Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 25, 2014

"ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ" ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ

Ο Richard Linklater αρέσκεται να παίζει με τον χρόνο, τόσο τον πραγματικό όσο και τον κινηματογραφικό. Στην τριλογία του όλα συνέβαιναν σε real time. Στο "Μεγαλώνοντας" (Boyhood) του 2014 αντίθετα καλύπτονται 12 ολόκληρα χρόνια. Και λοιπόν; θα μου πείτε. Άλλα φιλμ μπορεί να καλύπτουν δεκαετίες. Ναι, αλλά ο Linklater κινηματογράφησε όντως την ταινία του σε 12 χρόνια (!), παρακολουθώντας την πορεία του ήρωά του από τα 6 έως τα 18 του χρόνια! Τον βρίσκουμε αρχικά παιδί, όταν ετοιμάζεται να πάει σχολείο και τον αφήνουμε όταν πλέον πάει στο κολλέγιο. Στο μεταξύ έχουμε δει το πιτσιρίκι να μεγαλώνει όντως μπροστά στα μάτια μας, φτιάχνοντας έτσι την πιο "αληθινή" (με την έννοια αυτή) ταινία ενηλικίωσης που έγινε ποτέ.
Όπως είναι αναμενόμενο με ένα τόσο πρωτότυπο και δύσκολο concept, το φιλμ μπλέκει το ντοκιμαντερίστικο στοιχείο με το fiction. Και, φυσικά, το γλυκό και ευχάριστο με το δράμα. Όλα αυτά όμως δίχως ιδιάιτερες εξάρσεις, με ηθελημένα μάλλον χαμηλότονο ύφος, συχνά με χιούμορ. Το παιδί μεγαλώνει αρχικά με τη χωρισμένη μητέρα και τη μεγαλύτερη αδελφή του. Ο πατέρας του, "ανεύθυνος", έξω καρδιά, εξωστρεφής και μάλλον χαβαλετζής, περνά μαζί του τα προκαθορισμένα από το νόμο σαββατοκύριακα, τα οποία λειτουργούν ανακουφιστικά για τον μικρό, καθώς τον απομακρύνουν ευχάριστα από την καθημερινή ρουτίνα. Όταν η μητέρα του θα παντρευτεί έναν καθηγητή με αυστηρούς τρόπους και αλκοολικό, τα πράγματα θα σφίξουν. Η ζωή όμως κυλά πάντοτε και η φάση αυτή θα περάσει επίσης, δίνοντας τη θέση της σε μια καινούρια... μέχρι την ενηλικίωση και την χειραφέτηση πλέον του πρωταγωνιστή (η σεξουαλική αφύπνηση θα έχει κι αυτή καταγραφεί στο μεταξύ).
Βρήκα ότι το φιλμ κυλά ευχάριστα, δίχως πάντως κορυφώσεις. Η γλυκόπικρη αυτή καταγραφή της ζωής μού άφησε μια ευχάριστη γεύση, δίχως όμως να μου προσφέρει κάτι ιδιαίτερο - εκτός βέβαια από την απόλαυση του μοναδικού αυτού κινηματογραφικού πειράματος. Τελικά γι' αυτό αξίζει νομίζω να το παρακολουθήσει κανείς. Αλλά και για τη ρεαλιστική απεικόνιση της "ζωής όπως είναι". Όχι, δεν έπληξα. Ούτε και ενθουσιάστηκα όμως.
Πάντως η ευαισθησία, η ευφυία, η τρυφερότητα και ενίοτε η πρωτοτυπία του δημιουργού αυτού είναι δεδομένες.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 21, 2014

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 2013-2014

Άλλη μια κινηματογραφική σεζόν τελείωσε και ιδού τα καλύτερά της απ' όσα έχω δει (διότι σίγουρα κάποια μου ξεφυγαν), κατά την προσωπική μου γνώμη φυσικά. Προφανώς είστε απολύτως ελεύθεροι να διαφωνήσετε όσο θέλετε. Οι κανόνες πάντως παραμένουν οι ίδιοι όπως κάθε χρόνο:
- Η σειρά των 10 πρώτων και των 10 "επιλαχόντων" ΔΕΝ είναι αξιολογική (κάτι τετοιο μου είναι αδύνατο). Απλώς παρατίθενται οι ταινίες που μου άρεσαν περισσότερο αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη.
- Περιλαμβάνονται ταινίες που προβλήθηκαν από 1 Σεπτέμβρη 2013 έως 31 Αυγούστου 2014, όπως οριζόταν παλιότερα η "κινηματογραφική σεζόν".
- ΔΕΝ περιλαμβάνονται παλιές ταινίες που βγήκαν στα σινεμά σε επανάληψη (π.χ. "Η Εγκληματική Ζωή του Αρτσιμπάλντο ντε λα Κρουζ" του Μπουνιουέλ του 1955).
Πάμε λοιπόν:

- Omar του Hany Abu-Assad
- Blue Jasmin του Woody Allen
- Παρελθόν του Asgar Farhadi
- Philomena του Stephen Frears
- Only Lovers Left Alive του Jim Jarmouch
- Μικρο Ψάρι του Γιάννη Οικονομίδη
- Nebraska του Alexander Payne
- American Hustle του David O. Russell

- Prisoners του Denis Villeneuve
- Borgman του Alex van Warmerdam

Ακολουθούν μερικές άλλες που ξεχώρισα, αρκετές από τις οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα και "υποβιβάστηκαν" με πολύ βαριά καρδιά. Πάντοτε αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη και όχι αξιολογικά.

- Τα Δύο Πρόσωπα του Ιανουαρίου του Hossein Amini
- Inside Llewyn Davis των αδελφών Coen
- The Search for Simon του Martin Gooch
- Captain Phillips του Paul Greengrass
- Snowpiercer του Joon-ho Bong
- Η Ζωή της Αντέλ του Abdellatif Kechiche
- Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά της Έλενας Ψίκου
- La Grande Belezza του Paolo Sorentino
- Nymphomaniac του Lars von Trier
- Dallas Buyers Club του Jean-Marc Vallee

Και του χρόνου!

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 19, 2014

ΤΡΥΦΕΡΟ ΚΑΙ... ΝΟΣΤΙΜΟ "LUNCHBOX"


Στη Βομβάη της Ινδίας λειτουργεί ένα άψογο σύστημα delivery (στο οποίο δουλεύουν 5000 άνθρωποι), με σκοπό να παραδίδει καθημερινά τα σπιτικά ζεστά γεύματα που φτιάχνουν οι νοικοκυρές στις δουλειές των εργαζόμενων συζύγων. Οι ινδοί ισχυρίζονται ότι το πολύπλοκο αυτό σύστημα είναι αλάνθαστο. Να όμως που σε ένα λάθος του απίστευτου αυτού συστήματος βασίζεται η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, ινδού βεβαίως, Ritesh Batra "The Lunchbox" (Dabba ο πρωτότυπος τίτλος) του 2013, που έκανε διεθνώς αίσθηση.
Βλέπετε, τα λαχταριστά γεύματα μιας παραμελήμένης από τον σύζυγό της νέας γυναίκας παραδίδονται συστηματικά σε λάθος άνθρωπο, και συγκεκριμένα σε έναν μονόχνωτο και ακοινώνητο χήρο υπάλληλο (λογιστή μάλλον), που ετοιμάζεται να βγει στη σύνταξη. Σιγά - σιγά οι δυο τους αρχίζουν να ανταλλάσουν μηνύματα μέσω του σκεύους με τα φαγητά, καθώς ο μεσήλικας γοητεύεται από τη γκουρμέ μαγειρική της νέας γυναίκας, δίχως όμως να συναντιούνται. Στο πεδίο μπαίνει και ένας νεαρός, που πρόκειται να αντικαταστήσει τον ήρωα στη δουλειά, και ο ο οποίος γίνεται ο μοναδικός του φίλος. Ώσπου...
Τρυφερή, έξυπνη, συγκινητική δίχως όμως να της λείπει το χιούμορ, γλυκόπικρη ταινία, θα λέγαμε ότι κινείται ανάμεσα στην κομεντί και το δράμα - ειδωμένες όμως με την ινδική ματιά. Ταυτόχρονα αποτίει φόρο τιμής στη μεγαλούπολη Βομβάη, πατρίδα προφανώς του δημιουργού. Η ινδική καθημερινότητα που μας δείχνει πάντως δεν ανήκει στο χώρο των πολύ ρεαλιστικών, ντοκιμαντερίστικων σχεδόν, καταγραφών, αλλά βασίζεται στα αισθήματα, την ανάγκη του απρόσωπου, μοναχικού σύγχρονου ατόμου για ανθρώπινη επαφή. Συγχρόνως μιλά  για το αδύνατο κάποιες φορές του έρωτα (η μεγάλη διαφορά ηλικίας γαρ), την ανθρώπινη μοναξιά στη μεγαλούπολη, τη διαφορά ανάμεσα στις γενιές - συντηρητική, αλλά με περισσότερη βεβαιότητα και σιγουριά στη ζωή και περισσότερες αξίες η παλιότερη, αντιμέτωπη με τη σύγχρονη παγκόσμια αβεβαιότητα και το πιθανό επικείμενο χάος η νεότερη, έτοιμη να αφήσει τα πάντα και να μεταναστεύσει αλλάζοντας ριζικά ζωή... Και, έμμεσα, για πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις του σύγχρονου "τρίτου" (και όχι μόνο) κόσμου.
Από τις ευχάριστες φετινές εκπλήξεις για μένα, το ανθρωποκεντρικό και ταυτόχρονα feelgood - παρά την υποβόσκουσα συγκίνηση και πίκρα - αυτό φιλμ συνίσταται ανεπιφύλακτα, ιδίως σε όσους έχουν μπουχτίσει τα χολιγουντιανά "mega θεάματα".

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 17, 2014

Η ΥΠΟ ΤΟ ΣΕΛΗΝΟΦΩΣ ΓΟΥΝΤΙΑΛΕΝΙΚΗ ΜΑΓΕΙΑ

Στα 79 του ήδη ο Woody Allen εξακολουθεί να είναι μια αστείρευτη μηχανή παραγωγής ταινιών (στις οποίες βεβαίως γράφει το σενάριο και σκηνοθετεί). Έτσι το 2014 κάνει την 44η αισίως ταινία του, την "Μαγεία στο Σεληνόφως". Και, μετά τη "Τζασμίν",  επιστρέφει με άνεση στην κομεντί, που τόσο καλά γνωρίζει. Και μάλιστα με ταινία εποχής, όπου επίσης τα καταφέρνει θαυμάσια.
Δεκαετία '20, Νότια Γαλλία, και ένας διάσημος μάγος / ταχυδακτυλουργός προσκαλείται σε βίλα για να ξεσκεπάσει νεαρό μέντιουμ, το οποίο έχει πείσει για τις ικανότητές του μια πλούσια οικογένεια και την απομυζεί οικονομικά. Η συνάντησή τους θα είναι καθοριστική και ο ήρωάς μας, ορθολογιστής και κυνικός, θα αρχίσει για πρώτη φορά στη ζωή του να κλονίζεται: Μήπως τελικά υπάρχει το υπερφυσικό;
Ο ίδιος ο Woody Allen πάντως ουδόλως πιστεύει σ' αυτό. Αντίθετα πάμπολλες φορές έχει κάνει πλάκα μ' αυτό. Και εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον του φιλμ: Ενώ δεν πιστεύει, το θεωρεί απαραίτητο - κι ας μην υπάρχει - για να νοστιμίσει τη ζωή μας. Με τον όρο "υπερφυσικό" εννοούμε βεβαίως εδώ οτιδήποτε μη πρακτικό και καθημερινό: Τον ρομαντισμό, τα όνειρα (στον ύπνο και στη συνειδητή ζωή), τη μαγεία, το παιχνίδι, το μυστήριο, τη φαντασία, την τέχνη, που ενώ είναι πρακτικά άχρηστη, τόσο ρόλο παίζει στη ζωή μας. Να λοιπόν που έχουμε την απόδειξη του ότι για να είσαι ονειροπόλος και "παιχνιδιάρης" δεν χρειάζεται να πιστεύεις σε κάθε είδους μεταφυσική. Είσαι απλώς επειδή αυτά κάνουν πιο όμορφη τη ζωή (μια παρόμοια, δοσμένη ίσως με πιο πολύπλοκο τρόπο, προβληματική υπήρχει και στη "Ζωή του Πι" του Ανγκ Λι).
Στο μεταξύ εμείς απολαμβάνουμε μια χαριτωμένη, έξυπνη κομεντί, που διαθέτει αυτό τα αλάθητο γουντιαλενικό άγγιγμα που σε κάνει να την παρακολουθείς ευχάριστα κι ας διαθέτει πλήθος κλισέ του είδους. Νομίζω ότι κάποια στιγμή πρέπει να γίνει μια εμπεριστατωμένη μελέτη για να εντοπιστεί το τι είναι αυτό που κάνει τις κομεντί του Άλεν τόσο ανάλαφρες, δροσερές, ευχάριστες, απολαυστικές και κομψές σε σχέση με την πλειοψηφία των χολιγουντιανών προϊόντων του σαφώς κορεσμένου αυτού είδους. Και να πεις ότι τις ανατρέπει ριζικά; Όχι και τόσο, αφού, όπως είπαμε, χρησιμοποιεί συχνά κλισέ τους. Αλλά η εξυπνάδα και η κομψότητα είναι αναμφισβήτητες. Δείτε τη "Μαγεία..." και παρά το ότι κάπου έχετε ξαναδεί τις ερωτικές περιπέτειες και τις σεναριακές ανατροπές, δεν νομίζω ότι θα πλήξετε. Η έννοια του "ευχάριστου" είναι σήμα κατατεθέν του δημιουργού αυτού (αν ο ίδιος το θέλει βεβαίως και δεν καταπιάνεται με δραματικά θέματα).

