Παρασκευή, Μαΐου 12, 2006

A [COUNTRY] PRAIRIE [COUNTRY] HOME [COUNTRY] COMPANION


Φυσικά μιλώ για την τελευταία ταινία του Robert Altman A Prairie Home Copmanion, ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι 82 χρονών! Οπότε είμαι κάπως διατεθειμένος να του συγχωρήσω τον άπειρο συναισθηματισμό, τους τόνους νοσταλγίας, τη συγκίνηση που διατρέχει όλο το φιλμ. Όσο για την από-την-αρχή-μέχρι-το-τέλος κάντρι που ακούγεται και τραγουδιέται live, αυτό πια είναι θέμα γούστου. Αν σας αρέσει η μουσική αυτή, την έχετε κάνει λαχείο - και το σάουντρακ είναι απαραίτητο για σας. Αν πάλι τη μισείτε, πολύ απλά αλλάξτε ταινία.
Πάντως ο Altman έχει και στο παρελθόν (κάπου στα 70ς) ασχοληθεί με την κάντρι, στο φιλμ "Nashvill" (που δεν έχω δει). Προφανώς τον ενδιαφέρει το είδος - και βρίσκει και την ευκαιρία να βγάλει τη γεροντική του νοσταλγία.
Όλη η ταινία είναι ένα live ραδιοφωνικό σόου με πολλούς κάντρι μουσικούς, που μοιάζει να έχει ξεμείνει στην εποχή μας από τα 50ς. Παρακολουθούμε λοιπόν το τελευταίο show (όσα δηλαδή διαδραματίζονται επί σκηνής και όσα στα παρασκήνια), αφού κάποια εταιρία έχει αγοράσει τον σταθμό για να τον κάνει πάρκινγκ μετά από 30 αδιάκοπα χρόνια λειτουργίας. Το στοιχείο της συγκίνησης είναι προφανές, επιτείνεται μάλιστα από έναν θάνατο. Από εκεί και πέρα, αν δεν δακρύσετε, είναι πολύ πιθανόν να βαρεθείτε...
Στα συν το απίστευτο all stars cast (όπως συνηθίζει τα αρκετά τελευταία χρόνια ο σκηνοθέτης), που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων Μέριλ Στριπ, Τόμι Λι Τζόουνς, Κέβιν Κλάιν,Βιρζίνια Μάντσεν, Γούντι Χάρελσον κ.ά. Στα μείον, για μένα τουλάχιστον, ο άγγελος που περιφέρεται σε σκηνή και παρασκήνια, ορατός μόνον από λίγους, προσθέτοντας κι άλλο σιρόπι. Πολλά χαρτομάντηλα...

Πέμπτη, Μαΐου 11, 2006

ΑΟΡΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥ, ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ ΚΥΜΑΤΑ


Είναι απίστευτο, όμως η ταινία που είδα μετά την "Γλυκόπικρη Ζωή" (στην Berlinale αυτή τη φορά) είχε παρόμοιο μ' αυτήν θέμα. Ο έρωτας για τη γυναίκα του αφεντικού και οι βλαβερές συνέπειές του. Ένα ακόμα νουάρ δηλαδή. Πρόκειται για το ταϊλανδέζικο "Invisible waves" του Pan-Ek Ratanaruang (φοβερό όνομα, έτσι;), του οποίου η "Τελευταία ζωή στο σύμπαν" είχε προβληθεί το καλοκαίρι στην Αθήνα.
Και είναι ακόμα πιο απίστευτο το πώς δύο ταινίες με το ίδιο ουσιαστικά θέμα μπορεί να είναι τόσο, μα τόσο διαφορετικές, τόσο στη φιλοσοφία τους όσο και στην κινηματογραφική γραφή. Όσον αφορά τη φιλοσοφία, αυτή εδώ μου φάνηκε πιο ενδιαφέρουσα από την κορεάτικη "συνάδελφό" της, με ιδιαίτερο προβληματισμό πάνω στο θέμα της εκδίκησης και της (αμφίβολης) αξίας της. Για να καταλήξει όμως κανείς σ' αυτό το συμπέρασμα, πρέπει πρώτα να αντέξει τον εξοντωτικά αργό, αγγελοπουλικό ρυθμό, τα πλάνα όπου δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα και τις μακρόσυρτες σιωπές. Βρισκόμαστε δηλαδή στον αντίποδα της εξωφρενικής βίας της προηγούμενης ταινίας.
Συμπερασματικά, ενδιαφέρουσα δουλειά, με τη σφραγίδα της προσωπικής και αναγνωρίσιμης πλέον γραφής του Ratanaruang, αλλά όποιος αντέξει...

Δευτέρα, Μαΐου 08, 2006

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΖΩΗ... ΠΟΥ ΜΑΛΛΟΝ ΚΛΙΝΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΙΚΡΟ


Η "Γλυκόπικρη Ζωή" του κορεάτη Kim Jee-woon είναι ένα ακόμα άψογα σκηνοθετημένο ρεσιτάλ βίας και αίματος, όπως τα αρκετά τελευταία χρόνια μας έχουν συνηθίσει οι ασιάτες δημιουργοί. Ωστόσο εδώ τα πράγματα δεν είναι και τόσο συγκλονιστικά. Φταίει μάλλον το απόλυτα προβλέψιμο και κοινότοπο σενάριο (ο καλύτερος, σκληρότερος και ψυχρός σαν βράχος μπράβος ερωτεύεται την κοπέλα του αιμοσταγούς αφεντικού, με αποτέλεσμα να βρεθούν αντιμέτωποι σ' έναν θανάσιμο αγώνα). Πόσες φορές το έχετε δει;
Η εντυπωσιακή σκηνοθεσία και οι καταιγιστικές σκηνές βίας δεν ξέρω αν μπορούν πλέον να ικανοποιήσουν έναν πιο απαιτητικό θεατή. Όπως και να το κάνουμε, πιστεύω ότι βρισκόμαστε μίλια μακριά από την τριλογία της εκδίκησης ενός Παρκ Τσαν Γουκ, την απίστευτη εναλλαγή βίας και ποίησης ενός Κιτάνο ή ακόμα και από τον πρώιμο σαρωτικό και κιτς ταυτόχρονα Τζον Γου (πρινα αυτός παρακμάσει στην Αμερική). Μήπως τελικά και το ασιατικό σινεμά (μάλλον το πιο ενδιαφέρον αυτή τη στιγμή παγκοσμίως) μπαίνει με τη σειρά του σε μια φάση μανιέρας ή, τέλος πάντων, βίας για τη βία, εφόσον "αυτό ξέρουμε καλύτερα, αυτό πουλάμε";

