Κυριακή, Απριλίου 22, 2018

ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΙΡΑ ΣΤΟ "MEET JOE BLACK"

Ο Martin Brest είναι ένας συμπαθητικός σκηνοθέτης, δίχως όμως μια πραγματικά μεγάλη ταινία στο ενεργητικό του. Κάπως έτσι θα χαρακτήριζα και το "Meet Joe Black" που γύρισε το 1998, ένα αισθηματικό φιλμ φαντασίας.
Ένας βαθύπλουτος και ισχυρός μεγιστάνας του τύπου δέχεται την απρόσμενη επίσκεψη ενός γοητευτικού νεαρού, ο οποίος, όπως σύντομα θα διαπιστώσουμε, είναι ο Θάνατος που έχει δανειστεί το σώμα κάποιου που σκοτώθηκε τη μέρα εκείνη. Οι δυο τους θα έλθουν σε μια συμφωνία για μια κάποια... καθυστέρηση, όταν όμως η κόρη του πλούσιου - και πετυχημένη επαγγελματίας η ίδια - θα ερωτευτεί σφόδρα τον άγνωστο νεαρό, τα πράγματα θα περιπλακούν.
Φυσικά το φιλμ είναι πάνω απ' όλα ένα αισθηματικό δράμα, βουτηγμένο στο ρομαντισμό. Η πρωτοτυπία του έγκειται στην προσθήκη του στοιχείου του φανταστικού (θεμελειώδους βεβαίως για την πλοκή), το οποίο προσθέτει τη μεταφυσική διάσταση και κάποιους περί θανάτου στοχασμούς (το αναπόφευκτό του, την αξία της ζωής, αλλά και τη νίκη του έρωτα πάνω στο βόλεμα και τη συμβατικότητα, κλπ.). Ωστόσο δεν θεωρώ τους στοχασμούς αυτούς ιδιαίτερα βαθείς. Στο μεταξύ η ατμόσφαιρα χλιδής και πλούτου, οι επαύλεις, οι πισίνες, οι πολυτελείς δεξιώσεις, αλλά και οι μπίζνες, δίνουν και παίρνουν (διάχυτη και η κριτική στον σκληρό και άκαρδο κόσμο των μπίζνες). Υπάρχει βέβαια κάποια συγκίνηση, κάποια τρυφερότητα, οι "ευκολοι" σε συγκινήσεις μπορεί να δακρύσουν και λίγο... Και υπάρχουν και οι Άντονι Χόπκινς και Μπραντ Πιτ (στα πολύ νιάτα του) για να λαμπρύνουν κι άλλο το ήδη "λαμπρό" σκηνικό.
Τώρα βέβαια όλο το πράγμα βασίζεται σε μια εξωφρενική σύμπτωση (αν και φαίνεται από την αρχή, ας μην σας την αποκαλύψω), ενώ (κρίνοντάς το με ρεαλιστικά δεδομένα), το τέλος είναι επίσης προβληματικό αν το καλοσκεφτεί κανείς - και κάπως εύκολο. Αλλά αυτά, μπροστά στη γκλάμορους ατμόσφαιρα και τους ρομαντικούς έρωτες, μάλλον λίγους από τους φανς θα ενοχλήσουν. Οπότε οι ρομαντικές ψυχές ας αφεθούν να συγκινηθούν. Προσωπικά δεν το θεωρώ κακό, ωστόσο μάλλον λίγο με άγγιξε. Ο πολύς ρομαντισμός ενίοτε μπουχτίζει. Πάντως οι αντιδράσεις του "ψυχρού" Θανάτου που για πρώτη φορά δοκιμάζει - όντας σε... διακοπές - τις υλικές απολαύσεις της ζωής των θνητών, είναι ενίοτε διασκεδαστικές.

Τετάρτη, Απριλίου 18, 2018

"ΔΕΝ ΗΣΟΥΝ ΠΟΤΕ ΕΔΩ": ΕΝΑ ΘΡΙΛΕΡ "ΤΕΧΝΗΣ"

Η σκωτσέζα Lynne Ramsay είναι μια ενδιαφέρουσα και σημαντική σύγχρονη σκηνοθετης. Έτσι λοιπόν, όταν καταπιάνεται με ένα θρίλερ, το αποτέλεσμα, αν μη τι άλλο, σίγουρα θα είναι διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Άσχετα αν θα αρέσει ή όχι. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με το "Δεν Ήσουν Ποτέ Εδώ" (Υou Were Never Really Here) του 2017.
Ένας βετεράνος του Ιράκ, κάτι μεταξύ ντετέκτιβ και πληρωμένου δολοφόνου (μοναχικός, με μίζερη - ανύπαρκτη μάλλον - προσωπική ζωή, με σωματικά και ψυχικά προβλήματα ο ίδιος), αναλαμβάνει να βρει τα ίχνη της 13χρονης κόρης ενός φιλόδοξου γερουσιαστή, που δεν γύρισε ποτέ σπίτι της μια νύχτα... Σύντομα θα βρεθεί μπλεγμένος με μια αδίστακτη σπείρα προαγωγέων ανηλίκων και λοιπών εγκλημάτων. Σχεδόν στα όρια της παράνοιας, βασανισμένος από προσωπικούς εφιάλτες, ο ήρωας, που έχει τη φήμη του αδίστακτου, "αποτελεματικού" επαγγελματία, θα βουτήξει σε μια αιματοβαμμένη κόλαση, όπου αλήθεια και ψευδαίσθηση μπλέκονται αξεδιάλυτα.
Την ταινία παίρνει ολόκληρη πάνω της ο εξαιρετικός Γιοακίν Φίνιξ, που είναι πολύ δυνατός στο ρόλο του. Από εκεί και πέρα η ιστορία παραπέμπει βεβαίως στον κλασικό "Ταξιτζή" του Σκορσέζε, ως μια πιο "ψυχεδελική" (και βίαιη) παραλλαγή. Λίγοι διάλογοι, παραισθητικές εικόνες, βία και τρέλα συνθέτουν τον καμβά στον οποίο φτιάχνεται η ιστορία. Φυσικά ο ήρωας, με την κατάδυσή του στη βία, προσπαθεί να ξορκίσει τους δικούς του δαίμονες, που κυρίως φωλιάζουν στη μνήμη του γεμάτη με τραύματα του παρελθόντος, να αναδυθεί σε μια πολυπόθητη γι' αυτό κανονικότητα. Και στο τέλος; Ε, αυτό η σκηνοθέτης το αφήνει αρκετά ανοιχτό... Πάντως η πάλη του πρωταγωνιστή με τα ποικίλα προβλήματα και φαντάσματά του μένει στη μνήμη. Όσο για τη βία, το σημειώσαμε, υπάρχει άφθονη.
Είπαμε : Ασυνήθιστη ταινία, οδυνηρή σε κάποιες στιγμές της, παραισθητική και βίαιη, σίγουρα θα ταράξει κάποιους. Προσωπικά τη βρήκα ιδιαίτερη, δίχως όμως να ενθουσιαστώ κιόλας. Σίγουρα πάντως αυτή που είναι ιδιαίτερη είναι η δημιουργός της, η Ράμσεϊ. Αυτή πρέπει να την έχουμε υπ' όψη μας σαν μια πολύ ενδιαφέρουσα σύγχρονη παρουσία.

Δευτέρα, Απριλίου 16, 2018

ΕΥΧΑΡΙΣΤΑ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΕΣ "ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΕΚΕΙ ΨΗΛΑ"

Ο γάλλος Albert Dupantel είναι κυρίως ηθοποιός, αλλά και κατά καιρούς σκηνοθέτης. Το 2017 λοιπόν σκηνοθετεί την 6η μεγάλου μήκους ταινία του, το "Ραντεβού Εκεί Ψηλά" (Au revoir la-haut), μια, αν μη τι άλλο, ευχάριστη ταινία.
Το φιλμ μας μεταφέρει στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο, στα εφιαλτικά χαρακώματα. Εκεί δύο γάλλοι συμπολεμιστές, ένας νέος από πολύ πλούσια οικογένεια και ένας φτωχός μεγαλύτερός του θα καταφέρουν να τη γλυτώσουν από τη σφαγή που προκαλούν οι εγκληματικές και άνευ λόγου διαταγές του σαδιστή και στρατόκαυλου διοικητή του, πλην όμως ο νεαρός θα έχει παραμορφωθεί φριχτά στο πρόσωπο και θα σωθεί χάρη στην αυτοθυσία του φίλου του. Μετά τον πόλεμο οι δύο θα παραμείνουν αχώριστοι και θα συγκατοικήσουν (ο μεσήλικας θα εξακολουθήσει να φροντίζει τον άλλο, που χρειάζεται βέβαια βοήθεια), πλην όμως πάμφτωχοι, αφού ο νέος, από φρίκη για την κατάστασή του, θα αρνηθεί να εμφανιστεί στην οικογένειά του, η οποία τον θεωρεί νεκρό. Όντας όμως προικισμένος ζωγράφος και εκκεντρικός χαρακτήρας, θα επινοήσει διάφορες ανατρεπτικές ιδέες για πλουτισμό. Στο δρόμο τους όμως θα εμφανιστεί και πάλι απρόσμενα ο παλιός αδίστακτος διοικητής τους...
Παρίσι του μεσοπολέμου (δεκαετία του 20), απόλυτος αμοραλισμός και διαφθορά παντού, μια Ευρωπη που προσπαθεί να επουλώσει τις ανοιχτές πληγές της και τεράστιες αντιθέσεις φτώχιας και πλούτου, συνθέτουν το σκηνικό μιας καλογυρισμένης και αρκετά πρωτότυπης σε σύλληψη περιπέτειας (βασίζεται σε πετυχημένο μυθιστόρημα), η οποία συνδυάζει με έξυπνο τρόπο το διακριτικό χιούμορ και τις δραματικές (τραγικές θα έλεγα) καταστάσεις. Παράλληλα είναι και αρκετά θεαματική, κρατώντας, νομίζω, αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Λογικό κατά τη γνώμη μου να θριαμβεύσει εισπρακτικά στη Γαλλία (αντίθετα με τις βαρετές γαλικές κωμωδίες που μας κατακλύζουν τα τελευταία χρόνια, η επιτυχία των οποίων μάλλον κακο γούστο δείχνει). Εντάξει, οι χαρακτήρες, αν και συχνά πολύπλοκοι και παράξενοι, παραμένουν βασικά καλοί - κακοί (αν και όχι απόλυτα), αλλά αυτό δεν με πείραξε. Εξ άλλου οι περισσότεροι "καλοί" δεν είναι μονοδιάστατα καλοί.
Μόνη μου αντίθεση σε ένα αρκετά χορταστικό φιλμ η συχνή και βασικής σημασίας για την εξέλιξη της ιστορίας χρήση των συμπτώσεων, πράγμα που πάντοτε εύρισκα εύκολο (για να το πω κόσμια) ως σεναριακή λύση. Κατά τα άλλα το ευχαριστηθηκα. Και είναι από τις σπάνιες φορές που κάπως διαφωνώ με την πλειοψηφία των κριτικών, που μάλλον αρνητικές ήταν.
ΥΓ: Ενδιαφέρον, για όσους γνωρίζουν το θέμα και ενδιαφερονται, το "εσωτερικό" παιχνίδι με τη ζωγραφική. Ο ταλαντούχος ήρωας ζωγραφίζει με στιλ που παραπέμπει άμεσα στον Σίλε, ενώ το σπίτι του ζάπλουτου τραπεζίτη είναι μια αληθινή πινακοθήκη μοντέρνας ζωγραφικής. Προσπαθείστε αν θέλετε να εντοπίσετε πίνακες και καλλιτέχνες...

Σάββατο, Απριλίου 14, 2018

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΟ ΚΑΙ ΜΑΦΙΑ ΣΤΑ "ΜΤΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΣΙΚΕΛΙΑΣ"

Οι ιταλοί (σικελοί μάλιστα) Fabio Grassadonia και Antonio Piazza μας είχαν δώσει πριν μερικά χρόνια το "Salvo", μια ταινία για τη μαφία, εντελώς διαφορετική όμως από ό,τι έχουμε συνηθίσει στις σχετικές ιστορίες (απόλυτα σινεφίλ ματιά σε ένα θέμα που συνήθως δεν...). Η μαφία αποτελεί  και πάλι βασικό θέμα στην ταινία τους του 2017 "Τα Μυστήρια της Σικελίας" (Sicilian Ghost Story), και πάλι όμως επιχειρούν μια διαφορετική προσέγγιση. Εδώ παίζουν έντονα με το μεταφυσικό, αλλά και το ποιητικό στοιχείο.
Κάποιοι μαφιόζοι απάγουν ένα 13χρονο αγόρι, του οποίου ο πατέρας "μιλά" πολύ στην αστυνομία για την εγκληματική οργάνωση, ώστε να τον εκβιάσουν και να τον κάνουν να σωπάσει. Ο περίγυρος δεν αντιδρά (ο γνωστός νόμος της σιωπής), η αστυνομία το ίδιο, ωστόσο ένα συνομίληκό του κορίτσι, το οποίο είναι ερωτευμένο μαζί του, αποφασίζει να δράσει μόνο του και να λύσει το μυστήριο της εξαφάνισης.
Πάνω σ' αυτή την ιστορία (η οποία μάλιστα είναι αμυδρά βασισμένη σε αληθινό περιστατικό απαγωγής αγοριού στη Σικελία, που συνεβει στη δεκαετία του 90), οι δύο σκηνοθέτες στήνουν ένα είδος παραμυθιού με αρκετά μεταφυσικά στοιχεία, με στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, με ποιητική διάθεση... γενικά με βλέμμα που ελάχιστα θυμίζει φιλμ σχετικά με τη μαφία. Η αφήγηση περνά αυθαίρετα από τα σκληρά αληθινά γεγονότα (αυτά της βάρβαρης κράτησης του αθώου αγοριού, της σχέσης της κοπέλας με την οικογένειά της και την ακούραστη αναζήτησή της, την απραξία αρχών και κατοίκων κλπ.) στην ονειρική ατμόσφαιρα της φαντασίας, των ποιητικών εικόνων, του πώς φαντάζονται (ή θα ήθελαν να είναι) τα πράγματα οι δύο νεαροί πρωταγωνιστές. Ταυτόχρονα ακόμα και στο επίπεδο της αμείλικτης πραγματικότητας ο ρομαντισμός παίζει σημαντικό ρόλο. Ο ρομαντισμός όπως αυτός αποτυπώνεται στον τόσο δυνατό, νεανικό, πρώτο έρωτα.
Σίγουρα ασυνήθιστο φιλμ ή μάλλον ασυνήθιστη ματιά σ' ένα θέμα που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε εντελώς διαφορετικά. Και βέβαια και καταγγελία για τα όσα συμβαίνουν σε σχέση μ' αυτή την αειθαλή και πανταχού παρούσα εγληματική οργάνωση που, πολύ φοβαάμαι, είναι πλέον αδύνατο να ψοφήσει με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν μπορώ να πω ότι η ταινία με ικανοποίησε απόλυτα, ωστόσο, λόγω των όσων ανέφερα - του παράδοξου συνδυασμού στοιχείων βασικά - νομίζω ότι αξίζει την προσοχή μας. Όπως και γενικότερα η πρωτότυπη δουλειά των δύο αυτών δημιουργών.

