Σάββατο, Σεπτεμβρίου 23, 2006

ΚΛΗΡΟΝΟΜΩΝΤΑΣ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ


Μετά την θαυμάσια "Ανθρωποκτονία", ο Δανός Per Fly το έκανε πάλι: Η "Κληρονομιά" είναι, αυτή τη φορά, ένα δυνατό δοκίμιο πάνω στην ικανότητα του πλούτου και της δύναμης να απομυζούν την ανθρωπιά, οδηγώντας τον κάτοχό τους σε εσωτερική ξεραϊλα και μαρασμό. Παράλληλα μιλά για το αβάσταχτο βάρος των οικογενειακών υποχρεώσεων, την δειλία και την άνευ όρων παράδοση σε σιδερένιους, προϋπάρχοντες κανόνες, το ξεπούλημα τελικά των "θέλω" στα "πρέπει".
Όλα αυτά μέσα από την ιστορία ενός έξυπνου, ερωτευμένου και ευτυχισμένου ανθρώπου, που κάνει τη ζωή που πάντοτε ήθελε... μέχρις ότου, με τον θάνατο του πατέρα του, κληρονομεί την πανίσχυρη - και προβληματική - βιομηχανία του. Από εκεί και πέρα ο Fly μας δείχνει με ακρίβεια - και ψυχρότητα - χειρούργου την δίχως επιστροφή πορεία του προς τη δύναμη, την εδραίωση του πλούτου... και την δυστυχία: Ο έρωτας σβήνει κάτω από το βάρος των υποχρεώσεων, η ψυχρή και άτεγκτη "καθώς πρέπει" οικογένεια - με επικεφαλής την δεσποτική μητέρα - παίρνει σιγά - σιγά το πάνω χέρι, τα πλούσια συναισθήματα δίνουν βαθμιαία τη θέση τους σε μια άνευ προηγουμένου εσωτερική ξηρασία... Ο άνθρωπος πεθαίνει, ο πανίσχυρος και υπεράνω ηθικής και συναισθημάτων υπεράνθρωπος γεννιέται.
Με τη δεύτερη αυτή ταινία του Fly που βλέπω, ο σκηνοθέτης αυτός αναδεικνύεται σε έναν βαθύ (και κάπως ψυχρό, ίσως λόγω βόρειας καταγωγής) ανατόμο της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας. Χρειαζόμαστε όμως τέτοιους. Σε μια εποχή άνευ αντιπάλων θριάμβου των συγκεκριμένων μοντέλων και προτύπων και άκριτης αποδοχής των κάθε λογής status quo, καλό είναι κάποιοι να θυμίζουν το βαρύ κόστος όλων αυτών...

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 20, 2006

ΕΝΑΣ ΑΛΙΓΑΤΟΡΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΠΟΥ ΑΚΡΙΒΩΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΑΕΙ


Στον "Αλιγάτορα" ο Nanni Moretti ήθελε πρώτα απ' όλα να κάνει μια ταινία ενάντια στον Μπερλουσκόνι. Στη συνέχεια το ξανασκέφτηκε, έβαλε και κάμποσα στοιχεία προσωπικής και οικογενειακής κρίσης του ήρωά του, μερικές αναφορές σε παλιά B-movies τρόμου και νύξεις για τα ενδοκινηματογραφικά - δημιουργικά και μη - προβλήματα και... έφτιαξε μια σαλάτα. Πολύ απλά νομίζω ότι τα συστατικά δεν δένουν μεταξύ τους.
Οι αναφορές στον Μπερλουσκόνι είναι ανοιχτές: Ο γελοίος πρώην πρωθυπουργός αναφέρεται με το όνομά του. Αλλά όλο αυτό το μπρος - πίσω με τον ξεπεσμένο παραγωγό που πασχίζει να κάνει μετά από καιρό μια ταινία, και μάλιστα για πρώτη φορά πολιτική, καθώς και "η ταινία μέσα στην ταινία", είναι πράγματα που έχουμε ξαναδεί πολλές φορές.
Διατηρώ επίσης κάποιες επιφυλάξεις για το πόσο χρήσιμο ή καλλιτεχνικά σημαντικό είναι να κάνεις ένα φιλμ που να μιλά για ένα πολύ συγκεκριμένο, υπαρκτό πρόσωπο, κατακρίνοντάς το (καλλιτεχνικές επιφυλάξεις, ξαναλέω, διότι δεν τρέφω την παραμικρή συμπάθεια για τον Μπερλουσκόνι, και θα χαιρόμουν ιδιαίτερα αν επιτέλους τον οδηγούσαν στη φυλακή, όπου είναι η θέση του). Είναι σαν ο Μορέτι να έχει παρασυρθεί από το - απόλυτα δικαιολογημένο - προσωπικό του μένος εναντίον του Μπ. και να το έχει κάνει άξονα της ταινίας.
Μένουν οι απίστευτες αληθινές σκηνές με τον Μπερλουσκόνι, από διάφορες ομιλίες στη βουλή ή αλλού. Ο άνθρωπος είναι απόλυτα γελοίος και χυδαίος σε βαθμό που είναι αδύνατο να το πιστέψετε αν δεν το δείτε με τα ίδια σας τα μάτια (και θεωρώ προσβολή για ολόκληρη την Ιταλία το ότι αυτό το άτομο εξελέγει δύο φορές). Πάντως αν υπήρχε ένα ντοκιμαντέρ που να καταγράφει τα highlights από τις θητείες του, θα το έπαιρνα τρέχοντας. Θα ήταν πολύ πιο διασκεδαστικό και απίστευτο από οποιαδήποτε fiction ταινία πάνω σ' αυτόν.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 19, 2006

Ο SUPERMAN ΠΕΤΑ... ΕΜΕΙΣ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ


Έτυχε να δω δύο blockbaster το ένα μετά το άλλο. Στους "Πειρατές" διασκέδασα. Στο Superman Returns κοιμήθηκα. Κρίμα, γιατί παραμένω θαυμαστής του Bryan Singer, του οποίου, κατά τη γνώμη μου, αυτός εδώ ο S. είναι η χειρότερη ταινία. Κατ' αρχάς μια ακόμα πτήση του - κατ' εμέ - πλέον ξενέρωτου σούπερ ήρωα, μόνο για οικονομικούς λόγους μπορεί να επιχειρηθεί (θα μου πείτε: μα καλά, όλα τα blockbasterς εκεί δεν αποβλέπουν; Βεβαίως. Αλλά αρκετά απ' αυτά είναι τουλάχιστον πρωτότυπα και όχι remake, prequel, sequel, μεταφορές από κόμικς και δεν συμμαζεύεται). Ούτε κι αυτός όμως είναι ο λόγος που αντιπάθησα τον S. Ακόμα και μέσα σ' όλα αυτά μπορεί να βρεθούν συμπαθητικά πράγματα. Αυτή εδώ όμως η ταινία δεν είχε τίποτα απολύτως να προσθέσει στον γνωστό μύθο.
Παλιομοδίτης όσο δεν παίρνει, με ηθοποιό (τον Brandon Routh) πιο ξενέρωτο από ποτέ, με χαζό σενάριο, γεμάτο χριστιανικές αναφορές (ο πατέρας που στέλνει τον σωτήρα - γιο στη γη και πλήθος άλλες - αφείστε πια και τη χιλιοειδωμένη "αγάπη που σώζει") και τελικά δίχως καν το απαιτούμενο νεύρο (στοιχείο απαραίτητο σε blockbaster). Ακόμα και τα εφφέ (το λιγότερο σημαντικό κριτήριο για μένα) ήταν αδιάφορα. Κάποιοι θεώρησαν αυτό το εμφανώς παλιομοδίτικο στοιχείο ως αρετή. Συγνώμη, αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση το θεωρώ απλώς άνευ λόγου. Όπως και το όλο εγχείρημα άλλωστε.
Ξέρω ότι τέτοιες ταινίες είναι λίγο άκυρο να κρίνονται ιδεολογικά. Είναι συνήθως ταινίες που στόχο έχουν την καθαρή διασκέδαση (στόχος που, όσον αφορά τουλάχιστον εμένα, δεν επετεύχθει σ' αυτήν εδώ) και όταν τις αναλύεις σε βάθος ίσως και να γίνεσαι αστείος. Ωστόσο, τελικά, για την τόσο αρνητική γνώμη μου ίσως κατά ένα (μικρό) μέρος να φταίει και η γενικότερη απέχθειά μου προς τον συγκεκριμένο ήρωα και για το γενικό μεσιανικό μήνυμα που κουβαλά: Ότι ο κόσμος χρειάζεται έναν σωτήρα, αλλιώς δεν... Ποτέ κάποιος άνθρωπος δεν έσωσε τον κόσμο. Τον έσωσαν (ή τον άλλαξαν) οι άνθρωποι, όχι Ο άνθρωπος.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 16, 2006

ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟΙ (ΚΑΙ ΚΑΤΑΜΑΥΡΟΙ) ΠΕΙΡΑΤΕΣ


Οι δεύτεροι "Πειρατές της Καραϊβικής" (Το Σεντούκι του Νεκρού) του Gore Verbinski, αποδείχτηκαν το ίδιο διασκεδαστικοί και θεαματικοί με τους πρώτους. Με μια διαφορά. Τα πάντα εδώ είναι πολύ πιο μαύρα, πιο gothic, πιο μακάβρια, πιο σπλάτερ ακόμα - και φυσικά και το χιούμορ, που μετατρέπεται κι αυτό πολλές φορές σε μαύρο. Εδώ τον κύριο λόγο έχουν τα τέρατα, οι μεταλλαγμένοι σε θαλάσσια πλάσματα πειρατές του στοιχειωμένου πλοίου, το φοβερό Κράκεν... Γι' αυτό διασκεδάστε το όσο θέλετε, μην πάρετε όμως καλού - κακού τα παιδάκια σας μαζί σας.
Για μένα και οι δύο Πειρατές αποτελούν υπόδειγμα καλού και σχετικά πρωτότυπου blockbuster, όπου φυσικά πας χωρίς πολλές - πολλές απαιτήσεις, με αποκλειστικό σκοπό να διασκεδάσεις... και το καταφέρνεις απόλυτα. Σημαντική μερίδα σ' αυτό έχει βέβαια και πάλι ο εξαιρετικός Τζόνι Ντεπ, που ενσαρκώνει με μοναδικό τρόπο τον ανεκδιήγητο πειρατή Σπάροου, που είναι ταυτόχρονα καλός και κακός, ζαβολιάρης και πονηρός, γενναίος και δειλός, απόλυτα ανέντιμος αλλά και με κρίσεις τιμιότητας, και που το παρουσιαστικό του και οι κινήσεις του είναι κατι μεταξύ γοητευτικού αρσενικού, μονίμως μαστουρωμένου τύπου και γκέι...
Αφεθείτε λοιπόν να διασκεδάσετε με το σούπερ θέαμα και τις απίθανες περιπέτειες των ηρώων σ' έναν πειρατικο κόσμο που μπλέκεται αξεδιάλυτα με το παραμύθι, το φανταστικό και τον τρόμο.
Και βέβαια, οι ενστάσεις υπάρχουν: Το ότι είναι νο 2, το έχω πει πολλές φορές, όσο νάναι στερεί εξ ορισμού κάτι από την πρωτοτυπία του πρώτου. Το ότι το τέλος είναι απόλυτα ανοιχτό, προετοιμάζοντάς σε έτσι για το νο 3, κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 14, 2006

ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡΙΣΤΙΚΗ "ΠΤΗΣΗ 93"


Η "Πτήση 93" του Paul Greengrass έχει ήδη μια μικρή θέση στην ιστορία του σινεμά: Είναι η πρώτη ταινία που καταπιάστηκε με το καυτό θέμα της 11ης Σεπτέμβρη, που φυσικά παραμένει ανοιχτό για τις ΗΠΑ. Και μόνο το ότι χρειάστηκαν 5 ολόκληρα χρόνια για να γίνει η πρώτη προσπάθεια, αποδεικνύει το πόσο καίει ακόμα.
Η συγκεκριμένη ταινία θέλει πάνω απ' όλα να είναι μια αντικειμενική καταγραφή των όσων συνέβησαν στο 4ο αεροπλάνο, αυτό που δεν βρήκε τον στόχο του και έπεσε κάπου στην Πενσυλβάνια. Υποτίθεται ότι βασίζεται στα αληθινά γεγονότα, όπως καταγράφηκαν από πύργους ελέγχου και συνομιλίες στα κινητά των επιβατών τις τελευταίες στιγμές (τουλάχιστον αυτή θεωρείται η "επίσημη αλήθεια", διότι - ευτυχώς - κανείς μας δεν βρισκόταν εκεί να το επιβεβαιώσει).
Το θέμα, ούτως ή άλλως, είναι συγκλονιστικό. Επίσης ο Greengrass είναι καλός σκηνοθέτης. Ωστόσο, ομολογώ ότι όλος αυτός ο αγώνας για "πιστότητα" και "αλήθεια" (που ενισχύεται από το real time των 80τόσων λεπτών, όσο δηλαδή κράτησε η μοιραία πτήση, και από τη χρήση άγνωστων ηθοποιών για περαιτέρω αποστασιοποίηση) με κούρασε αρκετά. Ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος, τίγκα στις συντεταγμένες και στην τεχνική ορολογία εν γένει, που διαδραματίζεται σε πύργους ελέγχου κι όπου σχεδόν κόντεψα να μάθω να κατευθύνω αεροπλάνα από ραντάρ ή ασύρματους. Στο τελευταίο τέταρτο βέβαια η ένταση ανεβαίνει, ο σκηνοθέτης ξεδιπλώνει τη μαεστρία του και το κοινό ξυπνάει. Μάλλον αργά.
Στα συν της ταινίας συγκαταλέγεται η "τίμια" πρόθεση της αντικειμενικής καταγραφής, το ντοκιμαντερίστικο στυλ, η αποφυγή κάθε συναισθηματισμού (και θέσης). Όντως, οι συγγενείς που κλαίνε, τα παιδάκια που μιλάν για τελευταία φορά στους γονείς και όλα τα συναφή, από τα οποία βρίθουν αντίστοιχες αμερικάνικες ταινίες, εδώ λείπουν παντελώς. Στα συν επίσης το ότι δεν επιχειρήθηκε καμιά ηρωοποίηση των επιβατών, ούτε προσπάθησε να δειχτεί η "αυτοθυσία" τους. Απλούστατα οι άνθρωποι ενήργησαν με απόλυτη λογική: Όταν κατάλαβαν ότι ούτως ή άλλως ήταν καταδικασμένοι, αφού οι αεροπειρατές δεν διαπραγματεύονταν για τίποτα, επιχείρησαν να ρισκάρουν επαναστατώντας, διατηρώντας έτσι κάποιες ελάχιστες ελπίδες σωτηρίας - και απέτυχαν. Κανένας ηρωισμός. Μόνο κοινή λογική.
Στα πλην τώρα... μα ακριβώς το ντοκιμαντερίστικο στυλ που λέγαμε και η
παντελής έλλειψη θέσης. Βάρέθηκα αρκετά.
Τελικά αναρωτιέμαι αν στο σινεμά γενικότερα έχει νόημα η απλή, πιστή καταγραφή ενός γεγονότος και μόνον αυτή. Αν ζητούσα κάτι τέτοιο θα μπορούσα να ικανοποιηθώ από τα ντοκιμαντέρ του BBC.