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 15, 2014

ΟΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΕΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΤΟΥ ΑΡΤΣΙΜΠΑΛΝΤΟ ΝΕ ΛΑ ΚΡΟΥΖ

"Η Εγκληματική Ζωή του Αρτσιμπάλντο ντε λα Κρουζ" (Ensayo de un Crimen) του 1955 είναι μια από τις πολλές ταινίες που γύρισε ο μεγάλος Luis Bunuel (1900-1983) στο Μεξικό, όπου έμεινε κάμποσα χρόνια, και είναι κατά τη γνώμη μου μια από τις καλύτερες της περιόδου αυτής.
Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία όπου ο δαιμόνιος και ανατρεπτικός δημιουργός παρακολουθεί τη ζωή, τις σχέσεις με τις γυναίκες και τις κρυφές επιθυμίες του ομώνυμου πλούσιου εισοδηματία και ερασιτέχνη αγγειοπλάστη. Ξεκινά με μια σκηνή από την παιδική του ηλικία, όπου εξ αιτίας ενός μουσικού κουτιού που υποτίθεται ότι έχει τη δύναμη να πραγματοποιήσει την επιθυμία κάποιου για φόνο και του τυχαίου θανάτου από αδέσποτη σφαίρα της γκουβερνάντας του, ο ήρωας ταυτίζει την σεξουαλική επιθυμία με τον πόθο για φόνο. Μεγάλος πλέον ο Αρτσιμπάλντο γίνεται φετιχιστής και ένας κατά φαντασία (ή μάλλον "wannabe") σίριαλ κίλερ γυναικών. Μόνο που, όπως παθαίνουν πάμπολλοι ήρωες του Μπουνουέλ, οι επιθυμίες του (μακάβριες και θανατερές στο συγκεκριμένο φιλμ) δεν πραγματοποιούνται ποτέ. Αντίθετα οι γυναίκες πεθαίνουν συμπτωματικά πριν εκείνος πραγματοποιήσει τα αιματοβαμένα του σχέδια.
Ο χαρακτηριστικός σαρκασμός, η ειρωνία και το καυστικό χιούμορ που έχει σαν στόχο κάθε σχεδόν αστικό θεσμό υπάρχουν και εδώ με το παραπάνω. Παρέα βεβαίως με την ψυχανάλυση και τον απαραίτητο μπουνουελικό σουρεαλισμό. Η εκκλησία και η υποκρισία της αγνότητας, οι κρυμένες κάτω από μια καθώς πρέπει επιφάνεια απαγορευμένες επιθυμίες, ο συχνά νοσηρός ερωτισμός, αλλα και πολιτική κριτική (θυμηθείτε την μεγαλοαστή κυρία να θυμώνει και να στενοχωριέται επειδή, λόγω της φονικής επανάστασης που μαίνεται στην πόλη, δεν μπορεί να πάει στο θέατρο ή τους εκπροσώπους της εξουσίας να σχολιάζουν με τα καλύτερα λόγια τον καθώς πρέπει γάμο) δίνουν ένα ηχηρό παρόν. Όπως επίσης και το ερώτημα που ταλανίζει πολλούς ηθικά: Η "κακή" σκέψη (ή επιθυμία) αποτελεί αμαρτία έστω και αν δεν γίνει ποτέ πράξη;
Όπως είπα όμως και στην αρχή το μαύρο χιούμορ έχει το πάνω χέρι σ' αυτή την απολαυστική για μένα ταινία του μετρ. Απολαυστική και συγχρόνως γεμάτη σουρεαλιστικά σύμβολα και με την ξεκάθαρη σφραγίδα του Μπουνουέλ. Τη συνιστώ (με δεδομένο βεβαίως ότι πρόκειται ίσως για τον πιο αγαπημένο μου δημιουργό).

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 11, 2014

ΟΙ "ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΟΥ ΓΑΛΑΞΙΑ" ΕΧΟΥΝ ΠΛΑΚΑ...

Ο σκηνοθέτης James Gunn είναι ουσιαστικά άγνωστος και το κόμικς της Marvel "Οι Φύλακες του Γαλαξία" (Guardians of the Galaxy) το ίδιο, καθώς κάθε άλλο παρά συγκαταλέγεται στα μεγάλα ονόματα της σουπερηρωικής εταιρίας. Αυτά όμως δεν εμποδίζουν την ταινία του 2014 να γίνει η μεγαλύτερη ίσως επιτυχία της χρονιάς. Με δεδομένη την απόλυτη πλέον κυριαρχία (δυστυχώς) παρόμοιων μαρβελοειδών ταινιών, θα έλεγα ότι καλά κάνει. Γιατί αν μη τι άλλο, το συγκεκριμένο φιλμ είναι διασκεδαστικότατο.
Το καλό (για μένα τουλάχιστον) είναι ότι δεν πρόκειται για μία ακόμα σουπερηρωική ταινία με κάποιον με περίεργες ιδιότητες τύπο, που σχεδον τα κάνει όλα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κωμωδία / παρωδία επιστημονικής φαντασίας, που παίζει άφοβα με τα κλισέ, διαθέτει έξυπνες ατάκες, κάνει διαρκείς αναφορές στην ποπ κουλτούρα (κοινός τόπος για αρκετά χρόνια σε παρόμοια φιλμ), δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της, διαθέτει ηθελημένη αφέλεια (και μάλλον εύκολο τέλος) και - προφανώς - είναι θεαματική και με έντονη δράση (τα δύο τελευταία είναι πλέον τόσο συνηθισμένα σε κάθε αμερικάνικο wanna be μπλογκμπάστερ, που φοβάμαι ότι έχουν  πάψει πια να αποτελούν πλεονέκτημα). Έτσι το όλο πράγμα παρακολουθείται ευχάριστα. Επίσης ο "κακός" είναι από τους πλέον σκοτεινούς και τρομακτικούς μέσα στη βλοσυρότητά και τον φανατισμό του.
Η πενταμελής, πολυφυλετική (παντελώς διαφορετικά όντα, ακόμα κι ένας κινούμενος... κορμός δέντρου) ομάδα αποτελείται βασικά από αμοραλιστές, κυνικούς αντιήρωες, που τουλάχιστον σε πολύ μεγάλο μέρος του φιλμ κάνουν ό,τι κάνουν για προσωπικά συμφέροντα και όχι για να σώσουν κανέναν. Άλλωστε και οι ίδιοι αρχικά είναι εχθροί και κάπου αναγκάζονται να συμμαχήσουν για να επιβιώσουν. Όλα αυτά μας φέρνουν πολύ μακριά από το κλασικό ηρωικό πρότυπο και τις ευαισθησίες των Σούπερμαν, Σπάιντερμαν και πάμπολλων άλλων ...μαν, κι αυτό, ξαναλέω, για μένα τουλάχιστον είναι θετικό. Σε πολλά σημεία τέλος η ταινία μου έφερε στο νου τον αρχικό "Πόλεμο των Άστρων".
Γενικά νομίζω ότι πρόκειται για ευχάριστα χαβαλετζίδικο blogbuster, που μέσα του κρύβει την ψυχή ενός b-movie (αλλά και τις εμφανίσεις ηθοποιών όπως η Γκλεν Κλόουζ και ο Μπενίτσιο Ντελ Τόρο). Αν είστε φίλοι τέτοιου είδους χαβαλέ, πρόκειται για ένα από τα πολύ καλά δείγματα του είδους. Αλλιώς να το αποφύγετε αδίστακτα.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 10, 2014

"ΑΦΘΑΡΤΟΣ": ΜΙΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΗ ΕΞΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥς ΣΟΥΠΕΗΡΩΕΣ

Το 2000 ο M. Night Shyamalan, έχοντας μόλις προκαλέσει τεράστια αίσθηση με την "6η Αίσθηση", επιστρέφει με τον "Άφθαρτο" (Unbreakable), μια ταινία που και πάλι επιχειρεί να ποντάρει στη σεναριακή της πρωτοτυπία (και χρησιμοποιεί και πάλι τον Μπρους Γουίλις).
Ένας άνθρωπος, ο μόνος επιζών από ένα μεγάλο σιδηροδρομικο δυστύχημα με 131 νεκρούς, μαθαίνει κάτι απίστευτο για τον εαυτό του. Ένας παράδοξος τύπος, φανατικός και συλλέκτης κόμικς, θα τον πλησιάσει και, σιγά - σιγά θα του εκθέσει μια πραγματικά απίθανη θεωρία. Τι απ' όλα αυτά είναι αλήθεια και τι όχι;
Ακούγονται κάπως σκοτεινά και γριφώδη τα παραπάνω, δεν μπορώ όμως να σας αποκαλύψω περισσότερα, καθώς θα καταστρέψω τη σεναριακή πρωτοτυπία που λέγαμε. Δεν μπορώ να σας πω ούτε τι ανακαλύπτει ο ήρωας για τον εαυτό του ούτε τη θεωρία του άλλου. Οι σχέσεις των δύο βασικών χαρακτήρων πάντως θα παραμείνουν τεταμένες μέχρι τέλους.
Η ιδέα είναι όντως πρωτότυπη. Ταυτόχρονα το φιλμ λειτουργεί σαν φόρος τιμής στα κόμικς - σουπερηρωικά κυρίως, τα οποία παίζουν βασικό ρόλο στην πλοκή (τα ίδια τα κόμικς ως τέτοια, όχι οι σούπερήρωες καθεαυτοί). Άλλωστε ο εκκεντρικός συλλέκτης κόμικς αναλύει και φαίνεται να γνωρίζει τα πάντα γι' αυτά. Και, συγχρόνως, διαθέτει και μια παράδοξη θεωρία για το τι είναι στην πραγματικότητα οι σούπερήρωες.
Έτσι, το φιλμ με κράτησε σε αγωνία μέχρι τέλους. Ωστόσο ο Σιάμαλαν βάζει όλους τους ηθοποιούς του να παίζουν πολύ υποτονικά, να μιλάνε σχεδόν ψιθυριστά. Υποθέτω ότι αυτό γίνεται για λόγους δημιουργίας ατμόσφαιρας, και νομίζω ότι ως ένα βαθμό αυτό επιτυγχάνεται, πλην όμως πιθανόν να το παρακάνει. Αυτό όμως που με ενόχλησε περισσότερο είναι η τελική αποκάλυψη - ανατροπή. Στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει με τις ανατροπές όσο περισσότερο μπορεί, ο σκηνοθέτης νομίζω ότι ξεπερνά κάποια όρια και, τελίκά, μοιάζει να ενδιαφέρεται μόνο για τον πάσει θυσία εντυπωσιασμό του θεατή. Κρίμα, γιατί κατά τα άλλα, οι ιδέες του είναι όντως πρωτότυπες.
Συνολικά λοιπόν μπορεί να μη με έπεισε, νομίζω όμως παραμένει μια παράξενη ταινία, που δύσκολα ξεχνάς. Ίσως μάλιστα να αποτελεί και ένα είδος cult για τους φίλους των κόμικς. Τελικά πάντως, παρά τον εντυπωσιασμό, δεν νομίζω ότι ο Σιάμαλαν είναι μεγάλος σκηνοθέτης. Η συνέχειά του δυστυχώς το απέδειξε περίτρανα (προσωπική μου γνώμη είναι ότι εκτός από την αξέχαστη "6η Αίσθηση" μόνο αυτή εδώ η ταινία και το "Σκοτεινό Χωριό" αντέχουν κάπως. Οι υπόλοιπες...)

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 08, 2014

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΚΑΙ ΤΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΜΑΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ

Ο εκ Κεμπέκ γαλλόφωνος καναδός Denis Villeneuve κατά τη γνώμη μου εξελίσεται αθόρυβα σε έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς. Μετά το πολύ δυνατό (πλην όμως "τραβηγμένο") "Μέσα από τις Φλόγες" και το εξαιρετικό "Prisoners" ακολουθεί το 2013 ο "Άνθρωπος Αντίγραφο" (Enemy), μια από τις πιο αινιγματικές και παράξενες ταινίες των τελευταίων ετών, βασισμένη - χαλαρά όπως μαθαίνω, αφού δεν το έχω διαβάσει - σε μυθιστόρημα του πορτογάλου νομπελίστα Σαραμάγκου.
Ένας "μέτριος", άχαρος και μάλλον καταπιεσμένος "συνηθισμένος άνθρωπος", καθηγητής ιστορίας, βλέποντας μια ταινία σε dvd εντοπίζει έναν ηθοποιό με τον οποίο μοιάζει σα νά' ναι δυο σταγόνες νερό. Μαθαίνοντας ότι είναι κι αυτός κάτοικος του Τορόντο, αποφασίζει να τον συναντήσει και από τότε η ζωή του θα αλλάξει δραματικά. Θα έλεγα μάλιστα ότι από πολλές απόψεις θα μετατραπεί σε εφιάλτη.
Η ταινία κινείται ανάμεσα στο κλίμα του Κάφκα, του Λυντς και του Μπουνιουέλ. Βρίσκεται πιο κοντά σε ένα σουρεαλιστικό εφιάλτη παρά σε μια δομημένη ταινία του φανταστικού. Γι' αυτό - προειδοποιώ - μην περιμένετε καθαρές εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν. Πρόκειται για περίπτωση δίδυμων (πιστεύω ότι αποκλείεται λόγω μιας πανομοιότυπης ουλής), για μια φαντασίωση του ψυχικά "παράξενου" ήρωα ή... για τι άλλο; Μπορείτε να να εικάσετε ό,τι νομίζετε. Σίγουρα όμως τα ψυχαναλυτικά μοτίβα είναι πάμπολλα (οι γυναίκες που μετατρέπονται σε αράχνες, η μητέρα κλπ.) Στην  ουσία όμως νομίζω ότι ο αδέξιος, εγκλωβισμένος ήρωας "δημιουργεί" ένα πολύ πιο κοινωνικό, ζωντανό και λιγότερο προβληματικό αντίγραφο του εαυτού του, ένα αντίγραφο που θαυμάζει, ζηλευει και μισεί ταυτόχρονα και από το οποίο έλκεται και απωθείται. Ίσως η μετριότητα και η άχαρη ζωή μας φτιάχνει μια εικόνα αυτού που θα θέλαμε να είμαστε. Κι ίσως, τρομαγμένοι από ό,τι δημιουργήσαμε, θέλουμε να σκοτώσουμε το πλάσμα αυτό, να απαλλαγούμε απ' αυτό. Ίσως, λέω και επαναλαμβάνω ότι οι ερμηνείες μπορεί να είναι διαφορετικές. Άλλωστε το απροσδόκητο και ανοιχτό σε αναγνώσεις τέλος συνάδει σ' αυτό.
Η ταινία, με τη μουντή φωτογραφία και ένα Τορόντο βουτηγμένο σε μια κιτρινωπή αχλύ, κάτι σαν ομίχλη, δημιουργεί μια "άρρωστη" ατμόσφαιρα, που συμβάλλει στην όλη παραισθητική εικόνα. Η ανάπτυξη είναι αργή - προειδοπιώ και γι' αυτό - και τα τόσα ανοιχτά ερωτήματα μπορεί να ενοχλήσουν μεγάλο μέρος των θεατών. Όσοι λοιπόν ζητάτε ένα σαφές, "καθαρό" σινεμά, αποφύγετε το φιλμ. Πιστεύω όμως ότι οι οπαδοί του παράδοξου θα το εκτιμήσουν δεόντως.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 05, 2014

ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ

Στις αρχές της δεκαετίας του 60 αναδύεται στη Βρετανία το λεγόμενο Free Cinema, ένα "κίνημα" με κάποιες σχέσεις με τον προγενέστερο ιταλικό νεορεαλισμό, με την έννοια ότι οι δημιουργοί του προσβλέπιυν σε μια ρεαλιστική καταγραφή της καθημερινότητας των ηρώων, γυρίζουν σε φυσικούς χώρους, αποφεύγουν κάθε είδους "επικές" και glamorous κατευθύνσεις. Χαρακτηριστική ταινία είναι το "Σάββατο Βράδι Κυριακή Πρωί", που γύρισε το 1960 ο τσέχος Karel Reisz (1926-2002), που έζησε και έδρασε στην Αγγλία, με έναν αξέχαστο νεαρό τότε Άλμπερτ Φίνεϊ.
Πρόκειται για την καθημερινότητα ενός "επαναστάτη χωρίς αιτία". Ο ήρωας είναι εργάτης, ζει με τους γονείς του σε φτωχική και καταθλιπτική γειτονιά και, μην έχοντας πού και πώς αλλιώς να ξεφύγει από το πνιγηρό περιβάλλον και να ξεσπάσει, βρίσκει διέξοδο στο ρόλο του "κακού παιδιού". Είναι κυνικός, αλαζόνας, τσαμπουκάς, πίνει και μπλέκει σε καυγάδες και τα έχει κρυφά με τη μεγαλύτερή του σύζυγο ενός συναδέλφου του. Κάποια στιγμή θα ερωτευτεί μια κοπέλα - συντηρητική βεβαίως παρά τη μοντέρνα της εμφάνιση - και θα ξεκινήσει μια διαδικασία συμβιβασμού. Συμβιβασμού με τη μιζέρια.
Η ταιριαστά ασπρόμαυρη καταγραφή της γκρίζας καθημερινότητας είναι αριστοτεχνική. Η άσχημη, εργατική συνοικία, οι περιορισμένοι τρόποι διασκέδασης, ο καθηλωμένος μπροστά στην τηλεόραση πατέρας, όλα συμβάλλουν στη σκιαγράφηση μιας καθόλου ευχάριστης, πνιγηρής ατμόσφαιρας. Ο νεαρός ήρωας είναι αντιπαθής και "κακός", αλλά μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τους λόγους της "άγριας" συμπεριφοράς του αν αναλογιστούμε το περιβάλλον και τις συνθήκες ζωής. Αν ο χαρακτήρας κάποιου είναι κάπως επαναστατικός, είναι αναμενόμενο να αντιδρά όπως ο Άρθουρ. Μόνο που η "επανάσταση" αυτή δεν μπορεί να εντοπίσει τις βαθύτερες αιτίες της μιζέριας και εκδηλώνεται με όντως "κακούς" τρόπους (και πολύ μακριά από όσους θα έπρεπε να είναι οι αληθινοί στόχοι). Άλλωστε το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο συμβάλλει σ' όλα αυτά. Το τέλος είναι ένα είδος πικρού χάπι εντ. Την ευτυχία του ζεύγους μοιάζει να σκιάζει ο διαφαινόμενος απόλυτος συμβιβασμός του πρωταγωνιστή.
Ίσως να βαριέστε τις πολύ ρεαλιστικές, ντοκιμαντερίστικης αισθητικής ταινίες. ωστόσο αυτή εδώ είναι μια από τις καλύτερες τέτοιες, κλασικές στο είδος, και άσκησε μεγάλη επιροή στην εποχή της. Έχει γραφτεί ότι  ο Τζον Λένον επηρεάστηκε απ' αυτή (θυμηθείτε τους στίχους του Working Class Hero), αλλά και ότι ο ήρωας αποτέλεσε έναν πολύ πιο ήπιο (λόγω εποχής) πρόδρομο του σατανικού ήρωα στο "Κουρδιστό Πορτοκάλι". Και, τα ξαναείπα, το φιλμ είναι δυνατό, ακόμα και μέσα στην άσχημη καθημερινότητά που τόσο πετυχημένα καταγράφει.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 03, 2014

ONE MAN SHOW... ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΧΡΟΝΟ

Υπάρχουν ταινίες που μπορούν να γίνουν αξιομνημόνευτες και μόνο για την ιδιαιτερότητά τους. Το "Σε Λάθος Χρόνο" (Locke, 2013) δεν είναι μόνο αυτή η περίπτωση, αφού έχει και κάτι παραπάνω να πει εκτός από μια πρωτότυπη σεναριακή ιδέα. Ο Steven Knight είναι κυρίως γνωστός σεναριογράφος και αυτή είναι η δεύτερη μόλις σκηνοθεσία του (σε δικό του προφανώς σενάριο).
Τι γίνεται λοιπόν εδώ; Απλούστατα έχουμε μια ταινία όπου επί μιάμιση ώρα ένας άνδρας οδηγεί νύχτα το αυτοκίνητό του μιλώντας διαρκώς στο κινητό του. Τίποτα άλλο. Κανείς άλλος δεν εμφανίζεται ούτε και κανένας άλλος χώρος. Η δράση διαδραματίζεται σε πραγματικό χρόνο, στην μιάμιση ώρα δηλαδή που κρατά η ταινία. Ο ήρωας, ένας οικογενειάρχης μεσοαστός μηχανικός, ενώ το άλλο χάραμα τον περιμένει η σημαντικότερη δουλειά της ζωής του, μόλις σχολάσει το βράδι, αντί να πάει σπίτι τα παρατά όλα και αρχίζει να οδηγεί προς το Λονδίνο, απομακρυνόμενος από την πόλη του. Στο τηλέφωνο ανακοινώνει στους πάντες ότι δεν μπορεί να παρευρεθεί το πρωί και δίνει οδηγίες σε έναν πανικόβλητο υφιστάμενο για το πώς ακριβώς θα γίνει η πολύπλοκη πρωινή δουλειά... Σταδιακά θα μάθουμε γιατί φεύγει, καθώς και τα μεγάλα ηθικά διλήμματα που τον ταλανίζουν, και τα οποία απαιτούν γενναίες αποφάσεις.
Το φιλμ είναι κοινωνικό και ρεαλιστικό. Ωστόσο είναι διαπραγματευμένο σαν θρίλερ, με την έννοια ότι όλα αυτά που συμβαίνουν, οι αναποδιές, η προσπάθεια για "εξ αποστάσεως" άμεσες λύσεις, ο αγώνας με το χρόνο, δημιουργούν σασπένς που κλιμακώνεται όσο περνά η ώρα, κάνοντας το όλο πράγμα αγχωτικό. Ναι λοιπόν, ένας άνθρωπος που επί 85 λεπτά οδηγεί μιλώντας στο κινητό, καταφέρνει να κρατήσει τον θεατή! Φυσικά αυτό στηρίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος στον πολύ καλό Τομ Χάρντι, δίχως το παίξιμο του οποίου δεν θα μπορούσε να πετύχει ένα τέτοιο παράτολμο εγχείρημα.
Όσο για τα διλήμματα... Ουσιαστικά πρόκειται για ηθικό θέμα. Ο ήρωας - πρακτικός και προσγειωμένος τύπος - είναι ηθικά ακέραιος και διαθέτει έντονη την αίσθηση του καθήκοντος. Πού μπορεί να οδηγήσει όμως αυτό; Ποιο είναι το τίμημα και πόσα πράγματα που στηρίζουν κυριολεκτικά όλη του τη ζωή είναι διατεθειμένος να θυσιάσει για να περιφρουρήσει την ηθική του ακεραιότητα; Ναι, υπάρχει διάχυτη η μικροαστική ηθική. Αλλά το φιλμ θέτει μια σειρά από ερωτήματα: Αξιζει άραγε η ακεραιότητα που περιγράψαμε, όταν η διατήρησή της οδηγεί - με τη μικροαστική λογική πάντοτε - σε απόλυτη δυστυχία; Η ψυχή σου ή ολόκληρη η ζωή σου; Και μήπως αυτή ακριβώς η ακεραιότητα του χαρακτήρα είναι ταυτόχρονα και αδύνατο σημείο που απειλεί και τους οικείους σου με δυστυχία; Πόσο πολύπλοκη είναι τελικά η ζωή...
Ίσως κάποιοι - παρά το σασπένς που περιέγραψα - να κουραστούν τελικά. Σίγουρα πάντως πρόκειται για ενδιαφέρον φιλμ και, αν μη τι άλλο, πρωτότυπο.

Δευτέρα, Αυγούστου 04, 2014

ΚΑΛΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟ!

Πιστό στις παραδόσεις, το blog σας χαιρετά για το υπόλοιπο του Αυγούστου για να κολυμπήσει. Καλώς ήλθατε όσοι επιστρέψατε από διακοπές, καλά να περάσετε όσοι θα πάτε και μακάρι να είναι μόνο για φέτος όσοι δεν θα πάτε καθόλου.
Ίσως γράψουμε για (λίγες) ταινίες, ίσως όχι. Ραντεβού το Σεπτέμβριο!

ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ (Ή ΜΗΠΩΣ ΕΥΚΟΛΑ ΜΕΛΟ) "ΚΛΕΦΤΡΑ ΒΙΒΛΙΩΝ"


Η "Κλέφτρα των Βιβλίων" βασίζεται στο ομώνυμο best seller του 30άρη μόλις Μάρκους Ζούσακ. Στην οθόνη μεταφέρθηκε το 2013 από τον Brian Percival με σκοπό, νομίζω, να συγκινήσει τα πλήθη και να γίνει και κινηματογραφικό best seller.
Η ιστορία μας μεταφέρει στη ναζιστική Γερμανία, όπου ένα μικρό κορίτσι αναγκάζεται να φιλοξενηθεί σε θετή οικογένεια, αφού η μητέρα της, ως κομουνίστρια, "εξαφανίζεται" από τα ναζιστικά κτήνη. Η μικρή είναι αναλφάβητη, χάρη όμως στον καλοκάγαθο πατριό της, αποκτά πάθος για τα βιβλία, φτάνοντας σε σημείο μάλιστα να τα κλέβει. Τα βιβλία, σημειωτέον, τα οποία καίνε σε τελετουργικές πυρές οι ναζί. Το παζλ θα συμπληρωθεί όταν ένας νεαρός εβραίος κρύβεται για καιρό στο υπόγειο της οικογένειας, ενώ ένας συμμαθητής της ηρωίδας την ερωτεύεται - ενώ όλη σχεδόν η υπόλοιπη τάξη την χλευάζει.
Καλά όλα αυτά, αλλά νομίζω ότι δίνονται με μεγάλη δόση ευκολίας, με στόχο τη συγκίνηση του θεατή. Φυσικά η φρίκη της εποχής δεν κρύβεται, πλην όμως η όλη ιστορία αναπτύσεται μάλλον σαν παραμύθι. Οι χαρακτήρες είναι απλοί - καλοί, κακοί και κάποιοι, όπως η θετή μητέρα, άγρια επιφανειακά, χρυσή καρδιά όμως κατά βάθος. Υπάρχει και το εύρημα του βιβλίου, το οποίο ακολουθείται και στην ταινία: Ο αφηγητής της όλης ιστορίας είναι ο... Θάνατος, ο οποίος βέβαια είχε την τιμητική του στην Ευρώπη της εποχής. Αφηγείται με μια κυνική, ειρωνική διάθεση όσο δραματικά και συγκινητικά συμβαίνουν, ωστόσο εμένα μου φάνηκε κάπως αχρείαστο το όλο εύρημα, μόνο για ενυπωσιασμό. Κι αν ακόμα δεν υπήρχε, η ταινία θα ήταν ολόιδια, δίχως τίποτα να αλλάζει.
Ξέρω ότι το φιλμ γενικά άρεσε στον πολύ κόσμο. Είναι από τις περιπτώσεις που θα φανώ λίγο στριφνός, αλλά προσωπικά μου φάνηκε μάλλον εύκολα μελό. Καλογυρισμένο είναι, υπάρχουν καλοί ηθοποιοί (ο Τζέφρεϊ Ρας και η Έμιλι Γουότσον), αλλά συνολικά κάτι δεν μου πήγε. Ίσως το μελό στοιχείο της και η μάλλον αναμενόμενη εξέλιξη σε σχέση με τη μοίρα της μικρής ηρωίδας. Όσοι πάντως ψάχνετε για ένα ευαίσθητο-και-σαν-παραμύθι δράμα, δείτε το. Και, στο κάτω-κάτω, δεν είναι ποτέ κακό στις μέρες μας να υπενθυμίζει κανείς τη ναζιστική κόλαση, την οποία καταντήσαμε (ως κοινωνία) να "νοσταλγούν" πολλοί (μάλλον από ασυγχώρητη άγνοια)...

Σάββατο, Αυγούστου 02, 2014

"ΘΕΕ ΜΟΥ, ΤΙ ΣΟΥ ΚΑΝΑΜΕ" Ή ΤΑ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΑ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ ΕΙΔΩΜΕΝΑ ΚΩΜΙΚΑ

Η γαλική κωμωδία του 2014 "Θεέ μου, τι σου κάναμε;" (Qu'est-ce qu'on a fait au bon dieu?) του μάλλον μέτριου Philippe de Chauveron έκανε φοβερή επιτυχία στη Γαλλία και άρεσε και στο ελληνικό κοινό, ενώ πήρε πολύ μέτριες κριτικές. Συγνώμη, αλλά αυτή τη φορά είμαι με τους κριτικούς και όχι με το κοινό.
Το συντηρητικό ζεύγος Βερνέιγ (κεντροδεξιός γκωλικός εκείνος, θρήσκα καθολική εκείνη) έχει τέσσερεις κόρες και φέρει βαρέως - αν και πασχίζει να μην το δείχνει - το ότι οι τρεις απ' αυτές παντρεύτηκαν δεύτερης γενιάς εβραίο, μαροκινό και κινέζο αντίστοιχα. Όταν έρχεται η σειρά της τέταρτης, το σοκ είναι ακόμα μεγαλύτερο και όλοι αρχίζουν να συνωμοτούν ώστε να μη γίνει ο γάμος. Ωστόσο...
Η ταινία παίζει διαρκώς με τα ρατσιστικά κλισε, όχι με κακία βέβαια, αλλά με αστείο τρόπο, διακωμωδώντας τα και δηλώνοντας επίσης ότι τέτοιες προκαταλήψεις υπάρχουν σε όλες τις πλευρές και όχι μόνο από τους λευκούς προς τους "έγχρωμους". Άλλοτε λοιπόν είναι όλοι εναντίον όλων, αλλότε κάποιοι συμμαχούν μεταξύ τους ενάντια σε άλλους κλπ. Ο στόχος είναι να βγαίνει όσο πιο πολύ γέλιο γίνεται. Επικίνδυνο το όλο θέμα, στις μέρες μας ιδιαίτερα, αλλά ομολογώ ότι, όπως ξαναείπα, δεν αντιμετωπίζεται με κακία ούτε μονομερώς. Και, στο κάτω - κάτω, το όλο πράγμα σατιρίζεται δίχως ο σκηνοθέτης να δείχνει να υποστηρίζει ρατσιστικά πρότυπα.
Το πρόβλημά μου είναι ότι προσωπικά δεν γέλασα τόσο πολύ. Υπήρχαν έξυπνες σκηνές και ατάκες, αλλά ούτε τόσο πολλές ούτε και τόσο έξυπνες πια κατά τη γνώμη μου. Όσο για το σενάριο, το βρήκα μάλλον αφελές και πολύ, μα πολύ προβλέψιμο και "εύκολο". Όλα λύνονται πολύ απλά, απλοϊκά θα έλεγα, όλα πάνε όπως τα περιμένεις και... τέλος καλό όλα καλά. Σαν μια εύκολη λαϊκή κωμωδία που έρχεται από πολύ παλιά, απλώς έχει ένα σύγχρονο θέμα, αυτό των μεικτών γάμων. Το όλο πράγμα μου φάνηκε πολύ κλισέ. Έτσι - προσωπικά πάντοτε - δεν μπορώ να συμμεριστώ τη γνώμη του κοινού (και φίλων) που δηλώνουν ότι διασκέδασαν αφάνταστα.
Χαριτωμένο λοιπόν και σχετικά διασκεδαστικό μέσα στην ευκολία και την αφέλειά του, αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε. Το "προσπέρασα" σε ελάχιστο χρόνο.

