To "Gateway" (γνωστό και ως "Alpha Gateway") είναι ένα αυστραλέζικο φιλμ επιστημονικής φαντασίας που γύρισε το 2018 ο (άγνωστός μου) John V. Soto.
Μια επιστήμονας πειραματίζεται με έναν συνάδελφό της με την τηλεμεταφορά της ύλης και, από λάθος, ανοίγουν μια πύλη που οδηγεί σε παράλληλα σύμπαντα. Το πρώτο απ' αυτά είναι ένα σύμπαν που μοιάζει φαινομενικά με το δικό μας, περιέχει τους ίδιους ανθρώπους (άρα και ένα αντίγραφιο του εαυτού μας) αλλά... δεν είναι ακριβώς το ίδιο. Όταν η γυναίκα θα χάσει σε ατύχημα τον αγαπημένο της σύζυγό της, θα αποφασίσει να μπει η ίδια στο παράλληλο σύμπαν και να μεταφέρει το εκεί αντίγραφο του συζύγου στον δικό μας κόσμο. Τα πράγματα όμως δεν θα είναι τόσο ειδυλιακά όπως αρχικά φαίνονται. Σύντομα κάτι θα αρχίσει να μην πάει και τόσο καλά...
Τα παράλληλα σύμπαντα - των οποίων η ύπαρξη, κατά τον Χόκινγκς τουλάχιστον, δεν μπορεί να αποκλειστεί - είναι ιδέα που έχει χρησιμοποιηθεί αρκετά στην επιστημονική φαντασία. Εδώ έχουμε μια ταινία δίχως πολλά πολλά εφέ, που βασίζεται κυρίως στο αρκετά ευρηματικό της σενάριο. Από ένα σημείο και μετά μάλιστα θα μετατραπεί σε αγωνιώδες θρίλερ, που λίγο απέχει απο το να χαρακτηριστεί ταινία τρόμου. Καλή ηθοποιία από την επίσης άγνωστή μου πρωταγωνίστρια, καλή ιδέα και, τελικά αρκετά συμπαθητικά συνολικά αποτελέσματα, συνθέτουν ένα φιλμ που, δίχως να καθόλου να βασίζεται στον οπτικό εντυπωσιασμό και δίχως να είναι κάποιο αριστούργημα, παρακολουθείται με ενδιαφέρον και, νομίζω, κάθε άλλο παρά κουράζει. Ο ταλαιπωρημένος χώρος της ΕΦ, που κατακλύζεται από κούφια ψηφιακά εφέ και νομίζει ότι από μόνα τους αυτά κάνουν την καλή ταινία, έχει νομίζω ανάγκη από τέτοια μικρά φιλμ, των οποίων το ενδιαφέρον έγκειται στις ιδέες των δημιουργών της. Οι οποίες, βεβαίως, αντέχουν πολύ πιο πολύ από την καθαρά οπτική μας δίψα.
Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2018
Τρίτη, Νοεμβρίου 13, 2018
ΑΥΤΟΣ, ΑΥΤΗ ΚΙ ΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ ΣΤΟ ""40 POUNDS OF TROUBLE"
Ο γνωστός αμερικανός σκηνοθέτης Norman Jewison ξεκίνησε από την τηλεόραση. Την πρώτη του κινηματογραφική ταινία τη γύρισε το 1962 και είναι μια κωμωδία, το "40 Pounds of Trouble" (στην Ελλάδα είχε μάλλον παιχτεί ως "40 Τόνοι Γορουσουζιά"), με τον Τόνι Κέρτις στο βασικό ρόλο.
Ένας καπάτσος και γοητευτικός τύπος διευθύνει ένα καζίνο στη Νεβάδα, ενώ στη γειτονική Καλιφόρνια διώκεται διότι αρνείται (από πείσμα) να πληρώσει διατροφή στη στρίγγλα και πλούσια πρώην σύζυγό του. Η ζωή του αλλάζει ριζικά όταν ένας πατέρας "ξεχνά" το 5χρονο κοριτσάκι του στο καζίνο. Σκανταλιάρικο, αλλά και πολύ γοητευτικό, αρχικά θα γίνει αφόρητο βάρος στο διευθυντή, στη συνέχεια όμως οι σχέσεις τους θα αλλάξουν βαθμιαία. Η ιστορία θα κορυφωθεί όταν το κοριτσάκι θα απαιτήσει να επισκεφτεί τη Ντίσνείλαντ, η οποία βεβαίως βρίσκεται στη Καλιφόρνια...
Κωμωδία καταστάσεων αρχικά - με θέμα που έχουμε ξαναδεί, θα εξελιχτεί από ένα σημείο και πέρα σε screwball, αποτίοντας μάλιστα συνειδητό φόρο τιμής στα βουβά δείγματα του είδους, και ιδιαίτερα στις παλαβές καταδιώξεις με τους Keystone Cops της δεκαετίας του 1910. Η δράση κορυφώνεται φυσικά στην περίφημη Ντίσνεϊλαντ (ίσως το φιλμ αποτελεί και έμμεση διαφήμισή της), όπου ο ρυθμός γίνεται ξέφρενος.
Εντάξει, χαριτωμένο φιλμ είναι, πλάκα έχει σε ορισμένα σημεία, σε γενικές γραμμές όμως θα το τοποθετούσα μάλλον στην κατηγορία των ξεπερασμένων κωμωδιών, που έχουν - άθελά τους - γίνει παλιομοδίτικες. Δεν το θεωρώ από τα καλύτερα του σκηνοθέτη.
Ένας καπάτσος και γοητευτικός τύπος διευθύνει ένα καζίνο στη Νεβάδα, ενώ στη γειτονική Καλιφόρνια διώκεται διότι αρνείται (από πείσμα) να πληρώσει διατροφή στη στρίγγλα και πλούσια πρώην σύζυγό του. Η ζωή του αλλάζει ριζικά όταν ένας πατέρας "ξεχνά" το 5χρονο κοριτσάκι του στο καζίνο. Σκανταλιάρικο, αλλά και πολύ γοητευτικό, αρχικά θα γίνει αφόρητο βάρος στο διευθυντή, στη συνέχεια όμως οι σχέσεις τους θα αλλάξουν βαθμιαία. Η ιστορία θα κορυφωθεί όταν το κοριτσάκι θα απαιτήσει να επισκεφτεί τη Ντίσνείλαντ, η οποία βεβαίως βρίσκεται στη Καλιφόρνια...
Κωμωδία καταστάσεων αρχικά - με θέμα που έχουμε ξαναδεί, θα εξελιχτεί από ένα σημείο και πέρα σε screwball, αποτίοντας μάλιστα συνειδητό φόρο τιμής στα βουβά δείγματα του είδους, και ιδιαίτερα στις παλαβές καταδιώξεις με τους Keystone Cops της δεκαετίας του 1910. Η δράση κορυφώνεται φυσικά στην περίφημη Ντίσνεϊλαντ (ίσως το φιλμ αποτελεί και έμμεση διαφήμισή της), όπου ο ρυθμός γίνεται ξέφρενος.
Εντάξει, χαριτωμένο φιλμ είναι, πλάκα έχει σε ορισμένα σημεία, σε γενικές γραμμές όμως θα το τοποθετούσα μάλλον στην κατηγορία των ξεπερασμένων κωμωδιών, που έχουν - άθελά τους - γίνει παλιομοδίτικες. Δεν το θεωρώ από τα καλύτερα του σκηνοθέτη.
Κυριακή, Νοεμβρίου 11, 2018
"ΣΙΩΠΗΛΟΣ (ΚΑΙ ΑΔΙΣΤΑΚΤΟΣ) ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ"
Ο Daryl Duke (1929-2006) ήταν ένας καναδός τηλεοπτικός σκηνοθέτης. Ωστόσο το 1978 γυρίζει τον "Σιωπηλό Δολοφόνο" (Silent Partner), ένα καλό θρίλερ με τον Έλιοτ Γκουλντ στο βασικό ρόλο, τον ανατριχιαστικό εδώ Κρίστοφερ Πλάμερ και τη Σούζαν Γιορκ.
Όπου ο ήρωας είναι ένας μοναχικός τραπεζικός υπάλληλος, με κενή ερωτική ζωή. Όταν όμως του δίνεται η ευκαιρία, αποδεικνύεται ιδιαίτερα έξυπνος και με μια πονηρή κόνηση, όταν γίνεται ληστεία στην τράπεζά του, τσεπώνει αυτός τα περισσότερα λεφτά, δίνοντας ψίχουλα στο ληστή. Μόνο που δεν έχει υπολογίσει τον δράστη: Δεν πρόκειται για κάποιον απλό ληστή, αλλά για έναν σαδιστή, εμμονικό δολοφόνο, ο οποίος, όταν καταλαβαίνει ότι του τη φέρανε, δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα προκειμένου να πάρει πίσω τα λεφτά "που του ανήκουν" (τα λεφτά της ληστείας δηλαδή).
Το φιλμ ξεκινά σαν απλό αστυνομικό, με ληστεία τράπεζας και τα σχετικά κόλπα, και σύντομα μετατρέπεται σε αγωνιώδες και αιματηρό θρίλερ με τον δολοφονο να κυνηγά τον ήρωα και όσους σχετίζονται μ' αυτόν. Ωστόσο δεν λείπει και το υπόγειο χιούμορ, κυρίως όσον αφορά τις (περίπου) ερωτικές σχέσεις του ήρωα με μια συνάδελφό του και τις απροσδόκητες ανατροπές που προκύπτουν εξ αιτίας του δολοφόνου. Και υπάρχει καιο ενδιαφέρον χαρακτήρας του ήρωα. Και, βεβαίως και η πανταχού παρούσα στην ατμόσφαιρα "σεβεντίλας" για τους νοσταλγούς της δεκαετίας αυτής. Γενικά το φιλμ μας λέει ότι οι άνθρωποι δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνονται με την πρώτη ματιά και συγχρόνως καταφέρνει και απολαυστικό στην παρακολούθησή του να είναι και αυξανόμενο σασπένς να διαθέτει.
Το αγνοούσα πλήρως πριν το δω. Μπορώ να πω ότι το απόλαυσα.
Όπου ο ήρωας είναι ένας μοναχικός τραπεζικός υπάλληλος, με κενή ερωτική ζωή. Όταν όμως του δίνεται η ευκαιρία, αποδεικνύεται ιδιαίτερα έξυπνος και με μια πονηρή κόνηση, όταν γίνεται ληστεία στην τράπεζά του, τσεπώνει αυτός τα περισσότερα λεφτά, δίνοντας ψίχουλα στο ληστή. Μόνο που δεν έχει υπολογίσει τον δράστη: Δεν πρόκειται για κάποιον απλό ληστή, αλλά για έναν σαδιστή, εμμονικό δολοφόνο, ο οποίος, όταν καταλαβαίνει ότι του τη φέρανε, δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα προκειμένου να πάρει πίσω τα λεφτά "που του ανήκουν" (τα λεφτά της ληστείας δηλαδή).
Το φιλμ ξεκινά σαν απλό αστυνομικό, με ληστεία τράπεζας και τα σχετικά κόλπα, και σύντομα μετατρέπεται σε αγωνιώδες και αιματηρό θρίλερ με τον δολοφονο να κυνηγά τον ήρωα και όσους σχετίζονται μ' αυτόν. Ωστόσο δεν λείπει και το υπόγειο χιούμορ, κυρίως όσον αφορά τις (περίπου) ερωτικές σχέσεις του ήρωα με μια συνάδελφό του και τις απροσδόκητες ανατροπές που προκύπτουν εξ αιτίας του δολοφόνου. Και υπάρχει καιο ενδιαφέρον χαρακτήρας του ήρωα. Και, βεβαίως και η πανταχού παρούσα στην ατμόσφαιρα "σεβεντίλας" για τους νοσταλγούς της δεκαετίας αυτής. Γενικά το φιλμ μας λέει ότι οι άνθρωποι δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνονται με την πρώτη ματιά και συγχρόνως καταφέρνει και απολαυστικό στην παρακολούθησή του να είναι και αυξανόμενο σασπένς να διαθέτει.
Το αγνοούσα πλήρως πριν το δω. Μπορώ να πω ότι το απόλαυσα.
Σάββατο, Νοεμβρίου 10, 2018
ΑΓΑΠΩΝΤΑΣ ΤΟ "ΚΤΗΝΟΣ"
Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Michael Pearce "Κτήνος" (Beast) του 2017 υπόσχεται πολλά για τη συνέχεια του σκηνοθέτη αυτού. Είδομεν.
Σε μια απομονωμένη, κλειστή κοινότητα σε βρετανικό νησί μια νεαρή κοπέλα (που θεωρείται ότι έχει παραβατική συμπεριφορά) ασφυκτιά κάτω από το άγρυπνο μάτι της καταπιεστικής μητέρας της - αλλά και της μικρής, συντηρητικής κοινωνίας γενικότερα. Θα ερωτευτεί παράφορα έναν μυστηριώδη ξένο που φτάνει εκεί. Όταν όμως μια σειρά από φριχτά εγκλήματα ταράζουν τη μικρή κοινωνία, οι υποψίες πέφτουν στον ξένο. Η κοπέλα αρχικά τον υπερασπίζεται, σιγά σιγά όμως αρχίζει να αμφιβάλλει για την αθωότητά του.
Το φιλμ δεν είναι ακριβώς θρίλερ, αν και έχει στοιχεία, είναι περισσότερο ψυχολογικό - δραματικό. Εξαιρετικά καλογυρισμένο, με την πολύ καλή πρωταγωνίστρια Τζέσι Μπάκλει να "το παίρνει πάνω της", θέτει σειρά προβλημάτων δίχως να απαντά καθαρά. Αφήνει τον θεατή να κρίνει: Τι γίνεται όταν το ένστικτο (ο παράφορος έρωτας) συγκρούεται με τη λογική (η γνώση ότι ο αγαπημένος μπορεί να είναι το κακό, το κτήνος); Η ερωτική ιστορία συνυπάρχει με την αγωνία, τα ερωτήματα περί καλού και κακού πληθαίνουν, ενώ η καταπιεστική κοινωνία σκιαγραφείται έντονα (οικογενειακή καταπίεση, ξενοφοβία, υπερβάλλων καθωσπρεπισμός κλπ.) Η επανάσταση και η έκρηξη είναι αναμενόμενες, τι θα συμβεί όμως όταν συναντηθεί με ένα άλλου είδους κακό, διαφορετικό απ' αυτό που κρύβει η ήσυχη και επιφανειακά ειδυλλιακή, πλην όμως ασφυκτική κοινότητα;
Πολύ ενδιαφέρουσα ταινία, και μάλιστα πρωτοεμφανιζόμενου. Αναμένουμε συνέχεια.
Σε μια απομονωμένη, κλειστή κοινότητα σε βρετανικό νησί μια νεαρή κοπέλα (που θεωρείται ότι έχει παραβατική συμπεριφορά) ασφυκτιά κάτω από το άγρυπνο μάτι της καταπιεστικής μητέρας της - αλλά και της μικρής, συντηρητικής κοινωνίας γενικότερα. Θα ερωτευτεί παράφορα έναν μυστηριώδη ξένο που φτάνει εκεί. Όταν όμως μια σειρά από φριχτά εγκλήματα ταράζουν τη μικρή κοινωνία, οι υποψίες πέφτουν στον ξένο. Η κοπέλα αρχικά τον υπερασπίζεται, σιγά σιγά όμως αρχίζει να αμφιβάλλει για την αθωότητά του.
Το φιλμ δεν είναι ακριβώς θρίλερ, αν και έχει στοιχεία, είναι περισσότερο ψυχολογικό - δραματικό. Εξαιρετικά καλογυρισμένο, με την πολύ καλή πρωταγωνίστρια Τζέσι Μπάκλει να "το παίρνει πάνω της", θέτει σειρά προβλημάτων δίχως να απαντά καθαρά. Αφήνει τον θεατή να κρίνει: Τι γίνεται όταν το ένστικτο (ο παράφορος έρωτας) συγκρούεται με τη λογική (η γνώση ότι ο αγαπημένος μπορεί να είναι το κακό, το κτήνος); Η ερωτική ιστορία συνυπάρχει με την αγωνία, τα ερωτήματα περί καλού και κακού πληθαίνουν, ενώ η καταπιεστική κοινωνία σκιαγραφείται έντονα (οικογενειακή καταπίεση, ξενοφοβία, υπερβάλλων καθωσπρεπισμός κλπ.) Η επανάσταση και η έκρηξη είναι αναμενόμενες, τι θα συμβεί όμως όταν συναντηθεί με ένα άλλου είδους κακό, διαφορετικό απ' αυτό που κρύβει η ήσυχη και επιφανειακά ειδυλλιακή, πλην όμως ασφυκτική κοινότητα;
Πολύ ενδιαφέρουσα ταινία, και μάλιστα πρωτοεμφανιζόμενου. Αναμένουμε συνέχεια.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 08, 2018
"HALOWEEN"... 40 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
Το "Haloween" (Η νύχτα με τις μάσκες) του 1978 του Τζον Κάρπεντερ αποτελεί βεβαίως σταθμό στην ιστορία του σινεμά τρόμου. Τα διάφορα σίκουελ ατύχησαν εντελώς, με αποτέλεσμα όσοι δεν πολυξέρουν την κινηματογραφική ιστορία να ταυτίζουν σχεδόν τη σειρά με τις διάφορες "Παρασκευές και 13" και άλλες τέτοιες αθλιότητες. Ακριβώς 40 χρόνια μετά, το 2018, ο απρόβλεπτος David Gordon Green (από ανεξάρτητος μέχρις ό,τι θέλετε) γυρίζει το (αντιφατικό ως όρος βεβαίως) "αυθεντικό σίκουελ" με τον ίδιο τίτλο, με την Τζέιμι Λι Κέρτις και πάλι - γιαγιά πλέον - στο βασικό ρόλο.
Ο εφιαλτικός Μάικλ Μάγιερς, ο σίριαλ κίλερ του πρώτου και καλύτερου φιλμ, βρισκόταν αυτά τα 40 χρόνια κλεισμένος σε ψυχιατρείο. Ανήμερα του Χάλογουιν όμως δραπετεύει και, φυσικά, σκορπά και πάλι τον τρόμο και τον θάνατο. Ωστόσο η Τζέιμι, ως άλλη Σάρα Κόνορ, προετοιμαζόταν όλα αυτά τα χρόνια γι' αυτό ακριβώς το ενδεχόμενο, και είχε προετοιμάσει και την κόρη της - όχι όμως και την έφηβη εγγονή της...
Το φιλμ είναι σίγουρα καλογυρισμένο. Καταφέρνει να δημιουργήσει αγωνία και κάποιες ανατριχίλες. Το εμφανές σπλάτερ αποφεύγεται, διαδραματίζεται συνήθως εκτός πλάνου (εμείς βλέπουμε τα αποτελέσματα). Επίσης σημαντικό είναι νομίζω το έντονα συμβολικό - και ευπρόσδεκτο - φεμινιστικότατο φινάλε. Ωστόσο όλα τα άλλα είναι νομίζω επαναλήψεις της πρώτης ταινίας. Από την ιστορία (οι συνεχείς φόνοι και η αγωνία του θεατή για το ποιοι θα πεθάνουν και ποιοι θα επιβιώσουν), από τον "απέθαντο" φριχτό ήρωα (με την ίδια φυσικά μάσκα), από το ίδιου τύπου σασπένς, έως τα νοήματα (η ενσάρκωση του απόλυτου και απρόσωπου Κακού στο πρόσωπο του Μάγιερς, η ανατροπή κάθε ειδυλλιακής οπτικής της αμερικάνικης μέσης καθημερινότητας κλπ.) Δεν ξέρω γιατί τόσοι κριτικοί έγραψαν τόσο καλά λόγια.
Προσοχή: Δεν το θεωρώ κακή ταινία. Απλώς το βρίσκω μια καλή επανάληψη (του καλού πρώτου, όχι των ηλίθιων σίκουελς). Αν αρκείστε σε καλές επαναλήψεις...
Ο εφιαλτικός Μάικλ Μάγιερς, ο σίριαλ κίλερ του πρώτου και καλύτερου φιλμ, βρισκόταν αυτά τα 40 χρόνια κλεισμένος σε ψυχιατρείο. Ανήμερα του Χάλογουιν όμως δραπετεύει και, φυσικά, σκορπά και πάλι τον τρόμο και τον θάνατο. Ωστόσο η Τζέιμι, ως άλλη Σάρα Κόνορ, προετοιμαζόταν όλα αυτά τα χρόνια γι' αυτό ακριβώς το ενδεχόμενο, και είχε προετοιμάσει και την κόρη της - όχι όμως και την έφηβη εγγονή της...
Το φιλμ είναι σίγουρα καλογυρισμένο. Καταφέρνει να δημιουργήσει αγωνία και κάποιες ανατριχίλες. Το εμφανές σπλάτερ αποφεύγεται, διαδραματίζεται συνήθως εκτός πλάνου (εμείς βλέπουμε τα αποτελέσματα). Επίσης σημαντικό είναι νομίζω το έντονα συμβολικό - και ευπρόσδεκτο - φεμινιστικότατο φινάλε. Ωστόσο όλα τα άλλα είναι νομίζω επαναλήψεις της πρώτης ταινίας. Από την ιστορία (οι συνεχείς φόνοι και η αγωνία του θεατή για το ποιοι θα πεθάνουν και ποιοι θα επιβιώσουν), από τον "απέθαντο" φριχτό ήρωα (με την ίδια φυσικά μάσκα), από το ίδιου τύπου σασπένς, έως τα νοήματα (η ενσάρκωση του απόλυτου και απρόσωπου Κακού στο πρόσωπο του Μάγιερς, η ανατροπή κάθε ειδυλλιακής οπτικής της αμερικάνικης μέσης καθημερινότητας κλπ.) Δεν ξέρω γιατί τόσοι κριτικοί έγραψαν τόσο καλά λόγια.
Προσοχή: Δεν το θεωρώ κακή ταινία. Απλώς το βρίσκω μια καλή επανάληψη (του καλού πρώτου, όχι των ηλίθιων σίκουελς). Αν αρκείστε σε καλές επαναλήψεις...
Τετάρτη, Νοεμβρίου 07, 2018
"SHRECK": ΑΝΑΤΡΕΠΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ
Όταν το 2001 είχε βγει το γνωστό animation "Shrek" των Andrew Adamson και Vicky Jenson, πολλοί είχαν ενθουσιαστεί. Ο λόγος δεν ήταν μόνο η καθαρή διασκέδαση. Είχε να κάνει και με την ανατρεπτικότητα της ταινίας.
Ο Σρεκ είναι ένας μάλλον βρώμικος γίγαντας (ένα ogre για όσους γνωρίζουν σε βάθος τα είδη των φανταστικών πλασμάτων) και ζει μόνος στο σπίτι του δίπλα στον αγαπημένο του βάλτο. Όλοι τον φοβούνται, δίχως να ξέρουν ότι κατά βάθος είναι καλός. Όταν όλα τα μυθικά πλάσματα του βασιλείου αρχίζουν να εκδιώκονται από τον άρχοντα και κατακλύζουν τον βάλτο του, αποφασίζει, με βαριά καρδιά και σε συνεννόηση με τον ύπουλο άρχοντα, να σώσει μια όμορφη πριγκίπισσα, που, όπως συνήθως κάνουν αυτές, κοιμάται σε κάποιο κάστρο μαγεμένη ώσπου να τη γλυτώσει κάποιος γενναίος. Ο άρχοντας δειλιάζει να πάει ο ίδιος, ενώ, εκτελώντας την αποστολή, ο Σρεκ θα ξαναβρεί την ησυχία του.
Όπως καταλαβαίνετε το στόρι είναι ένα συνειδητό συνονθύλευμα από στερεότυπα παραμυθιών (οι αναφορές άλλωστε σ΄αυτά είναι πολλές - Χιονάτη, Σταχτοπούτα, Πινόκιο κλπ.) Αυτό που αλλάζει εδώ δεν είναι οι ιδέες στην πλοκή, αλλά η πλήρης ανατροπή ή σάτιρα όλων των στερεοτύπων που προαναφέραμε (με τα οποία στερεότυπα παίζουν συνεχώς αυτές οι ιδέες). Ο ήρωας, π.χ., κάθε άλλο παρά ωραίος είναι, πολλά παραμύθια έχουν διαφορετική κατάληξη, το τέλος κρύβει μια μεγάλη έκπληξη κλπ. Φυσικά υπάρχουν και τα κλασικά μηνύματα : αποδοχή της διαφορετικότητας, αλλά και "μην κρίνετε κάποιον από την εμφάνισή του ή από την πρώτη εικόνα, ψάξτε πρώτα μέσα του". Όμως η ουσία δεν βρίσκεται στα παραπάνω, σωστότατα βεβαίως, αλλά χιλιοδιατυπωμένα μηνύματα, αλλά στην ανατρεπτικότητα και τη διαρκή πλάκα με τα στερεότυπα που λέγαμε πριν. Και, τέλος, ξεχνώντας όλα τα παραπάνω, είναι ένα φιλμ που βλέπεται πολύ ευχάριστα και βγάζει αρκετό γέλιο (δεν είναι τυχαίο που γυρίστηκαν δύο συνέχειες).