Κυριακή, Απριλίου 01, 2018

"THE CORPSE VANISHES" 'Η Ο ΜΠΕΛΑ ΛΟΥΓΚΟΖΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΠΙΑ Νο 2

Το είπαμε και προηγουμένως: Μετά τους θριάμβους του ως Δράκουλας ο Μπέλα Λουγκόζι γύρισε ουκ ολίγες b-moviες, εκ των οποίων πολύ λίγες είναι αξιόλογες. Στη σειρά των κακών ταινιών του ανήκει νομίζω και το "The Corpse Vanishes" που γύρισε το 1942 ο παραγωγικός Wallace Fox (1895-1958). Για το οποίο ισχύουν τα ίδια περίπου πράγματα που γράψαμε και για το "Devil's Bat".
Εδώ ο Λουγκόζι είναι κάτι σαν βρικόλακας (δεν ξεκαθαρίζεται ποτέ), ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, σκοτώνει (ή μάλλον οδηγεί σε καταληψία)... νύφες, την ώρα του γάμου τους, όταν μυρίζουν μια δηλητηριασμένη ορχιδέα που τους στέλνει ως δώρο. Στη συνέχεια κλέβει τα πτώματά τους και τα χρησιμοποιεί για να παίρνει το αίμα, με το οποίο κρατά νέα και όμορφη την αγαπημένη του κόμισα, η οποία στην πραγματικότητα, δίχως την "τροφή" της, δείχνει γριά 80 χρονών! Και πάλι δημοσιογράφος θα είναι ο πρώτος που θα υποψιαστεί κάτι, αυτή τη φορά όμως γυναίκα και όμορφη. Όπως είπα, το κολασμένο ζεύγος δεν ξεκαθαρίζεται ποτέ αν είναι βρικόλακες ή όχι, πάντως κοιμούνται σε (ανοιχτά) φέρετρα.
Το απίστευτα πρόχειρο και κουφό σενάριο εδώ ξεπερνά κάθε κρυφό πόθο όσων λατρεύουν τις παλιές κακές ταινίες. Και, για να αναφέρουμε το σημαντικότερο και πλέον εξόφθαλμο, διάβολε, γιατί πρέπει να κάνει όλη αυτή την πολύπλοκη ίντριγκα με νύφες τη στιγμή που παντρεύονται, να τις κάνει να λιποθυμούν μπροστά στο συγκεντρωμένο για το γάμο πλήθος και μετά να τις κλέβει κάτω απο τις μύτες τόσων ανθρώπων και, πολύ απλά, δεν απαγάγει από το σπίτι τους ή απ' όπου αλλού τις νέες και όμορφες κοπέλες που χρειάζεται; Όσο για τη γριά υπηρέτριά του, που είναι και χαροκαμένη μάνα δύο "τεράτων", ενός νάνου και ενός γιγάντιου τύπου σαν το τέρας του Φρανκενστάιν (!), αυτή δεν χύνει ούτε δάκρυ όταν τα παιδιά της πεθαίνουν. Απλώς εκδικείται. Υπάρχουν πλήθος άλλων λεπτομερειών που κάνουν το σενάριο ασυνάρτητο, τόσο που μια προσεχτική μελέτη του θα βγάλει φοβερό γέλιο. Όσο για τις ηθοποιίες... φαντάζεστε.
Μένουν μόνο λίγες ατμοσφαιρικές σκηνές, που θυμίζον φιλμ κλασικού γοτθικού τρόμου και μπορούν να προκαλέσουν κάποια μικρή ανατριχίλα, είναι όμως τόσο λίγες που δεν μπορούν τίποτα να σώσουν. Για μια ακόμα φορά δείτε το για πλάκα ή για να γνωρίσετε πώς είναι έναν κακό, παλιό b-movie τρόμου.

Παρασκευή, Μαρτίου 30, 2018

"DEVIL BAT" Ή Ο ΜΠΕΛΑ ΛΟΥΓΚΟΖΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΠΙΑ

Εννοείται ότι σ' όλη την ιστορία του σινεμά υπήρχαν b-movies. Όχι όλα cult, όπως πιθανόν νομίζουν κάποιοι. Πολλά είναι πραγματικά κακά. Ο Μπέλα Λουγκόζι έπαιξε σε κάμποσα απ' αυτά (ας μη ξεχνάμε ότι το τελευταίο του φιλμ ήταν το ανεκδιήγητα "κλασικό" "Plan 9 from Outer Space"). Πίσω στα 1940 πάντως πρωταγωνιστούσε στο "Devil Bat" του μάλλον άγνωστου, πλην όμως παραγωγικότατου (από τα μέσα της δεκαετίας του 50 στην τηλεόραση πλέον) Jean Yarborough (1900-1975).
Όπου ένας ιδιοφυής "τρελός επιστήμονας" (ο Λουγκόζι φυσικά), ο οποίος δουλεύει για λογαριασμό μιας μεγάλης εταιρίας καλλυντικών, μεγενθύνει με ηλεκτρικά μέσα μια νυχτερίδα ώσπου αυτή γίνεται γιγάντια και, στη συνέχεια, την βάζει να σκοτώνει όποιους αυτός μισεί. Πώς το καταφέρνει;  Αυτό είναι το πιο αστείο: Δημιουργεί μια... after shave λοσιόν με ένα μυστηριώδες συστατικό (από το Θιβέτ) που αν το μυρίσει η νυχτερίδα γίνεται φονική. Χαρίζει λοιπόν τη λοσιόν στα υποψήφια θύματά του, που δεν είναι άλλα από τα πλούσια αφεντικά του, κι όταν αυτά απολαμβάνουν μια καλοκαιρινή νύχτα στον κήπο φορώντας το νέο τους άρωμα, εκείνη επιτίθεται. Κάποιος ρεπόρτερ όμως που στέλνεται εκεί για να καλύψει τους φόνους υποψιάζεται την αλήθεια...
ΟΚ, η ταινία είναι γελοία σε πολλά επίπεδα: Η ηθοποιίες, τα εφέ (όλα τα λεφτά η εμφανώς ψεύτικη νυχτερίδα), το κακό χιούμορ (που πηγάζει πάντοτε από τον "αστείο" φωτογράφο που συνοδεύει τον δημοσιογράφο), η ανέμπνευστη σκηνοθεσία... Πάνω απ' όλα όμως υπάρχει το αλλοπρόσαλλο σενάριο. Το οποίο δεν δίνει ουσιαστικά κίνητρα στον αδίστακτό, μοχθηρό δολοφόνο (αφού ο ίδιος αρνήθηκε στο παρελθόν να γίνει μέτοχος της νυν κραταιάς εταιρίας), το εύρημα με τη λοσιόν μπάζει (όταν σφίγγουν τα χέρια με έναν που μόλις έχει πασαλειφτεί μ' αυτήν, γιατί δεν μυρίζει και ο άλλος;), η απόλυτη ψυχραιμία της κοπέλας, της οποίας ο αδελφός και άλλα αγαπημένα προσωπα έχουν μολις δολοφονηθεί φριχτά, αλλά αυτή συμπεριφέρεται σαν να μη συμβαίνει σχεδον τίποτα - απλώς φορά μαύρα, οι επαναλαμβανόμενες πανομοιότυπα σχεδόν σκηνές των φόνων, οι οποίες συμβαίνουν περίπου στο ίδιο μέρος κλπ. κλπ.
Φυσικά σε αρκετά σημεία ο σύγχρονος θεατής πιάνει τον εαυτό του να γελά αντί να "παγώνει από τρόμο" (και, βεβαίως, αυτή δεν ήταν καθόλου η πρόθεση του σκηνοθέτη). Τώρα αν η παρουσία του Λουγκόζι και η στομφώδης ηθοποιία του κάνουν την ταινία cult δεν ξέρω. Ίσως κάποιοι βρουν παρόμοια στοιχεία στο φιλμ. Εγώ πάντως έμεινα με ένα πλατύ χαμόγελο, ενώ μόλις είχα δει ένα φιλμ τρόμου... Το οποίο, δυστυχώς, δεν βρήκα καν ατμοσφαιρικό.

Τρίτη, Μαρτίου 27, 2018

ΤΡΑΓΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΟ 'FOXTROT"

Ο ισραηλινός Samuel Maoz είχε γυρίσει το 2009 το αντιπολεμικό και κλειστοφοβικό "Lebanon". Το 2017 επανέρχεται με το εξ ίσου αντιπολεμικό και με άλλο τρόπο κλειστοφοβικό "Foxtrot". Το φιλμ ενόχλησε τον ισραηλινό στρατό (πολύ χαίρομαι γι' αυτό) και τελικά (πιθανόν μετά από ίντριγκες) δεν περιελήφθει στις 5 υποψήφιες για Όσκαρ Ξενογλωσσης Ταινίας.
Μια μέρα στρατιώτες ανακοινώνουν σε μεσήλικο ζεύγος τον θάνατο "στο καθήκον" του γιου τους, που υπηρετεί φαντάρος κάπου στα σύνορα. Η σύζυγος λιποθυμά. Εκείνος αντιμετωπίζει βουβά και οργισμένα το πένθος. Ξαφνικά η κατάσταση ανατρέπεται με τρόπο που δεν θα σας αποκαλύψω. Στη συνέχεια το φιλμ μας μεταφέρει στο απομονωμένο συνοριακό φυλάκιο όπου ο γιος υπηρετούσε με τρεις άλλους στρατιώτες και παρακολουθεί τη μίζερη και μελαγχολική καθημερινότητά τους. Και μετά επιστρέφουμε και πάλι στο ζεύγος και στο τι (του) έχει συμβεί. Κι όλα αυτά με διαρκείς ανατροπές και μικρά μπρος - πίσω στο χρόνο.
Κατ' αρχήν η ταινία είναι απόλυτα αντιπολεμική, δίχως να παίρνει κάποια συγκεκριμένη θέση. Ο πόλεμος είναι αρνητικός από μόνος του και κάνει κακό σε όλους οσους εμπλέκονται, νικητές ή ηττημένους. Σχεδόν όλα τα τραγικά που συμβαίνουν οφείλονται στη μόνιμη ουσιαστικά εμπόλεμη κατάσταση στη χώρα και στη βία που πλέον, έστω και ύπουλα, έστω και έμμεσα, εμφανίζεται σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Γενικά ο στρατός και οι μηχανισμοί του - καθαρά στρατιωτικοί ή γραφειοκρατικοί - είναι αντιπαθητικοί και "γκρίζοι", στενόχωροι. Όσο για τα εγκλήματα σε βάρος αθώων, έστω και ακούσια, είναι κι αυτά μέρος της ρουτίνας... Πέραν της αντιπολεμικότητας τώρα, υπάρχει ένας διαρκής στοχασμός πάνω στο θέμα της ευθύνης και της μοίρας. Παλιά λάθη μοιάζουν να κυνηγάνε τους ήρωες σ' όλη τους τη ζωή και τραγικές συμπτώσεις υπογραμμίζουν, νομίζω, το ρόλο της μοίρας. Για το τελευταίο προσωπικά διαφωνώ, μοιάζουν ολα σα να είναι "γραμμένα" από πριν και ό,τι γίνει δεν ξεγίνεται, μια άποψη που βρίσκω μοιρολατρική. Αυτό όμως δεν έχει τόση (κινηματογραφική) σημασία. Σημασία έχει η αντιμετώπιση του θέματος, που θυμίζει αρχαία τραγωδία.
Τα πορτρέτα των ηρώων είναι βαθιά, πολυεπίπεδα (όπως πολυεπίπεδο είναι και το φιλμ γενικότερα) και ενίοτε συγκλονιστικά, όπως και τα όσα συμβαινουν. Η σκηνοθεσία είναι υποβλητική, κάπως μυστηριώδης και δημιουργεί παράδοξη και ανησυχητική ατμόσφαιρα με συχνά παράξενες λήψεις. Κάτι διαρκώς "άβολο", ανησηχυτικό πλανιέται παντού. Γενικά πρόκειται για ενδιαφέρουσα κατά τη γνώμη μου ("μουντή" όμως και στενόχωρη, σας προειδοποιώ) ταινία - παρά κάποιες αντιρρήσεις μου σε ιδεολογικό επίπεδο.

Κυριακή, Μαρτίου 25, 2018

ΕΝΑ "SWAMP THING" ΠΟΥ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΕΜΕΝΕ ΣΤΟ ΒΑΛΤΟ...

Το "Swamp Thing" έγινε πετυχημένο κόμικς εμπνευσμένο αρχικά από το εξαιρετικό διήγημα τρόμου "It!" του πολύ καλού Theodore Sturgeon (ψάξτε τον) του 1940. Στο κόμικς βασίστηκε ο γνωστός Wes Craven (1939-2015) για να γυρίσει την ομώνυμη ταινία το 1982. Νομίζω ότι είναι η χειρότερή του, απ΄ όσες έχω δει τουλάχιστον (που είναι αρκετές).
Ο Χόλαντ, ένας ιδιοφυής επιστήμονας, με την αδελφή του, κάνουν μυστικά πειράματα σε απομονωμένο εργαστήριο κάπου στους αχανείς βάλτους των νότιων ΗΠΑ. Προσπαθούν να φτιάξουν ένα νέο έμβιο είδος, συνδυασμό φυτού και ζώου. Ο κακός Αρκέιν ομως, με ένα στρατό κτηνωδών μισθοφόρων, επιβουλεύεται για δικούς του λόγους τα αποτελέσματα των ερευνών. Στον ασυνάρτητο χαμό που ακολουθεί ο δρ. Χόλαντ πέφτει θύμα της ίδιας του της φόρμουλας και μετατρέπεται στο φριχτό, αλλά πανίσχυρο Swamp Thing, το οποίο εμφανίζεται πάντοτε την κατάλληλη στιγμή για να προστατέψει μια επιστήμονα με την οποία ήταν ερωτευμένος και να παλέψει με τους κακούς που τον κυνηγούν.
Σπάνια έχω δει τέτοιον αχταρμά σε όλα τα επίπεδα. Το σενάριο μπάζει από παντού. Από τη σχέση του Αρκέιν με όλα αυτά έως τις εμφανίσεις του τέρατος (αλλά και άλλες συνεχείς συμπτώσεις εμφανίσεων) πάντοτε την κατάλληλη στιγμή και από τους ανύπαρκτους χαρακτήρες έως την... ποικίλη επίδραση του περίφημου ελιξήριου, το οποίο, αιφνιδίως μας βγαίνει και ψυχο-τέτοιο.. Ας μη συζητήσω τις ηθοποιίες (πολύ κακός "κακός" ο Λουί Ζουρντάν και όλοι οι υπόλοιποι κακοί, ενώ η cult ηθοποιός τρόμου της εποχής Αντριέν Μπαρμπό βρίσκει την ευκαιρία άνευ ουδενός σεναριακού λόγου να δείξει τα βυζιά της έτσι, για να τα δείξει). Όσο για τα εφέ, είναι από τα χειρότερα που έχω δει, αγγίζοντας το όριο του γελοίου (γελοία με τα μέτρα της εποχής, για να μη νομίζετε ότι τα συγκρίνω με σημερινά). Εννοείται βεβαίως ότι δεν υπάρχει ίχνος τρόμου, ούτε κατά διάνοια. Μόνο απίστευτη αφέλεια.
Δεν ξέρω αν ο Κρέιβεν ήθελε συνειδητά να κάνει ένα απλοϊκό φιλμ που να σε κάνει να νοσταλγείς τα εξ ίσου απλοϊκά και αφελή κόμικς παλιότερων εποχών και που να απευθύνεται σε ηλικίες κάτω των 15. Προσωπικά πάντως έπληξα αφάνταστα (εντάξει, γέλασα και σε κάποια σημεία δίχως αυτό να είναι επιδίωξη του σκηνοθέτη) και κανενός είδους νοσταλγία δεν προέκυψε. Για να το ξαναπώ, τον θεωρώ τον χειρότερο Κρέιβεν, απ' όσους έχω δει τουλάχιστον. Εκτός αν επιθυμείτε σφόδρα να το δείτε λόγω της εμφάνισης τηςΜπαρμπό που λέγαμε. Μην παίρενετε πολύ θάρρος όμως. Κι αυτό ακόμα συμβαίνει σε μία μόνο σκηνή.

