Παρασκευή, Νοεμβρίου 18, 2016

ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΕΝΟΣ ΜΕΞΙΚΑΝΙΚΟΥ "BORDERTOWN"

Το δεύτερο φιλμ που έτυχε να δω σχεδόν ταυτόχρονα με το "Trade" και αφορά την εφιαλτική κατάσταση που κυριαρχεί σε κάποιες περιοχές του Μεξικό είναι το Bordertown (2006) του Gregory Nava. Πριν όμως λίγα λόγια για τα αληθινά γεγονότα που ενέπνευσαν την ταινία:
Το Χουάρες είναι μεξικάνικη πόλη κοντά στα σύνορα με τις ΗΠΑ, που χαρακτηρίζεται ως μία από τις πλέον βίαιες μη εμπόλεμες περιοχές στον κόσμο. Μετά τη NAFTA, τη συνθήκη που επέτρεπε το ελεύθερο εμπόριο μεταξύ ΗΠΑ - Μεξικού, εγκαταστάθηκαν εκεί εκατοντάδες (!) εργοστάσια, με αποτέλεσμα να αυξηθεί κάθετα ο πληθυσμός (σήμερα υπολογίζεται σε 1.300.000). Το μεγαλύτερο μέρος του, νεαρές γυναίκες κυρίως, εργάζονται σ' αυτά με μισθούς πείνας και ζουν κάτω απο άθλιες συνθήκες, πολλοί σε παραγκουπόλεις. Ταυτόχρονα η πόλη είναι τεράστιο κέντρο λαθρομετανάσυευσης και έδρα του μεγαλύτερου ίσως καρτέλ ναρκωτικών της χώρας. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, από το 1993-94 αρχίζει μια σειρά δολοφονιών νέων γυναικών, κυρίως εργατριών, που επιστρέφουν σπίτι μετά τη δουλειά. Το φαινόμενο συνεχίζεται μέχρι σήμερα και υπάρχουν ήδη πάνω από 350 νεκρές (!!), ενώ ο αριθμός αγνοουμένων είναι πολύ μεγαλύτερος. Μερικές μάλιστα έχουν βρεθεί σε ομαδικούς τάφους στην έρημο.
Το φιλμ τώρα είναι σίγουρα περισσότερο χολιγουντιανό από το τραχύ "Trade" (Τζένιφερ Λόπεζ και Αντόνιο Μπαντέρας γαρ...), πλην όμως αρκετά ανησυχητικό. Μια φιλόδοξη αμερικανίδα δημοσιογράφος, που έχει θυσιάσει την προσωπική της ζωή για την καριέρα της, φτάνει στο Χουάρες για να καλύψει τα τραγικά γεγονότα. Εκεί θα προσπαθήσει να συνεργαστεί με έναν αδέκαστο και απειλούμενο από παντού ντόπιου ιδιοκτήτη εφημερίδας, με τον οποίο γνωρίζονται από παλιά. Σιγά - σιγά θα εισχωρήσουν στην καρδιά των μυστηριωδών εγκλημάτων. 
Απο τη μία η ταινία είναι αρκετά σοβαρή, αποφεύγοντας μάλιστα τα εύκολα χάπι-εντ, με "ιδρωμένη" και σκονισμένη κιτρινωπών αποχρώσεων φωτογραφία, και αρκετά καταγγελτική (αν και όχι τόσο όσο ίσως θα έπρεπε). Αναφέρεται και λίγο στην περιβόητη NAFTA, πηγή του κακού, αλλά και στη φτώχεια, τις άθλιες συνθήκες εργασίας, στις ανάλγητες πλούσιες οικογένειες που κυριαρχούν στον τόπο, όπως ακριβώς οι παλιοί φεουδάρχες. Από την άλλη βρίσκει εύκολες λύσεις (από την πρώτη κιόλας μέρα η ηρωιδα γίνεται στόχος των φονιάδων και γενικότερα μπαίνει με αδικαιολόγητα μεγάλη ευκολία στα σκοτεινά βάθη των γεγονότων) και, τελικά, αποδίδει τους φόνους σε κάτι σαν σίριαλ κίλερ (Δεν κατάλαβα! Έναν μόνο; Με τόσα πολλά θύματα;). Έτσι συντηρεί συγχρονως και τα χολιγουντιανά κλισέ ενός πολυφορεμένου είδους θρίλερ.
Δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, κακή ταινία, απλώς κάπως "εύκολη" όπως είπαμε. Τη σώζει η τραγικότητα των αληθινών γεγονότων στα οποία στηρίζεται και η αρκετά καταγγελτική της διάθεση (όχι πάντως τόσο όσο θα μπορούσε, επαναλαμβάνω).

Πέμπτη, Νοεμβρίου 17, 2016

"TRADE" Ή ΟΙ ΕΦΙΑΛΤΙΚΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ TRAFFICKING

Συμπτωματικά έτυχε να δω δύο ταινίες που αφορούν το φτωχό Μεξικό, που τείνει να γίνει μία από τις χώρες με την μεγαλύτερη εγκληματικότητα στον κόσμο. Πανίσχυρα κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών, δολοφονίες γυναικών, trafficking, παράνομη λαθρομετενάστευση και ακραία φτώχια συνθέτουν ένα πραγματικά εκρηκτικό μείγμα. Χαρακτηριστικό είναι ότι η εγκληματικότητα αυξήθηκε με την εφαρμογή της NAFTA, συμφωνίας που κατάργησε τους δασμούς ανάμεσα στις χώρες της Β. Αμερικής, οπότε εκατοντάδες εργοστάσια με πάμφτηνο εργατικό δυναμικό δημιουργήθηκαν στα σύνορα με τις ΗΠΑ δημιουργώντας αχανείς παραγκουπόλεις. Μία ακόμα επίπτωση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης...
Το "Trade" γυρίστηκε το 2007 στις ΗΠΑ από τον γερμανό Marco Kreuzpaintner και πρωταγωνιστής είναι ο Κέβιν Κλάιν. Ένα δεκατριάχρονο κορίτσι από τις παραγκουπόλεις της Πόλης του Μεξικό απάγεται από "εμπόρους λευκής σαρκός" και προορίζεται για σκλαβοπάζαρα των ΗΠΑ ή αλλού. Στην αιχμαλωσία τη συντροφεύει μία επίσης απαχθείσα, μεγαλύτερη σε ηλικία, πολωνέζα. Ο νεαρός αδελφός της μικρής, μέλος συμμορίας ο ίδιος, ακολουθεί τους απαγωγείς πασχίζοντας να σώσει την αδελφή του, καθώς νοιώθει υπέυθυνος γι' αυτήν. Στην αναζήτησή του συναντά ένα αμερικάνο αστυνομικό, ο οποίος ακολουθεί κι αυτός τα ίχνη των απαγωγέων για δικούς του, προσωπικούς λόγους. Οι δύο παντελώς αταίριαστοι χαρακτήρες θα αναγκαστούν να συμμαχήσουν για να συνεχισουν την κάτι παραπάνω από επικίνδυνη αναζήτητσή τους.
Η ταινία είναι σκληρή και βλέπεται, νομίζω, με ενδιαφέρον, αφού μας οδηγεί στα άδυτα ενός τεράστιου υπαρκτού προβλήματος. Το trafficking, που τρέφεται με σάρκες από πάμφτωχες τριτοκοσμικές ή πρώην ανατολικές χώρες και που ως θύματα έχει τόσο νέες γυναίκες όσο και παιδιά, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες φρίκες του σύγχρονου κόσμου. Αδίστακτα καθάρματα απαγάγουντα θύματα και εξ ίσου αδίστακτοι αγοραστές αγοράζουν σεξουαλικούς σκλάβους. Πρόκειται για το κοντινότερο στο αρχαίο δουλεμπόριο φαινόμενο της εποχής μας. Ακόμα και κανονικότατοι ιντερνετικοί και τηλεοπτικοί πλειστηριασμοί γίνονται, όπως θα δούμε στο φιλμ.
Σκληρή, βίαια και, σαν ιστορία, ανατριχιαστική, η ταινία προσπαθεί να καταδείξει τους μηχανισμούς που κάνουν να λειτουργεί όλη αυτή η φρίκη. Νομίζω ότι τα καταφέρνει αρκετά καλά. Και διαθέτει έναν τραχύ ρεαλισμό, που δεν εξωραϊζει τα πράγματα. Όσο για τις εικόνες από τις φτωχογειτονιές των μεξικάνικων μεγαλουπόλεων... ίσως από μόνες τους να αρκούν για να καταδείξουν πόσο έχει αποτύχει ο σύγχρονος κόσμος.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2016

ΨΥΧΕΔΕΛΙΚΟΣ "DOCTOR STRANGE"

Ως γνωστόν δεν είμαι φαν των υπερηρωικών ταινιών (και κόμικς). Ωστόσο υπάρχουν μερικές εξαιρέσεις. Ο "Doctor Strange" (2016), ας πούμε, του Scott Derrickson (τον οποίο αντιπαθούσα από την εποχή του κακού ριμέικ στο "Όταν η Γη Σταμάτησε") με διασκέδασε πραγματικά και, νομίζω ότι κάπου διέφερε από τον Marvel συρμό.
Πρόκειται για έναν όχι πολύ γνωστό ήρωα της Marvel, που ξεκίνησε στα κόμικς από το 1963. Ο ήρωας είναι ένας ιδιοφυής και πετυχημένος νευροχειρουργός, κλεισμένος στον εαυτό του, ασχολούμενος μόνο με τη δουλειά του και αρκετά υπερόπτης και σνομπ. Όταν τα χέρια του (το εργαλείο της δουλειάς του, την οποία υπεραγαπά δηλαδή) αχρηστεύονται μετά από ένα αυτοκινητικό ατύχημα και αφού μάταια αναζητήσει ποικίλους τρόπους θεραπείας, καταλήγει σ' ένα μοναστήρι στο Θιβέτ, όπου, υπό τη διδασκαλία της μυστηριώδους ηγουμένης Αρχαίας, η οποία διαθέτει υπερφυσικές δυνάμεις, διευρύνει το πνεύμα του, ανακαλύπτει νέα σύμπαντα και αποκτά σχετικές δυνάμεις και ο ίδιος. Τελικά πείθεται να πολεμήσει το υπέρτατο κακό που απειλεί τα πάντα από το Σκοτεινό Σύμπαν και, βέβαια, αλλάζει και εσωτερικά σαν άνθρωπος.
Κατ' αρχήν, αντίθετα από άλλους υπερήρωες,  εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν ήρωα που σχετίζεται άμεσα με τον ανατολικό μυστικισμό. Όλα εδώ έχουν μια κάπως "new age" διάσταση, την οποία προσωπικά δεν συμμερίζομια στην πραγματική ζωή, εδώ όμως γίνεται διακεδαστική και πρωτότυπη για το είδος. Από την άλλη έχουμε τον Μπάνεντικτ Κάμπερμπατς στον κεντρικό ρόλο, που αλλάζει με την παρουσία του τα δεδομένα (και την Τίλντα Σουίντον βεβαίως). Επίσης εδώ τα εφέ είναι και πραγματικά θεαματικά (στο νου μας έρχονται μεταξύ άλλων τα "Dark City" και "Inception"), αλλά και λειτουργικά. Φυσικά, όπως σε όλα σχεδόν τα φιλμ του είδους, οι χιουμοριστικές ατάκες υπάρχουν και σπάνε την όποια σοβαρότητα. Τέλος, αυτό που εμφανίζεται για πρώτη φορά σε τέτοιο φιλμ, είναι το ψυχεδελικό στοιχείο. Μερικές από τις εικόνες είναι θαρρείς βγαλμένες από αντίστοιχα οπτικά τριπ των 60ς. Άλλωστε μ' αυτό ταιριάζει και το όλο μυστικιστικό κλίμα που λέγαμε, που τόσο της μόδας ήταν την εποχή εκείνη.
Φυσικά τα κλισέ του είδους υπάρχουν και το όλο concept μάλλον αφελές είναι. Αλλά αυτά είναι δεδομένα. Όταν βλέπεις Marvel το ζητούμενο είναι η καθαρή διασκέδαση και όχι κάτι "υψηλότερο". Αντίθετα λοιπόν με τα περισσότερα άλλα φιλμ της, που προσωπικά βαριέμαι, ο "Doctor Strange" την διασκέδαση αυτή μου την προσέφερε απόλυτα. Γι' αυτό λοιπόν τελικά μου άρεσε και, όπως είπα, τον θεωρώ και κάπως διαφορετικό από τον ορυμαγδό τέτοιων φιλμ που μας έχουν κατακλύσει τα τελευταία χρόνια.

Τρίτη, Νοεμβρίου 15, 2016

"ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ": ΝΑ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΙΡΑΝΙΚΟΣ ΤΡΟΜΟΣ!

Ο Babak Anvari είναι ιρανός και ζει πλέον στο Λονδίνο. Το "Στη Σκιά του Φόβου" (Under the Shadow) του 2016 είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Και είναι ταινία τρόμου. Είναι μεν ιρανοβρετανική παραγωγή, πλην όμως όλα τα άλλα (γλώσσα, ηθοποιοί, τόπος κλπ.) είναι ιρανικά. Έτσι μπορούμε να μιλάμε για την πρώτη ιρανική ταινία τρόμου. Και καλή μάλιστα!
Το 1988 ο πόλεμος Ιράν - Ιράκ (από τους πλέον μακροχρόνιους μετά τον Β' παγκόσμιο) μαίνεται και η Τεχεράνη βομβαρδίζεται ανηλεώς από τους ιρακινούς. Ο κόσμος εγκαταλείπει την πόλη και καταφεύγει στην επαρχία, οι πολυκατοικίες αδειάζουν. Μια νεαρή μητέρα, καταπιεσμένη από το φανατικό ισλαμικό καθεστώς, αναγκάζεται να μείνει μόνη με την κόρη της στο διαμέρισμά τους, καθώς ο σύζυγος στέλνεται αλλού. Όταν μια βόμβα πέφτει στην πολυκατοικία, δίχως όμως να εκραγεί, η μικρή κόρη αρρωσταίνει, ενώ όλο και πιο περίεργα, ανησυχητικά και τρομακτικά (πάντοτε όμως που γίνονται αντιληπτά μόνο με την "άκρη του ματιού") γεγονότα συμβαίνουν στο διαμέρισμα. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα, αφού η πολυκατοικία αδειάζει σιγά - σιγά από τους γείτονες που εγκαταλείπουν την πρωτεύουσα. Έτσι και μητέρα και κόρη θα μείνουν ολομόναχες...
Κατ' αρχήν θα πω ότι πρόκειται για μια καλή ταινία τρόμου με φαντάσματα (τζίνια, όπως τα λένε στην Ανατολή, και πιστέψτε με, δεν είναι καθόλου καλοκάγαθα όπως στα παραμύθια). Και μάλιστα δίχως καθόλου εφέ. Το φιλμ είναι σχεδόν ολόκληρο γυρισμένο μέσα στην πολυκατοικία και ο τρόμος, που είναι απόλυτα ατμοσφαιρικός, προκύπτει και από την όλη αγχωτική και κλειστοφοβική κατάσταση. Λίγες φευγαλέες σκιές, κάποιοι θόρυβοι, πολύ λιτά μέσα δηλαδή, είναι εδώ ικανά να μας τρομάξουν. Επιτέλους μπορούμε να φοβηθούμε δίχως πολύπλοκους ψηφιακούς μπαμπούλες. Γι' αυτό και το βρίσκω πολύ καλή ταινία τρόμου, ενός πλήρως παρακμασμένου είδους στην εποχή μας, παρά το ότι χρησιμοποιεί παλιά τεχνάσματα (παιδί, κούκλα κλπ) .
Αυτό όμως που για μένα του δίνει μεγαλύτερη αξία είναι το αλληγορικό στοιχείο και το πολιτικό - ιστορικό φόντο. Παράλληλα με το υπερφυσικό στοιχείο, ο Anvari κατορθώνει να περάσει μια έντονη κριτική στο θεοκρατικό καθεστώς, καθώς δείχνει ανάγλυφα την καταπίεση της γυναίκας κάτω από την κυριαρχία των ισλαμιστών, η οποία μόνο στο διαμέρισμά της μπορεί να είναι ελευθερη (δίχως τσαντόρ και βλέποντας παράνομο... αερόμπικ από απαγορευμένες (!) βιντεοκασέτες με την Τζέιν Φόντα, ενώ η συνέχιση των σπουδών της τής έχει απαγορευτεί). Ταυτόχρονα μπορεί να ειδωθεί και σαν αντιπολεμική κριτική, αφού το Κακό έρχεται με μια βόμβα - αλλά και η όλη κατάσταση είναι δυσάρεστη λόγω του πολέμου, πριν εμφανιστούν τα πνεύματα.... Αυτός ακριβώς ο συνδυασμός ιστορικού - ρεαλιστικού φόντου και μεταφυσικού τρόμου είναι που μου άρεσε στο φιλμ.
Μην φοβηθείτε για την εθνικότητα και τη γλώσα. Συνίσταται οπωσδήποτε στους φίλους του είδους, αλλά και σε σινεφίλ γενικότερα, αφού, όπως είπαμε, είναι πολέπίπεδο και έξυπνο. και μάλιστα σε μια "ξερή" εποχή για τον τρόμο