Ο Σρεκ είναι ένας μάλλον βρώμικος γίγαντας (ένα ogre για όσους γνωρίζουν σε βάθος τα είδη των φανταστικών πλασμάτων) και ζει μόνος στο σπίτι του δίπλα στον αγαπημένο του βάλτο. Όλοι τον φοβούνται, δίχως να ξέρουν ότι κατά βάθος είναι καλός. Όταν όλα τα μυθικά πλάσματα του βασιλείου αρχίζουν να εκδιώκονται από τον άρχοντα και κατακλύζουν τον βάλτο του, αποφασίζει, με βαριά καρδιά και σε συνεννόηση με τον ύπουλο άρχοντα, να σώσει μια όμορφη πριγκίπισσα, που, όπως συνήθως κάνουν αυτές, κοιμάται σε κάποιο κάστρο μαγεμένη ώσπου να τη γλυτώσει κάποιος γενναίος. Ο άρχοντας δειλιάζει να πάει ο ίδιος, ενώ, εκτελώντας την αποστολή, ο Σρεκ θα ξαναβρεί την ησυχία του.
Όπως καταλαβαίνετε το στόρι είναι ένα συνειδητό συνονθύλευμα από στερεότυπα παραμυθιών (οι αναφορές άλλωστε σ΄αυτά είναι πολλές - Χιονάτη, Σταχτοπούτα, Πινόκιο κλπ.) Αυτό που αλλάζει εδώ δεν είναι οι ιδέες στην πλοκή, αλλά η πλήρης ανατροπή ή σάτιρα όλων των στερεοτύπων που προαναφέραμε (με τα οποία στερεότυπα παίζουν συνεχώς αυτές οι ιδέες). Ο ήρωας, π.χ., κάθε άλλο παρά ωραίος είναι, πολλά παραμύθια έχουν διαφορετική κατάληξη, το τέλος κρύβει μια μεγάλη έκπληξη κλπ. Φυσικά υπάρχουν και τα κλασικά μηνύματα : αποδοχή της διαφορετικότητας, αλλά και "μην κρίνετε κάποιον από την εμφάνισή του ή από την πρώτη εικόνα, ψάξτε πρώτα μέσα του". Όμως η ουσία δεν βρίσκεται στα παραπάνω, σωστότατα βεβαίως, αλλά χιλιοδιατυπωμένα μηνύματα, αλλά στην ανατρεπτικότητα και τη διαρκή πλάκα με τα στερεότυπα που λέγαμε πριν. Και, τέλος, ξεχνώντας όλα τα παραπάνω, είναι ένα φιλμ που βλέπεται πολύ ευχάριστα και βγάζει αρκετό γέλιο (δεν είναι τυχαίο που γυρίστηκαν δύο συνέχειες).
Τρίτη, Νοεμβρίου 06, 2018
ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟΝ "ΨΥΧΡΟ ΠΟΛΕΜΟ"
Μετά την "Ida" o
Pawel Pawlikowski γυρίζει το 2018 τον "Ψυχρό Πόλεμο" στην Πολωνία. Πρόκειται για μια ταινία που, αισθητικά τουλάχιστον, θυμίζει πολύ την προηγούμενή του, την προαναφερθείσα δηλαδή "Ida".
Η ιστορία ξεκινά από το 1949 και απλώνεται μέχρι τη δεκαετία του 60. Εκείνη είναι τραγουδίστρια σε φολκλορικό πολωνικό συγκρότημα, εκείνος πιανίστας και υπεύθυνος για την επιλογή ταλέντων. Στο πρόσωπό της βλέπει μια μελλοντική σταρ και έχει απόλυτο δίκιο. Σύντομα θα γίνουν ζευγάρι. Όταν όμως αυτός αποφασίζει να αυτομολήσει στη Δύση, μετά την πολιτιστική καταπίεση από το καθεστώς, που του επιβάλλει ωμά ποιο πρέπει να είναι το ρεπερτόριό του, εκείνη αρνείται να τον ακολουθήσει. Στα πολλά επόμενα χρόνια, πάντοτε ερωτευμένοι, θα εξακολουθήσουν περίοδοι παθιασμένων ενώσεων και μακρών χωρισμών, άλλοτε στο εξωτερικό κι άλλοτε στην Πολωνία, μέχρι...
Εκείνο που ξεχωρίζει με την πρώτη ματιά είναι η εξαιρετική, ασπρόμαυρη αισθητική. Υπέροχα κάδρα, θαυμάσια φωτογραφία, άψογες συνθέσεις... Και καλή μουσική, από φολκλορικά τραγούδια διαφόρων βόρειων χωρών έως νοσταλγική τζαζ και γαλλικό τραγούδι. Αυτό που κυριαρχεί βεβαίως στο φιλμ είναι ο βαθύς ρομαντισμός. Μ' αυτόν όμως ο Pawlikowski συνδυάζει και το έντονο πολιτικό στοιχείο - την κατάσταση στα κράτη του πάλαι ποτέ υπαρκτού σοσιαλισμού δηλαδή και την άγρυπνη παρακολούθηση κάθε μορφής τέχνης (αφού με την τέχνη της μουσικής ασχολείται το συγκεκριμένο φιλμ). Οι επιπτώσεις βεβαίως είναι βαριές και στην καθημερινή ζωή. Τέλος η αφήγηση είναι κάπως ιδιόρυθμη: Ενώ παραμένει απόλυτα γραμμική, κάνει αυθαίρετα χρονικά άλματα - ακόμα και αρκετών χρόνων - αφήνοντας τον θεατή να συμπληρώσει τα κενά.
Γενικά τη βρήκα γοητευτική και - θα το ξαναπώ - αισθητικά πανέμορφη. Όσο για το τόσο έντονο ρομαντικό στοιχείο... ε, ο ρομαντισμός είναι κάτι που λείπει από την εποχή μας. Αν τον αναζητάτε, πρόκειται για την ταινία σας.
Η ιστορία ξεκινά από το 1949 και απλώνεται μέχρι τη δεκαετία του 60. Εκείνη είναι τραγουδίστρια σε φολκλορικό πολωνικό συγκρότημα, εκείνος πιανίστας και υπεύθυνος για την επιλογή ταλέντων. Στο πρόσωπό της βλέπει μια μελλοντική σταρ και έχει απόλυτο δίκιο. Σύντομα θα γίνουν ζευγάρι. Όταν όμως αυτός αποφασίζει να αυτομολήσει στη Δύση, μετά την πολιτιστική καταπίεση από το καθεστώς, που του επιβάλλει ωμά ποιο πρέπει να είναι το ρεπερτόριό του, εκείνη αρνείται να τον ακολουθήσει. Στα πολλά επόμενα χρόνια, πάντοτε ερωτευμένοι, θα εξακολουθήσουν περίοδοι παθιασμένων ενώσεων και μακρών χωρισμών, άλλοτε στο εξωτερικό κι άλλοτε στην Πολωνία, μέχρι...
Εκείνο που ξεχωρίζει με την πρώτη ματιά είναι η εξαιρετική, ασπρόμαυρη αισθητική. Υπέροχα κάδρα, θαυμάσια φωτογραφία, άψογες συνθέσεις... Και καλή μουσική, από φολκλορικά τραγούδια διαφόρων βόρειων χωρών έως νοσταλγική τζαζ και γαλλικό τραγούδι. Αυτό που κυριαρχεί βεβαίως στο φιλμ είναι ο βαθύς ρομαντισμός. Μ' αυτόν όμως ο Pawlikowski συνδυάζει και το έντονο πολιτικό στοιχείο - την κατάσταση στα κράτη του πάλαι ποτέ υπαρκτού σοσιαλισμού δηλαδή και την άγρυπνη παρακολούθηση κάθε μορφής τέχνης (αφού με την τέχνη της μουσικής ασχολείται το συγκεκριμένο φιλμ). Οι επιπτώσεις βεβαίως είναι βαριές και στην καθημερινή ζωή. Τέλος η αφήγηση είναι κάπως ιδιόρυθμη: Ενώ παραμένει απόλυτα γραμμική, κάνει αυθαίρετα χρονικά άλματα - ακόμα και αρκετών χρόνων - αφήνοντας τον θεατή να συμπληρώσει τα κενά.
Γενικά τη βρήκα γοητευτική και - θα το ξαναπώ - αισθητικά πανέμορφη. Όσο για το τόσο έντονο ρομαντικό στοιχείο... ε, ο ρομαντισμός είναι κάτι που λείπει από την εποχή μας. Αν τον αναζητάτε, πρόκειται για την ταινία σας.
Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2018
"ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΜΕΝΕΙ" : ΜΙΑ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΣΚΥΛΑΔΙΚΑ
Ο Νικος Παναγιωτόπουλος (1941-2016) γυρίζει το "Αυτή η Νύχτα Μένει" το 1999, δηλαδή πριν την κρίση, σε μια εποχή, φαινομενικά τουλάχιστον, παχιών αγελάδων. Και "καταδύεται" στους χώρους της κατ' εξοχήν διασκέδασης μεγάλης μερίδας των "πλούσιων" τότε ελλήνων της επαρχίας, στα σκυλάδικα.
Η Στέλα, μια όμορφη και ταλαντούχα γυναίκα, έχει σαν όνειρο ζωής να γίνει τραγουδίστρια. Για να το εκπληρώσει δεν θα διστάσει να εγκαταλείψει αυτόν που την αγαπά και να υπογράψει συμβόλαιο ως τραγουδίστρια σε κέντρα της επαρχίας. Σύντομα θα ανακαλύψει ότι τα "κέντρα" δεν είναι παρά εξαθλιωμένα σκυλάδικα όπου συχνάζουν μεθυσμένοι (με ουίσκι φυσικά) αγρότες για να ξοδέψουν τα πολλά τότε λεφτά τους (από κρατικά ή ευρωπαϊκά επιδόματα κλπ.) με σκοπό κατά βάθος να πηδήσουν τις τραγουδίστριες. Ο παλιός φίλος της όμως θα την αναζητήσει στα χωριά και τις πόλεις της Θράκης.
Ενδιαφέρουσα ταινία, μια από τις λίγες (μετά το καλύτερο κατά τη γνώμη μου "Όλα Είναι Δρόμος") ελληνικές που πιάνουν το θέμα αυτό (των σκυλάδικων εννοώ) και συγχρόνως "ψηλαφούν" την παθογένεια των ελλήνων, της μίζερης επαρχίας κυρίως, που, θαμπωμένοι από λεφτά, βγάζουν το χειρότερο εαυτό τους - και το χειρότερο δυνατό γούστο. Ταυτόχρονα φτιαχνει το πορτρέτο μιας αποφασιστικής γυναίκας που κυνηγά το όνειρό της μέχρι τα άκρα. Το κυνήγι του ονείρου είναι βασικό θέμα, αλλά η συντριβή του δεν θα επιφέρει υστερικές μελοδραματικές κορυφώσεις - απλώς θα συντριβεί το όνειρο (ενδιαφέρουσα προσέγγιση κι αυτή, όπως δηλαδή συμβαίνει συνήθως. Οι άνθρωποι περισσότερο συμβιβάζονται παρά αυτοκτονούν ή κάτι τέτοιο).
Το καλύτερο κομμάτι θεωρώ ότι είναι το δεύτερο μέρος, με την περιήγηση στη χειμωνιάτικη Θράκη και στα διάφορα σούπερ κιτς κέντρα. Ωστόσο το φιλμ πάσχει νομίζω από κάτι που το βρίσκω κάπως "ψεύτικο", κατασκευασμένο. Διακρίνεται σε διάφορα σημεία η αναπαράσταση, η κατασκευή και όχι το αυθεντικό βίωμα κάποιων καταστάσεων. Στα μείον και οι μέτριες ηθποιίες και η μερικές φορές κακή ηχοληψία. Παρ' όλα αυτά πάντως τη βρίσκω μια από τις αξιόλογες ταινίες του ελληνικού σινεμά, που έχει την τιμιότητα να πιάσει τα θέματα που λέγαμε. Και βλέπεται ευχάριστα.
Η Στέλα, μια όμορφη και ταλαντούχα γυναίκα, έχει σαν όνειρο ζωής να γίνει τραγουδίστρια. Για να το εκπληρώσει δεν θα διστάσει να εγκαταλείψει αυτόν που την αγαπά και να υπογράψει συμβόλαιο ως τραγουδίστρια σε κέντρα της επαρχίας. Σύντομα θα ανακαλύψει ότι τα "κέντρα" δεν είναι παρά εξαθλιωμένα σκυλάδικα όπου συχνάζουν μεθυσμένοι (με ουίσκι φυσικά) αγρότες για να ξοδέψουν τα πολλά τότε λεφτά τους (από κρατικά ή ευρωπαϊκά επιδόματα κλπ.) με σκοπό κατά βάθος να πηδήσουν τις τραγουδίστριες. Ο παλιός φίλος της όμως θα την αναζητήσει στα χωριά και τις πόλεις της Θράκης.
Ενδιαφέρουσα ταινία, μια από τις λίγες (μετά το καλύτερο κατά τη γνώμη μου "Όλα Είναι Δρόμος") ελληνικές που πιάνουν το θέμα αυτό (των σκυλάδικων εννοώ) και συγχρόνως "ψηλαφούν" την παθογένεια των ελλήνων, της μίζερης επαρχίας κυρίως, που, θαμπωμένοι από λεφτά, βγάζουν το χειρότερο εαυτό τους - και το χειρότερο δυνατό γούστο. Ταυτόχρονα φτιαχνει το πορτρέτο μιας αποφασιστικής γυναίκας που κυνηγά το όνειρό της μέχρι τα άκρα. Το κυνήγι του ονείρου είναι βασικό θέμα, αλλά η συντριβή του δεν θα επιφέρει υστερικές μελοδραματικές κορυφώσεις - απλώς θα συντριβεί το όνειρο (ενδιαφέρουσα προσέγγιση κι αυτή, όπως δηλαδή συμβαίνει συνήθως. Οι άνθρωποι περισσότερο συμβιβάζονται παρά αυτοκτονούν ή κάτι τέτοιο).
Το καλύτερο κομμάτι θεωρώ ότι είναι το δεύτερο μέρος, με την περιήγηση στη χειμωνιάτικη Θράκη και στα διάφορα σούπερ κιτς κέντρα. Ωστόσο το φιλμ πάσχει νομίζω από κάτι που το βρίσκω κάπως "ψεύτικο", κατασκευασμένο. Διακρίνεται σε διάφορα σημεία η αναπαράσταση, η κατασκευή και όχι το αυθεντικό βίωμα κάποιων καταστάσεων. Στα μείον και οι μέτριες ηθποιίες και η μερικές φορές κακή ηχοληψία. Παρ' όλα αυτά πάντως τη βρίσκω μια από τις αξιόλογες ταινίες του ελληνικού σινεμά, που έχει την τιμιότητα να πιάσει τα θέματα που λέγαμε. Και βλέπεται ευχάριστα.
Παρασκευή, Νοεμβρίου 02, 2018
ΟΝΤΩΣ "ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΩΡΕΣ ΣΤΟ ΕΛ ΡΟΥΑΓΙΑΛ"
Ο Drew Goddard είναι κυρίως γνωστός σεναριογράφος. Παλιότερα ωστόσο είχε γυρίσει το καλό, γεμάτο αναφορές φιλμ τρόμου "Το Μικρό Σπίτι στο Δάσος". Το 2018 επιστρέφει στη σκηνοθεσία με το εξ ίσου "παιχνιδιάρικο" "Δύσκολες Ώρες στο Ελ Ρουαγιάλ" (Bad Times at the El Royale).
Ακριβώς πάνω στα σύνορα Καλιφόρνια και Νεβάδα, στο πουθενά, βρίσκεται ένα παράξενο, κάποτε ακμάζον μοτέλ. Μια νύχτα με βροχή στα τέλη της δεκαετίας του 60 καταφτάνουν εκεί (άσχετα ο ένας με τον άλλον) μια ομάδα ετερόκλητων ανθρώπων. Όσο η νύχτα προχωρά καταλαβαίνουμε ότι κάθε ένας απ' αυτούς βρίσκεται εκεί για διαφορετικό, μάλλον σκοτεινό, λόγο. Όλοι σχεδόν παίζουν κάποιο ρόλο, κρατώντας κρυμμένο τον αληθινό εαυτό και τις προσθέσεις τους. Και, βεβαίως, πριν φύγει η νύχτα θα ξεκινήσει ένα λουτρό αίματος...
Να το πούμε από την αρχή: Η ταινία κάθε άλλο παρά αληθοφανής είναι, αφού, πριν από οτιδήποτε άλλο, βασίζεται σε μια δεν-υπάρχει σύμπτωση (να βρεθούν τυχαία όλοι αυτοί οι κάθε άλλο παρά συνηθισμένοι χαρακτήρες την ίδια νύχτα και ώρα, ταυτόχρονα, στο πουθενά). Αυτή όμως η έλλειψη αληθοφάνειας γίνεται εντελώς συνειδητά. Ο Goddard δεν ενδιαφέρεται για ρεαλισμό, αλλά για ένα συνεχές, πολύπλοκο και άκρως διασκεδαστικό παιχνίδι με διαρκείς ανατροπές, διαφορετικές οπτικές γωνίες, εναλλαγές αθωότητας - ενοχής, μπρος πίσω στο χρόνο (προσοχή: η αφήγηση κάθε άλλο παρά γραμμική είναι) κλπ. Πολλές ιδέες είναι έξυπνες, η αγωνία για τον θεατή δεν σταματά, ταυτόχρονα όμως υπάρχει παντού διάχυτη η κριτική του τέλους της δεκαετίας του 60, όταν η εποχή της ευδαιμονίας, του ηδονισμού, των ονείρων και των χίπις πέρναγε και η πραγματικότητα έπαιρνε τη ρεβάνς δείχνοντας το αληθινό, ανηλεές και σκοτεινό της πρόσωπο. Να το Βιετνάμ, να οι παράνομες παρακολουθήσεις του FBI (υπό τον διαβόητο Χούβερ), να ο ρατσισμός και η καταπίεση των μαύρων, να οι παλιοί χίπις που μετατρέπονται σε φανατικές σέχτες και δολοφόνους (αναφορά στον Μάνσον) ... όλα είναι εδώ. Ο κόσμος δεν είναι πια λουλούδια και ειρήνη, είναι σκοτεινός και αιματοβαμμένος.
Μην το πάρετε σοβαρά και ψάχνετε για ρεαλισμό. Όλο το φιλμ, αν αφαιρέσεις τα νοήματα που ανέφερα, είναι ένα παιχνίδι απίθανων ανατροπών, αποκάλυψης κρυμμένων μυστικών και συμπτώσεων. Ωστόσο, με αυτά τα δεδομένα, προσωπικά το ευχαριστήθηκα. Και υπάρχει και ο cult Τζεφ Μπρίτζες...
Ακριβώς πάνω στα σύνορα Καλιφόρνια και Νεβάδα, στο πουθενά, βρίσκεται ένα παράξενο, κάποτε ακμάζον μοτέλ. Μια νύχτα με βροχή στα τέλη της δεκαετίας του 60 καταφτάνουν εκεί (άσχετα ο ένας με τον άλλον) μια ομάδα ετερόκλητων ανθρώπων. Όσο η νύχτα προχωρά καταλαβαίνουμε ότι κάθε ένας απ' αυτούς βρίσκεται εκεί για διαφορετικό, μάλλον σκοτεινό, λόγο. Όλοι σχεδόν παίζουν κάποιο ρόλο, κρατώντας κρυμμένο τον αληθινό εαυτό και τις προσθέσεις τους. Και, βεβαίως, πριν φύγει η νύχτα θα ξεκινήσει ένα λουτρό αίματος...
Να το πούμε από την αρχή: Η ταινία κάθε άλλο παρά αληθοφανής είναι, αφού, πριν από οτιδήποτε άλλο, βασίζεται σε μια δεν-υπάρχει σύμπτωση (να βρεθούν τυχαία όλοι αυτοί οι κάθε άλλο παρά συνηθισμένοι χαρακτήρες την ίδια νύχτα και ώρα, ταυτόχρονα, στο πουθενά). Αυτή όμως η έλλειψη αληθοφάνειας γίνεται εντελώς συνειδητά. Ο Goddard δεν ενδιαφέρεται για ρεαλισμό, αλλά για ένα συνεχές, πολύπλοκο και άκρως διασκεδαστικό παιχνίδι με διαρκείς ανατροπές, διαφορετικές οπτικές γωνίες, εναλλαγές αθωότητας - ενοχής, μπρος πίσω στο χρόνο (προσοχή: η αφήγηση κάθε άλλο παρά γραμμική είναι) κλπ. Πολλές ιδέες είναι έξυπνες, η αγωνία για τον θεατή δεν σταματά, ταυτόχρονα όμως υπάρχει παντού διάχυτη η κριτική του τέλους της δεκαετίας του 60, όταν η εποχή της ευδαιμονίας, του ηδονισμού, των ονείρων και των χίπις πέρναγε και η πραγματικότητα έπαιρνε τη ρεβάνς δείχνοντας το αληθινό, ανηλεές και σκοτεινό της πρόσωπο. Να το Βιετνάμ, να οι παράνομες παρακολουθήσεις του FBI (υπό τον διαβόητο Χούβερ), να ο ρατσισμός και η καταπίεση των μαύρων, να οι παλιοί χίπις που μετατρέπονται σε φανατικές σέχτες και δολοφόνους (αναφορά στον Μάνσον) ... όλα είναι εδώ. Ο κόσμος δεν είναι πια λουλούδια και ειρήνη, είναι σκοτεινός και αιματοβαμμένος.
Μην το πάρετε σοβαρά και ψάχνετε για ρεαλισμό. Όλο το φιλμ, αν αφαιρέσεις τα νοήματα που ανέφερα, είναι ένα παιχνίδι απίθανων ανατροπών, αποκάλυψης κρυμμένων μυστικών και συμπτώσεων. Ωστόσο, με αυτά τα δεδομένα, προσωπικά το ευχαριστήθηκα. Και υπάρχει και ο cult Τζεφ Μπρίτζες...
Πέμπτη, Νοεμβρίου 01, 2018
Ο ΒΟΥΡΚΟΣ "ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ"
Το "Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου" (1976) του συχνά πολιτικοποιημένου Alan Pakula (1928-1998) αναφέρεται βεβαίως στους ανθρώπους του Νίξον (μαζί με τον Τραμπ οι δύο πιο μισητοί πρόεδροι των ΗΠΑ σύμφωνα με κάποιο γκάλοπ) και στο διαβόητο σκάνδαλο του Γουοτεργκέιτ, το οποίο αφορούσε την κατασκοπεία του Δημοκρατικού κόμματος από τους Ρεπουμπλικάνους και οδήγησε στην πτώση του Νίξον πριν ολοκληρωθεί η θητεία του. Ευτύχησε να έχει ως πρωταγωνιστές τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ και τον Ντάστιν Χόφμαν (αλλά και τον Τζέισον Ρόμπαρτς και τον Μάρτιν Μπάλσαμ κ.ά.).
Δύο νεαροί δημοσιογράφοι της Washington Post αναλαμβάνουν την κάλυψη μιας ελάσσονος είδησης: Κάποιοι διαρρήκτες συλλαμβάνονται επ' αυτοφόρω μια νύχτα να σκαλίζουν τα γραφεία των Δημοκρατικών. Όσο όμως κοσκινίζουν την υπόθεση, ανακαλύπτουν έκπληκτοι ότι τα ίχνη (από ποιους έχουν πληρωθεί, ποιοι δικηγόροι θα τους υπερασπιστούν κλπ.) οδηγούν όλο και ψηλότερα και, τελικά, κατ' ευθείαν στον ίδιο τον Λευκό Οίκο.
Κλασική ταινία λεπτομερειακής καταγραφής μιας εξονυχιστικής δημοσιογραφικής έρευνας (προφανώς βασισμένη στα πραγματικά γεγονότα), σήμερα μας θυμίζει το πώς γίνεται (ή πώς γινόταν κάποτε) μια απόλυτα τίμια, εμπεριστατωμένη, τεκμηριωμένη και διασταυρωμένη τέτοια έρευνα. Ίσως η ταινία, με το ντοκιμαντερίστικο στιλ, τη μεγάλη διάρκεια και την πληθώρα ονομάτων κουράσει κάποιους. Ωστόσο, στο θέμα της έρευνας που λέγαμε πριν, μάλλον θα στενοχωρηθούμε αφάνταστα αν κάνουμε την προφανή σύγκριση με τις αντίστοιχες έρευνες (;;;), κυρίως αυτές των πάμπολλων σύγχρονων τηλεοπτικών βόθρων που μας περιβάλλουν ασφυκτικά.
Παραμένει λοιπόν η ιστορική αξία, οι καλές ηθοποιίες, το "δημοκρατικό" μήνυμα, αλλά σας επαναλαμβάνω ότι μπορεί και να κουράσει. Εξ άλλου το φιλμ δεν μιλά καθόλου για τις προσωπικές ζωές των ηρώων, τους εκτός δουλειάς χαρακτήρες τους κλπ. Είναι σα να παρακολουθούμε δύο ανθρώπους δοσμένους 100% στη δουλειά τους και πουθενά αλλού. Αλλά, είπαμε, αλλού βρίσκεται η αξία της ταινίας.
Δύο νεαροί δημοσιογράφοι της Washington Post αναλαμβάνουν την κάλυψη μιας ελάσσονος είδησης: Κάποιοι διαρρήκτες συλλαμβάνονται επ' αυτοφόρω μια νύχτα να σκαλίζουν τα γραφεία των Δημοκρατικών. Όσο όμως κοσκινίζουν την υπόθεση, ανακαλύπτουν έκπληκτοι ότι τα ίχνη (από ποιους έχουν πληρωθεί, ποιοι δικηγόροι θα τους υπερασπιστούν κλπ.) οδηγούν όλο και ψηλότερα και, τελικά, κατ' ευθείαν στον ίδιο τον Λευκό Οίκο.