Πέμπτη, Μαρτίου 22, 2018

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΔΡΑΜΑ ΚΑΙ ΜΟΙΡΑΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ "ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΑΡΑΝΤΑΪΝ"

Ο Alfred Hitchcock (1899-1980) γυρίζει την "Υπόθεση Παραντάιν" το 1947, με τον Γκρέγκορι Πεκ,  τον Τσαρλς Λότον, τον Λουί Ζουρντάν και την Αλίντα Βάλι στους βασικούς λόγους. Γενικά πρόκειται για μια από τις ταινίες του Χίτσκοκ που αρέσουν λιγότερο. Υποθέτω ότι ο λόγος είναι ότι εδώ δεν βλέπουμε ακριβώς αυτό που θα περιμέναμε από ένα τυπικό χιτσκοκικό φιλμ. Εδώ πρόκειται κυρίως για δικαστικό δράμα, για ιστορία καταστροφικού έρωτα... Εντάξει, υπάρχει και ο φόνος στο βάθος, αλλά, ξεναλέω, δεν είναι αυτό που ακριβώς περιμένει κανείς.
Ο ήρωας είναι ένας τολμηρός και πολύ πετυχημένος παντρεμένος δικηγόρος, που καλείται να υπερασπιστεί μια όμορφη, πλούσια λόγω συζύγου, αλλά ταπεινής καταγωγής και με αμφίβολο παρελθόν κυρία, η οποία κατηγορείται για τη δηλητηρίαση του συζύγου της. Ο ήρωάς μας πέφτει με τα μούτρα στην υπόθεση, όλοι όμως σύντομα αντιλαμβανόμαστε - καθώς και το περιβάλλον του στο φιλμ - ότι το κάνει λιγότερο για την δικαιοσύνη και περισσότερο για προσωπικούς λόγους: Έχει ερωτευτεί παράφορα την κατηγορούμενη και η ορθή του κρίση για τα γεγονότα είναι πλέον μάλλον θολή...
Η ταινία είναι νομίζω καλή. Όντως όμως αρχικά ξενίζει. Για Χίτσκοκ εννοώ. Λείπει το κλασικό χιτσκοκικό σασπένς, λείπει το συνηθισμένο του θέμα του αθώου που φορτώνεται "αμαρτίες" άλλων, λείπει το υποδόρειο χιούμορ και γενικά κάποια στοιχεία που έχουμε συνηθίσει στο έργο του μεγάλου δημιουργού. Γενικά δεν τον έχουμε μάθει να ασχολείται με ένα μοιραίο ερωτικό πάθος (με δύο μάλλον, όπως θα διαπιστώσει ο θεατής). Εδώ υπάρχει επίσης η μοιραία - γυναίκα - που - καταστρέφει - τον - άντρα των κλασικών νουάρ, μόνο που σ' αυτό το φιλμ δεν είναι ακριβώς σατανική ή/και αρπακτικό: Είναι και η ίδια θύμα του πάθους της. Οπότε έχουμε να κάνουμε με μια μελέτη πάνω στο καταστροφικό ερωτικό πάθος και την υποχώρηση της λογικής και της ορθής κρίσης (άρα και της δικαιοσύνης) όταν αυτό κυριαρχεί. Και, επίσης, για την τυπική σύγκρουση καθήκοντος και επιθυμίας (εδώ ως καθηκον νοείται η αντικειμενική ματιά με την οποία πρέπει να αποδίδεται δικαιοσύνη).
Έχοντας όλα αυτά υπ' όψη σας θα σας δώσω μια συμβουλή: Πριν ξεκινήσετε να το βλέπετε πέστε στον εαυτό σας ότι πρόκειται για μια παλιά, κλασική, ασπρόμαυρη ταινία με σπουδαίους ηθοποιούς και ξεχάστε το όνομα του Χίτσκοκ. Έτσι πιθανόν να την απολαύσετε.

Δευτέρα, Μαρτίου 19, 2018

"Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝ" ΩΣ ΜΑΥΡΗ ΚΩΜΩΔΙΑ

Ομολογώ ότι αγνοούσα τον μέχρι σήμερα τηλεοπτικό και ραδιοφωνικό (εκτός μίας ταινίας) σκωτσέζο (ιταλικής καταγωγής προφανώς) κωμικό Armando Iannucci. Το 2017 ωστόσο γυρίζει τη δεύτερη ταινία του, βασισμένη στο ομώνυμο γαλλικό κόμικς, "Ο Θάνατος του Στάλιν" των Νουρί και Ρομπέν με ενδιαφέροντα αποτελέσματα.
Ο Στάλιν βασιλεύει στην πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση ως απόλυτος δικτάτορας και μέσα σε απόλυτο (επίσης) τρόμο (μια σύντομη ματιά στο πόσους δολοφόνησε, φυλάκισε, εξόρισε κλπ. θα σας πείσει). Και ξαφνικά, απ' τη μια μέρα στην άλλη, πεθαίνει από εγκεφαλικό. Τότε θα αρχίσει ένας αμείλικτος, αδίστακτος και πάνω απ' όλα ύπουλος αγώνας ανάμεσα στα μέλη της "αυλής" του (τα οποία έως χτες τον έγλυφαν όσο δεν παίρνει) για τη διαδοχή. Ο "επίσημος διάδοχος" αναπληρωτής Γ.Γ. Μαλένκοφ, ο ύπουλος και πονηρός Χρουστσόφ, ο αιμοσταγής και σατανικός αρχηγός της εφιαλτικής μυστικής αστυνομίας Μπέρια κλπ. Ποιος θα επικρατήσει; Το ξέρουμε εξ αρχής βέβαια - ιστορία γαρ, αλλά είναι απολαυστικό να παρακολουθείς το πώς.
Γιατί είναι απολαυστικό; Διότι όλο το θέμα είναι δοσμένο με σατανικό μαύρο χιούμορ, με καρικατουρίστικη (ευπρόσδεκτη) υπερβολή, με ορισμένες ξεκαρδιστικές σκηνές, με έξυπνους και γρήγορους διαλόγους και κυρίως με φλεγματικό βρετανικό χιούμορ, το οποίο προσωπικά λατρεύω (ακόμα και οι Monty Python μας έρχονται στο νου κάποιες στιγμές). Και οι ηθοποιοί; Ο εξαιρετικός Στιβ Μπουσέμι, ο Τζέφρι Τάμπορ, ο Monty Python Μάικλ Πάλιν κλπ. Τι άλλο θέλετε;
Όλο αυτό το κωμικό ντελίριο βεβαίως στοχεύει κάπου ξεκάθαρα: Στην απόλυτα καυστική σάτιρα της εξουσίας, στην κατάδειξη της θανάσιμης γοητείας και τη μεταμόρφωση σε τέρατα που αυτή μπορεί να προκαλέσει σε όσους την ποθούν πολύ, στην εξουσιαστική διαστροφή τελικά. Και φυσικά όλος αυτός ο λυσσασμένος αγώνα για την απόλυτη καρέκλα αφήνει πίσω της εκατόμβες νεκρών (αθώους και μη) και εγκαθιδρύει ένα βασίλειο τρόμου όπου κάθε γνώμη απαγορεύεται και κυρίαρχη κατάσταση (από τις κεφαλές έως τους τελευταίους) είναι η απόλυτη υποκρισία, αλλιώς... δεν υπάρχει επιβίωση.
Δεν το βρήκα βέβαια αριστουργηματικό, ωστόσο και εύστοχο το βρήκα και απολαυστικό με την ακραία του σάτιρα για την εξουσιομανία, την οποία προσωπικά μισώ βαθύτατα. Οπότε πέτυχε διάνα!

Παρασκευή, Μαρτίου 16, 2018

ΟΝΤΩΣ "ΘΥΕΛΑ ΣΤΟΝ ΕΓΚΕΦΑΛΟ"...

Ο Douglas Trumbull είναι κυρίως γνωστός ως πρωτοπόρος των ειδικών εφέ στον κινηματογράφο. Έχει κάνει εφέ σε λίγες, αλλά σημαντικότατες ταινίες του φανταστικού. Αρκεί να αναφέρω μεταξύ άλλων την "Οδύσσεια του Διαστήματος", τις "Στενές Επαφές..." και το "Blade Runner"!!! Ωστόσο σε αραιά διαστήματα γύριζε και καμιά ταινία ως σκηνοθέτης. Το "Brainstorm" (Θύελλα στον Εγκέφαλο) του 1983 είναι μία απ' αυτές. Διαθέτει πλούσιο καστ (Νάταλι Γουντ, Κρίστοφερ Γουόκεν, Λουίζ Φλέτσερ, Κλιφ Ρόμπερτσον) και υπήρξε η τελευταία ταινία της πρώτης, λίγο πριν τον ξαφνικό θάνατό της (κάποιες σκηνές μάλιστα δεν είχαν προλάβει να ολοκληρωθούν και γυρίστηκαν με σωσία).
Ένα ζευγάρι στα πρόθυρα χωρισμού δουλεύει σε προχωρημένο επιστημονικό εργαστήριο μεγάλης εταιρίας. Εκεί εφευρίσκουν ένα είδος κράνους, το οποίο μπορεί να καταγράφει τέλεια το σύνολο των εμπειριών αυτού που το φορά, ώστε αν κάποιος παίξει, φορώντας παρόμοιο κράνος, την "ταινία" που έχει προκύψει, βιώνει τις ίδιες ακριβώς εμπειρίες με όλες του τις αισθήσεις. Ίσως όμως η εφεύρεση να έχει παρενέργειες ή κάποιοι να θέλουν να τη χρησιμοποιήσουν για όχι και τόσο αθώους σκοπούς. Και τι ακριβώς θα σου συμβεί αν παίξεις μια ταινία που καταγράφει τον θάνατο κάποιου;
Η ταινία βασίζεται σε μια έξυπνη και πολύ πριν την εποχή της ιδέα (είναι περίπου η ίδια που χρησιμοποίησε χρόνια μετά η Μπίγκελόου στο "Strange Days"). Φοβάμαι όμως ότι τα καλά σταματούν εδώ. Όχι ότι το φιλμ δεν έχει το ενδιαφέρον του, αλλά νομίζω ότι σήμερα είναι αρκετά παρωχημένο. Φταίει ίσως το κακό σενάριο, με αρκετές τρύπες, με αρκετά ανολοκλήρωτα τα κίνητρα των χαρακτήρων (γιατί, π.χ., ο ήρωας έχει λυσάξει να δει την "απαγορευμένη" ταινία με τον θάνατο κάποιου αφού γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα τους κινδύνους;), με ασύμβατα μεταξύ τους στοιχεία (τελικά σε εθίζει το μαραφέτι ή όχι;). Στο πρώτο μέρος επίσης βρήκα την ταινία αρκετά βαρετή. Τέλος φταίνε και οι ηθοποιίες τόσων σημαντικών ηθοποιών, οι οποίες είναι νομίζω, σχεδόν όλες τέλος πάντων, κακές. Και, κερασάκι στην τούρτα, έρχεται το μεταφυσικό και αφελές (αλλά και αφελώς δοσμένο) τέλος, με την πιθανή "άλλη ζωή" για να ολοκληρώσει τη γενικά μέτρια γνώμη μου για το φιλμ.
Κρίμα, γιατί είπαμε ότι η ιδέα είναι πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα, ενώ σε κάποια σημεία μπροστά από τη εποχή της (η χρήση προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών ήταν σίγουρα πλήρως ακατανόητη την εποχή εκείνη για το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του κοινού). Και κρίμα επίσης και για το σεναριακό αλαλούμ, ενώ θα μπορούσε η ιστορία να είναι περισσότερο εστιασμένη και καθαρή, δίχως να μπλέκει ταυτόχρονα μεταφυσικές περί θανάτου, αισθηματικά προβλήματα χωρισμού ή μη, "κακές" εταιρίες ή κυβερνητικές υπηρεσίες, παρενέργειες μια συγκλονιστικής κατά τα άλλα εφεύρεσης κλπ. κλπ.

Τετάρτη, Μαρτίου 14, 2018

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΑ ΕΦΗΒΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΟ "LADY BIRD"

Εκτός από σταρ του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά (πρωταγωνίστρια π.χ. του "Francis Ha"), η Greta Gerwig γίνεται το 2017 και σκηνοθέτης με το "Lady Bird", μια γλυκόπικρη, ημιαυτοβιογραφική κομεντί, απόλυτα στο κλίμα της, όπως θα περίμενε κανείς.
Η έφηβη ηρωίδα ζει στο Σακραμέντο, το οποίο απεχθάνεται, έχει καλλιτεχνικές τάσεις, απαιτεί να τη φωνάζουν όχι με το όνομά της, αλλά Lady Bird, ονειρεύεται να φύγει από την πόλη και να σπουδάσει στη Νέα Υόρκη, αλλά οι γονείς της δεν μπορούν να τη στηρίξουν οικονομικά για να πάει σε καλό και ακριβό κολέγιο, μαλώνει συνεχώς με την καταπιεστική μητέρα της και, όπως όλες οι έφηβες, ερωτεύεται, γλεντά, αγωνιά, χαίρεται, πονά και απογοητεύεται. Είναι αρκετά ατίθαση και διαφορετική από τον μέσο όρο, προσπαθεί να κρύψει τη μικροαστική καταγωγή της και να μπει σε κάποια εύπορα σπίτια (πόσο ταξική φαντάζει ακόμα και η "χώρα των ευκαιριών" Αμερική!) και, πάνω απ' όλα, όπως είπαμε, θέλει να φύγει μακριά και να σπουδάσει σε καλό κολέγιο.
Όλα αυτά δίνονται με πολύ έξυπνο κατά τη γνώμη μου τρόπο. Τρυφερό, αστείο και πικρό ταυτόχρονα. Το φιλμ, ανάλαφρο αλλά και συγκινητικό συγχρόνως, καταφέρνει να μιλήσει για όλα σχεδόν τα προβλήματα ενός "ψαγμένου" νέου: Την αγωνία για το μέλλον, τους αδιέξοδους έρωτες (κι ας νόμισε για μια στιγμή ότι είναι  παντοτινοί), τη σύγκρουση γονέων - παιδιών, τα οικονομικά προβλήματα που προκύπτουν από μία βαθιά ταξική δομή (είπαμε, οι φτωχοί ουσιαστικά αποκλείονται από ένα καλό μέλλον), την αντίθεση στο συγκεκρμένο εκπαιδευτικό σύστημα. Το χιούμορ είναι πανταχού παρόν, οι διάλογοι πολλοί και έξυπνοι, η κριτική του συστήματος υπάρχει, έστω κι αν δεν πάει πολύ βαθιά (θυμηθείτε την δήλωση της κοπέλας στην τάξη ότι είναι άθεη και τις αντιδράσεις, αλλά και εν γένει το συντηρητικό καθολικό σχολείο με τους παπάδες και τις καλόγριες και τις υποχρεωτικές προσευχές, την δυσκολία της να πραγματοποιήσει το όνειρό της λόγω μέτριας οικονομικής κατάστασης κλπ.), η Saoirse Ronan πολύ καλή στον πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως και η Laurie Metcalf στο ρόλο της μητέρας... Πάνω απ' όλα όμως αυτό που έχει σημασία είναι ότι μια μικρή παραγωγή, που ασχολείται με την καθημερινότητα μιας έφηβης, με κράτησε από την αρχή ως το τέλος. Στο τέλος βέβαια η ενηλικίωση, η ωριμότητα, η αποδοχή της ζωής όπως είναι στην πραγματικότητα, η συμφιλίωση με κάποια πράγματα, έρχονται αναπόφευκτα. Ελπίζουμε μ' αυτά να μην έρθει και το τέλος των ονείρων...
Να λοιπόν που μερικές φορές (όχι πάντοτε βέβαια) το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά καταφέρνει να παραμένει έξυπνο, ευχάριστο και δροσερό, έστω και αν θίγει και κάποια σοβαρά προβλήματα. Από την άλλη είμαι περίεργος για το αν μπορεί να κάνει κάτι άλλο τόσο καλό η Gerwig όταν, αναπόφευκτα, "τελειώσει" το αυτοβιογραφικό στοιχείο.