Σάββατο, Μαΐου 06, 2006

ICE AGE ΞΑΝΑ


Το Ice Age 2 του Carlos Saldanha έχει πολύ όμορφα - εντυπωσιακά σε κάποιες σκηνές - κινούμενα σχέδια, έχει αρκετό χιούμορ, αρκετό σαπένς, το γνωστό σκιουράκι να κυνηγά ξανά το βελανίδι του... όπως, δηλαδή, το πρώτο Ice Age. Κι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά του: ότι όλα είναι όπως στο πρώτο φιλμ. Αυτό άλλωστε είναι και το γενικότερο πρόβλημα του 90% (για να είμαι επιεικής) των Νο 2.
Νομίζω ότι η "επιχείρηση Νο 2" είναι σχεδόν εξ ορισμού χαμένη, τουλάχιστον όσον αφορά το ενδιαφέρον μας (εκτός του ότι δείχνει έλλειψη έμπνευσης πρωτότυπων ιδεών και αποδεικνύει ότι σχεδόν τα πάντα κινούνται γύρω από την επιθυμία να βγάλουμε κι άλλα λεφτά). Ναι, υπάρχουν αρκετές φορές που διασκεδάζω σε ένα σίκουελ (όπως και στο Ice Age). Και πάλι όμως, το στοιχείο της έκπληξης που είναι καθοριστικό στο πρώτο φιλμ, έχει χαθεί...
Άφησα, όπως είδατε, περιθώρια εξαιρέσεων. Οι εξαιρέσεις όμως υπάρχουν για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Δείτε το, αν θέλετε. Θα περάσετε αρκετά καλά. Αλλά θα το έχετε ξαναδεί.
ΥΓ: Από τις πιο καλές σκηνές - έως και τρομακτικές - οι σκηνές με τα κολοσιαία παγόβουνα που καταρρέουν, προξενώντας σχεδόν δέος.

Τετάρτη, Απριλίου 19, 2006

ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ Ή ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ


Η Ανθρωποκτονία του δανού Per Fly (του οποίου τις άλλες δύο ταινίες δεν κατάφερα δυστυχώς να δω), κερδίζει σίγουρα μια θέση μέσα στα 10 καλύτερα φετεινά φιλμ. Βαθειά και πολυεπίπεδη μελέτη της βίας και των αλυσιδωτών επιπτώσεών της σε μια σύγχρονη, ευνομούμενη κοινωνία, ειδωμένη μέσα από την ιστορία ενός ανθρώπου και του περίγυρού του, εξετάζει τόσο τα αδιέξοδα του ανθρώπου αυτού (έξυπνου και προοδευτικού μάλιστα), όσο και ολόκληρης της κοινωνίας που προαναφέραμε. Πρόκειται για μία από τις ευτυχείς περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει επιτευχθεί η άψογη καταγραφή των επιπτώσεων κοινωνικών προβλημάτων πάνω σε ατομικές περιπτώσεις - ή, αν θέλετε, του πώς ένα πολιτικών κινήτρων γεγονός μπορεί να οδηγήσει στην κατάρευση του ήρωα, αλλά και κάποιων άλλων ανθρώπων γύρω του. Δεν υπάρχουν ρητορείες, πολιτικής ή όποιας άλλης φύσης. Τα σχόλια, όπως είπαμε, γίνονται μέσα από την παρακολούθηση ατομικών περιπτώσεων.
Σοβαρή σκηνοθεσία, ιστορία που σε κρατά από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό και εξαιρετική κατάδειξη της πορείας του πρωταγωνιστή προς την απόλυτη παρακμή, ρεαλιστικές καταστάσεις, συνθέτουν μια ταινία που και με πολύ ενδιαφέρον παρακολουθείται, και πολλαπλούς προβληματισμούς και τροφή για σκέψη προκαλεί. Σκεφτόμουν μάλιστα ότι οποιοσδήποτε από τους χαρακτήρες να ήμουν, θα αντιδρούσα με παρόμοιο τρόπο, πράγμα που αποδεικνύει ότι τίποτα απ’ όσα βλέπουμε δεν είναι εξωπραγματικό ή τραβηγμένο.
Τελικά οι δανοί τα κατάφεραν πάλι!
ΥΓ: Αναρωτιέμαι: Αν ο φόνος ενός αστυνομικού προκαλεί όλα αυτά τα πολλαπλά τραύματα στον κοινωνικό ιστό, τι μπορεί να συμβαίνει σε χώρες όπου κυριαρχεί η βία σε καθημερινή βάση;

Κυριακή, Απριλίου 16, 2006

Ο ΥΠΟΚΙΝΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΥΜΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


Ο Spike Lee είναι άνισος σκηνοθέτης. Έχει κάνει πολύ καλές και πολύ μέτριες ταινίες - με έντονη τάση για δημαγωγία σ' αυτές τις τελευταίες. Το Inside man είναι από τις πολύ καλές του. Το κλασσικό θέμα της ληστείας τράπεζας, που έχουμε δει χιλιάδες φορές στο σινεμά, εδώ γνωρίζει μια από τις πιο ευρηματικές εκδοχές του. Σφιχτός ρυθμός, που σε κρατά από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, απρόσμενες ανατροπές - όχι όμως εξωπραγματικές και αναληθοφανείς, όπως συχνά συμβαίνει τελευταία - έξυπνο και πρωτότυπο σενάριο, καλές ηθοποιίες και κάμποση κριτική στην αμερικάνικη διαφθορά και τις βρώμικες βάσεις του συστήματος, ανανεώνουν το ενδιαφέρον για ένα τόσο τετριμμένο θέμα, για το οποίο θα πιστευαμε ότι τίποτα άλλο πια δεν μπορεί να προστεθεί.
Όσο για το εντυπωσιακό καστ (Ντέντζελ Ουάσινγκτον, Κλάιβ Όουενς, Τζόντι Φόστερ, Γουίλεμ Νταφόε, Κρίστοφερ Πλάμερ), χρησιμοποιείται για να ενσαρκώσει ουσιαστικούς, διακριτούς ρόλους, και όχι σαν μια γελοία παρέλαση σταρς, μόνο και μόνο για να λέμε ότι έχουμε ένα "all stars cast" (βλέπε τα διάφορα Ocean's 11, 12 και δεν συμμαζεύεται...)

