Υπάρχουν animation που απευθύνονται αποκλειστικά σε ενήλικες και, μερικές φορές, κρίνονται "ακατάλληλα". Ένα απ' αυτά είναι η "Anomalisa" (2015), η επιστροφή του χαμένου για χρόνια ευφυούς και παράδοξου σεναριογράφου (κυρίως) και σκηνοθέτη Charlie Kaufman σε συνσκηνοθεσία Duke Johnson.
Ένας πολύ πετυχημένος συγγραφέας βιβλίου για αυτοβελτίωση και επαγγελματική επιτυχία ταξιδεύει για μια διάλεξη που θα δώσει στο Σινσινάτι. Όχι και πολύ ισορροπημένος ψυχικά ο ίδιος, στα πρόθυρα κατάθλιψης, θα γοητευτεί από μια θαυμάστριά του, η οποία ωστόσο, τόσο ψυχικά όσο και εμφανισιακά, είναι το άκρον άωτον της κοινοτοπίας. Σ' αυτή την περίεργη και σύντομη σχέση που αναπτύσσεται ίσως κρύβεται το "φάρμακο" για τη δική του θεραπεία, για να πάψει να βλέπει αρνητικά τους υπόλοιπους ανθρώπους.
Οι ιδιομορφίες της ταινίας είναι πολλές: Η βασική είναι η απόλυτη και λεπτομερής κατάδειξη του κοινότοπου, του καθημερινού, του συνηθισμένου και άχαρου, του ρεαλισμού δηλαδή της καθημερινής μας ζωής όπως ποτέ δεν έχει αποτυπωθεί σε animation. Εντελώς απρόσωποι χώροι - κυρίως στο όμοιο με πάμπολλά άλλα ξενοδοχείο -, εντελώς συνηθισμένες συνομιλίες, σιωπές, καθημερινές πράξεις (ακόμα και κατούρημα ή απλή ξάπλα στο κρεβάτι), μια σκηνή εξ ίσου κοινότοπου και μάλλον δίχως ιδιαίτερου πάθους σεξ, τα πάντα συμβάλλουν στην απεικόνιση μιας ρεαλιστικής, απόλυτα μπανάλ καθημερινότητας. Ακόμα και η τεχνική που χρησιμοποιείται (κούκλες και πρόσωπα εμφανώς τεχνητά, από αφρολέξ) συμβάλλουν στην δημιουργία μιας συνειδητά και επίτηδες άχαρης καθημερινής ατμόσφαιρας. Όσο για τον ήρωα, πάσχει από μια σπάνια ψυχολογική (και υπαρκτή, όπως διάβασα) ασθένεια: Θεωρεί όλους τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν το ίδιο πρόσωπο. Γι' αυτό άλλωστε και όλοι, άντρες γυναίκες και παιδιά, μιλάνε με την ίδια ακριβώς αντρική φωνή, προσθέτοντας έτσι έναν έντονο τόνο απειλής και αλλόκοτου στην κοινότοπη ατμόσφαιρα που προαναφέραμε. Ο ήρωας γοητεύεται από την τόσο συνηθισμένη κοπέλα ακριβώς επειδή σ' αυτή και μόνο αναγνωρίζει κάτι διαφορετικό (γι' αυτό και είναι η μόνη στο φιλμ που μιλά με διαφορετική από τις άλλες, κανονική γυναικεία φωνή).
Στόχος είναι μάλλον να καταδειχτεί η ανθρώπινη αποξένωση, η αδυναμία επικοινωνίας με τους άλλους, η εσωστρέφεια, το απρόσωπο, το μαζικό και ομοιόμορφο που κυριαρχούν στο σύγχρονο κόσμο. Πρωτότυπα όλα αυτά για animation, αλλά θα ομολογήσω ότι όλο αυτό το κλίμα (δημιουργημένο απόλυτα επίτηδες θα επισημάνω και πάλι) και οι αργοί ρυθμοί (όπως ακριβώς η καθημερινότητα, όπου τις πιο πολλές φορές "δεν συμβαίνει τίποτα") με κούρασαν κάπως. Μου φαίνεται ότι κόντεψα να βγω κι εγώ με κατάθλιψη. Ο Kaufman παραμένει σίγουρα πρωτότυπος σε ό,τι κάνει, η ταινία είναι αξιόλογη και παράδοξη από πολλές απόψεις, δεν μπορώ να πω όμως ότι με γοήτευσε. Δείτε την όμως αν ψάχνετε για κάτι πρωτότυπο και απόλυτα ενήλικο στο χώρο του
animation.
Παρασκευή, Μαρτίου 11, 2016
Πέμπτη, Μαρτίου 10, 2016
"ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ" Ή ΠΩΣ Ο ΔΑΒΙΔ ΤΑ ΕΒΑΛΕ ΜΕ ΤΟΝ ΓΟΛΙΑΘ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΦΟΡΑ
O Rob Sitch είναι ένας πολυπράγμων αυστραλός τηλεοπτικός κυρίως σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός. Μία από τις πολύ λίγες κινηματογραφικές ταινίες του είναι το "The Castle" του 1997, μία όντως συμπαθέστατη κωμωδία. Και, συγχρόνως, ένα απολαυστικότατο πορτρέτο καθημερινότητας στην πλέον αφελή και κιτς εκδοχή της.
Πρωταγωνιστεί μια τρομερά δεμένη αυστραλέζικη εργατική οικογένεια. Πατέρας, μητέρα, μια νιόπαντρη κόρη και δύο γιοι. Αγαπημένοι, λατρεύουν το σπίτι τους, την οικογενειακή θαλπωρή, τις δουλειές τους και... ο ένας τον άλλον κι όλοι μαζί τον πάτερ - φαμίλια (ο οποίος είναι επίσης αγαθος και καλόβολος). Το σπίτι τους βρίσκεται ακριβώς δίπλα στο αεροδρόμιο. Και ξαφνικά τους έρχεται ένα χαρτί: Πρέπει υποχρεωτικά να απαλλοτριωθεί, διότι το αεροδρόμιο χρειάζεται επέκταση. Από εκεί και πέρα η αφελής οικογένεια (κυρίως βεβαίως ο "αρχηγός" πατέρας) ξεκινάνε έναν λυσσαλέο και άνευ όρων αγώνα για να παραμείνουν στο αγαπημένο τους μέρος, βάζοντάς τα δίχως δισταγμό με πολύ ισχυρότερους...
Όντως το άγνωστο σε μένα αυτό φιλμ είναι απολαυστικό. Από το ξεκαρδιστικό πορτρέτο τής πολύ αγαπημένης (και με αρκετά χαμηλό IQ) οικογένειας, όπου ο καθένας (και όλοι τον πατέρα) θεωρούν τον άλλον ειδήμονα σε κάτι (συνήθως πολύ γελοίο και μπανάλ) έως την κορύφωση του αγώνα της, με την υποστήριξη ενός ανεκδιήγητου δικηγόρου αρχικά και κάποιου άλλου σημαντικότερου μετά, ενάντια σε πολυεθνικές και στο κράτος. Φυσικά δεν ξέρω αν στον πραγματικό κόσμο τα πράγματα μπορούν να εξελιχτούν τόσο "γλυκά", όμως η απόλαυση παραμένει, όπως επίσης και το ηρωικό μέσα στην ηθελημένη απλοϊκότητά του μήνυμα για αντίσταση. Και υπάρχει και το διφορούμενο του πράγματος: Ναι, ο ήρωάς μας τολμά να τα βάλει με όλους, αλλά ταυτόχρονα διακατέχεται από νοοτροπία αφόρητα μικροαστική, τεριμμένη, σχεδόν βλακώδη (και τα υπόλοιπα μέλη βεβαίως). Πρόκειται για ήρωες που, αν δεν παρουσιάζονταν τόσο γλυκά και συμπαθητικά, θα έβρισκαν τη θέση τους στην πινακοθήκη ηλιθίων των αδελφών Κοέν. Φυσικά για όση βλακεία και μικροαστισμό κι αν μιλάμε, ο θεατής ταυτίζεται απόλυτα με την κιτς οικογένεια, συμμετέχει στον αγώνα της, πονά από τις περιστασιακές τους ήττες. Όμως η απλή αγάπη και η προσήλωση στη ρουτινιάρικη καθημέρινότητα βρίσκονται πάνω απ' όλα. Τελικά λέτε το νόημα της ευτυχίας να κρύβεται στην αφέλεια (για να μη πω βλακεία);
Πέραν των όποιων "μηνυμάτων" πάντως, το σίγουρο είναι ότι το φιλμ βλέπεται πολύ ευχάριστα και σε πολλά σημεία είναι όντως ξεκαρδιστικό. Και μόνο γι' αυτό αξίζει να ανακαλύψετε αυτή την άγνωστη (σε μένα τουλάχιστον) ταινία του αυστραλέζικου σινεμά.
Πρωταγωνιστεί μια τρομερά δεμένη αυστραλέζικη εργατική οικογένεια. Πατέρας, μητέρα, μια νιόπαντρη κόρη και δύο γιοι. Αγαπημένοι, λατρεύουν το σπίτι τους, την οικογενειακή θαλπωρή, τις δουλειές τους και... ο ένας τον άλλον κι όλοι μαζί τον πάτερ - φαμίλια (ο οποίος είναι επίσης αγαθος και καλόβολος). Το σπίτι τους βρίσκεται ακριβώς δίπλα στο αεροδρόμιο. Και ξαφνικά τους έρχεται ένα χαρτί: Πρέπει υποχρεωτικά να απαλλοτριωθεί, διότι το αεροδρόμιο χρειάζεται επέκταση. Από εκεί και πέρα η αφελής οικογένεια (κυρίως βεβαίως ο "αρχηγός" πατέρας) ξεκινάνε έναν λυσσαλέο και άνευ όρων αγώνα για να παραμείνουν στο αγαπημένο τους μέρος, βάζοντάς τα δίχως δισταγμό με πολύ ισχυρότερους...
Όντως το άγνωστο σε μένα αυτό φιλμ είναι απολαυστικό. Από το ξεκαρδιστικό πορτρέτο τής πολύ αγαπημένης (και με αρκετά χαμηλό IQ) οικογένειας, όπου ο καθένας (και όλοι τον πατέρα) θεωρούν τον άλλον ειδήμονα σε κάτι (συνήθως πολύ γελοίο και μπανάλ) έως την κορύφωση του αγώνα της, με την υποστήριξη ενός ανεκδιήγητου δικηγόρου αρχικά και κάποιου άλλου σημαντικότερου μετά, ενάντια σε πολυεθνικές και στο κράτος. Φυσικά δεν ξέρω αν στον πραγματικό κόσμο τα πράγματα μπορούν να εξελιχτούν τόσο "γλυκά", όμως η απόλαυση παραμένει, όπως επίσης και το ηρωικό μέσα στην ηθελημένη απλοϊκότητά του μήνυμα για αντίσταση. Και υπάρχει και το διφορούμενο του πράγματος: Ναι, ο ήρωάς μας τολμά να τα βάλει με όλους, αλλά ταυτόχρονα διακατέχεται από νοοτροπία αφόρητα μικροαστική, τεριμμένη, σχεδόν βλακώδη (και τα υπόλοιπα μέλη βεβαίως). Πρόκειται για ήρωες που, αν δεν παρουσιάζονταν τόσο γλυκά και συμπαθητικά, θα έβρισκαν τη θέση τους στην πινακοθήκη ηλιθίων των αδελφών Κοέν. Φυσικά για όση βλακεία και μικροαστισμό κι αν μιλάμε, ο θεατής ταυτίζεται απόλυτα με την κιτς οικογένεια, συμμετέχει στον αγώνα της, πονά από τις περιστασιακές τους ήττες. Όμως η απλή αγάπη και η προσήλωση στη ρουτινιάρικη καθημέρινότητα βρίσκονται πάνω απ' όλα. Τελικά λέτε το νόημα της ευτυχίας να κρύβεται στην αφέλεια (για να μη πω βλακεία);
Πέραν των όποιων "μηνυμάτων" πάντως, το σίγουρο είναι ότι το φιλμ βλέπεται πολύ ευχάριστα και σε πολλά σημεία είναι όντως ξεκαρδιστικό. Και μόνο γι' αυτό αξίζει να ανακαλύψετε αυτή την άγνωστη (σε μένα τουλάχιστον) ταινία του αυστραλέζικου σινεμά.
Τετάρτη, Μαρτίου 09, 2016
"HAIL CAESAR" Ή ΟΙ ΚΟΕΝ ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΟΥ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ ΤΟΥ 50
Αυτή τη φορά, εν έτει 2016, σειρά να δεχτεί την "επίθεση" των φοβερών αδελφών Joel & Ethan Coen είχε το ίδιο το Χόλιγουντ. Όχι το σύγχρονο, αυτό της δεκαετίας του 50 - αν και υπάρχουν πολλές ομοιότητες. Έτσι το "Χαίρε, Καίσαρ!" (Hail, Caesar!) είναι μια σινεφίλ κωμωδία, η οποία όμως δεν παύει ούτε στιγμή να σαρκάζει τη "Μέκα του Κινηματογράφου" και μάλιστα στη χρυσή εποχή της.
Ο έμπειρος ήρωας, που δουλεύει για την κινηματογραφική εταιρία Capitol, είναι ο άνθρωπος που αναλαμβάνει όλες τις πολύπλοκες μικρές δουλειές για να πάνε όλα καλά στο γύρισμα: Να ικανοποιήσει τα καπρίτσια των σταρ, να μιλήσει γι' αυτούς στον Τύπο λέγοντας μόνο ό,τι συμφέρει το στούντιο και - διορθώνοντας και εξωραϊζοντας την εικόνα τους - να καλύψει κάθε λογής σκάνδαλα κλπ. Κουράζεται πολύ, αλλά μοιάζει να το απολαμβάνει. Ώσπου ένας σούπερ σταρ που πρωταγωνιστεί σε... χριστιανική ταινία "χλαμύδας" (δηλαδή με Ρωμαίους, σταύρωση κτλ.) εξαφανίζεται από τα γυρίσματα. Εμείς μαθαίνουμε σύντομα ότι έχει πέσει θύμα απαγωγής από... κομμουνιστές σεναριογράφους που θέλουν να υπονομεύσουν εκ των έσω την κινηματογραφική βιομηχανία... και η δράση αρχίζει.
Σε πρώτο επίπεδο πρόκειται για μια απόλυτα σινεφίλ κωμωδία. Καθώς στα μεγάλα στούντιο γυρίζονταν πολλές ταινίες ταυτόχρονα, οι Κοέν βρίσκουν την ευκαιρία να γυρίσουν σκηνές από μιούζικαλ, γουέστερν, "χλαμύδα", κοινωνικό δράμα κλπ. και, βεβαίως να κάνουν αναφορές σε πλήθος παλιών σταρ (Έστερ Γουίλιαμς, Κάρμεν Μιράντα, Τζιν Κέλι κλπ.) χρησιμοποιώντας μάλιστα πλειάδα σύγχρονων σταρ σε μικρές εμφανίσεις (εκτός των πρωταγωνιστών Τζος Μπρόλιν και Τζορτζ Κλούνεϊ βλέπουμε την Σκάρλετ Γιόχανσον, τον Ρέιφ Φάινς, την Τίλντα Σουίντον κ.ά.) Διασκεδάζουμε λοιπόν πολλαπλά και, αν θέλετε, νοσταλγικά. Πλήν όμως, κάτω από την απαστράπτουσα εικόνα της κολοσιαίας "μηχανής που παράγει διασκέδαση" βλέπουμε πλήθος από σκοτεινές πτυχές, αστείες ή μη: Τα σκάνδαλα, αλλά και την ηλιθιότητα των σταρ (αλοίμονο αν οι Κοέν δεν ασχολούνταν κι αυτή τη φορά με την ηλιθιότητα μεγάλου μέρους της αμερικάνικης κοινωνίας), την επιδερμική αντιμετώπιση σημαντικών θεμάτων, την προσπάθεια "να τα έχουμε καλά με όλους" για να βγάλουμε όσο πιο πολλά λεφτά γίνεται (η συνάντηση των παπάδων διαφόρων θρησκειών για τον.. Χριστό είναι χαρακτηριστική και πολύ αστεία), ακόμα και τον ρατσισμό και, εν γένει, την κάθε λογής βρωμιά. Και, βέβαια, οι "κομουνιστές σεναριογράφοι" υπάρχουν διότι η χρυσή εποχή του Χόλιγουντ ήταν και η εποχή του μακαρθισμού και της δίωξης και φίμωσης αριστερών ή συμπαθούντων.
Δεν αμφιβάλλω ότι οι Κοέν θέλανε και να διασκεδάσουν οι ίδιοι, γυρίζοντας "μια σκηνή από κάθε είδος". Ωστόσο δεν παύουν να καυτηριάζουν και να σατιρίζουν ανελέητα μια βιομηχανία που μπορεί ταυτόχρονα να παράγει αριστουργήματα (και μάλιστα τολμηρά, με προοδευτικά μηνύματα, όπως λένε οι σεναριογράφοι) και ηλιθιότητες και να αποκαλύπτουν τις σκοτεινές πτυχές της.
Δεν τη θεωρώ από τις καλύτερες ταινίες των αδελφών, τη βρήκα ωστόσο και σαρκαστική και διασκεδαστική. Ιδιαίτερα αν είστε σινεφίλ και εντοπίζετε τις πολλές αναφορές .
Ο έμπειρος ήρωας, που δουλεύει για την κινηματογραφική εταιρία Capitol, είναι ο άνθρωπος που αναλαμβάνει όλες τις πολύπλοκες μικρές δουλειές για να πάνε όλα καλά στο γύρισμα: Να ικανοποιήσει τα καπρίτσια των σταρ, να μιλήσει γι' αυτούς στον Τύπο λέγοντας μόνο ό,τι συμφέρει το στούντιο και - διορθώνοντας και εξωραϊζοντας την εικόνα τους - να καλύψει κάθε λογής σκάνδαλα κλπ. Κουράζεται πολύ, αλλά μοιάζει να το απολαμβάνει. Ώσπου ένας σούπερ σταρ που πρωταγωνιστεί σε... χριστιανική ταινία "χλαμύδας" (δηλαδή με Ρωμαίους, σταύρωση κτλ.) εξαφανίζεται από τα γυρίσματα. Εμείς μαθαίνουμε σύντομα ότι έχει πέσει θύμα απαγωγής από... κομμουνιστές σεναριογράφους που θέλουν να υπονομεύσουν εκ των έσω την κινηματογραφική βιομηχανία... και η δράση αρχίζει.
Σε πρώτο επίπεδο πρόκειται για μια απόλυτα σινεφίλ κωμωδία. Καθώς στα μεγάλα στούντιο γυρίζονταν πολλές ταινίες ταυτόχρονα, οι Κοέν βρίσκουν την ευκαιρία να γυρίσουν σκηνές από μιούζικαλ, γουέστερν, "χλαμύδα", κοινωνικό δράμα κλπ. και, βεβαίως να κάνουν αναφορές σε πλήθος παλιών σταρ (Έστερ Γουίλιαμς, Κάρμεν Μιράντα, Τζιν Κέλι κλπ.) χρησιμοποιώντας μάλιστα πλειάδα σύγχρονων σταρ σε μικρές εμφανίσεις (εκτός των πρωταγωνιστών Τζος Μπρόλιν και Τζορτζ Κλούνεϊ βλέπουμε την Σκάρλετ Γιόχανσον, τον Ρέιφ Φάινς, την Τίλντα Σουίντον κ.ά.) Διασκεδάζουμε λοιπόν πολλαπλά και, αν θέλετε, νοσταλγικά. Πλήν όμως, κάτω από την απαστράπτουσα εικόνα της κολοσιαίας "μηχανής που παράγει διασκέδαση" βλέπουμε πλήθος από σκοτεινές πτυχές, αστείες ή μη: Τα σκάνδαλα, αλλά και την ηλιθιότητα των σταρ (αλοίμονο αν οι Κοέν δεν ασχολούνταν κι αυτή τη φορά με την ηλιθιότητα μεγάλου μέρους της αμερικάνικης κοινωνίας), την επιδερμική αντιμετώπιση σημαντικών θεμάτων, την προσπάθεια "να τα έχουμε καλά με όλους" για να βγάλουμε όσο πιο πολλά λεφτά γίνεται (η συνάντηση των παπάδων διαφόρων θρησκειών για τον.. Χριστό είναι χαρακτηριστική και πολύ αστεία), ακόμα και τον ρατσισμό και, εν γένει, την κάθε λογής βρωμιά. Και, βέβαια, οι "κομουνιστές σεναριογράφοι" υπάρχουν διότι η χρυσή εποχή του Χόλιγουντ ήταν και η εποχή του μακαρθισμού και της δίωξης και φίμωσης αριστερών ή συμπαθούντων.
Δεν αμφιβάλλω ότι οι Κοέν θέλανε και να διασκεδάσουν οι ίδιοι, γυρίζοντας "μια σκηνή από κάθε είδος". Ωστόσο δεν παύουν να καυτηριάζουν και να σατιρίζουν ανελέητα μια βιομηχανία που μπορεί ταυτόχρονα να παράγει αριστουργήματα (και μάλιστα τολμηρά, με προοδευτικά μηνύματα, όπως λένε οι σεναριογράφοι) και ηλιθιότητες και να αποκαλύπτουν τις σκοτεινές πτυχές της.
Δεν τη θεωρώ από τις καλύτερες ταινίες των αδελφών, τη βρήκα ωστόσο και σαρκαστική και διασκεδαστική. Ιδιαίτερα αν είστε σινεφίλ και εντοπίζετε τις πολλές αναφορές .
Τρίτη, Μαρτίου 08, 2016
O ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ "ALFIE" ΚΑΙ Η - ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ - ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ
Ο "Alfie" είναι μια κλασική ταινία του 1966 με τον Μάικλ Κέιν στον βασικό ρόλο, την οποία δυστυχώς δεν έχω δει. Είχε όμως άμεση σχέση με την εποχή της, τη σεξουαλική επανάσταση και τις (συναισθηματικές) συνέπειές της. Το 2004 ο μάλλον αδιάφορος σκηνοθέτης Charles Shyer φτιάχνει το (αναμενόμενο) ριμέικ, αυτή τη φορά με τον Τζουν Λο στον ομώνυμο ρόλο.
Ο Άλφι, ωραίος οδηγός λιμουζίνας, περιστοιχίζεται από ωραίες γυναίκες και είναι και αδιόρθωτα γυναικάς. Έτσι οι ερωτικές του περιπέτειες είναι άφθονες. Διατηρεί και μια "μόνιμη" σχέση, αυτό όμως κάθε άλλο παρά τον εμποδίζει να επιδίδεται στις παράλληλες δραστηριότητές του. Ανάμεσά τους και η σύντομη σχέση με την κοπέλα του καλύτερού του φίλου και συναδέλφου. Ώσπου η "μόνιμη σχέση" αποχωρεί (όπως είναι φυσικό) και η πικρή αντίστροφη μέτρηση αρχίζει για τα καλά...
Σας είπα ότι δεν μπορώ να κάνω προσωπικές συγκρίσεις με το πρωτότυπο. Η γενική αίσθηση πάντως από πλήθος κριτικών είναι ότι, όπως συμβαίνει τις πολύ περισσότερες φορές, το ριμέικ είναι κατώτερο. Ξεχνώντας λοιπόν τις αδύνατες για μένα συγκρίσεις θα επικεντρωθώ στο φιλμ του Shyer. Ναι, το είδα ευχάριστα. Διαθέτει όμορφη, "μοντέρνα" εικόνα, ωραίες γυναίκες (προφανώς) και τον Λο να αλλάζει κοστούμια και στιλ ως ακριβοπληρωμένο μοντέλο. Ίσως (στην εποχή του AIDS τουλάχιστον) οι τόσες περιπέτειες και οι τόση ευκολία με τις γυναίκες να μη γίνεται απόλυτα πιστευτή, αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό. Πάντως η διαρκής off αφήγηση μάλλον με κούρασε.
Αυτό που θέλω να τονίσω είναι το γεγονός ότι δεν πρόκειται για κάποια αισθηματική κομεντί. SPOILER Ξεκινά βεβαίως έτσι, δίχως όμως το ρομαντικό στοιχείο, αφού έχουμε να κάνουμε σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και με ένα είδος ζιγκολό, για να καταλήξει πολύ, πάρα πολύ πικρά. Όσοι λοιπόν είστε συνηθισμένοι στα νερόβραστα συνήθως χάπι εντ του είδους, θα απογοητευτείτε ΤΕΛΟΣ SPOILER. Γι' αυτό και διαφέρει (θετικά για μένα) από την πλειοψηφία αντίστοιχων φιλμ. Βλέπετε, ο μη υπολογισμός των συναισθημάτων των άλλων, το διαρκές παιχνίδι, το σεξ-ως-μηχανή και τίποτα άλλο, καλώς ή κακώς πληρώνονται. Στην κοινωνία μας τουλάχιστον.
Ενδιαφέρον, δίχως σε καμία περίπτωση να το θεωρώ κάτι σπουδαίο.
Ο Άλφι, ωραίος οδηγός λιμουζίνας, περιστοιχίζεται από ωραίες γυναίκες και είναι και αδιόρθωτα γυναικάς. Έτσι οι ερωτικές του περιπέτειες είναι άφθονες. Διατηρεί και μια "μόνιμη" σχέση, αυτό όμως κάθε άλλο παρά τον εμποδίζει να επιδίδεται στις παράλληλες δραστηριότητές του. Ανάμεσά τους και η σύντομη σχέση με την κοπέλα του καλύτερού του φίλου και συναδέλφου. Ώσπου η "μόνιμη σχέση" αποχωρεί (όπως είναι φυσικό) και η πικρή αντίστροφη μέτρηση αρχίζει για τα καλά...
Σας είπα ότι δεν μπορώ να κάνω προσωπικές συγκρίσεις με το πρωτότυπο. Η γενική αίσθηση πάντως από πλήθος κριτικών είναι ότι, όπως συμβαίνει τις πολύ περισσότερες φορές, το ριμέικ είναι κατώτερο. Ξεχνώντας λοιπόν τις αδύνατες για μένα συγκρίσεις θα επικεντρωθώ στο φιλμ του Shyer. Ναι, το είδα ευχάριστα. Διαθέτει όμορφη, "μοντέρνα" εικόνα, ωραίες γυναίκες (προφανώς) και τον Λο να αλλάζει κοστούμια και στιλ ως ακριβοπληρωμένο μοντέλο. Ίσως (στην εποχή του AIDS τουλάχιστον) οι τόσες περιπέτειες και οι τόση ευκολία με τις γυναίκες να μη γίνεται απόλυτα πιστευτή, αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό. Πάντως η διαρκής off αφήγηση μάλλον με κούρασε.
Αυτό που θέλω να τονίσω είναι το γεγονός ότι δεν πρόκειται για κάποια αισθηματική κομεντί. SPOILER Ξεκινά βεβαίως έτσι, δίχως όμως το ρομαντικό στοιχείο, αφού έχουμε να κάνουμε σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και με ένα είδος ζιγκολό, για να καταλήξει πολύ, πάρα πολύ πικρά. Όσοι λοιπόν είστε συνηθισμένοι στα νερόβραστα συνήθως χάπι εντ του είδους, θα απογοητευτείτε ΤΕΛΟΣ SPOILER. Γι' αυτό και διαφέρει (θετικά για μένα) από την πλειοψηφία αντίστοιχων φιλμ. Βλέπετε, ο μη υπολογισμός των συναισθημάτων των άλλων, το διαρκές παιχνίδι, το σεξ-ως-μηχανή και τίποτα άλλο, καλώς ή κακώς πληρώνονται. Στην κοινωνία μας τουλάχιστον.