Κυριακή, Νοεμβρίου 13, 2016

ΕΞΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΥΣΚΟΛΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΤΟ "ΒΑΜΜΕΝΟ ΠΕΠΛΟ"

Το "Βαμμένο Πέπλο" (Painted Veil) βασίζεται σε βιβλίο του Σόμερσετ Μομ. Διαβάζω ότι έχει μεταφερθεί άλλες δύο φορές στην οθόνη παλιότερα. Εδώ μας ενδιαφέρει η εκδοχή του 2006 του John Curran, με τον Έντουαρντ Νόρτον και τη Ναομί Γουάτς στους βασικούς ρόλους.
Η ταινία μας μεταφέρει στην ταραγμένη Κίνα της δεκαετίας του 20. Εκεί θα φτάσει ένα ζευγάρι νιόπαντρων βρετανών : Ένας γιατρός και η όμορφη σύζυγός του. Το ζευγάρι αποξενώνεται όταν ο σύζυγος ανακαλύπτει την απιστία της γυναίκας του. Με ένα μείγμα αυτοθυσίας και εκδίκησης από μέρους του, θα την υποχρεώσει να κατοικήσουν μαζί σε ένα μικρό, ξεχασμένο χωριό στην καρδιά της περιοχής όπου έχει ξεσπάσει επιδημία χολέρας, όπου ο γιατρός θα προσφέρει ατρόμητα τις πολύτιμες υπηρεσίες του. Ταυτόχρονα, για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, ο κινεζικός εθνικισμός ανεβαίνει κάθετα και ένας πιθανός εμφύλιος βρίσκεται προ των πυλών.
Δράμα χαρακτήρων, το φιλμ συνδυάζει πετυχημένα κατά τη γνώμη μου τις προσωπικές σχέσεις με το ταραγμένο ιστορικό φόντο. Αλλά και με την κυριαρχία μιας οργιώδους φύσης, που ζώνει από παντού τους ήρωες. Από εκεί και πέρα όλο το ενδιαφέρον πέφτει στην εξέλιξη των μεταξύ τους σχέσεων. Ψυχρότατες αρχικά εξ αιτίας της απιστίας, με έναν εκδικητικό και δίχως αισθήματα σύζυγο, θα εξελιχτούν βαθμιαία σε ένα παράξενο είδος αμοιβαίας εκτίμησης, αλλά η κατάσταση γύρω τους διαρκώς θα χειροτερεύει...
Βρήκα την ταινία ενδιαφέρουσα, ακριβώς λόγω της κατάδειξης της αλλαγής των ανθρώπινων συναισθημάτων, των ανθρώπινων σχέσεων γενικοτερα. Ο έρωτας, η μετατροπή του σε στοργή και συντροφικότητα, η αμοιβαία αποξένωση, όλα υπάρχουν εδώ. Όσο για τους χαρακτήρες (ιδιαίτερα ο αντρικός) είναι πολύπλοκοι και πολυεπίπεδοι. Όντως ο ήρωας δύσκολα κατατάσσεται με απλοϊκούς όρους του στιλ "καλός - κακός". Αντίθετα μέσα του μοιάζουν να υπάρχουν αντικρουόμενα συναισθήματα και δυνατότητες τόσο για το καλό όσο και για το κακό. Πρόκειται για έναν από τους πλέον αταξινόμητους χαρακτήρες που έχω συναντήσει στην οθόνη.
Η φωτογραφία, της φύσης κυρίως, είναι εντυπωσιακή, το ταραγμένο ιστορικό φόνταο που λέγαμε εντείνει την αγωνία και την ανασφάλεια των ηρώων και, γενικά, αν σας αρέσουν τα δραματικά φιλμ εποχής- με μια μεγάλη δόση εξωτισμού - νομίζω ότι θα το απολαύσετε.

Σάββατο, Νοεμβρίου 12, 2016

Η "ΑΓΡΙΑ ΣΥΜΜΟΡΙΑ" ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ

Το 1969 ο Sam Peckinpah (1925-1984) γυρίζει την κλασική "Άγρια Συμμορία", που μερικοί την θεωρούν την καλύτερη ταινία του και που κατά τη γνώμη μου παραμένει ένα από τα καλύτερα γουέστερν όλων των εποχών, και μάλιστα σε μια εποχή που το είδος έφθινε.
Μια συμμορία, της οποίας τα δύο βασικά μέλη είναι πλέον μεσήλικες, οργανώνουν ένα τελευταίο κόλπο πριν αποσυρθούν. Όταν αυτό αποτυγχάνει και καταλήγει σε λουτρό αίματος λόγω των κυνηγών επικηρυγμένων που ακολουθούν τη συμμορία, τα μέλη θα πάνε στο Μεξικό - συζητώντας πάντα για οριστική απόσυρση - θα εμπλακούν στην μεξικάνικη επανάσταση και, σε μια κυριολεκτικά αποστολή αυτοκτονίας, θα αποφασίσουν να ελευθερώσουν έναν σύντροφό τους, που έχει αιχμαλωτιστεί από έναν σκληρό μεξικάνο στρατηγό. Ταυτόχρονα ένα παλιό μέλος της συμμορίας έχει (με βαριά καρδιά) αναλάβει το ρόλο του διώκτη τους από τη μεριά του νόμου.
Ελεγειακό γουέστερν, σκληρό, βίαιο και αιματοβαμένο, μιλά για πολλά πράγματα. Για το τέλος μιας εποχής πρώτα - πρώτα και μάλιστα σε δύο επίπεδα: Σε προσωπικό επίπεδο τα βασικά μέλη αρχίζουν να γερνάνε και δεν αντέχουν πια αυτή τη ζωή, που, ωστόσο, τους έχει χαρίσει μεγάλες στιγμές στο παρελθόν. Αυτό που τώρα κυριαρχεί είναι κούραση... Σε κοινωνικό επίπεδο είναι ο κόσμος γύρω τους που αλλάζει, οι παλιοί κώδικες που χάνονται, η τεχνολογία που μπαίνει στις ζωές τους (μας). Μιλά επίσης για συγκεκριμένους κώδικες τιμής, που κρατούνται μέχρι τέλους με οποιοδήποτε τίμημα. Ακόμα κι αν αυτό είναι ο θάνατος. Μιλά για την αντρική φιλία, που μοιάζει να είναι πάνω απ' όλα.Και ίσως και για άλλα, που εσείς μπορεί να νανακαλύψετε. Με όλα αυτά το παλιό Φαρ Ουέστ μυθοποιείται εδώ, και μάλιστα τη στιγμή ακριβώς που αργοπεθαίνει, που χάνεται. Οι παράνομοι είναι πιο ανθρώπινοι, έχουν περισότερη "μπέσα". Ο νόμος- ή μάλλον αυτοί με το μέρος των οποίων είναι ο νόμος - είναι άπληστοι, σκληροί και χυδαίοι. Όπως και να το κάνουμε πάντως λιγότερο συμπαθείς από τους ήρωες του φιλμ.
Φυσικά, όπως συνήθως στα φιλμ του Peckinpa, το αίμα ρέει άφθονο, οι σκηνές βίας σε slow motion διαδέχονται η μία την άλλη (μια τόσο συνηθισμένη σήμερα τεχνική, που αυτός χρησιμοποίησε πρώτος), και η δράση δεν κορυφώνεται μία μόνο φορά... Συγχρόνως όμως με αυτά η έντονη μελαγχολική ατμόσφαιρα, αυτή που υπογραμμίζει το "τέλος εποχής" σε κάθε επίπεδο, που λέγαμε και πριν, είναι πανταχού παρούσα. Στο τέλος, το ξέσπασμα, η λύτρωση θαρρείς μέσω του θανάτου, αυτό το φοβερά απλό και τόσο δυνατό "Γιατί όχι;" που ακούγεται, κάνει το βίαιο φιλμ ακόμα και συγκινητικό. Βλέπετε, κάποιοι δεν μπορούν να χωρέσουν στη νέα εποχή. Κι αν το δεις πολιτικά, τελικά οι μόνοι κερδισμένοι απ' όλο αυτό το μακελειό είναι οι φτωχοί χωρικοί, τα μόνιμα θύματα που καταπιέζονται από παντού.
Νομίζω ότι η ταινία παραμένει μεγάλη όσα χρόνια κι αν περάσουν. Αν βέβαια αποδεχτούμε την έντονη βία σε όλο το έργο του  Peckinpa.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 11, 2016

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ ΠΑΡΑ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ "7 ΛΕΠΤΑ ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ"

Ο ισπανός Juan Antonio Bayona έχει φαίνεται για τα καλά μπει στο χώρο του αγγλόφωνου, αμερικανο-κάτι-άλλο κινηματογράφου. Μετά το πολύ καλό ισπανικό "Ορφανοτροφείο" έκανε το "The Impossible", ενώ το 2016 μεταφέρει στην οθόνη το εφηβικό μπεστ σέλερ του Πάτρικ Νες "A Monster Calls" ("7 Λεπτά μετά τα Μεσάνυχτα" στην Ελλάδα).
Ένα 12χρονο αγόρι ζει δυστυχισμένα, καθώς η νεαρή, χωρισμένη μητέρα του πάσχει από ανίατη ασθένεια, η γιαγιά του είναι αυταρχιή και καταπιεστική, ενώ στο σχολείο αποτελεί μόνιμο θύμα μπούλινγκ από μια ομάδα συμμαθητών του. Μια νύχτα δέχεται την επίσκεψη ενος τέρατος με τη μορφή ενός γιγάντιου κινούμενου δέντρου. Το τέρας, στις διαδοχικές του επισκέψεις, θα του αφηγηθεί τρείς συμβολικές ιστορίες και θα απαιτήσει από τον μικρό να πει μία δική του, που περιλαμβάνει την απόλυτη αλήθεια για το πώς νοιώθει.
Η ταινία είναι βέβαια ταινία φαντασίας, εντυπωσιακή μάλιστα σε κάποιες εικόνες της. Διαθέτει μάλιστα και κάποια σκοτεινή ατμόσφαιρα, στην αρχή κυρίως. Ωστόσο είναι κάτι παραπάνω από σαφές ότι το βάρος πέφτει όχι τόσο στο φανταστικό ή στον τρόμο, αλλά στο δράμα.  Και μάλιστα βαρύ δράμα. Κυρίως στις σχέσεις του παιδιού με τη μητέρα του, στα πιο βαθιά και κρυφά συναισθήματα που αυτό τρέφει για εκείνη. Το ψυχαναλυτικό στοιχείο υπάρχει έντονο και όλα μοιάζουν να λύνονται (κάπως αφελώς κατά τη γνώμη μου) όταν βγάλουμε στο φως τις αλήθειες που κρύβουμε μέσα μας (συχνά τις κρύβουμε κι από τον ίδιο μας τον εαυτό). Τελικά έχουμε να κάνουμε με ένα ψυχολογικό δράμα που "κρύβεται" κάτω από το φανταστικό στοιχείο.
Οι εικόνες ισοροπούν ανάμεσα στον καθημερινό ρεαλισμό και την γοτθική ατμόσφαιρα του φανταστικού, κι αυτή η "αταίριαστη" ισοροπία δίνει μια ιδιαιτερότητα στο φιλμ. Οι ιστορίες που αφηγείται το τέρας "εικονογραφούνται" με όμορφο εικαστικά animation, που ταιριάζει με τις εικόνες που ζωγραφίζει το παιδί. Αυτό το πάντρεμα κινηματογραφικής εικόνας και animation εξασφαλίζει άλλη μια ιδιαιτερότητα. Ωστόσο συνολικά δεν μπορώ να πω ότι η ταινία με ενθουσίασε. Είναι ευαίσθητη και όμορφη αισθητικά, αλλά το πολύ δράμα και η κάπως απογοητευτική λύση μάλλον με κούρασαν. Πάντωςπαραμένει μια αρκετά ιδιαίτερη ταινία.
Τελικά νομίζω ότι από τα τρία προτιμώ το πρώτο φιλμ του Bayona, το "Ορφανοτροφείο".

Τετάρτη, Νοεμβρίου 09, 2016

"ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ, ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ", ΟΙ ΚΑΛΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΚΟΙ

Ο βέλγος Bouli Lanners είναι ηθοποιός και σκηνοθέτης, τον οποίο αγνοούσα. Το 2016 γυρίζει το "Les Premiers les Derniers" (Οι Πρώτοι οι Τελευταίοι), ένα ασυνήθιστο νουάρ (ή περίπου), το οποίο προσωπικά μου άρεσε πολύ.
Δύο πενηντάρηδες πλέον σύγχρονοι "κυνηγοί επικηρυγμένων" ψάχνουν να βρουν έναπολύτιμο  κινητό που κάποιοι έκλεψαν από τον εργοδότη τους. Καθώς το ανθρωποκυνηγητό θα συνεχιστεί σε μια μουντή, βροχερή και άσχημη επαρχία, θα διαπιστώσουν ότι το κινητό το έχει κλέψει ένα ζευγάρι ελαφρά καθυστερημένων, που το έχουν σκάσει από το ίδρυμά τους και ζουν σαν κλοσάρ. Συγχρόνως στην ιστορία εμπλέκονται μεταξύ άλλων μια ομάδα βέλγων ή γάλλων (δεν ξέρω πού ακριβώς διαδραματίζεται το φιλμ) "rednecks" (ναι, δεν υπάρχουν μονο στην Αμερική τέτοιοι), μια γυναίκα που περιθάλπει έναν από τους δύο κυνηγούς, ο μυστηριώδης εργοδότης και ο... Ιησούς.
Η ταινία με κράτησε από την αρχή ως το τέλος. Διαθέτει έξυπνο, δίχως κενά σενάριο, πολύ ενδιαφέροντες και πρωτότυπους χαρακτήρες, καλούς διαλόγους, σασπένς και μια υφέρπουσα μελαγχολία, που κάποιες στιγμές μετατρέπεται σε γλυκύτητα, ενώ το χιούμορ είναι κι αυτό παρόν. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο είναι η ανατροπή όχι στο σενάριο και στις όποιες αποκαλύψεις, αλλά στους ίδιους τους χαρακτήρες. Στην αρχή δύσκολα θα μαντέψει κανείς ποιοι είναι οι "καλοί" και οι "κακοί" (σχηματικά το λέω, δεν υπάρχουν ακριβώς τέτοιοι) και βαθμιαία η ανθρωπιά θα ξεπεταχτεί από εκεί που δεν το περιμένεις, ενώ οι δύο κυνηγοί παρουσιάζονται ως τυπικοί κουρασμένοι loosers. Η φωτογραφία εντυπωσιάζει επίσης τονίζοντας την ασχήμια, τη γκριζάδα, τη θλίψη της (βελγικής ή γαλικής) επαρχίας, μιας επαρχίας κατοικημένης από κάθε άλλο παρά καλοκάγαθους και αθώους κατοίκους.
Εξαιρετικό σύγχρονο νουάρ με όχι τόσο πολύπλοκο σενάριο, όσο με πολύπλοκους και εξελισόμενους χαρακτήρες, διαθέτει και την πρωτοτυπία ότι διαδραματίζεται στην άχαρη ύπαιθρο και όχι, όπως συνήθως συμβαίνει στο είδος, στην πόλη. Θα προσπαθησω να δω κι άλλες ταινίες του σκηνοθέτη.
ΥΓ: Στο φιλμ κάνει μια απροσδόκητη εμφάνιση σε μικρό ρόλο ο Μαξ φον Σίντοφ!