Τετάρτη, Απριλίου 12, 2006

Ο ΒΕΝΣΑΝ ΚΑΣΕΛ ΩΣ "ΣΑΤΑΝΑΣ"


Το Sheitan του πρωτοεμφανιζόμενου Kim Chapiron είναι ταινία φτιαγμένη μάλλον για να ερμηνεύσει ο Β. Κασέλ (ο οποίος είναι και παραγωγός) τον ομώνυμο ρόλο, σε ένα ρεσιτάλ παράνοιας. Απο τις πιο "άρρωστες" ταινίες της χρονιάς - και με μια ελαφρά δόση μαύρου χιούμορ - δημιουργεί μέχρι τη μέση μια έντονα αγχωτική ατμόσφαιρα (όπου όμως στην ουσία δεν γίνεται τίποτα το φρικιαστικό), μέχρι που η βία ξεσπά στο δεύτερο μέρος. Φοβερή η επιλογή φατσών, που από μόνες τους αρκούν να δημιουργήσουν το ζητούμενο νοσηρό κλίμα... και να πάρετε για πάντα από φόβο τη γαλλική επαρχία. Σίγουρα ασυνήθιστη ταινία για τα δεδομένα του είδους, με έναν υπερβολικό Βενσάν Κασέλ που ή τον λατρεύετε ή τον βαριέστε, ωστόσο δεν είναι και για χόρταση...
Δείτε την περισσότερο ως ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο παρά ως μια όντως καλή ταινία.
ΥΓ: Εννοείται πως ό,τι θετικό έχω πει μέχρι τώρα για το φιλμ απευθύνεται αποκλειστικά στους φανς του είδους. Οι υπόλοιποι θα φύγουν κάπου στη μέση.

Δευτέρα, Απριλίου 10, 2006

ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ "ΟΤΑΝ ΦΟΥΣΚΩΝΕΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ"... ΦΤΑΝΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΝΕΙ


Στη 2η ταινία που είδα στο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, "Όταν φουσκώνει η θάλασσα" της Yolande Moreau και του Gille Porte, τα πράγματα ήταν σαφώς καλύτερα από την ανεκδιήγητη "Βασιλική Οικογένεια" (Palais Royale), πλην όμως όχι απόλυτα ικανοποιητικά. Διηγείται έναν απρόβλεπτο και αταίριαστο έρωτα στην επαρχία, ανάμεσα σε μια μεσήλικα (και παντρεμένη) πλανόδια ηθοποιό και έναν τύπο του οποίου οι συνθήκες διαβίωσης είναι λίγο καλλίτερες από αυτές ενός κλοσάρ. Σίγουρα το φιλμ διαθέτει πολλή τρυφερότητα και ευαισθησία, και υπάρχουν στιγμές που προκαλεί αληθινή συγκίνηση χωρίς, ευτυχώς, να πέφτει στο μελό. Η γκρίζα ζωή της γαλλικής ή βελγικής (και κάθε) επαρχίας, η μοναξιά του πρωταγωνιστή, η ζωή του πλανόδιου, όλα είναι εδώ. Και μετά αρχίζουν τα προβλήματα: Η ταινία εξαντλείται κάπου στη μέση και μετά αρχίζει να επαναλαμβάνεται. Γίνεται έτσι μάλλον βαρετή - αν και διανθίζεται από μερικές καλές στιγμές. Αν της έλειπαν 20 λεπτά (για να μην πω παραπάνω), τότε θα ήταν μια καλή ταινία. Αλλά μια καλή ταινία ΟΧΙ μεγάλου μήκους.
Δεν ξέρω αν φταίω εγώ και ένα σχετικό κινηματογραφικό overdose ή αν όντως έτσι συμβαίνει, νομίζω όμως ότι αυτό που όλο και συχνότερα με χαλάει σε ταινίες κάθε προέλευσης είναι η αδικαιολόγητα μακρά (κατά τη γνώμη μου) διάρκειά τους. Είναι μήπως δείγμα της εποχής η φλυαρία;