ΥΓ: Ας μην αρχίσει παρακαλώ κάποια κουβέντα για το αν έγιναν όντως έτσι τα γεγονότα ή άν αυτή η επίσημ εκδοχή είναι παραπλανητική. Αυτό είναι άλλη, εξωκινηματογραφική κουβέντα, πολύ ενδιαφέρουσα μεν, αλλά για άλλα blogs.

ΧΑΟΣ ΚΑΙ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΣΤΟΥ ΤΑΚΕΣΙ


Στο Takeshi´s, την πιο πρόσφατη ταινία του, ο Takeshi Kitano δεν τα κατάφερε. Από τις πλέον σουρεαλιστικές ταινίες που έγιναν ποτέ, ξεκινά από μια ενδιαφέρουσα ιδέα: Ο διάσημος σταρ Τακέσι - κατ' εικόνα και ομοίωση με τον πραγματικό σταρ στην Ιαπωνία Κιτάνο - έχει έναν σωσία, άσημο, κακομοίρη, άνεργο στην ουσία, που προσπαθεί, γυρίζοντας από οντισιόν σε οντισιόν, να πάρει κανένα ρολάκο. Είναι μάλιστα και θαυμαστής του διάσημου Τακέσι, τον οποίο περιμένει για να του πάρει αυτόγραφο. Από εκεί και πέρα τα πράγματα μπερδεύονται καθώς η πραγματικότητα (;) αναμειγνύεται αξεδιάλυτα με τα όνειρα, τις φαντασιώσεις, τις (κρυφές) επιθυμίες ή τους εφιάλτες του άσημου Τακέσι. Οι απόλυτα σουρεαλιστικές σκηνές (μερικές φορές με χιούμορ) εναλλάσσονται με πιστολίδι άνευ λόγου - δηλωμένη αναφορά στις "κανονικές" ταινίες του Κιτάνο με την έντονη βία.
Ίσως στην αρχή να παρακολουθείται με ενδιαφέρον και έκπληξη για τα όσα παράλογα διαδραματίζονται, πολύ σύντομα όμως το φιλμ κουράζει, καθώς οι διάφορες "κουφές" και δίχως ειρμό καταστάσεις επαναλαμβάνονται ατελείωτα - και γίνονται όλο και περισσότερο δίχως ειρμό. Τελικά πιάνεις τον εαυτό σου να κοιτά το ρολόι για το πότε θα τελειώσει όλο αυτό το άνευ λόγου μπέρδεμα.
Πολλοί κριτικοί έγραψαν σωστά ότι το Takeshi's θα ήθελε να είναι το "8μιση" του Κιτάνο και όντως πιστεύω κι εγώ ότι κάτι τέτοιο σκόπευε να κάνει. Πλην όμως δεν του βγήκε. Έμεινε στο "θα ήθελε".

Τρίτη, Αυγούστου 29, 2006

BEST OF 2005-2006

Βρισκόμαστε στα τέλη Αυγούστου, εποχή που τα τελευταία χρόνια ξεκινά η καινούρια κινηματογραφική χρονιά. Καιρός λοιπόν για απολογισμούς. Τι μας άρεσε περισσότερο ή ένα προσωπικό Top-10 της χρονιάς 2005-2006.

Πριν όμως τρεις διευκρινήσεις:
1. Ως "σεζόν", όπως είπα, θεωρώ την περίοδο <Τελευταία εβδομάδα Αυγούστου 2005 - Τελευταία εβδομάδα Αυγούστου 2006>. Έτσι οι "Πειρατές της Καραϊβικής" ή ο Kitano για παράδειγμα, που βγήκαν στις 25 του μήνα, θεωρούνται ταινίες της νέας σεζόν, θα αξιολογηθούν δηλαδή του χρόνου.
2. Η σειρά των 10 καλύτερων κατά τη γνώμη μου ταινιών είναι εντελώς τυχαία. ΔΕΝ σημαίνει δηλαδή ότι η πρώτη είναι η καλύτερη, η δεύτερη η επόμενη κλπ. Μου είναι αδύνατο να αξιολογήσω μ' αυτόν τον τρόπο ταινίες ή οτιδήποτε άλλο, να καθορίσω δηλαδή ότι η τάδε είναι 7η ενώ η δείνα 8η. Απλώς αναφέρω τις 10 που μου άρεσαν περισσότερο αλφαβητικά και χωρίς αξιολογική σειρά.
3. Δεν περιλαμβάνονται οι παλιές ταινίες που ξαναβγήκαν σε πρώτη προβολή (Τατί, Κουροσάβα κλπ.)

ΟΙ ΔΕΚΑ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ :

- ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ του Per Fly
- Ο ΕΠΙΜΟΝΟΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ του Fernando Meirelles
- A CASE OF VIOLENCE του David Kronenberg
- ΚΡΥΜΕΝΟΣ του Michael Haneke
- MATCH POINT του Woody Allen
- ΝΕΚΡΗ ΝΥΦΗ του Tim Burton
- ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ (3-IRON) του Kim Ki-duk
- Η ΠΙΟ ΛΥΠΗΤΕΡΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ του Guy Maddin
- ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΑΦΕΣ ΤΟΥ ΜΕΛΚΙΑΔΕΣ ΕΣΤΡΑΝΤΑ του Tommy Lee Jones
- TIDELAND του Terry Gilliam

ΤΟ ΑΜΕΣΩΣ ΕΠΟΜΕΝΟ ΓΚΡΟΥΠ ΠΟΥ ΞΕΧΩΡΙΣΕ (ΠΑΝΤΑ ΧΩΡΙΣ ΑΞΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΕΙΡΑ):

- TORREMOLINOS 73 του Pablo Berger
- Η ΓΗ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ ΝΕΚΡΩΝ του George Romero
- HOWL'S MOVING CASTLE του Hayao Miyazaki
- CRASH του Paul Haggis
- Ο ΤΣΑΡΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΣΟΚΟΛΑΤΑΣ του Tim Burton
- WOODSMAN του Nicole Kassell
- ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ του George Clooney
- BROKEBACK MOUNTAIN του Ang Li
- ΚΑΠΟΤΕ του Bennett Miller
- V FOR VENDETTA του James McTeigue
- MANDARLEY του Lars von Trier
- Ο ΥΠΟΚΙΝΗΤΗΣ (INSIDE MAN) του Spike Lee

ΚΑΛΥΤΕΡΟ BLOCKBUSTER ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ (εκτός του ΤΣΑΡΛΙ...): KING KONG του Peter Jackson

Άντε, και του χρόνου (και οι διαφωνίες, αντιρρήσεις, λιποθυμίες και ό,τι άλλο, ελεύθερες!)

ΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ, ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ, ΔΑΚΡΥΑ ΚΑΙ ΧΑΜΟΓΕΛΑ


Για να σας προλάβω, δεν είμαι γενικά φαν των "ταινιών εποχής" (εξαιρέσεις, και μάλιστα λαμπρές, εννοείται ότι υπάρχουν). Αυτή εδώ η "Περηφάνεια και Προκατάληψη" του πρωτοεμφανιζόμενου πρώην τηλεοπτικού Joe Wright, σίγουρα έχει αρετές, που θα αναφέρουμε πιο κάτω, ωστόσο δεν νομίζω ότι συγκαταλέγεται στις λαμπρές εξαιρέσεις που λέγαμε πριν. Με κίνδυνο να χαρακτηριστώ "ρατσιστής" θα την αποκαλούσα κατ' εξοχήν "κοριτσίστικη" ταινία: Βασισμένη στο γνωστό μυθιστόρημα της Jane Austin, μιλά για τους γάμους ή τις απόπειρες γάμου πέντε (βοήθειά μας) νεαρών αδελφών κοριτσιών. Μία μία λοιπόν βρίσκουν το ταίρι τους, άλλες από έρωτα άλλες από συνεικέσια, ενώ ένας σκοτεινός, ανομολόγητος και βαθύς έρωτας είναι το φόντο για όλα όσα συμβαίνουν στο φιλμ. Τελικά... άντε, ας μη σας αποκαλύψω το τέλος.
Πλήξατε ήδη; Κι εγώ μ' όλα αυτά που έγραψα. Ίσως κάποιο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έκθεση των απάνθρωπων μερικές φορές (με τα σημερινά κριτήρια) ηθών γάμου της βαθειά συντηρητικής βρετανικής κοινωνίας του 19ου αιώνα (γάμοι από στυγνό συμφέρον, "λογοδοσίες" παιδιών σχεδόν από τότε που γεννιούνται κλπ.). Ωστόσο, όσο ασφυκτική κι αν είναι αυτή η κοινωνία, η ταινία κλίνει σαφώς προς τον ρομαντισμό, τον θρίαμβο των αισθημάτων πάνω στους ψυχρούς υπολογισμούς.
Οι αρετές που λέγαμε; Ο Joe Wright είναι ένας πολύ καλός σκηνοθέτης, που χρησιμοποιεί εξαιρετικά την κίνηση της μηχανής, έχει ιδέες για το πώς θα δείξει με πρωτότυπο τρόπο κοινότοπα πράγματα και γενικά κατορθώνει να κάνει την ταινία αρκετά ευχάριστη. Είναι και η εξαιρετική φωτογραφία και η στάνταρ ποιότητα των βρετανικών παραγωγών με την πλειάδα των πολύ καλών ηθοποιών (Κίρα Νάιτλι, Τζούντι Ντεντς, Ντόναλντ Σάντερλαντ, Μπρέντα Μπλέθιν κ.ά.), οπότε τα πράγματα βελτιώνονται πολύ.
Συνίσταται μόνο σε βαθειά ρομαντικούς, που πιστεύουν στον απόλυτό έρωτα, ή σε όσους θα εκτιμήσουν τις καθαρά κινηματογραφικές αρετές της ταινίας.

Κυριακή, Αυγούστου 27, 2006

BANDIDAS ΓΙΑ ΚΛΑΜΑΤΑ


Αν το ντεμπούτο των πρωτοεμφανιζόμενων Joachim Roenning και Espen Sandberg είναι μια ταινία όπως οι Λησταρχίνες (Bandidas), είναι φυσικό να μην ενδιαφέρομαι σχεδόν καθόλου για τη συνέχεια του έργου τους. Βέβαια πίσω τους κρύβεται ο Luc Besson, ο οποίος μπορεί να έχει γυρίσει μερικές ενδιαφέρουσες ή / και διασκεδαστικές ταινίες, πλην όμως ως παραγωγός πάει από το κακό στο χειρότερο...
Γουέστερν με χιούμορ θα ήθελαν να είναι λοιπόν αυτές οι κάτι-σαν-Ζορό "Λησταρχίνες", καθαρό fun ίσως, πλην όμως ούτε το κομμάτι "περιπέτεια", ούτε αυτό της κωμωδίας κατόρθωσαν να μου προκαλέσουν το παραμικρό ενδιαφέρον. Κοινότοπες καταστάσεις, κλισέ επί κλισέ, κρυόκωλο χιούμορ, πατεράδες που πεθαίνουν δίχως να συγκινήσουν κανέναν, Μεξικό που το έχετε δει άπειρες φορές σε άπειρα γουέστερν, κάκιστες σκηνές δράσης (ξύλου για την ακρίβεια) και κακές ηθοποιίες από τις δύο - υποτίθεται - σούπερ σταρς Σάλμα Χάγιεκ και Πενέλοπε Κρουζ, που αμφότερες έχουν να επιδείξουν μερικές χιλιάδες φορές πιο ενδιαφέροντες ρόλους.
Αν κάποιες νύχτες του χειμώνα είναι πολύ βαρετές... θυμηθείτε ότι στα βιντεοκλαμπ σας υπάρχουν πολύ πιο συμπαθείς ταινίες καθαρού fun.
ΥΓ: Τι δουλειά είχε ο Σαμ Σέπαρντ σε μια τέτοια ταινία;;;;

Κυριακή, Αυγούστου 06, 2006

ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Το blog φεύγει για δεύτερο μέρος διακοπών, αυτή τη φορά έως 28 Αυγούστου. Το αυτό επιθυμώ και δι' υμάς. Έως τότε... καλό καλοκαίρι και καλή αντάμωση όταν επανέλθω (ποιος ξέρει; Ίσως και δριμύτερος).

7 ΜΕΓΑΛΑ ΟΝΟΜΑΤΑ... 10 ΛΕΠΤΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ


Τελικά είναι μόδα οι σπονδυλωτές ταινίες, που υπογράφουν μεγάλα ονόματα σκηνοθετών. Στο "10 λεπτά αργότερα - Η τρομπέτα" 7 από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες έχουν 10 λεπτά ο καθένας στη διάθεσή του για να πει μια ιστορία που έχει σχέση με το χρόνο (πολλοί μάλιστα φροντίζουν στα φιλμάκια τους να αναφέρονται σε χρόνο 10΄ ακριβώς). Ναι, τα ονόματα είναι πολύ μεγάλα. Aki Kaurismaki, Victor Erice, Werner Hertzog, Wim Wenders, Jim Jarmusch, Spike Lee, Chen Kaige. Το αποτέλεσμα όμως συνολικά δεν νομίζω ότι φτάνει την αξία καθενός απ' αυτούς ξεχωριστά - και ιδιάιτερα στις καλές στιγμές τους.
Ο Καουρισμάκι με το γνώριμο, μινιμαλιστικό του χιούμορ, την ηθελημένα αποστασιοποιημένη σκηνοθεσία και την "κουφή" ιστορία, εξαίρετος ως κινηματογραφική γλώσσα ο ασπρόμαυρος Έριθε, πολύ ενδιαφέρον το ντοκιμαντέρ του Χέρτσογκ για την τελευταία άγνωστη φυλή του κόσμου, που ανακαλύφτηκε στον Αμαζόνιο το 1981 και για τις τραγικές επιπτώσεις του πολιτισμού πάνω της, συμπαθητικός "ψυχεδελικός" Βέντερς, με την δηλωμένη αγάπη του για - το έρημο κυρίως - αμερικάνικο τοπίο και το ροκ, συγκινητικός και ποιητικός ο Κάιγκε, ενώ οι Σπάικ Λι και Τζάρμους μάλλον με απογοήτευσαν.
Σίγουρα το θέμα είναι αρκετά φλου, σαν το χρόνο που ρέει, και το σύνολο μοιάζει ασύνδετο και ενίοτε άσχετο. Υπάρχουν ανισότητες - φυσικό είναι - και μέτριες στιγμές και τελικά διδασκόμαστε ότι 7 μεγάλα ονόματα δεν κάνουν ντε και καλά μια μεγάλη ταινία. Θεωρώ το συνολικό αποτέλεσμα χλιαρό.