Τρίτη, Νοεμβρίου 08, 2016

ΟΤΑΝ ΤΑ ΕΝΤΟΜΑ ΜΕΤΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΙ ΣΤΟ "MIMIC"

Το έχω ξαναγράψει: Ο μεξικάνος Guillermo Del Toro, κινούμενος πάντοτε στο χώρο του φανταστικού, γυρίζει εξαιρετικές ισπανόφωνες ταινίες, ενώ όταν πάει στο Χόλιγουντ και κάνει αγγλόφωνες το αποτέλεσμα είναι τις περισσότερες φορές μέτριο. Το 1997 φοβάμαι ότι ήταν η σειρά της μετριότητας, αν τουλάχιστον κρίνουμε από το φιλμ τρόμου "Mimic" (για να πούμε την αλήθεια ήταν η δεύτερη μόλις ταινία του και ακόμα δεν είχε δείξει τις δυνατότητές του).
Μια εντομολόγος σώζει την ανθρωπότητα από μια μυστηριώδη θανατηφόρα ασθένεια που προσβάλλει παιδιά, δημιουργώντας μεταλλαγμένα έντομα, τα οποία σκοτώνουν τις κατσαρίδες, που είναι οι φορείς της ασθένειας. Τρία χρόνια μετά τερατώδη γιγάντια έντομα (ή μήπως άνθρωποι - έντομα;) εμφανίζονται στους αχανείς υπονόμους της πόλης σκορπίζοντας τον τρόμο. Και, καθως στρέφονται ενάντια στους ανθρώπους, αυτό που μπορεί να συμβεί από εδώ και πέρα θα είναι πολύ πιο εφιαλτικό. Τα τέρατα βεβαίως πολεμά στους υπονόμους - ποια άλλη;- η ίδια η εντομολόγος με τον σύζυγό της και έναν - δύο άλλους...
Κατ' αρχήν είναι ενδιαφέρουσα η ιδέα ότι θέλοντας να δημιουργήσεις κάτι καλό, να νικήσεις δηλαδή μια φοβερή αρρώστια, δημιουργείς κάτι φριχτό, που απειλεί με τη σειρά του ολόκληρη την ανθρωπότητα. Εδώ δεν έχουμε "τρελό επιστήμονα", αλλά μόνο αγαθές προθέσεις. Από εκεί και πέρα όμως το μυαλό του θεατή θα πάει κατ' ευθείαν στο "Alien" - και πιο πολύ στο δεύτεροο "Aliens", του οποίου η επιροή είναι εμφανέστατη. Εκτός αυτού η δράση είναι συχνά προσχηματική, ο τρόμος δεν είναι ακριβώς τρόμος, αλλά περισσότερο αηδία (βρώμικοι υπόνομοι, κατσαρίδες, γιγάντια έντομα, υγρά αυγά που στάζουν και αντίστοιχα κουκούλια, εντόσθια εντόμων και ζουμιά εντόμων με τα οποία όλοι πασαλείβονται, και συγνώμη αν σας έκοψα την όρεξη...), μάλλον ξέρουμε από την αρχή ποιοι από τους "καλούς" θα πεθάνουν και ποιοι θα επιβιώσουν... και εν τέλει μας περιμένει και ένα ηλίθιο φινάλε. Αφείστε δε και τις σεναριακές αυθαιρεσίες (το παιδί γιατί δεν το φάγανε;) Το τυπικό, βαρετό Χόλιγουντ σε μια ακόμα μπανάλ εκδοχή του.
Εντάξει, μην το θάψω εντελώς. Βλέπεται και ίσως κρατά τον θεατή για δύο ώρες, αλλά μέχρις εκεί και απολύτως τίποτα περισσότερο. Αν σκεφτείτε ότι οι επιρροές που λέγαμε μπορεί να θεωρηθούν από κάποιους και αντιγραφές, νομίζω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν Del Toro στα χειρότερά του (μόνο το "Pacific Rim" του βρήκα ακόμα χειρότερο). Ήταν βέβαια η δεύτερη μόλις ταινία του και ακόμα δεν είχε δείξει τις δυνατότητές του.

Κυριακή, Νοεμβρίου 06, 2016

ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΙ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΙ ΣΤΙΣ "ΓΕΦΥΡΕΣ ΤΟΥ ΜΑΝΤΙΣΟΝ"

Να λοιπόν που μια απο τις πιο τρυφερές, ευαίσθητες και ρομαντικές ταινίες των πολλών τελευταίων χρόνων έγινε από έναν "σκληρό" του σινεμά. Μιλώ για τις θαυμάσιες "Γέφυρες του Μάντισον" του 1995 και, βέβαια, για τον Clint Eastwood, ο οποίος εδώ μάλιστα αποσπά και εξαιρετικές ηθοποιίες από την Μέριλ Στριπ και... τον εαυτό του.
Σε μια συντηρητική επαρχία των ΗΠΑ, μετά το θάνατο της μητέρας τους, τα 40κάτι πλέον παιδιά της, άντρας και γυναίκα, με μια μάλλον όχι και τόσο ευχάριστη προσωπική  ζωή, διαβάζουν τα γράμματα που τους άφησε και ανακαλύπτουν εμβρόντητοι ότι η "τέλεια νοικοκυρά", πρότυπο επαρχιακής παντρεμένης γυναίκας, είχε κάποτε εραστή. Σοκαρισμένοι αρχικά μαθαίνουν για μια παθιασμένη σχέση που κράτησε 4 μόλις μέρες, αλλά λίγο έλειψε να αλλάξει ριζικά ολόκληρη τη ζωή της (τη ζωή τους μάλλον), κι εμείς μεταφερόμαστε στην επαρχία Μάντισον στις αρχές των 60ς όταν η αψεγάδιαστη σύζυγος και μητέρα γνωρίζει έναν μποέμ φωτογράφο του National Geographic που φτάνει στην ξεχασμένη περιοχή τους, όταν σύζυγος και παιδιά θα λείψουν για 4 μέρες για ένα τοπικό πανηγύρι, και όλα όσα κρύβει βαθιά μέσα τους θα ξεσπάσουν.
Δεν ξέρω τι να πρωτοθαυμάσω σε ένα τόσο χαμηλότονο φιλμ όπως αυτό, γεμάτο όμως με νοήματα και ευαισθησία. Είναι εξαιρετική η μελέτη και η ανάδειξη μιας μακράς σειράς καταστάσεων: Της επαρχιακής και οικογενειακής πλήξης μιας γυναίκας. Της σφοδρής σύγκρουσης συναισθήματος και λογικής, ρομαντισμού και πραγματικότητας. Των ονείρων που χάνονται, καλυμμένα από τόννους ρουτινιάρικης καθημερινότητας. Των συμβιβασμών που αναγκαζόμαστε όλοι να κάνουμε στη ζωή μας. Της ανάλυσης του ερωτικού πάθους, που, αλοίμονο, δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα. Της ήσυχης, γλυκιάς και υπνωτικής επαρχιακής μελαγχολίας. Και, εντέλει, της κυριαρχης αίσθησης του καθήκοντος (ή μήπως των κοινωνικών συμβάσεων;), το οποίο όμως δεν είναι ακριβώς μια βαρύτατη θυσία, με την έννοια ότι υποχρεώνει στην απομάκρυνση από το πάθος, αλλά προσφέρει κι αυτό τη δική του μικρή, ήπια, καθημερινή ικανοποίηση. Αν και η έννοια της θυσίας παραμένει βασική...
Συγκίνηση, δίχως όμως μελό, υπέροχη φωτογραφία, που αναδεικνύει τόσο την ομορφιά όσο και τη μελαγχολία της ήσυχης επαρχιακής φύσης, πάθη που σιγοβράζουν δίχως ποτέ να ξεσπάνε, θαυμάσιοι χαρακτήρες και, τελικά, ένας μεγάλος, ανεκπλήρωτος έρωτας σαν επίκεντρο όλων αυτών, συνθέτουν μια από τις πιο όμορφες ταινίες του είδους. Χωρίς δράση ή έντονες δραματικές κορυφώσεις, προειδοποιώ και πάλι, αλλά αυτή ακριβώς είναι νομίζω η αξια της. Οι αργοί σχετικά ρυθμοί, τα βουβά πάθη, οι χαμηλοί τόνοι, εναρμονίζονται τέλεια με την όλη μελαγχολία που θέλει να δείξει. Είναι αυτό που προσωπικά θα χαρακτήριζα βαθιά συγκινητικό, δίχως κορώνες και φωνές. Απλώς τέλεια αρμονικό σαν ιστορία, νόημα και ατμόσφαιρα.

Σάββατο, Νοεμβρίου 05, 2016

Ο ΧΑΡΙ ΠΟΤΕΡ, Ο ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΤΟΥ ΑΖΚΑΜΠΑΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΑΓΕΙΑΣ

Η σειρά των σούπερ μπεστ σέλερ βιβλίων του Χάρυ Πότερ έγινε βέβαια σειρά επίσης πετυχημένων στα ταμεία (και ευχάριστων σε γενικές γραμμές) ταινιών (προς μεγάλη χαρά, φαντάζομαι, της J.K. Rowling, ιδαίτερα σε οικονομικό επίπεδο). Το 2004 κυκλοφορεί η τρίτη ταινία της σειράς, το "Harry Potter and the Prisoner of Azkaban", μάλλον η καλύτερη μέχρι τότε. Αναμενόμενο βεβαίως, αφού τη σκηνοθεσία παίρνει από τα χέρια του απλώς καλού διεκπεραιωτή Chris Colombus ο σαφώς περισσότερο ικανός και "ψαγμένος" μεξικάνος Alfonso Cuaron.
 Ο Πότερ βρίσκεται στο τρίτο έτος της σχολής μαγείας του Hogwats, ένα έτος όπου σημαδιακά πράγματα συμβαίνουν σ' αυτό: Αποκτά καινούριο καθηγητή στο μάθημα της "Άμυνας ενάντια στις Σκοτεινές Τέχνες", γνωρίζεται με έναν... γρύπα, αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι ο παρανοϊκός δολοφόνος Σίριους Μπλακ δραπετεύει από το Αζκαμπάν, όπου κρατείται, και, όπως όλα δείχνουν, αναζητά τον Πότερ. Χειρότερο ακόμα είναι ότι τον αναζητούν και κάποιες σκοτεινές οντότητες, οι εφιαλτικοί Dementors, φύλακες του Αζκαμπάν. Σύντομα ο ήρωάς μας θα μάθει ότι ο Σίριους Μπλακ, ενώ ήταν ο αγαπημένος φίλος των νεκρών γονιών του, σχετίζεται άμεσα με τον θάνατό τους...
Φυσικά πρόκειται απλώς για μια ακόμα θεαματική περιπέτεια του Χάρι Πότερ. Χορταστική, διασκεδαστική, που εγγυάται δύο (και παραπάνω) ευχάριστες ώρες. Ωστόσο αυτή εδώ διαθέτει και κάτι παραπάνω: Αρκετά σκοτεινό κλίμα (κυρίως λόγω της παρουσίας των Dementors, αλλά και του φυγά Σίριους) και αρκετές απροσδόκητες ανατροπές. Ποιοι είναι αληθινά οι "καλοί" και ποιοι οι "κακοί"; Είναι πάντοτε τα πράγματα όπως φαίνονται; Προφανώς όχι...
Όπως αποδεικνύει εδώ, ο Cuaron μπορεί να φέρει άνετα σε πέρας μια κλασική χολιγουντιανή υπερπαραγωγή. Και μάλιστα από τις χορταστικές του είδους. Εκτός από τη σκοτεινή ατμόσφαιρα που προαναφέραμε, κατορθώνει να μην κουράσει τον θεατή στα 142 λεπτά της διάρκειάς του. Δεν είναι λίγο αυτό.
Γενικά, χωρίς να είμαι ιδιαίτερα φαν των βιβλίων ή των ταινιών του Χάρι Πότερ, βρίσκω την ταινία διασκεδαστική και ευχάριστη, και μάλιστα μάλλον από τις καλύτερες της τόσο πετυχημένης σειράς.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 03, 2016

ΤΟ "ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ" ΦΤΑΝΕΙ ΣΤΑ ΑΚΡΑ ΣΤΟ "WILD"

Τρίτη μεγάλου μήκους ταινία της γερμανίδας (και ηθοποιού) Nicolette Krebitz (την οποία ομολογώ ότι αγνοούσα), το "Wild" του 2016 εντυπωσιάζει τόσο με το ωμό και στα άκρα καλεσμα της φύσης που πρεσβεύει όσο και με τη δυσκολία των γυρισμάτων καθ' εαυτή. Σίγουρα πάντως είναι φιλμ που δεν θα ξεχάσετε σύντομα.
Μια μοναχική, εργαζόμενη κοπέλα, περνά μια μουντή, γκρίζα και ανούσια ζωή. Ώσπου μια μέρα, σε ένα πάρκο το οποίο διασχίζει κάθε πρωί για να πάει στη δουλειά της, συναντά έναν λύκο, ο οποίος προφανώς κάπως έχει κατέβει στην πόλη. Το ζώο γίνεται έμμονη ιδέα της ηρωίδας. Μετά από καιρό και με ποικίλες μεθόδους καταφέρνει να το πιάσει και, ναρκωμένο, να το οδηγήσει στο διαμέρισμά της. Από εκεί και πέρα ξεκινά μια απίστευτη, δύσκολη συμβίωση. Ή μήπως θα έπρεπε να πούμε ένας έρωτας;
Το φιλμ κυριαρχείται από την ιδέα της απόριψης κάθε μορφής πολιτισμού και κοινωνικότητας και την απόλυτη, τέλεια επιστροφή στη φύση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Η ηρωίδα ξεκινά με ένα είδος εμμονής για το ζώο. Κάποια στιγμή αυτό θα εξελιχτεί σε ένα είδος επίσης έρωτα και στη συνέχεια ο δεσμός τους θα γίνει όλο και πιο βαθύς, καθώς εκείνη μοιάζει να απορρίπτει όλο και πιο ολοκληρωτικά κάθε μορφή ανθρώπινης κοινωνίας. Μιας κοινωνίας, άλλωστε, που δεν παρουσιάζεται με τα πιο όμορφα χρώματα...
Αλληγορία για τα καταπιεσμένα ένστικτα που όλοι κρύβουμε μέσα μας (ή, αν προτιμάτε, για το κτήνος μέσα μας), μαύρη σάτιρα των κοινωνικών συμβάσεων και της κοινωνικής καταπίεσης, μιλώντας για τη δύσκολη και ζωώδη ελευθερία της φύσης, η ταινία ίσωςνα σας γίνει ακόμα και ενοχλητική με κάποιες σκηνές της. Μέχρι κάποιο σημείο μάλιστα μου θύμισε την "Αποστροφή" του Πολάνσκι, λόγω της βαθμιαίας εγκατάλειψης των πάντων από την ηρωίδα. Φυσικά εδώ έχουμε απόλυτα διαφορετικό concept και όσο συμβαίνουν συμβαίνουν για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Πέραν αυτών πάντως είναι αξιοθαύμαστο και το πώς γυρίστηκε το φιλμ. Βλέπετε εδώ δεν υπάρχει τίποτα ψηφιακό. Πρόκειται για έναν αληθινό λύκο, που "παίζει" με την πρωταγωνίστρια στα στενά όρια ενός μικρού διαμερίσματος.
Το συνιστώ σαν κάτι πρωτότυπο και παράξενο. Και ακραίο, αν θέλετε, και κάπως δύσκολο. Το βρήκα όμως δυνατό και, συνολικά, αν μη τι άλλο, μια αξέχαστη κινηματογραφική εμπειρία.