Πέμπτη, Απριλίου 06, 2006

O ΟΠΩΣ ORWELL, V ΟΠΩΣ VENDETTA


Ομολογώ ότι πήγαινα να το δω αρνητικά προκατειλημμένος. Αφ' ενός είμαι φαν του κόμικς απ' όπου προέρχεται και του Alan Moore γενικότερα, αφ' ετέρου δεν είμαι ιδιαίτερα φαν των παραγωγών αφών Γουακόφσκι (ή Γουατσόφσκι), των Matrix τους και του σεναριογράφου τους James McTeigue, που εδώ είναι σκηνοθέτης. Είχα υποστεί και την τραυματική εμπειρία του ανεκδιήγητου League of Extraordinary Men, της απόλυτης κατακρεούργησης κόμικς του Moore, είναι και το εξαιρετικά "επικίνδυνο" στην εποχή μας θέμα (τρομοκρατία, αντίσταση) οπότε... καταλαβαίνετε...
Ευτυχώς διαψεύστηκα. Η ταινία V for Vendetta, αν μη τι άλλο, είναι τίμια, αρκετά πιστή στο πρωτότυπο και - ω του θαύματος - αρκετά προχωρημένη στις πολιτικές της θέσεις. Θέλει τόλμη (στην εποχή μας, το ξαναλέω) να έχεις ως ήρωα και ως θετικό χαρακτήρα έναν τρομοκράτη, που βάζει βόμβες στο Κοινοβούλιο ή στα Δικαστήρια. Βέβαια οι πράξεις αυτές δικαιολογούνται και μπαίνουν στο απυρόβλητο εφόσον ο V αγωνίζεται εναντίον ενός απόλυτα φασιστικού μελλοντικού βρετανικού καθεστώτος, οπότε τα πράγματα γίνονται πολιτικά ευκολότερα (και ο Σημίτης έβαζε βόμβες κατά τη δικτατορία), αλλά και πάλι, το να θίξεις το καυτό αυτό θέμα σήμερα, με τους αναπόφευκτους συνειρμούς που προκαλεί, σίγουρα απαιτεί τόλμη. Αφείστε που οι συνειρμοί που λέγαμε, εκτός από την τρέχουσα τρομοϋστερία, εύκολα ξεστρατίζουν και προς ένα πολιτικά ζοφερό μέλλον που πιθανόν καραδοκεί (αν κρίνουμε από την Αμερική τουλάχιστον). Άλλωστε και το κόμικς, όταν γράφτηκε, αντανακλούσε τη γκρίζα θατσερική περίοδο της Βρετανίας...
Κατά τα άλλα, η σκοτεινή του ατμόσφαιρα διατηρείται στο ακέραιο, οι αλλαγές είναι μικρές και όχι ουσιώδεις κατά τη γνώμη μου, οι σκηνές εντυπωσιακής βίας είναι λίγες και σε σημεία που χρειάζονται, χωρίς σε καμία περίπτωση να γίνονται αυτοσκοπός και απλή επίδειξη εφετζίδικων δυνατοτήτων, οι ηθοποιοί είναι μια χαρά (τελικά είναι καλτ μορφή ο Στίβεν Ρία), οπότε ας μην παραπονιόμαστε. Όλα πήγαν κατ' ευχήν.
Προς μεγάλη μου έκπληξη...

Κυριακή, Απριλίου 02, 2006

Η "ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΖΩΗ" ΗΤΑΝ ΠΑΝΤΑ ΒΑΡΕΤΗ


Η ταινία της Valerie Lemercier "Palais Royale" (Βασιλική Ζωή όπως "μεταφράζεται" στα καθ' ημάς) που προβλήθηκε την πρώτη μέρα του Φεστβάλ Γαλλόφωνου Κιν/φου είναι μια από τις πλέον βαρετές που έχω δει τα τελευταία χρόνια. Κωμωδία υποτίθεται, σάτιρα της βασιλικής ζωής, ασχολείται με την καθημερινότητα και τις ίντριγκες της εν λόγω οικογένειας ενός φανταστικού ευρωπαϊκού κράτους, πλην όμως το χιούμορ είναι επιεικώς κρύο, η πλοκή παιδαριώδης - μάλλον θυμίζει παλιό ελληνικό σινεμά της Φίνος Φιλμ - και το τέλος άγαρμπο, καθώς δεν ταιριάζει με την μέχρι τότε δομή(;) της ταινίας. Οι προφανείς αναφορές στη Νταϊάνα και τη συνομωσιολογία που έχει αναπτυχθεί γύρω απ' αυτήν συναντούν τον... Άμλετ σε μια προσπάθεια για κωμωδία που με το ζόρι αποσπά μερικά χαμόγελα. Α, ναι, παίζει και η Κατρίν Ντενέβ (τι ανάγκη έχει τώρα αυτή να παίζει σε τέτοιες ταινίες... έ, την ίδια που έχει και ο Ντε Νίρο να παίζει σε αντίστοιχες αμερικάνικες).
Το Φεστιβάλ δεν ξεκίνησε και πολύ καλά...

Τετάρτη, Μαρτίου 29, 2006

ΚΑΘΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΥΤΟ ΤΡΟΜΟ


Η "Κάθοδος" του άγνωστού μου Neil Marshall είναι ίσως η καλύτερη φετινή ταινία καθαρού τρόμου - και μια από τις καλές των τελευταίων χρόνων, που το είδος βρίσκεται σαφώς σε παρακμή. Κλειστοφοβικό, απαισιόδοξο, σκοτεινό, ειδεχθώς σπλάτερ, έχει όλα τα στοιχεία που κάνουν μια καλή ταινία του είδους και διώχνουν από την αίθουσα όσους δεν είναι εξοικειωμένοι μ' αυτό. Στις πρωτοτυπίες της και το ότι παίζουν μόνο γυναίκες - καθώς και οι μεταξύ τους σχέσεις, που δίνουν ένα παράλληλο σεναριακό ενδιαφέρον. Πάντως μετά το τέλος της, οι επίδοξοι σπηλαιολόγοι και οι λάτρεις των extreme σπορ και της άγριας, παρθένας φύσης μάλλον θα αισθανθούν ανησυχία για τις αγαπημένες τους ασχολίες. Στα ανεξερεύνητα υπόγεια σπήλαια, δεν καραδοκούν μόνο οι κίνδυνοι του να χαθείς ή των κατολισθήσεων...
Προσοχή: Συνίσταται μόνο σε λάτρεις του είδους. Οι υπόλοιποι ας διαλέξουν κάτι άλλο.