Κυριακή, Μαρτίου 11, 2018

ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΣΤΗ "ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ"

Αυτή τη φορά ο άνισος Guillermo del Toro πέτυχε μια χαρά: "Η Μορφή του Νερού" (The Shape f Water) του 2017 αποτελεί μια από τις καλές ταινίες του (κατά τη γνώμη μου πάντοτε), καθώς τα προσφιλή του σκοτεινά παραμύθια μπολιάζονται τέλεια με την ευαισθησία, την τρυφερότητα, τη συγκίνηση και τα σαφή "μηνύματα". Όλα αυτά, βεβαίως, στα πλαίσια πάντοτε του σινεμά του φανταστικού.
Στην ψυχροπολεμική Αμερική της δεκαετίας του 50 μια κωφάλαλη, μοναχική καθαριστρια δουλεύει σε κυβερνητικό εργαστήριο μυστικών πειραμάτων. Κάποια στιγμή θα αντιληφτεί ότι ένα αλλόκοτο αμφίβιο πλάσμα με αρκετά ανθρωπόμορφη εμφάνιση κρατείται αιχμάλωτο και μάλιστα υποφέρει φριχτά βασανιστήρια από έναν σαδιστή επικεφαλής πράκτορα. Παρά το "αδύνατο" του πράγματος, ένας έρωτας θα αναπτυχθεί ανάμεσα στο πλάσμα και την κοπέλα. Όλα όμως θα είναι εναντίον τους και κυρίως η απύθμενη μισσαλοδοξία του κοινωνικού περιβάλλοντος. Και, κερασάκι στην τούρτα, οι ρώσοι ενδιαφέρονται για το πλάσμα και τις μυστηριώδεις ικανότητές του...
Φυσικά πάνω απ' όλα ο del Toro μιλά εδώ για την αποδοχή της διαφορετικότητας. Και στήνει έναν αληθινό χορό "διαφορετικών" χαρακτήρων, όλων αβάσταχτα μοναχικών: Το "πλάσμα" εννοείται, η ηρωίδα φυσικά, έγκλειστη σ' έναν κόσμο σιωπής, ο μοναδικός της φίλος, ένας ηλικιωμένος γκέι, η μοναδική της φίλη στη δουλειά, μια μαύρη, οπότε, εξ ορισμού βρίσκεται στο περιθώριο μιας ρατσιστικής κοινωνίας, ακόμα και ο ρώσος επιστήμονας, που είναι ο μόνος που συμπαθεί το τέρας και γι' αυτό διαφορετικός από τους άλλους ρώσους κατασκόπους... Όλοι τους μοναχικοί, αποκομμένοι από τους "κανονικούς ανθρώπους" για ποικίλους λόγους. Όσο για τους "κανονικούς ανθρώπους", χειρότεροι δεν γίνονται...
Φυσικά το φιλμ είναι και ρομαντικό και, σε αρκετά σημεία, συγκινητικό. Ταυτόχρονα όμως διατηρεί ατόφιο το σασπένς, τις βίαιες κορυφώσεις, την αγωνία. Όσο για τη σκηνοθεσία, σκοτεινή, ατμοσφαιρική, υποβλητική, προσθέτει πόντους στο τελικό αποτέλεσμα. Γι' αυτό σας είπα στην αρχή ότι ο del Toro πέτυχε να συνδυάσει πολλά σε ένα. Ουσιαστικά πρόκειται για λαϊκό σινεμά, με "καλούς" και "κακούς", με αναφορές και νοσταλγία των παλιών b-movies, με κάποιες απιθανότητες στην πλοκή... Κι όμως, εδώ νομίζω ότι όλα αυτά δένουν θαυμάσια. Και μας δίνουν μια αξιοπρόσεχτη ταινία, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ένα είδος "Αμελί" στο χώρο του φανταστικού. Προσωπικά την απόλαυσα.
ΥΓ: Πολλοί εθισμένοι στα multiplex και στα τρέχοντα (υπερηρωικά ως επί το πλείστον) αμερικάνικα μπλογκμπάστερ την βρήκαν αργή. Πρόβλημά τους.

Παρασκευή, Μαρτίου 09, 2018

ELVES, ORCS ΚΑΙ... ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ) ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΣΤΟ "BRIGHT"

Ο David Ayer είναι εξειδικευμένος σε ταινίες δράσης, συχνά αστυνομικές. Η καριέρα του απογειώθηκε με το "Suicide Squad", οπότε μπήκε και στο χώρο του φανταστικού (των υπερηρώων για την ακρίβεια). Έτσι το 2017 γυρίζει το "Bright" με τον Γουίλ Σμιθ, παραμένοντας μεν στο χώρο του φανταστικού, συνδυάζοντάς το όμως και την προσφιλή του αστυνομική δράση. Πώς; Η ταινία στηρίζεται σε μια πολύ έξυπνη ιδέα, η οποία έχει μεν πολύ ψωμί, πλην όμως παραμένει δυστυχώς μια κλασική περιπέτεια δράσης, άντε και με κάποια συνηθισμένα "μηνύματα".
Βρισκόμαστε σε έναν κόσμο που μοιάζει με αυτόν της σύγχρονης εποχής, όπου η καθημερινότητα είναι περίπου όπως την ξέρουμε, αλλά... υπάρχει και η μαγεία. Είναι περίπου σα να εξελίχτηκε ο κόσμος του Τόλκιν σ' αυτόν της εποχής μας. Υπάρχουν Έλβς, οι οποίοι βέβαια αποτελούν την προνομιούχο, ανώτερη τάξη, άνθρωποι, οι οποίοι βρίσκονται κάπου στη μέση και Ορκς, οι οποίοι αποτελούν την "πλέμπα", έχουν φτιάξει συμμορίες, ζουν σε υποβαθμισμένα προάστια κλπ. Ο ήρωας, ένας μπάτσος, υποχρεώνεται να έχει παρτενέρ στις περιπολίες έναν Ορκ, τον πρώτο μάλλον που μπαίνει στην αστυνομία. Φυσικά ο δύστυχος Ορκ υφίσταται τον απροκάλυπτο ρατσισμό των συναδέλφων του (κάποιοι από τους οποίους μάλιστα αποδεικνύονται στη συνεχεια και διεφθαρμένοι). Στο μεταξύ μια τεράστιας σημασίας υπόθεση που σχετίζεται άμεσα με το "μαγικό" παρελθόν του κόσμου προκύπτει, καθώς κάποιοι ψάχνουν ένα αντικείμενο δύναμης με τελικό στόχο την αναβίωση του Σκοτεινού Άρχοντα. Οι ήρωές μας θα αναλάβουν δράση και θα γίνει χαμός...
Καλή ιδέα κατά τη γνώμη μου και σαφή αντιρατσιστικά και υπέρ της διαφορετικότητας μηνύματα. Έξυπνη και η προβολή των κλασικών "φυλών" της fantasy (του Τόλκιν ακριβέστερα) στη σύγχρονη εποχή, ως ένα είδος τάξεων σε μια εντονότατα ταξική και ρατσιστική κοινωνία. Από εκεί και πέρα όμως... αυτό που έλεγα πριν: Χαμός. Κυνηγητά, πυροβολισμοί, ξύλο, μαγικά μαραφέτια κλπ. κλπ. Αυτά που πάντοτε βλέπουμε δηλαδή σε μια μέση αμερικάνικη ταινία δράσης. Τελικά την είδα ευχάριστα, πέρασα καλά την ώρα μου, όπως είπα, όμως ποτέ δεν μου έφυγε η σκέψη ότι, λόγω αυτής της τόσο πολυειδωμένης αντιμετώπισης, χάθηκε μια καλή ευκαιρία για κάτι πολύ πιο πρωτότυπο και σύνθετο.

Τρίτη, Μαρτίου 06, 2018

"ΜΑΖΙ Ή ΤΙΠΟΤΑ"... ΠΟΥ ΘΑ ΣΥΖΗΤΗΘΕΙ

Τελικά, μετά από κάποια κάμψη, να που ο τουρκογερμανός Fatih Akin εξακολουθεί να κάνει ενδιαφέρουσες ταινίες. Και μάλιστα ταινίες οι οποίες, σε ιδεολογικό επίπεδο, θα συζητηθούν αρκετά. Αυτό συμβαίνει με το πολιτικό "Μαζί ή Τίποτα" (Aus dem Nichts) του 2017, που ασχολείται με ένα καυτό και επίκαιρο θέμα : Αυτό της ανόδου της ακροδεξιάς και των νεοναζί στις μέρες μας. Και υποστηρίζεται μάλιστα στην ηθοποία από μια πολύ καλή Νταϊάν Κρούγκερ.
Η ηρωίδα είναι βέρα γερμανίδα, πλην όμως έχει παντρευτεί, παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας της, κούρδο, ο οποίος μάλιστα έχει εκτίσει ποινή για διακίνηση ναρκωτικών. Ωστόσο όλα πάνε άψογα μεταξύ τους και αποκτούν και ένα αγοράκι. Ώσπου ξαφνικά η ζωή της καταρέει, καθώς σύζυγος και παιδί σκοτώνονται σε βομβιστική επίθεση, η οποία, όπως σύντομα αποδεικνύεται, έχει γίνει από νεοναζί καθαρά για ρατσιστικούς λόγους. Όταν η δικαιοσύνη, στην οποία θα φτάσουν οι κατηγορούμενοι, αποδειχτεί... όχι και τόσο δίκαια, εκείνη αποφασίζει να πάρει την υπόθεση στα χέρια της.
Το φιλμ κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον μου. Ξεκινά σαν βαρύ, ψυχολογικό δράμα, που μιλά για τη φρίκη και το σοκ όχι απλώς της απώλειας, αλλά μιας τέτοιας, τόσο βαριάς και τόσο άδικης, διπλής απώλειας, μετατρέπεται σε δικαστικό θρίλερ και στη συνέχεια σε θρίλερ σκέτο. Η αφήγηση είναι στρωτή και καθαρή και η αντιφασιστική θέση του δημιουργού δεδομένη. Το αμφιλεγόμενο στοιχείο είναι βεβαίως το θέμα της αυτοδικίας (αν και η αυτοδικία εδώ έχει μια ιδιαίτερη παράμετρο και έναν ιδιαίτερο τρόπο, τον οποίο φυσικά δεν θα σας αποκαλύψω εγώ). Συναισθηματικά είμαστε με την ηρωίδα. Οι δράστες είναι απεχθέστατοι και ατιμώρητοι συγχρόνως. Ηθικά όμως; Πού βρίσκονται τα όρια; Πόσο δικαιολογεί την προσωπική δράση μια κατάφωρη αδικία (ας σημειώσουμε μάλιστα ότι η μη καταδίκη οφείλεται σε ψευδορκία). Οι αποφάσεις και οι θέσεις πάνω στο δύσκολου και αμφιλεγόμενο αυτό θέμα δικές σας.
Εκτός αυτού τώρα η ταινία καταγγέλει - και πολύ σωστά - την εγκληματική δράση των φασιστοειδών συμμοριών, αλλά και την αδιαφορία, τον καλυμένο ρατσισμό και τα λάθη του συστήματος, που οδηγούν σε πλήρως άδικες αποφάσεις. Και έχει βεβαίως και ελληνικό ενδιαφέρον: Οι εγκληματίες νεοναζί βρίσκονται σε διαρκή επαφή με έλληνες χρυσαυγίτες (η εγκληματική οργάνωση κατονομάζεται σαφώς), μεγάλο μέρος του δεύτερου μέρους είναι γυρισμένο στην Ελλάδα και ένα γουρούνι - χρυσαυγίτης, πρόσωπο κλειδί στην εξέλιξη της ιστορίας, ερμηνεύεται πειστικότατα από το γνωστό σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη. Η συνεργασία και η αλληλοϋποστήριξη των ανά την Ευρώπη συνεργασία λοιπόν νεοφασιστικών οργανώσεων είναι ένα άλλο γεγονός που καταγγέλεται.
ΥΓ: Αυθόρμητα και συναισθηματικά είμαι απόλυτα σύμφωνος με το πνεύμα της ταινίας και αναρωτιέμαι αν κι εγώ, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν θα δρούσα όπως η ηρωίδα. Τώρα αν σκεφτώ το πράγμα πιο ψύχραιμα, αναλογιστώ τις λογικές συνέπειες κλπ... δεν ξέρω. Δεν ξέρω αν πρέπει να γίνονται έτσι τα πράγματα. Σίγουρα όμως η κοινωνία και το σύστημα φέρουν μεγάλο μέρος της ευθύνης.


Κυριακή, Μαρτίου 04, 2018

ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΤΟΥΣ "MINDHUNTERS";

Στα 2004 ο εξειδικευμένος σε ταινίες δράσης, αλλά όχι και ιδιαίτερα συμπαθής σε μένα Reni Harlin γυρίζει ένα φιλμ τρόμου - δράσης, το "Mindhunters", με κάποιους γνωστούς ηθοποιούς όπως ο Κρίστιαν Σλέιτερ και ο Βαλ Κίλμερ σε μάλλον μικρούς ρόλους.
Όπου οι άνθρωποι του τίτλου είναι μια επίλεκτη μονάδα του FBI που, αν περάσουν τις δύσκολες εξετάσεις, θα γίνουν ψυχολόγοι της υπηρεσίας με εξειδίκευση στους σίριαλ κίλερς. Ως τελικό τεστ μια ομάδα απ' αυτούς, άντρες και γυναίκες, αφήνεται σε ένα εγκαταλειμένο και απομονωμένο νησί όπου θα συμβούν εικονικοί φόβοι κι εκείνοι πρέπει να βρουν τι συμβαίνει. Μόνο που τα όσα αρχίζουν να συμβαίνουν εκεί μόνο εικονικά δεν είναι. Ένας ένας οι υποψήφιοι θα αρχίσουν να δολοφονούνται με ανατριχιαστικούς στόχους, πάντα θα υπάρχει κάπου ένα ρολόι που θα τους ειδοποιεί για την ώρα του επόμενου φόνου, ενώ σύντομα θα αντιληφτούν ότι ένας από τους ίδιους είναι ο δολοφόνος. Περιτό να πούμε ότι όλοι τους είναι κάτι παραπάνω από ύποπτοι και η μεταξύ τους καχυποψία μεγαλώνει τον πανικό.
Θρίλερ τρόμου (όχι από τα μεταφυσικά του είδους) που ποντάρει στη διαρκώς αυξανόμενη αγωνία και την κλειστοφοβική αίσθηση, αφού ουδείς μπορεί να φύγει από το νησί. Και βέβαια στην κλασική περιέργεια του θεατή για το ποιος είναι ο δολοφόνος. Μόνο που εδώ οι φόνοι (μερικοί τουλάχιστον) είναι ιδιάιτερα σπλάτερ και το σενάριο βρίθει από αναληθοφάνειες και απιθανότητες. Βλέπετε ο δολοφόνος σκοτώνει με βάση την ψυχολογία του κάθε θύματος και μόνο κι αυτό βεβαίως λειτουργεί τέλεια, πράγμα μάλλον αδύνατο, όπως αντιλαμβάνεστε. Γι' αυτό λοιπόν θα σας δώσω μια συμβουλή: Ξεχάστε την διογκούμενη όσο προχωρά η ταινία απιθανότητα των καταστάσεων, ξεχάστε κάθε έννοια αληθοφάνειας και προσπαθείστε να απολαύσετε τα καθαρά  θρίλερ στοιχεία του φιλμ και να "διασκεδάσετε" με τους ευρηματικούς φόνους. Τώρα, για να σας πω την αλήθεια, προσωπικά δεν το κατάφερα και πολύ καλά διότι με ενοχλούσε η σεναριακή αναληθοφάνεια και το ότι έβλεπα ένα τυπικό και μόνο θρίλερ, που άτσαλα προσπαθεί να παίξει με την ψυχολογία των ηρώων, αλλά δεν πειράζει. Νομίζω ότι κάποιοι φίλοι του είδους θα το βρούν διασκεδαστικό (με την έννοια των θρίλερ τρόμου εννοώ).