Δευτέρα, Ιουλίου 28, 2014

ΤΑ ΗΘΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΣΤΟ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΡΕΝΟ ΑΠΌ ΤΟ ΓΚΑΝ ΧΙΛ"

Από τα κλασικά γουέστερν που "ζουν" μέχρι σήμερα, "Το Τελευταίο Τρένο από το Γκαν Χιλ" γυρίστηκε το 1959 από τον έμπειρο John Sturges (1910-1992). Περιέχει πολλά "στάνταρ" του είδους, αλλά προσφέρεται και για γενικότερο προβληματισμό.
Δύο νεαροί βιάζουν και στη συνέχεια σκοτώνουν κτηνωδώς μια ινδιάνα ("σιγά, μωρέ, ινδιάνα ήταν..." θα ακουστεί συχνά κατά τη διάρκεια του φιλμ από διάφορα στόματα). Στην πόλη - κλασική επικίνδυνη οπόλη του Ουέστ, που ελέγχεται από έναν μεγαλοκτηματία και δεν πολυνοιάζεται για νόμο κάθε μορφής - φτάνει ένας σερίφης για να συλλάβει τους ένοχους. Σύντομα θα ανακαλύψει ότι ο ένας είναι ο μοναχογιός του προαναφερθέντος μεγαλοκτηματία. Και επιπλέον, για να περιπλακούν κι άλλο τα πράγματα, ο κτηματίας υπήρξε παλιά ο καλύτερός του φίλος, ενώ η νεκρή ινδιάνα ήταν η γυναίκα του σερίφη...
Η ταινία σε πρώτη ανάγνωση είναι μια τυπική ιστορία εκδίκησης, συνηθισμένη στο είδος. Πέραν αυτού όμως θέτει και μια σειρά από ηθικά διλήμματα: Πόσο μπορεί κανείς να ρισκάρει για να κρατήσει ανέπαφες τις ηθικές αρχές του και να κάνει τον νομο και την αίσθηση του δικαίου να θριαμβεύσουν, ανεξάρτητα από το πόσο κινδυνεύει ο ίδιος; Τι γίνεται όταν συγκρούονται το καθήκον με τη βαθειά φιλία; Ποιο είναι το αληθινό κίνητρο του ήρωα; Το καθήκον ή η προσωπική εκδίκηση; Έτσι ο προβληματισμός του φιλμ βρίσκεται κοντά σ' αυτόν του επίσης κλασικού "Το Τρένο θα Σφυρίξει Τρεις Φορές" (High Noon), αλλά και άλλων φιλμ. Επίσης, όπως συμβαίνει και με άλλα γουέστερν, ένα μόνιμο υποβόσκον θέμα είναι το σταδιακό πέρασμα των ΗΠΑ ως χώρας από μια απόλυτα ανεξέλεγκτη, δίχως κανόνες κατάσταση, όπου επικρατεί απλώς ο νόμος του ισχυρού, σε μια έννομη, οργανωμένη πολιτεία όπου ισχύει κάποιο δίκαιο (όσο τέλος πάντων ισχύουν όλα αυτά ακόμα και σήμερα, όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά παντού). Και ταυτόχρονα ξύνει την πληγή του αφόρητου, κτηνώδους ρατσισμού των "πολιτισμένων" λευκών αποίκων απέναντι στους ινδιάνους (τους οποίους, ως γνωστόν, εξολόθρευσαν).
Παράλληλα με όλα αυτά το φιλμ προχωρά αργά και σταθερά προς την κορύφωση και γίνεται μάλιστα όλο και πιο κλειστοφοβικό και αγωνιώδες με την πολιορκία του ήρωα και του ομήρου του στο σαλούν από τη συμμορία. Επίσης ο "κακός" κτηματίας δεν είναι απλώς μια καρικατούρα κακού, αλλά διαθέτει πολυεπίπεδο χαρακτήρα, απ' τον οποίο δεν λείπει η προσωπική ηθική και ένας δικός του κώδικας τιμής. Κερκ Ντάγκλας και Άντονι Κουίν είναι οι κλασικοί αντίπαλοι / φίλοι. Γενικά πρόκειται κατά τη γνώμη μου για πολύ καλό φιλμ, που αξίζει να δείτε, ιδιαίτερα αν είστε φίλος των κλασικών γουέστερν-με-όχι-μόνο-πιστολίδι-και-ξύλο...

Κυριακή, Ιουλίου 27, 2014

Η ΑΥΓΗ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ ΤΩΝ ΠΙΘΗΚΩΝ ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Τελικά ο σχετικά άγνωστος Matt Reeves δεν είναι καθόλου τυχαίος σκηνοθέτης. Μετά τα "Cloverfield" και το αμερικάνικο "Άσε το Κακό να Μπει", καθόλου κακά και τα δύο, μπαίνει στον κόσμο της σειράς του "Πλανήτη των Πιθήκων" με τον υπότιτλο "Η Αυγή" (2014). Και νομίζω ότι τα καταφέρνει εξ ίσου καλά.
Το φιλμ μας βάζει σε έναν ακόμα μετακαταστροφικό κόσμο: Ένας ιός έχει αποδεκατίσει την ανθρωπότητα. Οι ελάχιστοι επιζώντες ζουν σε κοινότητες με ελάχιστη τεχνολογία. Αυτό που αγνοούν είναι ότι κοντά τους (κάπου έξω από το Σαν Φρανσίσκο συγκεκριμένα) οι νοήμονες πίθηκοι έχουν πολλαπλασιαστεί και έχουν οργανώσει μια ανεπτυγμένη κοινότητα, υπό την αρχηγία βεβαίως του Σίζαρ, που κυβερνά σοφά. Οι δύο "κόσμοι" ειναι μοιραίο κάποια στιγμή να έλθουν σε επαφή και τα προβλήματα θα αρχίσουν.
Θα σας πω γιατί μου άρεσε η ταινία: Πρώτα - πρώτα είναι εξαιρετική οπτικά. Το μετακαταστροφικό τοπίο οπτικοποιείται με δύναμη, κυρίως όμως είναι οι σκηνές με την αποικία των πιθήκων και με το πλήθος τους να δεσπόζει σε διάφορους χώρους που κόβουν την ανάσα. Από την άλλη η αγωνία για το τι θα συμβεί αυξάνεται διαρκώς, οπότε νομίζω ότι το "κράτημα" του θεατή είναι δεδομένο.Το μόνο που με ενοχλεί είναι το τέλος, όχι επί της ουσίας, αλλά επειδή είναι όλα τόσο έτοιμα και τόσο ανοιχτά για την επόμενη συνέχεια της σειράς...
Ωστόσο βρίσκω σημαντικότατο και τον προβληματισμό του φιλμ: Ουσιαστικά μιλά για την αυτοκαταστροφικότητα του ανθρώπινου γένους (και του γένους των πιθήκων από τη στιγμή που αναπτύσουν ανθρώπινου στιλ πολιτισμό, άρα ουσιαστικά γίνονται μια μεταφορά της ανθρώπινης κοινωνίας). Αυτοκαταστροφικότητα που κυρίως έγκειται στον μιλιταρισμό, στην τάση για καταφυγή στη βία. Από εκεί και πέρα, όταν το "μικρόβιο" εισχωρεί και στον κόσμο των πιθήκων, δεν υπάρχει επιστροφή. Και δεν νομίζω ότι αμφιβάλλει κανείς ότι ο πόλεμος είναι ό,τι χειρότερο "επινόησε" η ανθρωπότητα... Ταυτόχρονα το φιλμ μπορεί να μιλά και για θέματα όπως ο ρατσισμός (η στάση ενός μέλους της αρχικής ανθρώπινης αποστολής είναι χαρακτηριστική) ή η ανθρώπινη δίψα για εξουσία - συνιφασμένη με την προαναφερθείσα μιλιταριστική κατάρα. Βέβαια οι χαρακτήρες είναι από την πρώτη στιγμή χωρισμένοι αυστηρα σε καλούς - κακούς, αλλά στο Χόλιγουντ βρισκόμαστε, σε υπερπαραγωγή μάλιστα, οπότε αυτά είναι αναμενόμενα.
Συνολικά λοιπόν το βρήκα αξιοπρεπέστατο μπλόγκμπάστερ, από τα καλά του είδους. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο μεγάλος Tim Burton έφαγε τα μούτρα του όταν επιχείρησε να κάνει ένα είδος ριμέικ της πρώτης ταινίας του 1968, φτιάχνοντας νομίζω τη χειρότερη ταινία του.

Πέμπτη, Ιουλίου 24, 2014

ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΝΕΟ "ΤΡΙΤΟ ΑΝΘΡΩΠΟ" ΣΤΟ "THE MAN BETWEEN"

Ο σημαντικός βρετανός σκηνοθέτης Carol Reed (1906-1976) είχε γυρίσει το 1949 την καλύτερη ισως ταινία του, τον "Τρίτο Άνθρωπο". Το 1953 γυρίζει το κατασκοπικό "The Man Between" σε μια προσπάθεια να επαναλάβει τον προηγούμενο θρίαμβό του. Η ταινία είναι νομίζω καλή, αλλά δεν φτάνει το κλασικό αριστούργημα του 1949.
Σίγουρα οι ομοιότητες είναι αρκετές. Χαώδης μεταπολεμική κατάσταση, φτώχεια και εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, ερειπωμένες από βομβαρδισμούς πόλεις, πολύπλοκες ίντριγκες... Η ατμόσφαιρα των δύο ταινιών μοιάζει πολύ. Μόνο που εδώ η πόλη που "πρωταγωνιστεί" ουσιαστικά στο φιλμ δεν είναι η Βιέννη, αλλά το Βερολίνο. Διότι, αν έπρεπε να βρούμε τον ουσιαστικό πρωταγωνιστή, αυτός είναι η ίδια η πόλη.
Εκεί θα φτάσει η βρετανή ηρωίδα, για να φιλοξενηθεί για λίγο από τον στρατιωτικό γιατρό αδελφό της, ο οποίος έχει γνωρίσει και παντρευτεί μια γερμανίδα. Από την αρχή η κοπέλα θα καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά με τη σύζυγο. Βιαστικά τηλέφωνα, κρυφές συναντήσεις, έκδηλο άγχος... Πρόκειται για κάποια απιστία ή για κάτι μεγαλύτερο; Σύντομα θα κάνει και την εμφάνισή του ένας μυστηριώδης γερμανός, μάλλον τυχοδιώκτης, που φαίνεται να ξέρει από παλιά την κοπέλα και τα πράγματα θα γίνουν πολύπλοκα, κυρίως όσον αφορά τη σχέση του με την αγγλίδα αδελφή. Ταυτόχρονα κυριαρχεί ένα σκοτεινό φόντο από μηχανοραφίες ανάμεσα σε δυτικούς και ανατολικούς...
Η ταινία είναι ατμοσφαιρική, κυρίως λόγω του σκηνικού. Παντού δεσπόζει το ερειπωμένο Βερολίνο, ισοπεδωμένο σε πολλά σημεία από τους βομβαρδισμούς, γεμάτο βουνά από μπάζα και κατεστραμένα κτίρια που υψώνονται σα στοιχειωμένα, χωρισμένο σε "δυτικό" και "ανατολικό" - βλέπε κομμουνιστικό - τομέα (το Τείχος δεν είχε ακόμα χτιστεί), πλημμυρισμένο από ανατολικούς πρόσφυγες που αναζητούν καλύτερη μοίρα στη Δύση. Όλα αυτά επιτείνουν το χάος και την ανησυχητική, γεμάτη ανασφάλεια ατμόσφαιρα. Και φυσικά, όπως είπαμε, ανάμεσα σ' όλα αυτά οργιάζουν οι κατασκοπευτικές ίντριγκες (ο Ψυχρός Πόλεμος έχει αρχίσει για τα καλά).
Ναι, η ταινία είναι κι αυτή σαφώς ψυχροπολεμική. Τα στρατόπεδα είνα σαφή: Οι "καλοί" δυτικοί και οι "κακοί" ανατολικοί (κομμουνιστές). Από τα δίχτυα τους άλλωστε πασχίζει να ξεφύγει... ας μην αποκαλύψουμε ποιος ή ποιοι. Αυτό, είτε συμφωνείτε είτε όχι, πάρτε το σαν δεδομένο. Από εκεί και πέρα προτείνω να επικεντρωθείτε στην ανησυχητική και μυστηριώδη ατμόσφαιρα, στο σασπένς που όλο και μεγαλώνει όσο προχωρά το φιλμ, στην παρουσία του Τζέιμς Μέισον, στο δυνατό τέλος...
Είπαμε, δεν είναι "Τρίτος Άνθρωπος", την βρήκα όμως ενδιαφέρουσα ταινία.

Τρίτη, Ιουλίου 22, 2014

FIVE CΑRD STUD: ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ Ή ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ;


Ο Henry Hathaway (1898-1985) υπήρξε από τους τυπικούς, πολύ παραγωγικούς χολιγουντιανούς σκηνοθέτες, που δοκιμάστηκαν σε πολλά είδη. Δεν θεωρείται μεγάλος δημιουργός, απλώς καλός και αποτελεσματικός τεχνίτης. Το "Five Card Stud" γυρίστηκε το 1968 και είναι μια από τις σχετικά τελευταίες ταινίες της καριέρας του (γύριζε από το 1930!).
Δεν νομίζω ότι πρόκειται για μεγάλη ταινία. Διαθέτει όμως μια σημαντική ιδιορυθμία, για την οποία θα σας πω πιο κάτω. Λίγα όμως για την ιστορία: Σε τυπική πόλη του Φαρ Ουέστ, στο τυπικό σαλούν, 6 άνθρωποι παίζουν πόκερ. Όταν κάποιος απ' αυτούς συλλαμβάνεται να κλέβει, οι μεθυσμένοι συμπαίκτες του (πλην ενός, του μοναδικού επαγγελματία χαρτοπαίκτη), τον λυντσάρουν και τον κρεμάνε, παρά τις αντιρρήσεις του τελευταίου. Από εκεί και πέρα ένας - ένας αρχίζουν να δολοφονούνται, πάντοτε δι' απαγχονισμού. Ποιος είναι ο ένοχος και γιατί κάνει ό,τι κάνει;
Νομίζω ότι αντιληφθήκατε την ιδιορυθμία για την οποία έλεγα: Πρόκειται για ένα γουέστερν με καθαρά αστυνομική πλοκή, στα χνάρια μάλιστα των κλασικών ιστοριών της Άγκαθα Κρίστι. Ενώ υπάρχουν όλες οι συμβάσεις του είδους (οι καουμπόιδες, το ξύλο στο σαλούν, το ουίσκι, το πιστολίδι, ο οίκος ανοχής με την επικεφαλής "μαντάμ", το ράντσο κλπ.), η πλοκή είναι καθαρά αστυνομική. Αυτό που ενδιαφέρει τον θεατή δεν είναι τόσο το ποιος θα κερδίσει σε μια μονομαχία, αλλά το "ποιος το έκανε", όπως στα αστυνομικά. Κοινώς "βρείτε το δολοφόνο". Και για να γίνει ακομα πιο αστυνομικό το όλο πράγμα, όπως συμβαίνει στα αντίστοιχα φιλμ ή βιβλία, το σενάριο στρέφει τις υποψίες πότε στον ένα χαρακτήρα και πότε στον άλλο, υπάρχουν δηκαδή πολλοί ύποπτοι.
Η παρουσία του Ντιν Μάρτιν στο ρόλο του "καλού" χαρτοπαίκτη και γυναικά, αλλά κυρίως του πάντοτε "καλτ" Ρόμπερτ Μίτσαμ και του νεαρού τότε Ρούντι Μακ Ντάουελ είναι ευπρόσδεκτες, αν και αρκετές από τις άλλες ηθοποιίες δεν μου φάνηκαν και εξαιρετικές. Συνολικά λοιπόν η ταινία - δίχως να διεκδικεί δάφνες - βλέπεται νομίζω ευχάριστα, κυρίως λόγω της πρωτότυπης ανάμειξης των ειδών.
ΥΓ: Πάντοτε όταν βλέπω ένα παλιό γουέστερν - ακομα κι αν δεν είναι "προβληματισμένο", είναι δηλαδή εντελώς τυποποιημένο, δεν μπορώ να μη σκέφτομαι τις τοσο βάρβαρες ρίζες αυτης της χώρας μόλις εκατό τόσα χρόνια από σήμερα. Το έχουμε βέβαια συνηθίσει από τις ταινίες και δεν μας κάνει εντύπωση, αλλά σκεφτείτε πόση καθημερινή βία υπήρχε στην κοινωνία αυτή. Και μόνο το ότι οι άνθρωποι οπλοφορούσαν (πράγμα αδιανόητο για την Ευρώπη της εποχής) αρκεί. Άσε που δεν ήταν και τίποτα να κρεμάσουν οι συμπαίχτες του κάποιον που έκλεβε στο πόκερ...