Ενδιαφέρον, δίχως σε καμία περίπτωση να το θεωρώ κάτι σπουδαίο.
Δευτέρα, Μαρτίου 07, 2016
ΤΑ ΤΡΑΓΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΤΗΣ MILDRED PIERCE
Βρισκόμαστε στα 1945 και το Χόλιγουντ είναι μεν ακμαίο, αλλά μερικές από τις ταινίες του έχουν όλο και περισσότερο αρχίσει να δείχνουν τη σκοτεινή πλευρά της Αμερικής. Αυτό βεβαίως συμβαίνει κυρίως στα φιλμ νουάρ (αν και όχι μόνο). Τότε λοιπόν ένας από τους κλασικούς χολιγουντιανούς σκηνοθέτες (αν και ούγγρος μετανάστης στην καταγωγή), ο Michael Curtiz (1886-1962), γυρίζει την "Mildred Pierce", ταινία που χάρισε το Όσκαρ στην πρωταγωνίστριά της Τζόαν Κρόφορν.
Η ηρωίδα έχει δύο κόρες, πλην όμως η μεγάλη αδυναμία της είναι η μεγαλύτερη, η κακομαθημένη, ψηλομύτα και άπληστη Βίντα. Η Μίλντρεντ χωρίζει τον σύζυγό της που την απατά, ανοίγει ένα εξαιρετικά πετυχημένο εστιατόριο, ανέρχεται οικονομικά (και στην κοινωνική ιεραρχία βεβαίως) και παντρεύεται με έναν τυχοδιώκτη αριστοκράτη, ο οποίος άλλα έχει στο νου του... Όλα αυτά τα κάνει για το καλό της κόρης της, για να μπορεί να ικανοποιεί όλα της τα καπρίτσια. Ως πού μπορεί όμως να φτάσει γι' αυτή την (σχεδόν παράλογη) αγάπη; Μέχρι τον φόνο άραγε;
Η ταινία ξεκινά λοιπόν με έναν φόνο. Όλα τα υπόλοιπα είναι ένα διαρκές φλας μπακ. Έτσι, αν μη τι άλλο, ξέρουμε από την αρχή ποιος από τους ήρωες θα πεθάνει. Από εκεί και πέρα, αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι το φιλμ δεν είναι ακριβώς νουάρ. Πρόκειται για συνδυασμό νουάρ (με αστυνομικό σασπένς) και κοινωνικού μελοδράματος. Και, νομίζω, ότι τα είδη αυτά εδώ δένουν πολύ καλά.
Το φιλμ μπορεί άνετα να χαρακτηριστεί φεμινιστικό. Η ηρωίδα, άξια (και αδίστακτη βεβαίως προκειμένου να κάνει τα πάντα για την κόρη), ανέρχεται κοινωνικά σε ένα καθαρά ανδροκρατούμενο περιβάλλον, σε μια καθαρά ανδροκρατούμενη δουλειά. Γενικά κινεί τα νήματα των όσων συμβαίνουν και επιδεικνύει εξαιρετική δύναμη και θέληση. Από εκεί και πέρα όμως δεν υπάρχει κανένας θετικός (ή απόλυτα θετικός) χαρακτήρας. Η ίδια είναι έρμαιο μιας παράλογης και άδικης αγάπης και, βεβαίως, είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για τον σχεδόν "άρρωστο" χαρακτήρα της κόρης της. Οι άντρες γύρω της είναι ο ένας χειρότερος από τον άλλον, με διαφορετικούς βεβαίως τρόπους και σε διαφορετικό βαθμό. Όσο για την περίφημη κόρη, πρόκειται για έναν από τους αντιπαθέστερους και πλέον αδίστακτους χαρακτήρες στην ιστορία του σινεμά. Νομίζω ότι αυτή τουλάχιστον θα σας μείνει αξέχαστη. Για ποιο "αμερικάνικο όνειρο" μιλάμε λοιπόν, όταν οι πάντες (σχεδόν) είναι έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για να πετύχουν τους σκοπούς τους; (οι περισσότεροι για την οικονομική άνοδο βεβαίως).
Από τις κλασικές ταινίες, στα όρια του νουάρ όπως είπαμε, νομίζω ότι βλέπεται άνετα μέχρι σήμερα. Εξ ου και κλασική άλλωστε.
ΥΓ: Στην Ελλάδα είχε τότε παιχτεί με τον... εμπνευσμένο τίτλο "Θύελλα σε μητρική καρδιά" !!!
Παρασκευή, Μαρτίου 04, 2016
"CAMILLE": ΤΑΙΝΙΑ... ΠΟΛΛΩΝ ΕΙΔΩΝ
Υπάρχουν ταινίες που, ανεξάρτητα του αν είναι καλές ή κακές, είναι, αν μη τι άλλο, αξιοπερίεργες. Η "Camille", για παράδειγμα, του 2008 είναι το μοναδικό φιλμ του παντελώς άγνωστου Gregory Mackenzie και νομίζω ότι ανήκει σ' αυτή την κατηγορία.
Ένα νεαρό ζευγάρι παντρεύεται. Εκείνη τυπική χαζοχαρούμενη αμερικάνα (και μάλιστα πολύ φλύαρη), που είναι ενθουσιασμένη με τελετές, συγγενείς, νυφικά, ροζ, ανθοδέσμες κι όλα τα σχετικά κι εκείνος... κάθε άλλο. Απόλυτα σκεπτικιστής, δεν είναι καθόλου σίγουρος αν έπρεπε να κάνει αυτό το "μεγάλο βήμα". Το ζευγάρι ξεκινά με παλιού στιλ μοτοσικλέτα με καλάθι για το ταξίδι του μέλιτος στο Νιαγάρα. Στο δρόμο όμως θα έχουν ένα δυστύχημα. Από εκεί και πέρα η Καμίλ θα είναι όλο και πιο "παράξενη". Δηλαδή, για να είμαστε ακριβέστεροι, θα είναι όλο και πιο... νεκρή. Τι θα συμβεί από εδώ και μπρος μέχρι το τέλος του ταξιδιού;
Γιατί χαρακτήρισα το φιλμ αξιοπερίεργο; Διότι μέχρι το τέλος δεν ξέρεις καθόλου τι σου επιφυλάσσει. Ουσιαστικά δεν ξέρεις σε ποιο είδος να το κατατάξεις (όχι βέβαια ότι πρέπει ντε και καλά να το κάνεις): Ξεκινά σαν κλασική αμερικάνικη κομεντί, και μάλιστα από τις χαζοχαρούμενες, ξαφνικά, εκεί που δεν το περιμένεις, κάνει βουτιά στο χώρο του φανταστικού, με αρκετή νοσηρότητα μάλιστα, σαν λίγο "άρρωστη" ταινία τρόμου, για να καταλήξει σε ένα είδος... μεταφυσικού Μπόνι και Κλάιντ, και μάλιστα με αρκετή δόση συγκίνησης και ρομαντισμού. Τι να πει κανείς...
Δεν είμαι σίγουρος αν όλα αυτά τα στοιχεία δένουν αρμονικά μεταξύ τους. Σας είπα από την αρχή ότι μάλλον δεν πρόκειται για μια "φοβερή" ταινία. Ωστόσο σίγουρα είναι πρωτότυπη και νομίζω ότι, είτε τελικά σας αρέσει είτε όχι, θα παρακολουθήσετε με αμείωτο ενδιαφέρον τις αναπάντεχες τροπές του σεναρίου και το πέρασμα από το ένα είδος στο άλλο (προσοχή: όχι ως κινηματογραφικό ύφος, αυτό είναι μάλλον τυπικό και ομοιογενές, αλλά από σεναριακή άποψη). Γι' αυτό λοιπόν δείτε το από περιέργεια, ως μία πρωτότυπη και απόλυτα πειραγμένη ρομαντική (κατά βάθος) ταινία.
Ένα νεαρό ζευγάρι παντρεύεται. Εκείνη τυπική χαζοχαρούμενη αμερικάνα (και μάλιστα πολύ φλύαρη), που είναι ενθουσιασμένη με τελετές, συγγενείς, νυφικά, ροζ, ανθοδέσμες κι όλα τα σχετικά κι εκείνος... κάθε άλλο. Απόλυτα σκεπτικιστής, δεν είναι καθόλου σίγουρος αν έπρεπε να κάνει αυτό το "μεγάλο βήμα". Το ζευγάρι ξεκινά με παλιού στιλ μοτοσικλέτα με καλάθι για το ταξίδι του μέλιτος στο Νιαγάρα. Στο δρόμο όμως θα έχουν ένα δυστύχημα. Από εκεί και πέρα η Καμίλ θα είναι όλο και πιο "παράξενη". Δηλαδή, για να είμαστε ακριβέστεροι, θα είναι όλο και πιο... νεκρή. Τι θα συμβεί από εδώ και μπρος μέχρι το τέλος του ταξιδιού;
Γιατί χαρακτήρισα το φιλμ αξιοπερίεργο; Διότι μέχρι το τέλος δεν ξέρεις καθόλου τι σου επιφυλάσσει. Ουσιαστικά δεν ξέρεις σε ποιο είδος να το κατατάξεις (όχι βέβαια ότι πρέπει ντε και καλά να το κάνεις): Ξεκινά σαν κλασική αμερικάνικη κομεντί, και μάλιστα από τις χαζοχαρούμενες, ξαφνικά, εκεί που δεν το περιμένεις, κάνει βουτιά στο χώρο του φανταστικού, με αρκετή νοσηρότητα μάλιστα, σαν λίγο "άρρωστη" ταινία τρόμου, για να καταλήξει σε ένα είδος... μεταφυσικού Μπόνι και Κλάιντ, και μάλιστα με αρκετή δόση συγκίνησης και ρομαντισμού. Τι να πει κανείς...
Δεν είμαι σίγουρος αν όλα αυτά τα στοιχεία δένουν αρμονικά μεταξύ τους. Σας είπα από την αρχή ότι μάλλον δεν πρόκειται για μια "φοβερή" ταινία. Ωστόσο σίγουρα είναι πρωτότυπη και νομίζω ότι, είτε τελικά σας αρέσει είτε όχι, θα παρακολουθήσετε με αμείωτο ενδιαφέρον τις αναπάντεχες τροπές του σεναρίου και το πέρασμα από το ένα είδος στο άλλο (προσοχή: όχι ως κινηματογραφικό ύφος, αυτό είναι μάλλον τυπικό και ομοιογενές, αλλά από σεναριακή άποψη). Γι' αυτό λοιπόν δείτε το από περιέργεια, ως μία πρωτότυπη και απόλυτα πειραγμένη ρομαντική (κατά βάθος) ταινία.
Τετάρτη, Μαρτίου 02, 2016
"ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ" Ή ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ
Είναι πάντοτε ευχάριστο κάποιος να κάνει ένα αν μη τι άλλο ενδιαφέρον ντεμπούτο. Βέβαια ο Alex Garland, στον οποίο ανήκει το "Ex Machina" (Από Μηχανής) του 2015, είναι έμπειρος σεναριογράφος και συγγραφέας, ωστόσο η ταινία αυτή είναι η πρώτη του σαν σκηνοθέτη.
Το θέμα της τεχνητής νοημοσύνης και του τι μπορεί να συμβεί σε ένα τέτοιο ον με απόλυτη συνείδηση του εαυτού του έχει εξετασθεί πολλές φορές. Το θέμα βεβαίως παραπέμπει στον κλασικό "Φρανκενστάιν" και την αρχαία επιθυμία του ανθρώπου να δημιουργήσει ζωή, να γίνει δηλαδή "θεός". Εδώ συναντάμε μια από τις ενδιαφέρουσες και πολυεπίπεδες παραλλαγές του.
Ένας νεαρός προγραμματιστής κερδίζει σε ένα διαγωνισμό: Θα μείνει για μια εβδομάδα μόνος με έναν εκκεντρικό εκατομμυριούχο και ιδιοφυή εφευρέτη και θα λάβει μέρος σε ένα πείραμα. Στην εντελώς απομονωμένη, εντυπωσιακά πολυτελή και σούπερ high tech βίλα του θα συναντήσει ένα θηλυκό ρομπότ, μια τέλεια τεχνητή νοημοσύνη. Δουλεια του θα είναι, μέσα από διαδοχικές συνεντεύξεις μαζί της, να διαπιστώσει αν όντως είναι τέλεια, αν μπορεί να αντιδρά και να σκέπτεται απόλυτα ανθρώπινα, αν τελικά μπορεί να περάσει για άνθρωπος στον "έξω κόσμο". Πολλά όμως θα συμβούν ανάμεσα στους τρεις τους - και σε ένα τέταρτο πρόσωπο, την σιωπηλή κοπέλα για όλες τις δουλειές του εφευρέτη.
Το φιλμ αξιοποιεί νομίζω απόλυτα το κλειστό περιβάλλον στο οποίο διαδραματίζεται σχεδόν ολόκληρο και τα 4 μόνο πρόσωπα που βρίσκονται σ' αυτό. Όσο η ώρα προχωρά τα πράγματα γίνονται όλο και πιο περίπλοκα, τα πρόσωπα διαπλέκονται όλο και περισσότερο μεταξύ τους, ενώ οι (μάλλον προβλέψιμες) εκπλήξεις και ανατροπές δεν λείπουν. Και, βέβαια, υπάρχει ο πολλαπλός προβληματισμός: Ως πού θα έφταναν τα δικαιώματα ενός απόλυτα ανθρώπινου, πλην όμως κατασκευασμένου, πλάσματος; Τι εξουσίες μπορεί να έχει πάνω του ο δημιουργός; Μπορεί ο άνθρωπος να γίνει θεός; Ή τελικά μιλάμε για μια ακόμα μορφή εξουσιαστή - εξουσιαζόμενου; Τι γίνεται με τη σύγκρουση λογικής - συναισθήματος ή αυτή των δύο φύλων; Κι άλλα πολλά ερωτήματα πιθανόν να προκύψουν στο μυαλό του θεατή, πέραν αυτών όμως πιστεύω ότι, παρά την "κλειστοφοβικότητά" της (ή ίσως εξ αιτίας της) η ταινία θα σας κρατήσει απόλυτα, ανεβάζοντας το σασπένς.
Αξιόλογο σκηνοθετικό ντεμπούτο λοιπόν και μια από τις πολύ ενδιαφέρουσες, σκεπτόμενες ταινίες επιστημονικής φαντασίας (κι αυτό παρά το, όπως είπαμε, πολυχρησιμοποιημένο της θέμα).
Το θέμα της τεχνητής νοημοσύνης και του τι μπορεί να συμβεί σε ένα τέτοιο ον με απόλυτη συνείδηση του εαυτού του έχει εξετασθεί πολλές φορές. Το θέμα βεβαίως παραπέμπει στον κλασικό "Φρανκενστάιν" και την αρχαία επιθυμία του ανθρώπου να δημιουργήσει ζωή, να γίνει δηλαδή "θεός". Εδώ συναντάμε μια από τις ενδιαφέρουσες και πολυεπίπεδες παραλλαγές του.
Ένας νεαρός προγραμματιστής κερδίζει σε ένα διαγωνισμό: Θα μείνει για μια εβδομάδα μόνος με έναν εκκεντρικό εκατομμυριούχο και ιδιοφυή εφευρέτη και θα λάβει μέρος σε ένα πείραμα. Στην εντελώς απομονωμένη, εντυπωσιακά πολυτελή και σούπερ high tech βίλα του θα συναντήσει ένα θηλυκό ρομπότ, μια τέλεια τεχνητή νοημοσύνη. Δουλεια του θα είναι, μέσα από διαδοχικές συνεντεύξεις μαζί της, να διαπιστώσει αν όντως είναι τέλεια, αν μπορεί να αντιδρά και να σκέπτεται απόλυτα ανθρώπινα, αν τελικά μπορεί να περάσει για άνθρωπος στον "έξω κόσμο". Πολλά όμως θα συμβούν ανάμεσα στους τρεις τους - και σε ένα τέταρτο πρόσωπο, την σιωπηλή κοπέλα για όλες τις δουλειές του εφευρέτη.
Το φιλμ αξιοποιεί νομίζω απόλυτα το κλειστό περιβάλλον στο οποίο διαδραματίζεται σχεδόν ολόκληρο και τα 4 μόνο πρόσωπα που βρίσκονται σ' αυτό. Όσο η ώρα προχωρά τα πράγματα γίνονται όλο και πιο περίπλοκα, τα πρόσωπα διαπλέκονται όλο και περισσότερο μεταξύ τους, ενώ οι (μάλλον προβλέψιμες) εκπλήξεις και ανατροπές δεν λείπουν. Και, βέβαια, υπάρχει ο πολλαπλός προβληματισμός: Ως πού θα έφταναν τα δικαιώματα ενός απόλυτα ανθρώπινου, πλην όμως κατασκευασμένου, πλάσματος; Τι εξουσίες μπορεί να έχει πάνω του ο δημιουργός; Μπορεί ο άνθρωπος να γίνει θεός; Ή τελικά μιλάμε για μια ακόμα μορφή εξουσιαστή - εξουσιαζόμενου; Τι γίνεται με τη σύγκρουση λογικής - συναισθήματος ή αυτή των δύο φύλων; Κι άλλα πολλά ερωτήματα πιθανόν να προκύψουν στο μυαλό του θεατή, πέραν αυτών όμως πιστεύω ότι, παρά την "κλειστοφοβικότητά" της (ή ίσως εξ αιτίας της) η ταινία θα σας κρατήσει απόλυτα, ανεβάζοντας το σασπένς.
Αξιόλογο σκηνοθετικό ντεμπούτο λοιπόν και μια από τις πολύ ενδιαφέρουσες, σκεπτόμενες ταινίες επιστημονικής φαντασίας (κι αυτό παρά το, όπως είπαμε, πολυχρησιμοποιημένο της θέμα).
Τρίτη, Μαρτίου 01, 2016
ΟΙ "OCEAN'S 12" ΩΣ ΒΑΡΕΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο Steven Soderbergh, ένας σκηνοθέτης ο οποίος ούτως ή άλλως έχει ως στιλ το... να μην έχει στιλ γυρίζοντας εντελώς διαφορετικές ταινίες, είναι ικανός για το καλύτερο και για το χειρότερο. Ήδη δεν μου είχαν αρέσει οι "Ocean's 11", ωστόσο φαντάζουν ευρηματικότατοι μπροστά στο sequel τους, το "Ocean's 12" του 2004.
Η γνωστή κομψή και στιλάτη συμμορία του Ocean, μετά την ιδιοφυή ληστεία του πρώτου μέρους, τα βρίσκει σκούρα: Ο "κακός" του πρώτου φιλμ, του οποίου τα λεφτά έκλεψαν, είναι (λογικό) πυρ και μανία. Τους δίνει λοιπόν μια ασφυκτική διορία : ή θα του επιστρέψουν τα εκατομμύρια ή θα τους σκοτώσει, πράγμα πανεύκολο γι' αυτόν. Τα λεφτά βέβαια δεν υπάρχουν (έχουν ξοδευτεί ή επενδυθεί), οπότε η συμπαθής (;) ομάδα είναι αναγκασμένη να κάνει ένα ακόμα πιο εξωφρενικό κόλπο για να τα αποκτήσει. Να όμως που δεν θα τα καταφέρει στην πρώτη προσπάθεια, αφού θα πέσει πάνω σ' έναν ακόμα εξυπνότερο μοναχικό ληστή, ενώ ο χρόνος κυλά...
Νομίζω ότι πρόκειται για τυπικότατο παράδειγμα του να γίνει ένα νο 2 για το νο 2 και μόνο. Στο σίκουελ αυτό οι απιθανότητες πολλαπλασιάζονται ραγδαία, η ψυχολογία εξαφανίζεται παντελώς (όλοι είναι κουλ και άνετοι και κάνουν αστειάκια ενώ τους μένουν λίγες μέρες για να λήξει η προθεσμία, δηλαδή λίγες μέρες ζωής), τα ιδιοφυή (και πρακτικά απραγματοποίητα σχέδια) καταστρώνονται σε χρόνους dt, ο "αντίζηλος" ληστής περνά από πολύπλοκα λέιζερ απλώς με την... ευκινησία του και επειδή είναι σούπερ γυμνασμένος (του οποίου σημειωτέον την ταυτότητα οι ήρωές μας ανακαλύπτουν σε χρόνο επίσης dt, ενώ η αστυνομία αδυνατεί επί χρόνια) και πολλά, πολλά άλλα. Κερασάκι στην τούρτα η σύζυγος του Κλούνεϊ Τζούλια Ρόμπερτς, η οποία χρησιμοποιείται στο κόλπο παριστάνοντας την... πραγματική Τζούλια Ρόμπερτς, επειδή συμπτωματικά της μοιάζει. Σπάνια έχω δει τόσο χάλια και πρόχειρο σενάριο. Και - ίσως κάποιοι διαφωνήσουν - προσωπικά δεν διασκέδασα καθόλου με τα αστεία και τις μπερδεμένες καταστάσεις.
Φυσικά μάλλον μοναδικός λόγος ύπαρξης είναι το να παρελάσει η γνωστή πλειάδα των σούπερ - σταρ (μερικοί για λίγα λεπτά μόνο) : Κλούνεϊ, Ρόμπερτς, Μπραντ Πιτ, Άντι Γκαρσία, Κάθριν Ζέτα-Τζόουνς, Ματ Ντέιμον συν, στο δεύτερο μέρος, Βενσάν Κασέλ και Μπρους Γουίλις υποδυόμενος τον εαυτό του. Ναι, αλλά είναι γνωστό ότι όταν ακούς πολλά κεράσια κράτα μικρό καλάθι. Τελικά, κατά τη γνώμη μου, από τα χειρότερα φιλμ του Soderbergh.
Η γνωστή κομψή και στιλάτη συμμορία του Ocean, μετά την ιδιοφυή ληστεία του πρώτου μέρους, τα βρίσκει σκούρα: Ο "κακός" του πρώτου φιλμ, του οποίου τα λεφτά έκλεψαν, είναι (λογικό) πυρ και μανία. Τους δίνει λοιπόν μια ασφυκτική διορία : ή θα του επιστρέψουν τα εκατομμύρια ή θα τους σκοτώσει, πράγμα πανεύκολο γι' αυτόν. Τα λεφτά βέβαια δεν υπάρχουν (έχουν ξοδευτεί ή επενδυθεί), οπότε η συμπαθής (;) ομάδα είναι αναγκασμένη να κάνει ένα ακόμα πιο εξωφρενικό κόλπο για να τα αποκτήσει. Να όμως που δεν θα τα καταφέρει στην πρώτη προσπάθεια, αφού θα πέσει πάνω σ' έναν ακόμα εξυπνότερο μοναχικό ληστή, ενώ ο χρόνος κυλά...
Νομίζω ότι πρόκειται για τυπικότατο παράδειγμα του να γίνει ένα νο 2 για το νο 2 και μόνο. Στο σίκουελ αυτό οι απιθανότητες πολλαπλασιάζονται ραγδαία, η ψυχολογία εξαφανίζεται παντελώς (όλοι είναι κουλ και άνετοι και κάνουν αστειάκια ενώ τους μένουν λίγες μέρες για να λήξει η προθεσμία, δηλαδή λίγες μέρες ζωής), τα ιδιοφυή (και πρακτικά απραγματοποίητα σχέδια) καταστρώνονται σε χρόνους dt, ο "αντίζηλος" ληστής περνά από πολύπλοκα λέιζερ απλώς με την... ευκινησία του και επειδή είναι σούπερ γυμνασμένος (του οποίου σημειωτέον την ταυτότητα οι ήρωές μας ανακαλύπτουν σε χρόνο επίσης dt, ενώ η αστυνομία αδυνατεί επί χρόνια) και πολλά, πολλά άλλα. Κερασάκι στην τούρτα η σύζυγος του Κλούνεϊ Τζούλια Ρόμπερτς, η οποία χρησιμοποιείται στο κόλπο παριστάνοντας την... πραγματική Τζούλια Ρόμπερτς, επειδή συμπτωματικά της μοιάζει. Σπάνια έχω δει τόσο χάλια και πρόχειρο σενάριο. Και - ίσως κάποιοι διαφωνήσουν - προσωπικά δεν διασκέδασα καθόλου με τα αστεία και τις μπερδεμένες καταστάσεις.
Φυσικά μάλλον μοναδικός λόγος ύπαρξης είναι το να παρελάσει η γνωστή πλειάδα των σούπερ - σταρ (μερικοί για λίγα λεπτά μόνο) : Κλούνεϊ, Ρόμπερτς, Μπραντ Πιτ, Άντι Γκαρσία, Κάθριν Ζέτα-Τζόουνς, Ματ Ντέιμον συν, στο δεύτερο μέρος, Βενσάν Κασέλ και Μπρους Γουίλις υποδυόμενος τον εαυτό του. Ναι, αλλά είναι γνωστό ότι όταν ακούς πολλά κεράσια κράτα μικρό καλάθι. Τελικά, κατά τη γνώμη μου, από τα χειρότερα φιλμ του Soderbergh.
Κυριακή, Φεβρουαρίου 28, 2016
ΜΙΣΗΤΟΙ (ΚΑΙ ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΟΙ) ΟΚΤΩ
Η ταινία είναι σχεδόν τρίωρη και όλοι με διαβεβαίωναν ότι, εκτός του γεγονότος ότι διαδραματίζεται μέσα σε μια ξύλινη καλύβα, πάνω από τη μισή διάρκειά της αφιερώνεται σε διαρκές μπλα - μπλα. Σκέφτηκα λοιπόν ότι αυτή τη φορά ο Quentin Tarantino το παράκανε και ότι μάλλον δεν θέλω να τη δω. Τελικά "υπέκυψα" και, ανίθετα με τις ισχνές προσδοκίες μου, βρήκα τους "Μισητούς Οκτώ" του 2015 αν μη τι άλλο απολαυστικότατους.
Στην μετεμφυλιακή, βίαιη Αμερική, μια άμαξα με 4 επιβάτες φτάνει, μετά από περιπέτειες, σε μια μεγάλη καλύβα - καταφύγιο από τη χιονοθύελα και μαζί και κατάστημα και μπαρ και εστιατόριο. Εκεί βρίσκονται άλλοι 4 άντρες. Μερικοί γνωρίζονται μεταξύ τους, άλλοι έχουν ακουστά ο ένας τον άλλον, όλοι πάντως με κάποιον τρόπο συνδέονται. Υπάρχουν κυνηγοί επικηρυγμένων και επικηρυγμένες γυναίκες, πρώην αξιωματικοί Βαρείων και Νοτίων, δήμιοι, μοναχικοί τύποι, μελλοντικοί σερίφηδες και διάφορα άλλα "λουλούδια". Όλοι όμως μοιάζουν να λένε τη μισή αλήθεια, όλοι έχουν κρυμμένα μυστικά. Κι όταν η βία ξεσπά ανεξέλεγκτη, οι ανατροπές συνεχίζονται.