Κυριακή, Μαρτίου 26, 2006

Ο ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΟΣ κ. ΚΑΠΟΤΕ


Η όντως αντιφατική προσωπικότητα του Τρούμαν Καπότε σκιαγραφείται θαυμάσια στην ομώνυμη ταινία του (πρωτοεμφανιζόμενου νομίζω) Bennett Miller. Ο συγγραφέας, εγωπαθής, ομοφυλόφιλος, έξυπνος, ταλαντούχος, ευαίσθητος και αδίστακτος, κάτι μεταξύ Ορσον Ουέλες και Γουόρχολ με περισσότερα κοινά με τον δεύτερο, ένα είδος πόρνης των media της εποχής του και σούπερ σταρ κοσμικών εκδηλώσεων, εμπλέκει τη ζωή του με τρόπο αντιφατικό (σαν την προσωπικότητά του άλλωστε) με έναν θανατοποινίτη που σκότωσε εν ψυχρώ μια οικογένεια. Το ενδιαφέρον της ταινίας (η οποία, σημειωτέον, είναι μάλλον αργή και χωρίς κορυφώσεις) βρίσκεται ακριβώς στο είδος αυτής της εμπλοκής. Πρόκειται ταυτόχρονα για μια κυνική εκμετάλλευση του δολοφόνου, ώστε να αποκαλύψει τα πάντα και να γραφεί έτσι ένα φοβερό βιβλίο, αλλά και για μια ειλικρινή, βαθειά συμπάθεια, που όταν αυτός εκτελείται, οδηγεί τον συγγραφέα σε κατάθλιψη από την οποία, όπως φαίνεται, δεν συνήλθε ποτέ απόλυτα.
Αξίζει να δείτε το Capote, τόσο για την ηθοποιία του Σέιμουρ Χόφμαν, όσο και για τον τονισμό της αντιφατικότητας κάποιων καταστάσεων και πραγμάτων (ανάμεσα στα οποία η τέχνη, φυσικά, έχει την πρωτοκαθεδρία). Ή για να δείτε πώς είναι δυνατόν η χυδαία λογική της Espresso να συναντά την υψηλή τέχνη...

Τετάρτη, Μαρτίου 22, 2006

ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΟΝΤΑΣ ΛΑΘΗ

Προφανώς κάτι περίεργο έκανα - χωρίς να το καταλάβω - και 2 από τα πρόσφατα κείμενα εμφανίστηκαν χωρίς τη δυνατότητα σχολιασμού. Δεν είχα τέτοια πρόθεση, αλήθεια σας λέω. Ακόμα ψάχνω τον ξένο δάκτυλο που υπονόμευσε την δημοκρατία στο blog μου. Αν λοιπόν διακαώς επιθυμείτε να σχολιάσετε τους "Παραγωγούς" ή το Tsotsi, κάντε το ελεύθερα "πατώντας" πάνω στα σχόλια άλλων ταινιών ("Syriana" ή "Το Κακό").
Δεν θα επαναληφθεί (ελπίζω...)

Τρίτη, Μαρτίου 21, 2006

ΤΡΕΛΛΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ, ΤΡΕΛΛΕΣ ΑΠΟΤΥΧΙΕΣ


Οι "Τρελλοί Παραγωγοί" της Susan Stroman είναι ριμέικ της ομώνυμης πρώτης ταινίας του Μελ Μπρουκς (γύρω στο 1970), με τους φοβερούς Ζίρο Μόστελ και Τζιν Γουάιλντερ, οι οποίοι, ως παραγωγοί του Μπροντγουέι, προσπαθούν συνειδητά να κάνουν τη μεγαλύτερη αποτυχία που έγινε ποτέ. Μόνο που δεν πρόκειται ακριβώς για ριμέικ της ταινίας, αλλά του μιούζικαλ του Μπρόντγουει (επιτυχημένο όπως έμαθα) που βασίστηκε στην ταινία. Έχουμε λοιπόν ένα καθαρό μιούζικαλ - πλήν όμως η παλιά ταινία υπερτερεί σε όλα τα επίπεδα. Οι Νέιθαν Λέιν και Μάθιου Μπρόντερικ, που ενσαρκώνουν τους βασικούς χαρακτήρες, παίζουν υστερικά - ουρλιάζοντας σχεδόν -, η Ούμα Θέρμαν έχει διακοσμητικό ρόλο (οι ερωτικές - τραγουδιστικές σκηνές της με τον Μπρόντερικ είναι από τις πιο βαρετές) και η ταινία είναι αδικαιολόγητα μεγάλη, κάνοντας εξ ίσου μεγάλη κοιλιά, ενώ αρκετό από το χιούμορ της είναι επιπέδου σύγχρονης ελληνικής επιθεώρησης (για να μην πω Σεφερλή). Μένουν μερικές αστείες σκηνές, κυρίως προς το τέλος, όταν ανεβάζεται το περίφημο σούπερ κιτς ναζιστικό μιούζικαλ και ο ανεκδιήγητος γκέι σκηνοθέτης-πρωταγωνιστής γελοιοποιεί απόλυτα (άθελά του) τον Χίτλερ, καθώς και λίγες ακόμα σκόρπιες.
Όπως στο 90% των ρικέικ, προτιμείστε την παλιά ταινία.
ΥΓ1: Επιτέλους, τόση έλλειψη έμπνευσης στο σύγχρονο Χόλιγουντ; Οι μισές παραγωγές του είναι πλέον ριμέικ ή μεταφορές παλιών κόμικς στην οθόνη...
ΥΓ2: Έμαθα ότι η ταινία δεν βρήκε ελληνική διανομή. Μην στενοχωρηθείτε πολύ. Μικρό το κακό.

Κυριακή, Μαρτίου 19, 2006

ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ "ΚΑΚΟ"