Κλασική ταινία λεπτομερειακής καταγραφής μιας εξονυχιστικής δημοσιογραφικής έρευνας (προφανώς βασισμένη στα πραγματικά γεγονότα), σήμερα μας θυμίζει το πώς γίνεται (ή πώς γινόταν κάποτε) μια απόλυτα τίμια, εμπεριστατωμένη, τεκμηριωμένη και διασταυρωμένη τέτοια έρευνα. Ίσως η ταινία, με το ντοκιμαντερίστικο στιλ, τη μεγάλη διάρκεια και την πληθώρα ονομάτων κουράσει κάποιους. Ωστόσο, στο θέμα της έρευνας που λέγαμε πριν, μάλλον θα στενοχωρηθούμε αφάνταστα αν κάνουμε την προφανή σύγκριση με τις αντίστοιχες έρευνες (;;;), κυρίως αυτές των πάμπολλων σύγχρονων τηλεοπτικών βόθρων που μας περιβάλλουν ασφυκτικά.
Παραμένει λοιπόν η ιστορική αξία, οι καλές ηθοποιίες, το "δημοκρατικό" μήνυμα, αλλά σας επαναλαμβάνω ότι μπορεί και να κουράσει. Εξ άλλου το φιλμ δεν μιλά καθόλου για τις προσωπικές ζωές των ηρώων, τους εκτός δουλειάς χαρακτήρες τους κλπ. Είναι σα να παρακολουθούμε δύο ανθρώπους δοσμένους 100% στη δουλειά τους και πουθενά αλλού. Αλλά, είπαμε, αλλού βρίσκεται η αξία της ταινίας.
Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2018
ΕΝΑ... ΜΑΥΡΟ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΟΥ ΚΛΟΥΞ ΚΛΑΝ ΣΤΗΝ "ΠΑΡΕΙΣΦΡΗΣΗ"
Ο Spike Lee είναι βεβαίως ένας πολιτικοποιημένος σκηνοθέτης, γνωστός για την εμμονή του στα προβλήματα της φυλής του (των μαύρων δηλαδή). Και πολύ καλά κάνει. Ωστόσο το έργο του είναι συχνά άνισο, καθώς έχει κάνει και αδιάφορες ταινίες. Το 2018 πάντως φαίνεται ότι βρίσκεται ξανά σε φόρμα, αφού η "Παρείσφρηση" (BlacKkklansman) είναι κατά τη γνώμη μου μια καλή ταινία.
Δεν θα το πιστέψετε, αλλά πρόκειται για αληθινή ιστορία: Στα μέσα των 70ς ένας μαύρος αστυνομικός καταφέρνει να γίνει δεκτός ως μέλος της... Κου Κλουξ Κλαν! Πώς γίνεται αυτό; Τους πείθει τηλεφωνικά ότι είναι αναμφισβήτητα ρατσιστής (φανατικός μάλιστα) και όταν έρχεται η ώρα των ζωντανών συναντήσεων στέλνει στη θέση του έναν συνάδελφό του αστυνομικό (ο οποίος, για να ολοκληρωθεί η ειρωνεία, είναι εβραίος!). Έτσι καταφέρνουν να ξεσκεπάσουν πολλά μυστικά (παράνομα εννοείται) της άθλιας αυτής εγκληματικής συμμορίας.
Ο Λι έχει συνειδητά παραποιήσει κάποια γεγονότα για να δώσει περισσότερο αφηγηματικό ενδιαφέρον και να δημιουργήσει ιδιαίτερο κοινωνικό περιβάλλον. Έτσι μεταφέρει τα γεγονότα λίγο πίσω στο χρόνο, στα 1971-72 για την ακρίβεια, ώστε να συμπίπτουν με την κλιμακούμενη μαύρη εξέγερση, την ύπαρξη (ακόμα) των Μαύρων Πανθήρων, το χαρακτηριστικό λουκ, τη μουσική κλπ. Επίσης σκαρφίζεται ένα αγωνιώδες τέλος (στη σκηνή με την έκρηξη) για να προσδώσει σασπένς.
Μου άρεσε η ταινία καθώς συνδυάζει έξυπνα την αγωνιώδη αστυνομική πλοκή, το χιούμορ (κάποιες στιγμές το φιλμ ανήκει καθαρά στο χώρο της κωμωδίας) και, φυσικά, την έντονα αντιρατσιστική θέση. Στο τέλος μάλιστα, παρατίθενται αυθεντικές σκηνές από τα σύγχρονα γεγονότα της ρατσιστικής επίθεσης εναντίον διαδηλωτών (στο Τζορτζτάουν νομίζω;) και την απαράδεκτη αντίδραση του Τραμπ, προφανώς για να δειχτεί το ότι ο ρατσισμός συνεχίζεται αμείωτος (στην Αμερική του Τραμπ μάλιστα... καταλαβαίνετε...). Τέλος καταγράφει τη σταδιακή απόκτηση αντιρατσιστικής συνείδησης από τον ήρωα, πράγμα που δίνει και κάποιο ψυχολογικό ενδιαφέρον.
Εξ ορισμού συμπαθώ τα αντιρατσιστικά φιλμ. Πολύ περισσότερο αν βλέπονται τόσο ευχάριστα όπως αυτό (συμβάλλει και η νοσταλγική ατμόσφαιρα εποχής). Μακάρι ο Λι να διατηρήσει τη φόρμα του, διότι, είπαμε, είναι άνισος δημιουργός).
Δεν θα το πιστέψετε, αλλά πρόκειται για αληθινή ιστορία: Στα μέσα των 70ς ένας μαύρος αστυνομικός καταφέρνει να γίνει δεκτός ως μέλος της... Κου Κλουξ Κλαν! Πώς γίνεται αυτό; Τους πείθει τηλεφωνικά ότι είναι αναμφισβήτητα ρατσιστής (φανατικός μάλιστα) και όταν έρχεται η ώρα των ζωντανών συναντήσεων στέλνει στη θέση του έναν συνάδελφό του αστυνομικό (ο οποίος, για να ολοκληρωθεί η ειρωνεία, είναι εβραίος!). Έτσι καταφέρνουν να ξεσκεπάσουν πολλά μυστικά (παράνομα εννοείται) της άθλιας αυτής εγκληματικής συμμορίας.
Ο Λι έχει συνειδητά παραποιήσει κάποια γεγονότα για να δώσει περισσότερο αφηγηματικό ενδιαφέρον και να δημιουργήσει ιδιαίτερο κοινωνικό περιβάλλον. Έτσι μεταφέρει τα γεγονότα λίγο πίσω στο χρόνο, στα 1971-72 για την ακρίβεια, ώστε να συμπίπτουν με την κλιμακούμενη μαύρη εξέγερση, την ύπαρξη (ακόμα) των Μαύρων Πανθήρων, το χαρακτηριστικό λουκ, τη μουσική κλπ. Επίσης σκαρφίζεται ένα αγωνιώδες τέλος (στη σκηνή με την έκρηξη) για να προσδώσει σασπένς.
Μου άρεσε η ταινία καθώς συνδυάζει έξυπνα την αγωνιώδη αστυνομική πλοκή, το χιούμορ (κάποιες στιγμές το φιλμ ανήκει καθαρά στο χώρο της κωμωδίας) και, φυσικά, την έντονα αντιρατσιστική θέση. Στο τέλος μάλιστα, παρατίθενται αυθεντικές σκηνές από τα σύγχρονα γεγονότα της ρατσιστικής επίθεσης εναντίον διαδηλωτών (στο Τζορτζτάουν νομίζω;) και την απαράδεκτη αντίδραση του Τραμπ, προφανώς για να δειχτεί το ότι ο ρατσισμός συνεχίζεται αμείωτος (στην Αμερική του Τραμπ μάλιστα... καταλαβαίνετε...). Τέλος καταγράφει τη σταδιακή απόκτηση αντιρατσιστικής συνείδησης από τον ήρωα, πράγμα που δίνει και κάποιο ψυχολογικό ενδιαφέρον.
Εξ ορισμού συμπαθώ τα αντιρατσιστικά φιλμ. Πολύ περισσότερο αν βλέπονται τόσο ευχάριστα όπως αυτό (συμβάλλει και η νοσταλγική ατμόσφαιρα εποχής). Μακάρι ο Λι να διατηρήσει τη φόρμα του, διότι, είπαμε, είναι άνισος δημιουργός).
Κυριακή, Οκτωβρίου 28, 2018
ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΣΤΟ "ΣΑΝΑΤΟΡΙΟ ΤΗΣ ΚΛΕΨΥΔΡΑΣ"
Ο πολωνός σκηνοθέτης Wojcech Has (1925-2000) ανήκει στη μικρή ομάδα των πλέον παράξενων δημιουργών στην ιστρία του κινηματογράφου. Η γοητεία της ατέλειωτης, ελλειπτικής και δίχως σταματημό αφήγησης μπλέκεται στο έργο του με τον σουρεαλισμό και το παράλογο, ενώ οι ονειρικές εικόνες κυριαρχούν. Ίσως το αποκορύφωμα όλων αυτών βρίσκεται στο "Σανατόριο της Κλεψύδρας", μια παντελώς φευγάτη ταινία του 1973.
Μην ψάχνετε για πλοκή ή λογικό ειρμό γεγονότων. Ο ήρωας φτάνει σε έναν ερειπωμένο πύργο στο πουθενά (θα μπορούσε να είναι ο πύργος του Δράκουλα), που περιβάλλεται από έρημο, χιονισμένο τοπίο, αναζητώντας τον πατέρα του. Αρχικά δεν υπάρχει κανείς. Μετά εμφανίζεται ένας γιατρός που θα τον πληροφορήσει κάτι σαν "μπορούμε να γυρίζουμε πίσω στο χρόνο, έτσι οι ασθενείς μας είναι τώρα νεκροί, αλλά κάποια στιγμή ίσως ξαναζωντανέψουν" ή κάτι τέτοιο, δείχνοντάς του το πτώμα (;;;) του πατέρα του. Υπάρχει κάπου και μια νοσοκόμα και στη συνέχεια η ιστορία παύει να είναι ιστορία και γίνεται μια σειρά συνειρμικών σκηνών που πάει μπρος - πισω στο χρόνο και όπου τα παράλογα συμβαντα έχουν τον πρώτο λόγο.
Μην προσπαθήσετε να αποκωδικοποιήσετε την πλοκή και να φανταστείτε τι ακριβώς γίνεται. Το όλο φιλμ λειτουργεί κάπως σαν την "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων". Ο ήρωας, π.χ., μπαίνει κάποια στιγμή κάτω από ένα κρεβάτι σε ένα κλειστό δωμάτιο και βρίσκεται ξαφνικά σε μια πλατεία πόλης γεμάτη κόσμο. Τέτοια πράγματα, για να σας δώσω να καταλάβετε. Ένα από τα πλέον καθηλωτικά στοιχεία του φιλμ είναι οι φοβερές, ονειρικές εικόνες του. Παντού κυριαρχεί μια έντονη αίσθηση παρακμής. τα πάντα είναι ερειπωμένα, εγκαταλειμένα, ξερά, αραχνιασμένα. Και, παράλληλα με αυτό το κλίμα απόλυτης παρακμής, υπάρχει και έντονος ερωτισμός. Δείτε το σαν ένα πραγματικά παραισθισιογόνο ταξίδι στο υποσυνέιδητο, στον κόσμο των επιθυμιών και των ονείρων, γνωρίζοντας από την αρχή ότι πρόκειται για μια ταινία που σπάει κάθε κώδικα αφήγησης. Λειτουργεί, όπως ξαναείπαμε, συνειρμικά. Βρισκόμαστε στην καρδιά του σουρεαλισμού. Όπως ο "Ανδαλουσιανός Σκύλος" ή τα φιλμ του Jodorowsky.
Αν μπορείτε να αφεθείτε και να απολαύσετε κάτι τέτοιο, το συνιστώ. Σίγουρα πάντως λίγοι θα το καταφέρουν. Απλώς να θυμάστε: Στο σινεμά των χωρών του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού μπορεί να κυριαρχούσε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, αλλά κάθε άλλο παρά μόνον αυτός υπήρχε. Μια μόνο ματιά στο πολωνικό σινεμά της εποχής θα σας πείσει.
Μην ψάχνετε για πλοκή ή λογικό ειρμό γεγονότων. Ο ήρωας φτάνει σε έναν ερειπωμένο πύργο στο πουθενά (θα μπορούσε να είναι ο πύργος του Δράκουλα), που περιβάλλεται από έρημο, χιονισμένο τοπίο, αναζητώντας τον πατέρα του. Αρχικά δεν υπάρχει κανείς. Μετά εμφανίζεται ένας γιατρός που θα τον πληροφορήσει κάτι σαν "μπορούμε να γυρίζουμε πίσω στο χρόνο, έτσι οι ασθενείς μας είναι τώρα νεκροί, αλλά κάποια στιγμή ίσως ξαναζωντανέψουν" ή κάτι τέτοιο, δείχνοντάς του το πτώμα (;;;) του πατέρα του. Υπάρχει κάπου και μια νοσοκόμα και στη συνέχεια η ιστορία παύει να είναι ιστορία και γίνεται μια σειρά συνειρμικών σκηνών που πάει μπρος - πισω στο χρόνο και όπου τα παράλογα συμβαντα έχουν τον πρώτο λόγο.
Μην προσπαθήσετε να αποκωδικοποιήσετε την πλοκή και να φανταστείτε τι ακριβώς γίνεται. Το όλο φιλμ λειτουργεί κάπως σαν την "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων". Ο ήρωας, π.χ., μπαίνει κάποια στιγμή κάτω από ένα κρεβάτι σε ένα κλειστό δωμάτιο και βρίσκεται ξαφνικά σε μια πλατεία πόλης γεμάτη κόσμο. Τέτοια πράγματα, για να σας δώσω να καταλάβετε. Ένα από τα πλέον καθηλωτικά στοιχεία του φιλμ είναι οι φοβερές, ονειρικές εικόνες του. Παντού κυριαρχεί μια έντονη αίσθηση παρακμής. τα πάντα είναι ερειπωμένα, εγκαταλειμένα, ξερά, αραχνιασμένα. Και, παράλληλα με αυτό το κλίμα απόλυτης παρακμής, υπάρχει και έντονος ερωτισμός. Δείτε το σαν ένα πραγματικά παραισθισιογόνο ταξίδι στο υποσυνέιδητο, στον κόσμο των επιθυμιών και των ονείρων, γνωρίζοντας από την αρχή ότι πρόκειται για μια ταινία που σπάει κάθε κώδικα αφήγησης. Λειτουργεί, όπως ξαναείπαμε, συνειρμικά. Βρισκόμαστε στην καρδιά του σουρεαλισμού. Όπως ο "Ανδαλουσιανός Σκύλος" ή τα φιλμ του Jodorowsky.
Αν μπορείτε να αφεθείτε και να απολαύσετε κάτι τέτοιο, το συνιστώ. Σίγουρα πάντως λίγοι θα το καταφέρουν. Απλώς να θυμάστε: Στο σινεμά των χωρών του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού μπορεί να κυριαρχούσε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, αλλά κάθε άλλο παρά μόνον αυτός υπήρχε. Μια μόνο ματιά στο πολωνικό σινεμά της εποχής θα σας πείσει.
Σάββατο, Οκτωβρίου 27, 2018
"CLIMAX": Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ ΕΝΟΣ BAD TRIP
Ο Gaspar Noe, όπως ο φον Τρίερ ή ο Αρονόφσκι, είναι νομίζω αυτό που θα αποκαλούσαμε (και αποκαλούνται συχνά) "κνηματογραφικοί προβοκάτορες". Εξαιρεικοί σκηνοθέτες αναμφισβήτητα, βασικό στόχο έχουν να προκαλέσουν ή/και να ενοχλήσουν τον θεατή, φτάνοντας συχνά στα άκρα. Όχι με τον τρόπο που θα το έκανε μια "άρρωστη" ταινία τρόμου ή σπάτερ - εκεί ενυπάρχει πάντα και ένα υπόγειο χιούμορ - αλλά με "σοβαρότερους" τρόπους ή θίγοντας "σοβαρότερα" θεματα. Το "Climax" του 2018 δεν αποτελεί εξαίρεση.
Μια ομάδα χορού αποτελούμενη από ετερόκλητα άτομα απομονώνεται σε μια τεράστια, δαιδαλώδη αποθήκη (ή κάτι τέτοιο) για να κάνει την τελική πρόβα για μια χορογραφία. Μετά το τέλος της πρόβας ακολουθεί πάρτι για χαλάρωση. Ωστόσο κάποιος ρίχνει LSD στη σαγκρία με αποτελέσματα... που είναι αδύνατο να περιγραφούν, καθώς παρακολουθούμε ένα εφιαλτικό bad trip.
Είπαμε: ΟΙ σκηνοθετικές ικανότητες του Νοέ είναι αναμφισβήτητες. Τα μακρά μονοπλάνα, η εξαιρετική πραγματικά χορογραφία της ομάδας (πριν τριπάρει) σε κλασικό ντίσκο κομμάτι, ο τρόπος κινηματογράφησης, είναι όλα, αν μη τι άλλο, από καθηλωτικά έως απόλυτα αποτελεσματικά. Ένα ξέφρενο πάρτι, που αρχικά υπόσχεται ιδιαίτερες ερωτικές καταστάσεις, μετατρέπεται βαθμιαία, με ευφάνταστο τρόπο, σε έναν αληθινά δυσβάσταχτο εφιάλτη, που πραγματικά ταρακουνά τον θεατή. Αποτύπωση ανεξέλεγκτων συμπεριφορών; Καταγραφή της απόλυτης κυριαρχίας του ενστίκτου πάνω σε κάθε λογική (ή ηθική); Απλή κατάδειξη του πού μπορεί να οδηγήσει η κατανάλωση ουσιών; (διότι ακόμα και ηθικοπλαστικά θα μπορούσε να εκλάβει κανείς το τυχόν "μήνυμα"). Δεν ξέρω. Ίσως πάνω απ' όλα κυριαρχεί η επιθυμία του σκηνοθέτη να σοκάρει πάσει θυσία.
Απολαύστε το ή μισείστε το. Θα καταλάβω απόλυτα και τις δύο ακραίες αντιδράσεις. Εμένα μου φαίνεται ότι μοναδικός στόχος είναι η πρόκληση. Πάντως πρόκειται για την εφιαλτικότερη απεικόνιση κακού τριπαρισματος που έχω δει ποτέ στην οθόνη...
Μια ομάδα χορού αποτελούμενη από ετερόκλητα άτομα απομονώνεται σε μια τεράστια, δαιδαλώδη αποθήκη (ή κάτι τέτοιο) για να κάνει την τελική πρόβα για μια χορογραφία. Μετά το τέλος της πρόβας ακολουθεί πάρτι για χαλάρωση. Ωστόσο κάποιος ρίχνει LSD στη σαγκρία με αποτελέσματα... που είναι αδύνατο να περιγραφούν, καθώς παρακολουθούμε ένα εφιαλτικό bad trip.
Είπαμε: ΟΙ σκηνοθετικές ικανότητες του Νοέ είναι αναμφισβήτητες. Τα μακρά μονοπλάνα, η εξαιρετική πραγματικά χορογραφία της ομάδας (πριν τριπάρει) σε κλασικό ντίσκο κομμάτι, ο τρόπος κινηματογράφησης, είναι όλα, αν μη τι άλλο, από καθηλωτικά έως απόλυτα αποτελεσματικά. Ένα ξέφρενο πάρτι, που αρχικά υπόσχεται ιδιαίτερες ερωτικές καταστάσεις, μετατρέπεται βαθμιαία, με ευφάνταστο τρόπο, σε έναν αληθινά δυσβάσταχτο εφιάλτη, που πραγματικά ταρακουνά τον θεατή. Αποτύπωση ανεξέλεγκτων συμπεριφορών; Καταγραφή της απόλυτης κυριαρχίας του ενστίκτου πάνω σε κάθε λογική (ή ηθική); Απλή κατάδειξη του πού μπορεί να οδηγήσει η κατανάλωση ουσιών; (διότι ακόμα και ηθικοπλαστικά θα μπορούσε να εκλάβει κανείς το τυχόν "μήνυμα"). Δεν ξέρω. Ίσως πάνω απ' όλα κυριαρχεί η επιθυμία του σκηνοθέτη να σοκάρει πάσει θυσία.
Απολαύστε το ή μισείστε το. Θα καταλάβω απόλυτα και τις δύο ακραίες αντιδράσεις. Εμένα μου φαίνεται ότι μοναδικός στόχος είναι η πρόκληση. Πάντως πρόκειται για την εφιαλτικότερη απεικόνιση κακού τριπαρισματος που έχω δει ποτέ στην οθόνη...
Πέμπτη, Οκτωβρίου 25, 2018
Ο ΚΥΡΙΟΣ, ΤΟ ΟΠΛΟ ΚΑΙ ΟΙ ΛΗΣΤΕΙΕΣ ΩΣ ΧΟΜΠΙ
Ο David Lowery είναι κυρίως μικρομηκάς και μοντέρ, έχει όμως προλάβει να σκηνοθετήσει και μερικές μεγάλου μήκους ταινίες. "Ο Κύριος & το Όπλο" (The Old Man & the Gun) του 2018 ευτυχεί να έχει στο καστ του τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ (στον τελευταίο του ίσως ρόλο), τη Σίσι Σπέισεκ, τον Κέισι Άφλεκ, τον Ντάνι Γκλόβερ και τον πάντοτε cult Τομ Γουέιτς.
Στη δεκαετία του 80 ένας ηλικιωμένος, ευγενέστατος, χαμογελαστός και σε όλους συμπαθής κύριος ληστεύει κατ' εξακολούθησιν τράπεζες με τη βοήθεια δύο επίσης ηλικιωμένων φίλων του. Όταν όμως σε μια από τις ληστείες του τυχαίνει να βρίσκεται στην τράπεζα ένας νεαρός αστυνομικός, ο τελευταίος βάζει σκοπό της ζωής του να σκαλίσει την υπόθεση και να συλλάβει τους ενόχους. Και, όπως αποδεικνύεται, ο συμπαθέστατος ηλικιωμένος έχει πλούσιο παρελθόν...
Το φιλμ βασίζεται στην αληθινή ιστορία του Φόρεστ Τάκερ, ο οποίος, εκτός από πολλές ληστείες, είχε δραπετεύσει από φυλακές - στις οποίες μπαινόβγαινε από τη δεκαετία του 30 - 16 φορές (!), ως άλλος Πεταλούδας. Ως ταινία είναι feelgood, διαθέτοντας και αρκετό χιούμορ, και συγχρόνως κλείνει το μάτι στα παλιά αστυνομικά των 70ς κυρίως - μεταξύ των οποίων και φιλμ που πρωταγωνιστούσε ο ίδιος ο Ρέντφορντ. Οι cool, ήσυχοι, συμπαθείς ληστές, η μη βίαιη ατμόσφαιρα, η έλλειψη αυτού που σήμερα αποκαλούμε "καταιγιστική δράση" (για καλό το λέω, δεν πρόκειται για action movie), το κλασικό μοτίβο του αστυνομικού που κατά βάθος συμπαθεί τον κακοποιό που κυνηγά, όλα είναι παρόντα στο φιλμ. Όσο για την εγκληματική δράση (αναίμακτες ληστείες και διαρκείς αποδράσεις) εδώ παρουσιάζονται ως σχεδόν φυσική ανάγκη του δράστη. Δεν το κάνει από ανάγκη, αλλά κάπως σαν από χόμπι. Αυτό είναι η ζωή του. Τα υπόλοιπα (και ο έρωτα ακόμα) βρίσκονται σε δεύτερη μοίρα.
Ευχάριστο φιλμ, επίτηδες "παλιομοδίτικοτο", το είδα με σχετικό ενδιαφέρον, δεν μπορώ όμως να το χαρακτηρίσω μεγάλη ταινία. Απλώς συμπαθητικό.
Στη δεκαετία του 80 ένας ηλικιωμένος, ευγενέστατος, χαμογελαστός και σε όλους συμπαθής κύριος ληστεύει κατ' εξακολούθησιν τράπεζες με τη βοήθεια δύο επίσης ηλικιωμένων φίλων του. Όταν όμως σε μια από τις ληστείες του τυχαίνει να βρίσκεται στην τράπεζα ένας νεαρός αστυνομικός, ο τελευταίος βάζει σκοπό της ζωής του να σκαλίσει την υπόθεση και να συλλάβει τους ενόχους. Και, όπως αποδεικνύεται, ο συμπαθέστατος ηλικιωμένος έχει πλούσιο παρελθόν...
Το φιλμ βασίζεται στην αληθινή ιστορία του Φόρεστ Τάκερ, ο οποίος, εκτός από πολλές ληστείες, είχε δραπετεύσει από φυλακές - στις οποίες μπαινόβγαινε από τη δεκαετία του 30 - 16 φορές (!), ως άλλος Πεταλούδας. Ως ταινία είναι feelgood, διαθέτοντας και αρκετό χιούμορ, και συγχρόνως κλείνει το μάτι στα παλιά αστυνομικά των 70ς κυρίως - μεταξύ των οποίων και φιλμ που πρωταγωνιστούσε ο ίδιος ο Ρέντφορντ. Οι cool, ήσυχοι, συμπαθείς ληστές, η μη βίαιη ατμόσφαιρα, η έλλειψη αυτού που σήμερα αποκαλούμε "καταιγιστική δράση" (για καλό το λέω, δεν πρόκειται για action movie), το κλασικό μοτίβο του αστυνομικού που κατά βάθος συμπαθεί τον κακοποιό που κυνηγά, όλα είναι παρόντα στο φιλμ. Όσο για την εγκληματική δράση (αναίμακτες ληστείες και διαρκείς αποδράσεις) εδώ παρουσιάζονται ως σχεδόν φυσική ανάγκη του δράστη. Δεν το κάνει από ανάγκη, αλλά κάπως σαν από χόμπι. Αυτό είναι η ζωή του. Τα υπόλοιπα (και ο έρωτα ακόμα) βρίσκονται σε δεύτερη μοίρα.
