Κυριακή, Δεκεμβρίου 24, 2006

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΙΟΥΜΟΡ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ ΣΤΟΥΣ "ΣΥΝΩΜΟΤΕΣ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ"


Το 1996 ο Jan Svankmajer κάνει ίσως τη σουρεαλιστικότερη ταινία του, τους "Συνωμότες της Ηδονής". Είναι δύσκολο να μιλήσεις για ένα φιλμ τόσο πλημμυρισμένο από χιούμορ του παράλογου και κάθε λογής παραδοξότητες, ώστε κάθε λογική ερμηνεία να γίνεται μάλλον αδύνατη.
Στην ταινία υπάρχουν 6 συνηθισμένοι, καθημερινοί άνθρωποι, που ζουν στις τόσο προσφιλείς στον σκηνοθέτη παλιές, φθαρμένες πολυκατοικίες της Πράγας: Μια ταχυδρόμος, μια παρουσιάστρια δελτίου ειδήσεων στην TV, ο απίστευτος σύζυγός της, ο ιδιοκτήτης ενός ψιλικατζίδικου, ένας απροσδιορίστου ασχολίας τριαντάρης και η σχετικά ηλικιωμένη - αλλά νταρντάνα - γειτόνισά του. Όλοι αυτοί είναι συνηθισμένοι τύποι, το είπαμε, που ζουν σε συνηθισμένα σπίτια. Πλην όμως, όταν είναι μόνοι, επιδίδονται σε εξωφρενικά απίθανες ασχολίες, μονομανίες θα ήταν η σωστότερη έκφραση, με απίστευτη ένταση και πάθος, δημιουργώντας προσωπικά φετίχ. Δραστηριότητες παράλογες, που αδυνατούμε να μαντέψουμε τη χρησιμότητά τους - και οι οποίες συγχρόνως μας προκαλούν γέλιο εξ αιτίας ακριβώς της απιθανότητάς τους: Η μία φτιάχνει ασταμάτητα μπαλάκια από ψύχα ψωμιού, ο άλλος κατασκευάζει... μηχανές αυνανισμού, άλλος φτιάχνει μια τεράστια κότα από ποικίλα υλικά... Στο τέλος, σε μια γκροτέσκα και ξεκαρδιστική ταυτόχρονα σειρά σκηνών, ο καθένας τους θέτει σε λειτουργία τους κόπους των μόχθων του, χρησιμοποιώντας τους με απίθανους τρόπους. Παράλογο, στοιχεία βουντού και σκοτεινές και κωμικοτραγικές καταστάσεις μπλέκονται αξεδιάλυτα δημιουργώντας ένα από τα πιο παράδοξα φιλμς που έγιναν ποτέ.
Ταινία που κινείται στα όρια του πειραματικού, με λίγα animation και, κυρίως, αληθινούς ηθοποιούς, μόνο με ήχους, μουσική και χωρίς λόγο, είναι μια πιστότατη στο σουρεαλιστικό πνεύμα δημιουργία, που μιλά έμμεσα για την υποκειμενικότητα της ηδονής (και είναι αφιερωμένη από τον δημιουργό της στον μαρκήσιο Ντε Σαντ). Ας την αποφύγουν όσοι ψάχνουν για σαφείς ερμηνείες, λογική και συγκροτημένη δομή. Για τους λίγους υπόλοιπους, πρόκειται για αληθινό πανηγύρι.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 20, 2006

ΟΥΡΑΝΙΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΤΑ ΣΥΡΡΟΗΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ


Η Uranya, δεύτερη ταινία του Κώστα Καπάκα, είναι μάρκα τηλεόρασης των 60ς-70ς, αλλά και μια λαχταριστή πόρνη στο χωριό όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Ανάμεσα στον πόθο τους για αμφότερα πρέπει να διαλέξουν τα πιτσιρίκια της ταινίας: Προσελήνωση από την TV ή ηδονή live;
Ο Καπάκας προσπαθεί απεγνωσμένα να επαναλάβει τη συνταγή και την επιτυχία του Pepermint, πλην όμως το κάνει τόσο βεβιασμένα και "επί τούτου", που μάλλον καρικατούρα όσων θα ήθελε προκύπτει. Λίγος Φελίνι, λίγο "Σινεμά ο Παράδεισος", λίγο "Δέντρο που πληγώναμε"... πολύ κάτω βεβαίως απ' όλα αυτά, κακοχωνεμένα και πρόχειρα αναμεμειγμένα. Επί πλέον, τα παιδάκια παίζουν άτεχνα (και μάλιστα το καθένα μ' έναν δικό του, προσωπικό, άτεχνο τρόπο), το σενάριο είναι προσχηματικό, η αναπαράσταση της εποχής της χούντας στην επαρχία μπάζει από αρκετές πλευρές... και έχω και κάποιες μικρές ιδεολογικές αντιρρήσεις (που πιο πολύ αφορούν το τραγούδι των τίτλων παρά την ίδια την ταινία). ΟΚ, υπάρχουν και μερικές αστείες και διασκεδαστικές σκηνές, δεν νομίζω όμως ότι αρκούν για να ανεβάσουν το σύνολο. Όσο για την Cucinotta, ο ρόλος της είναι καθαρά διακοσμητικός - άντε, να βάλουμε και μια demi σταρ - και παίζει και κακά (και μεταγλωττισμένη). Μου άρεσε πάντως η μουσική του Καλατζόπουλου.
Η αναπαράσταση της εποχής που λέγαμε, φτάνει σε αρνητική κορύφωση στη σκηνή όπου κοτζάμ αντιπρόεδρος των ΗΠΑ επισκέπτεται το χωριό (όντως ο ελληνικής καταγωγής αντιπρόεδρος Άγκνιου, αναμεμειγμένος στο σκάνδαλο Watergate και άρον-άρον παραιτηθείς παρέα με τον Νίξον, είχε περιοδεύσει στην ελληνική επαρχία). Εδώ όμως τον βλέπουμε να φτάνει σχεδόν μόνος, με μια λιμουζίνα, συνοδευόμενος μόνο από έναν έλληνα αξιωματούχο και δύο γελοίους μπάτσους με μηχανές (!!!), λες και είναι ένας απλός αμερικάνος τουρίστας. Όσο για τις ιδεολογικές αντιρρήσεις (κυρίως στους στίχους του τραγουδιού της Νικολακοπούλου, που τραγουδά η Πρωτοψάλτη) όλο αυτό το νοσταλγικό κλίμα - αναπόληση της "ευτυχισμένης" παρά τα προβληματάκια παιδικής ηλικίας, αποδυναμώνει το θέμα της καταπιεστικής χούντας και - χωρίς φυσικά τίποτα τέτοιο να δηλώνεται ρητά - αποπνέει κάτι του στυλ "αχ τι καλά που ήταν όλα τότε, μακάρι να είμαστε πάλι εκεί - ε, ας μην ήταν κι αυτή παλιοχούντα..."
Δε νομίζω ότι φτάνει η θέληση, το χιούμορ και η νοσταλγία. Χρειάζεται και κάτι άλλο ώστε να "δέσει το φαγητό".