Παρασκευή, Μαρτίου 02, 2018

Η "ΑΟΡΑΤΗ ΚΛΩΣΤΗ" ΚΑΙ ΟΙ ΔΕΣΜΟΙ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ

Ο Paul Thomas Anderson έχει κάνει μέχρι σήμερα ταινίες που, αν μη τι άλλο, είναι αδύνατο να περάσουν απαρατήρητες. Συνήθως περιστρέφονται γύρω από έναν άντρα με πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα, άλλοτε ισχυρή ("Θα Χυθεί Αίμα", "The Master" κλπ.) και άλλοτε "χύμα" ("Έμφυτο Ελάττωμα"). Έτσι και στην "Αόρατη Κλωστή" (Phantom Thread) του 2017, ο βασικός πρωταγωνιστής είναι ο και πάλι περίεργος αντρικός χαρακτήρας που ενσαρκώνει θαυμάσια ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις.
Ο ήρωας είναι ένας διάσημος μόδιστρος στο Λονδίνο της δεκαετίας του 50. Ζει σ' ένα μεγάλο σπίτι όπου τα πάντα (εκτός απο τις καλλιτεχνικές του δημιουργίες φυσικά) ελέγχει η μεγαλύτερη αδελφή του, μια όχι ακριβώς κακιά, αλλά αυστηρή και πάντοτε καθώς πρέπει γυναίκα, από την οποία εκείνος είναι απόλυτα εξαρτημένος. Εκείνος αλλάζει συχνά ερωτικές συντρόφους, όλες όμως μοιάζουν να αποτελούν διακοσμητικά αντικείμενα στη ζωή του. Πάνω απ' όλα βρίσκεται η δουλειά του, αλλά και οι μικρές, καθημερινές και αυστηρότατες ρουτίνες. Αν δεν γίνουν όλα με την παραμικρή λεπτομέρεια (ίδια κάθε μέρα), η μέρα πάει χαμένη. Ώσπου ο στριφνός και μονόχνωτος ήρωας γνωρίζει και ερωτεύεται, για πρώτη φορά μ' αυτόν τον τρόπο, μια ταπεινής καταγωγής κοπέλα. Η πολύτιμη ρουτίνα του διαταράσσεται και ο κόσμος του παύει να είναι ο αποκλειστικά δικός του κόσμος, με τους δικούς του άτεγκτους κανόνες.
Φυσικά πάνω απ' όλα έχουμε να κάνουμε με περιγραφή χαρακτήρων. Δύσκολων και παράξενων χαρακτήρων. Του εμμονοληπτικού, περφεξιονίστα και σχετικά ακοινώνητου ήρωα, συχνά ενοχλητικού και καταπιεστικού στη συμπεριφορά του, της σαφώς πιο γήινης και ανθρώπινης κοπέλας και της παράδοξα υποταγμένης στα καπρίτσια του αδελφού, πλην όμως αυστηρότατης και μοναχικής ηλικιωμένης αδελφής. Οι μεταξύ τους σχεσεις θα αλλάξουν πολλές φορές μέχρι το τέλος. Ο κόσμος του ήρωα είναι βέβαια ένας ανδροκρατικός κόσμος, τι θα έχει όμως το πάνω χέρι; Η πολύτιμη ρουτίνα ή η γλυκύτητα του έρωτα και της συντροφικότητας; Η ταινία νομίζω ότι θίγει και το θέμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας: Ο απόλυτος καλλιτέχνης (πρέπει να) είναι εντελώς δοσμένος στο έργο του, απερίσπαστος από καθε τι άλλο. Έτσι όμως θα γίνει μονόχνωτος, αποκομμένος, στα όρια σχεδόν της μισανθρωπίας. Αν "βάλει νερό στο κρασί του" θα γίνει πιο ανθρώπινος, πιο ζεστός, θα απολαύσει περισσότερο τη ζωή, θα υπάρχουν όμως και επιπτώσεις στην τέχνη του...
Η ταινία διαθέτει άψογη φωτογραφία, κομψές, ψυχρές και εικαστικότατες εικόνες και, το είπαμε, πολύ καλές ερμηνείες. Και, προσέξτε, πίσω από το στιλ και την "ψυχρή" ατμόσφαιρα, κρύβεται ο ρομαντισμός. Αν λοιπόν δεν σας ενδιαφέρουν μόνο οι ταινίες ξέφρενης δράσης, αλλά και τα φιλμ χαρακτήρων, δείτε το. Εγώ θα έλεγα επίσης ότι αν η ταινία ήταν διαπραγματευμένη ως κωμωδία, θα έπρεπε να λέγεται "Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι".

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 28, 2018

"CRIMINAL" Ή Η ΑΠΑΤΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ

Ο Gregory Jacobs είναι κυρίως παραγωγός, με τρεις όλες κι όλες ταινίες στο ενεργητικό του σαν σκηνοθέτης. Η πρώτη απ' αυτές λέγεται "Criminal" ("Εγκληματικά Μυαλά" στην Ελλάδα) και γυρίστηκε το 2004. Πρόκειται για αμερικάνικο ριμέικ του αργεντίνικου πρωτότυπου φιλμ "Εννιά Βασίλισσες" του 2000, το οποίο, να το πω από την αρχή, μου άρεσε περισσότερο, παρά το καλό καστ της αμερικάνικης βερσιόν (Τζον Σ. Ράιλι, Μάγκι Γκίλενχαλ, Πίτερ Μάλαν κ.ά.)
Πρόκειται για μια ιστορία με πολλαπλές απάτες, απάτες που ακυρώνουν άλλες απάτες κλπ. κλπ. Ο ήρωας είναι ένας απατεώνας και ζει απ' αυτό δίχως να έχει την παραμικρή αναστολή ή τύψη. Μια μέρα γνωρίζει σε ένα καζίνο ένα νεαρό μικροαπατεώνα, που προσπαθεί να βγάλει "ψιλά" με μικροκόλπα, διακρίνει κάτι σ' αυτόν και τον παίρνει υπό την προστασία του, για να τον "εκπαιδεύσει" και να τον βάλει σε μεγαλύτερα κόλπα. Και κάποια στιγμή όλα δείχνουν ότι θα πιάσουν την καλή, όταν καταστρώνουν ένα σχέδιο για να πουλήσουν σε έναν εκατομμυριούχο συλλέκτη ένα εξαιρετικά σπάνιο και πολύτιμο, πλην όμως πλαστό (αφού οι ίδιοι έβαλαν το χεράκι τους για να φτιαχτεί), παλιό χαρτονόμισμα. Και οι πολλαπλές ανατροπές αρχίζουν...
Η ταινία διαθέτει σχετικό χιούμορ και βλέπεται ευχάριστα. Φυσικά με την προϋπόθεση ότι θα ξεχάσετε κάθε αληθοφάνεια. Διότι τόσες ανατροπές, τόσοι άψογοι προγραμματισμοί που δουλεύουν ρολόι (μερικοί απ' αυτούς μάλιστα βασίζονται απλώς στο χαρακτήρα του άλλου, ελπίζοντας ότι θα αντιδράσει όπως υπολογίζουν, κοινώς θα τσιμπήσει), ε, είναι λίγο δύσκολο να υπάρχουν στην αληθινή ζωή... Ωστόσο το (διασκευασμένο, θυμίζω) σενάριο είναι αρκετά έξυπνο και, τέλος πάντων, νομίζω ότι κρατά τον θεατή. Ο βασικός χαρακτήρας κυρίως έχει ενδιαφέρουσα εξέλιξη: Αρχικά μας φαίνεται συμπαθητικός (ο κλασικός απατεώνας), όσο προχωρά όμως το φιλμ αντιλαμβανόμαστε όλο και περισσότερο ότι πρόκειται για κανονικότατο κάθαρμα. Όσο για το νεαρό, καλόκαρδο μαθητευόμενό του... θα δείτε.
Εντάξει, αν αφεθείτε να παραβλέψετε τις απιθανότητες, πράγμα που συνιστώ, μάλλον καλά θα περάσετε. Εγώ τουλάχιστον το βρήκα διασκεδαστικό (δίχως όμως να "πέσω και κάτω"). Σε κάθε περίπτωση όμως σας προτείνω να ψάξετε καλύτερα το πρωτότυπο αργεντίνικο, ο ισπανόφωνος τίτλος του οποίου είναι "Nueve Reinas".

Τρίτη, Φεβρουαρίου 27, 2018

"ΑΦΑΝΕΙΣ ΗΡΩΙΔΕΣ": ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ, NASA ΚΑΙ... ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

Υπάρχουν ταινίες απόλυτα σωστές ως προς την πολιτική τους κατεύθυνση (σύμφωνα με τη δική μου γνώμη βεβαίως), με την οπτική των οποίων συμφωνώ απόλυτα, πλην όμως έχω κάποιες κινηματογραφικής φύσης αντιρρήσεις. Τέτοια ταινία είναι οι "Αφανείς Ηρωίδες" (Hidden Figures) που γύρισε το 2016 ο Theodore Melfi.
Πρόκειται για αληθινή ιστορία (πόσο αληθινή στις λεπτομέρειες δεν μπορώ να το ξέρω, Χόλιγουντ είναι αυτό και εξωραϊζει τα πράγματα, αλλά πάντως αληθινή σε γενικές γραμμές). Όταν λοιπόν οι ΗΠΑ πάσχιζαν στις αρχές της δεκαετίας του 60 να κατακτήσουν το διάστημα, βρίσκονταν σε σκληρό ανταγωνισμό με τους ρώσους, οι οποίοι προηγήθηκαν, αφού πρώτοι έστειλαν έμβιο ον (το σκυλί Λάικα) στο διάστημα και στη συνέχεια, επίσης πρώτοι, άνθρωπο σε τροχιά γύρω από τη γη (τον θρυλικό Γκαγκάριν). Η ΝΑΣΑ δουλεύει πυρετωδώς για να εκτοξεύσει κι αυτή δικό της επανδρωμένο δορυφόρο, τα μαθηματικής φύσης όμως προβλήματα είναι πάμπολλα. Ακόμα κι εκεί λοιπόν όπου εργάζονται τα μεγαλύτερα μυαλά της χώρας, ο ρατσισμός καλά κρατεί. Σε μια εποχή όπου το απαρτχάιντ είναι ουσιαστικά θεσμοθετημένο (ξεχωριστά μπαρ και εστιατόρια, ξεχωριστές τουαλέτες και θέσεις στα λεωφορεία κλπ.), υπάρχει ένα τμήμα της ΝΑΣΑ σχετικά απομονωμένο όπου δουλεύουν μόνο μαύρες γυναίκες. Εξ ίσου "κεφάλια" με όλους τους άλλους αλλά, φευ, μαύρες! Οι οποίες πρακτικά απαγορεύεται να έρχονται σε επαφή με τους υπόλοιπους επιστήμονες, ακόμα και να έχουν πρόσβαση σε απόρητες πληροφορίες που έχουν όλοι οι υπόλοιποι. Το φιλμ αφηγείται την "ηρωική" ιστορία τριών μαύρων γυναικών, στενών φίλων μεταξύ τους, η μία εκ των οποίων όχι μόνο καταφέρνει να πάρει τη θέση που της αξιζει στην υπηρεσία, αλλά και ουσιαστικά, με την μαθηματική της ιδιοφυία, συμβάλλει όσο ελάχιστοι άλλοι στην επιτυχία του στόχου (για την ιστορία οι αμερικάνοι κατάφεραν κι αυτοί να στείλουν επανδρωμένο δορυφόρο με πρώτο αστροναύτη τον Τζον Γκλεν).
Η ταινία καταγράφει ανάγλυφα έναν κάτι περισσότερο από εξοργιστικό διπλό ρατσισμό: Τα θύματά του δεν είναι μόνο μαύρες, αλλά και γυναίκες. Σαν τις μύγες μεσ' το γάλα σε μια απόλυτα λευκή και ανδροκρατούμενη ΝΑΣΑ. Είναι απίστευτα όσα θα δείτε, σε μια εποχή τόσο κοντινή, στην νοποία όμως ακόμα και οι καφετιέρες των μαύρων έπρεπε να είναι ξεχωριστές μήπως και "μολυνθεί" κανένας λευκός... Φανταστείτε τώρα όλο αυτό το ρατσιστικό κλίμα ανακατεμένο με τη ψυχροπολεμική παράνοια και τον υστερικό αντικομουνισμό... Δεν θα σας πω περισσότερα, θα τα δείτε μόνοι σας και, νομίζω, αν τουλάχιστον δεν είστε χρυσαυγίτες, ότι θα εξοργιστείτε κι εσείς.
Και ποιες είναι οι αντιρρήσεις που έλεγα στην αρχή; Στο ότι όλα αυτά, απόλυτα ευπρόσδεκτα για να μας μάθουν ή να μας θυμίσουν πόσο κοντά (και χρονικά) βρίσκεται το τέρας του ρατσισμού, δίνονται ως "αγιογραφία". Και οι τρεις μάυρες φίλες είναι υπέροχοι άνθρωποι, όλοι (εκτός του επί κεφαλής) οι άντρες εργαζόμενοι έχουν το ρατσισμό ριζωμένο μέσα τους, η θηλυκή ιδιοφυία είναι εντελώς ιδιοφυία και μπορεί να επιλύει κάθε πρόβλημα κλπ. κλπ. Γενικά η αντιμετώπιση μου φάνηκε μονοδιάστατη. Στην προσπάθειά της να υποστηρίξει τους απόλυτα σωστούς στόχους της η ταινία γίνεται απλοϊκή και απόλυτα χωρισμένη σε καλούς - κακούς.
Παρ' όλα αυτά τη συνιστώ, για να δείτε μία ακόμα, άγνωστη στους περισσότερους, σκοτεινή πτυχή της Αμερικής. Και να διαπιστωσετε πόσο ο ρατσισμός πάει χέρι - χέρι με την απλή ηλιθιότητα...

