Μετά από δωδεκάμισι περίπου χρόνια ύπαρξης αυτού του blog, δεν λέω, μια κούραση την έχω. Άλλωστε τα blogs, είναι γνωστό (εδώ και χρόνια) ότι πλέον έχουν χάσει τη σημασία που είχαν στα πρώτα χρόνια του διαδικτύου. Προσωπικά εξακολουθώ να παρακολουθώ φανατικά σινεμά (και, όπως τα βλέπω τα πράγματα, αυτό θα εξακολουθήσει εφ' όρου ζωής), οπότε στο επίπεδο αυτό δεν αλλάζει κάτι. Ωστόσο τα posts θα γίνουν συντομότερα, ίσως κάποιες φορές και τηλεγραφικά. Λίγα πράγματα για το story κάθε ταινίας, λίγα για την γενική άποψη που έχω γι' αυτήν... κι αυτό θα είναι. Οι πολλές αναλύσεις θα τείνουν προς εξαφάνιση. Ούτε κι αυτό πάντως θα είναι απαράβατος όρος. Ίσως για κάποια φιλμ να έχω όρεξη ή/και ανάγκη να πω περισσότερα, θετικά ή αρνητικά. Όχι για όλα πάντως.
Γενικά δεν θα σταματήσω το blog. Όχι επειδή έχει ή δεν έχει απήχηση, αλλά επειδή αποτελεί και για μένα ένα είδος προσωπικού ημερολογίου, καταγραφής όσων τυχαίνει να βλέπω από τα άπειρα δείγματα μιας τέχνης που αγαπώ.
Οπότε θα τα λέμε πάντοτε. Απλώς πιο σύντομα.
Δευτέρα, Ιουλίου 16, 2018
Τετάρτη, Ιουλίου 11, 2018
ΕΝΑΣ ΑΡΓΟΣ "ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ"
Ο Gus Van Sant είναι ένας σκηνοθέτης που ταλαντεύεται ανάμεσα σε "εμπορικές" (ας τις αποκαλέσω καλύτερα mainstream) ταινίες και καθαρά προσωπικές, που συχνά αγγίζουν τα όρια του πειραματικού (όχι ακριβώς βεβαίως). Στις τελευταίες ανήκει το "Elephant" του 2003, ένα φιλμ εμπνευσμένο από τη σφαγή στο λύκειο Columbine το 1999, την πρώτη γνωσή στο ευρύ κοινό μαζική σφαγή "άνευ λόγου" στις ΗΠΑ (έκτοτε ακολούθησαν πολλές).
Η ταινία παρακολουθεί μια συνηθισμένη μέρα αρκετών μαθητών ενός λυκείου. Μαθήματα, έρωτες, οικογενειακά προβλήματα, διασκέδαση, η καθημερινή ρουτίνα δηλαδή. Συγχρόνως όμως, δύο από τους συμμαθητές τους προετοιμάζουν, με ψυχρό τρόπο, κάτι απόλυτα αποτρόπαιο. Και είναι γνωστό ότι η φρίκη γίνεται μεγαλύτερη όταν ξεσπά από κοινούς ανθρώπους, συνηθισμένους, οικείους.
Ο Van Sant ακολουθεί έναν νωχελικό, αργό τρόπο για να ξεδιπλώσει την ιστορία του. Συνεχείς καθημερινές πράξεις των νεαρών ηρώων, αποσπασματικές, που μερικές φορές επαναλαμβάνονται, ειδωμένες όμως από άλλη "οπτική γωνία", από τα μάτια κάποιου άλλου δηλαδή. Και, τελικά, ενώ ένα αόρατο δίχτυ ολοένα σφίγγεται γύρω τους, η βία ξεσπά. Η όλη αντιμετώπιση του θέματος μου θύμισε κάπως αυτή του Michael Haneke στo "71 Fragments of a Chronology of Chance" του 1994.
Ταυτόχρονα πάντως διαθέτει μια "ύπουλη" θα την έλεγα τρυφερότητα. Αυτή η συνεχής έκθεση του θεατή στην οικεία καθημερινότητα, στα (μικρο)προβλήματα των μαθητών, στην εφηβεία που κυριαρχεί με το δικό της τρόπο, στη ρουτίνα, κάνουν το κακό που ξεσπά ακόμα πιο ανησυχητικό, παράλογο, απίστευτο. Κι όμως είναι απόλυτα αληθινό. Συνέβει έτσι, ξαφνικά, σε ένα τόσο κοινότοπο περιβάλλον και γι' αυτό δεν μπορεί εύκολα να το δεχτεί κανείς. Τελικά ο άνθρωπος είναι το πιο παράλογο και αυτοκαταστροφικό ον. Οι λόγοι του ξεσπάσματος; Ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται να εμβαθύνει σ' αυτό, απλώς παρακολουθεί αποστασιοποιημένος τα γεγονότα, για να τα κάνει ίσως πιο αναπάντεχα και ανατριχιαστικά. Να πω μόνο ότι οι δολοφόνοι μόλις έχουν παρακολουθήσει ένα ντοκιμαντέρ για τον Χίτλερ...
Δύσκολη ταινία, θα "τρομάξει" πολλούς θεατές με τους αργούς, ντοκιμαντερίστικους θαρρείς ρυθμούς, με τους λίγους διαλόγους και τις μακρές λήψεις. Πολλοί θα κουραστούν (κι εγώ λιγάκι, παρά το ενδιαφέρον και την πρωτοτυπία της αντιμετώπισης του ζοφερού θέματος). Νομίζω πάντως ότι, για όσους δεν είναι φαν αποκλειστικά και μόνο του απόλυτα maistream χολιγουντιανού σινεμά (και ιδιαίτερα του ανέμπνευστου σε γενικές γραμμές σύγχρονου), θα το δουν με ενδιαφέρον. Ίσως όμως αυτοί να είναι λίγοι. Σας προειδοποιώ.
Η ταινία παρακολουθεί μια συνηθισμένη μέρα αρκετών μαθητών ενός λυκείου. Μαθήματα, έρωτες, οικογενειακά προβλήματα, διασκέδαση, η καθημερινή ρουτίνα δηλαδή. Συγχρόνως όμως, δύο από τους συμμαθητές τους προετοιμάζουν, με ψυχρό τρόπο, κάτι απόλυτα αποτρόπαιο. Και είναι γνωστό ότι η φρίκη γίνεται μεγαλύτερη όταν ξεσπά από κοινούς ανθρώπους, συνηθισμένους, οικείους.
Ο Van Sant ακολουθεί έναν νωχελικό, αργό τρόπο για να ξεδιπλώσει την ιστορία του. Συνεχείς καθημερινές πράξεις των νεαρών ηρώων, αποσπασματικές, που μερικές φορές επαναλαμβάνονται, ειδωμένες όμως από άλλη "οπτική γωνία", από τα μάτια κάποιου άλλου δηλαδή. Και, τελικά, ενώ ένα αόρατο δίχτυ ολοένα σφίγγεται γύρω τους, η βία ξεσπά. Η όλη αντιμετώπιση του θέματος μου θύμισε κάπως αυτή του Michael Haneke στo "71 Fragments of a Chronology of Chance" του 1994.
Ταυτόχρονα πάντως διαθέτει μια "ύπουλη" θα την έλεγα τρυφερότητα. Αυτή η συνεχής έκθεση του θεατή στην οικεία καθημερινότητα, στα (μικρο)προβλήματα των μαθητών, στην εφηβεία που κυριαρχεί με το δικό της τρόπο, στη ρουτίνα, κάνουν το κακό που ξεσπά ακόμα πιο ανησυχητικό, παράλογο, απίστευτο. Κι όμως είναι απόλυτα αληθινό. Συνέβει έτσι, ξαφνικά, σε ένα τόσο κοινότοπο περιβάλλον και γι' αυτό δεν μπορεί εύκολα να το δεχτεί κανείς. Τελικά ο άνθρωπος είναι το πιο παράλογο και αυτοκαταστροφικό ον. Οι λόγοι του ξεσπάσματος; Ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται να εμβαθύνει σ' αυτό, απλώς παρακολουθεί αποστασιοποιημένος τα γεγονότα, για να τα κάνει ίσως πιο αναπάντεχα και ανατριχιαστικά. Να πω μόνο ότι οι δολοφόνοι μόλις έχουν παρακολουθήσει ένα ντοκιμαντέρ για τον Χίτλερ...
Δύσκολη ταινία, θα "τρομάξει" πολλούς θεατές με τους αργούς, ντοκιμαντερίστικους θαρρείς ρυθμούς, με τους λίγους διαλόγους και τις μακρές λήψεις. Πολλοί θα κουραστούν (κι εγώ λιγάκι, παρά το ενδιαφέρον και την πρωτοτυπία της αντιμετώπισης του ζοφερού θέματος). Νομίζω πάντως ότι, για όσους δεν είναι φαν αποκλειστικά και μόνο του απόλυτα maistream χολιγουντιανού σινεμά (και ιδιαίτερα του ανέμπνευστου σε γενικές γραμμές σύγχρονου), θα το δουν με ενδιαφέρον. Ίσως όμως αυτοί να είναι λίγοι. Σας προειδοποιώ.
Κυριακή, Ιουλίου 08, 2018
"Η ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ" ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑΜΑΥΡΟ ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΧΙΟΥΜΟΡ
Κάπου στη δεκαετία του 50 η Βρετανία (τα Ealing Studios της συγκεκριμένα) ανέπτυξαν ένα ιδιαίτερο και απολαυστικότατο είδος κωμωδίας, βασισμένο κυρίως στο μαύρο χιούμορ και το οποίο συνήθως ασχολείται με τον υπόκοσμο και το έγκλημα με απόλυτα σκωπτική ματιά. Ο σκωτσέζος Alexander Mackendrick (1912-1993) είναι ένας μάλλον παραγνωρισμένος δημιουργός. Το 1955 γυρίζει μια από τις κορυφαίες ταινίες του είδους, την "Συμμορία των Πέντε" (Ladykillers) με τους θαυμάσιους Άλεκ Γκίνες, Πίτερ Σέλερς και Χέρμπερτ Λόμ στους βασικούς ρόλους.
Μια συμμορία με εγκέφαλο τον Άλεκ Γκίνες καταστρώνει ένα διαβολικό σχέδιο για να ληστέψει ένα φορτηγό που μεταφέρει χρήματα. Η επιτυχία του θα οφείλεται στην ακούσια συμμετοχή μιας καλοκάγαθης γριούλας που ζει εκεί κοντά, στην οποία ο αρχηγός παρουσιάζεται ως ενοικιαστής και οι υπόλοιποι ως μέλη ενός... κουιντέτου εγχόρδων. Ενώ όλα πάνε καλά, μετά από μια σειρά ξεκαρδιστικών συμβάντων η γλυκειά και αφελής γριούλα ανακαλύπτει την αλήθεια... και τότε κάποιος από τους 5 πρέπει να αναλάβει να τη σκοτώσει. Ποιος θα μπορέσει όμως;
Το φιλμ είναι ίσως το καλύτερο τους είδους. Τα απαλά χρώματα δημιουργούν ένα νοσταλγικό (σήμερα) κλίμα και ταιριάζουν με τη μικροαστική βρετανική καθημερινότητα (και κοινοτοπία). Από την άλλη το έντονα νουάρ κλίμα συνδυάζεται άψογα με τα ξεκαρδιστικά γκαγκ και τις πανέξυπνες σεναριακές ανατροπές, κάνοντας τον θεατή να γελάει ακόμα και με φόνους, ενώ συγχρονως το σφιχτοδεμένο σενάριο τον καθηλώνει. Αυτός ο τέλειος συνδυασμός δύο τόσο διαφορετικών ειδών είναι που κάνει τόσο πετυχημένο το φιλμ. Και, ταυτόχρονα, μας αποκαλύπτει και την κρυμένη ηθική κάποιων εγκληματιών...
Με τίποτα μη φοβηθείτε το "παλιό" του πράγματος. Νομίζω ότι βλέπεται τρομερά ευχάριστα μέχρι σήμερα - γι' αυτό άλλωστε θεωρείται και κλασική. Μη διστάσετε λοιπόν. Είναι από τις ταινίες που αντέχουν στο χρόνο - έστω και αν το όλο περιβάλλον είναι "παλιομοδίτικο" (της εποχής του δηλαδή). Όσο για τον Mackendrick μη τον ξεχάσετε. Ψάξτε και την επόμενη ταινία του Sweet Smell of Success του 1957 (καθόλου κωμωδία αυτή) και δεν θα αποζημειωθείτε!
ΥΓ: To 2004 οι αδελφοί Κοέν διασκέυασαν το φιλμ με τον Τομ Χανκς στο βασικό ρόλο. Είμαι φαν των Κοέν, αυτή όμως την θεωρώ την πλέον ανέμπνευστη και κουραστική ταινία τους μέχρι σήμερα.
Μια συμμορία με εγκέφαλο τον Άλεκ Γκίνες καταστρώνει ένα διαβολικό σχέδιο για να ληστέψει ένα φορτηγό που μεταφέρει χρήματα. Η επιτυχία του θα οφείλεται στην ακούσια συμμετοχή μιας καλοκάγαθης γριούλας που ζει εκεί κοντά, στην οποία ο αρχηγός παρουσιάζεται ως ενοικιαστής και οι υπόλοιποι ως μέλη ενός... κουιντέτου εγχόρδων. Ενώ όλα πάνε καλά, μετά από μια σειρά ξεκαρδιστικών συμβάντων η γλυκειά και αφελής γριούλα ανακαλύπτει την αλήθεια... και τότε κάποιος από τους 5 πρέπει να αναλάβει να τη σκοτώσει. Ποιος θα μπορέσει όμως;
Το φιλμ είναι ίσως το καλύτερο τους είδους. Τα απαλά χρώματα δημιουργούν ένα νοσταλγικό (σήμερα) κλίμα και ταιριάζουν με τη μικροαστική βρετανική καθημερινότητα (και κοινοτοπία). Από την άλλη το έντονα νουάρ κλίμα συνδυάζεται άψογα με τα ξεκαρδιστικά γκαγκ και τις πανέξυπνες σεναριακές ανατροπές, κάνοντας τον θεατή να γελάει ακόμα και με φόνους, ενώ συγχρονως το σφιχτοδεμένο σενάριο τον καθηλώνει. Αυτός ο τέλειος συνδυασμός δύο τόσο διαφορετικών ειδών είναι που κάνει τόσο πετυχημένο το φιλμ. Και, ταυτόχρονα, μας αποκαλύπτει και την κρυμένη ηθική κάποιων εγκληματιών...
Με τίποτα μη φοβηθείτε το "παλιό" του πράγματος. Νομίζω ότι βλέπεται τρομερά ευχάριστα μέχρι σήμερα - γι' αυτό άλλωστε θεωρείται και κλασική. Μη διστάσετε λοιπόν. Είναι από τις ταινίες που αντέχουν στο χρόνο - έστω και αν το όλο περιβάλλον είναι "παλιομοδίτικο" (της εποχής του δηλαδή). Όσο για τον Mackendrick μη τον ξεχάσετε. Ψάξτε και την επόμενη ταινία του Sweet Smell of Success του 1957 (καθόλου κωμωδία αυτή) και δεν θα αποζημειωθείτε!
ΥΓ: To 2004 οι αδελφοί Κοέν διασκέυασαν το φιλμ με τον Τομ Χανκς στο βασικό ρόλο. Είμαι φαν των Κοέν, αυτή όμως την θεωρώ την πλέον ανέμπνευστη και κουραστική ταινία τους μέχρι σήμερα.
Τετάρτη, Ιουλίου 04, 2018
"MEAN MACHINE" Ή ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ
Ο Barry Skolnick έχει γυρίσει μία και μοναδική ταινία, το "Mean Machine" το 2001. Πρόκειται για κωμωδία (κυρίως) που διαδραματίζεται σε φυλακές, διαθέτει όμως κάποια καλή αρχική σεναριακή ιδέα, που βασίζεται στην παλιότερη ταινία "The Longest Yard" με τον Μπαρτ Ρέινολντς.
Ο ομώνυμος ήρωας (Danny Meehan λέγεται, αλλά το Mean Machine είναι το παρατσούκλι του) ήταν κάποτε διάσημος ποδοσφαιριστής, αρχηγός μάλιστα της Εθνικής Αγγλίας, ο οποίος έχει παρακμάσει ολοσχερώς επειδή αποκαλύφτηκε ότι "πούλησε" τη χώρα του σε κρίσιμο ματς του Παγκοσμίου Κυπέλου (με το αζημείωτο βεβαίως). Τώρα καταλήγει στη φυλακή μετά από επίθεση σε αστυνομικούς. Εκεί όχι μόνο δεν απολαμβάνει προνόμια λόγω διασημότητας, αλλά αντιμετωπίζει την περιφρόνηση αρχικά συγκρατουμένων και δεσμοφυλάκων, κι εκείνος όμως κρατά τους πάντες σε απόσταση (να μην πούμε ότι τους φέρεται σχεδόν εχθρικά). Στη συνέχεια αρχίζουν οι πιέσεις να παίξει μπάλα, παρά το ότι εκείνος επανειλημμένα δηλώνει ότι δεν πρόκειται ποτέ ξανά να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο. Όταν όμως οργανώνεται ένα ματς ανάμεσα σε κρατούμενους και δεσμοφύλακες - στο οποίο διακυβεύονται και πολά (παράνομα) χρήματα - οι πιέσεις γίνονται ωμοί εκβιασμοί. Έτσι εκείνος θα αναγκαστεί να προπονήσει την αλλοπρόσαλλη ομάδα των κρατουμένων και, φυσικά, να παίξει μαζί τους. Μέχρι το περίφημο ματς όμως - και κατά τη διάρκειά του - οι ανατροπές θα είναι αρκετές.
Το φιλμ διαθέτει χιούμορ και γενικά βλέπεται σχετικά ευχάριστα νομίζω ακόμα και από άσπονδους φίλους του αθλήματος (κι εγώ προσωπικά δεν ασχολούμαι). Με ανάλαφρο πάντα τρόπο βγαίνει στην επιφάνεια η διαφθορά των κρατούντων, ο εξ ίσου βάναυσος "έξω κόσμος" κλπ. και βέβαια το ματς αποτελεί συμβολο της πάλης κρατούντων - κρατουμένων. Ο ρυθμός είναι αρκετά καλός, είπαμε για κάποιες ανατροπές, μερικοί χαρακτήρες είναι απολαυστικοί (δείτε και τον Τζέισον Στάθαμ σε έναν από τους πρώτους του ρόλους) και... αυτά. Νομίζω ότι απογοητευτική είναι η τελική εντελώς προβλέψιμη και απλοϊκή τροπή των πραγμάτων (και των χαρακτήρων), καθώς και η ευκολία με την οποία γίνονται όλα στο τέλος, μετά τα τόσα αδιέξοδα.
Τελικά θα το χαρακτήριζα απλώς ευχάριστο. Αν τώρα είστε και φίλοι του ποδοσφαίρου, ίσως να σας ενδιαφέρει κάπως περισσότερο.
Ο ομώνυμος ήρωας (Danny Meehan λέγεται, αλλά το Mean Machine είναι το παρατσούκλι του) ήταν κάποτε διάσημος ποδοσφαιριστής, αρχηγός μάλιστα της Εθνικής Αγγλίας, ο οποίος έχει παρακμάσει ολοσχερώς επειδή αποκαλύφτηκε ότι "πούλησε" τη χώρα του σε κρίσιμο ματς του Παγκοσμίου Κυπέλου (με το αζημείωτο βεβαίως). Τώρα καταλήγει στη φυλακή μετά από επίθεση σε αστυνομικούς. Εκεί όχι μόνο δεν απολαμβάνει προνόμια λόγω διασημότητας, αλλά αντιμετωπίζει την περιφρόνηση αρχικά συγκρατουμένων και δεσμοφυλάκων, κι εκείνος όμως κρατά τους πάντες σε απόσταση (να μην πούμε ότι τους φέρεται σχεδόν εχθρικά). Στη συνέχεια αρχίζουν οι πιέσεις να παίξει μπάλα, παρά το ότι εκείνος επανειλημμένα δηλώνει ότι δεν πρόκειται ποτέ ξανά να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο. Όταν όμως οργανώνεται ένα ματς ανάμεσα σε κρατούμενους και δεσμοφύλακες - στο οποίο διακυβεύονται και πολά (παράνομα) χρήματα - οι πιέσεις γίνονται ωμοί εκβιασμοί. Έτσι εκείνος θα αναγκαστεί να προπονήσει την αλλοπρόσαλλη ομάδα των κρατουμένων και, φυσικά, να παίξει μαζί τους. Μέχρι το περίφημο ματς όμως - και κατά τη διάρκειά του - οι ανατροπές θα είναι αρκετές.
Το φιλμ διαθέτει χιούμορ και γενικά βλέπεται σχετικά ευχάριστα νομίζω ακόμα και από άσπονδους φίλους του αθλήματος (κι εγώ προσωπικά δεν ασχολούμαι). Με ανάλαφρο πάντα τρόπο βγαίνει στην επιφάνεια η διαφθορά των κρατούντων, ο εξ ίσου βάναυσος "έξω κόσμος" κλπ. και βέβαια το ματς αποτελεί συμβολο της πάλης κρατούντων - κρατουμένων. Ο ρυθμός είναι αρκετά καλός, είπαμε για κάποιες ανατροπές, μερικοί χαρακτήρες είναι απολαυστικοί (δείτε και τον Τζέισον Στάθαμ σε έναν από τους πρώτους του ρόλους) και... αυτά. Νομίζω ότι απογοητευτική είναι η τελική εντελώς προβλέψιμη και απλοϊκή τροπή των πραγμάτων (και των χαρακτήρων), καθώς και η ευκολία με την οποία γίνονται όλα στο τέλος, μετά τα τόσα αδιέξοδα.
Τελικά θα το χαρακτήριζα απλώς ευχάριστο. Αν τώρα είστε και φίλοι του ποδοσφαίρου, ίσως να σας ενδιαφέρει κάπως περισσότερο.
Κυριακή, Ιουλίου 01, 2018
ΠΕΡΙ ΧΡΗΜΑΤΩΝ, "ΛΗΣΤΕΙΑΣ" ΚΑΙ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ
Ο Gela Babluani είναι γεωργιανός. Το 2005 μας είχε πραγματικά καθηλώσει με την πρώτη ταινία του, το "13 Tzameti", που για μένα αποτελεί ένα από τα καλύτερα ντεμπούτα που έχω δει (ψάξτε το αν είστε φίλος των θρίλερ). Στη συνέχεια ελάχιστα πράγματα έκανε. Ένα αμερικάνικο ριμέικ του "13" (σιγά μη δεν τον φώναζαν να το κάνει) και μια άλλη ταινία που δυστυχώς δεν έχω δει. Το 2017 όμως επανέρχεται δριμύτερος με το γαλικό "Money" ("Η Ληστεία" στην Ελλάδα), εξαιρετικό κατά τη γνώμη μου φιλμ αγωνίας (στην κατηγορία των heist movies).
Τρεις νεαροί μετανάστες δεύτερης γενιάς, δύο φίλοι και η αδελφή του ενός, αποφασίζουν να διαρρήξουν ένα πολυτελές σπίτι όπου - έχουν εντελώς τυχαία ανακαλύψει - έχει μεταφερθεί μια βαλίτσα με πολλές - πολλές χιλιάδες. Αγνοούν βεβαίως ότι το σπίτι ανήκει σε γνωστό πολιτικό (το άγνωστο είναι το πόσο διεφθαρμένος είναι αυτός). Η ληστεία, αρχικά, πeτυχαίνει πιο εύκολα απ' όσο περίμενε κανείς. Υπάρχει όμως ένα μικρό θέμα: Κάποιος θέλει περισσότερα από όσα ήδη απόκτησε. Θα γίνει λοιπόν μια δεύτερη απόπειρα και τα πάντα θα αρχίσουν να μπλέκονται αφάνταστα, οδηγώντας σε μια αλυσίδα από όλο και πιο πολύπλοκες καταστάσεις και, βεβαίως, σε πολλαπλά αδιεξοδα.
Το φιλμ διαδραματίζεται σχεδόν ολόκληρο σε μία νύχτα. Και όλα δείχνουν ότι ο Babluani είναι σίγουρα μάστορας του σασπένς. Η μια πράξη φέρνει την άλλη, το ένα αποτέλεσμα το άλλο κι αυτό που αρχικά ξεκινά σαν παιχνίδι (παιχνίδι με πολλά λεφτά βεβαίως) θα μετατραπεί σύντομα σε αιματοβαμένο εφιάλτη. Ταυτόχρονα το στοιχείο του αλλόκοτου και ένα υποδόρειο, κατάμαυρο χιούμορ παρεισφρύουν ύπουλα στην όλη ιστορία, κάνοντάς την πιο "πικάντικη". Πραγματικά καθηλωτικό, με καλοσχεδιασμένους χαρακτήρες, με άψογο timing, λειτουργεί σαν ένας όλο και πολυπλοκότερος και αδιέξοδος εφιάλτης, στα πλοκάμια του οποίου εμπλέκονται όλο και περισσότεροι.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που μου αρέσει πολύ στο φιλμ: Όπως είπαμε, η ληστεία στην αρχή πετυχαίνει απροσδόκητα εύκολα. Τι είναι αυτό που απελευθερώνει την κόλαση; Κάτι που προσωπικά θεωρώ ως ένα από τα απεχθέστερα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και, πιστεύω, κατά πολύ υπεύθυνο για τη σημερινή απαράδεκτη και ανεξέλεγκτη παγκόσμια κατάσταση: Η απληστία. Μία και μόνη (αρχικά) πράξη απληστίας από έναν και μόνο άνθρωπο είναι αρκετή για να τινάξει τα πάντα στον αέρα και να μετατρέψει τον περίπατο σε σφαγή. Και μόνο η ύπαρξη αυτού του στοιχείου με κάνει να συμπαθώ ακόμα περισσότερο την ταινία. Και υπάρχει βέβαια και η κυνική καταγγελία της πολιτικής διαφθοράς, αυτό όμως ουδεμία πλέον έκπληξη προκαλεί. Δυστυχώς.
Το συνιστώ απόλυτα ως ένα από τα καλύτερα θρίλερ που δίνει πόντους σε ένα σχεδόν εξαντλημένο είδος. Μακάρι ο δημιουργός του να κάνει συχνότερες εμφανίσεις...
Τρεις νεαροί μετανάστες δεύτερης γενιάς, δύο φίλοι και η αδελφή του ενός, αποφασίζουν να διαρρήξουν ένα πολυτελές σπίτι όπου - έχουν εντελώς τυχαία ανακαλύψει - έχει μεταφερθεί μια βαλίτσα με πολλές - πολλές χιλιάδες. Αγνοούν βεβαίως ότι το σπίτι ανήκει σε γνωστό πολιτικό (το άγνωστο είναι το πόσο διεφθαρμένος είναι αυτός). Η ληστεία, αρχικά, πeτυχαίνει πιο εύκολα απ' όσο περίμενε κανείς. Υπάρχει όμως ένα μικρό θέμα: Κάποιος θέλει περισσότερα από όσα ήδη απόκτησε. Θα γίνει λοιπόν μια δεύτερη απόπειρα και τα πάντα θα αρχίσουν να μπλέκονται αφάνταστα, οδηγώντας σε μια αλυσίδα από όλο και πιο πολύπλοκες καταστάσεις και, βεβαίως, σε πολλαπλά αδιεξοδα.