Ναι, οι ήρωες μιλάνε πολύ, όμως η φοβερή αφηγηματική ικανότητα του Ταραντίνο με έκανε να παρακολουθήσω το φιλμ απνευστί. Λογικό, αφού διαθέτει σε ισορροπημένες δόσεις πινελιές χιούμορ, φυσικά μαύρου κυρίως, πανέξυπνη αφήγηση με πισωγυρίσματα στο χρόνο και συνεχείς ανατροπές ώσπου να συμπληρωθεί το παζλ. Αφιέρωμα βεβαίως στο γουέστερν, στο σπαγγέτι κυρίως (αφού ακόμα και μουσική του πάντοτε υπέροχου Ένιο Μορικόνε διαθέτει) και με πολλές άλλες σινεφίλ αναφορές όπως πάντα, έξυπνοι διάλογοι και, προειδοποιώ, άγρια βία που φτάνει τα όρια του σπλάτερ, είναι μερικά από τα στοιχεία που συνθέτουν την ταινία. Η οποία, εκτός από γουέστερν, μετατρέπεται με πρωτοφανή άνεση σε α λα Άγκαθα Κρίστι αστυνομικό (ποιος το έκανε;), σε σπλάτερ και, όπως στο "Django", δεν παραλείπει να είναι γεμάτο με αντιρατσιστικά στοιχεία, που φτάνουν ωστόσο ως την σαδιστική εκδίκηση μαύρων προς λευκούς. Πέραν αυτών και οι οκτώ είναι όντως τόσο "μισητοί", τόσο καθάρματα, με εντελώς διαφορετικό τρόπο και στιλ ο καθένας, που, τελικά, αναρωτιέσαι για τις βρώμικες και αιματοβαμμένες ρίζες των ίδιων των ΗΠΑ.
Για την γραφική βία προειδοποίησα. Από εκεί και πέρα απόλαυσα την ταινία, που δεν με άφησε να βαρεθώ, και έβγαλα το καπέλο (εκεί που δεν το περίμενα) στην σινεφίλ αφηγηματική δεινότητα του Ταραντίνο.
Στην μετεμφυλιακή, βίαιη Αμερική, μια άμαξα με 4 επιβάτες φτάνει, μετά από περιπέτειες, σε μια μεγάλη καλύβα - καταφύγιο από τη χιονοθύελα και μαζί και κατάστημα και μπαρ και εστιατόριο. Εκεί βρίσκονται άλλοι 4 άντρες. Μερικοί γνωρίζονται μεταξύ τους, άλλοι έχουν ακουστά ο ένας τον άλλον, όλοι πάντως με κάποιον τρόπο συνδέονται. Υπάρχουν κυνηγοί επικηρυγμένων και επικηρυγμένες γυναίκες, πρώην αξιωματικοί Βαρείων και Νοτίων, δήμιοι, μοναχικοί τύποι, μελλοντικοί σερίφηδες και διάφορα άλλα "λουλούδια". Όλοι όμως μοιάζουν να λένε τη μισή αλήθεια, όλοι έχουν κρυμμένα μυστικά. Κι όταν η βία ξεσπά ανεξέλεγκτη, οι ανατροπές συνεχίζονται.
Ναι, οι ήρωες μιλάνε πολύ, όμως η φοβερή αφηγηματική ικανότητα του Ταραντίνο με έκανε να παρακολουθήσω το φιλμ απνευστί. Λογικό, αφού διαθέτει σε ισορροπημένες δόσεις πινελιές χιούμορ, φυσικά μαύρου κυρίως, πανέξυπνη αφήγηση με πισωγυρίσματα στο χρόνο και συνεχείς ανατροπές ώσπου να συμπληρωθεί το παζλ. Αφιέρωμα βεβαίως στο γουέστερν, στο σπαγγέτι κυρίως (αφού ακόμα και μουσική του πάντοτε υπέροχου Ένιο Μορικόνε διαθέτει) και με πολλές άλλες σινεφίλ αναφορές όπως πάντα, έξυπνοι διάλογοι και, προειδοποιώ, άγρια βία που φτάνει τα όρια του σπλάτερ, είναι μερικά από τα στοιχεία που συνθέτουν την ταινία. Η οποία, εκτός από γουέστερν, μετατρέπεται με πρωτοφανή άνεση σε α λα Άγκαθα Κρίστι αστυνομικό (ποιος το έκανε;), σε σπλάτερ και, όπως στο "Django", δεν παραλείπει να είναι γεμάτο με αντιρατσιστικά στοιχεία, που φτάνουν ωστόσο ως την σαδιστική εκδίκηση μαύρων προς λευκούς. Πέραν αυτών και οι οκτώ είναι όντως τόσο "μισητοί", τόσο καθάρματα, με εντελώς διαφορετικό τρόπο και στιλ ο καθένας, που, τελικά, αναρωτιέσαι για τις βρώμικες και αιματοβαμμένες ρίζες των ίδιων των ΗΠΑ.
Για την γραφική βία προειδοποίησα. Από εκεί και πέρα απόλαυσα την ταινία, που δεν με άφησε να βαρεθώ, και έβγαλα το καπέλο (εκεί που δεν το περίμενα) στην σινεφίλ αφηγηματική δεινότητα του Ταραντίνο.
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 26, 2016
ΤΟΣΟ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΑ "ΟΠΩΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ"
Θυμάστε το "Ghost" της δεκαετίας του 80; Ξεχάστε την αστυνομική πλοκή και τη δράση και μετατρέψτε το σε πιο αισθηματική κομεντί, πιο χαριτωμένο, και θα αντιληφθείτε το γενικό κλίμα του "Όπως στον Παράδεισο" (Just Like Heaven) που γύρισε το 2005 ο Mark Waters. Με τη Ρις Γουίδερσπουν και τον Μαρκ Ράφαλο στους βασικούς ρόλους να ερμηνεύουν το "μεταφυσικά" ερωτευμένο ζεύγος.
Ένας μοναχικός και στα πρόθυρα αλκοολισμού αρχιτέκτονας κήπων μετακομίζει σε νέο διαμέρισμα, στο οποίο πριν κατοικούσε μια εξ ίσου μοναχική γιατρός, αφοσιωμένη (μόνο) στη δουλειά της, για να ανακαλύψει σύντομα ότι το διαμέρισμα κατοικείται από το... φάντασμα της παλιάς ενοίκου, το οποίο αρνείται πεισματικά να φύγει. Το θέμα είναι βεβαίως ότι μετά τα πρώτα σοκ και τις "αναγνωριστικές" κινήσεις, εκείνος ερωτεύεται το φάντασμα, κι οι δύο μαζί ψάχνουν να βρουν τι έχει συμβεί στην κοπέλα.
Η ταινία, ως κομεντί που είναι, κινείται ανάμεσα στο χιούμορ και στο ρομαντικό - αισθηματικό φιλμ, μόνο που εδώ έχουμε και μια γενναία δόση μεταφυσικού στοιχείου, οπότε την κατατάσσουμε στο χώρο του φανταστικού. Διαθέτει βεβαίως την απαραίτητη τρυφερότητα, τη γλυκύτητα παρόμοιων ταινιών (κομεντί εννοώ, όχι φανταστικών), δίχως όμως, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, να φτάνει στα όρια του "ξενέρωτου", πράγμα που πολύ συχνά συμβαίνει στο είδος. Μπορώ να πω μάλιστα ότι μάλλον διασκέδασα βλέποντάς το, παρά την προβλέψιμη σε γενικές γραμμές εξέλιξη. Όσο για το "μήνυμα", εντάξει, τα κλασικά: Ο έρωτας είναι απρόβλεπτος, είναι δυνατότερος από οτιδήποτε άλλο, και νεκρούς ανασταίνει... ξέρετε τώρα. Η αγάπη πάνω απ' όλα. Εν τάξει, υπάρχει και ένα σχόλιο για τη μοναξιά στη σύγχρονη ζωή και στις μεγαλουπόλεις ιδιαίτερα.
Λόγω της "μεταφυσικής" ιδιαιτερότητάς του και του εν γένει συμπαθητικού κλίματος, το βρήκα αν μη τι άλλο ευχάριστο. Όχι, δεν είναι κανένα αριστούργημα ούτε θα σας αλλάξει τη ζωή, είναι όμως, επαναλαμβάνω, συμπαθητικό.
Ένας μοναχικός και στα πρόθυρα αλκοολισμού αρχιτέκτονας κήπων μετακομίζει σε νέο διαμέρισμα, στο οποίο πριν κατοικούσε μια εξ ίσου μοναχική γιατρός, αφοσιωμένη (μόνο) στη δουλειά της, για να ανακαλύψει σύντομα ότι το διαμέρισμα κατοικείται από το... φάντασμα της παλιάς ενοίκου, το οποίο αρνείται πεισματικά να φύγει. Το θέμα είναι βεβαίως ότι μετά τα πρώτα σοκ και τις "αναγνωριστικές" κινήσεις, εκείνος ερωτεύεται το φάντασμα, κι οι δύο μαζί ψάχνουν να βρουν τι έχει συμβεί στην κοπέλα.
Η ταινία, ως κομεντί που είναι, κινείται ανάμεσα στο χιούμορ και στο ρομαντικό - αισθηματικό φιλμ, μόνο που εδώ έχουμε και μια γενναία δόση μεταφυσικού στοιχείου, οπότε την κατατάσσουμε στο χώρο του φανταστικού. Διαθέτει βεβαίως την απαραίτητη τρυφερότητα, τη γλυκύτητα παρόμοιων ταινιών (κομεντί εννοώ, όχι φανταστικών), δίχως όμως, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, να φτάνει στα όρια του "ξενέρωτου", πράγμα που πολύ συχνά συμβαίνει στο είδος. Μπορώ να πω μάλιστα ότι μάλλον διασκέδασα βλέποντάς το, παρά την προβλέψιμη σε γενικές γραμμές εξέλιξη. Όσο για το "μήνυμα", εντάξει, τα κλασικά: Ο έρωτας είναι απρόβλεπτος, είναι δυνατότερος από οτιδήποτε άλλο, και νεκρούς ανασταίνει... ξέρετε τώρα. Η αγάπη πάνω απ' όλα. Εν τάξει, υπάρχει και ένα σχόλιο για τη μοναξιά στη σύγχρονη ζωή και στις μεγαλουπόλεις ιδιαίτερα.
Λόγω της "μεταφυσικής" ιδιαιτερότητάς του και του εν γένει συμπαθητικού κλίματος, το βρήκα αν μη τι άλλο ευχάριστο. Όχι, δεν είναι κανένα αριστούργημα ούτε θα σας αλλάξει τη ζωή, είναι όμως, επαναλαμβάνω, συμπαθητικό.
Τρίτη, Φεβρουαρίου 23, 2016
"ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ ΠΟΛΕΜΟΥ": ΜΟΝΟΠΛΕΥΡΗ ΑΠΟΨΗ ΣΕ ΕΝΑ ΑΚΡΩΣ ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΟ ΘΕΜΑ
Μια ταινία σαν τον "Εγκληματία Πολέμου" (The Hunting Party) που γύρισε ο Richard Shepard το 2007, είναι αναμενόμενο να προκαλεί αντικρουόμενες αντιδράσεις, αφού αναφέρεται στον πόλεμο της Βοσνίας της δεκαετίας του 90. Αφού σας πω δυο λόγια για την πλοκή θα δούμε τα συν και τα πλην.
Ένας βετεράνος πολεμικός οπερατέρ (που τώρα έχει ηρεμήσει και έχει πλέον δική του εκπομπή) και ένας νεαρός δημοσιογράφος πηγαίνουν στη Βοσνία μερικά χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Εκεί θα εμφανιστεί ξαφνικά ένας πρώην διάσημος πολεμικός ανταποκριτής, του οποίου μόνιμος συνεργάτης ήταν ο οπερατέρ, και ο οποίος έχει παρακμάσει και πρακτικά εξαφανιστεί μετά μια live κατάρρευσή του στον αέρα χρόνια πριν, όταν κάλυπτε τα τραγικά γεγονότα της Βοσνίας. Όταν πείθει τους άλλους ότι γνωρίζει πού βρίσκεται ο πλέον καταζητούμενος εγκληματίας πολέμου, ένας αδίστακτος σερβοβόσνιος στρατηγός (κάτι σαν τον Κάρατζιτς ή τον Μλάντιτς), οι τρεις τους αρχίζουν κρυφά απ' όλους να αναζητούν τα ίχνη του, ενώ κινδυνεύουν όλο και περισσότερο.
Ας δούμε πρώτα - πρώτα το πολιτικό σκέλος του φιλμ κι ας τελειώσουμε μ' αυτό: Η ταινία παρουσιάζει μόνο κακούς σέρβους και θύματα μουσουλμάνους. Τελεία. Φυσικά στον βρώμικο αυτόν πόλεμο αδιανόητες σφαγές έγιναν - στις γνωστότερες από τις οποίες όντως υπεύθυνοι ήταν οι σέρβοι, οι οποίοι ξεκίνησαν άλλωστε την εφιαλτική "εθνοκάθαρση"- αλλά εδώ έχουμε να παίζει πολύ το άσπρο - μαύρο, το "καλοί - κακοί", και οι κακοί είναι μόνο οι σέρβοι (ή σερβοβόσνιοι). Παρά το ότι βεβαίως η ταινία αναφέρεται συχνά και στη γενικότερη φρίκη του πολέμου.
Τα παραπάνω είναι τα πολιτικά δεδομένα. Σαν ταινία τώρα νομίζω ότι είναι καλογυρισμένη και κρατά τον θεατή. Ο κλοιός γύρω από τους ήρωες γίνεται όλο και πιο ασφυκτικός καθώς αυτοί εισέρχονται όλο και βαθύτερα στην "καρδιά του σκότους", ενώ ο Ρίτσαρντ Γκιρ είναι πειστικός σαν παρακμασμένος, τελειωμένος ρεπόρτερ - τζάνκι της αδρεναλίνης. Κι ενώ όλα πάνε σχετικά καλά (κινηματογραφικά εννοώ) έρχεται το απόλυτα ξεκρέμαστο σεναριακά τέλος και τα γκρεμίζει όλα. Ενώ η δράση και το σασπένς μέχρι εκεί ήταν, νομίζω, ισορροπημένα και συμβάδιζαν με τον ρεαλισμό στις καταστάσεις, ξαφνικά στο τελευταίο τέταρτο ή κάτι τέτοιο όλα γίνονται πανεύκολα, γρήγορα, του στιλ "πάμε! φύγαμε!" και... κάθε πειστικότητα πάει περίπατο. Δεν μπορώ φυσικά να σας αποκαλύψω περισσότερα για λόγους σπόιλερ. Το βρήκα πάντως αταίριαστο με το όλο μέχρι τότε κλίμα. Πάντως το τέλος παραμένει δυνατό και ο σκηνοθέτης καυτηριάζει την αναποτελεσματικότητα - την έλλειψη βούλησης στην ουσία - Δύσης, ΟΗΕ και πολλών άλλων φορέων.
Καλογυρισμένο φιλμ λοιπόν, αλλά με πολλές αντιρρήσεις, όχι μόνο πολιτικές...
Ένας βετεράνος πολεμικός οπερατέρ (που τώρα έχει ηρεμήσει και έχει πλέον δική του εκπομπή) και ένας νεαρός δημοσιογράφος πηγαίνουν στη Βοσνία μερικά χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Εκεί θα εμφανιστεί ξαφνικά ένας πρώην διάσημος πολεμικός ανταποκριτής, του οποίου μόνιμος συνεργάτης ήταν ο οπερατέρ, και ο οποίος έχει παρακμάσει και πρακτικά εξαφανιστεί μετά μια live κατάρρευσή του στον αέρα χρόνια πριν, όταν κάλυπτε τα τραγικά γεγονότα της Βοσνίας. Όταν πείθει τους άλλους ότι γνωρίζει πού βρίσκεται ο πλέον καταζητούμενος εγκληματίας πολέμου, ένας αδίστακτος σερβοβόσνιος στρατηγός (κάτι σαν τον Κάρατζιτς ή τον Μλάντιτς), οι τρεις τους αρχίζουν κρυφά απ' όλους να αναζητούν τα ίχνη του, ενώ κινδυνεύουν όλο και περισσότερο.
Ας δούμε πρώτα - πρώτα το πολιτικό σκέλος του φιλμ κι ας τελειώσουμε μ' αυτό: Η ταινία παρουσιάζει μόνο κακούς σέρβους και θύματα μουσουλμάνους. Τελεία. Φυσικά στον βρώμικο αυτόν πόλεμο αδιανόητες σφαγές έγιναν - στις γνωστότερες από τις οποίες όντως υπεύθυνοι ήταν οι σέρβοι, οι οποίοι ξεκίνησαν άλλωστε την εφιαλτική "εθνοκάθαρση"- αλλά εδώ έχουμε να παίζει πολύ το άσπρο - μαύρο, το "καλοί - κακοί", και οι κακοί είναι μόνο οι σέρβοι (ή σερβοβόσνιοι). Παρά το ότι βεβαίως η ταινία αναφέρεται συχνά και στη γενικότερη φρίκη του πολέμου.
Τα παραπάνω είναι τα πολιτικά δεδομένα. Σαν ταινία τώρα νομίζω ότι είναι καλογυρισμένη και κρατά τον θεατή. Ο κλοιός γύρω από τους ήρωες γίνεται όλο και πιο ασφυκτικός καθώς αυτοί εισέρχονται όλο και βαθύτερα στην "καρδιά του σκότους", ενώ ο Ρίτσαρντ Γκιρ είναι πειστικός σαν παρακμασμένος, τελειωμένος ρεπόρτερ - τζάνκι της αδρεναλίνης. Κι ενώ όλα πάνε σχετικά καλά (κινηματογραφικά εννοώ) έρχεται το απόλυτα ξεκρέμαστο σεναριακά τέλος και τα γκρεμίζει όλα. Ενώ η δράση και το σασπένς μέχρι εκεί ήταν, νομίζω, ισορροπημένα και συμβάδιζαν με τον ρεαλισμό στις καταστάσεις, ξαφνικά στο τελευταίο τέταρτο ή κάτι τέτοιο όλα γίνονται πανεύκολα, γρήγορα, του στιλ "πάμε! φύγαμε!" και... κάθε πειστικότητα πάει περίπατο. Δεν μπορώ φυσικά να σας αποκαλύψω περισσότερα για λόγους σπόιλερ. Το βρήκα πάντως αταίριαστο με το όλο μέχρι τότε κλίμα. Πάντως το τέλος παραμένει δυνατό και ο σκηνοθέτης καυτηριάζει την αναποτελεσματικότητα - την έλλειψη βούλησης στην ουσία - Δύσης, ΟΗΕ και πολλών άλλων φορέων.
Καλογυρισμένο φιλμ λοιπόν, αλλά με πολλές αντιρρήσεις, όχι μόνο πολιτικές...
Σάββατο, Φεβρουαρίου 20, 2016
"ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ": ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ Ή ΝΕΡΟΒΡΑΣΤΟ;
Υπάρχουν ταινίες που, παρά τις σχετικά καλές βαθμολογίες που βλέπω, προσωπικά δεν μπορώ να χωνέψω. Μια απ' αυτές είναι το "Χωρίς Αντάλλαγμα" (Pay it Forward) του 2000, που γύρισε η τηλεοπτική κυρίως σκηνοθέτης Mimi Leder. Η οποία υποτίθεται ότι είναι ανθρώπινη, συγκινητική, αλλά προσωπικά μόνο νερόβραστη τη βρήκα.
Το φιλμ ξεκινά κάπως σαν "Κύκλος των Χαμένων Ποιητών" και νομίζουμε ότι θα δούμε κάτι παρόμοιο. Αγοράκι που ζει μόνο με τη μητέρα του μετά την εγκατάλειψή τους από τον πατέρα εμπνέεται από τον νέο του δάσκαλο, ο οποίος μάλιστα έχει παραμορφωμένο από φωτιά πρόσωπο και είναι διαφορετικός από άλλους δασκάλους, και επινοεί (το αγοράκι) έναν τρόπο να κάνει καλύτερο τον κόσμο, προτείνοντας στους ανθρώπους να κάνει ο καθένας τρεις μεγάλες χάρες σε ισάριθμους άλλους με την προϋπόθεση ότι θα κάνουν κι εκείνοι το ίδιο. Κάτι σαν το παλιό "αεροπλανάκι" δηλαδή, μόνο που εκείνο είχε να κάνει αποκλειστικά με λεφτά. Στο μεταξύ ο δάσκαλος τα φτιάχνει (ή προσπαθεί τέλος πάντων διότι υπάρχουν συναισθηματικά μπλοκαρίσματα) με τη μαμά, κάπου εμφανίζεται και ο άσωτος πατέρας και αρκετά άλλα που δεν θα σας αποκαλύψω.
Η ταινία στηρίζεται σε πολύ καλούς πρωταγωνιστές : Κέβιν Σπέισι, Έλεν Χαντ και ο πιτσιρικάς της "6ης Αίσθησης" Χάλεϊ Τζόελ Όσμεντ. Ωστόσο το όλο πράγμα μου φάνηκε σαν ένα είδος overdose συναισθηματικότητας και εκβιαστικής συγκίνησης. Και η προσπάθεια να αλλάξουμε τον κόσμο με την καλοσύνη, και ο "καλός δάσκαλος", ο οποίος βεβαίως κρύβει το προσωπικό του δράμα, και η μόνη μαμά που κάνει δύο δουλειές για να ζήσει, και ο κακός πατέρας, και το καλό και πονόψυχο πιτσιρίκι, και το φαινόμενο του μπούλινγκ στα σχολεία, και η συνάντηση της μητέρας με τη δική της χαμένη, αλκοολική μαμά... τι άλλο δραματικό θα αποκαλυφτεί ακόμα ; Και, κερασάκι σε όλα αυτά, το απρόβλεπτα δακρύβρεκτο και αναπάντεχο τέλος, έτσι, στα καλά καθούμενα, για να ολοκληρωθεί το overdose συναισθηματικότητας που σας έλεγα και πριν. Ή μάλλον να λιγωθούμε από συγκίνηση.
Δεν ξέρω, ίσως πολλοί να συγκινηθούν πραγματικά και να τη θεωρήσουν βαθιά ταινία. Εμένα πάντως με λίγωσε, μου φάνηκε ότι ήθελε να τα πει όλα και ανακάτευε πολλά θέματα και υποπλοκές, και, επί πλέον, δεν την βρήκα και τόσο ρεαλιστική (είναι τόσο εύκολο να τα φτιάξει ένας σχεδόν διανοούμενος δάσκαλος με μια σχεδόν αλκοολική και σχεδόν αγράμματη και ακατέργαστη νοικοκυρά;) Τελικά τη θεωρώ το άκρον άωτον της "αμερικανιάς".
Το φιλμ ξεκινά κάπως σαν "Κύκλος των Χαμένων Ποιητών" και νομίζουμε ότι θα δούμε κάτι παρόμοιο. Αγοράκι που ζει μόνο με τη μητέρα του μετά την εγκατάλειψή τους από τον πατέρα εμπνέεται από τον νέο του δάσκαλο, ο οποίος μάλιστα έχει παραμορφωμένο από φωτιά πρόσωπο και είναι διαφορετικός από άλλους δασκάλους, και επινοεί (το αγοράκι) έναν τρόπο να κάνει καλύτερο τον κόσμο, προτείνοντας στους ανθρώπους να κάνει ο καθένας τρεις μεγάλες χάρες σε ισάριθμους άλλους με την προϋπόθεση ότι θα κάνουν κι εκείνοι το ίδιο. Κάτι σαν το παλιό "αεροπλανάκι" δηλαδή, μόνο που εκείνο είχε να κάνει αποκλειστικά με λεφτά. Στο μεταξύ ο δάσκαλος τα φτιάχνει (ή προσπαθεί τέλος πάντων διότι υπάρχουν συναισθηματικά μπλοκαρίσματα) με τη μαμά, κάπου εμφανίζεται και ο άσωτος πατέρας και αρκετά άλλα που δεν θα σας αποκαλύψω.
Η ταινία στηρίζεται σε πολύ καλούς πρωταγωνιστές : Κέβιν Σπέισι, Έλεν Χαντ και ο πιτσιρικάς της "6ης Αίσθησης" Χάλεϊ Τζόελ Όσμεντ. Ωστόσο το όλο πράγμα μου φάνηκε σαν ένα είδος overdose συναισθηματικότητας και εκβιαστικής συγκίνησης. Και η προσπάθεια να αλλάξουμε τον κόσμο με την καλοσύνη, και ο "καλός δάσκαλος", ο οποίος βεβαίως κρύβει το προσωπικό του δράμα, και η μόνη μαμά που κάνει δύο δουλειές για να ζήσει, και ο κακός πατέρας, και το καλό και πονόψυχο πιτσιρίκι, και το φαινόμενο του μπούλινγκ στα σχολεία, και η συνάντηση της μητέρας με τη δική της χαμένη, αλκοολική μαμά... τι άλλο δραματικό θα αποκαλυφτεί ακόμα ; Και, κερασάκι σε όλα αυτά, το απρόβλεπτα δακρύβρεκτο και αναπάντεχο τέλος, έτσι, στα καλά καθούμενα, για να ολοκληρωθεί το overdose συναισθηματικότητας που σας έλεγα και πριν. Ή μάλλον να λιγωθούμε από συγκίνηση.
Δεν ξέρω, ίσως πολλοί να συγκινηθούν πραγματικά και να τη θεωρήσουν βαθιά ταινία. Εμένα πάντως με λίγωσε, μου φάνηκε ότι ήθελε να τα πει όλα και ανακάτευε πολλά θέματα και υποπλοκές, και, επί πλέον, δεν την βρήκα και τόσο ρεαλιστική (είναι τόσο εύκολο να τα φτιάξει ένας σχεδόν διανοούμενος δάσκαλος με μια σχεδόν αλκοολική και σχεδόν αγράμματη και ακατέργαστη νοικοκυρά;) Τελικά τη θεωρώ το άκρον άωτον της "αμερικανιάς".
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 19, 2016
"THE BRAVE ONE" ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΔΙΚΙΑΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ
Ο Neil Jordan, αν και έχει αραιώσει τις κινηματογραφικές εμφανίσεις του τελευταία, παραμένει ένας δημιουργός τον οποίο παρακολουθώ και με ενδιαφέρει. Το 2007 λοιπόν φτιάχνει το "The Brave One" ("Εκτός Εαυτού" στην Ελλάδα), ταινία φτιαγμένη, θα έλεγε κανείς, για να αναδείξει για μια ακόμη φορά τα υποκριτικά προσόντα της Τζόντι Φόστερ. Ωστόσο για μένα πιο ενδιαφέρων είναι ο προβληματισμός της. Το θέμα της, βλέπετε, είναι η αυτοδικία.
Η ηρωίδα, μια γνωστή ραδιοφωνική παραγωγός, ετοιμάζεται να παντρευτεί με τον καλό της, με τον οποίο είναι ερωτευμένη. Λίγες μέρες πριν όμως μια συμμορία πολύ βίαιων αλητών τους επιτίθενται αναίτια στο πάρκο. Εκείνος σκοτώνεται κι εκείνη τραυματίζεται βαρειά. Όταν βγαίνει από το νοσοκομείο δεν θα είναι πλέον η ίδια. Αγοράζει για πρώτη της φορά όπλο, το οποίο χρησιμοποιεί όταν της δίνεται η ευκαιρία σε μια αντίστοιχη περίπτωση. Κι έπειτα θα το κάνει ξανά... Στο μεταξύ θα αποκτήσει μια παράξενη σχέση με έναν αστυνομικό που ερευνά τους φόνους.
