Τετάρτη, Απριλίου 22, 2015

ΤΟ "ΑΛΑΤΙ ΤΗΣ ΓΗΣ" ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΟΛΑΣΗ

Ο βραζιλιάνος Sabastiao Salgado είναι ένας από τους σημαντικότερους φωτογράφους παγκοσμίως, έχοντας καταγράψει με το φακό του εκατονταδες κυριολεκτικά συγκλονιστικές εικόνες σε ολόκληρο τον πλανήτη. Από την άλλη ο Wim Wenders είναι ένας από τους πλέον παρακμασμένους σκηνοθέτες όταν καταπιάνεται με ταινίες μυθοπλασίας. Εδώ και χρόνια όμως δημιουργεί κατά καιρούς εξαιρετικά ντοκιμαντέρ (θυμηθείτε το "Buena Vista" ή την "Pina"). Έτσι λοιπόν, επιβεβαιώνοντας την ντοκιμαντερίστικη φόρμα του, γυρίζει το 2014 το "Αλάτι της Γης", με αντικείμενο τόσο τη δουλειά όσο και τον άνθρωπο Salgado. Η ταινία μάλιστα συνυπογράφεται σκηνοθετικά από το γιο του τελευταίου Juliano Ribeiro Salgado.
Μετά την επιβολή δικτατορίας στη Βραζιλία στα τέλη της δεκαετίας του 60 ο Salgado (γεννημένος το 1944), καταφεύγει με την τότε κοπέλα του και μετέπειτα μόνιμη σύντροφο και συνεργάτιδα μέχρι σήμερα Lelia, στο Παρίσι, όπου σπουδάζει οικονομικά. Η φωτογραφία όμως τον κερδίζει ήδη από το 1973. Από τότε ταξιδεύει σ' ολόκληρη τη γη (με έμφαση σε περιοχές όπου συμβαίνουν εφιαλτικά γεγονότα - πόλεμοι, πείνα κλπ, αν και όχι μόνο) και αιχμαλωτίζει με τη μηχανή του συγκλονιστικές εικόνες, κυρίως της ανθρώπινης τραγωδίας - ή της ανθρώπινης κτηνωδίας. Διάφορα μέρη της Αφρικής, Νότια Αμερική, Σερβία, Κουβέιτ, είναι μερικά μόνο από τα μέρη όπου κατέγραψε σκηνές που συνταράσουν. Ο Salgado ζούσε για καιρό στα μέρη όπου πήγαινε για να βιώσει κι ίδιος όσα συνέβαιναν εκεί.
Στην ταινία, ενώ δείχνονται δεκάδες από τις περίφημες φωτογραφίες του (θεωρώ από τις συγκλονιστικότερες αυτές σε ένα αχανές χρυσωρυχειο της Βραζιλίας, που θυμίζουν κόλαση ή το χτίσιμο του Πύργου της Βαβέλ), ο ίδιος μιλά τόσο για τη δουλειά του όσο, κυρίως, για τις εμπειρίες του και τους εφιάλτες που είδε με τα μάτια του και, φυσικά, κατέγραψε. Ο λόγος του φανερώνει - εκτός από ένα μεγάλο καλλιτέχνη - έναν ευαίσθητο, συναισθηματικό και σκεπτόμενο άνθρωπο. Ταυτόχρονα δεν διστάζει να θίξει και το θέμα της ουσιαστικής εγκατάλειψης της οικογένειάς του, αφού, όπως είπαμε, ο ίδιος ζούσε για καιρό σε απομακρυσμένα μέρη του πλανήτη. Ωστοσο η σχέση με τη γυναίκα του παρέμεινε ακλόνητη όλα αυτά τα χρόνια, ενώ όταν μεγάλωσε ο γιος του έγινε συνεργάτης του και μοιράστηκε πολλά ταξίδια μαζί του.
Το τελευταίο μέρος είναι εντυπωσιακό: Κάποια στιγμή ο ίδιος αηδιάζει με όσα έχει δει και παύει να πιστεύει πλέον στον Άνθρωπο, τον οποίο θεωρεί κτήνος. Μένει λοιπόν για κάποιο καιρό άπραγος, αρνούμενος να αντικρίσει κι άλλη φρίκη, ώσπου η γυναίκα του ρίχνει την ιδέα να ξανακάνουν δάσος την πατρική του φάρμα στη Βραζιλία, στην οποία μεγάλωσε και η οποία έχει πέσει θύμα ξηρασίας. Η ιδέα αυτή πραγματοποιείται και το 2014 η γη αυτή έχει (ξανα)γίνει αληθινή ζούγκλα. Κάπου στα τέλη των 90ς λοιπόν ο Salgado κάνει στροφή 180 μοιρών και μετατρέπεται σε έναν οικολόγο φωτογράφο, αιχμαλωτίζοντας τους τελευταίους γήινους παράδεισους, κομάτια του κόσμου δηλαδή που είναι ακόμα ανέγγιχτα από τον άνθρωπο ή τον πολιτισμό του ή τις τελευταίες απομονωμένες φυλές (Αμαζόνιος κ.α.). Στις τελευταίες δουλειές του, αυτός που αποτύπωσε όσο κανείς την ανθρώπινη τραγωδία διώχνει από τις εικόνες του τον φριχτό "πολιτισμένο" άνθρωπο και βρίσκει παρηγοριά και αισιοδοξία στη φύση.
Παρακολούθησα την ταινία με μεγάλο ενδιαφέρον, δίχως καθόλου να βαρεθώ (μη φοβηθείτε αν σας τρομάζουν τα ντοκιμαντέρ). Και μόνο οι φωτογραφίες του Salgado αρκούν για να σε κρατήσουν σε εγρήγορση. Αλλά και οι αφηγήσεις του, στρωτές, συναισθηματικές, συγκινητικές πολλές φορές, καταφέρνουν να κάνουν και ολόκληρη την ταινία ζεστή και συγκινητική - εκτός από συγκλονιστική όσον αφορά την ανθρώπινη φρίκη, λέξη που, το ξέρω, τόσες φορές χρησιμοποίησα σ΄αυτό το κείμενο.

Κυριακή, Απριλίου 19, 2015

Η ΤΡΕΛΑ ΤΗΣ ΕΙΔΗΣΗΣ ΣΤΟ "ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ"

Ο Ron Howard υπήρξε τις περισσότερες φορές η απόλυτη ενσάρκωση του χολιγουντιανού mainstream. Η ταινία του 1994 "The Paper" (Το Πρωτοσέλιδο) δεν αποτελεί σε γενικές γραμμές εξαίρεση. Διαθέτει ένα καλό καστ (Μάικλ Κίτον, Γκλεν Κλόουζ, Ρόμπερτ Ντιβάλ, Μαρίζα Τομέι), κάποιες καλές στιγμές ίσως, αλλά μέχρις εκεί.
Όλη η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη "ζωή" μιας εφημερίδας (ή γύρω από τη ζωή στην εφημερίδα). Πρόκειται για μια μάλλον κίτρινη καθημερινή εφημερίδα, η οποία ωστόσο, παρά τον κιτρινισμό της (πρωτοσέλιδα με δυστηχήματα, ακρωτηριασμένα μέλη, "μικρά" θέματα που προβάλλονται ως τεράστια κλπ.) δεν γράφει τουλάχιστον ψέματα, κι αυτή είναι η ηθική αρχή της. Ο ήρωας είναι ένας παθιασμένος δημοσιγράφος, που συχνά ξενυχτά στα γραφεία, τρέχει ανά πάσα στιγμή να πιάσει τη μεγάλη είδηση ή την αποκλειστικότητα και γενικά ζει (ανθυγιεινά) για την εφημερίδα και μόνο, παρά το ότι η γυναίκα του βρίσκεται πολύ κοντά στη γέννα. Γύρω του κινείται ένα αληθινό τσίρκο από δημοσιογράφους, χαρακτήρες σαν κι αυτόν πάνω κάτω, ο καθένας με τις ιδιαιτερότητές του (η μία φιλοδοξη και αδίστακτη, ο άλλος με μανία καταδίωξης κλπ.), με επικεφαλής τον διευθυντή, που κι αυτός έχει το ίδιο "μικρόβιο". Μια μέρα δύο λευκοί επιχειρηματίες βρίσκονται δολοφονημένοι, όλα δείχνουν ότι πρόκειται για ρατσιστικό έγκλημα από μαύρους, η αστυνομία μάλιστα συλλαμβάνει δύο νεαρούς μαύρους ύποπτους, όλα όμως βρωμάνε ότι πρόκειται για πλεκτάνη. Τότε ο ήρωάς μας - αδιαφορώντας για την οικογένειά του - αναλαμβάνει δράση για να ξεσκεπάσει την αλήθεια - περισσότερο ίσως από δημοσιογραφικό πάθος για την αποκλειστικότητα, παρά για να αποκαταστήσει μια αδικία.
Η ταινία είναι χιουμοριστική και σκιαγραφεί το πάθος με την είδηση που προαναφέραμε. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι σχεδόν δεν έχουν δική τους ζωή, έχουν συχνά καταστρέψει με τις οικογένειές τους και, τελικά, ζουν για τη δουλειά, η οποία τους κουράζει αφάνταστα, αλλά και δεν μπορούν να κάνουν δίχως αυτήν. Βέβαια ο Χάουαρντ "χρυσώνει το χαπι" λέγοντάς μας τελικά ότι "κατά βάθος όλοι αυτοί οι βαρεμένοι, ακόμα και οι αδίστακτοι, είναι καλοί και τίμιοι", πράγμα για το οποίο πολύ αμφιβάλλω όσον αφορά ένα σημαντικό μέρος των δημοσιογράφων. Εκτός αυτού στο πρώτο τρίτο περίπου, όπου όλα συμβαίνουν στην καθημερινή τρέλα της εφημερίδας, βαρέθηκα αρκετά. Όσο για το βολικό για όλους τέλος - χάρη σε μια απίθανη ηθική" στροφή - μάλλον με χάλασε.
Ίσως διασκεδάσετε κάπου, δεν το θεωρώ όμως και τίποτα σπουδαίο. Το αντίθετο μάλλον.

Πέμπτη, Απριλίου 16, 2015

Η ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΑ, ΟΙ ΚΟΕΝ ΚΑΙ ΤΟ "ΜΕ ΣΕΙΡΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ"

Ξέρουμε από καιρό ότι το σκανδιναβικό σινεμά βρίσκεται στα πάνω του. Κι αυτό επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά με το νορβηγο-σουηδικό "Με Σειρά Εξαφάνισης" (Kraftidioten, 2014) του νορβηγού Hans Petter Moland. Το έχουν γράψει όλες οι κριτικές κι εγώ καθόλου δεν θα διαφωνήσω: Πρόκειται για έναν "βόρειο" συνδυασμό Κοέν και Ταραντίνο (με περισσότερες επιροές κατά τη γνώμη μου από τους πρώτους).
Όταν ο γιος του βρίσκεται νεκρός τάχα "από υπερβολική δόση", ένας φιλήσυχος, κοντά στη σύνταξη εκχιονιστής, ο οποίος μάλιστα μόλις έχει ανακηρυχτεί "πολίτης της χρονιάς", αποφασίζει να εκδικηθεί με άγριο τρόπο και να ανακαλύψει τους αληθινούς φονιάδες. Αυτό θα τον φέρει στα ίχνη μιας αδίστακτης σκανδιναβικής σπείρας εμπόρων ναρκωτικών και στη συνέχεια θα ενσκήψει στο τοπίο και μια ...σερβική ανταγωνιστική συμμορία, ενώ το αίμα θα ρέει όλο και πιο άφθονο.
Το φιλμ ξεκινά σοβαρά, σαν ένα βαρύ ρεαλιστικό δράμα, και σύντομα δείχνει το αληθινό του πρόσωπο: Πρόκειται για μια κατάμαυρη και αιματοβαμμένη κωμωδία. Όσο προχωρά μάλιστα, τόσο πιο αστεία γίνεται και τόσο η όλο και περισσότερη βία, αντί να "τρομάξει", βγάζει όλο και περισσότερο γέλιο. Έτσι οι δύο ώρες περνούν απολαυστικότατα - και το σενάριο μάλιστα είναι νομίζω αρκετά έξυπνο ώστε να κρατά σε εγρήγορση τον θεατή.
Υπάρχουν όμως κι άλλα: Το απίστευτο, κατάλευκο, παγωμένο τοπίο, απόκοσμο και μυστηριώδες, είναι ίσως ο αληθινός πρωταγωνιστής της ταινίας. Ο άνθρωπος φαίνεται πολύ μικρός μέσα στην απεραντοσύνη του. Μερικές από τις εικόνες είναι αληθινά εικαστικότατες. Από την άλλη, η κριτική στην "καθώς πρέπει", άψογη βόρεια κοινωνία, είναι αιχμηρότατη: Οι γκάγκστερς είναι ατσαλάκωτοι, κυριλέ, με όλη τη σημασία της λέξης, όπως η κοινωνία που τους περιβάλλει, και ταυτόχρονα πραγματικά αδίστακτοι και βίαιοι. Ο ρατσισμός είναι παρόν, πράγμα που φαίνεται από τα συνεχή προσβλητικά για την άλλη συμμορία σχόλια του κυριλέ, χορτοφάγου (!) αρχηγού. Το κακό και το σάπιο υποβόσκουν κάτω από την πάλλευκη, όπως και το πανταχού παρόν χιόνι, απαστράπτουσα επιφάνεια. Και βέβαια η κριτική αγγίζει και τον "άλλο πόλο", τους σέρβους, με το δικό τους μπάχαλο, το κιτς και την από τη σκοπιά τους κριτική στη νορβηγική κοινωνία.
Ο Στέλαν Σκάαρσγκαρντ είναι πάντα πολύ καλός. Την παράσταση όμως για μένα έκλεψε ο απιστευτος Μπρούνο Γκαντζ ως... σέρβος νονός!