Τρίτη, Νοεμβρίου 01, 2016

ΜΕΛΟΔΡΑΜΑΤΙΚΗ "JULIETA"

Το 2016, και μετά το διάλειμμα της σαχλής κατά τη γνώμη μου κωμωδίας "Δεν Κρατιέμαι", ο Pedro Almodovar επιστρέφει στη φόρμα του μελοδράματος, που τόσο καλά ξέρει να χειρίζεται, με την δραματική "Julieta".
Μια 55άρα πετυχημένη γυναίκα, που ετοιμάζεται να μετακομίσει από τη Μαδρίτη στη Βαρκελόνη με τον φίλο της, αλλάζει γνώμη όταν συναντά στο δρόμο μια παιδική φίλη της κόρης της, από την οποία μαθαίνει ότι η κόρη ζει και μάλιστα έχει οικογένεια και τρία παιδιά. Βλέπετε, έχει πολλά χρόνια να μάθει οτιδήποτε για κείνη, ακόμα και για αν και πού ζει ή αν πέθανε. Με ένα flash back διαρκείας, με αφορμή το γράμμα που αποφασίζει να της γράψει, μαθαίνουμε τι συνέβει στο παρελθόν στη νεαρή τότε Julieta. Πώς γνώρισε τον άντρα της μια νύχτα σ' ένα τρένο και κάτω από ποιες συνθήκες έφτασε να μην έχει καμία απολύτως επαφή με την αγαπημένη της κόρη.
Φυσικά πρόκειται για μια συγκινητική ιστορία, στην οποία το συναίσθημα έχει τον πρώτο λόγο. Η σχέση μάνας - κόρης κυριαρχεί (συχνό θέμα άλλωστε η μητέρα στο έργο του Almodovar), κρυμένα μυστικά αποκαλύπτονται στην πορεία, σχέσεις οριμάζουν ή καταρρέουν, το ερωτικό πάθος όπως πάντα υπάρχει κι αυτό, οι γυναίκες έχουν φυσικά τον πρώτο λόγο και, τελικά, είναι πιθανόν και να σας ξεφύγει ένα δάκρυ. Ο σκηνοθέτης είναι βέβαια εξαιρετικός σ' αυτό που κάνει. Ωστόσο εδώ νομίζω ότι λείπει ένα βασικό στοιχείο της δουλειάς του: Το κωμικό. Ή μάλλον όχι ακριβώς κωμικό. Αυτό που συχνά συμβαίνει με τις ταινίες του είναι ότι ναι μεν είναι συνηθως μελοδράματα, αλλά όσα συμβαίνουν είναι τόσο τραβηγμένα, τόσο overdose, που, σε συνδυασμό με τα έντονα χρώματα (σε βαθμό κιτς) που φορτώνουν ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα, φτάνουν να βγάλουν ακόμα και γέλιο μέσα στο τόσο δράμα. Στην "Julieta" αυτό δεν υπάρχει. Δεν χαμογελάς με τις αλμοδοβαρικές ακρότητες. Εδώ έχουμε να κάνουμε με καθαρό μελόδραμα, αυστηρό, συγκινητικό, συγκρατημένο. Εδώ μπορείς μόνο να συγκινηθείς καθώς οι εσωτερικές πληγές μιας σε πρώτη όψη ευτυχισμένης γυναίκας αποκαλύπτονται βαθμιαία.
Για όλα αυτά το φιλμ, ενώ αντικειμενικά νομίζω ότι είναι καλό, κάπως με απογοήτευσε. Όχι αυτό καθ' εαυτό, αλλά ως αλμοδοβαρική ταινία. Βρήκα μεν πολλούς συνήθεις προβληματισμούς του δημιουργού, δεν βρήκα όμως αυτό το στοιχειο που τον κάνει τόσο ιδιαίτερο. Αυτό όμως είναι προσωπικό. Αν σας αρέσουν τα βαριά δράματα και θελετε να συγκινηθείτε από μια ευαίσθητη ιστορία απώλειας (πολλαπλής ουσιαστικά) σας το συνιστώ.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 31, 2016

"RONIN", ΡΩΣΟΙ, ΙΡΛΑΝΔΟΙ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΕΙΣ ΒΑΛΙΤΣΕΣ

Ρόνιν στην παλιά Ιαπωνία ήταν οι σαμουράι που έχαναν τον αφέντη τους, οπότε προσέφεραν πλέον τις υπηρεσίες τους σε οποιονδήποτε τους πλήρωνε. Το 1998 ο σημαντικός, κυρίως στη δεκαετία του 60, John Frankenheimer (1930-2002) γυρίζει το "Ρόνιν", την προτελευταία μεγάλου μήκους ταινία του, με τους Ντε Νίρο και Ζαν Ρενό, ένα ακόμα σύγχρονο θρίλερ δράσης.
Μία ιρλανδή προσλαμβάνει μία ομάδα "ρόνιν" για να αρπάξουν μια πολύτιμη βαλίτσα αγνώστου περιεχομένου από κάποιον που σκοπεύει να την πουλήσει στους ρώσους. Τη βαλίτσα αυτή όμως θέλουν διακαώς και κάποιοι ιρλανδοί. Η επιχείρηση θα πετύχει, από εκεί και πέρα όμως κάποιος από την ομάδα θα την κλέψει για τον εαυτό του και θα ακολουθήσει χάος με πολλούς νεκρούς...
Η ταινία ξεκινά συγκρατημένα, δίνοντας βάρος στην σχολαστική προετοιμασία του εγχειρήματος από τους σύγχρονους "ρόνιν" και τις μεταξύ τους σχέσεις και διαφωνίες. Στο δεύτερο μέρος κυριαρχεί η δράση: Η εκτέλεση του σχεδίου, οι περιπλοκές που προκύπτουν, τα κυνηγητά αυτοκινήτων, οι πυροβολισμοί... Τα πάντα παίρνουν φωτιά και στο μέσο της δεσπόζει το πολύτιμο "αντικείμενο του πόθου", το γνωστό "Μακγκάφιν". Και βέβαια αναδεικνύεται η ιδιόρυθμη προσωπική ηθική του βασικού ήρωα, η "ηθική της δουλειάς", το απόλυτο δόσιμο σ' αυτήν. Υπάρχει τιμιότητα και στο έγκλημα, βλέπετε. Τώρα τι είδους εσωτερική τιμιότητα είναι αυτή, όταν έχει τιναχτεί στον αέρα η μισή πόλη για να πετύχουμε το σκοπό μας, αυτό είναι συζητήσιμο...
Αρκετά καλή ταινία κατά τη γνώμη μου, που κρατά τον θεατή, δίχως ωστόσο να προσθέτει κάτι πολύ αξιόλογο σε ένα πολυχρησιμοποιημένο είδος. Όσο για τον Frankenheimer, σίγουρα ξέρει πολύ καλά να κάνει σινεμά, αλλά νομίζω ότι το συγκεκριμένο (συμπαθητικό, ξαναλέω), φιλμ δεν συγκρίνεται με τα εξαιρετικά παλιότερά του.



Σάββατο, Οκτωβρίου 29, 2016

ΜΕΓΑΛΕΠΗΒΟΛΟ, ΑΛΛΑ KAI ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΟ "REMAINDER"

Ο ισραηλινός Omer Fast είναι σχετικά γνωστός video artist. Το "Remainder" του 2015 είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του και είναι γερμανοβρετανική παραγωγή. Είναι αρκετά εντυπωσιακή σαν concept, έχει μάλλον υπέρμετρες φιλόδοξίες και εικαστικές ανησυχίες, αλλά δεν μπορώ να πω ότι με ικανοποίησε ιδιάιτερα.
Ένας νεαρός λονδρέζος χτυπιέται ξαφνικά από ένα ακαθόριστο αντικείμενο που πέφτει από έναν ουρανοξύστη και χάνει τη μνήμη του. Μετά μια περίοδο πλήρους απώλειας των πάντων - ζει σχεδόν σαν κλοσάρ - αποκτά πολλά λεφτά χάρη στην υπέρογκη αποζημείωση που παίρνει και αρχίζει να σχεδιάζει από την αρχή όσα σχετίζονται με το ατύχημά του, πασχίζοντας να βρει εξηγήσεις για το τι, το γιατί και πώς έχει συμβεί. Θα χρειαστεί να επανασχεδιάσει με κάθε λεπτομέρεια τα όσα θυμάται τη στιγμή του ατυχήματος, να ξαναχτίσει ολόκληρη γειτονιά σχεδόν, σε κάτι που γίνεται όλο και μεγαλύτερο, αλλά και όλο και πιο επικίνδυνο ταυτόχρονα...
Φυσικά το πρώτο που έρχεται στο νου είναι το "Memento". Θα προσθέσω ότι το άλλο που θυμίζει είναι η "Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης". Πρόκειται για κάτι ανάμεσα σ' αυτά τα δύο. Πολλοί θα ενθουσιαστούν σκεπτόμενοι ότι "αυτές είναι δύο από τις αγαπημένες μου ταινίες" (προσωπικά μ' αρέσει το "Μεμέντο", αλλά όχι τόσο η "Συνεκδοχή"). Ναι, αλλά το ότι κάτι είναι "ανάμεσα στα δύο" δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι είναι τόσο καλό όσο αυτά, και πολύ περισσότερο ότι είναι καλύτερο κι από τα δύο, αφού τα συνδυάζει. Είπαμε ότι το φιλμ είναι φιλόδοξο και εικαστικό, κάπου όμως, μετά από το αρχικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει, "το χάνει" κατά τη γνώμη μου και γίνεται όλο και περισσότερο επαναλαμβανόμενο. Με λίγα λόγια με κούρασε αρκετά. Και, για να ομολογήσω και την αμαρτία μου, προσωπικά στο τέλος δεν πολυκατάλαβα τι ακριβώς έχει συμβεί. Κι αυτά τα μπερδέματα (προσοχή: δεν εννοώ το συνειδητά "ανοιχτό τέλος", εννοώ αυτό που έχει υποτίθεται μια λογική, αλλά είναι τόσο πολύπλοκη που τελικά σου μένουν κάμποσα κενά), αυτά τα μπερδέματα λοιπόν δεν είναι ακριβώς ό,τι αγαπώ περισσότερο.
Τέλος πάντων η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα και το φιλμ υποτίθεται ότι είναι ένας γρίφος που θα σκέπτεστε αρκετά μετά το τέλος του, προσπαθώντας να τον λύσετε. Βασίζεται σε μυθιστόρημα του Τομ ΜακΚάθι, το οποίο ομολογώ ότι μου κίνησε το ενδιαφέρον να διαβάσω. Ωστοσο, πρέπει να ξαναπώ, η ταινία με κούρασε αρκετά και τελικά μου άφησε κενά. Παρ΄ όλα αυτά θα πρότεινα να της δώσετε μια ευκαιρία. Για το αξιοπερίεργο του πράγματος.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 28, 2016

"Η ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ" ΠΟΥ ΑΝΑΤΡΕΠΕΙ ΔΙΑΡΚΩΣ ΚΑΘΕ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ

Από τους σκηνοθέτες που παρακολουθώ πάντοτε, ο κορεάτης Chan-wook Park επιστρέφει το 2016 δριμύτερος, μετά από το μάλλον προβλέψιμο "Stoker", με μια πολύ δυνατή, ερωτική και ανατρεπτική  "Υπηρέτρια", βασισμένη σε βιβλίο της Σάρα Γουότερς.
Ο Park μεταφέρει την δυτική ιστορία στην υπό ιαπωνική κατοχή Κορέα της δεκαετίας του 30. Εκεί μια φτωχή κοπέλα προσλαμβάνεται σαν υπηρέτρια μιας πλούσιας και λίγο αλαφροϊσκιωτης κληρονόμου, που ζει απομονωμένη με τον καταπιεστικό (και διεστραμμένο) θείο της. Στην πραγματικότητα η υπηρέτρια έχει στήσει μια σατανική ίντριγκα με έναν γοητευτικό απατεώνα, που παρουσιάζεται ως ιάπωνας κόμης, με στόχο την περιουσία της κοπέλας. Ωστόσο οι δύο γυναίκες θα έρθουν απροσδόκητα κοντά, η μεταξύ τους σχέση θα γίνει σιγά - σιγά ερωτική και όλα θα ανατραπούν... για να ανατραπούν όμως πάλι και πάλι...
Αυτό που από την αρχή προσέχει κανείς είναι ότι εδώ ο σκηνοθέτης γίνεται για πρώτη φορά τόσο εικαστικός. Υπέροχα, μερικές φορές ακίνητα πλάνα, πανέμορφες εικόνες, σκούρα χρώματα, συνθέτουν μια οπτική πανδαισία. Από εκεί και πέρα η ατμόσφαιρα γίνεται υποβλητική, τρομαχτική, αγωνιώδης, ερωτική, εφιαλτική... ανάλογα με το πού οδηγεί το έξυπνο σενάριο. Ο Park χωρίζει το φιλμ σε τρία μέρη. Το καθένα συχνά επαναλαμβάνει σκηνές που ήδη έχουμε δει, αλλά από την οπτική γωνία διαφορετικού κάθε φορά προσώπου (ενός κάθε φορά από το πρωταγωνιστικό ερωτικό τρίγωνο). Έτσι, πράγματα που θεωρούμε βέβαια φωτίζονται ξαφνικά με εντελώς διαφορετικό τρόπο και αποκαλύπτουν απίθανα μυστικά. Το τέχνασμα αυτό κρατά νομίζω αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή.
Από την άλλη τα βασικά θέματα του κορεάτη δημιουργού είναι κι εδώ παρόντα: Η εκδίκηση, ο (συχνά διεστραμμένος) ερωτισμός, που εμπεριέχει λεσβιασμό, σαδομαζοχισμό, πορνογραφία, το ανικανοποίητο, η βία... Πάνω απ' όλα όμως η  ανατροπή, η συνεχής αποκάλυψη κρυμμένων μυστικών, το παιχνίδι που μας δείχνει ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, το παιχνίδι δηλαδή πάνω στο είναι και το φαίνεσθαι, την αλήθεια και το ψέμα... αλλά και το πώς η εισβολή των συναισθημάτων μπορεί να νατρέψει κάθε προμελετημένο σχέδιο. Και, επί πλέον, υπάρχει και μια φεμινιστική νότα, καθώς οι γυναίκες αποδεικνύονται δυνατότερες των αυτοκαταστροφικών ανδρών.
Παρά τη μεγάλη διάρκειά του παρακολούθησα την ταινία δίχως να κουραστώ. Τόσο η εικόνα όσο και οι ανατροπές δεν με άφησαν να βαρεθώ. Το συστήνω ως ένα ατμοσφαιρικό, ιδιαίτερα εικαστικό, έξυπνο, αλλά και βίαιο και "διεστραμμένο", όπως είπαμε, θρίλερ.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 27, 2016

"LICENSE TO KILL" 'Η ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΑ ΡΟΥΤΙΝΙΑΡΙΚΟΣ ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΟΝΤ

Το ότι ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερα φαν των ταινιών του Τζέιμς Μποντ (της μακροβιότερης "σειράς" στην ιστορία του κινηματογράφου) το έχω δηλώσει επανειλημμένα. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι ανάμεσα στα φιλμ του πράκτορα 007 δεν υπάρχουν συγκριτικά καλύτερα ή χειρότερα. Δυστυχώς δεν μπορώ να πω ότι το "Licence to Kill" ("Προσωπική Εκδίκηση"), που γύρισε το 1989 ο αδιάφορος John Glen, ο οποίος έχει γυρίσει και άλλες ταινίες του υπερπράκτορα, ανήκει στην πρώτη κατηγορία.
Ένας σούπερ κακός μεγαλέμπορος ναρκωτικών βασανίζει τον καλύτερο φίλο του Τζέιμς Μποντ και δολοφονεί βάναυσα την σύζυγό του (το ζεύγος έχει μόλις παντρευτεί και μάλιστα ο Μποντ είναι κουμπάρος). Ο 007 αυτή τη φορά παρακάμπτει όλους τους κανόνες της υπηρεσίας του και γίνεται προσωρινά παράνομος για να πάρει την, προσωπική του πλέον, εκδίκηση. Θα πλησιάσει τον ναρκέμπορα, θα κερδίσει την εμπιστοσύνη του, προφανώς κάτι θα κάνει με την φίλη του (τού κακού εννοώ) και μετά... ακολουθεί η άγρια δράση.
Βρίσκω το συγκεκριμένο φιλμ από τα σχετικά βαρετά της σειράς. Τα πάντα κινούνται σε απόλυτα προβλεπόμενους ρυθμούς και καταστάσεις και, επί πλέον, η σκηνοθεσία του Γκλεν είναι απρόσωπη. Βέβαια ίσως στην μέτρια γνώμη μου να συμβάλλει και η - εντελώς προσωπική - απέχθεια προς τον Τίμοθι Ντάλτον, τον οποίο θεωρώ τον χειρότερο 007. Ξαναλέω ότι αυτό είναι εντελώς προσωπικό και μπορείτε να διαφωνήσετε ελεύθερα. Κατά τα άλλα το κλου εδώ είναι η ύπαρξη καρχαριών, κάποιες υποβρύχιες μονομαχίες... και φυσικά τα γνωστά αυτοκινητοκυνηγητά με νταλίκες φορτωμένες με καύσιμα και ό,τι άλλο φανταστείτε (που εκρήγνυνται μόνο όταν τα οδηγούν οι κακοί), το άγριο πιστολίδι, οι δύο αυτή τη φορά σούπερ γυναίκες που επιθυμούν την καρδιά του Τζέιμς, οι απίθανες ταρζανιές του απέθαντου πράκτορα κλπ. κλπ.
Όπως είπα δεν είναι από τα φιλμ που μου αρέσουν ιδιαίτερα. Αν όμως είστε ορκισμένος οπαδός της σειράς φυσικά και "οφείλετε" να το δείτε.