Η ταινία φυσικά μελετά το θέμα της αυτοδικίας. Το πρώτο, ξεκάθαρο συμπέρασμα είναι κάτι γνωστό: Η βία γεννά βία. Πάντοτε (κρίμα που ποτέ δεν το έχουν χωνέψει αυτό οι ανθρωποι τόσους αιώνες τώρα). Η ηρωίδα δεν είναι μόνο σωματικά τραυματισμένη από το εφιαλτικό περιστατικό που της συνέβει. Είναι κυρίως ψυχικά τραυματισμένη. Γι' αυτό και οι αντιδράσεις της είναι αυτές που είναι. Ωστόσο η αυτοδικία είναι το φλέγον θέμα του φιλμ. Είναι σωστό να πάρεις το νόμο στα χέρια σου, έστω και αν το θύμα είναι αναμφισβήτητα κάθαρμα και ελάχιστοι θα στενοχωρηθούν αν πεθάνει; Φυσικά οι υπερηρωικές ταινίες - στις οποίες το μοτίβο του "vigilante" είναι κυρίαρχο - δεν συζητάν καν το θέμα. Απλώς το αποδέχονται. Και τα εκατομμύρια των φανς σκέφτονται "καλά κάνουν και καθαρίζουν τους κακούς". Εδώ ωστόσο πάνω στο θέμα αυτό στήνεται ολόκληρος προβληματισμός.
Ο Τζόρνταν δεν δίνει απαντήσεις, δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση. Ο καθένας ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα για ένα τόσο αμφιλεγόμενο πρόβλημα. Αν και, αν σκεφτούμε και τη στάση του ντετέκτιβ, μάλλον βλέπει με συμπάθεια τις πράξεις της πρωταγωνίστριας, από την άλλη όμως τονίζει ότι πρόκειται για πράξεις ενός ψυχικά τρυματισμένου ατόμου, αλλιώς δεν θα γίνονταν.
Στο μεταξύ όμως, και πέρα απο΄τις παραπάνω συζητήσεις, η ταινία μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον. Οπότε, και για τη "δράση" και για τον προβληματισμό της, τη συνιστώ.
Η ηρωίδα, μια γνωστή ραδιοφωνική παραγωγός, ετοιμάζεται να παντρευτεί με τον καλό της, με τον οποίο είναι ερωτευμένη. Λίγες μέρες πριν όμως μια συμμορία πολύ βίαιων αλητών τους επιτίθενται αναίτια στο πάρκο. Εκείνος σκοτώνεται κι εκείνη τραυματίζεται βαρειά. Όταν βγαίνει από το νοσοκομείο δεν θα είναι πλέον η ίδια. Αγοράζει για πρώτη της φορά όπλο, το οποίο χρησιμοποιεί όταν της δίνεται η ευκαιρία σε μια αντίστοιχη περίπτωση. Κι έπειτα θα το κάνει ξανά... Στο μεταξύ θα αποκτήσει μια παράξενη σχέση με έναν αστυνομικό που ερευνά τους φόνους.
Η ταινία φυσικά μελετά το θέμα της αυτοδικίας. Το πρώτο, ξεκάθαρο συμπέρασμα είναι κάτι γνωστό: Η βία γεννά βία. Πάντοτε (κρίμα που ποτέ δεν το έχουν χωνέψει αυτό οι ανθρωποι τόσους αιώνες τώρα). Η ηρωίδα δεν είναι μόνο σωματικά τραυματισμένη από το εφιαλτικό περιστατικό που της συνέβει. Είναι κυρίως ψυχικά τραυματισμένη. Γι' αυτό και οι αντιδράσεις της είναι αυτές που είναι. Ωστόσο η αυτοδικία είναι το φλέγον θέμα του φιλμ. Είναι σωστό να πάρεις το νόμο στα χέρια σου, έστω και αν το θύμα είναι αναμφισβήτητα κάθαρμα και ελάχιστοι θα στενοχωρηθούν αν πεθάνει; Φυσικά οι υπερηρωικές ταινίες - στις οποίες το μοτίβο του "vigilante" είναι κυρίαρχο - δεν συζητάν καν το θέμα. Απλώς το αποδέχονται. Και τα εκατομμύρια των φανς σκέφτονται "καλά κάνουν και καθαρίζουν τους κακούς". Εδώ ωστόσο πάνω στο θέμα αυτό στήνεται ολόκληρος προβληματισμός.
Ο Τζόρνταν δεν δίνει απαντήσεις, δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση. Ο καθένας ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα για ένα τόσο αμφιλεγόμενο πρόβλημα. Αν και, αν σκεφτούμε και τη στάση του ντετέκτιβ, μάλλον βλέπει με συμπάθεια τις πράξεις της πρωταγωνίστριας, από την άλλη όμως τονίζει ότι πρόκειται για πράξεις ενός ψυχικά τρυματισμένου ατόμου, αλλιώς δεν θα γίνονταν.
Στο μεταξύ όμως, και πέρα απο΄τις παραπάνω συζητήσεις, η ταινία μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον. Οπότε, και για τη "δράση" και για τον προβληματισμό της, τη συνιστώ.
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 18, 2016
"DREAMCATCHER"... ΕΦΙΑΛΤΗΣ
Θυμάστε τον Lawrence Kasdan; Από τους σημαντικούς σκηνοθέτες των 80ς ("Μεγάλη Ανατριχίλα", "Body Heat"), αλλά και γνωστός σεναριογράφος, ανακατεμένος μεταξύ άλλων με την πρώτη, κλασική σειρά του "Star Wars". Πριν εξαφανιστεί εντελώς τα τελευταία χρόνια, είχε προλάβει να πάρει την κατιούσα στα 90ς και μετά, στα 20ς, παρακμάζοντας συνεχώς. Δείγμα κακής δουλειάς του είναι - κατά τη γνώμη μου - το "Dreamcatcher" του 2003, ταινία τρόμου με την οποία επιχειρεί να μεταφέρει στην οθόνη ένα από τα πολλά βιβλία του Στίβεν Κινγκ (του οποίου, δυστυχώς, λίγες μόνο τέτεοιες μεταφορές θεωρώ πετυχημένες).
Παρέα παιδικών φίλων - τριαντάρηδες τώρα - μοιράζονται ένα μυστικό (και μια εξ ίσου μυστική περίεργη "ικανότητα"). Σε τακτά διαστήματα μαζεύονται σε ξύλινη καλύβα στο δάσος και μιλάνε γι' αυτό που συνέβει στα παιδικά τους χρόνια. Διαρκώς αναφέρεται ένα όνομα, για το οποίο εμείς δεν ξέρουμε τίποτα. Στη μάζωξη που παρακολουθούμε όμως, τα πράγματα είναι σοβαρά: Σύντομα θα αντιληφτούμε ότι υπάρχουν πελώριοι σκωληκοειδείς εξωγήινοι, οι οποίοι έχουν εισβάλλει και προσπαθούν ύπουλα να καταλάβουν τον πλανήτη. Κάπου εκεί δένει και η παιδική εμπειρία που τους έχει αλλάξει και, καθώς ο τρόμος μεγαλώνει και οι θάνατοι - και οι αηδείς σκηνές - πληθαίνουν, αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να βρουν τον μυστηριώδη παιδικό τους φίλο...
Εντάξει. Να ξεκινήσω από το γεγονός ότι ελάχιστα τρόμαξα (πράγμα ζητούμενο για μια ταινία τρόμου).Προφανώς ο Kasdan δεν έχει εμπειρία από το είδος. Οι καλές του ταινίες ανήκουν σε εντελώς διαφορετικά είδη και έχουν εντελώς άλλο στιλ. Όσο για τα εφέ, ε, δεν είναι τίποτα σπουδαίο (όχι βέβαια ότι αυτό είναι απαραίτητο, αλλά το σχολιάζω). Τα φριχτά πλάσματα πάντως, κυρίως όταν εκκολάπτονται, δεν μπορούν παρά να θυμίζουν άμεσα αυτά στις πολύ σημαντικότερες "Ανατριχίλες" του Κρόνενμπεργκ. Εκείνο όμως που με ενόχλησε περισσότερο είναι ο σεναριακός αχταρμάς. Τα σταδιακά φλας μπακ, που μας αποκαλύπτουν τι ακριβώς έγινε στο παρελθόν, δεν δένουν ομαλά, πολλές - πολλές εξηγήσεις δεν υπάρχουν για τα τεκταινόμενα και, τελικά, όλα θα καταλήξουν στο ανεκδιήγητο (και υπερβολικά "εύκολο" σεναριακά) φινάλε, που είναι τόσο αναπάντεχο και τόσο κοντά στην έννοια του "από μηχανής θεού", που μπορει να προκαλέσει ακόμα και ακούσιο γέλιο.
Ίσως η φωτογραφία και η εικόνα εν γένει να είναι σχετικά καλή, δεν νομίζω όμως ότι αυτό θα μας γλυτώσει από την αίσθηση του αχταρμά που προανέφερα. Γενικά τη βρήκα "άγαρμπη" ταινία, με τα επί μέρους στοιχεία (κυρίως αυτά του παρελθόντος και του παρόντος) να μη δένουν επαρκώς. Κρίμα γαι έναν κάποτε αξιόλογο δημιουργό, η "διάρκεια" του οποίου όμως ήταν, φοβάμαι, πολύ μικρή...
Παρέα παιδικών φίλων - τριαντάρηδες τώρα - μοιράζονται ένα μυστικό (και μια εξ ίσου μυστική περίεργη "ικανότητα"). Σε τακτά διαστήματα μαζεύονται σε ξύλινη καλύβα στο δάσος και μιλάνε γι' αυτό που συνέβει στα παιδικά τους χρόνια. Διαρκώς αναφέρεται ένα όνομα, για το οποίο εμείς δεν ξέρουμε τίποτα. Στη μάζωξη που παρακολουθούμε όμως, τα πράγματα είναι σοβαρά: Σύντομα θα αντιληφτούμε ότι υπάρχουν πελώριοι σκωληκοειδείς εξωγήινοι, οι οποίοι έχουν εισβάλλει και προσπαθούν ύπουλα να καταλάβουν τον πλανήτη. Κάπου εκεί δένει και η παιδική εμπειρία που τους έχει αλλάξει και, καθώς ο τρόμος μεγαλώνει και οι θάνατοι - και οι αηδείς σκηνές - πληθαίνουν, αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να βρουν τον μυστηριώδη παιδικό τους φίλο...
Εντάξει. Να ξεκινήσω από το γεγονός ότι ελάχιστα τρόμαξα (πράγμα ζητούμενο για μια ταινία τρόμου).Προφανώς ο Kasdan δεν έχει εμπειρία από το είδος. Οι καλές του ταινίες ανήκουν σε εντελώς διαφορετικά είδη και έχουν εντελώς άλλο στιλ. Όσο για τα εφέ, ε, δεν είναι τίποτα σπουδαίο (όχι βέβαια ότι αυτό είναι απαραίτητο, αλλά το σχολιάζω). Τα φριχτά πλάσματα πάντως, κυρίως όταν εκκολάπτονται, δεν μπορούν παρά να θυμίζουν άμεσα αυτά στις πολύ σημαντικότερες "Ανατριχίλες" του Κρόνενμπεργκ. Εκείνο όμως που με ενόχλησε περισσότερο είναι ο σεναριακός αχταρμάς. Τα σταδιακά φλας μπακ, που μας αποκαλύπτουν τι ακριβώς έγινε στο παρελθόν, δεν δένουν ομαλά, πολλές - πολλές εξηγήσεις δεν υπάρχουν για τα τεκταινόμενα και, τελικά, όλα θα καταλήξουν στο ανεκδιήγητο (και υπερβολικά "εύκολο" σεναριακά) φινάλε, που είναι τόσο αναπάντεχο και τόσο κοντά στην έννοια του "από μηχανής θεού", που μπορει να προκαλέσει ακόμα και ακούσιο γέλιο.
Ίσως η φωτογραφία και η εικόνα εν γένει να είναι σχετικά καλή, δεν νομίζω όμως ότι αυτό θα μας γλυτώσει από την αίσθηση του αχταρμά που προανέφερα. Γενικά τη βρήκα "άγαρμπη" ταινία, με τα επί μέρους στοιχεία (κυρίως αυτά του παρελθόντος και του παρόντος) να μη δένουν επαρκώς. Κρίμα γαι έναν κάποτε αξιόλογο δημιουργό, η "διάρκεια" του οποίου όμως ήταν, φοβάμαι, πολύ μικρή...
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 17, 2016
ΣΚΛΗΡΗ ΚΑΙ ΚΑΘΗΛΩΤΙΚΗ "ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ"
Με την "Επιστροφή" (The Revenant) του 2015 ο μεξικανός Alejandro Gonzalez Inarritu επιβεβαιώνει την γνώμη μου ότι είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς. Η ταινία βασίζεται (άγνωστο πόσο πιστά) σε αληθινά γεγονότα που συνέβησαν το 1823 στην Αμερική, στην εποχή των πιονιέρων, πριν ακόμα τα χρόνια των γουέστερν όπως τα γνωρίζουμε από τον κινηματογράφο.
Μια ομάδα κυνηγών, πολύ μακριά από το κοντινότερο κατοικημένο μέρος, ψάχνει για πολύτιμα δέρματα. Όταν ο οδηγός τους τραυματίζεται βαριά από επίθεση αρκούδας, οι σύντροφοί του αναγκάζονται να τον εγκαταλείψουν στα βουνά στην καρδιά του παγωμένου χειμώνα, πιστεύοντας ότι θα πεθάνει. Εκείνος όμως καταφέρνει να επιβιώσει και πασχίζει με κάθε τρόπο να επιστρέψει κόντρα σε πλήθος από αντιξοότητες. Μάλλον ο βασικότερος λόγος γι' αυτό - πέραν από το πανίσχυρο ένστικτο επιβίωσης - είναι η εκδίκηση...
Ο Inarritu φτιάχνει μια από τις ρεαλιστικότερες, σκληρότερες, άγριες και ταυτόχρονα πανέμορφες ιστορίες επιβίωσης στην ιστορία του σινεμά. Σπάνια έχουμε δει τόσο ωμές σκηνές, που πραγματικά τρομάζουν. Και, συγχρόνως, σπάνια έχουμε δει τόσο όμορφα κινηματογραφημένη την άγρια φύση. Τα χιονισμένα, βουνίσια τοπία κόβουν την ανάσα, τόσο, που μπορούμε να μιλάμε για μια σχεδόν μεταφυσική αντιμετώπιση του τοπίου. Άλλωστε, μέσα στην ωμότητα και την αγριότητά τους, οι εικόνες είναι ποιητικές, ενώ ο άνθρωπος είναι ολομόναχος και μόνο το ένστικτο υπάρχει. Στη μεταφυσική αντιμετώπιση συνηγορούν και οι συμβολικές σκηνές που παραπέμπουν σε συνεχόμενους θανάτους και, στη συνέχεια, αναγεννήσεις. Ο ήρωας διαρκώς "ξαναγεννιέται" βγαίνοντας από ένα τάφο, από την κοιλιά ενός αλόγου, από ένα αυτοσχέδιο καταφύγιο... Άλλωστε το ονειρικό κλίμα - οι διαρκείς παραισθήσεις του ημιθανούς ήρωα - και τα λόγια και οι ψαλμωδίες των ινδιάνων που τον στοιχειώνουν, επιτείνουν το κλίμα αυτό. Προσωπικά νομίζω ότι η βία και η εμμονή στην εκδίκηση που ακολουθούν - ενστικτώδη και αυτά - κατέχουν δευτερεύουσα θέση σε σχέση με τα προηγούμενα. Ταυτόχρονα αποτυπώνεται - σε καθαρά ρεαλιστικό επίπεδο αυτό - ο απόλυτος ρατσισμός των λευκών αποίκων απέναντι στους ινδιάνους (τους οποίους, ως γνωστόν, ουσιαστικά εξολόθρευσαν).
Το φιλμ είναι σχετικά αργό (είπαμε, τον πρώτο λόγο έχει η καθηλωτική και μεγαλειώδης φύση), οι διάλογοι ελάχιστοι, ο ούτως ή άλλως λιγομίλητος ήρωας που ερμηνεύει ο Ντι Κάπριο περισσότερο μουγκρίζει παρά μιλά. Αναμενόμενο σε μια ταινία που, όπως είπαμε, κυριαρχεί το ένστικτο. Προειδοποιώντας λοιπόν τους υποψήφιους θεατές για τους αργούς ρυθμούς και την αγριότητα, τελειώνω λέγοντας ότι προσωπικά το θεωρώ από τις καλύτερες ταινίες του 2015.
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 15, 2016
"DAWN OF THE GREAT DIVIDE": ΤΑ Β-WESTERN
Υπάρχουν πλήθος παραγωγικότατων σκηνοθετών, οι οποίοι σε πολύ περασμένες δεκαετίες δημιούργησαν πληθώρα από απόλυτα Β ταινίες. Όχι υποχρεωτικά κακές ή ακούσια αστείες, όπως ο Ed Wood ας πούμε, αλλά, απλώς, αυτό που θα λέγαμε "του σωρού", δίχως κάτι που να τις κάνει να ξεχωριζουν. Μ' αυτές ωστόσο μεγάλωσαν ολόκληρες γενιές. Αμερικανών κυρίως, αλλά όχι μόνο, καθώς τα φιλμ αυτά διανέμονταν σε πάμπολλες χώρες και φυσικά και στην Ελλάδα.
Ο Howard Bretherton (1890-1969) είναι ένας από τους δημιουργούς αυτούς, τον οποίο αγνοούσα μέχρι πρόσφατα. Βλέποντας την πλούσια φιλμογραφία του διαπίστωσα πράγματα που σήμερα μας φαίνονται αδιανόητα: Όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι ο άνθρωπος αυτός γύρισε το 1942 9 (ολογράφως εννιά) ταινίες (σκορ που επανέλαβε και τη επόμενη χρονιά)!!! Μια απ' αυτές είναι και το ασπρόμαυρο βεβαίως γουέστερν (ειδικευόταν κυρίως στα γουέστερν) "Dawn on the Great Divide", με τον εξειδικευμένο σ' αυτά ηθοποιό Buck Jones.
Εντάξει, η ιστορία είναι συνηθισμένη στο είδος. Κλασικό καραβάνι με κάθε λογής επιβάτες, από ηλικιωμένους και οικογένειες έως νεαρούς που αναζητούν την τύχη τους, οδεύει προς τη μακρυνή δύση οδηγούμενη από τον Buck Jones που προαναφέραμε. Ταυτόχρονα το καραβάνι μεταφέρει προμήθειες για το τρένο, που ακόμα βρίσκεται στα σκαριά (στην κατασκευή των γραμμών δηλαδή). Κάποιοι ωστόσο έχουν συμφέροντα να μην περάσει ποτέ το τρένο από τα μέρη τους. Ο ισχυρός άντρας λοιπόν της επόμενης πολης βάζει τους άντρες του, μεταμφιεσμένους σε ινδιάνους, να επιτεθούν στο καραβάνι πριν αυτό φτάσει στην πόλη του. Από εκεί και πέρα πολλά ακόμα θα συμβούν.
Μιλάμε για προσχηματικό φιλμ, με ξεπερασμένες σήμερα ηθοποιίες. Διαθέτει πάντως κάποιους ενδιαφέροντες χαρακτήρες, μια έξυπνη ανατροπή στο τέλος και βλέπεται με κάποια νοσταλγική διάθεση και, βεβαίως, από περιέργεια για το πώς ήταν ένα Β γουέστερν από τα πάμπολλα που γυρίζονταν τη μακρυνή εκείνη εποχή. Παρατηρείστε επίσης πόσο εξαθλιωμένο φαίνεται το κερδοφόρο σαλούν / μαγαζί σε σχέση με κάποια που βλέπουμε σε πιο "κυριλέ" γουέστερν. Ίσως βέβαια το συγκεκριμένο βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην τότε πραγματικότητα... Κρίμα που δύο φορές το φιλμ διακόπτεται από ισάριθμα ξενέρωτα τραγούδια εν είδει μιούζικαλ, σκηνές που σήμερα μάλλον γέλιο προκαλούν. Παρά τα μειονεκτήματα ωστόσο, τονίζω ότι δεν πρόκειται για κάτι τόσο κακό. Δεν είναι βεβαίως κλασικό, μπορεί όμως και να σας κρατήσει δίχως να βαρεθείτε. Και συμβάλλει στην κινηματογραφική μας παιδεία...
Ο Howard Bretherton (1890-1969) είναι ένας από τους δημιουργούς αυτούς, τον οποίο αγνοούσα μέχρι πρόσφατα. Βλέποντας την πλούσια φιλμογραφία του διαπίστωσα πράγματα που σήμερα μας φαίνονται αδιανόητα: Όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι ο άνθρωπος αυτός γύρισε το 1942 9 (ολογράφως εννιά) ταινίες (σκορ που επανέλαβε και τη επόμενη χρονιά)!!! Μια απ' αυτές είναι και το ασπρόμαυρο βεβαίως γουέστερν (ειδικευόταν κυρίως στα γουέστερν) "Dawn on the Great Divide", με τον εξειδικευμένο σ' αυτά ηθοποιό Buck Jones.
Εντάξει, η ιστορία είναι συνηθισμένη στο είδος. Κλασικό καραβάνι με κάθε λογής επιβάτες, από ηλικιωμένους και οικογένειες έως νεαρούς που αναζητούν την τύχη τους, οδεύει προς τη μακρυνή δύση οδηγούμενη από τον Buck Jones που προαναφέραμε. Ταυτόχρονα το καραβάνι μεταφέρει προμήθειες για το τρένο, που ακόμα βρίσκεται στα σκαριά (στην κατασκευή των γραμμών δηλαδή). Κάποιοι ωστόσο έχουν συμφέροντα να μην περάσει ποτέ το τρένο από τα μέρη τους. Ο ισχυρός άντρας λοιπόν της επόμενης πολης βάζει τους άντρες του, μεταμφιεσμένους σε ινδιάνους, να επιτεθούν στο καραβάνι πριν αυτό φτάσει στην πόλη του. Από εκεί και πέρα πολλά ακόμα θα συμβούν.
Μιλάμε για προσχηματικό φιλμ, με ξεπερασμένες σήμερα ηθοποιίες. Διαθέτει πάντως κάποιους ενδιαφέροντες χαρακτήρες, μια έξυπνη ανατροπή στο τέλος και βλέπεται με κάποια νοσταλγική διάθεση και, βεβαίως, από περιέργεια για το πώς ήταν ένα Β γουέστερν από τα πάμπολλα που γυρίζονταν τη μακρυνή εκείνη εποχή. Παρατηρείστε επίσης πόσο εξαθλιωμένο φαίνεται το κερδοφόρο σαλούν / μαγαζί σε σχέση με κάποια που βλέπουμε σε πιο "κυριλέ" γουέστερν. Ίσως βέβαια το συγκεκριμένο βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην τότε πραγματικότητα... Κρίμα που δύο φορές το φιλμ διακόπτεται από ισάριθμα ξενέρωτα τραγούδια εν είδει μιούζικαλ, σκηνές που σήμερα μάλλον γέλιο προκαλούν. Παρά τα μειονεκτήματα ωστόσο, τονίζω ότι δεν πρόκειται για κάτι τόσο κακό. Δεν είναι βεβαίως κλασικό, μπορεί όμως και να σας κρατήσει δίχως να βαρεθείτε. Και συμβάλλει στην κινηματογραφική μας παιδεία...
Κυριακή, Φεβρουαρίου 14, 2016
ΕΙΤΕ "ΠΕΘΑΝΕΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ" ΕΙΤΕ ΟΧΙ, ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΒΑΡΙΕΜΑΙ
Έχω ξαναγράψει για το ότι ποτέ δεν υπήρξα φαν των ταινιών με τον Τζέιμς Μποντ. Τις βλέπω συνήθως για να "σκοτώσω" ένα δίωρο, αλλά μετά, πιστέψτε με, αμέσως μετά, τις ξεχνώ παντελώς. Νομίζω ότι οι τελευταίες με τον Ντάνιελ Κρεγκ είναι καλύτερες, δεν αρκούν όμως για να με κάνουν φαν της ατελείωτης σειράς.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα πολύ βαρετού για μένα Τζέιμς Μποντ, εποχής Πιρς Μπρόσναν, είναι το "Die Another Day", που γύρισε το 2002 ο Lee Tamahori (ναι, είναι αυτό με την Χάλι Μπέρι να αναδύεται από τη θάλασσα με το χαρακτηριστικό λευκό μπικίνι, αποτίοντας φόρο τιμής στην πασίγνωστη παλιά αντίστοιχη σκηνή με την Ούρσουλα Άντρες).
Μια που οι ρώσοι κομουνιστές μας τελείωσαν, εδώ οι απόλυτα κακοί είναι πλέον οι βορειοκορεάτες, σχεδόν οι τελευταίοι εναπομείναντες κομουνιστές (;;;) στη γη (ως χώρα εννοώ). Από εκεί ξεκινά μια παντελώς αναληθοφανής ιστορία με έναν πολύ, μα πολύ κακό διεθνή τρομοκράτη, που συνεργάζεται με έναν βρώμικο μεγιστάνα των διαμαντιών και μαζί προσπαθούν να στρέψουν ένα πανίσχυρο διαστημικό όπλο ενάντια στον ίδιο τον πλανήτη και να εξαφανίσουν ολόκληρες "αθώες" καπιταλιστικές χώρες από τον χάρτη. Και ακολουθεί πλήρες μπάχαλο με πλήθος νεκρών, με άφθονες εκρήξεις, με ένα εντυπωσιακό παλάτι από πάγο κάπου στους πόλους, το οποίο (δεν αντέχω, θα σας το αποκαλύψω) καταστρέφεται θεαματικά και διάφοροι κακοί αλλάζουν πρόσωπο με υπερσύγχρονες πλαστικές επεμβάσεις και άλλα τέτοια.
Και φυσικά, εν μέσω πλήρους χαμού, ο Μποντ περιφέρεται απόλυτα απέθαντος και πηδά όποια βρει μπροστά του (καλή ή κακή). Α, σημειωτέον, μένει αιχμάλωτος των κακών κορεατών για κάμποσους μήνες (!) βασανιζόμενος διαρκώς, αλλά ξαναβρίσκει τη φόρμα του όταν ελευθερώνεται και πίνει και ένα από τα γνωστά μαρτίνι κυριολεκτικά σε χρόνο dt, και επανέρχεται ως σίφουνας σα να μην έχει συμβεί τίποτα απολύτως.