Ευχάριστο φιλμ, επίτηδες "παλιομοδίτικοτο", το είδα με σχετικό ενδιαφέρον, δεν μπορώ όμως να το χαρακτηρίσω μεγάλη ταινία. Απλώς συμπαθητικό.
Τρίτη, Οκτωβρίου 23, 2018
ΠΕΡΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΩΝ ΦΟΡΕΜΑΤΩΝ (IN FABRIC)
Ο Peter Strickland είναι ένας βρετανός σκηνοθέτης (η μητέρα του είναι ελληνίδα), ο οποίος το 2018 γύρισε το "In Fabric" (Το Στοιχειωμένο Φόρεμα), ένα συνδυασμό ταινίας τρόμου και κωμωδίας.
Όλα στρέφονται γύρω από ένα κατάστημα γυναικείων ρούχων, το οποίο προσφέρει χειμερινές εκπτώσεις. Το προσωπικό - και κυρίως ο ιδιοκτήτης - είναι (ας το πούμε επιεικώς) "παράξενοι", ενώ το πλήθος συνωστίζεται για να διαλέξει ρούχα της αρεσκείας του. Από εκεί μια κοπέλα θα αγοράσει ένα κόκκινο φόρεμα, το οποίο αποδεικνύεται... στοιχειωμένο και προκαλεί κακό στον εκάστοτε ιδιοκτήτη του. Την πορεία του φορέματος αυτού παρακολουθούμε και το τι (κακό) συμβαίνει σε όσους το φοράνε.
Η ταινία είναι φυσικά μια μαύρη κωμωδία. Πάνω απ' όλα πρόκειται για έναν φόρο τιμής στα ιταλικά giallo των 60ς και 70ς, με τις γκλαμουράτες και με ολίγον "μάτι" εικόνες, τις χαρακτηριστικές μουσικές και τα μάλλον ελλειπή σενάρια. Στο συγκεκριμένο φιλμ συνυπάρχουν παράξενες συμπεριφορές, ανεξήγητα σημεία ή γεγονότα (άγνωστο το τι ακριβώς είναι και από πού ξεφύτρωσε το περίφημο κατάστημα) και, βέβαια, μια εντονότατη και βιτριολική κριτική στον καταναλωτισμό της εποχής μας (με αποκορύφωμα τη σκηνή όπου οι πελάτες σχεδόν σκοτώνονται για το ποιος θα προλάβει τα προϊόντα με έκπτωση), αλλά και ένα σχόλιο για τη σαγήνη που προκαλεί η τηλεοπτική ηλιθιότητα.
Καλά όλα αυτά, πλάκα έχουν και είδα το φιλμ σχετικά ευχάριστα, δεν μου είπε όμως και τίποτα ιδιαίτερο. Αρκετά περίεργος και ιδιαίτερος (έστω και αν όχι πάντα πετυχημένος) είναι πάντως ο Strickland, οπότε ας τον παρακολουθούμε καλού - κακού.
Όλα στρέφονται γύρω από ένα κατάστημα γυναικείων ρούχων, το οποίο προσφέρει χειμερινές εκπτώσεις. Το προσωπικό - και κυρίως ο ιδιοκτήτης - είναι (ας το πούμε επιεικώς) "παράξενοι", ενώ το πλήθος συνωστίζεται για να διαλέξει ρούχα της αρεσκείας του. Από εκεί μια κοπέλα θα αγοράσει ένα κόκκινο φόρεμα, το οποίο αποδεικνύεται... στοιχειωμένο και προκαλεί κακό στον εκάστοτε ιδιοκτήτη του. Την πορεία του φορέματος αυτού παρακολουθούμε και το τι (κακό) συμβαίνει σε όσους το φοράνε.
Η ταινία είναι φυσικά μια μαύρη κωμωδία. Πάνω απ' όλα πρόκειται για έναν φόρο τιμής στα ιταλικά giallo των 60ς και 70ς, με τις γκλαμουράτες και με ολίγον "μάτι" εικόνες, τις χαρακτηριστικές μουσικές και τα μάλλον ελλειπή σενάρια. Στο συγκεκριμένο φιλμ συνυπάρχουν παράξενες συμπεριφορές, ανεξήγητα σημεία ή γεγονότα (άγνωστο το τι ακριβώς είναι και από πού ξεφύτρωσε το περίφημο κατάστημα) και, βέβαια, μια εντονότατη και βιτριολική κριτική στον καταναλωτισμό της εποχής μας (με αποκορύφωμα τη σκηνή όπου οι πελάτες σχεδόν σκοτώνονται για το ποιος θα προλάβει τα προϊόντα με έκπτωση), αλλά και ένα σχόλιο για τη σαγήνη που προκαλεί η τηλεοπτική ηλιθιότητα.
Καλά όλα αυτά, πλάκα έχουν και είδα το φιλμ σχετικά ευχάριστα, δεν μου είπε όμως και τίποτα ιδιαίτερο. Αρκετά περίεργος και ιδιαίτερος (έστω και αν όχι πάντα πετυχημένος) είναι πάντως ο Strickland, οπότε ας τον παρακολουθούμε καλού - κακού.
Δευτέρα, Οκτωβρίου 22, 2018
"ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ" Ή ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙς ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ
Τελικά οι ιρανοί έχουν παγιώσει μια εξαιρετική σχολή κοινωνικού ρεαλισμού, καταφέρνοντας να ανανεώνονται συνεχώς και να βρίσκουν πρωτότυπες ιδέες για να δημιουργούν δράματα που πολλές φορές αγγίζουν τα όρια του (κοινωνικά) εφιαλτικού. Δεν πρόκειται δηλαδή για αυτό που λεμε "φέτα ζωής", αλλά δράματα με συχνά πολύπλοκες ιστορίες, τα οποία βεβαίως διαδραματίζονται σε εντελώς ρεαλιστικό πλαίσιο. Στα χνάρια του καλύτερου σήμερα ιρανού σκηνοθέτη, του Farahdi, κινείται λοιπόν η δεύτερη ταινία του Vahid Jalilvand "Περίπτωση Συνείδησης" (No Date, No Sign ο αγγλόφωνος τίτλος) του 2017.
Όπου ένας γιατρός εμπλέκεται μια νύχτα σε ένα τροχαίο ατύχημα, χτυπώντας - δίχως να είναι δικό του λάθος - ένα μηχανάκι στο οποίο επιβαίνει τετραμελής οικογένεια. Όλοι μοιάζουν να είναι καλά, ο γιατρός τους αποζημειώνει επί τόπου διότι δεν έχει πληρώσει την ασφάλεια του αυτοκινήτου του και δεν θέλει να εμπλακεί η αστυνομία, προσφέρεται να τους πάει στο νοσοκομείο, αν και δεν υπάρχουν εμφανείς πληγές, αλλά ο πατέρας αρνείται και εξαφανίζεται στο σκοτάδι. Το πρωί της άλλης μέρας όμως φέρνουν στο νοσοκομείο όπου εργάζεται ο γιατρός το δεκάχρονο αγοράκι της οικογένειας νεκρό. Η νεκροψία δείχνει τροφική δηλητηρίαση, μήπως όμως πρόκειται για (αόρατο) εγκεφαλικό τραύμα από το δυστύχημα; Ο κόσμος του γιατρού αρχίζει να καταρρέει.
Εδώ συνυπάρχουν ανάλυση χαρακτήρων, σημασία στη λεπτομέρεια και στοχασμός πάνω στο θέμα της ευθύνης. Μια απλή παράλειψη, η άρνηση μιας μικρής σε πρώτη ανάγνωση υποχρέωσης, μπορεί να έχει πολλαπλάσιες επιπτώσεις και να πάρει εφιαλτικές διαστάσεις. Διότι, όπως θα δείτε, στη συγκεκριμένη ιστορία θα εμπλακούν - και θα καταστραφούν - και άλλοι. Είναι σαν το μικρό πετραδάκι που πέφτει στην ήρεμη λίμνη, κι όμως δημιουργεί στο νερό αναταράξεις σε μεγάλη ακτίνα. Και αφορά πολλών ειδών σχέσεις: Επαγγελματικές, οικογενειακές, ηθικές, ψυχολογικές κλπ.
Καλή ταινία, αν βεβαίως σας ενδιαφέρει ο (εμπνευσμένος και επινοητικός) ρεαλισμός. Όχι, δεν είναι θεαματική, όλα εδώ είναι θέμα σεναρίου, αλλά όντως αξίζει τον κόπο.
Όπου ένας γιατρός εμπλέκεται μια νύχτα σε ένα τροχαίο ατύχημα, χτυπώντας - δίχως να είναι δικό του λάθος - ένα μηχανάκι στο οποίο επιβαίνει τετραμελής οικογένεια. Όλοι μοιάζουν να είναι καλά, ο γιατρός τους αποζημειώνει επί τόπου διότι δεν έχει πληρώσει την ασφάλεια του αυτοκινήτου του και δεν θέλει να εμπλακεί η αστυνομία, προσφέρεται να τους πάει στο νοσοκομείο, αν και δεν υπάρχουν εμφανείς πληγές, αλλά ο πατέρας αρνείται και εξαφανίζεται στο σκοτάδι. Το πρωί της άλλης μέρας όμως φέρνουν στο νοσοκομείο όπου εργάζεται ο γιατρός το δεκάχρονο αγοράκι της οικογένειας νεκρό. Η νεκροψία δείχνει τροφική δηλητηρίαση, μήπως όμως πρόκειται για (αόρατο) εγκεφαλικό τραύμα από το δυστύχημα; Ο κόσμος του γιατρού αρχίζει να καταρρέει.
Εδώ συνυπάρχουν ανάλυση χαρακτήρων, σημασία στη λεπτομέρεια και στοχασμός πάνω στο θέμα της ευθύνης. Μια απλή παράλειψη, η άρνηση μιας μικρής σε πρώτη ανάγνωση υποχρέωσης, μπορεί να έχει πολλαπλάσιες επιπτώσεις και να πάρει εφιαλτικές διαστάσεις. Διότι, όπως θα δείτε, στη συγκεκριμένη ιστορία θα εμπλακούν - και θα καταστραφούν - και άλλοι. Είναι σαν το μικρό πετραδάκι που πέφτει στην ήρεμη λίμνη, κι όμως δημιουργεί στο νερό αναταράξεις σε μεγάλη ακτίνα. Και αφορά πολλών ειδών σχέσεις: Επαγγελματικές, οικογενειακές, ηθικές, ψυχολογικές κλπ.
Καλή ταινία, αν βεβαίως σας ενδιαφέρει ο (εμπνευσμένος και επινοητικός) ρεαλισμός. Όχι, δεν είναι θεαματική, όλα εδώ είναι θέμα σεναρίου, αλλά όντως αξίζει τον κόπο.
Σάββατο, Οκτωβρίου 20, 2018
Η CLEO ΑΠΟ ΤΙΣ 5 ΩΣ ΤΙΣ 7 (ΣΕ REAL TIME)
Το 1961 η γαλλική nouvel vague βρισκεται στο αποκορύφωμά της. Τότε μια από τις πρωτεργάτιδές της, η Agnes Varda, γυρίζει το "Cleo de 5 a 7" με την πανέμορφη - και άγνωστη σχετικά - Corinne Marchant στον κύριο ρόλο.
Όπως ακριβώς λέει ο τίτλος, το φιλμ παρακολουθεί δύο ώρες από τη ζωή μιας νέας γυναίκας την μακρύτερη ημέρα του χρόνου. Είναι μια ανερχόμενη τραγουδίστρια, που πρόσφατα κυκλοφόρησε κάποιους μικρούς δίσκους. Η κοπέλα ανησυχεί για τα αποτελέσματα των ιατρικών της εξετάσεων. Στην αρχή είναι γεμάτη καπρίτσια, με τη διάθεσή της να αλλάζει διαρκώς, σχεδόν ενοχλητική θα λέγαμε. Η ζωή της είναι γεμάτη - σύντομες συναντήσεις με τον συνθέτη και τον στιχουργό της, τον αρκετά μεγαλύτερο - και βιαστικό - εραστή της, μια φίλη της μοντέλο ενός γλύπτη, ένα μηχανικό προβολής σε σινεμά, έναν νέο στο πάρκο... Όσο η ώρα προχωρά, και μέσα από τις ποικίλες αυτές συναντήσεις, η ηρωίδα θα γίνει πιο ανθρώπινη, πιο ανεκτική και, τελικά, πιο χαλαρή και φιλική στη ζωή και τον κόσμο.
Κλασικό δείγμα του πρωτοποριακού γαλλικού σινεμά της εποχής, η ταινία παρουσιάζει αυτό που θα λέγαμε "μια φέτα ζωής" - και ταυτόχρονα μια βόλτα στο Παρίσι της εποχής. Γλυκόπικρο, τρυφερό και απρόσμενα φρέσκο μετά από τόσο χρόνια, αποτυπώνει συγχρόνως το κλίμα και την ατμόσφαιρα της περιόδου. Τέχνη, έρωτας, ζωή, φιλία, δουλειά, καθημερινότητα, όλα θα προλάβουν να περάσουν από το φακό της Βαρντά τις δύο αυτές ώρες (οι οποίες θα μπορούσαν να είναι μια μικρογραφία της ζωής). Και μαζί (κλείσιμο ματιού σε φίλους και συναδέλφους της) σε guest εμφανίσεις ο μεγάλος συνθέτης Μισέλ Λεγκράν και ο Γκοντάρ (ως ήρωας μιας μικρού μήκους βωβής κωμικής ταινίας που παρακολουθεί σε ένα σινεμά η ηρωίδα). Η αέρινη σκηνοθεσία είναι γεμάτη ιδέες, η ματιά πρωτοποριακή για την εποχή, τα "εσωτερικά" παιχνίδια παρόντα. Και όλα αυτά μαζί συνθέτουν ένα κλασικό φιλμ της πρωτοπορίας.
Κλασικό για σινεφίλ, απολαυστικό μέχρι σήμερα, αλλά προσοχή σ' αυτό που είπα προηγουμένως: Για σινεφίλ. Ίσως το κοινό που αρέσκεται αποκλειστικά στο Χόλιγουντ (ιδίως στο σύγχρονο) να κουραστεί ή να μην καταλάβει τη φρέσκια, σχεδόν πειραματική ματιά της σημαντικής αυτής δημιουργού.
Όπως ακριβώς λέει ο τίτλος, το φιλμ παρακολουθεί δύο ώρες από τη ζωή μιας νέας γυναίκας την μακρύτερη ημέρα του χρόνου. Είναι μια ανερχόμενη τραγουδίστρια, που πρόσφατα κυκλοφόρησε κάποιους μικρούς δίσκους. Η κοπέλα ανησυχεί για τα αποτελέσματα των ιατρικών της εξετάσεων. Στην αρχή είναι γεμάτη καπρίτσια, με τη διάθεσή της να αλλάζει διαρκώς, σχεδόν ενοχλητική θα λέγαμε. Η ζωή της είναι γεμάτη - σύντομες συναντήσεις με τον συνθέτη και τον στιχουργό της, τον αρκετά μεγαλύτερο - και βιαστικό - εραστή της, μια φίλη της μοντέλο ενός γλύπτη, ένα μηχανικό προβολής σε σινεμά, έναν νέο στο πάρκο... Όσο η ώρα προχωρά, και μέσα από τις ποικίλες αυτές συναντήσεις, η ηρωίδα θα γίνει πιο ανθρώπινη, πιο ανεκτική και, τελικά, πιο χαλαρή και φιλική στη ζωή και τον κόσμο.
Κλασικό δείγμα του πρωτοποριακού γαλλικού σινεμά της εποχής, η ταινία παρουσιάζει αυτό που θα λέγαμε "μια φέτα ζωής" - και ταυτόχρονα μια βόλτα στο Παρίσι της εποχής. Γλυκόπικρο, τρυφερό και απρόσμενα φρέσκο μετά από τόσο χρόνια, αποτυπώνει συγχρόνως το κλίμα και την ατμόσφαιρα της περιόδου. Τέχνη, έρωτας, ζωή, φιλία, δουλειά, καθημερινότητα, όλα θα προλάβουν να περάσουν από το φακό της Βαρντά τις δύο αυτές ώρες (οι οποίες θα μπορούσαν να είναι μια μικρογραφία της ζωής). Και μαζί (κλείσιμο ματιού σε φίλους και συναδέλφους της) σε guest εμφανίσεις ο μεγάλος συνθέτης Μισέλ Λεγκράν και ο Γκοντάρ (ως ήρωας μιας μικρού μήκους βωβής κωμικής ταινίας που παρακολουθεί σε ένα σινεμά η ηρωίδα). Η αέρινη σκηνοθεσία είναι γεμάτη ιδέες, η ματιά πρωτοποριακή για την εποχή, τα "εσωτερικά" παιχνίδια παρόντα. Και όλα αυτά μαζί συνθέτουν ένα κλασικό φιλμ της πρωτοπορίας.
Κλασικό για σινεφίλ, απολαυστικό μέχρι σήμερα, αλλά προσοχή σ' αυτό που είπα προηγουμένως: Για σινεφίλ. Ίσως το κοινό που αρέσκεται αποκλειστικά στο Χόλιγουντ (ιδίως στο σύγχρονο) να κουραστεί ή να μην καταλάβει τη φρέσκια, σχεδόν πειραματική ματιά της σημαντικής αυτής δημιουργού.
Παρασκευή, Οκτωβρίου 19, 2018
ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΣΤΗΝ "ΑΝΥΠΑΚΟΗ"
Ο Sebastian Lelio είναι ο χιλιανός σκηνοθέτης που κατόρθωσε να περάσει τα σύνορα της χώρας του με φιλμ όπως η "Γκλόρια" ή το οσκαρικό "Μια Φανταστική Γυναίκα". Έτσι το 2017 πάει στη Βρετανία και γυρίζει εκεί την "Ανυπακοή" με τη Ράιτσελ Γουάιζ σε έναν από τους βασικούς ρόλους.
Μετά το θάνατο του ραβίνου πατέρα της μια κοπέλα που έχει εγκαταλείψει πριν πολλά χρόνια την κλειστή και συντηρητική εβραϊκή κοινότητα της Βρετανίας και ζει στην Αμερική, θα επιστρέψει για την κηδεία. Εκεί θα ανακαλύψει ότι η καλύτερη παιδική της φίλη έχει παντρευτεί τον καλύτερο παιδικό της φίλο. Το πρόβλημαξεκινά όταν με την επιστροφή της θα αναζωπυρωθεί ένας εφηβικός λεσβιακός έρωτας, ο οποίος παλιά είχε προκαλέσει σκάνδαλο και που υπήρξε ο λόγος της φυγής της. Τα συναισθήματα και οι πράξεις του πρωταγωνιστικού τριγώνου θα αλλάξουν πολλές φορές...
Ο Λέλιο κάνει με σωστό τρόπο αυτό που έχουμε δει πολλές φορές: Κάτι απαγορευμένο ανθίζει στους κόλπους μιας συντηρητικής, κλειστής κοινότητας (δεν έχει καμιά σημασία αν εδώ μιλάμε για εβραίους. Θα μπορούσε να συμβαίνει στους κόλπους οποιασδήποτε τέτοιου είδους κοινωνίας. Θυμηθείτε, ας πούμε, το Brokeback Mountain). Έτσι κάτι που αλλού είναι - σχετικά - αποδεκτό, εδώ πρέπει να μείνει κρυφό, καταπιεσμένο και, κατά συνέπεια, πηγή αφόρητου άγχους για τους "δράστες" και μοχλός πλήρους ανατροπής παγιωμένων σχέσεων. Έτσι το κλίμα γίνεται ασφυκτικό και η απειλή κρέμεται μόνιμα πάνω από τα κεφάλια των πρωταγωνιστριών. Ένστικτο εναντίον πειθαρχίας λοιπόν, μόνο που εδώ αυτή η πειθαρχία δεν είναι κάτι που πρέπει ναυφίσταται για το κοινωνικό καλό, αλλά είναι επιβεβλημένο λόγω των μουχλιασμένων πεποιθήσεων μιας ουσιαστικά φανατικής κοινότητας. Αυτό που θα ξεσπάσει δεν είναι βίαιο. Σ' αυτό το φιλμ ο δημιουργός χειρίζεται με λεπτότητα τα συναισθήματα, τα οποία, το ξαναλέω, θα αλλάξουν συχνά με απρόβλεπτο τρόπο.
Καλή, σχετικά χαμηλότονη ταινία, που υποστηρίζει την ελευθερία απέναντι σε σκουριασμένες δομές, πλην όμως δεν παραβλέπει και το συχνά αδύνατο της ελευθερίας (ή της επιθυμίας) αυτής, τονίζοντας τις ανατροπές, ακόμα και τη δυστυχία που αυτή μπορεί να επιφέρει σε άλλα μέλη. Καλό λοιπόν, αλλά σε ένα μοτίβο που έχουμε ξαναδεί αρκετές φορές. Και μια γενική παρατήρηση: Ο Λέλιο ασχολείται σταθερά με λιγότερο ή περισσότερο αποκλίνουσες συμπεριφορές ή ταυτότητες στους κόλπους μιας "νορμάλ" (υποτίθεται) κοινωνίας.
Μετά το θάνατο του ραβίνου πατέρα της μια κοπέλα που έχει εγκαταλείψει πριν πολλά χρόνια την κλειστή και συντηρητική εβραϊκή κοινότητα της Βρετανίας και ζει στην Αμερική, θα επιστρέψει για την κηδεία. Εκεί θα ανακαλύψει ότι η καλύτερη παιδική της φίλη έχει παντρευτεί τον καλύτερο παιδικό της φίλο. Το πρόβλημαξεκινά όταν με την επιστροφή της θα αναζωπυρωθεί ένας εφηβικός λεσβιακός έρωτας, ο οποίος παλιά είχε προκαλέσει σκάνδαλο και που υπήρξε ο λόγος της φυγής της. Τα συναισθήματα και οι πράξεις του πρωταγωνιστικού τριγώνου θα αλλάξουν πολλές φορές...
Ο Λέλιο κάνει με σωστό τρόπο αυτό που έχουμε δει πολλές φορές: Κάτι απαγορευμένο ανθίζει στους κόλπους μιας συντηρητικής, κλειστής κοινότητας (δεν έχει καμιά σημασία αν εδώ μιλάμε για εβραίους. Θα μπορούσε να συμβαίνει στους κόλπους οποιασδήποτε τέτοιου είδους κοινωνίας. Θυμηθείτε, ας πούμε, το Brokeback Mountain). Έτσι κάτι που αλλού είναι - σχετικά - αποδεκτό, εδώ πρέπει να μείνει κρυφό, καταπιεσμένο και, κατά συνέπεια, πηγή αφόρητου άγχους για τους "δράστες" και μοχλός πλήρους ανατροπής παγιωμένων σχέσεων. Έτσι το κλίμα γίνεται ασφυκτικό και η απειλή κρέμεται μόνιμα πάνω από τα κεφάλια των πρωταγωνιστριών. Ένστικτο εναντίον πειθαρχίας λοιπόν, μόνο που εδώ αυτή η πειθαρχία δεν είναι κάτι που πρέπει ναυφίσταται για το κοινωνικό καλό, αλλά είναι επιβεβλημένο λόγω των μουχλιασμένων πεποιθήσεων μιας ουσιαστικά φανατικής κοινότητας. Αυτό που θα ξεσπάσει δεν είναι βίαιο. Σ' αυτό το φιλμ ο δημιουργός χειρίζεται με λεπτότητα τα συναισθήματα, τα οποία, το ξαναλέω, θα αλλάξουν συχνά με απρόβλεπτο τρόπο.
Καλή, σχετικά χαμηλότονη ταινία, που υποστηρίζει την ελευθερία απέναντι σε σκουριασμένες δομές, πλην όμως δεν παραβλέπει και το συχνά αδύνατο της ελευθερίας (ή της επιθυμίας) αυτής, τονίζοντας τις ανατροπές, ακόμα και τη δυστυχία που αυτή μπορεί να επιφέρει σε άλλα μέλη. Καλό λοιπόν, αλλά σε ένα μοτίβο που έχουμε ξαναδεί αρκετές φορές. Και μια γενική παρατήρηση: Ο Λέλιο ασχολείται σταθερά με λιγότερο ή περισσότερο αποκλίνουσες συμπεριφορές ή ταυτότητες στους κόλπους μιας "νορμάλ" (υποτίθεται) κοινωνίας.
Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2018
"THE CHANGELING" : ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ ΚΑΠΟΙΟΙ ΝΕΚΡΟΙ;
Ο Peter Medak, ούγγρος ο οποίος από τα 18 του ζει στη Βρετανία, έχει γυρίσει κατά καιρούς αξιόλογα φιλμ. Ανάμεσά τους νομίζω ότι βρίσκεται και το "The Changeling" (Απόλυτος Τρόμος) του 1980, με τον Τζορτζ Σκοτ στο βασικό ρόλο, μια ταινία τρόμου που πιστεύω ότι αντέχει μέχρι σήμερα.
Ο ήρωας, επιτυχημένοςς συνθέτης, αγοράζει ένα μεγάλο, παλιό σπίτι, σχετικά απομονωμένο, για να μπορεί να δουλεύει απερίσπαστος. Από την αρχή όμως παράξενα πράγματα θα αρχίσουν να συμβαίνουν εκεί. Στην αρχή σε ακουστικό επίπεδο, στη συνέχεια όμως... Όταν ανακαλύπτει ένα μυστηριώδες, κρυμμένο δωμάτιο, θα αφοσιωθεί, με τη βοήθεια της μεσίτριας, στο να ερευνήσει το μακρινό παρελθόν και να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί κάποτε στο σπίτι αυτό.