Τρίτη, Απριλίου 14, 2015

ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΥΠΕΡΦΥΣΙΚΟ ΣΤΟΝ "ΑΚΕΦΑΛΟ ΚΑΒΑΛΑΡΗ"

Στα 1999 ο Tim Burton, σε φόρμα τότε, συνεργάζεται για μια ακόμα φορά με τον αγαπημένο του ηθοποιό Τζόνι Ντεπ στον "Μύθο του Ακέφαλου Καβαλάρη" (Sleepy Hollow), βασισμένο χαλαρά στην κλασική ιστορία του Washington Irving από τον 19ο αιώνα.
Ο ήρωας είναι ένας πρωτοποριακός για την εποχή του αστυνομικός ερευνητής, που πιστεύει στην επιστήμη και προσπαθεί να λύσει μυστήρια για φόνους κλπ. με βάση τη λογική, τη χημεία και τα εργαλεία του, πράγμα που τον φέρνει σε αντίθεση με το περιβάλλον του. Στέλνεται από τους προϊσταμένους του (κάτι σαν "δυσμενής μετάθεση") να ερευνήσει τα φριχτά συμβάντα στην απομονωμένη επαρχιακή περιοχή Sleepy Hollow, όπου πτώματα κατοίκων βρίσκονται αποκεφαλισμένα, ενώ τα κεφάλια τους δεν βρίσκονται ποτέ. Όλοι εκεί πιστεύουν ότι οι φόνοι είναι έργο του νεκρού "Ακέφαλου Καβαλάρη", που εμφανίζεται κατά καιρούς και στοιχειώνει την περιοχή. Όταν ο νεαρος επιστήμονας φτάνει εκεί θα βρεθεί όντως αντιμέτωπος με το υπερφυσικό, πράγμα που θα αρχίσει να κλονίζει τις πεποιθήσεις του, ενώ οι εφιαλτικές εμφανίσεις και τα εγκλήματα συνεχίζονται.
Η ταινία, ίσως η τρομακτικότερη του Μπάρτον, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια γοτθική ταινία καθαρού τρόμου (ακόμα και σπλάτερ σε κάποιες στιγμές). Ωστοσο ο δαιμόνιος σκηνοθέτης με το χαρακτηριστικό προσωπικό του στιλ, την μπολιάζει και με μια γερή δόση μαύρου χιούμορ, μετατρέποντάς την έτσι σε καθαρά μπαρτονικό έργο. Ο ήρωας, ανατρέποντας κάθε περί γενναιότητας κλισέ, είναι ένας αληθινά τρομοκρατημένος χαρακτήρας με τα όσα αντικρίζει και αντιμετωπίζει εκεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι θα λιποθυμήσει από φόβο αρκετές φορές κατά τη διάρκεια του φιλμ, ενώ μερικοί από τους κατοίκους (ακόμα και η κοπέλα που ερωτεύεται), εξοικειωένοι με το υπερφυσικο - ή μήπως τη δυσειδαιμονία, και πού βρίσκονται τα όρια μεταξύ τους; - θα φανούν συχνά ψυχραιμότεροι από τον ίδιο. Ταυτόχρονα μπολιάζει την ιστορία με μια "αστυνομική" υφή (ποιος κινεί τα νήματα του φοβερού Καβαλάρη και γιατί τα θύματα είναι αυτά που είναι και όχι άλλοι κάτοικοι;) προσδίδοντας έτσι ένα ακόμα στοιχείο που θα κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή. Στο φόντο πάντως υποβόσκει η αιώνια διαμάχη ανάμεσα σε λογική και συναίσθημα, επιστήμη και υπερφυσικό, αίτιο / αιτιατό και παράλογο. Ο Μπάρτον βέβαια, ως γνήσιος ρομαντικός και λάτρης του γοτθικού κλιματος, τίθεται απερίφραστα υπέρ των δεύτερων στοιχείων στα διλήμματα αυτά.
Συνολικά το φιλμ, συνεπικουρούμενο από την ωραία, "σκοτεινή" εικόνα και τη ζοφερή - αλλά και συχνά αστεία - ατμόσφαιρα, είναι νομίζω από τα πετυχημένα του δημιουργού αυτού, που με τον προσωπικό, άμεσα αναγνωρίσιμο τρόπο του μπόλιασε το σύγχρονο σινεμά με έντονη γοτθική φλέβα και με μια σειρά από σκοτεινά παραμύθια.

Τετάρτη, Απριλίου 08, 2015

FATHERLAND: ΑΝ ΕΙΧΑΝ ΚΕΡΔΙΣΕΙ ΟΙ ΝΑΖΙ...



Οι ταινίες που έχουν σαν θέμα πτυχές εναλλακτικής ιστορίας (τι θα γινόταν δηλαδή αν ιστορικά γεγονότα είχαν διαφορετική κατάληξη απο αυτην που γνωρίζουμε) είναι σχετικά σπάνιες. Το "Fatherland" γυρίστηκε το 1994 από τον καθαρά τηλεοπτικό Christopher Menaul για το ΗΒΟ, είναι δηλαδή μια μεγάλου μήκους τηλεταινία, και βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του βρετανού Ρόμπερτ Χάρις.
Βρισκόμαστε στα 1964 και οι ναζί έχουν κερδίσει τον πόλεμο. Ολόκληρη η Ευρώπη είναι γερμανική, ο πόλεμος συνεχίζεται μόνο στο μέτωπο της ακόμα υπό τον Στάλιν Ρωσίας που αντιστέκεται, ενώ η αντίπαλη υπερδύναμη στους ναζί είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οι δύο ισχυρές χώρες βρίσκονται σε κατάσταση Ψυχρού Πολέμου. Ο Χίτλερ, στα 75 του πλέον, εξακολουθεί να κυβερνά. Μετά από 20 ψυχροπολεμικά χρόνια 3ο Ράιχ και ΗΠΑ ετοιμάζονται να "σπάσουν τον πάγο" για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, με την ιστορική επίσκεψη του αμερικανού προέδρου (ο οποίος είναι ο γηραιός πατέρας του Τζον Κένεντι!) στο Βερολίνο. Εκείνη ακριβώς την περίοδο παλιά, ηλικιωμένα πλέον στελέχη του ναζιστικού κόμματος αρχίζουν να πεθαίνουν με διάφορους τρόπους. Ένας αξιωματικός των Ες Ες (ταιριαστός ο Ρούντγκερ Χάουαρντ), με κάποιες αμφιβολίες για το καθεστώς, αναλαμβάνει την υπόθεση. Πολύ γρήγορα θα βρεθεί στα ίχνη ενός τεράστιου μυστικού και θα αρχίσει να κινδυνεύει κι ο ίδιος από τη Γκεστάπο.
Η ταινία δεν νομίζω ότι διαθέτει κινηματογραφικές πρωτοτυπίες. Βασίζεται κυρίως στο σενάριο, που κατάφερε να με κρατήσει τόσο με την αστυνομικής υφής ίντριγγα όσο και με το όλο αγχωτικό κλίμα που δημιουργεί ένα κατεστημένο πλέον, πλην όμως πάντοτε στυγνό και δικτατορικό καθεστώς, γεμάτο σκοτεινά μυστικά και διαρκείς παρακολουθησεις των πάντων. Δίχως εντυπωσιακά εφέ και σκηνικά, το φιλμ αναπαριστά προσεκτικά και σε κάποια σημεία με έξυπνο τρόπο  το πώς θα ήταν μια ειρηνική πλέον ναζιστική Γερμανία στη δεκαετία του 60 (κάπου φαίνεται τοιχοκολλημένη και μια αφίσα των Beatles). Φυσικά η καταπίεση και η ουσιαστική έλλειψη ελευθερίας στηλιτεύονται, ενώ η σκιά του εφιαλτικού Ολοκαυτώματος κυριαρχεί για μια ακόμα φορά.
Κάποιες σκηνές προς το τέλος, με την αποκάλυψη ενός μεγάλου μυστικού κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, μου φανηκαν υπερβολικές (ή μάλλον φτιαγμένες αποκλειστικά για να δώσουν αυτό το κλασικό δευτερόλεπτο-με δευτερόλεπτο-σασπένς), αλλά συνολικά βρήκα την ταινία αρκετά ενδιαφέρουσα και την μίξη αληθινών και εναλλακτικών γεονότων έξυπνη.

Τρίτη, Απριλίου 07, 2015

ΟΝΤΩΣ "ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ"

1954. Στην Αλγερία έχει ξεσπάσει ο πόλεμος της ανεξαρτησίας ενάντια στους γάλλους αποικιοκράτες. Εν μέσω λοιπόν μιας καθόλου ομαλής κατάστασης, ένας φιλήσυχος ευρωπαϊκής καταγωγής δάσκαλος (που έχει ομως γεννηθεί στην Αλγερία) διδάσκει σε ένα απομονωμένο σχολείο στο μέσον του πουθενά, όταν διατάσεται (παρά τη θέλησή του) να παραδώσει έναν αλγερινό αιχμάλωτο, ο οποίος έχει διαπράξει ποινικό έγκλημα, στην πιο κοντινή πόλη για να δικαστεί. Η πόλη απέχει κάποιες μέρες δρόμο με τα πόδια και μία οδύσσεια αρχίζει για τους δύο, των οποίων η σχέση θα γίνεται όλο και στενότερη.
Αυτά συμβαίνουν στη γαλλική  ταινία "Μακριά από τους Ανθρώπους" (Loin des Hommes) που γύρισε το 2014 ο David Oelhoffen και η οποία βασίζεται στο διήγημα "Η Φιλοξενία" του Αλμπέρ Καμί (που κι αυτός ήταν γαλλο-αλγερινός). Η ταινία με εντυπωσίασε με τη λιτότητα, αλλά και τον προβληματισμό της. Λιτότητα επειδή οι δύο ήρωες μιλούν λίγο (αλλά ουσιαστικά), επειδή μοιάζουν να αρκούνται στα απόλυτα αναγκαία, επειδή λιτοί είναι οι χώροι - και κυρίως το σχολείο. Αλλά "λιτό" είναι και το φυσικό περιβάλλον, καθώς ολόκληρο το φιλμ είναι γυρισμένο σε ένα αχανές, άνυδρο, κιτρινωπό τοπίο, στην έρημο της χώρας. Το φυσικό σκηνικό θυμίζει γουέστερν (στην βορειοαφρικάνικη εκδοχή του), ενώ ακόμα και το πιο μικρό ή ευτελές αντικείμενο, φυτό ή κτίσμα μοιάζει να έχει μοναδική αξία.
Όσο για τα θέματα που θίγονται; Το φιλμ εξετάζει την αντοχή της προσωπικής ηθικής ενός ανθρώπου, καθώς αυτή δοκιμάζεται απέναντι σε θεσμούς ή ιδεολογίες και πρακτικές που έρχονται σε απόλυτη αντίθεση με τα πιστεύω του. Έτσι η μοναξιά του ήρωα, αυτό το "μακριά από τους ανθρώπους", έχει να κάνει όχι μόνο με την κυριολεκτική, "γεωγραφική" του απομόνωση (αφού ζει ολομόναχος, αλλά ευτυχής στο απομονωμένο σχολείο), αλλά και με την απομόνωση από τα αντίθετα μεταξύ τους πιστεύω των γύρω του: Τόσο από τους κατακτητές (και δολοφόνους σε κάποιο σημείο) "συμπατριώτες" του γάλλους, όσο και από τα άγρια, εκδικητικά και βασισμένα στην "τιμή" έθιμα των ντόπιων αλγερινών. Η προσωπική ηθική λοιπόν πάνω απ' όλα. Και τι γίνεται με την ελευθερία βούλησης, που μερικές φορές απαιτεί θυσίες ή ρίξεις με όσα επικρατούν στον κοινωνικό περίγυρο;
Ταυτόχρονα το γεμάτο κινδύνους (από όλες τις πλευρές) οδοιπορικό των δύο πρωταγωνιστών διατήρησε αμείωτη  την αγωνία μου για τη  τελική έκβαση, οπότε και το στοιχείο του σασπένς ήταν εξασφαλισμένο, ενώ ο Βίγκο Μόρτενσεν ήταν πειστικοτατος ως βασικός ήρωας. Πολύ ενδιαφέρων συνδυασμός λοιπόν μιας ιστορίας που κρατά τον θεατή από τη μία και φιλοσοφικού προβληματισμού από την άλλη.

Δευτέρα, Απριλίου 06, 2015

"ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ" ΜΕ ΚΑΠΟΙΑ ΗΘΙΚΗ...

Βρισκόμαστε στα 1966 όταν ο σημαντικός σκηνοθέτης Richard Brooks (1912-1992) γυρίζει το γουέστερν "The Professionals" (Οι Επαγγελματίες) με ένα λαμπρό καστ: Λι Μάρβιν, Μπαρτ Λάνκαστερ, Ρόμπερτ Ράιαν, Τζακ Πάλανς, Κλαούντια Καρντινάλε! Νομίζω ότι η ταινία θα γίνει ένα από τα τελευταία κλασικά γουέστερν, καθώς το είδος είχε ήδη αρχίσει να χάνει την παλιά του αίγλη.
Ένας πάμπλουτος τραπεζίτης προσλαμβάνει μια ομάδα "επαγγελματιών" - με πολύ καλή πληρωμή φυσικά - με αποστολή να μπούν στο Μεξικό και να φέρουν πίσω τη σύζυγό του, που έχει απαχθεί από μεξικανό κακοποιό. Φυσικά ο καθένας από την τετραμελή ομάδα ειδικεύεται σε κάτι, ενώ οι δύο απ' αυτούς ξέρουν πολύ καλά τη χώρα, αφού λίγα χρόνια πριν είχαν πολεμήσει στο πλευρό του Πάντσο Βίλα κατά τη μεξικάνικη επανάσταση. Γενικά όλο το φιλμ έχει σαν φόντο την επανάσταση - ή μάλλον τον απόηχό της - και πολλά λέγονται γι΄ αυτήν. Καθώς όμως η ομάδα πλησιάζει στο στόχο της, θα γνωρίσει μια μεγάλη έκπληξη...
Το γουέστερν αυτό, με σχετικά αργούς ρυθμούς (όχι, μη φοβηθείτε πολύ), ξεδιπλώνει μεθοδικά την ιστορία και τον προβληματισμό του, δίχως βεβαίως να στερείται δράσης (και κλασικό πιστολίδι) σε κάμποσες σκηνές του. Για μια ακόμα φορά το (μεξικάνικο αυτή τη φορά) τοπίο της ερήμου είναι κυρίαρχο. Η ζέστη, η σκόνη, οι κίτρινες εκτάσεις, τα βράχια, τα βουνά... Και βέβαια οι διαφορετικοί χαρακτήρες της ομάδας (και τα διαφορετικά κίνητρά τους) αποκαλύπτονται σιγά - σιγά.
Ωστόσο ο Brooks είναι κατά βάση ένας κοινωνικός σκηνοθέτης ("Εν Ψυχρώ", "Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα", "Αναζητώντας τον κ. Goodbar" κλπ.). Δεν θα μπορούσε λοιπόν κι εδώ να λείπει ο κοινωνικός προβληματισμός. Γενικά η ταινία στηρίζεται στο παιχνίδι του ποιος πραγματικά είναι ο "καλός" και ποιος ο "κακός". Τα πράγματα δεν είναι αυτά που φαίνονται με μια πρώτη ματιά και η αμφισβήτηση των "νορμάλ" καταστάσεων είναι πλήρης. Νομίζω ότι το στοιχείο αυτό (που αγγίζει και τον πολιτικό προβληματισμό) είναι αυτό που χαρακτηρίζει ένα κατά τα άλλα τυπικό γουέστερν (το λέω με καλή έννοια). Θα το χαρακτήριζα λοιπόν "σκεπτόμενο", δίχως αυτό το στοιχείο να στερεί την απόλαυση ενός καλού δείγματος του είδους. Στο κάτω - κάτω, εκτός της δράσης, υπάρχει και το καστ που προαναφέραμε...