Το "Κακό" του Γιώργου Νούσια είναι το πρώτο αμιγές ελληνικό σπλάτερ. Και μόνο γι' αυτό αξίζει να κραυγάσουμε ένα βροντερό "επιτέλους"! Επίσης έχει χαβαλέ, και πολύ καλά κάνει, αφού είναι μια ταινία που έγινε γι' αυτόν ακριβώς το λόγο. Βλέποντάς την ως τέτοια, θα περάσετε καλά. Όπως έμαθα ο δημιουργός της είναι φαν του είδους (φαίνεται άλλωστε) και η αγάπη του για το low budget και για την πλάκα που υποβόσκει ακόμα και σε "σοβαρές" ταινίες του είδους είναι σαφής. Τέλος, είναι πλημμυρισμένη από σπλάτερ εφφέ (οι αδελφοί Αλαχούζοι έκαναν επιτέλους αυτό που πάντα γούσταραν).
Από εκεί και πέρα, προβλήματα υπάρχουν. Κακή ηθοποιία (αυτό δεν πειράζει, αποτελεί έναν από τους κρυφούς κώδικες του είδους), μη πιστευτές αντιδράσεις των χαρακτήρων και, γενικά, αρκετά σεναριακά λάθη και ευκολίες. Ακόμα και ως low budget, αρκετά πράγματα θα μπορούσαν να προσεχτούν περισσότερο (σεναριακά πάντοτε).
Εδιαφέρον το σημείο όπου στην πρώτη μαζική σφαγή ζόμπι από τους λίγους επιζήσαντες στο εστιατόριο, οι τελευταίοι (οι επιζήσαντες δηλαδή), παρά το ότι είναι "κανονικοί", καθημερινοί άνθρωποι, απολαμβάνουν απίστευτα τη σφαγή, δείχνοντας υπερβολικό ζήλο και γουστάροντας το ρόλο του θύτη. Γίνεται έτσι ένα σχόλιο πάνω σε ό,τι κρύβουμε επιμελώς μέσα μας, παρά την "νορμάλ" ζωή των περισσότερων από μας. Ωραία κινηματογραφημένη, τέλος, η νεκρή Αθήνα, όπως ελάχιστες (ίσως και καμία) φορές την έχουμε δει στο σινεμά.

O TSOTSI ΚΑΙ ΟΙ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥ


Η νοτιοαφρικάνικη ταινία Tsotsi του Gavin Hood, πέρα από την ιστορία ενός ανήλικου εγκληματία και του σταδιακού εξανθρωπισμού του χάρη σ' ένα βρέφος που βρίσκει, αφηγείται πριν απ' όλα την εφιαλτική ζωή στις παραγκουπόλεις - γκέτο στην ουσία - του Γιοχάνεσμουργκ. Αυτές είναι και ο αληθινός πρωταγωνιστής της. Η εικόνα της μεγαλούπολης με τους γυαλιστερούς ουρανοξύστες, η γυμνή no man's land που μεσολαβεί και στη συνέχεια η κόλαση των χαμόσπιτων από λαμαρίνες, δίχως ηλεκτρικό και νερό που ακολουθεί, είναι πραγματικά συγκλονιστική. 'Οπως συγκλονιστικά είναι και τα αβίαστα συμπεράσματα που βγαίνουν. Απο εναν τέτοιο ακραίο διαχωρισμό, μόνο εγκληματικότητα, βία και δυστυχία μπορούν να γεννηθούν. Μεταφέρετε τώρα την εικόνα αυτή σε παγκόσμια κλίμακα, όπου τον ρόλο των εξαθλιωμένων παραγκουπόλεων παίζει ο τρίτος κόσμος και της μεγάλης πόλης η δύση, και θα έχετε μια πρώτη απάντηση για όσα συμβαίνουν σήμερα -και θα συμβούν πολύ εντονότερα στο μέλλον.
Κατά τα άλλα, η ταινία είναι συμπαθητική, αρκετά καλά γυρισμένη, με ένα παράξενο, κοκκινωπό χρώμα να κυριαρχεί, αλλά με κάπως αδύναμο στόρι. Πιστεύω όμως ότι αξίζει κανείς να τη δει και μόνο για τη ντοκιμαντερίστικη δύναμή της. Η μουσική, ένας πολύ ιδιαίτερος αφρικάνικος χιπχοποειδής ήχος, είναι ένας άλλος πρωταγωνιστής - αποκάλυψη.
Όπως καταλάβατε, το όλο κλίμα θυμίζει αρκετά τη θαυμάσια "Πόλη του θεού", χωρίς όμως σε καμία περίπτωση να την φτάνει. Σκεφτείτε όμως - μιλώντας και πάλι κοινωνικά - πόσο πολύ μοιάζουν τα πράγματα σε δύο τόσο διαφορετικές γωνιές του πλανήτη, τη Νότια Αφρική και τη Βραζιλία, και θα καταλάβετε το μέγεθος του προβλήματος.

Τρίτη, Μαρτίου 14, 2006

ΧΑΩΔΗΣ SYRIANA


Οι προθέσεις είναι άριστες. Τα πυρά σημαδεύουν πολύ υψηλούς στόχους - την ίδια την καρδιά του αμερικάνικου (και καπιταλιστικού γενικότερα) συστήματος. Η ίδια η ταινία όμως, η Syriana, βλέπεται πολύ δύσκολα, κουράζει, μπερδεύει. Ο Stephen Gaghan προσπαθεί να τα πει όλα, μόνο που το κάνει όσο πιο μπερδεμένα γίνεται. Επιχειρεί να μιμηθεί τη δομή του Traffic, αλλά κατακερματίζει τόσο πολύ το παζλ, που μετά είναι εξαιρετικά δύσκολο να το συναρμολογήσεις ξανά. Από ένα σημείο και πέρα ο θεατής εγκαταλείπει - φοβάμαι - την προσπάθεια να καταλάβει ποιος δουλεύει για ποιον, ποιος συνωμοτεί ενάντια σε ποιον, ποιο ακριβώς είναι το νομικό κόλπο που προσπαθεί να ακολουθήσει ο κάθε βρώμικος εμπλεκόμενος.
Ωστόσο το γενικό νόημα βγαίνει. Ακόμα κι αν πάψεις να πασχίζεις και αφεθείς χωρίς να σε νοιάζουν οι πολύπλοκες ίντριγκες, ο αντιαμερικανισμός είναι ξεκάθαρος, η αποκάλυψη της βρωμιάς του συστήματος σαφής. Όλοι είναι αδίστακτοι, όλοι πατάνε σε πτώματα για να κερδίσουν - εταιρείς, κυβερνήσεις, μυστικές υπηρεσίες - και οι λαοί δυστυχούν. Έξυπνη η αντιπαράθεση των κτηνωδών ισχυρών με τους τριτοκοσμικούς που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και, μοιραία, προσχωρούν στον μουλάδικο φασισμό και στρέφονται στην τρομοκρατία. Η κατάδειξη του μηχανισμού που μετατρέπει έναν συνηθισμένο άνθρωπο σε φανατικό έτοιμο να πεθάνει τινάζοντας τους εχθρούς στον αέρα, είναι από τα καλά σημεία της ταινίας.
Έχουμε λοιπόν την σπάνια περίπτωση μιας ταινίας που, ενώ συμφωνώ απόλυτα μαζί της, δεν μου άρεσε. Αξίζει πάντως να αναρωτηθεί κανείς πώς το Χόλιγουντ γυρίζει τέτοιες ταινίες, τόσο τολμηρές και, τελικά, αντιαμερικάνικες. Μήπως τελικά ισχύει η ρήση που θέλει τον καπιταλισμό να "πουλά το σκοινί που θα τον κρεμάσει" (προκειμένου να βγάλει λεφτά); Ή μήπως έχει πολύ καλά καταλάβει (ο καπιταλισμός) ότι σε τελική ανάλυση το σκοινί (ο κινηματογράφος στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τέχνη γενικότερα) είναι αδύνατο και ουσιαστικά δεν είναι σε θέση να κρεμάσει κανέναν;