Το φιλμ διαδραματίζεται σχεδόν ολόκληρο σε μία νύχτα. Και όλα δείχνουν ότι ο Babluani είναι σίγουρα μάστορας του σασπένς. Η μια πράξη φέρνει την άλλη, το ένα αποτέλεσμα το άλλο κι αυτό που αρχικά ξεκινά σαν παιχνίδι (παιχνίδι με πολλά λεφτά βεβαίως) θα μετατραπεί σύντομα σε αιματοβαμένο εφιάλτη. Ταυτόχρονα το στοιχείο του αλλόκοτου και ένα υποδόρειο, κατάμαυρο χιούμορ παρεισφρύουν ύπουλα στην όλη ιστορία, κάνοντάς την πιο "πικάντικη". Πραγματικά καθηλωτικό, με καλοσχεδιασμένους χαρακτήρες, με άψογο timing, λειτουργεί σαν ένας όλο και πολυπλοκότερος και αδιέξοδος εφιάλτης, στα πλοκάμια του οποίου εμπλέκονται όλο και περισσότεροι.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που μου αρέσει πολύ στο φιλμ: Όπως είπαμε, η ληστεία στην αρχή πετυχαίνει απροσδόκητα εύκολα. Τι είναι αυτό που απελευθερώνει την κόλαση; Κάτι που προσωπικά θεωρώ ως ένα από τα απεχθέστερα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και, πιστεύω, κατά πολύ υπεύθυνο για τη σημερινή απαράδεκτη και ανεξέλεγκτη παγκόσμια κατάσταση: Η απληστία. Μία και μόνη (αρχικά) πράξη απληστίας από έναν και μόνο άνθρωπο είναι αρκετή για να τινάξει τα πάντα στον αέρα και να μετατρέψει τον περίπατο σε σφαγή. Και μόνο η ύπαρξη αυτού του στοιχείου με κάνει να συμπαθώ ακόμα περισσότερο την ταινία. Και υπάρχει βέβαια και η κυνική καταγγελία της πολιτικής διαφθοράς, αυτό όμως ουδεμία πλέον έκπληξη προκαλεί. Δυστυχώς.
Το συνιστώ απόλυτα ως ένα από τα καλύτερα θρίλερ που δίνει πόντους σε ένα σχεδόν εξαντλημένο είδος. Μακάρι ο δημιουργός του να κάνει συχνότερες εμφανίσεις...
Πέμπτη, Ιουνίου 28, 2018
"ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΤΑΧΤΕΣ" ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ
Ο J.Lee Thompson (1914-2002) υπήρξε καλός χολιγουντιανός σκηνοθέτης, με σημαντικές ταινίες παλιότερα, για να γίνει πολύ "mainstream" από τη δεκαετία του 70 και μετά. Πίσω στα 1965 όμως γυρίζει μια εξαιρετική κατά τη γνώμη μου ταινία, το "Return from the Ashes", με την Ίνγκριντ Τούλιν, τον Μαξιμίλιαν Σελ, τη Σαμάνθα Έγκαρ και τον Χέρμπερτ Λομ στους βασικούς ρόλους.
Μια πλούσια εβραία, από τους επιζήσαντες του Άουσβιτς, επιστρέφει τσακισμένη, εξουθενωμένη και αγνώριστη από τις κακουχίες στο Παρίσι, όπου ζούσε, για να ανακαλύψει ότι ο ζιγκολό σύζυγός της (νεότερός της και απένταρος σκακιστής πριν την παντρευτεί) τα έχει με τη νεαρή προγονή της, με την οποία οι σχέσεις της ήταν πάντοτε ψυχρές. Αποφασίζει λοιπόν να μην αποκαλύψει την αληθινη της ταυτότητα, καθώς ο σύζυγος δεν την αναγνωρίζει, νομίζοντας ότι είναι κάποια που απλώς μοιάζει στη γυναίκα του (την οποία όλοι θεωρούν νεκρή). Από το σημείο αυτό και πέρα θα ξεκινήσει ένα πραγματικά θανάσιμο παιχνίδι ανάμεσα στους τρεις τους, που θα οδηγήσει σε απρόβλεπτες ανατροπές και συνέπειες.
Εξαιρετικό σασπένς, τεταμένες σχέσεις, καταστάσεις στην κόψη του ξυραφιού, φλας μπακ που μας αποκαλύπτουν το παρελθόν της ηρωίδας... Αυτό που δεσπόζει όμως και εκπλήσει είναι ο κυνισμός και ο αμοραλισμός που καταγράφει ο σκηνοθέτης στις ανθρώπινες σχέσεις. Πρόκειται για μια από τις σπάνιες ταινίες (και μάλιστα τόσο παλιά) όπου πραγματικά δεν υπάρχει κανένας θετικός χαρακτήρας. Το βασικό τρίγωνο αλληλοσπαράσεται, άγεται και φέρεται από τα πάθη του και μεταξύ τους δεν υπάρχει χώρος για τίποτα καλό. Προέχει η ικανοποίηση των παθών και των φιλοδοξιών του κάθε μέλους. Όλοι πατάνε επί πτωμάτων (ή είναι πρόθυμοι να πατήσουν) για τα συμφέροντά τους.
Φυσικά η ανατριχιαστική αυτή καταγραφή της ανθρώπινης αγριότητας ενέχει και στοιχεία κοινωνικής κριτικής, ιδιαίτερα μιας κοινωνίας που βγαίνει διαλυμένη και βαθιά τραυματισμένη από έναν εφιαλτικό πόλεμο. Άλλωστε και μόνο το μοτίβο των στρατοπέδων συγκέντρωσης (που δεν δείχνεται, αλλά αποτελεί βασικό κομμάτι της πλοκής), λειτουργεί ως σταθερό φόντο βαρβαρότητας - σε συλλογικό επίπεδο - της κοινωνίας. Και φυσικά το μοτίβο επαναλαμβάνουν και τα μέλη της σε ατομικό επίπεδο πλέον.
Η ταινία μου άρεσε πολύ και τη συνιστώ. Πολύ περισσότερο βέβαια αφού είναι σχετικά άγνωστη και ξεχασμένη. Κατά τη γνώμη μου πολύ κακώς.
ΥΓ: Η ιστορία, ως ένα σημείο τουλάχιστον, θα σας θυμίσει πολύ το "Phoenix" (Το τραγούδι του Φοίνικα), την επίσης πολύ καλή ταινία του 2014 του σημαντικού γερμανού Christian Petzold. Προφανώς ο τελευταίος έχει συνειδητά επηρεαστεί (σεναριακά τουλάχιστον) από το παλιότερο φιλμ.
Μια πλούσια εβραία, από τους επιζήσαντες του Άουσβιτς, επιστρέφει τσακισμένη, εξουθενωμένη και αγνώριστη από τις κακουχίες στο Παρίσι, όπου ζούσε, για να ανακαλύψει ότι ο ζιγκολό σύζυγός της (νεότερός της και απένταρος σκακιστής πριν την παντρευτεί) τα έχει με τη νεαρή προγονή της, με την οποία οι σχέσεις της ήταν πάντοτε ψυχρές. Αποφασίζει λοιπόν να μην αποκαλύψει την αληθινη της ταυτότητα, καθώς ο σύζυγος δεν την αναγνωρίζει, νομίζοντας ότι είναι κάποια που απλώς μοιάζει στη γυναίκα του (την οποία όλοι θεωρούν νεκρή). Από το σημείο αυτό και πέρα θα ξεκινήσει ένα πραγματικά θανάσιμο παιχνίδι ανάμεσα στους τρεις τους, που θα οδηγήσει σε απρόβλεπτες ανατροπές και συνέπειες.
Εξαιρετικό σασπένς, τεταμένες σχέσεις, καταστάσεις στην κόψη του ξυραφιού, φλας μπακ που μας αποκαλύπτουν το παρελθόν της ηρωίδας... Αυτό που δεσπόζει όμως και εκπλήσει είναι ο κυνισμός και ο αμοραλισμός που καταγράφει ο σκηνοθέτης στις ανθρώπινες σχέσεις. Πρόκειται για μια από τις σπάνιες ταινίες (και μάλιστα τόσο παλιά) όπου πραγματικά δεν υπάρχει κανένας θετικός χαρακτήρας. Το βασικό τρίγωνο αλληλοσπαράσεται, άγεται και φέρεται από τα πάθη του και μεταξύ τους δεν υπάρχει χώρος για τίποτα καλό. Προέχει η ικανοποίηση των παθών και των φιλοδοξιών του κάθε μέλους. Όλοι πατάνε επί πτωμάτων (ή είναι πρόθυμοι να πατήσουν) για τα συμφέροντά τους.
Φυσικά η ανατριχιαστική αυτή καταγραφή της ανθρώπινης αγριότητας ενέχει και στοιχεία κοινωνικής κριτικής, ιδιαίτερα μιας κοινωνίας που βγαίνει διαλυμένη και βαθιά τραυματισμένη από έναν εφιαλτικό πόλεμο. Άλλωστε και μόνο το μοτίβο των στρατοπέδων συγκέντρωσης (που δεν δείχνεται, αλλά αποτελεί βασικό κομμάτι της πλοκής), λειτουργεί ως σταθερό φόντο βαρβαρότητας - σε συλλογικό επίπεδο - της κοινωνίας. Και φυσικά το μοτίβο επαναλαμβάνουν και τα μέλη της σε ατομικό επίπεδο πλέον.
Η ταινία μου άρεσε πολύ και τη συνιστώ. Πολύ περισσότερο βέβαια αφού είναι σχετικά άγνωστη και ξεχασμένη. Κατά τη γνώμη μου πολύ κακώς.
ΥΓ: Η ιστορία, ως ένα σημείο τουλάχιστον, θα σας θυμίσει πολύ το "Phoenix" (Το τραγούδι του Φοίνικα), την επίσης πολύ καλή ταινία του 2014 του σημαντικού γερμανού Christian Petzold. Προφανώς ο τελευταίος έχει συνειδητά επηρεαστεί (σεναριακά τουλάχιστον) από το παλιότερο φιλμ.
Πέμπτη, Ιουνίου 21, 2018
"ΓΡΗΓΟΡΗ, ΘΑΝΑΣΙΜΗ" ΚΑΙ ΓΕΜΑΤΗ ΚΛΙΣΕ
Το 1995 ο Sam Reimi, ήδη γνωστός καλτ σκηνοθέτης από τη σειρά των τριών "Evil Dead", αλλά και το b-movie "Darkman", αποφασίζει να παίξει με ένα άλλο κλασικό είδος, το γουέστερν. Το αποτέλεσμα είναι το "Γρήγορη και Θανάσιμη" (The Quick and the Dead), με σταρ την Σάρα Στόουν, αλλά και πλειάδα γνωστών ηθοποιών (Τζιν Χάκμαν, Λεονάρντο Ντι Κάπριο, Ράσελ Κρόου, Γκάρι Σινίζ κλπ.) Αυτό όμως δεν νομίζω ότι σημαίνει υποχρεωτικά και το ότι πρόκειται για καλή ταινία.
Σε τυπική (απο χιλιάδες γουέστερν) πόλη του Φαρ Ουέστ, που λιμαίνεται ένας ζάμπλουτος (στον οποίο ανήκουν σχεδόν τα πάντα) και η αιμοσταγής συμμορία του, φτάνει μια όμορφη, αλλά θανάσιμη πιστολέρο. Εκεί θα συναντήσει έναν πρώην παπά (και πρώην σύντροφο του "κακού"), τον νοποίον έχει συλλάβει και βασανίζει η εν λόγω συμμορία. Σύντομα θα αντιληφτούμε ότι η κοπέλα δεν έφτασε τυχαία εκεί, αλλά έχει παλιά, θανάσιμα προηγούμενα με τον "κακό". Οπότε είναι ζήτημα χρόνου να ξεκινήσει την εκδίκησή της. Η ευκαιρία θα βρεθεί όταν θα ξεκινήσει ένας... αγώνας ζωής και θανάτου για την ανάδειξη του πιο γρήγορου πιστολιού με πολύτιμο έπαθλο (αγώνας μια κι έξω φυσικά, αφού ο ηττημένος του εκάστοτε ζευγαριου πάει στα θυμαράκια και ο νικητής περνά στον επόμενο γύρο).
Η προσπάθεια του Ράιμι να αναβιώσει ένα παρακμασμένο είδος, το γουέστερν, δεν νομίζω ότι δίνει σπουδαία αποτελέσματα. Χρησιμοποιεί μοντερνα σκηνοθεσία, εντυπωσιακή σε κάποια σημεία, αλλά τα πάντα πάσχουν από εξόφθαλμη έλλειψη οποιουδήποτε βάθους: Μονοδιάστατοι χαρακτήρες, μη πιστευτή πλοκή, ακόμα και σχετική έλλειψη σασπένς, αφού ξέρουμε ότι οι "πιο γρήγοροι" θα κερδίσουν. Και ξέρουμε ποιοι είναι αυτοί, έστω και αν στο μεταξύ έχουν υποστεί τα πάνδεινα (τι σημασία έχει αν σου έχουν χτυπήσει το χέρι; Αφού έτσι κι αλλιώς είσαι ο πιο γρήγορος...) Επιπλέον τα πάντα βασίζονται σε αφόρητα κλισέ, σε πράγματα που έχουμε δει χιλιάδες φορές στο είδος.
Υποτίθεται ότι το "βάθος" και το πιστευτό της ιστορίας δεν ενδιαφέρει τον Ράιμι, αφού θέλει απλώς να φτιάξει μια διασκεδαστική ταινία και τίποτα παραπάνω. Ίσως σε κάποιους να λειτουργήσει αυτό το "μόνο διασκέδαση και τίποτα άλλο". Αλλά, λόγω τόσων κλισέ, σε μένα ούτε αυτό έπιασε ιδαίτερα. Στα μείον επίσης βάζω το ότι, ενώ όλα είναι τοσο εξωπραγματικά, λείπει το κλασικό (κατάμαυρο συνήθως) χιούμορ του Ράιμι. Λες και ήθελε να φτιάξει κάτι σοβαρό, το οποίο μόνο σοβαρό δεν είναι.
Τέλος πάντων, αν θέλετε να εντρυφήσετε στα γουέστερν, καλό είναι να ξεκινήσετε από άλλες, πολύ παλιότερες ταινίες.
Σε τυπική (απο χιλιάδες γουέστερν) πόλη του Φαρ Ουέστ, που λιμαίνεται ένας ζάμπλουτος (στον οποίο ανήκουν σχεδόν τα πάντα) και η αιμοσταγής συμμορία του, φτάνει μια όμορφη, αλλά θανάσιμη πιστολέρο. Εκεί θα συναντήσει έναν πρώην παπά (και πρώην σύντροφο του "κακού"), τον νοποίον έχει συλλάβει και βασανίζει η εν λόγω συμμορία. Σύντομα θα αντιληφτούμε ότι η κοπέλα δεν έφτασε τυχαία εκεί, αλλά έχει παλιά, θανάσιμα προηγούμενα με τον "κακό". Οπότε είναι ζήτημα χρόνου να ξεκινήσει την εκδίκησή της. Η ευκαιρία θα βρεθεί όταν θα ξεκινήσει ένας... αγώνας ζωής και θανάτου για την ανάδειξη του πιο γρήγορου πιστολιού με πολύτιμο έπαθλο (αγώνας μια κι έξω φυσικά, αφού ο ηττημένος του εκάστοτε ζευγαριου πάει στα θυμαράκια και ο νικητής περνά στον επόμενο γύρο).
Η προσπάθεια του Ράιμι να αναβιώσει ένα παρακμασμένο είδος, το γουέστερν, δεν νομίζω ότι δίνει σπουδαία αποτελέσματα. Χρησιμοποιεί μοντερνα σκηνοθεσία, εντυπωσιακή σε κάποια σημεία, αλλά τα πάντα πάσχουν από εξόφθαλμη έλλειψη οποιουδήποτε βάθους: Μονοδιάστατοι χαρακτήρες, μη πιστευτή πλοκή, ακόμα και σχετική έλλειψη σασπένς, αφού ξέρουμε ότι οι "πιο γρήγοροι" θα κερδίσουν. Και ξέρουμε ποιοι είναι αυτοί, έστω και αν στο μεταξύ έχουν υποστεί τα πάνδεινα (τι σημασία έχει αν σου έχουν χτυπήσει το χέρι; Αφού έτσι κι αλλιώς είσαι ο πιο γρήγορος...) Επιπλέον τα πάντα βασίζονται σε αφόρητα κλισέ, σε πράγματα που έχουμε δει χιλιάδες φορές στο είδος.
Υποτίθεται ότι το "βάθος" και το πιστευτό της ιστορίας δεν ενδιαφέρει τον Ράιμι, αφού θέλει απλώς να φτιάξει μια διασκεδαστική ταινία και τίποτα παραπάνω. Ίσως σε κάποιους να λειτουργήσει αυτό το "μόνο διασκέδαση και τίποτα άλλο". Αλλά, λόγω τόσων κλισέ, σε μένα ούτε αυτό έπιασε ιδαίτερα. Στα μείον επίσης βάζω το ότι, ενώ όλα είναι τοσο εξωπραγματικά, λείπει το κλασικό (κατάμαυρο συνήθως) χιούμορ του Ράιμι. Λες και ήθελε να φτιάξει κάτι σοβαρό, το οποίο μόνο σοβαρό δεν είναι.
Τέλος πάντων, αν θέλετε να εντρυφήσετε στα γουέστερν, καλό είναι να ξεκινήσετε από άλλες, πολύ παλιότερες ταινίες.
Τρίτη, Ιουνίου 19, 2018
"ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΑ
Η Ισπανία δεν παύει να αποτελεί τις τελευταίες λίγες δεκαετίες ανεξάντλητη πηγή δημιουργών του φανταστικού ή έστω μη φανταστικών, πλην όμως πάντοτε σκοτεινών θρίλερ. Κάποια από αυτά ίσως δεν είναι τόσο καλές ταινίες, τα περισότερα όμως διαθέτουν μια πολύ πρωτότυπη ιδέα στον πυρήνα της αφήγησής τους. Ο Daniel Calparsoro είναι ένας ακόμα από τους δημιουργούς αυτούς και το "El Aviso" (Το Μυστικό της Πεταλούδας) του 2018 μια ακόμα πρωτότυπη ταινία.
Ο δεκάχρονος Νίκο, θύμα μπούλινγκ στο σχολείο, δέχεται ένα γράμμα με θανάσιμες απειλές, αλλά κανείς δεν τον πιστεύει. Ο Χον - δέκα χρόνια πριν - ερευνά το μυστήριο ενός απομονωμένου βενζινάδικου - μίνι μάρκετ, στο οποίο, εδώ και πολλά χρόνια, σε τακτά διαστήματα, φαίνεται ότι συμβαίνουν φόνοι 9ο ίδιος είναι μάρτυρας ενός απ' αυτούς - ή μήπως όχι;. Τι θα κάνει όταν ανακαλύπτει ότι οι φόνοι ακολουθούν μια μαθηματική ακολουθία και πώς μπορεί να προειδοποιήσει ένα μελλοντικό θύμα;
Πάνω σ' αυτόν τον πρωτότυπο καμβά ο σκηνοθέτης φτιάχνει ένα παράξενο, αρκετά ενδιαφέρον θρίλερ, το οποίο, αν μη τι άλλο, επινοεί φρέσκες ιδέες, σε πλήρη αντίθεση με το απόλυτα στείρο πλέον Χόλιγουντ, που αναμασά ασταμάτητα τις ίδιες και τις ίδιες βαρετότατες (υπερηρωικές κυρίως) συνταγές με τα μάτια αποκλειστικά στραμμένα στα ταμεία. Η ιστορία περιπλέκεται αρκετά, πηγαινοέρχεται χρονικά μπρος πίσω στην αφήγησή της και θέτει το ένα μυστήριο (και ανατροπή) μετά το άλλο, δημιουργώντας όσο περισσότερο σασπένς μπορεί. Οι βασικοί ήρωες (που απέχουν 10 χρόνια ο ένας από τον άλλο και δεν θα συναντηθούν ποτέ) είναι και οι δύο βασανισμένοι: Ο μικρός, το είπαμε, υποφέρει στο σχολείο και δεν έχει πατέρα. Ο άλλος, ασταθής ψυχολογικά, βουτά όλο πιο βαθιά στην παράνοια και τις παραισθήσεις. Ποιος θα σωθεί και πώς;
Σκοτεινό, περίπλοκο σχετικά και, πάνω απ' όλα πρωτότυπο σε σύλληψη, δεν νομίζω ότι είναι μεγάλη ταινία, ωστόσο κρατά τον θεατή (εμένα τουλάχιστον) βυθίζοντάς τον όλο και περισσότερο στον απειλητικό κόσμο του. Όχι, δεν υπάρχει εξήγηση για τα παράδοξα γεγονότα. Αυτό που ψάχνουμε είναι το τι ακριβώς συμβαίνει. Και τι πρόκειται να συμβεί στο (όλο και πιο κοντινό) μέλλον. Είπα, δεν το βρήκα πολύ σπουδαίο, ωστόσο το απόλαυσα αρκετά.
Ο δεκάχρονος Νίκο, θύμα μπούλινγκ στο σχολείο, δέχεται ένα γράμμα με θανάσιμες απειλές, αλλά κανείς δεν τον πιστεύει. Ο Χον - δέκα χρόνια πριν - ερευνά το μυστήριο ενός απομονωμένου βενζινάδικου - μίνι μάρκετ, στο οποίο, εδώ και πολλά χρόνια, σε τακτά διαστήματα, φαίνεται ότι συμβαίνουν φόνοι 9ο ίδιος είναι μάρτυρας ενός απ' αυτούς - ή μήπως όχι;. Τι θα κάνει όταν ανακαλύπτει ότι οι φόνοι ακολουθούν μια μαθηματική ακολουθία και πώς μπορεί να προειδοποιήσει ένα μελλοντικό θύμα;
Πάνω σ' αυτόν τον πρωτότυπο καμβά ο σκηνοθέτης φτιάχνει ένα παράξενο, αρκετά ενδιαφέρον θρίλερ, το οποίο, αν μη τι άλλο, επινοεί φρέσκες ιδέες, σε πλήρη αντίθεση με το απόλυτα στείρο πλέον Χόλιγουντ, που αναμασά ασταμάτητα τις ίδιες και τις ίδιες βαρετότατες (υπερηρωικές κυρίως) συνταγές με τα μάτια αποκλειστικά στραμμένα στα ταμεία. Η ιστορία περιπλέκεται αρκετά, πηγαινοέρχεται χρονικά μπρος πίσω στην αφήγησή της και θέτει το ένα μυστήριο (και ανατροπή) μετά το άλλο, δημιουργώντας όσο περισσότερο σασπένς μπορεί. Οι βασικοί ήρωες (που απέχουν 10 χρόνια ο ένας από τον άλλο και δεν θα συναντηθούν ποτέ) είναι και οι δύο βασανισμένοι: Ο μικρός, το είπαμε, υποφέρει στο σχολείο και δεν έχει πατέρα. Ο άλλος, ασταθής ψυχολογικά, βουτά όλο πιο βαθιά στην παράνοια και τις παραισθήσεις. Ποιος θα σωθεί και πώς;
Σκοτεινό, περίπλοκο σχετικά και, πάνω απ' όλα πρωτότυπο σε σύλληψη, δεν νομίζω ότι είναι μεγάλη ταινία, ωστόσο κρατά τον θεατή (εμένα τουλάχιστον) βυθίζοντάς τον όλο και περισσότερο στον απειλητικό κόσμο του. Όχι, δεν υπάρχει εξήγηση για τα παράδοξα γεγονότα. Αυτό που ψάχνουμε είναι το τι ακριβώς συμβαίνει. Και τι πρόκειται να συμβεί στο (όλο και πιο κοντινό) μέλλον. Είπα, δεν το βρήκα πολύ σπουδαίο, ωστόσο το απόλαυσα αρκετά.
Κυριακή, Ιουνίου 17, 2018
"CHRONICLES OF RIDDICK": ΚΑΠΟΙΟΙ ΤΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΛΑ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ...
![]() |
| Προσθήκη λεζάντας |
Ο Ρίντικ είναι ένας "ιδιαίτερα" καταζητούμενος τύπος (περισσότερο τον φοβούνται, αλλά, αν τον πείσουν, δεν θα έλεγαν όχι να τον πάρουν με το μέρος τους). Στον πλανήτη Helion Prime θα γίνει μάρτυρας σφαγής από την κατακτητική αυτοκρατορία των Necromongers, που στηρίζεται σε ένα είδος τυφλής θρησκευτικής λατρείας και που θέλει να προσηλυτίσει ή να εξολοθρεύσει κάθε ζωντανό πλάσμα του σύμπαντος. Φυσικά μια θανάσιμη μάχη θα αρχίσει ανάμεσα στον ήρωά μας και την αυτοκρατορία, στης οποίας το εσωτερικό δεν λείπουν οι ίντριγκες.
Εννοείται ότι το φιλμ βασίζεται στον σούπερ ήρωα που προέρχεται από "ιδιαίτερο" πλανήτη (ίσως ο τελευταίος επιζών) και "τα κάνει όλα". Οι ικανότητές του είναι τέτοιες, που είναι το μόνο ον που η αυτοκρατορία των Necromongers φοβάται (ή θέλει, όπως είπαμε, να πάρει με το μέρος της). Οπότε υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις να παρακολουθήσουμε μια οπτικά εντυπωσιακή και χορταστική σε δράση διαστημική περιπέτεια, που διαδραματίζεται σε διαφορετικούς πλανήτες και περιβάλλοντα (κάποια θυμίζουν την αισθητική του Giger), γεμάτη με σπέσιαλ εφέ, με ασταμάτητη σχεδόν δράση, με βίαιες μάχες και άλλα πολλά - και, φυσικά επίσης, με διδάγματα υπέρ της ατομικής ελευθερίας και ενάντια στην τυφλή υποταγή και την μετατροπή του ατόμου σε απλή, απρόσωπη μονάδα μιας κοινωνίας που η δομή της θυμίζει αυτή των εντόμων και όπου τα άτομα είναι απλώς αναλώσιμα.
Η αφέλεια σε όσα μπορεί να πράξει ο ήρωάς μας περισσεύει (είπαμε, "τα κάνει όλα") και η ιστορία δεν διαθέτει κάτι πολύ πρωτότυπο. Ωστόσο νομίζω ότι αν τα ξεχάσει κανείς όλα αυτά και απλώς αφεθεί στην καταιγιστική δράση και στις εντυπωσιακές εικόνες, μάλλον θα το ευχαριστηθεί (αν βεβαίως είναι λάτρης του είδους). Η ταινία είναι σφιχτή, καλογυρισμένη, κρατά τον θεατή και διαθέτει ένα είδος ενήλικης "βαρβαρότητας" στις εικόνες και τη γλώσσα. Οπότε, παρά την έλλειψη ιδιαίτερης πρωτοτυπίας, η γενική μου άποψη είναι αυτό που είπα και στην αρχή: Μια χορταστική περιπέτεια που διασκεδάζει δίχως πολλούς πολλούς προβληματισμούς. Αυτόν τον στοχο τουλάχιστον πιστεύω ότι τον πετυχαίνει.
Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2018
"OWNING MAHOWNY": Ο ΤΖΟΓΟΣ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ!
Υπάρχει μια ομάδα ταινιών που ασχολείται με ένα πολύ ιδιαιτερο ανθρώπινο πάθος: Το πάθος του τζόγου (εθιστικό, αθεράπευτο, καταστροφικό). Μια χαρακτηριστική τέτοια ταινία είναι το "Owning Mahowny", που γύρισε το 2003 ο βρετανός (παρά το όνομά του) Richard Kwientiowski, με έναν εξαιρετικό Philip Seymour Hoffman, που παίρνει όλο το φιλμ πάνω του, αλλά και τους Τζον Χαρτ και Μίνι Ντράιβερ. Και μάλιστα βασίζεται σε αληθινή ιστορία.
Πρόκειται για την ιστορία του καναδού τραπεζικού υπάλληλου Dan Mahowny (και μάλιστα επιτυχημένου και χαίροντα μεγάλης εμπιστοσύνης από τους ανωτέρους του, οι οποίοι τον θεωρούν ικανότατο και του αναθέτουν δύσκολες και λεπτές περιπτώσεις), ο οποίος καταχράται σιγά - σιγά ένα τεράστιο ποσό, στο οποίο έχει πρόσβαση, μόνο και μόνο για να παίζει τα σαββατοκύριακα σε καζίνο. Και φυσικά σιγά σιγά το χάνει και χρειάζεται όλο και περισσότερα...
Το απίστευτο είναι ότι όλα αυτά κρύβονται κάτω από μια εντελώς "καθησυχαστική" επιφάνεια: Ο δράστης είναι ένας πραγματικά κοινότατος, έως και βαρετός άνθρωπος, δίχως πάθη και εξάρσεις. Οι προϊστάμενοί του τον εμπιστεύονται, η κοπέλα του τον θεωρεί ντροπαλό, αλλά εντάξει, οι φίλοι του πολύ ήσυχο, αλλά και με κάποια αίσθηση χιούμορ. Και όμως. Όλα αυτά δεν είναι απλώς μια ψεύτικη βιτρίνα, μια κάλυψη. Όντως ο άνθρωπος αυτός δεν έχει καμία (άλλη) επιθυμία. Δεν τον ενδιαφέρει η πολυτελής ζωή, κυκλοφορεί με ένα σαράβαλο λέγοντας "αφού κάνει τη δουλειά του, γιατί να το αλλάξω;", οι γυναίκες ή το σεξ γενικότερα επίσης δεν τον ενδιαφέρουν (το κάνει "χλιαρά" μόνο με την κοπέλα του), σπίτι, ρούχα, αποκτήματα, ταξίδια, τα πάντα του είναι αδιάφορα. Υπάρχει μόνο ένα πάθος που καταβροχθίζει ολα τα άλλα: Η ακόρεστη επιθυμία του να παίξει, ακόμα κι αν αυτό τον καταστρέψει.
Αυτή είναι και η ιδιομορφία του συγκεκριμένου πάθους: Το κάνεις, ρισκάροντας τα πάντα, για να βγάλεις λεφτά, αλλά τελικά τα λεφτά δεν είναι το ζητούμενο, εφόσον στην ουσία δεν σε ενδιαφέρουν καν τα υλικά αγαθά, εφόσον είσαι ένας πραγματικά λιτοδίαιτος άνθρωπος. Αυτό που μετρά είναι η ίδια η διαδικασία, το παιχνίδι. Ακόμα κι αν γίνεις εκατομμυριούχος (πράγμα που μάλλον ποτέ δεν συμβαίνει στα καζίνα, όπως θα δούμε), πάλι θα θέλεις να παίξεις.
Το φιλμ είναι χαμηλότονο, δίχως εξάρσεις, όπως ακριβώς ο πρωταγωνστής του. Ωστοσο οδηγεί σιγά σιγά σε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, καθώς η τρέλα του ήρωα μεγαλώνει και ο κλοιός γύρω του σφίγγει ολοένα, δίχως αυτός να μπορεί να αντιδράσει, αιχμάλωτος πάντοτε του πάθους του. Γι' αυτό τη βρίσκω και από τις πιο πετυχημένες ταινίες που ασχολούνται μ' αυτό το θέμα. Αν λοιπόν σας ενδιαφέρει η διερεύνηση ενός καταστροφικού πάθους, δοσμένη, επαναλαμβάνω, χαμηλότονα, ψάξτε το.
Πρόκειται για την ιστορία του καναδού τραπεζικού υπάλληλου Dan Mahowny (και μάλιστα επιτυχημένου και χαίροντα μεγάλης εμπιστοσύνης από τους ανωτέρους του, οι οποίοι τον θεωρούν ικανότατο και του αναθέτουν δύσκολες και λεπτές περιπτώσεις), ο οποίος καταχράται σιγά - σιγά ένα τεράστιο ποσό, στο οποίο έχει πρόσβαση, μόνο και μόνο για να παίζει τα σαββατοκύριακα σε καζίνο. Και φυσικά σιγά σιγά το χάνει και χρειάζεται όλο και περισσότερα...
Το απίστευτο είναι ότι όλα αυτά κρύβονται κάτω από μια εντελώς "καθησυχαστική" επιφάνεια: Ο δράστης είναι ένας πραγματικά κοινότατος, έως και βαρετός άνθρωπος, δίχως πάθη και εξάρσεις. Οι προϊστάμενοί του τον εμπιστεύονται, η κοπέλα του τον θεωρεί ντροπαλό, αλλά εντάξει, οι φίλοι του πολύ ήσυχο, αλλά και με κάποια αίσθηση χιούμορ. Και όμως. Όλα αυτά δεν είναι απλώς μια ψεύτικη βιτρίνα, μια κάλυψη. Όντως ο άνθρωπος αυτός δεν έχει καμία (άλλη) επιθυμία. Δεν τον ενδιαφέρει η πολυτελής ζωή, κυκλοφορεί με ένα σαράβαλο λέγοντας "αφού κάνει τη δουλειά του, γιατί να το αλλάξω;", οι γυναίκες ή το σεξ γενικότερα επίσης δεν τον ενδιαφέρουν (το κάνει "χλιαρά" μόνο με την κοπέλα του), σπίτι, ρούχα, αποκτήματα, ταξίδια, τα πάντα του είναι αδιάφορα. Υπάρχει μόνο ένα πάθος που καταβροχθίζει ολα τα άλλα: Η ακόρεστη επιθυμία του να παίξει, ακόμα κι αν αυτό τον καταστρέψει.
Αυτή είναι και η ιδιομορφία του συγκεκριμένου πάθους: Το κάνεις, ρισκάροντας τα πάντα, για να βγάλεις λεφτά, αλλά τελικά τα λεφτά δεν είναι το ζητούμενο, εφόσον στην ουσία δεν σε ενδιαφέρουν καν τα υλικά αγαθά, εφόσον είσαι ένας πραγματικά λιτοδίαιτος άνθρωπος. Αυτό που μετρά είναι η ίδια η διαδικασία, το παιχνίδι. Ακόμα κι αν γίνεις εκατομμυριούχος (πράγμα που μάλλον ποτέ δεν συμβαίνει στα καζίνα, όπως θα δούμε), πάλι θα θέλεις να παίξεις.
Το φιλμ είναι χαμηλότονο, δίχως εξάρσεις, όπως ακριβώς ο πρωταγωνστής του. Ωστοσο οδηγεί σιγά σιγά σε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, καθώς η τρέλα του ήρωα μεγαλώνει και ο κλοιός γύρω του σφίγγει ολοένα, δίχως αυτός να μπορεί να αντιδράσει, αιχμάλωτος πάντοτε του πάθους του. Γι' αυτό τη βρίσκω και από τις πιο πετυχημένες ταινίες που ασχολούνται μ' αυτό το θέμα. Αν λοιπόν σας ενδιαφέρει η διερεύνηση ενός καταστροφικού πάθους, δοσμένη, επαναλαμβάνω, χαμηλότονα, ψάξτε το.
Κυριακή, Ιουνίου 10, 2018
"ΞΥΠΟΛHΤΟΙ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ" Ή ΜΙΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΟΜΑΔΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΚΛΟΟΥΝ ΞΑΝΑΧΤΥΠΑ
Αν ανατρέξετε σε παλιότερες αναρτήσεις του μπλογκ (χρησιμοποιείστε το ευρετήριο σκηνοθετών) θα δείτε ότι πάντοτε έτρεφα αδυναμία σε ένα δημιουργικό τρίο (που στη συγκεκριμένη ταινία έμειναν ντουέτο): Τους Dominique Abel και Fiona Gordon (παλιότερα στο σκηνοθετικό τιμ ανήκε και ο Bruno Romy, που εδώ εμφανίζεται μόνο ως ηθοποιός), οι οποίοι σκηνοθετούν, γράφουν και πρωταγωνιστούν στις ταινίες τους, με βάση τη Γαλλία (αν και η Γκόρντον είναι αυστραλή). Η ομάδα έχει δημιουργήσει ένα σύγχρονο είδος κωμωδίας βασισμένης στο σλάπστικ, στις εξωφρενικές και σουρεαλιστικές καταστάσεις, στον ελάχιστο διάλογο και η οποία παραπέμπει κατ' ευθείαν στο βωβό κινηματογράφο, ενώ πάντοτε επιδιώκει μια feelgood ατμόσφαιρα. Το "Ξυπόλητοι στο Παρίσι" (Paris pieds nus) του 2016 είναι αισίως η 4η ταινία τους.
Η Φιόνα (σε όλα τα φιλμ τους οι Abel και Gordon διατηρούν τα αληθινά μικρά τους ονόματα, Φιόνα και Ντομ) είναι μια καλόκαρδη καναδή, η οποία φτάνει στο Παρίσι ψάχνοντας την ηλικιωμένη, παλιά χορεύτρια θεία της (η θεία μάλλον δεν στέκει και πολύ καλά στα μυαλά της και αρνείται να μπει σε γηροκομείο). Κανείς δεν θα της ανοίξει όμως στο σπίτι, κι έτσι, χαμένη στη γειτονιά, θα γνωρίσει έναν ιδιόρυθμο άστεγο, ο οποίος θα την ερωτευτεί, αλλά και θα περιπλέξει τη ζωή της. Ωστόσο θα περιπλανηθούν μαζί, θα συναντήσουν διάφορους τύπους και θα περάσουν από διάφορες απίθανες καταστάσεις.
Είπαμε: Οι διάλογοι είναι σχετικά λίγοι και βασικοί (η "άκαμπτη" στάση των ηρώων, η ομιλία τους και κυρίως οι αμήχανες σιωπές τους θυμίζουν φιλμ του Καουρισμάκι), ενώ το βάρος πέφτει στην κίνηση και τα οπτικά γκαγκς. Φυσικά οι καταστάσεις δεν είναι (δεν θελουν να είναι) πιστευτές και ρεαλιστικές και τα πάντα λειτουργούν ως σύμβολα (π.χ. η ηρωίδα είναι πάντοτε ντυμένη με τα ίδια ρούχα, όπως και ο άστεγος στις περισσότερες σκηνές). Έτσι θυμίζουν χαρακτήρες καρτούν (ο καθένας με τη "στολή" του) ή μας πάνε πίσω στον Τσάπλιν με το αιώνιο παρουσιαστικό ως Σαρλό. Τα πάντα δίνονται με εναν ηθελημένα σχηματικό τρόπο. Περιτό να πω ότι βρήκα μερικές από τις σχηματικές αυτές καταστάσεις ξεκαρδιστικές ή/και γεμάτες φαντασία, ενώ άλλες διαθέτουν μια ιδιότυπη συγκίνηση. Εννοείται ότι κάτω απ' όλα αυτά κρύβεται ένας γενναιόδωρος και καλωσυνάτος ρομαντισμός, ενώ το Παρίσι παραμένει όμορφο...
Μια ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου φιλμ είναι ότι, εκτός από το βασικό ντουέτο, παίζουν και η Εμανουέλ Ριβά (του "Χιροσίμα Αγάπη μου") στον τελευταίο της ρόλο (πέθανε το 2017) και ο γνωστός κωμικός Πιέρ Ρισάρ.
Ως φαν του ζεύγους θα σας παρότρυνα να ψάξετε και τις υπόλοιπες ταινίες τους (κυρίως τα "Παγόβουνο" και το "The Fairy"). Ελπίζω να αποζημειωθείτε από κάτι που παραπέμπει σε παλιές εποχές και λείπει από το σύγχονο σινεμα (ναι, είναι απόλυτα επίτηδες "παλιομοδίτικο").
Η Φιόνα (σε όλα τα φιλμ τους οι Abel και Gordon διατηρούν τα αληθινά μικρά τους ονόματα, Φιόνα και Ντομ) είναι μια καλόκαρδη καναδή, η οποία φτάνει στο Παρίσι ψάχνοντας την ηλικιωμένη, παλιά χορεύτρια θεία της (η θεία μάλλον δεν στέκει και πολύ καλά στα μυαλά της και αρνείται να μπει σε γηροκομείο). Κανείς δεν θα της ανοίξει όμως στο σπίτι, κι έτσι, χαμένη στη γειτονιά, θα γνωρίσει έναν ιδιόρυθμο άστεγο, ο οποίος θα την ερωτευτεί, αλλά και θα περιπλέξει τη ζωή της. Ωστόσο θα περιπλανηθούν μαζί, θα συναντήσουν διάφορους τύπους και θα περάσουν από διάφορες απίθανες καταστάσεις.
Είπαμε: Οι διάλογοι είναι σχετικά λίγοι και βασικοί (η "άκαμπτη" στάση των ηρώων, η ομιλία τους και κυρίως οι αμήχανες σιωπές τους θυμίζουν φιλμ του Καουρισμάκι), ενώ το βάρος πέφτει στην κίνηση και τα οπτικά γκαγκς. Φυσικά οι καταστάσεις δεν είναι (δεν θελουν να είναι) πιστευτές και ρεαλιστικές και τα πάντα λειτουργούν ως σύμβολα (π.χ. η ηρωίδα είναι πάντοτε ντυμένη με τα ίδια ρούχα, όπως και ο άστεγος στις περισσότερες σκηνές). Έτσι θυμίζουν χαρακτήρες καρτούν (ο καθένας με τη "στολή" του) ή μας πάνε πίσω στον Τσάπλιν με το αιώνιο παρουσιαστικό ως Σαρλό. Τα πάντα δίνονται με εναν ηθελημένα σχηματικό τρόπο. Περιτό να πω ότι βρήκα μερικές από τις σχηματικές αυτές καταστάσεις ξεκαρδιστικές ή/και γεμάτες φαντασία, ενώ άλλες διαθέτουν μια ιδιότυπη συγκίνηση. Εννοείται ότι κάτω απ' όλα αυτά κρύβεται ένας γενναιόδωρος και καλωσυνάτος ρομαντισμός, ενώ το Παρίσι παραμένει όμορφο...
Μια ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου φιλμ είναι ότι, εκτός από το βασικό ντουέτο, παίζουν και η Εμανουέλ Ριβά (του "Χιροσίμα Αγάπη μου") στον τελευταίο της ρόλο (πέθανε το 2017) και ο γνωστός κωμικός Πιέρ Ρισάρ.
Ως φαν του ζεύγους θα σας παρότρυνα να ψάξετε και τις υπόλοιπες ταινίες τους (κυρίως τα "Παγόβουνο" και το "The Fairy"). Ελπίζω να αποζημειωθείτε από κάτι που παραπέμπει σε παλιές εποχές και λείπει από το σύγχονο σινεμα (ναι, είναι απόλυτα επίτηδες "παλιομοδίτικο").
Πέμπτη, Ιουνίου 07, 2018
"ΜΟΝΟΜΑΧΟΣ" (ΜΑ ΠΑΝΩ ΑΠ' ΟΛΑ ΑΝΘΡΩΠΟΣ)
Το 2000 ο άνισος (αλλά συνήθως μεγαλεπήβολος) Ridley Scott γυρίζει μία από τις μεγάλες επιτυχίες του (εμπορικές εννοώ), τον "Μονομάχο" (Gladiator), μια επιστροφή στο μάλλον ξεχασμένο είδος των "ταινιών με ρωμαίους".
Ο ήρωας είναι λαμπρός και δημοφιλής ισπανικής καταγωγής στρατηγός του γηραιού πλέον Μάρκου Αυρήλιου. Ωστόσο, ιδιαίτερα μετά τις τελευταίες του νίκες στη Γερμανία, το μόνο που επιθυμεί είναι να επιστρέψει στο σπίτι και στην οικογένειά του. Επειδή όμως είναι και τίμιος και σοφός (τα έχει όλα τέλος πάντων) ο αυτοκράτορας τον προορίζει για διάδοχο του θρόνου. Όταν το μαθαίνει ο γιος του Μάρκου Αυρήλιου Κόμοδος, δολοφονεί τον πατέρα του και προσπαθεί να εξοντώσει τον στρατηγό και την οικογένειά του. Ο ήρωάς μας θα πουληθεί σκλάβος και θα καταλήξει μονομάχος στη Ρώμη, όπου βεβαίως θα συναντήσει και πάλι τον εχθρό του (και αυτοκράτορα πλέον) Κόμοδο.
Θα γκρινιάξω λίγο στην αρχή για τους μάλλον απλοϊκούς χαρακτήρες (κυρίως του βασικού ήρωα δηλαδή). Κυριολεκτικά "τα έχει όλα και συμφέρει". Και σοφός και λαμπρός στρατηγός και δίχως προσωπικές φιλοδοξίες για ανέλιξη στην εξουσία και απίστευτα δυνατός (αφού μετά από συνεχεις νίκες έχει γίνει ο δημοφιλέστερος μονομάχος της αυτοκρατορίας) και ειρηνιστής και δίκαιος και πιστός στην οικογένειά του... τι άλλο θέλετε; Μόνο φωτοστέφανο του έλειπε... Αυτά λοιπόν με τις συμβάσεις και τα κλισέ. Βεβαίως περί blogbuster πρόκειται και κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο.
Πέραν αυτού σίγουρα πρόκειται για πραγματικά χορταστικό blogbuster (κρατά και 155' άλλωστε). Λαμπρό καστ (Ράσελ Κρόου, Όλιβερ Ριντ, Γιοακίν Φίνιξ, Ρίτσαρντ Χάρις, Ντέρεκ Τζάκομπι...), εντυπωσιακή σκηνοθεσία, γερή ιστορία που κάνει τον θεατή (εμένα τουλάχιστον) να το παρακολουθεί απνευστί, κάποια σχόλια και εμβαθύνσεις για την πολιτική κατάσταση στην τότε κοσμοκράτειρα Ρώμη και κάποιες σκέψεις περί δημοκρατίας, ενώ διαθέτει και το προσόν (και πάλι αυτό είναι προσωπικό) να αποφεύγει το εύκολο happy end (δίχως, δσυστυχώς, αυτό να σημαίνει ότι η τελευταία σκηνή δεν είναι - επιεικώς - γλυκερή).
Τέλος πάντων, και παρόλες τις αφέλειες, ο Scott έφτιαξε ένα συμπαγές blogbuster και, συγχρόνως, κατάφερε να ξαναφέρει για λίγο στη μόδα ένα πεθαμένο είδος ("χλαμύδα" λεγόταν παλιά), με αρκετά πιο σοβαρή και σύγχρονη ματιά βεβαίως από τα αντίστοιχα αστεία φιλμ της εποχής της παλιάς ακμής του είδους στα 50ς και 60ς. Οπότε, ξαναλέω, αν δεν το έχετε δει, δείτε το σαν μια χορταστική και συχνά συγκινητική περιπέτεια του είδους. Ως τέτοια λοιπόν τη βρίσκω καλή.
Ο ήρωας είναι λαμπρός και δημοφιλής ισπανικής καταγωγής στρατηγός του γηραιού πλέον Μάρκου Αυρήλιου. Ωστόσο, ιδιαίτερα μετά τις τελευταίες του νίκες στη Γερμανία, το μόνο που επιθυμεί είναι να επιστρέψει στο σπίτι και στην οικογένειά του. Επειδή όμως είναι και τίμιος και σοφός (τα έχει όλα τέλος πάντων) ο αυτοκράτορας τον προορίζει για διάδοχο του θρόνου. Όταν το μαθαίνει ο γιος του Μάρκου Αυρήλιου Κόμοδος, δολοφονεί τον πατέρα του και προσπαθεί να εξοντώσει τον στρατηγό και την οικογένειά του. Ο ήρωάς μας θα πουληθεί σκλάβος και θα καταλήξει μονομάχος στη Ρώμη, όπου βεβαίως θα συναντήσει και πάλι τον εχθρό του (και αυτοκράτορα πλέον) Κόμοδο.
Θα γκρινιάξω λίγο στην αρχή για τους μάλλον απλοϊκούς χαρακτήρες (κυρίως του βασικού ήρωα δηλαδή). Κυριολεκτικά "τα έχει όλα και συμφέρει". Και σοφός και λαμπρός στρατηγός και δίχως προσωπικές φιλοδοξίες για ανέλιξη στην εξουσία και απίστευτα δυνατός (αφού μετά από συνεχεις νίκες έχει γίνει ο δημοφιλέστερος μονομάχος της αυτοκρατορίας) και ειρηνιστής και δίκαιος και πιστός στην οικογένειά του... τι άλλο θέλετε; Μόνο φωτοστέφανο του έλειπε... Αυτά λοιπόν με τις συμβάσεις και τα κλισέ. Βεβαίως περί blogbuster πρόκειται και κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο.
Πέραν αυτού σίγουρα πρόκειται για πραγματικά χορταστικό blogbuster (κρατά και 155' άλλωστε). Λαμπρό καστ (Ράσελ Κρόου, Όλιβερ Ριντ, Γιοακίν Φίνιξ, Ρίτσαρντ Χάρις, Ντέρεκ Τζάκομπι...), εντυπωσιακή σκηνοθεσία, γερή ιστορία που κάνει τον θεατή (εμένα τουλάχιστον) να το παρακολουθεί απνευστί, κάποια σχόλια και εμβαθύνσεις για την πολιτική κατάσταση στην τότε κοσμοκράτειρα Ρώμη και κάποιες σκέψεις περί δημοκρατίας, ενώ διαθέτει και το προσόν (και πάλι αυτό είναι προσωπικό) να αποφεύγει το εύκολο happy end (δίχως, δσυστυχώς, αυτό να σημαίνει ότι η τελευταία σκηνή δεν είναι - επιεικώς - γλυκερή).
Τέλος πάντων, και παρόλες τις αφέλειες, ο Scott έφτιαξε ένα συμπαγές blogbuster και, συγχρόνως, κατάφερε να ξαναφέρει για λίγο στη μόδα ένα πεθαμένο είδος ("χλαμύδα" λεγόταν παλιά), με αρκετά πιο σοβαρή και σύγχρονη ματιά βεβαίως από τα αντίστοιχα αστεία φιλμ της εποχής της παλιάς ακμής του είδους στα 50ς και 60ς. Οπότε, ξαναλέω, αν δεν το έχετε δει, δείτε το σαν μια χορταστική και συχνά συγκινητική περιπέτεια του είδους. Ως τέτοια λοιπόν τη βρίσκω καλή.
Δευτέρα, Ιουνίου 04, 2018
(Σ)ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΣΤΟ "DREAMSCAPE"
To "Dreamscape" γυρίστηκε to 1984 από τον Joseph Ruben (είναι αυτός που λίγο αργότερα έκανε το "Sleeping with the Enemy" και "The Good Son") και ο ελληνικός τίτλος ήταν... "Ο Εφιάλτης του Προέδρου"(!). Για μένα αποτελεί παράδειγμα καλής επιστημονικής φαντασίας, με κάποια στοιχεία τρόμου.
Κυβερνητικές υπηρεσίες διεξάγουν μυστικά πειράματα με άτομα με παραψυχολογικές ικανότητες. Αυτά όχι μόνο μπορούν να παρακολουθούν τα όνειρα των άλλων, αλλά μπορούν και να τα επηρεάσουν παίρνοντας μέρος στη "δράση" του ονείρου (μήπως σας θυμίζει το πολύ μεταγενέστερο "Inception" του Nolan;). Ο ήρωας πείθεται (καθόλου πρόθυμα) να πάρει μέρος στα πειράματα αυτά. Όταν όμως κάποιος πεθαίνει στον ύπνο του υποψιάζεται ότι ένας άλλος από τους έχοντες ψυχικές δυνάμεις είναι ο υπεύθυνος. Σύντομα θα αντιληφτούμε ότι όλα αυτά στοχεύουν πολύ, μα πολύ ψηλά, αφού βασικό ρόλο στα όσο συμβαίνουν αρχίζει να διαδραματίζει ο ίδιος ο πρόεδρος της Αμερικής και διακυβεύονται οι αποφάσεις του για φλέγοντα παγκόσμια ζητήματα.
Διαθέτοντας ένα εντυπωσιακό καστ (ένας νεαρός Ντένις Κουέιντ, η Κέιτ Κάπσοου, ο Μαξ φον Σίντοβ, ο Κρίστοφερ Πλάμερ...), το φιλμ κατάφερε να με κρατήσει και να με διασκεδάσει (δεν εννοώ με την έννοια ότι είναι χιουμοριστικό, καθόλου). Η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα, ο ρυθμός καλός, το σασπένς επίσης, ενώ η "πραγματικότητα" του ονείρου (και του εφιαλτη βεβαίως) γίνονται κυριολεκτικές πραγματικότητες. Και, βεβαίως, εμπλέκονται και τα παγκόσμια πολιτικά πράγματα της εποχής (οι παρανοϊκοί εξοπλισμοί των τότε δύο υπερδυνάμεων, ο φόβος για πυρηνικό ολοκάυτωμα, οι μυστικές υπηρεσίες που κινούν αθέατες τα νήματα κλπ.) Κατά βάθος βέβαια πρόκειται για την τυπική πάλη καλού - κακού (δοσμένα με πολιτικούς όρους), αλλά βρίσκω αυτήν εδώ την παραλλαγή ενδιαφέρουσα.
Τα εφέ (ιδιαίτερα του "Φιδάνθρωπου") είναι εντελώς πρωτόγονα για τα σημερινά δεδομένα, αλλά αυτό δεν με χάλασε και πολύ. Έχω επανειλημμένα γράψει ότι δεν θεωρώ με τίποτα ότι το "καλό" ή "κακό" ενός φιλμ βασίζεται στα εφέ που διαθέτει. Και το ότι ακριβώς πολλοί σήμερα δεν συμφωνούν μ' αυτό και κάνουν τα πάντα για να μας θαμπώσουν με εφέ, νομίζω ότι είναι ένας από τους λόγους που πάει κατά διαόλου το σύγχρονο υπερ-ηρωικόκρατούμενο Χόλιγουντ. Όλο και περισσότερο λοιπόν βρίσκω ότι "μικρές" ταινίες σαν αυτή εδώ έχουν πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τα σύγχρονα αχώνευτα (με την έννοια του βαρυστομαχιάσματος) blogbuster. Αφείστε που τότε οι ιδέες ήταν πολύ πιο φρέσκες...