Δευτέρα, Ιουλίου 21, 2014

Ο ΟΝΤΩΣ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΟΣ κ. ΣΠΙΒΕΤ

Ο Jean-Pierre Jeunet υπήρξε από την αρχή της καριέρας του (τότε δίδυμο με τον Καρό) ένας πάνω απ' όλα στυλίστας σκηνοθέτης. Το στιλ του έγκειται σε ένα συνδυασμό ευφάνταστης σκηνοθεσίας, feelgood παιδικότητας, ιδιαίτερης εικόνας και παραμυθένιας διάθεσης. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τα βρίσκουμε ατόφια στον αγγλόφωνο αυτή τη φορά "Απρόβλεπτο κ. Σπίβετ" (The Young and Prodigious T.S.Spivet) του 2013.
Ένα δεκάχρονο παιδί - θαύμα, ιδιοφυϊα στις επιστήμες, ζει με την μάλλον δυσλειτουργική οικογένειά του σε μια απομονωμένη φάρμα στις ερημιές της αμερικάνικης υπαίθρου. Όταν κερδίζει από το περίφημο Smithsonean Institute το σημαντικότερο επιστημονικό βραβείο, αποκρύπτει την ηλικία του, το σκάει από το σπίτι και ταξιδεύει λαθραία προς τη μακρινή Ουάσινγκτον για να το παραλάβει.
Το φιλμ διακρίνεται αμέσως από την ιδιόμορφη ατμόσφαιρα που δημιουργεί στις ταινίες του ο Ζενέ. Η απίστευτα καθαρή φωτογραφία, πλημμυρισμένη από χρώμα, τα υπέροχα φυσικά τοπία, ο ενυπάρχον σουρεαλισμός, τα σκηνοθετικά κόλπα (σχεδιαγράμματα, γράμματα που βγαίνουν στην οθόνη, ενίοτε κινούμενα σχέδια, παράξενες λήψεις κλπ.), όλα υπάρχουν εδώ. Η feelgood διάθεση που προαναφέραμε επίσης, αυτή τη φορά όμως ανάμικτη με συγκίνηση, που κυρίως έχει να κάνει με την ουσιαστικότερη και βαθύτερη ανάγκη του ιδιοφυούς μικρού ήρωα για αγάπη και αποδοχή από την οικογένειά του. Επίσης οι περιπέτειές του και το χιούμορ νομίζω ότι δεν αφήνουν τον θεατή να πλήξει. Έτσι, αν ιδιαίτερα ενδιαφέρεστε για παράδοξη και προσωπική ατμόσφαιρα στο σινεμά, συνιστώ το φιλμ.
Ωστόσο έχω να παρατηρήσω ότι πλέον ο κάποτε τόσο αγαπητός και πρωτότυπος Ζενέ (θυμηθείτε την τεράστια επιτυχία της "Αμελί") δεν έχει μεν χάσει τις ιδέες του, φοβάμαι όμως ότι πλέον επαναλαμβάνει τον εαυτό του. Το πρόβλημα είναι ότι ο θεατής που ξέρει τη δουλειά του σκηνοθέτη δεν νοιώθει πλέον καμία έκπληξη, γνωρίζει από πριν τι περίπου θα δει. Να λοιπόν το πρόβλημα (συν την πανταχού παρούσα, σαφώς ηθελημένη πάντως, αφέλεια). Πέραν αυτών νομίζω ότι γενικά θα περάσετε καλά. Και υπάρχει και μια έντονη κριτική της τηλεόρασης, του τύπου και κάθε λογής άλλων "κορακιών" (πανεπιστημιακού κατεστημένου κλπ) που εκμεταλλεύονται αδίστακτα ό ,τι μπορεί να βγάλει χρήμα ή δόξα. Είναι πλέον χαρακτηριστικό του συστήματος που ζούμε...

Πέμπτη, Ιουλίου 17, 2014

H "FEDORA" ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΣΗΜΟΤΗΤΑΣ



Η "Fedora" του 1978 είναι η προτελευταία ταινία του μεγάλου Billy Wilder (1906-2002). Είναι η δεύτερη φορά που ο δημιουργός - από τους σημαντικότερους του Χόλιγουντ - καταπιάνεται με το θέμα της παράνοιας του star system και των κρυμμένων μυστικών της κινηματογραφικής βιομηχανίας μετά το αριστουργηματικό Sunset Boulevard (Η Λεωφόρος της; Δύσης). Και διαθέτει και ελληνικό ενδιαφέρον, αφού είναι γυρισμένο στην Κέρκυρα.
Ένας ξεπεσμένος παραγωγός φτάνει στην Κέρκυρα, σε μια βίλα της οποίας ζει εντελώς απομονωμένη μια παλιά, ηλικιωμένη πλέον, σούπερ σταρ του Χόλιγουντ, για να της προτείνει ένα "θριαμβευτικό come back". Εκεί θα διαπιστώσει ότι η πρώην σταρ ζει σε ένα είδος αιχμαλωσίας στη βίλα, η οποία "διοικείται" ουσιαστικά από μία αυταρχική γριά κόμισα. Από εκεί και πέρα οι συγκλονιστικές αποκαλύψεις θα διαδέχονται η μία την άλλη.
Ας πούμε από την αρχή ότι η "Φεντόρα" δεν είναι σε καμία περίπτωση "Sunset Boulevard". Ο Γουάιλντερ, λογικά, είναι πιο κουρασμένος (72 ετών τότε), ο Ουίλιαμ Χόλντεν (επίσης πρωταγωνιστής της παλιότερης ταινίας) το ίδιο. Γενικά οι ηθοποιίες δεν είναι ό, τι καλύτερο, ενώ στο φιλμ κυριαρχεί μια περίεργη αίσθηση του γκροτέσκο. Μέχρι εδώ όμως τα αρνητικά. Θα ξαναπώ ότι το φιλμ είναι συγκλονιστικό.
Στην πρώτη κιόλας σκηνή βλέπουμε τον θάνατο της σταρ στις γραμμές ενός τρένου. Το φιλμ είναι λοιπόν ένα φλας μπακ για το πώς φτάσαμε ως εκεί και, πιστέψτε με, κρατά καθηλωμένο τον θεατή κι ας είναι γνωστή η κατάληξη. Η σημασία του βρίσκεται στα θέματα που θίγει: Το πρώτο - πρώτο είναι το σκληρό τίμημα της δόξας. Οι σταρ κουβαλούν ένα βαρύ φορτίο, το οποίο ενίοτε οδηγεί στην καθαρή παράνοια. Φυσικά και η ματαιοδοξία στον απόλυτο βαθμό είναι πανταχού παρούσα. Οι προσωπικές σχέσεις, η οικογένεια, ο έρωτας, η μητρότητα,  περνούν σε δεύτερο επίπεδο. Όλα θυσιάζονται για να κρατηθεί η απαστράπτουσα εικόνα, η τέλεια βιτρίνα, για να διατηρηθεί η δόξα όσο περισσότερο μπορεί. Ταυτόχρονα, όπως φυσικά και αλλού, η απληστία είναι και εδώ δεδομένη.
Τα πιο πάνω θα μπορούσαν να ισχύουν και σε άλλους καλλιτεχνικούς χώρους. Πάντως η κατά Wilder εικόνα των εσωτερικών της κινηματογραφικής βιομηχανίας, δεν είναι καθόλου, μα καθόλου κολακευτική. Οι ήρωες είναι όλοι τσακισμένοι με διάφορους τρόπους. Κανείς δεν βγαίνει αλώβητος από τις συμπληγάδες της βιομηχανίας της δόξας. Πέραν από τη μελέτη του ίδιου του σινεμά πάντως και την προφανή αυτοαναφορικότητα (ο Μάικλ Γιορκ παίζει τον εαυτό του, το γύρισμα μιας "Μαντάμ Μποβαρί" παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη), το φιλμ αποτελεί μια πολύ δυνατή μελέτη της ανθρώπινης αυτοκαταστροφικότητας, παράνοιας, απληστίας.
Όχι, δεν είναι  Sunset Boulevard. Παρ΄όλα αυτά όμως - και παρά τα όποια προβλήματα - θα πρότεινα ανεπιφύλακτα να μην το χάσετε.

Τρίτη, Ιουλίου 15, 2014

ALPHAVILLE Ή Η ΚΑΤΑ ΓΚΟΝΤΑΡ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Το "Aplhaville" είναι η ταινία επιστημονικής φαντασίας που γύρισε ο Jean- Luc Godard το 1965. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Είναι και η νοσταλγική ματιά του δημιουργού στα αμερικάνικα b-movies και στην pulp λογοτεχνία. Και είναι και διάφορα άλλα πράγματα.
Ασπρόμαυρο, δίχως εφέ, δίχως έντονη δράση, το φιλμ ελάχιστα θυμίζει τη σύγχρονη χολιγουντιανή ΕΦ. Σε ένα δυστοπικό μέλλον, με έναν κόσμο χωρισμένο πιθανόν σε πόλεις - κράτη, ένας πράκτορας από τις "Έξω Χώρες" φτάνει στην ισχυρή Aplhaville για να διαπιστώσει ότι πρόκειται για μια πόλη που κυβερνάται από ένα υπερ - κομπιούτερ και όπου τα συναισθήματα απαγορεύονται. Η γνωριμία του με μια όμορφη κοπέλα που προσφέρει τις υπηρεσίες της στους άντρες (η Άννα Καρίνα φυσικά, σύζυγος και μόνιμη πρωταγωνίστρια των πρώτων ταινιών του Γκοντάρ) θα αποτελέσει καταλύτη για τις εξελίξεις.
Η πόλη είναι γκρίζα, μουντή, σα να βρίσκεται σε μόνιμη νύχτα. Όλα εκεί είναι καταθλιπτικά. Οι φωτεινές επιγραφές, τα φώτα που αναβοσβήνουν, τα γράμματα, δημιουργούν μια υπνωτική ατμόσφαιρα. Οι άνθρωποι είναι κι αυτοί ζωντανά φαντάσματα, υποταγμένα σε μια αόρατη δικτατορία. Ο "επισκέπτης από τις Έξω Χώρες" είναι αντίθετα φορέας της ζωής, των συναισθημάτων, του έρωτα. Ουσιαστικά λοιπόν νομίζω ότι το "Αλφαβίλ" είναι μια ρομαντική ταινία, που πρεσβεύει τη δύναμη του έρωτα και την επανάσταση ενάντια σε μηχανιστικές λογικές, στο μπλοκάρισμα των συναισθημάτων, στην απώλεια της ανθρωπιάς και - φυσικά - ενάντια σε κάθε λογής απαγορεύσεις. Η ουσιαστική νίκη του ήρωα θα επιτευχθεί όταν κάνει την σχεδόν-ρομπότ-κοπέλα να ψελλίσει "σ' αγαπώ".
Αυτά για το νόημα (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Κατά τα άλλα στο φιλμ υπάρχουν πάντοτε οι φιλοσοφικοί στοχασμοί του Γκοντάρ, η προσφιλής του ανάγνωση αποσπασματων από βιβλία, οι μακρείς διάλογοι, όσα δηλαδή χαρακτηρίζουν το γκονταρικό έργο της δεκαετίας του 60. Συγχρόνως όμως υπάρχει και εντονότατη η κινηματογραφοφιλία του δημιουργού και οι πλείστες αναφορές. Εκτός από την προφανή παραπομπή στο Metropolis, εδώ ο Γκοντάρ βουτά όχι μόνο στο αμερικάνικο σινεμά, αλλά στα b-movieς και το pulp στοιχείο, όπως είπαμε στην αρχή. Η ιστορία δεν είναι παρά "μια περιπέτεια του Λέμι Κόσιον", όπως ρητά αναφέρεται. Ο Λέμι ήταν μυστικός πράκτορας και ήρωας σειράς φτηνών περιπετειωδών ταινιών και βιβλίων. Ερμηνευόταν από τον Έντι Κονσταντέν. Ακριβώς αυτόν τον ηθοποιό επιλέγει και ο Γκοντάρ για τη δική του "σοβαρή" ταινία (είναι, νομίζω, και ο μόνος "σοβαρός" ρόλος που ερμήνευσε ποτέ ο ηθοποιός). Όπως βλέπετε, οι αναφορές στην ποπ κουλτούρα της εποχής είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Άλλωστε και η ίδια η επιλογή του είδους της ΕΦ παρέπεμπε την εποχή εκείνη σε κάτι "μη σοβαρό" (προφανώς σε εισαγωγικά, απλώς αυτή ήταν η επικρατούσα γνώμη). Ο Γκοντάρ επίτηδες αφήνει πλήθος σεναριακές αφέλειες και πολλές ευκολίες στα όσα συμβαίνουν (στη δράση κυρίως), για να αναφερθεί ακριβώ;ς στις εξόφθαλμες συμβάσεις του λαϊκού σινεμά και λογοτεχνίας του είδους, που δείχνει να γνωρίζει καλά.
Δείτε το, έχοντας πάντοτε υπ' όψιν ότι δεν πρόκειται να δείτε μια συμβατική, θεαματική ταινία ΕΦ. Για Γκοντάρ πρόκειται. Ίσως κάποιοι να το βρείτε και ξεπερασμένο. Ωστόσο το φιλμ και οι επιλογές δείχνουν, μεταξύ άλλων, την τόλμη του δημιουργού αυτού που σίγουρα σημάδεψε τον κινηματογράφο. Και, νομίζω, διατηρεί αρκετή από τη μουντή γοητεία του.