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 26, 2018

"CARLITO'S WAY"... ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΟΛΟΙ ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ

Το "Carlito's Way" του Ντε Πάλμα φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι το θυμάστε. Αυτό που ίσως αγνοείτε (κι εγώ μαζί, έως ότου όλως τυχαίως έπεσε στα χέρια μου και πήγα να το δω νομίζοντας ότι θα κάνω μια ευχάριστη επανάληψη του Ντε Πάλμα, αλλά...), αυτό που δεν γνωρίζετε  λοιπόν είναι ότι το 2005 γυρίστηκε κι άλλο τέτοιο (για την ακρίβεια, για να ξεχωρίζουν ίσως, με πλήρη τίτλο "Carlito's Way: Rise to Power") από τον άγνωστο Michael Bregman και με ηθοποιούς... καμία σχέση με Πατσίνο κλπ.
Πρόκειται λοιπόν για την ιστορία της ανόδου (και μόνο) του ίδιου Καρλίτο στη δεκαετία του 60. Μικροκακοποιός, αλλά με φιλοδοξίες, γνωρίζεται στη φυλακή με δύο "παρόμοιους" τύπους, έναν μαύρο και έναν ιταλό. Στο μεταξύ οι συμμορίες διακίνησης ηρωίνης στη Ν. Υόρκη είναι χωρισμένες σε μαύρους, λατίνους και ιταλούς, οι οποίοι αλληλομισούνται  και δεν συνεργάζονται ποτέ. Οι τρεις τους, όταν αποφυλακίζονται, συνάπτουν μία πρωτοφανή, για την εποχή τουλάχιστον, συμμαχία, αδιαφορώντας για τις διαφυλετικές προκαταλήψεις, και σύντομα κυριαρχούν σε μια μεγάλη περιοχή της πόλης. Όταν ο μαύρος της παρέας αποσύρεται φιλικά για να απολαύσει τους καρπούς του μόχθου του, αφήνει πίσω του έναν ηλίθιο αδελφό που τα κάνει θάλασσα. Οι άλλοι δύο είναι υποχρεωμένοι να "καθαρίσουν" για να σώσουν τις ζωές τους...
Δεν είναι ακριβώς κακή ταινία. Την είδα με κάποιο ενδιαφέρον. Ο βασικός χαρακτήρας, του Καρλίτο βεβαίως, αποτελείται από ένα παράξενο κράμα (το οποίο ωστόσο έχουμε ξαναδεί): Είναι παράνομος (έμπορος ναρκωτικών, τι άλλο θέλετε;), αδίστακτος όταν απονέμει εσωτερική δικαιοσύνη, πλην όμως διακατέχεται από μια δική του άψογη ηθική, είναι εξαιρετικός σύντροφος, τρυφερός και ευαίσθητος με την κοπέλα του και, το σημαντικότερο ίσως και σπάνιο για τη φάρα του, δεν είναι άπληστος. Δεν θέλει να "κατακτήσει τον κόσμο" (ή, στην περίπτωσή μας, ολόκληρη την πόλη) και ξέρει πότε πρέπει να σταματήσει (αφού βεβαίως έχει βγάλει τα ναρκοεκατομμύριά του). Αυτή ακριβώς η "μειλιχιότητα" ενός εγκληματία είναι που τον κάνει διαφορετικό.
Από εκεί και πέρα υπάρχει κάτι που με χάλασε αρκετά (από εδώ και πέρα ΠΡΟΣΟΧΗ: SPOILER): Δεν υπάρχει η παραμικρή κάθαρση. Υπάρχει ένα ωραιότατο και ξενέρωτο χάπι εντ και οι βουτηγμένοι στο αίμα και την ηρωίνη εγκληματίες απολαμβάνουν τους καρπούς των "μόχθων" τους σε υπέροχο τροπικό νησί. Τόσο καλά. Θα μου πείτε: "Μα έτσι δεν γίνεται στην πραγματικότητα; Ξέρετε κανένα μεγαλοκάθαρμα να τιμωρείται πραγματικά από το νόμο;" Ναι, αλλά εδώ ο χαρακτήρας του Καρλίτο σε κάνει μάλλον να τον συμπαθήσεις, γιατί κατά βάθος είναι "καλό παιδί" και σχεδόν να ταυτιστείς μαζί του και, όταν έρχονται τα δύσκολα, για τα οποία δεν φταίει αυτός, να παρακαλάς μέσα σου να τη γλυτώσει ο καημένος. Ε, όχι ακριβώς έτσι. Αν ψοφήσουν και μερικά τέτοια "καλά παιδιά" δεν θα στενοχωρηθώ ιδιαίτερα...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 25, 2018

ΑΛΛΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΙ... ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ - ΥΠΕΡΗΡΩΕΣ ΣΤΟ "ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΟΥ ΔΙΑ"

Ο ούγγρος Kornel Mundruczo, που το 2014 είχε γυρίσει τον εντυπωσιακό "Λευκό Θεό", επανέρχεται το 2017 με "Το Φεγγάρι του Δία", άλλο ένα φιλμ που εξετάζει πραγματικά ποόβλήματα εισάγοντας το φανταστικό στοιχείο. Κατά τη γνώμη μου πάντως αυτή τη φορά δεν τα καταφέρνει τόσο καλά.
Ο Αριάν είναι ένας νεαρός σύρος πρόσφυγας που, μαζί με τον πατέρα του και αρκετούς άλλους, προσπαθεί να εισχωρήσει παράνομα στην Ουγγαρία. Στα σύνορα όμως πυροβολείται θανάσιμα από έναν αστυνομικό. Κι όμως: Όχι μόνο δεν πεθαίνει, αλλά αποκτά την ικανότητα να πετά! Ένας διεφθαρμένος και με οικονομικά και άλλα προβλήματα γιατρός, που δουλεύει με πρόσφυγες, ανακαλύπτει την παράδοξη περίπτωσή του και τον χρησιμοποιεί για δικό του κέρδος. Στο μεταξύ ένας αστυνομικός καταδιώκει λυσσασμένα το νεαρό, οπότε έχουμε και τη διάσταση της αγωνίας...
Η ταινία είναι σαφώς αλληγορική. Η Ευρώπη σε κρίση, με τεράστια προβλήματα, πλην όμως να παραμένει Γη της Επαγγελίας για εκατομμύρια κατατρεγμένους από πολέμους ή φτώχεια, η χαμένη πίστη, ο διεφθαρμένος, που όμως προσπαθεί να ξαναβρεί τον καλό εαυτό του, η τρομοκρατία και βέβαια το τεράστιο, καυτό μεταναστευτικό πρόβλημα, είναι μερικά από τα θέματα που θίγονται. Στο μεταξύ ο Mundruczo δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει σε μια "ταινία τέχνης" χολιγουντιανά στοιχεία (υπερφυσικές ικανότητες, αυτοκινητοκυνηγητά, και μάλιστα εξαιρετικά γυρισμένα, σασπένς κλπ.). Το πρόβλημα για μένα είναι ότι η ιστορία, όσο προχωρά η ταινία, γίνεται όλο και πιο γεμάτη από αλληγορικά και συμβολικά στοιχεία, ενώ χριστιανικής φύσης αλληγορίες και προβληματισμοί περί πίστης συσσωρεύονται όλο και περισσότερο, μπερδεύοντας και θολώνοντας την αρχικά κοινωνική αλληγορία. Σα να θέλει ο σκηνοθέτης να πει ταυτόχρονα πάρα πολλά πράγματα οπότε, όπως συνήθως γίνεται στις περιπτώσεις αυτές, το φιλμ μου άφησε μια κάπως βαριά και κουραστική αίσθηση. Κρίμα, γιατί ο Mundruczo είναι αναμφισβήτητα ικανός σκηνοθέτης και σίγουρα τολμηρός και πρωτότυπος στις ιδέες του. Αλλά κάπως... πώς να το πω... άκομψος, πληθωρικός και δύσκολα ελέγχει τις αρχικά έξυπνες ιδέες του.
Πάντως ο χαρακτήρας του γιατρού είναι νομίζω ο πιο ενδιφέρων, με τις αντιφάσεις και τους προσωπικούς του δαίμονες, ενώ αυτός του νεαρού σύρου είναι απλώς "καλός" και τίποτα άλλο. Όσο για την Ουγγαρία, δε νομίζω ότι θα μπορούσε να την παρουσιάσει πιο μίζερα. Δεν ξέρω αν αυτό είναι ηθελημένο ή αν έτσι είναι η σύγχρονη πραγματικότητα στη χώρα, πάντως οποιοσδήποτε εσωτερικός χώρος κινηματογραφείται είναι τουλάχιστον καταθλιπτικός, σαν παρακμασμένο απομεινάρι της κομμουνιστικής εποχής.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 22, 2018

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟ "CRISS CROSS"

Ο γερμανός μετανάστης (όπως τόσοι άλλοι) στο Χόλιγουντ Robert Siodmak (1900-1973) έχει γυρίσει μερικά εξαιρετικά νουάρ, γνωστότερο των οποίων είναι το "The Killers". Τρία χρόνια μετά απ' αυτό, το 1949 συγκεκριμένα, συναντά και πάλι τον Μπαρτ Λάνκαστερ για να γυρίσει το "Criss Cross" (για να γελάσετε, ο ελληνικός τίτλος της εποχής ήταν... "Ο Κόκκινος Δαίμων του Λος Άντζελες", παντελώς άγνωστο γιατί).
Παρακολουθούμε την προετοιμασία μιας ληστείας φορτηγού που μεταφέρει χρήματα. Σε φλας μπακ μαθαίνουμε το πώς και το γιατί φτάσαμε στο σημείο αυτό: Ο ρομαντικός κατά βάθος, ερωτευμένος ήρωας επιστρέφει μετά από καιρό στο Λ.Α. για να προσπαθήσει να τα ξαναφτιάξει με την πρώην σύζυγό του. Εκείνη όμως, στο μεταξύ, έχει περάσει στο χώρο του υποκόσμου και είναι η κοπέλα ενός επίφοβου και βρώμικου "αφεντικού", με δύναμη στο χώρο αυτόν. Παρά τις προειδοποιήσεις φίλων του, ο ήρωάς μας θα καταστρώσει το σχέδιο της ληστείας μαζί με τον επικίνδυνο αντίζηλό του, έχοντας ωστόσο άλλα σχέδια στο μυαλό του...
Βρισκόμαστε στην καρδιά του νουάρ. Ασπρόμαυρη φωτογραφία, αστικό περιβάλλον, μοναχικός, ερωτευμένος και κατά βάθος ρομαντικός ήρωας, υπόκοσμος, ληστεία, φόνοι... Και φυσικά, όπως σε κάθε κλασικό νουάρ, τις εξελίξεις κινεί η κλασική μοιραία γυναίκα, που εδώ δεν είναι ακριβώς σατανική (όπως σε άλλα παραδείγματα του είδους), αλλά απλώς προτιμά την άνεση και την ασφάλεια από τον παθιασμένο έρωτα. Αντίθετα ο άντρας - θύμα του έρωτά του - είναι αποφασισμένος να φτάσει ακόμα και σε ενέργειες που δεν εγκρίνει ηθικά για να την ξανακερδίσει. Στις περιπτώσεις αυτές η καταστροφή δεν είναι μακριά...
Αν είστε λάτρης των παλιών ταινιών - και ιδιαίτερα του είδους - σίγουρα θα την απολαύσετε. Δεν νομίζω ότι είναι καλύτερη ούτε χειρότερη από άλλα παραδείγματα, είναι όμως, πιστεύω, απολαυστική καθώς φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του. Η πλοκή είναι σφιχτή, το παιχνίδι με τον κίνδυνο είναι διαρκές, όλα συμβαίνουν "στην κόψη", το χάπι εντ βρίσκεται μίλια μακριά και, βεβαίως, όπως πάντα στο νουάρ, σκιαγραφείται μια βρώμικη, ανήθικη κοινωνία, έτοιμη να κάνει τα πάντα για το χρήμα ή, έστω, για την ασφάλεια, ενώ τα "υψηλότερα" συναισθήματα δεν είναι παρά ψιλά γράμματα, μια κοινωνία όπου το έγκλημα και η κάθε λογής παρανομία αποτελούν κοινό τόπο. Ο ήρωας μπορεί να είναι ρομαντικός, ο κόσμος όμως είναι κυνικός, γι' αυτό ακριβώς εκείνος αποτελεί εξαίρεση.
Με λίγα λόγια προτείνω να το απολάυσετε.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 19, 2018

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΘΡΙΑΜΒΕΥΕΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΤΟ "PELICAN BRIEF"

O Alan Pacula (1928-1998) υπήρξε δημοκράτης και ειδικός στα πολιτικά θρίλερ (αν και όχι όλα τόσο επιτυχημένα). Ένα από τα γνωστά του είναι το "Pelican Brief" του 1993, με Τζούλια Ρόμπερτς και Ντέντζελ Ουάσινγκτον στα λαμπερά νιάτα τους, αλλά και με αρκετούς γνωστούς ηθοποιούς σε δεύτερους ρόλους.
Δύο ανώτεροι δικαστές δολοφονούνται την ίδια μέρα στις ΗΠΑ. Υπάρχει ένας καθηγητής νομικής, μαθητής και θαυμαστής του ενός από τους νεκρούς, και μια νεαρή, ταλαντούχα φοιτήτρια, η οποία τυγχάνει να τα έχει με τον καθηγητή της. Η τελευταία, εργατική και πανέξυπνη, καταφέρνει να δημιουργήσει μια τεκμηριωμένη θεωρία, η οποία φτάνει μέχρι τον ίδιο τον Πρόεδρο, για τους λόγους που οδήγησαν στη δολοφονία των δύο εκ πρώτης όψεως άσχετων μεταξύ τους θυμάτων. Αμέσως η ζωή της μπαίνει σε θανάσιμο κίνδυνο, ενώ αρχίζει μια αλυσίδα από δολοφονίες γνωστών της ή όσων προσπαθούν να τη βοηθήσουν, επιβεβαιώνοντας έτσι με οφθαλμοφανή τρόπο ότι η τολμηρή θεωρία της είναι σωστή. Ένα ανελέητο κυνηγητό αρχίζει, ενώ ο μόνος που της συμπαραστέκεται είναι ένας τολμηρός δημοσιογράφος.
Πρόκειται για σφιχτό, καλογυρισμένο και (όπως συμβαίνει συνήθως μ' αυτά) πολύπλοκο πολιτικό θρίλερ, το οποίο, αν μη τι άλλο, δεν αφήνει τον θεατή να χαλαρώσει. Εκλογές, οικολογία, αδίστακτοι μεγαλοεπιχειρηματίες και πολιτικοί (ή σύμβουλοι πολιτικών) και άλλα εμπλέκονται, ως συνήθως, σ' αυτό.
Ας δούμε όμως το θέμα από πολιτική σκοπιά: Τι ακριβώς συμβαίνει με αυτά τα κλασικά αμερικάνικα πολιτικά θρίλερ της μετα-Γουότεργκέιτ εποχής; Όλα σχεδόν είναι τολμηρά απο πολιτική άποψη. Μας δείχνουν ξεκάθαρα διεφθαρμένους πολιτικούς, δικαστές, αστυνομικούς, ακόμα και προέδρους, ανήθικους και αδίστακτους επιχειρηματίες και εταιρίες που παραβιάζουν ασύστολα νόμους, με λίγα λόγια μια απόλυτα σκοτεινή και διαβρωμένη Αμερική, ένα σαφώς σάπιο σύστημα. Και τι γίνεται; Απολύτως τίποτα. Όλοι ξέρουμε ότι το σύστημα παραμένει το ίδιο. Ίσως μάλιστα, στην εποχή Τραμπ, ακόμα χειρότερο. Ποιο είναι το συμπέρασμα; Ότι στην τέχνη και τις όποιες επισημάνσεις της όλα επιτρέπονται διότι, δυστυχώς, είναι ανίσχυρη να αλλάξει οτιδήποτε. Την απολαμβάνουμε, αντιλαμβανόμαστε αρκετά απ' αυτά που θέλει να πει, και μετά κοιμόμαστε ήσυχοι. Οπότε ποιος ο λόγος να απαγορεύσει η εξουσία οτιδήποτε; Ίσα - ίσα, επιτρέποντας τις προειδοποιήσεις της φαντάζει και πιο δημοκρατική.
Η δεύτερη παρατήρηση αφορά μέρος των ίδιων αυτών των πολιτικών θρίλερ. Σε αρκετά απ' αυτά τελικά η δικαιοσύνη θριαμβεύει. Οι ένοχοι, οι συνωμότες, όσοι έχουν παραβεί το νόμο τιμωρούνται, όσο υψηλά ιστάμενοι κι αν είναι. Ε, αυτό μάλλον ψέμα είναι ή, στην καλύτερη περίπτωση, υπέρμετρη αισιοδοξία ή ευχή ή, πιο κυνικά, χάπι εντ για να πουλήσουμε περισσότερο (δεν συμβαίνει με όλα και δεν συντρέχουν πάντοτε όλοι αυτοί οι λόγοι). Πόσες φορές είδατε στην πραγματικότητα να θίγονται πραγματικά μεγάλα οικονονικά συμφέροντα, ας πούμε;
Αρκετά όμως με αναλύσεις. Συμπαθητικό πολιτικό θρίλερ, προς την "σωστή κατεύθυνση" προς την οποία συνήθως προσανατολίζεται το δημοκρατικό κομμάτι του Χόλιγουντ και μέχρις εκεί. Καλύτερα λοιπόν να τα ξεχάσετε όλα αυτά και να απολάυσετε την πλοκή.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 17, 2018