Αρκετά γκρίνιαξα. Αν βρείτε την ταινία και είστε φίλοι της ΕΦ, τη συνιστώ. Καθόλου αριστούργημα, πλην όμως συμπαθέστατη.
Κυβερνητικές υπηρεσίες διεξάγουν μυστικά πειράματα με άτομα με παραψυχολογικές ικανότητες. Αυτά όχι μόνο μπορούν να παρακολουθούν τα όνειρα των άλλων, αλλά μπορούν και να τα επηρεάσουν παίρνοντας μέρος στη "δράση" του ονείρου (μήπως σας θυμίζει το πολύ μεταγενέστερο "Inception" του Nolan;). Ο ήρωας πείθεται (καθόλου πρόθυμα) να πάρει μέρος στα πειράματα αυτά. Όταν όμως κάποιος πεθαίνει στον ύπνο του υποψιάζεται ότι ένας άλλος από τους έχοντες ψυχικές δυνάμεις είναι ο υπεύθυνος. Σύντομα θα αντιληφτούμε ότι όλα αυτά στοχεύουν πολύ, μα πολύ ψηλά, αφού βασικό ρόλο στα όσο συμβαίνουν αρχίζει να διαδραματίζει ο ίδιος ο πρόεδρος της Αμερικής και διακυβεύονται οι αποφάσεις του για φλέγοντα παγκόσμια ζητήματα.
Διαθέτοντας ένα εντυπωσιακό καστ (ένας νεαρός Ντένις Κουέιντ, η Κέιτ Κάπσοου, ο Μαξ φον Σίντοβ, ο Κρίστοφερ Πλάμερ...), το φιλμ κατάφερε να με κρατήσει και να με διασκεδάσει (δεν εννοώ με την έννοια ότι είναι χιουμοριστικό, καθόλου). Η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα, ο ρυθμός καλός, το σασπένς επίσης, ενώ η "πραγματικότητα" του ονείρου (και του εφιαλτη βεβαίως) γίνονται κυριολεκτικές πραγματικότητες. Και, βεβαίως, εμπλέκονται και τα παγκόσμια πολιτικά πράγματα της εποχής (οι παρανοϊκοί εξοπλισμοί των τότε δύο υπερδυνάμεων, ο φόβος για πυρηνικό ολοκάυτωμα, οι μυστικές υπηρεσίες που κινούν αθέατες τα νήματα κλπ.) Κατά βάθος βέβαια πρόκειται για την τυπική πάλη καλού - κακού (δοσμένα με πολιτικούς όρους), αλλά βρίσκω αυτήν εδώ την παραλλαγή ενδιαφέρουσα.
Τα εφέ (ιδιαίτερα του "Φιδάνθρωπου") είναι εντελώς πρωτόγονα για τα σημερινά δεδομένα, αλλά αυτό δεν με χάλασε και πολύ. Έχω επανειλημμένα γράψει ότι δεν θεωρώ με τίποτα ότι το "καλό" ή "κακό" ενός φιλμ βασίζεται στα εφέ που διαθέτει. Και το ότι ακριβώς πολλοί σήμερα δεν συμφωνούν μ' αυτό και κάνουν τα πάντα για να μας θαμπώσουν με εφέ, νομίζω ότι είναι ένας από τους λόγους που πάει κατά διαόλου το σύγχρονο υπερ-ηρωικόκρατούμενο Χόλιγουντ. Όλο και περισσότερο λοιπόν βρίσκω ότι "μικρές" ταινίες σαν αυτή εδώ έχουν πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τα σύγχρονα αχώνευτα (με την έννοια του βαρυστομαχιάσματος) blogbuster. Αφείστε που τότε οι ιδέες ήταν πολύ πιο φρέσκες...
Αρκετά γκρίνιαξα. Αν βρείτε την ταινία και είστε φίλοι της ΕΦ, τη συνιστώ. Καθόλου αριστούργημα, πλην όμως συμπαθέστατη.
Κυριακή, Ιουνίου 03, 2018
"ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΩΝ" 'Η ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΠΕΙΡΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Ο Michael Ritchie (1938-2001) δεν υπήρξε βέβαια ποτέ μεγάλος σκηνοθέτης. Άντε να γύρισε μερικές συμπαθητικές ταινιούλες. Το 1980 πάντως κάνει "Το Νησί των Καταραμένων" (The Island) με καλό καστ με επικεφαλής τους Μάικλ Κέιν και Ντέιβιντ Γουόρνερ, η ταινία ωστόσο... ούτε κι αυτή είναι τίποτα σπουδαίο.
Όλα ξεκινάνε από το γνωστό μυστήριο του Τριγώνου των Βερμούδων με τα πλοία που εξαφανίζονται. Ένας εκδότης στέλνει εκεί πετυχημένο ρεπόρτερ του για να ερευνήσει το μυστηριώδες φαινόμενο κι αυτός, επειδή είναι χωρισμένος και είναι σειρά του να κρατήσει τον δεκάχρονο περιπου γιό του... ε... τι άλλο να κάνει... τον παίρνει μαζί του (!). Κάπου εκεί το σκάφος τους θα δεχτεί επίθεση και τελικά πατέρας και γιος θα απαχθούν από σύγχρονους πειρατές που ζουν απομονωμένοι σε ένα χαμένο νησί και δεν έρχονται καθόλου σε επαφή με τον σύγχρονο κόσμο. Από εκεί και πέρα η περιπέτειες του ήρωά μας και η αντιπαράθεσή του με τον αρχηγο των πειρατών θα είναι το βασικό θέμα. Και, βεβαίως, οι σχέσεις πατέρα και γιου, που δεν είναι οι καλύτερες δυνατές.
Εντάξει, η ιστορία είναι τουλάχιστον αφελής και "μπάζει" από διάφορες μεριές. Το ίδιο το φιλμ κινείται (αδέξια μάλλον) ανάμεσα στην εξωτική περιπέτεια και τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα και το τέλος είναι προβλέψιμο μεν, μάλλον μάλλον απίθανο δε (από ψυχολογική άποψη εννοώ). Επιπλέον ο ήρωας τα κάνει όλα μόνος του, διότι οι καλοί δημοσιογράφοι, ως γνωστόν, όλα τα μπορούν και... κερασάκι στην τούρτα, έχουμε και μια παντελώς κουφή εξήγηση του μυστηρίου του Τριγώνου των Βερμούδων. Τι να πει κανείς...
Μένει κάποιο ενδιαφέρον στην αρχή, με το μυστήριο που τυλίγει τα πάντα και μια χλιαρή επίγευση εξωτικής περιπέτειας με πειρατές και τροπικά νησιά. Τίποτα περισσότερο. Η ταινία είχε αποτύχει οικονομικά στην εποχή της και μετά ξεχάστηκε. Παρά το παράξενο θέμα της (και πρωτότυπο θα μπορούσαμε να πούμε), η αποτυχία αυτή δεν με ξαφνιάζει καθόλου.
Όλα ξεκινάνε από το γνωστό μυστήριο του Τριγώνου των Βερμούδων με τα πλοία που εξαφανίζονται. Ένας εκδότης στέλνει εκεί πετυχημένο ρεπόρτερ του για να ερευνήσει το μυστηριώδες φαινόμενο κι αυτός, επειδή είναι χωρισμένος και είναι σειρά του να κρατήσει τον δεκάχρονο περιπου γιό του... ε... τι άλλο να κάνει... τον παίρνει μαζί του (!). Κάπου εκεί το σκάφος τους θα δεχτεί επίθεση και τελικά πατέρας και γιος θα απαχθούν από σύγχρονους πειρατές που ζουν απομονωμένοι σε ένα χαμένο νησί και δεν έρχονται καθόλου σε επαφή με τον σύγχρονο κόσμο. Από εκεί και πέρα η περιπέτειες του ήρωά μας και η αντιπαράθεσή του με τον αρχηγο των πειρατών θα είναι το βασικό θέμα. Και, βεβαίως, οι σχέσεις πατέρα και γιου, που δεν είναι οι καλύτερες δυνατές.
Εντάξει, η ιστορία είναι τουλάχιστον αφελής και "μπάζει" από διάφορες μεριές. Το ίδιο το φιλμ κινείται (αδέξια μάλλον) ανάμεσα στην εξωτική περιπέτεια και τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα και το τέλος είναι προβλέψιμο μεν, μάλλον μάλλον απίθανο δε (από ψυχολογική άποψη εννοώ). Επιπλέον ο ήρωας τα κάνει όλα μόνος του, διότι οι καλοί δημοσιογράφοι, ως γνωστόν, όλα τα μπορούν και... κερασάκι στην τούρτα, έχουμε και μια παντελώς κουφή εξήγηση του μυστηρίου του Τριγώνου των Βερμούδων. Τι να πει κανείς...
Μένει κάποιο ενδιαφέρον στην αρχή, με το μυστήριο που τυλίγει τα πάντα και μια χλιαρή επίγευση εξωτικής περιπέτειας με πειρατές και τροπικά νησιά. Τίποτα περισσότερο. Η ταινία είχε αποτύχει οικονομικά στην εποχή της και μετά ξεχάστηκε. Παρά το παράξενο θέμα της (και πρωτότυπο θα μπορούσαμε να πούμε), η αποτυχία αυτή δεν με ξαφνιάζει καθόλου.
Σάββατο, Ιουνίου 02, 2018
"Ο ΔΑΙΜΩΝ ΤΟΥ ΛΑΠΛΑΣ" ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
Να μια παντελώς άγνωστη ιταλική ταινία του 2017: "The Laplace's Demon", δεύτερη ταινία του ιταλού Giordano Giulivi. Μια αρκετά ενδιαφερουσα ασπρόμαυρη ταινία φανταστικού, που συνδυάζει τρόμο και επιστημονική φαντασία και χαρακτηρίζεται από την έντονα low-budget, σχεδόν ερασιτεχνική αισθητική της.
8 νέοι επιστήμονες πασχίζουν να ανακαλύψουν το αν μπορούν με μαθηματικά να προβλέψουν ό,τι θα συμβεί στο μέλλον. Πειραματίζονται επανειλημμένα με μια συσκευή που προσπαθεί να προβλέψει σε πόσα κομάτια θα σπάσει ένα γυάλινο αμντικείμενο που πέφτει στο πάτωμα. Τότε δέχονται την πρόσκληση κορυφαίου επιστήμονα, τον οποίο δεν έχουν δει ποτέ, ο οποίος ζει ολομόναχος σε έναν πύργο στην κορυφή ενός θαλασόβραχου (προφανώς πηγαίνεις εκεί μόνο με βάρκα) και ο οποίος κάνει παρόμοιες έρευνες. Εκεί θα αποκλειστούν από μια θύελλα, μαζί με τον καπετάνιο που τους οδήγησε. Δεν θα συναντήσουν ποτέ τον μυστηριώδη επιστήμονα, αλλά μόνο μια βιντεοκασέτα, όπου η δυσδιάκριτη φιγούρα του δηλώνει ότι έχει πετύχει στις έρευνές του και ότι μπορεί να προβλέψει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια τις πράξεις, ακόμα και τις παραμικρές ατάκες των ανθρώπων. Και όντως η κασέτα απαντά σε ό,τι τη ρωτάνε, αφού έχει βιντεοσκοπηθεί προβλέποντας τι ακριβώς θα ειπωθεί και τι θα συμβεί. Κι αυτό που θα συμβεί, κατά τον επιστήμονα, είναι ότι μέσα σε μια νύχτα, μέχρι το πρωί, θα έχουν πεθάνει όλοι. Και η σειρά των φόνων αρχίζει.
Εξαιρετικά πρωτοτυπο και ενδιαφέρον στόρι, το οποίο ουσιαστικά αναρωτιέται για την ύπαρξη ελεύθερης βούλησης στον άνθρωπο. Υπάρχει ή όλα είναι προδιαγεγραμμένα από την αρχή, οπότε, αν βρεις τους κατάλληλους τρόπους, μπορούν να προβλεφτούν; Το φιλμ είναι γυρισμένο επίτηδες με παντελώς παλιομοδίτικη αισθητική, σα να βλέπεις ταινία του '30. Τα σκηνικά είναι εμφανώς ψεύτικα και μπαρόκ, τα εφέ επαναλαμβανόμενα και απλοϊκά, ακόμα και η ιδια η απομόνωση των ηρώων παραπέμπει σε ιστορίες του Βερν και άλλων των αρχών της φανταστικής λογοτεχνίας. Η ηθοποιία θυμίζει επίσης βουβό κινηματογράφο (κι ας μην είναι βουβή η ταινία). Υπερβολικές κινήσεις και εκφράσεις, απότομα κοντινά με έντονη μουσική κλπ. (για να πω την αλήθεια, δεν αποφάσισα αν πρόκειται για ηθελημένη υπερβολή ή απλώς για κακή ηθοποία από ούτως ή άλλως ερασιτέχνες (μάλλον) ηθοποιούς). Και, βέβαια, ένα αρκετά ευφάνταστο σενάριο, με πολλές ανατροπές, που παραπέμπει σε κλασικό αστυνομικό "who done it", αλλά και όχι μόνο, καθώς το στοιχείο του φανταστικού είναι πανταχού παρόν.
Ερασιτεχνικό, αλλά ενδιαφέρον στην νοσταλγική αφέλεια της εικόνας του (της εικόνας λέω, όχι του σεναρίου), αποτελεί νομίζω μια αρκετά απολαυστική πρόταση για να ξεφύγει κανείς απο΄τα συνηθισμένα. Και προσφέρεται και για φιλοσοφικές σκέψεις. Αν και, προειδοποιώ, πολλοί μπορεί να γελάσουν με την εκτός τόπου και χρόνου "ψευτικη" και ερασιτεχνική σκηνοθετική ματιά του.
8 νέοι επιστήμονες πασχίζουν να ανακαλύψουν το αν μπορούν με μαθηματικά να προβλέψουν ό,τι θα συμβεί στο μέλλον. Πειραματίζονται επανειλημμένα με μια συσκευή που προσπαθεί να προβλέψει σε πόσα κομάτια θα σπάσει ένα γυάλινο αμντικείμενο που πέφτει στο πάτωμα. Τότε δέχονται την πρόσκληση κορυφαίου επιστήμονα, τον οποίο δεν έχουν δει ποτέ, ο οποίος ζει ολομόναχος σε έναν πύργο στην κορυφή ενός θαλασόβραχου (προφανώς πηγαίνεις εκεί μόνο με βάρκα) και ο οποίος κάνει παρόμοιες έρευνες. Εκεί θα αποκλειστούν από μια θύελλα, μαζί με τον καπετάνιο που τους οδήγησε. Δεν θα συναντήσουν ποτέ τον μυστηριώδη επιστήμονα, αλλά μόνο μια βιντεοκασέτα, όπου η δυσδιάκριτη φιγούρα του δηλώνει ότι έχει πετύχει στις έρευνές του και ότι μπορεί να προβλέψει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια τις πράξεις, ακόμα και τις παραμικρές ατάκες των ανθρώπων. Και όντως η κασέτα απαντά σε ό,τι τη ρωτάνε, αφού έχει βιντεοσκοπηθεί προβλέποντας τι ακριβώς θα ειπωθεί και τι θα συμβεί. Κι αυτό που θα συμβεί, κατά τον επιστήμονα, είναι ότι μέσα σε μια νύχτα, μέχρι το πρωί, θα έχουν πεθάνει όλοι. Και η σειρά των φόνων αρχίζει.
Εξαιρετικά πρωτοτυπο και ενδιαφέρον στόρι, το οποίο ουσιαστικά αναρωτιέται για την ύπαρξη ελεύθερης βούλησης στον άνθρωπο. Υπάρχει ή όλα είναι προδιαγεγραμμένα από την αρχή, οπότε, αν βρεις τους κατάλληλους τρόπους, μπορούν να προβλεφτούν; Το φιλμ είναι γυρισμένο επίτηδες με παντελώς παλιομοδίτικη αισθητική, σα να βλέπεις ταινία του '30. Τα σκηνικά είναι εμφανώς ψεύτικα και μπαρόκ, τα εφέ επαναλαμβανόμενα και απλοϊκά, ακόμα και η ιδια η απομόνωση των ηρώων παραπέμπει σε ιστορίες του Βερν και άλλων των αρχών της φανταστικής λογοτεχνίας. Η ηθοποιία θυμίζει επίσης βουβό κινηματογράφο (κι ας μην είναι βουβή η ταινία). Υπερβολικές κινήσεις και εκφράσεις, απότομα κοντινά με έντονη μουσική κλπ. (για να πω την αλήθεια, δεν αποφάσισα αν πρόκειται για ηθελημένη υπερβολή ή απλώς για κακή ηθοποία από ούτως ή άλλως ερασιτέχνες (μάλλον) ηθοποιούς). Και, βέβαια, ένα αρκετά ευφάνταστο σενάριο, με πολλές ανατροπές, που παραπέμπει σε κλασικό αστυνομικό "who done it", αλλά και όχι μόνο, καθώς το στοιχείο του φανταστικού είναι πανταχού παρόν.
Ερασιτεχνικό, αλλά ενδιαφέρον στην νοσταλγική αφέλεια της εικόνας του (της εικόνας λέω, όχι του σεναρίου), αποτελεί νομίζω μια αρκετά απολαυστική πρόταση για να ξεφύγει κανείς απο΄τα συνηθισμένα. Και προσφέρεται και για φιλοσοφικές σκέψεις. Αν και, προειδοποιώ, πολλοί μπορεί να γελάσουν με την εκτός τόπου και χρόνου "ψευτικη" και ερασιτεχνική σκηνοθετική ματιά του.
Παρασκευή, Ιουνίου 01, 2018
ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΕΝΟΣ ΗΣΥΧΟΥ ΜΕΡΟΥΣ ΣΤΟ "SMALL TOWN CRIME"
Υπάρχουν φορές που ευχάριστες εκπλήξεις σου έρχονται από εκεί που δεν το περιμένεις. Όπως, ας πούμε, το "Small Town Crime" του 2017, που γύρισαν οι αδελφοί Eshom και Ian Nelms (τους οποίους αγνοούσα, αν και έχουν κάνει 2-3 ταινίες πριν απ' αυτή). Πρόκειται για αστυνομικό φιλμ που διαδραματίζεται σε μικρή πόλη, οπότε η επαρχιακή ατμόσφαιρα κυριαρχεί.
Ο ήρωας είναι ένας πρώην μπάτσος. Είναι πρώην λόγω αλκοολισμού και τώρα που δεν έχει δουλειά κατεβαίνει ολοταχώς τα σκαλοπάτια της παρακμής. Μια μέρα, ενώ οδηγεί το αυτοκίνητό του κάπου στο πουθενά, στην έρημο, ανακαλύπτει το πτώμα μια γυναίκας στην άκρη του δρόμου. Το μεταφέρει στην πόλη και, αποφασίζοντας να αποδείξει ότι κάτι έχει μείνει ακόμα από τον παλιό εαυτό του, μετατρέπεται σε αυτοσχέδιο ντετέκτιβ και αρχίζει να ψάχνει για τον φονιά. Περιτό να πούμε ότι θα μπλέξει με όλο και πιο σκοτεινούς τύπους, θα βάλει σε κίνδυνο την οικογένειά του και, τελικά, η αιματοχυσία θα καταστεί αναπόφευκτη.
Πρέπει να πούμε ότι "όλα τα λεφτά", αυτός που κρατά δηλαδή το φιλμ, είναι ο βασικός ήρωας John Hawkes (είναι ο "μαλάκας" πρώην σύζυγος της Φράνσις Μακ Ντέρμοντα, αυτός με την πιτσιρίκα, στις "Τρεις Πινακίδες..."). Άπίστευτη ασχημόφατσα, σχεδόν μόνιμα τσαλακωμένος και καταβεβλημένος, σέρνεται από εδώ κι από κεί πασχίζοντας να βρει την αλήθεια για ένα έγκλημα, στην ουσία όμως να ξαναβρεί κάποιο σκοπό στη ζωή του ή, αν θέλετε, να ξαναβρεί τον παλιό εαυτό του - ή ό,τι έχει απομείνει απ' αυτόν. Έτσι λοιπόν νομίζω ότι πέρα από την αστυνομική έρευνα, το βαθύτερο νόημα είναι μια υπαρξιακή αναζήτηση. Και εκτός αυτόυ, όπως συχνά δείχνεται σε τέτοιου είδους φιλμ, κάτω από την υπναλέα επιφάνεια της επαρχιακής πόλης κρύβονται αρκετά σκοτεινά μυστικά...
Η ιστορία με κράτησε, η πλοκή ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα, σε κάποια σημεία η δράση γίνεται έντονη (αν και, ευτυχώς, η ταινία δεν επικεντρώνει στο action στοιχείο), και, βασικό αυτό, υπάρχει και αρκετό χιούμορ που σπάει "υπουλα" τη σκοτεινιά των όσων συμβαίνουν.
Μικρή παραγωγή, πλην όμως καλογυρισμένη, δεν αποτελεί σίγουρα τη "μεγάλη ταινία", είναι όμως - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - αυτό που έγραψα στην αρχή: Μια ευχάριστη έκπληξη που έρχεται από το πουθενά. Καλοδεχούμενη λοιπόν!
Ο ήρωας είναι ένας πρώην μπάτσος. Είναι πρώην λόγω αλκοολισμού και τώρα που δεν έχει δουλειά κατεβαίνει ολοταχώς τα σκαλοπάτια της παρακμής. Μια μέρα, ενώ οδηγεί το αυτοκίνητό του κάπου στο πουθενά, στην έρημο, ανακαλύπτει το πτώμα μια γυναίκας στην άκρη του δρόμου. Το μεταφέρει στην πόλη και, αποφασίζοντας να αποδείξει ότι κάτι έχει μείνει ακόμα από τον παλιό εαυτό του, μετατρέπεται σε αυτοσχέδιο ντετέκτιβ και αρχίζει να ψάχνει για τον φονιά. Περιτό να πούμε ότι θα μπλέξει με όλο και πιο σκοτεινούς τύπους, θα βάλει σε κίνδυνο την οικογένειά του και, τελικά, η αιματοχυσία θα καταστεί αναπόφευκτη.
Πρέπει να πούμε ότι "όλα τα λεφτά", αυτός που κρατά δηλαδή το φιλμ, είναι ο βασικός ήρωας John Hawkes (είναι ο "μαλάκας" πρώην σύζυγος της Φράνσις Μακ Ντέρμοντα, αυτός με την πιτσιρίκα, στις "Τρεις Πινακίδες..."). Άπίστευτη ασχημόφατσα, σχεδόν μόνιμα τσαλακωμένος και καταβεβλημένος, σέρνεται από εδώ κι από κεί πασχίζοντας να βρει την αλήθεια για ένα έγκλημα, στην ουσία όμως να ξαναβρεί κάποιο σκοπό στη ζωή του ή, αν θέλετε, να ξαναβρεί τον παλιό εαυτό του - ή ό,τι έχει απομείνει απ' αυτόν. Έτσι λοιπόν νομίζω ότι πέρα από την αστυνομική έρευνα, το βαθύτερο νόημα είναι μια υπαρξιακή αναζήτηση. Και εκτός αυτόυ, όπως συχνά δείχνεται σε τέτοιου είδους φιλμ, κάτω από την υπναλέα επιφάνεια της επαρχιακής πόλης κρύβονται αρκετά σκοτεινά μυστικά...
Η ιστορία με κράτησε, η πλοκή ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα, σε κάποια σημεία η δράση γίνεται έντονη (αν και, ευτυχώς, η ταινία δεν επικεντρώνει στο action στοιχείο), και, βασικό αυτό, υπάρχει και αρκετό χιούμορ που σπάει "υπουλα" τη σκοτεινιά των όσων συμβαίνουν.
Μικρή παραγωγή, πλην όμως καλογυρισμένη, δεν αποτελεί σίγουρα τη "μεγάλη ταινία", είναι όμως - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - αυτό που έγραψα στην αρχή: Μια ευχάριστη έκπληξη που έρχεται από το πουθενά. Καλοδεχούμενη λοιπόν!
Τετάρτη, Μαΐου 30, 2018
ΑΝΟΔΟΣ, ΠΤΩΣΗ ΚΑΙ ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΣΤΟ "ΚΑΖΙΝΟ"
Το 1995 ο Martin Scorsese γυρίζει ένα από τα τυπικά "σκορσεζικά" φιλμ του: Το "Καζίνο", με τους πολύ καλούς Ρόμπερτ Ντε Νίρο (που δεν έπαιζε ακόμα σε τόσο πολλές μπούρδες), την Σάρον Στόουν και τον Τζο Πέσι.
Ένας ικανότατος "executive" αναλαμβάνει, με την υποστήριξη της μαφίας, ένα καζίνο στο Λας Βέγκας και το οδηγεί σε μεγάλες δόξες και επιτυχίες. Ο καλύτερος φίλος του, που επίσης σχετίζεται με τη μαφία, προσπαθεί κι αυτός να δημιουργήσει τη δική του αυτοκρατορία, αυτός όμως με απίστευτα βίαιο τρόπο και πάνω σε σωρούς πτωμάτων. Κάποια στιγμή η φινέτσα στους τρόπους του πρώτου θα έρθει αντιμέτωπη με την κτηνώδη δράση του δεύτερου και οι παλιοί φίλοι θα συγκρουστούν. Όσο για τη γυναίκα του πρώτου, μια πρώην πόρνη, ο κατήφορος θα είναι από τους χειρότερους δυνατούς...
Με φόντο μια γιγάντια αυτοκρατορία τζόγου, ένα απαστράπτον δηλαδή Λας Βέγκας, του οποίου τα θεμέλια βεβαίως είναι βυθισμένα στο βούρκο, καθώς βασίζονται σε κάθε λογής έγκλημα, ο Scorsese στήνει μια ιστορία που, για μια ακόμα φορά, μας αποκαλύπτει το σκοτεινό πρόσωπο της Αμερικής. Προσφιλή του θέματα (τζόγος, μαφία, αντρική φιλία, χλιδή και απληστία, βία) βρίσκονται όλα εδώ και συγκλίνουν στην αφήγηση μιας κλασικής ιστορίας ανόδου και πτώσης. Όπως πάντοτε συμβαίνει με το τζόγο, στη βάση της καταστροφής βρίσκεται η απληστία, το να μη ξέρεις δηλαδή πού και πότε πρέπει να σταματήσεις. Και, φυσικά επίσης, όλα θα πνιγούν στο αίμα και την παρακμή. Ο σκηνοθέτης μελετά (και καταγγέλει) τους τρόπους πλουτισμού (νομίζω, εκτός αν κερδίσεις ξαφνικά το Λότο, 9 στις 10 φορές βασίζονται στην παρανομία και το έγκλημα). Και, ταυτόχρονα, την κενότητα όλων αυτών, με την έννοια ότι, προφανώς ο πλούτος δεν φερνει ευτυχία (μάλλον το αντίθετο). Εννοείται ότι κάθε ουσιαστικό στοιχείο της ζωής (έρωτας, φιλία, αίσθηση ασφάλειας) υποβαθμίζονται όσο βουτάμε στην αποχαυνωτική χλιδή και σε όσα συνεπάγεται.