Όπως καταλάβατε πρόκειται για κλασική ιστορία στοιχειωμένου σπιτιού. Μία από τις καλύτερες του υποείδους αυτού μάλιστα, θα πρόσθετα εγώ, μαζί με το (παλιότερο) εξαιρετικό "The Haunting" φυσικα και μερικά άλλα φιλμ. Ατμοσφαιρικό, ανησυχητικό, τρομακτικό σε κάποια σημεία, διαθέτει και μια επί πλέον ιδιαιτερότητα: Από ένα σημείο και μετά μετατρέπεται - παράλληλα με το διαρκές στοιχείο του τρόμου βεβαίως - σε ένα είδος αστυνομικής ταινίας, καθώς οι ήρωες προσπαθούν ως ντετέκτιβ να ρίξουν φως στα γεγονότα του παρελθόντος μέσα από μεθοδική έρευνα. Και, όπως θα δούμε, όλα οδηγούν πολύ, μα πολύ ψηλά (κοινωνικά εννοώ).
Φριχτά, κρυμμένα μυστικά υψηλών τάξεων, τρομακτικά φαινόμενα, χρήση της (τότε) τεχνολογίας, πάνω απ' όλα όμως ανατριχιαστική ατμόσφαιρα, συνθέτουν μια πολύ καλή ταινία τρόμου, που λειτουργεί δίχως σούπερ ντούπερ εφέ και διαρκή "μπου" στα μούτρα μας. Εκεί, άλλωστε, έγκειται και η αξία της. Και όλων των ταινιών τρόμου, κατά τη γνώμη μου πάντοτε.
Ο ήρωας, επιτυχημένοςς συνθέτης, αγοράζει ένα μεγάλο, παλιό σπίτι, σχετικά απομονωμένο, για να μπορεί να δουλεύει απερίσπαστος. Από την αρχή όμως παράξενα πράγματα θα αρχίσουν να συμβαίνουν εκεί. Στην αρχή σε ακουστικό επίπεδο, στη συνέχεια όμως... Όταν ανακαλύπτει ένα μυστηριώδες, κρυμμένο δωμάτιο, θα αφοσιωθεί, με τη βοήθεια της μεσίτριας, στο να ερευνήσει το μακρινό παρελθόν και να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί κάποτε στο σπίτι αυτό.
Όπως καταλάβατε πρόκειται για κλασική ιστορία στοιχειωμένου σπιτιού. Μία από τις καλύτερες του υποείδους αυτού μάλιστα, θα πρόσθετα εγώ, μαζί με το (παλιότερο) εξαιρετικό "The Haunting" φυσικα και μερικά άλλα φιλμ. Ατμοσφαιρικό, ανησυχητικό, τρομακτικό σε κάποια σημεία, διαθέτει και μια επί πλέον ιδιαιτερότητα: Από ένα σημείο και μετά μετατρέπεται - παράλληλα με το διαρκές στοιχείο του τρόμου βεβαίως - σε ένα είδος αστυνομικής ταινίας, καθώς οι ήρωες προσπαθούν ως ντετέκτιβ να ρίξουν φως στα γεγονότα του παρελθόντος μέσα από μεθοδική έρευνα. Και, όπως θα δούμε, όλα οδηγούν πολύ, μα πολύ ψηλά (κοινωνικά εννοώ).
Φριχτά, κρυμμένα μυστικά υψηλών τάξεων, τρομακτικά φαινόμενα, χρήση της (τότε) τεχνολογίας, πάνω απ' όλα όμως ανατριχιαστική ατμόσφαιρα, συνθέτουν μια πολύ καλή ταινία τρόμου, που λειτουργεί δίχως σούπερ ντούπερ εφέ και διαρκή "μπου" στα μούτρα μας. Εκεί, άλλωστε, έγκειται και η αξία της. Και όλων των ταινιών τρόμου, κατά τη γνώμη μου πάντοτε.
Κυριακή, Οκτωβρίου 14, 2018
ΕΝΑ "ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΡΕΝΟ" ΠΟΥ ΤΑ ΕΧΕΙ ΟΛΑ
"Night Train" (Pociag) είναι ο τίτλος μιας πολωνικής ταινίας που γύρισε το 1959 ο σημαντικός πολωνός σκηνοθέτης Jerzy Kawalerowicz (1922-1907). Διαδραματίζεται ολόκληρη σε μια νύχτα πάνω σε ένα τρένο που ταξιδεύει.
Ένας άντρας επιβιβάζεται σε ένα τρένο. Είναι νευρικός, ανήσυχος, αγχωμένος. Από κάποιο λάθος στα εισητήρια αναγκάζεται να μοιραστεί το κουπέ του με μια όμορφη γυναίκα, η οποία αρνείται κατηγορηματικά να φύγει από αυτό (τυπικά το κουπέ ανήκει στον άντρα). Οι επιβάτες του τρένου είναι πολλοί και με πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Σιγά - σιγά γνωρίζουμε πολλούς απ' αυτούς, ακόμα και το προσωπικό του τρένου. Στο μεταξύ ένας δολοφόνος που διαφεύγει φαίνεται ότι έχει επίσης επιβιβαστεί σ' αυτό. Το γράφουν οι εφημερίδες και το γνωρίζουν οι ταξιδιώτες. Πθανόν είναι ένας από αυτούς. Ποιος όμως;
Το φιλμ διαδραματίζεται σε μία και μόνη νύχτα σε ένα τρένο. Υπάρχει, προφανώς, το αστυνομικό μυστήριο με τον δολοφόνο. Υπάρχουν όμως και πολλά άλλα. Ο Kawalerowicz ουσιαστικά επιδιώκει να δημιουργήσει ένα μικρόκοσμο, μια μικρογραφία της κοινωνίας στο κλειστό, ασφυκτικό αυτό περιβάλλον. Οι χαρακτήρες είναι ποικίλοι: Ο βασικός ήρωας, μυστηριώδης όσον αφορά το γιατί συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται, ο ερωτευμένος νεαρός, η όμορφη γυναικα του κουπέ, η σύζυγος ενός κρατικού υπαλλήλου που κυνηγά με πάθος την προσοχή οποιουδήποτε, ο νεαρός παπάς που συνοδεύει έναν πολύ ηλικιωμένο επίσκοπο, η ελεγκτής του τρένου και άλλοι πολλοί. Ένας αληθινός κόσμος κλεισμένος σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον. Ο έρωτας, το έγκλημα, η καχυποψία, η υποκρισία, οι λάθος βεβαιότητες, η ψυχολογία του όχλου και άλλα πολλά εξετάζονται στο φιλμ, το οποίο τελικά απότελεί ένα κοινωνικό σχόλιο, ενώ η κορύφωση έρχεται με το κυνήγι του δολοφόνου από όλους τους επιβάτες, μια σκηνή που ανατριχιαστικά θυμίζει λυντσάρισμα (και σύγχρονα γεγονότα).
Όμορφη ασπρομαυρη φωτογραφία, σασπένς και μυστήριο, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, οξυδερκής παρατήρηση χαρακτήρων και η αίσθηση ότι όσα συγκλονιστικά και να συμβούν, μετά η ζωή συνεχίζεται σα να μη συμβαίνει τίποτα, σα να έχουν όλα ξεχαστεί, συνθέτουν μια από τις κλασικές ταινίες του πολωνικού σινεμά, το οποίο δεν έπαψε ποτέ να τροφοδοτεί την 7η τέχνη με σημαντικούς δημιουργούς (θυμηθείτε τον Βάιντα, τον Πολάνσκι, τον Σκολιμόφσκι, τον Ζουλάφσκι κ.ά. )
Ένας άντρας επιβιβάζεται σε ένα τρένο. Είναι νευρικός, ανήσυχος, αγχωμένος. Από κάποιο λάθος στα εισητήρια αναγκάζεται να μοιραστεί το κουπέ του με μια όμορφη γυναίκα, η οποία αρνείται κατηγορηματικά να φύγει από αυτό (τυπικά το κουπέ ανήκει στον άντρα). Οι επιβάτες του τρένου είναι πολλοί και με πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Σιγά - σιγά γνωρίζουμε πολλούς απ' αυτούς, ακόμα και το προσωπικό του τρένου. Στο μεταξύ ένας δολοφόνος που διαφεύγει φαίνεται ότι έχει επίσης επιβιβαστεί σ' αυτό. Το γράφουν οι εφημερίδες και το γνωρίζουν οι ταξιδιώτες. Πθανόν είναι ένας από αυτούς. Ποιος όμως;
Το φιλμ διαδραματίζεται σε μία και μόνη νύχτα σε ένα τρένο. Υπάρχει, προφανώς, το αστυνομικό μυστήριο με τον δολοφόνο. Υπάρχουν όμως και πολλά άλλα. Ο Kawalerowicz ουσιαστικά επιδιώκει να δημιουργήσει ένα μικρόκοσμο, μια μικρογραφία της κοινωνίας στο κλειστό, ασφυκτικό αυτό περιβάλλον. Οι χαρακτήρες είναι ποικίλοι: Ο βασικός ήρωας, μυστηριώδης όσον αφορά το γιατί συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται, ο ερωτευμένος νεαρός, η όμορφη γυναικα του κουπέ, η σύζυγος ενός κρατικού υπαλλήλου που κυνηγά με πάθος την προσοχή οποιουδήποτε, ο νεαρός παπάς που συνοδεύει έναν πολύ ηλικιωμένο επίσκοπο, η ελεγκτής του τρένου και άλλοι πολλοί. Ένας αληθινός κόσμος κλεισμένος σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον. Ο έρωτας, το έγκλημα, η καχυποψία, η υποκρισία, οι λάθος βεβαιότητες, η ψυχολογία του όχλου και άλλα πολλά εξετάζονται στο φιλμ, το οποίο τελικά απότελεί ένα κοινωνικό σχόλιο, ενώ η κορύφωση έρχεται με το κυνήγι του δολοφόνου από όλους τους επιβάτες, μια σκηνή που ανατριχιαστικά θυμίζει λυντσάρισμα (και σύγχρονα γεγονότα).
Όμορφη ασπρομαυρη φωτογραφία, σασπένς και μυστήριο, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, οξυδερκής παρατήρηση χαρακτήρων και η αίσθηση ότι όσα συγκλονιστικά και να συμβούν, μετά η ζωή συνεχίζεται σα να μη συμβαίνει τίποτα, σα να έχουν όλα ξεχαστεί, συνθέτουν μια από τις κλασικές ταινίες του πολωνικού σινεμά, το οποίο δεν έπαψε ποτέ να τροφοδοτεί την 7η τέχνη με σημαντικούς δημιουργούς (θυμηθείτε τον Βάιντα, τον Πολάνσκι, τον Σκολιμόφσκι, τον Ζουλάφσκι κ.ά. )
Παρασκευή, Οκτωβρίου 12, 2018
ΜΙΑ ΧΑΖΗ (;) ΞΑΝΘΙΑ ΣΤΟΥΣ ΔΑΙΔΑΛΟΥΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΣΤΟ "LEGALLY BLONDE"
Καιρός να σας αποκαλύψω μια ακόμα προσωπική "ένοχη απόλαυση" (μπορείτε να βρίσετε ελεύθερα το φιλμ, δεν θα εκπλαγώ): Το "Legally Blonde" (Η Εκδίκηση της Ξανθιάς) του Robert Luketic του 2001, με τη Ρις Γουίδερσπουν στο βασικό ρόλο. Μια εκ πρώτης όψεως ηλίθια, κατ' εξοχήν αμερικάνικη κωμωδία, η οποία όμως μου προκαλεί αβίαστο γέλιο, με διασκεδάζει και, κατά βάθος ("κατά πολύ βάθος" θα πουν πολλοί) νομίζω ότι είναι έξυπνη και ευρηματική.
Όπου η ηρωίδα είναι μια αρχετυπική, σαν καρικατούρα, χαζή ξανθιά Μπάρμπι, όπως και όλες της οι φίλες (και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον), που ασχολείται μανιακά και αποκλειστικά με τη μόδα, το μανικιούρ - πεντικιούρ, τα ηλίθια θεματικά πάρτι, τα γυναικεία περιοδικά και όλον αυτό τον κόσμο της ασύλληπτης μπούρδας. Όταν όμως ο καλής οικογενείας, αρρενωπός γκόμενος τη παρατάει για να σπουδάσει νομική στο Χάρβαρντ, όπως απαιτείται από το χάι κοινωνικό του περιβάλλον, εκείνη θα αποφασίσει να τον πάρει πίσω με τον μόνο τρόπο που μπορεί (;): Πηγαίνοντας κι εκείνη... να σπουδάσει νομικά στο Χάρβαρντ (σα να λέμε μια γκόμενα που από το πρωί ως το βράδυ ξημεροβραδιάζεται με τη ζωή και το έργο του Ρουβά, να αποφασίζει από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνει πυρηνικός φυσικός!). Το τι θα ακολουθήσει εκεί δεν θα σας το πω. Ξαναλέω όμως ότι το βρίσκω διασκεδαστικότατο.
Εννοείται ότι δεν πρέπει ποτέ να πάρετε στα σοβαρά το φιλμ. Ούτε κι εκείνο άλλωστε παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του. Το σενάριο ανήκει στην κατηγορία αυτών που, πολύ απλά, δεν γίνονται με τίποτα. Ωστόσο και αστείο το βρίσκω και ευφάνταστος μου φαίνεται ο τρόπος που λύνει δύσκολα νομικά προβλήματα λόγω των αστείρευτων γνώσεών της σε απόλυτα κατινίστικα και ηλίθια θέματα (πώς, π.χ., ρίχνεις φως σε ένα έγκλημα επειδή γνωρίζεις τα πάντα για τις ετήσιες κολεξιόν τακουνιών της Prada;) Ταυτόχρονα νομίζω ότι υπάρχει και κάποιο "μήνυμα": τα πράγματα δεν είναι όπως εκ πρώτης όψεως φαίνονται, αλλά μπορεί άλλα να κρύβονται στο βάθος. Και, πιστεύω επίσης, ότι ασκείται και κριτική τόσο στο ξενέρωτο, άκαμπτο, "ξύλινο" νομικό σύστημα όσο και στην υποκρισία της "αριστοκρατίας" (αν μπορείς να αποκαλέσεις έτσι την πλούσια τάξη των ΗΠΑ) και στα διάφορα Χάρβαρντ, τα οποία στην ουσία, δεν είναι όπως θέλουν να περηφανεύονται, "ναοί της υψηλής γνώσης", παρά κλειστά κλαμπ για πλούσιους. Αν δεν ανήκεις σ' αυτούς, δεν...
Τέλος πάντων, μη μείνετε στα μηνύματα ή "μηνύματα". Απλώς αφεθείτε να διασκεδάσετε. Κι αν δεν τα καταφέρετε μπορείτε ελεύθερα να βρίσετε εμένα. Για το συγκεκριμένο φιλμ θα το δεχτώ.
Όπου η ηρωίδα είναι μια αρχετυπική, σαν καρικατούρα, χαζή ξανθιά Μπάρμπι, όπως και όλες της οι φίλες (και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον), που ασχολείται μανιακά και αποκλειστικά με τη μόδα, το μανικιούρ - πεντικιούρ, τα ηλίθια θεματικά πάρτι, τα γυναικεία περιοδικά και όλον αυτό τον κόσμο της ασύλληπτης μπούρδας. Όταν όμως ο καλής οικογενείας, αρρενωπός γκόμενος τη παρατάει για να σπουδάσει νομική στο Χάρβαρντ, όπως απαιτείται από το χάι κοινωνικό του περιβάλλον, εκείνη θα αποφασίσει να τον πάρει πίσω με τον μόνο τρόπο που μπορεί (;): Πηγαίνοντας κι εκείνη... να σπουδάσει νομικά στο Χάρβαρντ (σα να λέμε μια γκόμενα που από το πρωί ως το βράδυ ξημεροβραδιάζεται με τη ζωή και το έργο του Ρουβά, να αποφασίζει από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνει πυρηνικός φυσικός!). Το τι θα ακολουθήσει εκεί δεν θα σας το πω. Ξαναλέω όμως ότι το βρίσκω διασκεδαστικότατο.
Εννοείται ότι δεν πρέπει ποτέ να πάρετε στα σοβαρά το φιλμ. Ούτε κι εκείνο άλλωστε παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του. Το σενάριο ανήκει στην κατηγορία αυτών που, πολύ απλά, δεν γίνονται με τίποτα. Ωστόσο και αστείο το βρίσκω και ευφάνταστος μου φαίνεται ο τρόπος που λύνει δύσκολα νομικά προβλήματα λόγω των αστείρευτων γνώσεών της σε απόλυτα κατινίστικα και ηλίθια θέματα (πώς, π.χ., ρίχνεις φως σε ένα έγκλημα επειδή γνωρίζεις τα πάντα για τις ετήσιες κολεξιόν τακουνιών της Prada;) Ταυτόχρονα νομίζω ότι υπάρχει και κάποιο "μήνυμα": τα πράγματα δεν είναι όπως εκ πρώτης όψεως φαίνονται, αλλά μπορεί άλλα να κρύβονται στο βάθος. Και, πιστεύω επίσης, ότι ασκείται και κριτική τόσο στο ξενέρωτο, άκαμπτο, "ξύλινο" νομικό σύστημα όσο και στην υποκρισία της "αριστοκρατίας" (αν μπορείς να αποκαλέσεις έτσι την πλούσια τάξη των ΗΠΑ) και στα διάφορα Χάρβαρντ, τα οποία στην ουσία, δεν είναι όπως θέλουν να περηφανεύονται, "ναοί της υψηλής γνώσης", παρά κλειστά κλαμπ για πλούσιους. Αν δεν ανήκεις σ' αυτούς, δεν...
Τέλος πάντων, μη μείνετε στα μηνύματα ή "μηνύματα". Απλώς αφεθείτε να διασκεδάσετε. Κι αν δεν τα καταφέρετε μπορείτε ελεύθερα να βρίσετε εμένα. Για το συγκεκριμένο φιλμ θα το δεχτώ.
Πέμπτη, Οκτωβρίου 11, 2018
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΩΣ... ACTION HERO ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΜΠΟΥΡΔΕΣ ΣΤΟ "AIR FORCE ONE"
Ε, ναι. Μπορεί το Χόλιγουντ να βρίσκεται σήμερα στη χειρότερη (κατά τη γνώμη μου) φάση του, αλλά ακόμα και σε καλύτερες εποχές δεν έπαυε να παράγει - μεταξύ άλλων - και μεγάλες μπούρδες. Το "Air Force One" του 1997 του Wolfgang Petersen είναι μία απ' αυτές. Ο οποίος Petersen, γερμανός, ξεχώρισε στη χώρα του κυρίως με το "Das Boot" και, ως συνήθως, εκλήθη στο Χόλιγουντ, έκανε μια - δυο συμπαθητικές ταινίες και μετά... το χάος.
Εδώ λοιπόν το περίφημο Air Force One, το σούπερ ντούπερ και υπερεξοπλισμένο προεδρικό αεροσκάφος, μεταφέροντας τον ίδιο τον πρόεδρο, την οικογένειά του και πολλούς σημαντικούς συμβούλους, επιστρέφοντας εκ μετακομμουνιστικής Ρωσίας, πέφτει θύμα αδίστακτων και φανατικών τρομοκρατών που θέλουν να αναστηλώσουν το παλαιό καθεστώς της χώρας τους (τον κακό κομμουνισμό δηλαδή), οι οποίοι εκτελούν κάθε λίγο από έναν όμηρο (εν πτήσει όλα αυτά). Έλα ντε όμως που δεν έχουν υπολογίσει ότι ο πρόεδρος είναι ο Χάρισον Φορντ, βετεράνος του Βιετνάμ (ειρηνιστής και δημοκράτης κατά τα άλλα), ο οποίος διαφεύγει της ομηρίας και αρχίζει, μόνος εναντίον όλων, αντάρτικο εντός του αεροσκάφους, έως ότου τα πάντα γίνονται λίμπα (άλλοι κρεμιούνται από τις ανοιχτές πόρτες του - εν πτήσει πάντοτε - αεροσκάφους και τη γλυτώνουν, άλλοι επιχειρούν να το προσγειώσουν χωρις να έχουν ιδέα μετά το θανατο των πιλότων και πλήθος άλλα ευτράπελα). Ο πρόεδρος, ως Σβαρτσενέγκερ, μοιράζει μπουνιές και σφαίρες στους κακούς και... η συνέχεια επί της οθόνης.
Ήθελε να είναι μια ακόμα για ποπ κορν ταινία δράσης, απ' αυτές που τα μισά τουλάχιστον απ' όσα συμβαίνουν δεν γίνονται με τίποτα, η εμπλοκή όμως του προέδρου ως action hero και μιας χούφτας κάτι παράνω από ηρωικών κυβερνητικών αξιωματούχων στο όλο μπάχαλο κάνει το πράγμα επιεικώς γελοίο. Σκάει και το κλασικό "η οικογένεια πάνω απ' όλα" και γελάει έτσι και το παρδαλό κατσίκι.
Κατά τη γνώμη μου από τα χειρότερα action movies. Θα μπορούσαμε άνετα να το χαρακτηρίσουμε ως πέρα για πέρα προπαγανδιστικό (αν και για να λειτουργήσει ως προπαγάνδα κάτι τέτοιο θα έπρεπε κάποιος να έχει IQ υπό το μηδέν), και φυσικά διαθέτει καλούς - και - κακούς όσο δεν παίρνει άλλο. Τι να πω. Κρίμα στο καλό καστ (εκτός του Φορντ και ο Γκάρι Όλντμαν ως σούπερ κακός, και η Γκλεν Κλόουζ και ο Ούλιαμ Μέισι και άλλοι καλοί). Ξανά κρίμα.
Εδώ λοιπόν το περίφημο Air Force One, το σούπερ ντούπερ και υπερεξοπλισμένο προεδρικό αεροσκάφος, μεταφέροντας τον ίδιο τον πρόεδρο, την οικογένειά του και πολλούς σημαντικούς συμβούλους, επιστρέφοντας εκ μετακομμουνιστικής Ρωσίας, πέφτει θύμα αδίστακτων και φανατικών τρομοκρατών που θέλουν να αναστηλώσουν το παλαιό καθεστώς της χώρας τους (τον κακό κομμουνισμό δηλαδή), οι οποίοι εκτελούν κάθε λίγο από έναν όμηρο (εν πτήσει όλα αυτά). Έλα ντε όμως που δεν έχουν υπολογίσει ότι ο πρόεδρος είναι ο Χάρισον Φορντ, βετεράνος του Βιετνάμ (ειρηνιστής και δημοκράτης κατά τα άλλα), ο οποίος διαφεύγει της ομηρίας και αρχίζει, μόνος εναντίον όλων, αντάρτικο εντός του αεροσκάφους, έως ότου τα πάντα γίνονται λίμπα (άλλοι κρεμιούνται από τις ανοιχτές πόρτες του - εν πτήσει πάντοτε - αεροσκάφους και τη γλυτώνουν, άλλοι επιχειρούν να το προσγειώσουν χωρις να έχουν ιδέα μετά το θανατο των πιλότων και πλήθος άλλα ευτράπελα). Ο πρόεδρος, ως Σβαρτσενέγκερ, μοιράζει μπουνιές και σφαίρες στους κακούς και... η συνέχεια επί της οθόνης.
Ήθελε να είναι μια ακόμα για ποπ κορν ταινία δράσης, απ' αυτές που τα μισά τουλάχιστον απ' όσα συμβαίνουν δεν γίνονται με τίποτα, η εμπλοκή όμως του προέδρου ως action hero και μιας χούφτας κάτι παράνω από ηρωικών κυβερνητικών αξιωματούχων στο όλο μπάχαλο κάνει το πράγμα επιεικώς γελοίο. Σκάει και το κλασικό "η οικογένεια πάνω απ' όλα" και γελάει έτσι και το παρδαλό κατσίκι.
Κατά τη γνώμη μου από τα χειρότερα action movies. Θα μπορούσαμε άνετα να το χαρακτηρίσουμε ως πέρα για πέρα προπαγανδιστικό (αν και για να λειτουργήσει ως προπαγάνδα κάτι τέτοιο θα έπρεπε κάποιος να έχει IQ υπό το μηδέν), και φυσικά διαθέτει καλούς - και - κακούς όσο δεν παίρνει άλλο. Τι να πω. Κρίμα στο καλό καστ (εκτός του Φορντ και ο Γκάρι Όλντμαν ως σούπερ κακός, και η Γκλεν Κλόουζ και ο Ούλιαμ Μέισι και άλλοι καλοί). Ξανά κρίμα.
Δευτέρα, Οκτωβρίου 08, 2018
ΠΟΛΩΝΙΚΟ "SALTO"
Το "Salto" είναι μια πολωνική ταινία που γύρισε το 1965 ο Tadeusz Konwicki (1926-2015). Είναι ένα αλληγορικό, παράξενο φιλμ, το οποίο ωστόσο δεν με ικανοποίησε ιδιάιτερα.
Ένας άντρας, άγνωστο γιατί, πηδά από ένα τρένο. Κουτσαίνοντας ελαφρά θα φτάσει σε ένα κοντινό χωριό. Η παρουσία του εκεί θα ταράξει τις ισορροπίες, θα δημιουργήσει μίση και συμπάθειες, θα προκαλέσει συγκρούσεις και λατρείες, καθώς πολλοί θα τον θεωρήσουν μεσία (θα κάνει και ένα θαύμα) κι άλλοι απατεώνα. Και, όπως ίσως θέλει να μας πει η ταινία, είναι συνδυασμός και των δύο.