Τρίτη, Οκτωβρίου 25, 2016

"Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ" ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο γνωστότερος σύγχρονος κινέζος σκηνοθέτης Yimou Zhang μοιράζει το έργο του ανάμεσα σε φαντασμαγορικά έπη ("Ιπτάμενα Στιλέτα", "Ήρωας" κλπ.) και σε μικρά, καθημερινά δράματα. Στα τελευταία ανήκει "Η Μεγάλη Επιστροφή" ("Coming Home" στα αγγλικά, "Gui Lai" στα κινέζικα) του 2014, όπου ξανασυναντά την πρώην μούσα του Γκονγκ Λι (εξαιρετική η ερμηνεία της).
Στη δεκαετία του 60, εποχή της εφιαλτικής τελικά Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα, μια γυναίκα προσπαθεί να περιθάλψει (παράνομα φυσικά) τον σύζυγό της, που όντας φυλακισμένος για πολιτικούς λόγους, έχει δραπετεύσει. Η κόρη τους όμως, φανατική "ερυθροφρουρός", θα τον καταγγείλει. Όταν ο σύζυγος επιστρέφει χρόνια μετά - αυτή τη φορά απελευθερώνεται επίσημα - ανακαλύπτει ότι η γυναίκα του πάσχει από ένα είδος αμνησίας και αδυνατεί να τον αναγνωρίσει. Αντίθετα εξακολουθεί να περιμένει πάντοτε την επιστροφή του αγαπημένου συζύγου της... Εκείνος, με τη βοήθεια της μετανιωμένης κόρης, σκαρφίζεται διάφορα τεχνάσματα για να την κάνει να θυμηθεί ποιος είναι.
Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό δράμα (η περίπτωση της αμνησιακής γυναίκας) και το ιστορικό φόντο (η Πολιτιστική Επανάσταση, η κρατική τρομοκρατία, η πρόσφατη ιστορία της Κίνας). και δείχνει, με κάτι παραπάνω από σαφή τρόπο, ότι η ιστορία επηρεάζει άμεσα την ανθρώπινη καθημερινότητα, τις ζωές απλών ανθρώπων, ρίχνοντας βέβαια μια άμεσα καταγγελτική ματιά στη σκοτεινή αυτή περίοδο. Συγχρόνως το φιλμ εστιάζει στις προσωπικές ζωές των ηρώων, στην ιδιαίτερη περίπτωσή τους, βγάζοντας αρκετή συγκίνηση. Προσωπικά (ίσως και για υποκειμενικούς λόγους) η συγκίνηση αυτή με "ακούμπησε" συναισθηματικά. Και το τέλος με έκανε να φτάσω στα πρόθυρα ενός δακρύου...
Αρκετά δυνατό κατά τη γνώμη μου δράμα κλειστών χώρων, δίχως εξάρσεις και άγριες κορυφώσεις (εκτός ίσως των σκηνών στην αρχή σχετικά του φιλμ της καταδίωξης του δραπέτη), με εξαιρετικές ερμηνείες, επαναλαμβάνω ότι κατόρθωσε να με συγκινήσει. Μάλλον αυτός είναι ο σκοπός του άλλωστε.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 24, 2016

RED HEAT: ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΚΑΙ ΡΩΣΟΙ ΜΑΖΙ

Είναι εντυπωσιακό το πώς ο mainstream κινηματογράφος (το Χόλιγουντ στην προκειμένη περίπτωση, που είναι η βασική αιχμή του) ανταποκρίνονται ταχύτατα στις όποιες (πολιτικές, κοινωνικές, πολιτιστικές ή άλες) αλλαγές και εξελίξεις. Το 1988 ας πούμε η Σοβιετική Ένωση κατέρρεε, ο Γκορμπατσόφ είχε για τα καλά ξεκινήσει την Περεστρόικα και ο υπαρκτός σοσιαλισμός δεν φαινόταν πια και τόσο κομουνιστικός. Πιάνοντας λοιπόν την πρωτόγνωρη για τότε συγκυρία, ο ικανός σκηνοθέτης δράσης Walter Hill γυρίζει το "Red Heat" ("Αποστολή Εκτός Έδρας" στην Ελλάδα) με τον σταρ τότε Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ, όπου - ώ του θαύματος - αμερικάνοι και ρώσοι συνεργάζονται άψογα (σχεδόν άψογα τέλος πάντων) για να χτυπήσουν έναν κοινό εχθρό.
Ένας σκληρός ρώσος αστυνομικός στέλνεται σε αποστολή στις ΗΠΑ για να φέρει πίσω στην πατρίδα του έναν αδίστακτο γεωργιανό μεγαλέμπορο ναρκωτικών, ο οποίος έχει συλληφθεί στην Αμερική. Ο κακοποιός θα ξεφύγει και ένα άγριο ανθρωποκυνηγητό αρχίζει, με τον ρώσο μπάτσο να συνεργάζεται με αμερικανό συνάδελφό του (ο οποίος σιγά - σιγά, και παρά την αρχική καχυποψία, αρχίζει να τον θαυμάζει) και, βέβαια τα πτώματα να συσσωρεύονται και τα κυνηγητά να κορυφώνονται.
Όπως βλέπετε, αυτό που κάποτε θα ήταν αδιανόητο για έναν Τζέιμς Μποντ ας πούμε (εκεί και στις περισσότερες ταινίες του είδους οι κακοί είναι οι "κόκκινοι") εδώ γίνεται πραγματικότητα. Κατά τα άλλα πρόκειται για ένα αρκετά διασκεδαστικό κατά τη γνώμη μου action movie (ο Hill άλλωστε έχει κάνει καλές τέτοιες ταινίες), με δράση και όλα τα σχετικά και με το απαραίτητο χιούμορ. Η ιδιαιτερότητα εδώ είναι ότι οι ατάκες ανάμεσα στους πρωταγωνιστές συχνά αναφέρονται στις διαφορές καπιταλισμού - κομουνισμού, σε ένα ανταγωνιστικό, αλλά χαλαρό κλίμα, πλάκας μάλλον παρά αληθινής εχθρότητας. Και, βέβαια, ο ρώσος είναι κάπως σαν ρομπότ, άκαμπτος, δίχως συναισθήματα (ή, τουλάχιστον, καλά κρυμμένα), πιστός στο καθήκον και τίποτα άλλο. Κατά βάθος όμως είναι "καλό παιδί".
Συμπαθητικό και αρκετά στιβαρό για να περάσει κανείς δύο ευχάριστες ώρες και όχι βέβαια κάτι παραπάνω. Κατά τη γνώμη μου πάντοτε.

Κυριακή, Οκτωβρίου 23, 2016

EIGHT DAYS A WEEK : ΟΤΑΝ ΟΙ BEATLES ΕΠΑΙΖΑΝ ΑΚΟΜΑ ΖΩΝΤΑΝΑ

Οι Beatles είναι το θρυλικότερο ροκ συγκρότημα και μία από τις γνωστότερες "εικόνες" της ποπ κουλτούρας παγκοσμίως. Κυκλοφόρησαν δίσκους από το 1962 έως το 1970, κατέριψαν μουσικά ρεκόρ και στη συνέχεια τα μέλη ακολούθησαν σόλο καριέρες. Άρχισαν να παίζουν σε μικρά κλαμπάκια και έφτασαν να εμφανιστούν σε πελώριο στάδιο της Νέας Υόρκης μπροστά σε 56.000 θεατές. Αυτό που ίσως δεν γνωρίζουν κάποιοι είναι ότι οι ζωντανές εμφανίσεις τους κράτησαν μόνο από το 1962 ώς το 1966. Από τότε και μέχρι τη διάλυσή τους το 1970 δεν έκαναν ποτέ live. Το ενδιαφερον είναι  ότι αυτά ακριβώς τα τελευταία χρόνια (66-70) έβγαλαν τα σημαντικότερα (και πιο "σοβαρά", ώριμα και με πρωτόγνωρους πειραματισμούς) αριστουργήματά τους (Stg. Pepper's..., White Album, Abbey Road κλπ.). Το 2016 ο Ron Howard γυρίζει το "The Beatles : Eight Days a Week - The Touring Years", ένα ντοκιμαντέρ για τις περιοδείες και τα live του συγκροτήματος.
Έχοντας μαζέψει πολύ υλικό (συχνά άγνωστο στο ευρύ κοινό) από ζωντανές εμφανίσεις, σκηνές από τα πλήθη που παραληρούν (η περίφημη beatlemania), δηλώσεις της εποχής (αλλά και μεταγενέστερες) των μελών του γκρουπ, συνεντεύξεις από επώνυμους φαν (Γούπι Γκόλντμπεργκ, Έλβις Κοστέλο, Σιγκούρνι Γουίβερ) και άλλα, ακολουθεί τα Σκαθάρια από τα πρώτα τους βήματα στο Λίβερπουλ, την πόλη τους, και το Αμβούργο, όπου εμφανίζονταν τακτικά σε κλαμπ, στην μεγάλη έκρηξη της επιτυχίας, τη γέννηση της beatlemania και, κυρίως, τις εξοντωτικές τεράστιες περιοδείες τους τόσο στην πατρίδα τους και στην Αμερική όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο (μεταξύ άλλων είχαν παίξει στην Ιαπωνία και τις Φιλιππίνες), την κατάληξη από μικρά κλαμπ σε αχανή στάδια (ήταν το πρώτο γκρουπ που έπαιξε σε στάδιο), αλλά και την τόλμη τους να δηλώνουν ξεκάθαρα ότι είναι ενάντια στο ρατσισμό στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ, ενώ βρίσκονταν εκεί, προκαλώντας έτσι την οργή των πάμπολλων εκεί ρατσιστών.
Η ταινία διαθέτει γρήγορο μοντάζ και νομίζω ότι αυτό βοηθά στο να μην κουραστει ο θεατής, όπως συμβαίνει συχνά σε ντοκιμαντέρ. Αναδεικνύει ανάγλυφα το χιούμορ, την τρέλα, την τόλμη (θράσος το χαρακτηρίζουν μερικοί), αλλά και τη βαθιά συντροφικότητα και αλληλοεκτίμηση των μελών στα  πρώτα χρόνια του γκρουπ και καταδεικνύει την βαθμιαία αλλαγή τους καθώς οι 4 ωριμάζουν και αρχίζουν σιγά - σιγά να έχουν προσωπικές ζωές και έξω από το συγκρότημα. Αναπόφευκτα το μεταξύ τους δέσιμο και η παροιμοιώδης συντροφικότητα εξασθενούν. Το φιλμ περιγράφει επίσης σαφώς το πώς οι συναυλίες, από απολαυστικές γι' αυτούς κατέληξαν να γίνουν επικίνδυνες, σχεδόν εφιαλτικές, ενώ οι ατελείωτες περιοδείες από την αρχική διασκέδαση και μέθη για την απίστευτη επιτυχία μετατρέπονται σε αβάσταχτη κούραση. Με λίγα λόγια διαγράφεται καθαρά το βάρος, το τίμημα αν θέλετε, της τεράστιας επιτυχίας. Άλλωστε από πάντα οι ίδιοι δήλωναν ότι προτιμούν τις στούντιο ηχογραφήσεις, όπου μπορούν να πειραματιστούν και να τελειοποιήσουν τη μουσική τους, από τη σκηνή. Γι' αυτό άλλωστε, όταν σταμάτησαν τα live, έγραψαν, όπως είπαμε, τα καλύτερα τραγούδια τους.
Η ταινία είναι ευφορική, πλημμυρισμένη από μουσική, αλλά και αφήνει μια γεύση μελαγχολίας στο τέλος. Φυσικά συνίσταται ανεπιφύλακτα σε όλους τους φίλους του μάλλον σημαντικότερου συγκροτήματος όλων των εποχών.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 21, 2016

"ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΙΑ" ΠΟΥ... ΜΟΥΓΚΡΙΖΟΥΝ

Ο Jean-Jacques Annaud πάντοτε αρεσκόταν να καταπιάνεται με μεγαλεπήβολα θέματα ή, τέλος πάντων, με φιλμ που απαιτούν πολύ δύσκολα γυρίσματα. Όχι πάντοτε με επιτυχία κατά τη γνώμη μου, παρά το ότι συνήθως τα οπτικά αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά. Το 2004 λοιπόν, θέλοντας ίσως να επαναλάβει την επιτυχία της παλιότερής του "Αρκούδας", γυρίζει τα "Δύο Αδέλφια" (Deux Freres), με πρωταγωνίστριες (εκτός του Γκάι Πιρς) δύο τίγρεις.
Στην Ινδοκίνα της δεκαετίας του 20 δύο τιγράκια αποχωρίζονται βίαια μετά τον φόνο της μητέρας τους και βρίσκονται υπό διαφορετικές το καθένα συνθήκες αιχμαλωσίας. Στην ιστορία εμπλέκονται ένας παράξενος, σκεπτόμενος κυνηγός - εξερευνητής (κλέβει και βουδιστικά αγάλματα, τα οποία πουλά στη Δύση), ένας γάλλος διοικητής και το δεκάχρονο παιδί του, οι ιδιοκτήτες ενός τσίρκου, ο ντόπιος εκδικητικός διοικητής και άλλοι. Ο κυνηγός δένεται με το ένα τιγράκι, το αγόρι του διοικητή με το άλλο... και μετά από κάποιον καιρό τα δύο αδέλφια τίγρεις θα ξανασυναντηθούν με απρόβλεπτα αποτελέσματα.
Φυσικά οι βασικοί πρωταγωνιστές είναι τα δύο πανέμορφα ζώα - και το εξωτικό τοπίο της ζούγκλας με τους ερειπωμένους ναούς. Η ταινία προσπαθεί να βγάλει συγκίνηση, τα γυρίσματα πρέπει να ήταν όντως δύσκολα, οι εικόνες είναι συχνά πανέμορφες (θυμίζουν βέβαια National Geographic), η όλη ιστορία όμως λίγο με έπεισε. Βλέπετε, η συμπεριφορά των ζώων μου φάνηκε αρκετά ανθρωποκεντρική. Δεν ξέρω με λίγα λόγια αν αληθινές τίγρεις θα συμπεριφέρονταν, θα ένοιωθαν και θα έκαναν όλα όσα περιγράφονται. Γενικά η ταινία μου φάνηκε ότι μάλλον απευθύνεται σε εφηβικό κοινό και όλα ρέουν σαν ένα είδος παραμυθιού. Στο τέλος υπάρχει και κείμενο για τον αριθμό των τίγρεων που μειώνεται ραγδαία.
Δείτε το αν σας αρέσουν οι εξωτικές εικόνες και, φυσικά, αν ενδιαφέρεστε για τα ζώα - εδώ οι τίγρεις είναι μεγαλοπρεπείς. Γενικά για την ωραία εικόνα του. Τώρα αν θα συγκινηθείτε κιόλας... δικό σας θέμα.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 20, 2016