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 18, 2006

ΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΠΩΣ CRAZY


Το C.R.A.Z.Y. του καναδού Jean-Marc Vallee θα μπορούσε να είναι ένα ζοφερό δράμα στους κόλπους μιας σχετικά συνηθισμένης πολυμελούς οικογένειας, στην οποία συνυπάρχουν ναρκομανείς, gay, θρησκόληπτοι και macho. Πλην όμως, υπάρχει το διάχυτο χιούμορ, που την μετατρέπει σε άκρως ευχάριστη και, ενίοτε, διασκεδαστική, παρ' όλα τα δράματα που συμβαίνουν και την υποβόσκουσα συγκίνηση. Επίκεντρο ο τρίτος από τους 5 γιους της γαλλόφωνης οικογένειας, που, παρά τις ομοφυλοφιλικές του κλίσεις, αγωνίζεται με νύχια και με δόντια να πείσει τον περίγυρό του, οικογενειακό και μη, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό, ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Βλέπετε, η αποκλίνουσα σεξουαλική συμπεριφορά παραμένει ταμπού μεγαλύτερο από άλλες καταστάσεις, που, αν εξεταστούν αντικειμενικά, είναι πολύ σοβαρότερες.
Γύρω από τον άξονα αυτόν, οι δεκαετίες του 60, του 70 και του 80, με τις μουσικές, τις μόδες και τα στιλ τους, αποτελούν έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα φόντο, που δίνει και μια νοσταλγική (καθόλου γλυκερή όμως) πινελιά. Οι μουσικές κυρίως είναι εξαιρετικά επιλεγμένες, αποτελώντας ένα αγαπημένο σάουντρακ που θα θυμίσει πολλά σε πολλούς.
Κριτική - με ευχάριστο πάντα τρόπο - απέναντι στην οικογένεια, τα κοινωνικά ταμπού, τη θρησκεία (όλα τα λεφτά η ατάκα που μάτσο πατέρα που, ενώ είναι αρκετά συντηρητικός, αρχίζει να αμφιβάλλει απέναντι σε μια θρησκεία "της οποίας ο ιδρυτής φορούσε φουστάνια") και μελέτη των σχέσεων πατέρα - γιου, κάνουν το C.R.A.Z.Y. μια από τις πιο ευχάριστες φετινές εκπλήξεις, επιβεβαιώνοντας ότι, τελικά, το Κεμπέκ παράγει συχνότατα πολύ καλούς κινηματογραφικούς καρπούς.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 17, 2006

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΛΧΗΜΙΣΤΙΚΟΣ ΦΑΟΥΣΤ


O Faust (1994) είναι η ταινία του Jan Svankmajer που μάλλον μου άρεσε λιγότερο. Όχι ότι με απογοήτευσε, αλλά με κούρασε κάπως με κάποιες επαναλήψεις που περιέχει. Ο σουρεαλιστής Svankmajer δείχνει εδώ τον πιο "αλχημιστικό" του εαυτό, μεταφέροντας την ιστορία του Faust - πού αλλού;- στη σύγχρονη Πράγα. Ο μοντέρνος Faust κάνει τη συμφωνία του με τον διάβολο και πραγματοποιεί τις μαγικές του τελετουργίες μέσα σε φθαρμένα υπόγεια εγκαταλειμένων σπιτιών και παρακμασμένες πολυκατοικίες. Η εντροπία και η φθορά είναι για μια ακόμα φορά παρούσες, καθώς και μια έντονη αλχημιστική αίσθηση - και αισθητική. Ο Φάουστ δημιουργεί, μεταξύ άλλων, ένα ον από πηλό, στο οποίο εμφυσά ζωή, σε μια πιστή, σύντομη απεικόνιση του μύθου του Γκόλεμ, μεταφέρεται, όπως συμβαίνει στα όνειρα, από χώρο σε χώρο δίχως λογικό ειρμό (από ένα ερειπωμένο υπόγειο βρίσκεται σ' ένα παλιό κουκλοθέατρο κι από κει, δίχως προειδοποίηση, απλώς ανοίγοντας πόρτες, στη σκηνή ενός θεάτρου κλπ.) και γενικά δίνει την ευκαιρία στο δημιουργό για μια σειρά από αξέχαστες, σουρεαλιστικές εικόνες με την προσωπική σφραγίδα της αισθητικής του.
Αυτό που κάπως με κούρασε, όπως είπα στην αρχή, είναι οι συχνές μεταφορές της δράσης σε κουκλοθέατρο με γιγάντιες μαριονέτες, όπου ο μύθος κατά κάποιο τρόπο επαναλαμβάνεται, παιγμένος από κούκλες. Το χιούμορ - άλλο σήμα κατατεθέν του Svankmajer - δεν λείπει ούτε από αυτή του την ταινία, όπου για μια ακόμα φορά παρακολουθούμε έκπληκτοι έναν συνδυασμό από ηθοποιούς, μαριονέτες, πηλό και κάθε λογής κινούμενα αντικείμενα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 15, 2006

"ΕΚΕΙΝΟΙ" ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΣΑΣ ΤΡΟΜΑΞΟΥΝ


Το γαλλικό Ils ((Εκείνοι) των David Moreau και Xavier Palud είναι μια καθαρόαιμη, απόλυτα low budget ταινία τρόμου. Ένα ζευγάρι Γάλλων που ζει σ' ένα μεγάλο, απομονωμένο σπίτι κάπου στη Ρουμανία, δέχεται κατά τη διάρκεια μιας νύχτας τη λυσσασμένη επίθεση κάποιων που τα πρόσωπά τους δεν φαίνονται... μέχρι τις τελευταίες σκηνές. Δεν υπάρχουν εφφέ, δεν υπάρχουν εντυπωσιακές κορυφώσεις, υπάρχει μονάχα ένα αδιάκοπο σασπένς από την αρχή μέχρι το τέλος, που, με την τελική αποκάλυψη (που φυσικά δεν θα σας αποκαλύψω) γίνεται ακόμα πιο ανατριχιαστικό στην ωμότητά του.
Δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για αριστούργημα, είναι όμως μια αξιοπρεπέστατη ταινία ενός είδους με πιστούς θαυμαστές (οι υπόλοιποι ας μην κάνουν καν τον κόπο). Και μάλιστα του υποείδους αυτού που πετυχαίνει να τρομάξει τους θεατές με πολύ λίγα μέσα, δηλαδή ουσιαστικά με την ατμόσφαιρα, την υποβλητική σκηνοθεσία και μια "ντοκιμαντερίστικη" εικόνα, που κάνει το πράγμα πιο τρομαχτικό, καθώς δίνει την ψευδαίσθηση ρεαλισμού. Πολύ περισσότερο που, σύμφωνα με τα λεγόμενα στην αρχή και στο τέλος, πρόκειται για αληθινή ιστορία...

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 11, 2006

OTESANEK Ή ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΠΟΥ ΠΑΓΩΝΟΥΝ ΤΟ ΑΙΜΑ