Η ταινία είναι καθαρά συμβολική, δίχως να ενδιαφέρεται οποιεσδήποτε ρεαλιστικές και αληθοφανείς καταστάσεις. Οι χαρακτήρες των χωρικών είναι συγκεκριμένοι, σαν θίασος που κάθε μέλος του ερμηνεύει ένα ρόλο και έχει ένα προσωπικό στιλ. Υποθέτω ότι συμβολίζουν ανθρώπινους ψυχισμούς - ή καταστάσεις της ανθρώπινης ψυχής (ο μέθυσος, ο καταπιεσμένος καλλιτέχνης, ο Δον Ζουάν κλπ). Άλλοι απ' αυτούς θα λατρέψουν τον αινιγματικό ήρωα, άλλοι θα τον μισήσουν. Σημειωτέον ότι ποτέ δεν θα μάθουμε την προέλευσή του, ποιος είναι, από πού έρχεται, πού πάει και γιατί κάνει ό,τι κάνει. Στο μεταξύ και οι διάλογοι είναι θεατρικοί, αόριστοι, δίχως ποτέ να λένε κάτι συγκεκριμένο. Γενικά το όλο κλίμα θυμίζει αρκετά θέατρο του παραλόγου.
Το φιλμ μάλλον με κούρασε. Δεν έπιασα πλήρως τον προβληματισμό του (ο ξένος που καταστρέφει τις ισορροπίες, ένας προβληματισμός για το αν χρειαζόμαστε μεσίες, μια πινακοθήκη ανθρώπινων τύπων ή τί;). Κυρίως με ενόχλησαν οι θεατρικοί, στομφώδεις διάλογοι. Πάντως διαθέτει κάποιο ενδιαφέρον ως φιλμικό αξιοπερίεργο - και μάλιστα από τη συγκεκριμένη χώρα, τη συγκεκριμένη εποχή. Επίσης προσέξτε δύο πράγματα: Πρώτα τον πρωταγωνιστή Ζμπίγκνιεφ Τσιμπούλσκι (είναι αυτός που έπαιζε και στο θαυμάσιο "Στάχτες και Διαμάντια"), τον επονομαζομενο και "πολωνό Τζέιμς Ντιν", ο οποίος έκανε μια σύντομη λαμπρή καριέρα στο σινεμά της χώρας του και σκοτώθηκε σε δυστύχημα στα 39 του. Και, έπειτα, σημειώστε ότι στην κομμουνιστική Πολωνία δεν άνθησε μόνο ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, αλλά ο κινηματογράφος της διέθετε εξαιρετική ποικιλία και τόλμη. Για δείγματά του άλλωστε θα μιλήσουμε και σε άλλες ανατρήσεις.
Ένας άντρας, άγνωστο γιατί, πηδά από ένα τρένο. Κουτσαίνοντας ελαφρά θα φτάσει σε ένα κοντινό χωριό. Η παρουσία του εκεί θα ταράξει τις ισορροπίες, θα δημιουργήσει μίση και συμπάθειες, θα προκαλέσει συγκρούσεις και λατρείες, καθώς πολλοί θα τον θεωρήσουν μεσία (θα κάνει και ένα θαύμα) κι άλλοι απατεώνα. Και, όπως ίσως θέλει να μας πει η ταινία, είναι συνδυασμός και των δύο.
Η ταινία είναι καθαρά συμβολική, δίχως να ενδιαφέρεται οποιεσδήποτε ρεαλιστικές και αληθοφανείς καταστάσεις. Οι χαρακτήρες των χωρικών είναι συγκεκριμένοι, σαν θίασος που κάθε μέλος του ερμηνεύει ένα ρόλο και έχει ένα προσωπικό στιλ. Υποθέτω ότι συμβολίζουν ανθρώπινους ψυχισμούς - ή καταστάσεις της ανθρώπινης ψυχής (ο μέθυσος, ο καταπιεσμένος καλλιτέχνης, ο Δον Ζουάν κλπ). Άλλοι απ' αυτούς θα λατρέψουν τον αινιγματικό ήρωα, άλλοι θα τον μισήσουν. Σημειωτέον ότι ποτέ δεν θα μάθουμε την προέλευσή του, ποιος είναι, από πού έρχεται, πού πάει και γιατί κάνει ό,τι κάνει. Στο μεταξύ και οι διάλογοι είναι θεατρικοί, αόριστοι, δίχως ποτέ να λένε κάτι συγκεκριμένο. Γενικά το όλο κλίμα θυμίζει αρκετά θέατρο του παραλόγου.
Το φιλμ μάλλον με κούρασε. Δεν έπιασα πλήρως τον προβληματισμό του (ο ξένος που καταστρέφει τις ισορροπίες, ένας προβληματισμός για το αν χρειαζόμαστε μεσίες, μια πινακοθήκη ανθρώπινων τύπων ή τί;). Κυρίως με ενόχλησαν οι θεατρικοί, στομφώδεις διάλογοι. Πάντως διαθέτει κάποιο ενδιαφέρον ως φιλμικό αξιοπερίεργο - και μάλιστα από τη συγκεκριμένη χώρα, τη συγκεκριμένη εποχή. Επίσης προσέξτε δύο πράγματα: Πρώτα τον πρωταγωνιστή Ζμπίγκνιεφ Τσιμπούλσκι (είναι αυτός που έπαιζε και στο θαυμάσιο "Στάχτες και Διαμάντια"), τον επονομαζομενο και "πολωνό Τζέιμς Ντιν", ο οποίος έκανε μια σύντομη λαμπρή καριέρα στο σινεμά της χώρας του και σκοτώθηκε σε δυστύχημα στα 39 του. Και, έπειτα, σημειώστε ότι στην κομμουνιστική Πολωνία δεν άνθησε μόνο ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, αλλά ο κινηματογράφος της διέθετε εξαιρετική ποικιλία και τόλμη. Για δείγματά του άλλωστε θα μιλήσουμε και σε άλλες ανατρήσεις.
Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2018
ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ, ΚΑΘΗΛΩΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΕΡΩΤΑ ΣΤΟ "TRANSIT"
Εδώ και καιρό νομίζω ότι ο σημαντικότερος γερμανός σκηνοθέτης των τελευταίων χρόνων είναι ο Christian Petzold. Το "Transit", η ταινία του του 2018, το επιβεβαιώνει.
Σε μια φανταστική Ευρώπη του κοντινού μέλλοντος οι φασίστες έχουν καταλάβει (πάλι) μεγάλο μέρος της Ευρώπης και προελαύνουν. Ένας άντρας που συνδέεται με αντιστασιακούς υιοθετεί την ταυτότητα ενός συγγραφέα που αυτοκτόνησε και καταφεύγει στη Μασσαλία, περιμένοντας το υπερωκεάνειο που θα τον μεταφέρει στην Αμερική. Εκεί όμως θα συναντηθεί με τη σύζυγο του νεκρού συγγραφέα, η οποία, ειδοποιημένη από την αμερικανική πρεσβεία, πιστεύει ότι ο άντρας της ζει και τον περιμένει. Ένα παράξενο παιχνίδι θα αρχίσει ανάμεσα στους δυο τους, αγχωτικά καθηλωμένους στην πόλη, ενώ οι βάρβαροι πλησιάζουν.
Ευαίσθητη, κομψή, τρυφερή, αλλά και αγχωτική ταινία, που μιλά για τη δύναμη του έρωτα, την αίσθηση της ευθύνης και του καθήκοντος, το αναποφάσιστο της ανθρώπινης ψυχής, αλλά και για το τι θα διαλέξει κανείς - αν μπορεί να διαλέξει - όταν έρθει η δύσκολη ώρα των αποφάσεων, αφήνει το τέλος ανοιχτό, βασίζεται σε μυθιστόρημα της Anna Seghers και καταγράφει πτυχές του ανθρώπινου ψυχισμού σε ώρες κρίσης. Παράλληλα δημιουργεί ένα αγχωτικό κλίμα που τυλίγει τα πάντα και διαρκώς επιτείνεται. Και βέβαια, χρησιμοποιώντας τη φόρμα της πολιτικής φαντασίας, αποτελεί μια αλληγορία για τους κινδύνους που απειλούν την ήπειρό μας από την εφιαλτική άνοδο της ακροδεξιάς και ξυπνά τις τρομακτικές μνήμες από όσα συνέβησαν παλιότερα, τα οποία πιστεύαμε μέχρι πριν μερικά χρόνια ότι δεν θα ξαναζήσουμε ποτέ, αλλά... (το πολιτικό μέρος του φιλμ δεν ξεχνά και την τραγική μοίρα των μεταναστών σε μια τέτοια φριχτή περίπτωση).
Το απόλαυσα και, όπως είπα και στην αρχή, επιβεβαίωσα την ικανότητα και τη σημαντικότητα του γερμανού αυτού δημιουργού.
Σε μια φανταστική Ευρώπη του κοντινού μέλλοντος οι φασίστες έχουν καταλάβει (πάλι) μεγάλο μέρος της Ευρώπης και προελαύνουν. Ένας άντρας που συνδέεται με αντιστασιακούς υιοθετεί την ταυτότητα ενός συγγραφέα που αυτοκτόνησε και καταφεύγει στη Μασσαλία, περιμένοντας το υπερωκεάνειο που θα τον μεταφέρει στην Αμερική. Εκεί όμως θα συναντηθεί με τη σύζυγο του νεκρού συγγραφέα, η οποία, ειδοποιημένη από την αμερικανική πρεσβεία, πιστεύει ότι ο άντρας της ζει και τον περιμένει. Ένα παράξενο παιχνίδι θα αρχίσει ανάμεσα στους δυο τους, αγχωτικά καθηλωμένους στην πόλη, ενώ οι βάρβαροι πλησιάζουν.
Ευαίσθητη, κομψή, τρυφερή, αλλά και αγχωτική ταινία, που μιλά για τη δύναμη του έρωτα, την αίσθηση της ευθύνης και του καθήκοντος, το αναποφάσιστο της ανθρώπινης ψυχής, αλλά και για το τι θα διαλέξει κανείς - αν μπορεί να διαλέξει - όταν έρθει η δύσκολη ώρα των αποφάσεων, αφήνει το τέλος ανοιχτό, βασίζεται σε μυθιστόρημα της Anna Seghers και καταγράφει πτυχές του ανθρώπινου ψυχισμού σε ώρες κρίσης. Παράλληλα δημιουργεί ένα αγχωτικό κλίμα που τυλίγει τα πάντα και διαρκώς επιτείνεται. Και βέβαια, χρησιμοποιώντας τη φόρμα της πολιτικής φαντασίας, αποτελεί μια αλληγορία για τους κινδύνους που απειλούν την ήπειρό μας από την εφιαλτική άνοδο της ακροδεξιάς και ξυπνά τις τρομακτικές μνήμες από όσα συνέβησαν παλιότερα, τα οποία πιστεύαμε μέχρι πριν μερικά χρόνια ότι δεν θα ξαναζήσουμε ποτέ, αλλά... (το πολιτικό μέρος του φιλμ δεν ξεχνά και την τραγική μοίρα των μεταναστών σε μια τέτοια φριχτή περίπτωση).
Το απόλαυσα και, όπως είπα και στην αρχή, επιβεβαίωσα την ικανότητα και τη σημαντικότητα του γερμανού αυτού δημιουργού.
Πέμπτη, Οκτωβρίου 04, 2018
"ΜΑΝΙΑ" : ΕΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ CULT
Ο Γιώργος Πανουσόπουλος είναι σίγουρα από τους καλούς έλληνες σκηνοθέτες και έχει αφήσει το στίγμα του στο ελληνικό σινεμά. Το 1985 γυρίζει την πιο παράξενη ταινία του και μια από τις πλέον ιδιόρρυθμες του κινηματογράφου μας, τη "Μανία".
Μια συνηθισμένη γυναίκα με σύζυγο και παιδιά, πολύ πετυχημένη στη δουλειά της σε εταιρία ηλεκτρονικών υπολογιστών (στα σπάργανα τότε), βγάζει μια μέρα βόλτα τη μικρή της κόρη στον Εθνικό Κήπο. Όλα μοιάζουν αρχικά φυσιολογικά. Γονείς με παιδιά, ηλικιωμένοι, τα λίγα ζώα στα κλουβιά τους, οι μικροπωλητές... Δίχως να έχει μεσολαβήσει κάτι συγκεκριμένο, όσο περνά η ώρα το κομμάτι φύσης που βρίσκεται στην καρδιά της τσιμεντένιας πόλης αρχίζει να επιδρά έντονα στη γυναίκα. Μέσα της γιγαντώνονται βαθμιαία άγνωστες, απωθημένες επιθυμίες: Ένωση με τη φύση, ερωτισμός, ταύτιση με ζώα, επιστροφή σε μια πρωτόγονη ζωή. Όσο προχωρά η ώρα το ένστικτο παίρνει το πάνω χέρι εξαφανίζοντας κάθε μορφή λογικής και η κατάσταση (ή παράνοια;) κλιμακώνεται όλο και περισσότερο, ενώ στον Κήπο δημιουργείται πανδαιμόνιο.
Η ιστορία δεν είναι ξεκάθαρη, τίποτα δεν εξηγείται, το τέλος μένει ανοιχτό. Το φιλμ, όπως δήλωσε ο δημιουργός του, δεν είχε από πριν γραμμένο σενάριο. "Χτιζόταν" κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Μερικά απ' αυτά είναι εκπληκτικά (ακόμα απορεί κανείς πώς γυρίστηκαν οι σκηνές με τα ζώα που καλπάζουν ανεξέλεγκτα - με τους δεδομένους περιορισμούς της ελληνικής κινηματογραφίας). Όλο αυτό το αυτοσχεδιαστικό κλίμα ωστόσο καθόλου δεν με κούρασε. Το αντίθετο. Νομίζω ότι είναι από τις (πιθανόν σπάνιες) περιπτώσεις που λειτουργεί.
Τι θέλει να πει ο σκηνοθέτης; Σαφώς το φιλμ έχει να κάνει με μια παγανιστική διάθεση, με το στοιχείο του διονυσιασμού κόντρα στη λογική, το ξέσπασμα των ενστίκτων (ακόμα και των πιο σκοτεινών) απέναντι σε κάθε κοινωνικό περιορισμό και ταμπού, ενάντια στην καθημερινή, συμβατική ζωή όλων μας. Ως επιβεβαίωση, ακόμα και ο Πάνας θα εμφανιστεί (που τη μέρα κυκλοφορεί στον κήπο ως κλοσάρ). Άλλωστε ο Πανουσόπουλος πάντοτε ενδιαφερόταν έντονα για τον ερωτισμό στις ταινίες του. Στη συγκεκριμένη βρίσκω την όλη ιδέα έξυπνη: Το πώς ένα κομμάτι φύσης μπορεί να επιδράσει καθοριστικά και απελευθερωτικά (πέρα από κάθε ηθική) στον σύγχρονο αλλοτριωμένο άνθρωπο που - εκτός των κοινωνικών συμβάσεων - ζει αποκλειστικά σε τεχνητό περιβάλλον. Όσο για τη σκηνοθετική μεταμόρφωση σε ζούγκλα αυτής της μικρής νησίδας φύσης στην καρδιά της πόλης πιστέψτε με, παραμένει απόλυτα πειστική.
Σας είπα: Τίποτα δεν εξηγείται, τίποτα δεν είναι προσχεδιασμένο. Ίσως γι' αυτό το φιλμ να ξενίσει πολλούς. Να μην αρέσει καν. Ωστόσο κανείς δε μπορεί να αρνηθεί ότι πρόκειται για ένα από τα πλέον πρωτότυπα και ακατάτακτα δείγματα του ελληνικού σινεμά.
ΥΓ: Φαίνεται απίθανο, αλλά το φιλμ τότε είχε γνωρίσει μεγάλη επιτυχία στην... Ινδία, άγνωστο γιατί.
Μια συνηθισμένη γυναίκα με σύζυγο και παιδιά, πολύ πετυχημένη στη δουλειά της σε εταιρία ηλεκτρονικών υπολογιστών (στα σπάργανα τότε), βγάζει μια μέρα βόλτα τη μικρή της κόρη στον Εθνικό Κήπο. Όλα μοιάζουν αρχικά φυσιολογικά. Γονείς με παιδιά, ηλικιωμένοι, τα λίγα ζώα στα κλουβιά τους, οι μικροπωλητές... Δίχως να έχει μεσολαβήσει κάτι συγκεκριμένο, όσο περνά η ώρα το κομμάτι φύσης που βρίσκεται στην καρδιά της τσιμεντένιας πόλης αρχίζει να επιδρά έντονα στη γυναίκα. Μέσα της γιγαντώνονται βαθμιαία άγνωστες, απωθημένες επιθυμίες: Ένωση με τη φύση, ερωτισμός, ταύτιση με ζώα, επιστροφή σε μια πρωτόγονη ζωή. Όσο προχωρά η ώρα το ένστικτο παίρνει το πάνω χέρι εξαφανίζοντας κάθε μορφή λογικής και η κατάσταση (ή παράνοια;) κλιμακώνεται όλο και περισσότερο, ενώ στον Κήπο δημιουργείται πανδαιμόνιο.
Η ιστορία δεν είναι ξεκάθαρη, τίποτα δεν εξηγείται, το τέλος μένει ανοιχτό. Το φιλμ, όπως δήλωσε ο δημιουργός του, δεν είχε από πριν γραμμένο σενάριο. "Χτιζόταν" κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Μερικά απ' αυτά είναι εκπληκτικά (ακόμα απορεί κανείς πώς γυρίστηκαν οι σκηνές με τα ζώα που καλπάζουν ανεξέλεγκτα - με τους δεδομένους περιορισμούς της ελληνικής κινηματογραφίας). Όλο αυτό το αυτοσχεδιαστικό κλίμα ωστόσο καθόλου δεν με κούρασε. Το αντίθετο. Νομίζω ότι είναι από τις (πιθανόν σπάνιες) περιπτώσεις που λειτουργεί.
Τι θέλει να πει ο σκηνοθέτης; Σαφώς το φιλμ έχει να κάνει με μια παγανιστική διάθεση, με το στοιχείο του διονυσιασμού κόντρα στη λογική, το ξέσπασμα των ενστίκτων (ακόμα και των πιο σκοτεινών) απέναντι σε κάθε κοινωνικό περιορισμό και ταμπού, ενάντια στην καθημερινή, συμβατική ζωή όλων μας. Ως επιβεβαίωση, ακόμα και ο Πάνας θα εμφανιστεί (που τη μέρα κυκλοφορεί στον κήπο ως κλοσάρ). Άλλωστε ο Πανουσόπουλος πάντοτε ενδιαφερόταν έντονα για τον ερωτισμό στις ταινίες του. Στη συγκεκριμένη βρίσκω την όλη ιδέα έξυπνη: Το πώς ένα κομμάτι φύσης μπορεί να επιδράσει καθοριστικά και απελευθερωτικά (πέρα από κάθε ηθική) στον σύγχρονο αλλοτριωμένο άνθρωπο που - εκτός των κοινωνικών συμβάσεων - ζει αποκλειστικά σε τεχνητό περιβάλλον. Όσο για τη σκηνοθετική μεταμόρφωση σε ζούγκλα αυτής της μικρής νησίδας φύσης στην καρδιά της πόλης πιστέψτε με, παραμένει απόλυτα πειστική.
Σας είπα: Τίποτα δεν εξηγείται, τίποτα δεν είναι προσχεδιασμένο. Ίσως γι' αυτό το φιλμ να ξενίσει πολλούς. Να μην αρέσει καν. Ωστόσο κανείς δε μπορεί να αρνηθεί ότι πρόκειται για ένα από τα πλέον πρωτότυπα και ακατάτακτα δείγματα του ελληνικού σινεμά.
ΥΓ: Φαίνεται απίθανο, αλλά το φιλμ τότε είχε γνωρίσει μεγάλη επιτυχία στην... Ινδία, άγνωστο γιατί.
Τρίτη, Οκτωβρίου 02, 2018
ΜΕΞΙΚΑΝΙΚΗ ΔΥΣΤΟΠΙΑ ΣΤΟ "ΠΑΡΕ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΟ"
Ο μεξικανός Julio Hernandez Cordon έχει ήδη μερικές ταινίες στο ενεργητικό του. Το "Buy me a Gun" ("Comprame un revolver" ο πρωτότυπος τίτλος) του 2018 είναι μια δυστοπία που διαδραματίζεται σε απροσδιόριστο χρόνο σε ένα Μεξικό όπου (άγνωστο γιατί) οι περισσότερες γυναίκες έχουν εξαφανιστεί και πανίσχυρες συμμορίες ναρκέμπορων ελέγχουν τα πάντα.
Μέσα σ' αυτό το κλίμα τρόμου, βίας και ανέχειας ένας εθισμένος στα ναρκωτικά πατέρας που ζει σε τροχόσπιτο μεγαλώνει τη μικρή κόρη του, προσπαθώντας όσο μπορεί να την κρύβει από τις άγριες συμμορίες που τον επισκέπτονται για να παίξουν, μια που δουλειά του είναι να φροντίζει ένα γήπεδο μπέιζ μπολ. Το παιδί, που γνωρίζεται με τρία συνομίληκά της αγοράκια - φυγάδες, είναι ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής του φιλμ.
Αγχωτική ατμόσφαιρα, βία, ο φόβος να πλανάται διαρκώς παντού, ενδιαφέρουσες εικόνες και ένας απόηχος Mad Max (δίχως τη ξέφρενη δράση του τελευταίου), συνθέτουν τη δυστοπία που επινόησε ο δημιουργός αυτός. Με κράτησε και το παρακολούθησα με ενδιαφέρον. Στα μείον ωστόσο πρέπει να σημειωθούν τα πολλά σεναριακά κενά και η μη ανάπτυξη κάποιων χαρακτήρων που, από τη φύση τους, θα είχαν "πολύ ψωμί" (ο ανδρόγυνος αρχηγός της εφιαλτικής συμμορίας είναι για μένα το πιο εξώφθαλμο παράδειγμα. Κι όμως, τίποτα απολύτως δεν μας αποκαλύπτεται γι' αυτόν).
Το μέλλον που δείχνει ο σκηνοθέτης είναι δυστυχώς κοντά στην πραγματικότητα, με τα εξαγριωμένα καρτέλ ναρκωτικών και τα καθημερινά λουτρά αίματος στη χώρα. Ίσως αυτό το γεγονός κάνει πιο εφιαλτική την παρακολούθηση του φιλμ (το οποίο, για να το ξεκαθαρίσω, δεν είναι φιλμ τρόμου, απλώς υπάρχει διαρκώς η αγχωτική ατμόσφαιρα που λέγαμε). Ενδιαφέρον λοιπόν, δεν μετάνιωσα που το είδα, αλλά με πολλά κενά.
Μέσα σ' αυτό το κλίμα τρόμου, βίας και ανέχειας ένας εθισμένος στα ναρκωτικά πατέρας που ζει σε τροχόσπιτο μεγαλώνει τη μικρή κόρη του, προσπαθώντας όσο μπορεί να την κρύβει από τις άγριες συμμορίες που τον επισκέπτονται για να παίξουν, μια που δουλειά του είναι να φροντίζει ένα γήπεδο μπέιζ μπολ. Το παιδί, που γνωρίζεται με τρία συνομίληκά της αγοράκια - φυγάδες, είναι ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής του φιλμ.
Αγχωτική ατμόσφαιρα, βία, ο φόβος να πλανάται διαρκώς παντού, ενδιαφέρουσες εικόνες και ένας απόηχος Mad Max (δίχως τη ξέφρενη δράση του τελευταίου), συνθέτουν τη δυστοπία που επινόησε ο δημιουργός αυτός. Με κράτησε και το παρακολούθησα με ενδιαφέρον. Στα μείον ωστόσο πρέπει να σημειωθούν τα πολλά σεναριακά κενά και η μη ανάπτυξη κάποιων χαρακτήρων που, από τη φύση τους, θα είχαν "πολύ ψωμί" (ο ανδρόγυνος αρχηγός της εφιαλτικής συμμορίας είναι για μένα το πιο εξώφθαλμο παράδειγμα. Κι όμως, τίποτα απολύτως δεν μας αποκαλύπτεται γι' αυτόν).
Το μέλλον που δείχνει ο σκηνοθέτης είναι δυστυχώς κοντά στην πραγματικότητα, με τα εξαγριωμένα καρτέλ ναρκωτικών και τα καθημερινά λουτρά αίματος στη χώρα. Ίσως αυτό το γεγονός κάνει πιο εφιαλτική την παρακολούθηση του φιλμ (το οποίο, για να το ξεκαθαρίσω, δεν είναι φιλμ τρόμου, απλώς υπάρχει διαρκώς η αγχωτική ατμόσφαιρα που λέγαμε). Ενδιαφέρον λοιπόν, δεν μετάνιωσα που το είδα, αλλά με πολλά κενά.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 30, 2018
"ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ" Ή ΜΙΑ ΝΕΑ ΑΡΧΗ
Ο Roman Bondarchuk είναι ουκρανός ντοκιμαντερίστας και το "Vulkan" (Ηφαίστειο) του 2018 είναι η πρώτη του ταινία μυθοπλασίας. Διαδραματίζεται στην ουκρανική στέπα, σε μέρος της οποίας (μάλλον, διότι δεν δίνονται και πολλές πληροφορίες) μόλις έχουν προσαρτήσει οι ρώσοι και η κατάσταση είναι κάτι παραπάνω από ρευστή. Το θέμα της όμως δεν είναι ιστορικό ή πολεμικό. Κάθε άλλο.