ΣΤΟΝ (ΠΟΛΥ) ΤΑΡΑΓΜΕΝΟ ΚΟΣΜΟ "ΕΚΕΙΝΗΣ"

Ο παλιός μας γνώριμος, ο ολλανδός Paul Verhoeven, χαμένος τα τελευταία χρόνια, επανέρχεται το 2016 με το πολυσυζητημένο "Elle" (Εκείνη), με μια πολύ δυνατή Ιζαμπέλ Ιπέρ στον βασικό ρόλο, μόνο που, σε πρώτη ματιά τουλάχιστον, δεν μοιάζει και πολύ με Verhoeven. Ξεχάστε την άγρια βία, τη δράση και συχνά την επιστημονική φαντασία των παλιών φιλμς του. Η ταινία είναι κοινωνική!
Η ηρωίδα είναι μια πετυχημένη και "ατσάλινη" businesswoman, ιδιοκτήτρια εταιρίας (βίαιων) videogames. Όταν βιάζεται βίαια από μασκοφόρο στο σπίτι της, δείχνει εξαιρετική ψυχραιμία (ίσως και απάθεια) και προσπαθεί με διάφορους τρόπους να ξεπεράσει την εμπειρία. Σιγά - σιγά οι σχέσεις με τον κοινωνικό της περίγυρο αποκαλύπτονται (και είναι πολύ περίπλοκες), καθώς και το παρελθόν της (είναι κόρη serial killer). Κάποια στιγμή η ταυτότητα του βιαστή θα αποκαλυφτεί, αλλά το φιλμ δεν τελειώνει εκεί. Υπάρχουν κι άλλα...
Είναι αναμενόμενο η ταινία να έχει προκαλέσει αντιφατικά σχόλια. Η σχέση του θύματος με τον βιαστή είναι φυσικά η βασική αιτία διαμάχης. Έτσι κι αλλιώς όμως ο Verhoeven είναι ένα είδος κινηματογραφικού προβοκάτορα. Εδώ φτιάχνει ένα πολύπλοκο κοινωνικό φιλμ, όπου όλες οι σχέσεις της ηρωίδας, ερωτικές ή μη, είναι αληθινό κουβάρι. Προς την συνεταίρο της, τους γονείς της, τον πρώην σύζυγό της, τον εραστή της, τον γιο της, τον γείτονα, τον βιαστή βεβαίως... Μέσα από σταδιακές αποκαλύψεις και όλο και πιο υπερβολικά γεγονότα, τόσο που αγγίζουν το γκροτέσκο και το χιουμοριστικό, ο σκηνοθέτης καυτηριάζει τα πάντα: Από την υποκρισία των ανώτερων τάξεων μέχρι τη βία που μας περιβάλλει από παντού (βλέπε videogames) και την οποία απολαμβάνουμε κιόλας, από την συνενοχή της θρησκείας μέχρι τη σκληρότητα στους εργασιακούς χώρους, από τις συχνά "άρρωστες" σχέσεις των μόνιμων ζευγαριών μέχρι τις πιεστικές και συχνά δίχως συναίσθημα ερωτικές σχέσεις... Η ηρωίδα είναι βεβαίως ένας αντιφατικός χαρακτήρας, αλλά νομίζω ότι οι αρνητικοί πρωταγωνιστές είναι όλοι ανεξαιρέτως οι άντρες - με πολύ διαφορετικούς τρόπους ο καθένας. Οπότε, τελικά, πιστεύω ότι μέσα στις αντιφάσεις και τις ακραίες (όπως στις αντίστοιχες ταινίες του Αλμοδοβάρ) σχέσεις και καταστάσεις, αυτό που θριαμβεύει είναι η γυναίκα και η δύναμή της. Αν το καλοσκεφτείτε όταν όλα τελειώσουν, η ηρωίδα δεν είναι παρά ένας εξολοθρευτής άγγελος. Αρσενικών βεβαίως. Μήπως, τελικά, παράλληλα με την περιφρόνηση κάθε "πολιτικώς ορθού", πρόκειται για βαθιά φεμινιστική ταινία;
Προσωπικά το απόλαυσα, παρά την ενόχληση που μου προκάλεσε σε κάποια σημεία, και, με το σκληρό και υπόγειο χιούμορ, που προκύπτει απ' όλες αυτές τις ακραίες καταστάσεις και σχέσεις, το θεωρώ από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες του 2016. Και λόγω της εξαιρετικής Ιπέρ βεβαίως...

Τρίτη, Οκτωβρίου 18, 2016

ΜΕΝΤΙΟΥΜ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΣΤΟ "BLACK RAINBOW"

To "Black Rainbow" που γύρισε το 1989 ο βρετανός Mike Hodges είναι ένα παράξενο μεταφυσικό θρίλερ, που κάθε άλλο παρά σε εφέ βασίζεται.
Μια νεαρή μέντιουμ περιφέρεται με τον αλκοολικό πατέρα της σε αμερικάνικες πόλεις κάνοντας ένα είδος σόου σε εκκλησίες - επικοινωνεί στον "άλλο κόσμο"με νεκρούς. Κάποια στιγμή αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να προβλέπει μελλοντικούς θανάτους. Στην ιστορία εμπλέκεται "παράπλευρα" ένας πλούσιος εργοστασιάρχης με όχι πολύ νομότυπες εργασιακές (και όχι μόνο) μεθόδους, ένας διεφθαρμένος αστυνομικός και ένας δημοσιογράφος. Από ένα σημείο και πέρα η ζωή της κοπέλας αρχίζει να κινδυνεύει εξ αιτίας κάποιων αποκαλύψεων.
Είπαμε ότι εδώ δεν υπάρχουν καθόλου εφέ ούτε και καθαρός τρόμος - ίσως ένα είδος ανατριχίλας όταν αντιλαμβανόμαστε το χάρισμα της κοπέλας και σε κάποια άλλα σημεία. Πρόκειται περισσότερο για ταινία χαρακτήρων και δίνει αρκετό βάρος στην ταραγμένη σχέση πατέρα - κόρης. Ταυτόχρονα αποδέχεται τον μεταφυσικό χαρακτήρα των γεγονότων, οπότε τοποθετείται καθαρά στα φιλμ του φανταστικού. Το τέλος είναι ανοιχτό (και μελαγχολικό) και αφήνει τον θεατή να βγάλει τα συμπεράσματά του. Πολύ καλή η Ροσάνα Άρκετ στον βασικό ρόλο (και ο Τζέισον Ρόμπαρτς ως πατέρας της).
Γενικά, δίχως να είναι κάτι σπουδαίο, διαθέτει νομίζω μια περίεργη, "υποδόρια" γοητεία και, τελικά, το είδα με κάποιο ενδιαφέρον. Δεν υπάρχουν καταιγιστική δράση και γρήγοροι ρυθμοί (προειδοποιώ) και όλα βαίνουν σχετικά χαλαρά προς το όχι ξεκάθαρο (επίτηδες φαντάζομαι) τέλος. Οπότε ετοιμαστείτε για ένα σχετικά "ήσυχο" φιλμ, στο οποίο μπορείτε κατά τη γνώμη μου  να δώσετε μια ευκαιρία.

Σάββατο, Οκτωβρίου 15, 2016

ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΥΠΛΟΚΟΥΣ ΓΡΙΦΟΥΣ ΤΟΥ "THE LAST OF SHEILA"

Να μια ταινία της οποίας την ύπαρξη αγνοούσα πριν την δω: Το "The Last of Sheila" γυρίστηκε το 1973 από τον Herbert Ross (1927-2001) και πρόκειται για ένα τυπικό, λίγο παλιομοδίτικο, αστυνομικό φιλμ του τύπου "who done it?", με πολύπλοκο σενάριο και διαρκείς ανατροπές.
Ένα χρόνο μετά το θάνατο της γυναίκας του Σίλα σε τροχαίο (χτυπήθηκε και εγκαταλείφθηκε), ο εκατομμυριούχος σύζυγός της καλεί τους βασικούς ύποπτους στο πολυτελές γιωτ του για μια κρουαζιέρα στη Μεσόγειο και, όντας φανατικός των παιχνιδιών, τους βάζει να παίξουν ένα παιχνίδι που ο ίδιος επινόησε. Κάπου στα μισά του φιλμ ένας αναπάντεχος φόνος θα συμβεί (δεν σας λέω ποιού ή ποιάς) και, από εκεί και πέρα το ερώτημα γίνεται διπλό: Ποιός σκότωσε και εγκατέλειψε τη Σίλα παλιά και ποιος σκότωσε το νυν θύμα;
Το φιλμ, σε στιλ Άγκαθα Κρίστι βεβαίως, είναι κοσμοπολίτικο, με πολυτελή ντεκόρ και πλούσιους ήρωες. Μεγάλο μέρος του διαδραματίζεται στο γιωτ και το υπόλοιπο σε διάφορα μεσογειακά λιμάνια. Οι αποκαλύψεις για το παρελθόν των ηρώων έρχονται η μια μετά την άλλη, εννοείται ότι οι πάντες είναι ύποπτοι και για τον παλιό (τον κατά λάθος) και για το νέο φόνο, ενώ οι ανατροπές είναι ραγδαίες (είναι από τα φιλμ που νομίζεις ότι τελείωσαν, αλλά δεν... διότι ακολουθούν κι άλλα συμβάντα). Το πρόβλημ, όπως πάντα σε ταινίες του είδους, είναι ότι όλα αυτά που συμβαίνουν είναι τοσο τραβηγμένα, ώστε είναι απίθανο να συμβούν στην πραγματικότητα. Ωστόσο αυτό αποτελεί την βασική σύμβαση του είδους. Στην ουσία κάποιος επινοεί μια εντελώς απίθανη σπαζοκεφαλιά και εμείς παρακολουθούμε τη σταδιακή λύση του γρίφου.
Εδώ τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα απ' όσο συνήθως και οι ανατροπές περισσότερες, ενώ η ιστορία παίζεται σε πολλά ταμπλό (ο παλιός φόνος, ο νέος φόνος, το μπερδεμένο παιχνίδι που παίζουν οι καλεσμένοι...) οπότε χρειάζεται προσπάθεια να παρακολουθήσεις τι ακριβώς έχει συμβεί. Επίσης η κινηματογραφική γραφή είναι νομίζω μάλλον παλιομοδίτικη. Ως εκ τούτου αυτό που πρέπει να κάνετε είναι να ξεχάσετε τις αναληθοφάνειες, να προσέχετε τις λεπτομέρειες και απλώς να αφεθείτε - ή να προσπαθείτε να μαντέψετε - τη λύση του (ή μάλλον των) μυστηρίων. Και υπάρχει και το all star cast: Τζέιμς Κόμπερν, Τζέιμς Μέισον, Ράκελ Γουέλς, Νταϊάν Κάνον, Ρίτσαρντ Μπένζαμιν. Απλώς διασκεδάστε λοιπόν.
ΥΓ: Ένας από τους δύο σεναριογράφους είναι ο διάσημος ηθοποιός Άντονι Πέρκινς!

Πέμπτη, Οκτωβρίου 13, 2016

Η ΔΕΥΤΕΡΗ "ADDAMS FAMILY" ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Προσωπικά διασκέδαζα πάντα με τις απίθανες σε σύλληψη ταινίες των Addams Family (παλιότερα ήταν σειρά). Η δεύτερη απ' αυτές γυρίστηκε, όπως και η πρώτη, από τον Barry Sonnenfeld το 1993 με τίτλο "Addams Family Values" ("Οικογένεια Άνταμς 2" στην Ελλάδα).
Για όσους δεν γνωρίζουν, ήρωες είναι μια απίστευτη οικογένεια που ζει κυριολεκτικά μέσα στον γοτθικό τρόμο - και το απολαμβάνει. Δυσλειτουργική; Κάθε άλλο! Οι γονείς εξακολουθούν μετά τόσα χρόνια να είναι τρελά ερωτευμένοι, τα δύο παιδιά ζουν ευτυχισμένα με τις μακάβριες ασχολίες τους, ο θείος, η γιαγιά, ο υπηρέτης, το "κατοικίδιο" Χέρι επίσης. Τα πάντα σε πλήρη αρμονία. Στον κόσμο τους υπάρχει βέβαια έντονα το μεταφυσικό στοιχείο και φυσικά οι αξίες τους - πέρα από την αγάπη και την ομόνοια που προαναφέραμε - είναι απολύτως αντίστροφες με τις κοινώς παραδεκτές. Στο δεύτερο αυτό μέρος το ζεύγος αποκτά και τρίτο παιδί, ένα αγοράκι με... μουστάκι, πράγμα που προκαλεί ζήλια στα δύο μεγαλύτερα τέκνα, που στον ελεύθερο χρόνο τους προσπαθούν να το εξοντώσουν. Τα πράγματα όμως μπερδεύονται όταν εμφανίζεται μια σατανική γκουβερνάντα για το μικρό, η οποία στην πραγματικότητα είναι κατά συρροήν δολοφόνος... συζύγων, η οποία ξελογιάζει τον εργένη θείο Φέστερ, τον παντρεύεται, τον απομακρύνει από την οικογένεια (προς μεγάλο πόνο της τελευταίας) και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον δολοφονήσει.
Φυσικά πρόκειται για κωμωδία, που, όπως και η πρώτη ταινία, βασίζεται αποκλειστικά στο κατάμαυρο χιούμορ. Τα τέρατα - μέλη ή γνωστοί της φοβερής οικογένειας - παρελαύνουν, οι αξίες είναι εντελώς αντίστροφες από τις ισχύουσες στον "κανονικό" κόσμο, η γοτθική ατμόσφαιρα είναι πανταχού παρούσα, προς μεγάλη απόλαυση των μελών, ενώ ταυτόχρονα η σάτιρα των "καθαρών" και ξενέρωτων καθώς πρέπει δυτικών αξιών σπάει κόκαλα (οι σκηνές με τα παιδιά στην πιο-αμερικάνικη-δεν-γίνεται κατασκήνωση και το χάος που δημιουργούν στην "υπέροχη" εικόνα της είναι απολαυστικές).
Γενικά, ενώ πρόκειται για μια εμπορική και πετυχημένη ταινία, λειτουργεί απόλυτα ανατρεπτικά για πολλές κατεστημένες αξίες κι αυτό είναι το στοιχείο που μ' αρέσει. Από τους ηθοποιούς η μικρή τότε Κριστίνα Ρίτσι κλέβει νομίζω την παράσταση, ενώ συνολικά το βρίσκω αξιοπρεπές νο 2, πράγμα που βεβαίως δεν συμβαίνει καθόλου συχνά.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 12, 2016

"LACOMBE LUCIEN" Ή Η "ΑΘΩΟΤΗΤΑ" ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