Σάββατο, Ιουλίου 12, 2014

"ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ": ΕΝΑ ΟΧΙ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ

Ο Tommy Lee Jones είχε αποδείξει με τις "Τρεις Ταφές του Μελκιάδες Εστράντο" ότι είναι και πολύ καλός σκηνοθέτης. Με τη δεύτερη ταινία του, το "Μέχρι το Τέλος" (The Homesman) του 2014 το επιβεβαιώνει απόλυτα.
Πρόκειται για γουέστερν, το οποίο όμως κινείται αρκετά μακριά από τα κλισέ και - κυρίως - τους ηρωισμούς παλιότερων δειγμάτων του είδους. Εδώ τα πράγματα είναι ρεαλιστικά, τραχειά, βρώμικα και καθόλου, μα καθόλου ηρωικά. Εδώ βλέπουμε ένα Φαρ Ουέστ περισσότερο εξαθλιωμένο, σκληρό και βάρβαρο, βουτηγμένο στην πείνα, την ανέχεια, τη βία και - από τότε - στις ανισότητες. Σιγά μην υπάρχει χώρος και για ηρωισμούς...
Η ηρωίδα, μια μοναχική γυναίκα που έχει ράντσο σε μια σκληρη και φτωχή, σχεδόν έρημη περιοχή, αναλαμβάνει να συνοδεύεσι τρεις γυναίκες της περιοχής που έχουν τρελαθεί από τις κακουχίες σε μια ευημερούσα κοινότητα πάμπολλα μίλια μακριά, διασχίζοντας μια επικίνδυνη ερημιά σε ένα ταξίδι εβδομάδων. Σαν βοηθό παίρνει έναν απόλυτα αναξιόπιστο τυχοδιώκτη, ο οποίος την ακολουθεί απρόθυμα μόνο και μόνο επειδή τον έσωσε από την κρεμάλα. Στο ταξίδι τους πολλά απρόοπτα θα συμβούν.
Η γοητεία του φιλμ προκύπτει αρχικά από τους δύο τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες. Εκείνη είναι άκαμπτη, ακούσια μοναχική και δυνατή, κρύβει όμως και μια κρυμένη καλοσύνη και τρυφερότητα. Εκείνος είναι τυχοδιώκτης, λιποτάκτης, ρεαλιστής και πάνω απ' όλα φροντίζει για το τομάρι του, διαθέτει όμως ένα είδος εσωτερικού κώδικα τιμής. Γύρω τους ο κόσμος είναι βουτηγμένος στην πείνα και την ανέχεια, στην εξαθλίωση θα έλεγα, αλλά και σε μια σκληρότητα που χαρακτηρίζει εξ ίσου φουκαράδες και πλούσιους. Κανείς δεν είναι "καλός". Από τους εξαθλιωμένους ινδιάνους και τους περιπλανώμενους των καραβανιών μέχρι τους πλούσιους του πολυτελούς ξενοδοχείου που "περιμένουν επενδυτές", όλοι είναι βουτηγμένοι σε μια πρωτοφανή σκληρότητα, βία και αδιαφορία για τους άλλους.
Η ταινία είναι βαρειά, μελαγχολική και κινείται μακριά από εύκολα χάπι εντ. Αν προσθέσετε και το ζοφερό μοτίβο της τρέλας των γυναικών, που υπάρχει ως μόνιμο background, μιλάμε περισσότερο για ένα σκοτεινό δράμα παρά για καθαρό γουέστερν. Οι ερμηνείες της Χίλαρι Σουόνκ και του Τόμι Λι Τζόουνς είναι εξαιρετικές, ενώ πολύ δυνατή είναι - για μια ακόμα φορά - η κατάδειξη των βρώμικων και εγκληματικών θεμελίων πάνω στα οποία στηρίχτηκε η χώρα των ΗΠΑ.
Τη βρήκα πολύ καλή ταινία, αλλά - προειδοποιώ και πάλι - πολύ βαρειά και μελαγχολική. Σας συνιστώ να μην πάτε προετοιμασμένοι να δείτε ένα ευχάριστο, περιπετειώδες γουέστερν.

Πέμπτη, Ιουλίου 10, 2014

Ο ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟ "SENSO"

Το 1954 ο Lucchino Visconti (1906-1978) είχε ήδη απομακρυνθεί από τον νεορεαλισμό, απ' όπου ξεκίνησε, και είχε οδηγήσει το στιλ του σε ένα "βαρύ" μπαρόκ - πράγμα που συνδέεται και με τη δηλωμένη αγάπη του για την όπερα. Όλα αυτά είναι φανερά στο ιστορικό μελόδραμα "Senso", που γύρισε τη χρονιά εκείνη.
Βρισκόμαστε στα 1866, στα τελευταία της αυστριακής κατοχής της Ιταλίας. Η επανάσταση των ιταλών έχει ξεκινήσει και οι μάχες δεν θα αργήσουν να ξεσπάσουν. Μέσα στην αναταραχή μια ιταλίδα κόμισα ερωτεύεται παράφορα έναν γοητευτικό αυστριακό αξιωματικό και, για χάρη ενός ουσιαστικά αδύνατου έρωτα, δεν θα διστάσει να φτάσει ακόμα και στην προδοσία της πατρίδας της.
Η πρώτη μόλις σκηνή διαδραματίζεται κατά την παράσταση της όπερας του Βέρντι "Τροβατόρε", πράγμα που δηλώνει τη βαθιά αγάπη του σκηνοθέτη για τη μορφή αυτή τέχνης, όπως είπαμε και στην αρχή (ο ίδιος είχε ανεβάσει και αρκετές όπερες στη σκηνή). Ο Βισκόντι, μακριά πλέον από νεορεαλιστικά στοιχεία, όπως προείπαμε, χρησιμοποιεί βαριά σκηνικά και κοστούμια εποχής, διευρυμένα τοπία, πολυπρόσωπα πλάνα, μακρινές λήψεις και σπάνια κοντινά πλάνα, προσδίδοντας έτσι στο φιλμ την μπαρόκ ατμόσφαιρα που είναι το σήμα κατατεθέν σε πολλές ταινίες του (θυμηθείτε τον "Γατόπαρδο" ή τον "Αθώο").
Φυσικά το κυρίαρχο στοιχείο εδώ είναι ο έρωτας. Ο τρελός, παράλογος έρωτας, που αψηφά τα πάντα και μπορεί να φτάσει μέχρι το έγκλημα. Αυτό που καταγράφεται εδώ είναι το αυτοκαταστροφικό, το αδύνατο, το δραματικό στοιχείο του έρωτα, αυτό που τελικά οδηγεί στην παράνοια και όχι η τρυφερότητα ή η χαρά του. Και, για να γίνουν τα πράγματα ακόμα βαρύτερα, μιλάμε για μονόπλευρο έρωτα και όχι αμοιβαίο. Φυσικά στο φόντο υπάρχει η ιστορική καταγραφή της εποχής, μια τοιχογραφία της ταραγμένης Ιταλίας των μέσων του 19ου αιώνα, όταν η χώρα πάσχιζε να αποκτήσει την ανεξαρτησία της. Το δέσιμο αυτό του ιστορικού με το βαθύτατα προσωπικό και οι αλληλεπιδράσεις τους είναι, νομίζω, το νόημα του φιλμ.
Φυσικά - το είπαμε - πρόκειται για βαριά και μάλλον αργή ταινία, που όσο προχωρά οδεύει προς την απόλυτη κορύφωση του δράματος. Σίγουρα σήμερα δεν μπορεί να παρακολουθηθεί ευχάριστα από μεγάλο μέρος του κοινού, εθισμένου στη σύγχρονη ταχύτητα και την έντονη δράση του κυρίαρχου σινεμά των ημερών μας. Όσοι αποφασίσουν να το δουν, ας τα έχουν αυτά υπ' όψιν τους.

Δευτέρα, Ιουλίου 07, 2014

ΑΓΩΝΙΑ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΙΚΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΣΤΟ "ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΝΥΧΤΩΣΕΙ"

Ο Terence Young (1915-1994) παραμένει κυρίως γνωστός από μερικούς από τους πρώτους Τζέιμς Μποντ των 60ς με τον Σον Κόνερι. Κατά τη γνώμη μου όμως μια από τις καλύτερες ταινίες του είναι το "Wait Until Dark" (Περίμενε μέχρι να Νυχτώσει) του 1967 με την Ώντρεϊ Χέπμπορν, τον Άλαν Άρκιν και άλλους.
Μιλάμε για ένα αρχετυπικό θρίλερ δωματίου, από αυτά δηλαδή που ουσιαστικά διαδραματίζονται μέσα σε ένα διαμέρισμα και, παρ΄ όλ' αυτά, πιστέψτε με, δεν σε κάνουν να βαριέσαι ούτε λεπτό. Ακριβώς το αντίθετο μάλιστα. Φυσικά - φαίνεται αυτό - βασίζεται σε θεατρικό έργο, το οποίο έχει ανέβει πολλές φορές (και στην Ελλάδα).
Η ηρωίδα είναι τυφλή εδώ κι ένα χρόνο, ενώ ο σύζυγός της είναι διάσημος φωτογράφος. Σε ένα ταξίδι του κάποιοι του φορτώνουν εν αγνοία του μια κούκλα γεμάτη ηρωίνη. Όταν η τυφλή κοπέλα μείνει μόνη στο σπίτι, θα γίνει στόχος μιας συμμορίας κακοποιών, οι οποίοι θα μπουν με διάφορους τρόπους στο διαμέρισμά της (άλλοτε βίαια κι άλλοτε με απάτη) , με σκοπό βέβαια να πάρουν την περίφημη κούκλα.
Προσωπικά θεωρώ το σασπένς της ταινίας πραγματικά υποδειγματικό. Ξεκινά με ένταση, αλλά αυτό είναι μόνο η αρχή. Η ένταση αυτή, η αγωνία, κλιμακώνονται διαρκώς με γεωμετρική πρόοδο μέχρι τη συγκλονιστική κορύφωση. Στο μεταξύ οι ανατροπές είναι διαρκείς, οι ρόλοι αλλάζουν συνεχώς, ο θύτης γίνεται θύμα και αντίστροφα, το άγχος αυξάνεται, οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ τα σχέδια, οι πλεκτάνες, οι ίντριγκες κι από τις δύο πλευρές (βλέπετε, η τυφλή είναι πολύ πιο έξυπνη απ' ότι κάποιοι νομίζουν) διαδέχονται η μία την άλλη με ιλιγγιώδη ρυθμό. Ταυτόχρονα, λόγω του χώρου, η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο έντονη.
Φυσικά εδώ βρισκόμαστε στα χνάρια του μεγάλου Χίτσκοκ, ο οποίος, θυμίζω, είχε κάνει παλιότερα εξαιρετικά θρίλερ δωματίου (αναφέρω πρόχειρα τον "Σιωπηλό Μάρτυρα" ή τη "Θηλιά"). Κατά τη γνώμη μου έχουμε να κάνουμε με μια από τις καλύτερες χιτσκοκικές ταινίες που δεν γύρισε ο ίδιος ο Χίτσκοκ. Από την άλλη νομίζω ότι το φιλμ έχει επηρεάσει και μεταγενέστερα θρίλερ. Το δυνατό από τη φύση του μοτίβο της τυφλής κοπέλας, παγιδευμένης σε κλειστό χώρο, που έχει να αντιμετωπίσει μια αυξανόμενη απειλή, θα το ξαναβρούμε, ας πούμε, στο "Manhunter" του Μάικλ Μαν.
Ξεχνώντας πάντως επιρροές και επιδράσεις, σας καλώ, πολύ απλά, να απολαύσετε ένα από τα πιο δυνατά και έξυπνα θρίλερ.

Σάββατο, Ιουλίου 05, 2014

Η "ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ" ΚΑΙ Ο ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΚΑΙ ΤΙς ΣΧΕΣΕΙΣ

Στα 1963 ο Jean-Luc Godard στην ακμή του (προσωπικά μ' αρέσει μόνο η δεκαετία του 60 του ανατρεπτικού δημιουργού), γυρίζει την "Περιφρόνηση" (Le mepris) με μια εκθαμβωτική, σέξι Μπριζίτ Μπαρντό στον βασικό ρόλο. Η ταινία αποτελεί ένα ταυτόχρονο στοχασμό τόσο για τις σχέσεις των δύο φύλων όσο και για τον ίδιο τον κινηματογράφο.
Ο Φριτς Λανγκ παίζει τον εαυτό του. Είναι ο σκηνοθέτης που γυρίζει μια σύγχρονη (του 1963 δηλαδή) Οδύσσεια. Ο Τζακ Πάλανς είναι ο αμερικάνος παραγωγός που προσπαθεί να οδηγήσει τον σκηνοθέτη σε πιο εμπορικούς δρόμους και να τον απομακρύνει από το προσωπικό του καλλιτεχνικό όραμα. Ο Μισέλ Πικολί είναι ο σεναριογράφος που καλείται να μετατρέψει το αρχικό σενάριο σε κάτι εμπορικότερο.Ο τελευταίος "προσφέρει" ουσιαστικά την όμορφη σύζυγό του στον παραγωγό για να κερδίσει ικανοποιητικότερη αμοιβή. Από εκεί και πέρα όμως οι σχέσεις με τη γυναίκα του (όπως είναι μάλλον αναμενόμενο) αρχίζουν να διαβρώνονται.
Νομίζω ότι ο αισθηματικός προβληματισμός του φιλμ είναι μάλλον προφανής. Αν προσπαθήσεις να "πουλήσεις" σε κάποιον αυτή που αγαπάς, εκείνη μάλλον θα σε περιφρονήσει. Από την άλλη ο προβληματισμός για την τέχνη του σινεμά είναι ίσως πιο ενδιαφέρων και διερευνά τη διττή φύση του ίδιου του κινηματογράφου: Με το ένα πόδι πατά στην τέχνη και με το άλλο στη βιομηχανία και την προσπάθεια δημιουργίας οικονομικού κέρδους. Κι αυτά τα δύο σκέλη πάμπολλες φορές συνυπάρχουν.Ο Λανγκ και ο παραγωγός είναι οι αρχετυπικές φιγούρες που δίνουν σάρκα και οστά στο τυπικό αυτό δίπολο.
Από εκεί και πέρα το φιλμ περιέχει την κλασική "πολυλογία" του Γκοντάρ: Μακρές συζητήσεις του ζεύγους (μεγάλο μέρος του είναι γυρισμένο μέσα στο διαμέρισμά τους), αλλά και των εμπλεκόμενων στην "Οδύσσεια" για τη φύση της τέχνης και του κινηματογράφου. Περιέχει ακόμα μια περιήγηση στα παρηκμασμένα στούντιο της Τσινετσιτά στην Ιταλία, μια εκθαμβωτική βίλα σε τοποθεσία που κόβει την ανάσα στο Τίβολι στο δεύτερο μέρος του και, βέβαια, την σεξουαλικότερη ίσως Μπριζίτ Μπαρντό σε αρκετές γυμνές σκηνές.
Υπάρχουν άλλες ταινίες του Γκοντάρ (των 60ς πάντοτε), που μου αρέσουν περισσότερο. Ωστόσο αυτό παραμένει προσωπική γνώμη. Η "Περιφρόνηση" σίγουρα αποτελεί χαρακτηριστικό μέρος της ανατρεπτικής προσωπικότητας του δημιουργού που έφερε τα πάνω κάτω στο σινεμά στην πρώτη του δημιουργική περίοδο. Αν και το συγκεκριμένο φιλμ είναι σαφώς λιγότερο ανατρεπτικό από άλλες του ταινίες της ίδιας δεκαετίας.