Πέμπτη, Αυγούστου 03, 2006

UGETSU MONOGATARI: ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ


Το Ugetsu Monogatari του Kenji Mizogutsi (1898-1956), γυρισμένο το 1953, θεωρείται μια από τις καλύτερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Είναι ο ορισμός αυτού που λέμε "κλασσικό". Σήμερα, πάνω από 50 χρόνια μετά, η ομορφιά και η ποίηση παραμένουν ακέραιες και η εικαστικότητα της ασπρόμαυρης φωτογραφίας εξακολουθεί να συγκινεί τον σύγχρονο θεατή αφού - το έχουμε ξαναπεί - κάποιες αξίες δείχνουν να είναι αιώνιες (είπα "δείχνουν", δηλαδή μέχρι στιγμής. Ποιος ξέρει τι θα νομίζουν οι άνθρωποι 500, ας πούμε, χρόνια μετά...)
Βασισμένη σε παράξενες ιστορίες της μεσαιωνικής Ιαπωνίας, γεμάτες πόλεμο, ηρωισμό (ή μάλλον θαυμασμό προς τον ηρωισμό, αφού ο ίδιος δεν φαίνεται πουθενά στην ταινία) και φαντάσματα, αφηγείται τις παράλληλες ιστορίες δύο φίλων από ένα μικρό χωριό, που η απληστία και η μεγαλομανία τους οδηγούν σε μικρότερες ή μεγαλύτερες τραγωδίες. Όταν θα καταλάβουν την αξία της επιστροφής στην "Ιθάκη" τους και η νοσταλγία για το απλό και καθημερινό που ανόητα άφησαν πίσω τους γίνει αφόρητη, θα είναι πια αργά: Διάφορα κακά θα έχουν ήδη συμβεί.
Αυτό όμως που κυρίως μένει στη μνήμη του θεατή είναι η ομορφιά των εικόνων. Το ταξίδι με τη βάρκα στην γεμάτη ομίχλη λίμνη, το τραγούδι της γυναίκας - φάντασμα, οι "στοιχειωμένες" ερωτικές σκηνές, η επιστροφή του "άσωτου" στο χωριό, όπου όλα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται (ή μάλλον όπως θα ήθελε να είναι)...
Παράλληλα με διάφορα άλλα νοήματα, που μαζί με την πανταχού παρούσα ομορφιά που προαναφέραμε διαποτίζουν την ταινία, ιδιαίτερο ενδιαφέρον νομίζω ότι παρουσιάζει το έντονο αντιπολεμικό της κλίμα. Ο πόλεμος - που είναι σχεδόν άγνωστο και αδιάφορο ανάμεσα σε ποιούς γίνεται - είναι απλά και μόνο πηγή μύριων δεινών. Τίποτα άλλο. Οι στρατιώτες - άγνωστο σε ποια παράταξη ανήκουν - δείχνονται μονάχα σαν πεινασμένα κτήνη που λεηλατούν και βιάζουν. Δεν υπάρχει ίχνος έπους, ηρωισμού ή έστω θαυμασμού προς τον ηρωισμό. Αντίθετα μάλιστα, ο ανόητος και τυφλός θαυμασμός προς τους υποτιθέμενους ήρωες είναι που οδηγεί τον έναν από τους δύο φίλους στην δική του τραγωδία. Σημειωτέον ότι και οι δύο φίλοι νομίζουν σε κάποιες φάσεις ότι έχουν βρει τον παράδεισο, ότι η τόλμη (ή η απερισκεψία τους, αν θέλετε) έχουν ανταμειφθεί. Πλην όμως, το είπαμε ξανά, τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται...
Η δυσκολία του απροετοίμαστου θεατή μπροστά στην "ιαπωνικότητα" της ταινίας υφίσταται, όπως ακριβώς είχα γράψει και για το "Ρασομόν". Πλην όμως, νομίζω ότι η επαφή με κουλτούρες ολότελα διαφορετικές από τη δική μας, μόνο καλό μπορεί να κάνει, ακόμα κι αν δεν τις κατανοούμε πλήρως, όπως είναι φυσικό. Μη φοβάστε το ξένο. Είναι τόσο δροσιστικό...

Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2006

Ο ΓΛΥΚΥΤΕΡΟΣ ΘΕΙΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΠΟΤΕ


Πρώτα απ' όλα πρέπει κανείς να είναι "μυημένος" στην πολύ προσωπική άποψη του Jacques Tati (1907-1982) για το χιούμορ. Κάποιος που την αγνοεί, πιθανόν να νοιώσει αμηχανία μπροστά στο ιδιόρυθμο στυλ του. Ο Τατί δεν έκανε ποτέ αυτό που λέμε "ξεκαρδιστική" κωμωδία. Δεν θα κλάψετε από τα γέλια, όπως με τους αδελφούς Μαρξ (αν πιάνετε τις καταιγιστικές ατάκες και τα λογοπαίγνιά τους) ή με το "Πάρτι" του Έντουαρντς και τις απίστευτες γκάφες του Πίτερ Σέλερς. Ο Τατί είναι ένας μινιμαλιστής της κωμωδίας. Το χιούμορ του είναι διακριτικό, καθόλου κραυγαλέο, "ύπουλο". Ο αμίμητος τύπος που δημιούργησε (όπως ο Τσάπλιν τον Σαρλώ) είναι ο κύριος Υλό, ήρωας σε όλες τις ταινίες του, που είναι 5 όλες κι όλες (συν μερικές μικρού μήκους).
"Ο θείος μου" του 1958 είναι μια από τις καλύτερες. Μέσα από την φοβερή αντίθεση του ατσούμπαλου, ανεπρόκοπου, πλην όμως γλυκύτατου θείου του πιτσιρικά και της "μοντέρνας", πλούσιας, κρυόκωλης και απολύτως καθώς πρέπει οικογένειάς του (περιτό να πούμε ότι ο πιτσιρικάς προτιμά σαφώς τον θείο), ο Τατί για μια ακόμα φορά σατιρίζει ανελέητα ό,τι ακριβώς σατιρίζει σε όλες του τις ταινίες: Την σύγχρονη, μοντέρνα κοινωνία, που παρά τις υλικές ανέσεις και την πληθώρα των γκάτζετ μέσα στα οποία ζει, μοιάζει να έχει χάσει την ψυχή της ή να έχει ξεχάσει τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκαν όλα αυτά. Κοινώς, σύμφωνα με τον Τατί (που κατά βάθος είναι ένας αθεράπευτα ρομαντικός) ο σύγχρονος άνθρωπος δεν υπηρετείται αλλά υπηρετεί κοπιωδώς την "πρόοδο".
Όλα αυτά δείχνονται με πλήθος από "αργά", βραδυφλεγή κωμικά γκαγκς, με ελάχιστο - έως και καθόλου - λόγο, με νωχελική σκηνοθεσία, που βγάζει γέλιο όχι μόνο (ή μάλλον όχι κυρίως) από αυτό που συμβαίνει, αλλά από αυτό που περιμένεις να συμβεί. Οι ατελείωτες, καθημερινές και απείρου γελοιότητας φάσεις στο υπερμοντέρνο, γεμάτο αυτοματισμούς σπίτι της ρομποτοποιημένης και ψυχρής οικογένειας είναι όλα τα λεφτά και, όπως είπαμε, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το "χειροποίητο", ζεστό, ευφάνταστο, αστείο και σαν καρικατούρα σπίτι του άνεργου και καλόκαρδου θείου, του κ. Υλό, του Τατί δηλαδή, που, φυσικά, πρωταγωνιστεί όπως πάντα στις ταινίες του. Όσοι έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του Τατί ας προσέξουν ένα ακόμα κοινό χαρακτηριστικό των ταινιών του: Αυτά που συμβαίνουν στο "βάθος πεδίου", όχι δηλαδή στο πρώτο πλάνο αλλά στο φόντο της εικόνας. Το οπτικό χιούμορ του Τατί διαδραματίζεται σε όλα τα επίπεδα.
Ίσως αντιληφθήκατε πως ό,τι ακριβώς είπαμε για τον "Θείο μου" ισχύει και για το υπόλοιπο έργο του δημιουργού. Πρόκειται για έναν από τους λίγους καλλιτέχνες που δημιούργησε ένα καθαρά δικό του, προσωπικό και άμεσα αναγνωρίσιμο σύμπαν. Όλες του οι ταινίες μοιάζουν, αυτό όμως δεν μειώνει στο παραμικρό την απόλαυση της θέασής τους.
Ξαναλέω ότι ίσως το "αργόσυρτο" χιούμορ ξενίσει τους πρωτάρηδες. Αν το συνηθίσει όμως κανείς, αργά ή γρήγορα θα αγαπήσει βαθειά το μικρό σε όγκο και μεγάλο σε ποιότητα έργο του, θα γίνει "φαν". Όπως καταλάβατε, ανήκω σ΄αυτούς.

Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2006

ΠΟΣΟ ΤΥΧΕΡΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΛΕΒΙΝ;


Το "Στοίχημα του Σλέβιν" του Paul McGuigan πριν από οτιδήποτε άλλο θυμίζει τρομερά Γκάι Ρίτσι και, φυσικά, τον πατέρα όλων αυτών Ταραντίνο. Τα χαρακτηριστικά του αποτελούν: εξαιρετικά γρήγορη σκηνοθεσία, εντελώς απίθανη πλοκή, χιούμορ και έξυπνες ατάκες, overdose βίας και παντελής απουσία "αληθινών" χαρακτήρων. Όλοι τους σχεδόν αγγίζουν σχεδόν την καρικατούρα. ΟΚ, αυτό είναι σαφώς ηθελημένο. Είναι μέσα στο "παιχνίδι" και το στιλ της ταινίας.
Στο πρώτο μισό το φιλμ κυλούσε ευχάριστα. Είναι αυτό που λέμε "ό,τι πρέπει για θερινό". Μετά όμως, ο καταιγισμός των ανατροπών, η κάθε μια από τις οποίες αποκάλυπτε όλο και περισσότερο το αναληθοφανές της πλοκής, ομολογώ ότι με κούρασε κάπως. Τελικά κατέληξα να το κατατάξω στην κατηγορία των "απλώς συμπαθητικών". Και να προβληματιστώ για το πόσο ακόμα θα γίνονται τέτοιες ταραντινώδεις ταινίες, που, ενώ τις βλέπεις σχετικά ευχάριστα, τις ξεχνάς αμέσως μετά. Ας μη γκρινιάζω όμως. Ίσως το ζητούμενο να είναι ακριβώς αυτό...
ΥΓ: Καλά όλα, αλλά ολόκληρη η ερωτική ιστορία, που παίζει κεντρικό ρόλο στην πλοκή, βασίζεται σε μια τερατώδη σύμπτωση: Σε ολόκληρη τη Νέα Υόρκη (11 εκατομύρια, μαθαίναμε στο Γυμνάσιο. Από τότε θα αυξήθηκαν φαντάζομαι) ο φίλος του Σλέβιν ΕΤΥΧΕ να μένει πόρτα - πόρτα με μια κοπέλα (τη Λούσι Λιου) που επίσης σχετίζεται άμεσα με την όλη υπόθεση!!!

Τετάρτη, Ιουλίου 19, 2006

ΕΚΕΙΝΟΙ "ΦΙΛΟΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ". ΕΜΕΙΣ, ΤΙ ΦΤΑΙΜΕ;


Για το "Φίλοι για πάντα" (Bronzes 3) του Patrice Leconte δεν έχω τίποτα θετικό να πω. Πρόκειται για μια απίστευτα χοντροκομένη φαρσοκωμωδία, που θυμίζει αντίστοιχες του παλιού ελληνικού σινεμά, πλην όμως αρκετά χειρότερη, αφού λείπουν οι σπιρτόζικες ατάκες που χαρακτήριζαν τις τελευταίες. Τρίτη συνέχεια της πρώτης μεγάλης επιτυχίας του Λεκόντ "Les Bronzes" πίσω στα 1978, σάρωσε τα ταμεία στη Γαλλία και έγινε η επιτυχία της χρονιάς εκεί, πράγμα που το μόνο που αποδεικνύει είναι ότι (και) οι Γάλλοι - ή τουλάχιστον μεγάλο μέρος τους - διαθέτουν κακό γούστο.
Οι γερασμένοι πλέον ήρωες της πρώτης ταινίας λοιπόν, 28 χρόνια μετά, στα 50φεύγα τους, πάνε διακοπές, αλλάζουν (ή προσπαθούν να αλλάξουν) ερωτικούς παρτενέρ, κάνουν πλήθος από γκάφες, κάνουν επίσης εξαιρετική επίδειξη κιτς (καμία σχέση με Almodovar, μην πάει εκεί το μυαλό σας) και, αντί γέλιου, προκαλούν μάλλον αισθήματα θλίψης για την εσωτερική και εξωτερική κατάντια τους.
Το πιό απίστευτο στο φιλμ δεν είναι οι τόννοι κακογουστιάς που προαναφέραμε (και οι οποίες ούτε χαμόγελο δεν κατάφεραν να μου αποσπάσουν), αλλά το ότι έχει γυριστεί από τον Πατρίς Λεκόντ - αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που την είδα - ο οποίος παλιότερα μας έχει δώσει εξαιρετικά τρυφερές και λεπτές (σχεδόν πάντοτε όμως με πολύ χιούμορ) ταινίες, από τον "Εραστή της Κομώτριας", το "Tango" και τους ξεκαρδιστικούς "Αρχιδούκες", μέχρι τον σχετικά πρόσφατο "Άνθρωπο του τρένου". O Tempora o Mores!

Κυριακή, Ιουλίου 16, 2006

ΣΕΞ, ΞΗΡΑΣΙΑ ΚΑΙ...ΚΑΡΠΟΥΖΙΑ ΣΤΑ ΤΑΪΒΑΝΕΖΙΚΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ


Τα "Ταξιδιάρικα Σύννεφα" του Μαλαίσιου Ming-liang Tsai (που ζει και δουλεύει στην Ταϊβάν) είναι μια πειραματική ταινία. Τουτέστιν, μην περιμένετε κλασική αφήγηση μιας ιστορίας ή λογικό ειρμό. Οι παράδοξες, αναίτιες πιθανόν, συμπεριφορές των ηρώων, ο τρόπος κινηματογράφησης, οι αργοί ρυθμοί και οι νεκροί χρόνοι, όλα παραπέμπουν στο πειραματικό σινεμά. Κυρίως όμως σ' αυτό παραπέμπει ο απίστευτος σουρεαλισμός της ταινίας και η παρανοϊκή μείξη κινηματογραφικών ειδών. Είναι μάλλον η μοναδική φορά που οι αργοί ρυθμοί και τα ακίνητα πλάνα που προαναφέραμε - δείγμα γραφής ενός ορισμένου στιλ καλλιτεχνικού σινεμά - συνυπάρχουν με τον ακραίο ερωτισμό, που αγγίζει την πορνογραφία, το κιτς μιούζικαλ και μια σκηνοθετική εμμονή με τα... καρπούζια!
Σε μια Ταϊπέι που υποφέρει από αφόρητο καύσωνα και λειψυδρία, μια μοναχική κοπέλα συναντιέται με έναν ηθοποιό ταινιών πορνό. Η ερωτική τους σχέση - με τη θερμοκρασία να ανεβαίνει ανεξέλεγκτα - κάθε άλλο παρά "φυσιολογική" είναι. Η (όποια) αφήγηση διακόπτεται κάθε λίγο από απίστευτα, μεγαλοπρεπή και ηθελημένα κιτς μουσικοχορευτικά νούμερα, σαν βιντεοκλίπ - υπερπαραγωγές κινέζικων παθιάρικων ερωτικών τραγουδιών, με όντως διασκεδαστικότατα αποτελέσματα. Κι όλα αυτά, κάτω από μία... καρπουζοκεντρική οπτική. Το πανταχού παρόν αυτό φρούτο θα σας προσφέρει απίθανους ερωτικούς συνειρμούς και θα σας ανοίξει τα μάτια για ερωτικές του χρήσεις που δεν είχατε φανταστεί...
Ναι, υπάρχει ένα ιδιόρυθμο χιούμορ, υπάρχει και σεξ και ίσως και μια προβληματική στο θέμα της πορνογραφίας. Πλην όμως οι εξαιρετικά αργοί ρυθμοί και η έλλειψη στόχου - όλοι θα αναρωτηθούν "πού το πάει ο σκηνοθέτης" - με κούρασαν αφάνταστα. Τελικά η ταινία βλέπεται πολύ δύσκολα και δεν νομίζω ότι έχει κάτι να πει πέραν των ακραίων σκηνοθετικών - και όχι μόνο - παιχνιδιών της. Μόνο για όσους κυνηγούν την απόλυτη κινηματογραφική παραδοξότητα (ρισκάροντας πιθανόν το σπάσιμο των νεύρων τους)...
ΥΓ: Θα ήμουν πανευτυχής αν είχα σε DVD τα πέντε (αν θυμάμαι καλά) φοβερά μουσικοχορευτικά νούμερα που - άνευ προφανούς λόγου - διακόπτουν την ταινία. Είναι εκπληκτικά!