Με εικόνα βουτηγμένη στη "γκλαμουριά", η ιστορία, που αποτελεί ένα διαρκές φλας μπακ σε σχέση με την πρώτη σκηνή της έκρηξης, εξελίσσεται και όσο προχωρά τα προβλήματα των ηρώων βαθαίνουν κι αυτοί που κινούν τα νήματα εκνευρίζονται... Παρά τη μεγάλη της διάρκεια, βρίσκω το φιλμ δυνατό και το θεωρώ από τα καλά του μεγάλου σκηνοθέτη. Και, εν τέλει, σε αφήνει με μια έντονη διάθεση να τινάξεις με τη σειρά σου στον αέρα όλη αυτή την αστραφτερή φρίκη, που άπαντες μοιάζουν να λατρεύουν. Όπως ακριβώς τινάζεται στον αέρα το πολυτελές αυτοκίνητο του βασικού ήρωα στην πρώτη μόλις σκηνή.
Ένας ικανότατος "executive" αναλαμβάνει, με την υποστήριξη της μαφίας, ένα καζίνο στο Λας Βέγκας και το οδηγεί σε μεγάλες δόξες και επιτυχίες. Ο καλύτερος φίλος του, που επίσης σχετίζεται με τη μαφία, προσπαθεί κι αυτός να δημιουργήσει τη δική του αυτοκρατορία, αυτός όμως με απίστευτα βίαιο τρόπο και πάνω σε σωρούς πτωμάτων. Κάποια στιγμή η φινέτσα στους τρόπους του πρώτου θα έρθει αντιμέτωπη με την κτηνώδη δράση του δεύτερου και οι παλιοί φίλοι θα συγκρουστούν. Όσο για τη γυναίκα του πρώτου, μια πρώην πόρνη, ο κατήφορος θα είναι από τους χειρότερους δυνατούς...
Με φόντο μια γιγάντια αυτοκρατορία τζόγου, ένα απαστράπτον δηλαδή Λας Βέγκας, του οποίου τα θεμέλια βεβαίως είναι βυθισμένα στο βούρκο, καθώς βασίζονται σε κάθε λογής έγκλημα, ο Scorsese στήνει μια ιστορία που, για μια ακόμα φορά, μας αποκαλύπτει το σκοτεινό πρόσωπο της Αμερικής. Προσφιλή του θέματα (τζόγος, μαφία, αντρική φιλία, χλιδή και απληστία, βία) βρίσκονται όλα εδώ και συγκλίνουν στην αφήγηση μιας κλασικής ιστορίας ανόδου και πτώσης. Όπως πάντοτε συμβαίνει με το τζόγο, στη βάση της καταστροφής βρίσκεται η απληστία, το να μη ξέρεις δηλαδή πού και πότε πρέπει να σταματήσεις. Και, φυσικά επίσης, όλα θα πνιγούν στο αίμα και την παρακμή. Ο σκηνοθέτης μελετά (και καταγγέλει) τους τρόπους πλουτισμού (νομίζω, εκτός αν κερδίσεις ξαφνικά το Λότο, 9 στις 10 φορές βασίζονται στην παρανομία και το έγκλημα). Και, ταυτόχρονα, την κενότητα όλων αυτών, με την έννοια ότι, προφανώς ο πλούτος δεν φερνει ευτυχία (μάλλον το αντίθετο). Εννοείται ότι κάθε ουσιαστικό στοιχείο της ζωής (έρωτας, φιλία, αίσθηση ασφάλειας) υποβαθμίζονται όσο βουτάμε στην αποχαυνωτική χλιδή και σε όσα συνεπάγεται.
Με εικόνα βουτηγμένη στη "γκλαμουριά", η ιστορία, που αποτελεί ένα διαρκές φλας μπακ σε σχέση με την πρώτη σκηνή της έκρηξης, εξελίσσεται και όσο προχωρά τα προβλήματα των ηρώων βαθαίνουν κι αυτοί που κινούν τα νήματα εκνευρίζονται... Παρά τη μεγάλη της διάρκεια, βρίσκω το φιλμ δυνατό και το θεωρώ από τα καλά του μεγάλου σκηνοθέτη. Και, εν τέλει, σε αφήνει με μια έντονη διάθεση να τινάξεις με τη σειρά σου στον αέρα όλη αυτή την αστραφτερή φρίκη, που άπαντες μοιάζουν να λατρεύουν. Όπως ακριβώς τινάζεται στον αέρα το πολυτελές αυτοκίνητο του βασικού ήρωα στην πρώτη μόλις σκηνή.
Κυριακή, Μαΐου 27, 2018
"SNOWFLAKE" : ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΣ ΤΡΟΜΟΣ ΚΑΙ ΧΙΟΥΜΟΡ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ (!)
Να και μια απόλυτη έκπληξη από εκεί που δεν το περίμενα: Το "Snowflake" του 2017 ("Schneeflöckchen" στα γερμανικά, "Παγιδευμένοι στο Σενάριο" στη μοναδική προβολή του στην Ελλάδα) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του εκ Βενεζουέλας, που δουλεύει όμως στο Βερολίνο, βιντεοκλιπά έως τώρα Adolfo Kolmerer (με "guest" σκηνοθέτη - ό,τι κι αν σημαίνει αυτό - τον William James). Είναι γερμανικό φιλμ, με μαύρο χιούμορ, τρόμο, παράνοια κλπ. και μάλιστα, κατά τη γνώμη μου, σε πετυχημένο συνδυασμό.
Δύο αδέλφια πληρωμένοι δολοφόνοι βρίσκονται ξαφνικά παγιδευμένοι στο σενάριο που γράφει άγνωστός τους ερασιτέχνης σεναριογράφος... οδοντογιατρός, με την έννοια ότι διαπιστώνουν πως κάνουν ό,τι ακριβώς έχει γραφεί στο σενάριο από πριν κι ότι είναι αδύνατο να ελευθερωθούν από αυτή την κατάσταση. Ο ίδιος ο σεναριογράφος δεν έχει την παραμικρή ιδέα πώς γίνεται αυτό. Ταυτόχρονα έχουν αναλάβει την αποστολή να ανακαλύψουν και να εκδικηθούν τους δολοφόνους των ανύποπτων γονιών μιας κοπέλας, η οποία τους έχει προσλάβει για τον λόγο αυτό. Στη διαδρομή τους θα συναντήσουν σίριαλ κίλερς, ψυχοπαθείς κάθε είδους, υπερ-ήρωες, ναζί, αγγέλους και ό,τι άλλο φανταστείτε και, φυσικά, τον οδοντογιατρό, ο οποίος, άθελά του, κινεί τα νήματα όλης αυτής της παρανοϊκής ιστορίας. Όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα Βερολίνο του κοντινού μέλλοντος παραδομένο στη βία και την αναρχία.
Παρά το τόσο πλημμυρισμένοα από πρόσωπα και καταστάσεις σενάριο, βρήκα την ταινία πολύ πρωτότυπη, απολαυστική θα έλεγα. Υπάρχει βεβαίως και το σπλάτερ (δεν δείχνεται, συνήθως υπονοείται). Ο ρυθμός πάντως είναι καλός και με κράτησε από την αρχή ως το τέλος, οι χαρακτήρες ο ένας πιο περίεργος από τον άλλον, οι εκπλήξεις συνεχείς και η αντιναζιστική πινελιά στο τέλος ευπρόσδεκτη. Τα λέω αυτά διότι συνήθως άπειροι σκηνοθέτες που διαθέτουν μια ή περισσότερες καλές ιδέες μένουν σ' αυτές, μη μπορώντας να τις "δέσουν" σε μια συμπαγή ιστορία. Συνήθως φτιάχνουν "παλαβές" ταινίες, οι οποίες ωστόσο, παρά το κάποιο ενδιαφέρον που έχουν, είναι κάπως "κολάζ". Εδώ δεν νομίζω ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο. Όπως είπα στην αρχή η πρωτοτυπία και το κινούμενο στο χώρο του φανταστικού σενάριο δένουν με το χιούμορ με πολύ ενδιαφέρον αποτέλεσμα.
Αν είστε φίλοι του παρανοϊκού χιούμορ και των αντίστοιχων καταστάσεων - και φίλοι του κινηματογράφου του φανταστικού βεβαίως - ψάξτε το άγνωστο αυτό φιλμ και νομίζω ότι δεν θα απογοητευτείτε.
Δύο αδέλφια πληρωμένοι δολοφόνοι βρίσκονται ξαφνικά παγιδευμένοι στο σενάριο που γράφει άγνωστός τους ερασιτέχνης σεναριογράφος... οδοντογιατρός, με την έννοια ότι διαπιστώνουν πως κάνουν ό,τι ακριβώς έχει γραφεί στο σενάριο από πριν κι ότι είναι αδύνατο να ελευθερωθούν από αυτή την κατάσταση. Ο ίδιος ο σεναριογράφος δεν έχει την παραμικρή ιδέα πώς γίνεται αυτό. Ταυτόχρονα έχουν αναλάβει την αποστολή να ανακαλύψουν και να εκδικηθούν τους δολοφόνους των ανύποπτων γονιών μιας κοπέλας, η οποία τους έχει προσλάβει για τον λόγο αυτό. Στη διαδρομή τους θα συναντήσουν σίριαλ κίλερς, ψυχοπαθείς κάθε είδους, υπερ-ήρωες, ναζί, αγγέλους και ό,τι άλλο φανταστείτε και, φυσικά, τον οδοντογιατρό, ο οποίος, άθελά του, κινεί τα νήματα όλης αυτής της παρανοϊκής ιστορίας. Όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα Βερολίνο του κοντινού μέλλοντος παραδομένο στη βία και την αναρχία.
Παρά το τόσο πλημμυρισμένοα από πρόσωπα και καταστάσεις σενάριο, βρήκα την ταινία πολύ πρωτότυπη, απολαυστική θα έλεγα. Υπάρχει βεβαίως και το σπλάτερ (δεν δείχνεται, συνήθως υπονοείται). Ο ρυθμός πάντως είναι καλός και με κράτησε από την αρχή ως το τέλος, οι χαρακτήρες ο ένας πιο περίεργος από τον άλλον, οι εκπλήξεις συνεχείς και η αντιναζιστική πινελιά στο τέλος ευπρόσδεκτη. Τα λέω αυτά διότι συνήθως άπειροι σκηνοθέτες που διαθέτουν μια ή περισσότερες καλές ιδέες μένουν σ' αυτές, μη μπορώντας να τις "δέσουν" σε μια συμπαγή ιστορία. Συνήθως φτιάχνουν "παλαβές" ταινίες, οι οποίες ωστόσο, παρά το κάποιο ενδιαφέρον που έχουν, είναι κάπως "κολάζ". Εδώ δεν νομίζω ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο. Όπως είπα στην αρχή η πρωτοτυπία και το κινούμενο στο χώρο του φανταστικού σενάριο δένουν με το χιούμορ με πολύ ενδιαφέρον αποτέλεσμα.
Αν είστε φίλοι του παρανοϊκού χιούμορ και των αντίστοιχων καταστάσεων - και φίλοι του κινηματογράφου του φανταστικού βεβαίως - ψάξτε το άγνωστο αυτό φιλμ και νομίζω ότι δεν θα απογοητευτείτε.
Σάββατο, Μαΐου 26, 2018
"MAVERICK" Ή ΤΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΩΣ ΚΩΜΩΔΙΑ
Στα 1994 ο Richard Donner, δίχως ποτέ να είναι ο μεγάλος σκηνοθέτης, είχε ήδη στο ενεργητικό του μια μεγάλη σειρά επιτυχιών ("Προφητεία", οι δύο πρώτοι Σούπερμαν, "Goonies", "Leathal Weapon" κλπ.). Τότε λοιπόν στρέφεται και προς το γουέστερν, επιλέγοντας ωστόσο την κωμική πλευρά του είδους. Διότι το "Maverick" θέλει πρώτα - πρώτα να είναι μια ανάλαφρη γουέστερν - κωμωδία, με (απίθανη) ανατροπή μάλιστα στο τέλος. Και βέβαια οι Μελ Γκίμπσον, Τζόντι Φόστερ, Τζέιμς Γκάρνερ, Τζέιμς Κόμπερν κάνουν ό,τι μπορούν για να προσθέσουν λάμψη.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ένας τυχοδιώκτης - επαγγελματίας χαρτοπαίκτης, που περιπλανιέται στις πόλεις του Φαρ Ουέστ κερδίζοντας τα προς το ζην από το πόκερ. Σε κάποια απ' αυτές θα συναντήσει την λίγο πόρνη και πολύ επαγγελματία κλέφτρα (και wannabe σταρ του πόκερ επίσης) Αναμπέλ (και φυσικά θα αποκτήσουν σχέσεις έλξης - απώθησης). Εκείνος θέλει να μαζέψει ένα σεβαστό ποσόν που αποτελεί προϋπόθεση για να μπορέσει να συμμετάσχει σε έναν σούπερ αγώνα που θα γίνει σε ποταμόπλοιο εν πλω, και είναι αποφασισμένος να κάνει τα πάντα για να το βρει. Ακριβώς το ίδιο κι εκείνη. Κάπου εκεί θα συναντήσουν εναν μεσήλικα που είναι κάτι σαν "εκπρόσωπος του νόμου" και, τελικά, θα αποδειχτεί ότι είναι ο "διαιτητής" του μεγάλου ματς. Προφανώς οι μοίρες όλων αυτών των (συμπαθών, όπως σε όλες τις κωμωδίες του είδους) απατεώνων θα μπερδευτούν δίχως τρόπο απεμπλοκής.
Κατ' αρχήν βρίσκω το φιλμ διασκεδαστικό - και δίχως ίχνος ρεαλισμού βεβαίως (ας μη ξεχνάμε ότι ο βασικός ήρωας "τα κάνει όλα" ή μάλλον είναι σούπερ σε όλα). Αλλά έτσι είναι οι συμβάσεις των χιουμοριστικών φιλμ του είδους. Καλά θα κάνουμε να το ξέρουμε και να το αποδεχόμαστε από την αρχή. Από την άλλη δεν βρήκα το ίδιο "εμπνευσμένες" όλες τις απίθανες καταστάσεις που συμβαίνουν. Σαν βασικό μειονέκτημα θεωρώ πάντως τη μεγάλη διάρκεια του φιλμ (127 λεπτά), που νομίζω ότι είναι αχρείαστη. Τέλος πάντων, ενώ συνολικά μου φαίνεται ρουτινιάρικο, βασισμένο σε πάμπολλα κλισέ (που υποτίθεται ότι ανατρέπει) και ένας ακόμα "ύμνος" στον μάλλον ανύπαρκτο τύπο του "συμπαθητικού καθάρματος" (;), πιστεύω ότι μπορεί να διασκεδάσει αρκετά κανείς ή, τουλάχιστον, να περάσει δύο (και κάτι) ανώδυνες ώρες. Ελπίζω να μη βαρεθείτε.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ένας τυχοδιώκτης - επαγγελματίας χαρτοπαίκτης, που περιπλανιέται στις πόλεις του Φαρ Ουέστ κερδίζοντας τα προς το ζην από το πόκερ. Σε κάποια απ' αυτές θα συναντήσει την λίγο πόρνη και πολύ επαγγελματία κλέφτρα (και wannabe σταρ του πόκερ επίσης) Αναμπέλ (και φυσικά θα αποκτήσουν σχέσεις έλξης - απώθησης). Εκείνος θέλει να μαζέψει ένα σεβαστό ποσόν που αποτελεί προϋπόθεση για να μπορέσει να συμμετάσχει σε έναν σούπερ αγώνα που θα γίνει σε ποταμόπλοιο εν πλω, και είναι αποφασισμένος να κάνει τα πάντα για να το βρει. Ακριβώς το ίδιο κι εκείνη. Κάπου εκεί θα συναντήσουν εναν μεσήλικα που είναι κάτι σαν "εκπρόσωπος του νόμου" και, τελικά, θα αποδειχτεί ότι είναι ο "διαιτητής" του μεγάλου ματς. Προφανώς οι μοίρες όλων αυτών των (συμπαθών, όπως σε όλες τις κωμωδίες του είδους) απατεώνων θα μπερδευτούν δίχως τρόπο απεμπλοκής.
Κατ' αρχήν βρίσκω το φιλμ διασκεδαστικό - και δίχως ίχνος ρεαλισμού βεβαίως (ας μη ξεχνάμε ότι ο βασικός ήρωας "τα κάνει όλα" ή μάλλον είναι σούπερ σε όλα). Αλλά έτσι είναι οι συμβάσεις των χιουμοριστικών φιλμ του είδους. Καλά θα κάνουμε να το ξέρουμε και να το αποδεχόμαστε από την αρχή. Από την άλλη δεν βρήκα το ίδιο "εμπνευσμένες" όλες τις απίθανες καταστάσεις που συμβαίνουν. Σαν βασικό μειονέκτημα θεωρώ πάντως τη μεγάλη διάρκεια του φιλμ (127 λεπτά), που νομίζω ότι είναι αχρείαστη. Τέλος πάντων, ενώ συνολικά μου φαίνεται ρουτινιάρικο, βασισμένο σε πάμπολλα κλισέ (που υποτίθεται ότι ανατρέπει) και ένας ακόμα "ύμνος" στον μάλλον ανύπαρκτο τύπο του "συμπαθητικού καθάρματος" (;), πιστεύω ότι μπορεί να διασκεδάσει αρκετά κανείς ή, τουλάχιστον, να περάσει δύο (και κάτι) ανώδυνες ώρες. Ελπίζω να μη βαρεθείτε.
Τρίτη, Μαΐου 22, 2018
ΕΝΑΣ ΑΡΚΕΤΑ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟΣ "ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΣ ΦΙΛΟΣ"
Ο γάλλος Philippe Lioret είναι ένας χαμηλότονος, ευαίσθητος σκηνοθέτης (έχω δει το δικό του "Welcome"). Το 2016 γυρίζει τον "Οικογενειακό Φίλο" (Le fils de Jean), εξ ίσου τρυφερό και συγκινητικό - και με καλές ηθοποιίες.
Ένας χωρισμένος με παιδί γάλλος (διατηρεί πάντως καλές σχέσεις με την (πρώην) οικογένειά του), ο οποίος δεν έχει ποτέ γνωρίσει πατέρα, μαθαίνει ξαφνικά ότι ο πατέρας του μόλις πέθανε - και κάτι του άφησε μάλιστα - κι ότι όλα αυτά τα χρόνια ζούσε στο μακρινό (γαλλόφωνο όμως) Κεμπέκ του Καναδά. Υπάρχουν μάλιστα και δύο ετεροθαλή αδέλφια. Εκείνος θα ταξιδέψει στο Κεμπέκ σε μια προσπάθεια να γνωρίσει το παρελθόν του (στο κάτω - κάτω τίποτα συγκλονιστικό δεν τον κρατά στη χώρα του), όπου θα γνωρίσει τα αδέλφια του παριστάνοντας τον "οικογενειακό φίλο" (τα αδέλφια δεν ξέρουν τίποτα για όλα αυτά) καθώς και τον καλύτερο φίλο του νεκρού πατέρα, αυτόν δηλαδή που τον ειδοποίησε για το θάνατό του. Ωστόσο τίποτα δεν είναι όπως ακριβώς το περίμενε και, σιγά σιγά, μυστικά και ανατροπές θα (ξανα)έρχονται στην επιφάνεια (οπότε επίσης τίποτα δεν είναι όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται).
Μιλήσαμε για μυστικά, για ανατροπές, μην περιμένετε όμως θέαμα και ακραίες καταστάσεις ή ξεσπάσματα, δακρύβρεκτα ή μη. Είπαμε ότι ο Lioret είναι χαμηλότονος σκηνοθέτης, που κυρίως παίζει με τα αισθήματα. Και νομίζω ότι τα καταφέρνει. Η αναζήτηση ενός ανθρώπου που ψάχνει τις ρίζες του, το παρελθόν του (ίσως απλώς και μόνο επειδή το παρόν του δεν είναι και τίποτα σπουδαίο...) κατάφερε να με συγκινήσει - προσοχή: δίχως να έχει τίποτα μελό. Ίσως, υποψιαζόμεστε στο τέλος, βαθιά μέσα του θα ήθελε να τα παρατήσει όλα και να ζήσει στο καινούριο περιβάλλον και κοντά στα όσα πρώην μυστικά μόλις έμαθε. Ίσως.
Γενικά, δίχως να τη θεωρώ σπουδαία, τη βρήκα συμπαθητική ταινία και δεν μετάνιωσα που την είδα. Ίσως υπερβολικά χαμηλών τόνων και δίχως μεγάλες εξαρσεις, αλλά δεν με πείραξε. Γενικά τη συνιστώ σε όσους αρέσουν τα ευαίσθητα, με ανθρωπιά δράματα (και όχι μελό, θα επαναλάβω).
Ένας χωρισμένος με παιδί γάλλος (διατηρεί πάντως καλές σχέσεις με την (πρώην) οικογένειά του), ο οποίος δεν έχει ποτέ γνωρίσει πατέρα, μαθαίνει ξαφνικά ότι ο πατέρας του μόλις πέθανε - και κάτι του άφησε μάλιστα - κι ότι όλα αυτά τα χρόνια ζούσε στο μακρινό (γαλλόφωνο όμως) Κεμπέκ του Καναδά. Υπάρχουν μάλιστα και δύο ετεροθαλή αδέλφια. Εκείνος θα ταξιδέψει στο Κεμπέκ σε μια προσπάθεια να γνωρίσει το παρελθόν του (στο κάτω - κάτω τίποτα συγκλονιστικό δεν τον κρατά στη χώρα του), όπου θα γνωρίσει τα αδέλφια του παριστάνοντας τον "οικογενειακό φίλο" (τα αδέλφια δεν ξέρουν τίποτα για όλα αυτά) καθώς και τον καλύτερο φίλο του νεκρού πατέρα, αυτόν δηλαδή που τον ειδοποίησε για το θάνατό του. Ωστόσο τίποτα δεν είναι όπως ακριβώς το περίμενε και, σιγά σιγά, μυστικά και ανατροπές θα (ξανα)έρχονται στην επιφάνεια (οπότε επίσης τίποτα δεν είναι όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται).
Μιλήσαμε για μυστικά, για ανατροπές, μην περιμένετε όμως θέαμα και ακραίες καταστάσεις ή ξεσπάσματα, δακρύβρεκτα ή μη. Είπαμε ότι ο Lioret είναι χαμηλότονος σκηνοθέτης, που κυρίως παίζει με τα αισθήματα. Και νομίζω ότι τα καταφέρνει. Η αναζήτηση ενός ανθρώπου που ψάχνει τις ρίζες του, το παρελθόν του (ίσως απλώς και μόνο επειδή το παρόν του δεν είναι και τίποτα σπουδαίο...) κατάφερε να με συγκινήσει - προσοχή: δίχως να έχει τίποτα μελό. Ίσως, υποψιαζόμεστε στο τέλος, βαθιά μέσα του θα ήθελε να τα παρατήσει όλα και να ζήσει στο καινούριο περιβάλλον και κοντά στα όσα πρώην μυστικά μόλις έμαθε. Ίσως.
Γενικά, δίχως να τη θεωρώ σπουδαία, τη βρήκα συμπαθητική ταινία και δεν μετάνιωσα που την είδα. Ίσως υπερβολικά χαμηλών τόνων και δίχως μεγάλες εξαρσεις, αλλά δεν με πείραξε. Γενικά τη συνιστώ σε όσους αρέσουν τα ευαίσθητα, με ανθρωπιά δράματα (και όχι μελό, θα επαναλάβω).
Παρασκευή, Μαΐου 18, 2018
ΠΕΡΙ ΣΗΜΑΙΑΣ, ΣΤΡΑΤΟΥ, ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΩΝ ΣΤΟ "LAST CASTLE"
Συμπτωματικά (και δυστυχώς βεβαίως) θα γράψω για άλλη μία ταινία που, ιδεολογικά τουλάχιστον, βρίσκεται κοντά στο "Ιπτάμενος και Τζέντλεμαν". Πρόκειται για το "The Last Castle" που γύρισε το 2001 ο αδιάφορος (τηλεοπτικός κυρίως) Rod Lurie. Με Ρόμπερτ Ρέντφορντ στο βασικό ρόλο, αλλά και τους Μαρκ Ράφαλο και Τζέιμς Γκαντολφίνι.
Βρισκόμαστε σε μια απόρθητη στρατιωτική φυλακή, που διοικείται από έναν όχι και τόσο καλό και δίκαιο - όπως αποδεικνύεται - διοικητή. Εκεί καταφτάνει ένας μεσήλικας φυλακισμένος, πρώην στρατηγός και επανειλημμένως ήρωας πολέμου, ο οποίος σε κάποιον από τους "εξωτικούς" αμερικάνικους πολέμους παράκουσε διαταγές ανωτέρων για να σώσει τους άντρες του. Όλοι οι φυλακισμένοι τον σέβονται και τον εκτιμούν και, καθώς εκείνος τους οργανώνει και τους εμψυχώνει, θα έρθει μοιραία σε σύγκρουση με τον διοικητή που, περισσότερο από κάθε άλλο, ανησυχεί μήπως χάσει την εξουσία του. Τα πράγματα θα γίνονται όλο και πιο σοβαρά, μέχρι την τελική αιματηρή σύγκρουση.
Στο φιλμ προβάλλεται απόλυτα ο στρατιωτικός ηρωισμός και η στρατιωτική πειθαρχία ως υπέρτατη αρετή. Φυσικά ο κακός διοικητής είναι απαράδεκτος σε πολλά και οι άντρες, με τη βοήθεια του γενναιότατου και σοφού στρατηγού φυσικά, θα νοιώσουν το ηθικό τους να αναπτερώνεται και ο "καλός εαυτός" των πάντων θα βγει στην επιφάνεια (άσχετα με την όποια εγκληματική αιτία βρισκόμαστε φυλακισμένοι, ο καλός στρατιώτης, που αγαπά την πατρίδα, εννοείται ότι πάντοτε κρύβει μέσα του έναν "καλό εαυτό", έτοιμο να θυσιαστεί γι' αυτήν). Υπάρχει πολύ μπλα μπλα για ηρωισμό, σημαία, στρατιωτική αρετή, στρατηγική (πολεμική και όχι μόνο) κλπ. Και βέβαια, εντάξει, με τον ηρωικό και γεμάτο αυταπάρνηση στρατηγό είμαστε και όχι με το κάθαρμα διοικητή, αυτό όμως που ποτέ δεν λέγεται είναι το γιατί πρέπει να θαυμάζουμε έναν τύπο που πολέμησε στου διαόλου τη μάνα "για την πατρίδα και τη σημαία" (για την Αμερική δηλαδή) σκορπίζοντας θάνατο στους "εχθρούς" (που κρύβονται φυσικά σε μακρινές ηπείρους). Δεν υπάρχειι πουθενά η παραμικρή αμφισβήτηση: "Γιατί βρισκόμαστε εκεί; Για ποιους και γιατί πολεμάμε;" Μα για την τιμη φυσικά. Α, όλα κι όλα, είναι πραγματικά υπέροχος διοικητής και κάνει τους άντρες του να τον αγαπάνε και να του είναι απόλυτα αφοσιωμένοι (και να σκοτώνουν, υποθέτω, αποτελεσματικότερα). Χεστήκαμε. Όλα αυτά βεβαίως είναι απόλυτα φτιαγμένα για Άντρες σε έναν καθαρά Αντρικό κόσμο. Μάλιστα...