Παρασκευή, Ιουλίου 04, 2014

ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

"Τα Δύο Πρόσωπα του Ιανουαρίου" βασίζονται σε βιβλίο της εξαιρετικής Patricia Highsmith, όπως αρκετές άλλες γνωστές ταινίες από την εποχή ήδη του "Άγνωστου του Τρένου" του Χίτσκοκ (1951). Γυρίστηκε το 2014 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του σεναριογράφου Hossein Amini.
Πρόκειται για ένα ψυχολογικό, αστυνομικό θρίλερ (προφανώς, για Highsmith μιλάμε) που διαθέτει και ιδιαίτερο "ελληνικό" ενδιαφέρον, καθώς το μεγαλύτερο μέρος είναι γυρισμένο στη χώρα μας.
Βρισκόμαστε στα 1962. Ένα ζευγάρι αμερικανών τουριστών περιφέρεται στην Αθήνα του τότε, ανεβαίνει στην Ακρόπολη, περιπλανιέται στο Μοναστηράκι. Κάπου εκεί θα γνωρίσουν έναν αμερικανό ξεναγό - και μικροαπατεώνα - που ζει στην Αθήνα. Σύντομα οι σχέσεις των τριών θα μπερδευτούν, τόσο συναισθηματικά όσο και οικονομικά. Όταν ο σύζυγος αποδεικνύεται ότι είναι καταζητούμενος και μετά από μια ολέθρια πράξη, ο ξεναγός προσφέρεται να τους βοηθήσει και το τρίο (με το ζεύγος ήδη κυνηγημένο) καταφεύγει στην Κρήτη. Τα γεγονότα θα γίνονται όλο και δραματικότερα, έως την τελική σκηνή στην Κωνσταντινούπολη.
Βρήκα ότι η ταινία καταφέρνει να πιάσει την ατμόσφαιρα αρκετών πραγμάτων: Πρώτα - πρώτα υπάρχει μια πολύ προσεγμένη απόδοση της Ελλάδας του 1962. Θεωρώ την αναπαράσταση πολύ πετυχημένη. Έπειτα υπάρχει το πνιγηρό, ενίοτε κλειστοφοβικό κλίμα, που δημιουργείται τόσο κυριολεκτικά, από την καλοκαιριάτικη ζέστη καθ' εαυτή, όσο και ψυχολογικά, από τα διαρκώς κλιμακούμενα γεγονότα. Έπειτα νομίζω ότι οι διφορούμενες προσωπικότητες των ηρώων (των δύο ανδρών κυρίως) και οι πολύπλοκες μεταξύ τους σχέσεις αγάπης - μίσους και όχι μόνο δίνονται πολύ καλά. Ίσως κάποιοι να παρατηρήσουν ότι λείπει κάπως η δράση. Αυτό όμως για μένα δεν αποτελεί μειονέκτημα, αφού μιλάμε για τον ορισμό του ψυχολογικού θρίλερ και όχι του θρίλερ δράσης. Ωστόσο το σασπένς νομίζω ότι υπάρχει - και κλιμακώνεται μάλιστα - αφού η κατάσταση γίνεται όλο και πιο περίπλοκη και η "θηλιά" σφίγγει όλο και περισσότερο γύρω από τους πρωταγωνιστές. Από τους οποίους, σημειωτέον, θα ξεχωρίσω τον Vigo Mortensen.
Προσωπικά λοιπόν - λόγω κυρίως του πολυεπίπεδου των σχέσεων - μου άρεσε, δίχως να το θεωρώ βέβαια αριστούργημα. Περιμένω την επόμενη ταινία του Amini.

Δευτέρα, Ιουνίου 30, 2014

WORLD ON A WIRE: ΟΤΑΝ Ο ΦΑΣΜΠΙΝΤΕΡ ΕΚΑΝΕ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Ο γερμανός Reiner Werner Fassbinder (1945-1982), παρά τα λίγα χρόνια που έζησε, υπήρξε παραγωγικότατος αφήνοντας πίσω του ένα ογκώδες έργο, τόσο για το σινεμά όσο και για την τηλεόραση. Προσωπικά αγνοούσα παντελώς την ύπαρξη του "Welt am Draht" (World on a Wire) του 1973. Στην πραγματικότητα πρόσκειται για μια μίνι τηλεοπτική σειρά, η οποία όμως βλέπεται κανονικότατα και σαν ταινία. Το παράξενο (για τον Φασμπίντερ) είναι ότι πρόκειται για φιλμ επιστημονικής φαντασίας, βασισμένο μάλιστα σε διήγημα γνωστού συγραφέα του είδους, του Daniel Galouye με αυθεντικό τίτλο "Simulacron-3", που θυμίζει θα έλεγα το κλίμα των κειμένων του Φίλιπ Ντικ.
Σε ένα κοντινό μέλλον μια μεγάλη εταιρία πειραματίζεται με τη δημιουργία ενός υπερ κομπιούτερ, "μέσα" στο οποίο δημιουργεί μια ολόκληρη "κοινωνία" ανθρώπων - ψηφιακών μονάδων κατ' εικόνα και ομοίωση της δικής μας κοινωνίας. Πώς εμπλέκεται με όλο αυτό ο διευθυντής του προγράμματος και ήρωας της ταινίας και τι ακριβώς έχει συμβεί με τον θάνατο του προηγούμενου διευθυντή;
Το πρώτο που παρατηρούμε στο φιλμ είναι το απόλυτο στυλιζάρισμά του, κάτι συνηθισμένο στο έργο του Φασμπίντερ. Με το μεγαλύτερο μέρος να διαδραματίζεται σε υπερμοντέρνα, ψυχρά γραφεία εταιριών, φτιαγμένα θαρρείς από γιαλί και ατσάλι, δίνει έμφαση ακριβώς στην ψυχρότητα του μελλοντικού αυτού υπερ-τεχνολογικού κόσμου. Την ψυχρότητα αυτή διακρίνεις ακόμα και στις ανθρώπινες σχέσεις (ή, αν προτιμάτε, κυρίως σ' αυτές).Οι ηθοποιοί παίζουν επίσης στυλιζαρισμένα και έτσι είναι και η όλη τους παρουσία. Συχνά παίρνουν απίθανες, παγωμένες θαρρείς στο χρόνο θεατρικές πόζες, πράγμα αναμενόμενο, αφού η θεατρικότητα αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του έργου του δημιουργού. Σήμερα βεβαίως η ατμόσφαιρα των 70ς είναι κάτι παραπάνω απο εμφανής, ωστόσο η θεατρικότητα παραμένει βασικό στοιχείο.
Το φιλμ δεν βασίζεται στη δράση ή στο θέαμα (κάθε άλλο μάλιστα). Περισσότερο στατικό και διαλογικό, δίνει έμφαση στο φιλοσοφικό στοιχείο, στον προβληματισμό για τη σχέση ανθρώπου και τεχνολογίας, φυσικής και τεχνητής νοημοσύνης, δημιουργού και δημιουργήματος. Αρκετά πριν το Blade Runner ένα από τα ερωτήματα που τίθενται είναι το πόσο "άνθρωπος" και πόσα δικαιώματα έχει ένα δημιούργημα του ανθρώπου;
Δεν ξέρω αν θα σας αρέσει σαν ταινία. Σίγουρα θα ξενίσει τους φίλους της σύγχρονης,  βασισμένης στα εφέ ΕΦ. Πρόκειται περισσότερο για ταινία προβληματισμού. Μπορεί επίσης να ειδωθεί σαν ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο, κυρίως λόγω της ψυχρής, απόκοσμης ατμόσφαιρας που δημιουργεί το στιλ του Φασμπίντερ.

Κυριακή, Ιουνίου 29, 2014

ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ "6η ΑΙΣΘΗΣΗ"

Το 1999 ο ινδικής καταγωγής M. Night Shyamalan γυρίζει την τρίτη του ταινία, που μέχρι σήμερα νομίζω ότι παραμένει η καλύτερη και γνωστότερή του (μεταξύ μας τώρα κάποιες από τις επόμενες πραγματικά δεν βλέπονται): Την περίφημη "6η Α'ισθηση", ένα μεταφυσικό θρίλερ που μέχρι τις μέρες μας παραμένει εμβληματικό στο είδος του και έχει γίνει ουσιαστικά μέρος της καθημερινής ποπ κουλτούρας (ατάκες, ανέκδοτα με το τέλος κλπ.)
Η αλήθεια είναι ότι τεράστιο μέρος της φήμης και της επιτυχιας του βασίζεται όντως στο απόλυτα ανατρεπτικό τέλος, το οποίο παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς με μια φράση - spoiler μπορείς κυριολεκτικά να καταστρέψεις την θέαση του φιλμ (και φυσικά, παρά το ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κινηματογραφόφιλων γνωρίζουν αυτό το τέλος, δεν είμαι εγώ που θα σας αποκαλύψω αυτή τη φράση). Ωστόσο παρακολουθώντας ξανά την ταινία, διαπίστωσα ότι γενικότερα είναι εξαιρετικά καλοχτισμένη και ατμοσφαιρική και αιχμαλωτίζει σε όλη της τη διάρκεια το ενδιαφέρον του θεατή.
Ο Μπρους Γουίλις είναι παιδοψυχολόγος. Την ευτυχισμένη του οικογενειακή ζωή σκιάζει μόνο μια παλιά περίπτωση τραγικής του αποτυχίας με ένα παιδί, το οποίο, μεγαλώνοντας, θα δημιουργήσει εφιαλτική κατάσταση στο σπίτι του γιατρού. Όταν καλείται να αντιμετωπίσει την περίπτωση ενός άλλου παιδιού, ο ήρωας βλέπει την ευκαιρία να επουλώσει το τραύμα του και να επανορθώσει κατά κάποιο τρόπο την παλιά του αποτυχία. Όμως εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά, καθώς σιγά - σιγά αρχίζει να εισχωρεί στο χώρο του μεταφυσικού...
Η ατμόσφαιρα του φιλμ δομείται σταδιακά, σκηνή - σκηνή, και γίνεται όλο και πιο υποβλητική και, σε κάποια σημεία, πραγματικά τρομακτική. Το εδιαφέρον είναι ότι ο θεατής δεν το καταλαβαίνει αρχικά, σιγά - σιγά όμως βρίσκει τον εαυτό του να αγωνιά όλο και πιο πολύ με τα τεκταινόμενα (αυτό τουλάχιστον συνέβει με μένα). Εξ άλλου πρόκειται για το "χαμηλότονο" - και ίσως γι' αυτό πιο τρομαχτικό τελικά - είδος θρίλερ που προσωπικά μου αρέσει. Η περίφημη αποκάλυψη στο τέλος προκαλεί πραγματικά ανατριχίλα και αποτελεί το "κερασάκι στην τούρτα". Μόνο που εδώ έχουμε να κάνουμε με τη σπάνια περίπτωση όπου το κερασάκι αυτό έχει σχεδόν το ίδιο βάρος με την τούρτα καθ εαυτή... Κατά βάθος πάντως, αν το εξετάσετε καλύτερα, πρόκειται για μια αισιόδοξη ταινία (όσο κι αν φαίνεται παράδοξο), που τελικά προτείνει ένα ασυνήθιστο είδος λύτρωσης.
Κρίμα που ο Σιάμαλαν δεν επανέλαβε ποτέ κάτι τόσο καλό.

Πέμπτη, Ιουνίου 26, 2014

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ "ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΥΡΙΟ"

Ο Τομ Κρουζ (τον οποίο σε γενικές γραμμές μάλλον αντιπαθώ), καταφέρνει ωστόσο να παίζει σε αν μη τι άλλο αξιοπρεπή blogbuster δράσης και - πολύ συχνά - επιστημονικής φαντασίας. Σ' αυτό το είδος ανήκει και το "Edge of Tomorrow" (Στα Όρια του Αύριο) που γύρισε το 2014 ο συνήθως καλός σε περιπέτειες Doug Liman.
Τι έχουμε εδώ; Τη "Μέρα της Μαρμότας" σε "σοβαρή", βίαιη και περιπετειώδη βερσιόν. Ανηλεείς (και χταποδοειδείς) εξωγήινοι εισβολείς έχουν σχεδόν διαλύσει τον πλανήτη. Ο ήρωας στέλνεται να πολεμήσει σε μις επιχείρηση που είναι το αντίστοιχο της απόβασης στη Νορμανδία, ένα αληθινό σφαγείο, και πεθαίνει την πρώτη κιόλας μέρα. Προς μεγάλη όμως έκπληξη του ίδιου, αμέσως ξαναζωντανεύει στην ίδια χρονική στιγμή του πρωινού της προηγούμενης μέρας. Σύντομα αντιλαμβάνεται λοιπόν ότι ουσιαστικά ζει ξανά και ξανά την ίδια μέρα σε μια αέναη λούπα. Κάθε φορά που πεθαίνει ξαναβρίσκεται στο ίδιο αυτό πρωινό, κουβαλώντας όμως τις αναμνήσεις όσων έζησε στις συνεχείς αυτές επαναλήψεις. Έτσι μπορεί να καταστρώσει τη στρατηγική του, αφού ξέρει πολύ καλά τι θα συμβεί την επόμενη στιγμή και έχει τη δυνατότητα να αντιδράσει διαφορετικά. Ως πού μπορεί να οδηγήσει αυτό, όταν μάλιστα έχει τη βοήθεια μιας ηρωίδας του πολέμου, την οποία όλοι σέβονται;
Εντάξει, η ταινία διαθέτει προφανώς δράση και είναι καλογυρισμένη - αυτό μας έλειπε, να μην είναι - ωστόσο, όσο κι αν το ενδιαφέρον ανανεώνεται υποτίθεται με τα όσα συμβαίνουν κάθε - ίδια, αλλά και εντελώς διαφορετική ταυτόχρονα - μέρα, το δικό μου εξαντλήθηκε μάλλον σύντομα. Ναι κάθε μέρα, χρησιμοποιώντας τις εμπειρίες της προηγούμενης, οι ήρωες προχωράνε ένα βήμα πιο πέρα και δοκιμάζουν μια νέα εκδοχή. Ωστόσο όλο αυτό δεν έπαυε να μου θυμίζει πίστες ηλεκτρονικών παιχνιδιών, όπου κάθε φορά προχωράς λίγο και μετά "πεθαίνεις" και ξαναρχίζεις την επόμενη παρτίδα για να κερδίσεις μια ακόμα πίστα και να "ξαναπεθάνεις"... Ομολογώ ότι παρά την συχνά καταιγιστική πολεμική δράση βαρέθηκα.
Όχι, δεν είναι κακή ταινία για  blogbuster του είδους και σίγουρα διαθέτει μια ασυνήθιστη (ξαναχρησιμοποιημένη πάντως) ιδέα. Σίγουρα επίσης θα αρέσει σε φανς του συνδυασμού πολεμικού- επιστημονικής φαντασίας φιλμ. Εμένα πάντως με κούρασε.
ΥΓ: Παρά τη γκρίνια μου εκτιμώ την επιμονή του Κρουζ να διαλέγει περιπέτειες επιστημονικής φαντασίας. Το "Oblivion" μάλιστα μου είχε αρέσει κιόλας.