Νομίζω οτι το φιλμ σπάει κάθε ρεκόρ αναληθοφάνειας σε όλα τα επίπεδα (ας μη μιλήσουμε για χαρακτήρες). Γενικά όμως, με το διαρκές μπαμ μπουμ και την απίστευτη δράση, με έκανε να πλήξω πολύ, καθώς μάλιστα το εξ ίσου αναληθοφανές σενάριο με τις τελικές "ανατροπές" έμοιαζε να μη με έλκει καθόλου. Είπαμε, δεν είμαι φαν της σειράς, αλλά έχω δει και αρκετά καλύτερους Τζέιμς Μποντ.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα πολύ βαρετού για μένα Τζέιμς Μποντ, εποχής Πιρς Μπρόσναν, είναι το "Die Another Day", που γύρισε το 2002 ο Lee Tamahori (ναι, είναι αυτό με την Χάλι Μπέρι να αναδύεται από τη θάλασσα με το χαρακτηριστικό λευκό μπικίνι, αποτίοντας φόρο τιμής στην πασίγνωστη παλιά αντίστοιχη σκηνή με την Ούρσουλα Άντρες).
Μια που οι ρώσοι κομουνιστές μας τελείωσαν, εδώ οι απόλυτα κακοί είναι πλέον οι βορειοκορεάτες, σχεδόν οι τελευταίοι εναπομείναντες κομουνιστές (;;;) στη γη (ως χώρα εννοώ). Από εκεί ξεκινά μια παντελώς αναληθοφανής ιστορία με έναν πολύ, μα πολύ κακό διεθνή τρομοκράτη, που συνεργάζεται με έναν βρώμικο μεγιστάνα των διαμαντιών και μαζί προσπαθούν να στρέψουν ένα πανίσχυρο διαστημικό όπλο ενάντια στον ίδιο τον πλανήτη και να εξαφανίσουν ολόκληρες "αθώες" καπιταλιστικές χώρες από τον χάρτη. Και ακολουθεί πλήρες μπάχαλο με πλήθος νεκρών, με άφθονες εκρήξεις, με ένα εντυπωσιακό παλάτι από πάγο κάπου στους πόλους, το οποίο (δεν αντέχω, θα σας το αποκαλύψω) καταστρέφεται θεαματικά και διάφοροι κακοί αλλάζουν πρόσωπο με υπερσύγχρονες πλαστικές επεμβάσεις και άλλα τέτοια.
Και φυσικά, εν μέσω πλήρους χαμού, ο Μποντ περιφέρεται απόλυτα απέθαντος και πηδά όποια βρει μπροστά του (καλή ή κακή). Α, σημειωτέον, μένει αιχμάλωτος των κακών κορεατών για κάμποσους μήνες (!) βασανιζόμενος διαρκώς, αλλά ξαναβρίσκει τη φόρμα του όταν ελευθερώνεται και πίνει και ένα από τα γνωστά μαρτίνι κυριολεκτικά σε χρόνο dt, και επανέρχεται ως σίφουνας σα να μην έχει συμβεί τίποτα απολύτως.
Νομίζω οτι το φιλμ σπάει κάθε ρεκόρ αναληθοφάνειας σε όλα τα επίπεδα (ας μη μιλήσουμε για χαρακτήρες). Γενικά όμως, με το διαρκές μπαμ μπουμ και την απίστευτη δράση, με έκανε να πλήξω πολύ, καθώς μάλιστα το εξ ίσου αναληθοφανές σενάριο με τις τελικές "ανατροπές" έμοιαζε να μη με έλκει καθόλου. Είπαμε, δεν είμαι φαν της σειράς, αλλά έχω δει και αρκετά καλύτερους Τζέιμς Μποντ.
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 11, 2016
"ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟ" ΑΛΛΑ ΥΠΟΤΟΝΙΚΟ "ΚΟΡΙΤΣΙ ΑΠΟ ΤΗ ΔΑΝΙΑ"
Από πίσω, όπως συχνά συμβαίνει, υπάρχει μια αληθινή ιστορία: Αυτή του δανού ζωγράφου Άιναρ Βέγκενερ, γνωστού σαν Λίλι Έλμπε, ενός από τους πρώτους άντρες που υποβλήθηκε σε εγχείρηση αλλαγής φίλου στις πολύ μακρινές από τη σύγχρονη επιστήμη αρχές της δεκαετίας του 30. Το 2015 λοιπόν ο Tom Hooper μεταφέρει την ιστορία στην οθόνη (από βιβλίο που γράφτηκε το 2000) γυρίζοντας το "Κορίτσι από τη Δανία" (The Danish Girl).
Η ταινία παρακολουθεί την βαθμιαία ανακάλυψη από τον ζωγράφο της γυναικείας πλευράς της φύσης του έως την τελική, απόλυτα παρακινδυνευμένη για την εποχή, απόφασή του για αλλαγή φύλου. Κυρίως παρακολουθεί όμως τη σχέση με τη σύζυγό του, επίσης ζωγράφο, η οποία, παρά το αρχικό σοκ, θα μείνει στο πλευρό του μέχρι τέλους. Τα στάδια που περνά αυτή η σχέση κάτω από το βάρος μιας τόσο ασυνήθιστης και σπάνιας κατάστασης είναι που κυρίως ενδιαφέρει τον δημιουργό.
Διαβάζω βέβαια (δεν έχω προσωπική γνώμη) ότι τόσο το βιβλίο όσο, κατά συνέπεια, και η ταινία, έχουν (επιεικώς) παραποιήσει τα αληθινά γεγονότα, αυτά που κυρίως αφορούν τη σχέση του ζεύγους, καλλωπίζοντας και στρογγυλεύοντάς τα σε μεγάλο βαθμό. ΟΚ, λίγο το κακό. Ποτέ δεν προσπάθησα να μάθω ιστορία από το σινεμά και οι κάθε λογής παραποιήσεις σε αληθινά γεγονότα είναι σχεδόν δεδομένες. Οπότε θα μείνω στο φιλμ καθ΄εαυτό. Το οποίο, παρά το ενδιαφέρον θέμα του, μου φάνηκε κάπως υποτονικό, αργό, επίπεδο. Με λίγα λόγια κάπως με κούρασε. Βγήκα με μια αίσθηση ανικανοποίητου, την οποία, ομολογώ, δεν μπορώ ακριβώς να προσδιορίσω. Ωστόσο - το τονίζω αυτό - οι ηθοποιίες των δύο πρωταγωνιστών είναι εξαιρετικές, όπως και τα σκηνικά και η ηθελημένα μουντή ατμόσφαιρα που κυριαρχεί. Τα αρχιτεκτονικά στοιχεία (αρτ νουβό και όχι μόνο) προσθέτουν ομορφιά στην ήδη όμορφη καλλιτεχνικά εικόνα. Όλα λοιπόν είναι προσεγμένα. Και, βεβαίως, ιδεολογικά σωστά, αφού ο δημιουργός μοιάζει να κατανοεί την τόσο ειδική αυτή περίπτωση (αν και κάπως απόμακρα βέβαια). Τα επί μέρους στοιχεία λοιπόν είναι θετικά. Το σύνολο ωστόσο δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε.
Η ταινία παρακολουθεί την βαθμιαία ανακάλυψη από τον ζωγράφο της γυναικείας πλευράς της φύσης του έως την τελική, απόλυτα παρακινδυνευμένη για την εποχή, απόφασή του για αλλαγή φύλου. Κυρίως παρακολουθεί όμως τη σχέση με τη σύζυγό του, επίσης ζωγράφο, η οποία, παρά το αρχικό σοκ, θα μείνει στο πλευρό του μέχρι τέλους. Τα στάδια που περνά αυτή η σχέση κάτω από το βάρος μιας τόσο ασυνήθιστης και σπάνιας κατάστασης είναι που κυρίως ενδιαφέρει τον δημιουργό.
Διαβάζω βέβαια (δεν έχω προσωπική γνώμη) ότι τόσο το βιβλίο όσο, κατά συνέπεια, και η ταινία, έχουν (επιεικώς) παραποιήσει τα αληθινά γεγονότα, αυτά που κυρίως αφορούν τη σχέση του ζεύγους, καλλωπίζοντας και στρογγυλεύοντάς τα σε μεγάλο βαθμό. ΟΚ, λίγο το κακό. Ποτέ δεν προσπάθησα να μάθω ιστορία από το σινεμά και οι κάθε λογής παραποιήσεις σε αληθινά γεγονότα είναι σχεδόν δεδομένες. Οπότε θα μείνω στο φιλμ καθ΄εαυτό. Το οποίο, παρά το ενδιαφέρον θέμα του, μου φάνηκε κάπως υποτονικό, αργό, επίπεδο. Με λίγα λόγια κάπως με κούρασε. Βγήκα με μια αίσθηση ανικανοποίητου, την οποία, ομολογώ, δεν μπορώ ακριβώς να προσδιορίσω. Ωστόσο - το τονίζω αυτό - οι ηθοποιίες των δύο πρωταγωνιστών είναι εξαιρετικές, όπως και τα σκηνικά και η ηθελημένα μουντή ατμόσφαιρα που κυριαρχεί. Τα αρχιτεκτονικά στοιχεία (αρτ νουβό και όχι μόνο) προσθέτουν ομορφιά στην ήδη όμορφη καλλιτεχνικά εικόνα. Όλα λοιπόν είναι προσεγμένα. Και, βεβαίως, ιδεολογικά σωστά, αφού ο δημιουργός μοιάζει να κατανοεί την τόσο ειδική αυτή περίπτωση (αν και κάπως απόμακρα βέβαια). Τα επί μέρους στοιχεία λοιπόν είναι θετικά. Το σύνολο ωστόσο δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε.
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 10, 2016
Η PEGGY SUE ΚΑΙ Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΗΣ ΧΑΜΕΝΗΣ ΝΙΟΤΗΣ
Στα μέσα της δεκαετίας του 80 ο Francis Ford Coppola - εκτός του ότι θεωρούναν από τους μεγαλύτερους αμερικανούς σκηνοθέτες - ήταν συνδεδεμένος με μεγάλα και σοβαρά εγχειρήματα (οι τρεις "Νονοί", "Αποκάλυψη" κλπ.) Το ότι ξαφνικά έφτιαξε μια απλή, νοσταλγική, ρομαντική κωμωδία είχε τότε ξαφνιάσει πολλούς. Ωστοσο "Η Πέγκι Σου Παντρεύτηκε" (1986) είχε επίσης αρέσει σε πολλούς.
Στα 43 της η Πέγκι Σου είναι μια νοικοκυρά στα πρόθυρα διαζυγίου με τον σύζυγό της, με τον οποίο είναι μαζί από τα σχολικά χρόνια. Όταν (μόνη) πηγαίνει στο γυμνασιακό reunion λιποθυμά ξαφνικά και μεταφέρεται έκπληκτη πίσω στα δικά της σχολικά χρόνια, στις αρχές των '60ς. Ξαναζώντας τις καθοριστικές αυτές μέρες για τη μετέπειτα ζωή της, προσπαθεί μην ξανακάνει τα ίδια λάθη (ή όσα θεωρεί ως τέτοια τέλος πάντων) και, κατά συνέπεια, να αλλάξει το μέλλον, το οποίο προφανώς γνωρίζει από πρώτο χέρι. Κι όμως, κάποια στιγμή συνειδητοποιεί ότι παρά τις αλλαγές που κάνει και τις διαφορετικές πράξεις που επιλέγει και βιώνει, η αλλάγή του μέλλοντος δεν είναι τόσο απλή...
Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με μια ρομαντική κομεντί, με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας λόγω του χρονοταξιδιού της ηρωίδας. Ωστοσο ο Coppola δεν εμμένει καθόλου στο στοιχείο αυτό. Τόσο το χρονοταξίδι καθ' εαυτό, όσο και η επάνοδος στο τώρα, δεν εξηγούνται ποτέ, διότι απλούστατα δεν τον ενδιαφέρουν. Σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτός ο στόχος του σκηνοθέτη. Οποτε, παρά τα στοιχεία που υπάρχουν, το βάρος δεν πέφτει στην επιστημονική φαντασία. Νομίζω ότι ο σκηνοθέτης θέλησε περισσότερο να φτιάξει ένα φιλμ νοσταλγίας για τα δικά του νεανικά χρόνια και την ατμόσφαιρα των '50ς και των αρχών των '60ς, την οποία βεβαίως αναπαράγει πιστά. Και ταυτόχρονα στοχάζεται πάνω στις ανθρώπινες πράξεις και την εκ των υστέρων συχνή επιθυμία μας να τις αλλάξουμε ("να μην είχαν γίνει έτσι τα πράγματα"). Θα άλλαζαν όντως αν ήταν στο χέρι μας ή άραγε θα ξανακάναμε τα ίδια λάθη (αν τελικά πρόκειται για λάθη) και παρόμοιες επιλογές; Μήπως τελικά τα περισσότερα στη ζωή εξαρτώνται από τον χαρακτήρα και τη νοοτροπία μας;
Όπως και να το κάνουμε κατά τη γνώμη μου η ταινία παραμένει χαριτωμένη, γλυκειά και ευχάριστη - και συγκινητική ενίοτε. Το κυρίαρχο στοιχείο της νοσταλγίας για την οριστικά χαμένη νεότητα λειτουργεί, βλέπετε, διαχρονικά. Εκτός αυτών πάντως, και εκτός των μουσικών της εποχής, είναι ευκαιρία να δείτε την τότε σούπερ σταρ Καθλίν Τέρνερ, τον νεότατο Νίκολας Κέιτζ, αλλά και αρκετούς γνωστούς, παλιότερους και μεταγενέστερους, σε μικρούς ρόλους: Από τη Μορίν Ο' Σάλιβαν και τον Τζον Καραντάιν έως τους νεαρότατους (και άγνωστους τότε) Τζιμ Κάρεϊ, Έλεν Χαντ και Σοφία Κόπολα (κόρη του σκηνοθέτη βεβαίως). Άλλωστε ο Κόπολα, πριν παρακμάσει οριστικά από τη δεκαετία του 90 ήδη, είχε πάντοτε το ταλέντο να ξετρυπώνει νεαρούς ηθοποιούς, οι οποίοι στο μέλλον θα γίνονταν σταρ.
Όχι, δεν είναι μεγάλη ταινία, είναι όμως - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - αρκετά γλυκειά και ευχάριστη.
Στα 43 της η Πέγκι Σου είναι μια νοικοκυρά στα πρόθυρα διαζυγίου με τον σύζυγό της, με τον οποίο είναι μαζί από τα σχολικά χρόνια. Όταν (μόνη) πηγαίνει στο γυμνασιακό reunion λιποθυμά ξαφνικά και μεταφέρεται έκπληκτη πίσω στα δικά της σχολικά χρόνια, στις αρχές των '60ς. Ξαναζώντας τις καθοριστικές αυτές μέρες για τη μετέπειτα ζωή της, προσπαθεί μην ξανακάνει τα ίδια λάθη (ή όσα θεωρεί ως τέτοια τέλος πάντων) και, κατά συνέπεια, να αλλάξει το μέλλον, το οποίο προφανώς γνωρίζει από πρώτο χέρι. Κι όμως, κάποια στιγμή συνειδητοποιεί ότι παρά τις αλλαγές που κάνει και τις διαφορετικές πράξεις που επιλέγει και βιώνει, η αλλάγή του μέλλοντος δεν είναι τόσο απλή...
Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με μια ρομαντική κομεντί, με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας λόγω του χρονοταξιδιού της ηρωίδας. Ωστοσο ο Coppola δεν εμμένει καθόλου στο στοιχείο αυτό. Τόσο το χρονοταξίδι καθ' εαυτό, όσο και η επάνοδος στο τώρα, δεν εξηγούνται ποτέ, διότι απλούστατα δεν τον ενδιαφέρουν. Σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτός ο στόχος του σκηνοθέτη. Οποτε, παρά τα στοιχεία που υπάρχουν, το βάρος δεν πέφτει στην επιστημονική φαντασία. Νομίζω ότι ο σκηνοθέτης θέλησε περισσότερο να φτιάξει ένα φιλμ νοσταλγίας για τα δικά του νεανικά χρόνια και την ατμόσφαιρα των '50ς και των αρχών των '60ς, την οποία βεβαίως αναπαράγει πιστά. Και ταυτόχρονα στοχάζεται πάνω στις ανθρώπινες πράξεις και την εκ των υστέρων συχνή επιθυμία μας να τις αλλάξουμε ("να μην είχαν γίνει έτσι τα πράγματα"). Θα άλλαζαν όντως αν ήταν στο χέρι μας ή άραγε θα ξανακάναμε τα ίδια λάθη (αν τελικά πρόκειται για λάθη) και παρόμοιες επιλογές; Μήπως τελικά τα περισσότερα στη ζωή εξαρτώνται από τον χαρακτήρα και τη νοοτροπία μας;
Όπως και να το κάνουμε κατά τη γνώμη μου η ταινία παραμένει χαριτωμένη, γλυκειά και ευχάριστη - και συγκινητική ενίοτε. Το κυρίαρχο στοιχείο της νοσταλγίας για την οριστικά χαμένη νεότητα λειτουργεί, βλέπετε, διαχρονικά. Εκτός αυτών πάντως, και εκτός των μουσικών της εποχής, είναι ευκαιρία να δείτε την τότε σούπερ σταρ Καθλίν Τέρνερ, τον νεότατο Νίκολας Κέιτζ, αλλά και αρκετούς γνωστούς, παλιότερους και μεταγενέστερους, σε μικρούς ρόλους: Από τη Μορίν Ο' Σάλιβαν και τον Τζον Καραντάιν έως τους νεαρότατους (και άγνωστους τότε) Τζιμ Κάρεϊ, Έλεν Χαντ και Σοφία Κόπολα (κόρη του σκηνοθέτη βεβαίως). Άλλωστε ο Κόπολα, πριν παρακμάσει οριστικά από τη δεκαετία του 90 ήδη, είχε πάντοτε το ταλέντο να ξετρυπώνει νεαρούς ηθοποιούς, οι οποίοι στο μέλλον θα γίνονταν σταρ.
Όχι, δεν είναι μεγάλη ταινία, είναι όμως - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - αρκετά γλυκειά και ευχάριστη.
Τρίτη, Φεβρουαρίου 09, 2016
FLIGHTPLAN: ΚΛΕΙΣΤΟΦΟΒΙΚΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ
Ο Robert Schwenke είναι γερμανός, αλλά δουλεύει εδώ και χρόνια στο Χόλιγουντ. Το 2005 γυρίζει το θρίλερ "Flightplan", το βασικό ατού του οποίου είναι η πρωταγωνίστρια Τζόντι Φόστερ και η πάντοτε καλή ερμηνεία της.
Η οποία εδώ είναι σούπερ μηχανικός αεροπλάνων. Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του συζύγου της - επίσης μηχανικού αεροπλάνων - επιβιβάζεται με τη μικρή της κόρη σε σούπερ ντούπερ αεροσκάφος για να επιστρέψει από το Βερολίνο στη Νέα Υόρκη. Και κάπου εκεί, στα μέσα της πτήσης, η κόρη εξαφανίζεται και οι συνεπιβάτες μάλλον δεν θυμούνται αν όντως συνοδευόταν από μια κόρη ή όχι. Από εκεί και πέρα το φιλμ αποτελείται από την αγωνιώδη προσπάθεια της μητέρας να καταλάβει τι συνέβει και να λύσει το μυστήριο. Από ένα σημείο και μετά μάλιστα θα αρχίσει να αμφισβητέίται και η ίδια της η διανοητική κατάσταση (μήπως φαντάζεται ότι συνοδευόταν από την κόρη της;)
Όπως καταλαβαίνετε έχουμε να κάνουμε με ένα θρίλερ μυστηρίου (χιτσκοκικού στιλ), το οποίο ποντάρει στην εξ ορισμού κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, αφού έχουμε να κάνουμε με τον περιορισμένο χώρο ενος αεροπλάνου εν πτήσει. Τα πράγματα κάνει πολύπλοκα το γεγονός ότι το σκάφος είναι πραγματικά τεράστιο : Διόροφο, με πολύπλοκους χώρους και διαρύθμιση, με αχανείς αποθηκευτικούς χώρους κλπ. Καθόλου απλό να το ψάξεις ολόκληρο... Από την άλλη υπάρχει η δυνατή ερμηνεία της Φόστερ, το πείσμα και η επιμονή της οποίας αποτελούν βέβαια μια επιβεβαίωση της δύναμης του "μητρικού φίλτρου". Και βέβαια ο σκηνοθέτης προσπαθεί να δημιουργήσει όσο περισσότερο σασπένς γίνεται.
Το πρόβλημα για μένα είναι η - υποτίθεται - απρόβλεπτη και ανατρεπτική "λύση", η οποία δεν μου γίνεται ιδιαίτερα πιστευτή. Για να είμαι ακριβέστερος τη βρήκα τραβηγμένη απ' τα μαλλιά. Όντως, αν συμβούν όλα αυτά και αν όλα συμπίπτουν με... τότε θα... ΟΚ, έχω κάπως κουραστεί να βλέπω τέτοιου είδους θρίλερ που βασίζονται σε απιθανότητες. Τα πετυχημένα δείγματα του είδους βασίζονται σε περισσότερη αληθοφάνεια. Πάντως, κατά τα άλλα, δεν βαρέθηκα. Η ταινία νομίζω ότι κρατά τον θεατή, η Φόστερ είναι πάντα καλή... Δεν μετάνοιωσα λοιπόν που το είδα, αλλά ούτε νομίζω ότι πρόσθεσα κάτι σημαντικό στην κινηματογραφική μου παιδεία...
Η οποία εδώ είναι σούπερ μηχανικός αεροπλάνων. Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του συζύγου της - επίσης μηχανικού αεροπλάνων - επιβιβάζεται με τη μικρή της κόρη σε σούπερ ντούπερ αεροσκάφος για να επιστρέψει από το Βερολίνο στη Νέα Υόρκη. Και κάπου εκεί, στα μέσα της πτήσης, η κόρη εξαφανίζεται και οι συνεπιβάτες μάλλον δεν θυμούνται αν όντως συνοδευόταν από μια κόρη ή όχι. Από εκεί και πέρα το φιλμ αποτελείται από την αγωνιώδη προσπάθεια της μητέρας να καταλάβει τι συνέβει και να λύσει το μυστήριο. Από ένα σημείο και μετά μάλιστα θα αρχίσει να αμφισβητέίται και η ίδια της η διανοητική κατάσταση (μήπως φαντάζεται ότι συνοδευόταν από την κόρη της;)
Όπως καταλαβαίνετε έχουμε να κάνουμε με ένα θρίλερ μυστηρίου (χιτσκοκικού στιλ), το οποίο ποντάρει στην εξ ορισμού κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, αφού έχουμε να κάνουμε με τον περιορισμένο χώρο ενος αεροπλάνου εν πτήσει. Τα πράγματα κάνει πολύπλοκα το γεγονός ότι το σκάφος είναι πραγματικά τεράστιο : Διόροφο, με πολύπλοκους χώρους και διαρύθμιση, με αχανείς αποθηκευτικούς χώρους κλπ. Καθόλου απλό να το ψάξεις ολόκληρο... Από την άλλη υπάρχει η δυνατή ερμηνεία της Φόστερ, το πείσμα και η επιμονή της οποίας αποτελούν βέβαια μια επιβεβαίωση της δύναμης του "μητρικού φίλτρου". Και βέβαια ο σκηνοθέτης προσπαθεί να δημιουργήσει όσο περισσότερο σασπένς γίνεται.
Το πρόβλημα για μένα είναι η - υποτίθεται - απρόβλεπτη και ανατρεπτική "λύση", η οποία δεν μου γίνεται ιδιαίτερα πιστευτή. Για να είμαι ακριβέστερος τη βρήκα τραβηγμένη απ' τα μαλλιά. Όντως, αν συμβούν όλα αυτά και αν όλα συμπίπτουν με... τότε θα... ΟΚ, έχω κάπως κουραστεί να βλέπω τέτοιου είδους θρίλερ που βασίζονται σε απιθανότητες. Τα πετυχημένα δείγματα του είδους βασίζονται σε περισσότερη αληθοφάνεια. Πάντως, κατά τα άλλα, δεν βαρέθηκα. Η ταινία νομίζω ότι κρατά τον θεατή, η Φόστερ είναι πάντα καλή... Δεν μετάνοιωσα λοιπόν που το είδα, αλλά ούτε νομίζω ότι πρόσθεσα κάτι σημαντικό στην κινηματογραφική μου παιδεία...
Κυριακή, Φεβρουαρίου 07, 2016
Η ΒΛΑΣΦΗΜΗ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΞΕΚΑΡΔΙΣΤΙΚΗ "ΟΛΟΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ"
Ο βέλγος Jako van Dormael δεν είναι νέος σκηνοθέτης. Ήδη από το 1991 είχε ξεχωρίσει με το "Toto l' Hero" και ακολούθησαν κι άλλες ταινίες. Το 2015 γυρίζει την "Ολοκαίνουρια Καινή Διαθήκη" (Le tout nouveau testament) φτιάχνοντας, κατά τη γνώμη μου, την ξεκαρδιστικότερη και πιο έξυπνη ταινία της χρονιάς.
Το tag line περιγράφει και την ουσία της ιστορίας: Ο θεός υπάρχει και ζει σ' ένα διαμέρισμα στις Βρυξέλες"! Όντως. Όχι όμως μόνο αυτό. Ο θεός είναι ένας κακομούτσουνος σαδιστής και αηδιαστικό τύπος, που πίνει και καπνίζει συνέχεια, έχει ουσιαστικά φυλακισμένες στο διαμέρισμα τη λιγομίλητη νοικοκυρά γυναίκα του (που διαρκώς σκουπίζει, μαγειρεύει και ξεσκονίζει) και τη μικρή του κόρη και ασχολείται διαρκώς με ένα κομπιούτερ που περιλαμβάνει τις ζωές όλων των ανθρώπων. Τι κάνει μ' αυτό; Προσπαθεί να κάνει όσο πιο δύσκολη μπορεί τη ζωή τους, επινοώντας, μεταξύ άλλων, όλο και περισότερους "νόμους του Μέρφυ". Ώσπου η μικρή κόρη επαναστατεί και το σκάει από το διαμέριμα (όπως παλιά είχε κάνει ο αδελφός της Ιησούς), αφού όμως πρώτα χακάρει τον υπολογιστή, αποκαλύπτοντας σε όλους τους ανθρώπους την ημερομηνία θανάτου τους. Στη συνέχεια θα αναζητήσει τους δικούς της 12 αποστόλους. Ακολουθεί το πιο αστείο και απρόβλεπτο χάος που είδατε τελευταία, με τον θεό να γίνεται όλο και πιο απαίσιος και αντιπαθητικός...
Φυσικά πρόκειται για την πιο "βλάσφημη" κωμωδία των τελευταίων ετών. Πανέξυπνες ιδέες, όμορφη εικόνα (που θυμίζει κάπως τον κινηματογραφικό κόσμο του Ζαν-Πιερ Ζενέ) και μια διαρκής κριτική και ανατρεπτική ματιά σε πολύ σοβαρά θέματα που απασχολούν από την αρχαιότητα την ανθρωπότητα: Την απουσία του θεού (γιατί ο κόσμος είναι τόσο δυστυχισμένος αν ο θεός είναι πανάγαθος;), την επανάσταση των νέων απέναντι στις παλιότερες γενιές και την εμμονή των τελευταίων να "είναι στα πράγματα", την οικογενειακή καταπίεση και, κυρίως, την απουσία οποιουδήποτε νοήματος στη ζωή, η οποία πάνω απ' όλα καθορίζεται από το τυχαίο. Το μόνο σίγουρο είναι ο θάνατος...