Σάββατο, Ιουλίου 15, 2006

ΡΑΣΟΜΟΝ Ή ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ


Το "Ρασομόν", γυρισμένο το μακρινό 1950, είναι μια από τις γνωστότερες ταινίες του Akira Kurosawa (1910-1998). Ασπρόμαυρη, παλιά, κι όμως βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον, καταφέρνοντας να ερεθίσει την σκέψη και του σύγχρονου θεατή.
Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλές σημερινές ταινίες με τόσο παράδοξο και ενδιαφέρον από φιλοσοφική άποψη θέμα: Μια ιστορία φόνου και βιασμού, που διαδραματίζεται στον γιαπωνέζικο μεσαίωνα, λέγεται με τέσσερεις διαφορετικούς τρόπους, από τη σκοπιά του εκάστοτε αφηγητή (οι οποίοι είναι ένας αυτόπτης μάρτυρας και οι τρεις πρωταγωνιστές του δράματος, ακόμα και ο νεκρός!) Το ενδιαφέρον είναι ότι οι αφηγητές δεν λένε ψέματα για να γλυτώσουν το τομάρι τους. Αντίθετα, ο καθένας ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι ο δολοφόνος! Οπότε; Οι σκέψεις μας οδηγούνται σε μονοπάτια που αφορούν την ανθρώπινη υποκειμενικότητα, τα παιχνίδια της μνήμης, το φιλτράρισμα (ηθελημένο ή μη) των γεγονότων από τον χαρακτήρα, τις επιθυμίες ή την κοσμοθεωρία αυτών που τα έζησαν. Πιθανόν η τελευταία εκδοχή, αυτή του αυτόπτη μάρτυρα, να είναι η "αληθινή". Τελικά όμως ούτε αυτό έχει και πολλή σημασία. Θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί κι αυτή μια υποκειμενική ματιά, όπως οι υπόλοιπες. Δεν είναι λοιπόν η όποια "αλήθεια" που ενδιαφέρει, αλλά το πώς αυτή μετατρέπεται, φιλτράρεται, παραμορφώνεται, αλλάζει, από την υποκειμενικότητα και των χαρακτήρα των ανθρώπων.
Μέσα σ' αυτό το βίαιο τοπίο, με φόντο πάντα το φριχτό συμβάν, οι άνθρωποι που ακούν τις εκδοχές της ιστορίας, δείχνουν να απογοητεύονται από τον κόσμο και την ανθρώπινη κατάσταση, αν και στο τέλος ο Kurosawa αφήνει μια μικρή χαραμάδα ελπίδας και αισιοδοξίας (όχι βέβαια όσον αφορά τα γεγονότα του βιασμού και του φόνου, αυτά έχουν συμβεί αμετάκλητα, έστω και με άγνωστο, τελικά, τρόπο).
Ίσως η ταινία να βλέπεται δύσκολα από όσους έχουν συνηθίσει στον κλασσικό (αμερικάνικο κυρίως) τρόπο γραφής και αφήγησης, όχι τόσο λόγω της παλαιότητάς της, όσο κυρίως λόγω της "ιαπωνικότητάς" της. Οι ηθοποιοί "φωνάζουν", κάνουν υπερβολικές χειρονομίες και γκριμάτσες (κυρίως ο μόνιμος πρωταγωνιστής του Κουρασάβα Τοσίρο Μιφούνε), συμπεριφέρονται παράξενα για τα δικά μας δεδομένα. Ίσως αυτό έχει να κάνει με τους αρχαίους κώδικες και τρόπους του γιαπωνέζικου θεάτρου, που στους δυτικούς θεατές είναι ουσιαστικά άγνωστοι (η αρχή μάλιστα μάλιστα της κάθε ιστορίας είναι θεατρικά κινηματογραφημένη, καθώς ο αφηγητής μοιάζει να απευθύνεται στο θεατή, παρά το ότι μιλά στους ανακριτές του, οι οποίοι δεν δείχνονται ποτέ). Πάντως αυτές - και οι όποιες άλλες - "δυσκολίες", δεν μπορούν να κάνουν την ταινία λιγότερο κλασσική.

Σάββατο, Ιουλίου 08, 2006

ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


Υπάρχουν ταινίες που βασικός στόχος τους είναι η "εξερεύνηση" του περιθωρίου, ανθρώπων δηλαδή που ζουν στα έσχατα άκρα της κοινωνίας - σχεδόν εκτός αυτής, θα λέγαμε. Οι "Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας" του Marco Ferreri (1928-1997), που ο σημαντικός αυτός Ιταλός γύρισε το 1981, είναι σίγουρα μια από τις πιο χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις. Εδώ ο Ferreri συναντά έναν από τους διασημότερους "καταραμένους" και περιθωριακούς, τον Τσαρλς Μπουκόφσκι, μεταφέροντας στην οθόνη ιστορίες από το ομώνυμο αυτοβιογραφικό του βιβλίο.
Κοινός άξονας των ηρώων είναι η τάση για αυτοκαταστροφή. Ο πρωταγωνιστής - αντίγραφο του Μπουκόφσκι είναι ταλαντούχος συγγραφέας, πλην όμως αλκοολικός, απόλυτα παρατημένος, παρακμιακός, έρμαιο των παρορμήσεων - ερωτικών και όχι μόνο - της στιγμής. Η δόξα, η καταξίωση και το χρήμα καθόλου δεν τον συγκινούν και προτιμά να κάνει παρέα με κάθε λογής περιθωριακούς (τους οποίους ουσιαστικά θαυμάζει), παρά με "καθώς πρέπει" ανθρώπους - και να πηδά όποια γυναίκα βρίσκει μπροστά του και μπορεί, χωρίς καμιά διάκριση ηλικιακή ή εμφανισιακή. Η πόρνη που ερωτεύεται (υπέροχη η Ορνέλα Μούτι) είναι κι αυτή απόλυτα αφημένη και με έντονες τάσεις αυτοκτονίας. Γύρω από το κάθε άλλο παρά συνηθισμένο αυτό ζευγάρι, κινείται μια τερατώδης πινακοθήκη απίστευτων τύπων, με κοινό γνώρισμα την απόλυτη απόκλιση από αυτό που θα λέγαμε "κανονικό".
Τα κωμικά, διασκεδαστικά επεισόδια εναλλάσονται με τα τραγικά, συγκλονιστικά ενίοτε, που συνηθίζονται σε τέτοιους χώρους. Βλέπετε, στο περιθώριο, η εναλλαγή τραγωδίας και κωμωδίας είναι πολύ πιο έντονη και ακραία απ' όσο στη ζωή που οι περισότεροι από εμάς ζούμε. Ενδιαφέρων είναι και ο τρόπος που ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί το Χόλιγουντ, όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ: Παρακμιακό, άσχημο, γυμνό, δίχως την παραμικρή λάμψη. Υπάρχουν κι εκεί, βλέπετε, φτωχογειτονιές, εκτός από τις βίλες των αστέρων, που, στο κάτω - κάτω, βρίσκονται σε απομακρυσμένα προάστια...
Παρά τα τόσα χρόνια που τη βαραίνουν, η ταινία βλέπεται άνετα σήμερα - αν εξαιρέσει κανείς το ντύσιμο, που προδίδει από μακριά την εποχή που γυρίστηκε - και είναι αρκετά πιο ακραία, στο ερωτικό μέρος τουλάχιστον, από το μεταγενέστερό της "Barfly", που εμπνέεται από ο ίδιο βιβλίο.
Δείτε την ταινία, αλλά να είστε προετοιμασμένοι για μια ολοκληρωτική βουτιά στον πάτο της κοινωνίας μας.