Τετάρτη, Απριλίου 01, 2015

ΞΑΝΑΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΟ "ΟΣΑ ΠΑΙΡΝΕΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ"

Το θρυλικό "Όσα Παίρνει ο Άνεμος" (Gone with the Wind) γυρίστηκε το 1939 από τον Victor Fleming (1889-1949), αν και στα γυρίσματα είχαν πάρει μέρος (και αποχώρησαν, οπότε τα ονόματά τους δεν γράφονται) οι George Cucor και Sam Wood. Διαρκεί λίγο λιγότερο από 4 ώρες και μέχρι τον "Τιτανικό" του 1997 θεωρούνταν η εμπορικότερη ταινία όλων των εποχών.
Πρόκειται για ένα βαθύ μελόδραμα που διαδραματίζεται στην Αμερική του Νότου πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον Εμφύλιο πόλεμο. Ήρωες η Σκάρλετ Ο'Χάρα, μια πλούσια, εγωίστρια, όμορφη κοπέλα που έχει όλους τους άντρες στα πόδια της , ο κυνικός τυχοδιώκτης Ρετ Μπάτλερ, που την πολιορκεί για χρόνια έως ότου την κατακτήσει τελικά, η εξαδέλφη της, πρότυπο γλυκιάς και καλής γυναίκας και ο τίμιος και ονειροπόλος σύζυγός της τελευταίας Άσλι, με τον οποίο η Σκάρλετ είναι ερωτευμένη για όλη της τη ζωή δίχως ανταπόκριση (Βίβιαν Λι, Κλαρκ Γκέιμπλ, Ολίβια ντε Χάβιλαντ και Λέσλι Χάουαρντ αντίστοιχα). Πόλεμοι, οικονομικά σκαμπανεβάσματα, γάμοι χωρίς έρωτα, ανεκπλήρωτα πάθη, βαριά πένθη και δράματα - με φόντο το τοπίο του Νότου και την ιστορία της εποχής - συνθέτουν την πλοκή του φιλμ.
Φυσικά πρόκειται για αρχετυπική ρομαντική και δραματική ταινία, που συνεπικουρείται από την ονειρική μερικές φορές φωτογραφία με τα πλούσια (και "ψεύτικα") χρώματα, που της προσδίδει μια "μαγική" διάσταση, αλλά και για μια "τοιχογραφία" της εποχής και του τόπου. Αν σας αρέσουν τα πλούσια δράματα δεν πρέπει να το χάσετε, καθώς αποτελεί must για κάθε σινεφίλ.
Ωστόσο δεν γράφω το κείμενο αυτό για να μιλήσω απλώς για μια πασίγνωστη, κλασική ταινία. Ξαναβλέποντάς την μετά από πολλά - πολλά χρόνια, έμεινα έκπληκτος με κάποια στοιχεία της (πολύ βασικά και οφθαλμοφανή μάλιστα), που μας οδηγούν αναπόφευκτα σε συγκρίσεις με τα σημερινά κυρίαρχα στιλ του mainstream σινεμά: Ε, λοιπόν, η εμπορικότερη ταινία όλων των εποχών (για 58 χρόνια τέλος πάντων) διαθέτει σαν ήρωες δύο αρνητικούς χαρακτήρες. Εκείνος δεν είναι καθόλου "ρομαντικός" και ιδεολόγος. Αντίθετα είναι κυνικός και ενδιαφέρεται μόνο για το τομάρι του, γι' αυτό και επιβιώνει άνετα σε κάθε κατάσταση, όσο δύσκολη κι αν είναι. Όσο για εκείνη... τι να πει κανείς; Εγωίστρια (δεν διαθέτει ούτε καν αρκετό μητρικό φίλτρο), ψηλομύτα, σκληρή, φιλοχρήματη, δεν διστάζει να εκμεταλλευτεί την ομορφιά της και, τελικά, κάθε άλλο παρά συμπαθής προσωπικότητα είναι. Έχει βέβαια πείσμα και, κυρίως, διαθέτει εκπληκτική εσωτερική δύναμη (και μένει πιστή σε έναν ανεκπλήρωτο έρωτα), αλλά θετικός χαρακτήρας δεν είναι με τίποτα. Οι δύο αυτοί άνθρωποι είναι μαζί από ένα σημείο και μετά, όμως δεν είναι αμοιβαία ερωτευμένοι. Η σχέση τους είναι κάτι παραπάνω από ταραχώδης. Όσο για το τέλος... βρισκόμαστε πολύ μακριά από κάθε έννοια happy end. Και βέβαια είναι και σαφώς αντιπολεμική, αφού παρουσιάζει τον πόλεμο σαν κάτι αποκλειστικά και μόνο καταστροφικό, δίχως τίποτα το ηρωικό, πολύ μακριά από τον ηλίθιο (στα λόγια) ηρωισμό και "πατριωτισμό" των αντρών του Νότου στο αρχικό μέρος του φιλμ. Είναι πραγματικά απορίας άξιο το πώς "η μεγαλύτερη επιτυχια του σινεμά" διαθέτει τόσα πολλά... ε... όχι και πολύ αναμενόμενα για τόση επιτυχία στοιχεία...
Συγκρίνετε με την σχετικά πρόσφατη επιτυχία που προαναφέραμε, τον "Τιτανικό". Εντάξει, ούτε εδώ υπάρχει happy end, αλλά κατά τα άλλα... Ένας αγνός, ρομαντικός έρωτα που αψηφά τις προκαταλήψεις, δύο πέρα για πέρα θετικοί - και μονοδιάστατοι - χαρακτήρες, overdose συγκίνησης, αυτό που περιμένει δηλαδή κανείς από ένα κλασικό εμπορικό μελόδραμα. Ναι, είμαι σίγουρος ότι η ταινία του '39 είναι πολύ πιο ρηξικέλευθη σε πολλά στοιχεία της. Μήπως τελικά έχουμε πισωγυρίσει σε έναν αβάσταχτο συντηρητισμό;
Ίσως να αξίζει να (ξανα) δείτε την ταινία απ' αυτή τη σκοπιά, συγκρίνοντας δηλαδή κινηματογραφικά και κοινωνιολογικά - και όχι μόνο - δύο τόσο απομακρυσμένες εποχές.

Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2015

Η "ΔΥΣΚΟΛΗ" ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ CHAPPIE

Ο νοτιοαφρικανός σκηνοθέτης Neill Blomkamp είχε εντυπωσιάσει πριν μερικά χρόνια με το εξαιρετικό "District 9", που ανανέωσε την επιστημονική φαντασία στο σινεμά. Το 2015 γυρίζει το "Chappie" και φοβάμαι ότι τα αποτελέσματα είναι σαφώς κατώτερα.
Το Γιοχάνεσμπουργκ του κοντινού μέλλοντος είναι βουτηγμένο στην εγκληματικότητα (πράγμα που συμβαίνει και στο παρόν). Μία εταιρία όπλων κατασκευάζει ειδικά ρομπότ, τα οποία χρησιμοποιούνται ως αστυνομικοί, με θετικά αποτελέσματα στη μείωση της εγκληματικότητας - και μέχρι εδώ το πράγμα θυμίζει "Ρόμποκοπ". Ένας νεαρος επιστήμονας κλέβει ένα τέτοιο ρομπότ και καταφέρνει να του εμφυτεύσει τεχνητή νοημοσύνη, οπότε αυτό χρειάζεται εκπαίδευση από την αρχή, σαν παιδί. Τα πράγματα όμως περιπλέκονται όταν το "αθώο" ρομπότ απάγεται από μια συμμορία των δρόμων και χρησιμοποιείται για εγκληματικούς σκοπούς.
Ας δούμε τα αρνητικά: Βρήκα την ιστορία - ειδικά τα μέρη της εκπαίδευσης του Chappie και κάποια άλλα σημεία - αρκετά απλοϊκά και ιδιαιτέρως συναισθηματικά. Είναι στιγμές που ένοιωθα ότι η ταινία γλιστρά σχεδόν στο μελό. Τα στερεότυπα είναι πολλά (οι άγριοι γκάγκστερς που κατά βάθος έχουν "χρυσή καρδιά", τα μητρικά αισθηματα, η σκληρή κοινωνία κλπ.) Γενικά μου φάνηκε ότι το φιλμ υποκύπτει σε πολλές ευκολίες - και η δράση, τα κυνηγητά και οι εκρήξεις δεν λείπουν καθόλου φυσικά. Η στιβαρότητα του "District 9" νομίζω οτι έχει χαθεί.
Θετικά στοιχεία υπάρχουν: Κατ' αρχήν ο Blomkamp, εκτός του ότι για τρίτη φορά παραμένει σταθερός στο είδος της επιστημονικής φαντασίας, διατηρεί στο περιβάλλον του φιλμ αυτή τη χαρακτηριστική "βρωμιά" και την άσχημη καθημερινότητα που τον καθιέρωσαν, πολύ μακριά από την απαστράπτουσα χάι τεχνολογία αμερικάνικων παραγωγών. Δεν είναι τυχαίο ότι η ταινία είναι γυρισμένη και πάλι στο άσχημο και γεμάτο παραγκουπόλεις Γιοχάνεσμπουργκ, πολύ μακριά δηλαδή από το Χόλιγουντ - και το στοιχείο αυτό τονίζεται. Επίσης το κοινωνικό σχόλιο είναι παρόν - οι ταξικές διαφορές, οι "καρχαρίες" της εταιρίας και οι πολεμοκάπηλοι (Χιου Τζάκμαν), οι άξεστοι μπάτσοι... Αλλά εδώ, προσπαθώντας να βάλει και πολλά άλλα κοινωνικά, θρησκευτικά και φιλοσοφικά θέματα (εκπαίδευση, σχέση δημιουργού - δημιουργήματος κλπ.) κάπου χάνει τον στόχο. Υπάρχει βέβαια και πολύ χιούμορ, που ελαφρύνει τις καταστάσεις - νομίζω είναι πρώτη φορά που υπάρχει το στοιχείο του χιούμορ στο έργο του.
Γενικά λοιπόν ο Blomkamp διατηρεί αρκετά στοιχεία από ένα προσωπικό στιλ και εδώ το αποτέλεσμα είναι κάποιες στιγμές διασκεδαστικό και παρακολουθείται ευχάριστα, συνολικά όμως μου άρεσε λιγότερο από τις άλλες δουλειές του.

Παρασκευή, Μαρτίου 27, 2015

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΣΤΟ "ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΦΟΙΝΙΚΑ"

Ο γερμανός σκηνοθέτης Christian Petzold συνεργάζεται εδώ και χρόνια (σχεδόν μόνιμα) με την ηθοποιό Nina Hoss. Το 2014 θα γυρίσει το "Τραγούδι του Φοίνικα" (Phoenix), με την πρωταγωνίστρια αυτή φυσικά, ένα στιβαρό, χιτσκοκικό δράμα που διαδραματίζεται στα ερείπια της Γερμανίας αμέσως μετά το τέλος του πολέμου.
Στο ερειπωμένο, βομβαρδισμένο Βερολίνο, μια εβραία που όλοι θεωρούν νεκρή επιστρέφει από στρατόπεδο συγκέντρωσης πληγωμένη στο πρόσωπο και έχοντας κληρονομήσει σεβαστή περιουσία. Μετά από πλαστικές επεμβάσεις, μη αναγνωρίσιμη πλέον από τους οικείους της, ερωτευμένη πάντοτε, αναζητά απεγνωσμένα τον άντρα της, παρά το ότι υπάρχουν υποψίες ότι αυτός την κατέδωσε. Όταν τον βρίσκει εκείνος δεν την αναγνωρίζει, προσπαθεί όμως να την πείσει να υποδυθεί τη νεκρή (όπως νομίζει) σύζυγό του για να καρπωθεί την περιουσία της. Έτσι ένα παιχνίδι πολλαπλών ταυτοτήτων και αποκρύψεων αρχίζει ανάμεσα στους δύο.
Νομίζω ότι πρόκειται για ένα πολύ δυνατό ψυχολογικό δράμα, από τις καλύτερες ταινίες του Petzold. Παράλληλα διαθέτει δυνατό σασπένς. Το παιχνίδι της γυναίκας - που - υποδύεται - τον εαυτό - της (και που ο άλλος θεωρεί νεκρή) θυμίζει βέβαια το περίφημο Vertigo του Χίτσκοκ. Συνειδητά νομίζω. Το θέμα αυτό άλλωστε επεξεργάζεται ο σκηνοθέτης, τοποθετώντας το όμως σε εντελώς διαφορετική βάση και τονίζοντας το ιστορικό background. Το κατεστραμμένο Βερολίνο, η καταρρέουσα τότε Γερμανία και η όλη (εξπρεσιονιστική κάποιες στιγμές, αν και όχι πάντα) ατμόσφαιρα θυμίζουν εικόνες από φιλμ όπως ο "Τρίτος Άνθρωπος" ή το "Berlin Express".
Φυσικά πέρα από τη χιτσκοκική προβληματική των πλαστών ταυτοτήτων και της απόκρυψης της αλήθειας, η ταινία εστιάζει και σε πολιτικά θέματα. Αυτό που θεωρώ σημαντικό είναι ότι το βάρος πέφτει όχι στην ευθύνη των ναζί για τη φρίκη του πολέμου και των στρατοπέδων (η οποία ούτως ή άλλως είναι προφανής και δεδομένη), αλλά στην ευθύνη των άλλων, του "σιωπηρού περίγυρου", της υπόλοιπης γερμανικής κοινωνίας και της ανοχής της στα όσα εφιαλτικά συνέβαιναν. Αυτή η υποκριτική στάση καυτηριάζεται ιδιαίτερα στο φιλμ, το οποίο κορυφώνεται στο πολύ δυνατό (όχι με την έννοια της δράσης) φινάλε.
Για όσους αρέσκονται στα δραματικά ψυχολογικά θρίλερ, το συνιστώ.

Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2015

STAR TREK: ΟΤΑΝ Ο ΚΑΝ ΟΡΓΙΣΤΗΚΕ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ

Το 1979 η θρυλική σειρά επιστημονικής φαντασίας Star Trek αρχιζει να μεταφέρεται στην οθόνη (πράγμα που συνεχίζεται μέχρι σήμερα). To 1982 λοιπόν, 3 χρόνια μετά την πρώτη ταινία, ο Nicholas Meyer γυρίζει το δεύτερο φιλμ της σειράς, το "Star Trek: The Wrath of Khan" (Η οργή του Καν), που για πολλούς φανς θεωρείται και το καλύτερο της πρώτης κινηματογραφικής εποχής των περιπετειών του διαστημοπλοίου Enterprise.
Ο κάπτεν Κερκ έχει προαχθεί σε ναύαρχο και ουσιαστικά έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση, από την κυβέρνηση του σκάφους δηλαδή, πράγμα που κατά βάθος δεν τον κάνει καθόλου ευτυχισμένο. Σε ένα εκπαιδευτικό ταξίδι όμως με το Enterprise πέφτει πάνω σε έναν παλιό εχθρό του, τον Καν, τον οποίο ο Κέρκ είχε εξορίσει πριν 15 χρόνια σε έναν απομονωμένο πλανήτη. Ο Καν, άτομο ανώτερης ευφυίας, ζει όλα αυτά τα χρόνια με μοναδικο σκοπό να εκδικηθεί, και φυσικά θα αρπάξει την ευκαιρία.
Σπουδή πάνω στο θέμα της εκδίκησης και της παράνοιας στην οποία αυτή μπορεί να οδηγήσει, το φιλμ βαθαίνει τους κλασικούς χαρακτήρες της σειράς (παίζουν όλοι, ανελλιπώς). Ο Κερκ, κάπως γερασμένος πλέον, είναι πια ένας μελαγχολικός, μοναχικός χαρακτήρας, που νοσταλγεί τη νιότη και τις παλιές περιπέτειες, ενώ ο Σποκ είναι βέβαια ο Σποκ, ο τέλεια λογικός και χωρίς συναισθήματα (;) τύπος. Ταυτόχρονα υπάρχει και προβληματισμός για θέματα όπως: Μπορεί κανείς να θυσιάσει ανθρώπους για να σωθούν περισσότεροι; Και αν ναι, θα έχει το κουράγιο να το κάνει; Και όλα καταλήγουν σε ένα συγκινητικό (!) τέλος, ύμνο μεταξύ άλλων στη φιλία, με τον SPOILER!!! SPOILER!!! θάνατο / θυσία του Σποκ, που έκανε την ταινία διάσημη στους φαν τουλάχιστον.
Κατά τα άλλα υπάρχει η παλιομοδίτικη αισθητική και τα "χειροποίητα" εφέ, κάποιες εύκολες λύσεις, οι μέτριες ηθοποιίες και το υπερβολικό παίξιμο (και η γελοία στολή) του Ρικάρντο Μονταλμπάν στο ρόλο του κακού Καν. Ίσως όμως αυτό ακριβώς το παλιομοδίτικο στοιχείο είναι που κάνει την ταινία να λειτουργεί νοσταλγικά.
Έχει πολύ ενδιαφέρον να συγκρίνουμε το φιλμ με το ριμέικ του 2013, με τον Καν και πάλι φυσικά. Εδώ θα δείτε όλη την εξέλιξη του περιπετειώδους και wanna be blockbuster Χόλιγουντ. Φυσικά τα εφέ και τα σκηνικά είναι απείρως καλύτερα, οι ηθοποιίες το ίδιο. Φτάνουν όμως αυτά; Μπορούν οι περισσότερες μάχες, η βιντεοκλιπάδικη non stop δράση, οι όλο και πιο εντυπωσιακές εκρήξεις, η πιο εφετζίδικη σκηνοθεσία, να κάνουν μια καλύτερη ταινία; Το φιλμ του Abrams δεν ήταν κακό. Ήταν όμως ένα ακόμα φασαριόζικο, καλογυαλισμένο και καταιγιστικό μπλογκμπάστερ, από αυτά που προσωπικά έχω μπουχτίσει όσο τίποτα. Δεν λέω ότι το παλιό φιλμ ήταν πολύ καλύτερο, αλλά αν έπρεπε να συγκρίνω, μάλλον θα το προτιμούσα. Τουλάχιστον, μέσα στο χειροποίητο και πιο πρόχειρο image του, δεν ήταν μία από τα ίδια.