Κατάμαυρο χιούμορ (φυσικά), σαρκασμός, ανατρεπτικότητα και πλήρης αντιστροφή διαφόρων στερεότυπων μεταφυσικών "πιστεύω" πολλών ανθρώπων, συνθέτουν αυτό το έξυπνο φιλμ, που, βεβαίως, θα ενοχλήσει αφάνταστα αρκετούς φανατικούς πιστούς με την κοροϊδευτική ματιά του στα χριστιανικά θρησκευτικά στερεότυπα. Αν ανήκετε σ' αυτούς μείνετε μακριά, γιατί ίσως και να σας εξοργίσει. Προσωπικά το απόλαυσα όσο δεν παίρνει - καθώς μάλιστα οι πρωτότυπες κωμωδίες, και μάλιστα τόσο ανατρεπτικές, λείπουν από το σύγχρονο σινεμά - και, όπως ειπα στην αρχή, το θεωρώ την καλύτερη κωμωδία του 2015.
ΥΓ: Α, ναι, δείτε και την Κατρίν Ντενέβ σε έναν από τους πιο απρόβλεπτους ρόλους της μακράς καριέρας της.
Το tag line περιγράφει και την ουσία της ιστορίας: Ο θεός υπάρχει και ζει σ' ένα διαμέρισμα στις Βρυξέλες"! Όντως. Όχι όμως μόνο αυτό. Ο θεός είναι ένας κακομούτσουνος σαδιστής και αηδιαστικό τύπος, που πίνει και καπνίζει συνέχεια, έχει ουσιαστικά φυλακισμένες στο διαμέρισμα τη λιγομίλητη νοικοκυρά γυναίκα του (που διαρκώς σκουπίζει, μαγειρεύει και ξεσκονίζει) και τη μικρή του κόρη και ασχολείται διαρκώς με ένα κομπιούτερ που περιλαμβάνει τις ζωές όλων των ανθρώπων. Τι κάνει μ' αυτό; Προσπαθεί να κάνει όσο πιο δύσκολη μπορεί τη ζωή τους, επινοώντας, μεταξύ άλλων, όλο και περισότερους "νόμους του Μέρφυ". Ώσπου η μικρή κόρη επαναστατεί και το σκάει από το διαμέριμα (όπως παλιά είχε κάνει ο αδελφός της Ιησούς), αφού όμως πρώτα χακάρει τον υπολογιστή, αποκαλύπτοντας σε όλους τους ανθρώπους την ημερομηνία θανάτου τους. Στη συνέχεια θα αναζητήσει τους δικούς της 12 αποστόλους. Ακολουθεί το πιο αστείο και απρόβλεπτο χάος που είδατε τελευταία, με τον θεό να γίνεται όλο και πιο απαίσιος και αντιπαθητικός...
Φυσικά πρόκειται για την πιο "βλάσφημη" κωμωδία των τελευταίων ετών. Πανέξυπνες ιδέες, όμορφη εικόνα (που θυμίζει κάπως τον κινηματογραφικό κόσμο του Ζαν-Πιερ Ζενέ) και μια διαρκής κριτική και ανατρεπτική ματιά σε πολύ σοβαρά θέματα που απασχολούν από την αρχαιότητα την ανθρωπότητα: Την απουσία του θεού (γιατί ο κόσμος είναι τόσο δυστυχισμένος αν ο θεός είναι πανάγαθος;), την επανάσταση των νέων απέναντι στις παλιότερες γενιές και την εμμονή των τελευταίων να "είναι στα πράγματα", την οικογενειακή καταπίεση και, κυρίως, την απουσία οποιουδήποτε νοήματος στη ζωή, η οποία πάνω απ' όλα καθορίζεται από το τυχαίο. Το μόνο σίγουρο είναι ο θάνατος...
Κατάμαυρο χιούμορ (φυσικά), σαρκασμός, ανατρεπτικότητα και πλήρης αντιστροφή διαφόρων στερεότυπων μεταφυσικών "πιστεύω" πολλών ανθρώπων, συνθέτουν αυτό το έξυπνο φιλμ, που, βεβαίως, θα ενοχλήσει αφάνταστα αρκετούς φανατικούς πιστούς με την κοροϊδευτική ματιά του στα χριστιανικά θρησκευτικά στερεότυπα. Αν ανήκετε σ' αυτούς μείνετε μακριά, γιατί ίσως και να σας εξοργίσει. Προσωπικά το απόλαυσα όσο δεν παίρνει - καθώς μάλιστα οι πρωτότυπες κωμωδίες, και μάλιστα τόσο ανατρεπτικές, λείπουν από το σύγχρονο σινεμά - και, όπως ειπα στην αρχή, το θεωρώ την καλύτερη κωμωδία του 2015.
ΥΓ: Α, ναι, δείτε και την Κατρίν Ντενέβ σε έναν από τους πιο απρόβλεπτους ρόλους της μακράς καριέρας της.
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 05, 2016
ΦΙΔΙΑ, ΑΕΡΟΠΛΑΝΑ... ΚΙ ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΤΑΦΕΡΕΙ ΝΑ ΜΗ ΔΑΓΚΩΘΕΙ
Η ιστορία των μέτριων έως κακών ταινιών τρόμου / δράσης συνεχίζεται... Το 2006 ο ούτως ή άλλως μέτριος (επιεικώς) Danid R. Ellis (στα επιτεύγματά του συμπεριλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα "Βλέπω το Θάνατό σου" 3 και 4...) γυρίζει το "Snakes on a Plane", μια ιστορία, όπως λέει και ο τίτλος με φίδια σ' ένα αεροπλάνο.
Ένας σημαντικότατος μάρτυρας, χάρη στον οποίο θα μπει επιτέλους φυλακή ο πολύ, μα πολύ κακός γκάνγκστερ της ταινίας, μεταφέρεται συνοδεία δύο πρακτόρων του FBI με επιβατηγό αεροπλάνο από τη Χαβάη στο Λος Άντζελες για να καταθέσει. Ο κακός όμως που λέγαμε έχει φροντίσει να γεμίσει τα αμπάρια του αεροπλάνου με δεκάδες (ίσως και εκατοντάδες) δηλητηριώδη φίδια όλων των ειδών, τα οποία μάλιστα μπουκώνει με φερομόνες ή κάτι τέτοιο, ώστε να εξαγριωθούν, να σπάσουν τα πάντα στο πέρασμά τους, να μπουν στον κύριο χώρο του αεροπλάνου και να δαγκώνουν μανιασμένα και ανεξέλεγκτα όποιον και ό, τι βρουν μπροστά τους. Από εκεί και πέρα γίνεται ένας διαρκής χαμός, με τον εναπομείναντα πράκτορα (τον Σάμουελ Τζάκσον) να παίρνει την κατάσταση στα χέρια του με διαρκείς ταρζανιές...
Δεν νομίζω ότι το φιλμ αντέχει σε κριτική. Απίθανες καταστάσεις, αναληθοφανείς λύσεις κάθε είδους σε κάθε περίπτωση, τα πάντα φυσικά επιτυγχάνονται στο τελευταίο δευτερόλεπτο, λίγο σπλάτερ σε κάποια σημεία, δόσεις χιούμορ, όπως είναι μόδα σε αρκετές σχετικά πρόσφατες ταινίες δράσεις ή τρόμου και... όποιος αντέξει. Υποτίθεται ότι το βασικό εύρημα ποντάρει στο κλειστοφοβικό του πράγματος (περιορισμένος εξ ορισμού χώρος, καμιά έξοδος διαφυγής αφού βρισκόμαστε εν πτήσει και πάμπολλα εξαγριωμένα ερπετά). Ωστόσο μετά τις πρώτες επιθέσεις το πράγμα επαναλαμβάνεται μέχρι το τέλος και, βέβαια, ο ήρωάς μας θα τα κάνει σχεδόν όλα, μέχρι την τελική άρον - άρον προσγείωση του αεροπλάνου (ή ό,τι έχει απομείνει απ' αυτό). Όσο για το χιούμορ δεν το βρήκα ούτε έξυπνο (κάθε άλλο μάλιστα) ούτε αρκετό.
Ξεχάστε κάθε είδους αληθοφάνεια - δεν είναι άλλωστε το ζητούμενο σε τέτοια φιλμ - και δείτε το μόνο αν δεν έχετε κάτι άλλο να κάνετε και θέλετε να δείτε κάποιο "σκουπίδι" για πάκα. Και πάλι, μόνο αν δεν πάσχετε από φιδοφοβία.
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 03, 2016
ΑΣΤΕΙΟ, ΒΙΑΙΟ ΚΑΙ ΤΡΥΦΕΡΟ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ "YOU KILL ME"
Θυμόμουν τον John Dahl ως ένα σκηνοθέτη που είχε κάνει μια σειρά από αξιόλογα νεο-νουάρ στις αρχές της δεκαετίας του 90 (το "Last Seduction" ήταν ένα από αυτά). Στη συνέχεια έχασα τα ίχνη του. Λογικό, αφού τα αρκετά τελευταία χρόνια ασχολείται αποκλειστικά με την τηλεόραση. Ωστόσο το 2007 γυρίζει το "You Kill me", ένα φιλμ με έναν απολαυστικό τον Μπεν Κίνγκσλεϊ στον βασικό ρόλο.
Ο ήρωας είναι πληρωμένος δολοφόνος για την πολωνική "μαφία" της πόλης του (πολωνικής καταγωγής κι ο ίδιος άλλωστε). Έχει όμως έντονο πρόβλημα αλκοολισμού, πράγμα που τον δυσκολεύει στη δουλειά του (μια φορά αποκοιμήθηκε περιμένοντας τον στόχο του). Έτσι, αφού είναι καλός, αγαπά τη δουλειά του και τον χρειάζονται, ο "νονός" της συμμορίας τον στέλνει στο Σαν Φρανσίσκο για αποτοξίνωση, όπου τον αναγκάζουν να μπει, προς μεγάλη του απελπισία, στους ανώνυμους αλκοολικούς και να δουλέψει σε... γραφείο κηδειών για να βγάζει τα έξοδά του Και φυσικά κάποιος τον παρακολουθεί μόνιμα για να δει αν κάνει όσα τον έσετιλαν να κάνει. Κάπου εκεί θα γνωρίσει και μια μοναχική κοπέλα, η ζωή του θα πάει να αλλάξει, αλλά πίσω στο Μπάφαλο ξεσπά πόλεμος συμμοριών (η αντίστοιχη ιρλανδική μαφία απειλεί τη θέση της πολωνικής και κάπου στο μέσον βρίσκονται και οι κινέζοι), οπότε τον χρειάζονται άμεσα...
Ίσως πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα κωμικά νουάρ που έχω δει. Διαθέτει πραγματικά κατάμαυρο χιούμορ και συγχρόνως κινείται στα κλασικά πλαίσια του νουάρ (ο λιγομίλητος, λιτοδίαιτος και μοναχικός δολοφόνος, οι συμμορίες των γκάνγκστερ κλπ.). Οι ατάκες τόσο του Κίνγκσλεϊ όσο και της σχεδόν εξ ίσου κυνικής κοπέλας (Tea Leoni) "σκοτώνουν". Η τρυφεροτητα της σχέσης τους - μη ομολογημένη ανάγκη προφανώς δύο μοναχικών ανθρώπων - έρχεται σε άμεση αντίθεση με το σκοτεινό περιβάλλον στο οποίο κινούνται, τη βία και, προφανώς, το επάγγελμα του ήρωα, ενώ οι σκηνές δράσης είναι απλώς το "κερασάκι στην τούρτα". Είναι τρυφερές επίσης (αν μπορεί κανείς να το πει έτσι όταν έχεις να κάνεις με εγκληματίες) οι σχεδόν οικογενειακές σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της συμμορίας, όπου ένα είδος ανθρωπιάς και ζεστασιάς κυριαρχεί.
Γενικά οι αντιθέσεις του φιλμ είναι νομίζω το βασικό χαρακτηριστικό του. Προσωπικά βρήκα σωστά μελετημένη την ισορροπία ανάμεσα στα στοιχεία της κωμωδίας, της ανθρωπιάς και της σκληρότητας, οπότε μπορώ να πω ότι απόλαυσα την παντελώς άγνωστη σε μένα ταινία. Βέβαια το ίδιο το love story από τη μεριά της κοπέλας και η αφοσίωσή της στον ήρωα μοιάζει αναληθοφανής (εσείς θα τα φτιάχνατε με έναν αλκοολικό πληρωμένο δολοφόνο;), αλλά... μικρό το κακό. Γενικά η ταινία (απόλυτα feel good παρά τα σκοετινά της θέματα), με άφησε με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο. Θα ψάξω και τις λιγoστές άλλες ταινίες του Dahl.
Ο ήρωας είναι πληρωμένος δολοφόνος για την πολωνική "μαφία" της πόλης του (πολωνικής καταγωγής κι ο ίδιος άλλωστε). Έχει όμως έντονο πρόβλημα αλκοολισμού, πράγμα που τον δυσκολεύει στη δουλειά του (μια φορά αποκοιμήθηκε περιμένοντας τον στόχο του). Έτσι, αφού είναι καλός, αγαπά τη δουλειά του και τον χρειάζονται, ο "νονός" της συμμορίας τον στέλνει στο Σαν Φρανσίσκο για αποτοξίνωση, όπου τον αναγκάζουν να μπει, προς μεγάλη του απελπισία, στους ανώνυμους αλκοολικούς και να δουλέψει σε... γραφείο κηδειών για να βγάζει τα έξοδά του Και φυσικά κάποιος τον παρακολουθεί μόνιμα για να δει αν κάνει όσα τον έσετιλαν να κάνει. Κάπου εκεί θα γνωρίσει και μια μοναχική κοπέλα, η ζωή του θα πάει να αλλάξει, αλλά πίσω στο Μπάφαλο ξεσπά πόλεμος συμμοριών (η αντίστοιχη ιρλανδική μαφία απειλεί τη θέση της πολωνικής και κάπου στο μέσον βρίσκονται και οι κινέζοι), οπότε τον χρειάζονται άμεσα...
Ίσως πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα κωμικά νουάρ που έχω δει. Διαθέτει πραγματικά κατάμαυρο χιούμορ και συγχρόνως κινείται στα κλασικά πλαίσια του νουάρ (ο λιγομίλητος, λιτοδίαιτος και μοναχικός δολοφόνος, οι συμμορίες των γκάνγκστερ κλπ.). Οι ατάκες τόσο του Κίνγκσλεϊ όσο και της σχεδόν εξ ίσου κυνικής κοπέλας (Tea Leoni) "σκοτώνουν". Η τρυφεροτητα της σχέσης τους - μη ομολογημένη ανάγκη προφανώς δύο μοναχικών ανθρώπων - έρχεται σε άμεση αντίθεση με το σκοτεινό περιβάλλον στο οποίο κινούνται, τη βία και, προφανώς, το επάγγελμα του ήρωα, ενώ οι σκηνές δράσης είναι απλώς το "κερασάκι στην τούρτα". Είναι τρυφερές επίσης (αν μπορεί κανείς να το πει έτσι όταν έχεις να κάνεις με εγκληματίες) οι σχεδόν οικογενειακές σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της συμμορίας, όπου ένα είδος ανθρωπιάς και ζεστασιάς κυριαρχεί.
Γενικά οι αντιθέσεις του φιλμ είναι νομίζω το βασικό χαρακτηριστικό του. Προσωπικά βρήκα σωστά μελετημένη την ισορροπία ανάμεσα στα στοιχεία της κωμωδίας, της ανθρωπιάς και της σκληρότητας, οπότε μπορώ να πω ότι απόλαυσα την παντελώς άγνωστη σε μένα ταινία. Βέβαια το ίδιο το love story από τη μεριά της κοπέλας και η αφοσίωσή της στον ήρωα μοιάζει αναληθοφανής (εσείς θα τα φτιάχνατε με έναν αλκοολικό πληρωμένο δολοφόνο;), αλλά... μικρό το κακό. Γενικά η ταινία (απόλυτα feel good παρά τα σκοετινά της θέματα), με άφησε με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο. Θα ψάξω και τις λιγoστές άλλες ταινίες του Dahl.
Τρίτη, Φεβρουαρίου 02, 2016
"TIMELINE" Ή ΚΥΝΗΓΗΤΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ
Ο Richard Donner υπήρξε ένας επιτυχημένος εμπορικά σκηνοθέτης των δεκαετιών '70 και '80 (θυμηθείτε την "Προφητεία", τα διάφορα "Φονικά Όπλα", τον πρώτο "Σούπερμαν" κλπ.). Το 2003 όμως έχει μάλλον παρακμάσει οριστικά. Έτσι το "Timeline", βασισμένο σε βιβλίο του Michael Crighton, με άφησε αδιάφορο.
Μια ομάδα νεαρών αρχαιολόγων δουλεύουν στη Γαλλία, σε κάποια μεσαιωνικά ερείπια. Όταν ο επί κεφαλής καθηγητής και πατέρας ενός από τους νεαρούς εξαφανίζεται, ανακαλύπτουν σύντομα ότι έχει... ταξιδέψει στο χρόνο και έχει παγιδευτεί στο Μεσαίωνα. Έτσι (με πρωτοφανή ευκολία και με την δίχως πολλά - πολλά άδεια των επιστημόνων που δουλεύουν μια μηχανή του χρόνου) η ομάδα των νεαρών ταξιδεύει κι αυτή στα 1357, την εποχή του άγριου αγγλογαλλικού πολέμου, με σκοπό να το φέρει πίσω. Από εκεί και πέρα η ταινία εξελίσσεται σε μια μεσαιωνική περιπέτεια με πολλά κυνηγητά και εκρήξεις και με ήρωες του 21ου αιώνα βεβαίως, οι οποίοι πασχίζουν να επιβιώσουν στις απάνθρωοες συνθήκες του Μεσαίωνα και να επιστρέψουν.
Δεν έχω να πω πολλά ούτε νομίζω ότι το φιλμ σηκώνει πολλές αναλύσεις. Οι αναληθοφάνειες είναι πάμπολλες, από την ευκολία των επιστημόνων να επιτρέψουν σε μια ομάδα άσχετων νεαρών να χρησιμοποιήσουν την πειραματική και μυστική ακόμα χρονομηχανή τους έως τα κυνηγητά και τις μάχες, από τα οποία οι βασικοί πρωταγωνιστές, αν και παντελώς άμαθοι σ' αυτά, καταφέρνουν να βγαίνουν αλώβητοι. Εντάξει κάποιοι από την ομάδα δεν θα τα καταφέρουν, αλλά αυτό δεν κάνει πιο πιστευτά τα πράγματα. Υπάρχει και η "έκπληξη" του τέλους, που έχει να κάνει με τα παράδοξα των χρονοταξιδιών, κι αυτή όμως μοιάζει με αρκετές που έχουμε δει σε ταινίες ή διαβάσει σε σχετικά βιβλία. Και, βέβαια, μην το ξεχνάμε αυτό, ο έρωτας είναι πάνω απ' όλα... Όσο για εμβάθυνση χαρακτήρων... αφήστε καλύτερα. Τουλάχιστον ο Μεσαίωνας δεν παρουσιάζεται σαν ειδυλλιακή, ρομαντική εποχή, αλλά άγριος και αβίωτος για έναν σύγχρονο άνθρωπο, οπότε όλοι προσπαθούν όπως - όπως να δραπετεύσουν απ' αυτόν και να επιστρέψουν στην εποχή τους. Κάτι είναι κι αυτό...
Ίσως διασκεδάσετε για δύο ώρες, βλέποντάς το περισσότερο ως περιπέτεια με δράση και μάχες και ξεχνώντας, όπως είπαμε, το θέμα της αληθοφάνειας. Μετά μάλλον θα το ξεχάσετε.
Μια ομάδα νεαρών αρχαιολόγων δουλεύουν στη Γαλλία, σε κάποια μεσαιωνικά ερείπια. Όταν ο επί κεφαλής καθηγητής και πατέρας ενός από τους νεαρούς εξαφανίζεται, ανακαλύπτουν σύντομα ότι έχει... ταξιδέψει στο χρόνο και έχει παγιδευτεί στο Μεσαίωνα. Έτσι (με πρωτοφανή ευκολία και με την δίχως πολλά - πολλά άδεια των επιστημόνων που δουλεύουν μια μηχανή του χρόνου) η ομάδα των νεαρών ταξιδεύει κι αυτή στα 1357, την εποχή του άγριου αγγλογαλλικού πολέμου, με σκοπό να το φέρει πίσω. Από εκεί και πέρα η ταινία εξελίσσεται σε μια μεσαιωνική περιπέτεια με πολλά κυνηγητά και εκρήξεις και με ήρωες του 21ου αιώνα βεβαίως, οι οποίοι πασχίζουν να επιβιώσουν στις απάνθρωοες συνθήκες του Μεσαίωνα και να επιστρέψουν.
Δεν έχω να πω πολλά ούτε νομίζω ότι το φιλμ σηκώνει πολλές αναλύσεις. Οι αναληθοφάνειες είναι πάμπολλες, από την ευκολία των επιστημόνων να επιτρέψουν σε μια ομάδα άσχετων νεαρών να χρησιμοποιήσουν την πειραματική και μυστική ακόμα χρονομηχανή τους έως τα κυνηγητά και τις μάχες, από τα οποία οι βασικοί πρωταγωνιστές, αν και παντελώς άμαθοι σ' αυτά, καταφέρνουν να βγαίνουν αλώβητοι. Εντάξει κάποιοι από την ομάδα δεν θα τα καταφέρουν, αλλά αυτό δεν κάνει πιο πιστευτά τα πράγματα. Υπάρχει και η "έκπληξη" του τέλους, που έχει να κάνει με τα παράδοξα των χρονοταξιδιών, κι αυτή όμως μοιάζει με αρκετές που έχουμε δει σε ταινίες ή διαβάσει σε σχετικά βιβλία. Και, βέβαια, μην το ξεχνάμε αυτό, ο έρωτας είναι πάνω απ' όλα... Όσο για εμβάθυνση χαρακτήρων... αφήστε καλύτερα. Τουλάχιστον ο Μεσαίωνας δεν παρουσιάζεται σαν ειδυλλιακή, ρομαντική εποχή, αλλά άγριος και αβίωτος για έναν σύγχρονο άνθρωπο, οπότε όλοι προσπαθούν όπως - όπως να δραπετεύσουν απ' αυτόν και να επιστρέψουν στην εποχή τους. Κάτι είναι κι αυτό...
Ίσως διασκεδάσετε για δύο ώρες, βλέποντάς το περισσότερο ως περιπέτεια με δράση και μάχες και ξεχνώντας, όπως είπαμε, το θέμα της αληθοφάνειας. Μετά μάλλον θα το ξεχάσετε.
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 01, 2016
"ΝΑ ΕΧΕΙΣ KAI ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΕΙΣ" ΚΛΑΣΣΙΚΟ ΔΙΛΗΜΜΑ - ΚΛΑΣΣΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ
O Howard Hawks (1896-1977) είναι ο κλασικός χολιγουντιανός σκηνοθέτης με τις πολλές επιτυχίες και την ικανότητα να διαπρέπει σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη. Το 1944 λοιπόν φτιάχνει άλλη μια κλασική ταινία, το "To Have and Have Not", βασισμένο (πολύ χαλαρά) σε μυθιστόρημα του Έρνεστ Χέμινγουέι. Και χρησιμοποιεί το εξ ίσου κλασικό ζεύγος Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ - Λορίν Μπακόλ (ζεύγος και στην πραγματικότητα, ως γνωστόν).
Ο ήρωας είναι ένας αμερικανός καπετάνιος μικρού πλοίου, που ζει και δουλεύει στην "εξωτική" Μαρτινίκα την εποχή του Β' παγκόσμιου πόλεμου. Ο ίδιος μοιάζει αδιάφορος για την πολιτική κατάσταση και τον πόλεμο που μαίνεται κάπου "εκεί έξω". Τότε θα του συμβούν δύο πράγματα ταυτόχρονα: Από τη μία θα γνωρίσει μια όμορφη τυχοδιώκτρια, η οποία, άγνωστο πώς, καταλήγει μετά από περιπλάνηση σε διάφορα μέρη του κόσμου στη Μαρτινίκα με σκοπό να επιστρέψει (αν βρει λεφτά για εισιτήριο) στην Αμερική. Από την άλλη θα τον πλησιάσουν γάλλοι αντιναζί και θα του ζητήσουν μια επικίνδυνη αποστολή: Να μεταφέρει με το πλοίο του κάποιο σημαντικό πρόσωπο της γαλλικής αντίστασης και την όμορφη σύζυγό του, δίχως να τον πάρουν είδηση οι γερμανικές αρχές (το νησί ήταν γαλλική αποικία τότε, άρα υπό τη ναζιστική κυβέρνηση κατοχής της Γαλλίας). Αρχικά, πιστός στην αποχή του από τα πολιτικά, θα αρνηθεί. Στη συνέχεια όμως...
Η ταινία χαρακτηρίζεται κλασική διότι, απλούστατα, παραμένει απολαυστική και βλέπεται απνευστί έως σήμερα. Υπάρχει, βεβαίως, η εκπληκτική "χημεία" Μπόγκαρντ - Μπακόλ. Υπάρχει όμως και αναμφισβήτητο σασπένς που κρατά τον θεατή, υπάρχει ενδιαφέρον σενάριο, "θανατηφόρες" ατάκες εκατέρωθεν, κοφτερές και με χιούμορ, όμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία και, βέβαια, ο τυπικός διχασμός του ήρωα: Προσωπική ασφάλεια ή καθήκον; Σημειωτέον ότι στο φιλμ κάποιοι αμερικανοί τουρίστες είναι αρνητικοί χαρακτήρες, ενώ η βασική ηρωίδα κάθε άλλο παρά αθώος άγγελος είναι: Τυχοδιώκτρια, "περπατημένη", με μάλλον βεβαρυμένο παρελθόν και με εξαιρετική ικανότητα να σαγηνεύει άντρες αφαιρώντας τους, συνήθως, το πορτοφόλι... Ωστόσο δεν μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε τυπική "femme fatale" όπως αυτές που αφθονούν στα νουάρ, αφού, κατά βάθος, είναι "καλή". Τόσο αυτή όσο και ο πρωταγωνιστής κρύβονται πίσω από μάσκες κυνισμού.
Σίγουρα η πλοκή, το δίλημμα και ο χαρακτήρας που ερμηνεύει ο Μπόγκαρντ θυμίζουν τα αντίστοιχα της περίφημης "Καζαμπλάνκα", δύο χρόνια πριν. Είναι πιθανόν στόχος να ήταν η επανάληψη της επιτυχίας της. Δεν έχει σημασία, αφού, κατά τη γνώμη μου (και πολλών άλλων), ο στόχος αυτός επετεύχθη απόλυτα. Ξαναλέω ότι το φιλμ παραμένει κλασικό. Απολαύστε το ξανά ή ανακαλύψτε το.