Το 1974 ο Louis Malle (1932-1995) γυρίζει το αμφιλεγόμενο "Lacombe Lucien". Αμφιλεγόμενη μεν, αλλά από τις πλέον ενδιαφέρουσες ταινίες του.
Η ταινία αφηγείται τη ζωή του νεαρού ομώνυμου ήρωα. Φτωχός και αμόρφωτος έφηβος χωρικός, γοητευτικός σε εμφάνιση, ζει με τη μητέρα και τον φίλο της (ο πατέρας του είναι φυλακή) και ασφυκτιά στη μίζερη και στερημένη ζωή του χωριού. Περνάει στην ενηλικίωση στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής στη Γαλλία. Δίχως καμιά ηθική αναστολή, δίχως καν περαιτέρω σκέψη ή ανάλυση, περνά στο στρατόπεδο των κατακτητών και εντάσσεται στη μισητή Γκεστάπο. Συναντιέται με έναν πλούσιο εβραίο ράφτη, ερωτεύεται (για πρώτη του φορά) την κόρη του, αλλά εξακολουθεί να καταδίδει και να συλλαμβάνει αντιστασιακούς. Το τέλος θα είναι ένα παράξενο ταξίδι στην επαρχία (και τη φύση) και, βέβαια, η αναμενόμενη τραγωδία.
Στην εποχή του το φιλμ είχε ξεσηκώσει τους κριτικούς. Αιτία η άρνηση του Μαλ να καταδικάσει ανοιχτά τον ήρωά του και όσους συνεργάστηκαν με τους κατακτητές ναζί. Η γραμμή του δημιουργού είναι να καταγράψει τα γεγονότα, να δείξει την πορεία ενός - δίχως καλλιέργεια και σκέψη - ανθρώπου προς το κακό. Με τον τρόπο αυτόν τίθεται μια σειρά από άκρως ενδιαφέροντα ερωτήματα: Μήπως φταίει η παντελής έλλειψη κουλτούρας; Μήπως οι ταξικές διακρίσεις (ο ήρωας ανήκει στην κατώτατη τάξη και ζει μια ζωή στερήσεων στο χωριό), οπότε, πολύ απλά, τον έλκει η άνετη ζωή των προδοτών; Όλα αυτά, χαρακτηριστικά της κοινωνίας, μοιάζουν να  οδηγούν μαθηματικά στο κακό. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο καταδότης δεν διαθέτει ίχνος ιδεολογίας, ούτε ναζιστικής ούτε οποιασδήποτε άλλης. Απλώς έλκεται προς την καλή ζωή ή/και τη γοητεία της δύναμης και της εξουσίας και κάνει ό,τι κτηνώδες ή καταπιεστικό (η συμπεριφορά προς την οικογένεια και την κοπέλα που ερωτεύεται μπορεί σε κάποια σημεία να γίνει ακόμα και αστεία μέσα στη χυδαιότητά της) και μάλιστα με έντονη αίσθηση καθηκοντος. Τελικά πρόκειται για ένα παράδοξο μείγμα κακού και αθωότητας. Σαν να μην υπάρχει καμιά απολύτως συνείδηση μέσα σ' αυτόν τον άνθρωπο (ο οποίος, σε κάποιες στιγμές του, μπορεί να γίνει και τρυφερός). Φυσικά όλα αυτά κάπου θα πληρωθούν...
Πολύ ενδιαφέρον φιλμ, που θέτει μια σειρά από ερωτήματα πάνω στη φύση του κακού, αλλά και παρακολουθείται δίχως να κουράσει.
ΥΓ: Ήταν ο πρώτος ρόλος του πρωταγωνιστή Pierre Blaise. Τον επόμενο μόλις χρόνο σκοτώθηκε σε δυστύχημα σε ηλικία 23 χρονών!

Κυριακή, Οκτωβρίου 09, 2016

Η "MISS PEREGRINE" ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΤΙΜ ΜΠΑΡΤΟΝ ΣΤΟ GOTH

Μετά από σύντομο διάλειμμα (βλέπε "Μεγάλα Μάτια") ο Tim Burton, κάποτε αγαπημένος δημιουργός, επιστρέφει στο χαρακτηριστικό του κλίμα: Αυτό της περιπέτειας φαντασίας, που θα μπορούσε μεν να ταιριάζει σε εφήβους, ταυτόχρονα όμως είναι εξαιρετικά σκοτεινή και μακάβρια. Το goth κλίμα με λίγα λόγια.
Η "Μις Πέρεγκριν: Στέγη για Ασυνήθιστα Παιδιά" του 2016 προέρχεται από ένα μπεστ σέλερ φαντασίας του Ράνσομ Ριγκς και σίγουρα τα πάντα ταιριάζουν στο στιλ του σκηνοθέτη. Μια ομάδα από "ασυνήθιστα" παιδιά, παιδιά με παράξενες ικανότητες δηλαδή, βρίσκουν καταφύγιο για να γλυτώσουν από τον κόσμο στο φιλόξενο σπίτι της Μις Πέρεγκριν, που, όπως άλλες όμοιές της, έχει την ικανότητα να δημιουργεί χρονικούς βρόγχους διάρκειας μιας μέρας. Η ίδια μέρα δηλαδή, με σχετικές διαφορές κάθε φορά, επαναλαμβάνεται αέναα, προστατεύοντάς τα με τον τρόπο αυτόν από μια κοινωνία που δεν ανέχεται το αλλόκοτο και το διαφορετικό. Ένας έφηβος, μετά τον άγριο θάνατο του αγαπημένου του παππού και ποτισμένος από τις απίστευτες ιστορίες του τελευταίου, αποφασίζει να εισχωρήσει στον βρόγχο αυτόν και να ενταχθεί στον παράξενο κόσμο του. Τίποτα όμως δεν είναι ασφαλές εκεί...
Φυσικά η "Μέρα της Μαρμότας" και οι ιστορίες των X-Men μας έρχονται αμέσως στο μυαλό. Ωστόσο η ματιά τόσο του συγγραφέα όσο και του Μπάρτον είναι εντελώς διαφορετική, καθώς εδώ παρακολουθούμε την ιστορία επιβίωσης μιας ομάδας και όχι μια ακόμα υπερηρωική "σωτηρία του κόσμου". Τα στοιχεία και οι εμμονές του δημιουργού είναι πανταχού παρούσες: Η συμπάθεια σε κάθε διαφορετικότητα, η φαντασμαγορική νεανική περιπέτεια με την παραμυθένια ατμόσφαιρα, το χιούμορ, ο ρομαντισμός, οι κινηματογραφοφιλικές αναφορές, συγχρόνως όμως και το σκοτεινό, το μακάβριο, το τρομαχτικό (χαρακτηριστικές οι σχεδόν σπλάτερ σκηνες με τα μάτια). Ταυτόχρονα νομίζω ότι ασκεί και μια κριτική στη σύγχρονη κοινωνική κατάσταση, την τόσο "ξενέρωτη" σε σχέση με το "ρομαντικό παρελθόν", το οποίο όμως επίσης είναι αδιέξοδο και "μουχλιασμένο" (η διαρκώς επαναλαμβανόμενη μέρα).
Όλα αυτά είναι καλά και χαίρομαι πολύ που ο Burton επιστρέφει στο στοιχείο του. Πλην όμως φοβάμαι ότι πλέον έχει χάσει τις "μαγικές" του ικανότητες. Εδώ το όλο πράγμα, από ένα σημείο και μετά (ευτυχώς όταν το φιλμ είχε ήδη προχωρήσει αρκετά) με κούρασε, η ιστορία έγινε στριφνή, η ισορροπία κάπου χάθηκε, οι αιτίες για όσα συνέβαιναν, κυρίως από τη μεριά των εφιαλτικών "κακών", ήταν μπερδεμένες, το όλο συμβάν με το πλοίο απίστευτο (καλά, κανένας δεν εξέτασε ένα πλοίο - φάντασμα σταματημένο στα καλά καθούμενα σε πολυσύχναστο λιμάνι;) κλπ. Ναι, ίσως να απόλαυσα ως ένα βαθμό την ταινία, πιστεύω όμως ότι συνολικά "δεν του βγήκε", ότι η αρμονία και η οικονομία έχουν χαθεί.
Ελπίζω ακόμα στους μαγικούς κόσμους του Burton, από την άλλη όμως πολύ φοβάμαι ότι δύσκολα θα ξαναβρεί την παλιά μαγεία, πράγμα που με λυπεί.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 07, 2016

"ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ" Ή ΤΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ ΠΟΥ ΣΥΝΘΛΙΒΕΙ

Ο James Schamus είναι παραγωγός και σεναριογράφος (μόνιμος σχεδόν συνεργάτης του Ang Lee μάλιστα). Ο Φίλιπ Ροθ είναι βέβαια ένας από τους γνωστότερους εν ζωή αμερικανούς συγγραφείς. Η συνάντησή τους γίνεται το 2016 με την πρώτη σκηνοθετικά μεγάλου μήκους ταινία του πρώτου, την "Αγανάκτηση" (Indignation), από το ομώνυμο βιβλίο του δεύτερου, και τα αποτελέσματα είναι νομίζω ευτυχή.
Στην αρχή βλέπουμε ένα διπλό φλας μπακ, από το τώρα, σε ένα γηροκομείο, στον πόλεμο της Κορέας στς μέσα των 50ς και μετά στην Αμερική του 1951. Τότε, σε ένα "σοβαρό" αλλά συντηρητικό πανεπιστήμιο του Οχάιο φτάνει για να σπουδάσει ένας προικισμένος και ιδεολόγος νέος, αφήνοντας την εβραϊκή οικογένειά του και τη δουλειά στο κρεοπωλείο του πατέρα του. Θα γνωρίσει άλλους συμφοιτητές, θα ερωτευτεί για πρώτη φορά μια ψυχολογικά "ασταθή" κοπέλα, αλλά όλα, μα όλα, στο περιβάλλον του τον πιέζουν αφόρητα. Ο κομφορμισμός - και η "με το γάντι" καταπιεστική επιβολή του - βασιλεύουν παντού.
Η ταινία είναι καλογυρισμένη, με στιβαρή σκηνοθεσία, εξαιρετικές ηθοποιίες και πολύ καλή ατμόσφαιρα εποχής. Πάνω απ' όλα βέβαια μιλά για την καταπίεση. Ο νεαρός ήρωας πιέζεται τόσο από το συντηρητικό πανεπιστημιακό περιβάλλον (οι διάλογοι με τον πρύτανη είναι από τα καλύτερα σημεία του φιλμ), όσο και από την οικογένειά του. Και προσοχή: Όχι μόνο από το καθηγητικό κατεστημένο, αλλά και από τις "λέσχες" των συμφοιτητών του, τη στάση τους απέναντι στη σχέση του, τους συγκατοίκους του. Κι από την άλλη, όχι μόνο από τον ούτως ή άλλως φορτικό και υπερπροστατευτικό πατέρα του, αλλά και από τη "γλυκιά και καλόβολη" μητέρα του, η οποία, ωστόσο, σε μια κρίσιμη στιγμή θα παίξει καθοριστικό (αρνητικό) ρόλο. Η αναμενόμενη εξέγερση, που σιγοβράζει καθ' όλη τη διάρκεια του φιλμ, θα έχει τραγικά αποτελέσματα.
Τη βρήκα πολύ καλή ταινία, που μιλά για μια πραγματικά μετ' εμποδίων ενηλικίωση και για μια ασφυκτική σε όλες της τις δομές κοινωνία (της Αμερικής του 50 τουλάχιστον). Και για το πώς συνθλίβονται οι καλύτερες περιπτώσεις όταν αρνηθούν (δεν μπορούν θα ήταν καλύτερα να πούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση) να ακολουθήσουν την πεπατημένη. Απολαύστε την, αν βεβαίως δεν σας κουράζουν οι μακροί διάλογοι (πολύ καλοί, παρεπιπτόντως), οι σχετικά αργοί (αλλά τόσο ταιριαστοί) ρυθμοί και η έλλειψη δράσης και εφέ... Αλλά δεν βρίσκεται, προφανώς, σ' αυτά το νόημα ενός όμορφου φιλμ, με πολύ δυνατό, σημειωτέον, φινάλε.

Τρίτη, Οκτωβρίου 04, 2016

"ΑΝΤΙΟ ΠΑΙΔΙΑ" : ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΚΑΙ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ

Το 1987, κοντά στο τέλος πλέον της καριέρας του, ο Louis Malle (1932-1995) γυρίζει το "Αντίο Παιδιά" (Au Revoir Les Enfants), μια από τις πιο ευαίσθητες και συγκινητικές δουλειές του. Εδώ ο Μαλ επιστρέφει στα χρόνια του πολέμου, όπως στο παλιότερο "Λακόμπ Λισιέν", για να μας αφηγηθεί μια ακόμα ιστορία της πιο δύσκολης για την Ευρώπη εποχής, αυτή τη φορά όμως με ήρωες και μέσα από τα μάτια παιδιών.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου λοιπόν παρακολουθούμε ένα καθολικό οικοτροφείο αρρένων για παιδιά της ανώτερης τάξης. Η Γαλλία βρίσκεται βέβαια υπό γερμανική κατοχή, ο πόλεμος μαίνεται κάπου εκεί έξω, τα πράγματα όμως μέσα μοιάζουν ήσυχα. Μοιάζουν. Διότι οι απόηχοι της έξω κατάστασης δεν μπορούν παρά να έχουν επιπτώσεις... Ένας νέος μαθητής φτάνει στο σχολείο. Το φιλμ παρακολουθεί τις σχέσεις του με ένα άλλο παιδί, τον κατοπινό αφηγητή της ιστορίας, που από ανταγωνιστικές και μάλλον τεταμένες (ή αδιάφορες) στην αρχή, θα εξελιχτούν σε μια βαθιά φιλία. Σύντομα ωστόσο μαθαίνουμε ότι ο καινούριος είναι εβραίος. Ουσιαστικά όλοι μαζί, δάσκαλοι και παπάδες, τον κρύβουν στο οικοτροφειο. Είναι στο χέρι των παιδιών (όσων ξέρουν το μυστικό) να αποκαλύψουν ή όχι την αλήθεια, η οποία, όπως καταλαβαίνετε, είναι κυριολεκτικά ζήτημα ζωής ή θανάτου.
Ελπίζω να μην περιμένετε δράση, γραφική βία ή κάτι τέτοιο. Στην ταινία κυριαρχεί η ευαισθησία. Στις σχέσεις ανάμεσα στα παιδιά, στις σχέσεις του "έξω" και του "μέσα", του περιβάλλοντος και του εσωτερικού του οικοτροφείου δηλαδή. Ο ανταγωνισμός (ή και το μπούλινγκ ακόμα), η φιλία, η συνεργασία είναι κυρίαρχες καταστάσεις. Αλλά και η λεπτή μελέτη του πώς κανένας μικρόκοσμος, όσο περιφραγμένος κι αν φαίνεται σε πρώτη όψη, είναι αδύνατο να μείνει αλώβητος από όσα συμβαίνους στον έξω κόσμο, στο ευρύτερο περιβάλλον. Από ιστορική πλευρά ο Μαλ έχει εδώ ένα συμφιλιωτικό τόνο. Όλοι μοιάζουν να συνεργάζονται για έναν ανώτερο σκοπό, ξεχνώντας, προς το παρόν τουλάχιστον, ταξικές, θρησκευτικές ή όποιες άλλες διαφορές - οι οποίες ωστόσο παραμένουν παρούσες και δείχνονται, απλώς έχουν μπει για λίγο στην άκρη. Βλέπετε, οι μόνοι "κακοί" εδώ είναι οι ναζί και η θηριωδία τους.
Το βασικό στοιχείο πάντως για μένα είναι η συγκίνηση και η τρυφερότητα. Όχι μόνο στην περιγραφή της παιδικής ηλικίας και των όσων συμβαίνουν κατά τη διάρκειά της, αλλά και στο φινάλε, που δίχως να έχει τίποτα το ηρωικό (όπως και ολόκληρο το φιλμ άλλωστε) είναι από πιο συγκινητικά του σινεμά.
Σας το συνιστώ αν δεν έχετε πλήρως παραδοθεί στη βία και τη δράση, τα ψηφιακά εφέ, τις καταστάσεις / καρικατούρες και την ντε και καλά βιντεοκλιπίστικη οπτική του κυρίαρχου σύγχρονου Χόλιγουντ (με εξαιρέσεις βεβαίως πάντοτε).