Δευτέρα, Μαρτίου 23, 2015

ΟΙ ΙΛΙΓΓΙΩΔΕΙΣ ΔΑΙΔΑΛΟΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΟ "PREDESTINATION"

Υπάρχουν ταινίες οι οποίες, ακόμα κι αν δεν έχουν να πουν κάτι καινούριο σε καθαρά κινηματογραφικό \ σκηνοθετικό επίπεδο, σου μένουν βαθιά χαραγμένες στο μυαλό για σεναριακούς λόγους. Κάτι τέτοιο μου συνέβει με το "Predestination" του 2014 των γερμανών αδελφών Michael και Peter Spierig, οι οποίοι ζουν και δουλεύουν στην Αυστραλία. Πρόκειται λοιπόν για αυστραλέζικη παραγωγή, με τον Ίθαν Χοκ στο βασικό ρόλο.
Βασισμένη στο διήγημα του συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Ρόμπερτ Χένλάιν "All you Zombies", η ταινία αποτελεί μία από τις πιο ευφάνταστες, πολύπλοκες και εφευρετικές ιστορίες ταξιδιού στο χρόνο: Ένας άντρας μπαίνει μια νύχτα σ' ένα μπαρ και, όπως συχνά γίνεται με μοναχικούς ανθρώπους, ξεκινά μια κουβέντα με τον μπάρμαν και αρχίζει να αφηγείται την παράξενη  ιστορία της ζωής του. Θα παραλείψω την πρώτη ανατροπή, και θα συνεχίσω με το ότι σιγά - σιγά αποδεικνύεται ότι πρόκειται για έναν χρονοπράκτορα, ο οποίος, ανήκοντας σε μια μυστική υπηρεσία, ταξιδεύει στο χρόνο με διάφορες αποστολές. Δυστυχώς δεν μπορώ να αναφέρω τίποτα άλλο. Μετά από μια σειρά όλο και πιο πολύπλοκων αποκαλύψεων, το τέλος αφήνει τον θεατή κυριολεκτικά άναυδο.
Η παραγωγή είναι πολύ καλή. Το φιλμ βέβαια δεν εστιάζει στο θέαμα ούτε στη δράση. Ξεχάστε τα αυτά. Όλα είναι ένα λεπτεπίλεπτο παιχνίδι του μυαλού και βεβαίως απαιτείται η συγκέντρωση, η προσοχή και η σκέψη του θεατή. 'Ισως (ίσως λέω) φιλοσοφικά να εγείρει και κάποια ερωτήματα για το αν στην πραγματικότητα είμαστε ουσιαστικά μόνοι σ' αυτόν τον κόσμο, μόνοι με τον εαυτό μας, κι ας υπάρχουν τόσοι άλλοι άνθρωποι γύρω μας.
Αυτά τα λίγα (δεν μου επιτρέπονται άλλα). Θα σας προκαλούσα πάντως να δοκιμάσετε και να απολαύσετε το εκπληκτικό διανοητικό παιχνίδι που προσφέρει η ταινία.


Τρίτη, Μαρτίου 17, 2015

TOY STORY 2: ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΜΙΑΣ ΠΕΤΥΧΗΜΕΝΗΣ ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ

Ήταν η εποχή που η Pixar, εταιρία που ανανέωσε το σύγχρονο animation, είχε αρχίσει να συνεργάζεται με την "παραδοσιακή" Disney. To 1995 λοιπόν είχε φτιαχτεί το πολύ πρωτότυπο πρώτο "Toy Story" και το 1999 γίνεται το δεύτερο μέρος του, το "Toy Story 2", από τον John Lasseter (σε συνεργασία με τους Ash Brannon και Lee Unkrich).
Τα παιχνίδια της πρώτης ταινίας, που ανήκουν στον μικρό Άντι, μένουν μόνα καθώς ο τελευταίος φεύγει για κατασκήνωση. Τότε ένας φιλάργυρος συλλέκτης παιχνιδιών κλέβει τον κάουμποι Γούντι, αφού το παιχνίδι αυτό αποτελεί σπάνια αντίκα και είναι περιζήτητο σε συλλέκτες. Ο "διαστημικός ήρωας" Μπαζ και άλλα παιχνίδια αναλαμβάνουν την ριψοκίνδυνη αποστολή να τον σώσουν, πριν αυτός πουληθεί στην Ιαπωνία.
Ακούγεται παιδικό. Πιστέψτε με όμως, η επινοητικότητα της εταιρίας, στη δημιουργικότερη φάση της, κάνει το animation αυτό κατάλληλο για όλες τις ηλικίες. Οι γρήγοροι ρυθμοί, οι καταστάσεις που κόβουν την ανάσα, το άψογο timing, λειτουργούν στην εντέλεια κρατώντας (και) τον ενήλικο θεατή. Παράλληλα το κλείσιμο του ματιού (όντως υπαρκτά παιχνίδια με τα οποία πολλοί έπαιζαν στην παιδική τους ηλικία) δημιουργούν ένα παράξενα νοσταλγικό κλίμα. Αλλά υπάρχει και η συγκίνηση, που κυρίως πηγάζει από τη σχέση των παιχνιδιών με τον μικρό ιδιοκτήτη τους και η γνώση ότι αυτή κάποια στιγμή θα φτάσει σε ένα τέλος (όταν εκείνος θα ενηλικιωθεί προφανώς), που δίνει μια άλλη διάσταση και μοιάζει με ένα φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη ζωή (όλοι βέβαια γνωρίζουμε ότι κι αυτή έχει ένα τέλος). Έτσι χιούμορ, δράση, συγκίνηση - και η καταδίκη του στυγνού και ψυχρού εμπορίου σε σχέση με την συναισθηματική απόλαυση - δένουν νομίζω πολύ αρμονικά.
Ξέρετε ότι συνήθως απεχθάνομαι τις "συνέχειες", τα Νο 2, 3 κλπ. Η τριλογία του Toy Story αποτελεί για μένα μια από τις σπάνιες εξαιρέσεις, καθώς και τα τρία μέρη της ότι είναι πολύ καλά για μικρούς και μεγάλους (πιστεύω μάλιστα ότι το τελευταίο ήταν πιθανόν το καλύτερο). Ευτυχής εξαίρεση που, βέβαια, επιβεβαιώνει τον κανόνα...

Δευτέρα, Μαρτίου 16, 2015

ΟΤΑΝ "ΚΛΕΦΤΕΣ ΚΙ ΑΣΤΥΝΟΜΟΙ" ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΝΑ!

Οι βρετανικές κωμωδίες των 50ς και 60ς (συνήθως ασπρόμαυρες) αποτέλεσαν ολόκληρη σχολή για το είδος της κωμωδίας. Αστυνομικές κυρίως, συχνά με μαύρο χιούμορ, παρωδούσαν τις σοβαρές ιστοριες με ληστείες, κλοπές και κάθε λογής εγκλήματα.
Το "The Wrong Arm of the Law" ("Κλέφτες κι Αστυνόμοι" στην Ελλάδα) του 1962 γυρίστηκε απο τον Cliff Owen (1919-1994), έναν περισσότερο τηλεοπτικό σκηνοθέτη, ο οποίος ωστόσο είχε κάνει και αρκετό σινεμά, και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Βασίζεται σε μια έξυπνη ιδέα και, βέβαια, με το κωμικό, παρωδιακό του στιλ, βρίσκεται μακριά από τον τρόπο που τα πράγματα συμβαίνουν στον "αληθινό κόσμο". Μια συμμορία κακοποιών ντύνεται με ρούχα αστυνομικών και ληστεύει... άλλες συμμορίες οι οποίες μολις έχουν κάνει κάποια ληστεία. Προσποιούνται ότι τους έχουν στήσει ενέδρα για να τους συλλάβουν, αυτό που κάνουν όμως είναι να τους αρπάζουν τη λεία. Όταν το πράγμα φτάνει στο απροχώρητο, οι "κανονικές" συμμορίες όχι μόνο συμμαχούν μεταξύ τους για να εντοπίσουν τους θρασείς δράστες και να καταλάβουν πώς οι τελευταίοι παίρνουν τις πληροφορίες τους, αλλά συμμαχούν και με την ίδια την αστυνομία, αφού η νέα συμμορία "χαλάει την πιάτσα" και το καθιερωμένο status quo.
Με έναν απολαυστικό Πίτερ Σέλερς στο ρόλο του μόδιστρου - αλλά - στην - πραγματικότητα - εγκληματικού - εγκέφαλου και έναν ίσως ακόμα απολαυστικότερο Λάιονελ Τζέφρις ως επιθεωρητή, η ταινία εστιάζει το χιούμορ της στην ηλιθιότητα (σε πολλά επίπεδα) των αστυνομικών και στην εξώφθαλμη ανικανότητά τους - δίχως στο τέλος να παραλείπει και το θέμα της δωροδοκίας τους. Όσο προχωρά το φιλμ η δράση γίνεται όλο και πιο ξέφρενη (για τα μέτρα της εποχής βεβαίως, που πολύ απέχουν από τους καταιγιστικούς και βιντεοκλιπώδεις ρυθμούς του σύγχρονου Χόλιγουντ). Όσο για το εξωπραγματικό στοιχείο που λέγαμε στην αρχή... τι να πρωτοπεί κανείς; Τις σχεδόν φιλικές σχέσεις αστυνομικών και (κανονικών) κακοποιών, οι οποίοι γνωρίζονται από παλιά και πάντοτε παίζουν το παιχνίδι γάτας και ποντικού; Την απίστευτη - και δημοκρατικότατη - συνέλευση των συμμοριών για να συντονίσουν τη δράση τους; Ή μήπως το αστείο τέλος σε... εξωτικό νησί;
Ίσως το φιλμ να κάνει κάποια κοιλιά προς το μέσον (ο Όουεν δεν είναι και κανένας μεγάλος σκηνοθέτης άλλωστε) . Ίσως επίσης πολλοί, συνηθισμένοι στους σύγχρονους ρυθμούς που λέγαμε, να το βρουν κάπως αργό. Αποτελεί πάντως δείγμα ενός ξεχωριστού είδους που φέρει τη σφραγίδα της βρετανικής φινέτσας - και κάνει και την έμμεση, χαμηλότονη κριτική του στην αστυνομία - και, περισσότερο από τις φιλμικές του αρετές καθ' εαυτές βασίζεται στην εξυπνη βασική ιδέα. Αν δεν φοβάστε το παλιό ίσως το απολαύσετε. Α, και θα δείτε τον Σέλερς να χρησιμοποιεί την αμίμητη γαλική προφορά του πριν ακόμα γίνει "επιθεωρητής Κλουζό".

Κυριακή, Μαρτίου 15, 2015

"ΤΕΤΑΡΤΗ 04.45": ΕΝΑ ΕΞΑΙΡΕΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΝΟΥΑΡ

Ο Αλέξης Αλεξίου είναι σίγουρα ενας από τους πιο ταλαντούχους έλληνες σκηνοθέτες. Η δεύτερη ταινία του "Τετάρτη 04.45" το αποδεικνύει περίτρανα.
Ο μεσήλικας ιδιοκτήτης ενός τζαζ κλαμπ, παθιασμένος ο ίδιος με τη μουσική αυτή, είναι πνιγμένος στα χρέη, ενώ η οικογενειακή του ζωή πάει από το κακό στο χειρότερο. Ένας ρουμάνος τοκογλύφος του δίνει 32 ώρες διορία για να εξοφλήσει το χρέος του, αλλιώς θα του πάρει το μαγαζί. Έτσι ξεκινά ένας αγώνας δρόμου, μια κατάβαση στην κόλαση στην ουσία, που θα καταλήξει σ' ένα απίστευτα αιματηρό φινάλε.
Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι ο Αλεξίου "ξέρει να σκηνοθετεί". Και μάλιστα μια ταινίου είδους, νουάρ για την ακρίβεια, από αυτές που πραγματικά σπανίζουν στο ελληνικό σινεμά. Εξαιρετική, σκοτεινή ατμόσφαιρα, νυχτερινά κυρίως πλάνα, άψογοι φωτισμοί και ηθοποιίες (πολύ καλός ο Μάινας), συνθέτουν ένα στιλιζαρισμένο φιλμ, που φαίνεται ότι γνωρίζει καλά το είδος στο οποίο θέλει να ανήκει. Οι επιροές από τον ανατολίτικο κινηματογράφο (Χονγκ Κονγκ και Κορέα κυρίως) είναι εμφανείς. Άλλωστε ο Αλεξίου είναι λάτρης του σινεμά αυτού. Οι ατάκες είναι κοφτές, συχνά περιέχουν χιούμορ, και γενικά οι αναφορές και το όλο ειρωνικό θα λέγαμε κλίμα υπογραμίζεται από το σάουντρακ με παλιά ελληνικά easy listening τραγούδια (Τζένη Βάνου, Κλειώ Δενάρδου κλπ.). Γενικά η αγχωτική ατμόσφαιρα και η σφιχτή πλοκή με κράτησαν από την αρχή ως το τέλος.
Η Αθήνα σπάνια έχει δειχτεί τόσο άσχημη. Με προσεχτική επιλογή των (μπανάλ) χώρων, με έμφαση στην όχι και τόσο γοητευτικη πλευρά της, με περιπλανήσεις σε στριπτηζάδικα, άθλια φαστφουντάδικα, γυμναστήρια κλπ. καταφέρνει να τονίσει το άγχος και την αγωνία του κλασικού loser ήρωα των νουάρ, ο οποίος εδώ συχνά νοσταλγεί την χαμένη νενανική ορμή του και τα κατεστραμένα όνειρα και αναζητά την ελάχιστη ηθική που ακόμα του έχει απομείνει.
Το εμφανέστερο στοιχείο όμως είναι ότι όλα αυτά δεν δίνονται έτσι, ξεκάρφωτα, σε μια απλώς "βρώμικη" Αθήνα. Το βασικό φόντο - και όχι απλώς φόντο, αλλά και κινητήριος μοχλός για τις καταστάσεις - είναι η Ελλάδα της κρίσης. Κρίσης οικονομικής βεβαίως, αλλά και ηθικής, κρίσης αξιών. Οι οθόνες της τηλεόρασης, οι ατάκες, οι αιτίες των όσων συμβαίνουν, όλα παραπέμπουν (τονίζουν μάλλον θα έπρεπε να πω, ίσως και υπερβολικά μερικές φορές) το άγχος και την ασφυξία που επικρατούν στη χώρα, αλλά και την ευθύνη όλων μας για πολλά από τα κακά. Έτσι η νουάρ μυθοπλασία δένεται άρρηκτα με το κοινωνικό στοιχείο.
Να λοιπόν ένα ελληνικο φιλμ που λίγα έχει να ζηλέψει από ξένα αντίστοιχα. Προσωπικά δεν μπορώ παρά να παρακολουθώ με εξαιρετικό ενδιαφέρον την πορεία του Αλεξίου.