Ο ήρωας είναι ένας αμερικανός καπετάνιος μικρού πλοίου, που ζει και δουλεύει στην "εξωτική" Μαρτινίκα την εποχή του Β' παγκόσμιου πόλεμου. Ο ίδιος μοιάζει αδιάφορος για την πολιτική κατάσταση και τον πόλεμο που μαίνεται κάπου "εκεί έξω". Τότε θα του συμβούν δύο πράγματα ταυτόχρονα: Από τη μία θα γνωρίσει μια όμορφη τυχοδιώκτρια, η οποία, άγνωστο πώς, καταλήγει μετά από περιπλάνηση σε διάφορα μέρη του κόσμου στη Μαρτινίκα με σκοπό να επιστρέψει (αν βρει λεφτά για εισιτήριο) στην Αμερική. Από την άλλη θα τον πλησιάσουν γάλλοι αντιναζί και θα του ζητήσουν μια επικίνδυνη αποστολή: Να μεταφέρει με το πλοίο του κάποιο σημαντικό πρόσωπο της γαλλικής αντίστασης και την όμορφη σύζυγό του, δίχως να τον πάρουν είδηση οι γερμανικές αρχές (το νησί ήταν γαλλική αποικία τότε, άρα υπό τη ναζιστική κυβέρνηση κατοχής της Γαλλίας). Αρχικά, πιστός στην αποχή του από τα πολιτικά, θα αρνηθεί. Στη συνέχεια όμως...
Η ταινία χαρακτηρίζεται κλασική διότι, απλούστατα, παραμένει απολαυστική και βλέπεται απνευστί έως σήμερα. Υπάρχει, βεβαίως, η εκπληκτική "χημεία" Μπόγκαρντ - Μπακόλ. Υπάρχει όμως και αναμφισβήτητο σασπένς που κρατά τον θεατή, υπάρχει ενδιαφέρον σενάριο, "θανατηφόρες" ατάκες εκατέρωθεν, κοφτερές και με χιούμορ, όμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία και, βέβαια, ο τυπικός διχασμός του ήρωα: Προσωπική ασφάλεια ή καθήκον; Σημειωτέον ότι στο φιλμ κάποιοι αμερικανοί τουρίστες είναι αρνητικοί χαρακτήρες, ενώ η βασική ηρωίδα κάθε άλλο παρά αθώος άγγελος είναι: Τυχοδιώκτρια, "περπατημένη", με μάλλον βεβαρυμένο παρελθόν και με εξαιρετική ικανότητα να σαγηνεύει άντρες αφαιρώντας τους, συνήθως, το πορτοφόλι... Ωστόσο δεν μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε τυπική "femme fatale" όπως αυτές που αφθονούν στα νουάρ, αφού, κατά βάθος, είναι "καλή". Τόσο αυτή όσο και ο πρωταγωνιστής κρύβονται πίσω από μάσκες κυνισμού.
Σίγουρα η πλοκή, το δίλημμα και ο χαρακτήρας που ερμηνεύει ο Μπόγκαρντ θυμίζουν τα αντίστοιχα της περίφημης "Καζαμπλάνκα", δύο χρόνια πριν. Είναι πιθανόν στόχος να ήταν η επανάληψη της επιτυχίας της. Δεν έχει σημασία, αφού, κατά τη γνώμη μου (και πολλών άλλων), ο στόχος αυτός επετεύχθη απόλυτα. Ξαναλέω ότι το φιλμ παραμένει κλασικό. Απολαύστε το ξανά ή ανακαλύψτε το.
Κυριακή, Ιανουαρίου 31, 2016
ΕΝΑΣ "ΝΟΤΙΑΣ" ΠΟΥ ΦΥΣΑ ΜΟΝΙΜΩΣ...
Μετά την υπερεπιτυχημένη "Πολίτικη Κουζίνα" και μετά 13 ολόκληρα χρόνια, ο Τάσος Μπουλμέτης επανέρχεται το 2016 με τον "Νοτιά", ένα φιλμ που και πάλι συνδυάζει το αυτοβιογραφικό στοιχείο, τη νοσταλγία για παλιότερες δεκαετίες και τη σχέση - άμεση συνήθως, αν δεν το έχετε συνειδητοποιήσει - πολιτικού και προσωπικού στοιχείου.
Πίσω στη δεκαετία του 60 ο Σταύρος, ένα παιδί μικροαστικής οικογένειας, νοιώθει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα. Όταν όμως αυτό που ποθεί δεν συμβαίνει, εκείνος αντιδρά με παράξενο τρόπο: Αλλάζοντας γεγονότα και ιστορίες, αφηγούμενος όλα όσα ξέρουμε (εδώ "θύματα" είναι οι εθνικοί μύθοι, απο τον Τρωικό Πόλεμο ως τις Σουλιώτισες) με αντεστραμένο τρόπο, με τρόπο διαφορετικό απ' αυτόν που μας έμαθαν. Μεγαλώνοντας, φοιτητής πλέον στην ανήσυχη και έντονα πολιτικοποιημένη δεκαετία του 70, θα πολιτικοποιηθεί κι αυτός όπως όλοι γύρω του, θα γνωρίσει έρωτες και απογοητεύσεις, θα ονειρευτεί ταξίδια... και θα συνεχίσει να αφηγείται τους δικούς του μύθους (ή να αντιστρέφει τους παλιούς), αυτή τη φορά με την ενασχόλησή του με το σινεμά.
Η ταινία είναι καλογυρισμένη και σε κάποια σημεία έξυπνη. Το πολιτικό και το προσωπικό εμπλέκονται αξεδιάλυτα, η εποχή και οι ευρύτερες καταστάσεις συνήθως σφραγίζουν τις προσωπικές ζωές, ενώ εθνικοί μύθοι σατιρίζονται με αστείο και πικρό ταυτόχρονα τρόπο. Η ιστορία ενηλικίωσης του ήρωα μπλέκεται αξεδιάλυτα με τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα. Η ματιά του σκηνοθέτη είναι βεβαίως εμφανώς νοσταλγική (μην ξεχνάμε το έντονο αυτοβιογραφικό στοιχείο), συγχρόνως όμως και κριτική. Και υπάρχει και ένας ενδιαφέρων προβληματισμός πάνω στη φύση του ψέματος και του μύθου στη ζωή μας, αν δηλαδή οι μύθοι πρέπει να "προσγειωθούν" στην πραγματικότητα ή αν πρέπει να συνεχίσουν να λέγονται κι ας είναι ψεύτικοι ή αν το ψέμα μερικές φορές κάνει καλό... Επίσης η καυστική ματιά πάνω στην ίδια την Ελλάδα, μια χώρα που τρέφεται με μύθους και όπου το ψέμα οργιάζει, είναι παρούσα (από τους εθνικούς μύθους που τόσες φορές αναφέραμε ως την "αλλαγή" του ΠΑΣΟΚ ή τα ουτοπικά πιστεύω του φοιτητικού κινήματος της εποχής), καθώς και ο προβληματισμός για το ίδιο το σινεμά και τη φύση του. Ενδιαφέρον το ότι όλα αυτά δίνονται, οπως είπαμε, και σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο.
Απλώς βρήκα την τανία κάπως "επίπεδη", δίχως σεναριακές κορυφώσεις, δίχως σασπένς. Διαρκής αντιπαράθεση γεγονότων, πέρασμα από εποχή σε εποχή και πλείστες αφορμές να βγει στην επιφάνεια η νοσταλγία για παλιές εποχές - και της νεότητας του δημιουργού και μιας ολόκληρης γενιάς ελλήνων. Συνολικά λοιπόν θα τη χαρακτήριζα συμπαθητική, δίχως όμως να με "συγκλονίσει" ή να με συγκινήσει βαθιά.
Πίσω στη δεκαετία του 60 ο Σταύρος, ένα παιδί μικροαστικής οικογένειας, νοιώθει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα. Όταν όμως αυτό που ποθεί δεν συμβαίνει, εκείνος αντιδρά με παράξενο τρόπο: Αλλάζοντας γεγονότα και ιστορίες, αφηγούμενος όλα όσα ξέρουμε (εδώ "θύματα" είναι οι εθνικοί μύθοι, απο τον Τρωικό Πόλεμο ως τις Σουλιώτισες) με αντεστραμένο τρόπο, με τρόπο διαφορετικό απ' αυτόν που μας έμαθαν. Μεγαλώνοντας, φοιτητής πλέον στην ανήσυχη και έντονα πολιτικοποιημένη δεκαετία του 70, θα πολιτικοποιηθεί κι αυτός όπως όλοι γύρω του, θα γνωρίσει έρωτες και απογοητεύσεις, θα ονειρευτεί ταξίδια... και θα συνεχίσει να αφηγείται τους δικούς του μύθους (ή να αντιστρέφει τους παλιούς), αυτή τη φορά με την ενασχόλησή του με το σινεμά.
Η ταινία είναι καλογυρισμένη και σε κάποια σημεία έξυπνη. Το πολιτικό και το προσωπικό εμπλέκονται αξεδιάλυτα, η εποχή και οι ευρύτερες καταστάσεις συνήθως σφραγίζουν τις προσωπικές ζωές, ενώ εθνικοί μύθοι σατιρίζονται με αστείο και πικρό ταυτόχρονα τρόπο. Η ιστορία ενηλικίωσης του ήρωα μπλέκεται αξεδιάλυτα με τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα. Η ματιά του σκηνοθέτη είναι βεβαίως εμφανώς νοσταλγική (μην ξεχνάμε το έντονο αυτοβιογραφικό στοιχείο), συγχρόνως όμως και κριτική. Και υπάρχει και ένας ενδιαφέρων προβληματισμός πάνω στη φύση του ψέματος και του μύθου στη ζωή μας, αν δηλαδή οι μύθοι πρέπει να "προσγειωθούν" στην πραγματικότητα ή αν πρέπει να συνεχίσουν να λέγονται κι ας είναι ψεύτικοι ή αν το ψέμα μερικές φορές κάνει καλό... Επίσης η καυστική ματιά πάνω στην ίδια την Ελλάδα, μια χώρα που τρέφεται με μύθους και όπου το ψέμα οργιάζει, είναι παρούσα (από τους εθνικούς μύθους που τόσες φορές αναφέραμε ως την "αλλαγή" του ΠΑΣΟΚ ή τα ουτοπικά πιστεύω του φοιτητικού κινήματος της εποχής), καθώς και ο προβληματισμός για το ίδιο το σινεμά και τη φύση του. Ενδιαφέρον το ότι όλα αυτά δίνονται, οπως είπαμε, και σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο.
Απλώς βρήκα την τανία κάπως "επίπεδη", δίχως σεναριακές κορυφώσεις, δίχως σασπένς. Διαρκής αντιπαράθεση γεγονότων, πέρασμα από εποχή σε εποχή και πλείστες αφορμές να βγει στην επιφάνεια η νοσταλγία για παλιές εποχές - και της νεότητας του δημιουργού και μιας ολόκληρης γενιάς ελλήνων. Συνολικά λοιπόν θα τη χαρακτήριζα συμπαθητική, δίχως όμως να με "συγκλονίσει" ή να με συγκινήσει βαθιά.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 28, 2016
"PALE RIDER" ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΣΠΑΓΓΕΤΙ
To 1985 o Clint Eastwood, εκτός φυσικά από διάσημος ηθοποιός, ήταν ήδη από χρόνια και σκηνοθέτης. Κατά τη γνώμη μου οι καλύτερες σκηνοθετικές δουλειές του θα έρχονταν αργότερα. Τότε όμως, το '85 εννοώ, επιχειρεί να κάνει ένα καθαρόαιμο γουέστερν (πολύ πριν τους "Ασυγχώρητους"), στα χνάρια των σπαγγέτι γουέστερν του Λεόνε που, πίσω στη δεκαετία του 60, τον είχαν αναδείξει σαν σταρ. Γυρίζει λοιπόν το "Pale Rider", με πρωταγωνιστή βέβαια τον ίδιο.
Ένας καταυλισμός αποτελούμενος από χρυσοθήρες με τις οικογένειές τους τρομοκρατείται και κινδυνεύει από τις διαρκείς παρενοχλήσεις και επιθεσεις των ανθρώπων του αδίστακτου "φεουδάρχη" της περιοχής και ιδιοκτήτη μεγάλου ορυχείου χρυσού, ο οποίος θέλει να τους διώξει και να πάρει τη γη τους. Τότε εμφανίζεται ένας μυστηριώδης καβαλάρης πάστορας, ο οποίος αναλαμβάνει την προστασία των φτωχών αποίκων και μόνος του σχεδόν θα τα βάλει με όλόκληρη τη συμμορία του "άρχοντα". Παράλληλα παρακολουθούμε τη συναισθηματική του εμπλοκή με τις δύο γυναίκες (την σαραντάρα αραβωνιαστικιά και την κόρη της από άλλο γάμο) που μένουν στο σπίτι του αρχηγού των αποίκων, ο οποίος με προθυμία και ευγνωμοσύνη φιλοξενεί τον άγνωστο ξένο.
Η ταινία διαθέτει βεβαίως τη στιβαρή σκηνοθεσία του Eastwood και διατηρεί το μυστήριο και την μάλλον σκοτεινή ατμόσφαιρα που έχουν συχνά οι γουέστερν ρόλοι του. Όπως και στα σπαγγέτι, δεν γνωρίζουμε τίποτα για τον ξένο που εμφανίζεται απροσδόκητα. Ούτε το παρελθόν του ούτε τα κίνητρά του (κάτι βέβαια υποψιαζόμαστε γι' αυτά) ούτε καν το όνομά του, το οποίο δεν αναφέρεται ποτέ. Ξέρουμε μόνο ότι έχει κάποια προηγούμενα με τον δολοφόνο σερίφη και τη συμμορία του, που θα προσλάβει ο ιδιοκτήτης του ορυχείου για να "καθαρίσει". Όπως και στα σπαγγέτι, το στυλιζάριμα, η οικονομία στο λόγο, η λιτότητα στα σκηνικά και τα τοπία, κυριαρχούν. Η δράση έρχεται μετρημένη στα κατάλληλα σημεία και το τέλος είναι μάλλον προβλέψιμο. Γενικά ο Eastwood μοιάζει να κάνει διαρκείς συνειδητές αναφορές στα αρχετυπικά στοιχεία του σπαγγέτι και στις δικές του προσωπικές κινηματογραφικές ρίζες (σαν ηθοποιού, όπως είπαμε).
Τελικά νομίζω ότι αυτά ακριβώς τα στοιχεία είναι εκείνα που δεν με ικανοποίησαν και τόσο. Θέλω να πω ότι όλα, μα όλα, είναι σα να τα έχουμε ξαναδεί κάπου (εκτός από τη σχέση με τις δύο γυναίκες, που κι αυτή όμως έχει την αναμενόμενη για το είδος κατάληξη). Είναι λοιπόν καλογυρισμένη, υποβλητική σε κάποια σημεία, όμως απόλυτα προβλέψιμη σεναριακά - αν τουλάχιστον έχει δει κανείς κάποια βασικά σπαγγέτι. Δεν τη θεωρώ κακή ταινία, δεν τη συγκρίνω όμως (προσωπική γνώμη) με μεταγενέστερα εξαιρετικά φιλμ του δημιουργού, όπως, ας πούμε, το "Mystic River" ή το Gran Torino".
Ένας καταυλισμός αποτελούμενος από χρυσοθήρες με τις οικογένειές τους τρομοκρατείται και κινδυνεύει από τις διαρκείς παρενοχλήσεις και επιθεσεις των ανθρώπων του αδίστακτου "φεουδάρχη" της περιοχής και ιδιοκτήτη μεγάλου ορυχείου χρυσού, ο οποίος θέλει να τους διώξει και να πάρει τη γη τους. Τότε εμφανίζεται ένας μυστηριώδης καβαλάρης πάστορας, ο οποίος αναλαμβάνει την προστασία των φτωχών αποίκων και μόνος του σχεδόν θα τα βάλει με όλόκληρη τη συμμορία του "άρχοντα". Παράλληλα παρακολουθούμε τη συναισθηματική του εμπλοκή με τις δύο γυναίκες (την σαραντάρα αραβωνιαστικιά και την κόρη της από άλλο γάμο) που μένουν στο σπίτι του αρχηγού των αποίκων, ο οποίος με προθυμία και ευγνωμοσύνη φιλοξενεί τον άγνωστο ξένο.
Η ταινία διαθέτει βεβαίως τη στιβαρή σκηνοθεσία του Eastwood και διατηρεί το μυστήριο και την μάλλον σκοτεινή ατμόσφαιρα που έχουν συχνά οι γουέστερν ρόλοι του. Όπως και στα σπαγγέτι, δεν γνωρίζουμε τίποτα για τον ξένο που εμφανίζεται απροσδόκητα. Ούτε το παρελθόν του ούτε τα κίνητρά του (κάτι βέβαια υποψιαζόμαστε γι' αυτά) ούτε καν το όνομά του, το οποίο δεν αναφέρεται ποτέ. Ξέρουμε μόνο ότι έχει κάποια προηγούμενα με τον δολοφόνο σερίφη και τη συμμορία του, που θα προσλάβει ο ιδιοκτήτης του ορυχείου για να "καθαρίσει". Όπως και στα σπαγγέτι, το στυλιζάριμα, η οικονομία στο λόγο, η λιτότητα στα σκηνικά και τα τοπία, κυριαρχούν. Η δράση έρχεται μετρημένη στα κατάλληλα σημεία και το τέλος είναι μάλλον προβλέψιμο. Γενικά ο Eastwood μοιάζει να κάνει διαρκείς συνειδητές αναφορές στα αρχετυπικά στοιχεία του σπαγγέτι και στις δικές του προσωπικές κινηματογραφικές ρίζες (σαν ηθοποιού, όπως είπαμε).
Τελικά νομίζω ότι αυτά ακριβώς τα στοιχεία είναι εκείνα που δεν με ικανοποίησαν και τόσο. Θέλω να πω ότι όλα, μα όλα, είναι σα να τα έχουμε ξαναδεί κάπου (εκτός από τη σχέση με τις δύο γυναίκες, που κι αυτή όμως έχει την αναμενόμενη για το είδος κατάληξη). Είναι λοιπόν καλογυρισμένη, υποβλητική σε κάποια σημεία, όμως απόλυτα προβλέψιμη σεναριακά - αν τουλάχιστον έχει δει κανείς κάποια βασικά σπαγγέτι. Δεν τη θεωρώ κακή ταινία, δεν τη συγκρίνω όμως (προσωπική γνώμη) με μεταγενέστερα εξαιρετικά φιλμ του δημιουργού, όπως, ας πούμε, το "Mystic River" ή το Gran Torino".
Τετάρτη, Ιανουαρίου 27, 2016
"ΠΩΣ ΝΑ ΧΑΣΕΤΕ ΦΙΛΟΥΣ..." ΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ "ΚΟΛΑΣΗ" ΤΩΝ MEDIA ΚΑΙ ΤΩΝ CELEBRITIES
Συμπαθώ τον Simon Pegg, ως κωμικό προφανώς, αλλά και ως σεναριογράφο κάποιων ταινιών του. Νομίζω οτι αυτός και η παρέα του είναι από τα πλέον αστεία πράγματα που μπορεί να δει κανείς σε μια εποχή όπου το είδος της κωμωδίας δεν βρίσκεται και στα καλύτερά του. Στο "How to Lose Friends & Alienate People" βέβαια είναι απλός πρωταγωνιστής, πρόκειται όμως και πάλι για πολύ διασκεδαστικό κατά τη γνώμη μου φιλμ. Η ταινία γυρίστηκε το 2008 από τον Robert B. Weide, ντοκιμαντερίστα και τηλεοπτικό σκηνοθέτη κυρίως (αυτή είναι η πρώτη του fiction ταινία).
Η ιστορία αποτελέί μια ανελέητη σάτιρα των media, του Χολιγουντ και του κόσμου των celebrities. Ο ήρωας είναι δημοσιογράφος και ιδιοκτήτης μικρού και με οικονομικά προβλήματα περιοδικού που ξεμπροστιάζει όλο το star system και τις κάθε λογής ηλιθιότητές του. Ο ίδιος ωστόσο είναι διχασμένος ανάμεσα στην αγάπη και τον θαυμασμό για όλο αυτό το πολύχρωμο πανηγύρι και την απέχθειά του για το "σύστημα". Με λίγα λόγια, ναι μεν τα χτυπάμε όλα αυτά, από την άλλη όμως κάνουμε τα πάντα για να βρούμε μια θέση στην γκλαμουριά και τη διασημότητα, να "χωθούμε" στο σύστημα και να απολαύσουμε όσα προσφέρει, δηλαδή κυριλέ πάρτι, γκόμενες, κόκα ή ό,τι άλλο. Όταν λοιπόν ξαφνικά - ενώ συστηματικά τον πετάνε έξω από τα in πάρτι - ένας μεγαλοεκδότης και πρώην ίνδαλμα τού ήρωα του προσφέρει θέση εργασίας στο σούπερ πετυχημένο, αλλά συντηρητικό περιοδικό του, το οποίο φυσικά ασχολείται με τον χώρο, εκείνος θα ξεχάσει κάθε αμφισβήτηση, θα βάλει την ουρά στα σκέλια και θα σπεύσει να δεχτεί τη θέση. Οι πρώτες του απόπειρες να γράψει κάτι για το μεγάλο περιοδικό είναι καταστροφικές. Ώσπου, κάποια στιγμή θα τα καταφέρει, από εκεί και πέρα όμως οι εξελίξεις θα είναι μη αναμενόμενες.
Κατ' αρχήν βρήκα το φιλμ σε αρκετά σημεία ξεκαρδιστικό, οπότε το διασκέδασα δεόντως. Ο ήρωας είναι ένας συνδυασμός απεχθούς, αηδούς θα έλεγα (και επαγγελματικά αδίστακτου) τύπου και κατά-βάθος-καλού (και intellectual μάλιστα) χαρακτήρα, οπότε δεν έχουμε να κάνουμε ακριβώς με μια θετική προσωπικότητα. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο όμως είναι η ανελέητη σάτιρα που κάνει η ταινία στον επιφανειακά αστραφτερό και γκλάμορους, κατα βάθος όμως απίστευτα κενού, ηλίθιου και βρώμικου κόσμου του Χόλιγουντ, των media και των celebrities (και των αντίστοιχων κουτσομπολίστικων εντύπων και άλλων "συνοδευτικών" καταστάσεων), καθώς και η κριτική της υποτιθέμενης επαναστατικότητας, που είναι έτοιμη να ξεπουληθεί μόλις πιάσουμε την καλή. Το καστ, εκτός του πρωταγωνιστή, περιλαμβάνει έναν απολαυστικό πρώην "επαναστάτη" Τζεφ Μπρίτζες στο ρόλο του μεγαλοεκδότη που διασκεδάζει με τις γκάφες του ήρωα, αλλά και την Κίρστεν Ντανστ, την Μέγκαν Φοξ και την Γκίλιαν Άντερσον. Οπότε, τελικά, ακόμα κι αν δεν ενδιαφέρεστε για τη σατιρική πλευρά, μπορείτε απλώς να ευχαριστηθείτε μια διασκεδαστική - και λίγο "βρώμικη" - κωμωδία. Κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον.
Η ιστορία αποτελέί μια ανελέητη σάτιρα των media, του Χολιγουντ και του κόσμου των celebrities. Ο ήρωας είναι δημοσιογράφος και ιδιοκτήτης μικρού και με οικονομικά προβλήματα περιοδικού που ξεμπροστιάζει όλο το star system και τις κάθε λογής ηλιθιότητές του. Ο ίδιος ωστόσο είναι διχασμένος ανάμεσα στην αγάπη και τον θαυμασμό για όλο αυτό το πολύχρωμο πανηγύρι και την απέχθειά του για το "σύστημα". Με λίγα λόγια, ναι μεν τα χτυπάμε όλα αυτά, από την άλλη όμως κάνουμε τα πάντα για να βρούμε μια θέση στην γκλαμουριά και τη διασημότητα, να "χωθούμε" στο σύστημα και να απολαύσουμε όσα προσφέρει, δηλαδή κυριλέ πάρτι, γκόμενες, κόκα ή ό,τι άλλο. Όταν λοιπόν ξαφνικά - ενώ συστηματικά τον πετάνε έξω από τα in πάρτι - ένας μεγαλοεκδότης και πρώην ίνδαλμα τού ήρωα του προσφέρει θέση εργασίας στο σούπερ πετυχημένο, αλλά συντηρητικό περιοδικό του, το οποίο φυσικά ασχολείται με τον χώρο, εκείνος θα ξεχάσει κάθε αμφισβήτηση, θα βάλει την ουρά στα σκέλια και θα σπεύσει να δεχτεί τη θέση. Οι πρώτες του απόπειρες να γράψει κάτι για το μεγάλο περιοδικό είναι καταστροφικές. Ώσπου, κάποια στιγμή θα τα καταφέρει, από εκεί και πέρα όμως οι εξελίξεις θα είναι μη αναμενόμενες.
Κατ' αρχήν βρήκα το φιλμ σε αρκετά σημεία ξεκαρδιστικό, οπότε το διασκέδασα δεόντως. Ο ήρωας είναι ένας συνδυασμός απεχθούς, αηδούς θα έλεγα (και επαγγελματικά αδίστακτου) τύπου και κατά-βάθος-καλού (και intellectual μάλιστα) χαρακτήρα, οπότε δεν έχουμε να κάνουμε ακριβώς με μια θετική προσωπικότητα. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο όμως είναι η ανελέητη σάτιρα που κάνει η ταινία στον επιφανειακά αστραφτερό και γκλάμορους, κατα βάθος όμως απίστευτα κενού, ηλίθιου και βρώμικου κόσμου του Χόλιγουντ, των media και των celebrities (και των αντίστοιχων κουτσομπολίστικων εντύπων και άλλων "συνοδευτικών" καταστάσεων), καθώς και η κριτική της υποτιθέμενης επαναστατικότητας, που είναι έτοιμη να ξεπουληθεί μόλις πιάσουμε την καλή. Το καστ, εκτός του πρωταγωνιστή, περιλαμβάνει έναν απολαυστικό πρώην "επαναστάτη" Τζεφ Μπρίτζες στο ρόλο του μεγαλοεκδότη που διασκεδάζει με τις γκάφες του ήρωα, αλλά και την Κίρστεν Ντανστ, την Μέγκαν Φοξ και την Γκίλιαν Άντερσον. Οπότε, τελικά, ακόμα κι αν δεν ενδιαφέρεστε για τη σατιρική πλευρά, μπορείτε απλώς να ευχαριστηθείτε μια διασκεδαστική - και λίγο "βρώμικη" - κωμωδία. Κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον.
Δευτέρα, Ιανουαρίου 25, 2016
ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ, ΠΡΟΒΑΤΑ ΚΑΙ "ΔΕΣΜΟΙ ΑΙΜΑΤΟΣ"
Αν μη τι άλλο οι "Δεσμοί Αίματος" (Hrutar) μας μεταφέρουν σε μια μακρινή, παντελώς απομονωμένη και απίστευτη για τα σημερινά δεδομένα κουλτούρα και τρόπο ζωής εν γένει: Αυτόν που ακόμα επιβιώνει (;) στις απόλυτες ερημιές της ούτως ή άλλως απομονωμένης Ισλανδίας. Το φιλμ γυρίστηκε το 2015 από τον αρκετά νέο Grimur Hakonarson και είναι η δεύτερή του ταινία μυθοπλασίας.