Κατά τα άλλα η ταινία κυλά δίχως εκπλήξεις, με προβλεπόμενα στάνταρ ταινιών φυλακής, με τυπικά κακό διοικητή και με τυπικά φυλακισμένο που εξεγείρεται και αντέχει όλες, μα όλες τις δοκιμασίες (όχι παίζουμε). Και όσο περνά η ώρα η σύγκρουση ανάμεσά τους κορυφώνεται. Κλασικά πράγματα. Ζήτω η στρατοκαυλίαση!
Βρισκόμαστε σε μια απόρθητη στρατιωτική φυλακή, που διοικείται από έναν όχι και τόσο καλό και δίκαιο - όπως αποδεικνύεται - διοικητή. Εκεί καταφτάνει ένας μεσήλικας φυλακισμένος, πρώην στρατηγός και επανειλημμένως ήρωας πολέμου, ο οποίος σε κάποιον από τους "εξωτικούς" αμερικάνικους πολέμους παράκουσε διαταγές ανωτέρων για να σώσει τους άντρες του. Όλοι οι φυλακισμένοι τον σέβονται και τον εκτιμούν και, καθώς εκείνος τους οργανώνει και τους εμψυχώνει, θα έρθει μοιραία σε σύγκρουση με τον διοικητή που, περισσότερο από κάθε άλλο, ανησυχεί μήπως χάσει την εξουσία του. Τα πράγματα θα γίνονται όλο και πιο σοβαρά, μέχρι την τελική αιματηρή σύγκρουση.
Στο φιλμ προβάλλεται απόλυτα ο στρατιωτικός ηρωισμός και η στρατιωτική πειθαρχία ως υπέρτατη αρετή. Φυσικά ο κακός διοικητής είναι απαράδεκτος σε πολλά και οι άντρες, με τη βοήθεια του γενναιότατου και σοφού στρατηγού φυσικά, θα νοιώσουν το ηθικό τους να αναπτερώνεται και ο "καλός εαυτός" των πάντων θα βγει στην επιφάνεια (άσχετα με την όποια εγκληματική αιτία βρισκόμαστε φυλακισμένοι, ο καλός στρατιώτης, που αγαπά την πατρίδα, εννοείται ότι πάντοτε κρύβει μέσα του έναν "καλό εαυτό", έτοιμο να θυσιαστεί γι' αυτήν). Υπάρχει πολύ μπλα μπλα για ηρωισμό, σημαία, στρατιωτική αρετή, στρατηγική (πολεμική και όχι μόνο) κλπ. Και βέβαια, εντάξει, με τον ηρωικό και γεμάτο αυταπάρνηση στρατηγό είμαστε και όχι με το κάθαρμα διοικητή, αυτό όμως που ποτέ δεν λέγεται είναι το γιατί πρέπει να θαυμάζουμε έναν τύπο που πολέμησε στου διαόλου τη μάνα "για την πατρίδα και τη σημαία" (για την Αμερική δηλαδή) σκορπίζοντας θάνατο στους "εχθρούς" (που κρύβονται φυσικά σε μακρινές ηπείρους). Δεν υπάρχειι πουθενά η παραμικρή αμφισβήτηση: "Γιατί βρισκόμαστε εκεί; Για ποιους και γιατί πολεμάμε;" Μα για την τιμη φυσικά. Α, όλα κι όλα, είναι πραγματικά υπέροχος διοικητής και κάνει τους άντρες του να τον αγαπάνε και να του είναι απόλυτα αφοσιωμένοι (και να σκοτώνουν, υποθέτω, αποτελεσματικότερα). Χεστήκαμε. Όλα αυτά βεβαίως είναι απόλυτα φτιαγμένα για Άντρες σε έναν καθαρά Αντρικό κόσμο. Μάλιστα...
Κατά τα άλλα η ταινία κυλά δίχως εκπλήξεις, με προβλεπόμενα στάνταρ ταινιών φυλακής, με τυπικά κακό διοικητή και με τυπικά φυλακισμένο που εξεγείρεται και αντέχει όλες, μα όλες τις δοκιμασίες (όχι παίζουμε). Και όσο περνά η ώρα η σύγκρουση ανάμεσά τους κορυφώνεται. Κλασικά πράγματα. Ζήτω η στρατοκαυλίαση!
Τρίτη, Μαΐου 15, 2018
"ΙΠΤΑΜΕΝΟΣ, ΤΖΕΝΤΛΕΜΑΝ", ΣΤΡΑΤΟΚΑ...ΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΚΑΚΑ
Λίγες είναι οι ταινίες που απεχθάνομαι τόσο όσο ο "Ιπτάμενος και Τζέντλεμαν" (An Officer and a Gentleman) που γύρισε ο Taylor Hackford το 1982 (με τον Ρίτσαρντ Γκιρ και την Ντέμπρα Γουίνκερ βεβαίως) και η οποία έγινε και μεγάλη επιτυχία.
Ο ήρωας, με τραυματική παιδική ηλικία και "αλήτης", αποφασίζει να αλλάξει (προς το καλό υποτίθεται) και να πραγματοποιήσει το όνειρό του να γίνει πιλότος της πολεμικής αεροπορίας, πράγμα καθόλου εύκολο φυσικά. Παρακολουθούμε λοιπόν την απάνθρωπη εκπαίδευσή του, μαζί με όλη τη "σειρά" του, το "υπέροχο" πείσμα του να πετύχει, τις σχέσεις του με τους συνυποψήφιούς του, με τον σκληρό και σκαιό εκπαιδευτή του, καθώς και τον έρωτά του με μια ντόπια κοπέλα, από αυτές που συστηματικά τα φτιάχνουν με υποψήφιους πιλότους στο στάδιο της σκληρής δοκιμασίας τους, ελπίζοντας ότι όταν γίνουν επιτέλους πιλότοι (πράγμα, κατά τη γνώμη τους φυσικά, απόλυτα high) θα τις παντρευτούν.
Κατά βάση το φιλμ είναι αισθηματικό. Παρακολουθεί τις παράλληλες ερωτικές σχέσεις του ήρωα και του καλύτερου φίλου του στο στρατό με δύο ντόπιες κοπέλες. Σχέσεις με εντελώς διαφορετική έκβαση. Μέχρις εδώ θα μπορούσε να είναι μια ακόμα νερόβραστη αισθηματική ιστορία, από τις τόσες που σκαρώνει ο αμερικάνικος και όχι μόνο κινηματογράφος (καλογυρισμένη βεβαίως). Είναι όμως οι άλλες, οι μη αισθηματικές ιστορίες που τρέχουν ταυτόχρονα, που μου προκαλούν τόση απέχθεια. Η εκπαίδευση των πιλότων δείχνεται ξεκάθαρα. Τόσο ωμή, τόσο βάρβαρη, τόσο άγρια... Τα πάντα είναι απαράδεκτα. Κι όμως, εκεί που ο Κιούμπρικ (ας μη συγκρίνουμε βεβαίως τις πο..τσες με τις βούρτσες) έδειξε το ίδιο ακριβώς πράγμα θέλοντας να το καταγγείλει στο "Full Metal Jacket", εδώ όλη αυτή η μαλακία περνά ως "φυσιολογική", απαραίτητη για "να γίνουν άντρες" και καλοί πιλότοι, και το βάρος πέφτει στην προσωπική ζωή των υποψηφίων, τους έρωτές τους κλπ., δηλώνοντας έμμεσα ότι "κατά βάθος είναι καλά παιδιά". Όσο για τα πατριωτικά συναισθήματα, αυτά πάνε σύννεφο...
Οι άνθρωποι αυτοί θέλουν να γίνουν επαγγελματίες δολοφόνοι και για το prestige, και επειδή είναι προσοδοφόρο επάγγελμα και επειδή είναι πατριώτες! Είναι απίστευτο το να βλέπεις να ουρλιάζουν ομαδικά, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του εκπαιδευτή τους, ότι "θα σκοτώσουμε δίχως καθόλου να συγκινηθούμε τη μητέρα στο τριτοκοσμικό χωριό που βυζαίνει το παιδί της" κι αυτό να θεωρείται καλό και να περνά δίχως την παραμικρή κριτική!!! Διότι έτσι μόνο θα γίνουν προφανώς καλοί βομβαρδιστές, όταν καταφέρουν να είναι απρόσβλητοι από συναισθήματα για να μπορούν να κάψουν ζούγκλες και ερήμους στου διαόλου τη μάνα (στο Βιετνάμ, στο Ιράκ, στον Παναμά κλπ. κλπ.). Και βέβαια, παρά το μίσος που γεννά στον ήρωά μας ο εκπαιδευτής, καταλαβαίνει κάποια στιγμή ότι "όλο αυτό γίνεται για το καλό του" (για να γίνει καλός πιλότος και άντρας δηλαδή) και κατά βάθος το κάθαρμα έχει δίκιο (γι' αυτό τα βρίσκουν στο... συγκινητικό τέλος).
Τέλος πάντων, σπάνια έχω δει τόσο βαθιά στρατόκαυλη, αμοραλιστική ταινία, όπου το ζητούμενο και το πρέπον είναι να μετατρέψεις ένα νεαρό σε πολεμική μηχανή (α, συγνώμη, όχι και αμοραλιστική... Μπορεί να σκοτώνουμε παιδιά και μανάδες και να καίμε χωριά, αλλά, όλα κι όλα, την κοπέλα μας την αγαπάμε τρυφερά και θα θυσιαστούμε αν χρειαστεί γι' αυτήν. Διότι είμαστε τζέντλεμαν! Τι να πω; Σκατά!
Ο ήρωας, με τραυματική παιδική ηλικία και "αλήτης", αποφασίζει να αλλάξει (προς το καλό υποτίθεται) και να πραγματοποιήσει το όνειρό του να γίνει πιλότος της πολεμικής αεροπορίας, πράγμα καθόλου εύκολο φυσικά. Παρακολουθούμε λοιπόν την απάνθρωπη εκπαίδευσή του, μαζί με όλη τη "σειρά" του, το "υπέροχο" πείσμα του να πετύχει, τις σχέσεις του με τους συνυποψήφιούς του, με τον σκληρό και σκαιό εκπαιδευτή του, καθώς και τον έρωτά του με μια ντόπια κοπέλα, από αυτές που συστηματικά τα φτιάχνουν με υποψήφιους πιλότους στο στάδιο της σκληρής δοκιμασίας τους, ελπίζοντας ότι όταν γίνουν επιτέλους πιλότοι (πράγμα, κατά τη γνώμη τους φυσικά, απόλυτα high) θα τις παντρευτούν.
Κατά βάση το φιλμ είναι αισθηματικό. Παρακολουθεί τις παράλληλες ερωτικές σχέσεις του ήρωα και του καλύτερου φίλου του στο στρατό με δύο ντόπιες κοπέλες. Σχέσεις με εντελώς διαφορετική έκβαση. Μέχρις εδώ θα μπορούσε να είναι μια ακόμα νερόβραστη αισθηματική ιστορία, από τις τόσες που σκαρώνει ο αμερικάνικος και όχι μόνο κινηματογράφος (καλογυρισμένη βεβαίως). Είναι όμως οι άλλες, οι μη αισθηματικές ιστορίες που τρέχουν ταυτόχρονα, που μου προκαλούν τόση απέχθεια. Η εκπαίδευση των πιλότων δείχνεται ξεκάθαρα. Τόσο ωμή, τόσο βάρβαρη, τόσο άγρια... Τα πάντα είναι απαράδεκτα. Κι όμως, εκεί που ο Κιούμπρικ (ας μη συγκρίνουμε βεβαίως τις πο..τσες με τις βούρτσες) έδειξε το ίδιο ακριβώς πράγμα θέλοντας να το καταγγείλει στο "Full Metal Jacket", εδώ όλη αυτή η μαλακία περνά ως "φυσιολογική", απαραίτητη για "να γίνουν άντρες" και καλοί πιλότοι, και το βάρος πέφτει στην προσωπική ζωή των υποψηφίων, τους έρωτές τους κλπ., δηλώνοντας έμμεσα ότι "κατά βάθος είναι καλά παιδιά". Όσο για τα πατριωτικά συναισθήματα, αυτά πάνε σύννεφο...
Οι άνθρωποι αυτοί θέλουν να γίνουν επαγγελματίες δολοφόνοι και για το prestige, και επειδή είναι προσοδοφόρο επάγγελμα και επειδή είναι πατριώτες! Είναι απίστευτο το να βλέπεις να ουρλιάζουν ομαδικά, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του εκπαιδευτή τους, ότι "θα σκοτώσουμε δίχως καθόλου να συγκινηθούμε τη μητέρα στο τριτοκοσμικό χωριό που βυζαίνει το παιδί της" κι αυτό να θεωρείται καλό και να περνά δίχως την παραμικρή κριτική!!! Διότι έτσι μόνο θα γίνουν προφανώς καλοί βομβαρδιστές, όταν καταφέρουν να είναι απρόσβλητοι από συναισθήματα για να μπορούν να κάψουν ζούγκλες και ερήμους στου διαόλου τη μάνα (στο Βιετνάμ, στο Ιράκ, στον Παναμά κλπ. κλπ.). Και βέβαια, παρά το μίσος που γεννά στον ήρωά μας ο εκπαιδευτής, καταλαβαίνει κάποια στιγμή ότι "όλο αυτό γίνεται για το καλό του" (για να γίνει καλός πιλότος και άντρας δηλαδή) και κατά βάθος το κάθαρμα έχει δίκιο (γι' αυτό τα βρίσκουν στο... συγκινητικό τέλος).
Τέλος πάντων, σπάνια έχω δει τόσο βαθιά στρατόκαυλη, αμοραλιστική ταινία, όπου το ζητούμενο και το πρέπον είναι να μετατρέψεις ένα νεαρό σε πολεμική μηχανή (α, συγνώμη, όχι και αμοραλιστική... Μπορεί να σκοτώνουμε παιδιά και μανάδες και να καίμε χωριά, αλλά, όλα κι όλα, την κοπέλα μας την αγαπάμε τρυφερά και θα θυσιαστούμε αν χρειαστεί γι' αυτήν. Διότι είμαστε τζέντλεμαν! Τι να πω; Σκατά!
Κυριακή, Μαΐου 13, 2018
"ΤΟ ΑΠΩΤΑΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ" ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ!
Το 1977 η ανθρωπότητα (για να είμαστε ακριβείς η NASA) αποφασίζουν να κάνουν ένα τεράστιο βήμα για την επιστήμη και τον ανθρώπινο πολιτισμό γενικότερα: Να στείλουν το μικρό μη επανδρωμένο σκάφος Voyager σε ολόκληρο το ηλιακό σύστημα και πολύ πέρα απ' αυτό... Η Emer Reynolds, μια ιρλανδή δημιουργός ντοκιμαντέρ, γύρισε το 2017 "Το Απώτατο Σημείο της Ανθρωπότητας" (The Farthest) καταγράφοντας το παράτολμο εγχείρημα.
Το φιλμ κινηματογραφικά ακολουθεί τις πεπατημένες των κλασικών ντοκιμαντέρ. Εικόνες αρχείου από την εποχή της προετοιμασίας και της εκτόξευσης, συνεντεύξεις από τους τότε επιστήμονες (ηλικιωμένους βεβαίως σήμερα), φωτογραφίες και υλικό από το διάστημα κλπ. Παρά το συμβατικό του στιλ ωστόσο παρακολουθείται νομίζω με αμείωτο ενδιαφέρον λόγω του ίδιου του θέματός του. Αυτό θα προσπαθήσω να αναλύσω οσο συντομότερα γίνεται:
Το 1977 η τεχνολογία ήταν κυριολεκτικά πρωτόγονη σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα. Αυτή ωστόσο ήταν η μόνη στιγμή που θα μπορούσε να εκτοξευτεί ένα σκάφος, το οποίο θα περνούσε όσο πιο κοντά γινόταν από τους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος δίχως να αιχμαλωτιστεί για πάντα από τη βαρύτητα οποιουδήποτε απ' αυτούς, και στη συνέχεια να φύγει έξω από το σύστημα, διότι τη χρονιά αυτή η πλανήτες ευθυγραμμίζονταν (πράγμα που συμβαίνει κάθε 100τόσα χρόνια). Ή τότε ή ποτέ λοιπόν. Το μικρό σκάφος κατασκευάστηκε, οι πρωτόγονοι τότε υπολογιστές βοήθησαν, οι δύο Voyager (υπήρχε κι ένας δεύτερος προωρισμένος να μείνει στο δικό μας σύστημα) εκτοξεύτηκαν με επιτυχία... και η περιπέτεια άρχισε και συνεχίζεται! Στο σκάφος υπάρχει και ένας ηχητικός δίσκος (όπως ακριβώς οι δίσκοι βινυλίου) από χρυσάφι, για να μη φθείρεται, ο οποίος περιέχει φράσεις σε όλες τις γλώσσες του κόσμου και μουσική κάθε είδους, από Μπετόβεν μέχρι Τσακ Μπέρι και εθνικές μουσικές χωρών (μιάμιση ώρα μουσικής συνολικά), για την (εντελώς απίθανη) περίπτωση που νοήμονες εξωγήινοι βρουν το σκάφος.
Το ταξίδι είναι απίστευτα μακρύ. Κάθε μερικά χρόνια (!) ο Voyager πέρναγε "ξυστά" από κάθε πλανήτη του συστήματος (από τον Δία μέχρι τον Ποσειδώνα), στέλνοντας κοντινές φωτογραφίες και άλλα πολύτιμα στοιχεία για κάθε έναν απ' αυτούς και για τους δορυφόρους τους (σ' αυτούς κρύβονταν μερικές από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις, όπως ένας δορυφόρος από πάγο ή άλλος του Ποσειδώνα με έντονη ανεξήγητη ηφαιστειακή δραστηριότητα, διότι ως ο πλέον απομακρυσμένος από τον ήλιο θα έπρεπε να είχε παγώσει). Στο φιλμ καταγράφεται η χαρά (τα "επιστημονικά πάρτι") κάθε μερικά χρόνια, όταν η δραστηριότητα ανέβαινε στο κατακόρυφο καθώς το σκάφος έφτανε σε έναν πλανήτη. Πολλά χρόνια μετά, το 2012, o Voyager έγινε το πρώτο ανθρώπινο κατασκεύασμα που εγκατέλειψε το ηλιακό μας σύστημα. Από τότε (η επικοινωνία υπάρχει ακόμα) μεταδίδει μόνο "μαύρες" εικόνες αχανούς διαστήματος. Κάποια στιγμή η επικοινωνία θα χαθεί αφού θα έχουν διανυθεί πάμπολλα έτη φωτός. Το συγκλονιστικό είναι ότι το σκάφος θα συνεχίσει να ταξιδεύει επ' άπειρον (δεν υπάρχουν τριβή ή άλλες φθορές στο απόλυτο κενό του διαστήματος).
Όλα αυτά δίνονται με συγκίνηση, χιούμορ, συναίσθημα. Σας είπα: Δεν είναι ότι πρόκειται για κάτι συγκλονιστικό ως φιλμ. Συγκλονιστικό είναι αυτό που πραγματεύεται. Όσοι ενδιαφέρεστε για θέματα διαστήματος μην το χάσετε.
ΥΓ: Σας είπα μόνο λίγα απ' όσα σχετίζονται με τη θαυμαστή αποστολή του Voyage. Υπάρχουν κι άλλα εξ ίσου ενδιαφέροντα που θα δείτε και που δεν χωράνε εδώ.
Το φιλμ κινηματογραφικά ακολουθεί τις πεπατημένες των κλασικών ντοκιμαντέρ. Εικόνες αρχείου από την εποχή της προετοιμασίας και της εκτόξευσης, συνεντεύξεις από τους τότε επιστήμονες (ηλικιωμένους βεβαίως σήμερα), φωτογραφίες και υλικό από το διάστημα κλπ. Παρά το συμβατικό του στιλ ωστόσο παρακολουθείται νομίζω με αμείωτο ενδιαφέρον λόγω του ίδιου του θέματός του. Αυτό θα προσπαθήσω να αναλύσω οσο συντομότερα γίνεται:
Το 1977 η τεχνολογία ήταν κυριολεκτικά πρωτόγονη σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα. Αυτή ωστόσο ήταν η μόνη στιγμή που θα μπορούσε να εκτοξευτεί ένα σκάφος, το οποίο θα περνούσε όσο πιο κοντά γινόταν από τους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος δίχως να αιχμαλωτιστεί για πάντα από τη βαρύτητα οποιουδήποτε απ' αυτούς, και στη συνέχεια να φύγει έξω από το σύστημα, διότι τη χρονιά αυτή η πλανήτες ευθυγραμμίζονταν (πράγμα που συμβαίνει κάθε 100τόσα χρόνια). Ή τότε ή ποτέ λοιπόν. Το μικρό σκάφος κατασκευάστηκε, οι πρωτόγονοι τότε υπολογιστές βοήθησαν, οι δύο Voyager (υπήρχε κι ένας δεύτερος προωρισμένος να μείνει στο δικό μας σύστημα) εκτοξεύτηκαν με επιτυχία... και η περιπέτεια άρχισε και συνεχίζεται! Στο σκάφος υπάρχει και ένας ηχητικός δίσκος (όπως ακριβώς οι δίσκοι βινυλίου) από χρυσάφι, για να μη φθείρεται, ο οποίος περιέχει φράσεις σε όλες τις γλώσσες του κόσμου και μουσική κάθε είδους, από Μπετόβεν μέχρι Τσακ Μπέρι και εθνικές μουσικές χωρών (μιάμιση ώρα μουσικής συνολικά), για την (εντελώς απίθανη) περίπτωση που νοήμονες εξωγήινοι βρουν το σκάφος.
Το ταξίδι είναι απίστευτα μακρύ. Κάθε μερικά χρόνια (!) ο Voyager πέρναγε "ξυστά" από κάθε πλανήτη του συστήματος (από τον Δία μέχρι τον Ποσειδώνα), στέλνοντας κοντινές φωτογραφίες και άλλα πολύτιμα στοιχεία για κάθε έναν απ' αυτούς και για τους δορυφόρους τους (σ' αυτούς κρύβονταν μερικές από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις, όπως ένας δορυφόρος από πάγο ή άλλος του Ποσειδώνα με έντονη ανεξήγητη ηφαιστειακή δραστηριότητα, διότι ως ο πλέον απομακρυσμένος από τον ήλιο θα έπρεπε να είχε παγώσει). Στο φιλμ καταγράφεται η χαρά (τα "επιστημονικά πάρτι") κάθε μερικά χρόνια, όταν η δραστηριότητα ανέβαινε στο κατακόρυφο καθώς το σκάφος έφτανε σε έναν πλανήτη. Πολλά χρόνια μετά, το 2012, o Voyager έγινε το πρώτο ανθρώπινο κατασκεύασμα που εγκατέλειψε το ηλιακό μας σύστημα. Από τότε (η επικοινωνία υπάρχει ακόμα) μεταδίδει μόνο "μαύρες" εικόνες αχανούς διαστήματος. Κάποια στιγμή η επικοινωνία θα χαθεί αφού θα έχουν διανυθεί πάμπολλα έτη φωτός. Το συγκλονιστικό είναι ότι το σκάφος θα συνεχίσει να ταξιδεύει επ' άπειρον (δεν υπάρχουν τριβή ή άλλες φθορές στο απόλυτο κενό του διαστήματος).
Όλα αυτά δίνονται με συγκίνηση, χιούμορ, συναίσθημα. Σας είπα: Δεν είναι ότι πρόκειται για κάτι συγκλονιστικό ως φιλμ. Συγκλονιστικό είναι αυτό που πραγματεύεται. Όσοι ενδιαφέρεστε για θέματα διαστήματος μην το χάσετε.
ΥΓ: Σας είπα μόνο λίγα απ' όσα σχετίζονται με τη θαυμαστή αποστολή του Voyage. Υπάρχουν κι άλλα εξ ίσου ενδιαφέροντα που θα δείτε και που δεν χωράνε εδώ.
Σάββατο, Μαΐου 12, 2018
ΟΙ ΝΑΖΙ, ΤΟ ΑΛΚΟΟΛ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ ΣΤΟ ΧΙΤΣΚΟΚΙΚΟ "NOTORIOUS"
Το 1946 οι Σύμμαχοι μπορεί να είχαν κερδίσει τον πόλεμο και ο Χίτλερ να είχε ήδη ξεκουμπιστεί από τον κόσμο αυτόν, η ναζιστική απειλή όμως ήταν κάτι παραπάνω από νωπή και παρέμενε τρομακτική. Κι αν κάπου τα καθάρματα ξανάπαιρναν την εξουσία; Έτσι στο περίφημο "Notorious" του Alfred Hitchcock (1899-1980) η απειλή αυτή κυριαρχεί.
Μια γυναίκα "αμφιβόλων ηθών" και στα πρόθυρα του αλκοολοσμού, κόρη ναζί που καταδικάστηκε, εξωθείται από έναν αμερικανό πράκτορα να εισέλθει στους κύκλους μυστικής ναζιστικής οργάνωσης και να ανακαλύψει τι μαγειρεύεται εκεί. Ο πράκτορας και η κοπέλα (η οποία δεν είναι ναζί και απεχθάνεται τον πατέρα της) ερωτεύονται αμοιβαία, αυτό όμως δεν την εμποδίζει να παντρευτεί (παρά τη θέλησή της) τον βασικό ύποπτο για να συλλέξει πληροφορίες "από μέσα". Ο κλοιός όμως αρχίζει να σφίγγει γύρω της...