Παρασκευή, Μαρτίου 13, 2015

ΤΡΙΠΑΡΙΣΜΕΝΟ "ΕΜΦΥΤΟ ΕΛΑΤΤΩΜΑ"

Ο κόσμος του συγγραφέα Thomas Pynchon είναι πάντοτε χαώδης, παραισθητικός, πολύπλοκος. Γι' αυτό και οι κινηματογραφικές μεταφορές των έργων του θεωρούνται ουσιαστικά αδύνατες. Ο Paul Thomas Anderson ωστοσο τολμά εν έτει 2014 να μεταφέρει στην οθόνη το βιβλίο του "Έμφυτο Ελάττωμα" (Inherent Vice) και, παραδόξως, νομίζω ότι τα καταφέρνει (δίχως να έχω διαβάσει το συγκεκριμένο βιβλίο).
Βρισκόμαστε στα τέλη των ψυχεδελικών 60ς (στο 1970 συγκεκριμένα). Ο ήρωας, ένας β' κατηγορίας ντετέκτιβ, είναι, όπως πάμπολλοι την εποχή αυτή, βουτηγμένος στα ναρκωτικά - κάθε τρεις και λίγο ανάβει τσιγάρο με μαύρο (τουλάχιστον). Η ξαφνική εμφάνιση της πρώην κοπέλας του, την οποία εξακολουθείι να αγαπά, θα ανατρέψει την καθημερινότητά του. Αυτή θα καταγγείλει μια παράξενη υπόθεση, μια πλεκτάνη ενάντια στον πάμπλουτο (και παντρεμένο) νυν εραστή της, κι από εκεί και πέρα τα πράγματα θα περιπλέκονται με σχεδόν σουρεαλιστικό τρόπο και με πλήθος χαρακτήρων να εμπλέκονται στην ιστορία - όπως πάντα στον Πίντσον άλλωστε.
Σας προειδοποιώ: Η ιστορία είναι δαιδαλώδης και είναι πολύ πιθανό να σας αφήσει ερωτηματικά ως προς την πλοκή, ως προς το τι ακριβώς συμβαίνει ή συνέβει. Η συμβουλή μου είναι να μη δώσετε σημασία σ' αυτό. Αφείστε τα κενά να υπάρχουν. Αυτό που μετρά περισσότερο, νομίζω, είναι το γενκό κλίμα. Εδώ έχουμε μια "καταγραφή" των απόλυτα τριπαρισμένων 60ς, ένα παζλ από θεωρίες συνωμοσίας και μια ματιά στη σκοτεινή - πολύ σκοτεινή - πλευρά της Αμερικής (οι θεωρίες συνωμοσίας άλλωστε υπάρχουν για να επιτείνουν αυτό ακριβώς το θέμα). Παρανοϊκοί, βίαιοι και καθόλου έντιμοι μπάτσοι, ακροδεξιές / θρησκευτικές οργανώσεις που υποστηρίζουν τον Νιξον, περίεργες σέχτες και πολλά ναρκωτικά φτιάχνουν ένα κλιμα βουτηγμένο στην παράνοια. Το "αμερικάνικο όνειρο" βρίσκεται πολύ μακριά και ο ευδαιμονισμός και οι ουτοπικές ελπίδες των μυθικών 60ς έχουν ήδη αρχίσει να καταρέουν. Κι όλα αυτά δοσμένα με πολύ χιούμορ και με εξέλιξη των γεγονότων που, εμένα τουλάχιστον, με κράτησε απόλυτα. Και, σα να μην έφταναν όλα, με μια... ρομαντική (!) και γλυκειά ιστορία στην καρδιά όλης αυτής της παρανοϊκής κατάστασης. Α, και με πολύ μουσική της εποχής.
Γι΄αυτό σας είπα στην αρχή: Δίχως να έχω διαβάσει το συγκεκριμένο βιβλίο, βρήκα πολύ σωστή την όλη ατμόσφαιρα του Πίντσον. Αν και ο ίδιος έχω συχνά υποστηρίξει ότι δεν πρέπει να συγκρίνουμε τη λογοτεχνία με το σινεμά και ότι καλό είναι να εξετάζουμε τα φιλμ μόνο ως τέτοια, ξεχνώντας την όποια λογοτεχνική καταγωγή τους. Όντως όμως μερικές φορές κι εγώ αδυνατώ να το πράξω και άθελά μου αρχίζω τις συγκρίσεις... Γενικά λοιπόν διασκεδασα με την ταινία. Ας είστε προετοιμαμένοι όμως για μια καθόλου στρωτή ιστορία.
ΥΓ: Προσέξτε και τις cult εμφανίσεις διαφόρων που επιτείνουν την ηθελημένη ατμόσφαιρα b-movie.

Δευτέρα, Μαρτίου 09, 2015

ΟΤΑΝ ΤΟ ΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ ΑΠΕΚΤΗΣΕ ΜΝΗΣΤΗ

Το 1935, τέσσερα χρόνια δηλαδή μετά την πρώτη ταινία, ο James Whale (1889-1957) και πάλι γυρίζει την συνέχεια, το "The Bride of Frankenstein". Βλέπετε, η ιδέα των σίκουελ υπήρχε από τότε. Μόνο που εδώ η δεύτερη αυτή ταινία είναι σχεδόν εξ ίσου καλή με την αυθεντική.
Το πρώτο φιλμ ήταν αρκετά πιστό στο περίφημο βιβλίο της Μέρι Σέλεϊ. Πώς λοιπόν θα γινόταν μια συνέχεια; Εδώ οι σεναριογράφοι σκαρφίζονται να βάλουν στο παιχνίδι την ίδια τη Σέλει και τη συντροφιά της (για όσους δεν το γνωρίζουν η Μέρι Σέλει, ο αδελφός της, ο διάσημος ποιητής Σέλεϊ, και ο λόρδος Μπάιρον αποφάσισαν μια νύχτα με καταιγίδα να αφηγηθούν από μία τρομακτική ιστορία. Από την αφήγηση της  νύχτας εκείνης προέκυψε το διάσημο βιβλίο της μόλις 19χρονης τότε συγγραφέως). Μια παρόμοια νύχτα  λοιπόν μερικά χρόνια μετά (στην ταινία τώρα) οι τρεις τους βρίσκονται και πάλι μαζί και ο Βύρωνας, εκθειάζοντας το βιβλίο που έχει ήδη εκδοθεί, παρακινεί τη Μέρι να επινοήσει μια συνέχεια. Εκείνη λοιπόν αρχίζει να αφηγείται και έτσι μπαίνουμε στα συμβάντα του δεύτερου αυτού φιλμ (να λοιπόν και μια πρώιμη ενδοκινηματογραφική αναφορά).
Το τέρας, που βλέπουμε να πεθαινει στην πρώτη ταινία, καταφέρνει τελικά να γλυτώσει από την πυρκαγιά. Ένας καταχθόνιος καθηγητής, ο δόκτορ Πρετόριους, εκβιάζει ουσιαστικά τον βαρώνο Φρανκενστάιν, που θέλει να ξεφύγει από όλον αυτόν τον εφιάλτη, και τελικά τον καταφέρνει να δημιουργήσουν ένα δεύτερο τέρας, θηλυκό αυτή τη φορά, ώστε να ζευγαρώσει με το πρώτο και να δημιουργηθεί έτσι  "μια νέα φυλή", κατασκευασμένη από τον άνθρωπο. Τα γεγονότα θα εξελιχθούν ραγδαία.
Ο βαρώνος και το τέρας ερμηνεύονται από τους ίδιους ηθοοποιούς, ενώ οι υπόλοιποι έχουν αλλάξει. Η (μικρή) διαφορά το κλίμα της πρώτης ταινίας είναι ότι ο Whale (ο οποίος αρχικά δεν ήθελε να γυρίσει μια συνέχεια, πείστηκε μόνο ότοαν κατάφερε να εξασφαλισει απόλυτο έλεγχο στο φιλμ) βάζει εδώ ένα πιο γκροτέσκο και κάπως κωμικό στοιχείο, με τη γριά - στρίγγλα υπηρέτρια που τσιρίζει ανυπόφορα ή τη σειρά των λιλιπούτειων πλασμάτων που έχει ήδη κατασκευάσει ο Πρετόριους. Νομίζω ότι αυτά είναι κάπως παράταιρα και δεν δένουν ικανοποιητικά με την όλη ατμόσφαιρα. Ευτυχώς όμως δεν αποτελούν παρά παρενθέσεις. Κατά τα άλλα το φιλμ είναι εξ ισου δυνατό με το πρώτο: Υπέροχη, πέρα για πέρα υποβλητική ατμόσφαιρα γοτθικού τρόμου, εξπρεσιονισμός (μακριές σκιές, παραμορφωτικές γωνίες, λοξά σκηνικά κλπ.) και βέβαια η ίδια ουσιαστικά ματιά, που υιοθετεί μια στάση συμπάθειας προς το τέρας, το οποίο στην πραγματικότητα είναι το πιο δυστυχές πλάσμα απ' όλους τους τραγικούς ήρωες του φιλμ. Η συγκίνηση κορυφώνεται στην περίφημη σκηνή με τον τυφλό ερημίτη και το φινάλε, με τη δημιουργία του θηλυκού τέρατος και των όσων ακολουθούν παραμένει εξαιρετικά δυνατό. Βλέπετε, και στα δύο φιλμ οι μόνοι που τελικά μπορούν να συμπαθήσουν το "διαφορετικό", το τέρας δηλαδή, το οποίο στην ουσία δεν είναι κακό παρά τα εγκήματά του, είναι ένα αθώο πεντάχρονο κοριτσάκι και ένας μοναχικός τυφλός... Από τότε το εκπληκτικό σχόλιο είναι ότι το κακό προέρχεται όχι από τη διαφορά καθ' εαυτή, αλλά από την αντιμετώπισή της από τουα άλλους!
Πέρα από τις λίγες αντιρρήσεις λοιπόν που προανέφερα, θεωρώ το δέυτερο αυτό φιλμ εξ ίσου δυνατό με το πρώτο και, επίσης, εξαισιο οπτικά, αφού κι εδώ υπάρχουν εικόνες που μένουν χαραγμένες στο μυαλό. Αν λοιπόν εκτιμάτε τον πρώτο Φρανκενστάιν, μη διαστάσετε να Ψάξετε και τη μνηστή του! Πρόκειται για εξ ίσου κλασική ταινία.
ΥΓ: Και μη ξεχνάτε: Η φιγούρα της μνηστής παραμένει σχεδόν το ίδιο καλτ με το αρχικό τερας του Μπορις Καρλόφ. Όσο για το ποια ηθοποιός την ερμηνεύει, θα το αντιληφθείτε βλέποντας την ταινία...

Κυριακή, Μαρτίου 08, 2015

ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ Ή Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΩΣ ΘΕΟΣ

Η δεκαετία του 30 έχει αποκληθεί "χρυσή δεκαετία του φανταστικού κινηματογράφου". Δίκαια. Δράκουλας, Μούμια, Αόρατος Άνθρωπος, Τζέκιλ και Χάιντ, Φρανκενστάιν... Κατά την προσωπική μου γνώμη κάποιες από αυτές τις ταινίες είναι πολύ καλύτερες από πολλά b-movies επιστημονικής φαντασίας των 50'ς, 20 χρόνια δηλαδή αργότερα. Εδώ όμως θα ασχοληθούμε με τον πρώτο "Frankenstein" του 1931, του πολύ καλού βρετανού σκηνοθέτη James Whale (1889-1957).
Η ιστορία του επιστήμονα βαρώνου Φρανκενστάιν, που επιχειρεί να δημιουργήσει ένα ζωντανό ον συγκολλώντας μέλη νεκρών είναι πασίγνωστη ήδη από το ομώνυμο εξαιρετικό μυθιστόρημα της Μέρι Σέλει του 1816 (πιστεύω μάλιστα ότι και το βιβλίο στέκει μέχρι σήμερα και διαβάζεται με το ίδιο ενδιαφέρον). Φυσικά η πράξη του αντιμετωπίζεται από την ηθική της εποχής ως ένα είδος ύβρης προς τον θεό. Το τέρας που θα δημιουργηθεί θα γίνει δολοφόνος τρομοκρατώντας τους πάντες και τελικά θα αναμετρηθεί με τον δημιουργό του.
Τα ερωτήματα που θέτει η ιστορία είναι πολλά και πολυεπίπεδα: Πόσο μακριά μπορεί αν φτάσει η επιστήμη - κι αν αυτό είναι ηθικό; Μπορεί ο άνθρωπος να γίνει θεός (και ποιο είναι το τίμημα;) Αλλά θέτει και θέματα μισσαλοδοξίας και αντιμετώπισης του διαφορετικού (οι αντιδράσεις των ανθρώπων απέναντι στο τέρας θυμίζουν έντονα ρατσισμό). Η ταινία θίγει και όλα αυτά, αλλά νομίζω ότι επικεντρώνει στο ίδιο το τέρας, το δημιούργημα: Τι μπορεί να απογίνει ένα τέτοιο πλάσμα; Έχουμε δικαίωμα να φτιάξουμε ένα ον που σίγουρα θα είναι δυστυχισμένο; Φταίει αυτό για τα εγκήματά του; Έτσι το φιλμ, με εκπληκτικό τρόπο για το μακρινό 1931, μοιάζει συχνά να συμπάσχει με το τέρας και σε πολλές αξέχαστες σκηνές γίνεται αληθινά συγκινητικό.
Κινηματογραφικά βρίσκω την ταινία θαυμάσια. Ο Γουέιλ έχει σαφώς εμπεδώσει τα διδάγματα του γερμανικού εξπρεσιονισμού, κάνοντας το "Φρ." να αποτελεί ένα υπέροχο παράδειγμα του είδους (όχι γερμανικού βεβαίως). Οι μακριές σκιές, τα παραμορφωμένα, λοξά σκηνικά, οι παράδοξοι φωτισμοί, η αντίθεση φωτός και σκοταδιού, όλα δημιουργούν μια υποβλητική ατμόσφαιρα, από τις πλέον πετυχημένες στην ιστορία του σινεμά. Και μια σειρά από σκηνές (η δημιουργία του τέρατος στο φοβερό εργαστήριο εν μέσω καταιγίδας, η συνάντησή του με το κοριτσάκι, η καταδίωξή του από τους χωρικούς, η πυρά στον ανεμόμυλο) αποτελούν κλασικά κομμάτια κινηματογραφικής ιστορίας. Και φυσικά υπάρχει και ο Μπόρις Καρλόφ στο ρόλο του τέρατος...
Θα μπορούσα να πω πολλά ακόμα γι' αυτό το φιλμ, το οποίο πιστεύω ότι διατηρεί ατόφια τη δύναμη των εικόνων και τον προβληματισμό του μέχρι σήμερα. Επειδή όμως τα κείμενά μου έχουν ένα λίγο - πολύ συγκεκριμένο μέγεθος, θα μείνω εδώ. Θα πω απλά ότι πρόκειται για μια από τις κλασικές δημιουργίες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Κλασική και με την έννοια της διαχρονικότητας...