ΟΙ "ΤΡΕΙΣ ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ" ΚΑΙ ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΑΥΤΕΣ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟ EBBING ΤΟΥ ΜΙΖΟΥΡΙ

Τον Martin McDonagh τον είχαμε θαυμάσει στην φοβερή "Αποστολή στη Μπριζ" (In Bruges) και, λιγότερο, (προσωπική γνώμη) στους "7 Ψυχοπαθείς". Με τις "Τρεις Πινακίδες Έξω από το Ebbing του Μιζούρι" του 2017 επιβεβαιώνει τη θέση του ως ένας σημαντικός δημιουργός της εποχής μας.
Η μεσήλιξ ηρωίδα (εξαιρετική η Φράνσις ΜακΝτέρμοντ) ζει στη μικρή πόλη του τίτλου, είναι χωρισμένη, ενώ η κόρη της πριν από κάποιους μήνες δολοφονήθηκε από αγνώστους ενώ προηγουμένως βιάστηκε. Η αστυνομία μέχρι στιγμής δεν έχει ανακαλύψει τίποτα για το ειδεχθές έγκλημα. Οπότε η δυναμική γυναίκα νοικιάζει τρεις εγκαταλειμένες διαφημιστικές πινακιδες λίγο έξω από την πόλη και αναρτά τις επιγραφές: "ΒΙΑΣΤΗΚΕ ΚΑΙ ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗΚΕ". "ΚΑΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΜΙΑ ΣΥΛΛΗΨΗ". "ΠΩΣ ΚΙ ΕΤΣΙ, ΑΣΤΥΝΟΜΕ ΓΟΥΙΛΟΜΠΙ;", απευθυνόμενη βεβαίως άμεσα στον αστυνόμο της πόλης (ο οποίος είναι και γνωστός της, αφού όλοι σχεδόν είναι γνωστοί σε μια μικρή πόλη). Η ανάρτηση αυτή θα φέρει αλυσίδα γεγονότων και αντιδράσεων. Οι περισσότεροι κάτοικοι δυσανασχετούν (οι πινακίδες, βλέπετε, δυσφημούν την πόλη). Αρχίζουν να φέρονται απροκάλυπτα εχθρικά στη γυναίκα, εκείνη όμως, πεισματάρα και θαρραλέα, τους αγνοεί επιμένοντας στις αναρτήσεις της, οι οποίες είναι νόμιμες, οπότε κανείς δεν μπορεί να τις κατεβάσει, επισήμως τουλάχιστον. Τα γεγονότα που ακολουθούν είναι πολλές φορές αντιφατικά και τα προβλήματα που θέτουν πολλά.
Βρήκα το φιλμ εξαιρετικό, αναμφισβήτητα μέσα στα καλύτερα της χρονιάς. Η μεγάλη του αρετή για μένα είναι η πολυπλοκότητα των χαρακτήρων, των αντιδράσεών τους και της χιονοστιβάδας γεγονότων που ακολουθούν. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από σχηματικούς "καλούς" και "κακούς". Οι περισσότεροι διαθέτουν τη θετική, την ανθρώπινη πλευρά, αλλά συγχρόνως και την απεχθή, τη σκοτεινή. Η μισαλλοδοξία, ο ρατσισμός, η στενοκεφαλιά και η βλακεία μπορεί να έχουν την τιμητική τους, ταυτόχρονα όμως δείχνονται και οι αιτίες για όλα αυτά, ενώ πολλοί από τους αρνητικούς ήρωες έχουν και τη συμπαθητική τους πλευρά. Και σιγά - σιγά μαθαίνουμε το background τους, τις σχέσεις τους με τις οικογένειές τους ή τους άλλους, την ψυχοσύνθεσή τους. Με όλα αυτά η σκοτεινή, σχεδόν φασιστική πλευρά της "βαθιάς" Αμερικής βγαίνει στην επιφάνεια, αλλά ακόμα κι έτσι τίποτα δεν είναι μονόπλευρο ή "άσπρο - μαύρο" (πάρτε για παράδειγμα τον απολαυστικότατο Σαμ Ρόκγουελ στο ρόλο του ρατσιστή, βίαιου και ηλίθιου μπάτσου και την όλη εξέλιξη του χαρακτήρα του). Σημαντικότατο επίσης είναι το ότι όλη αυτή η "βαριά", δραματική ιστορία δίνεται με φοβερό υπόγειο, συχνά κατάμαυρο και κυνικό χιούμορ, που κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρουσα την αφήγηση.
Είναι αλήθεια ότι η επιροή των αδελφών Κοέν είναι και εδώ εμφανής, αυτό όμως, κατά τη γνώμη μου, σε τίποτα δεν μειώνει την αξία του φιλμ. Παραμένουμε άλλωστε φαν των δαιμόνιων αδελφών. Οπότε συνιστώ το φιλμ ανεπιφύλακτα. Είναι σπάνιο το έντονο δράμα και οι φορτισμένες καταστάσεις να δένουν τόσο καλά με το χιούμορ και την ενδιαφέρουσα αφήγηση. Και είναι επίσης σπάνιο να δείχνονται τόσο ανάγλυφα οι βαθιές αντιφάσεις μια ολόκληρης κοινωνίας.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 16, 2018

"CALL ME BY YOUR NAME" Ή Ο ΕΡΩΤΑΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥΣ

Ο ιταλός Luca Guadagnino, γνωστός μας από το "Είμαι ο Έρωτας", γυρίζει το 2017 το "Να με Φωνάζεις με το Όνομά σου", μια αληθινά τρυφερή ταινία, η οποία καταγράφει με τον πλέον φυσικό τρόπο έναν ομοφυλοφιλικό έρωτα και κερδίζει τον θεατή με τον κομψό του τρόπο και την απενοχοποιημένη αντιμετώπιση ενός "απαγορευμένου" (από ποιούς;) θέματος.
Ο 17χρονος Έλιο, γόνος πλούσιας και προοδευτικής οικογένειας διανοουμένων (ο πατέρας αρχαιολόγος και καθηγητής, η μητέρα μεταφράστρια), περνά το καλοκαίρι του 1983 στο μεγάλο, παλιό και πανέμορφο εξοχικό τους στην επαρχία. Εκεί θα φτάσει φιλοξενούμενος για να κάνει την πρακτική του γοητευτικός αμερικάνος φοιτητής, εξαιρετικός στις σπουδές του. Θα κατακτήσει τους πάντες με τον χαρακτήρα και τους τρόπους του, η σχέση όμως με τον Έλιο θα είναι διαφορετική: Σύντομα θα αντιληφτούν (και θα αποδεχτούν) τον αμοιβαίο τους έρωτα και το νόημα του καλοκαιριού θα αλλάξει για πάντα.
Φυσικά δεσπόζει η σχέση, τα συναισθήματα, το πάθος, οι χαρακτήρες. Νομίζω όμως ότι μεγάλο μέρος της γοητείας του φιλμ οφείλεται και στο περιβάλλον: Στην πανέμορφη ιταλική ύπαιθρο, στο καλοκαίρι με την ανεμελιά και την χαλαρότητά του, αλλά και στη νοσταλγική, μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας καταγραφή του κλίματος των 80ς. Στην ταινία αυτή ο έρωτας γεννιέται σε ένα αληθινά ειδυλιακό περιβάλλον. Φυσικά δεν λείπει η διερεύνηση της εφηβικής - στο μεταίχμιο της αρχής της οριμότητας - ψυχής και η αγνότητα και το πάθος ταυτόχρονα που μπορεί να δημιουργήσει ο "πρώτος έρωτας".
Τώρα πρέπει να σας προειδοποιήσω: Στην ταινία λείπουν οι κορυφώσεις, σε μεγάλο μέρος της "δεν συμβαίνει τίποτα" (ή μάλλον συμβαίνουν όλα, αλλά εσωτερικά, στην ψυχή των ηρώων). Η αφήγηση είναι χαλαρή, νωχελική, απόλυτα ταιριαστή όμως με το όλο κλίμα και το καλοκαίρι που λέγαμε. Ούτε ανατροπές ούτε - σχεδόν - σασπένς (καμία σχέση με το αγχωτικό κλίμα του "Brokeback Mountain" ας πούμε). Η γοητεία και η ακρίβεια της καταγραφής κρύβονται στις μικρές λεπτομέρειες, στα βλέμματα, στην αργή ανάπτυξη και εξέλιξη των συναισθημάτων, στις εσωτερικές καταστάσεις. Ταυτόχρονα ο ερωτισμός (από τις νεανικές παρέες μέχρι τα πανέμορφα αρχαιοελληνικά αγάλματα που ανακαλύπτονται στην ανασκαφή ή βλέπουμε στις φωτογραφίες) είναι διάχυτος. Ωστόσο το λογύδριο του πατέρα στο τέλος προσωπικά μου φάνημε μάλλον αχρείαστο, αλλά μικρό το κακό... Όσο για την αποδοχή του διαφορετικού, το θέμα που κυριαρχεί βεβαίως, είναι νομίζω προφανής και δεν χρειάζεται να την αναλύσουμε περαιτέρω.
Θα το εκτιμήσετε όσοι εκτιμάτε τα αργά, τρυφερά και ευαίσθητα φιλμ, όσοι προτιμάτε την κατάδειξη εσωτερικών κόσμων και όχι την θεαματική περιπέτεια και τη δράση. Οι υπόλοιποι μάλλον θα πλήξουν (το αν θα σοκαριστούν από διάφορες σκηνές είναι δικό τους πρόβλημα και δεν με αφορά). Κατά τη γνώμη μου πάντως πρόκειται για πολύ όμορφο φιλμ. Και σαν περιγραφή εσωτερικών καταστάσεων και σαν εικόνα.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 15, 2018

"THAT OLD FEELING" : ΜΑΖΙ ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΧΩΡΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ...

O Carl Reiner είναι σημαντική μορφή της αμερικάνικης κωμωδίας (σεναριογράφος, σκηνοθέτης, παραγωγός κλπ.). Το 1997 γυρίζει την τελευταία του ταινία, το "That Old Feeling", κωμωδία φυσικά (αισθηματική), στην οποία δεσπόζει η πληθωρική παρουσία της Μπετ Μίντλερ.
Νεαρή, ευκατάστατη κοπέλα ετοιμάζεται να παντρευτεί τον καλό της, ξενέρωτο υποψήφιο γερουσιαστή, γόνο πλούσιας οικογένειας. Φυσικά στον απόλυτα συμβατικό γάμο θα καλέσει  - εκτός από μέλη της υψηλής κοινωνίας - και τους γονείς της. Μόνο που εκείνοι, πολλά χρόνια χωρισμένοι και νυν με άλλον/η σύντροφο ο καθένας, μισούν θανάσιμα ο ένας τον άλλον και, αφού είναι γνωστό ότι δεν κρατιούνται, υπάρχουν φόβοι ότι όταν συναντηθούν τετ α τετ μετά πολύ καιρό μπορεί να κάνουν μπάχαλο τον γάμο και την σούπερ κυριλέ δεξίωση που ακολουθεί. Έτσι και γίνεται αρχικά, πλην όμως η συνάντηση θα πυροδοτήσει πολύ πιο ανεξέλεγκτα ένστικτα: Το παλιό άγριο ερωτικό πάθος τους, το οποίο βεβαίως θα αναζωπυρωθεί με πολλαπλές επιπτώσεις προς κάθε κατεύθυνση, και προς μεγάλη απελπισία των νεονύμφων.
Αν μη τι άλλο, το φιλμ είναι σχετικά διασκεδαστικό. Δεν θα ξεκαρδιστείτε νομίζω, αλλά θα γελάσετε (ή θα χαμογελάσετε) σε αρκετά σημεία. Τώρα βέβαια η ιστορία πιστεύω ότι θα ακούγεται αρκετά ξενέρωτη σε πολλούς, ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, αρκετά καλά θα περάσετε. Γι' αυτό θα φροντίσει η καταιγιστική παρουσία της Μίντλερ, αλλά και τα καμώματα του ώριμου, παθιασμένου ζεύγους εν γένει. Και, αν προσέξετε, η ταινία έχει και μία κάπως ανατρεπτική διάθεση, αφού τάσεται ανοιχτά - με ανάλαφρο τρόπο βεβαίως - ενάντια στους καθωσπρεπισμούς και τις κοινωνικές συμβάσεις. Και στηλιτεύει τον κόσμο των πλουσίων, όχι βεβαίως εις βάθος και με καμία "επαναστατική" διάθεση, απλώς ως βαρετό, ρηχό και ξενέρωτο. Προφανώς βρισκόμαστε σε δείγμα του "δημοκρατικού Χόλιγουντ", αφού κάπου υπάρχει και η σπόντα ότι οι "αρνητικοί" χαρακτήρες είναι ρεπουμπλικάνοι.
Δεν ενθουσιάστηκα, δεν το θεωρώ τίποτα σπουδαίο, ωστόσο το βρήκα σχετικά αξιοπρεπές και πέρασα (εξ ίσου σχετικά) καλά. Αυτά.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 14, 2018

ΤΑ "NEXT" 2 ΛΕΠΤΑ.