Μπορούμε να θαυμάσουμε πολλά στο κλασικό αυτό φιλμ: Το αριστοτεχνικό σασπένς (σήμα κατατεθέν βεβαίως του Χίτσκοκ), που γίνεται ολοένα και εντονότερο όσο προχωρά η ώρα. Το λαμπρό καστ της Ίνγκριντ Μπέργκμαν, του Κάρι Γκραντ και του Κλοντ Ρέινς. Την θαυμάσια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Gregg Toland. Και, φυσικά, τους ποικίλους συμβολισμούς και τα "παράπλευρα" για τα οποία θέλει να μας μιλήσει. Τον αλκοολισμό, από τα βασικά χαρακτηριστικά της ηρωίδας. Το θέμα της καταπιεστικής, ευνουχιστικής μητέρας (του επίσης ερωτευμένου με την Μπέργκμαν συζύγου) - σας θυμίζει μήπως το μεταγενέστερο "Ψυχώ"; Τον διχασμό ανάμεσα στην επιθυμία (τον έρωτα των δύο πρωταγωνιστών) και το απεχθές καθήκον (εδώ φτανει ακόμα και στον γάμο με τον "κακό"), ο οποίος μπορεί να εκληφτεί και ως βάναυση εισβολή στην ιδιωτικότητα και τη ζωή του ατόμου. Εδώ θα αναρωτηθούμε για τον ρόλο και τα μέσα που χρησιμοποιούν οι "καλοί", οι οποίοι είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν το άτομο (εδώ την κοπέλα) για να επιτύχουν τους στόχους τους. Και βέβαια πολλά άλλα στοιχεία, ψυχαναλυτικά και μη, που πάντοτε ενυπάρχουν στο έργο του μεγάλου δημιουργού.
Από τα κλασικά φιλμ του σκηνοθέτη, απ' αυτά που όσο προχωρά ο φιλμικός χρόνος τόσο "σφίγγεται" ο θεατής, αποτελεί must για τους φίλους του παλιού κινηματογράφου. Και μη φοβάστε. Οι μη γνωρίζοντες δεν πρόκειται να πλήξουν επειδή η ταινία είναι "παλιά". Είπαμε: Το σασπένς είναι το βασικό χιτσκοκικό γνώρισμα!
Μια γυναίκα "αμφιβόλων ηθών" και στα πρόθυρα του αλκοολοσμού, κόρη ναζί που καταδικάστηκε, εξωθείται από έναν αμερικανό πράκτορα να εισέλθει στους κύκλους μυστικής ναζιστικής οργάνωσης και να ανακαλύψει τι μαγειρεύεται εκεί. Ο πράκτορας και η κοπέλα (η οποία δεν είναι ναζί και απεχθάνεται τον πατέρα της) ερωτεύονται αμοιβαία, αυτό όμως δεν την εμποδίζει να παντρευτεί (παρά τη θέλησή της) τον βασικό ύποπτο για να συλλέξει πληροφορίες "από μέσα". Ο κλοιός όμως αρχίζει να σφίγγει γύρω της...
Μπορούμε να θαυμάσουμε πολλά στο κλασικό αυτό φιλμ: Το αριστοτεχνικό σασπένς (σήμα κατατεθέν βεβαίως του Χίτσκοκ), που γίνεται ολοένα και εντονότερο όσο προχωρά η ώρα. Το λαμπρό καστ της Ίνγκριντ Μπέργκμαν, του Κάρι Γκραντ και του Κλοντ Ρέινς. Την θαυμάσια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Gregg Toland. Και, φυσικά, τους ποικίλους συμβολισμούς και τα "παράπλευρα" για τα οποία θέλει να μας μιλήσει. Τον αλκοολισμό, από τα βασικά χαρακτηριστικά της ηρωίδας. Το θέμα της καταπιεστικής, ευνουχιστικής μητέρας (του επίσης ερωτευμένου με την Μπέργκμαν συζύγου) - σας θυμίζει μήπως το μεταγενέστερο "Ψυχώ"; Τον διχασμό ανάμεσα στην επιθυμία (τον έρωτα των δύο πρωταγωνιστών) και το απεχθές καθήκον (εδώ φτανει ακόμα και στον γάμο με τον "κακό"), ο οποίος μπορεί να εκληφτεί και ως βάναυση εισβολή στην ιδιωτικότητα και τη ζωή του ατόμου. Εδώ θα αναρωτηθούμε για τον ρόλο και τα μέσα που χρησιμοποιούν οι "καλοί", οι οποίοι είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν το άτομο (εδώ την κοπέλα) για να επιτύχουν τους στόχους τους. Και βέβαια πολλά άλλα στοιχεία, ψυχαναλυτικά και μη, που πάντοτε ενυπάρχουν στο έργο του μεγάλου δημιουργού.
Από τα κλασικά φιλμ του σκηνοθέτη, απ' αυτά που όσο προχωρά ο φιλμικός χρόνος τόσο "σφίγγεται" ο θεατής, αποτελεί must για τους φίλους του παλιού κινηματογράφου. Και μη φοβάστε. Οι μη γνωρίζοντες δεν πρόκειται να πλήξουν επειδή η ταινία είναι "παλιά". Είπαμε: Το σασπένς είναι το βασικό χιτσκοκικό γνώρισμα!
Πέμπτη, Μαΐου 10, 2018
"ΚΑΛΠΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ" ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Η Chloe Zhao μπορεί να είναι κινεζικής καταγωγής, ζει ομως και δουλεύει στην Αμερική. Το "Καλπάζοντας με το Όνειρο" (The Rider) του 2017 είναι η δεύτερη ανεξάρτητη μεγάλου μήκους ταινία της και ασχολείται με εντελώς αμερικάνικο θέμα : Τους σύγχρονους κάουμπόις και ιδιαίτερα όσους ασχολούνται με το ροντέο.
Ήρωας του φιλμ είναι ένας νεαρός κάουμπόι που ζει με τον πατέρα του και την ελαφρά καθυστερημένη μικρή αδελφή του. Είναι από τους καλύτερους δαμαστές αλόγων, είναι πολύ ταλαντούχος στο ροντέο και, γενικά, τα άλογα είναι η ζωή του, αλλά μετά από πρόσφατο βαρύ τραυματισμό στο κεφάλι (σε ροντέο φυσικά), συναντά όλο και περισσότερες δυσκολίες για να ασχοληθεί μ' αυτά (οι γιατροί ουσιαστικά του το έχουν απαγορεύσει). Συχνά επισκέφτεται τον ακόμα πιο άτυχο από τον ίδιο φίλο του, πρώην πρωταθλητή στο ροντέο και νυν ανάπηρο, επίσης από τραυματισμό. Στο φιλμ παρακολουθούμε την πάλη του ήρωα ανάμεσα στην επιθυμία του για έναν τρόπο ζωής που αγαπά και γνωσρίζει και την ανάγκη για συμβιβασμό με τη σκληρή και αμείλικτη πραγματικότητα.
η ταινία είναι γυρισμένη με ντοκιμαντερίστικο τρόπο. Ακολουθούμε τον πρωταγωνιστή στη μίζερη καθημερινότητά του στο πληκτικό περιβάλλον του απομονωμένου μέρους όπου ζει, τις (όποιες) διασκεδάσεις με τους φίλους του, τη σχέση με τον πατέρα, την αδελφή του, κυρίως όμως με τα άλογα, πάνω απ' όλα όμως τον πόνο του όταν αργά και βασανιστικά συνειδητοποιεί ότι είναι πλέον αδύνατο να κάνει αυτό που αγαπά πάνω απ' όλα: Να δουλεύει με τα ζώα αυτά. Το φιλμ εστιάζει στη ζωή κάποιων ξεχασμένων ανθρώπων ης σύγχρονης Αμερικής, που παραμένουν λες στην εποχή των κλασικών γουέστερν, και, συγχρόνως, γίνεται απόλυτα συγκινητικό (σε πολλά επίπεδα): Η μικρή αδελφή, ο ανάπηρος νεαρός φίλος που κάποτε ήταν σταρ και είχε (νόμιζε ότι είχε) όλη τη ζωή μπροστά του, η ανάγκη για ρεαλισμό - ζήτημα πλέον ζωής και θανάτου - και η άγρια προσγείωση στην πραγματικότητα... Ίσως να πρόκειται για μια παραβολή της σκληρής διαδικασίας ενηλικίωσης, η οποία, βεβαίως, απαιτεί να πάψουμε να "καλπάζουμε με τα όνειρα"...
Τρυφερό, συγκινητικό φιλμ, δίχως ιδιαίτερη δράση και δραματικές κορώνες, συνίσταται σε ευαίσθητους θεατές, τους οποίους, νομίζω, θα συγκινήσει βαθιά, δίχως όμως να γίνεται μελό. Οι φανς των πολυσινεμά φοβαάμαι ότι θα πλήξουν. Κρίμα γι' αυτούς.
Ήρωας του φιλμ είναι ένας νεαρός κάουμπόι που ζει με τον πατέρα του και την ελαφρά καθυστερημένη μικρή αδελφή του. Είναι από τους καλύτερους δαμαστές αλόγων, είναι πολύ ταλαντούχος στο ροντέο και, γενικά, τα άλογα είναι η ζωή του, αλλά μετά από πρόσφατο βαρύ τραυματισμό στο κεφάλι (σε ροντέο φυσικά), συναντά όλο και περισσότερες δυσκολίες για να ασχοληθεί μ' αυτά (οι γιατροί ουσιαστικά του το έχουν απαγορεύσει). Συχνά επισκέφτεται τον ακόμα πιο άτυχο από τον ίδιο φίλο του, πρώην πρωταθλητή στο ροντέο και νυν ανάπηρο, επίσης από τραυματισμό. Στο φιλμ παρακολουθούμε την πάλη του ήρωα ανάμεσα στην επιθυμία του για έναν τρόπο ζωής που αγαπά και γνωσρίζει και την ανάγκη για συμβιβασμό με τη σκληρή και αμείλικτη πραγματικότητα.
η ταινία είναι γυρισμένη με ντοκιμαντερίστικο τρόπο. Ακολουθούμε τον πρωταγωνιστή στη μίζερη καθημερινότητά του στο πληκτικό περιβάλλον του απομονωμένου μέρους όπου ζει, τις (όποιες) διασκεδάσεις με τους φίλους του, τη σχέση με τον πατέρα, την αδελφή του, κυρίως όμως με τα άλογα, πάνω απ' όλα όμως τον πόνο του όταν αργά και βασανιστικά συνειδητοποιεί ότι είναι πλέον αδύνατο να κάνει αυτό που αγαπά πάνω απ' όλα: Να δουλεύει με τα ζώα αυτά. Το φιλμ εστιάζει στη ζωή κάποιων ξεχασμένων ανθρώπων ης σύγχρονης Αμερικής, που παραμένουν λες στην εποχή των κλασικών γουέστερν, και, συγχρόνως, γίνεται απόλυτα συγκινητικό (σε πολλά επίπεδα): Η μικρή αδελφή, ο ανάπηρος νεαρός φίλος που κάποτε ήταν σταρ και είχε (νόμιζε ότι είχε) όλη τη ζωή μπροστά του, η ανάγκη για ρεαλισμό - ζήτημα πλέον ζωής και θανάτου - και η άγρια προσγείωση στην πραγματικότητα... Ίσως να πρόκειται για μια παραβολή της σκληρής διαδικασίας ενηλικίωσης, η οποία, βεβαίως, απαιτεί να πάψουμε να "καλπάζουμε με τα όνειρα"...
Τρυφερό, συγκινητικό φιλμ, δίχως ιδιαίτερη δράση και δραματικές κορώνες, συνίσταται σε ευαίσθητους θεατές, τους οποίους, νομίζω, θα συγκινήσει βαθιά, δίχως όμως να γίνεται μελό. Οι φανς των πολυσινεμά φοβαάμαι ότι θα πλήξουν. Κρίμα γι' αυτούς.
Κυριακή, Μαΐου 06, 2018
"SERENITY" Ή Ο JOSH WHEDON ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ
Ο Josh Whedon ήταν βέβαια κυρίως σεναριογράφος, αλλά και ο δημιουργός - σταρ των σειρών Buffy και Angel. To 2005 περνά για πρώτη φορά στον κινηματογράφο ως σκηνοθέτης (δικό του και το σενάριο βέβαια) με το φιλμ επιστημονικής φαντασίας "Serenity". Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι τα καταφέρνει αρκετά καλά.
Ένα "σαράβαλο" διαστημόπλοιο με μάλλον τυχοδιώκτη κυβερνήτη "φιλοξενεί" για κάποιο διάστημα και απασχολεί μαζί με τα άλλα μέλη του πληρώματος έναν γιατρό και την μικρότερη αδερφή του. Σύντομα θα αποδειχτεί οτι η κοπέλα κρύβει στην πραγματικότητα ένα επτασφράγιστο μυστικό και... έχει και κάποιες "ιδιότητες", με αποτέλεσμα να την κυνηγά η ίδια η "αυτοκρατορία" που κυβερνά τον γαλαξία, η οποία μάλιστα στέλνει γι' αυτόν το σκοπό έναν πανίσχυρο δολοφονο. Στο μεταξύ, κάπου στα σκοτάδια του διαστήματος, κάποια φρικιαστικά και αιμοδιψή πλάσματα (ανθρώπινα σημειωτέον) περιφέρονται ζητώντας ακατάπαυστα αίμα και τροφή...
Όπως καταλάβατε πρόκειται για μια φιλόδοξη διαστημική περιπέτεια. Αν ψάξετε πάντως προσεκτικά θα δείτε ότι ο ευφυής Whedon κάνει αυτό που έκανε πάντοτε (ιδιαίτερα στη Buffy) : Δανείζεται από παντού: Ο "Πόλεμος των Άστρων " (η αυθεντική τριλογία εννοώ, όχι οι... εβδομαδιαίες πλέον συνέχειες) βρίσκεται στη ραχοκοκαλιά της ιδέας (η πανίσχυρη "κακιά" κυβέρνηση, το σαράβαλο σκάφος με τον τυχοδιώκτη πλην όμως συμπαθή καπετάνιο, ο "γκουρού" με τις βαθυστόχαστες ατάκες κλπ.), αλλά συναντάμε και πλήθος άλλων στοιχείων από τα στάνταρ του είδους της ΕΦ. Το θέμα όμως εδώ είναι ότι, ενώ τίποτα σχεδόν δεν το βλέπουμε για πρώτη φορά, το "κολάζ" είναι τόσο έξυπνο και καλοφτιαγμένο, ώστε να μετατρέπει την όλη ιστορία σε μια απολαυστική περιπέτεια. Υπάρχει και ο χαρακτήρας του δολοφόνου, ο οποίος είναι αρκετά ενδιαφέρων, οπότε, με λίγα λόγια, δίχως να μπορώ να εντοπίσω κάποια πρωτοτυπία, απόλαυσα απόλυτα μια καλοστημένη διαστημική περιπέτεια, με κάποια (όχι φοβερά πάντως) "κρυμμένα μυστικά" και ανατροπές.
Γενικά, αν σας αρέσει το είδος, θα την συνιστούσα. Όχι, δεν θα σας προβληματίσει, δεν θα σας προκαλέσει βαθιές σκέψεις (περιέχει βέβαια κάποια θετικά πλην όμως κλισέ μηνύματα), πιστεύω όμως ότι θα την ευχαριστηθείτε. Το ευχάριστο δίωρο θα το έχετε κερδίσει.
ΥΓ1: Κρίμα που στη συνέχεια ο Whedon έπεσε με τα μούτρα στο υπερηρωικό είδος (δύο Avengers μέχρι στιγμής), είδος που προσωπικά βαριέμαι αφόρητα.
ΥΓ2: Και... όχι. Παρά την αφίσα, δεν πρόκειται για ταινία καράτε...
Ένα "σαράβαλο" διαστημόπλοιο με μάλλον τυχοδιώκτη κυβερνήτη "φιλοξενεί" για κάποιο διάστημα και απασχολεί μαζί με τα άλλα μέλη του πληρώματος έναν γιατρό και την μικρότερη αδερφή του. Σύντομα θα αποδειχτεί οτι η κοπέλα κρύβει στην πραγματικότητα ένα επτασφράγιστο μυστικό και... έχει και κάποιες "ιδιότητες", με αποτέλεσμα να την κυνηγά η ίδια η "αυτοκρατορία" που κυβερνά τον γαλαξία, η οποία μάλιστα στέλνει γι' αυτόν το σκοπό έναν πανίσχυρο δολοφονο. Στο μεταξύ, κάπου στα σκοτάδια του διαστήματος, κάποια φρικιαστικά και αιμοδιψή πλάσματα (ανθρώπινα σημειωτέον) περιφέρονται ζητώντας ακατάπαυστα αίμα και τροφή...
Όπως καταλάβατε πρόκειται για μια φιλόδοξη διαστημική περιπέτεια. Αν ψάξετε πάντως προσεκτικά θα δείτε ότι ο ευφυής Whedon κάνει αυτό που έκανε πάντοτε (ιδιαίτερα στη Buffy) : Δανείζεται από παντού: Ο "Πόλεμος των Άστρων " (η αυθεντική τριλογία εννοώ, όχι οι... εβδομαδιαίες πλέον συνέχειες) βρίσκεται στη ραχοκοκαλιά της ιδέας (η πανίσχυρη "κακιά" κυβέρνηση, το σαράβαλο σκάφος με τον τυχοδιώκτη πλην όμως συμπαθή καπετάνιο, ο "γκουρού" με τις βαθυστόχαστες ατάκες κλπ.), αλλά συναντάμε και πλήθος άλλων στοιχείων από τα στάνταρ του είδους της ΕΦ. Το θέμα όμως εδώ είναι ότι, ενώ τίποτα σχεδόν δεν το βλέπουμε για πρώτη φορά, το "κολάζ" είναι τόσο έξυπνο και καλοφτιαγμένο, ώστε να μετατρέπει την όλη ιστορία σε μια απολαυστική περιπέτεια. Υπάρχει και ο χαρακτήρας του δολοφόνου, ο οποίος είναι αρκετά ενδιαφέρων, οπότε, με λίγα λόγια, δίχως να μπορώ να εντοπίσω κάποια πρωτοτυπία, απόλαυσα απόλυτα μια καλοστημένη διαστημική περιπέτεια, με κάποια (όχι φοβερά πάντως) "κρυμμένα μυστικά" και ανατροπές.
Γενικά, αν σας αρέσει το είδος, θα την συνιστούσα. Όχι, δεν θα σας προβληματίσει, δεν θα σας προκαλέσει βαθιές σκέψεις (περιέχει βέβαια κάποια θετικά πλην όμως κλισέ μηνύματα), πιστεύω όμως ότι θα την ευχαριστηθείτε. Το ευχάριστο δίωρο θα το έχετε κερδίσει.
ΥΓ1: Κρίμα που στη συνέχεια ο Whedon έπεσε με τα μούτρα στο υπερηρωικό είδος (δύο Avengers μέχρι στιγμής), είδος που προσωπικά βαριέμαι αφόρητα.
ΥΓ2: Και... όχι. Παρά την αφίσα, δεν πρόκειται για ταινία καράτε...
Σάββατο, Μαΐου 05, 2018
"UNEARTHLY STRANGER" Ή ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΕΙΣΒΟΛΗ "ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΣΑ"
O βρετανός John Krish (1923-2016) είναι ένας από τους πάμπολλους άγνωστους σκηνοθέτες, οι οποίοι, ωστόσο, πρόσθεσαν κι αυτοί το λιθαράκι τους... Αυτός εδώ γύρισε πολλά μικρού μήκους ντοκιμαντέρ (εκπαιδευτικά κυρίως) και έκανε και μερικές μεγάλου μήκους ταινίες. Στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας γυρίζει το 1963 το "Unearthly Stranger" ("Αόρατος Εχθρός" στην Ελλάδα), μια αρκετά συμπαθητική ταινία, με πρωταγωνιστή τον σπάνιο στον κινηματογράφο Τζον Νέβιλ (δεν είναι άλλος από τον βαρώνο Μυγχάουζεν στο γνωστό φιλμ του Γκίλιαμ, πολλά χρόνια αργότερα).
Ο οποίος είναι κυβερνητικός επιστήμονας που δουλεύει σε ένα μυστικό project. Στις διακοπές του συναντά μια άγνωστη, όμορφη γυναίκα, της οποίας το παρελθόν αγνοεί πλήρως, και πολύ σύντομα παντρεύονται και επιστρέφουν στην Αγγλία. Ωστόσο, τόσο ο ίδιος όσο και κάποιος άλλος φίλος και συνάδελφός του, θα παρατηρήσουν σημάδια αλλόκοτης συμπεριφοράς στη γυναίκα. Στο μεταξύ ένας άλλος συνάδελφος έχει πεθάνει μυστηριωδώς, ενώ οι ήρωές μας μαθαίνουν ότι και άλλοι επιστήμονες που ασχολούνται με παρόμοιο project σε άλλα μέρη του κόσμου, έχουν επίσης πεθάνει. Σύντομα το ζευγάρι θα βρεθεί στο επίκεντρο υποψιών και οι μυστικές υπηρεσίες αρχίζουν να ερευνούν...
Τυπικό φιλμ ΕΦ όπου κάποιοι πάιρνουν τη θέση οικείων μας προσώπων και "μας αλώνουν από μέσα". Εδώ βέβαια δεν παρατηρούμε τόσο έντονα την σχεδον υστερική φοβία των αντίστοιχων αμερικάνικων φιλμ (πρόκειται, βλέπετε, για βρετανική ταινία) για τους "κακούς ξένους" (βλέπε "κόκκινους") που θα μας καταλάβουν, ωστόσο το κλίμα είναι παρόμοιο. Πάντως η ταινία έχει τις αρετές της: Την υποβλητική ασπρόμαυρη φωτογραφία, το σασπένς και την αγωνία (συχνά η ιστορία φλερτάρει με ταινία τρόμου), το μυστήριο... Και, βέβαια, η κλασική στο υποείδος αυτό της ΕΦ αίσθηση ότι αυτός που βλέπουμε και αγαπάμε δεν είναι αυτός που νομίζουμε... Ή, εν πάσει περιπτώσει, στην πραγματικότητα ελάχιστα γνωρίζουμε γι' αυτόν.
Άγνωστη, ξεχασμένη ταινία, όχι όμως από τις κακές. Αν είστε φαν των παλιών φιλμ του είδους και αγαπάτε την ασπρόμαυρη, δίχως πολλά - πολλά εφέ "παλιομοδίτικη" ατμόσφαιρα, ψάξτε την και δώστε της μια ευκαιρία. Δεν είναι αριστούργημα (όπως, ας πούμε, το Body Snatchers με παρόμοιο θέμα), το βρήκα όμως συμπαθητικό.
Ο οποίος είναι κυβερνητικός επιστήμονας που δουλεύει σε ένα μυστικό project. Στις διακοπές του συναντά μια άγνωστη, όμορφη γυναίκα, της οποίας το παρελθόν αγνοεί πλήρως, και πολύ σύντομα παντρεύονται και επιστρέφουν στην Αγγλία. Ωστόσο, τόσο ο ίδιος όσο και κάποιος άλλος φίλος και συνάδελφός του, θα παρατηρήσουν σημάδια αλλόκοτης συμπεριφοράς στη γυναίκα. Στο μεταξύ ένας άλλος συνάδελφος έχει πεθάνει μυστηριωδώς, ενώ οι ήρωές μας μαθαίνουν ότι και άλλοι επιστήμονες που ασχολούνται με παρόμοιο project σε άλλα μέρη του κόσμου, έχουν επίσης πεθάνει. Σύντομα το ζευγάρι θα βρεθεί στο επίκεντρο υποψιών και οι μυστικές υπηρεσίες αρχίζουν να ερευνούν...
Τυπικό φιλμ ΕΦ όπου κάποιοι πάιρνουν τη θέση οικείων μας προσώπων και "μας αλώνουν από μέσα". Εδώ βέβαια δεν παρατηρούμε τόσο έντονα την σχεδον υστερική φοβία των αντίστοιχων αμερικάνικων φιλμ (πρόκειται, βλέπετε, για βρετανική ταινία) για τους "κακούς ξένους" (βλέπε "κόκκινους") που θα μας καταλάβουν, ωστόσο το κλίμα είναι παρόμοιο. Πάντως η ταινία έχει τις αρετές της: Την υποβλητική ασπρόμαυρη φωτογραφία, το σασπένς και την αγωνία (συχνά η ιστορία φλερτάρει με ταινία τρόμου), το μυστήριο... Και, βέβαια, η κλασική στο υποείδος αυτό της ΕΦ αίσθηση ότι αυτός που βλέπουμε και αγαπάμε δεν είναι αυτός που νομίζουμε... Ή, εν πάσει περιπτώσει, στην πραγματικότητα ελάχιστα γνωρίζουμε γι' αυτόν.
Άγνωστη, ξεχασμένη ταινία, όχι όμως από τις κακές. Αν είστε φαν των παλιών φιλμ του είδους και αγαπάτε την ασπρόμαυρη, δίχως πολλά - πολλά εφέ "παλιομοδίτικη" ατμόσφαιρα, ψάξτε την και δώστε της μια ευκαιρία. Δεν είναι αριστούργημα (όπως, ας πούμε, το Body Snatchers με παρόμοιο θέμα), το βρήκα όμως συμπαθητικό.
Τρίτη, Μαΐου 01, 2018
"ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ" ΚΑΙ Ο ΕΥΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΚΥΡΙΟΣ WES ANDERSON
Μετά τον "Απίθανο κύριο Φοξ" ο απίθανος Wes Anderson ξαναγυρίζει το 2018 στην τεχνική του animation με κούκλες και στη χρήση του stop motion για να μας δώσει το απολαυστικό "Νησί των Σκύλων". Με τις φωνές μάλιστα μιας πραγματικής πλειάδας ηθοποιών και όχι μόνο, από τον Έντουραντ Νόρτον και τον Χάρβεϊ Καϊτέλ μέχρι την Σκάρλετ Γιόχανσον και τη... Γιόκο Όνο (και πολλών άλλων)!
Βρισκόμαστε στην Ιαπωνία. Ο... γατόφιλος και διεφθαρμένος δήμαρχος μιας μεγαλούπολης εξορίζει όλους τους σκύλους της πόλης σε νησί - σκουπιδότοπο (όπου λιμοκτονούν), ισχυριζόμενος ότι "μεταδίδουν ασθένειες" και παρά το ότι το φάρμακο γι' αυτές έχει ήδη βρεθεί (φυσικά αυτό το αποκρύπτει). Όταν στο νησί μεταφέρεται και ο πιστός σκύλος - σωματοφύλακας του 12χρονου ανιψιού του Ατάρι, ο τελευταίος το σκάει και πάει ο ίδιος εκεί για να τον βρει. Μια εξωφρενική περιπέτεια αρχίζει...
Ο Άντερσον είναι και εδώ ευρηματικός, τόσο αισθητικά όσο και σεναριακά. Η εικόνα του είναι μινιμαλιστική, συχνά συμμετρική, ενώ η ιστορία συνδυάζει το σασπένς, την περιπέτεια, τη συγκίνηση και το χιούμορ (και κάποια σκληρότητα, που δεν την καθιστά ιδιαίτερα παιδική). Ταυτόχρονα βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει με απλό τρόπο για αρκετά πράγματα: Από τη σύγχρονη προσφυγική κρίση έως τη διαφθορά και τα διαπλεκόμενα συμφέροντα της εξουσίας και των οικονομικά ισχυρών και την πρόθεση της πρώτης (της εξουσίας εννοώ) να κερδίσει οικονομικά, αγνοώντας οτιδήποτε άλλο. Εκτός αυτού πάντως, το φιλμ δίνει την αφορμή στον Άντερσον να αποτίσει φόρο τιμής σε ολόκληρη τη γιαπωνέζικη κουλτούρα και αισθητική, που, όπως φαίνεται γνωρίζει και αγαπά: Από τα υπέροχα γιαπωνέζικα χαρακτικά περασμένων αιώνων και τα χαϊκού έως τα anime, τους κώδικες τιμής, τους διάσημους ιάπωνες σκηνοθέτες και τη σύγχρονη υπερτεχνολογία, αλλά και την επιρροή της αμερικάνικης κουλτούρας στη σύγχρονη γιαπωνέζικη (και αντιστρόφως). Και σε όσα άλλα στοιχεία εντοπίσετε ενδιάμεσα.