Δευτέρα, Ιουνίου 23, 2014

ΣΟΚΑΡΙΣΤΙΚΟ "ΜΑΥΡΟ ΨΩΜΙ"

Προφανώς σχεδόν κάθε φορά που γράφω για ταινία του σύγχρονου ισπανικού σινεμά θα αναφέρομαι στη σχολή που έχει δημιουργηθεί εκεί : Σκοτεινές ιστορίες (συχνά φανταστικές), παιδιά ήρωες, πολιτικές προεκτάσεις (συνήθως σε σχέση με τον τραυματικό εμφύλιο και τον εφιαλτικό φασισμό που ακολούθησε). Και ιδιαίτερη, ανησυχητική ατμόσφαιρα.
Το "Μαύρο Ψωμί" (Pa Negre) που γύρισε το 2010 ο Agusti Villaronga δεν ξεφεύγει από τις γενικές αυτές γραμμές. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ταινία του φανταστικού (αν και αιωρείται η ύπαρξη ενός φαντάσματος, που είναι βέβαια ένας θρύλος της περιοχής). Βρισκόμαστε κάπου στη δεκαετία του 40 στη φτωχή επαρχία μετά τη φασιστική επικράτηση. Παρακολουθούμε την ιστορία ενός παιδιού, το οποίο ανακαλύπτει στο δάσος τα πτώματα δύο άγρια δολοφονημένων (ο ένας παιδί επίσης). Από εκεί και πέρα τα ένοχα, συγκλονιστικά μυστικά αρχίζουν να αποκαλύτονται το ένα μετά το άλλο, μέχρι τη σοκαριστική πραγματικά κατάληξη.
Ταυτόχρονα ταινία ενηλικίωσης (άγριας και βίαιης), μπλέκει το σασπένς με την στηλίτευση της φριχτής πολιτικής κατάστασης, την αβάσταχτη φτώχεια και την αδικία του κόσμου και τα πρώτα ερωτικά ξυπνήματα με το καταπιεστικό περιβάλλον της σκοτεινής επαρχίας, δημιουργώντας έτσι ένα πραγματικά πολυεπίπεδο δράμα. Η ιστορία έχει μια ασυνήθιστη πλευρά: Συνήθως, ακόμα και σε πιο πολύπλοκες ταινίες από τα αβαθή ψυχολογικά χολιγουντιανά μπλοκμπάστερ (άσχετο αν μερικά απ' αυτά είναι διασκεδαστικά), υπάρχει διαχωρισμός καλού - κακού. Εδώ τα πράγματα είναι πολύ πιο άγρια και ωμά: Όπως θα αντιληφτείτε όσο προχωρά το φιλμ, κανείς δεν είναι αθώος. Όλοι, μα όλοι, κρύβουν βρώμικα ή/και φριχτά μυστικά. Οι ανατροπές καραδοκούν σε κάθε "γωνία" της ταινίας. Αυτή ακριβώς η ζοφερή ατμόσφαιρα θα παρασύρει και τον νεαρό ήρωα. Τελικά κι αυτός θα αποκτήσει τη σκληρότητα της κοινωνίας γύρω του.
Απ' όλα αυτά βγαίνει ένα αβίαστο συμπέρασμα, το οποίο βρήκα εξαιρετικό: Η εφιαλτική ανέχεια και ο ωμός φασισμός (η καταπίεση εν γένει) διεισδύουν σε κάθε κοινωνικό κύταρο διαφθείροντάς το, σαπίζοντάς το, είτε πρόκειται για φτωχούς είτε για πλούσιους, είτε για νικητές είτε για ηττημένους. Σε μια ζοφερή απ' όλες τις απόψεις κοινωνία το μόνο που μένει είναι το κακό.
Πολύ δυνατή και καλογυρισμένη ταινία, συχνά συγκλονιστική, πλην όμως χρήζει μιας σαφούς προειδοποίησης: Παραείναι μαύρη, ζοφερή, εφιαλτική, δραματική. Προορίζεται για πραγματικά γερά στομάχια και πρέπει να είστε έτοιμοι γι΄αυτό. Όχι για υπερβίαιες σκηνές που περιέχει (δεν υπάρχουν τέτοιες, εκτός ίως από τη  πρώτη), αλλά για την ίδια την ιστορία και τις αποκαλύψεις, που παραείναι φριχτές για να τις αντέξει κανείς εύκολα. Εγώ πάντως σας προειδοποίησα για το δύσκολο της θέασης.

Παρασκευή, Ιουνίου 20, 2014

"ΜΑΝΑ" ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΒΑΘΙΑ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

Για τον εξαιρετικό κορεάτη σκηνοθέτη Joon-ho Bong έχω γράψει κι άλλες φορές. Η ταινία του "Mother" (Madeo) του 2009 επιβεβαίωσε τη γνώμη μου γι' αυτόν. Πρόκειται για ένα από τα πιο δυνατά πράγματα που έχω δει τελευταία.
Η μεσήλικη ηρωίδα είναι μια μόνη μητέρα με έναν μονάκριβο γιο τον οποίο υπεραγαπά. Ωστόσο ο τελευταίος δεν διακρίνεται για την εξυπνάδα του. Για την ακρίβεια βρίσκεται ένα μόλις βήμα πριν από αυτό που θα αποκαλούσαμε νοητική καθυστέρηση. Η μητέρα ζει πουλώντας θεραπευτικά ή / και "μαγικά" βότανα και κάποιες φορές εξασκεί παράνομες ιατρικές πρακτικές. Όταν ο γιος συλλαμβάνεται κατηγορούμενος για τον αποτρόπαιο φόνο μιας νεαρής κοπέλας, η μητέρα, σίγουρη για την αθωότητά του, θα κινήσει γη και ουρανό για να τον ελευθερώσει. Ο ίδιος άλλωστε δεν είναι σε θέση να υπερασπιστεί και πολύ τον εαυτό του.
Δεν ξέρω τι να πρωτοθαυμάσω στο φιλμ (το οποίο, για να προλάβω και όσους δεν αντέχουν τους χαμηλούς ρυθμούς, μπορεί να χαρακτηριστεί ως μάλλον αργό και το οποίο σε "πιάνει" από την αρχή με την ποιητική και τρελή ταυτόχρονα αρχική σκηνή): Την εξαιρετική ηθοποία της Hye-ja Kim στον βασικό ρόλο; Την πνιγηρή ατμόσφαιρα της κορεάτικης επαρχίας, που τόσο καλά μπορεί να δίνει ο Joon-ho Bong; Το δυνατό σενάριο με τις διαρκείς ανατροπές, που κρατάνε σε εγρήγορση τον θεατή; Το ανατρεπτικό τέλος, που σε συγκλονίζει με την αποκάλυψή του και τον τρόπο "αντιμετώπισής" της;
Οι χαρακτήρες είναι αμφίσημοι, διφορούμενοι, θετικοί και αρνητικοί συγχρόνως. Η ηρωίδα κινείται ανάμεσα στη βαθύτατη αγάπη και την αυτοθυσία από τη μία και την παράνοια από την άλλη και δεν διστάζει ούτε στιγμή να φτάσει στα άκρα για να προστατεύσει το γιο της. Και είναι τόσο έξυπνα δομημένες οι καταστάσεις, ώστε στο τέλος είναι αδύνατο να την κατατάξεις κάπου, να αξιολογήσεις τις πράξεις της. Πολλές μάνες άλλωστε θα προτιμούσαν να διαπράξουν κακό για να προστατέψουν το παιδί τους.
Στο φιλμ βλέπουμε πολλά από τα χαρακτηριστικά του Joon-ho Bong που είδαμε και στο "Μνήμες Εγκλήματος": Την απεικόνιση της μουντής και πνιγηρής επαρχίας, για την οποία μιλήσαμε, τους αμφίσημους χαρακτήρες με τα δυσδιάκριτα όρια καλού - κακού, τις ανθρώπινες εμμονές, το υποδόρειο χιούμορ παρά το ότι πρόκειται για δράματα με αστυνομική πλοκή... Και πάνω απ' όλα - ξεχωρίζω εγώ - τον βαθύτατο σκεπτικισμό του για την ανθρώπινη δικαιοσύνη και τη δυνατότητά της να ανακαλύπτει την αλήθεια.
Προσωπικά μου άρεσε πολύ. Αν δεν φοβάστε τους σχετικά αργούς ρυθμούς (όχι, μην ανησυχείτε, σε καμία περίπτωση δεν είναι Αγγελόπουλος) ψάξτε το.


Τρίτη, Ιουνίου 17, 2014

ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΑ ΚΑΚΙΑ Η MALEFICENT;

Εν έτει 2014 ο σκηνογράφος Robert Stromberg κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο αποφασίζοντας να γυρίσει το παραμύθι της "Ωραίας Κοιμωμένης" και να κάνει φυσικά μια ταινία φανταστικού σινεμά, το "Maleficent". Έχοντας μάλιστα την Αντζελίνα Τζολί στον βασικό ρόλο έχει βάσιμες ελπίδες ότι θα τραβήξει τα πλήθη.
Η Αντζελίνα παίζει εδώ το ρόλο της "κακιάς". Εκ πρώτης όψεως, γιατί στη συνέχεια θα δούμε κατά πόσον ισχύει αυτό. Φορά λοιπόν εντυπωσιακότατα κέρατα και πελώρια φτερά και γίνεται η βασίλισσα του μυθικού κόσμου του Μουρ, το οποίο παραμένει οικειοθελώς αποκλεισμένο για να αποφύγει την ανθρώπινη απληστία. Ώσπου ένας νεαρός που θα διεισδύσει σ' αυτό θα κάνει την Maleficent να τον ερωτευτεί και να νοιώσει ξανά εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή. Από εκεί και πέρα τίποτα δεν είναι όπως το ξέρουμε (ούτε στο σινεμά ούτε στο αυθεντικό παραμύθι).
Η ταινία επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία από την πλευρά της "κακιάς", της Maleficent, η οποία βεβαίως θα γίνει η νεράιδα που θα καταραστεί την νεογέννητη πριγκήπισα να πέσει σε αιώνιο ύπνο μόλις κλείσει τα 16 της. Πλην όμως δεν πρόκειται για την οπτική γωνία ενός "κακού". Η όλη ιστορία μας εξηγεί καθαρά το πώς και το γιατί η ισχυρή νεράιδα έγινε κακιά. Και το κατά πόσον είναι κακιά κατά βάθος. Έτσι τελικά η Maleficent είναι ξεκάθαρα ο πιο συμπαθής χαρακτήρας της ταινίας και μας κάνει να νοιώθουμε ότι και μεις στη θέση της τα ίδια θα κάναμε.
Έτσι λοιπόν μπορώ να πω ότι βρήκα την ταινία αρκετά συμπαθητική. Ο λόγος για μένα είναι η πλήρης ανατροπή του γνωστού παραμυθιού που επιχειρείται εδώ. Διότι δεν είναι μόνο η βασική ανατροπή για τη φύση της "κακιάς" που σας περιέγραψα. Υπάρχουν και πλήθος άλλων ανατροπών, αρκετές από τις οποίες και έξυπνες είναι και διασκεδαστικές. Ταυτόχρονα βλέπουμε ένα θεαματικό (αλοίμονο τώρα) πειραγμένο παραμύθι, αφού το θέαμα είναι πλέον δεδομένο για το σύγχρονο Χόλιγουντ. Ο φανταστικός κόσμος του Μουρ είναι αρκετά εντυπωσιακος, τα εφέ καλά, η ροή της ταινίας μια χαρά... τι άλλο θέλετε;
Όπως καταλάβατε το διασκέδασα αρκετά (δίχως φυσικά να το θεωρώ και κανένα αριστούργημα). Κυρίως λόγω των πολλαπλών ανατροπών του αυθεντικού μύθου. Διότι, πιστέψτε με, αν έβλεπα την πασίγνωστη ιστορία έστω και με την αρκετά εντυπωσιακή εικόνα του φιλμ, θα βαριόμουν αφόρητα.

Δευτέρα, Ιουνίου 16, 2014

ΕΝΑ ΑΒΑΣΤΑΧΤΑ ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ "ΠΑΡΤΙ"



Θα πω από την πρώτη στιγμή ότι θεωρώ το «Πάρτι», που γύρισε το 1968 ο Blake Edwards, σαν μία από τις πιο αστείες ταινίες στην ιστορία του σινεμά και μια από τις αγαπημένες μου κωμωδίες ever. Το θεωρώ επίσης ως τον πιθανόν πιο αστείο ρόλο του Πίτερ Σέλερς.
Ο οποίος, βεβαίως, ερμηνεύει τον ρόλο ενός ινδού κομπάρσου σε χολιγουντιανή υπερπαραγωγή και, αφού καταφέρνει να καταστρέψει ολόκληρο το σκηνικό της ταινίας, προσκαλείται από λάθος στο πάρτι του παραγωγού της, σε μια σούπερ χλιδάτη βίλα του Χόλογουντ. Κι εκεί, βεβαίως, με αλλεπάλληλες, εμπνευσμένες γκάφες, καταφέρνει – άθελά του πάντοτε - να επιφέρει το απόλυτο χάος.
Αυτό που θεωρώ εξαιρετικό στο φιλμ είναι η αντοχή του στο χρόνο. Ακόμα και σε πολλοστή πρόσφατη θέαση δεν μπορούσα να μην ξεκαρδιστώ για μια ακόμα φορά. Νομίζω ότι η διαχρονικότητα αυτή οφείλεται κυρίως στο ότι ο Edwards βασίζει όλο το φιλμ όχι τόσο σε λεκτικά αστεία - αν και το "Birdie birdie num num" άφησε εποχή - αλλά σε γκαγκς, που παραπέμπουν ακόμα και στην εποχή του βωβού. Ο Σέλερς παίζει με όλο του το σώμα και βγάζει όντως πολύ γέλιο.
Εκτός από το διασκεδαστικότατο της όλης υπόθεσης μπορούμε να εντοπίσουμε και κάποια άλλα στοιχεία στο φιλμ: Βγαλμένο κατ’ ευθείαν από τα 60ς, φέρει πολλά σημάδια από την πιο ταραγμένη (και ενδιαφέρουσα) δεκαετία της Αμερικής: Κατ’ αρχήν υπάρχει η ειρωνία και ο σαρκασμός για το ίδιο το Χόλιγουντ και τους μηχανισμούς του – αυτό δεν αφορά τα 60ς, είναι γενικότερο: Οι άσχετοι με την τέχνη παραγωγοί (στρατηγός στο συγκεκριμένο φιλμ), όλη η υποκρισία και ο συντηρητισμός των κύκλων της κινηματογραφικής βιομηχανίας (χαρακτηριστικός ο παραγωγός που τα βάφει μαύρα επειδή στο πάρτι καταφτάνει... ρώσικο μπαλέτο – εποχή ψυχρού πολέμου γαρ), η χλιδή, τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, οι ηλίθιοι σταρ που κάνουν καμάκι, όλα δίνονται ανάγλυφα. Κι ακόμα υπάρχει η χίπικη νεανική κουλτούρα της εποχής, που αμφισβητεί όλα αυτά και που αντιπροσωπεύεται από την παρέα της κόρης του παραγωγού, η οποία γίνεται ο καταλύτης του τελικού μπάχαλου. Υπάρχει ακόμα, κάτω από την ξεκαρδιστική επιφάνεια, η μελαγχολία του αταίριαστου, γκαφατζή κεντρικού χαρακτήρα με την συγκινητική κατά βάθος μοναχικότητά του, ασυμβατότητα που τονίζεται όχι μόνο από την ταξική - οικονομική διαφορά με τους ανθρώπους του πάρτι, αλλά και από το γεγονός ότι ο ήρωας είναι ινδός.
Αρκετά όμως σας κούρασα με αναλύσεις. Ακόμα κι αν δεν σας ενδιαφέρει τίποτα απ' όλα αυτά, σας προκαλώ να απολαύσετε, όσοι δεν το έχετε ήδη κάνει, και μάλιστα κατ' επανάληψιν, μια από τις πιο αστείες ταινίες που έγιναν ποτέ. Κατά τη γνώμη μου πάντοτε.