Σάββατο, Μαρτίου 11, 2006

ΜΟΝΑΧΟ(Σ)


Το Μόναχο του Steven Spielberg κατ' αρχήν με κούρασε με την αδικαιολόγητα, κατά τη γνώμη μου, μακρά διάρκειά του. Ενδιαφέρον είχε η "ξεθωριασμένη" φωτογραφία, που θύμιζε όντως φιλμ των αρχών των 70ς, πλην όμως κι αυτή, επί τρεις ώρες, συνέβαλλε κάπως στην κούραση που σας έλεγα. Παρ' όλα αυτά και καλές στιγμές διέθετε και έναν ερεθιστικό προβληματισμό μου άφησε συνολικά.
Ένα τέτοιο φιλμ όμως, είναι, φοβάμαι, "καταδικασμένο" από την αρχή να συζητιέται όχι τόσο για τις όποιες κινηματογραφικές αρετές του, όσο για την ιδεολογία του. Κι εδώ είναι που δίχασε το κοινό όσο πολύ λίγες φετινές ταινίες. Προσωπικά λοιπόν δεν το βρήκα τόσο φιλοϊσραηλινό όσο φοβόμουν και όσο άκουσα πολλούς να φωνάζουν σκίζοντας τα ιμάτιά τους. Σίγουρα οι ήρωες ήταν ισραηλινοί, από τη δική τους σκοπιά δειχνόταν το όλο θέμα, αλλά και η παλαιστινιακή άποψη εκφραζόταν καθαρά (θυμηθείτε τον παθιασμένο - αλλά όχι εθνικιστικό - λόγο του παλαιστίνιου τρομοκράτη στην Αθήνα για το τι σημαίνει τελικά να μην έχεις πατρίδα κι ότι μπροστά σ' αυτό όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα), σκεφτείτε και τον φανατικό εβραίο της ομάδας που θέλει να καθαρίσει κάθε μη εβραϊκό ον που κουνιέται, ο οποίος μόνο αρνητικά μπορεί να ειδωθεί. Εβραίοι ήρωες λοιπόν, αλλά σχετικά ισορροπημένη ματιά.
Αυτό που μου άρεσε πολύ όμως - και είναι γενικότερο από την αραβοϊσραηλινή διαμάχη - είναι το τελευταίο τέταρτο της ταινίας, όπου η αποστολή έχει τελειώσει και ο ήρωας μπορεί να επιστρέφει σπίτι και... τότε αρχίζουν τα αληθινά προβλήματα γι' αυτόν. Δεν θυμάμαι ποτέ στο σινεμά να έχει δειχτεί με τόσο ρεαλιστικό τρόπο ένα προφανές γεγονός: Αν ένας άνθρωπος (ανεξαρτήτως εθνικότητας και στρατοπέδου) αποφασίσει (από μαλακία κατά την προσωπική μου γνώμη) να γίνει πράκτορας και βρίσκεται επί 2 χρόνια στην τσίτα, σκοτώνοντας συνεχώς, φοβούμενος και τη σκιά του, μετακινούμενος ασταμάτητα από τόπο σε τόπο και αλλάζοντας διαρκώς ταυτότητες, ε, τότε, ακόμα κι αν όλα τελειώσουν, ποτέ πια δεν θα είναι ένας κανονικός άνθρωπος. Θα έχει σαλτάρει για τα καλά και αυτό που θα έχει χαραχτεί ανεξίτηλα από την προηγούμενη ζωή του θα είναι, ακριβώς, το να φοβάται και τη σκιά του. Από εκεί και πέρα, αντίο ευτυχία. Θα υποψιαζεται με παρανοϊκό τρόπο τους πάντες και τα πάντα, ακόμα και στο σεξ θα βλέπει εχθρούς... Δεν έχει να κάνει με τύψεις - καμία σχέση. Έχει να κάνει με κοινη παράνοια. Αν το καλοεξετάσουμε, χαρακτήρες όπως, ας πούμε, ο Τζέιμς Μποντ ή διάφοροι παρόμοιοι σούπερ, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υπάρχουν in real life. Όχι μόνο επειδή κανείς δεν μπορεί να έχει τις φοβερές ικανότητές τους, αλλά διότι, ζώντας τόσο καιρό με τεντωμένα νεύρα θα είχαν καταλήξει με μαθηματική ακρίβεια σε κάποιο ψυχιατρείο. Αυτό για μένα ήταν το καλύτερο σημείο του φιλμ κι αυτό που κατάφερνε να εκφράσει μια γενική αηδία για όλη αυτή τη βία - και την κρατική τρομοκρατία ιδιαίτερα, αφού αυτού του είδους η βία πρωταγωνιστούσε.
Πιστεύω πάντως ότι ποτέ πια δεν θα ξαναδούμε έναν καθαρά διασκεδαστικό Σπίλμπεργκ, στο στυλ των Ιντιάνα Τζόουνς, του ΕΤ ή των Στενών Επαφών...
Και μια τελευταία απορία - που αφορά μία από τις αρκετές σεναριακές αφέλειες της ταινίας. Ποιοί ήταν επιτέλους, ρε παιδιά, αυτοί οι φοβεροί γάλλοι αναρχικοί, με το απίστευτο πατριαρχικό σύστημα, που τα ήξεραν όλα, απαντούσαν σε κάθε ερώτηση και βρίσκονταν χωμένοι παντού;

Τρίτη, Μαρτίου 07, 2006

BROKEBACK MOUNTAIN: ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΟΥΜΠΟΪΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ...