Πέραν αυτών των αναλύσεων, το φιλμ παραμένει πρώτιστα απολαυστικό, έξυπνο και πρωτότυπο. Η μουσική του Desplat, αλλά και η χρήση άλλων κομματιών, είναι υπέροχη (και συχνά υποβλητική) και εν γένει το όλο αποτέλεσμα ταυτόχρονα ψυχαγωγικό και αφορμή για σκέψεις και προβληματισμούς με τις απλές αλληγορίες του. Και μη ξενάτε: Μπορεί να πρόκειται για animation, σε καμιά όμως περίπτωση δεν απευθύνεται (μόνο) σε παιδιά. Δείτε το όλοι άφοβα!
Βρισκόμαστε στην Ιαπωνία. Ο... γατόφιλος και διεφθαρμένος δήμαρχος μιας μεγαλούπολης εξορίζει όλους τους σκύλους της πόλης σε νησί - σκουπιδότοπο (όπου λιμοκτονούν), ισχυριζόμενος ότι "μεταδίδουν ασθένειες" και παρά το ότι το φάρμακο γι' αυτές έχει ήδη βρεθεί (φυσικά αυτό το αποκρύπτει). Όταν στο νησί μεταφέρεται και ο πιστός σκύλος - σωματοφύλακας του 12χρονου ανιψιού του Ατάρι, ο τελευταίος το σκάει και πάει ο ίδιος εκεί για να τον βρει. Μια εξωφρενική περιπέτεια αρχίζει...
Ο Άντερσον είναι και εδώ ευρηματικός, τόσο αισθητικά όσο και σεναριακά. Η εικόνα του είναι μινιμαλιστική, συχνά συμμετρική, ενώ η ιστορία συνδυάζει το σασπένς, την περιπέτεια, τη συγκίνηση και το χιούμορ (και κάποια σκληρότητα, που δεν την καθιστά ιδιαίτερα παιδική). Ταυτόχρονα βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει με απλό τρόπο για αρκετά πράγματα: Από τη σύγχρονη προσφυγική κρίση έως τη διαφθορά και τα διαπλεκόμενα συμφέροντα της εξουσίας και των οικονομικά ισχυρών και την πρόθεση της πρώτης (της εξουσίας εννοώ) να κερδίσει οικονομικά, αγνοώντας οτιδήποτε άλλο. Εκτός αυτού πάντως, το φιλμ δίνει την αφορμή στον Άντερσον να αποτίσει φόρο τιμής σε ολόκληρη τη γιαπωνέζικη κουλτούρα και αισθητική, που, όπως φαίνεται γνωρίζει και αγαπά: Από τα υπέροχα γιαπωνέζικα χαρακτικά περασμένων αιώνων και τα χαϊκού έως τα anime, τους κώδικες τιμής, τους διάσημους ιάπωνες σκηνοθέτες και τη σύγχρονη υπερτεχνολογία, αλλά και την επιρροή της αμερικάνικης κουλτούρας στη σύγχρονη γιαπωνέζικη (και αντιστρόφως). Και σε όσα άλλα στοιχεία εντοπίσετε ενδιάμεσα.
Πέραν αυτών των αναλύσεων, το φιλμ παραμένει πρώτιστα απολαυστικό, έξυπνο και πρωτότυπο. Η μουσική του Desplat, αλλά και η χρήση άλλων κομματιών, είναι υπέροχη (και συχνά υποβλητική) και εν γένει το όλο αποτέλεσμα ταυτόχρονα ψυχαγωγικό και αφορμή για σκέψεις και προβληματισμούς με τις απλές αλληγορίες του. Και μη ξενάτε: Μπορεί να πρόκειται για animation, σε καμιά όμως περίπτωση δεν απευθύνεται (μόνο) σε παιδιά. Δείτε το όλοι άφοβα!
Κυριακή, Απριλίου 29, 2018
ΤΟ ΠΑΡΑΙΣΘΗΤΙΚΟ ΡΙΟ ΣΤΟ "OBSCURO BARROCO"
Η Ευαγγελία Κρανιώτη είναι μια σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ. Το "Obscuro Barroco" του 2018 είναι η δεύτερη ταινία της, μια γαλλο-ελληνική παραγωγή και, τουλάχιστον σαν εικόνα, είναι όντως υποβλητική.
Το φιλμ μιλά για το Ρίο Ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας. Δεν μοιάζει όμως με ένα συνηθισμένο ντοκιμαντέρ για μια πόλη. Η Luana Muniz, διάσημο τραβεστί της πόλης (πέθανε το 2017, όπως διαβάζω) μας ξεναγεί εκεί με έναν διαρκή σχεδόν ποιητικό μονόλογο, που αναφέρεται στην πόλη του Ρίο ("εργοστάσιο ονείρων και εφιαλτών, μια πόλη διαδοχικών μεταμορφώσεων"), στα τραβεστί (αυτοί/ές, επίσης, είναι οι κατ' εξοχήν άνθρωποι που μεταμορφώνονται) και στη δική της ζωή, εμπειρία και προσωπικότητα. Προσοχή όμως: Δεν αφηγείται ιστορίες, περιστατικά, πώς ξεκίνησε κλπ. Καμία σχέση. Είπαμε: Ο λόγος είναι καθαρά ποιητικός.
Αυτό που, από την πρώτη κιόλας σκηνή με τα ομιχλώδη δάση - ζούγκλες που περιβάλλουν την πόλη ή βρίσκονται εντός της σε πάρκα, "πιάνει" τον θεατή, είναι η υπέροχη, επίσης ποιητική, εικόνα. Το αποκορύφωμα φτάνει στις ονειρικές σκηνές από το περίφημο καρναβάλι της πόλης (το διασημότερο στον κόσμο), με τα εξωπραγματικά άρματα, τις απίστευτες στολές, τα κορμιά που λικνίζονται ακατάπαυστα σε διονυσιακούς ρυθμούς... Τα πάντα αποπνέουν μαγεία και μια αύρα εξωπραγματικού, ενός οπτικού πλούτου που δεν πιστεύεις ότι υπάρχει κάπου σ' αυτόν τον κόσμο. Υπάρχουν όμως επίσης "πραγματικές" (δηλαδή απλούστερα κινηματογραφημένες) σκηνές από διαδηλώσεις γυναικών που ζητούν ισότητα και προστασία από την αρσενική επιβολή, καθώς και άλλες σε ειδικά κλαμπ. Οι σκηνές αυτές λειτουργούν ως αντίβαρα στην οπτική μαγεία των άλλων σκηνών και, κατά κάποιο τρόπο, προσγειώνουν στην πραγματικότητα.
Ίσως κάπου να έχανα το λόγο της "ξεναγού". Δεν έχει καμιά σημασία. Νομίζω ότι σοφότερο είναι να αφεθεί κανείς στη φαντασία των ονειρικών, υπνωτιστικών εικόνων, να έχει γενικά στο κεφάλι του την κυρίαρχη έννοια της μεταμόρφωσης και απλώς να απολαύσει το φιλμ, που ποιητικά (για μια ακόμα φορά το τονίζω) και απόλυτα αφαιρετικά μας μιλά για μια μυθική πόλη, για μια ιδιαίτερη ομάδα ανθρώπων και για μια συγκεκριμένη και ισχυρή περσόνα.
Το φιλμ μιλά για το Ρίο Ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας. Δεν μοιάζει όμως με ένα συνηθισμένο ντοκιμαντέρ για μια πόλη. Η Luana Muniz, διάσημο τραβεστί της πόλης (πέθανε το 2017, όπως διαβάζω) μας ξεναγεί εκεί με έναν διαρκή σχεδόν ποιητικό μονόλογο, που αναφέρεται στην πόλη του Ρίο ("εργοστάσιο ονείρων και εφιαλτών, μια πόλη διαδοχικών μεταμορφώσεων"), στα τραβεστί (αυτοί/ές, επίσης, είναι οι κατ' εξοχήν άνθρωποι που μεταμορφώνονται) και στη δική της ζωή, εμπειρία και προσωπικότητα. Προσοχή όμως: Δεν αφηγείται ιστορίες, περιστατικά, πώς ξεκίνησε κλπ. Καμία σχέση. Είπαμε: Ο λόγος είναι καθαρά ποιητικός.
Αυτό που, από την πρώτη κιόλας σκηνή με τα ομιχλώδη δάση - ζούγκλες που περιβάλλουν την πόλη ή βρίσκονται εντός της σε πάρκα, "πιάνει" τον θεατή, είναι η υπέροχη, επίσης ποιητική, εικόνα. Το αποκορύφωμα φτάνει στις ονειρικές σκηνές από το περίφημο καρναβάλι της πόλης (το διασημότερο στον κόσμο), με τα εξωπραγματικά άρματα, τις απίστευτες στολές, τα κορμιά που λικνίζονται ακατάπαυστα σε διονυσιακούς ρυθμούς... Τα πάντα αποπνέουν μαγεία και μια αύρα εξωπραγματικού, ενός οπτικού πλούτου που δεν πιστεύεις ότι υπάρχει κάπου σ' αυτόν τον κόσμο. Υπάρχουν όμως επίσης "πραγματικές" (δηλαδή απλούστερα κινηματογραφημένες) σκηνές από διαδηλώσεις γυναικών που ζητούν ισότητα και προστασία από την αρσενική επιβολή, καθώς και άλλες σε ειδικά κλαμπ. Οι σκηνές αυτές λειτουργούν ως αντίβαρα στην οπτική μαγεία των άλλων σκηνών και, κατά κάποιο τρόπο, προσγειώνουν στην πραγματικότητα.
Ίσως κάπου να έχανα το λόγο της "ξεναγού". Δεν έχει καμιά σημασία. Νομίζω ότι σοφότερο είναι να αφεθεί κανείς στη φαντασία των ονειρικών, υπνωτιστικών εικόνων, να έχει γενικά στο κεφάλι του την κυρίαρχη έννοια της μεταμόρφωσης και απλώς να απολαύσει το φιλμ, που ποιητικά (για μια ακόμα φορά το τονίζω) και απόλυτα αφαιρετικά μας μιλά για μια μυθική πόλη, για μια ιδιαίτερη ομάδα ανθρώπων και για μια συγκεκριμένη και ισχυρή περσόνα.
Σάββατο, Απριλίου 28, 2018
ΟΤΑΝ, ΣΕ "ΕΝΑ ΗΣΥΧΟ ΜΕΡΟΣ", Η ΣΙΩΠΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΑ ΧΡΥΣΟΣ, ΑΛΛΑ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ
Ευτυχώς κάπως συχνότερα τελευταία βλέπουμε ταινίες τρόμου όντως έξυπνες, μακριά από καταιγισμό εφέ και αδιάκοπων "μπου". Το πιστοποιεί (και) το "¨Ενα Ήσυχο Μέρος" (A Quiet Place) του 2018 του ηθοποιού και ενίοτε σκηνοθέτη John Krasinski, με τον ίδιο και την Έμιλι Μπλαντ στους βασικούς ρόλους.
Ο πολιτισμός έχει καταρρεύσει και οι άνθρωποι σχεδόν εξολοθρευτεί μετά την εισβολή (;) τυφλών τεράτων, τα οποία επιτίθενται και "καταναλώνουν" μόνο όπου (και όταν) υπάρχει ήχος. Μια οικογένεια από επιζήσαντες ζει σε απομονωμένη αγροτική περιοχή, έχοντας φροντίσει όσο μπορεί για την αυτάρκεια και την... ηχομόνωσή της. Αυτό όμως δεν θα εμποδίσει το ένα από τα παιδιά της να εξοντωθεί με εφιαλτικό τρόπο. Το πρόβλημα όμως που πρέπει να λυθεί λίγους μήνες μετά είναι ότι η γυναίκα είναι έγκυος. Μια σειρά από τρομακτικά και αγχώδη γεγονότα θα τους φέρει σε απελπιστική κατάσταση.
Η ταινία βασίζεται σε πρωτότυπη ιδέα και καταφέρνει να επιβάλλει στον θεατή την δυστοπική - εφιαλτική για την ακρίβεια - ατμόσφαιρα από την πρώτη κιόλας σκηνή, αυτή στο εγκαταλειμένο σούπερ μάρκετ όπου πάει η οικογένεια για ανανέωση των προμηθειών της. Ο διαρκής αγώνας για μια ζωή δίχως ήχο - θέμα προφανώς ζωής ή θανάτου - διατηρεί το σασπένς αμείωτο (τι λέω; διαρκώς αυξανόμενο μάλλον) σε όλη τη διάρκειά της. Υποβλητικά σκηνοθετημένη, με σφιχτό σενάριο και αγχωτικό ρυθμό, θυμίζει κάπως το μετακαταστροφικό κλίμα του "Δρόμου" και - νομίζω - δίνει κι άλλη πνοή στο βαλτωμένο σε γενικές γραμμές είδος της ταινίας τρόμου. Αυτό που αποδεικνύει όμως περίτρανα είναι ότι δεν χρειάζονται πανάκριβα εφέ και εντυπωσιακές εκρήξεις για να σε κάνουν να τρομάξεις (αν και τα φριχτά πλάσματα, όταν τα βλέπουμε τελικά, είναι πολύ καλά κατασκευασμένα). Αυτό που χρειάζονται τα φιλμ του είδους είναι ιδέες και καλή σκηνοθεσία. Τα προς οπτικό εντυπωσιασμό "γεμίσματα" σε καμιά περίπτωση δεν κάνουν μια καλή ταινία (το αντίθετο μαλιστα συμβαίνει συνήθως). Κι όλα αυτά παρά το ότι διάφορα κλισέ του είδους υπάρχουν, τα βρήκα όμως έξυπνα χρησιμοποιημένα και καλά ενσωματωμένα στη δράση, ώστε να μην ενοχλούν.
Προσωπικά, όπως καταλάβατε, απόλαυσα το φιλμ. Μακάρι να υπάρξουν κι άλλα τέτοια, που θα συμβάλλουν στη πραγματική ανανέωση ενός είδους, το οποία εμφανέστατα πάσχει κάτω από την αφόρητη πίεση του σπλάτερ για το σπλάτερ και των ξαφνικών τιναγμάτων από το κάθισμα.
ΥΓ: Σίγουρα υπάρχουν κάποιες σεναριακές ευκολίες, με την έννοια ότι θα ήταν σχεδόν αδύνατο 4 άτομα να μην παράγουν απολύτως κανέναν ήχο. Όταν όμως μια ταινία αξίζει, μάλλον μπορούμε να το παραβλέψουμε αυτό.
Ο πολιτισμός έχει καταρρεύσει και οι άνθρωποι σχεδόν εξολοθρευτεί μετά την εισβολή (;) τυφλών τεράτων, τα οποία επιτίθενται και "καταναλώνουν" μόνο όπου (και όταν) υπάρχει ήχος. Μια οικογένεια από επιζήσαντες ζει σε απομονωμένη αγροτική περιοχή, έχοντας φροντίσει όσο μπορεί για την αυτάρκεια και την... ηχομόνωσή της. Αυτό όμως δεν θα εμποδίσει το ένα από τα παιδιά της να εξοντωθεί με εφιαλτικό τρόπο. Το πρόβλημα όμως που πρέπει να λυθεί λίγους μήνες μετά είναι ότι η γυναίκα είναι έγκυος. Μια σειρά από τρομακτικά και αγχώδη γεγονότα θα τους φέρει σε απελπιστική κατάσταση.
Η ταινία βασίζεται σε πρωτότυπη ιδέα και καταφέρνει να επιβάλλει στον θεατή την δυστοπική - εφιαλτική για την ακρίβεια - ατμόσφαιρα από την πρώτη κιόλας σκηνή, αυτή στο εγκαταλειμένο σούπερ μάρκετ όπου πάει η οικογένεια για ανανέωση των προμηθειών της. Ο διαρκής αγώνας για μια ζωή δίχως ήχο - θέμα προφανώς ζωής ή θανάτου - διατηρεί το σασπένς αμείωτο (τι λέω; διαρκώς αυξανόμενο μάλλον) σε όλη τη διάρκειά της. Υποβλητικά σκηνοθετημένη, με σφιχτό σενάριο και αγχωτικό ρυθμό, θυμίζει κάπως το μετακαταστροφικό κλίμα του "Δρόμου" και - νομίζω - δίνει κι άλλη πνοή στο βαλτωμένο σε γενικές γραμμές είδος της ταινίας τρόμου. Αυτό που αποδεικνύει όμως περίτρανα είναι ότι δεν χρειάζονται πανάκριβα εφέ και εντυπωσιακές εκρήξεις για να σε κάνουν να τρομάξεις (αν και τα φριχτά πλάσματα, όταν τα βλέπουμε τελικά, είναι πολύ καλά κατασκευασμένα). Αυτό που χρειάζονται τα φιλμ του είδους είναι ιδέες και καλή σκηνοθεσία. Τα προς οπτικό εντυπωσιασμό "γεμίσματα" σε καμιά περίπτωση δεν κάνουν μια καλή ταινία (το αντίθετο μαλιστα συμβαίνει συνήθως). Κι όλα αυτά παρά το ότι διάφορα κλισέ του είδους υπάρχουν, τα βρήκα όμως έξυπνα χρησιμοποιημένα και καλά ενσωματωμένα στη δράση, ώστε να μην ενοχλούν.
Προσωπικά, όπως καταλάβατε, απόλαυσα το φιλμ. Μακάρι να υπάρξουν κι άλλα τέτοια, που θα συμβάλλουν στη πραγματική ανανέωση ενός είδους, το οποία εμφανέστατα πάσχει κάτω από την αφόρητη πίεση του σπλάτερ για το σπλάτερ και των ξαφνικών τιναγμάτων από το κάθισμα.
ΥΓ: Σίγουρα υπάρχουν κάποιες σεναριακές ευκολίες, με την έννοια ότι θα ήταν σχεδόν αδύνατο 4 άτομα να μην παράγουν απολύτως κανέναν ήχο. Όταν όμως μια ταινία αξίζει, μάλλον μπορούμε να το παραβλέψουμε αυτό.
Πέμπτη, Απριλίου 26, 2018
ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΨΗΦΙΑΚΟΥΣ ΚΟΣΜΟΥΣ ΣΤΟ "READY PLAYER ONE"
Δυστυχώς έχω από καιρό πειστεί ότι ο Steven Spielberg δεν θα μας χαρίσει ποτέ ξανά τις 70ς και 80ς συγκινήσεις. Το "Ready Player One" του 2018 επιβεβαιώνει τους φόβους μου. Βέβαια εδώ τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά, αφού ο Spielberg (εκτός των κλασικών του γνωρισμάτων) επιχειρεί μια αληθινή βουτιά στον ψηφιακό κόσμο, στην ποπ κουλτούρα και, κυρίως, στη νοσταλγία των 70ς και 80ς (μεγάλο μέρος της κουλτούρας αυτής, ας μην το ξεχνάμε, την έχει δημιουργήσει ο ίδιος).
Στον δυστοπικό και ασταθή κόσμο του 2045, οι σχεδόν εξαθλιωμένοι άνθρωποι βρίσκουν παρηγοριά στο αχανές ψηφιακό περιβάλλον της εταιρίας OASIS, που δημιούργησε ο ιδιοφυής δημιουργός Χάλιντέι, όπου ο καθένας μπορεί να παίξει ό,τι θέλει, να κάνει ό,τι θέλει ή να γίνει όποιος θέλει. Ο δημιουργός όμως θα πεθάνει ξαφνικά, αφήνοντας ως διαθήκη το μυστικό ότι στον άπειρο κόσμο του OASIS βρίσκεται κρυμένο ένα "πασχαλινό αυγό". Όποιος το βρει (παίζοντας) κερδίζει την αμύθητη περιουσία του. Ο ήρωάς μας, ένας φανατικός και ταλαντούχος παίκτης, με τη βοήθεια κάποιων συμπαικτών του (όλοι ως άβαταρ βεβαίως), κυνηγούν το αδύνατο. Αντίπαλός τους όμως είναι ο αμείλικτος διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας, ο οποίος φυσικά δεν θα αφήσει τον κάθε τυχόντα να πάρει την εταιρία στα χέρια του.
Παρά τα εντυπωσιακά εφέ, την καταιγιστική δράση και την απαραίτητη συγκίνηση, το φιλμ προσωπικά μάλλον με κούρασε. Τα διαρκή "μπες-βγες" από τον αληθινό στον ψηφιακό κόσμο, η κυρίαρχη κομπιουτερέ αισθητική (την περισσότερα ώρα οι ήρωες δρουν με τη μορφή των άβατάρ τους), οι κάποιες σεναριακές αφέλειες... δεν μου φάνηκε ότι έδωσαν το ποθητό αποτέλεσμα. Φυσικά το ανθρώπινο στοιχείο και η παιδικότητα παραμένουν κυρίαρχα στοιχεία στο έργο του σκηνοθέτη, εδώ όμως θαμμένα κάτω από τόνους ψηφιακής αισθητικής. Η συμφιλίωση ψηφιακού (δηλαδή η επικράτεια των ονείρων και των επιθυμιών μας) και πραγματικού (δηλαδή με αληθινά συναισθήματα) κόσμου θα επέλθει, με κάποια μυστικιστικά κολπάκια βεβαίως, αλλά όχι προτού βαρεθώ αρκετά.
Κυρίαρχο ρόλο πάντως παίζουν εδώ οι διαρκείς αναφορές στην τεράστια (ποσοτικά εννοώ) ποπ κουλτούρα των 70ς και 80ς. Βιντεογκέιμς, τραγούδια, ταινίες, ντυσίματα, life style κι ό,τι άλλο φανταστείτε, όχι μόνο εμφανίζονται συνεχώς, αλλά και παίζουν καθοριστικότατο ρόλο στη σεναριακή εξέλιξη. Τώρα βέβαια εγώ δεν έπαιζα και πολλά βιντεοπαιχνίδια, οπότε χάνω πολλές αναφορές, ούτε και είμαι νοσταλγός των 80ς, πλην όμως το ατελείωτο παιχνίδι του "βρείτε την αναφορά" (από τη "Λάμψη" του Κιούμπρικ ως το κλασικό anime Ακίρα και από το παλιά παιχνίδια του Atari ως τα τραγούδια των A-Ha και των Depeche Mode και πάμπολλα άλλα) μου φάνηκε ότι είχε πλάκα (κι ας έχανα πολλά, όπως σας είπα).
Τέλος πάντων, το φιλμ προσπαθεί να είναι διασκεδαστικό και συγκινητικό και να κρατήσει τον θεατή, ο καταιγισμός εφέ και ψηφιακής αισθητικής όμως νομίζω ότι φτάνει στα όρια του overdose. Ας ξεκουραστώ λίγο...
Στον δυστοπικό και ασταθή κόσμο του 2045, οι σχεδόν εξαθλιωμένοι άνθρωποι βρίσκουν παρηγοριά στο αχανές ψηφιακό περιβάλλον της εταιρίας OASIS, που δημιούργησε ο ιδιοφυής δημιουργός Χάλιντέι, όπου ο καθένας μπορεί να παίξει ό,τι θέλει, να κάνει ό,τι θέλει ή να γίνει όποιος θέλει. Ο δημιουργός όμως θα πεθάνει ξαφνικά, αφήνοντας ως διαθήκη το μυστικό ότι στον άπειρο κόσμο του OASIS βρίσκεται κρυμένο ένα "πασχαλινό αυγό". Όποιος το βρει (παίζοντας) κερδίζει την αμύθητη περιουσία του. Ο ήρωάς μας, ένας φανατικός και ταλαντούχος παίκτης, με τη βοήθεια κάποιων συμπαικτών του (όλοι ως άβαταρ βεβαίως), κυνηγούν το αδύνατο. Αντίπαλός τους όμως είναι ο αμείλικτος διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας, ο οποίος φυσικά δεν θα αφήσει τον κάθε τυχόντα να πάρει την εταιρία στα χέρια του.
Παρά τα εντυπωσιακά εφέ, την καταιγιστική δράση και την απαραίτητη συγκίνηση, το φιλμ προσωπικά μάλλον με κούρασε. Τα διαρκή "μπες-βγες" από τον αληθινό στον ψηφιακό κόσμο, η κυρίαρχη κομπιουτερέ αισθητική (την περισσότερα ώρα οι ήρωες δρουν με τη μορφή των άβατάρ τους), οι κάποιες σεναριακές αφέλειες... δεν μου φάνηκε ότι έδωσαν το ποθητό αποτέλεσμα. Φυσικά το ανθρώπινο στοιχείο και η παιδικότητα παραμένουν κυρίαρχα στοιχεία στο έργο του σκηνοθέτη, εδώ όμως θαμμένα κάτω από τόνους ψηφιακής αισθητικής. Η συμφιλίωση ψηφιακού (δηλαδή η επικράτεια των ονείρων και των επιθυμιών μας) και πραγματικού (δηλαδή με αληθινά συναισθήματα) κόσμου θα επέλθει, με κάποια μυστικιστικά κολπάκια βεβαίως, αλλά όχι προτού βαρεθώ αρκετά.
Κυρίαρχο ρόλο πάντως παίζουν εδώ οι διαρκείς αναφορές στην τεράστια (ποσοτικά εννοώ) ποπ κουλτούρα των 70ς και 80ς. Βιντεογκέιμς, τραγούδια, ταινίες, ντυσίματα, life style κι ό,τι άλλο φανταστείτε, όχι μόνο εμφανίζονται συνεχώς, αλλά και παίζουν καθοριστικότατο ρόλο στη σεναριακή εξέλιξη. Τώρα βέβαια εγώ δεν έπαιζα και πολλά βιντεοπαιχνίδια, οπότε χάνω πολλές αναφορές, ούτε και είμαι νοσταλγός των 80ς, πλην όμως το ατελείωτο παιχνίδι του "βρείτε την αναφορά" (από τη "Λάμψη" του Κιούμπρικ ως το κλασικό anime Ακίρα και από το παλιά παιχνίδια του Atari ως τα τραγούδια των A-Ha και των Depeche Mode και πάμπολλα άλλα) μου φάνηκε ότι είχε πλάκα (κι ας έχανα πολλά, όπως σας είπα).
Τέλος πάντων, το φιλμ προσπαθεί να είναι διασκεδαστικό και συγκινητικό και να κρατήσει τον θεατή, ο καταιγισμός εφέ και ψηφιακής αισθητικής όμως νομίζω ότι φτάνει στα όρια του overdose. Ας ξεκουραστώ λίγο...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






