Ένας εργαζόμενος στον ΟΟΣΑ ουκρανός συνοδεύει ευρωπαίους ως μεταφραστής, όταν το αυτοκίνητό τους παθαίνει βλάβη στο πουθενά της ουκρανικής στέπας. Ψάχνοντας για βοήθεια θα βρεθεί σε ένα ξεχασμένο, μίζερο χωριό και, όταν το αυτοκίνητο με τους ευρωπαίους (η τύχη των οποίων αγνοείται) θα εξαφανιστεί μυστηριωδώς, εκείνος θα βρεθεί να φιλοξενείται από έναν ιδιόρυθμο άνεργο (μετά τη διάλυση των πάντων στην περιοχή) και τη νεαρή κόρη του σε ένα εξ ίσου ιδιόρυθμο σπίτι. Τα πάντα γύρω του είναι παράλογα και συχνά βίαια. Οι πρώτες προσπάθειες να ξεκολλήσει και να επιστρέψει στην πρωτεύουσα αποτυγχάνουν, ώσπου σιγά - σιγά θα αρχίσει να συνηθίζει την ενίοτε στα όρια ζωή της ξεχασμένης περιοχής.
Καφκικός εφιάλτης, είδος ηθογραφίας με συχνά σουρεαλιστικά ξεσπάσματα και ονειρικές καταστάσεις που συνδέονται με μια παράλογη πραγματικότητα, συνυπάρχουν στο ενδιαφέρον αυτό φιλμ, το οποίο, παρά τους αργούς ρυθμούς του, άσκησε πάνω μου μια περίεργη γοητεία. Ουσιαστικά βεβαίως το θέμα του είναι ο κρυφός πόθος πολλών ανθρώπων να διαγράψουν το παρελθόν και να ξεκινήσουν από το μηδέν μια καινούρια ζωή, σα να έχουν μόλις γεννηθεί. Έστω κι αν κολλήσουν σε μια πραγματικότητα στο πουθενά, όπου τίποτα δεν είναι ακριβώς όμορφο ή ασφαλές, τίποτα δεν συμβαίνει κι όμως όλα μπορούν να συμβούν...
Όμορφες εικόνες και, κάπου κάπου, χιούμορ συνθέτουν την παράξενη αυτή ταινία. Για μένα, το είπα, διαθέτει μια αναπάντεχη γοητεία, δεν είναι όμως για πολλούς. Όσοι μπορούν να δουν ασυνήθιστο σινεμά και δεν βαρυγκομούν στους αργούς ρυθμούς που προαναφέραμε ας το ψάξουν.
Ένας εργαζόμενος στον ΟΟΣΑ ουκρανός συνοδεύει ευρωπαίους ως μεταφραστής, όταν το αυτοκίνητό τους παθαίνει βλάβη στο πουθενά της ουκρανικής στέπας. Ψάχνοντας για βοήθεια θα βρεθεί σε ένα ξεχασμένο, μίζερο χωριό και, όταν το αυτοκίνητο με τους ευρωπαίους (η τύχη των οποίων αγνοείται) θα εξαφανιστεί μυστηριωδώς, εκείνος θα βρεθεί να φιλοξενείται από έναν ιδιόρυθμο άνεργο (μετά τη διάλυση των πάντων στην περιοχή) και τη νεαρή κόρη του σε ένα εξ ίσου ιδιόρυθμο σπίτι. Τα πάντα γύρω του είναι παράλογα και συχνά βίαια. Οι πρώτες προσπάθειες να ξεκολλήσει και να επιστρέψει στην πρωτεύουσα αποτυγχάνουν, ώσπου σιγά - σιγά θα αρχίσει να συνηθίζει την ενίοτε στα όρια ζωή της ξεχασμένης περιοχής.
Καφκικός εφιάλτης, είδος ηθογραφίας με συχνά σουρεαλιστικά ξεσπάσματα και ονειρικές καταστάσεις που συνδέονται με μια παράλογη πραγματικότητα, συνυπάρχουν στο ενδιαφέρον αυτό φιλμ, το οποίο, παρά τους αργούς ρυθμούς του, άσκησε πάνω μου μια περίεργη γοητεία. Ουσιαστικά βεβαίως το θέμα του είναι ο κρυφός πόθος πολλών ανθρώπων να διαγράψουν το παρελθόν και να ξεκινήσουν από το μηδέν μια καινούρια ζωή, σα να έχουν μόλις γεννηθεί. Έστω κι αν κολλήσουν σε μια πραγματικότητα στο πουθενά, όπου τίποτα δεν είναι ακριβώς όμορφο ή ασφαλές, τίποτα δεν συμβαίνει κι όμως όλα μπορούν να συμβούν...
Όμορφες εικόνες και, κάπου κάπου, χιούμορ συνθέτουν την παράξενη αυτή ταινία. Για μένα, το είπα, διαθέτει μια αναπάντεχη γοητεία, δεν είναι όμως για πολλούς. Όσοι μπορούν να δουν ασυνήθιστο σινεμά και δεν βαρυγκομούν στους αργούς ρυθμούς που προαναφέραμε ας το ψάξουν.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 28, 2018
"2001: Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ"... ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΗΤΑΝ ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΙΔΙΑ...
Υπάρχουν αρκετοί που θεωρούν το "2001: Οδύσσεια του Διαστήματος" (1968) του Stanley Kubrick (1928-1999) "μάλλον βαρετό" ή/και ακατανόητο. Προσωπικά το θεωρώ αριστούργημα. Όσο το ότι άλλαξε το σινεμά έκτοτε (τουλάχιστον το είδος της επιστημονικής φαντασίας) είναι αναμφισβήτητο.
Ένας κατάμαυρος, στιλπνός μονόλιθος - προφανώς εξωγήινης προέλευσης - αλλάζει την κοινωνία των πιθήκων και θέτει τις πρώτες βάσεις του πολιτισμού. Κοινώς οδηγεί στην εξέλιξη του πιθήκου σε άνθρωπο. Χιλιετίες μετά, στη σύγχρονη εποχή, ένας παρόμοιος (ή ο ίδιος;) μονόλιθος ανακαλύπτεται στη σελήνη. Λίγους μήνες μετά μια επανδρωμένη αποστολή ξεκινά για τον Δία. Δύο μόνο από τους επιβάτες είναι ξύπνιοι, οι υπόλοιποι σε νάρκωση, ενώ ένας υπερ κομπιούτερ ελέγχει τα πάντα στο σκάφος. Η αποστολή όμως δεν θα εξελιχτεί όπως θα περίμεναν οι εμπνευστές της...
Φυσικά το φιλμ είναι δυσνόητο. Είναι επίσης αργό, καθώς η ιστορία ξετυλίγεται νωχελικά, δίνοντας βάρος στις πανέμορφες εικόνες που προβάλλονται μπροστά μας. Ας δούμε λοιπόν πρώτα το εικαστικό μέρος: Στο φιλμ αυτό η περίφημη τελειομανία του Κιούμπρικ χτυπάει κόκκινο. Απίστευτες λεπτομέρειες, απίστευτος ρεαλισμός στις συνθήκες της ζωής σε διαστημικά σκάφη και σταθμούς, αξεπέραστο ντιζάιν κι ένα πραγματικό οπτικό τριπ προς το τέλος που σε αφήνει άναυδο, συνθέτουν κάποιες μόνο από τις πλευρές της οπτικής αυτής πανδαισίας. Νομίζω ότι κάθε θεατής θα ανακαλύψει κι άλλα πολλά στο οπτικό μέρος για να "κολλήσει".
Όσο για το νόημα του φιλμ και το τι ακριβώς συμβαίνει στο τέλος... έχουν γραφτεί τόσο που όσα κι αν γράψω δεν θα προσθέσουν κάτι. Ρίξτε μια ματιά στο διαδίκτυο. Σίγουρα πάντως μπορούμε να διακρίνουμε δύο επίπεδα προβληματισμού: Από τη μία έχουμε το θέμα της ανθρώπινης εξέλιξης: Από τον πίθηκο στον άνθρωπο κι από τον άνθρωπο... σε τι; Ίσως σε κάτι που ξεπερνά (ή ανακατεύει) τις έννοιες του χώρου και του χρόνου. Το σενάριο (Άρθουρ Κλαρκ και Κιούμπρικ) πάντως θέλει τα άλματα της εξέλιξης να "υποβοηθούνται" από εξωγήινες νοημοσύνες. Πάντως, όπως ακριβώς το πέρασμα από το ζώο στον άνθρωπο υπήρξε κάτι αδιανόητο, έτσι θα είναι και το πέρασμα από τον άνθρωπο στην "επόμενη φάση". Εξ ου και το τελικό τριπ της ταινίας (σα να έχεις πέσει σε καζάνι με LSD), το οποίο, κατά τη γνώμη μου, δείχνει την αδύνατο να κατανοηθεί με τα σημερινά δεδομένα πραγματικότητα της επόμενης κατάστασης ή φάσης. Το άλλο επίπεδο έχει να κάνει με το θέμα σύγκρουσης ανθρώπου - μηχανής ή ανθρώπου - τεχνητής νοημοσύνης. Θέμα πολυχρησιμοποιημένο έκτοτε στο σινεμά. Αν και πρόκειται ίσως για την πρώτη φορά που το θέμα αυτό κυριαρχεί , είναι με τόση δύναμη - και λιτότητα ταυτόχρονα - δοσμένο, ώστε το θεωρώ αξεπέραστο (θυμηθείτε τις συγκλονιστικές τελευταίες στιγμές του Χαλ).
Και μια που είπαμε για λιτότητα, είναι επίσης απίστευτο το πώς η λιτότητα, η σχεδιαστική οικονομία σε βασικά στοιχεία του φιλμ συνυπάρχουν με την εξαιρετική πολύπλοκότητα τόσων άλλων στοιχείων (θυμηθείτε την απλότητα του περίφημου μονόλιθου, το γεγονός ότι ο υπερ κομπιούτερ "εικονογραφείται" απλώς με ένα στρογγυλό κόκκινο "μάτι", τους λίγους και άγνωστους ηθοποιούς κλπ.).
Μπορεί κανείς να γράψει σελίδες. Δεν έχει πολύ νόημα. Απλώς αφεθείτε και απολαύστε ένα αριστούργημα δυόμση ωρών, μια οπτική πανδαισία, από την πρώτη σκηνή των πλανητών με τη φοβερή μουσική του Στράους και την κλασική σεκάνς των πιθήκων μέχρι το τελικό τριπ που λέγαμε. Το σίγουρο είναι ότι για πρώτη φορά στο σινεμά (εκτός ίσως από το "Metropolis") κάποιος πήρε το b-μουβοειδές μέχρι τότε είδος της ΕΦ τόσο σοβαρά και το έφτασε τόσο μακριά. Από εκεί και πέρα πάντως το σινεμά ΕΦ δεν θα ήταν ποτέ, μα ποτέ ίδιο.
Πάντως οφείλω να προειδοποιήσω ξανά ότι κάποιοι βαρέθηκαν ή έμειναν αμήχανοι, πασχίζοντας να ερμηνεύσουν το ερμητικό τέλος της ταινίας. Όχι εγώ πάντως...
Ένας κατάμαυρος, στιλπνός μονόλιθος - προφανώς εξωγήινης προέλευσης - αλλάζει την κοινωνία των πιθήκων και θέτει τις πρώτες βάσεις του πολιτισμού. Κοινώς οδηγεί στην εξέλιξη του πιθήκου σε άνθρωπο. Χιλιετίες μετά, στη σύγχρονη εποχή, ένας παρόμοιος (ή ο ίδιος;) μονόλιθος ανακαλύπτεται στη σελήνη. Λίγους μήνες μετά μια επανδρωμένη αποστολή ξεκινά για τον Δία. Δύο μόνο από τους επιβάτες είναι ξύπνιοι, οι υπόλοιποι σε νάρκωση, ενώ ένας υπερ κομπιούτερ ελέγχει τα πάντα στο σκάφος. Η αποστολή όμως δεν θα εξελιχτεί όπως θα περίμεναν οι εμπνευστές της...
Φυσικά το φιλμ είναι δυσνόητο. Είναι επίσης αργό, καθώς η ιστορία ξετυλίγεται νωχελικά, δίνοντας βάρος στις πανέμορφες εικόνες που προβάλλονται μπροστά μας. Ας δούμε λοιπόν πρώτα το εικαστικό μέρος: Στο φιλμ αυτό η περίφημη τελειομανία του Κιούμπρικ χτυπάει κόκκινο. Απίστευτες λεπτομέρειες, απίστευτος ρεαλισμός στις συνθήκες της ζωής σε διαστημικά σκάφη και σταθμούς, αξεπέραστο ντιζάιν κι ένα πραγματικό οπτικό τριπ προς το τέλος που σε αφήνει άναυδο, συνθέτουν κάποιες μόνο από τις πλευρές της οπτικής αυτής πανδαισίας. Νομίζω ότι κάθε θεατής θα ανακαλύψει κι άλλα πολλά στο οπτικό μέρος για να "κολλήσει".
Όσο για το νόημα του φιλμ και το τι ακριβώς συμβαίνει στο τέλος... έχουν γραφτεί τόσο που όσα κι αν γράψω δεν θα προσθέσουν κάτι. Ρίξτε μια ματιά στο διαδίκτυο. Σίγουρα πάντως μπορούμε να διακρίνουμε δύο επίπεδα προβληματισμού: Από τη μία έχουμε το θέμα της ανθρώπινης εξέλιξης: Από τον πίθηκο στον άνθρωπο κι από τον άνθρωπο... σε τι; Ίσως σε κάτι που ξεπερνά (ή ανακατεύει) τις έννοιες του χώρου και του χρόνου. Το σενάριο (Άρθουρ Κλαρκ και Κιούμπρικ) πάντως θέλει τα άλματα της εξέλιξης να "υποβοηθούνται" από εξωγήινες νοημοσύνες. Πάντως, όπως ακριβώς το πέρασμα από το ζώο στον άνθρωπο υπήρξε κάτι αδιανόητο, έτσι θα είναι και το πέρασμα από τον άνθρωπο στην "επόμενη φάση". Εξ ου και το τελικό τριπ της ταινίας (σα να έχεις πέσει σε καζάνι με LSD), το οποίο, κατά τη γνώμη μου, δείχνει την αδύνατο να κατανοηθεί με τα σημερινά δεδομένα πραγματικότητα της επόμενης κατάστασης ή φάσης. Το άλλο επίπεδο έχει να κάνει με το θέμα σύγκρουσης ανθρώπου - μηχανής ή ανθρώπου - τεχνητής νοημοσύνης. Θέμα πολυχρησιμοποιημένο έκτοτε στο σινεμά. Αν και πρόκειται ίσως για την πρώτη φορά που το θέμα αυτό κυριαρχεί , είναι με τόση δύναμη - και λιτότητα ταυτόχρονα - δοσμένο, ώστε το θεωρώ αξεπέραστο (θυμηθείτε τις συγκλονιστικές τελευταίες στιγμές του Χαλ).
Και μια που είπαμε για λιτότητα, είναι επίσης απίστευτο το πώς η λιτότητα, η σχεδιαστική οικονομία σε βασικά στοιχεία του φιλμ συνυπάρχουν με την εξαιρετική πολύπλοκότητα τόσων άλλων στοιχείων (θυμηθείτε την απλότητα του περίφημου μονόλιθου, το γεγονός ότι ο υπερ κομπιούτερ "εικονογραφείται" απλώς με ένα στρογγυλό κόκκινο "μάτι", τους λίγους και άγνωστους ηθοποιούς κλπ.).
Μπορεί κανείς να γράψει σελίδες. Δεν έχει πολύ νόημα. Απλώς αφεθείτε και απολαύστε ένα αριστούργημα δυόμση ωρών, μια οπτική πανδαισία, από την πρώτη σκηνή των πλανητών με τη φοβερή μουσική του Στράους και την κλασική σεκάνς των πιθήκων μέχρι το τελικό τριπ που λέγαμε. Το σίγουρο είναι ότι για πρώτη φορά στο σινεμά (εκτός ίσως από το "Metropolis") κάποιος πήρε το b-μουβοειδές μέχρι τότε είδος της ΕΦ τόσο σοβαρά και το έφτασε τόσο μακριά. Από εκεί και πέρα πάντως το σινεμά ΕΦ δεν θα ήταν ποτέ, μα ποτέ ίδιο.
Πάντως οφείλω να προειδοποιήσω ξανά ότι κάποιοι βαρέθηκαν ή έμειναν αμήχανοι, πασχίζοντας να ερμηνεύσουν το ερμητικό τέλος της ταινίας. Όχι εγώ πάντως...
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 26, 2018
ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΕΙΣ ΣΤΟ "ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ"
Γνώρισα τον Pawel Pawlikowski (πολωνικής καταγωγής, αλλά όλο το έργο του έχει γίνει στη Βρετανία, όπου ζει) μόλις πέρισι με την εικαστικότατη "Ida". Το "My Summer of Love" είναι ένα φιλμ που γύρισε, στη Βρετανία πάντοτε, το 2004, με (μία από τις 2) πρωταγωνίστρια τη νεαρή τότε Έμιλι Μπλαντ.
Ένα ζεστό βρετανικό καλοκαίρι σε μια επαρχιακή πόλη δύο νεαρές κοπέλες γνωρίζονται και ερωτεύονται. Μόνο που η μία είναι πάμπλουτη, με μάλλον αδιάφορους γονείς, και έρχεται στη μικρή πόλη μόνο για καλοκαιρινές διακοπές, ενώ η άλλη είναι ντόπια, φτωχή, ορφανή, ατίθαση και διαθέτει θρησκόληπτο ("αναγεννημένο χριστιανό") αδελφό. Πώς θα εξελιχθεί αυτή η δύσκολη σχέση;
Όμορφη ταινία, με εμφανή τη σημασία που δίνει στην εικαστικότητα ο δημιουργός αυτός, θίγει μεν ένα τολμηρό θέμα, το αντιμετωπίζει όμως απολύτως φυσικά. Σαν μια οποιαδήποτε ερωτική σχέση. Το βάρος πέφτει στα συναισθήματα των κοριτσιών (κυρίως της ντόπιας), στην όμορφη φωτογραφία και την εικαστικότητα που λέγαμε, αλλά και στη ζωντάνια και ενέργεια που αναδίδει. Στο μεταξύ ο σκηνοθέτης δεν παύει να ερευνά και την επίδραση μιας απόλυτα ταξικής κοινωνίας στις ανθρώπινες σχέσεις. Βλέπετε, η τεράστια ταξική διαφορά που χωρίζει τις δύο κοπέλες διαμορφώνει θαρρείς τον ίδιο τους το χαρακτήρα και δυσκολευει πολύ τα πράγματα.
Έρωτας, πίστη και προδοσία, οικονομικές διαφορές και ομορφιά (φύσης και ανθρώπων, που μοιάζουν να συνυπάρχουν μέσα στη χαλαρή καλοκαιρινή ατμόσφαιρα ), συνθέτουν ένα πολύ όμορφο, σχετικά χαμηλότονο φιλμ, που μιλά ταυτόχρονα για το σπάσιμο των ταμπού, αλλά και το αδύνατο - για κοινωνικούς λόγους - οριστικό τους ξεπέρασμα. Συνίσταται σε όσους μπορούν να απολαύσουν και ταινίες που δεν είναι χολιγουντιανά μπλογκμπάστερ.
Ένα ζεστό βρετανικό καλοκαίρι σε μια επαρχιακή πόλη δύο νεαρές κοπέλες γνωρίζονται και ερωτεύονται. Μόνο που η μία είναι πάμπλουτη, με μάλλον αδιάφορους γονείς, και έρχεται στη μικρή πόλη μόνο για καλοκαιρινές διακοπές, ενώ η άλλη είναι ντόπια, φτωχή, ορφανή, ατίθαση και διαθέτει θρησκόληπτο ("αναγεννημένο χριστιανό") αδελφό. Πώς θα εξελιχθεί αυτή η δύσκολη σχέση;
Όμορφη ταινία, με εμφανή τη σημασία που δίνει στην εικαστικότητα ο δημιουργός αυτός, θίγει μεν ένα τολμηρό θέμα, το αντιμετωπίζει όμως απολύτως φυσικά. Σαν μια οποιαδήποτε ερωτική σχέση. Το βάρος πέφτει στα συναισθήματα των κοριτσιών (κυρίως της ντόπιας), στην όμορφη φωτογραφία και την εικαστικότητα που λέγαμε, αλλά και στη ζωντάνια και ενέργεια που αναδίδει. Στο μεταξύ ο σκηνοθέτης δεν παύει να ερευνά και την επίδραση μιας απόλυτα ταξικής κοινωνίας στις ανθρώπινες σχέσεις. Βλέπετε, η τεράστια ταξική διαφορά που χωρίζει τις δύο κοπέλες διαμορφώνει θαρρείς τον ίδιο τους το χαρακτήρα και δυσκολευει πολύ τα πράγματα.
Έρωτας, πίστη και προδοσία, οικονομικές διαφορές και ομορφιά (φύσης και ανθρώπων, που μοιάζουν να συνυπάρχουν μέσα στη χαλαρή καλοκαιρινή ατμόσφαιρα ), συνθέτουν ένα πολύ όμορφο, σχετικά χαμηλότονο φιλμ, που μιλά ταυτόχρονα για το σπάσιμο των ταμπού, αλλά και το αδύνατο - για κοινωνικούς λόγους - οριστικό τους ξεπέρασμα. Συνίσταται σε όσους μπορούν να απολαύσουν και ταινίες που δεν είναι χολιγουντιανά μπλογκμπάστερ.
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 24, 2018
ΒΙΑ ΚΑΙ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΣTH "ΓΛΥΚΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ"
Η "Γλυκιά Πατρίδα" (Sweet Country) του 2017 είναι η 2η μεγάλου μήκους ταινία τιυ αυστραλού Warwick Thornton. Πρόκειται για ένα γουέστερν που διαδραματίζεται στην "πρωτόγονη" Αυστραλία της δεκαετίας του 20 και αφορά κυρίως τις σχέσεις των λευκών αποίκων με τους αβορίγινες.
Η συμεριφορά των λευκών είναι κάτι παραπάνω από καταπιεστική για τους ιθαγενείς, καθώς τους χρησιμοποιούν ουσιαστικά σαν σκλάβους - αν και επίσημα δεν υπάρχει δουλεία. Ένας βαθιά θρησκευόμενος λευκός προσπαθεί ωστόσο να φερθεί όσο το δυνατόν καλύτερα στο "δικό του" ιθαγενή. Η άφιξη ενός βάρβαρου, μοναχικού, μέθυσου και βαθιά ρατσιστή λευκού βετεράνου πολέμου θα διαταράξει τις ισορροπίες. Όταν ο νεοφερμένος θα απειλήσει τη ζωή της οικογένειάς του, ο ιθαγενής θα αναγκαστεί να τον σκοτώσει αμυνόμενος και θα τραπεί σε φυγή με τη γυναίκα του. Μια άγρια καταδίωξη από ένοπλο απόσπασμα λευκών αρχίζει με απρόσμενη εξέλιξη.
Το φιλμ, ρεαλιστικό, ωμό όπου χρειάζεται, απαισιόδοξο, σχετικά αργό και με τελετουργικούς ρυθμούς, εστιάζει κυρίως στο βαθύτατο ρατσισμό που επικρατεί στη χώρα, στην έλλειψη δικαιοσύνης, ακόμα κι αν υπάρχει η πρόθεση γι' αυτήν, και κάνει ένα πικρότατο και καυστικό σχόλιο για τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίστηκε ο σύγχρονος δυτικός κόσμος, κυρίως στις περιοχές που εκμεταλλεύτηκαν άγρια οι αδίστακτοι λευκοί άποικοι (Αμερική, Αυστραλία, Αφρική κλπ.) Μην περιμένετε άγρια δράση και εντυπωσιακές μάχες. Ίσα ίσα, για μένα η ταινία γίνεται υποβλητική και δυνατή ακριβώς χάρη στο ρεαλισμό και τους χαλαρούς ρυθμούς της - αν και δεν με κούρασε καθόλου, αντίθετα την παρακολούθησα με αγωνία. Στα πλεονεκτήματά της και το ότι οι χαρακτήρες δεν είναι ποτέ μάυρο - άσπρο. Αντίθετα οι λευκοί διαθέτουν πολλές αποχρώσεις και οι αβορίγινες, χαμένοι ανάμεσα στο βίαιο και ξένο γι' αυτούς "καινούριο" και την δική τους παράδοση, συχνά παραπαίουν δίχως να κατανοούν ακριβώς τι συμβαίνει.
Δυνατό φιλμ, που συνιστώ σε όσους δεν αναζητούν μια απλή, εντυπωσιακή περιπέτεια, αλλά κάτι βαθύτερο.
Η συμεριφορά των λευκών είναι κάτι παραπάνω από καταπιεστική για τους ιθαγενείς, καθώς τους χρησιμοποιούν ουσιαστικά σαν σκλάβους - αν και επίσημα δεν υπάρχει δουλεία. Ένας βαθιά θρησκευόμενος λευκός προσπαθεί ωστόσο να φερθεί όσο το δυνατόν καλύτερα στο "δικό του" ιθαγενή. Η άφιξη ενός βάρβαρου, μοναχικού, μέθυσου και βαθιά ρατσιστή λευκού βετεράνου πολέμου θα διαταράξει τις ισορροπίες. Όταν ο νεοφερμένος θα απειλήσει τη ζωή της οικογένειάς του, ο ιθαγενής θα αναγκαστεί να τον σκοτώσει αμυνόμενος και θα τραπεί σε φυγή με τη γυναίκα του. Μια άγρια καταδίωξη από ένοπλο απόσπασμα λευκών αρχίζει με απρόσμενη εξέλιξη.