Το 2000 ο Jan Svankmajer γυρίζει το Otesanek (Ο μικρός Οtik), όπου σπρώχνει το γκροτέσκο, που πάντοτε τον χαρακτηρίζει, στα απώτατα όριά του. Ο Μικρός Otik είναι κωμωδία, είναι παραμύθι... και συγχρόνως είναι ένας αληθινός εφιάλτης. Βασίζεται σε ένα λαϊκό παραμύθι, όπου ένα άτεκνο ζευγάρι φέρνει σπίτι ένα κομμάτι ξύλου με κλαδιά, που μοιάζει κάπως με ανθρώπινη φιγούρα. Το "υιοθετούν" ως το παιδί που δεν έχουν, κι αυτό κάποια στιγμή ζωντανεύει και... ας μη σας πω τι κάνει αφού ζωντανέψει.
Ο σατανικός Svankmajer μεταφέρει την ιστορία στη σύγχρονη Πράγα, σε μια καταθλιπτική, παλιά πολυκατοικία. Το ζευγάρι επισκέπτεται γυναικολόγους, κάνει ό,τι μπορεί, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Όταν το κούτσουρο μπαίνει στη ζωή τους, η γυναίκα είναι έτοιμη να το δεχτεί σαν αληθινό της παιδί και... ο εφιάλτης αρχίζει. Με μια διαφορά: Ότι θα γελάσετε πολύ, πάρα πολύ, μ' αυτόν τον εφιάλτη. Το πρώτο μέρος του φιλμ είναι αληθινά τρομαχτικό, καθώς παρακολουθούμε τη σύζυγο να βυθίζεται όλο και περισσότερο στην παράνοια, αντιμετωπίζοντας το ξύλο σαν αληθινό βρέφος. Είναι στιγμές που στο μυαλό μας έρχονται ταινίες όπως η "Αποστροφή" του Πολάνσκι. Στη συνέχεια όμως, το φανταστικό (χέρι - χέρι με το κατάμαυρο χιούμορ) εισβάλλει ανεπιστρεπτί.
Την παράσταση κλέβει η απίθανη οικογένεια των γειτόνων, και κυρίως το μικρό κοριτσάκι τους, η πρωταγωνίστρια ουσιαστικά της ταινίας και η μόνη που αντιλαμβάνεται όλη την αλήθεια, όταν οι μεγάλοι γύρω της έχουν μεσάνυχτα. Το κοριτσάκι αυτό είναι και αστείρευτη πηγή γέλιου με τα μικρομέγαλα καμώματά του, όπως και ο πατέρας του, εμβληματική φιγούρα που ο σκηνοθέτης έχει χρησιμοποιήσει κι άλλες φορές.
Αντίθετα με την "Αλίκη" ο S. εδω χρησιμοποιεί κανονικούς ηθοποιούς και περιβάλλοντα (με την απαραίτητη δόση κλειστοφοβίας και φθοράς βεβαίως), ενώ με animation δίνει μόνο το πλάσμα και το λαϊκό παραμύθι πάνω στο οποίο βασίζεται όλη η ιστορία. Ίσως η πιο στρωτή αφηγηματικά ταινία του σκηνοθέτη, αποτελεί must για τους φίλους του σουρεαλισμού και του κινηματογραφικού παράδοξου.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 10, 2006

Η "ΑΛΙΚΗ" ΣΑΝ ΕΦΙΑΛΤΗΣ


Πριν δείτε οποιαδήποτε ταινία του, καλό είναι να ξέρετε λίγα πράγματα για τον Τσέχο Jan Svankmajer. Γεννημένος το 1934, θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους animators του σινεμά. Χρησιμοποιεί ποικίλες τεχνικές (οτιδήποτε εκτός από κλασσικό κινούμενο σχέδιο): Κούκλες, πλαστελίνες, κίνηση αντικειμένων, μαριονέτες και πλήθος άλλες που επινοεί η αστείρευτη φαντασία του. Σουρεαλιστής μέχρι το κόκαλο (βασικό μέλος άλλωστε της σουρεαλιστικής ομάδας της Πράγας, που είναι ακόμα ενεργή), ασεβής, με κατάμαυρο χιούμορ, δημιουργεί απίστευτες εικόνες, που κινούνται ανάμεσα στην ποίηση και το... σπλάτερ, την ομορφιά και την απέχθεια. Το παράλογο, το γκροτέσκο, αλλά και το ιδιόρυθμο μαύρο χιούμορ που λέγαμε, κυριαρχούν στις ταινίες του, πολλές μικρού μήκους κυρίως (οι περισσότερες εξαιρετικές), αλλά και 5 μεγάλες.
Η "Αλίκη" (Neco z Alenky) του 1988 είναι ίσως η γνωστότερή του. Πρόκειται για το περίφημο παραμύθι του Λούις Κάρολ "Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων" σε μια απόλυτα Svankmajerική, ιδιόρυθμη εκδοχή. Χρησιμοποιώντας μία και μόνη "κανονική" ηθοποιό, τη μικρή Αλίκη, στήνει γύρω της έναν απίστευτο χορό από κάθε λογής κινούμενα αντικείμενα - καθημερινά ή φτιαχτά, υπαρκτά ή επινοημένα. Μόνο που ο φοβερός τσέχος "διαβάζει" το όνειρο της Αλίκης ως καθαρό εφιάλτη, μετατρέποντάς το έτσι στην πιο σκοτεινή ίσως "παιδική" (εντός πολλών εισαγωγικών) ταινία που έγινε ποτέ. Κλειστοφοβική, με ιδιαίτερη τάση - όπως σε όλα τα έργα του δημιουργού - προς τη φθορά και την εντροπία των πραγμάτων, δημιουργεί ένα απόλυτα γκροτέσκο, αλλόκοτο και εφιαλτικό αποτέλεσμα: Ο λαγός είναι ένας βαλσαμωμένος λαγός που ζωντανεύει, με ροκανίδια να χύνονται σαν αίμα από τα σωθικά του, τα τραπουλόχαρτα αποκεφαλίζονται στ' αλήθεια, τα κάθε λογής ζώα και πλάσματα του παραμυθιού αποτελούνται από αλλόκοτους, σαν μεταλλαγμένους, σκελετούς ζώων που θυμίζουν Bosch και δεν είναι ιδιαίτερα φιλικά προς την Αλίκη, κάλτσες ζωντανεύουν και γίνονται σκουλήκια, νύξεις για το ξύπνημα της σεξουαλικότητας υπάρχουν παντού, ανάκατες με σύμβολα - κλειδιά της ψυχανάλυσης... Και, μόνη ανθρώπινη φιγούρα ανάμεσα σ' όλα αυτά τα παράδοξα, η Αλίκη δεν γελά ποτέ σ΄όλο αυτό το βγαλμένο από εφιάλτες παραμύθι.
Δείτε το αν μπορέσετε - ξέροντας εκ των προτέρων ότι η εμπειρία δεν είναι ακριβώς ευχάριστη - θαυμάστε την καλπάζουσα φαντασία του Svankmajer και γνωρίστε τον δημιουργό που επηρέασε καλλιτέχνες όπως Burton ή ο Gilliam, που μου έρχονται πρόχειρα στο νου.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2006

Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ JAN SVANKMAJER




Στο Μικρόκοσμο, στη Συγγρού, υπάρχει ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στο έργο του μεγάλου Τσέχου Jan Svankmajer. Από τους μεγαλύτερους animators του παγκόσμιου σινεμά, 72 χρονών σήμερα, έχει χρησιμοποιήσει πλήθος τεχνικών (τα πάντα εκτός από κλασσικό κινούμενο σχέδιο): Πλαστελίνες, κούκλες, αντικείμενα που κινούνται με καρέ - καρέ κίνηση κλπ.), καθώς και "κανονικούς" ηθοποιούς. Σουρεαλιστής, με κατάμαυρο χιούμορ και απόλυτα γκροτέσκα ματιά, κινείται με άνεση ανάμεσα στην καθαρή ποίηση και στα όρια του... σπλάτερ, δημιουργώντας έναν προσωπικό, μαγικό κόσμο. Ζωντανός μύθος στον χώρο του, δουλεύει πρωτοποριακά από τη δεκαετία του 60 και θεωρείται κάτι σαν σύγχρονος αλχημιστής.
Στο αφιέρωμα περιλαμβάνονται 5 μεγάλου και πάρα πολλές μικρού μήκους ταινίες του. Ξεκινά από την Πέμπτη 7/12 και τελειώνει την Τρίτη 12/12 (δύο προβολές καθημερικά, 6.30 και 8.30). Μην το χάσετε!
Θα επανέλθω εν καιρώ με εντυπώσεις από συγκεκριμένες ταινίες του που΄θα έχω δει.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 06, 2006

ΕΚΔΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ Ή PECKINPAH ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Δεν έχω εντρυφήσει όσο θα έπρεπε στα γουέστερν. Μερικές βασικές ταινίες έχω δει μόνο. Αυτές όμως και μόνο αρκούν να με πείσουν ότι το σχεδόν ξεχασμένο αυτό είδος είναι και αρκετά παρεξηγημένο. Υπάρχουν περισσότερα φιλμ απ' όσα νομίζουμε που ΔΕΝ εξυμνούν τον ηρωισμό των πιονιέρων, την γενναιότητα της Άγριας Δύσης, τη γέννηση της μεγάλης Αμερικής. Αυτές οι σκέψεις δεν αφορούν μόνο τον μεγάλο Sam Reckinpah (αυτός είναι πασίγνωστος "αιρετικός", που καμία σχέση δεν έχει με τις παραπάνω "αμερικάνικες" αρετές). Αφορούν και άλλα γουέστερν.
Ωστόσο ο Peckinpah και ο "Εκδικητής της Ερήμου" (Ride the high country) του 1962, υπήρξε η αφορμή γι' αυτές. Μια ταινία που ξεκινά χαλαρά, σαν ένα ακόμα γουέστερν, πολύ σύντομα όμως καταλαβαίνουμε ότι τίποτα "παραδοσιακό" και συνηθισμένο δεν κομίζει με την εξέλιξή του. Δύο είναι τα σημεία που με άγγιξαν περισσότερο:
α: Οι χαρακτήρες. Πολύ γρήγορα οποιοσδήποτε σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε "καλούς" και "κακούς" εξαφανίζεται, ανατρέπεται. Πριν παγιώσεις την άποψή σου για τους ήρωες, πριν προλάβεις να τους κατατάξεις, ξύνεις με αμηχανία το κεφάλι παρακολουθώντας την εξέλιξή τους, τις αποφάσεις τους, τους "καλούς" και "κακούς" ρόλους που εναλάσσονται στις συμπεριφορές τους. Τι μας λέει εδώ ο Πέκινπα; Αυτό που όλοι λίγο - πολύ γνωρίζουμε, σπάνια όμως βλέπουμε σε ταινίες - και δη αμερικάνικες: Ότι οι διαχωρισμοί σε καλούς και κακούς στην πραγματική ζωή δεν υφίστανται, ότι όλοι μας κάποιες στιγμές μπορεί να αλλάξουμε ρόλους ή να εξελιχθούμε διαφορετικά απ' ό,τι αρχικά φαίνεται (ή νομίζουμε).
β: Ο χώρος. Η Αμερική των πιονιέρων, του άγριου Γουεστ, καθόλου ειδυλιακή και ηρωική δεν είναι. Κάθε άλλο. Παλιοί φίλοι ετοιμάζονται να ληστέψουν ο ένας τον άλλον, πιτσιρικάδες έχουν σαν όνειρο να σκοτώσουν με την πρώτη αφορμή για τον τσαμπουκά και μόνο, κι όσο για τα απομακρυσμένα χωριά που οι κάτοικοί τους ψάχνουν για χρυσό... μακάρι να μην περάσετε ποτέ από κει. Αποτελούνται από βιαστές, δολοφόνους, χαρτοκλέφτες, μέθυσους και άλλα τέτοια ωραία και - εκτός από εκκλησία - τα μόνα κτίρια για το κοινό που διαθέτουν είναι μπαρ - χαρτοπαικτική λέσχη και πορνείο (ίσως και φυλακή). Από κατοίκους σαν κι αυτούς "κατακτήθηκε η δύση".
Πέραν όλων αυτών όμως των θεωρητικών, η ταινία βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον, μέχρι την επική της κορύφωση, που, 7-8 χρόνια πριν, προαναγγέλει την αντίστοιχη - και πολύ πιο διάσημη - της αξεπέραστης "Άγριας Συμμορίας".

Κυριακή, Δεκεμβρίου 03, 2006

ΜΕΣΑ ΚΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ


Το Science of sleep (Σε είδα στ' όνειρό μου) του Michel Gondry κινείται στο ίδιο κλίμα με το πολύ καλό δικό του "Η αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού". Η σχέση με την προηγούμενη είναι φυσικά η ενασχόληση με τα όνειρα, το ασυνείδητο και γενικά τις "κρυμμένες" γωνιές του ανθρώπινου νου. Μόνο που εδώ γίνεται εμφανής προσπάθεια όλο αυτό να γίνει μέσα σε ένα απόλυτα feel good κλίμα, οπότε, μπορούμε να πούμε ότι το αποτέλεσμα είναι κάτι μεταξύ "Αιώνιας λιακάδας..." και "Αμελί", δίχως όμως να καταφέρνει να φτάσει κανένα από τα δύο.
Δεν είναι ακριβώς κακή ταινία. Ίσα - ίσα που διασκεδάζεις σε πολλά σημεία και, φεύγοντας, σου έχει μείνει αυτό το συναίσθημα ευφορίας που επιδιώκεται. Μέχρι τότε όμως, έπιασα πολλές φορές τον εαυτό μου να σκέφτεται "Πάλι τα ίδια;" κάθε φορά που ο ευαίσθητος, ρομαντικός και ονειροπόλος ήρωας μπαίνει ξανά και ξανά στον προσωπικό ονειρικό του κόσμο. Ο οποίος (και αυτό ανήκει στις πρωτοτυπίες της ταινίας) καμιά σχέση δεν έχει με ψηφιακές κατασκευές και υπολογιστές. Είναι όλος χειροποίητος, φτιαγμένος θάλεγες από παιδάκια που κάνουν χαρτοκοπτική και κάθε λογής άλλες κατασκευές με πρόχειρα υλικά, για να τονιστεί έτσι η αθωότητα και ο ρομαντισμός που λέγαμε.
Ωστόσο το σενάριο - εδώ λείπει ο Κάουφμαν, βλέπετε - επαναλαμβάνεται, πολυλογεί άνευ λόγου και μπερδεύεται όλο και περισσότερο με τα συνεχή πήγαιν΄- έλα στον ονειρόκοσμο , με αποτέλεσμα τη βαρεμάρα που προανέφερα.
Παρά το ότι λοιπόν το συγκεκριμένο φιλμ δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, περιμένω με ενδιαφέρον κάθε καινούρια δουλειά του Gondry, ο οποίος έχει αποδείξει ότι νοιάζεται, αν μη τι άλλο, για την πρωτοτυπία στη δουλειά του.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 01, 2006

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΟΔΟΤΕΣ ΔΥΟ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΩΝ


Μετά από δυο - τρία σκαμπανεβάσματα, ο Martin Scorsese "το έκανε". "Ο Πληροφοριοδότης" (The departed) είναι μια ταινία που μάλλον θα γραφεί στις χρυσές σελίδες του αστυνομικού φιλμ. Γυριμένο με στιβαρότητα, καταφέρνει να μην αφήσει τον θεατή να πάρει ανάσα επί δυόμιση ώρες (και πάνω που είχα αρχίσει να γκρινιάζω για τις αδικαιολόγητα μακρές διάρκειες αρκετών πρόσφατων ταινιών...) Και επιπλέον - ή μάλλον ταυτόχρονα - φτιάχνει έναν ζοφερό κόσμο όπου το Κακό κυριαρχεί και Καλό μάλλον δεν υπάρχει. Τι σημασία έχει αν ο Ντι Κάπριο αγωνίζεται στις τάξεις των "καλών", όταν έχει πέρα για πέρα χάσει τον εαυτό του και η ζωή του είναι κόλαση; Και τι νόημα έχει η τιμιότητα του μπάτσου που θα πει την "τελευταία λέξη" στο τελευταίο λεπτό, όταν στην καθημερινότητά του είναι ένας από τους αντιπαθέστερους χαρακτήρες που έχουμε δει; Και, τελικά, τι νόημα έχει ο όποιος διαχωρισμός καλού και κακού, όταν όλα είναι τόσο βρώμικα, τόσο αξεδιάλυτα μπερδεμένα (όλοι έχουν διπλές ταυτότητες, δουλεύουν κρυφά για άλλους, καρφώνουν αυτούς στους οποίους παρουσιάζονται σαν φίλοι και συνέταιροι κλπ.), ώστε σε τελευταία ανάλυση οι πάντες, μπάτσοι και γκάνγκστερς, ζουν την ίδια ουσιαστικά ζωή, κυλιούνται στον ίδιο βούρκο, άσχετα με το ποιον υπηρετούν στην πραγματικότητα; Μόνος, και πάνω απ' όλους, ο Νίκολσον, η απόλυτη ενσάρκωση του Κακού: Γι΄αυτόν τα πράγματα είναι ξακάθαρα. Είναι κακός επειδή το γουστάρει.
Ενδιαφέρον έχει το φως που ρίχνει ο Scorsese στις επιπτώσεις αυτής της βρώμικης καθημερινότητας στις ιδιωτικές ζωές των ηρώων. Είναι κάτι που εύκολα ξεχνιέται σε πιο σχηματικές ταινίες του είδους. Τελικά, αν όλο αυτό το μπάχαλο είναι η "επαγγελματική" σου ζωή, ε, τα προσωπικά σου δεν μπορεί να είναι και τόσο νορμάλ...
Αρκετά με το μπλα μπλά όμως. Ο "Πληροφοριοδότης" είναι πάνω απ' όλα μια απολαυστική ταινία, που με κράτησε από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, αυτό με την φοβερή κάθαρση, κι αυτό είναι που μετρά πάνω απ' όλα.

Τρίτη, Νοεμβρίου 28, 2006

ΜΙΑ PERFORMANCE ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΩΝ 60ς



Πρόσφατα είδα μια απ' τις θεωρούμενες ως πιο cult ταινίες ever: Την Performance (1970) των Donald Cammell (1934-1996) και Nicolas Roeg. Το cult status της ταινίας οφείλεται βέβαια κατά πολύ στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μικ Τζάγκερ. Πριν πάμε όμως σ' αυτό, θα ομολογήσω από την αρχή ότι με κούρασε αρκετά και βρήκα τη θέασή της μάλλον δύσκολη - παρά το ότι μ' αρέσει γενικά ο Ρεγκ.
Η ταινία χωρίζεται σε δύο εντελώς διαφορετικά μέρη. Στο πρώτο, ένα άγριο γκαγκστερικό δράμα, παρακολουθούμε τα εξαιρετικά βίαια έργα ενός λονδρέζου γκάνγκστερ, που αγγίζει τα όρια της ψυχοπάθειας. Φόνοι, βασανιστήρια, συμμορίες και ένας αδίστακτος James Fox συνθέτουν μια εφιαλτική εικόνα του λονδρέζικου υποκόσμου. Καμία σχέση με τα 60ς, των οποίων "ντοκουμέντο" θεωρείται το φιλμ. Παράξενο μοντάζ - χαρακτηριστικό του Ρεγκ, θυμηθείτε και το Don't look now - κουραστικό ωστόσο μέσα στην πρωτοπορία του, μπερδεμένη (ηθελημένα) αφήγηση, φοβερές φάτσες. Στο δεύτερο μέρος τα πράγματα αλλάζουν απότομα. Ο γκάγκστερ κρύβεται άθελά του στο διαμέρισμα του Τζάγκερ και από εκεί και πέρα βουτάμε για τα καλά στην παράνοια, αλλά και τη ριζοσπαστικότητα και την πρωτοπορία και την ανέμελη τρέλλα των 60ς. Ναρκωτικά, ελεύθερος έρωτας, κοινοβιακός τρόπος ζωής, εκκεντρικά ντυσίματα, πανταχού παρούσα μουσική, ινδικές επιρροές, περιφρόνηση για το αύριο και το μέλλον - ο απόλυτος θρίαμβος του "εδώ και τώρα" - δικαιώνουν τη φήμη της Performance ως μια από τις πιο πιστές καταγραφές της πολυσήμαντης αυτής εποχής. Ο ήρωας - εντελώς από άλλο ανέκδοτο - βουτά (μαζί με τον θεατή) σχεδόν με το ζόρι σ' αυτά, πλήρης θαυμασμού και αηδίας ταυτόχρονα. Και στο μέσον όλου αυτού του χάους, ένας αμφισεξουαλικός Τζάγκερ, απόλυτη ενσάρκωση των καιρών του.
Αν κάτι μου επιβεβαίωσε η ταινία είναι ότι όλο αυτό το απίστευτο κλίμα αφορούσε ένα μέρος μονάχα της τότε κοινωνίας - νέων κυρίως. Γύρω τους ζούσε και βασίλευε ένας κόσμος φοβερά συντηρητικός, καταπιεστικός και δίχως ανοχές. Θα μου πείτε, μα πάντα συμβαίνει αυτό. Και τώρα υπάρχουν "προχωρημένες" ομάδες (δώστε όποιον ορισμό θέλετε στον όρο αυτό, θετικό ή και αρνητικό) που ζουν σε κάποια περιθώρια, ενώ η κοινωνική δομή είναι πάντα αυτή που είναι. Σύμφωνοι. Η διαφορά όμως είναι ότι την εποχή αυτή το φαινόμενο της "διαφορετικότητας" σε όλα τα επίπεδα είχε γίνει μαζικότερο από ποτέ. Αυτή νομίζω είναι η βασική διαφορά των 60ς σε σχέση με το πριν και το μετά.
Αυτό που είναι πάντως ενδιαφέρον στην Performance είναι η καταγραφή δύο απόλυτα αντίθετων κόσμων, που έρχονται ξαφνικά δίπλα - δίπλα, ώστε να διαγραφούν ακόμα περισσότερο οι τερατώδεις διαφορές τους. Κατά τα άλλα, σας είπα, μάλλον κουράστηκα. Σας προτείνω όμως να το δείτε κυρίως σαν ένα είδος ντοκουμέντου μιας εποχής που, όπως όλα δείχνουν, μάλλον παρήλθε ανεπιστρεπτί.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 24, 2006

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΠΟΥ ΣΑΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ


Ο πόλεμος είναι ίσως η φριχτότερη ανθρώπινη κατάσταση. Ο εμφύλιος πόλεμος όμως είναι κάτι ακόμα χειρότερο. Δεν το πιστεύετε; Δείτε το "Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι" του Ken Loach. Όπου ο άγγλος σκηνοθέτης, με τον γνωστό ρεαλισμό και τη στέρεα γραφή του, μας δίνει ανάγλυφα το δράμα του ιρλανδικού λαού, από τον αγώνα για ανεξαρτησία μέχρι τον εμφύλιο που ακολουθεί.
Η ταινία χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο παρακολουθούμε το αντάρτικο των Ιρλανδών ενάντια στους Άγγλους κατακτητές. Εδώ τα πράγματα είναι καθαρά. Υπάρχουν καλοί και κακοί, είναι σαφές με ποιον είσαι και ποιον μισείς (πολύ περισσότερο μάλιστα όταν οι Άγγλοι παρουσιάζονται σαν κτήνη που καταπιέζουν με κάθε τρόπο τους Ιρλανδούς). Το μέρος αυτό δεν μου άρεσε τόσο, παρά τη δύναμη της γραφής του. Το βρήκα... πώς να το πω... πολύ ηρωικό για τα γούστα μου, ίσως και κάπως απόλυτο. Η άποψη αυτή ανατράπηκε πλήρως στο δεύτερο μισό, όπου ο Loach παρουσιάζει με συγκλονιστικό τρόπο τον άγριο εμφύλιο που ακολούθησε, καθώς οι Ιρλανδοί χωρίζονται σε μετριοπαθείς και επαναστάτες. Εδώ ο σκηνοθέτης δίνει αμερόληπτα και τις δύο απόψεις, αναδεικνύει θαυμάσια το δίκιο της κάθε πλευράς. Μ' αυτόν τον τρόπο είναι σχεδόν αδύνατο να ταυτιστείς με κάποια απ' αυτές (όπως ξεκάθαρα γίνεται στο πρώτο μισό) και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να βυθιστείς στη φρίκη, βιώνοντας απόλυτα τον βαθύτατο πόνο του αλληλοσπαρασόμενου λαού. Αυτή η σχετικά ουδέτερη στάση είναι που επιτείνει τη φρίκη και το αδιέξοδο, αλλά και δηλώνει ότι δεν υπάρχει μόνο άσπρο και μαύρο, καλό και κακό, αλλά τα πράγματα - δυστυχώς ορισμένες φορές - είναι πολύ πιο περίπλοκα.
Όλα αυτά δεν συμβαίνουν με βαρύγδουπες δηλώσεις. Κάθε στόμφος απουσιάζει. Η ταινία είναι ανθρώπινη, καθώς παρακολουθούμε το ιστορικό στοιχείο μέσα από τα μάτια των δύο αδελφών και των γύρω τους. Κι αυτό την κάνει πολύ πιο δυνατή από κάθε ρητορεία, μέχρι το ακόμα δυνατότερο - σαν γροθιά - φινάλε.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 23, 2006

ΕΡΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ


Το Desert Hearts είναι μια ταινία του 1985, που γύρισε η Donna Deitch και έχει πολλαπλό ενδιαφέρον. Πρώτα πρώτα είναι μια ταινία που πραγματεύεται έναν λεσβιακό έρωτα. Δεύτερον, τοποθετείται βαθιά στην αμερικάνικη επαρχία (στη Νεβάδα, αν θυμάμαι καλά), κάνοντας έτσι τα πράγματα "δύσκολα". Τρίτον, διαδραματίζεται σε παλιότερη εποχή (50'ς ή 60'ς), οπότε... ακόμα χειρότερα. Σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά; Ναι, πρόκειται για ένα ειδος Brokeback Mountain 20 χρόνια πριν - μόνο που οι ηρωίδες είναι γυναίκες (και φυσικά προηγείται κατά πολύ και του Boys don't cry).
Αντίθετα με το Brokeback Mountain πάντως, εδώ έχουμε μια πιο ρομαντική προσέγγιση - και τη βασική διαφορά ότι η ερωτική ιστορία των δύο γυναικών είναι αρκετά γνωστή στη μικρή κοινωνία, καθώς η μία, η νεότερη, είναι ανοιχτά λεσβία, που έχει καταφέρει να απολαμβάνει μιας κάποιας ανοχής απο τον περίγυρο - μέχρι που μπλέκει με την "σοβαρή" μεγαλύτερή της γυναίκα. Σημαντικό ρόλο στο φιλμ παίζει το μεγαλόπρεπο, ερημικό και ορεινό τοπίο που περιβάλλει το ράντσο όπου διαδραματίζεται η ιστορία, καθώς και η όλη "country" ατμόσφαιρα.
Ερωτικό δράμα στην ουσία, τρυφερό και ρομαντικό, όπως είπαμε, βλέπεται ευχάριστα, διαθέτει δύναμη και συγκίνηση και - όπως έμαθα στις "Νύχτες Πρεμιέρας" όπου το είδα, αφού, ομολογώ, αγνοούσα την ύπαρξή του πριν - αποτελεί ορόσημο του gay κινηματογράφου.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 22, 2006

ΜΑΓΟΙ, ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΛΑΒΡΑΚΙΑ


Το Scoop, η νέα (κιόλας) ταινία του ασταμάτητου Woody Allen είναι χαριτωμένη. Έχει αρκετή πλάκα, έχει φαντάσματα (!), έχει χιτσκοκικό σασπένς και αστυνομικό μυστήριο για το ποιός είναι ο δολοφόνος (σίγουρα το αστυνομικό μέρος είναι επηρεασμένο από το σεναριακό ύφος ταινιών του Χίτσκοκ), έχει δημοσιογράφους στο κυνήγι της μεγάλης επιτυχίας, έχει και Σκάρλετ Γιόχανσον ως σχετικά χαζή αμερικάνα wannabe δημοσιογράφο σε ένα κυριλέ και ψηλομύτικο Λονδίνο. Σίγουρα παρακολουθείται ευχάριστα (εγώ τουλάχιστον το απόλαυσα αρκετά), σε καμιά περίπτωση όμως δεν νομίζω ότι μπορεί να θεωρηθεί από τις πολύ καλές ταινίες του Woody (αφείστε δα και το γεγονός ότι οι εχθροί του ή όσοι τον βαριούνται τέλος πάντων θα βγάλουν σπυράκια βλέποντάς τον να ενσαρκώνει έναν ρόλο "από τα ίδια", τουτέστιν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του). Αλλά εγώ σας έχω ξαναπεί κάπου ότι συγκαταλέγομαι στους φίλους του, οπότε μπορώ να απολαμβάνω και μια σχετικά μέτρια ταινιούλα του.
Αν, τέλος πάντων, δεν σας κουράζει, δείτε το για τη fell good αίσθηση που αποπνέει και την όλη εύθυμη ατμόσφαιρα. Να μη ξεχνάτε όμως, ότι σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για "Matchpoint".

Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2006

Ο ΑΗΔΗΣ BORAT ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ


Η ταινία "Borat: Cultural Learnings of America for Make Benefit Glorious Nation of Kazakhstan" (ναι, όλο αυτό) του Larry Charles είναι κάτι που δεν σου επιτρέπει να εκφέρεις γνώμη έτσι εύκολα. Χοντρό χιούμορ, δυναμίτης στα θεμέλια κάθε έννοιας πολιτικής ορθότητας, φόρμα ψευδοντοκιμαντέρ, αρκετές ξεκαρδιστικές σκηνές κι άλλες τόσες τόσο, μα τόσο, χοντρές, που φτάνουν στα όρια της αηδίας, σάτιρα των αμερικάνων (κυρίως) που σπάει κόκκαλα και, γενικά, ένα συνοθύλευμα από έξυπνα και καθόλου έξυπνα στοιχεία, που στο τέλος με άφησε να ξύνω αμήχανα το κεφάλι δίχως να μπορώ να αποφασίσω αν μου άρεσε ή όχι.
Ο Sacha Baron Cohen, γνωστός και ως Ali G, κωμικός εβραϊκής προφανώς καταγωγής, ντύνεται την περσόνα του εκ Καζακστάν τηλεδημοσιογράφου Borat, που πάει στις ΗΠΑ "για να μάθει στους άξεστους συμπατριώτες του τον προχωρημένο αμερικάνικο τρόπο ζωής"... κι ό,τι ακολουθεί είναι απερίγραπτο. Φυσικά, πέραν της χοντρότητας του χιούμορ, οι βασικές ενστάσεις περιστρέφονται γύρω από τον ρατσισμό της ταινίας, ο οποίος είναι προφανής και δηλωμένος. Το θέμα είναι ότι ο ρατσισμός αυτός μοιράζεται εξ ίσου (ή μάλλον πέφτει εξ ίσου πάνω σε) αμερικανούς, καζαχστανιανούς (ή όπως τέλος πάντων λέγονται), εβραίους, ουζμπέκους, γυναίκες (!) και ίσως και να ξέχασα μερικούς. Ίσως τώρα να μη μπορεί να θεωρηθεί ρατσισμός η στάση προς τους αμερικάνους, αφού ο Borat επιλέγει πολύ συγκεκριμένα ηλίθια-έως-και-φασιστικά target group (φανατικούς ευαγγελιστές, δάσκαλους του σαβουάρ βιβρ, μισογύνηδες μπεκρήδες νεαρούς, νότιους που συχνάζουν στα ροντέο και τραγουδούν τον εθνικό ύμνο και άλλα τετοια ωραία) - αν και η υστερία προς την τρομοκρατία μοιάζει να είναι πανταχού παρούσα. Ίσως και να μην μπορεί να θεωρηθεί ρατσιστική ούτε και η στάση του προς τους εβραίους, αφού ο αντισημιτισμός παρουσιάζεται ως ιδεολογία ενός εξ ορισμού μαλάκα και ρατσιστή, όπως είναι η προσωπικότητα του Borat. Αλλά το καημένο, άσχετο Καζαχστάν τι έφταιγε (το οποίο, άνευ κανενός λόγου - ή μάλλον για λόγους πλάκας - γίνεται ρεντίκωλο με κάθε πιθανό τρόπο από την αρχή ως το τέλος);
Δεν ξέρω επίσης αν οι σκηνές με τους δεκάδες αμερικάνους τους οποίους ξεμπροστιάζει είναι όντως αυθεντικές ή στημένες. Αν ισχύει το πρώτο, κερδίζει πόντους λόγω τόλμης και κατάδειξης της απύθμενης ηλιθιότητας και ρατσισμού μεγάλου μέρους της αμερικάνικης κοινωνίας.
Σίγουρα θα γελάσετε σε κάποια σημεία, πιθανότατα θα ενοχληθείτε σε άλλα. Αν το δείτε πάντως, δείτε το από περιέργεια ως προς το πού μπορεί να φτάσει ο Borat και, εν πάσει περιπτώσει, ως ένα φιλμικό αξιοπερίεργο.

Κυριακή, Νοεμβρίου 19, 2006

BABEL Ή Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ ΣΤΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ


Η Babel του μεξικάνου Alejandro Gonzalez Inarritu είναι μία από τις συγκλονιστικότερες φετινές ταινίες. Τρεις φαινομενικά άσχετες ιστορίες σε τρία απομακρυσμένα μέρη του κόσμου, το Μεξικό, την Ιαπωνία και το Μαρόκο, "δένουν" με απροσδόκητο τρόπο καθώς, σιγά - σιγά, αποκαλύπτεται η τυχαία μερικές φορές σχέση τους. Ίσως είναι η πιο έξυπνη "εικονογράφηση" της θεωρίας του χάους που έχω δει στο σινεμά, αυτής δηλαδή που δηλώνει ότι "το πέταγμα μιας πεταλούδας στο Πεκίνο μπορεί να προκαλέσει μια καταιγίδα στη Νέα Υόρκη" ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων - μόνο που εδώ αυτή η θεωρία εφαρμόζεται σε αθρώπους και στις σχέσεις τους. Μια αόρατη αρχικά γραμμή συνδέει την ιστορία του πυροβολισμού μιας αμερικανίδας τουρίστριας στο Μαρόκο (που δημιουργεί διπλωματικό επεισόδιο) με αυτή μιας κωφάλαλης έφηβης γιαπωνέζας, που βιώνει την ερωτική απόρριψη των αγοριών, που τη θεωρούν "τέρας", ενώ η πρώτη συδέεται άμεσα μ' αυτήν μιας φτωχής μεξικάνας γκουβερνάντας που παίρνει για μια μέρα τα πλούσια αδελφάκια που προσέχει στο Μεξικό, για το γάμο του γιού της, με απρόβλεπτες συνέπειες.
Το καταπληκτικό στην ταινία είναι - πέραν της δεδομένης ευαισθησίας του Inarritu - το κλιμακούμενο σασπένς, το γεωμετρικά αυξανόμενο αδιέξοδο στις παράλληλες ιστορίες, αδιέξοδο στο οποίο εγκλωβίζονται όλοι οι τόσο διαφορετικοί ήρωες. Ο θεατής καθηλώνεται, το στομάχι σφίγγεται, το αυξανόμενο άγχος των πρωταγωνιστών μεταδίδεται απόλυτα και σε μας. Αν επρόκειτο για θρίλερ ή ταινία τρόμου, θα έλεγα ότι πέτυχε άριστα το στόχο της. Η "Βαβέλ" όμως καταφέρνει να πετύχει τα ίδια ακριβώς αποτελέσματα σε μια απόλυτα ρεαλιστική ταινία. Και ταυτόχρονα, να κοιτάξει από κάθε δυνατή οπτική γωνία τους χαρακτήρες, δικαιώνοντας τον καθένα τους, αφού κανείς ουσιαστικά δεν φταίει για τις πολλαπλές επαπειλούμενες τραγωδίες.
Περιμένουμε πολλά από τον Inarritu, που κατάφερε να κάνει και τρίτη καλή ταινία, ενώ, αν συνυπολογίσουμε τον Cuaron με τα "Παιδιά των ανθρώπων" και τα πολύ καλά λόγια που ακούμε για τον καινούριο Del Toro, ίσως να πρέπει να μιλάμε για μεξικάνικη άνθηση.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2006

ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ


Το Paris, je t'aime είναι ένα φιλμ όπου γύρω στους 20 σκηνοθέτες, αρκετοί απ' αυτούς πολύ γνωστοί, κάνουν από ένα πεντάλεπτο φιλμάκι με θέμα το Παρίσι. Ανάμεσά τους ονόματα όπως αυτά του Tom Tykwer, των αδελφών Coen, του Alexander Payne, του Walter Salles, του Gus van Sant, του Wes Craven, του Alfonso Cuaron, του Olivier Assayas και άλλων. Είναι φυσικό από μία τέτοια συγκέντρωση ανόμοιων δημιουργών, να προκύπτουν άνισα αποτελέσματα, με πολύ καλές αλλά και αδιάφορες στιγμές. Τα θετικά όμως είναι δύο: Α. Τα φιλμάκια είναι μόλις πεντάλεπτα, με αποτέλεσμα ακόμα και τα πιο αδιάφορα να τελείώνουν πολύ γρήγορα και να περνάς αμέσως στο επόμενο, πριν προλάβεις να βαρεθείς. Β. Το κοινό θέμα, το Παρίσι δηλαδή, κάνουν το συνολικό φιλμ αρκετά ομοιογενές, παρά την ετερόκλητη ματιά των δημιουργών.
Υπάρχουν φυσικά και οι καλές στιγμές που λέγαμε (του Salles, του Payne, το αστείο των Coen και αρκετές άλλες), είναι και η πλειάδα πασίγνωστων ηθοποιών, ευρωπαίων και αμερικάνων, που παρελαύνει (μια ματιά στα ζενερίκ θα σας πείσει), οπότε το όλο project αφήνει τον θεατή σε καλή διάθεση, παρά την ύπαρξη ορισμένων σπαρακτικών (πλην όμως καλών) σκετς. Αν μάλιστα αγαπάτε το Παρίσι, περιπλανιέστε και στις διάφορες γωνιές του, αφού ο κάθε δημιουργός επιλέγει μια συγκεκριμένη περιοχή για να στήσει τη μικρή του ιστορία. Αρκετά συμπαθητική λοιπόν προσπάθεια συνολικά, πολύ λίγο τουριστική, που αξίζει την προσοχή μας. Έχετε υπ' όψη βέβαια ότι η αγάπη των περισσότερων από τους σκηνοθέτες για το Παρίσι είναι δεδομένη, οπότε αν εσείς μισείτε το Παρίσι, αλλάξτε πόλη ή κινηματογράφο.
ΥΓ: Α, ναι. Υπάρχει και σκετσάκι με βρυκόλακες!

