του φασισμού. Ο τρόπος σκέψης του άλλωστε είναι πολύ ταιριαστός μ' αυτόν ενός συνειδητού φασίστα.

Υπάρχει κι ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον στοιχείο: Σας είπα στην αρχή ότι η ταινία είναι δυσβάσταχτη. Ε, λοιπόν, η συντριπτικα μεγαλύτερη ποσότητα φρίκης και ζοφερότητας συμβαίνει στο πραγματικό επίπεδο, στην ρεαλιστική ιστορία. Οι τρόμοι που παραμονεύουν την μικρή ηρωίδα στον παράλληλο, φανταστικό κόσμο, είναι πταίσματα μπρος στις ανείπωτες τερατωδίες που συμβαίνουν στον κανονικό. Για τον λόγο αυτόν η ταινία μας ταράζει πολύ περισσότερο.

Δείτε το - αν αντέξετε. Για μένα έχει επάξια κερδίσει τη θέση του στα δέκα καλύτερα της σεζόν.


Σάββατο, Φεβρουαρίου 10, 2007

ΒΡΩΜΙΚΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ


Να λοιπόν που οι "πολιτικά σκεπτόμενες" ταινίες πληθαίνουν στο Χόλυγουντ. Το αναφέραμε στις ταινίες του Κλούνεϊ, στον "Επίμονο Κηπουρό" κλπ. Το "Ματωμένο διαμάντι" (Blood Diamond) του Edward Zwick κεντράρει και πάλι στην τραγική κατάσταση της μαύρης Αφρικής και στις τερατώδεις ευθύνες των δυτικών (κυβερνήσεων και μη) γι' αυτήν. Συγκεκριμένα, μιλά για το βρώμικο εμπόριο διαμαντιών, που εξάγονται (από τη γη) κάτω από εφιαλτικές συνθήκες και στη συνέχεια εξάγονται (από τη χώρα) παράνομα. Και για τους αιματηρότατους πολέμους (εμφύλιους κυρίως) που προκαλούν και συντηρούν οι δυτικοί πάντα, αδίστακτοι μπρος τα συμφέροντά τους. Φυσικά και εδώ η Αφρική κάθε άλλο παρά ειδυλιακή και εξωτική είναι και βρίσκεται μίλια μακριά από την σαφάρι εικόνα που πολλοί εξακολουθούν να έχουν γι' αυτή.

Η ταινία έχει έναν κάποιον διδακτισμό και μανιχαϊσμό (οι αντάρτες δείχνονται ξεκάθαρα κακοί, οι θεατές, όπως και οι ήρωες, νοιώθουν ασφάλεια κοντά στα κυβερνητικά στρατεύματα, αν και είναι γνωστό ότι σ' αυτές τις περιπτώσεις οι σφαγές και τα κάθε λογής εγκλήματα είναι απόλυτα μοιρασμένα). Πέραν αυτού πάντως - και διατηρώντας πάντοτε έναν θετικό και προοδευτικό προβληματισμό απέναντι στην κόλαση της Αφρικής - δεν παύει ποτέ να είναι κλασσικό, καλογυρισμένο Χόλυγουντ, με όλα τα κλισέ που αυτό συνεπάγεται. Υπάρχει ο τυπικός έρωτας (κι ας είναι αντίθετοι και με ολότελα διαφορετικά κίνητρα οι ερωτευμένοι), υπάρχει δράση και περιπέτεια, υπάρχει το (σχετικά) καθησυχαστικό τέλος - αν και πολύ απέχει από ένα κλασσικό χάπυ εντ -, το άψογο timing (εκεί δηλαδή που ο "κόμπος φτάνει στο χτένι" συμβαίνει πάντα κάτι εξωτερικά και τη γλυτώνουν στο τσακ) και άλλα τέτοια.

Προοδευτικό Χόλυγουντ λοιπόν, που βλέπεται ευχάριστα (και ίσως και να συγκλονίσει μερικούς ανυποψίαστους), με όλα τα χιλιοειδωμένα στάνταρς που είπαμε και με έναν πολύ καλό και πάλι Ντι Κάπριο στο ρόλο του κλασσικού "καθάρματος, αλλά με (κάπου στο βάθος) χρυσή καρδιά", ο οποίος νομίζω πως έχει πλέον αποδείξει ότι είναι καλός ηθοποιός. Για να δούμε, θα έχει συνέχεια αυτή η "αντιδυτική" στροφή του Χόλυγουντ - δίχως όμως να αμφισβητούνται και τα κινηματογραφικά κλισέ;