Αρχικά θαύμασα την ευαισθησία της πολυσυζητημένης ταινίας του Ang Lee. Οι σκληροτράχηλοι κάουμπόις του Brokeback Mountain μπορούν να ερωτευθούν (και μάλιστα μεταξύ τους) κι αυτό μπορεί να κρατήσει μια ζωή. Αν η σχέση αυτή δεν ήταν τόσο απαγορευμένη, η ταινία δεν θα ήταν παρά ένα ακόμα μελό. Ωστόσο η αξία και η "εξυπνάδα" της έγκειται στην καταγραφή ενός τόσο ασφυκτικού κοινωνικού περίγυρου, ώστε ακόμα και η παραμικρή σκέψη αποκάλυψης να καθίσταται αδιανόητη. Έτσι το δράμα που έρχεται είναι απόλυτα δικαιολογημένο: Καμιά διέξοδος δεν μπορεί να υπάρχει στον αμερικάνικο νότο (και μάλιστα 40 χρόνια πριν). Και, ως γνωστόν, τα αδιέξοδα οδηγούν πάντα σε καταστροφή...
Γι' αυτό, κατά τη γνώμη μου, πέρα από την σταδιακή δόμηση των χαρακτήρων των δύο ηρώων και την παρακολούθηση της πορείας της ζωής τους, αληθινός πρωταγωνιστής της ταινίας είναι το περιβάλλον: Η μιζέρια, η πληκτικότητα, ο αβάσταχτος συντηρητισμός, η σκληρότητα και το απίστευτο κιτς που βασιλεύει - και μάλιστα για 20 χρόνια, αφού φτάνουμε μέχρι τις αρχές των 80ς. Είναι σαν η έκρηξη της δεκαετίας του 60, οι χίπις, ο ελεύθερος έρωτας, η πολιτικοποίηση, η έκρηξη του πανκ αργότερα και τόσα άλλα καυτά γεγονότα και καταστάσεις, να μην άγγιξαν καθόλου τα μέρη αυτά, να πέρασαν ξόφαλτσα αφήνοντάς τα να κοιμούνται τον (γεμάτο εφιάλτες και καθόλου μακάριο) ύπνο τους. Να λοιπόν το αληθινό δράμα!
Πολύ καλός ο Χιθ Λέτζερ, καθώς και η σύζυγός του. Και μια προειδοποίηση: Η ταινία δεν διαθέτει σχεδόν καθόλου δράση (ούτε τολμηρές ερωτικές σκηνές). Αρκείται στην καθημερινή καταγραφή του παράλληλου δράματος των δύο ηρώων. Κι αν στο τέλος συγκινηθείτε, αυτό θα έρθει από μόνο του, χωρίς εντυπωσιακές κορυφώσεις.

Τετάρτη, Μαρτίου 01, 2006

Ο ΤΙΓΡΗΣ, ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΚΑΙ ΤΟ ΣΙΡΟΠΙ


Ο Roberto Benigni το έκανε πάλι. Ένας ακόμα ύμνος στον έρωτα, στην ανθρωπιά, στην αγάπη, την ποίηση κι όλα τα σχετικά. Καλά είναι αυτά, δεν λέω, αλλά όπως εκφράζονται από τον πάλαι ποτέ ξεκαρδιστικό κωμικό καταντάνε να λιγώνουν τον θεατή. Κάτι σαν να έχεις φάει ολομόναχος ένα τεράστιο ταψί μπακλαβά. Προφανώς η αντίρηση δεν βρίσκεται στον μπακλαβά καθ' εαυτόν (μια χαρά είναι), αλλά στην ποσότητά του...
Στο πρώτο μισό της ταινίας "Ο Τίγρης και το Χιόνι" όντως ένοιωθα μπουχτισμένος, δεν άντεχα τόσον έρωτα, τόσο ρομαντισμό. Στη συνέχεια τα πράγματα βελτιώθηκαν κάπως, υπήρχε και η ανατροπή στο τέλος (που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά), αλλά εξακολουθώ να θεωρώ το σύνολο overdose.
Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο Μπενίνι απομακρύνεται όλο και πιο πολύ από την καθαρή κωμωδία των πρώτων ταινιών του (θεωρώ από τις πιο αστείες ταινίες τον Διαβολάκο και διασκέδασα πολύ και στο Τέρας), πασχίζοντας να γίνει, όπως έγραψε κάποιος κριτικός, "ο Τσάπλιν των καιρών μας". Κρίμα, γιατί στην κωμωδία τα κατάφερνε καλύτερα.
Και μια ιδεολογική αντίρηση: Η μισή ταινία, που διαδραματίζεται στο σύγχρονο Ιράκ, βγάζει όντως ένα έντονα αντιπολεμικό αίσθημα κι αυτό είναι καλό. Όμως ο Μπενίνι αρνείται να πάρει οποιαδήποτε θέση για τον συγκεκριμένο πόλεμο, έναν από τους πιο βρώμικους των τελευταίων δεκαετιών. Είναι σαν να πήγε εκεί και, τυφλωμένος από έρωτα, να μην κατάλαβε απολύτως τίποτα. Θα μπορούσαν οι εμπόλεμοι να είναι πραγματικά οπιοιδήποτε. Ούτε λέξη για εισβολή. Μα τότε θα μπορούσε κάλλιστα να τοποθετήσει ως πλαίσιο του δραματικού έρωτά του έναν φανταστικό πόλεμο, ανάμεσα σε δύο φανταστικά έθνη. Το αντιπολεμικό κλίμα, που προφανώς αποκλειστικά τον ενδιέφερε να περάσει, θα έβγαινε το ίδιο καλά.