Παρασκευή, Μαρτίου 06, 2015

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΟΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΟΥΣΑΝ ΠΙΘΗΚΟΙ

Το 1968 γυρίζεται από τον Franklin Schaffner (1920-1989) μια από τις πιο γνωστές ταινίες επιστημονικής φαντασίας: "Ο Πλανήτης των Πιθήκων", του οποίου prequel, sequel κλπ. βλέπουμε κοντά 50 χρόνια μετά.
Ένα διαστημόπλοιο με τρεις επιζήσαντες αστροναύτες χάνεται και προσγειώνεται σε έναν άγνωστο πλανήτη. Σύντομα οι "ναυαγοί" θα διαπιστώσουν ότι ο πλανήτης κατοικείται κυρίως από νοήμονες πιθήκους, οι οποίοι βεβαίως αποτελούν το κυρίαρχο είδος και οι οποίοι φέρονται στους σε πρωτόγονη κατάσταση και δίχως πολιτισμό ανθρώπους όπως εμείς στα ζώα. Τους σκοτώνουν, τους αιχμαλωτίζουν, τους κλείνουν σε κλουβιά... Όταν ο βασικός ήρωας αιχμαλωτίζεται κι αυτός, προσπαθεί να πείσει τους δεσμοφύλακές του ότι είναι κι αυτός νοήμων, αρχικά δίχως αποτέλεσμα.
Νομίζω ότι πρόκειται για μια αυτές τις ταινίες όπου κυρίαρχη είναι η ιστορία, η ιδέα, η συγκλονιστική τελική ανατροπή. Εννοώ ότι το φιλμ αυτό καθ' εαυτό μοιάζει σήμερα κάπως ξεπερασμένο: Οι χαρακτήρες χωλαίνουν, οι ενέργειες και οι αντιδράσεις τους γίνονται συχνά καθόλου πειστικές, οι αφέλειες είναι πολλές, οι ηθοποιία του Τσάρλτον Ίστον μέτρια... Θα μπορούσα να βρω κι άλλα αρνητικά και να τα αναλύσω λεπτομερέστερα. Ωστόσο είναι η ιδέα και τα "μηνύματα" που κρατούν το φιλμ ζωντανό.
Για τους ελάχιστους που δεν γνωρίζουν το τέλος δεν θα το αποκαλύψω. Είναι όμως σαφές ότι δημιούργησε σοκ στην εποχή του και έκανε τον "Πλανήτη" μια από τις πιο σκοτεινές και απαισιόδοξες ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Ταυτόχρονα καυτηριάζει με ποικίλους τρόπους την ανθρώπινη βλακεία και σκληρότητα: Φυσικά η κοινωνία των πιθήκων είναι μια μεταφορά αυτής των ανθρώπων και, μέσω αυτής, θίγονται πολλά (ανθρώπινα) κακά: Ο τόσο επίκαιρος σήμερα θρησκευτικός φανατισμός, η μισσαλοδοξία, η σκληρότητα προς τα "κατώτερα είδη", η έλλειψη δημοκρατικότητας και ελευθεριών, ο μιλιταρισμός... Βλέπετε, στην ουσία η κοινωνία των πιθήκων είναι μια "θεοκρατική" κοινωνία, που κυβερνάται από έναν άτεγκτο ανώτερο "κλήρο". Αυτό βεβαίως δεν εμποδίζει το γεγονός ότι ο πιο ενδιαφέρων για μένα χαρακτήρας είναι αυτός του γέρου ουρακοτάγκου, που βρίσκεται στην κοινωνική ελίτ και, παρά τον σε πρώτο επίπεδο φανατισμό του, κρύβει περισσότερες γνώσεις απ΄ όσες φανταζόμαστε.
Παρά τις αφέλειες - αστείες μερικές φορές - λοιπόν, σας προτείνω να ψάξετε το αυτό το πρωτότυπο, που εγκαινίασε μια ολόκληρη σειρά σίκουελ στην εποχή του και κάθε λογής francise μετά το 2000. Αξίζει σαν σύλληψη.

Πέμπτη, Μαρτίου 05, 2015

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΟΥΝ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΚΑΙ ΒΑΜΠΙΡ ΜΕ ΤΣΑΝΤΟΡ

H Ana Lily Amirpour είναι αμερικανίδα ιρανικής καταγωγής. Η ταινία "Ένα Κορίτσι Γυρίζει Σπίτι Μόνο του τη Νύχτα" (A Girl Walks Home Alone at Night) του 2014 είναι η πρώτη της μεγάλου μήκους (έχει κάνει αρκετές μικρές). Και είναι αρκετά πρωτότυπη.
Στην "Κακή Πόλη" ζουν μεταξύ άλλων πόρνες, νταβατζήδες, ναρκομανείς... Ένας νεαρός κηπουρός προσπαθεί να ξεπληρώσει τα χρέη του ηρωινομανή πατέρα του, ένας ντίλερ και νταβατζής του παίρνει το στιλάτο αυτοκίνητο που με πολλούς κόπους έχει αποκτήσει, ενώ τις νύχτες μια βρικόλακας (με τσαντόρ) περπατά μόνη ψάχνοντας την τροφή της. Κάποια στιγμή οι δυο τους θα συναντηθούν και μια παράξενη σχέση αρχίζει μεταξύ τους.
Πριν προχωρήσουμε στις ιδιορρυθμίες της ταινίας, ας πούμε κατ' αρχήν ότι ο Τζάρμους είναι μάλλον η βασική επιρροή της δημιουργού. Ίσως και ο Χάρτλεϊ, γενικά πάντως βρισκόμαστε στο κλίμα του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά αυτού του είδους. Ασπρόμαυρη, πολύ όμορφη φωτογραφία, πολύ στιλ, πολλή μουσική και αναφορές στα 50ς, στον Τζέιμς Ντιν και σε πολλά άλλα. Ας δούμε όμως και τις πρωτοτυπίες:
Παρά το ότι είναι αμερικάνικη, όλοι σχεδόν οι συντελεστές είναι ιρανοί (ή ιρανικής καταγωγής, δεν ξέρω). Η ταινία δεν μιλά αγγλικά, αλλά ιρανέζικα! Όλες οι επιγραφές στους δρόμους, τα μαγαζιά κλπ. είναι στη γλώσσα αυτή, ενώ τα εσωτερικά των σπιτιών παραπέμπουν σε Ανατολή και όχι σε Αμερική. Τα τραγούδια που ακούγονται είναι επίσης στα ιρανικά (τα περισσότερα),  κάνοντάς μας έτσι να γνωρίσουμε ένα εντυπωσιακό... ιρανικό ροκ (γενικά το σάουντρακ έχει πολύ ενδιαφέρον). Η βρικόλακας που περιφέρεται τις νύχτες με τσαντόρ και σκέιτμπορντ συμπληρώνει την παράδοξη εικόνα. Αυτό λοιπόν που πετυχαίνει απόλυτα η σκηνοθέτης είναι να δημιουργήσει ουσιαστικά έναν δικό της, φανταστικό κόσμο, μια παράδοξη μίξη Ανατολής και ΗΠΑ (άλλωστε το όνομα της πόλης - Κακή Πόλη - είναι χαρακτηριστικό της άποψής της για απομάκρυνση από ρεαλιστικές καταστάσεις).
Τελικά πρόκειται για ένα βαθιά ρομαντικό φιλμ που εξυμνεί τον έρωτα και την ανάγκη κάθε ανθρώπου για αγάπη και επαφή με άλλους ανθρώπους. Ανάγκη που υπάρχει, όσο "διαφορετικός" κι αν είναι κανείς. Όλα αυτά γίνονται στιλάτα, με σκηνοθετική άποψη, με μοντέρνα γραφή. Σας το συνιστώ, κυρίως αν είστε φίλοι του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά.


Τρίτη, Μαρτίου 03, 2015

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟ ΞΕΓΥΜΝΩΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ "ΧΕΙΜΕΡΙΑ ΝΑΡΚΗ"

Ο Nuri Bilge Ceylan είναι για πολλούς ο σημαντικότερος σύγχρονος τούρκος σκηνοθέτης. Η "Χειμέρια Νάρκη" του 2014 είναι ένα σπάνιας εικαστικής ομορφιάς ψυχολογικό δράμα, το οποίο, προειδοποιώ, βασίζεται σε μακροσκελείς διαλόγους και σε ελάχιστη δράση.
Ο ήρωας είναι ένας ευκατάσταστος διανοούμενος, συγγραφέας και πρώην ηθοποιός του θεάτρου, ο οποίος έχει αποσυρθεί στην απομονωμένη περιοχή της Καππαδοκίας απ' όπου κατάγεται και όπου διατηρεί ένα πανέμορφο ξενοδοχείο και άλλα ακίνητα της πατρικής περιουσίας. Μαζί του η πολύ νεότερη γυναίκα του και η πρόσφατα χωρισμένη αδελφή του. Οι σχέσεις με τους κάτοικους όμως είναι μάλλον δύσκολες και όταν ο βαρύς χειμώνας ενσκήπτει οι ψυχολογικές εντάσεις και ο αληθινός χαρακτήρας του "καλοπροαίρετου" Αϊντάν αποκαλύπτεται.
Φυσικά, το είπαμε, πρόκειται πάνω απ' όλα για μια βαθιά ψυχολογική μελέτη. Οι διαλογικές σκηνές είναι μακρές, καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ (το οποίο, σημειωτέον, έχει τρίωρη διάρκεια) και κατά το οποίο συμβαίνουν σχετικά λίγα εξωτερικά γεγονότα. Ωστόσο - παραδόξως - δεν κουράστηκα. Με κράτησε η βαθιά ανάλυση των καταστάσεων, οι εξαιρετικά αληθινές ηθοποιίες, τα συγκλονιστικά εξωτερικά τοπία (πρόκειται για μια σχεδόν "εξωγήινη" περιοχή, που αποτελεί και τουριστικό πόλο έλξης - όχι κατά τον χειμώνα βεβαίως), η πανέμορφη φωτογραφία, η απίστευτη αίσθηση θαλπωρής στα εσωτερικά, η θαυμάσια σκηνοθεσία. Γενικά ένα από τα μεγάλα ατού αυτής της "Νάρκης" είναι η εξαιρετική εικαστικότητά της.
Ταυτόχρονα έχουμε να κάνουμε με την διεισδυτική μελέτη ενός διανοούμενου, προοδευτικού ανθρώπου, ο οποίος όμως, χαμένος στον εσωτερικό του κόσμο και απορροφημένος από τις μελέτες του, έχει παντελώς αποκοπεί από την αληθινή ζωή και έχει ουσιαστικά κόψει τους δεσμούς και την ανθρώπινη επαφή με τους γύρω του. Προθέσεις και αποτελέσματα, αισθητική και καθημερινότητα, θεωρία και πράξη, να μερικά μόνο από τα θέματα που θίγονται. Ο Ceylan ωστόσο θέτει έμμεσα και ταξικά ζητήματα - όλη αυτή η "αφ' υψηλού" στάση βασίζεται βεβαίως στην οικονομική άνεση, ενώ ο πάμφτωχος κοινωνικός περίγυρος, χαμένος στα προβλήματά του, δεν διαθέτει την πολυτέλεια για κάτι τέτοιο. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στο "Αθηνόραμα", πρόκειται για ένα είδος πνευματικής φεουδαρχίας. Ωστόσο αυτό δεν αρκεί: Η ανθρώπινη επαφή αποδεικνύεται πάντοτε απαραίτητη...
Φυσικά πρόκειται για πολυεπίπεδο φιλμ. Επισήμανα μόνο μερικές από τις πτυχές του. Είμαι σίγουρος ότι θα ανακαλύψετε πολλές ακόμα - στους χαρακτήρες της συζύγου ή της αδελφής, στην οικογένεια των φτωχών ντόπιων κλπ. κλπ. Ο Τσέχοφ και το θέατρο εν γένει είναι πανταχού παρόντα, η σκέψη έχει τον πρώτο λόγο. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα, παρά τους αργούς ρυθμούς, αλλά μόνο σε θεατές έτοιμους να σκεφτούν...

Σάββατο, Φεβρουαρίου 28, 2015

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ "ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ"

Αποτελεί ένα είδος χιούμορ το ότι γράφω αμέσως μετά το "Solaris" για ένα αμερικάνικο b-movie επιστημονικής φαντασίας της δεκαετίας του 50, αλλά ο "Απαγορευμένος Πλανήτης" του 1956, που γυρίστηκε από τον Fred Wilcox (1907-1964) και είναι ένα  από τα γνωστότερα φιλμ του είδους, παραδόξως έχει παρόμοιο θέμα με την κλασική ταινία του Ταρκόφσκι. Και εκεί σταματά κάθε (άλλη) ομοιότητα.
Μια αποστολή από τη γη ταξιδεύει σε έναν μακρινό πλανήτη για να ανακαλύψει τι απέγινε μια προηγούμενη αποστολή που, πριν πολλά χρονια, είχε φτάσει εκεί. Στον πλανήτη θα βρουν τον μοναδικό επιζώντα Δρ. Μόρμπιους και την κόρη του, οι οποίοι όμως από την πρώτη στιγμή φαίνεται ότι διαθέτουν μια απίστευτη για τους γήινους τεχνολογία (που κορυφή της αποτελεί σε ένα σούπερ - ρομπότ) και μοιάζουν να ζουν σε έναν παράδεισο. Σιγά - σιγά όμως η ειδυλλιακή εικόνα θα αρχίσει να παρουσιάζει ρωγμές...
Για να είμαστε ακριβείς η ταινία δεν είναι και τόσο b-movie. Διαθέτει μάλλον εντυπωσιακά εξωγήινα περιβάλλοντα και γενικά η εικόνα της, πλημμυρισμένη στα - ίσως και λίγο κιτς - χρώματα, είναι αρκετά προσεγμένη. Υπάρχει και η πρωτοποριακή ηλεκτρονική μουσική (ίσως λίγο ενοχλητική σήμερα), οπότε μπορούμε να μιλάμε για κάτι περισσότερο από απλό b-movie. Επίσης δεν έχει καμία σχέση θεματικά με το κλασικο κρυπτο-ψυχροπολεμικό κλίμα που επικρατούσε στα φιλμ του είδους των 50ς. Ωστόσο υπάρχει όλη η (συσσωρευμένη) αφέλεια της εποχής, σε βαθμό που σε κάποια σημεία προκαλεί γέλιο, οι κακές ηθοποιίες (κυρίως από την κόρη), οι αστείοι έρωτες και άλλα σχετικά που μπορούν άνετα να τη χαρακτηρίσουν συνολικά ως ξεπερασμένη.
Αυτό που εντυπωσιάζει όμως και της δίνει τον τίτλο ενός κλασικού στο είδος του φιλμ είναι το πρωτότυπο σενάριο και η δυνατή, ασυνήθιστη για τα τότε δεδομένα, αποκάλυψη του τέλους. Πρόκειται για μια από τις πρώτες φορές που θίγεται το θέμα του σκοτεινού ασυνείδητου και των επιπτώσεών του στον άνθρωπο, του "βάρβαρου" που κρύβουμε μέσα μας και της επιβίωσης του πρωτογονου ενστίκτου, όσο κι αν έχει προχωρήσει ο πολιτισμός. Αυτά τα στοιχεία είναι που κάνουν την ταινία - παρά την αφέλειά της - σημαντική. Όσο για την αφέλεια που δύο φορές ήδη ανέφερα, μπορεί να αποτελέσει και πηγή απόλαυσης για τον υποψιασμένο σινεφίλ, που εκ των προτέρων γνωρίζει το γενικό κλίμα του είδους της εποχής εκείνης. Ίσως μάλιστα και να αποτελεί τελικά μέρος της γοητείας της. Ναι, θα χαμογελάσετε αρκετές φορές, αλλά, παρ' όλα αυτά, σας την προτείνω.
ΥΓ: Και θα δείτε και έναν νεαρό Λέσλι Νίλσεν σε πρωταγωνιστικό, καθόλου κωμικό ρόλο. Εκτός αν σας προκαλέσει αβίαστο γέλιο το ότι ερμηνεύει έναν σούπερ - γόη...