Ο Φίλιπ Ντικ έχει βεβαίως πάμπολλες φορές τροφοδοτήσει το σινεμά επιστημονικής φαντασίας με τις συχνά απίστευτες ιδέες του. Ωστόσο ελάχιστα από αυτά τα φιλμ βγήκαν καλά. Υπάρχει, φαίνεται, κάτι στα κείμενά του που "δεν μεταφέρεται" στο σινεμά (ή, όντας η αρχική ιδέα πιασάρικη, πέφτουν σαν κοράκια οι παραγωγοί και λοιποί διασκευαστές και της αλλάζουν τα φώτα για να πουλήσει). Το "Next" που γύρισε ο Lee Tamahori το 2007 δεν αποτελεί εξαίρεση. Εντάξει, βλέπεται σχετικά ευχάριστα, αλλά μέχρις εκεί. Και υπάρχει και ο πρωταγωνιστής Νίκολας Κέιτζ, ο οποίος, για πολλούς τουλάχιστον, δεν κάνει τα πράγματα καλύτερα.
Ο ήρωας λοιπόν έχει ένα παράξενο χάρισμα: Μπορεί να βλέπει τι θα συμβεί τα δύο (μόλις) επόμενα λεπτά. Αυτό βεβαίως μπορεί νε είναι καλό για να κλέβει πού και πού στο καζίνο, από εκεί και πέρα όμως μόνο προβλήματα μπορεί να του δημιουργήσει. Η μεγαλύτερη αγωνία του όμως είναι μήπως ανακαλύψουν την ιδιότητά του, διότι τότε... μάλλον ο στρατός τον πάει για πειράματα. Γι' αυτό και την κρύβει με κάθε τρόπο. Ωστόσο θα έλθει η ώρα που το FBI θα τον ανακαλύψει, επειδή τον χρειάζεται: Τρομοκράτες απειλούν να τινάξουν στον αέρα το Λος Άντζελες με μια πυρηνική βόμβα που έχουν κρυφά μεταφέρει εκεί. Συγχρόνως υπάρχει και μια κοπέλα που ο ήρωάς μας ονειρεύεται πριν καν τη συναντήσει, η οποία φαίνεται ότι τον κάνει να (προ)βλέπει κάποια πράγματα σε πιο απομακρυσμένο χρονικό ορίζοντα...
Όπως συχνά συμβαίνει σε φιλμ του είδους, η αρχική ιδέα είναι πολύ ενδιαφέρουσα, πολύ σύντομα όμως διαπιστώνουμε ότι η σκηνοθετική πρόθεση είναι να φτιαχτεί μία ακόμα ταινία δράσης. Κυνηγητά, πυροβολισμοί, σασπένς με τη βόμβα, ένας Κάειτζ να... πολλαπλασιάζεται σε πολλούς εαυτούς για να ακολουθήσει διαφορετικά μονοπάτια γεγονότων για να επιλέξει το σωστό... και άλλα τέτοια. Όσο για το σενάριο, δεν νομίζω ότι είναι και πολύ πιστευτό με όλα αυτά που επιτυγχάνει ο ήρωάς μας με τόσο μικρή χρονική πρόβλεψη... και γενικά νομίζω ότι υπάρχουν κάμποσες σεναριακές τρύπες σε σχέση με την ικανότητα του πρωταγωνιστή και το πώς αυτή λειτουργεί. Όσο για τη θαυματουργή επίδραση της κοπέλας... ε, να μην υπάρχει και το απαραίτητο ρομαντικό στοιχείο; (το οποίο, σε κάποιο σημείο του φιλμ γίνεται μια - σύντομη ευτυχώς- επανάληψη της "Μέρας της Μαρμότας").
Γενικά, σας είπα στην αρχή: Η ώρα περνάει μάλλον ευχάριστα, αν όμως έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε τότε να το κάνετε!

Σάββατο, Φεβρουαρίου 10, 2018

"THE DISASTER ARTIST": ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΕΝΑΣ ED WOOD...

Στην αχανή ιστορία του κινηματογράφου να είστε σίγουροι ότι δεν υπήρξε μόνο ένας Ed Wood, του οποίου το "Plan 9 from Outer Space" θεωρείται από πολλούς "η χειρότερη ταινία όλων των εποχών". Τη "δόξα" αυτή μοιράζονται - πιστέψτε με - πολλοί άλλοι. Με σχετικά πρόσφατο παράδειγμα τον κάτι-παραπάνω-από-εκκεντρικό Tommy Wiseau, ο οποίος εμφανίστηκε κυριολεκτικά από το πουθενά το 2003 με την πραγματικά απίστευτη ταινία "The Room", η οποία αναμετρήθηκε ευθέως με το "Plan 9" για το... στέμμα της χειρότερης ταινίας ever! Το 2017 ο ηθοποιός και σκηνοθέτης James Franco γυρίζει το "The Disaster Artist", με τον ίδιο ως (εξαιρετικό) πρωταγωνιστή, και αφηγείται την ιστορία του Wiseau και τα... επικά γυρίσματα του "The Room" όσο πιο πιστά μπορεί.
Ο Γκρέγκ Σεστέρο είναι ένας νεαρός στο Σαν Φρανσίσκο που ποθεί διακαώς να γίνει ηθοποιός. Σε κάποιο μάθημα υποκριτικής γνωρίζει τον  Wiseau, έναν εντελώς sui generis και παντελώς μυστηριώδη τύπο: Φορά μονίμως μαύρα γιαλιά, μαύρα δερμάτινα, έχει κατάμαυρα, πολύ μακριά μαλλιά, πολύ βαριά και απροσδιόριστη προφορά, αρνείται να αποκαλύψει την καταγωγή και την ηλικία του (ισχυρίζεται ότι τάχα είναι από τη Νέα Ορλεάνη) και, το πιο παράξενο, είναι πολύ πλούσιος, δίχως τίποτα πάνω του ή στην καθημερινή ζωή του να δείχνει κάτι τέτοιο. Επίσης είναι απόλυτα μοναχικός. Ο περίεργος αυτός τύπος θα προσκολληθεί στον Σεστέρο, τον οποίο θεωρεί όχι μόνο τον καλύτερο, αλλά και τον μοναδικό του φίλο (δίχως να υπάρχει κάτι ομοφυλοφιλικό στη σχέση τους, εκτός αν πρόκειται για πολύ κρυφό πόθο, ο οποίος πάντως ουδέποτε εκδηλώνεται με οποιοδήποτε τρόπο), θα του υποσχεθεί τα πάντα και θα μετακομίσουν και θα συγκατοικήσουν στη Μέκκα του κινηματογράφου, το Λος Άντζελες, όπου ο Wiseau, παντελώς άγνωστο πώς, διαθέτει μεγάλο διαμέρισμα. Εκεί θα αρχίσει να γράφει το σενάριο μιας ταινίας, στην οποία θα είναι επίσης ο σκηνοθέτης, ο πρωταγωνιστής (μαζί με τον Σεστέρο) και ο παραγωγός, ενώ τα χρήματά του φαίνονται ανεξάντλητα. Προσοχή : Όλα αυτά είναι απόλυτα αληθινά!
Η ταινία καταγράφει με τον πιστότερο δυνατό τρόπο τα μυθικά γυρίσματα του εξ ίσου μυθικού φιλμ. Η προσωπικότητα, η προέλευση και η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Wiseau παραμένουν κάτι παραπάνω από μυστηριώδεις (μυστήρια που παραμένουν μέχρι σήμερα άλυτα), τα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τα πλατό προκαλούν όλη την πιθανή γκάμα συνναισθημάτων, από συγκίνηση, αμηχανία έως ασυγκράτητο γέλιο και οι σκηνές του "The Room" ξεναγυρίζονται από τον Franco με θαυμαστή πιστότητα, όπως θα διαπιστώσουμε έκθαμβοι στα credits του τέλους, οπου αντιπαρατίθενται οι σκηνές που γύρισε ο Franco με αυτές της πραγματικής ταινίας. Το "The Room" είναι, άθελά του προφανώς, αφού ο Wiseau ήθελε να γυρίσει ένα... δράμα α λα Τενεσί Ουίλιαμς, πραγματικά ξεκαρδιστικό, και παραμένει απόλυτο cult με διαρκείς μεταμεσονύκτιες προβολές όπου γίνεται χαμός. Όσο για το "Disaster Artist", πέρα από το αλλόκοτο του χαρακτήρα του ήρωα και το γέλιο που θα προκαλέσει σε αρκετά σημεία του, καταδεικνύει συγχρόνως και το πάθος και την αγάπη κάποιων "βαρεμένων", αλλά και ονειροπόλων σε τελική ανάλυση τύπων για το σινεμά. Και απευθύνεται κυρίως σε σινεφίλ, αφού πρόκειται για ταινία που μιλά αποκλειστικά για μια άλλη ταινία και, εντέλει, για το ίδιο το σινεμά.


Τετάρτη, Φεβρουαρίου 07, 2018

"ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ": ΟΤΑΝ Ο TODD HEYNES ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΕΙ...

Να λοιπόν που ήρθε η ώρα να με απογοητεύεσι για πρώτη φορά ο πολύ αξιόλογος Todd Haynes με το "Δωμάτιο των Θαυμάτων" (Wonder struck) που γύρισε το 2017, διασκευάζοντας για την οθόνη ένα επιτυχημένο εφηβικό μυθιστόρημα.
Το φιλμ παρακολουθεί τις παράλληλες πορείες δύο παιδιών με προβλήματα ακοής. Μόνο που η μία εκτυλίσεται στο μακρυνό 1927 ενώ η άλλη στο κοντινότερο 1977. Ο Haynes κινηματογραφεί την παλιά ιστορία ασπρόμαυρη και την πιο σύγχρονη έγχρωμη. Στην πρώτη ένα κωφάλαλο κοριτσάκι το σκάει από το σπίτι του και περιπλανιέται στη Νέα Υόρκη αναζητώντας μια σταρ της εποχής του βωβού, η οποία είναι το ίνδαλμά του. Στην άλλη, την πιο πρόσφατη, ένα επίσης κουφό αγοράκι το σκάει επίσης για τη Νέα Υόρκη, όπου αναζητά τον πατέρα του, ο οποίος δουλεύει σε μουσείο φυσικής ιστορίας. Οι δύο ιστορίες θα συναντηθούν στο τέλος με συγκινητικό τρόπο.
Το κοινά στοιχεία που έχουν τα δύο παιδιά (εκτός της έλλειψης ακοής) είναι η αναζήτηση μιας οικογένειας - καταφύγιου. Εκτός αυτού όμως στην ταινία υπάρχει διάχυτη και μια έντονη κινηματογραφοφιλική διάσταση, αφού το ίδιο το σινεμά παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη, αλλά και γενικότερα υπάρχει νοσταλγική ατμόσφαιρα. Η οικογένεια βεβαίως είναι η ασφάλεια. Πάντως το καταφύγιο για τα παιδιά μπορεί να είναι όχι μόνο η τέχνη (ο κινηματογράφος), αλλά και η επιστήμη στην περίπτωση της ιστορίας των 70ς. Η ταινία θυμίζει αρκετά σαν γενική ατμόσφαιρα το "Hugo" του Σκορσέζε, πράγμα που δεν είναι καθόλου τυχαίο, αφού κι αυτό βασίζεται σε μυθιστόρημα του ίδιου συγγραφέα, του Μπράιαν Σέλζνικ. Το "Hugo" όμως μου άρεσε πολύ περισσότερο.
Νομίζω ότι το πρόβλημα έγκειται στη χαλαρή, flat αφήγηση. Μου φαίνεται ότι λείπει το απαραίτητο σασπένς που θα κρατήσει τον θεατή. Έτσι σε γενικές γραμμές μάλλον βαρέθηκα κατά τη διάρκειά της (που είναι σχεδόν 2 ώρες) και η κορύφωση του τέλους, όταν η συγκίνηση ανεβαίνει, έρχεται πολύ αργά, αφού μέχρι τότε, όπως είπα, η εξέλιξη της ιστορίας μου φάνηκε αρκετά πλαδαρή.
Τι να πω; Ίσως δεν είναι στο στιλ του πάντοτε τολμηρού και ανατρεπτικού Haynes να κινηματογραφεί μια τρυφερή, γλυκειά, νοσταλγική, εφηβική ιστορία. Και μάλλον γι' αυτό αποτυγχάνει (κατά τη γνώμη μου πάντοτε, γιατί κάποιοι ξέρω ότι θα συγκινηθούν). Δεν πειράζει. Παραμένει σημαντικός σκηνοθέτης και ελπίζω να ξαναβρεί προσεχώς τον καλό (και "επικίνδυνο") εαυτό του.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 05, 2018

"1968": ΤΟ ΜΠΑΣΚΕΤ, Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ... ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΙΞ

Αν και ελάχιστα φίλαθλος, γνώριζα ότι το 1968 η ΑΕΚ είχε κατακτήσει το ευρωπαϊκό Κύπελλλο Κηπελλούχων στο μπάσκετ νικώντας στην Αθήνα την Σλάβια Πράγας, γεγονός που αποτέλεσε τον πρώτο θρίαμβο του ελληνικού αθλητισμού σε διεθνές επίπεδο. Το 2018, 50 χρόνια μετά, ο Τάσος Μπουλμέτης αναλαμβάνει να μεταφέρει στην οθόνη το γεγονός με την ταινία "1968". Θα μπορούσε να κάνει ένα ντοκιμαντέρ, εκείνος όμως επιλέγει να φτιάξει ένα σχετικά ασυνήθιστο κράμα ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας και, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, νομίζω ότι τα καταφέρνει.
Το φιλμ μας δείχνει τις σημαντικότερες (αληθινές) φάσεις από τον τελικό, με τον αυθεντικό ραδιοφωνικό σχολιασμό της εποχής. Επίσης παίρνει συνεντεύξεις από όσους από τους παίκτες (και τους τσέχους) ζουν, τους προπονητές κλπ. Ταυτόχρονα, γύρω από αυτόν τον κορμό, στήνει και ένα καθαρά μυθοπλαστικό παιχνίδι. Σκηνές από τα "παρασκήνια", με σύγχρονους ηθοποιούς να ενσαρκώνουν τους τότε παίχτες, αλλά και απλούς ανθρώπους που συγκεντρώνονται σε ένα πρακτορείο ΠΡΟΠΟ για να ακούσουν ραδιοφωνικά το ματς, δείχνοντάς μας τις προσωπικές τους ιστορίες (όλες κινούνται και κάπως σχετίζονται με τον τελικό).
Με το καθαρά ντοκιμαντερίστικο στοιχείο αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον των (σημερινών) φιλάθλων και δείχνει μια ξεχωριστή σελίδα του ελληνικού αθλητισμού. Με το άλλο, το μυθοπλαστικό, προσπαθεί να μιλήσει για την κοινωνική και πολιτική κατάσταση της εποχής (ας μη ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στην αρχή ακόμα της χούντας - οπότε μιλά και για τους διωγμούς των αριστερών και τότε, αλλά και στις προηγούμενες μεταπολεμικές δεκαετίες - και ότι, γενικά, η χώρα διένυε μια σκοτεινή εποχή). Οι ιστορίες μερικές φορές είναι δραματικές ή/και συγκινητικές και άλλες πάλι ευτράπελες. Και, με την ευκαιρία, πηγαίνει πίσω στην ελληνική ιστορία, πριν τη μικρασιατική καταστροφή, δείχνοντάς μας πώς δημιουργήθηκε η ΑΕΚ στην Κωνσταντινούπολη και πώς "μετακόμισε", μετά τους ποικίλους διωγμούς, στην Αθήνα (ο Μπουλμέτης, όπως λέει ο ίδιος, είναι άλλωστε οπαδός της). Και τελικά βγαίνει το συμπέρασμα ότι ένα τέτοιο πρωτοφανές αθλητικό έστω γεγονός καταφέρνει να ενώσει όλους ανεξαιρέτως τους έλληνες, ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις τους και με το αν είναι με τους νικητές ή με τους ηττημένους.
Βρήκα μερικές από τις διαπλεκόμενες αυτές ιστορίες κάπως "εύκολες", ωστόσο με το τέχνασμα αυτό καταφέρνει να κινήσει το ενδιαφέρον ακομα και ενός μη φίλαθλου, όπως εγώ. Και, βέβαια, και τα πολιτικά σχόλια τόσο για την εποχή όσο και για την ελληνική ιστορία γενικότερα, είναι αρκετά.
Δεν ενθουσιάστηκα από το φιλμ, το βρήκα όμως συμπαθητικό και σίγουρα δεν με απογοήτευσε. Και, νομίζω, ότι ο τρόπος που βρήκε ο σκηνοθέτης για να αφηγηθεί αυτή την ιστορία είναι σίγουρα έξυπνος και αρκετά αποτελεσματικός.