Κυριακή, Οκτωβρίου 02, 2016

"SPARTAN": ΣΩΖΟΝΤΑΣ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΑΠΟ... ΣΑΟΥΔΑΡΑΒΕΣ

Παλιότερα παρακολουθούσα τις ταινίες του David Mamet, ο οποίος , ως γνωστόν, είναι και διάσημος θεατρικός συγγραφέας. Τα τελευταία χρόνια δεν γυρίζει συχνά ταινίες (μεγάλου μήκους τουλάχιστον). Η προτελευταία του είναι το "Spartan" του 2004, ένα σφιχτοδεμένο θρίλερ, δίχως ωστόσο πολλές εκπλήξεις.
Ένας βετεράνος πράκτορας, γνωστός για τις ανορθοδοξες, αλλά αποτελεσματικές μεθόδους του, καλείται να βρει την κόρη διάσημου πολιτικού που έχει απαχθεί από το πανεπιστήμιο όπου σπούδαζε. Η έρευνα θα δείξει αρχικά ότι η κοπέλα δεν είναι τόσο αθώα όσο φαινόταν, ωστόσο η απαγωγή της έγινε για άσχετους από τον πατέρα της λόγους: Την απήγαγαν για να τη στείλουν στα "σκλαβοπαζαρα" της Μέσης Ανατολής, όπου το εμπόριο λευκής σάρκας ανθεί. Η αποστολή του ήρωα γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη, καθώς νέες παράμετροι έρχονται στο φως.
Ο Βαλ Κιλμερ είναι πειστικός στο ρόλο του, ανατροπές υπάρχουν αρκετές, καθώς και διάθεση καταγγελίας της διαφθοράς και σαπίλας που κυριαρχούν τόσο στους υψηλούς κοινωνικούς κύκλους, όσο και στα άδυτα των διαφόρων μυστικών υπηρεσιών: Τα συμφέροντα, ακόμα και τα βρώμικα φυσικά, πάνω απ' όλα. Επίσης η ταινία είναι καλογυρισμένη και, με το αρκετό σασπένς που διαθέτει, κρατά νομίζω τον θεατή.
Απλώς θεωρώ οτι όλα αυτά κάπου τα έχουμε ξαναδεί, ότι πρόκειται γιαένα χιλιοχρησιμοποιημένο  είδος, που πολύ δύσκολα μπορεί να προσφέρει κάτι αληθινά πρωτότυπο, κάτι που θα ανατρέψει τα μέχρι τότε δεδομένα. Με την έννοια αυτή νομίζω ότι ο Mamet δεν δίνει κάτι καινούριο. Σίγουρα, γενικά μιλώντας, δίχως να θεωρώ ότι έχει κάνει κακές ταινίες, κάθε άλλο μάλιστα, πιστεύω ότι δεν ακολούθησε τις υποσχέσεις που έδωσε με το πρώτο του φιλμ, την "Λέσχη της Απάτης" του 1987.
Ας μη γκρινιάζω όμως. Όπως σας είπα το φιλμ είναι καλογυρισμένο και μπορεί άνετα να ψυχαγωγήσει τον θεατή. Και να πει και μερικά πράγματα - χιλιοειπωμένα φοβάμαι ωστόσο - για την κάθε είδους διαφθορά, όπως λέγαμε και πριν.
ΥΓ: Η ταινία ξεκινά με άγρια και σκληρή εκπαίδευση πεζοναυτών ή κάτι τέτοιο και μου θύμισε στρατόκαυλη πολεμικοειδή αμερικανιά. Μην σας πτοήσει όμως αυτό. Ευτυχώς πρόκειται μόνο για την εισαγωγή. Μετά εξελίσσεται σε θρίλερ, όπως είπαμε.

Σάββατο, Οκτωβρίου 01, 2016

ΟΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΖΩΕΣ ΤΟΥ "ATLANTIC CITY"

Το 1980 ο πολύ καλός γάλλος σκηνοθέτης Louis Malle (1932-1995) γυρίζει στην Αμερική μια από τις πιο όμορφες κατά τη γνώμη μου, αλλά μάλλον ξεχασμένες ταινίες του, το "Atlantic City", με πολύ καλούς στους βασικούς ρόλους έναν ηλικιωμένο Μπαρτ Λάνκαστερ και μια νεαρή Σούζαν Σάραντον.
Ένας γερασμένος πρώην απατεώνας ή ίσως γκάνγκστερ, που διαρκως ονειρεύεται το ένδοξο (;) παρελθόν, συναντά και ερωτεύεται μια νεαρή μπαργουμαν που φιλοδοξεί να γίνει γκρουπιέρισα σε καζίνο. Εκείνος θα μπλέξει με μια ιστορία με ναρκωτικά, κάποιοι φόνοι θα γίνουν, οι ζωές τους θα μπλεχτούν και οι δυο τους θα βρεθούν κυνηγημένοι απο τη μαφία.
Ναι, είναι ένα είδος γκανγκστερικής ταινίας, με την οπτική του Malle όμως. Ο σκηνοθέτης φτιάχνει μια σειρά από μερικές φορές συγκινητικούς χαρακτήρες, βουτηγμένους σε μια ατμόσφαιρα παρακμής. Η Atlantic City είναι μια πόλη με καζίνα και θα ήθελε να γίνει Λας Βέγκας, πλην όμως - κατά τη διάρκεια του φιλμ τουλάχιστον - είναι εξώφθαλμα αποτυχημένη και παρακμασμένη. Το ίδιο και οι χαρακτήρες που λέγαμε. Όλοι ζουν μίζερα στο περιβάλλον αυτό, όλοι όμως έχουν όνειρα, παλεύουν με τις λίγες δυνάμεις τους για κάτι καλύτερο. Ο βασικός αντρικός χαρακτήρας ζει διαρκώς στο παρελθόν, τρέφεται με μνήμες παλιάς δόξας (που, τελικά, δεν ήταν καν δόξα). Νοσταλγεί, καυχάται ασύστολα, ενίοτε ψευδόμενος, πλην όμως διαθέτει ένα προσωπικό είδος ιπποτισμού και ηθικής. Και πάντα είναι έτοιμος "να πιάσει την καλή", όσο κι αν τα χρόνια έχουν περάσει. Όσο για την ηρωίδα, τα όνειρά της φτάνουν μέχρι του να "προαχθεί" σε γκρουπιέρισα, αυτό όμως είναι το όνειρο που την τρέφει και την κάνει να ελπίζει για κάτι καλύτερο.
Ναι, υπάρχει μια υποβόσκουσα μελαγχολία στο φιλμ. Μικρές ζωές ασήμαντων ανθρώπων, που όμως ζουν με τα δικά τους όνειρα και βιώνουν τη δική τους περιπέτεια. Και, τελικά, αυτό έχει την ίδια αξία με τις μεγαλεπήβολες βλέψεις των"μεγάλων", αυτών που λάμπουν και φαίνονται. Και μια παρατήρηση: Κανένας από τους βασικούς χαρακτήρες του φιλμ δεν είναι ακριβώς "καλός" ή "κακός". Όλοι διαθέτουν θετικά και αρνητικά στοιχεία, όλοι έχουν τις καλές και κακές πλευρές τους. Όπως στην αληθινή ζωή δηλαδή, η οποία μάλλον δεν διαθέτει τέλειους σούπερ ήρωες...
Πέραν αυτών όμως ένα καλοστημένο σενάριο κατορθώνει να κρατά τον θεατή με το σασπένς του και, τελικά, κάθε άλλο παρά να τον κάνει να βαριέται. Αυτός ο συνδυασμός ιστορίας που σε "κρατά" και μελγχολίας και παρακμής ταυτόχρονα είναι ό,τι μ' αρέσει περισσότερο στην ταινία. Η οποία, παρά τα ναρκωτικά και τους γκάνγκστερς, αποδεικνύεται εξ ίσου τρυφερή με μερικές από τις γνωστότερες δημιουργίες του σκηνοθέτη.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 29, 2016

ΟΤΑΝ Ο "SUPERMAN" ΠΕΤΟΥΣΕ ΣΤΑ 70ς...

Ήταν τότε, στα 1978, όταν ανατίθεται στον πετυχημένο την εποχή εκείνη Richard Donner να μεταφέρει στην οθόνη τον θρυλικότερο υπερήρωα των κόμικς, τον "Superman". Εκτός του μακαρίτη πλέον Κρίστοφερ Ριβ, απόλυτα ταιριαστό στον κεντρικό ρόλο, υπάρχουν και πολλοί καλοί ηθοποιοί, όπως ο Τζιν Χάκμαν ως Λεξ Λούθορ, ο παλιός Γκλεν Φορντ και, βέβαια, ο πολύς Μάρλον Μπράντο στον σύντομο ρόλο του πατέρα.
Η ιστορία είναι βέβαια πασίγνωστη: Ένα βρέφος από τον πλανήτη Κρυπτόν στέλνεται από τον πατέρα του στη μακρινή γη για να σωθεί από την καταστροφή του πλανήτη του. Εκεί, λόγω των γήινων συνθηκών, αλλά και των τεράστιων γνώσεών του, θα αποκτήσει υπερδυνάμεις και όταν μεγαλώσει θα γίνει ο διάσημος Superman, που αναλαμβάνει να πολεμήσει το κακό σε κάθε μορφή του. Η αληθινή του ταυτότητα είναι σε όλους άγνωστη, αφού, όταν διαθέτει την περσόνα του κοινού θνητού, παρουσιάζεται ως άτολμος και γκαφατζής δημοσιογράφος Κλαρκ Κεντ. Ερωτεύεται σφόδρα μια συνάδελφό του και βέβαια την γοητεύει πανεύκολα ως Superman, αλλά δεν τα καταφέρνει και τόσο ως Κεντ...
Στην εποχή του το φιλμ έγινε τεράστια επιτυχία, η πρώτη με σούπερ ήρωα, που άνοιξε τον δρόμο για τον αληθινό καταιγσμό που δεχόμαστε τον 21ο αιώνα από το είδος (με βαρετά συνήθως αποτελέσματα). Τώρα όμως; Βλέποντάς το πρόσφατα ομολογώ ότι μου φάνηκε κουρασμένο και υπερβολικό, αλλά και πολύ light για τα σύγχρονα δεδομένα. Όχι, το τελευταίο δεν είναι κακό και οφείλεις να κρίνεις τις ταινίες (και όλα τα έργα τέχνης) λαμβάνοντας πάντοτε υπ' όψιν τα δεδομένα της εποχής που δημιουργήθηκαν, αυτό είναι σίγουρο. Ωστόσο υπάρχουν παμπάλαιες ταινίες που αντέχουν πολύ περισσότερο στο χρόνο. Και, βέβαια, εννοείται, ο λόγος δεν είναι η έλλειψη εντυπωσιακών ψηφιακών εφέ που, απλούστατα, δεν υπήρχαν τότε, κάθε άλλο. Προτιμώ κάποια παλιομοδίτικα από την κατάχρηση ψηφιακών και κούφιων εντυπωσιασμών. Ωστόσο το όλο πράγμα μου φάνηκε πολύ αφελές και κάπως ξεπερασμένο. Ο κακός Λεξ είναι ένας μάλλον γελοίος τζιτζιφιόγκος, το σενάριο, ιδιαίτερα προς το τέλος, υπερέβει εαυτόν σε απιθανότητες, η Λόις δεν μου έβγαλε καμιά σεξουαλικότητα...
Υπάρχει βέβαια η γοητεία του αφελούς παραμυθιού και πολλοί μπορεί να ξεχαστούν για δύο ώρες και να αφεθούν στις ονειρικές πτήσεις του ήρωα και της καλής του. Και, για να πω και τα ελαφρυντικά, ας μη ξεχνάμε ότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχε η σημερινή βία που κυριαρχεί στις οθόνες. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, αφού το είδος ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτο στο τότε σινεμά, έμεινε συνειδητα στην αφελή "κόμικς" πλευρά (με όλα τα κλισέ που αυτό συνεπάγεται) και απευθύνθηκε κυρίως σε εφηβικό κοινό, που "διαβάζει ακόμα κόμικς" (ας μη ξεχνάμε επίσης ότι το 1978 τα κόμικς δεν απολάμβαναν τη σημερινή τους υπόληψη και ο όρος "graphic novel" δεν υπήρχε). Αρκετά δικαιολογητικά όντως...
Πάντως (κατά την προσωπική μου γνώμη πάντοτε) νομίζω ότι το συγκεκριμένο φιλμ θα λατρεύεται για πάντα μόνο από όσους το πρωτοείδαν σε τρυφερές ηλικίες (και πιθανόν τους σημάδεψε). Δύσκολα θα συγκινούσε έναν ενήλικα ή ένα σύγχρονο έφηβο, που τόσα έχουν δει τα μάτια του...

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 28, 2016

ΒΙΝΤΕΟΚΛΙΠΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΓΧΩΤΙΚΟ "RUNNING SCARE"

Τελικά και ο Guy Richie έχει κάνει ένα είδος "σχολής". Το καταλαβαίνει κανείς αν δει το "Running Scare" (Τρέξε Γρήγορα) που γύρισε το 2006 ο Wayne Kramer. Όπου τα σέπια χρώματα, η σαλταρισμένη δράση, τα εντυπωσιακά σκηνοθετικά κόλπα, τα ξαφνικά slow motion και πάμπολλα άλλα τέτοια κυριαρχούν πραγματικά.
Ένας οικογενειάρχης κακοποιός παίρνει μέρος σε ένα απίστευτο πιστολίδι με διεφθαρμένους μπάτσους. Μετά το τέλος της σφαγής το αφεντικό του του δίνει ένα "ενοχοποιητικό" πιστόλι από τη συμπλοκή για να το εξαφανίσει. Εκείνος δεν το κάνει αμέσως, το πιστόλι βρίσκεται σε λάθος χέρια (ενός παιδιού αρχικά και μετά...) και από εκεί και πέρα ξεκινά ένα άγριο κυνηγητό όλων εναντίον όλων με απίθανες τροπές και εκπλήξεις.
Η ταινία χωράει ένα σκασμό κυριολεκτικά γεγονότων, ακόμα και υποπλοκές, όπως αυτή με το διεστραμμένο ζευγάρι, μέσα στις λίγες σχετικά ώρες κατά τις οποίες συμβαίνουν όλα. Ο ρυθμός - σε ταιριαστή σχέση με το ανάλογο σενάριο - είναι κυριολεκτικά αγχωτικός, τα γεγονότα συμβαίνουν καταιγιστικά, τα πτώματα πληθαίνουν, οι πυροβολισμοί δεν σταματούν, η βία συμβαίνει πραγματικά "μέσα στα μούτρα μας" και η επίδειξη σκηνοθετικών τρικ είναι ασταμάτητη. Η ιστορία βέβαια και όσα γίνονται είναι μάλλον απίθανα, με αποκορύφωμα την "κουφή" τελική ανατροπή (συγνώμη δηλαδή, αλλά μετά απ' αυτό τι θα γίνει; Δεν θα τον δει κάποιος ποτέ; (δεν λέω άλλα γιατί θα είναι κάτι παραπάνω από spoiler).
Αν σας ελκύουν λοιπόν τα α λα Richie κόλπα και η βιντεοκλιπίστικη, αγχωμένη σκηνοθεσία και πλοκή, όπου δεν μπορείς να πάρεις ανάσα και το ένα γεγονός φέρνει το άλλο με ιλιγγιώδη ταχύτητα, το φιλμ πιθανόν θα σας φανεί εντυπωσιακό, παρά τις σεναριακές του απιθανότητες. Εγώ πάντως κάπου τα έχω ξαναδεί όλα αυτά...