Παρασκευή, Ιουλίου 07, 2006

KIN-DZA-DZA: ΣΟΒΙΕΤΙΚΟ, ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ



Χάρη σ' έναν blogger και φίλο, ένα αληθινό φιλμικό αξιοπερίεργο έπεσε πρόσφατα στα χέρια μου. Πρόκειται για το σοβιετικό φιλμ του (Γεωργιανού) Georgi Daneliya "Kin-Dza-Dza", γυρισμένο το 1986. Νομίζατε ότι δεν υπήρχε επιστημονική φαντασία στο σοβιετικό σινεμά; Γελιέστε! Όχι μόνο υπήρχε, αλλά και γνώρισε και καλές στιγμές, όπως αυτή εδώ.
Το πρώτο που έρχεται στο μυαλό βλέποντας την πάνω από 2 ώρες αυτή ταινία, είναι ένα low budget "Γυρίστε τον Γαλαξία με ωτοστόπ". Πράγματι, το Kin-Dza-Dza διαθέτει πολύ χιούμορ - και επίσης έντονα στοιχεία κοινωνικής σάτιρας: Δύο σοβιετικοί πολίτες τηλεμεταφέρονται κατά λάθος στον ομώνυμο πλανήτη, όπου όλα είναι έρημος, οι κάτοικοι διαθέτουν μια παράδοξα προχωρημένη τεχνολογία, που, ωστόσο, εξωτερικά θυμίζει μάλλον μεσαίωνα, και το στοιχείο που κυριαρχεί (εκτός της πανταχού παρούσας διάθεσης για απάτη) είναι η αυστηρότατη κοινωνική ιεραρχία. Η γλώσσα του πλανήτη αποτελείται από 5-6 λέξεις, που σχετίζονται με κάποια τεχνογκάτζετ και, φυσικά, με το χρήμα. Όλες οι υπόλοιπες λέξεις είναι ΚΟΥ, που προφέρεται με άπειρους τρόπους και συνοδεύεται από πολύπλοκες υποκλίσεις. Στο δεύτερο μέρος, στην προσπάθειά τους να επιστρέψουν στη γη, οι δύο άτυχοι πρωταγωνιστές θα περάσουν και από άλλους πλανήτες, με τις δικές τους πάντοτε ιδιαιτερότητες...
Η κοινωνική κριτική σε θέματα όπως η ιεραρχία και οι τάξεις, η λατρεία του χρήματος, το ανήθικο του εμπορίου κλπ. είναι σαφείς, χωρίς ωστόσο η ταινία να γίνεται διδακτική. Οι αστείες καταστάσεις και οι απίστευτες φάτσες διαδέχονται η μία την άλλη, διαβρώνοντας έτσι την όποια σοβαροφάνεια της καταγγελίας. Εντύπωση προκαλεί η έξυπνη χρήση της εξωγήινης τεχνολογίας. Όλες οι κατασκευές και τα αντικείμενα είναι εξαιρετικά ευτελή. Σχεδόν εγκατελειμένες παράγκες, κομάτια σπάγκου, ξύλινες, πρόχειρες κατασκευές, βαρέλια, σκουριασμένα μέταλλα, τα πάντα χρησιμεύουν για πολύ προχωρημένες χρήσεις (ταξίδια στο διάστημα, τηλεμεταφορές κλπ.), συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία ενός πρωτότυπου, ασυνήθιστου σύμπαντος.
Αν ποτέ πέσει στα χέρια σας, δείτε το. Όχι μόνο σαν φιλμικό αξιοπερίεργο...

Κυριακή, Ιουλίου 02, 2006

Η ΔΙΠΛΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΒΕΡΟΝΙΚ


Υπάρχουν ταινίες ερμητικές, ταινίες που είναι πολύ δύσκολο να υποθέσεις "τι θέλει να πει" ο δημιουργός τους (ή αν όντως θέλει να πει κάτι). Μια απ' αυτές είναι, νομίζω, και η "Διπλή ζωή της Βερονίκ" του μακαρίτη Krzysztof Kieslowski (1941-1996), που γυρίστηκε το 1991, πριν την "τριλογία των χρωμάτων". Ωστόσο, η ερμητικότητα αυτή καθόλου δεν στερεί τα έργα αυτά από την ομορφιά τους. Βλέπετε, η ομορφιά δεν έχει πάντοτε νόημα, απλώς υπάρχει. Την θαυμάζουμε (συχνά, αν είμαστε τυχεροί), αλλά δεν σκεφτόμαστε ότι πρέπει να την ερμηνεύσουμε.
Η ομορφιά είναι πανταχού παρούσα στην αλλόκοτη αυτή ιστορία των δύο πανομοιότυπων Βερονίκ, που ζουν παράλληλα, σε διαφορετικά μέρη του κόσμου (στη Γαλλία και στην Πολωνία), μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό, έχουν τις ίδιες συνήθειες και κλίσεις - πλην όμως εντελώς διαφορετικές μοίρες -, αλλά αγνοούν η μία την ύπαρξη της άλλης. Μια ψυχαναλυτική ερμηνεία του στυλ "οι δύο όψεις που συνυπάρχουν μέσα μας" (καλό - κακό, αρσενικό - θηλυκό, λογική - συναίσθημα κλπ. κλπ. κλπ.) θα έπεφτε στο κενό, καθώς οι δύο κοπέλες δεν είναι ούτε αντίθετες ούτε συμπληρωματικές: Είναι απλώς ίδιες, εσωτερικά και εξωτερικά. Από εκεί και πέρα, ίσως δοθούν πολλές άλλες ερμηνείες, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Μπορεί κάποια απ' αυτές να πλησιάζει τις προθέσεις του δημιουργού, μπορεί πάλι όχι. Όπως και να έχει όμως, η ομορφιά εξακολουθεί να υπάρχει: Στις εικόνες του Κισλόφσκι, στην υπέροχη μουσική του Preisner, στο κουκλοθέατρο του πρωταγωνιστή, στον μεταξύ τους έρωτα, στην ίδια την Ιρέν Ζακόμπ, την εμφάνιση και την ουράνια φωνή της...
Ίσως πολλοί να χρειάζονται ερμηνείες, ένα συγκεκριμένο και κατανοητό στόρι, που εξηγεί τα πάντα. Σεβαστό. Και εγώ , άθελά μου πολλές φορές, αναζητώ κάτι τέτοιο. Ωστόσο θα πρότεινα απλώς να αφεθείτε στην ομορφιά. Των εικόνων, της μουσικής, της ίδιας της Ζακόμπ.