Το φιλμ, ρεαλιστικό, ωμό όπου χρειάζεται, απαισιόδοξο, σχετικά αργό και με τελετουργικούς ρυθμούς, εστιάζει κυρίως στο βαθύτατο ρατσισμό που επικρατεί στη χώρα, στην έλλειψη δικαιοσύνης, ακόμα κι αν υπάρχει η πρόθεση γι' αυτήν, και κάνει ένα πικρότατο και καυστικό σχόλιο για τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίστηκε ο σύγχρονος δυτικός κόσμος, κυρίως στις περιοχές που εκμεταλλεύτηκαν άγρια οι αδίστακτοι λευκοί άποικοι (Αμερική, Αυστραλία, Αφρική κλπ.) Μην περιμένετε άγρια δράση και εντυπωσιακές μάχες. Ίσα ίσα, για μένα η ταινία γίνεται υποβλητική και δυνατή ακριβώς χάρη στο ρεαλισμό και τους χαλαρούς ρυθμούς της - αν και δεν με κούρασε καθόλου, αντίθετα την παρακολούθησα με αγωνία. Στα πλεονεκτήματά της και το ότι οι χαρακτήρες δεν είναι ποτέ μάυρο - άσπρο. Αντίθετα οι λευκοί διαθέτουν πολλές αποχρώσεις και οι αβορίγινες, χαμένοι ανάμεσα στο βίαιο και ξένο γι' αυτούς "καινούριο" και την δική τους παράδοση, συχνά παραπαίουν δίχως να κατανοούν ακριβώς τι συμβαίνει.
Δυνατό φιλμ, που συνιστώ σε όσους δεν αναζητούν μια απλή, εντυπωσιακή περιπέτεια, αλλά κάτι βαθύτερο.
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 22, 2018
Ο ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΡΣΕΝΙΚΟΣ ΘΕΟΣ ΣΤΟ "SEDER-MASOCHISM"
Η Nina Paley είναι μια αμερικανίδα δημιουργός animation και το "Seder-Masochism" του 2018 είναι η 2η μεγάλου μήκους ταινία της. Και νομίζω ότι αν σας ενδιαφέρουν τα ανεξάρτητα κινούμενα σχέδια, αυτά με πολύ διαφορετική αισθητική και άποψη από τα γνωστά της Ντίσνεϊ, ακόμα και από τα πολύ καλύτερα της Pixar, τότε καλά θα κάνετε να το ψάξετε.
Η ταινία παρωδεί με συχνά ευρηματικό τρόπο την Παλαιά Διαθήκη και κυρίως την Έξοδο, την ιστορία δηλαδή του Μωυσή. Συγχρόνως παίρνουν μέρος ο Ιησούς, ο φαραώ, η... φλεγόμενη βάτος, σύγχρονοι εβραίοι, ο ίδιος ο θεός κ.ά. Το αστείο και έξυπνο σε όλα αυτά είναι ότι η (όχι και τόσο γραμμική) αφήγηση γίνεται κυρίως με τη μορφή... μιούζικαλ. Και με τι μουσική; Από πασίγνωστα ή λιγότερο γνωστά τραγούδια, από παλιά μπλουζ και Βουλγάρικες Φωνές μέχρι... Led Zeppelin και από Γκλόρια Γκέινορ μέχρι... Δαλιδά. Χαμός δηλαδή και αφορμή για τρανταχτά γέλια, κυρίως όταν κανείς συνειδητοποιεί ποιο κομμάτι συνδυάζεται με ποια βιβλική φάση. Και, πιστέψτε με, παραδόξως τα τραγούδια ταιριάζουν πολύ με την εκάστοτε ιστορία. Όσο για το στιλ κινουμένου σχεδίου, πρόκειται για γεωμετρικές, άκαμπτες φιγούρες με πλούσια χρώματα και σχετικά "σπαστική", απλή κίνηση, απολυτα εκφραστική όμως. Συχνότατη είναι η παρουσία μορφών κατευθείαν δανεισμένων από διάφορες φάσεις της αρχαίας τέχνης (κυρίως πρωτόγονη, αιγυπτιακή, κυκλαδική και μινωική).
Το τολμηρό στοιχείο βέβαια, εκτός φυσικά της προφανούς πλάκας με τα "θεία", είναι ο έντονος φεμινισμός (ο θεός της Παλαιάς Διαθήκης τουλάχιστον είναι είναι εντελώς αρσενικός, εκδικητικός και πολεμοχαρής), η κατάδειξη της καταπίεσης των γυναικών μέσα σε απόλυτα ανδροκρατούμενες κοινωνίες και η σάτιρα των εβραϊκών παραδόσεων, αλλά και της σύγχρονης πολιτικής του Ισραήλ απέναντι στους άραβες. Γενικότερα στόχος της αιχμηρής αυτής σάτιρας γίνονται οι θρησκείες εν γένει, η αντρική επιθετικότητα και ο πόλεμος ως προϊόν της.
Τη συστήνω ως μία εναλλακτική και έντονα πολιτικοποιημένη και τολμηρή εκδοχή animation, η οποία, όπως προανέφερα, συνδυάζει έξυπνα τις ιδεολογικές θέσεις με την απόλυτη πλάκα. Αν τώρα είστε θρησκόληπτοι (χριστιανοί ή εβραίοι) και περεξηγηθείτε από όσα βλέπετε, τι να σας πω. Δικό σας πρόβλημα. Εγώ σας προειδοποίησα.
Η ταινία παρωδεί με συχνά ευρηματικό τρόπο την Παλαιά Διαθήκη και κυρίως την Έξοδο, την ιστορία δηλαδή του Μωυσή. Συγχρόνως παίρνουν μέρος ο Ιησούς, ο φαραώ, η... φλεγόμενη βάτος, σύγχρονοι εβραίοι, ο ίδιος ο θεός κ.ά. Το αστείο και έξυπνο σε όλα αυτά είναι ότι η (όχι και τόσο γραμμική) αφήγηση γίνεται κυρίως με τη μορφή... μιούζικαλ. Και με τι μουσική; Από πασίγνωστα ή λιγότερο γνωστά τραγούδια, από παλιά μπλουζ και Βουλγάρικες Φωνές μέχρι... Led Zeppelin και από Γκλόρια Γκέινορ μέχρι... Δαλιδά. Χαμός δηλαδή και αφορμή για τρανταχτά γέλια, κυρίως όταν κανείς συνειδητοποιεί ποιο κομμάτι συνδυάζεται με ποια βιβλική φάση. Και, πιστέψτε με, παραδόξως τα τραγούδια ταιριάζουν πολύ με την εκάστοτε ιστορία. Όσο για το στιλ κινουμένου σχεδίου, πρόκειται για γεωμετρικές, άκαμπτες φιγούρες με πλούσια χρώματα και σχετικά "σπαστική", απλή κίνηση, απολυτα εκφραστική όμως. Συχνότατη είναι η παρουσία μορφών κατευθείαν δανεισμένων από διάφορες φάσεις της αρχαίας τέχνης (κυρίως πρωτόγονη, αιγυπτιακή, κυκλαδική και μινωική).
Το τολμηρό στοιχείο βέβαια, εκτός φυσικά της προφανούς πλάκας με τα "θεία", είναι ο έντονος φεμινισμός (ο θεός της Παλαιάς Διαθήκης τουλάχιστον είναι είναι εντελώς αρσενικός, εκδικητικός και πολεμοχαρής), η κατάδειξη της καταπίεσης των γυναικών μέσα σε απόλυτα ανδροκρατούμενες κοινωνίες και η σάτιρα των εβραϊκών παραδόσεων, αλλά και της σύγχρονης πολιτικής του Ισραήλ απέναντι στους άραβες. Γενικότερα στόχος της αιχμηρής αυτής σάτιρας γίνονται οι θρησκείες εν γένει, η αντρική επιθετικότητα και ο πόλεμος ως προϊόν της.
Τη συστήνω ως μία εναλλακτική και έντονα πολιτικοποιημένη και τολμηρή εκδοχή animation, η οποία, όπως προανέφερα, συνδυάζει έξυπνα τις ιδεολογικές θέσεις με την απόλυτη πλάκα. Αν τώρα είστε θρησκόληπτοι (χριστιανοί ή εβραίοι) και περεξηγηθείτε από όσα βλέπετε, τι να σας πω. Δικό σας πρόβλημα. Εγώ σας προειδοποίησα.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 21, 2018
Ο "NED KELLY" ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΑΦΩΡΕΣ ΑΔΙΚΙΕΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
O Ned Kelly είναι υπαρκτό πρόσωπο (1854-1880) και κάτι σαν ήρωας για τους αυστραλούς. Η σύντομη ζωή του έχει μεταφερθεί αρκετές φορές στο σινεμά, από την εποχή του βωβού ακόμα. Το 2003 ο (αυστραλός βεβαίως) Gregor Jordan γυρίζει το ομώνυμο φιλμ με ένα καστ από γνωστούς ηθοποιούς (Χιθ Λέτζερ, Ορλάντο Μπλουμ, Νάομι Γουότς, Τζέφρι Ρας κλπ.)
Ο νεαρός Κέλι, φτωχός αυστραλός αγρότης ιρλανδικής καταγωγής, αν και έχει διακριθεί για το θάρρος του ήδη από παιδί και είναι σε όλους αγαπητός, κατηγορείται άδικα από τη μισητή βικτωριανή αστυνομία - η Αυστραλία ανήκει τότε στη Βρετανική αυτοκρατορία. Σημειωτέον ότι την πληρώνει, άνευ λόγου, και η μητέρα του, η οποία φυλακίζεται, καθώς και ολόκληρη η οικογένειά του. Διαφεύγει τη σύλληψη και έτσι, από τη μία μέρα στην άλλη, μετατρέπεται σε παράνομο, μαζί με τη "συμμορία" του (4 άτομα εκ των οποίων το ένα ένας από τους αδελφούς του). Ο φόνος 3 αστυνομικών θα τον κάνει τον πλέον καταζητούμενο "κακοποιό" στον κόσμο την εποχή εκείνη. Στο μεταξύ ο Κέλι αποκτά πολιτική συνείδηση, μιλά για καλύτερη απονομή δικαιοσύνης και προστασία κατά των αδικιών και γίνεται ένα είδος Ρομπέν των Δασών για τους αυστραλούς. Η τελική σύγκρουση με τις πολυπληθείς αστυνομικές δυνάμεις δεν θα αργήσει.
Το φιλμ παρουσιάζει την ιστορία του ιδιόρρυθμου αυτού κακοποιού (επαναστάτη για πολλούς) παίρνοντας απροκάλυπτα το μέρος του, θεωρώντας τον κάποιον που, δίχως να το επιδιώξει, γίνεται ήρωας, και επισημαίνει τις απαράδεκτες πρακτικές της αστυνομίας της εποχής. Δεν το βρήκα ακριβώς κακό σαν ταινία, απλώς αρκετά συμβατικό, προβλέψιμο, δίχως εξάρσεις και δίχως το κάτι που θα το κάνει να ξεχωρίσει κινηματογραφικά. Πάντως οι εξαιρετικά δύσκολες, φτωχικές και άδικες συνθήκες ζωής στην Αυστραλία της εποχής καταγράφονται ανάγλυφα.
Ο νεαρός Κέλι, φτωχός αυστραλός αγρότης ιρλανδικής καταγωγής, αν και έχει διακριθεί για το θάρρος του ήδη από παιδί και είναι σε όλους αγαπητός, κατηγορείται άδικα από τη μισητή βικτωριανή αστυνομία - η Αυστραλία ανήκει τότε στη Βρετανική αυτοκρατορία. Σημειωτέον ότι την πληρώνει, άνευ λόγου, και η μητέρα του, η οποία φυλακίζεται, καθώς και ολόκληρη η οικογένειά του. Διαφεύγει τη σύλληψη και έτσι, από τη μία μέρα στην άλλη, μετατρέπεται σε παράνομο, μαζί με τη "συμμορία" του (4 άτομα εκ των οποίων το ένα ένας από τους αδελφούς του). Ο φόνος 3 αστυνομικών θα τον κάνει τον πλέον καταζητούμενο "κακοποιό" στον κόσμο την εποχή εκείνη. Στο μεταξύ ο Κέλι αποκτά πολιτική συνείδηση, μιλά για καλύτερη απονομή δικαιοσύνης και προστασία κατά των αδικιών και γίνεται ένα είδος Ρομπέν των Δασών για τους αυστραλούς. Η τελική σύγκρουση με τις πολυπληθείς αστυνομικές δυνάμεις δεν θα αργήσει.
Το φιλμ παρουσιάζει την ιστορία του ιδιόρρυθμου αυτού κακοποιού (επαναστάτη για πολλούς) παίρνοντας απροκάλυπτα το μέρος του, θεωρώντας τον κάποιον που, δίχως να το επιδιώξει, γίνεται ήρωας, και επισημαίνει τις απαράδεκτες πρακτικές της αστυνομίας της εποχής. Δεν το βρήκα ακριβώς κακό σαν ταινία, απλώς αρκετά συμβατικό, προβλέψιμο, δίχως εξάρσεις και δίχως το κάτι που θα το κάνει να ξεχωρίσει κινηματογραφικά. Πάντως οι εξαιρετικά δύσκολες, φτωχικές και άδικες συνθήκες ζωής στην Αυστραλία της εποχής καταγράφονται ανάγλυφα.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 19, 2018
Η ΒΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΛΛΑΠΛΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΤΟ "BIG BAD WOLVES"
Οι Aharon Keshales και Navot Papushado είναι δύο ισραηλινοί σκηνοθέτες που δουλεύουν μαζί. Το "Big Bad Wolves" του 2013 είναι η 2η ταινία τους. Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον κράμα ωμής βίας και κατάμαυρου χιούμορ.
Ένας βίαιος αστυνομικός κυνηγά εμμονικά έναν απεχθή, αρρωστημένο σίριαλ κίλερ μικρών κοριτσιών. Οι υποψίες πέφτουν σε ένα δάσκαλο, ο οποίος απάγεται και βασανίζεται από τους αστυνομικούς, με επικεφαλής τον ήρωά μας, οι οποίοι βεβαίως δεν τηρούν ακριβώς το νόμο... Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή. Μόλις ο δάσκαλος απελευθερώνεται θα απαχθεί εκ νέου, αυτή τη φορά όχι από τον αστυνομικό, και ένα αγχωτικό παιχνίδι με απρόβλεπτες συνέπειες θα ξεκινήσει .
Θα μπορούσε να είναι ένα ακόμα αηδιαστικό torture porn. Και σίγουρα διαθέτει κάποια τέτοια στοιχεία. Ωστόσο εδώ τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα από το αντιπαθές για μένα αυτό υποείδος. Ενδιαφέρουσα ιστορία με ανατροπές, αγχωτικό σενάριο, το κατάμαυρο χιούμορ που λέγαμε στην αρχή, ιλαροτραγικές καταστάσεις, ατάκες που σπάνε κόκαλα, μικρές αναφορές και κριτική για την ισραηλινή στάση απέναντι στους άραβες (υπάρχουν σκόρπιες, αλλά σαφώς δεν είναι αυτό το θέμα, αν και το γενικό συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος μπορεί να προέρχεται από μέσα και όχι από εξωτερικούς εχθρούς παραμένει) και, κυρίως, έντονη και ενδιαφέρουσα κριτική στο φαινόμενο της βίας. Το πρόβλημα είναι, βλέπετε, ότι πάντοτε η βία γεννά βία, ανεξάρτητα αν αυτός που την ξεκίνησε έχει δίκιο ή όχι. Ή, αν προτιμάτε άλλη διατύπωση, τα αποτελέσματα της βίας είναι, πολύ απλά, ανεξέλεγκτα και μπορεί να παρασύρουν τους πάντες, δίκαιους και άδικους.
Ενδιαφέρον φιλμ, αλλά για γερά στομάχια μόνο. Οι πιο ευαίσθητοι μάλλον θα έπρεπε να το αποφύγουν.
Ένας βίαιος αστυνομικός κυνηγά εμμονικά έναν απεχθή, αρρωστημένο σίριαλ κίλερ μικρών κοριτσιών. Οι υποψίες πέφτουν σε ένα δάσκαλο, ο οποίος απάγεται και βασανίζεται από τους αστυνομικούς, με επικεφαλής τον ήρωά μας, οι οποίοι βεβαίως δεν τηρούν ακριβώς το νόμο... Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή. Μόλις ο δάσκαλος απελευθερώνεται θα απαχθεί εκ νέου, αυτή τη φορά όχι από τον αστυνομικό, και ένα αγχωτικό παιχνίδι με απρόβλεπτες συνέπειες θα ξεκινήσει .
Θα μπορούσε να είναι ένα ακόμα αηδιαστικό torture porn. Και σίγουρα διαθέτει κάποια τέτοια στοιχεία. Ωστόσο εδώ τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα από το αντιπαθές για μένα αυτό υποείδος. Ενδιαφέρουσα ιστορία με ανατροπές, αγχωτικό σενάριο, το κατάμαυρο χιούμορ που λέγαμε στην αρχή, ιλαροτραγικές καταστάσεις, ατάκες που σπάνε κόκαλα, μικρές αναφορές και κριτική για την ισραηλινή στάση απέναντι στους άραβες (υπάρχουν σκόρπιες, αλλά σαφώς δεν είναι αυτό το θέμα, αν και το γενικό συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος μπορεί να προέρχεται από μέσα και όχι από εξωτερικούς εχθρούς παραμένει) και, κυρίως, έντονη και ενδιαφέρουσα κριτική στο φαινόμενο της βίας. Το πρόβλημα είναι, βλέπετε, ότι πάντοτε η βία γεννά βία, ανεξάρτητα αν αυτός που την ξεκίνησε έχει δίκιο ή όχι. Ή, αν προτιμάτε άλλη διατύπωση, τα αποτελέσματα της βίας είναι, πολύ απλά, ανεξέλεγκτα και μπορεί να παρασύρουν τους πάντες, δίκαιους και άδικους.
Ενδιαφέρον φιλμ, αλλά για γερά στομάχια μόνο. Οι πιο ευαίσθητοι μάλλον θα έπρεπε να το αποφύγουν.
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 18, 2018
"UPGRADE": ΑΛΜΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΜΠΡΟΣ Ή...
Στο κοντινό μέλλον ένας άντρας που έχει μείνει ανάπηρος, ενώ η γυναίκα του δολοφονείται από αναίτια επίθεση, αν και τεχνοφοβικός ο ίδιος, δέχεται την πρόταση ενός εφευρέτη να δεχτεί ένα εμφύτευμα προηγμένης τεχνολογίας, το οποίο θα τον κάνει όχι μόνο να περπατήσει πάλι, αλλά και θα του προσδώσει ιδιαίτερες δυνατότητες. Απώτερος μυστικός σκοπός του πάντως είναι να εκδικηθεί το θάνατο της γυναίκας του. Οι δυνατότητές του λοιπόν όντως αρχίζουν να βρίσκονται πολύ πάνω από το συνηθισμένο, παράλληλα όμως... Ας μη σας πω περισσότερα.
Καλογυρισμένο, σφιχτό, με αρκετή δράση, παρακολουθείται (από μένα τουλάχιστον) με αμείωτο ενδιαφέρον και αποτελεί νομίζω καλό παράδειγμε πετυχημένου low budget, ενώ, όντας βίαιο, διαθέτει και στοιχεία σπλάτερ. Ταυτόχρονα θέτει ένα ενδιαφέρον μεν δίλημμα (σχέση ανθρώπου - τεχνολογίας), το οποίο όμως είχε ήδη τεθεί δεκαετίες πριν από την κλασική "2001: Οδύσσεια του Διαστήματος". Τέλος μοιάζει να μη νοιάζεται και πολύ για καθησυχαστικά happy end.
Ενδιαφέρον φιλμ - όχι βεβαίως αριστούργημα - δείχνει πιστεύω τον δρόμο για μια ΕΦ που και παρακολουθειται δίχως να κουράζει, και κάποια ερωτήματα θέτει, αλλά και δεν βασίζεται σε εκκωφαντικούς καταιγισμούς εφέ, που μόνος στόχος τους είναι να εντυπωσιάζουν 15χρονους και να γεμίζουν τα ταμεία με εκατομμύρια.
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 17, 2018
Η "CANDELARIA", Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΗΛΙΚΙΑ ΚΑΙ Η ΦΤΩΧΗ ΚΟΥΒΑ
Η "Candelaria : Ενα Τραγούδια από την Αβάνα" (2017) είναι μια κουβανέζικη ταινία του Jhonny Hendrix και αφορά τον έρωτα στην τρίτη ηλικία και τη μοίρα της Κούβας σε μια ιδιαίτερη περίοδο της ιστορίας της.
Αρχές των 90ς η Σοβιετική Ένωση έχει καταρρεύσει και η Αμερική έχει κηρύξει εμπάργκο ενάντια στην Κούβα, η οποία μένει εντελώς αβοήθητη με αποτέλεσμα η φτώχια να καλπάζει. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, ερωτευμένο παλιά, αποκτά τυχαία μια βιντεοκάμερα και η ζωή του θα αλλάξει εντελώς. Όχι μόνο, βλέποντας με "άλλο μάτι", μέσα από τον φακό δηλαδή, η ερωτική τους ζωή θα αποκτήσει ξανά πάθος, αλλά και κάποιες προτάσεις που σχετίζονται με την κάμερα θα τους φέρουν μπροστά σε διλήμματα. Όλα αυτά με φόντο μια πάμφτωχη χώρα, όπου ούτε καν το καθημερινό φαγητό είναι εξασφαλισμένο...
Λυρική, τρυφερή, γλυκόπικρη, με εναλλαγές συγκίνησης και ψηγμάτων ευτυχίας, αλλά και με ένα είδος κοινωνικής γενναιότητας, το φιλμ αφήνει μια μελαγχολική διάθεση και, γενικά, μάλλον θετικές εντυπώσεις. Μπορεί άραγε να ξαναζωντανέψει ο έρωτας, ανεξαρτήτως ηλικίας; Και, να ένα σχόλιο, μπορεί μια κάμερα, δηλαδή ο κινηματογράφος, δηλαδή το (ξανα)κοίταγμα της ζωής με άλλο μάτι, να αλλάξει ζωές; Προσωπικά θα εμμείνω και στην κοινωνική / οικονομική εικόνα μιας χώρας που ολισθαινει προς τη φτώχια και την ανέχεια κι όμως αντέχει (προσπαθεί να αντέξει τέλος πάντων) και - καθαρά πολιτικό αυτό - θα τονίσω ότι τα διάφορα εμπάργκο που συχνά ακούμε δεν είναι μόνο "απλοί" εμπορικοί πόλεμοι, αλλά έχουν τραγικές δυνέπειες στις καθημερινές ζωές εκατομμυρίων αθώων ανθρώπων.
Αν σας αρέσουν οι χαμηλότονες, δίχως μεγάλες εξάρσεις, γεμάτες συναίσθημα ταινίες και ο λυρισμός στο σινεμά, νομίζω ότι θα σας συγκινήσει.
Αρχές των 90ς η Σοβιετική Ένωση έχει καταρρεύσει και η Αμερική έχει κηρύξει εμπάργκο ενάντια στην Κούβα, η οποία μένει εντελώς αβοήθητη με αποτέλεσμα η φτώχια να καλπάζει. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, ερωτευμένο παλιά, αποκτά τυχαία μια βιντεοκάμερα και η ζωή του θα αλλάξει εντελώς. Όχι μόνο, βλέποντας με "άλλο μάτι", μέσα από τον φακό δηλαδή, η ερωτική τους ζωή θα αποκτήσει ξανά πάθος, αλλά και κάποιες προτάσεις που σχετίζονται με την κάμερα θα τους φέρουν μπροστά σε διλήμματα. Όλα αυτά με φόντο μια πάμφτωχη χώρα, όπου ούτε καν το καθημερινό φαγητό είναι εξασφαλισμένο...
Λυρική, τρυφερή, γλυκόπικρη, με εναλλαγές συγκίνησης και ψηγμάτων ευτυχίας, αλλά και με ένα είδος κοινωνικής γενναιότητας, το φιλμ αφήνει μια μελαγχολική διάθεση και, γενικά, μάλλον θετικές εντυπώσεις. Μπορεί άραγε να ξαναζωντανέψει ο έρωτας, ανεξαρτήτως ηλικίας; Και, να ένα σχόλιο, μπορεί μια κάμερα, δηλαδή ο κινηματογράφος, δηλαδή το (ξανα)κοίταγμα της ζωής με άλλο μάτι, να αλλάξει ζωές; Προσωπικά θα εμμείνω και στην κοινωνική / οικονομική εικόνα μιας χώρας που ολισθαινει προς τη φτώχια και την ανέχεια κι όμως αντέχει (προσπαθεί να αντέξει τέλος πάντων) και - καθαρά πολιτικό αυτό - θα τονίσω ότι τα διάφορα εμπάργκο που συχνά ακούμε δεν είναι μόνο "απλοί" εμπορικοί πόλεμοι, αλλά έχουν τραγικές δυνέπειες στις καθημερινές ζωές εκατομμυρίων αθώων ανθρώπων.
Αν σας αρέσουν οι χαμηλότονες, δίχως μεγάλες εξάρσεις, γεμάτες συναίσθημα ταινίες και ο λυρισμός στο σινεμά, νομίζω ότι θα σας συγκινήσει.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


