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 26, 2015

ΤΟ "SOLARIS" ΚΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΚΡΥΒΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΜΑΣ

Το 1972 ο μεγάλος ρώσος δημιουργός Andrei Tarkovsky (1932-1986) γυρίζει την πρώτη από τις δύο ταινίες επιστημονικής φαντασίας του έργου του, το "Solaris", βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του σημαντικού πολωνού συγγραφέα Στανισλάβ Λεμ.
Ένας επιστήμονας στέλνεται σε ένα διαστημικό σταθμό που για πολλά χρόνια περιφέρεται γύρω από τον μυστηριώδη πλανήτη Σολάρις μελετώντας τον (χωρίς αποτέλεσμα). Ο πλανήτης καλύπτεται ολόκληρος απο έναν (ζωντανό;) ωκεανό και ο ήρωας πρέπει να αποφασισει αν η αποστολή θα συνεχιστεί ή όχι. Αυτό που θα βρει είναι ένας διαλυμμένος, σχεδόν ερειπωμένος σταθμός και μια ατμόσφαιρα εγκατάλειψης, παρακμής και σχεδόν παράνοιας. Το συγκλονιστικότερο όμως είναι ότι την επόμενη μέρα θα βρει να τον περιμένει με σάρκα και οστά στο δωμάτιό του η από χρόνια νεκρή γυναίκα του.
Φυσικά η ατμόσφαιρα της ταινίας είναι ονειρική. Ο Ταρκόφσκι, με πρόσχημα την επιστημονική φαντασία, ενδιαφέρεται να εξερευνήσει τον εσωτερικό μας κόσμο, τις βαθύτερες επιθυμίες μας, τις καλά κρυμένες ενοχές μας. Αυτό που ο πλανήτης φέρνει στην επιφάνεια είναι όσα βρίσκονται κάτω από το συνειδητό μέρος της ανθρώπινης ψυχής. Είτε αυτά είναι επιθυμίες είτε εφιάλτες.
Και, φυσικά επίσης, η ταινία είναι αργή, με τους χαρακτηριστικά αργούς ταρκοφσκικούς χρόνους. Αλλά εκεί δεν κρύβεται μεγάλο μέρος της  γοητείας του πιο ξεχωριστού ίσως δημιουργού του σινεμά; Οι πανέμορφες εικόνες στη γη, με το πανταχού παρόν στο κινηματογραφικό του σύμπαν υγρό στοιχείο, και οι συχνά εφιαλτικές εικόνες στο διάστημα, εμπεριέχουν τόση ποίηση που σπάνια συναντά κανείς στην 7η τέχνη. Θα μείνω όμως στο ονειρικό στοιχείο: Οι διαδοχικοί θάνατοι της γυναίκας είναι μια από τις δυνατότερες απεικονίσεις εφιάλτη που έχουμε δει στην οθόνη. Όσο για την απροσδόκητη τελική σκηνή, απλώς ολοκληρώνει ένα ποιητικό αριστούργημα.
Γνωρίζω ότι πολλοί, εθισμένοι στους ταχύτατους ρυθμούς που κυριαρχούν στο σύγχρονο mainstream σινεμά, δεν αντέχουν τον κινηματογράφο του Ταρκόφσκι, με την ομορφιά σε πρώτο επίπεδο, και τα μόνιμα μοτίβα της νοσταλγίας, της ποίησης, του πόνου (ο βαθύς πόνος για όσα έχουν χαθεί είναι ένα ακόμα βασικό μοτίβο του "Σολάρις"). Όσοι όμως μπορούν να απολαύσουν ένα διαφορετικό σινεμά γνωρίζουν ότι πρόκειται για αριστούργημα. Γι' αυτούς - και για τις ερμηνείες που μπορεί να δώσει ο καθένας - τα λόγια είναι περιττά. Όσα συμβαίνουν στην οθόνη αοπτελούν το άλφα και το ωμέγα.
ΥΓ: Έχει ενδιαφέρον ότι σε κάποια σημεία η ταινία αγγίζει τα όρια της ταινίας τρόμου (μην το θεωρήσετε "υβριστικό", μιλώ απλά για τη δομή της). Στα χέρια άλλου δημιουργού θα μπορούσε να δοθεί ως τέτοια. Ο Ταρκόφσκι βέβαια δεν ενδιαφέρεται για το είδος. Οι στόχοι του είνα άλλοι Απλώς βρήκα ενδιαφέρουσα αυτή την παρατήρηση.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 25, 2015

KINGSMAN: ΜΙΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ

Το 2014 ο βρετανός Mathew Vaugn (του "Kick Ass") μεταφέρει και πάλι στην οθόνη ένα κόμικς των Milar (και πάλι) και Gibbons αυτή τη φορά: Το "Kingsman: Η Μυστική Υπηρεσία" είναι μια παρωδία κατασκοπευτικών ταινιών σε στιλ Τζέιμς Μποντ και τα έχει όλα.
Ο ορφανός, ατίθασος γιος ενός πράκτορα της σούπερ απόρητης, σούπερ ισχυρής και αφιερωμένης "στο καλό" μυστικής υπηρεσίας Kingsman, στρατεύεται από ένα βασικό στέλεχός της, το οποίο νοιώθει υποχρέωση αφού ο πατέρας του νεαρού έδωσε πριν χρόνια τη ζωή του για να τον σώσει. Ακολουθεί μια κάτι παραπάνω από σκληρή εκπαιδευση και στη συνέχεια ο αγώνας ενάντια στον Σούπερ - Κακό, που έχει ένα σατανικό σχέδιο για την ανθρωπότητα.
Βρήκα την ταινία πάνω απ' όλα διασκεδαστική. Οι αναφορές στα φιλμ του Τζέιμς Μποντ είναι κάτι παραπάνω από συχνές, το χιούμορ - βρετανικό και γι' αυτό ιδιαίτερο και φλεγματικό - είναι τις περισσότερες φορές πετυχημένο, η δράση είναι αδιάκοπη και σφιχτή και δεν αφήνει τον θεατή να χαλαρώσει. Οι καταστάσεις, τραβηγμένες βεβαίως, και τα πάμπολλά γκάτζετ φέρνουν την ταινία στα όρια της επιστημονικής φαντασίας. Παράλληλα διατηρεί και ανορθόδοξα στοιχεία: Κάποιοι από τους "καλούς" χαρακτήρες θα πεθάνουν, κάποιες ατάκες είναι τολμηρές και σαφώς ενήλικες, οι πολιτικοί ανά τον κόσμο εμφανίζονται σαν πιόνια ή έτοιμοι να ξεπουληθούν, η μερίδα των ακροδεξιών, θρησκόληπτων αμερικάνων σατιρίζεται επίσης (και σφαγιάζεται, αν μου επιτρέπετε ένα μικρό spoiler), και η πλάκα μπορεί να προέλθει από σάτιρα διαφόρων καθημερινών στοιχείων: Από τα ηλίθια ταμπλόιντς με τους ηλίθιους τίτλους μέχρι την βρετανική αριστοκρατία. Ταυτόχρονα η βία - ακόμα και το σπλάτερ - δεν λείπουν, δίνονται όμως με σαφώς παρωδιακό τρόπο, οπότε πιστεύω ότι κανείς δεν θα τα πάρει σοβαρά.
Γενικά το ευχαριστήθηκα (ιδαίτερα στο δεύτερο μέρος). Σαν παρωδία βεβαίως, ενήλικη όμως σε πολλά σημεία της. Προτείνω να το ευχαριστηθείτε δίχως αναστολές και, φυσικά, δίχως να το παίρνετε στα σοβαρά. Ούτε κι αυτό άλλωστε παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του. Και είναι και ιδιαιτέρως "χορταστικό"

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 23, 2015

VACANCY: ΘΡΙΛΕΡ ΠΟΥ ΚΑΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΞΑΝΑΔΕΙ

Το 2007 ο ουγγρικής καταγωγής, πλην όμως εργαζόμενος στο Χόλιγουντ, Nimrod Antal γυρίζει το θρίλερ "Vacavcy".
Ένα ζευγάρι, στα πρόθυρα του χωρισμού, ξεμένει νύχτα στο πουθενά, το αυτοκίνητο χαλάει, περπατάνε αρκετά, ώσπου βρίσκουν ένα απομονωμένο μοτέλ. Προς μεγάλη τους απογοήτευση αναγκάζονται να περάσουν τη νύχτα εκεί και, από την πρώτη κιόλας στιγμή, διάφορα περίεργα αρχίζουν να συμβαίνουν και, φυσικά, να κλιμακώνονται όλο και περισσότερο...
Το έχετε ξαναδεί; Από τη μακρινή εποχή του "Ψυχώ" τα απομονωμένα αμερικάνικα μοτέλ υπήρξαν ιδανικά σκηνικά για ταινίες τρόμου. Μέχρι σήμερα έχουμε δει πάμπολλα τέτοια. Αυτό εδώ το φιλμ δεν είναι απ' αυτά που ανήκουν στο χώρο του μεταφυσικού τρόμου. Ό,τι συμβαίνει είναι "ρεαλιστικό", θα μπορούσε δηλαδή όντως να συμβεί και γι' αυτό ακριβώς για κάποιους αυτό είναι πιο ανατριχιαστικό. Ενώ λοιπόν το σενάριο είναι κοινότοπο και ειδωμένο σε δεκάδες παραλλαγές, το συγκεκριμένο θρίλερ κερδίζει επειδή είναι πολύ καλογυρισμένο, με πολύ καλό timing και διαρκώς αυξανόμενο σασπένς. Σημαντικό ρόλο σ' αυτά παίζει νομίζω το ότι, εκτός από τις πρώτες και τις τελευταίεςσκηνές, όλα συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο. Έτσι η σφιχτή δράση και το διαφαινόμενο αδιέξοδο - συν την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα - κρατάνε κατά τη γνώμη μου τον θεατή. Και διαθέτει σαν ατραξιόν και την Kate Beckinsale...
Δεν έχω να προσθέσω πολλά ακόμα. Κοινότοπο, χιλιοειδωμένο, αλλά από τα καλά του είδους. Σε καμία περίπτωση δεν θα εντυπωσιαστείτε με την πρωτοτυπία του, οι φίλοι των θρίλερ όμως νομίζω ότι θα περάσουν δύο "ευχάριστες" (βλέπε τρομακτικές και γεμάτες ένταση) ώρες.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 21, 2015

ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑΤΙΚΟΣ "ΔΙΑΒΟΛΟΣ"

O Andrzej Zulawski γεννήθηκε στο πολωνικό τότε Λβοβ, που σήμερα είναι ουκρανικό, μεγάλωσε και δουλεψε στην Πολωνία, αλλά από τα 70ς ήδη ζει και γυρίζει στη Γαλλία. Τουλάχιστον στα πρώτα του φιλμ επιδεικνύει ένα παραληρηματικό και σχεδόν παρανοϊκό στιλ, του οποίου, πρέπει να ομολογήσω, δεν είμαι ιδιαίτερα φίλος.
Η δεύτερη ταινία του (μετά το ακατάληπτο "Τρίτο Μέρος της Νύχτας") γυρίζεται το 1972 στην Πολωνία. Πρόκειται για το "Ο Διάβολος" (Diabel) και απαγορεύτηκε στη χώρα του (λίγο αργότερα ο Ζουλάφσκι έφυγε στη Γαλλία). Φυσικά πρόκειται για ένα ακόμα παραληρηματικό φιλμ.
Κατά τη διάρκεια της πρωσικής εισβολής στην Πολωνία το 1793, ένας νεαρός πολωνός επαναστάτης σώζεται από τη φυλακή (όπου περιμένει να εκτελεστεί) από τον διάβολο, με τη μορφή ενός συχνά εύθυμου, αλλά και σατανικού ανθρωπάκου. Από εκεί και πέρα ακολουθεί μια αιματοβαμμένη, εξαιρετικά βίαιη πορεία, κατά την οποία ο ήρωας, που υποφέρει από τρέλα, επιστρέφει στα μέρη του και σκοτώνει ό,τι βρίσκει στον δρόμο του: Ερωμένες, παλιούς συντρόφους, ακόμα και την μητέρα του μεταξύ άλλων, με τον διάβολο πάντα στο πλευρό του να τον βοηθά και να τον παροτρύνει.
Βία, αιμομιξία, παράνοια, συνθέτουν όλο αυτό το τρελό οδοιπορικό. Η ταινία κυριαρχείται από μια έντονη δόση υστερίας. Οι ηθοποιοί παίζουν σαν υστερικοί, οι σκηνές επιληψίας είναι συχνές (όλα αυτά μας θυμίζουν νομίζω το αντίστοιχο στιλ της "Δαιμονισμένης Γυναίκας" με την Αντζανί, που γύρισε ενιά χρόνια αργότερα ο Ζουλάφσκι). Όλο αυτό το παραλήρημα μπορεί να εκληφτεί ως αλληγορία για την κακοδαιμονία της Πολωνίας, της πατρίδας του, η οποία έχει υποφέρει τα πάνδεινα από πλήθος κατακτητών, ή ως μια αλληγορία της επανάστασης που τρώει τα παιδιά της ή / και για το συχνά αιματοβαμμένο και απολυταρχικό μέλλον των επαναστάσεων αφού καταλάβουν την εξουσία ή ως μια αλληγορία της παράνοιας που δημιουργεί η δύναμη και η εξουσία. Το σίγουρο πάντως είναι - ό,τι και αν σημαίνει το φιλμ - ότι με κούρασε με τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα του, με το γκροτέσκο στιλ του, με την υστερική ηθοποιία, με το προβλέψιμο σενάριό του (από κάποια στιγμή και πέρα ξέρεις ότι όποιον συναντά ο ήρωας αργά ή γρήγορα θα τον σκοτώσει). Σας είπα: Ποτέ δεν υπήρξα φαν του ζουλαφσκικού παραληρήματος. Καθαρά προσωπική γνώμη.
ΥΓ: Μετά το 1984 και την "Δημόσια Γυναίκα" με τη Βαλερί Καπρίσκι δεν έχω δει καμιά από τις 5 ή 6 γαλλικές ταινίες του Ζουλάφσκι. Ομολογώ ότι έχω την περιέργεια.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 19, 2015

ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ Η VIVIAN MAIER;