Δευτέρα, Νοεμβρίου 13, 2006

SHORTBUS: ΑΚΡΟΒΑΤΩΝΤΑΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ


Το Shortbus του John Cameron Mitchell έχει αποκτήσει την φήμη ενός πορνογραφικού φιλμ. Κι αυτό έχει κάποια βάση, αφού περιέχει σκηνές σκληρού σεξ (με τα σχετικά γκρο πλαν, τις κανονικότατες εκσπερματώσεις, τους ποικίλους συνδυασμούς κλπ.) Πλην όμως σε καμία περίπτωση δεν αρκείται σ' αυτό. Διότι πέραν αυτών των "τολμηρών" σκηνών, ξεχειλίζει από ευαισθησία και χιούμορ. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που συνωστίζονται στο περίφημο Shortbus, ένα κλαμπ που συνδυάζει προχωρημένα σόου, καλή μουσική και... παρτούζες, κατά βάθος αναζητούν απεγνωσμένα κάτι που θα τους ολοκληρώσει. Αγάπη, επιβεβαίωση αγάπης, αληθινά συναισθήματα, οργασμούς (στην περίπτωση της ψυχολόγου που δεν μπορεί να φτάσει σε οργασμό) και πολλούς συνδυασμούς όλων των παραπάνω κι άλλων ακόμα, όπως πολλοί είναι και οι συνδυασμοί κορμιών, στάσεων και αριθμού συμμετεχόντων που συμβαίνουν εκεί - με προτίμηση στο gay σεξ, αν και όχι μόνο. Προβληματικοί λοιπόν κατά βάθος οι περισσότεροι από τους θαμώνες, αναζητούν να ολοκληρωθούν - και ενίοτε να ολοκληρώσουν - μέσα από το σεξ, αν και πίσω απ΄αυτή κρύβονται και πολλές άλλες αναζητήσεις.
Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, όλα αυτά δίνονται με χιούμορ (πάρχουν μάλιστα και πολύ αστείες σκηνές), το οποίο όμως εναλάσσεται με τη συγκίνηση και την τρυφερότητα. Όντως το κωμικό και το σπαρακτικό στοιχείο καταφέρνουν να βρίσκονται σε ισορροπία. Απολαυστικά τα μουσικά και χορευτικά μέρη που διανθίζουν το φιλμ - η μουσική άλλωστε είναι σημαντικότατο στοιχείο του, όπως και στο Hedwig and the Angry Inch, την πρώτη ταινία του C. Mitchell.
Δείτε το μόνο αν δεν ενοχλείστε από τις σκηνές σκληρού πορνό που περιέχει (gay και μη). Αλλιώς, μάλλον δεν είναι η ταινία σας (είδα κύριο 35 με 40 να φεύγει έξαλλος στο διάλειμμα, ενώ η κοπέλα του πάσχιζε μισογελώντας να τον πείσει να μείνει λέγοντας: "Μα πώς κάνεις έτσι; Δεν έχεις δει ταινίες με τη Divine"; Τελικά ο κύριος έφυγε στα μισά και κείνη τον ακολούθησε με βαρειά καρδιά).
ΥΓ: Προσέξτε τα ζενερίκ στο τέλος. Πάμπολλα ονόματα της μουσικής κυρίως, αλλά και άλλων χώρων, εμφανίζονται στο φιλμ. Προσωπικά ελάχιστα κατάφερα να εντοπίσω. Ίσως να είναι ένας λόγος για να το δει κανείς σε DVD ψάχνοντας, ας πούμε, τον Moby και πολλούς άλλους.

Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2006

ΠΕΡΙ ΗΡΩΩΝ ΚΑΙ ΣΗΜΑΙΑΣ


Είναι από τις λίγες φορές που με απογοητεύει μια από τις ταινίες που σκηνοθετεί ο Clint Eastwood. "Οι σημαίες των προγόνων μας" ταλαντεύονται αναποφάσιστα ανάμεσα στον πατριωτισμό και την απομυθποποίηση των ηρώων, στον ηρωισμό και την αντιπολεμική ματιά. Με αφορμή την περίφημη φωτογραφία που δείχνει αμερικανούς στρατιώτες να καρφώνουν τη σημαία τους σε ένα ύψωμα που κατέλαβαν, αφηγείται την αληθινή ιστορία της φριχτής μάχης της Ιβοζίμα, μιας από πιο αιματηρές του Β' παγκόσμιου, αλλά και αυτήν των τριών από τους στρατιώτες της φωτογραφίας που επιβίωσαν μετά την επιστροφή τους στην πατρίδα.
Η ταινία έχει σίγουρα κάποια καλά στοιχεία. Η αντιπολεμική ματιά είναι σαφέστατη στις (ατέλειωτες) σκηνές μάχης, που δίνονται με τρόπο που ορισμένες φορές αγγίζει τα όρια του σπλάτερ (αν και, θα μπορούσε να αντικρούσει κανείς, έχουμε δει χιλιάδες τέτοιες πολεμικές - αντιπολεμικές σκηνές τα τελευταία 30τόσα χρόνια). Υπάρχει επίσης ο προβληματισμός περί του τι σημαίνει (αν σημαίνει κάτι τελικά) η έννοια του ηρωισμού, καταλήγοντας, σωστά νομίζω, ότι οποιοσδήποτε κάτω από κατάλληλες συνθήκες μπορεί να γίνει ήρωας (ή κατά λάθος ήρωας) κι ας είναι ο κοινότερος των ανθρώπων. Το πιο ενδιαφέρον όμως κομμάτι είναι η κατάδειξη της αδίστακτης εκμετάλλευσης από το κράτος και τους κάθε λογής πολιτικούς και επιχειρηματίες των "ηρώων" (με ή χωρίς εισαγωγικά, αποφασείστε) όταν επιστρέφουν στις ΗΠΑ και η χρησιμοποίησή τους σαν ατραξιόν σε ένα είδος περιοδεύοντος τσίρκου με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων, ενώ ο ένας απ' αυτούς, που τυχαίνει να είναι ινδιάνος, υφίσταται από πάνω και όλον το ρατσισμό της χώρας του.
Καλά όλα αυτά. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η ταινία δεν "τσουλάει". Πολύ γρήγορα γίνεται βαρετή και επαναλαμβανόμενη, με αδικαιολόγητα μακρά διάρκεια. Ξανά τα φλας μπακ των μαχών, ξανά πίσω στο "τσίρκο", και πάλι στη μάχη... επί 132' ατέλειωτα λεπτά. Ο συνήθως στιβαρός Eastwood εδώ μοιάζει να πλατειάζει αδικαιολόγητα, λέγοντας και ξαναλέγοντας τα ίδια. Κουράστηκα. Αφείστε που, τελικά, παρά το αντιπολεμικό που λέγαμε, η στρατιωτική ανδρεία μοιάζει εξακολουθεί να αποτελεί ύψιστη αρετή...