Σε δύο γειτονικές, κυριολεκτικά απομονωμένες φάρμες στο παγωμένο, απόλυτο πουθενά της Ισλανδίας ζουν ολομόναχοι δύο ηλικιωμένοι αδελφοί, εκτρέφοντας αμφότεροι κοπάδια προβάτων. Ενώ θα περίμενε κανείς να έχει τουλάχιστον ο ένας τον άλλον σαν συντροφιά, αυτοί είναι τσακωμένοι και έχουν 40 χρόνια να μιλήσουν. Κατά καιρούς πηγαίνουν στην κοντινότερη μικρή πόλη κι αυτή είναι η μοναδική επαφή τους με άλλους ανθρώπους.Τα πράγματα θα αλλάξουν δραματικά όταν θα ανιχνευτεί μια επικίνδυνη ασθένεια στα κοπάδια και οι κτηνίατροι θα διατάξουν την θανάτωση των προβάτων για προληπτικούς λόγους. Από εκεί και πέρα η ιστορία θα "πάρει στροφές" και η σχέση των δυο - διαφορετικών χαρακτήρων - αδελφών θα αλλάξει.
Η ταινία ισορροπεί πετυχημένα κατά τη γνώμη μου ανάμεσα στο δράμα, την ντοκιμαντερίστικου στιλ καταγραφή ενός ξεχασμένου τρόπου ζωής και την κωμωδία, καθώς υπάρχουν αρκετές χιουμοριστικές πινελιές. Αυτό που εντυπωσιάζει αρχικά είναι το υποβλητικό, λευκό, παγωμένο τοπίο που περιβάλλει τις απομονωμένες φάρμες και, συνέπεια αυτού, η απόλυτη κυριαρχία της φύσης πάνω στον άνθρωπο, η οποία φαίνεται να έχει τον πρώτο λόγο. Μια φύση δηλαδή την οποία ο άνθρωπος. ακόμα και στην ευρωπαϊκή, πολιτισμένη και πλούσια Ισλανδία, αδυνατεί να δαμάσει. Και μόνο η κατάδειξη της συγκεκριμένης κατάστασης και η καταγραφή ενός ξεχασμένου τρόπου ζωής, που μάλλον οι περισσότεροι πιστεύαμε ότι δεν υπάρχει πλέον, αξίζουν νομίζω την προσοχή μας. Από εκεί και πέρα οι οικογενειακές - συγγενικές σχέσεις, που περνάνε από το ψυχρό στο θερμό, και τα συναισθήματα των ηρώων, κάνουν τελικά το "Rams", όπως είναι ο αγγλόφωνος τίτλος, μια απόλυτα συγκινητική και θερμή, μέσα στο παγωμένο περιβάλλον, ταινία. Και, βέβαια, υπάρχει και το στοιχείο της δραματικής επίπτωσης της βίαιης αλλαγής που αφορά τη μοναδική πηγή εισοδήματος - των προβάτων - στις ζωές των ανθρώπων και η αμείλικτη κοινωνική πίεση. Πολύ περισσότερο όταν με το "εργαλείο δουλειάς", το κοπάδι, οι βοσκοί δεν εμπλέκονται μόνο επαγγελματικά, αλλά και συναισθηματικά, καθώς αυτό αποτελεί τη μοναδική τους έγνοια και συντροφιά, το λόγο ύπαρξής τους τελικά μέσα στη μοναξιά στην οποία ζουν.
Παρά τους αργούς ρυθμούς και τη "μονοτονία" της εικόνας, βρήκα την ταινία πολύ ενδιαφέρουσα. Δείτε την μόνο αν ενδιαφέρεστε για κάτι αρκετά διαφορετικό, οπτικά και σεναριακά, από τα συνηθισμένα. Κατά τη γνώμη μου πάντως δίκαια διακρίθηκε σε διάφορα φεστιβάλ.
Σε δύο γειτονικές, κυριολεκτικά απομονωμένες φάρμες στο παγωμένο, απόλυτο πουθενά της Ισλανδίας ζουν ολομόναχοι δύο ηλικιωμένοι αδελφοί, εκτρέφοντας αμφότεροι κοπάδια προβάτων. Ενώ θα περίμενε κανείς να έχει τουλάχιστον ο ένας τον άλλον σαν συντροφιά, αυτοί είναι τσακωμένοι και έχουν 40 χρόνια να μιλήσουν. Κατά καιρούς πηγαίνουν στην κοντινότερη μικρή πόλη κι αυτή είναι η μοναδική επαφή τους με άλλους ανθρώπους.Τα πράγματα θα αλλάξουν δραματικά όταν θα ανιχνευτεί μια επικίνδυνη ασθένεια στα κοπάδια και οι κτηνίατροι θα διατάξουν την θανάτωση των προβάτων για προληπτικούς λόγους. Από εκεί και πέρα η ιστορία θα "πάρει στροφές" και η σχέση των δυο - διαφορετικών χαρακτήρων - αδελφών θα αλλάξει.
Η ταινία ισορροπεί πετυχημένα κατά τη γνώμη μου ανάμεσα στο δράμα, την ντοκιμαντερίστικου στιλ καταγραφή ενός ξεχασμένου τρόπου ζωής και την κωμωδία, καθώς υπάρχουν αρκετές χιουμοριστικές πινελιές. Αυτό που εντυπωσιάζει αρχικά είναι το υποβλητικό, λευκό, παγωμένο τοπίο που περιβάλλει τις απομονωμένες φάρμες και, συνέπεια αυτού, η απόλυτη κυριαρχία της φύσης πάνω στον άνθρωπο, η οποία φαίνεται να έχει τον πρώτο λόγο. Μια φύση δηλαδή την οποία ο άνθρωπος. ακόμα και στην ευρωπαϊκή, πολιτισμένη και πλούσια Ισλανδία, αδυνατεί να δαμάσει. Και μόνο η κατάδειξη της συγκεκριμένης κατάστασης και η καταγραφή ενός ξεχασμένου τρόπου ζωής, που μάλλον οι περισσότεροι πιστεύαμε ότι δεν υπάρχει πλέον, αξίζουν νομίζω την προσοχή μας. Από εκεί και πέρα οι οικογενειακές - συγγενικές σχέσεις, που περνάνε από το ψυχρό στο θερμό, και τα συναισθήματα των ηρώων, κάνουν τελικά το "Rams", όπως είναι ο αγγλόφωνος τίτλος, μια απόλυτα συγκινητική και θερμή, μέσα στο παγωμένο περιβάλλον, ταινία. Και, βέβαια, υπάρχει και το στοιχείο της δραματικής επίπτωσης της βίαιης αλλαγής που αφορά τη μοναδική πηγή εισοδήματος - των προβάτων - στις ζωές των ανθρώπων και η αμείλικτη κοινωνική πίεση. Πολύ περισσότερο όταν με το "εργαλείο δουλειάς", το κοπάδι, οι βοσκοί δεν εμπλέκονται μόνο επαγγελματικά, αλλά και συναισθηματικά, καθώς αυτό αποτελεί τη μοναδική τους έγνοια και συντροφιά, το λόγο ύπαρξής τους τελικά μέσα στη μοναξιά στην οποία ζουν.
Παρά τους αργούς ρυθμούς και τη "μονοτονία" της εικόνας, βρήκα την ταινία πολύ ενδιαφέρουσα. Δείτε την μόνο αν ενδιαφέρεστε για κάτι αρκετά διαφορετικό, οπτικά και σεναριακά, από τα συνηθισμένα. Κατά τη γνώμη μου πάντως δίκαια διακρίθηκε σε διάφορα φεστιβάλ.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 22, 2016
ΧΙΤΣΚΟΚΙΚΟ "FINAL ANALYSIS"
Το 1992 ο καναδός (πιθανόν ελληνικής καταγωγής αν κρίνουμε από το όνομά του) Phil Joanou γυρίζει το "Final Analysis" με τους σούπερ σταρ της εποχής Κιμ Μπάσινγκερ, Ρίτσαρντ Γκιρ και Ούμα Θέρμαν. Πρόκειται για ψυχαναλυτικό θρίλερ, πολύ κοντά στα χιτσκοκικά πρότυπα (ή τουλάχιστον έτσι θα ήθελε).
Ένας ψυχίατρος ερωτεύεται την μεγαλύτερη αδελφή μιας ψυχολογικά ασταθούς ασθενούς του. Εκείνη όμως (η μεγαλύτερη αδελφή εννοώ) είναι παντρεμένη με έναν βίαιο γκάνγκστερ (ελληνικής καταγωγής μάλιστα) και φοβάται τις πιθανές αντιδράσεις του. Μια νύχτα όμως, μετά από χρήση αλκοόλ, η κοπέλα θα δολοφονήσει τον βάρβαρο σύζυγό της. Στη δίκη που ακολουθεί, ο ψυχίατρος θα καταφέρει να κάνει την ερωμένη του να πέσει "στα μαλακά" και από εκεί και πέρα ακολουθεί μια πορεία συνεχών σεναριακών ανατροπών.
Το πρώτο που προσέχει κανείς στο φιλμ είναι οι διαρκείς και ποικίλες αναφορές στον Χίτσκοκ και το έργο του. Το σκηνικό του Σαν Φρανσίσκο, και ειδικά η χρήση του περίφημου φάρου σε καίριες σκηνές της ταινίας, παραπέμπουν βέβαια άμεσα στον περίφημο "Δεσμώτη του Ιλίγγου" (Vertigo). Αλλά και η όλη ιστορία, οι ανατροπές,, το μοτίβο του αθώου που παγιδεύεται, θεωρείται ένοχος και αγωνίζεται να αποδείξει την αθωότητά του, τα ψυχαναλυτικά στοιχεία, όλα παραπέμπουν - συνειδητά βεβαίως - στο μεγάλο δημιουργό. Φυσικά υπάρχουν και τα νουάρ στοιχεία, με εντονότερο αυτό της καταλυτικής παρουσίας της πανέμορφης μοιραίας γυναίκας.
Το πρόβλημα είναι ίσως ότι όλα αυτά δίνονται σε κάπως overdose ποσότητες, ενώ οι ανατροπές και το όλο σεναριακό concept γίνονται δύσκολα πιστευτά. Υπάρχει σκοτεινή ατμόσφαιρα, πολλή και υπερτονισμένη ψυχανάλυση - και ψυχοπάθεια - και λιγότερη αληθοφάνεια. Είναι αλήθεια ότι η Κιμ Μπάσινγκερ είναι ιδανική επιλογή για τον ρόλο της και το Σαν Φρανσίσκο γραφικό. Κάτι όμως δεν μου πάει και πολύ...
Πέραν από αυτές τις παρατηρήσεις, η ταινία προσφέρεται για δίχως πολλές - πολλές απαιτήσεις θέαση καθώς, αν μη τι άλλο, το σασπένς και οι ανατροπές που προαναφέραμε μάλλον θα κρατήσουν τον θεατή. Οπότε για θριλεράκι - αν και συχνά προβλέψιμο και με κάμποσα κλισέ του είδους - βλέπεται...
Ένας ψυχίατρος ερωτεύεται την μεγαλύτερη αδελφή μιας ψυχολογικά ασταθούς ασθενούς του. Εκείνη όμως (η μεγαλύτερη αδελφή εννοώ) είναι παντρεμένη με έναν βίαιο γκάνγκστερ (ελληνικής καταγωγής μάλιστα) και φοβάται τις πιθανές αντιδράσεις του. Μια νύχτα όμως, μετά από χρήση αλκοόλ, η κοπέλα θα δολοφονήσει τον βάρβαρο σύζυγό της. Στη δίκη που ακολουθεί, ο ψυχίατρος θα καταφέρει να κάνει την ερωμένη του να πέσει "στα μαλακά" και από εκεί και πέρα ακολουθεί μια πορεία συνεχών σεναριακών ανατροπών.
Το πρώτο που προσέχει κανείς στο φιλμ είναι οι διαρκείς και ποικίλες αναφορές στον Χίτσκοκ και το έργο του. Το σκηνικό του Σαν Φρανσίσκο, και ειδικά η χρήση του περίφημου φάρου σε καίριες σκηνές της ταινίας, παραπέμπουν βέβαια άμεσα στον περίφημο "Δεσμώτη του Ιλίγγου" (Vertigo). Αλλά και η όλη ιστορία, οι ανατροπές,, το μοτίβο του αθώου που παγιδεύεται, θεωρείται ένοχος και αγωνίζεται να αποδείξει την αθωότητά του, τα ψυχαναλυτικά στοιχεία, όλα παραπέμπουν - συνειδητά βεβαίως - στο μεγάλο δημιουργό. Φυσικά υπάρχουν και τα νουάρ στοιχεία, με εντονότερο αυτό της καταλυτικής παρουσίας της πανέμορφης μοιραίας γυναίκας.
Το πρόβλημα είναι ίσως ότι όλα αυτά δίνονται σε κάπως overdose ποσότητες, ενώ οι ανατροπές και το όλο σεναριακό concept γίνονται δύσκολα πιστευτά. Υπάρχει σκοτεινή ατμόσφαιρα, πολλή και υπερτονισμένη ψυχανάλυση - και ψυχοπάθεια - και λιγότερη αληθοφάνεια. Είναι αλήθεια ότι η Κιμ Μπάσινγκερ είναι ιδανική επιλογή για τον ρόλο της και το Σαν Φρανσίσκο γραφικό. Κάτι όμως δεν μου πάει και πολύ...
Πέραν από αυτές τις παρατηρήσεις, η ταινία προσφέρεται για δίχως πολλές - πολλές απαιτήσεις θέαση καθώς, αν μη τι άλλο, το σασπένς και οι ανατροπές που προαναφέραμε μάλλον θα κρατήσουν τον θεατή. Οπότε για θριλεράκι - αν και συχνά προβλέψιμο και με κάμποσα κλισέ του είδους - βλέπεται...
Τετάρτη, Ιανουαρίου 20, 2016
ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ "ΣΙΩΠΗΛΗ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ", ΑΛΛΑ...
Ο ταϊβανέζος Hou Hsiao-Hsien θεωρείται από πολλούς από τους μεγαλύτερους σύγχρονους δημιουργούς, είναι δε αγαπημένος των φεστιβάλ. Δεν έχω άποψη, καθώς έχω δει μόνο το γαλλόφωνο "Κόκκινο Μπαλόνι" του 2007, το οποίο, οφείλω να πω, δεν μου άρεσε καθόλου. Η "Σιωπηλή Δολοφόνος" (The Assassin) του 2015 είναι η δεύτερη δική του ταινία που βλέπω και μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα.
Ο σκηνοθέτης καταπιάνεται για πρώτη φορά στην καριέρα του με μια ταινία πολεμικών τεχνών, η οποία διαδραματίζεται στην Κίνα του 9ου αιώνα. Μια κοπέλα εκπαιδεύεται από μικρή για γίνει τέλεια δολοφόνος. Ωστόσο κάποιες φορές δρα συναισθηματικά μη εκπληρώνοντας τις αποστολές της. Όταν στέλνεται να σκοτώσει τον ξάδελφό της, διοικητή μιας επαρχίας που συγκρούεται με τον αυτοκράτορα, και με τον οποίο ξάδελφο ήταν παλιά "λογοδοσμένη", αποφασίζει και πάλι να μην εκτελέσει την αποστολή, ιδιαίτερα όταν τον ξαναβλέπει από κοντά.
Ας τονίσουμε κατ' αρχήν ότι το φιλμ ανήκει μεν σ' αυτά των "πολεμικών τεχνών", ελάχιστες όμως μάχες ή μονομαχίες βλέπουμε. Μην περιμένετε λοιπόν κάτι σαν τον "Τίγρη και Δράκο". Εδώ το 90% της προσπάθειας του Hou Hsiao-Hsien πέφτει στην εικόνα και την απίστευτη εικαστικότητά της. Οι ρυθμοί είναι εξαιρετικά αργοί, αγγελοπουλικοί όπως έγραψαν αρκετοί κριτικοί. Όσο για την ιστορία, είναι πολύ δαιδαλώδης και από ένα σημείο και πέρα χάνεις το τι ακριβώς συμβαίνει και το ποιος είναι ποιος, καθώς τα ονόματα πέφτουν το ένα μετά το άλλο. Τι μένει λοιπόν; Η ομορφιά των εικόνων. Ο σκηνοθέτης μελετά σχολαστικά κάθε πλάνο, εξωτερικό ή εσωτερικό, με απίστευτα τοπία και συνθέσεις στην πρώτη περίπτωση και με υπέροχους συνδυασμούς χρωμάτων και υποβλητικών φωτισμών στη δεύτερη.
Η συμβουλή μου λοιπόν είναι να πάψετε από ένα σημείο και πέρα να προσπαθείτε να καταλάβετε τι γίνεται (απλώς δεχτείτε ότι το "μήνυμα" είναι η ότι συναισθηματική και βιωματική σχέση είναι για την λιγομίλητη, σχεδον σιωπηλή, ηρωίδα υπεράνω του όποιου καθήκοντος) και να αφεθείτε στην ομορφιά των εικόνων. Αν το καταφέρετε και αν το θέλετε αυτό θα απολαύσετε ένα μαγευτικό εικαστικά - και πολύ αργό, ξαναλέω - φιλμ. Αν δεν σας αρκεί αυτό - και δεν θα σας κατηγορήσω καθόλου για κάτι τέτοιο - μείνετε μακριά.
Ο σκηνοθέτης καταπιάνεται για πρώτη φορά στην καριέρα του με μια ταινία πολεμικών τεχνών, η οποία διαδραματίζεται στην Κίνα του 9ου αιώνα. Μια κοπέλα εκπαιδεύεται από μικρή για γίνει τέλεια δολοφόνος. Ωστόσο κάποιες φορές δρα συναισθηματικά μη εκπληρώνοντας τις αποστολές της. Όταν στέλνεται να σκοτώσει τον ξάδελφό της, διοικητή μιας επαρχίας που συγκρούεται με τον αυτοκράτορα, και με τον οποίο ξάδελφο ήταν παλιά "λογοδοσμένη", αποφασίζει και πάλι να μην εκτελέσει την αποστολή, ιδιαίτερα όταν τον ξαναβλέπει από κοντά.
Ας τονίσουμε κατ' αρχήν ότι το φιλμ ανήκει μεν σ' αυτά των "πολεμικών τεχνών", ελάχιστες όμως μάχες ή μονομαχίες βλέπουμε. Μην περιμένετε λοιπόν κάτι σαν τον "Τίγρη και Δράκο". Εδώ το 90% της προσπάθειας του Hou Hsiao-Hsien πέφτει στην εικόνα και την απίστευτη εικαστικότητά της. Οι ρυθμοί είναι εξαιρετικά αργοί, αγγελοπουλικοί όπως έγραψαν αρκετοί κριτικοί. Όσο για την ιστορία, είναι πολύ δαιδαλώδης και από ένα σημείο και πέρα χάνεις το τι ακριβώς συμβαίνει και το ποιος είναι ποιος, καθώς τα ονόματα πέφτουν το ένα μετά το άλλο. Τι μένει λοιπόν; Η ομορφιά των εικόνων. Ο σκηνοθέτης μελετά σχολαστικά κάθε πλάνο, εξωτερικό ή εσωτερικό, με απίστευτα τοπία και συνθέσεις στην πρώτη περίπτωση και με υπέροχους συνδυασμούς χρωμάτων και υποβλητικών φωτισμών στη δεύτερη.
Η συμβουλή μου λοιπόν είναι να πάψετε από ένα σημείο και πέρα να προσπαθείτε να καταλάβετε τι γίνεται (απλώς δεχτείτε ότι το "μήνυμα" είναι η ότι συναισθηματική και βιωματική σχέση είναι για την λιγομίλητη, σχεδον σιωπηλή, ηρωίδα υπεράνω του όποιου καθήκοντος) και να αφεθείτε στην ομορφιά των εικόνων. Αν το καταφέρετε και αν το θέλετε αυτό θα απολαύσετε ένα μαγευτικό εικαστικά - και πολύ αργό, ξαναλέω - φιλμ. Αν δεν σας αρκεί αυτό - και δεν θα σας κατηγορήσω καθόλου για κάτι τέτοιο - μείνετε μακριά.
Δευτέρα, Ιανουαρίου 18, 2016
ΤΟ "HOUSE OF WAX" ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΤΡΟΜΟΥ (ΞΑΝΑ)
Ναι, έχω γίνει κουραστικός επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά ότι πιστεύω πως ένα από τα περισσότερο παρακμασμένα κινηματογραφικά είδη στην εποχή μας είναι οι ταινίες τρόμου. Ελάχιστες ανατριχίλες μπορούν να μας προσφέρουν πια. Μια απλή σύγκριση με την παραγωγή του είδους στη "χρυσή" δεκαετία του 80 ίσως μας πείσει γι' αυτό. Φυσικά πού και πού υπάρχουν κάποιες ευπρόσδεκτες εξαιρέσεις, αλλά η γενική εικόνα φοβάμαι ότι παραμένει θολή.
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές στάθηκε η ταινία "The House of Wax" ("Το Σπίτι του Θανάτου" στην Ελλάδα), πρώτη ταινία του ισπανού, πλην όμως εργαζόμενου στις ΗΠΑ, Jaume Collet-Serra το 2005. Η ιστορία; Μάλλον τυπική. Κλασική παρέα νεαρών, δύο ζευγάρια και δύο μάλλον αντικοινωνικοί τύποι (ο ένας αδελφός της μίας από τις δύο κοπέλες) ταξιδεύουν με αυτοκίνητα για να παρακολουθήσουν ματς. Ε, μετά ξέρετε: Κάπου χάνονται στο δάσος, κατασκηνώνουν στο πουθενά, κάνουν χαζοχαρούμενες πλάκες, τη νύχτα διάφορα ανησυχητικά συμβαίνουν... Την επόμενη μέρα κάποιοι απ' αυτούς φτάνουν σε κοντινή πόλη που μοιάζει εγκαταλειμμένη, όπου ανακαλύπτουν ένα μουσείο κέρινων ομοιωμάτων, μπαίνουν μέσα και αντιλαμβάνονται ότι ολόκληρο το πελώριο, διώροφο (συν υπόγειο) οίκημα είναι κατασκευασμένο από κερί (πώς ακριβώς γίνεται αυτό;). Και μετά, βεβαίως, αρχίζει η ανηλεής σφαγή. Το μόνο που μπορεί να κινήσει το ενδιαφέρον (;) του θεατή είναι ποιοι θα επιβιώσουν και ποιοι όχι (μπορείτε από την αρχή να βάλετε στοιχήματα. Ίσως έτσι το διασκεδάσετε κάπως και δημιουργήσετε σασπένς).
Πλημμυρισμένο από όλα τα πιθανά κλισέ του είδους (από την ανόητη ψυχολογία των ηρώων που πάνε γυρεύοντας έως τις τις παλιές ιστορίες με μαμάδες, που στοιχειώνουν το παρόν, αλλά και τις εντελώς εξωπραγματικές καταστάσεις, αν και η ταινία δεν ανήκει στο υποείδος του μεταφυσικού τρόμου), η ταινία κυλά ρουτινιάρικα, με κάμποσες επιδεικτικά σπλάτερ σκηνές για να χορτάσει αίμα κάθε διψασμένος και καταλήγει σε μια αρκετά εντυπωσιακή σκηνή φωτιάς (κι αυτό πόσες φορές το έχετε δει;). Και φυσικά αυτοί που είναι να σωθούν θα σωθούν ό, τι και να γίνει και όσα κι αν τους συμβούν.
Όχι, φιλμ σαν κι αυτό δεν μπορούν να μου προσφέρουν καμιά ανατριχίλα, κανέναν βαθύ φόβο ή ανησυχία, όπως οφείλει να κάνει μια ταινία του είδους. Ας κάνουμε λοιπόν λίγο χαβαλέ, ας απολαύσουμε τις σφαγές και... πάμε για την επόμενη αιματοποσία...
ΥΓ: Α, ναι, τον ρόλο της κολλητής φίλης της πρωταγωνίστριας ερμηνεύει η Paris Hilton αυτοπροσώπως. Και, όχι, δεν ήταν υποψήφια για Όσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου...
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές στάθηκε η ταινία "The House of Wax" ("Το Σπίτι του Θανάτου" στην Ελλάδα), πρώτη ταινία του ισπανού, πλην όμως εργαζόμενου στις ΗΠΑ, Jaume Collet-Serra το 2005. Η ιστορία; Μάλλον τυπική. Κλασική παρέα νεαρών, δύο ζευγάρια και δύο μάλλον αντικοινωνικοί τύποι (ο ένας αδελφός της μίας από τις δύο κοπέλες) ταξιδεύουν με αυτοκίνητα για να παρακολουθήσουν ματς. Ε, μετά ξέρετε: Κάπου χάνονται στο δάσος, κατασκηνώνουν στο πουθενά, κάνουν χαζοχαρούμενες πλάκες, τη νύχτα διάφορα ανησυχητικά συμβαίνουν... Την επόμενη μέρα κάποιοι απ' αυτούς φτάνουν σε κοντινή πόλη που μοιάζει εγκαταλειμμένη, όπου ανακαλύπτουν ένα μουσείο κέρινων ομοιωμάτων, μπαίνουν μέσα και αντιλαμβάνονται ότι ολόκληρο το πελώριο, διώροφο (συν υπόγειο) οίκημα είναι κατασκευασμένο από κερί (πώς ακριβώς γίνεται αυτό;). Και μετά, βεβαίως, αρχίζει η ανηλεής σφαγή. Το μόνο που μπορεί να κινήσει το ενδιαφέρον (;) του θεατή είναι ποιοι θα επιβιώσουν και ποιοι όχι (μπορείτε από την αρχή να βάλετε στοιχήματα. Ίσως έτσι το διασκεδάσετε κάπως και δημιουργήσετε σασπένς).
Πλημμυρισμένο από όλα τα πιθανά κλισέ του είδους (από την ανόητη ψυχολογία των ηρώων που πάνε γυρεύοντας έως τις τις παλιές ιστορίες με μαμάδες, που στοιχειώνουν το παρόν, αλλά και τις εντελώς εξωπραγματικές καταστάσεις, αν και η ταινία δεν ανήκει στο υποείδος του μεταφυσικού τρόμου), η ταινία κυλά ρουτινιάρικα, με κάμποσες επιδεικτικά σπλάτερ σκηνές για να χορτάσει αίμα κάθε διψασμένος και καταλήγει σε μια αρκετά εντυπωσιακή σκηνή φωτιάς (κι αυτό πόσες φορές το έχετε δει;). Και φυσικά αυτοί που είναι να σωθούν θα σωθούν ό, τι και να γίνει και όσα κι αν τους συμβούν.
Όχι, φιλμ σαν κι αυτό δεν μπορούν να μου προσφέρουν καμιά ανατριχίλα, κανέναν βαθύ φόβο ή ανησυχία, όπως οφείλει να κάνει μια ταινία του είδους. Ας κάνουμε λοιπόν λίγο χαβαλέ, ας απολαύσουμε τις σφαγές και... πάμε για την επόμενη αιματοποσία...
ΥΓ: Α, ναι, τον ρόλο της κολλητής φίλης της πρωταγωνίστριας ερμηνεύει η Paris Hilton αυτοπροσώπως. Και, όχι, δεν ήταν υποψήφια για Όσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






