Ας αρχίσουμε απο τα τυπικά: Το "Finding Vivian Maier" γυρίστηκε το 2013 από τους John Aloof και Charlie Siskel και είναι ένα ντοκιμαντέρ μεγάλου μηκους που σαν θέμα έχει την έρευνα για τη ζωή της μυστηριώδους φωτογράφου Vivian Maier, αφού δεν ξέραμε τίποτα γι' αυτήν. Έχει την κλασική δομή ενός ντοκιμαντέρ, με συνεντεύξεις, αφήγηση, αρχειακό υλικό που έχει βρεθεί και, βέβαια, αρκετές από τις εντυπωσιακές φωτογραφίες της. Και, λόγω της ιδιαιτερότητας του θέματος, μπορώ να σας βεβαιώσω ότι θα σας κρατήσει και ότι, αν και πρόκειται για ντοκιμαντέρ - επειδή πολλοί τα φοβάστε και το ξέρω - δεν θα να πλήξετε.
Αυτά τα τεχνικά. Γιατί στο υπόλοιπο κείμενο θα ασχοληθώ με τα πραγματικά γεγονότα. Το 2008 κάποιοι αγοράζουν από ένα παζάρι μεταχειρισμένων ειδών ποσότητες από αρνητικά φιλμ άγνωστου φωτογράφου. Ο John Maloof, ψάχνοντας για παλιά κτίρια  του Σικάγο, αγοράζει τα περισότερα, κάπου 30.000 αρνητικά (!). Όταν αρχίζει να τα εμφανίζει, βλέπει έκπληκτος ότι πρόκειται για φωτογραφίες (ασπρόμαυρες κυρίως) υψηλής αισθητικής, που αιχμαλωτίζουν πορτρέτα ανθρώπων ή σκηνές δρόμου δίχως τα ακούσια μοντέλα να γνωριζουν ότι κάποιος τα φωτογραφίζει. Ο Μαλούφ, ένας από τους σκηνοθέτες της ταινίας (και ο αφηγητής της) αρχίζει έρευνα για να ανακαλύψει τον φωτογράφο. Σιγά - σιγά, ψάχνοντας στα υπάρχοντά του, ανακαλύπτει την ταυτότητά του: Πρόκειται για μια γυναίκα ονόματι Vivian Maier, η οποία πέθανε το 2009, πολύ πρόσφατα δηλαδή. Οι αποκαλύψεις για τη ζωή της έρχονται η μία μετά την άλλη και τον (μας) αφήνουν έκπληκτο (-τους). Η γυναίκα αυτή εργάζόταν σ' όλη της τη ζωή σαν γκουβερνάντα. Αναλάμβανε την φροντίδα μικρών παιδιών και έμενε στο σπίτι της εκάστοτε οικογένειας. Ήταν μια μυστικοπαθής γυναίκα, η οποία όχι μόνο δεν άφηνε κανένα να δει το δωμάτιό της, αλλά προσπαθούσε πάσει θυσία να αποκρύπτει οποιοδήποτε στοιχείο γι' αυτήν. Ακόμα κι όταν αναγκαζόταν να γράψει το αληθινό της όνομα, το έγραφε διαφορετικά (Mαyer, Meier, Meyers κλπ.) Ήταν πάντοτε μοναχική και όλοι συμφωνούσαν ότι δεν είχε ποτέ της ερωτικό δεσμό. Λόγω προφοράς, όλοι νόμιζαν ότι ήταν γαλλίδα. Είχε όντως γαλλική καταγωγή από τους γονείς της, αλλά είχε γεννηθεί στη Νέα Υόρκη και έζησε όλη της τη ζωή στις ΗΠΑ.
Όλοι τη θυμούνται να κυκλοφορεί μόνιμα με μια φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη στο λαιμό. Με κάθε ευκαιρία έβγαζε φωτογραφίες, με αληθινό πάθος, με θέματα κυρίως ανθρώπους ή σκηνές δρόμου, δίχως όμως να παραλείπει τοπία, αυτοπορτραίτα κ.ά. Έκανε με τα παιδιά που φρόντιζε ατέλειωτους περιπάτους στην πόλη (δίχως να το γνωρίζουν οι γονείς), μόνο και μόνο για να ικανοποιεί το πάθος της για φωτογράφηση. Το αληθινά περίεργο είναι ότι ποτέ (μάλλον ποτέ) δεν επιχείρησε να δείξει αυτές τις φωτογραφίες, τόσο σε γκαλερί όσο και σε φίλους (φίλους δεν είχε άλλωστε). Εξ άλλου χιλιάδες απ' αυτές δεν τις είχε καν εμφανίσει και έμεναν κλεισμένες σε κουτιά και βαλίτσες που πάντοτε κουβαλούσε σχολαστικά (μαζί με άπιειρες εφημερίδες και άλλα ευτελή πράγματα που συνέλεγε μανιακά δίχως να πετά τίποτα). Η Maier πέθανε μόνη φυσικά και ουσιαστικά τρελή, καθώς το πάθος της για απόκρυψη κάθε στοιχείου για τον εαυτό της μεγάλωνε με τα χρόνια.
Σήμερα έχουν βρεθεί πάνω από 100.000 (!!!) φωτογραφίες της και έχουν γίνει εκθέσεις σε σημαντικές γκαλερί στις ΗΠΑ και αλλού. Μετά θάνατον φυσικά. Οι μαρτυρίες λένε ότι συχνά γινόταν κυνική, έως και κακιά και κακομεταχειριζόταν ή τρόμαζε τα παιδιά που υποτίθεται ότι ανέτρεφε.
Ασχολήθηκα ελάχιστα με την ταινία. Πολύ περισσότερο με τα αληθινά γεγονότα. Νομίζω ότι αξίζουν περισσότερο όταν πρόκειται για μια τέτοια απίστευτη περίπτωση...

Τρίτη, Φεβρουαρίου 17, 2015

WHIPLASH Ή Η ΤΕΧΝΗ ΠΟΥ ΣΕ ΜΑΤΩΝΕΙ

Είναι η δεύτερη μόλις ταινία του κυρίως σεναριογράφου Damien Chazelle, αλλά το "Χωρίς Μέτρο" (Whiplash) σίγουρα κατατάσσεται στις καλύτερες του 2014.
Ένας 19χρονος τζαζ ντράμερ, αποφασισμένος να γίνει πραγματικά μεγάλος (και έχοντας μόνο αυτό σαν στόχο στη ζωή του) συνεργάζεται - συγκρούεται με τον απόλυτα τελειομανή, αυστηρό δάσκαλο μουσικής. Οι μέθοδοι του τελευταίου είναι σχεδόν σαδιστικές και μπορούν να φτάσουν σε απόλυτα άκρα προκειμένου να βγάλουν (να υποχρεώσουν να βγει) το maximum των δυνατοτήτων των μαθητών του (παραπάνω από το maximum για να ακριβολογούμε), αδιαφορώντας για τα βαθιά ψυχικά τραύματα που τους προκαλεί.
Φυσικά βρισκόμαστε πολύ μακριά από τη σχέση δάσκαλου - μαθητή του στιλ του "Κύκλου των Χαμένων Ποιητών". Εδώ τα πράγματα είναι σκληρά, άγρια και στη σχέση αυτή (από ένα σημείο και πέρα τουλάχιστον) κυριαρχεί ο ανταγωνισμός.
Ας δούμε πρώτα τα θετικά: Η ταινία είναι εκπληκτικά γυρισμένη, κατάφερε να με κρατήσει στην άκρη του καθίσματος από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, η έντασή της είναι φοβερή και - ίσως το σπουδαιότερο - είναι πραγματικά πλημμυρισμένη από υπέροχη τζαζ (σε περίοπτη θέση και ο αγαπημένος μου Duke Ellington). Οι σκηνές των συναυλιών είναι συναρπαστικές και βρίσκω την τελευταία σκηνή (με το απίστευτο σόλο και την εκρηκτική ένταση) σχεδόν σκηνή ανθολογίας.
Το περίεργο σ΄ αυτά όμως είναι άλλο: Ενώ το φιλμ με ενθουσίασε κινηματογραφικά όπως είπα (και μουσικά βεβαίως), δεν συμφωνώ ιδεολογικά. Δεν νομίζω ότι για να γίνεις μεγάλος πρέπει να ματώσεις (κυριολεκτικά στη συγκεκριμένη περίπτωση). Δεν συμφωνώ ότι πρέπει να απαρνηθείς τα πάντα, να γίνεις πραγματικός καλόγερος (ο ήρωας διώχνει εν ψυχρώ την κοπέλα που αγαπά μόνο και μόνο επειδή "θα του ήταν εμπόδιο στο απόλυτο δόσιμό του στη μουσική"). Δεν συμφωνώ ότι η σαδιστική, απάνθρωπη συμπεριφορά του δάσκαλου, που φέρεται στους μαθητές σαν σε σκουπίδια, είναι ο μόνος δρόμος να βγει από μέσα τους ο "απόλυτος καλλιτέχνης". Και δεν συμφωνώ με τον απόλυτο ανταγωνισμό (πραγματικά "ο θάνατός σου η ζωή μου") που επικρατεί στους καλλιτεχνικούς κύκλους του φιλμ. Γενικά η άποψή μου για την τέχνη και πώς αυτή μπορεί να βγει από μέσα σου δεν συμβαδίζει με κάτι τόσο μαζοχιστικό, τόσο σκληρό, τόσο "καλογερίστικο". Μια ματιά στις ζωές αρκετών μεγάλων (πραγματικά μεγάλων) καλλιτεχνών κάθε είδους θα σας πείσει γι' αυτό και για το πόσο πολλοί απ' αυτούς απολάμβαναν τη ζωή - παράλληλα φυσικά με την τέχνη τους. Όχι ότι δεν υπάρχουν και περιπτώσεις σαν κι αυτές που βλέπουμε στο φιλμ, δεν τις θεωρώ όμως κανόνα.
Έτσι, τελικά, να η παράδοξη άποψή μου: Απόλαυσα πραγματικά τη ταινία, σχεδόν ενθουσιάστηκα, αλλά δεν συμφωνώ μαζί της ιδεολογικά. Παράξενο δεν είναι;


Πέμπτη, Φεβρουαρίου 12, 2015

ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ ΤΟΝ "MR. VEGEANCE"

Ο κορεάτης Chan-wook Park γυρίζει το πολύ γνωστό "Old Boy" το 2003. Το φιλμ αυτό, ωστόσο, αποτελούσε το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας με κεντρικό θέμα την εκδίκηση. Το πρώτο μέρος είχε γυριστεί το 2002 και ήταν το "Sympathy for Mr. Vegeance" (Boksuneun naui geot).
Ο Park ξεδιπλώνει στην ταινία αυτή όλο το απίστευτα βίαιο σύμπαν του (μια βία διαφορετική, θα έλεγα, δίχως να μπορώ να το προσδιορίσω ακριβώς, από την αντίστοιχη "δυτική"), η οποία με κάποιον τρόπο τρομάζει - έως και ενοχλεί - πολύ περισσότερο.
Ένας κωφάλαλος εργάτης δεν έχει τα χρήματα για τη μεταμόσχευση ήπατος που χρειάζεται η αγαπημένη του αδελφή. Όταν απολύεται από τη δουλειά του καταστρώνει με την αναρχική επαναστάτρια κοπέλα του την απαγωγή της μικρής κόρης του πρώην αφεντικού του για να ζητήσει λύτρα. Πολύ σύντομα βεβαίως τα πράγματα θα στραβώσουν, και όχι μόνο με έναν τρόπο...
Αυτό που θαυμάζει κανείς στη  τριλογία του Παρκ είναι το πολύπλοκο, ακόμα και υπερβολικό θα λέγαμε, σενάριο. Η μία πράξη οδηγεί στην επόμενη, το κάθε λάθος σε μια αλυσίδα εφιαλτικών καταστάσεων, και τελικά η βία ξεσπά ανεξέλεγκτη κυριολεκτικά, πέφτοντας επί δικαίων και αδίκων, και τα λουτρά αίματος είναι αναπόφευκτα. Τόσο που κάποιες στιγμές σχεδόν δεν αντέχεις. Και, όχι, δεν μιλώ για τη γραφική βία, για την εικόνα, το σπλάτερ. Έχουμε δει πολλά τέτοια και, μπορώ να πω, εδώ δεν βρισκόμαστε σε ένα από τα χειρότερα (ή, για τους λάτρεις, καλύτερα). Κάθε άλλο. Το αβάσταχτο κρύβεται στα όσα συμβαίνουν, στον ψυχικό πόνο των ηρώων, στις φοβερά απελπισμένες καταστάσεις που επινοεί ο σκηνοθέτης, στα απόλυτα αδιέξοδα. Στην τριλογία αυτή δεν υπάρχει έλεος, το happy end μοιάζει απίστευτα μακρινό, σε κάθε τι που συμβαίνει δεν υπάρχει επιστροφή. Ο κόσμος του Παρκ είναι σκοτεινός, δίχως τίποτα καλό. Με την μόνιμη κατακλείδα: Η βία γεννά βία και άσβεστο πόθο για εκδίκηση. Από την άλλη όμως ο κόσμος αυτός είναι τόσο άδικος και σκληρός, που η αρχική επιλογή του πρωταγωνιστή που πυροδοτεί τις ανεξέλεγκτες καταστάσεις μοιάζει δικαιολογημένη. Πολλοί από εμάς το ίδιο θα κάναμε... Μήπως εδώ κρύβεται ένα πολιτικό μήνυμα, που έχει να κάνει με την κατάφορη αδικία που βασιλεύει στις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων;
Δείτε, αν αντέχετε, το πολύ δυνατό φιλμ μόνο αν σας άρεσε το "Old Boy" και οι ταινίες αυτού του είδους. Γιατί τα πράγματα είναι πολύ σκληρά και απελπισμένα. Δείτε το επίσης σαν "εισαγωγή" στον κόσμο του "Old Boy". Δεν έχουν σχέση οι δύο ιστορίες, το κλίμα όμως είναι παρόμοιο.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 11, 2015

ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΛΟΝΔΡΕΖΙΚΗΣ "NATIONAL GALLERY"

Ο Frederick Wiseman, γεννημένος το 1930, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους βρετανούς ντοκιμαντερίστες. Το 2014 (σε ηλικία 84 ετών δηλαδή!) γυρίζει το "National Gallery", ένα τρίωρο και κάτι ντοκιμαντέρ για την Εθνική Πινακοθήκη της Βρετανίας στο Λονδίνο. Πλημμυρισμένη από αριστουργήματα της δυτικής τέχνης και με πασίγνωστους πίνακες στην τεράστια συλλογή της, η Πινακοθήκη είναι ένα από τα σημαντικότερα (και διασημότερα) μουσεία του πλανήτη.
Ο Wiseman δεν περιορίζεται στο να κάνει μια ταινία μόνο για τους θησαυρούς της συλλογής. Φυσικά πολλοί απ' αυτούς δείχνονται κατά κόρον, χορταστικά θα έλεγα, και αρκετοί απ' αυτούς αναλύονται από ιστορικούς τέχνης. Ωστόσο το ενδιαφέρον του είναι πολύ ευρύτερο. Για την ακρίβεια καλύπτει ολες τις πτυχές του περιεχομένου, της λειτουργίας και των αντιδράσεων του κοινού, των επισκεπτών, του μουσείου. Έτσι παρακολουθούμε συνεδριάσεις του συμβουλίου της για διάφορα θέματα (αρκετά απ' αυτά οικονομικής φύσης ή για το marketing και τα όριά του), με συχνές διαφωνίες μάλιστα των μελών. Παρακολουθούμε το κοινό και τις αντιδράσεις του μπροστά στα χιλιάδες έργα (και τις ουρές απ' έξω), αναλύσεις, ερμηνείες και ξεναγήσεις ειδικών στην τέχνη, διάφορα workshops που διοργανώνονται στο χώρο της πινακοθήκης (σε ένα απ' αυτά άνθρωποι με προβλήματα όρασης, ακόμα και τυφλοί, μαθαίνουν να "βλέπουν" τα έργα), αλλά και εισχωρούμε στα άδυτά της βλέποντας τους συντηρητές στο έργο τους πάνω σε παλιούς ημικατεστραμένους πίνακες (ενδιαφέροντα τα όσα λένε στο θέμα της συντήρησης πινάκων) ή παρακολουθώντας το στήσιμο εκθέσεων ή την αναδιάταξη των θεσεων των έργων και του τρόπου παρουσίασής τους και τις συζητήσεις που προκαλούνται. Έτσι η εικόνα που αποκομίζει ο θεατής μετά την θέαση του φιλμ είναι απόλυτα σφαιρική για το περιεχόμενο, τη λειτουργία και τον σκοπό της πινακοθήκης, καθώς εξερευνώνται τόσο οι προφανείς όσο και οι αθέατες, κρυμένες από το ευρύ κοινό, πτυχές της λειτουργίας της.
Φυσικά το θέμα είναι απόλυτα εξειδικευμένο και αφορά ένα ειδικό κοινό. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο λόγω της πολύ μεγάλης διάρκειας του φιλμ (3 ώρες και 15 λεπτά) και των αρκετών επαναλήψεων των θεμάτων, οπότε, παρά το ενδιαφέρον του, φοβάμαι ότι κουράζει αρκετά. Χορταστικό λοιπόν είναι σίγουρα, μήπως όμως "μπουχτίζει";
Πάντως όσοι ενδιαφέρονται για τη μεγάλη, κλασική τεχνη (η συλλογή φτάνει μέχρι τους ιμπρεσιονιστές και δεν περιλαμβάνει έργα μοντέρνας τέχνης και 20ό αιώνα γενικότερα) θα αποζημειωθούν. Είναι σα να έχεις πάει οντως εκεί, σα να έχεις επισκεφτεί τον χώρο (επειδή τον έχω κι εγώ επισκεφτεί, μπορώ να πω ότι δείχνονται τα καλύτερα ή / και διασημότερα έργα της συλλογής). Και, βέβαια, σα να έχεις κουραστεί από την πολύωρη επίσκεψη...